Βυζάντιο: H κρίση του τέλους του 7ου αι. & ο ρόλος των… – ΙΙ

Οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές δυσπραγίες και δημοσιονομικές δυσκολίες στο Βυζαντινό Κράτος 

Μέρος 2ο: H κρίση του τέλους του 7ου αιώνα στο Βυζάντιο και ο ρόλος, σ' αυτή, των καθεστωτικών παραγόντων: στρατού, δήμων, συγκλήτου. Συσχετισμός δυνάμεων. Παρατηρήσεις, υποθέσεις, ερωτήματα

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 

Συνέχεια από το Μέρος  1ο

Ο Βυζαντινός αυτοκράτωρ που σηματοδοτεί με τη βασιλεία του το τέλος του 7ου και τις αρχές του 8ου αιώνα είναι ο Ιουστινιανός Β΄ ο επονομαζόμενος Ρινότμητος. Ο προηγούμενος αιώνας (7ος) σημαδεύτηκε απ' την ηγεμονική μορφή του Ηρακλείου και ο επόμενος (8ος) αρχίζει με την έκπτωση, ρινοκοπία και γλωσσοκοπία του Ιουστινιανού του Β΄, απέναντι στον οποίο στάθηκαν ιδιαίτερα επιθετικοί οι μεγαλογαιοκτήμονες-αριστοκράτες.

Οι αυτοκράτορες που προηγήθηκαν του Ιουστινιανού του Β΄, Λεόντιος (695-698) και Αψίμαρος-Τιβέριος (698-705) υπήρξαν σχετικά ανίσχυρες προσωπικότητες στο να επιβάλλουν τις προσωπικές τους απόψεις για τον τρόπο διοίκησης του κράτους και άσκησης της εξουσίας.

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην πρώτη ανατροπή του Ιουστινιανού του Β΄ (695) υπήρξαν οι δήμοι, που εκπροσωπούσαν το λαό της πρωτεύουσας, ο Πατριάρχης που, ως κεφαλή της εκκλησίας στην περίπτωση αυτή συσπείρωσε τους μοναχούς, και ο στρατός με επικεφαλής τους στρατηγούς των θεμάτων που πολλοί απ' αυτούς ανήκαν, κατά πάσα πιθανότητα στην τάξη των μεγαλογαιοκτημόνων. Ως κεντρικό σημείο συγκέντρωσης των επαναστατών επιλέχτηκε η Αγία Σοφία, εξυπηρετώντας, ενδεχομένως, τους λειτουργικούς και συμβολικούς σκοπούς της επανάστασης. Απ' την επαναστατική αυτή πρωτοβουλία λείπουν οι πολιτικοί, οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι και οι συγκλητικοί αριστοκράτες της πρωτεύουσας, πράγμα που αφήνει να διαφανεί η σιωπηλή υποστήριξή τους στον Ιουστινιανό Β΄.

Η επακόλουθη άνοδος στην εξουσία των στρατιωτικών αρχηγών των επαρχιών-θεμάτων παίρνει σάρκα και οστά με την ανάρρηση στο θρόνο του Βυζαντίου του Λεοντίου (695-698), στρατηγού του θέματος των Ανατολικών. Τον Λεόντιο, στη σύντομη βασιλεία του, συνοδεύει μια έλλειψη κύρους που οφείλεται, κατά την άποψή μου, στην άνοδό του στο θρόνο με επανάσταση. Εξάλλου, αυτή την εποχή, ο διαμορφωμένος ήδη θεσμός της συμβασιλείας συντελούσε στην πολιτική σταθερότητα και ενίοτε στη διασφάλιση της κληρονομικής διαδοχής στο θρόνο του Βυζαντίου. Έτσι, η αποστασία του στρατηγού-διοικητού της Λαζικής (όπου ήταν εξόριστος ο Ιουστινιανός Β΄), οι επιδρομές των Αράβων και η συνακόλουθη αποτυχία του βυζαντινού στρατού να τις αποκρούσει πυροδοτούν νέα επανάσταση του στόλου, αυτή τη φορά, ο οποίος ανακηρύσσει αυτοκράτορα στη θέση του έκπτωτου Λεοντίου τον δρουγγάριο του δρούγγου των Κιβυρραιωτών Αψίμαρο που μετονομάστηκε τότε σε Τιβέριο. Προς το παρόν είναι φανερός, μέσα από τον περίπλοκο συσχετισμό δυνάμεων που κατευθύνουν τα πράγματα σε επανάσταση, ένας υφέρπων ανταγωνισμός του στρατού ξηράς και του στόλου(στρατού θαλάσσης) για το ποιος θα κατορθώσει να ελέγξει την εξουσία.

Την «στάση» ακολουθεί το ξέσπασμα βουβωνικής πανώλης με την γνωστή τυπολογία που χαρακτηρίζει τέτοιου είδους λοιμούς (χαρακτηριστικά συμπτώματα, φάσεις ασθένειας, μαζικοί θάνατοι). Η δύσκολη αυτή κατάσταση, μεθερμηνευόμενη ως θεοσημία-κακός οιωνός απ' τους θρησκόληπτους κι απαίδευτους ανθρώπους της εποχής, επέτεινε την ένταση, η οποία κατέληξε στην ρινοκοπία και φυλάκιση του Λεοντίου καθώς και σε διώξεις των συνεργατών και οπαδών του. Ο Ιουστινιανός ο Β΄, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Ηρακλειανής Δυναστείας, θα ανέμενε κανείς να γίνει ασμένως δεκτός απ' τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης που δεινοπαθούσαν τα τελευταία χρόνια από σφοδρές αναστατώσεις, όμως αντίθετα οι κάτοικοι και βέβαια οι επικεφαλής τους: σύγκλητος, δήμοι, στρατός, εκκλησία δεν δέχτηκαν να παραδώσουν την πόλη στον έκπτωτο και ήδη ρινότμητο Ιουστινιανό.

Η δεύτερη και τελειωτική ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄, το 711, μετά από στάση, αυτή τη φορά, του στρατού και του στόλου, οδήγησε στη μη κανονική ανάρρηση στο θρόνο του Βαρδάνη, στρατηγού Αρμενικής καταγωγής, ο οποίος, αφού ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας, μετονομάστηκε σε Φιλιππικό. Ο ρόλος της μετονομασίας, όπως και προηγουμένως στην περίπτωση του Αψιμάρου-Τιβερίου, είναι καθοριστικός απ' την άποψη του τυπικού και ουσιαστικού εξελληνισμού των «βαρβάρων» στρατιωτικών-στρατηγών που κατορθώνουν να αναρρηθούν στο θρόνο μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, η οποία προχωρά αργά αλλά σταθερά προς τον εξελληνισμό της. Επιπλέον, ο εκρωμαισμός-εξελληνισμός ονομάτων και ηθών συμβάλλει τα μέγιστα στη σύνδεση του χρονικού παρόντος της με το ένδοξο αυτοκρατορικό παρελθόν και στην εμπέδωση της ιδεολογικής συνέχειας του κράτους. Οι μετονομασίες νέων αυτοκρατόρων, επίσης, απηχούν τα πολιτικά τους πρότυπα: λειτουργούν ως μέσο πολιτικής προπαγάνδας και επηρεασμού της κοινής γνώμης, αφού υποτίθεται πως μαζί με το όνομα μεταβιβάζονται και οι ικανότητες του εκλιπόντος αυτοκράτορος.

Λίγο μετά την ανάρρησή του στο θρόνο, ο Φιλιππικός-Βαρδάνης σκοτώνει τον Ιουστινιανό Β΄ και το μικρό γιο του Τιβέριο που είχε στεφθεί, πιθανώς, συναυτοκράτορας απ' τον πατέρα του και άρα είχε νόμιμα δικαιώματα στο θρόνο, τα οποία μεγαλώνοντας ήταν αναμενόμενο να διεκδικήσει. Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε εξουδετερώνεται κι αυτός μαζί με τον πατέρα του. Μ' αυτό τον άδοξο τρόπο τελειώνει η δυναστεία του Ηρακλείου.

Όμως κι ο Φιλιππικός-Βαρδάνης δε στέκει για πολύ ήσυχος στο θρόνο του. Η συνομωσία που ξεσπά εναντίον του, οργανωμένη και υποκινημένη από μερίδα των πολιτικών αρχόντων και του στρατού, κατορθώνει να τον εκθρονίσει βίαια. Οι πατρίκιοι της Βυζαντινής Συγκλήτου και το Οψίκιον (αυτοκρατορική φρουρά) σε συνεργασία με το δήμο των πρασίνων δρουν ως καθεστωτικοί παράγοντες ρυθμιστικοί της ανώτατης εξουσίας και συμβάλλουν τα μέγιστα στην επικράτηση των πολιτικών αρχόντων που στο πρόσωπο του πρωτοασηκρήτου Αρτεμίου-Αναστασίου(κι εδώ έχουμε περίπτωση μετονομασίας) βρίσκουν τον ιδανικό ηθελημένο του Θεού(αυτοκράτορα) Ο Αρτέμιος-Αναστάσιος Β΄ (713-715) ως πολιτικός αξιωματούχος έρχεται σε αντίθεση με τους στρατιωτικούς αξιωματούχους των επαρχιών, αν και αποδείχτηκε αρκετά ικανός κυβερνήτης, και στα πολιτικά και στα στρατιωτικά ζητήματα. Ωστόσο, η στάση των στρατιωτών του Οψικίου είναι, γι' άλλη μια φορά γεγονός. Ο ρόλος των προσώπων και των προσωποπαγών πολιτικών συσχετισμών στην εξέλιξη και τροπή των γεγονότων υπήρξε καταλυτικός: ο Αρτέμιος-Αναστάσιος αποκηρύσσεται και ακολουθεί η ανακήρυξη σε αυτοκράτορα του Θεοδόσιου(οικονομικού υπαλλήλου), παρά τη θέλησή του, απ' τους στρατιώτες του Οψικίου, που φανερά μόνο αυτοί είχαν επαναστατήσει εναντίον του Αρτεμίου-Αναστασίου. Των καταιγιστικών γεγονότων έπεται ένας πραγματικός εμφύλιος πόλεμος: το Οψίκιο με τους Γοτθογραικούς του (Οστρογότθοι που απ' τον 4ο αιώνα είχαν εγκατασταθεί εκεί) πολιορκεί κυριολεκτικά την Κωνσταντινούπολη. Κι εδώ τίθεται το κρίσιμο, όμως αναπάντητο απ' τις πηγές μας, ερώτημα: όσοι απ' τους αξιωματούχους και τους καθεστωτικούς παράγοντες παρέμεναν κλεισμένοι στα τείχη της Πόλης, δήμοι, σύγκλητος, στρατιωτικοί αξιωματούχοι υπήρξαν πιστοί αυτή τη δύσκολη στιγμή στον Αρτέμιο-Αναστάσιο ή λειτούργησαν ως έρμαια της σύμπτωσης και της τύχης που άγονται και φέρονται απ' τον ισχυρό της ημέρας, δηλαδή το Οψίκιον;

Στην περίοδο της βασιλείας του επόμενου αυτοκράτορα, του Θεοδοσίου Γ΄ (715-717) σημειώθηκαν πολλές εξεγέρσεις και εμφύλιες διαμάχες. Ο διχασμός των στρατιωτικών δυνάμεων υπό τη μορφή των θεμάτων ήταν πια αδιαμφισβήτητο γεγονός: Α) Ο στρατηγός του θέματος των Ανατολικών Λέων επαναστατεί κατά του νέου αυτοκράτορα σε συνεργασία με τον στρατηγό του θέματος των Αρμενιακών Αρτάβασδο. Β) Ο αυτοκρατορικός στρατός-δυνάμεις της πρωτεύουσας (Οψίκιον) τους αντιμάχεται σθεναρά. Σ' αυτή τη διαμάχη ο Πατριάρχης και οι Συγκλητικοί μεσολαβούν υπέρ του στρατηγού των Ανατολικών Λέοντος Γ΄, του ιδρυτού της περίφημης δυναστείας των Ισαύρων. Καταλύτης των εξελίξεων υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, ο αραβικός κίνδυνος που έχει αρχίσει ήδη να γίνεται ο πιο υπολογίσιμος παράγοντας στην εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου. Μέσα από τις εξελίξεις αυτές ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος, συνεργαζόμενος στενά με τους εκπροσώπους του θεματικού στρατού και της αριστοκρατίας των επαρχιών και, παράλληλα, χειριζόμενος διπλωματικά τους Άραβες, κατορθώνει να εκτοπίσει τους εκπροσώπους του στρατού της παλιάς ανακτορικής φρουράς (obsequium), παραμένοντας αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος για μακρύ χρονικό διάστημα.

Τα ερωτήματα, που γεννώνται στο μελετητή απ' την παραπάνω αναδρομή στα σημαντικότερα σημεία-σταθμούς της κρίσης που έπληξε το Βυζαντινό κράτος στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 8ου αιώνα, είναι αρκετά και σημαντικά:

1.Ποιοί λόγοι συνηγορούν, ειδικά αυτή την περίοδο, στην εκδήλωση αλλεπάλληλων «στάσεων», σφοδρότατων ανταγωνισμών για την εξουσία, συνεχών αλληλοδιαδοχών αυτοκρατόρων, κι όλα αυτά να παρουσιάζονται μέσα σ' ένα χρονικό διάστημα σχετικά μικρό; (695-717: 22 χρόνια).

2. Μήπως η αυξανόμενη σημασία και ενδυνάμωση του στρατού μέσω του θεματικού συστήματος συντέλεσε σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη, ως δύναμης πολιτικής και άρα ρυθμιστικής της εξουσίας, των μεγαλογαιοκτημόνων αλλά και μικρών ιδιοκτητών γης των Θεμάτων;

3. Η ανάμειξη των εκκλησιαστικών παραγόντων στην πολιτική και στρατιωτική κρίση έπαιξε κι αυτή τον όχι ευκαταφρόνητο ρόλο της;

4. Οι δήμοι, εκπροσωπώντας το λαό-πλήθος, είναι ενεργοί πολιτικά και παρόντες κοινωνικά, παρ' όλο που η μείωση της πολιτικής τους σημασίας με το τέλος του 7ου αιώνα έχει επισημανθεί απ' τους ερευνητές;

5. Η Σύγκλητος, ως αριστοκρατία των πολιτικών αξιωματούχων, παίζοντας πρωτεύοντα ρόλο στις δυναστικές έριδες και έχοντας κυρίαρχες αρμοδιότητες στην εκλογή του αυτοκράτορα και στην άσκηση της αντιβασιλείας, μήπως αυτή την ταραγμένη περίοδο υποσκελίζεται απ' τις ισχυρές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις του στρατού;

Ό,τι και να συνέβη από τα παραπάνω ή κι όλα μαζί, που είναι και το πιθανότερο, το πρακτικό, χειροπιαστό αποτέλεσμα της κρίσης του τέλους του 7ου και των αρχών του 8ου αιώνα υπήρξε η νίκη του Θεματικού στρατού έναντι των άλλων, παραδοσιακών καθεστωτικών παραγόντων, μέσα στο σκληρό σκηνικό του συσχετισμού δυνάμεων εξουσίας για τον έλεγχο του βυζαντινού θρόνου.

Μετά από πέντε σφετεριστές του (695-717: Λεόντιος, Αψίμαρος-Τιβέριος, Φιλιππικός-Βαρδάνης, Αρτέμιος-Αναστάσιος Β΄, Θεοδόσιος Γ΄) επικρατεί, επιτέλους στο Βυζάντιο η πολυπόθητη ηρεμία. Αλλά ας ακολουθήσουμε τα γεγονότα στις λεπτομέρειες και στις λεπτές τους αποχρώσεις, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποκρυπτογραφήσουμε το κρυμμένο τους νόημα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες ιστορικών και χρονογράφων.

Είναι γεγονός πως στην τελική ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄ συνέβαλαν οι Βένετοι και οι Χερσωνίτες της Κριμαίας οι οποίοι αρχικά τον είχαν βοηθήσει να πάρει το θρόνο, πράγμα που καταδεικνύει ότι η νομιμοφροσύνη των θεματικών στρατών στο πρόσωπο ενός αυτοκράτορα δεν είναι δεδομένη: π.χ. οι Οψίκιοι που είχαν βοηθήσει τον Αναστάσιο Β΄ να ανατρέψει τον Φιλιππικό Βαρδάνη (713), πρωτοστάτησαν στην ανατροπή και του Αναστασίου Β΄. Αργότερα, όταν οι Ανατολικοί και οι Αρμενιακοί στράφηκαν κατά του Οψικίου συνέβαλαν στην άνοδο του Λέοντος Γ΄ στο θρόνο.

Η γεωγραφική έκταση του Βυζαντινού κράτους στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 8ου αιώνα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα της Μ. Ασίας, τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο(εκτός απ' τις ορεινές Σκλαβηνίες), τα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, τη Σικελία και τμήμα της Ιταλίας. Ένα κράτος που στο εσωτερικό του συμβαίνουν αξιόλογες κοινωνικοοικονομικές μεταβολές, καθώς η μείωση της σημασίας της Συγκλήτου, που ήταν και ο κύριος μεγαλοϊδιοκτήτης γης της Πρωτοβυζαντινής περιόδου, συνδυάζεται με μια έντονη κρίση της μεγάλης γαιοκτησίας στα τέλη του 7ου αιώνα. Η ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄ από τη σύγκλητο και τον Πατριάρχη, που συμμάχησε μαζί της, εξαιτίας της σκληρής φορολογικής του πολιτικής προς τη μεγάλη ιδιοκτησία, στα παραπάνω συμφραζόμενα υπαγορεύτηκε νομοτελειακά, σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη της Βυζαντινής Ιστορίας, η οποία εκπροσωπείται από το Levtcenko. Προς ενδυνάμωση αυτής της οπτικής συνηγορούν τα ίδια τα γεγονότα: το 698 και 715 ο στρατός των επαρχιών(ο γνωστός πια ως θεματικός στρατός) εισβάλλει με τη βία στην πρωτεύουσα και λεηλατεί τα παλάτια των πλουσίων συγκλητικών, πράγμα που παραπέμπει και στην υποφώσκουσα αντίθεση κέντρου-περιφέρειας (επαρχιών), που διατρέχει όλους τους αιώνες της βυζαντινής ιστορίας. Απ' την άλλη μεριά, πρέπει να επισημανθεί πως ο αυτοκράτωρ της Μέσης Βυζαντινής περιόδου δε στηρίζει τόσο την πολιτική του δύναμη στη Σύγκλητο, στην αριστοκρατία ή στους δήμους, αλλά στο στρατό: αυτό ακριβώς το μεταβατικό χαρακτηριστικό γνώρισμα, που παρατηρείται στο μεταίχμιο του 7ου-8ου αιώνα, επιφέρει και τη δυναστική μεταβολή, με το τέλος της δυναστείας του Ηρακλείου και την αρχή της δυναστείας των Ισαύρων. Ιδωμένη ως συνάρτηση της πολιτικής υποστήριξης του στρατού η καινούρια εποχή που ανατέλλει για το Βυζάντιο είναι γεμάτη από πολεμικά κατορθώματα σ' όλα τα μέτωπα.

Ως αρνητικά επακόλουθα της πολιτικής αναταραχής της μεταβατικής αυτής περιόδου κρίσης, καταγράφονται απ' το Νικηφόρο Πατριάρχη η παραμέληση της παιδείας, η πολιτική και κοινωνική αστάθεια, η υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την πολιτεία και την Πόλη, η διάβρωση του στρατεύματος. Ωστόσο, οι περισσότεροι χρονογράφοι αφιερώνουν λίγες σελίδες του έργου τους στα στρατιωτικά και διεθνή γεγονότα της εποχής αυτής. Για το λόγο αυτό οι γνώσεις μας παρουσιάζονται πενιχρές και αδύνατες. Στην περίπτωση, πάντως, του Τιβερίου Β΄ Αψιμάρου και της διαμάχης του με το Λεόντιο, Πράσινοι και Βένετοι αντίστοιχα αντιμάχονται για την εξουσία, ενώ παράλληλα τα επίσημα νομίσματα του κράτους, ως μέσα προβολής, εμπέδωσης της πολιτικής ιδεολογίας, προπαγάνδας πολιτικών και θρησκευτικών αντιλήψεων και προσέγγισης της κοινής γνώμης, απεικονίζουν τους νόμιμους εκπροσώπους της Ηρακλειανής δυναστείας Ιουστινιανό Β΄ και Τιβέριο (το γιο του). – Πρβλ. επίσης τα χρυσά νομίσματα του Φιλιππικού-Βαρδάνη και του Αψιμάρου-Τιβέριου. Κατά τη δεύτερη ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄, τον αντίπαλό του Βαρδάνη-Φιλιππικό υποστηρίζει το εκστρατευτικό σώμα(στρατός και στόλος) της Κριμαίας και ο λαός της Κωνσταντινούπολης, ενώ τον Ιουστινιανό Β΄ υποστηρίζουν τα θέματα Θρακησίων και Οψικίου και 3000 Βούλγαροι σύμμαχοί του. Όσο για την περίπτωση του Αρτεμίου-Αναστασίου Β΄, η ανάρρησή του στο θρόνο πιθανολογεί για την ύπαρξη συνεκτικού πυρήνα και διασυνδέσεων ανάμεσα στη Σύγκλητο και το Δήμο των Πρασίνων, η οποία ματαίωσε τα σχέδια των συνομωτών του θέματος Οψικίου (Βούραφος, Μυάκιος).

Είναι, πάντως, αλήθεια πως η παραπάνω διαγραφείσα κατάσταση κρίσης και αναστάτωσης στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 8ου βυζαντινού αιώνα φέρνει, συνειρμικά, στο νου του μελετητή την άλλη μεγάλη περίοδο κρίσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τον 3ο αι. μ.Χ., τότε που οι λεγεώνες ανακήρυσσαν ταυτόχρονα και σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία της αυτοκρατορίας αυτοκράτορες, ελέγχοντας απόλυτα το θρόνο και τον κάτοχό του. Αυτή η εύλογη, κατά τη γνώμη μου, αντιπαραβολή μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας τυπολογίας των στρατιωτικών «στάσεων» (επαναστάσεων), εάν επισημανθούν τα κύρια, γενικά, κοινά χαρακτηριστικά τους.

Σύμφωνα με τον P. Yannopoulos, La societe profane…, οι στρατιωτικοί υπάλληλοι του βυζαντινού κράτους ανήκουν στα μεσαία στρώματα, ενώ οι στρατιωτικοί ανώτατοι αξιωματούχοι στα ανώτερα στρώματα-κύκλους. Αυτή η λεπτή, σχετικά, διαφοροποίηση στην κοινωνική διαστρωμάτωση μέσα στην ίδια κοινωνική κατηγορία φανερώνει μια προχωρημένη-εξελιγμένη, απ' την άποψη της συγκρότησής της, κοινωνία.

Απ' την άλλη, όμως, μεριά, δεν μας σώζονται αυτοκρατορικά έγγραφα των «σφετεριστών» του θρόνου αυτής της ταραγμένης περιόδου. (Βλ. Gerhard Rosch, Όνομα βασιλείας…). Για το λόγο αυτό, θα' πρεπε να συνεξεταστούν νομίσματα και σφραγίδες του 7ου και 8ου αιώνα προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το ιδεολογικό τους στίγμα και τη διπλωματική τους δράση. Βέβαια, οι ιστορικές πηγές της εποχής ή όσες είναι μεν μεταγενέστερες αλλά αναφέρονται σ' αυτή, μας δίνουν κάποιες αποσπασματικές αλλά ταυτόχρονα πολύτιμες πληροφορίες: Ο Λεόντιος ο Πατρίκιος (695-698) «αναγορεύεται νυκτός υπό του δήμου των Βένετων βασιλεύς» μας πληροφορεί ο Γεώργιος Αμαρτωλός, αναφερόμενος έμμεσα στον ανταγωνισμό των δυο μεγάλων αντίπαλων δήμων της Πόλης για τον έλεγχο της εξουσίας. Εξάλλου, η ιδέα της παρακμής των δήμων ως πολιτικών παραγόντων, από την εποχή του Ηρακλείου και μετά, οφείλεται και στην έλλειψη μαρτυριών. (Βλ. Alan Cameron, Circus Factions…). Αυτό που βάσιμα γνωρίζουμε από προηγούμενες εποχές, είναι ότι οι δήμοι της πρωτεύουσας ενώνονται πολιτικά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εξωτερικών κινδύνων ή και πιεστικών εσωτερικών δυσκολιών. (Βλ. Cront Ch. Les demes…).

Σε μια προσπάθεια ερμηνείας του πολύπλοκου συσχετισμού των καθεστωτικών παραγόντων του βυζαντινού κράτους κατά τη διάρκεια αυτής της ταραγμένης περιόδου(7ος-8ος αι.) και παράλληλα της βαθμιαίας μεταλλαγής τους σε σχέση με την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, πρέπει να κατατεθούν ορισμένες παρατηρήσεις-επισημάνσεις, που θα μπορούσαν, ενδεχομένως να λειτουργήσουν κι ως υποθέσεις εργασίας. Στα τέλη του 7ου αιώνα η έννοια του λογίου-μορφωμένου ανθρώπου έχει πια συγχωνευτεί με την ιδέα του «λαϊκού» χριστιανού, εννοώντας μ' αυτό την ύπαρξη ενός "λαϊκού" χριστιανισμού με ευρεία βάση και κοινή θρησκευτική κουλτούρα, η οποία δε διαχωρίζει στεγανά τις κοινωνικές τάξεις και συνδέεται με το στρατό παντοιοτρόπως, κυρίως στην Ιταλία αλλά και αλλού. (Cambridge Med. Hist.). Από την άλλη μεριά, είναι γεγονός η παρακμή της παλιάς συγκλητικής αριστοκρατίας της Πρωτεύουσας που παλιότερα είχε εξαφανιστεί απ' τις επαρχίες γιατί ακριβώς είχε μεταναστεύσει εκεί. (Βλ. Τηλ. Λουγγή, Δοκίμιο για την κοινωνική εξέλιξη…, σελ. 145-147, Σύμμεικτα 6, Αθήνα 1985). Γι' αυτή την εξέλιξη είναι σημαντικό όσο και πολυτάραχο το έτος-σταθμός 695: αρχίζει η προώθηση νέων θεσμών απέναντι σε παλιούς, εγκαταλείπεται σταδιακά η παλαιά διοικητική οργάνωση του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου και εισάγεται, με βραδείς ρυθμούς στην πράξη, ο θεματικός θεσμός, πράγμα που αποτελεί ένα ενδιαφέρον θέμα προς διερεύνηση. Η πάλη ανάμεσα στο στρατό και στη σύγκλητο που ιχνηλατείται απ' το 602 (βασιλεία Φωκά: Tinnefeld, Kategorien der Kaiserkritik, σελ. 51), αν και ο ρόλος της Συγκλήτου είναι ιδιαίτερα σημαντικός σ' όλο τον 7ο αιώνα, καταλήγει σε τελειωτική νίκη του στρατού στις αρχές του 8ου αιώνα. Η αμοιβαία διερεύνηση της πορείας της Συγκλήτου και της παράλληλης επιρροής του στρατού στην πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας και του αυτοκρατορικού θεσμού αποτελεί αναγκαιότητα, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις και στοιχεία που καταδεικνύουν σύγκλιση αριστοκρατών-συγκλητικών και ανωτάτων στρατιωτικών, σύνδεση στρατού και συγκλήτου και όχι κατ' ανάγκη πάλη τους, γιατί οι συγκλητικοί, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη δυσπραγία και τον παραγκωνισμό τους, στρέφονται στην ανάληψη στρατιωτικών αξιωμάτων, προσαρμοζόμενοι έτσι στα δεδομένα της καινούριας εποχής. Ο Georg Ostrogorsky ονομάζει τα χρόνια αυτά «χρόνια του χάους: Thronwirren», μιας και από το 695(επικράτηση του πραξικοπήματος του Λεοντίου) αρχίζει μια διάσπαση στους κόλπους του βυζαντινού στρατεύματος που αναστατώνει τους επιμέρους τομείς του: στρατό, στόλο, θέματα. Η εξέταση των τίτλων και των αξιωμάτων που κατέχουν οι ανερχόμενοι «σφετεριστές» στο θρόνο (πρωτοασηκρήτης, λογοθέτης του γενικού κ.λ.π) και η ενδεχόμενη σχέση τους, σε ορισμένες περιπτώσεις, τουλάχιστον, με το στρατό, μας παραπέμπει σε παλιότερες εποχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου δεν υφίστατο στεγανός διαχωρισμός ανάμεσα στην πολιτική και στα στρατιωτικά πράγματα: εξάλλου, η εξάσκηση της πολιτικής, σ' όλες τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες, δεν υπήρξε άμοιρη στρατιωτικής εμπειρίας. Η τεκμηρίωση μιας τέτοιας υπόθεσης εργασίας, βέβαια, απαιτεί τεράστια έρευνα, συγχρονική και διαχρονική. Πάντως, η διάσπαση του στρατεύματος σε στρατό ξηράς και στόλο που αντιμάχονται μεταξύ τους το 717, με επακόλουθο την ανάληψη της αυτοκρατορικής εξουσίας απ' τον Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο, με καθαρά στρατιωτικό τρόπο, φανερώνει, για το συγκεκριμένο, τουλάχιστον, χρονικό διάστημα, πολυπλοκότητα και πολυσυλλεκτικότητα στο συσχετισμό δυνάμεων, ακόμη και μέσα στα όρια του ίδιου καθεστωτικού παράγοντα(στρατού). Όσο για τον κλήρο, ως άτυπο καθεστωτικό παράγοντα του βυζαντινού κράτους, αυτή την εποχή αποτελεί το καταφύγιο της αριστοκρατίας.

Οι γενικότερες αλλαγές στη δομή της κοινωνίας, στα σύνορα, στη διοίκηση, στην ιδεολογία του 7ου αιώνα είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την κατανόηση του φαινομένου της κρίσης που μας απασχολεί: Κατά τη διάρκεια του 7ου αι. οι περισσότερες βυζαντινές πόλεις παρακμάζουν. Η κάθετη κινητικότητα της βυζαντινής κοινωνίας, που πιστοποιείται στο τέλος του 7ου και στις αρχές του 8ου αι., αρχίζει να υποχωρεί από τον 9ο αι. και εξής, οπότε η κοινωνία, κατά τον Α. Kazhdan, αριστοκρατικοποιείται, υπό την έννοια της σύνδεσης του θεματικού στρατού, της συγκλητικής αριστοκρατίας και του κλήρου σε μια ενιαία Μεσοβυζαντινή αριστοκρατία. Ήδη απ' τον 7ο αι. εμφανίζονται οι απαρχές του Ναυτικού θέματος των Καραβησιάνων, καθώς ο «στρατηγός των Καράβων ή των Καραβησιάνων» ή «δρουγγάριος του στόλου των Κιβυρραιωτών» συναντάται στις πηγές. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι ήδη την εποχή αυτή υπάρχει και το αντίστοιχο θέμα ως διοικητική μονάδα. (Βλ. Αhrweiler, Byzance et la mer, E. Αντωνιάδη-Μπιμπικού, Εtudes d' Histoire maritime, σελ. 78 κ.ε, Paris 1966). Όσον αφορά τα νομίσματα, απ' το 680 παύει η κοπή ελαφρότερου βάρους χρυσών νομισμάτων, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, δεν είναι απόλυτα ακριβές.

Ο χρονογράφος Λέων ο Γραμματικός στη σ.196 δίνοντάς μας «ειδήσεις» για την εκθρόνιση του Ιουστινιανού Β΄ απ' τον Φιλιππικό Βαρδάνη, μας πληροφορεί για το ότι ο τελευταίος εκθρόνισε τον πατριάρχη Κύρο και στη θέση του τοποθέτησε τον Ιωάννη, διάκονο και χαρτοφύλακα του Οικονομείου, ο οποίος έσπευσε να τον στέψει αυτοκράτορα. (Χρονικό Cumont, λα΄, Θεοφάνης, σ.381). Οι νέοι αυτοκράτορες και δη οι «σφετεριστές» φροντίζουν να έχουν με το μέρος τους τον Πατριάρχη και τους ανώτατους κληρικούς γενικά. Με τον τρόπο αυτό, η συμπόρευση Εκκλησίας-στρατού αλλά και Εκκλησίας-Συγκλήτου, κατά περιστάσεις, δείχνει πως αυτή παραμένει ο ενοποιητικός-σταθεροποιητικός παράγοντας που βγαίνει όχι μόνο αλώβητος αλλά και ενδυναμωμένος απ' την κρίση.

Οι κύριες πηγές μας γι' αυτή την περίοδο, Θεοφάνης και Νικηφόρος Πατριάρχης, μα και οι δευτερεύουσες: Λέων ο Γραμματικός(αρχές 11ου αι.), Συμεών ο Λογοθέτης (10ος αι.), Γεώργιος Κεδρηνός (τέλη 11ου ή αρχές 12ου αι.), Ιωάννης Ζωναράς (β΄ μισό 12ου αι.), Κωνσταντίνος Μανασσής (α΄ μισό 12ου αι.), Μιχαήλ Γλυκάς (α΄ μισό 12ου αι.), Ιωήλ (13ος αι.), Σύνοψις Σάθα (τέλη 13ου αι.), Βίοι Αγίων σε σχέση με τους δήμους δείχνουν πως οι Πράσινοι ήταν πολυπληθέστεροι των Βένετων, τουλάχιστον οι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους «δημόται». Όμως, όσο περισσότερο η οργάνωση των δήμων ελέγχεται απ' τους στρατιωτικούς που τοποθετούνται απ' τον αυτοκράτορα, επικεφαλής τους, για την αποτελεσματικότερη άμυνα της Πόλεως, τόσο περισσότερο αυξάνει η στρατιωτική τους σημασία και μειώνεται η πολιτική. Οι αρμενικές πηγές για την ιστορία του 7ου βυζαντινού αιώνα διασώζουν σποραδικές πληροφορίες πολιτικού χαρακτήρα για τη δράση των δήμων. (Πρβλ. G. Garitte, "Narratio de rebus Armeniae", Ιστορία της Αρμενικής Εκκλησίας και των σχέσεών της με τη βυζαντινή απ' το 325 μέχρι το 700). Επίσης, το Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου (συλλογή βίων μοναχών), οι δημώδεις βιογραφίες αγίων του Λεοντίου, επισκόπου Νεαπόλεως Κύπρου και η Σύνοψις Σάθα (σύγγραμμα του 13ου αιώνα), περιέχουν κάποια διαφωτιστικά στοιχεία για τη δραστηριότητα και το χαρακτήρα των δήμων αυτή την περίοδο. Ιδιαίτερα όμως λεπτομερές και πλούσιο σε πληροφορίες και υλικό είναι το «Περί βασιλείου τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, στο κεφάλαιο ΙΙ 54(σ. 792-798) με τον τίτλο «Έκθεσις πρωτοκκλησιών πατριαρχών τε και μητροπολιτών» που ανάγεται στον Ζ΄ αιώνα και αντανακλά την κατάσταση στη διοικητική οργάνωση της εκκλησίας και της πολιτείας, ως εκκλησιαστικό τακτικό, κατά τη δυναστεία του Ηρακλείου.

Αναμφισβήτητο γεγονός είναι το ότι η στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας επηρεάζει την οικονομική κατάσταση και την οικονομική ζωή κατά τις διάφορες περιόδους. Έτσι η θεματική οργάνωση, επιφέροντας κατακερματισμό της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας με τα στρατιωτόπια, ενδυνάμωσε παράλληλα τη μικρή ιδιοκτησία. (7ος-8ος αι.). Αντίθετα, σε μεταγενέστερες εποχές (12ος-13ος αι.), η συγκέντρωση της έγγειας ιδιοκτησίας σε χέρια λίγων και η άνοδος των μεγαλογαιοκτημόνων στην εξουσία εξυπηρετήθηκε απ' το θεσμό της πρόνοιας. Η άνοδος της δύναμης του στρατού με την εισαγωγή και καθιέρωση του θεματικού συστήματος και η διεκδίκηση πρόσβασής του στην εξουσία μειώνει, ή, τουλάχιστον, συντελεί στον περιορισμό των «αστικών» ελευθεριών, πράγμα που εκφράζεται στη σχετική παρακμή των δήμων ως καθεστωτικών παραγόντων κατά τη διάρκεια του 8ου και 9ου αιώνα. Τον 7ο και 8ο αι. τα πλούτη του κράτους, δημόσια και ιδιωτικά, έχουν ελαττωθεί. Γι' αυτό μας πληροφορεί έμμεσα και ο βίος του χρονογράφου Θεοφάνη του Ομολογητή, ο πατέρας του οποίου είχε διακριθεί ως στρατηγός των νησιών του Αιγαίου που αυτή την περίοδο πλήττονταν σφοδρά από Αραβικές επιδρομές. (Βίος Θεοφάνους, έκδ. Loparev, στη V.V., Τόμος 17, 22). Οι σχέσεις συγκλήτου-δήμων και η πολιτική τους σύνδεση είναι γεγονός που πιστοποιείται από πολλές πηγές της εποχής. (Βλ. Μισίου Διον., Δήμοι και δημοκρατία στο Βυζάντιο, και Αικ. Χριστοφιλοπούλου, «Η Σύγκλητος εις το Βυζαντινόν κράτος», 1949). Τα αξιώματα που ανήκουν στο συγκλητικό κλάδο: πατρίκιος, μάγιστρος, δομέστικος των σχολών εμπλέκονται πολλές φορές σε εξεγέρσεις των δήμων της Πόλης. Όταν η εξέγερση ενός δήμου περιορίζεται σε επίπεδο βάσης («δημοτική επανάσταση, ταραχή, αταξία, μάχη», όπως την αποκαλούν οι πηγές) και δεν επεκτείνεται στη Σύγκλητο, τότε είναι συνώνυμη της τυραννίας. (Βλ. Δ. Μισίου, Η Διαθήκη του Ηρακλείου, σ.177 κ.ε.).

Ο Θεοφάνης ο ομολογητής στη σελ.375, εξάλλου, διαχωρίζει τον πολιτικό απ' τον στρατιωτικό «κατάλογο» των δήμων, εντάσσοντας, στον πρώτο, τους συγκλητικούς που ως πολιτικοί αξιωματούχοι ήταν μέλη του ανώτερου τμήματος των δήμων και, στον δεύτερο, τους στρατιωτικούς-συγκλητικούς που ήταν εγγεγραμμένοι ως απλά μέλη των δήμων. Η παραπάνω πληροφορία του Θεοφάνη αναφέρεται στην περίοδο του Ιουστινιανού Β΄ , τον οποίο οι πηγές δεν αποκαλούν τύραννο, παρ' όλη τη βία που μετέρχεται. Την απορία αυτή έχει διατυπώσει η Αικ. Χριστοφιλοπούλου στο «Ένδειξις, ΕΕΒΣ 35/1966, σ.61, σημ.1. Και ο Τηλέμαχος Λουγγής δίνει την απάντηση: ίσως γιατί ο Ιουστινιανός Β΄ δεν ελέγχει πια το οργανωμένο στράτευμα κατά τη β΄ περίοδο της βασιλείας του. Οι δήμοι, μέσω της συγκλήτου, τουλάχιστον, μέχρι και τις αρχές του 9ου αι., μπορούν να ρυθμίζουν τη διαδοχή στον αυτοκρατορικό θρόνο. Εξαίρεση αποτελεί η ταραγμένη περίοδος που εξετάζεται σ' αυτό το άρθρο (695-717), λόγω ιδιόρρυθμων συγκυριών, εξωτερικών δυσκολιών και μεταβατικής ιστορικής φάσης απ' τον 7ο στον 8ο αι.).

Ο Ιουστινιανός Β΄ ο Ρινότμητος, μετά την εκκλησιαστική στέψη του Λεοντίου απ' τον πατριάρχη Καλλίνικο τύφλωσε τον «παράτυπο» πατριάρχη. Η ενέργειά του αυτή καταδεικνύει πως η εκκλησιαστική στέψη, ήδη αυτή την περίοδο, είχε αποκτήσει καθιερωτική δυνατότητα του νέου αυτοκράτορα και, άρα, χροιά καθεστωτικού παράγοντα. Οπωσδήποτε, μετά την λεπτομερειακή εξέταση των γεγονότων που προηγήθηκε, φτάνει κανείς στην ακόλουθη υπόθεση προς διερεύνηση: Η συμβολή των γνωστών καθεστωτικών παραγόντων της βυζαντινής αυτοκρατορίας (συγκλήτου, δήμων, στρατού) στην άνοδο ή στην καθαίρεση ενός αυτοκράτορα από το θρόνο είναι στεγανά διαχωρισμένη, ανάλογα με τα στενά συμφέροντα του καθενός απ' αυτούς;

Δηλαδή στην πολιτική τους δράση υπάρχει διαχωριστική γραμμή ή αυτή είναι, σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα ενός συσχετισμού, μιας διαπλοκής προσώπων και οικονομικοκοινωνικών δυνάμεων που αλληλεπικαλύπτονται στην πολιτειακή και πολιτική τους δραστηριότητα; Όπως, εξάλλου, διαπιστώθηκε απ' τη μελέτη των πηγών, αυτός ο συσχετισμός δυνάμεων δεν παρατηρείται μόνο σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο θεσμών και προσώπων: π.χ. το ανώτερο, αρχηγικό τμήμα των δήμων ανήκε ταυτόχρονα και στη σύγκλητο. Συγκλητικοί-αριστοκράτες αξιωματούχοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, είναι μέλη των δήμων και ταυτόχρονα ηγούνται του στρατού, απλοί στρατιώτες είναι μέλη του κατώτερου στρώματος-τμήματος της οργανώσεως των Δήμων της πρωτεύουσας μα και των επαρχιακών πόλεων.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

1. Θεοφάνης ο Ομολογητής 368-372 και ο Συνεχιστής του, έκδοση Βόννης, Νικηφόρος Πατριάρχης 39-40, έκδοση Βόννης.

2. J. B. Bury, A History of the Later Roman Empire II, 354.

3. A. P. Rudakov, Outlines in Byzantine Culture, based on data from Greek hagiography, 65.

4. L. Brehier, La transformation de l'empire byzantine sons les Hιraclides (Journal de Savants, N. S. XV, 1917), 402.

5. Ανώνυμος διασκευή Γεωργίου Μοναχού, Εν Theophanes Continuatus, Joannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus, CB Bonnae 1838, σ. 763-810.

6. Βάρ Εβραίος

7. Βίοι Αγίων: Ευθυμίου, Ηλία του νέου, Θεοδώρου Στουδίτου, Ιγνατίου, Μαρτίνου Νικηφόρου, Νίκωνος, αγ. Παύλου του νέου, Σάββα του νέου, Φιλαρέτου.

8. Πασχάλιον Χρονικό

9. F. Dolger, Regesten der Kaiserurkunden. I) Teil: 565-1025.

10. V. Grumel, Les Regestes des Actes du Patriarchat de Constantinople.

11. Ιωάννη Νικίου, Παγκόσμιον Χρονικόν.

12. Mansi XII 192-3 , 196-7.

13. Liber pontificalis I. 391-392.

14. Brooks E. W., The Successors of Heraclius to 717. The Cambridge Médiéval History τ. IV. Cambridge 1923, σ. 391-417.

15. Cheira M. A., La lutte entre Arabes et Byzantins, la conquete et l' organization des frontieres aux VIIe et VIIIe siecles Alexandrie 1947.

16. Dreten, J. L.Van, Geschichte der Patriarchen von Sergios I bis Johannes VI (610-715). Amsterdam 1972.

17. Kitzinger E., The Cult of Images in the Age before Iconoclasm. Dumbarton Oaks Papers 8 (1954), σ. 83-150.

18. Nau, F., Les Arabes chretiens de Mesopotamie et de Syrie. Paris 1933.

19. Ostrogorsky G., The Byzantine Empire in the World of the Seventh Century, Dumbarton Oaks Papers 13 (1959) σ. 1-21.

20. Μηλιόπουλος Ιωάννης, Εξακρίβωσις Βυζαντινών τοποθεσιών, Ελ. Φιλολογ. Σύλλογος Κων/πόλεως 31 (1909).

21. Παπαδόπουλος Ιωάννης Β., Αι Βλαχέρναι, Κων/πολις 1920.

22. Dagron Gilbert, Constantinople Imaginaire, Les Patria, Paris 1984.

23. Ebersolt Jean, Constantinople byzantine et les voyagers du Levant, Paris 1918.

24. Janin R., Constantinople byzantine, Paris 1964.

25. Janin R., La geographie ecclesiastique de l'empire byzantine…, III Les eglises et les monasteres, Paris 1969.

26. Mathews Thomas F., the Byzantine Churches of Istanbul. The Pennsylvania state university Press, 1976.

27. Talbot Rice David, Constantinople, edition Albin Michel ( Byzance-Istanbul), Paris 1965.

28. Proodfoot As., The Sources of Theophanes for the Heraclian Dynasty, Byzantion 44(1974) p.367-439.


* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

 

Συνέχεια στο Μέρος 3ο

Συντελούμενη καταστροφή & Χρεοκοπία Αριστεράς

Η συντελούμενη καταστροφή και η Χρεοκοπία της Αριστεράς

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Μετά από αναγκαστική απουσία πάνω από ένα χρόνο η στήλη επανέρχεται με ιδιαίτερη χαρά στην τακτική δεκαπενθήμερη βάση της, και από τις 19/1 στη Σαββατιάτικη θέση της. Το γεγονός ότι η έκλειψη της μοναδικής πολυφωνικής εφημερίδας «συνέπεσε» με τον πιο κρίσιμο χρόνο, όπου το τρίτο Μνημόνιο έβαλε τις βάσεις  για να συντελεστεί η σημερινή οικονομική καταστροφή της χώρας, την κάνει ελάχιστα συμπτωματική.

Ιδιαίτερα, όταν στο φίμωμα της εφημερίδας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο όχι μόνο συστημικές δυνάμεις, αλλά και δυνάμεις της χρεοκοπημένης Αριστεράς που στόχο είχαν την μονοπώληση του μη «μνημονιακού» Τύπου από φερέφωνα της (π.χ. νεοπαγείς εφημερίδες – η μια  κακή απομίμηση της «Ε»  -από τ. συντάκτες της εφημερίδας), καθώς και εργατοπατέρες που αντικειμενικά  έπαιξαν ρόλο συνοδοιπόρων τους, σε μια λυσσώδη προσπάθεια να κλείσει και στη συνέχεια να αποτραπεί η επανέκδοση της εφημερίδας­­, εξαπατώντας τους εργαζόμενους (που, ορθότατα βέβαια, διεκδικούν δεδουλευμένα μηνών) ότι έτσι θα ικανοποιούνταν τα απαράγραπτα δικαιώματά τους!

Μιλώ για καταστροφή, και όχι απλά για κρίση, γατί ποτέ άλλοτε δεν είχε θεσμοποιηθεί, όπως σήμερα, η συστηματική φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και η μετατροπή της χώρας σε καθαρό προτεκτοράτο των ξένων ελίτ με την αγαστή σύμπνοια των ντόπιων ελίτ και τη στήριξη των προνομιούχων στρωμάτων που ξεπουλάνε όλο τον κοινωνικό πλούτο της χώρας, και προσδοκούν μια «ανάπτυξη» που θα στηρίζεται στην Κινεζοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Για να συγκαλυφθεί αυτή η ιστορική καταστροφή, που θα μετατρέψει τη χώρα σε μπανανία της ΕΕ και τα λαϊκά στρώματα σε άθυρμα των ξένων και ντόπιων ελίτ, καλλιεργούνται από το σύστημα μια σειρά ανώδυνοι αντιπερισπασμοί, με την αμέριστη βοήθεια της ρεφορμιστικής Αριστεράς, δηλ. αυτής που δεν αμφισβητεί, όχι το σύστημα, αλλά ούτε καν την ένταξή μας στην ΕΕ (πέρα απο αυτή που ζητά την απλή έξοδο από την Ευρωζώνη που είναι άλλη μια απάτη). Και αυτό, παρόλο που, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία του Ελληνικού λαού αμφισβητεί σήμερα την ένταξή μας στην ΕΕ, εφόσον βλέπει «στο πετσί της» ότι μέσα στην ΕΕ είναι καταδικασμένη στη μόνιμη φτωχοποίηση, που θα προκαλεί η ανάπτυξη με βάση την ανταγωνιστικότητα. Δηλαδή, μια «ανάπτυξη» που συνεπάγεται είτε την ανοικτή ανεργία, είτε τη συγκαλυμμένη ανεργία της μερικής και περιστασιακής απασχόλησης, είτε, τέλος, μισθούς ανατολικής Ευρώπης.

Η Αριστερά αυτή εξαπατά διπλά τα λαϊκά στρώματα.

Πρώτον, με το να υπόσχεται ότι μέσα στην ΕΕ θα μπορούσε να εφαρμόσει ριζικά διαφορετική πολιτική από την ήδη εφαρμοζόμενη από την Τρόικα. Όμως, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι απλή επιλογή κάποιων «κακών» πολιτικών και οικονομικών ελίτ, όπως παραμυθιάζει τον λαό η Αριστερά αυτή. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η οποία είναι δομικό φαινόμενο που οδήγησε στις ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές (κεφαλαίου,  εμπορευμάτων εργασίας), μόνο νεοφιλελεύθερη μπορεί να είναι, εφόσον αναγκαστικά θεμελιώνεται στην ανταγωνιστικότητα. Αλλά, η ανταγωνιστικότητα, στις συνθήκες αυτές, μπορεί να ενισχυθεί είτε μέσα από μαζικές επενδύσεις στην έρευνα και τεχνολογία σε συνδυασμό με τη δραστική μείωση του κόστους παραγωγής (δηλ. του εργατικού κόστους, των φόρων στο κεφάλαιο, εργοδοτικών εισφορών κ.λπ.) – όπως κάνουν οι χώρες του κέντρου – είτε μέσα μόνο από τη μείωση του κόστους που ελπίζεται να προσελκύσει τις επενδύσεις των πολυεθνικών – όπως κάνουν οι χώρες στη περιφέρεια σαν την Ελλάδα. Όλες οι νεοφιλελεύθερες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις»  επιβάλλονται με βάση αυτή τη λογική και καμιά ρεφορμιστική αριστερά δεν μπόρεσε να τις ανατρέψει: από αυτήν του Μιτεράν μέχρι του Ολάντ. Και αυτό, διότι η ανατροπή τους προϋποθέτει μονομερή έξοδο μιας χώρας από την ΕΕ, σαν πρώτο βήμα για την αποκοπή των δεσμών της, μέσω της οικονομικής αυτοδυναμίας (όχι αυτάρκειας), από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Δεύτερον, με το να στρέφει την προσοχή των λαϊκών στρωμάτων είτε στις ανώδυνες (για το σύστημα) διαμάχες για την διαφθορά, ώστε να εκτονωθεί η διογκούμενη οργή, είτε στον φασιστικό μπαμπούλα που δήθεν απειλεί την Ελλάδα, αν όχι τον πλανήτη ολόκληρο! Όμως, η Ελλάδα είναι ήδη εκφασισμένη με την ωμή οικονομική βία που επιβάλλεται στα λαϊκά στρώματα και την απαιτούμενη για τη στήριξή της φυσική βία. Αν, επομένως, μεγάλα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα, αλλά και στην ΕΕ γενικότερα,  στρέφονται σε εθνικιστικά  κινήματα και κινήματα κατά των μεταναστών, δεν το κάνουν γιατί ξαφνικά έγιναν ρατσιστικά ή …φασιστικά. Το κάνουν διότι η Αριστερά σήμερα είναι απόλυτα χρεοκοπημένη στην Ευρώπη – και σύντομα και στην Ελλάδα, όταν θα αποκαλυφθεί η απάτη της – εφόσον δεν θέλησε να ηγηθεί ενός Μετώπου για να αποτρέψει τη συντελούμενη μέσα στην ΕΕ καταστροφή τους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι τα στρώματα αυτά, παραπλανημένα από την αντί-μεταναστευτική προπαγάνδα παρόμοιων κινημάτων, στρέφονται κατά των μεταναστών, ενώ βέβαια η μετανάστευση είναι απλό σύμπτωμα της παγκοσμιοποίησης.

* http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013, http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_01_10.html

Yπόθεση της Ι. M. Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου

Σχετικά με την υπόθεση της Ι. M. Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου

 

Αγωνιώδης έκκληση 26+1 μελών της Εκκλησίας

 


Εδώ και πολλά χρόνια διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας μια δικαστική διαμάχη χωρίς προηγούμενο στην ελληνική εκκλησιαστική ιστορία. Μια μητρόπολη και μια μονή έχουν αναπτύξει έναν ατέρμονα αγώνα εναντίον αλλήλων, με δεκάδες αποφάσεις κοσμικών και εκκλησιαστικών δικαστηρίων, οι οποίες δεν φαίνεται τελικά να δίνουν λύση. Και τα δύο μέρη πιστεύουν βαθιά πως υπηρετούν το εκκλησιαστικώς ορθό και συμφέρον

Δεν γνωρίζουμε ποιός έχει δίκιο μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα εγγράφων και δικογράφων. Δεν είμαστε καν βέβαιοι ότι αυτό έχει κάποια σημασία πλέον, και αναρωτιόμαστε τί είδους δίκιο είναι αυτό που τραυματίζει βαθιά (και ίσως για κάποιες ψυχές ανεπανόρθωτα) το γεγονός της Εκκλησίας. Εκείνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι πως η σημερινή εξέλιξη της υπόθεσης δεν φαίνεται να έχει πολλή σχέση με το τι είναι Εκκλησία και ποιό είναι το πνεύμα της. Το μόνο που επιτυγχάνει η μέχρι τώρα έκβαση είναι ο σκανδαλισμός του κόσμου, καθώς και το ορατό πιά ενδεχόμενο σχίσματος.

Πιθανόν αυτός ο αγώνας επικράτησης να είναι τόσο σκληρός επειδή συνιστά κάποιου είδους πρόκριμα στην παλιά ένταση μεταξύ επισκόπων και μονών. Ίσως δηλαδή η σημασία της συγκεκριμένης διαμάχης να έγκειται στο ότι διακυβεύονται ισορροπίες και επιδιώξεις πολλών άλλων, με αποτέλεσμα να ενδιαφέρει ιδιαίτερα το όποιο ‘δεδικασμένο' θα τελεσιδικήσει. Επειδή όμως μάς αφήνουν αδιάφορους οι όποιες στοχεύσεις, αλλά μάς καίει η ενότητα και η έμπρακτη αλήθεια του μηνύματος της Εκκλησίας, γι' αυτό προχωρούμε σε τούτο το διάβημα.

Άραγε χρησιμοποιήθηκε ποτέ και άλλη ‘γλώσσα' εκτός από τη νομική; Αξιοποίησαν ποτέ οι διαφωνούντες την δωρεά της συνάντησης των προσώπων δια ζώσης, η οποία έχει τη δύναμη να αίρει καχυποψίες και να ανακαλύπτει λύσεις; Ίσως πράγματι αυτό να συνέβη. Στο βαθμό, όμως, που αυτό έγινε όχι επαρκώς, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως η ανταλλαγή υπηρεσιακής αλληλογραφίας, προσφυγών, μηνύσεων, καταγγελιών, κοινοποιήσεων κ.ο.κ. το μόνο που επιτυγχάνει είναι να σκληραίνει τις άμυνες. Διερωτώμαστε αν έτσι λύνονταν τα εκκλησιαστικά προβλήματα κατά την εποχή των Πατέρων τους οποίους κατά τα άλλα όλοι δοξάζουμε προφορικώς και γραπτώς.

Πιθανόν να μπορούσε να γίνει έστω τώρα. Με πολύ σεβασμό, αλλά και συνοχή εν αγωνία, θα παρακαλούσαμε τα αμέσως ή εμμέσως, θεσμικώς ή εξωθεσμικώς, εμπλεκόμενα μέρη (Αγία και Ιερά Σύνοδο, Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου, Αδελφότητα της Μονής, Σύλλογο Φίλων της Μονής) να αναζητήσουν λύσεις που θα προκύψουν απόπροσωπικές συναντήσεις οι οποίες θα επιλαμβάνονται των προβλημάτων αναλυτικά και δια ζώσης. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι έχουμε φθάσει σε αδιέξοδο.

Συγχωρήστε μας, αλλά ως μέλη της Εκκλησίας το τελευταίο που θα επιθυμούσαμε θα ήταν να δημιουργηθή μια νέα ‘μονή Εσφιγμένου'. Εν τω μεταξύ, καθώς μαθαίνουμε πως άρχισαν και χειροδικίες μεταξύ εντοπίων κληρικών και λαϊκών, φρονούμε επίσης ότι το τελευταίο που έχει ανάγκη ο τόπος μας αυτή τη στιγμή θα ήταν να μεταδίδονται από τις τηλεοράσεις σκηνές βιαιοπραγίας για εκκλησιαστικά θέματα και με πρωταγωνιστές ρασοφόρους.

Τα εκκλησιαστικά προβλήματα δεν αποτελούν στεγανά, αποκλειστικότητα των εκάστοτε εμπλεκομένων μερών. Με την αλματώδη αύξηση των επικοινωνιών στην εποχή μας, κάθε έκτροπο διαχέεται ανά την επικράτεια (αλλά και εκτός αυτής), και κατόπιν καλούνται κληρικοί, εκπαιδευτικοί, γονείς κ.ά. να ‘απολογούνται' περί αυτού. Καθώς αποτελούμε ένα σώμα, το πλήρωμα της Εκκλησίας επηρεάζεται από ό,τι συμβαίνει, γι' αυτό και έχει δικαίωμα αλλά και καθήκον να αγωνιά και να παρακαλεί για λύσεις.

Είμαστε βέβαιοι ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συμμερίζονται τις ίδιες αγωνίες. Ενώνουμε τις προσευχές μας μαζί τους. Τιμούμε όλες τις καλοπροαίρετες προσπάθειες που έχουν λάβει χώρα για την επίλυση του προβλήματος. Δεν θεωρούμε ότι μάς διακρίνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από εκείνους που έχουν μέχρι τώρα χειρισθή την υπόθεση. Απλώς κρίναμε καθήκον μας να μεταφέρουμε προς όλες τις πλευρές τον ‘σφυγμό' του πληρώματος της Εκκλησίας και τις ευαισθησίες των ‘εκτός', έτσι όπως εμείς τις αντιλαμβανόμαστε. Λόγω του επείγοντος της καταστάσεως σπεύσαμε και δεν παρατείναμε για μεγάλο διάστημα την συγκέντρωση και άλλων υπογραφών, οι οποίες (όπως αντιλαμβανόμαστε από τις επαφές μας) θα μπορούσαν να είναι πολλαπλάσιες.

Υποβάλλουμε ταπεινά έκκληση: Μήπως έστω και τώρα υπάρχει η δυνατότητα προσωπικών συναντήσεων και εν Χριστώ υπερβάσεων με στόχο την απεμπλοκή, προκειμένου να χαρή το Άγιο Πνεύμα και να καταισχυνθή ο ‘αντικείμενος';

 

Οι υπογράφοντες (κατά αλφαβητική σειρά)

 

Αλατζόγλου Ιωάννης, οικονομολόγος

Ανδρεόπουλος Χαράλαμπος, καθηγητής θεολόγος

Αργυριάδης Βασίλειος, θεολόγος, επιμελητής εκδόσεων

Αργυρόπουλος Ανδρέας, θεολόγος, σχολικός σύμβουλος

Βαμβακάς Γεώργιος, πολιτικός επιστήμονας

Βασιλάκος Σπυρίδων, πρωτοπρεσβύτερος, θεολόγος

Δορμπαράκη Σοφία, καθηγήτρια φιλόλογος

Δορμπαράκης Γεώργιος, πρωτοπρεσβύτερος, θεολόγος, φιλόλογος

Θερμός Βασίλειος, πρωτοπρεσβύτερος, διδάκτωρ θεολογίας, παιδοψυχίατρος

Κακάρογλου Εμμανουήλ, μηχανικός, σχολικός σύμβουλος

Καμαριώτης Γεώργιος, καθηγητής πληροφορικής

Κίσσας Γεώργιος, θεολόγος, διδάκτωρ ψυχολογίας

Λαζάρου Σπυρίδων, πλαστικός χειρουργός

Μάλφας Γεώργιος, καθηγητής θεολόγος

Μαριάτος Πέτρος, πρωτοπρεσβύτερος, ιατρός παθολόγος

Μαστρομιχαλάκη Αγγελική, εκπαιδευτικός, διδάκτωρ φιλοσοφίας

Ντελής Σωτήριος, καθηγητής μαθηματικός, υποψήφιος διδάκτωρ φιλοσοφίας

Ξυδιάς Βασίλειος, καθηγητής θεολόγος, μηχανικός

Παπαδόπουλος Ιωάννης, θεολόγος

Παπαθανασίου Αθανάσιος, διδάκτωρ θεολογίας

Σπαθαράκης Μιχαήλ, καθηγητής φυσικός

Ταμαρέση Ελένη, καθηγήτρια αγγλικών

Ταμπακόπουλος Ευάγγελος, συνταξιούχος εφέτης

Τσιμούρη Μαρία, ιδιωτική υπάλληλος

Χαρατζόπουλος Παναγιώτης, καθηγητής φυσικός

Ψύλλης Βασίλειος, θεολόγος, μηχανικός

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013, http://e-theologia.blogspot.gr/2013/01/m.html?spref=fb

Συνυπογραφές

Μπούρδαλας Παναγιώτης, πτ. Θεολογίας, φυσικός, αιρετός εκπρ. καθηγητών στο ΠΥΣΔΕ Αχαΐας

 

13 Περ. Δ.: Επιτέλους η τρικομματική αξιοκρατία…

Επιτέλους η τρικομματική αξιοκρατία… θριάμβευσε στις επιλογές των περιφερειακών διευθυντών εκπαίδευσης.

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία*

 

Η νέα συνταγή για να μην …κόψει η κομματική σούπα περιέχει τις ακριβείς αναλογίες με τις οποίες εκπροσωπούνται τα τρία κόμματα στην κυβέρνηση. 7 …κουταλιές Ν.Δ. (ΔΑΚΕ) – 4 ΠΑ.ΣΟ.Κ – 2 ΔΗΜ.ΑΡ. Μια τέτοια συνταγή αναβαθμίζει τα κομματικά παζάρια, εξωραϊζει τα παρασκήνια και τις κομματικές ίντριγκες σε σύγκριση με τις μονοκομματικές μεθοδεύσεις και αλληλοκατηγορίες των συνταγών των προηγούμενων χρόνων.

Με βάση αυτή τη συνταγή το Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α. επέλεξε ικανά στελέχη με πλούσιο βιογραφικό που έχουν δώσει το «είναι» τους για τη δημόσια παιδεία και για μια δίκαιη κοινωνία. Μέσα από διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες η δημοκρατική συγκυβέρνηση απέρριψε τους μη αρεστούς, εννοείται από άλλους πολιτικούς χώρους, και επέλεξε τους άριστους.

Φεουδαρχική πίττα

Βασισμένοι στις παλιές καλές συνταγές οι πατριδοσώστες της τρικομματικής κυβέρνησης μετά τα τόσα σωτήρια Μνημόνια και την εθνοσωτήρια δανειακή σύμβαση μαγειρεύουν τη φεουδαρχική πίττα για τη σωτηρία της παιδείας. Ο διοικητικός μηχανισμός της εκπαίδευσης δεν μπορεί παρά να είναι το φέουδο της εκάστοτε κυβέρνησης κατά αναλογία με τον κρατικό μηχανισμό. Επομένως η φεουδαρχική πίττα μαγειρεύεται με περιφερειακούς διευθυντές ζυμωμένους σε κομματικές θέσεις και ψημένους στο φούρνο του υποταγμένου συνδικαλισμού. Ανθρώπους, δηλαδή, που χρησιμοποιούν παραδοσιακά τον συνδικαλισμό σαν μέσο εξυπηρέτησης προσωπικών και κομματικών συμφερόντων. Έτσι έχουμε και την πίττα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο, δηλαδή ένα μηχανισμό που βασίζεται και αναπαράγει τις πελατειακές σχέσεις, την ημετεροκρατία, το ατομικό βόλεμα και το ρουσφέτι. Η φεουδαρχική πίττα για να δέσει χρειάζεται μπόλικες δόσεις από αγιογραφικές διακηρύξεις από τα γνωστά αστικά ιδεολογήματα για «αξιοκρατία και δικαιοσύνη» (ΔΑΚΕ), για «επικράτηση των αξιών, την αντικειμενική αναγνώριση των προσωπικών ικανοτήτων, των επιστημονικών προσόντων και της επάρκειας των στελεχών της εκπαιδευτικής κοινότητας», καθώς και «τη δημιουργία συνείδησης για την εμπέδωση πνεύματος της αξιοκρατίας στους θεσμούς» (Νομαρχιακή Οργανωτική Επιτροπή Συνεδρίου Ιωαννίνων (ΝΟΕΣ Ιωαννίνων) του ΠΑΣΟΚ).

Πυραμιδωτό γλυκό

Η τρικομματική αξιοκρατική σούπα με τη φεουδαρχική πίττα συνδυάζεται άριστα  με το πυραμιδωτό γλυκό. Οι κυβερνώντες σχεδιάζουν το διοικητικό μηχανισμό σε σχήμα πυραμίδας και τον διαμορφώνουν στη χύτρα του κομματισμού. Με βάση την κομματική ιεραρχία διαμορφώνονται αυστηρά ιεραρχικές σχέσεις. Μετά την ηγεσία του Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α. και τα διάφορα όργανα του Π.Ι., Κ.Ε.Ε. ακολουθούν οι περιφερειακοί διευθυντές. Στη συνέχεια οι διευθυντές διευθύνσεων. Εδώ προσοχή στην αναλογία. Με βάση τη συνταγή της τρικομματικής σούπας. Για του διευθυντές διευθύνσεων χρειάζονται 35 κουταλιές Ν.Δ. σε συσκευασία ΔΑΚΕ – 16 ΠΑΣΟΚ σε συσκευασία ΠΑΣΚ και 8 ΔΗΜΑΡ σκέτοι, γιατί αυτοί δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο. Για να δέσει το γλυκό χρειάζονται και πολλά άλλα υλικά. Πρώτα – πρώτα τους πρώην περιφερειακούς διευθυντές τους τοποθετούν σε θέσεις σχολικών συμβούλων. Για να μην πάει χαμένη η τόση εμπειρία στην υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής και στην αποσάθρωση των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και της δημόσιας εκπαίδευσης. Ύστερα θα ακολουθήσουν οι επιλογές διευθυντών και σχολικών συμβούλων. Με την ίδια πάντα συνταγή της τρικομματικής  αξιοκρατικής σούπας διαμορφώνεται ένας  κομματικός, συγκεντρωτικός και αυστηρά ιεραρχικός μηχανισμός. Προσθέτουν και μπόλικες δόσεις «αντικειμενικής και αξιοκρατικής» αξιολόγησης αναμεμειγμένης με τις νέες ιδέες του νέο – επιθεωρητισμού και το πυραμιδωτό γλυκό του ασφυκτικού ελέγχου και χειραγώγησης των εκπαιδευτικών και της εκπαίδευσης είναι έτοιμο και νοστιμότατο για τους κρατούντες.

Πικρό

Για τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους εργαζόμενους το πυραμιδωτό γλυκό έχει πικρή γεύση. Γιατί οι πατριδοσώστες της τρικομματικής κυβέρνησης μετά τα τόσα σωτήρια Μνημόνια και την εθνοσωτήρια δανειακή σύμβαση θυσιάζουν δικαιώματα και κατακτήσεις των εργαζομένων. Για τη σωτηρία της πατρίδας και της παιδείας είναι έτοιμοι οι νέοι περιφερειακοί διευθυντές να μετατρέψουν τους εκπαιδευτικούς σε περιοδεύοντα θίασο που θα περιοδεύει από χωριό σε χωριό και από νομό σε νομό σε κάθε περιφέρεια στο πλαίσιο του «εξορθολογισμού» και περιορισμού των κενών. Διαμορφώνουν το μοντέλο των ελαστικών σχέσεων εργασίας προετοιμάζοντας την εφεδρεία – μετάταξη – απόλυση όσων δεν συμπληρώνουν ωράριο ή εμπλέκονται σε διοικητικές και ποινικές διώξεις. Οι σωτήρες της παιδείας, μεταξύ αυτών σημαίνοντα ρόλο θα παίξουν οι νέοι περιφερειακοί διευθυντές θα οδηγήσουν σε δραματική συρρίκνωση της δημόσιας εκπαίδευσης μέσα από χιλιάδες καταργήσεις τμημάτων και σχολείων.

* O Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι φιλόλογος, μέλος της Σ.Ε. του περιοδικού «Αντιτετράδια» της Εκπαίδευσης» και εκπρόσωπος των Αγωνιστικών Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων – Κινήσεων στο Δ.Σ. του ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. της Ο.Λ.Μ.Ε.

ΠΗΓΗ: http://www.cleverclass.gr/portal/index.php/…82

Οικονομική κρίση στο Βυζάντιο – I

 Οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές δυσπραγίες και δημοσιονομικές δυσκολίες στο Βυζαντινό Κράτος

 

Μέρος 1ο: Οικονομική κρίση στο Βυζάντιο

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 

H εποχή από το 610 ως τα τέλη του 9ου αιώνα για πολλά χρόνια χαρακτηριζόταν από τους βυζαντινολόγους ως "Σκοτεινοί Χρόνοι του Βυζαντίου". Aφ' ενός γιατί είναι μια περίοδος για την οποία απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά οι γραπτές πηγές και αφετέρου γιατί η απουσία αυτή δίνει μια εντύπωση κρίσης, παρακμής και κατάρρευσης του βυζαντινού κράτους. Η σταδιακή αποκάλυψη αρχαιολογικών μαρτυριών και η μελέτη των ελάχιστων πηγών έχουν δείξει μέχρι τώρα ότι πράγματι η περίοδος από τα μέσα του 6ου αιώνα ως τις αρχές του 7ου χαρακτηρίζεται από συνθήκες ανατροπής της κατάστασης που υπήρχε στο Βυζάντιο τους προηγούμενους αιώνες (4ο-6ο) και διαμόρφωσης μιας καινούργιας που ολοκληρώθηκε τον 9ο και 10ο αιώνα.

Τα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής δε δείχνουν απαραίτητα μια εποχή παρακμής, αλλά μια κρίση που κατέληξε σε διαφορετικού τύπου οργάνωση του χώρου, των πρώτων υλών, των ανθρώπων και της παραγωγής στο βυζαντινό κράτος, έτσι ώστε οι κάτοικοί του να μπορέσουν να επιβιώσουν και να ικανοποιήσουν τις νέες ανάγκες που εμφανίστηκαν.

Ο 7ος αιώνας, με την αναμφισβήτητα μεγάλη οικονομική κρίση, είχε ως κύρια χαρακτηριστικά την αγροτοποίηση της οικονομίας, την απλοποίηση των σχέσεων παραγωγής και το μετασχηματισμό σε μεγάλο βαθμό της νομισματικής οικονομίας σε ανταλλακτική. Στη διάρκεια του 8ου αιώνα άρχισε, προς απόσβεση των μεγάλων απωλειών της αυτοκρατορίας, η διαδικασία της οικονομικής ανάκαμψης, ανάπτυξης και αναδιοργάνωσης των τομέων της οικονομίας που είχαν ατονήσει (αστική οικονομία). Ο 9ος υπήρξε αιώνας σχετικής ειρήνης και γαλήνης κατά τον οποίο συνεχίστηκε η διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης που ολοκληρώθηκε το 10ο αιώνα, ενώ η νομισματική οικονομία επικράτησε και πάλι.

Το χρονικό διάστημα μεταξύ των μέσων περίπου του 7ου αιώνα και των μέσων του 9ου ήταν περίοδος μεγάλων εδαφικών απωλειών για το βυζαντινό κράτος, το οποίο, ωστόσο, κατάφερε σταδιακά να σταθεροποιήσει τα σύνορά του και να αναδομήσει τη διοίκησή του. Στις αρχές του 7ου αιώνα οι Πέρσες κατέλαβαν για σύντομο χρονικό διάστημα τις περιοχές της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Μια δεκαετία αργότερα, οι Άραβες εμφανίστηκαν ως κυρίαρχη δύναμη στην Εγγύς Ανατολή και μέχρι τον 8ο αιώνα είχαν κατακτήσει και αποσπάσει οριστικά από το Βυζάντιο όλες τις ανατολικές και νότιες επαρχίες του, δηλαδή όλη την έκταση από τη Συρία μέχρι την Ισπανία. Οι Βυζαντινοί, ωστόσο, ως τον 9ο αιώνα είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν τη Μικρά Ασία. Οι βόρειες περιοχές του Βυζαντίου γνώρισαν τον 7ο αιώνα την απειλή των Βουλγάρων που ζούσαν στα νότια του Δούναβη, αλλά οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις τους και να κρατήσουν τη Θράκη. Τέλος, το Βυζάντιο έχασε τις δυτικές του επαρχίες στην Ιταλία από την προέλαση των Λομβαρδών (που κατέλαβαν τη Ραβέννα το 751) και των Φράγκων, οι οποίοι τελικά σχημάτισαν μια νέα "δυτική αυτοκρατορία" στην Ιταλία καλύπτοντας πολιτικά τη Δυτική Χριστιανική Εκκλησία. Έτσι το Βυζάντιο κατέληξε να περιλαμβάνει τις περιοχές της Βαλκανικής χερσονήσου (Ελλάδα, Αλβανία και Θράκη) οι οποίες δεν κατοικούνταν από τους Σλάβους και αυτές της χερσονήσου της Ανατολίας (Μικράς Ασίας).

Η απώλεια της Συρίας, της Αιγύπτου και της υπόλοιπης βόρειας Αφρικής σήμαινε για το Βυζάντιο απώλεια όχι μόνο εκτεταμένων αλλά και των πλουσιότερων και σημαντικότερων οικονομικά περιοχών του. Εκεί συγκεντρώνονταν η μεγάλη ιδιοκτησία και η αγροτική παραγωγή, καθώς και μεγάλα αστικά κέντρα που είχαν έντονη και αξιόλογη οικονομική δραστηριότητα την προηγούμενη περίοδο, όπως η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια. Η απώλεια αυτή σήμαινε, επίσης, την κατάργηση της ακλόνητης ως τώρα βυζαντινής ηγεμονίας και του οικονομικού ελέγχου σε όλη την έκταση της ανατολικής Μεσογείου.

Υπό βυζαντινή κατοχή παρέμειναν οι εύφορεςκαι αυτάρκεις περιοχές της Ανατολίας που, όπως μαθαίνουμε από πηγές, είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύουν την αυτοκρατορία με αγροτικά  προϊόντα: κρασί, σιτάρι, κριθάρι, ζώα και δέρματα. Kαι εκεί, ωστόσο, ύπαιθρος και αστικά κέντρα είχαν στην αρχή της περιόδου λεηλατηθεί και υποστεί καταστροφές κατ' επανάληψη, με συνέπεια να χρειαστούν ένα διάστημα αναδιοργάνωσης και ανάκαμψης. Η Βαλκανική – όπου όμως σε μεγάλο ποσοστό είχαν διεισδύσει και κατοικούσαν σλαβικές φυλές τον 6ο και 7ο αιώνα, οπότε δεν ήταν όλη στη διάθεση των Βυζαντινών – η Μακεδονία, η Θράκη και η Θεσσαλία ήταν επίσης περιοχές αυτάρκεις, με άφθονες καλλιέργειες (κυρίως σιταριού). Η ορεινή Πελοπόννησος, που παρήγε μόνο λίγο λάδι και μέλι, ήταν από τις πιο φτωχές περιοχές, όπως επίσης και τα νησιά, από τα οποία μόνον η Λήμνος και η Κρήτη ήταν τόποι παραγωγής κρασιού. Τέλος, η Δαλματία και η Κύπρος προμήθευαν ξυλεία.

Την εποχή αυτή, το βυζαντινό κράτος αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα, με δεδομένη τη μεγάλη έκταση των εδαφικών απωλειών, τις αυξημένες αμυντικές ανάγκες, τις καταστροφές και τις εσωτερικές αναστατώσεις. Ως συνέπεια αυτών, η μείωση και αποδιοργάνωση του πληθυσμού και η κατάρρευση της διάρθρωσης της οικονομίας της Πρωτοβυζαντινής περιόδου επιδείνωναν την κατάσταση. Το κράτος, προκειμένου να επιλύσει τα  προβλήματά του, ευνόησε έναν απλούστερο και αυτόνομο τρόπο αγροτικής παραγωγής, η οποία ήταν ανέκαθεν η βάση της βυζαντινής οικονομίας. Επιπλέον, οργάνωσε τον τομέα της δημοσιονομίας με διαφορετικό τρόπο,στον οποίο οδήγησε η ανάγκη για έσοδα που θα επέτρεπαν τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού και τη διατήρηση της αυτοκρατορίας με αμυντικές εκστρατείες.

"Αν, την ώρα που ένας άνθρωπος προσπαθεί να κλέψει ένα βόδι από ένα κοπάδι, το κοπάδι τραπεί σε φυγή και κατασπαραχτεί από κάποιο άγριο θηρίο, τότε ο άνθρωπος αυτός να τυφλωθεί. Αν ένας άνθρωπος βρεθεί σε ένα χωράφι να κλέβει καλαμπόκι, την πρώτη φορά να μαστιγωθεί εκατό φορές και να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη, τη δεύτερη φορά να πληρώσει διπλή τη ζημιά για την κλοπή του και, αν κλέψει και τρίτη, να τυφλωθεί. Αν κλέψει κρασί τη νύχτα, να υποστεί την ίδια τιμωρία όπως για το καλαμπόκι. Αν κλέψει τη σοδειά κάποιου άλλου, να του δώσει τη διπλή ποσότητα απ' αυτή που έκλεψε. Αν κάποιος βρει ένα βόδι στο δάσος, το σκοτώσει και πάρει το κουφάρι του, να του κόψουν το χέρι. Αν ένας δούλος, προσπαθώντας να κλέψει τη νύχτα, διώξει τα πρόβατα μακριά από το κοπάδι και χαθούν ή κατασπαραχτούν από άγρια θηρία, να κρεμαστεί ως δολοφόνος".

Τα αποσπάσματα αυτά από το "Γεωργικό Νόμο" δείχνουν πόσο πολύτιμα ήταν τα ζώα και η σοδειά για τους αγρότες της περιόδου. H απώλεια έστω και λίγων από αυτά σήμαινε γι' αυτούς αδυναμία πληρωμής των φόρων και ακολούθως οικονομική καταστροφή. Για το κράτος τα έσοδα από την αγροτική παραγωγή ήταν αυτή την περίοδο η μόνη (όσο το δυνατόν σταθερή) βάση της οικονομίας.

Οι πηγές μάς επιτρέπουν να θεωρήσουμε ότι οι φυσικές καταστροφές αλλά και οι εχθρικές επιδρομές και δηώσεις των προηγούμενων αιώνων δεν κατέστρεψαν μόνιμα τη βυζαντινή αγροτική γη. Ωστόσο, μεγάλες εκτάσεις πιθανότατα έμεναν γεωργικά και κτηνοτροφικά αναξιοποίητες για κάποια χρονικά διαστήματα, όταν οι αγρότες εγκατέλειπαν τις περιοχές που δέχονταν επιθέσεις ή πέθαιναν από τις επιδρομές, τους σεισμούς και τις άλλες φυσικές καταστροφές και τους αλλεπάλληλους λοιμούς, που κράτησαν ως τα μέσα του επόμενου αιώνα. Τη γη της αυτοκρατορίας κατείχαν και εκμεταλλεύονταν μικροί και μεσαίοι κυρίως ιδιοκτήτες, και κάποιοι μεγαλοκτηματίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν το κράτος και η Εκκλησία. Αυτοί οι ιδιοκτήτες γης, πέρα από το να παράγουν τα απαραίτητα για την επιβίωση των ίδιων, των οικογενειών και των περιοχών τους, συντηρούσαν, μέσω της φορολογίας, και τις αμυντικές ανάγκες της αυτοκρατορίας.

Τον 8ο αιώνα, η διαδικασία της δημογραφικής και αγροτικής ανάκαμψης, που ολοκληρώθηκε τον επόμενο αιώνα, φαίνεται πως είχε ήδη αρχίσει να εξελίσσεται. Tο τέλος των λοιμών, σχεδόν σε όλη την αυτοκρατορία γύρω στα μέσα του αιώνα, και μια γενική βελτίωση των κλιματολογικών συνθηκών ευνόησαν την αύξηση του πληθυσμού και την εξάπλωση της αγροτικής τους δραστηριότητας στις γαίες που μέχρι τώρα ήταν εγκαταλειμμένες ή ανεπαρκώς αξιοποιημένες.

O 9ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού της αυτοκρατορίας και, συνεπώς, των εργατικών χεριών. Μια πρώτη αιτία για την αύξηση του πληθυσμού ήταν η σχετική ειρήνευση στο χώρο. 'Aλλη αιτία στάθηκε η μετανάστευση στο χώρο του Βυζαντίου κατοίκων πρώην βυζαντινών τόπων κατακτημένων από ξένους λαούς (π.χ. Αρμένιους, Βουλγάρους). Μια τελευταία αιτία ήταν και ο εκβυζαντινισμός και η απορρόφηση ξένου πληθυσμού περιοχών που τέθηκαν υπό βυζαντινό έλεγχο από το Νικηφόρο Α' και το Θεόφιλο (Σλάβοι, Λατίνοι, Ιλλυριοί και Γότθοι που ζούσαν στην Ελλάδα, τη Δαλματία, την Κριμαία και την Αλβανία). Ο μεγάλος αυτός πληθυσμός είχε πλέον άφθονο χώρο προς εξάπλωση και γη προς εκμετάλλευση, χωρίς τον κίνδυνο των τόσο συχνών τα προηγούμενα χρόνια επιδρομών και φυσικών καταστροφών. Αυτό έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, η οποία ήταν ο ασφαλής και σίγουρος τρόπος για την απόκτηση νέου και σταθερού πλούτου, όπως φάνηκε και στους αιώνες που ακολούθησαν.

Η Μεσοβυζαντινή περίοδος παρουσιάζει ιδιαιτερότητες ως προς τη διανομή της γης, καθώς το γαιοκτητικό καθεστώς διέφερε από αυτό της Πρωτοβυζαντινής αλλά και των επόμενων αιώνων. Στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου (7ο και 8ο αιώνα και ως τα μέσα του 9ου) κυριάρχησε η ιδιοκτησία και εκμετάλλευση γαιών μικρής και μεσαίας έκτασης που συνυπήρχε με τη χρήση των περιορισμένων αριθμητικά μεγάλων κτημάτων. Τα μεγάλα αυτά κτήματα άρχισαν να κυριαρχούν από τον 9ο αιώνα, γιατί εξυπηρετούσαν καλύτερα τις νέες ανάγκες και προοπτικές οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, και εξελίχθηκαν τους επόμενους αιώνες στο κύριο χαρακτηριστικό της αγροτικής οικονομίας.

Στον τομέα της οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, που ήταν και η βάση της βυζαντινής οικονομίας, φαίνεται πως τον 7ο και 8ο αιώνα επικράτησε η τάση απλοποίησης και κρατικού συγκεντρωτισμού όπως και στους άλλους τομείς της οικονομίας. Eκτός από τα αρχαιολογικά δεδομένα, πληροφορίες μας δίνει και μια από τις ελάχιστες πηγές της εποχής, ο "Γεωργικός Νόμος". Ως προς την οργάνωση του χώρου του βυζαντινού κράτους, η πηγή αυτή υποδεικνύει ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της εποχής την ύπαρξη χωριών, των οποίων τα γειτονικά χωράφια και λιβάδια τα μοιράζονταν ανεξάρτητοι, ελεύθεροι αγρότες. Αυτοί ήταν μικροϊδιοκτήτες-καλλιεργητές που δεν υπόκειντο στον έλεγχο κάποιου γαιοκτήμονα, δούλευαν για λογαριασμό τους, πλήρωναν φόρους απευθείας στο κράτος και μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη γη τους ανά πάσα στιγμή. Κάποιοι αγρότες συγκέντρωναν ιδιοκτησία όχι υπερβολικά μεγάλη αλλά ούτε μικρή (μεσαία ιδιοκτησία) με την αγορά και εκμετάλλευση γης που είχε εγκαταλειφθεί από τους καλλιεργητές της.

Τα στρατιωτικά κτήματα

Στη μικρή και μεσαία ιδιοκτησία εντάσσεται και μια ειδική κατηγορία αγροτικών γαιών: τα στρατιωτικά κτήματα, οι στρατείες. Αυτά ήταν καλλιεργήσιμη γη που αναγκαζόταν να προσφέρει το κράτος στους στρατιώτες, σε εποχές έλλειψης χρημάτων, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Οι καλλιεργητές αυτών των γαιών είχαν στη συνέχεια υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικής φύσης υπηρεσίες, κάθε φορά που το κράτος τις χρειαζόταν: είτε με προσωπική ένοπλη υπηρεσία είτε με καταβολή χρηματικού ποσού ικανού να εξοπλίσει και να συντηρήσει έναν στρατιώτη. Τα στρατιωτικά κτήματα φαίνεται ότι άρχισαν να σχηματίζονται από το τέλος του 7ου αιώνα, παρόλο που στις πηγές μαρτυρούνται μόνο το 10ο, και σχετίζονται, αν και δε συνδέονται απαραίτητα, με το θεσμό των θεμάτων.

Ως τα μέσα του 9ου αιώνα η εικόνα παρέμεινε η ίδια, με τους ελεύθερους μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες-καλλιεργητές και τους στρατιώτες-γεωργούς να αποτελούν τον πυρήνα της αγροτικής εκμετάλλευσης της γης στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Από τα μέσα, όμως, του 9ου αιώνα η ισορροπία αυτή διαταρασσόταν ολοένα και περισσότερο ώσπου κατέληξε, το 10ο αιώνα, στην επικράτηση της μεγάλης ιδιοκτησίας (κυρίως ιδιωτικής και εκκλησιαστικής) στην κατοχή της γης.

Ο "Γεωργικός Νόμος" αναφέρει την ύπαρξη και μικρού αριθμού μισθωμένων εργατών δίπλα στους ελεύθερους γεωργούς, που αναλάμβαναν αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, καθώς επίσης και δούλων. Αυτό υποδεικνύει πως υπήρχαν και αγρότες αρκετά πλούσιοι ώστε να μπορούν να αγοράσουν δούλους και να πληρώσουν εργάτες. O πλούτος τους προερχόταν από τη συγκέντρωση γης. Οι μεγαλοκτηματίες της εποχής ήταν ιδιώτες, η Εκκλησία και το ίδιο το κράτος.

Ιδιωτικά κτήματα

Στο "Γεωργικό Νόμο", αναφέρεται η ύπαρξη μεγάλης ιδιοκτησίας (δηλαδή μεγάλων εκτάσεων γης που ανήκαν σε έναν γαιοκτήμονα), αν και φαίνεται πως ήταν περιορισμένες αυτές οι περιπτώσεις σε σχέση με αυτές της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας. Η μείωση της μεγάλης ιδιοκτησίας οφείλεται στις αλλαγές στη διοίκηση των πόλεων (κατάργηση των δημοτικών συμβουλίων και διοίκηση απευθείας από κρατικούς αξιωματούχους διορισμένους στην Πρωτεύουσα), που είχαν ως αποτέλεσμα να μετατοπιστεί το μεγάλο ενδιαφέρον από την επένδυση σε γη σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, σιγά σιγά χάθηκε η σταθερή τάξη των μεγάλων, αριστοκρατών γαιοκτημόνων των πόλεων της προηγούμενης περιόδου. Ωστόσο, η επένδυση σε γη, παρά τις επιδρομές και τους εξωτερικούς κινδύνους, αποτελούσε μια από τις ασφαλέστερες οικονομικά επενδύσεις, τουλάχιστον για μια γενιά, και έτσι μεγάλα κτήματα εξακολούθησαν να υπάρχουν. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του γαιοκτήμονα Φιλάρετου στο θέμα Αρμενιακών στα τέλη του 8ου αιώνα, του οποίου η περιουσία ανερχόταν σε 48 μεγάλα αρδευόμενα αγροκτήματα μεγάλης αξίας και εκατό ζευγάρια βόδια, τα οποία προϋπέθεταν 15.000 ως 20.000 μοδίους γης. Τα κτήματά του φιλοξενούσαν επίσης εξακόσια βόδια, οκτακόσια ογδόντα άλογα, μελίσσια και δώδεκα χιλιάδες πρόβατα.

Κράτος, Εκκλησία και αστικές γαίες

Δίπλα στα μικρά και μεγάλα ιδιωτικά κτήματα αναπτύσσονταν και μεγάλα κτήματα που ανήκαν στο κράτος και την Εκκλησία. Σε κρατική ιδιοκτησία κατέληγαν οι γαίες που εγκαταλείπονταν από μικροϊδιοκτήτες. Η Εκκλησία άρχισε να αποκτά επίσης σημαντική εκμεταλλεύσιμη γη από δωρεές ευσεβών πιστών ή του κράτους. Μια από τις σημαντικές αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο είναι η εξαφάνιση των αστικών γαιών, αυτών δηλαδή που ανήκαν συλλογικά στις πόλεις και αξιοποιούνταν από αυτές με σκοπό την αύξηση των εσόδων του κοινού ταμείου. Με την αλλαγή του οικονομικού και διοικητικού ρόλου των πόλεων αλλά και με τις δημογραφικές αλλαγές (συρρίκνωση του πληθυσμού), οι γαίες αυτές δεν είχαν πια μεγάλη σημασία για τα έσοδα των πόλεων. Απλούστερη και χρησιμότερη ήταν η καλλιέργειά τους από ελεύθερους μικροκαλλιεργητές.

Το κτηματολόγιο της εποχής ήταν ο κώδιξ ή τα χαρτία του γενικού και περιλάμβανε αναλυτική καταγραφή των γαιών κάθε περιοχής και τη φορολογική της υποχρέωση. Άρχιζε με καταγραφή των γαιών κάθε φορολογούμενου, του χωριού του, του ονόματός του και του ποσού του φόρου που έπρεπε να πληρώσει. Στη συνέχεια, αναγράφονταν τα ιδιόστατα, δηλαδή οι γαίες που δεν ανήκαν στο χωριό, τα κλάσματα, οι χέρσες γαίες που είχαν περιέλθει στο δημόσιο, και τα ανέκδοτα, οι γαίες που καταγράφονταν για πρώτη φορά στο κτηματολόγιο. Το σύνολο των ψηφίων, δηλαδή των φορολογικών ποσών μιας περιοχής, αποτελούσε το ακρόστιχό της, δηλαδή τη φορολογική της υποχρέωση προς το κράτος. Το κτηματολόγιο αυτό ωστόσο -ίσως λόγω της ταραγμένης ζωής και των μεταβολών στην κυριότητα της γης- δεν είχε αποφασιστικό αποδεικτικό χαρακτήρα αυτή την εποχή, σπανιότατα δηλαδή χρησιμοποιούνταν ως αποδεικτικό στοιχείο σε περιπτώσεις αντιδικίας και δεν του αποδιδόταν ιδιαίτερη σημασία.

Οι πόλεις, λόγω των δυσχερών οικονομικών συνθηκών, ολοένα και περισσότερο αδυνατούσαν να συντηρήσουν τον εαυτό τους, πόσο μάλλον να αναλάβουν τη διοίκηση των κρατικών εσόδων, όπως έκαναν την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Αυτή η απώλεια της αστικής οικονομικής ανεξαρτησίας οδήγησε στην αντικατάσταση των δημοτικών συμβουλίων από υπαλλήλους που ουσιαστικά ήταν μέλη της τεράστιας κρατικής γραφειοκρατίας και, επομένως, στον απευθείας κρατικό έλεγχο πάνω στη φορολόγηση των κατοίκων σε όλους τους τομείς της οικονομίας με έναν τρόπο συγκεντρωτικό. Απόδειξη γι' αυτό αποτελεί το φαινόμενο της ξαφνικής εμφάνισης τον 7ο και 8ο αιώνα μικρών σφραγίδων από μόλυβδο (μολυβδόβουλλων), οι οποίες χρησιμοποιούνταν από τους κομμερκιάριους. Αυτοί ήταν κρατικοί αξιωματούχοι υπεύθυνοι για την προμήθεια και τη διανομή των βιοτεχνικών αγαθών, τη ρύθμιση του εμπορίου και τη συλλογή των έμμεσων φόρων στο βυζαντινό κράτος, λειτουργίες που πραγματοποιούνταν στις κρατικές αποθήκες κάθε επαρχίας. Οι σφραγίδες χρησιμοποιούνταν απ' αυτούς πρώτον για να σφραγίσουν δέματα εμπορευμάτων που είχαν ζυγιστεί και κοστολογηθεί, έτσι ώστε να μην ανοίγουν, και δεύτερον για να εγγυηθούν, με την υπογραφή που είχαν ως επιγραφή, τη γνησιότητά τους και τον έλεγχο του αυτοκράτορα. Με τον κρατικό αυτό παρεμβατισμό, ο οικονομικός ρόλος των πόλεων υποβαθμίστηκε ακόμη περισσότερο και η αστική οικονομία έχασε οριστικά τη σημαντική θέση που είχε κατά τον 5ο και 6ο αιώνα.

Μετά τον 8ο αιώνα, ωστόσο, και κυρίως τον 9ο, όταν η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας επέφερε μεγαλύτερη ευημερία, η αστική οικονομία σημείωσε μεγάλη πρόοδο, τόσο στον τομέα της βιοτεχνίας όσο και στο εμπόριο. Οι σφραγίδες των κρατικών αυτών αξιωματούχων που ήλεγχαν το εμπόριο και τη βιοτεχνία εξαφανίστηκαν από το τέλος του 8ου και τον 9ο αιώνα, πράγμα που δείχνει ότι ο κρατικός έλεγχος δεν ήταν πια απαραίτητος για τη ρύθμιση των αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες πια είχαν ξαναπάρει το δρόμο τους μέσα στη γενική ανάκαμψη της οικονομίας.

Όσον αφορά το εμπόριο οι 7ος και 8ος αιώνας χαρακτηρίζονται από την έλλειψη εκτεταμένων εμπορικών δραστηριοτήτων και την ενθάρρυνση στοιχειωδών και απλών τρόπων οικονομικής συντήρησης, όπως η αγροτική εκμετάλλευση της γης. Αιτίες γι' αυτό στάθηκαν η οικονομική και δημογραφική κρίση και το γεγονός ότι οι εχθρικές επιδρομές και οι καταστροφές έκαναν το οδικό δίκτυο του κράτους δύσχρηστο και την επικοινωνία μεταξύ των περιοχών επισφαλή. Αυτό αποθάρρυνε τους Βυζαντινούς απ' το να αναλαμβάνουν τη μεταφορά φθηνών προϊόντων που δεν θα απέφεραν μεγάλα κέρδη. Από τον 9ο αιώνα, η αγροτική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, η βιοτεχνία να αναπτύσσεται ταχέως και το βυζαντινό εμπόριο, εσωτερικό και εξωτερικό, να ανθεί.

Βιοτεχνική δραστηριότητα, αν και μειωμένη, εξακολούθησε να υπάρχει στο Βυζάντιο αυτή την εποχή, αλλά δε γνώρισε τη μεγάλη ανάπτυξη που χαρακτήρισε τους αμέσως επόμενους αιώνες. Τα βιοτεχνικά εργαστήρια αναπτύχθηκαν προς το τέλος αυτής της περιόδου και συγκεντρώθηκαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και στις ελάχιστες μεγάλες πόλεις που επιβίωσαν. Συντεχνίες βιοτεχνών, οι οποίες επιβλέπονταν από το κράτος, παρήγαν τα χρειώδη για την αυτοκρατορική αυλή και το στρατό, υφάσματα λινά και μεταξωτά, δερμάτινα είδη, κεριά, αρώματα, σαπούνι, αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα και σμάλτο. Τα μεταλλικά εργαλεία και αντικείμενα από μόλυβδο, χαλκό και σίδηρο κατασκευάζονταν πιθανόν εκτός των συντεχνιών.

Από τις λίγες γραπτές πηγές που διαθέτουμε, αντιλαμβανόμαστε ότι κατά τον 7ο και 8ο αιώνα το εσωτερικό βυζαντινό εμπόριο ήταν περιορισμένο σε σχέση με αυτό της προηγούμενης περιόδου, εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν. Τα αρχαιολογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα: η εύρεση ελάχιστων βυζαντινών χάλκινων νομισμάτων, που χρονολογούνται μεταξύ του 640 και του τέλους του 7ου αιώνα, υποδηλώνει ότι η κοπή και κυκλοφορία τους αυτή την εποχή ήταν μειωμένη. Δεδομένου, λοιπόν, ότι τα νομίσματα αυτά χρησίμευαν περισσότερο για καθημερινές, μικρές εμπορικές συναλλαγές, η έλλειψή τους υποδεικνύει ότι το εσωτερικό εμπόριο είτε είχε σταματήσει είτε γινόταν σε μικρότερη κλίμακα και όχι με χρήματα. Η πρώτη εκδοχή δεν είναι ρεαλιστική, εφόσον δεν ήταν όλες οι περιοχές και όλοι οι κάτοικοι του κράτους απόλυτα αυτάρκεις και κάποια μορφή ανταλλαγής προϊόντων θα έπρεπε να υπάρχει. Η ύπαρξη μαγαζιών και αγορών, τόσο στις συρρικνωμένες πόλεις αυτής της εποχής όσο και στην Κωνσταντινούπολη, και η διατήρηση κάποιων εμπορείων της προηγούμενης περιόδου αποδεικνύουν ότι η δεύτερη εκδοχή είναι η πιθανότερη.

Από την εποχή του αυτοκράτορα Θεόφιλου, τον 9ο αιώνα, η εικόνα άλλαξε: χρυσά και χάλκινα νομίσματα βρίσκονται σε αφθονία και σε όλες τις περιοχές, και είναι εμφανές ότι το εσωτερικό εμπόριο, η μεταφορά δηλαδή φθηνών προϊόντων σε μικρές αποστάσεις και μέσα στα γεωγραφικά όρια της αυτοκρατορίας, άνθησε. H επαρχία προμήθευε τις πόλεις (κυρίως την πρωτεύουσα) με είδη διατροφής, και οι επαρχιώτες που γίνονταν πιο ευκατάστατοι από πριν μπορούσαν να προμηθευτούν καλύτερα ρούχα ή άλλα απαραίτητα είδη. Άρχισε σιγά σιγά και η εμπορική κυκλοφορία πολυτελών ειδών βιοτεχνίας, που κυριάρχησε την επόμενη περίοδο.

Kατά τον 7ο αιώνα, η χειροτέρευση των δρόμων και η ανασφάλεια που χαρακτήριζε τις θάλασσες αποθάρρυνε τους εμπόρους και τους πλοιοκτήτες από το να αναλαμβάνουν εμπορικές αποστολές. Ωστόσο, κάποια από τα εμπορεία της προηγούμενης περιόδου διατηρήθηκαν, προφανώς διεξάγοντας μια υποτυπώδη δραστηριότητα μέχρι που γνώρισαν, από τα τέλη του 8ου αιώνα και κατά τη διάρκεια του 9ου, μια νέα περίοδο ανάπτυξης και ακμής. Τέτοια εμπορεία, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, ήταν και η Θεσσαλονίκη, η Έφεσος, η Σμύρνη, η Αττάλεια και η Τραπεζούντα. Η αύξηση, σε σχέση με πριν, της βιοτεχνικής δραστηριότητας ενθάρρυνε τους πλοιοκτήτες και προμηθεύοντάς τους με προϊόντα προς πώληση, έδωσε σταθερότητα στη δουλειά τους. Εξάλλου, αξιοποιήθηκε το οδικό δίκτυο, που είχε επισκευαστεί για στρατιωτικούς και ταχυδρομικούς λόγους, και το οποίο συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Ανατολία (τη Νίκαια, το Αμόριο, την 'Aγκυρα, την Αττάλεια, την Τραπεζούντα) και το αραβικό χαλιφάτο. Έτσι, τα προϊόντα των συντεχνιών άρχισαν να κυκλοφορούν, βρίσκοντας και νέες αγορές στο Βορρά (στους Χαζάρους, στους Ρως και στους Βουλγάρους), και το βυζαντινό εμπόριο να εξαπλώνεται. Το γεγονός ότι ο θαλάσσιος κίνδυνος των αράβων πειρατών δεν εμπόδισε τους βυζαντινούς να ρισκάρουν τη διεξαγωγή εμπορίου, δείχνει ότι το εμπόριο είχε αρχίσει να γίνεται πολύ προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα.

Στην περίοδο 610-867 το βυζαντινό κράτος οργάνωσε τη δημοσιονομική του πολιτική με τρόπο που διευκόλυνε τον έλεγχο στους διάφορους τομείς της οικονομίας, ώστε να είναι αποδοτικοί, και εξασφάλιζε τα έσοδα που του επέτρεπαν να επιβιώσει. Οργάνωσε την οικονομική διοίκηση του κράτους σε ένα σχήμα πιο συγκεντρωτικό. Kαθόρισε την κοπή και κυκλοφορία των νομισμάτων στο μέτρο που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες σε χρήμα. Tέλος, φορολόγησε τους υπηκόους του με το σύστημα που θεώρησε πιο δίκαιο και πιο αποτελεσματικό, ώστε να εξασφαλίσει τη συντήρηση της κρατικής μηχανής, του στρατού και της αυτοκρατορικής αυλής.


* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

 

Συνέχεια στο Μέρος 2ο: H κρίση του τέλους του 7ου αιώνα στο Βυζάντιο και ο ρόλος, σ' αυτή, των καθεστωτικών παραγόντων: στρατού, δήμων, συγκλήτου. Συσχετισμός δυνάμεων. Παρατηρήσεις, υποθέσεις, ερωτήματα

Ο ελλείπων κρίκος

Ο ελλείπων κρίκος

 

Του Γιώργου Καραμπελιά

 

Είναι προφανές και πανθομολογούμενο πως η σαρωτική οικονομική και κοινωνική κρίση έχει ως συνέπεια μια εξίσου ή ίσως ακόμη περισσότερο βαθύτατη πολιτική κρίση του συστήματος. Μια κρίση που καθορίζεται από πολλές παραμέτρους και διαθέτει πολλαπλές συνιστώσες.

Α) Κατ΄ αρχάς μετατίθεται το κέντρο βάρους της εξάρτησης από τις ΗΠΑ προς τη Γερμανία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πλήρη υποκατάσταση, αλλά οδηγεί μάλλον σε συγκυριαρχία. Δηλαδή το παιγνίδι της εξάρτησης παύει να είναι μονοδιάστατα αμερικανοκεντρικό και αποκτά περισσότερους πόλους, γεγονός που δεν μπορεί παρά να αντανακλάται και στο εσωτερικό πολιτικό τοπίο.

Β) Η κρίση οδηγεί ή θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε αναδιάταξη και των οικονομικών πόλων ισχύος στο εσωτερικό της χώρας, όπου το κέντρο βάρους θα περάσει από τους εγχώριους «νταβατζήδες» στους εξωχώριους και κατεξοχήν τους Γερμανούς, καθώς και όσους συνδεθούν μαζί τους. Το αεροδρόμιο και ο ΟΤΕ άνοιξαν απλώς το δρόμο και ακολουθεί η ΔΕΗ, η ενέργεια, ακόμη και οι Τράπεζες.

Γ) Η αποδυνάμωση των εθνικών κεφαλαιοκρατικών ομίλων δεν συνεπάγεται μόνον την ενδυνάμωση του γερμανικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου, αλλά και εκείνη άλλων δυνάμεων όπως της Τουρκίας (το 2011 αποτέλεσε τον δεύτερο εξαγωγικό προορισμό της ελληνικής οικονομίας), της Ρωσίας και της Κίνας.

Δ) Οι αλλαγές στην κοινωνική διάρθρωση της χώρας, οδηγούν σε μια χωρίς προηγούμενο κοινωνική πόλωση με τη φτωχοποίηση ή την «προλεταριοποίηση» των μεσαίων στρωμάτων και την εξαθλίωση των κατώτερων.

Ε) Η ελληνική κρίση επειδή πραγματοποιείται σε συνθήκες γεωπολιτικής αναδιάταξης και αναταραχής σε όλη τη Μ. Ανατολή και τον αραβικό κόσμο, συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της χώρας και τα μεταναστευτικά ρεύματα.

ΣΤ) Τέλος η καθολική κρίση της δυτικής ηγεμονίας αναδιατάσσει τη διάταξη των δυνάμεων στην παγκόσμια σκακιέρα, αναδεικνύοντας νέους πόλους ισχύος σε περιφερειακό επίπεδο και αποδυναμώνοντας παλαιότερους.

Υπ' αυτές τις συνθήκες δεν είναι δυνατόν να επιβιώσει το ούτως ή άλλως σαθρό πολιτικό και πνευματικό κατεστημένο της χώρας.

Γι' αυτό θα παρατηρηθούν βαθύτατες μετακινήσεις και ανατροπές όχι μόνο στα πολιτικά σχήματα αλλά και στα πνευματικά και πολιτισμικά ρεύματα που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία.

Το κυρίαρχο σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, και κυρίως μετά το 1990, ρεύμα του εθνομηδενισμού, το οποίο έτεινε να κυριαρχήσει και σ' όλα ανεξαιρέτως τα πολιτικά κόμματα, θα απολέσει την αναμφισβήτητη ηγεμονία. Ας θυμηθούμε τι είχε συμβεί στη δεκαετία του '90 και στις αρχές του 2000. Το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ είχε ηττηθεί κατά κράτος από το σημιτικό εκσυγχρονισμό και σχήματα όπως εκείνο του Τσοβόλα, του Παπαθεμελή και του Χαραλαμπίδη θα καταποντιστούν πολιτικά και εκλογικά. Στη Νέα Δημοκρατία η «πατριωτική» πτέρυγα του Αντώνη Σαμαρά μετά από πρόσκαιρη αναλαμπή με την «Πολιτική Άνοιξη» θα χαθεί από το πολιτικό προσκήνιο. Τέλος στην Αριστερά ο εθνομηδενισμός, ούτως ή άλλως ισχυρός, θα επικρατήσει κατά κράτος στο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ και θα είναι ίσως ακόμη ισχυρότερος στα πανεπιστήμια, στον Τύπο και στην «πνευματική ζωή» του τόπου. Για είκοσι χρόνια το όραμα των ελίτ της χώρας θα συμπυκνώνεται στη φράση του Ράμφου «να σκοτώσουμε τον Έλληνα» που είχαμε μέσα μας.

Η κατάρρευση την οποία βιώνουμε οδηγεί σε ανατροπή αυτών των πνευματικών και πολιτικών σταθερών. Η μεταβολή της Ελλάδας σε ευρωπαϊκή αποικία χρέους και η καθολική εκπτώχευση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, δεν επιτρέπουν πλέον στις παγκοσμιοποιητικές και «ἑυρωλιγούρικες» αυταπάτες να παραμένουν ηγεμονικές. Κάτω από τις νέες συνθήκες ο εθνομηδενισμός θα πάψει να ηγεμονεύει ως μια πλειοψηφική και «συναινετική» ιδεολογία που «βόλευε» έναν μεγάλο αριθμό Ελλήνων στα πλαίσια του παρασιτικού εκμαυλισμού της ελληνικής κοινωνίας και θα μεταβληθεί σε ιδεολογία των Κούισλινγκ και των δοσιλόγων. Καθόλου τυχαία, κάποιοι από αυτούς, περιχαρακωμένοι στα πολιτιστικά ένθετα των άλλοτε κραταιών φυλλάδων τους, μας καλούν ανοιχτά να δεχτούμε τη διακυβέρνησή μας από τους Γερμανούς, επιστρέφοντας κατά ένα παράδοξο τρόπο στους γερμανοτσολιάδες και τους Κούισλινγκ προγόνους τους. Το ίδιο και στο επίπεδο των πολιτικών κομμάτων, δεν θα μπορούν πια να επιβιώσουν φθαρμένα και διεφθαρμένα μαζικά κόμματα εμφορούμενα από εθνομηδενιστικές αντιλήψεις.

Ακόμα περισσότερο κάτι ανάλογο δεν μπορεί να συμβεί στα αντιμνημονιακά και κυρίως στα αριστερά κόμματα. Δεν μπορείς να είσαι ενάντιος στην ξένη κυριαρχία που παίρνει αποικιοκρατικά χαρακτηριστικά και ταυτόχρονα να αρνείσαι ή να λοιδορείς την εθνική ταυτότητα και το εθνικό συμφέρον των Ελλήνων. Και εδώ βρίσκεται ο σημαντικότερος ελλείπων κρίκος του υπό διαμόρφωση νέου πολιτικού σκηνικού. Στα δεξιά, έστω με στρεβλό τρόπο έχει αρχίσει με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, ακόμα και τη Χρυσή Αυγή, η αποκόλληση ενός τμήματος της ελληνικής δεξιάς από τον νεοδημοκρατικό πυρήνα. Η «κεντροαριστερά» ούτως ή άλλως συρρικνώνεται λόγω της κοινωνικής συρρίκνωσης των μεσοστρωμάτων, ενώ η αριστερά διογκώνεται εξαιτίας ακριβώς αυτής της συρρίκνωσης. Και όμως η διόγκωσή της πραγματοποιείται μέσα στα υπαρκτά εθνομηδενιστικά ιδεολογικά πλαίσια της αριστεράς της όψιμης μεταπολίτευσης. Δηλαδή η εκτίναξη της αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ γύρω στο 35%) δεν αντιστοιχεί στην ιδεολογική συγκρότηση κομμάτων που στην καλύτερη περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν παρά μόνο το 10% του ελληνικού λαού. Επομένως εδώ παρατηρείται ένα πολύ μεγάλο ιδεολογικό και πολιτικό κενό. Η αριστερά είναι υποχρεωμένη, όπως συνέβη και στην Κατοχή, να εκφράσει προνομιακά μια εθνοαπελευθερωτική διάθεση του ελληνικού λαού. Και όμως την ίδια στιγμή ελέγχεται ιδεολογικά από ένα στενό πυρήνα παρελθούσης χρήσεως και κοπής. Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί ένα βαθύ πολιτικό κενό, που μπορεί να καλυφθεί με δύο τρόπους. Είτε τα υπαρκτά πολιτικά σχήματα της Αριστεράς και κατεξοχή ο ΣΥΡΙΖΑ, που χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ρευστότητα, θα πραγματοποιήσει μια εσωτερική ιδεολογική επανάσταση, είτε για να ανταποκριθεί στις νέες πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες, είτε ο κυρίαρχος ιδεολογικά εθνομηδενισμός θα της το απαγορεύσει, και ένας πολιτικός πόλος κοινωνικοκεντρικός και πατριωτικός θα αναδυθεί για να καλύψει αυτό το κενό.

Τα τριάντα πέντε χρόνια της ροπής προς τον εθνομηδενισμό που χαρακτήρισαν την αριστερά στην Ελλάδα, (ήπιας μέχρι το 1990 και ασυγκράτητης στη συνέχεια) έχουν λάβει τέλος. Έχει έρθει η ώρα για μια πατριωτική αναδιάρθρωση του ελληνικού πνευματικού και πολιτικού σκηνικού. Και αυτό, προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποφύγουν οι συστημικές δυνάμεις. Έτσι κατόρθωσαν στην πρώτη φάση να γελοιοποιήσουν ή να περιθωριοποιήσουν το κίνημα των Αγανακτισμένων και τις πολιτικές συσσωματώσεις που ανέδειξε (π.χ. τη Σπίθα, αλλά και άλλες). Στη συνέχεια, επιχείρησαν και επιχειρούν ακόμα να τις εγκλωβίσουν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να τις αποδυναμώσουν και να τις εξουδετερώσουν (ό,τι είχε συμβεί στο παρελθόν με τον Μανώλη Γλέζο και τον Παναγιώτη Λαφαζάνη που από εκφραστές πατριωτικών αντιλήψεων στο ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώθηκαν να προσαρμοστούν στην περιρρέουσα εθνομηδενιστική ομοφωνία). Τέλος, με διάφορες ομαδοποιήσεις και σχήματα, που θα πολλαπλασιαστούν στην επόμενη περίοδο, προσπαθούν να αναβαπτίσουν παλαιές φθαρμένες δυνάμεις του πασοκισμού, ώστε να «τοποθετηθούν» πολιτικά και να ελέγξουν τις πιθανές μετεξελίξεις που πολύ σύντομα θα εκφραστούν. Ωστόσο, αυτές οι απόπειρες δεν πρόκειται να αποδώσουν. Γιατί το κύμα του κοινωνικού πατριωτισμού και τον εθνοαπελευθερωτικών απόψεων είναι τόσο ισχυρό ώστε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα εκφραστεί. Στην περίπτωση που υπάρξει μία κατάρρευση της παρούσας κυβέρνησης και η αριστερά βρεθεί στην εξουσία οι ρήξεις θα ακολουθήσουν αμέσως μετά. Στην περίπτωση που το παρόν σύστημα αντέξει, και δεν πραγματοποιηθούν εκλογές μέχρι και το επόμενο Φθινόπωρο, τότε δεν θα συνεχίσει να συντηρείται η σημερινή επίπλαστη ομοφωνία ανάμεσα στις πατριωτικές και εθνομηδενιστές δυνάμεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, διότι η κοινωνία πιέζει προς πατριωτική κατεύθυνση. Διότι, για την ώρα, μόνο η προοπτική μιας άμεσης πιθανότητας εκλογών  και εξουσίας μπορεί να κουκουλώνει τις βαθύτατες διαφορές γραμμής και προοπτικής. Τέλος δεν είναι δυνατόν ξεφτισμένες μορφές και σχήματα του άλλοτε ενιαίου ΠΑΣΟΚ να εκφράσουν αυτή τη νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, εισερχόμεθα σε μια περίοδο όπου θα αρχίσει να σφυρηλατείται και ο ελλείπων κρίκος του πολιτικού και ιδεολογικού τοπίου της χώρας. Εκείνος μιας πατριωτικής, κοινωνικής, οικολογικής και δημοκρατικής πρότασης που θα αναλάβει να διεξάγει με ξεκάθαρους όρους τη μάχη για την κοινωνική και εθνική μας απελευθέρωση.

Πολλοί φαντάστηκαν πως, – με την συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ, την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ, την εμφάνιση των Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής – έχει ήδη λάβει τελεσίδικο χαρακτήρα η ανασύνθεση του πολιτικού τοπίου, όμως πλανώνται πλάνη οικτρά. Η ανασύνθεση μόλις έχει αρχίσει. Ούτε ο χώρος της λαϊκής δεξιάς θα καταληφθεί οριστικά από τους χρυσαυγίτες, ούτε η Ν.Δ. θα κατορθώσει να μείνει αλώβητη, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμα και το ΚΚΕ με τη σημερινή του γραμμή, θα παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ως έχουν. Νέες πολιτικές συσσωματώσεις και νέες ιδεολογικές προτάσεις θα αναδυθούν πολύ σύντομα στο πολιτικό προσκήνιο. Κοντός ψαλμός αλληλούια.

 

ΠΗΓΗ: Ιανουαρίου 7, 2013, http://ardin-rixi.gr/archives/10678

Νίκο Τεμπονέρα 22 Γενάρηδες μετά στέκεσαι όρθιος …

Νίκο Τεμπονέρα 22 Γενάρηδες μετά στέκεσαι όρθιος ανάμεσα μας!

 

Από το ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ  (ΕΑΜ)

 


Αντέχεις και η μνήμη σου μας ορίζει να αντέχουμε και να παλεύουμε μαζί σου στη σημερινή μαύρη εποχή αυτοενοχοποίησης και αυτοπαγίδευσης στα τάρταρα του ληστρικού φασιστικού συστήματος που ρημάζει τις ζωές μας αλλά και όσα ξέραμε μέχρι χθες. Και αυτό το δεύτερο είναι που μας τρομάζει. Μας τρομάζει μη λυγίσουμε και κατρακυλήσουμε μαζί τους. Γιατί σκοτείνιασε η κοινωνική αναφορά ολωνών μπροστά στα τέμπλα των αγορών και των τραπεζών.

Το μεροκάματο κατάντησε φιλοδώρημα της «φιλανθρωπίας» τους που διαφημίζεται μόνο και μόνο ως αντίβαρο στην αναγκαία κοινωνική αλληλεγγύη της ανατροπής που τη φοβούνται και την ξορκίζουν. Οι εργασιακές σχέσεις, το δικαίωμα στην εργασία, στην παιδεία, στην υγεία υποκλίνεται και προσαρμόζεται σε τριτοκοσμικά επίπεδα. Οι εργαζόμενοι κάτω από τις επιταγές των οικονομικών «προφητών» ντόπιων και ξένων υποχρεώνονται σε εκμηδενισμό του εργασιακού μας παρόντος που οδηγεί σε μεγαλύτερο μηδενισμό του μέλλοντος μας. Στο κενό της γενικότερης διαλυτικότητας και αποδόμησης της κοινωνίας, επιχειρείται ο εθισμός μας στην ευδοκίμηση του φασισμού που μας κυκλώνει από παντού κλείνοντας τα περάσματα λες και δεν είναι το δικό τους μακρύ, ρυτιδιασμένο, αποτρόπαιο χέρι.

Νίκο Τεμπονέρα! Αντέχεις και η μνήμη σου μας ορίζει να αντέχουμε και να παλεύουμε μαζί σου ενάντια στο μονόδρομο που μας επιβάλλει το μαύρο μέτωπο τρόικας-κυβέρνησης και χρυσής αυγής που δεν είναι καν δρόμος, είναι γκρεμός και άβυσσος.

Η αριστερή αντιπολίτευση σύσσωμη δεν γίνεται να αρκείται στο παραπάνω αυταπόδεικτο ότι μας πάνε στο γκρεμό. Είτε με ένα κοινωνικό αυτισμό που επαγγέλλεται παραδείσους που αποδείχτηκαν κόλαση, είτε με μια "κυβερνησιμότητα "χωρίς ταξικό κοινωνικό πρόσημο καταδικασμένη να αποτύχει. Χρειάζεται να προβάλλει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας που θα κινεί τις μάζες της κοινωνίας σε άλλη κατεύθυνση με ονοματεπώνυμο.

Νίκο Τεμπονέρα! Αντέχεις και η μνήμη σου μας ορίζει να αντέχουμε και να παλεύουμε μαζί σου.

Γιατί η κοινωνία της εργασίας δεν μπορεί και δεν αντέχει να τους περιμένει σε συνθήκες μακροχρόνιου και ισόβιου εξανδραποδισμού της. Θα μας αιφνιδιάσει όλους ανεξαιρέτως.

Δεν θαναι πρωτοφανές έχει ιστορικά ξαναγίνει να εισβάλουν στη κεντρική σκηνή οι κοινωνικά αποκλεισμένοι (μετανάστες, νέοι, εργαζόμενοι, άνεργοι)με νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και για άλλη μια φορά να συμπαρασύρουν τους διαχειριστές της πολιτικής σε δρόμους που αυτοί δεν τους αντέχουνε.

Έτσι θα ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση που δεν μπορεί παρά να είναι ελπιδοφόρα.

Γιατί η ελπίδα της κοινωνίας της εργασίας θάρθει από αυτούς που έχουν χάσει κάθε ελπίδα.

 

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ  ΕΑΜ

Η ΝΕΑ ΦΩΤΙΑ – του Άγγελου Καλογ.

Η ΝΕΑ ΦΩΤΙΑ

Του  γγελου Καλογερόπουλου*

1.

Τὰ νερὰ τῆς νύχτας κατεβάζουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ

Κάποια κρυφὴ φωτιὰ κι ἀστράφτει ὁ κόσμος

Καθὼς προκύπτει στὴν ἑωθινή του καινοφάνεια.

Τότε μικρὲς ἱστοριοῦλες γιὰ χαμένα πρόβατα

ὑποδέχονται τ’ἀστέρια ποὺ πέφτουν.

Κι ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει ψηλὰ πάνω ἀπ’τὴ θάλασσα

πάνω ἀπὸ τὸ γοργὸ περπάτημα ἀνθρώπων εὐτραφῶν

πάνω ἀπὸ τοὺς κάδους τῶν ἀπορριμμάτων

μὲ τὰ σκυμμένα κεφάλια

ποὺ θὰ ὁρμᾶνε ἀλαλάζοντας κάποτε

γιὰ ἕνα καρβέλι

γιὰ ἕνα γινάτι

γιὰ μιὰ προσευχή.

  Συνέχεια

Η ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

Η ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ:

H λύση που φαίνεται περισσότερο αποτελεσματική αλλά και λιγότερο επικίνδυνη, για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την καταστροφή, είναι το άτοκο «πάγωμα» των υπερβολικών χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, σε όλη την έκταση της Δύσης

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Η συνεχιζόμενη υπερχρέωση των κρατών, μεταξύ άλλων σαν αποτέλεσμα της διάσωσης των χρεοκοπημένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τους, οδηγεί στην κλιμάκωση των επιτοκίων δανεισμού τους – οπότε στην ασύμμετρη αύξηση των κεφαλαιακών (τοκογλυφικών) κερδών, εις βάρος των εισοδημάτων από την εργασία.

Όσο κλιμακώνονται τώρα τα εισοδήματα από τους τόκους, τόσο μειώνονται τα αντίστοιχα από την εργασία – έως εκείνη τη χρονική στιγμή όπου, οι οφειλέτες αδυνατούν να πληρώσουν τους πιστωτές, επειδή τα εισοδήματα τους από την εργασία (φορολογικά για τα κράτη), δεν φτάνουν πια για την εξόφληση των τόκων και των δανείων τους. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το πρόβλημα λύνεται είτε με αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις, ανάλογες της Γαλλικής επανάστασης, είτε με πολέμους".   

Ανάλυση

Είμαστε σχεδόν απολύτως πεπεισμένοι ότι, ο μοναδικός δρόμος εξόδου από την τεράστια κρίση χρέους που βιώνουμε, είναι το κάποιου είδους «άτοκο πάγωμα» τόσο των δημοσίων, όσο και των ιδιωτικών χρεών – αφού η όποια υγιής ανάπτυξη, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, είναι εντελώς ανέφικτη.

Η διαπίστωση μας αυτή δεν αφορά φυσικά μόνο την Ελλάδα ή/και τον Ευρωπαϊκό Νότο, αλλά ολόκληρη τη Δύση – κυρίως δε την Ιαπωνία, τη Μ. Βρετανία και τις Η.Π.Α. Εκτός αυτού έχουμε την άποψη ότι, πλησιάζουμε σύντομα στο σημείο χωρίς επιστροφή, αφού πολλά κράτη χρησιμοποιούν ήδη «μη συμβατικές» μεθόδους για την επιβίωση τους – όπως για παράδειγμα η Ισπανία, η κυβέρνηση της οποίας «υπεξαίρεσε» κρυφά τα συνταξιοδοτικά της ταμεία, για να μην οδηγηθεί στο μηχανισμό στήριξης και στα «νύχια» της Τρόικας. Στα πλαίσια αυτά τα παρακάτω:   

ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο κείμενο μας, όταν το δημόσιο χρέος μίας χώρας υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ της, ο ρυθμός ανάπτυξης της επιβραδύνεται συνεχώς – ακόμη και σε εποχές παγκόσμιας ευημερίας. Σήμερα, ο μέσος όρος των δημοσίων χρεών της Ευρωζώνης υπερβαίνει το κρίσιμο ποσοστό του 90%, των Η.Π.Α. πλησιάζει το 115% του ΑΕΠ και της Ιαπωνίας το 230% του ΑΕΠ – χωρίς να συμπεριλαμβάνουμε τα «κρυφά χρέη», τα οποία προέρχονται από τις «ακάλυπτες» μελλοντικές υποχρεώσεις των ασφαλιστικών ταμείων. 

Εάν τώρα η συγκεκριμένη χώρα ή το περιβάλλον της έχει επί πλέον τραπεζικά προβλήματα, πόσο μάλλον ανάγκη «διάσωσης» των τραπεζών της (η βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια της Ευρώπης), τότε είναι φύσει αδύνατον να αναπτυχθεί – ακόμη και αν το δημόσιο χρέος της δεν υπερβαίνει το 50% του ΑΕΠ της (όπως τεκμηριώθηκε πρόσφατα στην περίπτωση της Κύπρου και της Ισπανίας).

Η αιτία είναι το ότι, τα χρήματα για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της «εκβάλλουν» στο δημόσιο χρέος (μεταφέρονται έμμεσα στους εκάστοτε φορολογουμένους), αυξάνοντας το ανάλογα.

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΧΡΕΟΣ

Όσον αφορά τα συνολικά χρέη, τόσο τα δημόσια, όσο και τα ιδιωτικά δηλαδή, δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 200% του ΑΕΠ μίας χώρας – εάν θέλει να συνεχίσει να αναπτύσσεται υγιώς.

Όμως, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, "τα συνολικά χρέη στις 18 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, τα οποία ήταν στο 160% του ΑΕΠ τους το 1980, έχουν εκτοξευθεί σήμερα (2011) στο 321% του ΑΕΠ τους…Αποπληθωρισμένα δε, οι κυβερνήσεις έχουν τετραπλάσια χρέη σε σχέση με το 1980, τα νοικοκυριά εξαπλάσια και οι επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας τριπλάσια".

ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Με κριτήριο τις παραπάνω βασικές διαπιστώσεις, είναι προφανώς αδύνατον να επιτευχθεί ανάπτυξη – εκτός εάν αυξηθεί βέβαια πληθωριστικά η ποσότητα του χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες.

Όμως, αφενός μεν η ρευστότητα των κεντρικών τραπεζών δεν κατευθύνεται στην πραγματική οικονομία, αφετέρου χωρίς ανάπτυξη είναι αδύνατον ποτέ να πληρωθούν τα συσσωρεμένα την τελευταία τριακονταετία, τεράστια χρέη των δυτικών κρατών, επιχειρήσεων, τραπεζών και νοικοκυριών.

ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ

Συνεχίζοντας, η επίλυση του προβλήματος αποκλειστικά και μόνο με τη βοήθεια του πληθωρισμού (αύξηση της ποσότητας χρήματος), έτσι όπως επιχειρείται σήμερα, κυρίως από την Ευρώπη (ΕΚΤ), τις Η.Π.Α. (Fed), τη Μ. Βρετανία (BoE) και την Ιαπωνία (BoJ), αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – αφού είναι εύκολο να χαθεί ο έλεγχος του, με οδυνηρά αποτελέσματα εάν τυχόν «μεταλλαχθεί» σε υπερπληθωρισμό.

Ειδικά όσον αφορά τον πληθωρισμό, σύμφωνα με τη νεοκλασική και μονεταριστική θεωρία, η τιμή ενός προϊόντος καθορίζεται από το σημείο τομής της καμπύλης ζήτησης, με την καμπύλη προσφοράς.

Εάν εμφανισθεί αυξημένη ζήτηση για ένα προϊόν (μετατόπιση της καμπύλης ζήτησης προς τα δεξιά), ή μειωμένη προσφορά του (μετατόπιση της καμπύλης προσφοράς προς τα αριστερά), τότε αυξάνεται η τιμή πώλησης του. Το φαινόμενο του (υπερ)πληθωρισμού στην οικονομική θεωρία περιγράφεται, κάπως  απλουστευμένα, από την κατωτέρω «ποσοτική εξίσωση»:

ΠΠ x ΕΤ = ΧΠ x ΤΚ

στην οποία το ΠΠ (πραγματική παραγωγή) επί το ΕΤ (επίπεδο τιμών), είναι ίσο με το ΧΠ (ποσότητα χρήματος) επί το ΤΚ (ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος). Επίσης από την «παραλλαγή» αυτής της εξίσωσης (με το x να σημαίνει επί, ενώ το / διά),

ET = (XP x TK) / ΠΠ

όπως και από το ότι, η διαφορά του επιπέδου των τιμών (Δ ΕΤ) είναι ίση με τη διαφορά της ποσότητας χρήματος (Δ ΧΠ) συν τη διαφορά της ταχύτητας κυκλοφορίας (Δ ΤΚ), μείον τη διαφορά της πραγματικής παραγωγής αγαθών (Δ ΠΠ).

Δ (ΕΤ) = Δ (ΧΠ) + Δ (ΤΚ) – Δ (ΠΠ)

Από τις παραπάνω εξισώσεις, καθώς επίσης από τις «παραλλαγές» τους μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, το επίπεδο των τιμών των προϊόντων, μέσω του οποίου μετρείται ο πληθωρισμός, αυξάνεται συνεχώς (με σταθερά τα εκάστοτε δύο άλλα μεγέθη), όταν:

(α) μεγεθύνεται η ποσότητα χρήματος

(β) αυξάνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος (αν και σύμφωνα με εμπειρικές μελέτες, η ταχύτητα του χρήματος μακροπρόθεσμα είναι σταθερή) και

(γ) μειώνεται η πραγματική παραγωγή.

Η παραπάνω «ποσοτική εξίσωση» έχει αποδειχθεί εμπειρικά πως ισχύει ως έχει, κυρίως από το ότι η αύξηση της ποσότητας χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες οδηγεί σε μεγέθυνση του πληθωρισμού, ο οποίος είναι δυνατόν να μετατραπεί σε υπερπληθωρισμό – εάν τυχόν η κεντρική τράπεζα δεν καταφέρει να περιορίσει (αναρροφήσει) την ποσότητα χρήματος, την οποία έχει αυξήσει για να καταπολεμήσει την ύφεση, όταν η αγορά επιστρέφει σε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης.  

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Όπως φαίνεται, η σημερινή κρίση χρέους της Δύσης, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπερχρέωση των τραπεζών, έχει προκαλέσει ορισμένες «επιπλοκές» στο σύστημα – η κυριότερη των οποίων είναι πως η αύξηση της ποσότητας του χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες, δεν οδηγείται στην πραγματική οικονομία (σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη δε, ο μέσος τραπεζικός δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ευρώπη συνεχίζει να μειώνεται).

Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι, αφενός μεν οι εμπορικές τράπεζες, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, δεν δανείζουν η μία την άλλη, αφετέρου στις συνθήκες που επικρατούν στην πραγματική οικονομία – λόγω της αυστηρής πολιτικής λιτότητας που δυστυχώς ακολουθείται (ύφεση, αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, χρεοκοπίες κλπ.). Σε αντίθεση δε με την προηγούμενη κρίση (κραχ του 1987), οι τράπεζες επιτρέπεται πια να κάνουν τα πάντα – έχουν δηλαδή εντελώς «απορυθμισθεί», όπως αποκαλείται συνήθως η ασυδοσία τους.   

Στα πλαίσια αυτά, τα επί πλέον χρήματα που προσφέρουν οι κεντρικές τράπεζες, είτε παραμένουν ανέπαφα στους λογαριασμούς που έχουν οι εμπορικές τράπεζες σε αυτές, είτε οδηγούνται στα χρηματιστήρια – δημιουργώντας τεράστιες και εξαιρετικά επικίνδυνες φούσκες στις μετοχές, στα εμπορεύματα κοκ.

Το συμπέρασμα μας αυτό αποδεικνύεται από τη συνεχιζόμενη αύξηση των δεικτών όλων σχεδόν των χρηματιστηρίων του πλανήτη – σε πλήρη σχεδόν αναντιστοιχία με την κερδοφορία, καθώς επίσης με τις μελλοντικές προοπτικές των επιχειρήσεων της πραγματικής οικονομίας. Όσο αυξάνονται οι δείκτες βέβαια, τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται μία ενδεχόμενη κατάρρευση τους (κραχ) – αφού οι αλλαγές στα χρηματιστήρια, σε αντίθεση με την πραγματική οικονομία, είναι ξαφνικές, απρόβλεπτες, απότομες, μαζικές (αγελαίες) και ραγδαίες.      

Ειδικά όσον αφορά την ΕΚΤ, το γεγονός ότι συνδέει την αγορά ομολόγων των ελλειμματικών χωρών από τη δευτερογενή διαπραγμάτευση, με τη υποχρέωση τους να εφαρμόζουν την αυστηρή πολιτική λιτότητας που επιβάλλει η Γερμανία, δημιουργεί περισσότερες επιπλοκές – ενώ τα επιτόκια δανεισμού των χωρών του Νότου έχουν περιορισθεί σε τέτοιο βαθμό, επειδή ουσιαστικά η ΕΚΤ εγγυάται την πληρωμή των ομολόγων.

Είναι όμως η ΕΚΤ σε θέση να τηρήσει τις υποσχέσεις της, χωρίς να προκαλέσει μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού; Τι θα συμβεί εάν εντελώς απρόοπτα οι αγορές, κυριευμένες από κάποιον πανικό, προσπαθήσουν να «εξαργυρώσουν» τις εγγυήσεις της, «πλημμυρίζοντας» το σύστημα με κρατικά ομόλογα προς πώληση;  

ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΩΜΕΝΑ ΧΡΕΗ

Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει τεκμηριώσει το ότι, τα μη εξυπηρετούμενα, τα επισφαλή δηλαδή σε μεγάλο βαθμό δάνεια, μειώνουν ουσιαστικά την ταχύτητα κυκλοφορίας χρήματος – με αποτέλεσμα να εμποδίζουν τη δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων, όπως συμβαίνει σήμερα, παρά την αύξηση της ποσότητας χρήματος από όλες σχεδόν τις κεντρικές τράπεζες της Δύσης. Στην ποσοτική μας εξίσωση λοιπόν συμβαίνει το εξής:

(α) Πριν από την αύξηση της ποσότητας χρήματος, ο πληθωρισμός (επίπεδο των τιμών) ήταν, για παράδειγμα,  ΕΤ = (ΧΠ x ΤΚ) / ΠΠ ήτοι ΕΤ = (100 x 10) / 10 = 100.

(β) Μετά την αύξηση της ποσότητας χρήματος από 100 στα 200 (τυχαίοι αριθμοί), όπου όμως η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος μειώθηκε από 10 στα 5, με σταθερή (ακόμη) την παραγωγή, ο πληθωρισμός στην πραγματική οικονομία παρέμεινε σταθερός – ήτοι: ET = (200 x 5) / 10 = 100.

Αντίθετα, ο πληθωρισμός στην «κερδοσκοπική οικονομία» (μετοχές, παράγωγα κλπ.) μεγεθύνθηκε σε μεγάλο βαθμό – επειδή εκεί οδηγήθηκε η αύξηση της ποσότητας χρήματος, ενώ δεν περιορίσθηκε η ταχύτητα κυκλοφορίας του (ΕΤ = 200 x 10 / 10 = 200, ήτοι 100% αύξηση των τιμών) – εάν υποθέσουμε ότι δεν αυξήθηκε πάνω από το 10 του παραδείγματος.

Ουσιαστικά λοιπόν και παρά τις αντίθετες απόψεις, έχουμε πληθωρισμό και απειλούμαστε με υπερπληθωρισμό – ο οποίος δεν επηρεάζει (ακόμη) την πραγματική οικονομία, αλλά την «κερδοσκοπική» (αν και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες έχει προκληθεί ήδη επισιτιστική κρίση, λόγω της δυσανάλογης αύξησης των τιμών των εμπορευμάτων, στα αντίστοιχα χρηματιστήρια).  

(γ) Περαιτέρω εάν, μετά την αύξηση της ποσότητας χρήματος, καθώς επίσης τη μείωση της ταχύτητας κυκλοφορίας του, μειωθεί η παραγωγή (ενδεχόμενο πολύ πιθανόν), τότε ο πληθωρισμός θα αυξηθεί και στην πραγματική οικονομία – ήτοι θα είναι: ET = (200 x 5) / 5 = 200. Στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα θα είναι εξαιρετικά οδυνηρά για την πλειοψηφία των ανθρώπων – αφού η αγοραστική αξία των υφισταμένων εισοδημάτων θα περιορίζεται συνεχώς, λόγω της αύξησης των τιμών των προϊόντων.

(δ) Για να διατηρηθεί τώρα ο πληθωρισμός στα ίδια επίπεδα, εάν περιορισθεί η παραγωγή, θα πρέπει οι κεντρικές τράπεζες να μειώσουν την ποσότητα χρήματος στα 100 – οπότε η εξίσωση θα είναι: ΕΤ = (100 x 5) / 5 = 100. 

Με δεδομένο όμως το ότι, η ποσότητα χρήματος μειώνεται, μεταξύ άλλων, είτε με την αύξηση των βασικών επιτοκίων, είτε με την πώληση κρατικών ομολόγων εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας, η διαδικασία θα προκαλούσε άνοδο των επιτοκίων δανεισμού των διαφόρων χωρών – δυστυχώς, με αποτέλεσμα την κλιμάκωση της ύφεσης, τις χρεοκοπίες κλπ.   

ΕΜΜΕΣΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΩΝ

Εάν επιλέξουμε τώρα τη «μονεταριστική λύση» του προβλήματος, θα πρέπει να βρούμε καινούργια «εργαλεία» – όπου, στην προκειμένη περίπτωση, οφείλει να αυξομειώνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, με τη βοήθεια του «παγώματος» και «ξεπαγώματος» μέρους των χρεών.

Ειδικότερα, αντί οι κεντρικές τράπεζες να αυξάνουν την ποσότητα χρήματος (με κινδύνους αφενός μεν να μην οδηγείται η νέα ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και να δημιουργούνται φούσκες, αφετέρου να μην μπορούν να τη μειώσουν όταν ξεπεραστεί η κρίση), θα μπορούσαν να παγώσουν άτοκα ένα ορισμένο ποσοστό δημοσίων και ιδιωτικών χρεών έτσι ώστε, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, να τα «ξεπαγώνουν» σταδιακά.

Με τον τρόπο αυτό θα κατευθυνόταν τα (παγωμένα) χρήματα απ' ευθείας στην πραγματική οικονομία, αφού θα ελαφρυνόταν οι δανειακές επιβαρύνσεις (τοκοχρεολύσια) όλων των «συντελεστών παραγωγής» – οπότε δεν θα δημιουργούνταν φούσκες, δεν θα μειωνόταν η παραγωγή προϊόντων και δεν θα προκαλούνταν πληθωριστικές πιέσεις.

Η εξίσωση μας λοιπόν θα ήταν ET = (200 x 5) / 10 = 100 και στη συνέχεια ΕΤ = (200 x 10) / 20 = 100 – αφού θα αυξανόταν η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος στα προηγούμενα επίπεδα, μέσω του (ξε)παγώματος των χρεών, ανάλογα με το ρυθμό αύξησης ή μείωσης της παραγωγής (σύμφωνα με την εξέλιξη των εισοδημάτων των εργαζομένων, με την κερδοφορία των επιχειρήσεων κοκ.).

Εάν δεν επιθυμούσαμε την αύξηση της παραγωγής, θα επαναφέραμε την ποσότητα χρήματος στο 100 – οπότε η εξίσωση στο παράδειγμα μας θα ήταν ΕΤ = (100 x 10) / 10 = 100. Ουσιαστικά λοιπόν ο πληθωρισμός θα ρυθμιζόταν από το ύψος των χρεών, χωρίς τις επιπλοκές της ενδιάμεσης λειτουργίας των τραπεζών – ενώ δεν θα μεταφερόταν στην «κερδοσκοπική οικονομία».

Ολοκληρώνοντας, εάν επί πλέον οι τράπεζες δεν υποχρεώνονταν να «καλύψουν» τα, νόμιμα παγωμένα, χρέη των οφειλετών τους στους Ισολογισμούς τους, δεν θα υπήρχε ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης τους, στη σημερινή έκταση – με αποτέλεσμα να εξασφαλίζεται και από εδώ η ομαλότερη λειτουργία της Οικονομίας.

Η ΕΛΛΑΔΑ

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, δεν μειώθηκε σημαντικά η ποσότητα χρήματος (προφανώς δεν αυξήθηκε), κυρίως λόγω του ειδικού δανεισμού (ELA) των τραπεζών από την ΤτΕ και την ΕΚΤ – ενώ ο περιορισμός της ταχύτητας κυκλοφορίας των χρημάτων αντισταθμίστηκε από τη σχετική μείωση της παραγωγής (υποθετικά στην εξίσωση μας ET = 90 x 7 / 6 = 105, ήτοι 5% αύξηση).  

Η εσωτερική υποτίμηση δε (μείωση μισθών κλπ.), η οποία θα προκαλούσε λογικά την (τεχνητή) αποκλιμάκωση των τιμών, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, επειδή υπερκαλύφθηκε από τη μεγάλη αύξηση της φορολογίας (άμεσους και έμμεσους φόρους) – με αποτέλεσμα οι τιμές να παραμείνουν υψηλές, απέναντι σε συνεχώς χαμηλότερα εισοδήματα, οπότε να καταρρεύσει το βιοτικό μας επίπεδο. 

Το αργότερο όμως όταν μειωθεί σημαντικά η παραγωγή (προσφορά), κάτι που δεν θα αργήσει να συμβεί, εάν δεν μεσολαβήσει κάποια μεγάλη αλλαγή, οι περισσότερες τιμές (με την ίδια ή ελαφρώς χαμηλότερη ποσότητα και ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος) θα εκτοξευθούν στα ύψη (ΕΤ = 90 x 7 / 3 = 210), αφού η ζήτηση θα υπερκαλύπτει την προσφορά – κάτι που πολύ δύσκολο δεν θα προκαλέσει, μάλλον ξαφνικά, μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, εάν όχι αιματηρές εξεγέρσεις.     

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με βάση την παραπάνω πρόχειρη ανάλυση, αλλά και την Ιστορία, η λύση που φαίνεται περισσότερο αποτελεσματική, χωρίς να διακινδυνεύσει το σύστημα (όπως θα μπορούσε να συμβεί εάν αποφασιζόταν η διαγραφή χρεών – η σεισάχθεια δηλαδή), είναι το άτοκο «πάγωμα» των υπερβολικών χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, σε όλη την έκταση της Δύσης – σε συνδυασμό με έναν ελεγχόμενο πληθωρισμό, καθώς επίσης με την καταπολέμηση τόσο των ευρωπαϊκών, όσο και των παγκόσμιων ασυμμετριών, όπως τις έχουμε αναλύσει σε προηγούμενα κείμενα μας.

Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη υπενθυμίζουμε ότι (άρθρο μας), θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ειδικό «ευρωπαϊκό κεφάλαιο αποπληρωμής χρεών» («bad bank» ουσιαστικά), στο οποίο να «οδηγηθούν» εκείνα τα χρέη των χωρών της ΕΕ που υπερβαίνουν το 60% του ΑΕΠ τους – έτσι ώστε να παγώσουν και να αποπληρωθούν σταδιακά, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν ή/και το επιβάλλουν, για να μην προκληθεί υπερπληθωρισμός (κάτι ανάλογο θα μπορούσε να δρομολογηθεί και για τα ιδιωτικά χρέη).    

Παράλληλα, η πολιτική λιτότητας οφείλει να γίνει πολύ πιο ήπια (με τα «χρόνια προσαρμογής» περισσότερα), έτσι ώστε να αποφευχθεί η ύφεση και τα τεράστια προβλήματα που προκαλεί – όπως διαπιστώθηκε κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας (ανεργία, χρεοκοπίες, κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, φτώχεια, αυξημένη εγκληματικότητα, κοινωνικές εξεγέρσεις, εθνικές αντιπαλότητες κοκ.).

Φυσικά πρέπει να συνοδευθεί με μέτρα ανάπτυξης όλων των χωρών της ΕΕ, αφού διαφορετικά είναι αδύνατη η μακροπρόθεσμη επίλυση της κρίσης χρέους – ενώ ο «επιτρεπόμενος» πληθωρισμός οφείλει να αναπροσαρμοσθεί στο 4%, από το 2% σήμερα. Επίσης, με μέτρα ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού κλάδου, όπου το κυριότερο όλων οφείλει να είναι ο διαχωρισμός των επενδυτικών από τις αμιγώς «εμπορικές» τράπεζες – στις οποίες πρέπει να απαγορεύεται η κερδοσκοπία με τις καταθέσεις των πελατών τους.  

Στη συνέχεια πρέπει να δρομολογηθεί ένα νέο δημοσιονομικό σύμφωνο σταθερότητας, το οποίο όμως να απαγορεύει τις ασυμμετρίες στα εξωτερικά ισοζύγια συναλλαγών των χωρών-μελών της Ευρωζώνης – με τα οποία κάποιες χώρες (Γερμανία, Ολλανδία κλπ.), αναπτύσσονται εις βάρος των υπολοίπων.

Τέλος, τονίζουμε ξανά ότι, το ESM θα ήταν σωστό να εξελιχθεί σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο, το οποίο να λειτουργεί όπως το ΔΝΤ από την ίδρυση του μέχρι τη δεκαετία του 1970 – με κύριο στόχο την συμμετρική ανάπτυξη των χωρών της ΕΕ. Πόσο μάλλον αφού, η μη ισορροπημένη εξέλιξη των κρατών, καθιστά αδύνατη την εφαρμογή μίας κοινής νομισματικής πολιτικής – για παράδειγμα, στη Γερμανία απαιτούνται υψηλά επιτόκια, ενώ στην Ιταλία χαμηλά.

Το «ταμείο» αυτό θα έπρεπε βέβαια να συνοδευθεί από την ίδρυση ευρωπαϊκών εταιρειών αξιολόγησης, έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται το μονοπώλιο των τριών αδελφών (Fitch, S&P, Moody's) – οι οποίες αξιολογούν ουσιαστικά την πιστοληπτική ικανότητα των διαφόρων χωρών, σύμφωνα με τις οικονομικές ανάγκες, την εξωτερική πολιτική (γεωπολιτική) και τα υπόλοιπα στρατηγικά σχέδια της υπερδύναμης.

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 06. Ιανουαρίου 2013, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.   

Σύριζα & ΚΚΕ – I

Σύριζα & ΚΚΕ, Κοινοβουλευτικός σοσιαλισμός & Κομμουνιστικός τηλεσιγραφισμός

 

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

 

Το ερώτημα που τίθεται από τα πράγματα, αν μπορεί να υπάρξει ένας «τρίτος δρόμος», πέρα από τον κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ και τον επαναστατικό τελεσιγραφισμό του ΚΚΕ. Και αν υπάρχει μια κρίσιμη μάζα αριστερών αγωνιστών που θα δώσει αξιοπιστία και δυναμισμό σε ένα παρόμοιο εγχείρημα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα ενιαίο μέτωπο αγώνα και νίκης…

Η πρόσφατη πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ και η δημοσίευση των Θέσεων της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ έθεσαν τους δύο ισχυρότερους πόλους της ελληνικής Αριστεράς στην τελική ευθεία για τα κομματικά τους συνέδρια, που θα πραγματοποιηθούν, σχεδόν παράλληλα, την άνοιξη. Πρόκειται στην ουσία για συνέδρια προγραμματικής, πολιτικής και οργανωτικής επανίδρυσης. Τα πιεστικά προβλήματα που θέτουν ενώπιον της Αριστεράς η ιστορικών διαστάσεων κρίση του καπιταλισμού και η τρομερή επίθεση που δέχεται ο κόσμος της εργασίας υποχρεώνουν και τα δύο κόμματα να αναζητήσουν ριζοσπαστικά καινούργιες απαντήσεις. Ωστόσο, οι εν λόγω απαντήσεις κινούνται σε κατευθύνσεις που αποκλίνουν δραματικά μεταξύ τους και, πολύ φοβόμαστε, από τις ανάγκες των κοινωνικών δυνάμεων που φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν.

Διακηρυγμένος στόχος του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μετατροπή του από ιδεολογικά άμορφη συνομοσπονδία συνιστωσών σε ενιαίο πολιτικό φορέα, ικανό να αναλάβει το βάρος μιας αριστερής διεξόδου από την κρίση. Το στόχο αυτό (υποτίθεται ότι θέτει η προγραμματική διακήρυξη που δόθηκε στη δημοσιότητα κάτω από τον τίτλο «Τι είναι και τι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ», σκόπιμα προκαλώντας ιερόσυλους συνειρμούς με το ιστορικό μανιφέστο του Δημήτρη Γληνού «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ».'Εστω κι έτσι, προδίδει μια θεμελιώδη αλήθεια: Ότι ο υπό διαμόρφωση «ενιαίος» ΣΥΡΙΖΑ ούτε είναι ούτε καν φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε πραγματικό κόμμα, με στοιχειωδώς συνεκτική ιδεολογία και σαφή στρατηγική, αλλά σε ένα ρευστό «μέτωπο χωρίς κόμμα», με συνεκτικό ιστό την προσμονή της «αριστερής κυβέρνησης».

 Στο κείμενο της προγραμματικής διακήρυξης κάθε προοδευτικός πολίτης, από την Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας μέχρι τους πολιτικά σκεπτόμενους αντιεξουσιαστές, μπορεί να βρει κομμάτια που τον εκφράζουν. Οι καταβολές του ΣΥΡΙΖΑ ανιχνεύονται στο ΕΑΜ, την ΕΔΑ, αλλά και τις «γνήσια δημοκρατικές δυνάμεις» της Ένωσης Κέντρου. Ο μεν καπιταλισμός είναι «σύστημα εκμετάλλευσης», σου πρέπει να ανατραπεί, η δε «δημιουργική επιχειρηματικότητα, που λειτουργεί για το δημόσιο όφελος, δεν θα πληγεί, αλλά θα βοηθηθεί». Ο σοσιαλισμός είναι «ο στρατηγικός μας στόχος», όπως λένε οι μαρξιστές, αλλά και «δρόμος διαρκούς αγώνα» που ξεκινά από το σήμερα, όπως διατείνονταν όλοι οι σοσιαλδημοκράτες, από τον Μπερνστάιν μέχρι τους Παπανδρέου.

 Η ευρωζώνη είναι «ζώνη γερμανικής οικονομικής επικυριαρχίας, αν όχι καταναγκασμού», ευτυχώς όμως υπάρχει (ίσως σε κάποιο παράλληλο σύμπαν) «η δική μας Ευρώπη… των λαών, των επαναστάσεων του κοινωνικού κράτους». Την εύθραυστη «ενότητα» αυτών των ακραία αντιφατικών θέσεων απείλησαν να διαρρήξουν δύο τροπολογίες του Αριστερού Ρεύματος, οι οποίες πόλωσαν τη συνδιάσκεψη ανάμεσα στην «Αριστερά» και στη συμμαχία «Κέντρου» και «Δεξιάς». Η πρώτη εξ αυτών περιόριζε την αναζήτηση πολιτικών συμμάχων ή και κυβερνητικών εταίρων του ΣΥΡΙΖΑ προς τα αριστερά του (κυρίως ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ), επιδιώκοντας να αποτρέψει καιροσκοπικές συμμαχίες με τη ΔΗΜΑΡ, τους Ανεξάρτητους Έλληνες κτλ. Η δεύτερη επιχειρούσε να δεσμεύσει την κομματική ηγεσία ότι, στην προοπτική σχηματισμού αριστερής κυβέρνησης, θα επιμείνει στην ακύρωση των μνημονίων και τη μονομερή διαγραφή όλου ή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, ακόμη κι αν τεθεί ζήτημα εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη.

 Η διαχωριστική γραμμή της συνδιάσκεψης ήρθε για να μείνει. Η συνοχή αυτού του ιδιότυπου «μετώπου χωρίς κόμμα» αναπόφευκτα θα δοκιμαστεί κάποια στιγμή – είτε με το σχηματισμό μιας «αριστερής κυβέρνησης» που θα προδώσει τις λαϊκές ελπίδες, αν συνεχίσει το δρόμο των κοινοβουλευτικών αυταπατών και του δογματικού ευρωπαϊσμού, είτε και πριν από τις εκλογές, αν τερματιστεί η ασταθής δημοσκοπική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ή αν η ανέτοιμη ηγεσία του παραλύσει μπροστά στα πελώρια πολιτικά διλήμματα μιας γενικευμένης κοινωνικής σύγκρουσης.

Οι ενδείξεις είναι ήδη ορατές. Η αριστερόστροφη πολιτική απόφαση της Συνδιάσκεψης κάνει λόγο για «λαϊκό ξεσηκωμό» και «παλλαϊκό ανένδοτο αγώνα» με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, προειδοποιώντας τους πολίτες ότι θα πρόκειται για «μια διαδικασία μεγάλων συγκρούσεων», οι οποίες «θα θέσουν στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού». Δεν πρόλαβε όμως να στεγνώσει το μελάνι στο χαρτί και ήρθε ο Γιάννης Δραγασάκης, με συνέντευξη του στο Βήμα της 9ης Δεκεμβρίου, να υποστηρίξει ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προβεί σε μονομερείς ενέργειες (σ.σ. για την κατάργηση των μνημονίων και τη διαγραφή του χρέους) παρά μόνο αν προκληθεί» από τους Ευρωπαίους. Δεν θα σε πειράξω, αν δεν με πειράξεις! Λες και δεν έχει «προκληθεί» βάναυσα ο έλληνας εργαζόμενος από τα μνημόνια της κοινωνικής βαρβαρότητας και του εθνικού εξευτελισμού! Τι νόημα είχε τότε να μαζευτούν 3.000 σύνεδροι για να ψηφίσουν μια διακήρυξη που λέει «καμιά θυσία για το ευρώ» και δεσμεύει το κόμμα ότι θα ακυρώσει μονομερώς τα μνημόνια;

Σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, οι «Θέσεις» της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για το 19ο συνέδριο δεν μπορούν να κατηγορηθούν για καιροσκοπική πολυσυλλεκτικότητα. Η ιδεολογική συνοχή, η πολιτική σαφήνεια και η οργανωτική στερεότητα αποτελούν, άλλωστε, τα κυριότερα στοιχεία που επιτρέπουν στο ΚΚΕ να συσπειρώνει ένα σημαντικό και πολύτιμο δυναμικό αριστερών αγωνιστών – στους δρόμους πολύ περισσότερο από ό,τι στις κάλπες. Πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι στις πολύ σκληρές συγκρούσεις που βρίσκονται μπροστά μας χρειάζεται κάτι σταθερό και στέρεο, πέρα από τη μεταμοντέρνα πλουραλιστική ρευστότητα ενός μεγάλου, εκλογικού μηχανισμού.

Το μέγα ερώτημα είναι ποιο πολιτικό σχέδιο εξυπηρετεί αυτή η ιδεολογική καθαρότητα. Η απάντηση είναι απογοητευτική. Απέναντι στην τρομερή κρίση που βιώνουμε και κινδυνεύει να οδηγήσει τους έλληνες εργαζόμενους στο βιοτικό επίπεδο των πατεράδων ή των παππούδων τους, η μόνη απάντηση που δίνει η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ είναι η… σοσιαλιστική επανάσταση! Απορρίπτει ρητά ακόμη και την έννοια του μεταβατικού προγράμματος ως ρεφορμισμό, θεωρώντας ότι ακόμη και στόχοι όπως η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν «να ενσωματωθούν σε αστικές επιδιώξεις» αν δεν συνοδεύονται από τη… δικτατορία του προλεταριάτου! Πρόκειται για πραγματικό αμόκ «επαναστατικού» τελεσιγραφισμού προς τις λαϊκές μάζες: Ή δεχόσαστε το 100% του προγράμματος μας και την καθοδήγηση του κόμματος μας, ή ο αγώνας σας για άμεση διέξοδο από την κρίση είναι μάταιος, αν όχι και ύποπτος.

 Μα τι λέτε, εμείς δεν είμαστε σεχταριστές, εμείς προτείνουμε κοτζάμ Λαϊκή Συμμαχία, θα πουν οι συντάκτες των «Θέσεων». Πράγματι. Μόνο που η περίφημη Λαϊκή Συμμαχία, όπως διαβάζουμε, θα αποτελείται από το ΚΚΕ, το ΠΑΜΕ και τις συναφείς μετωπικές συσπειρώσεις του… ΚΚΕ και των οπαδών του!

Ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται «σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία» και μάλιστα «πιο συντηρητική σε σύγκριση με τη σοσιαλδημοκρατία της μεταπολιτευτικής περιόδου», δηλαδή χειρότερος κι από το ΠΑΣΟΚ. Ακόμη χειρότερα, η Κεντρική Επιτροπή αποκλείει κάθε δυνατότητα ενιαίου μετώπου όχι μόνο με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με οποιοδήποτε ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό κόμμα ήθελε προκύψει μελλοντικά στα αριστερά του (εδώ φωτογραφίζει Αριστερό Ρεύμα και ΑΝΤΑΡΣΥΑ), προφητεύοντας ότι θα πρόκειται για «ένα νέο ανάχωμα της λεγόμενης αριστερής ή κομμουνιστικής ανανέωσης»!

 Υπάρχει ένα ενοχλητικό ερώτημα: Γιατί, παρά τις τόσες επαναστατικές κορώνες, το ΚΚΕ δεν εισπράττει, καιρό τώρα, την εχθρότητα από τους κυριότερους εκπροσώπους του συστήματος – αντίθετα, βλέπουμε κύρια άρθρα μεγάλων αστικών εφημερίδων να το επαινούν για τη «σοβαρότητα» που επιδεικνύει; Απλούστατα, γιατί η πολιτική γραμμή που έχει χαράξει είναι πολύ αριστερή στα λόγια και πολύ λίγο επικίνδυνη στην πράξη. Καταδικάζει το ΚΚΕ στο ρόλο ενός μεγάλου μαρξιστικού ομίλου, ενός κόμματος προπαγάνδας και όχι πολιτικής διεύθυνσης ενός «επικίνδυνου» κινήματος μαζών.

Οι πράξεις μιλάνε πιο δυνατά από τα λόγια κι ένα βήμα του πραγματικού κινήματος αξίζει περισσότερο από μια ντουζίνα προγραμματικών διακηρύξεων. Δυστυχώς, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν χάνει ευκαιρία να επιδείξει γραφειοκρατική εχθρότητα σε κάθε αυθόρμητη, αντιφατική, πάντως ριζοσπαστική εκδήλωση των μαζών εάν δεν την ελέγχει απολύτως. Χθες ήταν ο Δεκέμβρης του 2008, τώρα είναι οι πλατείες και το κίνημα των Αγανακτισμένων, για το οποίο οι «Θέσεις» αποφαίνονται ότι «στηρίχθηκε, ενθαρρύνθηκε – αν δε σχεδιάστηκε κιόλας – από μηχανισμούς της αστικής τάξης»!

Το ερώτημα που τίθεται από τα πράγματα, αν μπορεί να υπάρξει ένας «τρίτος δρόμος», πέρα από τον κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ και τον επαναστατικό τελεσιγραφισμό του ΚΚΕ. Και αν υπάρχει μια κρίσιμη μάζα αριστερών αγωνιστών που θα δώσει αξιοπιστία και δυναμισμό σε ένα παρόμοιο εγχείρημα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα ενιαίο μέτωπο αγώνα και νίκης. Ιδού η Ρόδος…

Πηγή:   Unfollow 3/1/2013. Το είδα: 05-01-2013, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=4182