Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ:

Οι αιτίες που οδήγησαν τη χώρα στην «παρακμή», η είσοδος του ΔΝΤ, η εφαρμογή του «διαρθρωτικού» προγράμματος του συνδίκου, τα αποτελέσματα του, καθώς επίσης τα διδάγματα για την Ευρώπη και την Ελλάδα.

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 

"Όταν μία αντιπροσωπεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου «επισκέπτεται» μία χώρα, θέτοντας σαν προϋπόθεση για την εκχώρηση δανείων τον περιορισμό των κοινωνικών και λοιπών δαπανών, η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που θα προκαλούσε ένας βομβαρδισμός εκ μέρους του ΝΑΤΟ. Το ΔΝΤ απαιτεί το κλείσιμο νοσοκομείων, σχολείων και βιομηχανιών, με ένα πολύ χαμηλότερο κόστος «εισβολής» για τη Δύναμη που εκπροσωπεί, από αυτό που θα είχε ο ανελέητος βομβαρδισμός των νοσοκομείων, των σχολείων και των βιομηχανιών – όπως στο παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας. Το αποτέλεσμα όμως, για τη χώρα «υποδοχής» του, είναι σχετικά το ίδιο: Η απόλυτη καταστροφή της" (M. Chossudovsky).

Το σημαντικότερο όπλο που διαθέτει το ΔΝΤ είναι το ΜΑΙ (Multilateral agreement of investments). Η υπογραφή κάτω από το συγκεκριμένο «συμβόλαιο», έχει σαν αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή – την ολοκληρωτική «άλωση» καλύτερα της χώρας που το αποδέχεται. Το ΜΑΙ ήταν μία διεθνής συμφωνία, μεταξύ των πολυεθνικών ομίλων, των χωρών του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία, παρά το ότι δεν έγινε επίσημα αποδεκτή, μετά τη σθεναρή «αντίσταση» της Γαλλίας (1998), χρησιμοποιείται «εν μέρει» από τις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη.

Το ΜΑΙ, στη μορφή που συζητήθηκε, με τη συμμετοχή 450 εκπροσώπων πολυεθνικών επιχειρήσεων, θα είχε σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας των κρατών που θα το αποδέχονταν. Μεταξύ άλλων, προέβλεπε τη μετατροπή των κρατικών μονοπωλιακών επιχειρήσεων, σε ιδιωτικές μονοπωλιακές των εκάστοτε ομίλων που θα τις εξαγόραζαν – χωρίς δημοκρατικούς ελέγχους και περιορισμούς.

 

Η «ΠΤΩΣΗ» ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ

 

Ανεξάρτητα από την παραπάνω γενική «περιγραφή» του «συνδίκου του διαβόλου» από τον γνωστό Καναδό οικονομολόγο και σε σχέση με τη Βραζιλία, το σημαντικότερο πρόβλημα, το οποίο την οδήγησε στα «δίχτυα» του ΔΝΤ, ήταν το υψηλό έλλειμμα στο «ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών» – δηλαδή, το αρνητικό αποτέλεσμα των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών της χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο (το οποίο φυσικά εκμεταλλεύθηκαν δεόντως οι κερδοσκόποι).

Ειδικότερα, ενώ το 1997 οι εισαγωγές της Βραζιλίας ήταν αξίας 61,4 δις $, οι εξαγωγές της έφταναν μόλις στο ύψος των 53 δις $ (fob). Αυτό σημαίνει ότι, εξάγονταν εμπορεύματα κατά 8,4 δις $ λιγότερα από αυτά που εισάγονταν – στις υπηρεσίες, η διαφορά ήταν ακόμη μεγαλύτερη, πλησιάζοντας τα 27,3 δις $ (για σύγκριση με την Ευρώπη και την Ελλάδα, παραπέμπουμε στο άρθρο μας: ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ: Το ευρωπαϊκό όνειρο της αιώνιας ειρήνης, η αδυναμία επίτευξης μίας ομοσπονδιακής ένωσης, η ερμηνεία της γερμανικής οικονομικής υπεροχής, οι υποχρεώσεις του ενεργού πολίτη και οι άμεσες προτεραιότητες της Ελλάδας.  7/4/2010).

Περαιτέρω, η Βραζιλία δεν είχε ανέκαθεν πρόβλημα με το ισοζύγιο της, αφού είναι ένα από τα πλουσιότερα κράτη στον κόσμο – όσον αφορά τα ορυκτά, τα φυσικά και τα ενεργειακά αποθέματα της. Το «έλλειμμα» εμφανίσθηκε μετά την υιοθέτηση του προγράμματος σταθερότητας (Plano Real) από την κυβέρνηση της το 1994, το οποίο είχε κύριο στόχο την καταπολέμηση του υπερπληθωρισμού που «μάστιζε» για πολλά χρόνια την οικονομία της. Το πρόγραμμα σταθερότητας, βασισμένο στην εισαγωγή ενός νέου νομίσματος (Real) με ανώτατη ισοτιμία απέναντι στο δολάριο το 1Real=1$, σε συνδυασμό με τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις των κρατικών επιχειρήσεων που αποφάσισε η νεοεκλεγείσα τότε, νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της, συνετέλεσε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών – με αποτέλεσμα την εισροή ξένων κεφαλαίων στο εσωτερικό της.

Αναλυτικότερα, για να μπορέσει μία χώρα να εξισορροπήσει τα οικονομικά μεγέθη της, χωρίς να υποτιμήσει το νόμισμα της, θα πρέπει τουλάχιστον να εξασφαλίσει θετικό «Ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών» – δηλαδή, οφείλουν να «εισρέουν» περισσότερα κεφάλαια στη χώρα, από αυτά που την εγκαταλείπουν. Έτσι, παρά το ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου της Βραζιλίας αυξανόταν συνεχώς (από -1,7 δις $ το, 1994 στα -33,4 δις $ το 1997), η είσοδος των νέων κεφαλαίων, το θετικό δηλαδή Ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, εξισορροπούσε τη διαφορά. Το νόμισμα της όμως κυμαινόταν αρκετά έντονα, μετά την μία και μοναδική ανατίμηση του (λόγω της αθρόας αρχικά εισόδου νέων κεφαλαίων στη χώρα), όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Διακύμανση τιμών του νέου νομίσματος της Βραζιλίας

 

Ημερομηνία

Ισοτιμία

Αιτίες

 

 

 

Ιούλιος 1994

1 $ = 1 Real

Εισαγωγή του νέου νομίσματος

Σεπτέμβριος 1994

1 $ = 0,86 Real

Ανατίμηση 0,83-0,86 λόγω εισροής  κεφαλαίων

06.03.1995

1 $ = 0,90 Real

Υποτίμηση 0,86 – 0,90 λόγω Μεξικανικής κρίσης

10.03.1995

1 $ = 0,93 Real

Υποτίμηση 0,88 – 0,93 λόγω κερδοσκοπίας

30.01.1996

1 $ = 1,06 Real

Υποτίμηση 0,97 – 1,06 λόγω Ισοζυγίου

30.11.1998

1 $ = 1,22 Real

Υποτίμηση 1,12 – 1,22 λόγω Ασιατικής κρίσης

Πηγή: M.Heiden, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Μερικά χρόνια όμως αργότερα (1998), το διεθνές κεφάλαιο έχασε γενικά την εμπιστοσύνη του στις αναπτυσσόμενες αγορές (Emerging Markets) – αμέσως μετά την ασιατική κρίση των «τίγρεων», καθώς επίσης τη Ρωσική, η οποία την ακολούθησε. Οι επενδυτές, παραλληλίζοντας τα μακροοικονομικά μεγέθη της Βραζιλίας με αυτά των «Ασιατικών Τίγρεων», διαπίστωσαν ξαφνικά ότι υπήρχαν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ τους.

Η εμπιστοσύνη χάθηκε εντελώς, όταν οι αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης «υποτίμησαν» τη Βραζιλία, κατά τη γνωστή «επιθετική τακτική» τους – η οποία συνήθως ακολουθεί την «επέλαση» των κερδοσκόπων συναλλάγματος (Hedge funds), τους οποίους αντικαθιστούν (και διασώζουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια) οι μαύροι ιππότες του ΔΝΤ (άρθρο μας: ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ: Standard & Poor's, Moody's, Fitch Rating – ένα απίστευτα ισχυρό ολιγοπώλιο αξιολογεί αυθαίρετα, βαθμολογεί ανεξέλεγκτα και κυβερνάει απολυταρχικά, με έδρα την πρωτεύουσα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, την παγκόσμια οικονομία  7/12/2009).  

Έτσι λοιπόν, στα πλαίσια της γενικότερης κρίσης, οι επενδυτές απέσυραν μαζικά τα χρήματα τους από τη χώρα – με αποτέλεσμα να μειωθούν τα συναλλαγματικά της αποθέματα, μέσα σε τρείς μόλις μήνες, κατά περίπου 27 δις $. Εάν συνεχιζόταν ο ρυθμός αυτός, η κυβέρνηση της χώρας δεν θα μπορούσε πια να διατηρήσει την υφιστάμενη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος της, απέναντι στο δολάριο. Πόσο μάλλον αφού η κεντρική τράπεζα της Βραζιλίας, παρά το ότι αύξησε τα επιτόκια στο 49,75% για να προσελκύσει ξένα κεφάλαια, δεν κατάφερε τελικά να εμποδίσει την εκροή του συναλλάγματος (μέχρι τον Ιανουάριο του 1999, σχεδόν μηδενίσθηκαν τα συναλλαγματικά αποθέματα της).

Η ριζική υποτίμηση του νομίσματος (Real) θεωρήθηκε ασύμφορη ενέργεια, όχι μόνο λόγω του κινδύνου της επανεμφάνισης του υπερπληθωρισμού, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση του χρέους των επιχειρήσεων που είχαν οφειλές σε συνάλλαγμα, αλλά και επειδή θα μειωνόταν ακόμη περισσότερο η εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών (εκτός του ότι ουσιαστικά «απαγορεύθηκε» από το ΔΝΤ για τους πρώτους μήνες).   

Φυσικά, αυτή η ενέργεια της κεντρικής τράπεζας ζημίωσε σε μεγάλο βαθμό την «πραγματική» οικονομία, αφού συνετέλεσε στο να «ακριβύνουν» τα επιτόκια σε ολόκληρη τη χρηματοπιστωτική αγορά της Βραζιλίας – με αποτέλεσμα να μειωθεί η ιδιωτική κατανάλωση, να γίνουν ασύμφορες οι επενδύσεις και να διογκωθεί το δημόσιο χρέος (λόγω των υψηλών τόκων, με τους οποίους επιβαρυνόταν το κράτος).        

 

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΔΝΤ

 

Αναζητώντας λύση στα προβλήματα της η Βραζιλία, η 8η μεγαλύτερη Οικονομία του πλανήτη, «αναγκάσθηκε» να αποδεχθεί τη «βοήθεια» του ΔΝΤ (δέκα σχεδόν μήνες μετά την κατάρρευση του χρηματιστηρίου του Sao Paulo, τον Ιανουάριο του 1998), το οποίο της εξασφάλισε χρηματοδότηση ύψους 42,6 δις $ – προερχόμενη από το ίδιο (ΔΝΤ), από τις βιομηχανικές χώρες (G7), από την Παγκόσμια Τράπεζα και από την αμερικανική IADB. Φυσικά, το ΔΝΤ ενέκρινε τη «βοήθεια» πολύ αργότερα από τη στιγμή που αναζητήθηκε, όταν πλέον η Βραζιλία δεν είχε καμία άλλη επιλογή, ευρισκόμενη αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία (διαφορετικά δεν θα μπορούσε να επιβάλλει τους απίστευτους όρους του).  

Έναντι αυτής της βοήθειας, η κυβέρνηση της χώρας ανέλαβε την υποχρέωση να εφαρμόσει ένα αυστηρό πρόγραμμα εξοικονόμησης πόρων, περιορίζοντας το έλλειμμα του προϋπολογισμού της από το 8,1% του ΑΕΠ το 1998, στο 4,7% το 1999 – ήτοι κατά 3,4% μέσα σε ένα έτος. Για να μπορέσει δε να επιτύχει κάτι τέτοιο, ο υπουργός οικονομικών παρουσίασε ένα πρόγραμμα (ajuste fiscal), το οποίο προέβλεπε αυξήσεις φόρων, μειώσεις των δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης την αναμόρφωση του κρατικού συστήματος συντάξεων. 

Η κυβέρνηση της Βραζιλίας, «μεταφέροντας» τη συμφωνία με το ΔΝΤ στους Πολίτες της χώρας, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η οικονομική πολιτική των επομένων ετών θα ήταν κυρίως προς όφελος των ασθενέστερων εισοδηματικών τάξεων (πηγή: M.Heiden). Εν τούτοις, σύμφωνα με το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε, το 40,5% των συνολικών μειώσεων του προϋπολογισμού αφορούσε τον κοινωνικό τομέα – δηλαδή, οι δαπάνες για την Υγεία όφειλαν να περιορισθούν κατά -6,6% εντός ενός έτους, οι δαπάνες για την Παιδεία κατά -12,3% και τα έξοδα για την «αναμόρφωση» της γεωργίας κατά 47,1% – στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, οι μειώσεις ήταν της τάξης του -47,4%

Ένας από τους βασικούς πυλώνες του περιορισμού των δαπανών στον κοινωνικό τομέα, ήταν το πρόγραμμα που εγγυόταν ένα ελάχιστο κρατικό εισόδημα, στις οικογένειες χωρίς καθόλου οικονομικούς πόρους. Ο αριθμός των οικογενειών, οι οποίες θα λάμβαναν την ελάχιστη οικονομική βοήθεια το 1999, έπρεπε να μειωθεί δραστικά – από τις 14,8 εκ. οικογένειες το 1998, στις 2,5 εκ. οικογένειες το 1999 (δηλαδή, από 12.300.000 οικογένειες αφαιρέθηκε εντελώς το κρατικό επίδομα, αναγκάζοντας τες να καταλήξουν στο δρόμο)  

Ένα δεύτερο σημαντικό «συστατικό» του προγράμματος της κυβέρνησης, ήταν η  αναμόρφωση του συστήματος των κρατικών συντάξεων, όπου τα 16,5 εκ. των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα εισέπρατταν το 48% των συνολικών συντάξεων – ενώ τα 2,8 εκ. των συνταξιούχων του δημοσίου τομέα εισέπρατταν το 52% των συνολικών συντάξεων. Το ύψος των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων δηλαδή, ήταν σχεδόν εξαπλάσιο, από το αντίστοιχο των ιδιωτικών υπαλλήλων – μία τεραστίου μεγέθους «στρέβλωση» του συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας, ως συνήθως προς όφελος του δημοσίου τομέα.  

Ένα τρίτο «μέτρο» ήταν οι αποδέσμευση των μισθών όλων των εργαζομένων από τον ετήσιο τιμάριθμο, με την αιτιολογία ότι «αναθέρμαιναν» τον πληθωρισμό, καθώς επίσης η μαζική απόλυση δημοσίων υπαλλήλων: «Ένα αναγκαίο κακό», σύμφωνα με την τότε κυβέρνηση, «με στόχο τη μείωση των δαπανών – πόσο μάλλον αφού η αυξημένη ανεργία, περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις».      

Περαιτέρω, καμία «παράγραφος» του «ΔΝΤ-προγράμματος σταθερότητας» (Ajuste Fiscal) δεν προέβλεπε περιορισμό των επιδοτήσεων των επιχειρήσεων – αντίθετα, αυξήθηκαν στον ετήσιο προϋπολογισμό του 1999 κατά 15%. Επίσης, μέχρι το 1998 είχαν αυξηθεί οι φορολογικές ελαφρύνσεις των εταιρειών – από 7 δις R$ το 1995 στα 15,3 δις το 1997 (με κύριους αποδέκτες προφανώς τις θυγατρικές των ξένων πολυεθνικών). Αντί λοιπόν η κυβέρνηση να «διαγράψει» τις επιδοτήσεις και τις φορολογικές ελαφρύνσεις των επιχειρήσεων, αύξησε δυσανάλογα τους φόρους.

Σε γενικές γραμμές τώρα, η συμφωνία της Βραζιλίας με το ΔΝΤ (13.11.1998), η οποία προέβλεπε τη λήψη οικονομικής βοήθειας ύψους 42,6 δις $, είχε ως εξής (Πίνακας ΙΙ):

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Καταμερισμός δανείου στη Βραζιλία, μέσω του ΔΝΤ

 

Δανειστής

Ποσόν

Επιτόκιο

 

 

 

ΔΝΤ Stand-by-credit

5,5 δις $

4,25%

ΔΝΤ Supplement Reserve facilities

12,6 δις $

7,25%

Βιομηχανικές χώρες (G7)*

14,5 δις $

9,70%

Παγκόσμια Τράπεζα

5,5 δις $

Κυμαινόμενο

IADB

4,5 δις $

Κυμαινόμενο

Πηγή: M. Heiden, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Διεθνές Libor για εξάμηνες πιστώσεις (τότε 5,2%), συν 4,5 – 4,7% εκατοστιαίες μονάδες  

 

(α)  Χρόνος και σκοπός του δανείου: Από τα 18,1 δις $ που παρείχε συνολικά το ΔΝΤ, τα 15,9 δις $ όφειλαν να διατεθούν έως το τέλος του 1999 – τα υπόλοιπα 2,2 δις$ μετά την ολοκλήρωση της τριετούς συμφωνίας. Το μέρος της παγκόσμιας Τράπεζας (μέσω της θυγατρικής της, της Διεθνούς Τράπεζας δηλαδή για την ανοικοδόμηση και ανάπτυξη), καθώς επίσης της IADB, επίσης εντός των επομένων τριών ετών.

Το μέρος του δανείου που ανέλαβε η Παγκόσμια Τράπεζα (5,5 δις $), όφειλε να αποδοθεί για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, για την καλυτέρευση της δημόσιας διοίκησης, καθώς επίσης για την αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού μηχανισμού της Βραζιλίας. Το μέρος του δανείου της IADB (4,5 δις $), όφειλε να καλύψει κοινωνικές ανάγκες, να ενισχύσει τις πιστώσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς επίσης να συμβάλλει στην κατασκευή νέων έργων υποδομής.

(β)  Υποχρεώσεις από το δάνειο:  Για να λάβει αυτόν τον υψηλό δανεισμό η Βραζιλία (ουσιαστικά το ποσόν των 42,6 δις $ αντιπροσώπευε λιγότερο από το 8% του τότε ΑΕΠ της – το ποσόν που «εγκρίθηκε» στην Ελλάδα από την ΕΕ-ΔΝΤ είναι πάνω από το 12% του ΑΕΠ), συμφώνησε στη μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού της – από το 8,1% το 1998, στο 4,7% το 2009.

 

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΝΤ

 

Με σκοπό την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, ο οποίος είχε τοποθετηθεί από το ΔΝΤ, καθώς επίσης τον περιορισμό των δαπανών του δημοσίου, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αυξήσει το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού (έσοδα, αφαιρουμένων των εξόδων, χωρίς τόκους), από το 0,5% του ΑΕΠ το 1998, στα 1,8% του ΑΕΠ το 1999. Περαιτέρω, ανέλαβε την ευθύνη για την επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας, για αντιπληθωριστική νομισματική πολιτική, για ευρύτερο άνοιγμα των αγορών της στο εξωτερικό (στις αμερικανικές ή ευρωπαϊκές πολυεθνικές), καθώς επίσης για τη διατήρηση των υφισταμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών της.    

Δηλαδή, η χώρα συμφώνησε να διατηρήσει σταθερή την ισοτιμία του νομίσματος της, σε σχέση με το δολάριο, για 60 ημέρες – από τις 13 Νοεμβρίου 1998, έως τις 13 Ιανουαρίου του 1999. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους ξένους κερδοσκόπους (μεταξύ των οποίων οι G.Soros, W.Rhodes της Citigroup, J.Corzine της Goldman Sachs και D.Komansky της M.Lynch, οι οποίοι συμμετείχαν σε συζήτηση με τον υπουργό οικονομικών της Βραζιλίας ένα έτος πριν, στη Νέα Υόρκη), να αποσύρουν βιαστικά περί τα 20 δις $ από τη Βραζιλία (πηγή: M. Chossudovsky). Ουσιαστικά λοιπόν, τα πρώτα χρήματα που απέδωσε στη Βραζιλία το ΔΝΤ (18,1 δις $), χρησίμευσαν στον απεγκλωβισμό των αμερικανών κερδοσκόπων – ένα «σχέδιο Μάρσαλ» δηλαδή για τους πιστωτές και το διεθνές κεφάλαιο (κάτι μάλλον φυσιολογικό, όταν ο οποιοσδήποτε ξένος οργανισμός αναλαμβάνει το λογιστήριο ενός κράτους).        

Φυσικά, η παγίδα ρευστότητας, στην οποία είχε οδηγηθεί ο ιδιωτικός τομέας της χώρας, δεν «επέτρεψε» τη μείωση των επιτοκίων των τραπεζών της (λόγω της αυξημένης ζήτησης κεφαλαίων, απέναντι σε μειωμένη προσφορά), τα οποία παρέμειναν σε επίπεδα πέριξ του 40% (η επίδραση στην οικοδομική δραστηριότητα είναι προφανής – πόσο μάλλον, αφού τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων κυμαίνονταν μεταξύ 150% και 250%). Βέβαια, κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις, ήταν αδύνατον να ανταγωνισθούν οι βραζιλιάνικες επιχειρήσεις τις ξένες πολυεθνικές οι οποίες, δανειζόμενες με τα επιτόκια των χωρών προέλευσης τους, άλωσαν στην κυριολεξία όλους τους κερδοφόρους κλάδους της βραζιλιάνικης οικονομίας (οι «τοπικές» επιχειρήσεις χρεοκόπησαν η μία μετά την άλλη, υπό το βάρος των επιτοκίων).

Δυστυχώς, όπως πολλοί άλλοι υποστηρικτές του «νεοφιλελεύθερου δόγματος», έτσι και ο τότε υπουργός οικονομικών της Βραζιλίας (P. Malan), ήταν απολύτως πεπεισμένος σε σχέση με τις δυνατότητες μίας «αειφόρου» ανάπτυξης, η οποία θα ήταν το αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής απελευθέρωσης των αγορών. Πίστευε δηλαδή ότι, εάν κατάφερνε να αντικαταστήσει πλήρως τη δημόσια, με την ιδιωτική πρωτοβουλία, επιτρέποντας στις αγορές να αναπτυχθούν αυτόνομα και ελεύθερα, η χώρα του θα μπορούσε να κατακτήσει υψηλά επίπεδα πλούτου – τα οποία, στη συνέχεια, θα αναδιανέμονταν αυτόματα (trickle down effect: "Όταν ο πλούτος φτάσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο «κορεσμού», υπέρ-ικανοποίησης δηλαδή των αναγκών των πλουσίων, τότε η αναδιανομή από τους πλούσιους στους φτωχούς ακολουθεί αυτόματα – ο πλούτος «μοιράζεται»").

Τέλος, τα αποτελέσματα της πιστής εφαρμογής του «δόγματος» των Adam Smith & David Ricardo για τη Βραζιλία, με τη «βοήθεια» του ΔΝΤ (άρθρο μας: ΟΙ ΣΥΝΔΙΚΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ: Το κυριαρχικό δόγμα του αμερικανικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ΔΝΤ, οι κρυφές «παγίδες» του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου και οι κίνδυνοι για την Ελλάδα  14/3/2010 ), ήταν καταστροφικά – αν όχι απόλυτα τρομακτικά.      

 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

 

Το 2001, λιγότερο από τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου εκ μέρους του ΔΝΤ, στις μεγαλουπόλεις της νοτιοανατολικής πλευράς και του κέντρου της Βραζιλίας, είχε ξεσπάσει ένας απίστευτος «ταξικός» πόλεμος, ένας εμφύλιος πόλεμος δηλαδή τεραστίων διαστάσεων – με 40.000 θύματα συμπλοκών και πολυάριθμους βίαιους θανάτους. Το 90% της βίας, η οποία είχε καταλάβει τη χώρα, ήταν το αποτέλεσμα της εξτρεμιστικής φτώχειας, στην οποία είχε «υποχρεωθεί» ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – μόλις το 10% καταλογιζόταν στο οργανωμένο, διεθνές έγκλημα.

Στο Sao Paulo, οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες μετακινιόντουσαν μόνο με ελικόπτερα, ενώ οι απλά ευκατάστατοι πολίτες, με αλεξίσφαιρες λιμουζίνες. Ιδιωτικοί αστυνομικοί, με στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό, καθώς επίσης τείχη ύψους τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων, προστάτευαν τις πολυτελείς κατοικίες, ενώ ακόμη και η πρόσκληση επίσκεψης ενός φίλου της ανώτερης εισοδηματικής τάξης της χώρας, ισοδυναμούσε με πολεμική εκστρατεία.

Για να φτάσει δηλαδή κανείς στο σπίτι κάποιου φίλου του, για να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα ή για να εισέλθει σε κάποιον όροφο, ήταν απαραίτητη η γνώση και η χρήση μίας σειράς μυστικών κωδικών, μέσω των οποίων προστατευόταν οι χώροι διαμονής των ευκατάστατων πολιτών. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήταν ειδικά ασφαλισμένες, καλυμμένες με ανθεκτικά μέταλλα και πολλαπλές κλειδαριές, ενώ ακόμη και η μεσαία εισοδηματική τάξη ζούσε σε διαμερίσματα που θύμιζαν χρηματοκιβώτια (πηγή: J. Ziegler).

Το 2002, έτος χρεοκοπίας της Αργεντινής (άρθρο μας: Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ: Ιστορικά στοιχεία, παραλληλισμοί, οι αιτίες της κρίσης, η μεγάλη ύφεση, η υπερχρέωση, η στάση πληρωμών, τα καταναγκαστικά μέτρα της κυβέρνησης και τα αποτελέσματα τους  3/1/2010), σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, από τα 173 εκ. των Βραζιλιάνων, τα 22 εκ. ζούσαν σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης (με βάση την αντιπολίτευση 45 εκ., ενώ κατά την εκκλησία 55 εκ. πολίτεςπάνω από το 30% του πληθυσμού!). Εξαθλίωση σήμαινε χρόνιο, «βαρύ» υποσιτισμό, ο οποίος οδηγούσε στην ανικανότητα, στην πλήρη αναπηρία και στο θάνατο. Στη Βραζιλία ίσχυε τότε η παροιμία: «Η πείνα κυριαρχεί στα Βόρεια της χώρας – όχι στο Νότο, επειδή εκεί βρίσκονται τα σκουπίδια των πλουσίων».   

Στο κέντρο του Sao Paulo, στα σκαλοπάτια του καθεδρικού ναού, συναντούσε κανείς εκατοντάδες φτωχούς και πεινασμένους οι οποίοι, με το άδειο βλέμμα του χρόνια άνεργου, έψαχναν απεγνωσμένα στα σκουπίδια, βυθίζοντας το κεφάλι και τα χέρια τους στις βρώμικες πλαστικές σακούλες, για να βρουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, σαπισμένα λαχανικά, κόκαλα ή άλλα υπολείμματα τροφών. Η ανώτερη «τάξη» της μεγαλύτερης πόλης της Βραζιλίας έγινε ακόμη πιο πλούσια, με αποτέλεσμα οι τενεκέδες των σκουπιδιών της να είναι γεμάτοι – επιτρέποντας στην πληθώρα των φτωχών να αναζητούν εκεί έναν τρόπο παραμονής τους στη ζωή.

Εκείνη την εποχή, το έτος 2001, το εξωτερικό χρέος της χώρας αντιστοιχούσε στο 52% του ΑΕΠ (στην Ελλάδα σήμερα μάλλον ξεπερνάει το 150% του ΑΕΠ), ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι ήταν της τάξης του 9,5% επί του ΑΕΠ. Τον Αύγουστο του 2001, η κυβέρνηση της Βραζιλίας παρακάλεσε γονατιστή ακόμη μία φορά το ΔΝΤ για τη χορήγηση ενός νέου δανείου. Το αίτημα της έγινε αποδεκτό από το «συνδικάτο του διαβόλου», το οποίο της χορήγησε, για δεύτερη φορά μετά το 1998, 15 δις $ με επιτόκιο 7,5%.

Στη συνέχεια, ο υπουργός οικονομικών της Βραζιλίας εμφανίσθηκε χαρούμενος σε όλα τα ΜΜΕ, ανακοινώνοντας την «επιτυχή» έκβαση των διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ και ζητώντας από τους πολίτες νέες θυσίες – απαραίτητες για να ξεφύγει η χώρα από τη χρεοκοπία. Το ΔΝΤ φυσικά, απαίτησε ακόμη μία φορά μεγάλες περικοπές στις δαπάνες του προϋπολογισμού, στους τομείς της Παιδείας, και της Υγείας – οι φορολογικές ελαφρύνσεις των υψηλών εισοδηματικών τάξεων παρέμειναν ως είχαν.

Στην περίπου οκταετή «θητεία» μίας κυβέρνησης (1994-2002), αποτελούμενης χωρίς καμία αμφιβολία από τα ικανότερα άτομα της προικισμένης με τεράστιο ορυκτό και λοιπό πλούτο χώρας, εκποιήθηκε σχεδόν το σύνολο των κερδοφόρων, δημοσίων επιχειρήσεων της. Μοναδική εξαίρεση η εθνική εταιρεία Petrobras, η οποία παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους, χάρη στις τεράστιες «αμυντικές» προσπάθειες των εργαζομένων της. Η πολιτική ηγεσία της χώρας, αιτιολόγησε ως εξής τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων: «Οι κρατικές εταιρείες μας είναι υγιείς και εξαιρετικά κερδοφόρες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα έσοδα από την πώληση τους, για να ελαφρύνουμε τα βάρη του λαού της Βραζιλίας, οδηγώντας τον στην ανάπτυξη».

Το αποτέλεσμα ήταν να πουληθούν πράγματι όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις, σε σχετικά συμφέρουσες τιμές για το κράτος. Όμως, τα δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχθηκαν, χάθηκαν στην κυριολεξία στον αέρα. Όπως υποθέτουν οι ειδικοί, ένα μέρος από αυτά χρησιμοποιήθηκε πράγματι για να καλύψει τα «παραδοσιακά» ελλείμματα του προϋπολογισμού. Ένα άλλο μεγάλο μέρος όμως, κατευθύνθηκε στο εξωτερικό – στους ιδιωτικούς λογαριασμούς υπουργών, δικαστών, στρατιωτικών, υψηλόβαθμων δημοσίων λειτουργών και τραπεζιτών (άρθρο μας: ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ Α.Ε. : Οι ιδιαιτερότητες της γερμανικής οργάνωσης «Διεθνής Διαφάνεια», η ιστορία της, η φιλοσοφία που την διέπει, η χρηματοδότηση, οι στόχοι, οι μέθοδοι λειτουργίας, τα συμπεράσματα και η απειλή μιας «τευτονικής ευρωένωσης»  7/4/2010)  

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Νικητής των εκλογών του 2002 ανακηρύχτηκε το Εργατικό Κόμμα (Lula da Silva) – μία σημαντικότατη πολιτική αλλαγή για τη Βραζιλία. Ο πρώτος χρόνος της νέας κυβέρνησης, η οποία είχε αποδεχθεί αναγκαστικά, πριν από τις εκλογές, τη συμφωνία με το ΔΝΤ (ενώ ζήτησε νέα βοήθεια από το συνδικάτο, ύψους περί τα 30 δις $), ήταν θετικός – γεγονός που οφείλεται αφενός μεν στην τεράστια υποτίμηση του νομίσματος (σήμερα 1$ = 1,75 Real), η οποία λειτούργησε θετικά στις εξαγωγές της, αφετέρου (κυρίως) στην άνοδο των ενεργειακών τιμών (η Βραζιλία παράγει 1,5 εκ. βαρέλια πετρέλαιο ημερησίως), καθώς επίσης των μετάλλων (μόνο τα αποθέματα σιδήρου που διαθέτει, αρκούν για να καλύψουν τις παγκόσμιες ανάγκες των επομένων 500 ετών).

Σήμερα, η «προικισμένη» με τεράστιο φυσικό, ενεργειακό και ορυκτό πλούτο Βραζιλία, φαίνεται να έχει ξεφύγει από τα προβλήματα του παρελθόντος – αν και συνεχίζει να ανήκει στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, «εξασφαλίζοντας» υψηλότερα επιτόκια στους δανειστές της. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται εξωτερικά, εάν επικεντρωθεί κανείς στην «αθρόα» προτίμηση του διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου στο χρηματιστήριο, στα ομόλογα και στις επιχειρήσεις της (οι οποίες πλέον συνεισφέρουν ελάχιστα στα δημόσια έσοδα, ενώ ανήκουν κυρίως στους ξένους «εισβολείς» – αμερικανικές και ευρωπαϊκές  πολυεθνικές).

Μόνο το προηγούμενο έτος, εισέρευσαν στη χώρα 47 δις $ ξένα κεφάλαια, εκ των οποίων το 75% τοποθετήθηκε σε μετοχές – παρά το ότι η κυβέρνηση επέβαλλε ειδικό φόρο 1,5% στις συναλλαγές, για να περιορίσει την είσοδο τους (φοβούμενη πως, όταν ενδεχομένως αποχωρήσουν ξανά μαζικά από τη χώρα, θα δημιουργήσουν ένα ακόμη, μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα στην Οικονομία της). Ο δείκτης τιμών του χρηματιστηρίου του Sao Paulo αυξήθηκε το 2009 κατά 82% – γεγονός που σε συνάρτηση με την ανατίμηση του Real απέναντι στο Ευρώ, απογείωσε κυριολεκτικά τις αποδόσεις του κυρίαρχου του σύμπαντος: του διεθνούς κεφαλαίου.  

«Πίσω από τις γραμμές» βέβαια, στο «παραπέτασμα» καλύτερα (η επιστροφή του δανείου του ΔΝΤ, καθώς επίσης οι τόκοι, κόστισαν τεράστια ποσά στη χώρα – πόσο μάλλον εάν συμπεριλάβει κανείς την υποτίμηση του νομίσματος και την «άλωση» των επιχειρήσεων), η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Το ποσοστό του πληθυσμού κάτω από το ελάχιστο όριο της φτώχειας, παρά την αύξηση του ΑΕΠ και την ευημερία (των ξένων «κατακτητών»), παραμένει στο 31% (2007) – με το κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της να πλησιάζει μετά βίας τα 9.700 $ (30.500 $ στην Ελλάδα).23,4% και 13.000 $, παρά τον ασύγκριτα μεγαλύτερο «φυσικό» πλούτο της Βραζιλίας. Για σύγκριση, τα αντίστοιχα μεγέθη της Αργεντινής, η οποία προτίμησε τη χρεοκοπία το 2002, είναι

Ολοκληρώνοντας, κάποιες από τις μεθόδους του ΔΝΤ, όπως τις αναλύσαμε στην περίπτωση της Βραζιλίας, είναι απλούστατες – τις εφαρμόζει άλλωστε εν μέρει η Γερμανία (στον ιδιωτικό τομέα), ενώ θα μπορούσε και η Ελλάδα μόνη της (χωρίς το ΔΝΤ), εάν φυσικά το επιθυμούσε. Για παράδειγμα, εάν 10 δημόσιοι υπάλληλοι αμείβονται με 100 €, οπότε αντιστοιχούν 10 € στον καθένα, απολύουμε τους 5 και μειώνουμε τη συνολική «δαπάνη» στα 50 €, κρατώντας για τον εαυτό μας (το ΔΝΤ ή η Ελλάδα, για τις επιχειρήσεις και τους πιστωτές) τα υπόλοιπα 50 €.

Έτσι λοιπόν, οι πέντε εναπομένοντες δημόσιοι υπάλληλοι, μοιραζόμενοι τα 50 €, παραμένουν με την ίδια αμοιβή, αλλά υποχρεώνονται (και αποδέχονται υπό το φόβο της απόλυσης) διπλές ώρες απασχόλησης. Ταυτόχρονα, από τα 50 € που «εξοικονομούμε», «επιδοτούμε» με τα 20 € τις επιχειρήσεις, ενώ με τα 30 € εξοφλούμε το δημόσιο χρέος μας. Αδιαφορούμε φυσικά για τους πέντε ανέργους, οι οποίοι καταλήγουν άστεγοι, ψάχνοντας τροφή στα σκουπίδια των πλουσιότερων πλέον επιχειρηματιών,  οι οποίοι όχι μόνο επιδοτούνται, αλλά και «μιμούνται» τα «ΔΝΤ-πρότυπα» (απολύσεις και αυξημένες ώρες εργασίας, με σταθερή αμοιβή). Παράλληλα, μειώνονται οι πληθωριστικές πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας, αφού ο κλιμακούμενος αριθμός των ανέργων «περιορίζει» τη ζήτηση.

        

ΤΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ

 

Κατά την άποψη μας, καμία χώρα πλέον δεν μπορεί να αντισταθεί μόνη της (εκτός «αλληλέγγυων» διακρατικών ενώσεων, αποδεδειγμένης συνοχής και μεγέθους), στις κλιμακούμενες, συνεχείς επιθέσεις του αχόρταγου, διεθνούς κεφαλαίου – έτσι όπως αυτές «ενορχηστρώνονται», με τη βοήθεια των οικονομικών και λοιπών «εργαλείων μαζικής καταστροφής» που διαθέτει (εταιρείες αξιολόγησης, Hedge funds, ελεγκτικές επιχειρήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις, μυστικές υπηρεσίες, ΔΝΤ, Παγκόσμια τράπεζα, πολυεθνικοί γίγαντες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, CDS, spreads, Wall Street κλπ).

Ενδεχομένως ούτε καν η Ευρωπαϊκή Ένωση, στη σημερινή της «μη συνεκτική» και μη «αλληλέγγυα» μορφή – πόσο μάλλον όταν σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη της είναι ουσιαστικά υπερχρεωμένα (άρθρο μας: Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ: Η μαζική επίθεση των κερδοσκόπων στην Ελλάδα, οι δέκα μεγαλύτεροι πιστωτές της, καθώς επίσης αναφορές στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στη Γερμανία και στη Γαλλία  4/3/2010), ενώ ταυτόχρονα οι Ευρωπαίοι Πολίτες είναι αντιμέτωποι με τον εφιάλτη μίας παγκόσμιας αναδιανομής εισοδημάτων, τεραστίων διαστάσεων (άρθρο μας: ΣΥΣΤΗΜΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ: Η ελπίδα μας για μία αυτόνομη κοινωνία, τα τρία διαδοχικά στάδια της ύφεσης, η εξέλιξη της παγκόσμιας αναδιανομής εισοδημάτων, οι διεθνείς εξαρτήσεις και το δίλλημα της Ευρώπης  2/10/2009).   

Όπως φαίνεται λοιπόν, η μοναδική δυνατότητα «επιβίωσης» των κρατών που δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως υπερδυνάμεις, στις συνθήκες της σημερινής παγκοσμιοποίησης,  είναι η ειρηνική «συμβίωση» τους – στα πλαίσια διακρατικών ενώσεων ανεξάρτητων μεταξύ τους χωρών, οι οποίες βέβαια στοχεύουν στη μεσοπρόθεσμη, πολιτική ολοκλήρωση τους.

Όμως, η απαιτούμενη «ειρηνική συμβίωση», πόσο μάλλον η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί, όσο υπάρχουν κράτη που επιδιώκουν έναν ηγεμονικό ρόλο, «εμβολίζοντας» κρυφά τα θεμέλια του «κοινού οικοδομήματος» – με τη βοήθεια ακόμη και του σκόπιμου «διασυρμού», όλων όσων δεν υποτάσσονται στις κυριαρχικές τους «βλέψεις» (άρθρο μας: ΠΡΩΣΟΙ, ΓΑΛΑΤΕΣ & ΣΑΞΟΝΕΣ: Τα έξι διαφορετικά στάδια της κρίσης, οι ευρωπαϊκές ανισορροπίες, η περιορισμένη διάρκεια των νομισματικών ενώσεων, η «συνεταιριστική» νοοτροπία της Ένωσης, οι φυλετικές διαμάχες και ο Ελληνικός παράγοντας  21/3/2010). Επίσης όχι, όσο κάποια άλλα κράτη, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία κλπ, δεν σέβονται τις υποχρεώσεις που, καλώς ή κακώς, έχουν αναλάβει, θέτοντας σε κίνδυνο το κοινό νόμισμα.     

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι δυνατόν να περιμένει κανείς να πληρώνουν οι Πολίτες τυχόν αδικαιολόγητα σφάλματα των ηγετών τους – πόσο μάλλον των δημόσιων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων τους. Για παράδειγμα, είναι κατά την άποψη μας άδικο να υποχρεώνονται οι Ιρλανδοί να πληρώσουν τα λάθη των τραπεζών τους, αναλαμβάνοντας επισφάλειες της τάξης των 80 δις €. Το ίδιο ισχύει για τους Ισλανδούς, όπως και για τους Γερμανούς, οι οποίοι «ανέλαβαν» εκατοντάδες δισεκατομμύρια χρέη – κυρίως μερικών τραπεζών των επί μέρους ομοσπονδιακών κρατιδίων, οι οποίες διοικούνταν «ασύδοτα» από δημόσιους «λειτουργούς» (ενδεχομένως, ο διασυρμός της Ελλάδας χρησιμοποιείται για αποπροσανατολισμό των Γερμανών Πολιτών, από τις «ατασθαλίες» των δικών τους πολιτικών).        

Στο παράδειγμα της Ελλάδας, η οποία οδηγήθηκε από τους «πολιτικούς» της (δημόσιες υπηρεσίες, δήμοι, νομαρχίες κλπ), σε άριστη συνεργασία με «γηγενείς» και ξένους «διαφθορείς», στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, δεν μπορεί επίσης να αναμένει κανείς την επιβάρυνση των Πολιτών της, μέσω της υπερφορολόγησης τους – πόσο μάλλον μέσω της «δήμευσης» ουσιαστικά της ιδιωτικής τους περιουσίας, «μακράν» από τους βασικούς κανόνες της Ελεύθερης Αγοράς (ο όρος «δήμευση» χρησιμοποιείται εδώ, επειδή μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηρισθεί η φορολόγηση εκείνης της ακίνητης περιουσίας, η οποία δεν παρέχει έσοδα, καθώς επίσης η επιβάρυνση με τεκμήρια διαβίωσης, με εισφορές ή όποια άλλη ανάλογη).  Περαιτέρω, εάν οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούν τη διαμονή τους σε «οχυρά» που να μοιάζουν με χρηματοκιβώτια (οι πλούσιοι πολίτες – οι πλεονασματικές χώρες), ή την αναζήτηση τροφής στα σκουπίδια (οι φτωχοί – οι ελλειμματικές χώρες), επιτρέποντας στο διεθνές κεφάλαιο και στους «συνοδοιπόρους» του να αλώσουν τα κράτη τους, οφείλουν να αντισταθούν ενεργητικά – δείχνοντας αλληλεγγύη, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που τους αναλογούν, αντιδρώντας στις «ειρηνικές διεισδύσεις», μηδενίζοντας τη διαπλοκή/διαφθορά, παράγοντας πλούτο και αλληλοβοηθούμενοι, έτσι ώστε να ξεπεράσουν σταδιακά, αλλά όλοι μαζί, τα προβλήματα τους (άρθρο μας: ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΛΟΥΤΟΥ: Οι κίνδυνοι της βιαστικής υιοθέτησης ενός λανθασμένου «αναδιανεμητικού» τρόπου κοινωνικής οργάνωσης, σε περίοδο ύφεσης L, σε μη ανταγωνιστικές, σε υπερχρεωμένες, σε «διαρθρωτικά» βαριά ασθενείς και σε μη εκπαιδευμένες «κεφαλαιοκρατικά» Οικονομίες  15/11/2009).  

Οι εμπειρίες της Βραζιλίας από το ΔΝΤ, τις οποίες περιληπτικά αναφέραμε, έχουν σκοπό να αναδείξουν το είδος της «βοήθειας» που προσφέρεται από τον «κατά συρροή δολοφόνο», όπως συχνά αποκαλείται ο «οργανισμός». Επίσης, τα αποτελέσματα της «βοήθειας» για τον «άμαχο πληθυσμό» – έτσι ώστε να γίνουν περισσότερο κατανοητές οι «ιδιαιτερότητες» της.  

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, θεωρούμε ότι όλοι οι Πολίτες της οφείλουν να ενεργήσουν με έναν τέτοιο τρόπο, ο οποίος δεν θα απαιτεί εξωτερική βοήθεια από κανέναν – ούτε από το ΔΝΤ, ούτε από την ηγεμονική δύναμη της Ευρωζώνης, η οποία αποδυνάμωσε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, «υπηρετώντας» σταθερά και απαρέγκλιτα την, ουσιαστικά ανάλογη του ΔΝΤ, στρατηγική τής «ειρηνικής διείσδυσης».

Η χώρα μας, ευρισκόμενη σε μία πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση, πολύ πιο επικίνδυνη από αυτήν που αντιμετώπισε η Βραζιλία, έχει ένα μοναδικό ίσως «όπλο» το οποίο, αφενός μεν την οδήγησε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, αφετέρου δε μπορεί να βοηθήσει τα μέγιστα στη διάσωση της: τη συμμετοχή της στο χώρο του Ευρώ (η Βραζιλία, εκτός της ζώνης του Ευρώ, χρεοκόπησε  με δημόσιο χρέος κάτω από το 50% του ΑΕΠ της – ποσοστό ελάχιστο, σε σύγκριση με το 120% του δικού μας χρέους επί του ΑΕΠ).  

Έτσι λοιπόν, μόνο η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, σε συνάρτηση με τη λήψη ουσιαστικών μέτρων εξυγίανσης της Οικονομίας της, χωρίς εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες εκ μέρους των Πολιτών της, αλλά και χωρίς καταστροφικούς φόρους που θα οδηγούσαν σε μία ύφεση διαρκείας, μπορεί να της εξασφαλίσει ένα υποφερτό  μέλλον – χωρίς να αναγκασθεί να υποδουλωθεί στη Γερμανία ή να αλωθεί από το διεθνές κεφάλαιο, να εκποιήσει τη δημόσια περιουσία της ή να εγκλωβισθεί για πολλές δεκαετίες στα «δίχτυα της αράχνης» (ΔΝΤ).  

Ενδεχομένως η έκδοση εθνικών ομολόγων που από καιρό συζητείται, ομόλογα που, «ενεχυριαζόμενα» από τους αγοραστές τους για τη λήψη δανείων από τις ελληνικές τράπεζες, με στόχο φυσικά τις παραγωγικές επενδύσεις, θα μπορούσαν να πολλαπλασιάσουν το «κυκλοφορούν κεφάλαιο» (για τους ιδιώτες θα σήμαιναν υψηλότερες των επιτοκίων αποδόσεις, οι οποίες θα παρέμεναν εντός της χώρας -, αυξάνοντας τα εισοδήματα και εξ αυτών την κατανάλωση), είναι μία από τις λύσεις που έχει η Ελλάδα στη διάθεση της.  

Η επαναφορά του «θέματος» της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, σε μία νέα σύνοδο κορυφής της Κομισιόν (με στόχο την εξασφάλιση της στήριξης της ΕΕ και όχι μόνο του ΕΕ2, της Γερμανίας και της Γαλλίας δηλαδή – φυσικά χωρίς τη συμμετοχή του ΔΝΤ), θα ήταν επίσης μία ενέργεια – όπως ίσως η «επαναδιαπραγμάτευση» των ληξιπρόθεσμων δανείων και τόκων, έτσι ώστε να αντικατασταθούν με ομόλογα που θα λήγουν αργότερα.    

Οι υπόλοιπες δυνατότητες της χώρας μας είναι ακόμη υπαρκτές (άρθρο μας: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ: Η ανάγκη περιστολής των κρατικών δαπανών, η «συγκράτηση» των αμοιβών, η εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, η κερδοφορία των εθνικών επιχειρήσεων, ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων και οι απαιτήσεις μας από την ΕΕ  30/1/2010 ), χωρίς όμως να επιτρέπεται το παραμικρό λάθος και η ελάχιστη καθυστέρηση εκ μέρους τόσο της κυβέρνησης, όσο και του συνόλου των πολιτών της – ειδικά των συνδικαλιστικών οργανώσεων της.

Στόχος όλων των Ελλήνων οφείλει να είναι η παραγωγή πλούτου, χωρίς την οποία είναι πλέον αδύνατον να αντιστραφεί η «τάση». Στόχος της κυβέρνησης πρέπει να είναι η παραμονή μας στην Ευρωζώνη, ο επιμερισμός «υλικών» ευθυνών σε εκείνους τους «πολιτικούς» και λοιπούς δημόσιους «λειτουργούς» που μας οδήγησαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, καθώς επίσης η αποφυγή του ΔΝΤ «πάση θυσία» – το αντίθετο θα της (μας) καταλογιζόταν σαν μία τεραστίου μεγέθους εγκληματική ενέργεια εις βάρος της Ελλάδας.               

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 09 Απριλίου 2010,  viliardos@kbanalysis.com 

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

Αυτοαξιολόγηση: Απάντηση σε ποιο ερώτημα;

Αυτοαξιολόγηση: Απάντηση σε ποιο ερώτημα;

 

Του Κώστα Θεριανού

 

Αν η αυτοαξιολόγηση – που προτίθεται να ξεκινήσει το Υπουργείο Παιδείας – είναι απάντηση σε κάτι, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το κάτι, δηλαδή το ερώτημα. Τι ακριβώς θεραπεύει η αυτοαξιολόγηση; Όλες οι δράσεις που περιγράφονται στο κείμενο του υπουργείου τι σκοπό έχουν;

Σε μια εποχή όπου η μια περικοπή ακολουθείται αμέσως από την επόμενη, τα τμήματα με τους 30 μαθητές διαγράφονται στον ορίζοντα, οι διορισμοί εκπαιδευτικών μειώνονται δραματικά, τα όποια αντισταθμιστικά μέτρα περιορίζονται, τι νόημα έχει η αυτοαξιολόγηση;

Διότι εν μέσω οικονομικής κρίσης, αλματώδους αύξησης της ανεργίας και της φτώχειας, συρρίκνωσης της δημόσιας παιδείας και, εν τέλει, διαβλεπόμενου εκβαρβαρισμού της κοινωνίας δεν νομίζουμε ότι η αυτοαξιολόγηση μπορεί να είναι η απάντηση στο ερώτημα: πως θα αυξήσουμε τις μορφωτικές ευκαιρίες των μαθητών μας;

Ο μαθητής, όπως και ο εκπαιδευτικός, είναι άνθρωπος της κοινωνίας τούτης. Όταν ο πατέρας του μαθητή έχει χάσει τη δουλειά του, όταν στο σπίτι η ατμόσφαιρα είναι βαριά, όταν η φτώχεια και η ανεργία κάνουν το μέλλον του να φαίνεται ζοφερό, όταν στο σχολείο μπαίνει σε αίθουσες με άλλους 29 συμμαθητές του και φυσικά η όποια σκέψη για εξατομικευμένη αντιμετώπιση των προβλημάτων του φαντάζει εξωπραγματική, σε τι αλήθεια απαντάει η αυτοαξιολόγηση;

Εναλλακτικά, απέναντι στον κάθε συνάδερφο που θα κληθεί να αυτοαξιολογηθεί θέτουμε ορισμένα ερωτήματα όχι αυτοαξιολόγησης, αλλά κριτικού στοχασμού:

Ποιος έχει την εξουσία στην εκπαίδευση και την κοινωνία;

Ποιος ρυθμίζει την εκπαιδευτική πολιτική;

Ποιος έχει την ευθύνη για τον εξοπλισμό των σχολείων με εποπτικά μέσα;

Ποιος καθορίζει τα αναλυτικά προγράμματα και τα βιβλία;

Ποιος οργανώνει τις εξετάσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε ό,τι δεν εξετάζεται (επισκέψεις, πολιτιστικές δράσεις κ.λπ.) να απαξιώνεται;

Ποιος φτιάχνει την εκπαιδευτική νομοθεσία;


Ποια είναι η συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε όλα αυτά;

Μεθεόρτιος απολογισμός αθλιοτήτων

Μεθεόρτιος απολογισμός αθλιοτήτων

 

Θανάσης N. Παπαθανασίου

 

ΚΑΠΟΙΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ διαφημιζόταν κάποτε με τη σπιρτόζικη δήλωση: «Τη μπριζόλα μας δεν την αγγίζει χέρι άνθρωπου. Ο μάγειρας μας είναι πίθηκος». Ομολογουμένως δεν έχω συγκρατήσει την πατρότητα της – και ζητώ συγ­γνώμη από τον ευφυή συντάκτη της γι' αυτό. Ο λόγος που τη μνημονεύω εδώ είναι ιδιαίτερος. Επειδή κάθε Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, εδώ και πέντε χρόνια, μου έρχεται στο νου. Ήρθε και φέτος. Κι επειδή φοβάμαι ότι δεν θα λείψει ού­τε του χρόνου, νιώθω αναγκαίο έναν απολογισμό ή ίσως μια προσημείωση…

Δεν είναι η νηστεία των μεγαλοβδομαδιάτικων ημερών που μου υποδαυλί­ζει τον συνειρμό. Ούτε και βρίσκεται στη λέξη «μπριζόλα» το κέντρο βάρους του. Βρίσκεται στη λέξη «χέρι». Κι έχει να κάνει με το ερώτημα ποιος απλώ­νει χέρι, που το απλώνει και γιατί το απλώνει.

Ως γνωστό, αργά το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, αφού τελειώσει στις εκκλησίες η ακολουθία των παθών του Χριστού, στολίζεται κατά παράδοση ο επιτάφιος, για να ‘ναι έτοιμος το πρωί της επόμενης μέρας. Τα άνθη για τον στολισμό είναι αυτά που κατά τη διάρκεια της ακολουθίας εναπόθεσαν οι πι­στοί στη βάση του υψωμένου σταυρού, τα δε χέρια που στολίζουν τον επιτάφιο είναι τα ίδια τα χέρια των πιστών, κυρίως γυναικών. Έθιμο; Σίγουρα. Κι όπως κάθε έθιμο, μπορεί κι αυτό να κινείται μεταξύ ζωντάνιας και ανουσιότητας, μεταξύ επίγνωσης και φολκλόρ. Πέρα όμως από την όποια συγκυριακή φόρτιση του, ο στολισμός του επιταφίου έχει ένα περιεχόμενο σπουδαίο, τουλά­χιστον σε συμβολικό επίπεδο. Φανερώνει εν σμικρώ κάτι που αποτελεί θεμε­λιώδη αξίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος: την ευχαριστιακή χρήση του κόσμου και τη συμμετοχή του λαού. Είναι δουλειά των ίδιων των μελών της Εκκλησίας να οδηγούν την καθημερινότητά τους στην κοινότητα εκείνη,η όποια οραματίζεται το μπόλιασμα της ανθρώπινης ζωής από την υπόσχεση της Ανάστασης. Αυτό – στον αντίποδα κάθε έννοιας μαγείας και μαντζουνιών σημαίνεται όποτε εισάγονται στην εκκλησία και προσφέρονται στο Θεό στοιχεία της χειροπιαστής ζωής: το ψωμί, το νερό, τα λουλούδια, μα και ο μό­χθος και η ευρηματικότητα. Θα μπορούσε κανείς ευκολότατα να καταδείξει από θεολογικής σκοπιάς ότι αυτή η παράμετρος είναι συστατική του εκκλησιαστικού γεγονότος. Συστατική ήγουν, ούτε ψιμύθιο που μπορεί να λείψει ανώδυνα, ούτε περιπτωσιακή παραχώρηση εκ μέρους του όποιου βοεβόδα…

Στην πραγματική πραγματικότητα και στην άθληση της συνύπαρξης, από τον στολισμό του επιταφίου ούτε οι παρεξηγήσεις απουσιάζουν, ούτε οι αισθη­τικές παραφωνίες αποφεύγονται. Μα αυτά είναι απείρως ελάχιστο κόστος μπροστά στις υπενθυμίσεις που υλοποιεί αυτή η πρακτική. Από τις τοπικές παραδόσεις συχνότατα ξεπροβάλλουν επιτάφιοι αριστουργήματα. Μα και άτσαλοι να ξεπροβάλλουν, είναι χίλιες φορές προτιμότεροι από εκείνα τα ανθουργήματα που είναι μεν συμμετρικώς άψογα, μα δεν τα έχει αγγίξει χέρι πιστού! Αναφέρομαι σε εκείνους τους επιτάφιους που εσχάτως οι τοπικές εκ­κλησιαστικές ηγεσίες αναθέτουν σε επαγγελματίες ανθοπώλες.

Στους ναούς που έχουν πληγεί από τη μαλάρια της θεαματικότητας, στή­νεται ήδη από την αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας ένα παραπανίσιο παγκάρι, με την επιγραφή: «Για τον στολισμό του επιταφίου». Για την αμοιβή, δηλαδή, του εργολάβου και τη μετατροπή – για άλλη μία φορά – των πιστών από αυτουργούς σε θεατές και καταναλωτές (ή σε κομπάρσους! καθ' όσον, ευέλι­κτοι εφημέριοι που δεν θέλουν να χρεωθούν την κατάργηση αυτού που de facto καταργούν, μαζεύουν μεν κόσμο, άλλα για να τον έχουν στην πραγματικότη­τα ντεκόρ στο ρεσιτάλ του εργολάβου). Είναι λάθος να νομιστεί ότι πρόκειται για ένα επουσιώδες ζήτημα, τεχνικής φύσεως. Αντιθέτως αποτελεί ένα ση­μείο όπου φανερώνεται τί είδους Εκκλησία επιθυμεί καθένας. Δείχνει πόσο πλέον εξαπλώνεται στον εκκλησιαστικό χώρο η αντίληψη που τους λαϊκούς τους θέλει απλώς χειροκροτητές, σπόνσορες ή προβατίνες, για να καυχάται ο ηγεμών πόσο καλά έχει οργανώσει το φέουδο του, πόσο λαμπρά επιτέλεσε τους εορτασμούς, πόσοι άνθρωποι ακολουθούν την αγιοσύνη του. Μα η τραγω­δία δεν έγκειται στο αν μπορεί να οργανωθεί ένα σουπερ μάρκετ, μία πασαρέ­λα ή ένας ιδιωτικός στρατός. Φυσικά και μπορεί! Η τραγωδία είναι ότι στρε­βλώνονται τα κριτήρια και δεν γίνεται κατανοητή η ιλιγγιώδης διαφορά με­ταξύ γκλάμουρους και φωτεινότητας, παποσύνης και εξουσίας, κοινότητας και κλαμπ!

Το κείμενο μου αυτό είναι θυμωμένο. Και δεν καμαρώνω γι' αυτό. Αναρω­τιέμαι όμως που θα φτάσει η αποθράσυνση και η συστηματική προσπέραση των θεολογικών ερωτημάτων που έχουν από καιρό τεθεί. Ενδεικτικό: Σε ενο­ριακό ναό που την τελευταία πενταετία έχει παραδοθεί σε εργολάβο, φέτος όχι μόνο ξαναέλαβε χώρα το ανοσιούργημα της Μεγάλης Πέμπτης, αλλά και «επεκτάθηκε»: Οι υπάλληλοι του εργολάβου έκαναν την προεργασία την προηγούμενη μέρα – βράδυ Μεγάλης Τετάρτης – γεμίζοντας τον χώρο με τα «τσακ! τσακ!» πού κάνουν οι τανάλιες κόβοντας το σύρμα σε μια γωνιά του κυρίως ναοί κατά τη διάρκεια της ακολουθίας! Άφερίμ εφέντιμ!

Είναι άραγε δυνατή μια αντίσταση σ' αυτή τη στρέβλωση, η οποία καλπά­ζει ανερυθρίαστα και σηματοδοτεί ευρύτερα ένα θρησκευτικό πεδίο όπου τα χρήματα μαζεύονται με πάθος και ξοδεύονται δίχως πόνο; Συνήθως ο πιστός που δεν θέλει να προσχωρήσει στη λογική των ενδοεκκλησιαστικών φατρια­σμών αυτοπεριορίζεται σε μια δυσανασχέτηση μεταξύ φίλων. Έλα όμως που με τέτοια δεν ιδρώνει το αυτί κανενός Κορλεόνε! Μήπως, λοιπόν, χρειάζεται στοχασμός; Μήπως θα πρέπει να σκεφτεί κανείς ότι η ίδια η πίστη αξιώνει πράξη; Μήπως, για παράδειγμα, θα πρέπει να θυμηθούμε πως ο άγιος Ανα­στάσιος ο Σιναΐτης τον 7ο αιώνα συμβούλευε να μην προσφέρονται χρήματα σε εκκλησίες όπου δεσπόζει απληστία ή αδιαφάνεια;

Παρωνυχίδα λοιπόν; Επιμένω πως όχι. Εξ όνυχας την ύαιναν!

 

Περιοδικό Σύναξη 102 (2007), σ. 82-83

 

ΠΗΓΗ: 30/03/2010, by kairostheologoi, http://kairostheologoi.wordpress.com/2010/03/30//

Εδώ Αριστερά, εκεί Αριστερά, που είναι η …

Εδώ Αριστερά, εκεί Αριστερά, (πού είναι η Αριστερά;)

 

Του Περικλή Κοροβέση*

 

Η Αριστερά σήμερα στην Ελλάδα, στο σύνολό της, κατά πόσο είναι μια ζώσα πραγματικότητα, αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας αυτής της κοινωνίας, και κατά πόσο είναι ένα ιστορικό κατάλοιπο του πάλαι ποτέ ένδοξου εαυτού της και απλά καταναλώνει από τα «έτοιμα», χωρίς να παράγει τίποτα καινούργιο; Ή εν πάση περιπτώσει, στο σημείο που παράγεται κάτι καινούργιο από την κοινωνία, αυτό κατά κανόνα ή είναι αδιάφορο ή ακόμα «εχθρικό» για την κλασική Αριστερά.

Το ερώτημα θα μπορούσε να έμπαινε και για την ευρωπαϊκή Αριστερά, που έχει τις ρίζες της στη Σοσιαλδημοκρατία ή στα Κομμουνιστικά Κόμματα της Γ' Διεθνούς.

Αν η Χιλή, για να εφαρμόσει την οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτή υπαγορεύτηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα, χρειάστηκε έναν αιμοσταγή δικτάτορα, τον Πινοσέτ, εμείς στην Ελλάδα, για να εφαρμόσουμε την ίδια πολιτική, δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε καμιά δικτατορία. Απλά ψηφίζουμε την κυβέρνηση που θα την πραγματοποιήσει, άσχετα από το τι έλεγε προεκλογικά. Η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία, εδώ και καιρό, είναι το πτώμα του παλιού εαυτού της που έθαψε μαζί της και τα όσα σημαντικά είχε προσφέρει.

Η σημερινή κυβερνητική Σοσιαλδημοκρατία είναι ένας επικίνδυνος «Φρανκενστάιν». Από τα κόμματα της Γ' Διεθνούς απομένουν δύο που έχουν κρατήσει το προφίλ του παρελθόντος και έχουν μια μικρή, αλλά σταθερή παρουσία. Αυτά της Ελλάδας και της Πορτογαλίας. (Τα υπόλοιπα έχουν πάρει αποστάσεις από το τριτοδιεθνιστικό μοντέλο, χωρίς εντούτοις να έχουν βρει μια καινούργια φυσιογνωμία, και κινούνται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας). Η πολιτική των εναπομεινάντων Κ.Κ. είναι αυτοσκοπός και συνίσταται στο να ενισχυθεί ο «υποκειμενικός φορέας». Δηλαδή η ισχύς του κομματικού μηχανισμού. Επιλέγουν εκείνες τις παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν τον μηχανισμό, αποφεύγοντας όλες τις ενέργειες που δεν φέρνουν οφέλη. Και εδώ μπορούμε να διαπιστώσουμε μια «επιχειρηματική» λογική. Το σύνθημα «ΚΚΕ ισχυρό» τα αποσαφηνίζει όλα.

Αν πάμε τώρα πέραν αυτών των δύο σχημάτων της Αριστεράς, Σοσιαλδημοκρατικά ή Κομμουνιστικά, και αναζητήσουμε την άλλη Αριστερά, θα την ψάχνουμε για καιρό. Μπορεί να υπάρχει ως υπόσχεση και ως δυνατότητα, αλλά αυτό απέχει πολύ από την παρουσία μιας συγκροτημένης πολιτικής δύναμης, που μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες που θα μετρήσουν. Τι μένει λοιπόν; Το κίνημα που ξεσπά αυθόρμητα και από το πουθενά, παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, όπως π.χ. ο Δεκέμβρης του 2008. Αλλά αυτό δεν προβλέπεται με ακρίβεια. Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το συνδικαλιστικό κίνημα, που δεν έχει πια καμιά αυτονομία και ασκεί κατά κανόνα κυβερνητική πολιτική.

Αυτά τα ξέρουν καλά οι κυβερνώντες. Και λειτουργούν σαν ολιγάρχες με τη συμμαχία των ΜΜΕ. Και γι' αυτό παίζουν μονότερμα. Οι καναπέδες δεν βγαίνουν ποτέ από το σπίτι τους. Αλήθεια, τι θα γινόταν αν ο Μανώλης Γλέζος υπέκυπτε στη δολοφονική επίθεση της Αστυνομίας με τα τοξικά αέρια;

Σίγουρα μια μεγαλειώδης κηδεία, επικήδειοι και στεφάνια όλων των κομμάτων, διάφορα άρθρα με τη ζωή και το έργο του. Την άλλη μέρα η ζωή θα κυλούσε κανονικά. Όπως έγινε και την επομένη της απόπειρας. Πουθενά δεν είδαμε συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια, διαμαρτυρίες ενάντια στη χρήση των τοξικών αερίων. Όπως σωστά επισημαίνει ο Θανάσης Τεγόπουλος («Κ.Ε.» 7.3.10), το πιο σημαντικό εκείνη την ώρα δεν ήταν η ιστορία της ζωής του, αλλά η δήλωση του ίδιου του Μανώλη από το φορείο που τον μετέφερε στον «Ευαγγελισμό»:

 «Στο πρόσωπό μου χτύπησαν έναν πολίτη». Τι έκαναν αλήθεια οι άλλοι πολίτες, που, στο κάτω – κάτω της γραφής, δεν τους ζητήθηκε τίποτα άλλο από το να προστατέψουν τον εαυτό τους από τα επικίνδυνα τοξικά και να επιβάλουν την απαγόρευσή τους.

 

* perkor29@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 9 Απριλίου 2010, Στο ψευδοκράτος των Αθηνών, http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2010-04-09&s=sto-yeydokratos-twn-a8hnwn

Βαδίζει προς την άνοιξη – του Γιάννη Ποτ.

Βαδίζει προς την άνοιξη

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

 

Πέταξε τα φουστάνια της

κι' έμεινε ολόγυμνη

Οι αέρηδες σμιλεύουν

το κορμί της

Οι βροχές ξεπλένουν

τις αμαρτίες της

Απλώνει τα χέρια της

και αγκαλιάζει τον ουρανό

Δεν την τρομάζουν πλέον

οι θύελλες και οι καταιγίδες

Ότι περιττό είχε, το απέρριψε

Και η προσδοκία του χιονιού

δεν ταράζει τη γαλήνη της

Έχει συμφιλιωθεί με το λευκό

Φόρεσε το νυφικό της

 

Mε τ' άστρα μόνο αναρριγεί,

τις παγωμένες νύχτες

Πυγολαμπίδες που οριοθετούν

την απεραντοσύνη του κενού

με τις αέναες πορείες τους

 

Και με τα πεσμένα φύλα

Να χορεύουν στον άνεμο

πιρουέτες της αποσύνθεσης

Βαδίζει προς την άνοιξη γυμνή

Ακολουθώντας  μονοπάτια

χειμωνιάτικα

 

Αφέθηκε πρώιμα στην άνοιξη

Η πάντα ανυπότακτη

στο στήθος μας, Αμυγδαλιά

 

Μάρτιος 2010

Η θεοποίηση της κακουργίας

Η θεοποίηση της κακουργίας

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Το – σχετικό με τον «καλό υπόκοσμο» – μεγαλοβδομαδιάτικο κείμενό μου ήταν φυσικό να ενοχλήσει την «καθωσπρέπει» αυτή τάξη. Όπως επίσης πολύ φυσικό είναι η περισπούδαστη αυτή τάξη να έχει και το περισπούδαστο πολυπληθές – απ' την τσέπη και τον ιδρώτα του λαού εκτρεφόμενο – τεμπελχανείο της. Με τους περισπούδαστους υπερασπιστές και απολογητές της.

Παρότι θα περίμενε κανείς να είχαν σωπάσει και να είχαν λουφάξει ύστερα απ' τον παροξυσμό και το παραλήρημα της τοκογλυφικής αλητείας, που, τον τελευταίο καιρό, εκδηλώνεται σε βάρος της Ελλάδας.

Θα ήθελα, λοιπόν, να πω στον ευυπόληπτο αυτόν «καλό υπόκοσμο» και στο αξιότιμο τεμπελχανείο του τα εξής πολύ απλά:

Οι πριν από δύο χιλιάδες (2.000) χρόνια αξιότιμοι ομοϊδεάτες τους, δεν σταύρωσαν το Χριστό, επειδή «βλασφήμησε», λέγοντας πως είναι γιος του Θεού. Γιατί το τελευταίο, που θα μπορούσε να τους ενδιαφέρει ήταν ο Θεός.

Ο Θεός ήταν το εύσχημο πρόσχημα για να «τον βγάλουν από τη μέση». Όπως παντού και πάντοτε συμβαίνει. Όπου, στο όνομα των θρησκευτικών και κοινωνικών φρονημάτων και της νομιμοφροσύνης, σταυρώνουν όσους καταγγέλλουν το όργιο της ασυδοσίας και της αυθαιρεσίας τους.

Τον σταύρωσαν, γιατί ο Χριστός, με τη διδασκαλία του, σημάδευε κατάστηθα τη μοναδική τους θεότητα, που ήταν ο Μαμωνάς. Του οποίου η θρησκεία παραμένει στο διηνεκές και ακούει άλλοτε και αλλού σε άλλα ονόματα.

Με κυρίαρχο, στις μέρες μας, όνομα, εκείνο του καπιταλισμού, που τείνει να γίνει και η παγκόσμια θρησκεία. Στο βωμό της οποίας θυσιάζονται και θα θυσιάζονται, ολοένα και περισσότερα, εκατομμύρια αθώων.

Και, παρότι, στις μέρες μας, ο καπιταλισμός ξετσιτσιδώθηκε, μέχρι και του «φύλλου της συκής», εντούτοις οι μίσθαρνοι απολογητές του δεν σταματούν να το λιβανίζουν και να λιθοβολούν τους επικριτές του. Όμως…

Εκτός απ' την κατάστηθη, κατά του Μαμωνά, στόχευσή του ο Χριστός, θέλησε να κόψει και τα δυο πόδια, τα δυο ανήθικα ηθικά στηρίγματα, του ανθρωποφάγου αυτού τέρατος, που είναι το νομικό και το θρησκευτικό κατεστημένο.

Που σαν πρώτο βήμα της έχει τη μεγαλύτερη απάτη στην πανανθρώπινη ιστορία, που είναι η ταύτιση της νομιμότητας με τη δικαιοσύνη.

Απάτη, που στις μέρες μας, όπως θα 'λεγε και ο ποιητής, «σε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει».

Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι μικροπταισματίες άνθρωποι του λαού δικάζονται και καταδικάζονται για ασήμαντες αφορμές, ενώ μεγαλοαπατεώνες απολαμβάνουν τα προνόμια της εγκληματικής ασυλίας.

Γιατί, είπαν σε κάποιον υπουργό, δεν αποκαλύπτονται και δεν αντιμετωπίζονται ανάλογα οι αρχιτέκτονες της καταβαράθρωσης της ελληνικής οικονομίας»;

Δεν είναι εύκολο»! είπε ο υπουργός.

Και ασφαλώς έχει δίκιο! Γιατί αυτοί, που νομοθέτησαν το τέλειο, «εκ προμελέτης έγκλημα», της βουλευτικής και υπουργικής ασυλίας, κι εκείνοι, που επωφελούνται απ' αυτό, είναι ιδιοφυΐες του είδους…

Και ύστερα επιμένουμε να μιλούμε και για…Δικαιοσύνη!

Το νομικό, λοιπόν, κατεστημένο νομιμοποιεί την κακουργία και την απανθρωπιά. Και κηρύσσει παράνομη τη δικαιοσύνη και την ανθρωπιά.

Το θρησκευτικό κατεστημένο στο βήμα αυτό του νομικού κατεστημένου έρχεται να προσθέσει ένα άλμα: Προχωρεί στη θεοποίηση της απανθρωπιάς και της κακουργίας.

Γιατί μόνο με τη θεοποίηση της κακουργίας μπορεί να ερμηνευτεί η δολοφονία και η σταύρωση του Χριστού.

Αθλιότητα, που διαιωνίζεται, όπου Γης, νομιμοποιείται και θεοποιείται το έγκλημα. Σε βάρος των λαών και των αθώων. Και προς δόξαν του «καλού υπόκοσμου»!

Και αγαλλίαση, ασφαλώς, των υπερασπιστών, των ψηφοφόρων και των λιβανιστάδων του…

 

Παπα-Ηλίας, 08-04-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

Η πολιτική λειτουργία της τέχνης Ι

Η πολιτική λειτουργία της τέχνης

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 

 

 

"Τι πιστεύετε πως είναι ο καλλιτέχνης;

Ένας ανόητος ο οποίος έχει απλά μάτια αν είναι ζωγράφος ή αυτιά αν είναι μουσικός; Αντίθετα, την ίδια στιγμή είναι ένα πολιτικό ον, το οποίο διαρκώς ανταποκρίνεται σε σπαραξικάρδια, φλογερά ή χαρούμενα γεγονότα και απέναντι στα οποία παίρνει θέση με ποικίλους τρόπους. Όχι, η ζωγραφική δε γίνεται για να διακοσμεί διαμερίσματα. Είναι ένα εργαλείο πολέμου για να επιτίθεται, αλλά και να αμύνεται ενάντια στον εχθρό": Pablo Picasso, 1945.

Η ακραιφνής αυτή ρήση του Πάμπλο Πικάσσο ενέχει απόλυτη κοινωνική και πολιτική επιθετικότητα η οποία συνάδει με τις συνθήκες ζωής και δημιουργίας της εποχής του. Στο σήμερα που οι κοινωνικοί και πολιτικοί όροι της καλλιτεχνικής δημιουργίας έχουν αισθητά διαφοροποιηθεί ηχεί κάπως παράταιρη, είναι αλήθεια. Ωστόσο, η μελέτη της ιστορίας των λειτουργιών που έχει γνωρίσει, υλοποιήσει και ενσωματώσει  η τέχνη, στις διάφορες εποχές και στους διάφορους πολιτισμούς, ταυτίζεται, στην ουσία, με τη μελέτη της έννοιας και του περιεχομένου του έργου τέχνης, τις κοινωνικές αντιλήψεις για την τέχνη, τη θέση του καλλιτέχνη στην εκάστοτε κοινωνία, τις θεωρίες για την τέχνη, τους υποστηρικτικούς θεσμούς και τους μηχανισμούς προώθησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Η θρησκευτική, για παράδειγμα, λειτουργία του έργου τέχνης αποτέλεσε για πολλούς αιώνες, και κυρίως για το Μεσαίωνα, την κυρίαρχη λειτουργία και αποστολή της τέχνης. Όχι μόνο οι λατρευτικές εικόνες και παραστάσεις που ήταν προορισμένες για να λατρευτούν, να προσκυνηθούν και να τιμηθούν, αλλά και γενικότερα η ζωγραφική με την, ως επί το πλείστον, θρησκευτική θεματολογία της, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική επίσης για ένα μεγάλο διάστημα προορίζονταν να εξυπηρετήσουν λατρευτικές ανάγκες του πιστού, να μεταφέρουν και να διδάξουν το μήνυμα του Θεού, να κατηχήσουν και να νουθετήσουν, επιτελώντας, με τον τρόπο αυτό, τον κυριότερο προορισμό της τέχνης στα πλαίσια θεοκρατικών κοινωνιών, την ηθικοδιδακτική λειτουργία της. Το μεγαλύτερο μέρος της τέχνης παλαιότερων εποχών που διασώζεται σήμερα ήταν προορισμένο να επιτελέσει μια τέτοια λειτουργία. Στις μέρες μας, στις δυτικές κοινωνίες η τέχνη δεν λειτουργεί μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο υποδοχής και πρόσληψης.

Σε όλες τις εποχές η τέχνη βρέθηκε, συχνά, – αν και όχι  αποκλειστικά – στην υπηρεσία της άρχουσας,  ηγετικής τάξης. Η τέχνη έχει κατά καιρούς επιτελέσει και βέβαια ακόμα  επιτελεί πολιτικές λειτουργίες. Και εδώ δε θα πρέπει να αναλογιστούμε αποκλειστικά την πολιτική τέχνη, δηλαδή τη στενή σύνδεση τέχνης και εξουσίας με τη στενή έννοια όρου τέχνη στα πλαίσια ολοκληρωτικών-ανελεύθερων, δικτατορικών καθεστώτων.

 Εξάλλου, πολιτική, με την ευρεία έννοια του όρου, είναι η λειτουργία της δημόσιας αρχιτεκτονικής, των γλυπτών μνημείων και των ζωγραφικών διακοσμήσεων σε δημόσιους χώρους και ιδιαίτερα η τέχνη των κρατικών παραγγελιών. Πολιτικός και δημόσιος είναι, επίσης, ο χαρακτήρας της τέχνης που έχει ως σκοπό να προβάλλει, να επιβεβαιώσει τη δύναμη και την αξία ενός ηγέτη, να ασκήσει κριτική σε θεσμούς και νοοτροπίες, κατόπιν άμεσης ή έμμεσης κρατικής καθοδήγησης.

Η γοργή διαδοχή των κινημάτων και αισθητικών θεωριών που παρατηρήθηκε στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα συνεχίστηκε με αυξημένο ρυθμό και στις αρχές του 20ου αιώνα ως σήμερα. Σ' αυτό συνέτεινε η τεράστια συσσώρευση καλλιτεχνικών εμπειριών από την προϊστορική μάλιστα εποχή. Όμως η ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης ήταν και αποτέλεσμα των μεταβολών του πολιτισμού γενικά μέσα από τους αιώνες. Η τέχνη μάλιστα του εικοστού αιώνα υπήρξε μάρτυρας τεράστιων μεταβολών σ' όλους τους τομείς της ζωής μη εξαιρουμένων και των δύο φοβερών πολέμων που οπωσδήποτε την επηρέασαν. Ο πρώτος μάλιστα δημιούργησε την αντι-τέχνη, τον Ντανταϊσμό ο δε δεύτερος τη μετακίνηση και διασπορά μεγάλων καλλιτεχνών και ιδεών.

Ειδικά οι πιο σύγχρονες τάσεις στις αρχές του 20ου αιώνα δέχτηκαν, πλάι στις τόσες επιδράσεις και μεταβολές, την επίδραση της αφρικανικής τέχνης και της τέχνης των νησιών του Ειρηνικού με τον ίδιο τρόπο που η ζωγραφική του Μανέ, Γκογκέν και άλλων, επηρεάστηκε από τις γιαπωνέζικες ξυλογραφίες μερικές δεκαετίες πριν. Τα εξωτικά αυτά έργα γνωστά ήδη στην Ευρώπη από το 16ο αιώνα δε θαυμάζονταν τόσο ως έργα τέχνης όσο σαν αξιοπερίεργα, ασυνήθιστα αντικείμενα. Η αισθητική τους θα αναγνωριστεί αιώνες μετά. Τα ξυλόγλυπτα ή τα μπρούντζινα μεγάλα γλυπτά ή ειδώλια, με τους γωνιώδεις όγκους τους, οι μάσκες που η καθεμιά φτιάχνεται, συχνά, με ποικίλα υλικά, ξύλο, ρούχα, χάντρες, φτερά κτλ. σε εκφραστικούς, εντυπωσιακούς και τολμηρούς συνδυασμούς, με περίεργα σχήματα και φανταχτερά χρώματα, όλα αυτά τα έργα, ανεπαίσθητα ή φανερά, διοχετεύουν αρκετά από τα εκφραστικά τους γνωρίσματα στην τέχνη διάφορων κινημάτων και καλλιτεχνών του εικοστού αιώνα, όπως στους Ματίς, Μπρακ, Πικάσο, Ντερέν, Μπρανκούσι κ.ά.

Ο 20ος αιώνας ανοίγει θριαμβευτικά με δύο δυναμικά κινήματα, το Φωβισμό και τον Κυβισμό, που χάραξαν στην τέχνη δυο αποκλίνοντες δρόμους ως προς την έκφραση. Ο Φωβισμός στηρίζεται και ερευνά το συναισθηματικό κόσμο, ενώ ο Κυβισμός το νοητικό, το λογικό. Ο Φωβισμός χρησιμοποιεί μια εκφραστική «γλώσσα» βασικά εξπρεσιονιστική, με δυνατά χρώματα, με πινελιά γοργή που αφήνει να φαίνεται η χειρονομία και το προσωπικό «γράψιμο» του δημιουργού με σχήματα και φόρμες «ανοικτές» βιομορφικές, μια τεχνική που η επίδρασή της δε σταματά μόνο στο κίνημα των εξπρεσιονιστών μα που προχωρεί και σ' άλλα, πιο μοντέρνα, όπως στον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό, στις διάφορές του μορφές.

Αντίθετα ο Κυβισμός, πιο λογικός και εγκεφαλικός, χρησιμοποιεί αρχικά την πολύ περιορισμένη παλέτα, σέβεται τη φόρμα παρά το γεγονός πως τη μεταποιεί, τα δε σχήματά του είναι αυστηρά και γεωμετρικά. Δίνει το ξεκίνημα σε πολλά μοντέρνα κινήματα, όπως στο Νεοπλαστικισμό, Σουπρεματισμό, σε πολλές μορφές της γεωμετρικής αφαίρεσης, όπως είναι η Οπ Αρτ.

Χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας είναι μεταξύ άλλων η κυριαρχία των σαφών παραλληλεπίπεδων όγκων, της επιβολής των οριζόντιων και κάθετων γραμμών, των ορθογώνιων σχημάτων στους απλούς ίσιους τοίχους και στα ανοίγματα των θυρών και παραθύρων, η χρήση μεγάλων γυάλινων «τοίχων», η λειτουργικότητα των εσωτερικών χώρων και άλλα στοιχεία τα οποία επέβαλαν μεγάλοι αρχιτέκτονες δάσκαλοι, όπως ο Βάλτερ Γκρόπιους (1883-1969) που ίδρυσε και δίδαξε στη φημισμένη σχολή Bauhaus στη Γερμανία, στη δεκαετία του 1920.

Ενώ ακόμα η γηραιά Ευρώπη κρατά τα σκήπτρα στην καλλιτεχνική κίνηση και δημιουργία από αιώνες, μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, ωστόσο μια νέα χώρα, οι ΗΠΑ, διεκδικεί την αρένα της τέχνης. Ο ηγετικός ρόλος της Αμερικής είναι πια γεγονός, ιδιαίτερα μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.

Στα μοντέρνα κράτη η τέχνη έπαψε εκ των πραγμάτων να βρίσκεται στην άμεση υπηρεσία του κράτους. Οι καλλιτέχνες δεν υπηρετούν στις βασιλικές αυλές ή στους πλούσιους πολιτικούς παράγοντες. Είναι δηλωμένη και δεδομένη η επιθυμία όχι μόνο των καλλιτεχνών αλλά πολλές φορές και της κρατικής αρχής να απαλειφθεί κάθε σχέση εξάρτησης. Ωστόσο, η καλλιτεχνική δημιουργία εξακολουθεί να έχει πολιτικό περιεχόμενο, με την ευρεία έννοια της παρέμβασης, της άποψης που «καταθέτει», καταγράφει, κρίνει, συγκρίνει  για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Από την άλλη πλευρά, αν και επίσημα οι κρατικοί μηχανισμοί και τα πρόσωπα δεν παρεμβαίνουν ούτε ελέγχουν την καλλιτεχνική  δημιουργία, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως μια σειρά θεσμών, όπως κρατικές υποτροφίες, κρατικές σχολές Καλών Τεχνών, ιδρύματα, πολιτιστικοί οργανισμοί κ.ά. δημιουργούν ένα πλαίσιο στήριξης της καλλιτεχνικής ζωής ενός τόπου υπό όρους. Μπορεί να υπονοοηθεί ότι διατηρούν όλοι αυτοί τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν σε αυτή, και σίγουρα δηλώνουν μια νέου είδους, αναπόφευκτη σχέση τέχνης και πολιτικής.

Πρώτο το γερμανικό Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919 κατοχύρωνε την ελευθερία της τέχνης:

"Η τέχνη, η επιστήμη και η διδασκαλία τους είναι ελεύθερες. Το κράτος τους παρέχει προστασία και συμμετέχει στην καλλιέργειά τους". (Θεοδόσης, 2000, σ. 17)

Στην Ελλάδα η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης συντελείται για πρώτη φορά στο σύνταγμα του 1927.

"Η τέχνη και η επιστήμη και η διδασκαλία αυτών είναι ελεύθεραι, διατελούν δε υπό την προστασίαν του Κράτους, το οποίον συμμετέχει εις την επιμέλειαν και την εξάπλωσιν αυτών." (Θεοδόσης, 2000, σ. 19)

Λίγο μετά το τέλος του β' παγκοσμίου πολέμου, το 1948, η Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων έρχεται να διασφαλίσει το δικαίωμα στη ελεύθερη έκφραση (άρθρα 18 και 19).

Η ελευθερία της τέχνης και η συνταγματική κατοχύρωσή της:

«Το μόνο που χρειάζεται η τέχνη είναι το υλικό. Ελευθερία η τέχνη δεν χρειάζεται, η τέχνη είναι ελευθερία. Κανείς δεν μπορεί να της αφαιρέσει την ελευθερία. Κανείς δεν μπορεί να της δώσει την ελευθερία ούτε κράτος ούτε πόλη ούτε κοινωνία μπορεί να πιστεύει ότι της δίνει ή της έχει δώσει αυτό που από τη φύση της είναι: ελεύθερη. Ελευθερία που της παραχωρείται δεν υπάρχει για την τέχνη, ελευθερία είναι μόνο αυτή που ξέρει να παίρνει. Ξέρει ότι αν παραβιάσει σύνορα θα την πυροβολήσουν. Πόσο μακριά μπορεί να πάει, δεν μπορεί να της το πει κανείς, πρέπει να πάει μακριά για να μπορέσει να μάθει πόσο μακριά επιτρεπόταν να πάει.» (Heinrich Βoll, Die Freiheit der Kunst, στο: Aufsatze-Kritiken-Reden, 1967). (Πηγή: Γεράσιμος Θεοδόσης, Η ελευθερία της τέχνης, Αθήνα 2000, σ. 37)

Ενδεικτική Βιβλιογραφία.

Γκόμπριτς Ε., Το χρονικό της Τέχνης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998.

2) Εξαρχόπουλος, Μ & Θ, Γραμμές, Σχήματα, Χρώματα, εκδ. Αίολος.

3) Μπαρόντ Ν. κ.ά., Εικαστικές Τέχνες, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1994.

4) Μπέαντ Γ., Ο κόσμος της ζωγραφικής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1996.

5) Ρήντ Χ., Λεξικό Εικαστικών Τεχνών, εκδ. Υποδομή.

6) Ρίτσμοντ Ρ., Γνωριμία με το Μιχαήλ Άγγελο, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1992.

7) Χατζή Γ., Έλληνες Ζωγράφοι, 19ος αιώνας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1988.

8) Χέζλεγουντ Τζ., Η Ιστορία της Δυτικής Γλυπτικής, εκδ. Πατάκη, 1995.

9) Χέζλεγουντ Τζ., Η Ιστορία της Δυτικής Ζωγραφικής, εκδ. Πατάκη, 1995.

10) Χέζλεγουντ Τζ., Γνωριμία με τον Πικάσο, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1992.

11) Ανακαλύπτω την Τέχνη (Ζωγραφική, Προοπτική, Μονέ, Βάν Γκόγκ, Γκογκέν, Μανέ, Ακουαρέλα, Εμπρεσιονισμός, Γκόγια, Χρώμα, Αναγέννηση), εκδ. Δεληθανάσης- Ερευνητής, Αθήνα 1990.

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός, υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ. Τρικάλων ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadihttp://www.matia.gr.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη:

«Γεννήθηκα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης  Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία. Πήρα Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου και από το 1992 διδάσκω στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχω συγγράψει βιβλία ιστορικού, λογοτεχνικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Παράλληλα, ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και την ποίηση».

ΣΠΑΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ – ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΖΑ

ΣΠΑΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ – ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΖΑ

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Αθήνα, 5 Απριλίου 2010

 

Μ' ΕΝΑΝ ΔΙΕΘΝΗ ΣΤΟΛΟ ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ

Ν' ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

 

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΣΤΟ GAGARIN 205 ΠΕΜΠΤΗ 8 ΑΠΡΙΛΙΟΥ, 9 μ.μ.

 

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ – ΕΝΙΣΧΥΣΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στο πλαίσιο μιας σειράς εκδηλώσεων, σε όλη τη χώρα, για στήριξη της  αποστολής, η ελληνική πρωτοβουλία «ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΖΑ» καλεί σε ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ την ΠΕΜΠΤΗ 8 Απριλίου, στις 9 μ.μ., στον πολυχώρο Gagarin 205 (Λιοσίων 203-205). Συμμετέχουν οι: ΜΟΝΟ ΓΥΜΝΟ, MC-YINKA, DUSTBOWL, ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, SPYWEIRDOS, ΜΠ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, NIGHT ON EARTH, ILLEGAL OPERATION, Feature Guest ALEX K. (The Last Drive, The Earthbound) και οι WE7 (Wlad Al Hara) Hip Hop από την Παλαιστίνη.

 

Ενάμιση χρόνο μετά από την πρώτη προσπάθεια (τον Αύγουστο του 2008), αποπλέουμε ξανά με προορισμό την Γάζα. Συγκροτήσαμε την πρωτοβουλία «Ένα Καράβι για τη Γάζα»www.shiptogaza.gr) για τη συνδιοργάνωση και συμμετοχή μας σε μια νέα, ευρύτερη, διεθνή αποστολή με το Free Gaza Movement και ισχυρές συλλογικότητες από πολλές χώρες, μεταφέροντας τούτη τη φορά -κυρίως- βασικά υλικά ανοικοδόμησης (τσιμέντο, ξυλεία κ.λπ.), υλικά που το Ισραήλ έχει απαγορεύσει να μπουν στη Γάζα.

 

Στόχος μας, εφικτός, είναι το ελληνικό τμήμα της διεθνούς αποστολής να συμμετέχει με ένα τουλάχιστον πλοίο, κατάλληλο για μεταφορά ανθρώπων και κυρίως υλικών. Το πλοίο αυτό, για την απόκτηση του οποίου ξεκινήσαμε οικονομική καμπάνια, δεν θα ανήκει σε κάποιο φυσικό πρόσωπο, αλλά σε εταιρικό νομικό πρόσωπο συμμετοχικού χαρακτήρα και  προορίζεται να αποδοθεί στον Παλαιστινιακό λαό για τη δημιουργία μιας μόνιμης γραμμής θαλάσσιας επικοινωνίας της Γάζας με τον έξω κόσμο.

 

Από τον πόλεμο του '67 ο ισραηλινός στρατός κρατούσε, με το «δίκαιο» του κατακτητή, το μικρό λιμάνι της Γάζας, το μοναδικό  της κατεχόμενης Παλαιστίνης,  απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Τον Αύγουστο του 2008, 41 χρόνια μετά, 2 ελληνικά ψαροκάικα με 44 επιβαίνοντες από 13 χώρες-ανάμεσά τους και 9 έλληνες- εισέπλευσαν για πρώτη φορά στα θαλάσσια Παλαιστινιακά ύδατα και ελλιμενίστηκαν στην ιχθυόσκαλα της Γάζας. Εμπνευσμένοι από το δίκαιο του αγώνα του παλαιστινιακού λαού, που επί 62 χρόνια, μάχεται αδιάλειπτα για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του, μια χούφτα απλών ανθρώπων απέδειξε έμπρακτα ότι η αλληλεγγύη των λαών μπορεί να νικήσει το άδικο. Οι αποστολές σκαφών του Free Gaza Movement από τότε συνεχίστηκαν, με το ισραηλινό κράτος να συμπεριφέρεται, μετά την εισβολή του Δεκέμβρη του 2008, σαν κοινός πειρατής της Μεσογείου, διεμβολίζοντας το «Dignity», απειλώντας με βύθιση τον «Αρίωνα» τον Γενάρη και καταλαμβάνοντας με βία το ίδιο πλοίο, τον Ιούνιο του 2009, στα διεθνή ύδατα, ανοιχτά της Γάζας.

 

 

Το ταξίδι μας στη Γάζα θα τελειώσει όταν θ' ανοίξουν τα θαλάσσια σύνορα της Γάζας. Ως τότε εμείς θα ταξιδεύουμε. Ως τότε εμείς θα κάνουμε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ό,τι μπορούμε, για να φτάσει η Μεσόγειος ν' ανοίξει ως θάλασσα, κι αυτό το στρατόπεδο συγκέντρωσης που δημιούργησαν οι Ισραηλινοί εκεί, να πάψει να υπάρχει.

Οι οκτώ πυλώνες της επιτυχίας της Κίνας

  Οι οκτώ πυλώνες της επιτυχίας της Κίνας

 

Πώς από πάμπτωχη χώρα εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου

 

Του Zhang Wei Wei * 

 

 

Το Πεκίνο γιορτάζει τα 60 χρόνια από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας και θα άξιζε τον κόπο να κοιτάξει κανείς την Κίνα αντικειμενικά προκειμένου να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που την έκανε να αλλάξει στο διάστημα μιας γενιάς και από πάμπτωχη χώρα να εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Οι επικριτές προσάπτουν στην Κίνα ότι παρά τα οικονομικά επιτεύγματα δεν έχει να προσφέρει «μεγάλες ιδέες». Πιστεύω ωστόσο ότι ακριβώς αυτές οι «μεγάλες ιδέες» συνετέλεσαν στην πρόοδο της Κίνας. Και ιδού οκτώ από αυτές:

1 Αναζητώντας αλήθεια από τα γεγονότα. Είναι παλαιά σκέψη των Κινέζων, την οποία ενστερνίστηκε και ο Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, ότι το πραγματικό γεγονός είναι το αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της αλήθειας και όχι το ιδεολογικό δόγμα, από όπου και αν προέρχεται. Από τη μελέτη των γεγονότων το Πεκίνο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ούτε το σοβιετικό κομμουνιστικό μοντέλο ούτε η δυτικού τ ύπου δημοκρατία επαρκούν για τον εκσυγχρονισμό μιας χώρας που βρίσκεται στο στάδιο της ανάπτυξης. Κατά κανόνα ο εκδημοκρατισμός έπεται της ανάπτυξης, δεν προηγείται. Ετσι, το Πεκίνο αποφάσισε το 1978 να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο ανάπτυξης με ένα πρόγραμμα δοκιμής-αποτυχίας.

2 Προτεραιότητα στα αναγκαία για τη συντήρηση του λαού. Το Πεκίνο έθεσε ως βασικό στόχο τον ξεριζωμό της φτώχειας, που είναι ένα από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Ετσι κατάφερε η Κίνα να απαλλάξει από την πείνα 400 εκατομμύρια Κινέζους μέσα σε μία γενιά, επίτευγμα πρωτοφανές στην ιστορία του ανθρώπου.

3 Η σημασία της ολιστικής σκέψης. Υπό την επήρεια της φιλοσοφικής παράδοσής της η Κίνα εφάρμοσε ολιστική στρατηγική στον εκσυγχρονισμό της από το 1980 έως σήμερα. Αυτή η προσέγγιση επέτρεψε στο Πεκίνο να προσδιορίσει τις προτεραιότητες κατά τα διάφορα στάδια των μεταμορφώσεων και την ορθολογική αξιολόγηση των διαδοχικών μεταρρυθμίσεων σε αντιπαράθεση προς τα λαϊκίστικα μέτρα που εφαρμόζονται σήμερα στις περισσότερες χώρες.

4 Η κυβέρνηση ως απαραίτητο πλεονέκτημα. Στη μακραίωνη ιστορία της Κίνας οι εποχές ευημερίας ήταν πάντα συνυφασμένες με ένα πεφωτισμένο ισχυρό κράτος. Αυτό ακολουθήσαμε, σε αντίθεση με τους Αμερικανούς που θεωρούν το κράτος αναγκαίο κακό, αλλά και με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ο οποίος βιάστηκε να διαλύσει το κράτος του, με αποτέλεσμα να διαλύσει την αυτοκρατορία του. Ο Ντενγκ Χσιάο Πινγκ έδωσε νέο προσανατολισμό στο παλαιό κινεζικό κράτος και πέτυχε τον εκσυγχρονισμό εγκαταλείποντας τη μαοϊκή ουτοπία.

 5 Η καλή διακυβέρνηση μετράει περισσότερο από τον εκδημοκρατισμό. Η Κίνα δεν αποδέχεται το στερεότυπο δίλημμα δημοκρατία ή αυταρχισμός, θεωρώντας ότι η φύση του κράτους, συμπεριλαμβανομένης της νομιμότητάς του, προσδιορίζεται από την ουσία του, δηλαδή από τη σωστή διακυβέρνηση, η οποία κρίνεται από αυτά που είναι σε θέση να προσφέρει. Παρά τις ελλείψεις της σε διαφάνεια και νομικούς θεσμούς, το κινεζικό κράτος έχει τον υψηλότερο δείκτη ανάπτυξης με θεαματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Οι Κινέζοι σε ποσοστό 76% ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον.

6 Αξιοκρατία. Εμπνεόμενο από την κομφουκιανή παράδοση, το Πεκίνο εφαρμόζει- αν και όχι πάντοτε επιτυχώς- τις αρχές της αξιοκρατίας σε ολόκληρη την πολιτική διαστρωμάτωση. Βασικό κριτήριο για τις προαγωγές στελεχών είναι η αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της φτώχειας και, εσχάτως, η προστασία του περιβάλλοντος. Οι ηγέτες της χώρας είναι ικανοί και αποτελεσματικοί γιατί έχουν δοκιμασθεί σε διάφορα επίπεδα ευθυνών.

7 Επιλεκτική μάθηση και προσαρμογή. Στη μακραίωνη κινεζική κουλτούρα το να διδάσκεται κανείς από τους άλλους θεωρείται ευλογία. Ο Κινέζος έχει αναπτύξει εξαιρετική ικανότητα επιλεκτικής μάθησης και προσαρμογής σε νέες καταστάσεις, όπως φάνηκε από την ταχύτατη προσαρμογή της Κίνας στα επιτεύγματα της σύγχρονης  τεχνολογίας, τα οποία αξιοποιεί εποικοδομητικά.

8 Αρμονία στην ανομοιότητα. Το Πεκίνο εφαρμόζει αυτό το πανάρχαιο ρητό του Κομφούκιου, που αποδείχθηκε ευεργετικό για μια μεγάλη και περίπλοκη κοινωνία. Απορρίπτοντας κάθε ανταγωνιστική πολιτική δυτικού τύπου, το Πεκίνο προσπαθεί να δώσει έμφαση σε αυτά που συνδέουν διαφορετικές ομάδες συμφερόντων εκτονώνοντας τις εντάσεις που δημιουργούν στα κοινωνικά στρώματα οι ταχύτατες αλλαγές και στήνοντας όσο μπορεί πιο γρήγορα ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας για όλους.

Η Κίνα έχει ακόμη μπροστά της σοβαρότατα προβλήματα, όπως η καταπολέμηση της διαφθοράς και η κάλυψη των κενών στην περιφέρεια. Θα συνεχίσει ωστόσο την εξέλιξή της βασιζόμενη στις ιδέες αυτές και όχι στον φιλελευθερισμό δυτικού τύπου, διότι οι ιδέες αυτές φέρνουν, όπως φαίνεται, αποτέλεσμα και επιπλέον έχουν ικανοποιητικά συγκερασθεί με τον κοινό νου και τη μοναδική κινεζική κουλτούρα, η οποία αποτελεί απόσταγμα πολλών χιλιετιών και περιλαμβάνει είκοσι και πλέον δυναστείες, επτά από τις οποίες υπήρξαν μακροβιότερες από το σύνολο της αμερικανικής ιστορίας.


* Ο κ. Ζανγκ Βέι Βέι είναι καθηγητής στη Σχολή Διπλωματίας και Διεθνών Σχέσεων της Γενεύης και επισκέπτης καθηγητής στα πανεπιστήμια Τσινχούα και Φουντάν της Κίνας. Διετέλεσε προσωπικός διερμηνέας του Ντενγκ Χσιάο Πινγκ και άλλων ηγετών της Κίνας κατά τη δεκαετία του 1980.

 

Σημείωση admin: Πληρέστερο βιογραφικό στη διεύθυνση:  http://genevadiplomacy.com/prof-wei-wei-zhang/

 

 

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009,  http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=292383&dt=06/10/2009

Κοινωνία των Πολιτών (Κ. τ. Π) και Μ.Κ.Ο.

Κοινωνία των Πολιτών (Κ. τ. Π) και Μη Κρατικές Περιβαλλοντικές  Οργανώσεις (Μ.Κ.Ο)*


Των Τάκη Νικολόπουλου, Δημήτρη Καπογιάννη και Δημήτρη Nτόβα**
           

                                                    

A. Εισαγωγικές – εννοιολογικές  επισημάνσεις και συσχετίσεις


H σημαντική έκταση της συζήτησης για την κοινωνία των πολιτών (κ.τ.π.) και στην Ελλάδα, έφερε στο προσκήνιο ένα προβληματισμό, ο οποίος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχε, δεκαετίες πριν, απασχολήσει ζωηρά την επιστήμη και την κοινωνία (και εξακολουθεί να προσελκύει το ενδιαφέρον).

Ορισμένοι έσπευσαν να συνδέσουν το γεγονός αυτό με το ότι αρκετοί   ενεργοί πολίτες, που πλαισίωναν την κομματική δράση κατά τη δεκαετία που ακολούθησε τη μεταπολίτευση, απογοητευμένοι από τα κόμματα,  ενεργοποιήθηκαν σε νέα πεδία συλλογικής ή δημόσιας δράσης. Μια τέτοια, όμως, εξήγηση μερικώς μόνο επαληθεύτηκε από ερευνητικά ευρήματα.[1]

Πέρα από την αναζήτηση ερμηνειών που αναφέρονται στις υποκειμενικές συνθήκες, εκείνο που καταγράφεται σαφώς είναι η συνύπαρξη, όπως ακριβώς είχε συμβεί και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κατά τις φάσεις ανάδυσης και ισχυροποίησης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, ταυτόχρονων πολλαπλών ωθήσεων, προερχόμενων από δημογραφικές, οικονομικές, οικολογικές, ταξικές, κοινωνικές κλπ. πιέσεις που, και εκείνες, είχαν ρευστοποιήσει, αν δεν είχαν διαταράξει, παγιωμένες ισορροπίες.[2]

Για να έχουμε, επομένως, επαρκείς απαντήσεις στον προβληματισμό περί ζητημάτων αιχμής που «κινητοποιούν τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας» [3] χρειάζεται να γίνεται συνεκτίμηση των συνθηκών που δίνουν το προβάδισμα στις κοινωνικές πτυχές τούτων των ζητημάτων. Είναι τότε ακριβώς που η κοινωνία των πολιτών «διακηρύσσει την αυτονομία της απέναντι στο Κράτος». [4] Τότε δηλαδή αποκτά πραγματικό περιεχόμενο η συζήτηση και η διευκρίνιση ορίων «κράτους» και «κοινωνίας πολιτών», όταν αυτή δεν έχει απλά μεθοδολογικό χαρακτήρα [5],  αλλά προσλαμβάνει και πρακτική χρησιμότητα.

Συνακόλουθα όταν πολλαπλασιάζονται οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και όσο αυτές περιβάλλονται συγκεκριμένο τυπικό σχήμα [6] τόσο αναδεικνύεται η ανάγκη [7] να εκλείψουν οι λειτουργικές συγχύσεις μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών. [8] Ακόμα περισσότερο, μάλιστα, καθώς αναφύονται ζητήματα συναφή προς τον προσδιορισμό του μεριδίου που αναλογεί στην κ.τ.π. όσον αφορά στο δημόσιο διάλογο, τη δημιουργία συναίνεσης  και κοινωνικού κεφαλαίου, κ.λ.π..  Όπως  επίσης και άλλα άμεσα συνδεόμενα προς το ρόλο που πρέπει να διεκδικήσουν (και να κατακτήσουν) οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στη λήψη αποφάσεων και ειδικότερα στη διαμόρφωση, το σχεδιασμό και την εφαρμογή της δημόσιας πολιτικής σε τομείς όπως το περιβάλλον. [9]

Ας σημειωθεί επιπρόσθετα, εδώ,  ότι είναι ακριβώς,  μέσω της έννοιας της δημόσιας πολιτικής,  που υπογραμμίζεται εντονότερα και η αναγκαιότητα διερεύνησης, της συμβολής και του ρόλου της κοινωνίας των πολιτών στο κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι. Τούτο στο μέτρο που,  στην ευρύτητα της έννοιας «Δημόσια Πολιτική», εμπεριέχεται και η άσκηση πολιτικής και από άλλους (πλην του Κράτους) «κοινωνικώς» δρώντες. Αναφέρεται, δηλαδή η Δημόσια Πολιτική, όπως έχει και ο P. Muller δείξει [10], σε μια σφαιρική διαδικασία όπου συνυπάρχουν πολιτική ρύθμιση και νομιμοποίηση μέσα στην κοινωνία. Τούτα δε ευθέως μας παραπέμπουν στην επιτακτικότητα της ανάγκης για συντονισμένη και ενεργητική συμμετοχή των «κοινωνικώς και συλλογικώς» δρώντων στη διαμόρφωση και υλοποίηση μιας τέτοιας συμμετοχής [11].


B. Δημόσια  περιβαλλοντική πολιτική,  Μη Κρατικές Περιβαλλοντικές Οργανώσεις και  συμμετοχή

 


Μετά τις προκαταρκτικές επισημάνσεις που προηγήθηκαν,  είναι ευεξήγητο το γιατί και πώς είναι συνυφασμένες οι εξελίξεις στο οικολογικό κίνημα και τις λοιπές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών,  ιδιαίτερα μάλιστα εκείνες  που ήσαν προσανατολισμένες στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών σχετιζόμενων με την προστασία του περιβάλλοντος.

Η     ανάπτυξη    της κοινωνίας   των πολιτών (κ.τ.π.), ως μια νέας  δύναμης  στη παγκόσμια  σκηνή,  απόρροια της κρίσης (απονομιμοποίησης) της πολιτικής και συγκεκριμένα της έμμεσης – αντιπροσωπευτικής  κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (ήδη από την δεκαετία του 80),   είναι  στενά συνδεδεμένη  με το οικολογικό  κίνημα (και τις σχετικές με αυτό πολυάριθμες  Μη Κυβερνητικές (-Κρατικές) Οργανώσεις-ΜΚΟ [12]),   που εμφανίσθηκε   διεθνώς και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ουσιαστικά  τις αρχές της δεκαετίας του 70, και ειδικότερα  με την προστασία του περιβάλλοντος.

Το περιβάλλον,  ως  κοινό και συλλογικό αγαθό  αποτελεί προνομιακό χώρο ανάδειξης νέων μορφών (συμμετοχικής-συνεργατικής) διακυβέρνησης και εναλλακτικών μορφών (συμμετοχικής) οικονομίας (μη κερδοσκοπικής – κοινωνικής ή αλληλέγγυας). Αρχικά [13] η κριτική της βιομηχανικής κοινωνίας την δεκαετία του 60 που έθετε θέματα συμμετοχικής δημοκρατίας, αυτοδιαχείρισης, κοινωνικής αυτονομίας,  διανεμητικής δικαιοσύνης,  δεν συνδέονταν,  άμεσα τουλάχιστον, με το οικολογικό πρόβλημα το οποίο δεν είχε αναδειχθεί και «κοινοποιηθεί», ούτε έθεσε σε αμφισβήτηση την ιδεολογία της ανάπτυξης και τον ανθρωποκεντρισμό. Από την δεκαετία του 70 η οικολογική σκέψη και η πολιτική αμφισβήτηση άλλαξαν κατεύθυνση και συνέκλιναν,  πέραν των προηγούμενων προταγμάτων, προς την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας και της βιόσφαιρας. Τότε γεννήθηκαν τα οικολογικά κινήματα αλλά και μια νέα  «εμπλουτισμένη» αντίληψη για την ουσιαστική συμμετοχική δημοκρατία και την ανάδειξη της κ.τ.π.  Πράγματι από τις αρχές της δεκαετίας του 70 αρχίζει να γίνεται εμφανής και, όπως θα δούμε και στη συνέχεια,  να καθιερώνεται θεσμικά  σε διεθνές επίπεδο η συμμετοχική δημοκρατία ως ουσιαστικό στοιχείο και αναγκαίος όρος  διαβούλευσης και  άσκησης της (δημοκρατικής) περιβαλλοντικής  πολιτικής  ως αντίποδας μιας  πολιτικής περιβαλλοντικού αυταρχισμού. [14]

Η ανάπτυξη  κινημάτων πολιτών ή  περιβαλλοντικών ΜΚΟ  σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο,  αποτυπώνει την αντίληψη ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα  ως  σύνθετα  και πολύπλοκα πολιτικο-οικονομικά και κοινωνικά  προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο από τα επίσημα θεσμικά – κρατικά όργανα  (κυβέρνηση, κόμματα), αλλά  ούτε  και από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις ή άλλου είδους κερδοσκοπικές  οργανώσεις,   παράγοντες με τους οποίους   λογικά-δεοντολογικά,  τα  παραπάνω περιβαλλοντικά κινήματα και οργανώσεις  ούτε συνδέονται,  και από τους οποίους ούτε και ελέγχονται [15]. Μάλιστα, όπως γράφει ο Καζάκος [16], το κράτος και οι επιχειρήσεις παραβλέπουν ζητήματα εξωτερικοτήτων (externalities), οι επιπτώσεις των οποίων αποτελούν προνομιακό χώρο δράσης των ΜΚΟ. Επί πλέον,  η ανάπτυξη  περιβαλλοντικών κινημάτων και οργανώσεων αποτυπώνει την αντίληψη ότι τα οικολογικά προβλήματα δεν είναι μόνο υπόθεση των ειδικών αλλά υπόθεση όλων των πολιτών. Ένα νέο, συνεπώς, «οικολογικό ήθος» δημιουργείται και μια νέα (οικολογική) διάσταση-ιδιότητα του πολίτη («οικοπολίτης») [17]. Αυτό σημαίνει [18] ότι ο νέος πολίτης συμμετέχει ενεργά και άμεσα στην αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης όχι μόνο χάριν της φύσης αλλά και της ίδιας της ποιότητας της ζωής του και  της αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων, πράγμα (και ιδιότητα) που προυποθέτει ότι  θα πρέπει να συνειδητοποιήσει την περιβαλλοντική του ευθύνη (περιβαλλοντική συνείδηση ) και ως μέσο πίεσης προς την πολιτική [19].

Ενώ  τα οικολογικά κινήματα οδήγησαν στην δημιουργία οικολογικών ή πράσινων κομμάτων, οι οικολογικές ή περιβαλλοντικές οργανώσεις – κινήσεις δημιουργούνταν για την επίλυση συγκεκριμένων τοπικών ιδίως προβλημάτων, μερικά από τα οποία εξελίσσονταν και σε εθνικά (π.χ. Αχελώος, γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί). Σε  εθνικό δίκτυο οι περιβαλλοντικές οργανώσεις  παίρνουν  θέση σε γενικότερα,  ακόμα και διεθνή θέματα,  περιβαλλοντικά ή και υγείας, όπως  οι γ.τ.ο,  ή/και επεξεργάζονται  θέσεις  που άπτονται της περιβαλλοντικής διαχείρισης, όπως η εταιρική κοινωνική ευθύνη, απασχόληση και περιβάλλον, κ.λπ.

Στη ριζοσπαστικότερη μορφή τους οι περιβαλλοντικές οργανώσεις  αμφισβητούν το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς -ανάπτυξης και τον «οικονομισμό», με παράλληλη αδιαφορία για τα κοινοβουλευτικά μέσα επιδίωξης των στόχων τους, αλλά με νομιμοποίηση στην κοινή γνώμη και στις τοπικές κοινωνίες,  ενώ άλλες,  που είναι και  οι περισσότερες,  διεκδικώντας τον ρεαλισμό και την αποτελεσματικότητα, πορεύονται σ' ένα τεχνο-διαχειριστικό περιβαλλοντισμό, αποδεχόμενες  το παραπάνω σύστημα και τα  ισχύοντα θεσμικά-νομικά  μέσα δράσης (της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας), αποτελώντας «τμήμα μιας παγκόσμιας δραστήριας τάξης διαχειριστών» [20]. Ίσως μάλιστα  η αύξηση των τελευταίων  να αποτελεί αντίδραση στην παρακμή των πρώτων.  Πάντως και οι δύο τάσεις, ιδίως η πρώτη, σε  μια πολιτική διάσταση της ιδεολογίας και της φιλοσοφίας τους (πολιτική οικολογία) έθεταν θέμα γενικότερης (εναλλακτικής) οργάνωσης της κοινωνίας, της οικονομίας  και της δημοκρατίας με αφορμή και αφετηρία  το περιβάλλον. Έτσι, ως  παράδειγμα της πρώτης τάσης,  για την κοινωνική οικολογία του Μπούκτσιν και την περιεκτική δημοκρατία του Φωτόπουλου, η ενεργός και άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων είναι προϋπόθεση για τη μετάβαση σε μια οικολογική κοινωνία, όπως επίσης και η ισοκατανομή της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Από την άλλη η δεύτερη τάση προβάλλει ένα νέο λόγο ύπαρξης  της ΕΕ [21] μιλώντας για να νέα Ευρωπαϊκή διακυβέρνηση  μέσω του περιβάλλοντος,  και ειδικότερα μέσω των τεχνολογιών της ενέργειας [22], αφού αυτό μπορεί να ενώσει καλύτερα τους πολίτες  και να νομιμοποιήσει στα μάτια τους τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Στο πλαίσιο αυτών των διεκδικήσεων, ειδικότερα, θεσπίσθηκαν   και  κατοχυρώθηκαν  σε διεθνές  (σύμβαση του Άαρχους  του 1998 [23]) και ευρωπαϊκό κοινοτικό επίπεδο (οδηγία  2003/4/ΕΚ [24], και κανονισμός  1367/2006 [25], αλλά και τομεακές οδηγίες όπως π. χ. η οδηγία  2001/18/ΕΚ  για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον, η οδηγία 2003/35 σχετικά με την συμμετοχή  του κοινού στην κατάρτιση σχεδίων και προγραμμάτων σχετικών με το περιβάλλον,  η οδηγία 2000/60 για τα ύδατα, κ.α.), αλλά  και ενσωματώθηκαν στην  εσωτερική νομοθεσία   των κρατών μελών  (και της  Ελλάδας),    η συμμετοχή των πολιτών, μέσω της έκφρασης γνώμης   στη λήψη  των περιβαλλοντικών αποφάσεων  και η πληροφόρηση  αυτών πάνω στα περιβαλλοντικά προβλήματα, ως ατομικών δικαιωμάτων. Κατ' αυτό τον τρόπο, και παρά τις εξειδικευμένες – τεχνοκρατικές γνώσεις που μπορεί να  απαιτούνται πολλές φορές, διάφοροι κοινωνικοί φορείς  ή ομάδες πολιτών  ενισχύουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση στη λήψη των περιβαλλοντικών αποφάσεων. Ας μη ξεχνάμε ότι οι ΜΚΟ, πέραν του αναγνωρισμένου ρόλου επαγρύπνησης  και παρακολούθησης,  ασκούν εξουσία και επιρροή (ιδίως στην κοινή γνώμη) μέσω της  αντίληψης και της γνώσης  που κατέχουν (και δεν κατέχουν οι κρατικοί γραφειοκράτες) [26], αλλά και  της διάχυσης της πληροφορίας και της ενημέρωσης και εκπαίδευσης του κοινού στα περιβαλλοντικά θέματα.  Παράλληλα, έχουν άμεση εικόνα (αναγνώριση και προσδιορισμό) των περιβαλλοντικών – κοινωνικών προβλημάτων και απειλών. Έτσι εμπλέκονται στην ατζέντα των πολιτικών διαπραγματεύσεων και στη λήψη των   σχετικών αποφάσεων. [27] Όμως, η έκφραση γνώμης του «κοινού» («δημοκρατία της κοινής γνώμης») που προβλέπεται στις προαναφερθείσες κοινοτικές οδηγίες δεν μπορεί  να θεωρηθεί ως ουσιαστική (αμεσοδημοκρατική) συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των περιβαλλοντικών αποφάσεων [28]. Η τελευταία στο πλαίσιο της  αρχής της επικουρικότητας εξακολουθεί να υφίσταται  ως  αίτημα και στο πλαίσιο της Λευκής Βίβλου για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση [29].

Η κ.τ.π. μέσω ιδίως των Μη Κυβερνητικών περιβαλλοντικών οργανώσεων, συλλόγων,  αντιπροσωπευτικών φορέων συμφερόντων και ενώσεων  πολιτών,   συμβάλλει κατ' αρχήν στην (νομική) ενσωμάτωση,  και κυρίως.,  στην ουσιαστική (πολιτικο/διοικητική) εφαρμογή-υλοποίηση  και παρακολούθηση της εφαρμογής  της κοινοτικής περιβαλλοντικής  νομοθεσίας [30],  μέσω άσκησης πάσης φύσεως πιέσεων  (κινητοποιήσεις, καμπάνιες  δημοσιότητας,  ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης αλλά και  καταγγελίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αναφορές στην επιτροπή αναφορών του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, όπως επίσης και  προσφυγές στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα).  Από την άλλη,   συμμετέχοντας σε διαδικασίες διαβούλευσης, συρρύθμισης,  αυτορρύθμισης [31], η κ.τ.π. συμβάλλει στην δημιουργία νέων μορφών   περιβαλλοντικής διακυβέρνησης.

Στο  πλαίσιο της ενημέρωσης και της ενθάρρυνσης των πολιτών να κινητοποιηθούν και να αναλάβουν ρόλο στη τοπική περιβαλλοντική διακυβέρνηση,  ο ρόλος ιδίως της τοπικής αυτοδιοίκησης  πρώτου και δεύτερου βαθμού είναι κρίσιμος, σύμφωνα και με την Ατζέντα 21 για την τοπική ανάπτυξη (κεφ.  28). Πολλοί τομείς, όπως η διαχείριση απορριμμάτων,  οι μεταφορές, η διαχείριση προστατευόμενων περιοχών [32], ή ατμοσφαιρική ρύπανση, η ηχορύπανση,  αποτελούν πεδία τοπικής περιβαλλοντικής διαβούλευσης  με τους πολίτες και, ιδίως, με τις Μ.ΚΟ. Η συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις που σχετίζονται με θέματα της κοινότητάς τους, στο πλαίσιο της εφαρμογής τοπικών Ατζέντα 21,  αποτελεί εχέγγυο δημοκρατικής διακυβέρνησης. Βέβαια όσο πιο άμεση – ουσιαστική  και όχι προσχηματική  είναι η συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τόσο πιο περιεκτική  και αληθινή είναι η δημοκρατία. Από την άλλη επίσης όσο διευρύνεται υποκειμενικά το πεδίο συμμετοχής στη διαδικασία λήψης μιας απόφασης, το σύστημα μάλλον τείνει να  πολυπλοκοποιείται και να γραφειοκρατικοποιείται, μέσω των διαφόρων επιπέδων συμμετοχής, η  δε πολυπλοκοποίηση  αυτή μπορεί να οδηγήσει σε αδιαφάνεια και αποθάρρυνση των πολιτών για συμμετοχή. Μπορεί δηλαδή, ενδεχομένως,  η  παραπάνω διαδικασία  να καταλήξει   σε  φαύλο κύκλο.


Γ.  Κ.τ.Π  και περιβαλλοντικές οργανώσεις στην Ελλάδα

 


 Ειδικότερα  στην  Ελλάδα [33],  όπου ως γνωστόν από τη μια  η κοινωνία των πολιτών είναι ατροφική ή ταυτίζεται τελικά με ομάδες πίεσης – προώθησης  ιδιοτελών συμφερόντων [34],  από την άλλη κυριαρχεί  ένα  γραφειοκρατικό, υπερσυγκεντρωτικό – ιεραρχικό διοικητικό σύστημα [35],  τις περισσότερες φορές οι ΜΚΟ και οι τοπικές κοινωνίες παραμένουν ανενεργές ή αποδυναμωμένες. Όπως έδειξε μάλιστα  ο Σωτηρόπουλος,  προβαίνοντας, πιο συγκεκριμένα, σε μια συνοπτική αποτίμηση της παρουσίας των περιβαλλοντικών οργανώσεων στην Ελλάδα, ο αριθμός τους αν και αυξανόμενος (μετά το '80) θεωρείται πολύ μικρός σε σύγκριση με το συνολικό αριθμό νέων οργανώσεων. Εκτιμά,  εν τούτοις,  ο ίδιος πως ο ρυθμός ιδρύσεων νέων περιβαλλοντικών οργανώσεων «… μπορεί να αντανακλά την αυξανόμενη ευαισθησία των πολιτών απέναντι  στην επιδεινούμενη ποιότητα ζωής…» [36].

Παρ' όλον όμως τον αρχικό ενθουσιασμό των ιδρυτικών τους μελών δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως οι περιβαλλοντικές οργανώσεις είναι συνήθως  απούσες από μια διαβουλευτική διαδικασία στάθμισης των συμφερόντων,  με αποτέλεσμα να υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ αυτών και του κράτους κατά την υλοποίηση μιας συγκεκριμένης  περιβαλλοντικής πολιτικής (π.χ. τοπική εφαρμογή μιας οδηγίας – π.χ. απόβλητα, προστατευόμενες περιοχές, ύδατα) ένεκα μιας δημιουργίας κλίματος δυσπιστίας και έλλειψης  εμπιστοσύνης [37] και  δημιουργίας κοινωνικού κεφαλαίου,  αλλά και παραπέρα,  γενικότερα,  στην ουσιαστική εμπέδωση  και αφομοίωση του «περιβαλλοντικού κοινοτικού κεκτημένου».  Με λίγα λόγια φαίνεται να απουσιάζουν στην Ελλάδα ή να παραμένουν ανενεργοί,  μηχανισμοί  απόσβεσης ή άμβλυνσης  της δημιουργούμενης αδράνειας, κατά την υλοποίηση των παραπάνω πολιτικών.

Με επίγνωση των περιορισμών που απορρέουν από ένα πλαίσιο, όπως αυτό που περιγράφηκε, μπορούμε γενικότερα να διακρίνουμε μια αναντιστοιχία ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα της τοπικής κοινωνίας των πολιτών και των οργανώσεών της σε σύγκριση με την προϊούσα επιδείνωση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Οι ρυθμοί, δηλαδή, ενεργοποίησης και κινητοποίησης των πολιτών για περιβαλλοντικά θέματα εμφανίζονται βραδύτεροι εκείνων με τους οποίους διογκώνονται τα προβλήματα. Συνακόλουθα, η ασκούμενη πίεση για την αντιμετώπιση τούτων αποδεικνύεται υποδεέστερη της απαιτούμενης, εκείνης δηλαδή που θα υποχρέωνε  τους ιθύνοντες να αναδιατάξουν την ιεράρχηση στις στοχεύσεις τους και να αλλάξουν τις προτεραιότητες στην πολιτική τους.

 

* Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο, και αποτελεί μέρος,  ευρύτερης  έρευνας  με τίτλο «οι τοπικές πολιτικές περιβάλλοντος και η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας  στην Αιτωλοακαρνανία», η  οποία χρηματοδοτείται   κατά  75%  από το ΕΚΤ  και  25%  από εθνικούς πόρους στο πλαίσιο του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ-Αρχιμήδης-ΕΕΟΤ, Μέτρο 2.6-Ενέργεια 2.6.1.-Υποενότητα 2.6.1.ια. Οι συγγραφείς είναι μέλη της ερευνητικής ομάδας,  η οποία έχει ως επιστημονικό υπεύθυνο  τον πρώτο.



[1] Δ. Σωτηρόπουλος, Η κοινωνία των πολιτών στην Ελλάδα: ατροφική ή αφανής;, in Δ. Σωτηρόπουλου, Η άγνωστη κοινωνία των πολιτών[σσ.117-162], Αθήνα: Ποταμός, 2004, ιδίως, σσ. 153-156.

[2]  Βλ. σχετικά:Edg. Morin. Penser  l' Europe, Paris: Gallimard, 1987, p. 56.

[3] Serge Moscovici. Τεχνική και Φύση στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, ελλ. μετ. Δ. Κοσμίδης, Αθήνα: Νεφέλη 1998, σ. 17.

[4]  Στο ίδιο, σ. 17.

[5] Είναι ο Gramsci που είχε αντιδιαστείλει αυτού του τύπου τη διάκριση από την οργανική διάκριση ανάμεσα σε société civile (sociétà ciivile) και société politique (sociétà politica). Βλέπε και σχετικά: Α. Gramsci, Textes, (γαλλ. μετάφρ.: J. Bramont, G. Morget, A. Monjo κ.ά.), Paris: Éditions sociales, 1983, σ. 280. Ωστόσο πιο εκλεπτυσμένες σύγχρονες αναλύσεις θεωρούν την άποψη που εκλαμβάνει την κοινωνία των πολιτών ως το αντίθετο του Κράτους, ως μια μόνο από τις υφιστάμενες, επί του θέματος, θεωρητικές εκδοχές. Ο Μουζέλης υποδεικνύει, σχετικά, δύο ακόμα εκδοχές:

α) Εκείνη που εκλαμβάνει την Κ.τ.Π., ως τα ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων και

β) Εκείνη που θέλει την Κ.τ.Π., ως ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Τονίζει, μάλιστα,  ειδικότερα, ως προς αυτήν την τελευταία πως «…οι πιο πρόσφατες θεωρίες γύρω από την Κ.τ.Π. και τις συνθήκες ισχυροποίησής της εστιάζονται σε ένα "ενδιάμεσο" χώρο μεταξύ Κράτους και Αγοράς: σε ένα αυτοκυβερνώμενο κοινωνικό χώρο, αποτελούμενο από θεσμούς, ομάδες, οργανώσεις, οι οποίες λειτουργούν και κατά του άκρατου ατομικισμού της αγοράς και κατά του κρατικού αυταρχισμού».  Βλέπε Ν. Μουζέλη, «Το νόημα της κοινωνίας των πολιτών»  in Α. Μακρυδημήτρη (επιμ.) , Κράτος και Κοινωνία των πολιτών [σσ. 11-17], Αθήνα: Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, 2002, ιδίως σσ. 13-14.

Πρβλ. επίσης ως προς τις σχέσεις κράτους – κοινωνίας των πολιτών και την πρόσφατη μελέτη: Α. Μακρυδημήτρη, Κράτος των Πολιτών, Πρόλογος Δ. Δημητράκου, Αθήνα,: Α. Α. Λιβάνη, 2006, ιδίως σ.σ. 49-64.

[6] Όπως παρατηρεί η Τσιβάκου: «Σε προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς ήταν ασθενής η παρουσία των τυπικών οργανώσεων, αφού η κοινωνία δεν είχε τεθεί δραματικά ενώπιον του προβλήματος της συστηματικής πολυπλοκότητας…». Ι. Τσιβάκου, Υπό το βλέμμα του παρατηρητή – περιγραφή και σχεδίαση κοινωνικών οργανώσεων., Αθήνα: Θεμέλιο, 1997, σ. 135.

Βλέπε, επίσης, διεξοδικότερα ως προς τη διάκριση τυπικών και ατύπων ομάδων στα πλαίσια της κοινωνίας των πολιτών στο: Γκ. Φότεφ, Κοινωνία των πολιτών (ελλ. μετάφρ. Γ. Σιακαντάρης), Αθήνα: Φιλίστωρ, 1996, ιδίως σ.σ. 61-67.

[7] Όπως έχει επισημανθεί, στην πρώιμη νεωτερικότητα η αρχική χρήση της έννοιας «sοciété civile» φαίνεται να: «προσλαμβάνεται ως μια πολιτική οργάνωση, αναπόσπαστα συνδεδεμένη και "εναλλαγμένη" με το κράτος». Βλ. σχετικά: Βασιλική Γεωργιάδου, «Η Κοινωνία πολιτών στην Νεωτερικότητα»,  Eισαγωγικό σημείωμα στο βιβλίο του Ernest Gellner, Η Κοινωνία των πολιτών και οι αντίπαλοί της, μετάφρ.: Ηρακλεία Στάϊκου, Επιμέλ. Ηλ. Κουσκουβέλη, Αθήνα: Παπαζήσης, 1996, σ. 20, υποσημ. 5.  Αναφορικά με τη θεμελιώδους σημασίας παρατήρηση του Gellner, o οποίος θεωρεί ότι στην Κ.τ.Π. είναι «μεταλλάξιμες» οι μορφές συνεργασίας και πως εκείνο που έχει ουσιαστική σημασία είναι η διατήρηση αυτής της δυνατότητας. Βλέπε και Δ. Δημητράκου, «Η ιδέα της Κοινωνίας των πολιτών» στο Α. Μακρυδημήτρη, Κράτος και Κοινωνία των πολιτών, όπ., σ. 27.

[8]  Ο Gramsci σε αρκετά γραπτά του υποδεικνύει τους κινδύνους από τέτοιες συγχύσεις και επιχειρεί, αν και όχι πάντοτε επιτυχώς, να τις ξεδιαλύνει. Ανάμεσα σε άλλα, βλ. ενδεικτικά: Α. Gramsci  Textes, ό.π., σσ. 289-291.

[9] Βλ. σχετικά,  Δ.  Σωτηρόπουλος, «Τρέχουσες αντιλήψεις και ερωτήματα για την κοινωνία των πολιτών», που περιέχεται [σ.σ. 17-34] στο: Δ. Α. Σωτηρόπουλου (επιμέλ.) Η άγνωστη κοινωνία των πολιτών, Αθήνα: Ποταμός, 2004, ιδίως  σ.σ. 18-19.

[10] Βλ. P. Muller «L' analyse cognitive des politiques, vers une sociologie politique de l' action publique» in Revue Française de Science Politique, No 50, avril 2000, ιδίως pp. 210-213.

[11] Μερικοί μάλιστα υποστηρίζουν ότι μια «συνταγματοποίηση» της κ.τ.π.  και των μη κρατικών οργανώσεων μέσω περίληψης στο σύνταγμα  σχετικής   εγγυητικής ρήτρας,  ως επιπλέον πυλώνα της δημόσιας ζωής,  θα ανήγαγε την κ.τ.π.  από μια απλή ατομική ή ιδιωτική υπόθεση σε επίπεδο κοινωνικής δράσης και λειτουργίας δημόσιου ενδιαφέροντος και σημασίας, Α. Μακρυδημήτρης, οπ.παρ., 2006, σ. 60-61.

[12]  Υποστηρίζεται (Γ. Χίρς, Τα καινούργια ρούχα του κράτους, in  Γ. Παπαμηχαήλ, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και κυρίαρχη πολιτική, Monthly Review imprint, Αθήνα, 2005, σ. 74, ειδ.  σ. 93) ότι η αύξηση των ΜΚΟ αποτελεί αντίδραση στην παρακμή των ριζοσπαστικών πολιτικών κινημάτων. Είναι ερώτημα εάν οι ΜΚΟ είναι πράγματι οργανώσεις της «Κοινωνίας  των πολιτών» ή κρατικές οργανώσεις -τμήματα του, κατά Γκράμσι,  «διευρυμένου κράτους». Σύμφωνα με τον Γ. Χίρς (οπ. παρ., σ. 76), μια ΜΚΟ ορίζεται ως οποιαδήποτε τυπικά ιδιωτική οργάνωση που δραστηριοποιείται στην πολιτική, σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, και εμφανίζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: έχει  κερδοσκοπικό χαρακτήρα, ασχολείται με την προώθηση ή την υπεράσπιση στόχων (π.χ. περιβαλλοντικών) και όχι  τα ίδια υλικά συμφέροντα της, είναι οργανωτικά και οικονομικά ανεξάρτητη από το κράτος  και τις επιχειρήσεις, έχει επαγγελματική επάρκεια και διάρκεια ως οργανισμός.

[13] Ευρ. Παπαδημητρίου, Περιβαλλοντική συνείδηση  και παρεμβάσεις στον τοπικό χώρο, in Γ. Ζαιμάκης – Α. Κανδυλάκη (επιμ.)  Δίκτυα κοινωνικής προστασίας. Μορφές παρέμβασης σε ευπαθείς ομάδες και σε πολυπολιτισμικές  κοινότητες,  Αθήνα:Εκδ. κριτική, 2005,σ 158-159.

[14] Κ. Σοφούλης, Περιβαλλοντική πολιτική και ισχυρή δημοκρατία : ένα νέο θεωρητικό παράδειγμα  (Απρίλιος 2006), www.nomosphysis.gr.

[15] Βλ. Η.Κατσούλης, Πράσινα κινήματα και κοινωνία των πολιτών, in Μ. Μοδινός,  Η. Ευθυμιόπουλος (επιμ.), Οικολογία και επιστήμες του περιβάλλοντος, ΔΙΠΕ,  1998, σ.201, ειδικ. σ. 209-210.

[16] Μεταρρυθμίσεις παντού: στο κράτος, στην  αγορά, στην κοινωνία των πολιτών, in Θ. Πελαγίδης (επιμ) Η εμπλοκή των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα. Μια αποτίμηση του εκσυγχρονισμού, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση, 2005, σ. 37, ειδ. σ. 42.

[17] Ε. Γκιζάρη-Ξανθοπούλου, Η οικολογική διάσταση του πολίτη και κοινοτικό δίκαιο περιβάλλοντος, ΠερΔικ 4/2006, σ. 577, ειδικ. σ. 580.

[18] Ευρ. Παπαδημητρίου, οπ.παρ. σ. 169-170 (όπου η κ.τ.π και τα περιβαλλοντικά προβλήματα εξετάζονται από την σκοπιά του κοινοτισμού (κοινοτικής οργάνωσης)  και της κοινωνικής εργασίας).

[19] Ibid. σ. 170.

[20] Γ. Χίρς, οπ.παρ. σ., 86.

[21] D. Miliband, Προς μια περιβαλλοντική Ευρωπαϊκή Ένωση, δαίμων της οικολογίας, τεύχ. 62, Νοέμβριος  2006.

[22] Έτσι και ο Ζ.-Π. Φιτουσί, σε άρθρο του στην εφημ. «Le monde  diplomatique"(7/11/2006) όπου προτείνει την ίδρυση Ευρωπαϊκής  Κοινότητας περιβάλλοντος (βλ. Ε. Παπαδάκη , Διέξοδος για την Ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας, εφημ. «Η κυριακάτική Αυγή», 12/12/2006).

[23] Κύρωση  με το ν.  3422/2005 (ΦΕΚ Α 303).

[24] Του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28 Ιανουαρίου 2003 για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές  πληροφορίες και για τη κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου.

[25] Για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του  Άαρχους  σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, (ΕΕΕΚ νο L 264).

[26] Γ. Χιρς ., οπ. παρ,  σ. 84.

[27] Ibid.

[28] Ε. Γκιζάρη-Ξανθοπούλου, οπ. παρ.

[29] COM(2001) 428,, 25-7-2001.

[30] Χ. Κουταλάκης, Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών στη διαδικασία συμμόρφωσης των κρατών μελών  προς το περιβαλλοντικό δίκαιο της  ΕΕ, Nόμος και Φύση, www.nomosphysis.org.gr, (Οκτώβριος 2003).

[31] Χ .Κουταλάκης, Κράτος, κοινωνία των πολιτών και συμφέροντα. Σύγκρουση, διαπραγμάτευση και συμμετοχή σε νέες μορφές περιβαλλοντικής διακυβέρνησης, Διεθνής και Ευρωπαϊκή πολιτική, 3/2006, σ. 210, ειδ. σ. 212.

[32] Δ. Καραβέλλας Γ. Κατσαδωράκης, Π. Μαραγκού, Θ. Νάντσου, και Ε. Σβορώνου, Διαχείριση προστατευόμενων περιοχών: οδηγός ορθής πρακτικής, Αθήνα: WWF-ΥΠΕΧΩΔΕ, 2003, σ. 103.

[33] Γενικότερα, στα κράτη μέλη  του  ευρωπαϊκό νότου,  σε κοινωνικο-πολιτικο θεσμικό επίπεδο, έχει υπογραμμισθεί στην βιβλιογραφία ότι  κατά την εφαρμογή, δηλαδή την πολιτικο-διοικητική υλοποίηση της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας, εμφανίζονται ως ενδημικά χαρακτηριστικά αυτών («Μεσογειακό Σύνδρομο»),  η αποδυναμωμένη λειτουργία θεσμών κ.τ.π. συγκριτικά με τις χώρες της βόρειας  και δυτικής Ευρώπης, όπως επίσης η αναποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης  και η έλλειψη ισχυρών ελεγκτικών μηχανισμών, βλ.  Χ. Κουταλάκης,, οπ.παρ. in Nόμος και Φύση, www.nomosphysis.org.gr, (Οκτώβριος 2003)(και την εκεί σχετική βιβλιογραφία).

[34] Α. Μακρυδημήτρης, οπ.παρ., 2006,  σ. 59.

[35] Είναι γνωστό ότι όσο πιο ισχυρό και συγκεντρωτικό είναι το κράτος,  τόσο πιο ατροφική γίνεται η κ.τ.π., με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται ο «φαύλος κύκλος», Α. Μακρυδημήτρης, οπ. παρ., 2006, σ. 49-50. Το σύστημα αυτό   αντανακλά, στο πλαίσιο των αρχών του κλασσικού διοικητικού δικαίου, την κυριαρχική θέση του κράτους και της κεντρικής διοίκησης απέναντι στους πολίτες και τις τοπικές κοινωνίες. Όπως παρατηρείται όμως το περιβαλλοντικό πρόβλημα οδηγεί στη συμμετοχή/συναίνεση των πολιτών και των φορέων τους με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διαφορετικού χαρακτήρα σχέσεις κράτους-πολιτών και ένα νέο (διοικητικό) περιβαλλοντικό δίκαιο, Γ. Μανούρης, Κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος, Αρχείο Νομολογίας, 2006, σ. 441, ειδ. σ. 442.  Έτσι,  ταυτόχρονα όσο πιο αυτόνομη και ισχυρή είναι η κ.τ.π. τόσο λιγότερο συγκεντρωτικό και γραφειοκρατικό γίνεται  το κράτος, A. Μακρυδημήτρης, ibid.

[36] Βλ.Δημ. Σωτηρόπουλου, «Η κοινωνία των πολιτών στην Ελλάδα: ατροφική ή αφανής» που περιέχεται [σσ. 117-162]στο Δ. Σωτηρόπουλος, Η άγνωστη κοινωνία των πολιτών, ό.π., σ. 142.

[37] Βλ και Χ. Κουταλάκης, οπ. παρ., in  Διεθνής  και Ευρωπαϊκή Πολιτική,  σ. 215-216.

 

** Ο Τάκης Νικολόπουλος είναι Καθηγητής ΤΕΙ  Μεσολογγίου, ο Δημήτρης Καπογιάννης είναι Επικ. Καθηγητής ΤΕΙ  Μεσολογγίου και ο Δημήτρης Nτόβας είναι   Εργαστηριακός συνεργάτης ΤΕΙ Μεσολογγίου.

 

ΠΗΓΗ: http://perivallon.teimes.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=17&Itemid=1