Αμερικανικές Εκλογές: Τ’ αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει

Αμερικανικές Εκλογές: Τ’ αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει

Της Δανάης Καρυδάκη*

Σήμερα, 9 Νοεμβρίου 2016, είναι η επέτειος των 27 χρόνων από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Σε μια κωμικοτραγική σύμπτωση από αυτές που μας συνηθίζει ενίοτε η ιστορία, σήμερα είναι και η μέρα που με την αδιαπραγμάτευτη επικράτηση του Τραμπ στις Αμερικανικές Προεδρικές Εκλογές, προαναγγέλλεται το χτίσιμο του Τείχους των Αμερικανικών Συνόρων. Το αν αυτό το τείχος θα χτιστεί με τούβλα και μπετόν ή απλά με μίσος, ρατσισμό και μισογυνισμό έχει μικρή μάλλον σημασία.

The Times they are a-changin’;

Η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο υψηλής πολιτικής –high politics που λένε και οι Αγλοσάξονες– είναι απίθανο να ήταν διαφορετικά τα πράγματα σε περίπτωση που έβγαινε η Χίλαρι, όπως μας δείχνει περίτρανα και το κάτι λιγότερο από μια τρύπα στο νερό που έκανε ο πάλαι ποτέ ελπιδοφόρος Μπάρακ Ομπάμα τα τελευταία 8 χρόνια. Σε ένα συμβολικό επίπεδο, ο πρώτος μαύρος πρόεδρος ή η πρώτη γυναίκα πρόεδρος σε μια κοινωνία πατριαρχικής λευκής υπεροχής είναι μια κοινωνική κατάκτηση, δεν φαίνεται όμως να φτάνει για να επέλθει μια κοινωνική αλλαγή που θα προϋπέθετε, φυσικά, δομικές αλλαγές στην οικονομία.

Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι στη Μέση Ανατολή που στηρίζονται από τη βιομηχανία των όπλων και την επιθυμία γεωπολιτικού ελέγχου στο νέο- ψυχροπολεμικό κλίμα που παγιώθηκε με την κυριαρχία του (επίσης καπιταλιστή για να μην ξεχνιόμαστε) Πούτιν στη Ρωσία, η ευθεία επίθεση στην εργατική τάξη με την περαιτέρω καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων αλλά και κοινωνικών δικαιωμάτων όπως η υγεία και η παιδεία προς όφελος των ολιγαρχών –που άλλωστε στηρίζουν με εκατομμύρια δολάρια τους υποψηφίους– και η μετατροπή της Αμερικής σε ένα Οργουελιανό κράτος- κάμερα όπου κάθε «ύποπτη» κίνηση, όπως ένα πάρτυ μασκέ, βρίσκονται υπό το βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού δεν πρόκειται να αλλάξουν, όποιος κι αν κοιμάται στον δεύτερο όροφο του Λευκού Οίκου. Με άλλα λόγια, η περίφημη συνέχεια του κράτους καλά κρατεί και σήμερα στην Αμερική.

Εκεί όμως που πολύ φοβάμαι ότι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα ή, καλύτερα, να απελευθερωθούν από τις αναστολές τους είναι στις κοινωνικές σχέσεις. Όταν ο ίδιος ο Πρόεδρος, που σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 8, του Αμερικανικού Συντάγματος (κάτι σαν να λέμε εδάφιο ιερού βιβλίου για τους Αμερικάνους) είναι αυτός που οφείλει να το διατηρεί και να το προστατεύει, λέει ανοιχτά ότι όλοι οι Μεξικανοί είναι βιαστές και έμποροι ναρκωτικών, ότι οι μαύροι που διαμαρτύρονται για την αστυνομική βία εναντίον τους πρέπει να πάνε πίσω στην Αφρική, ότι πρέπει να επέλθει πλήρης και ολοκληρωτική απαγόρευση των Μουσουλμάνων στη χώρα, ότι δεν χρειάζεται η συναίνεση της γυναίκας για τη σεξουαλική συνεύρεση και ότι ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων πρέπει να καταργηθεί, τότε φανταστείτε πόσο πιο ελεύθεροι θα νιώθουν οι απλοί πολίτες που μοιράζονται αυτές τις απόψεις.

Ο ρατσισμός, η ισλαμοφοβία, ο μισογυνισμός, η ομοφοβία και η ρητορική μίσους νομιμοποιούνται και ο προνομιούχος λευκός ετεροφυλόφιλος χριστιανός άντρας παίρνει πάλι τα ηνία, που είχαν στιγμιαία απειληθεί με αυτές τις κουζουλάδες περί μειονοτήτων, ισότητας των φύλων και δικαιωματικού ακτιβισμού. Μια ματιά να ρίξει κανείς στο πλάνο της νικητήριας ανακοίνωσης του Τραμπ, όπου επιμελώς είχαν τοποθετηθεί τρεις λευκοί άνδρες, ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και ο Τραμπ Jr ως εκπρόσωπος των μελλοντικών γενεών, ενώ είχε αποκλειστεί η εθιμοτυπική παρουσία της συζύγου που τυγχάνει να είναι, εκτός από γυναίκα, και αλλοδαπή, φτάνει, νομίζω, για να υποστηριχτεί και σε επίπεδο αισθητικής αυτή τη θέση.

Αν κανείς πάλι επιμείνει στην τυχαιότητα αυτής της επιλογής, τον παραπέμπω σε εξέχοντα προϊόντα της Αμερικανικής ποπ κουλτούρας όπως οι σειρές House of Cards και The Good Wife. Γι αυτό, λοιπόν, επειδή υπάρχει μια δειλή δοκιμή από μια μερίδα λευκών ανδρών να πουν ότι η νίκη του Τραμπ είναι νίκη της εργατικής τάξης ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και «πάμε αδέρφια βουρ για επανάσταση», ίσως θα ήταν καλό να σκεφτούν ότι παρόλο που η ζωή του λευκού εργάτη θα ακολουθήσει το δόγμα «τι είχαμε τι χάσαμε, άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς», η ζωή της μαύρης εργάτριας –που ήδη υφίσταται διακρίσεις σε πολλαπλά δίκτυα εξουσίας όπως η τάξη, η φυλή και το φύλο– θα πάει μάλλον προς το χειρότερο.  Προσοχή, το λοιπόν, κυκλοφορούν αδέσποτα προνόμια.

Γιατί το σύστημα έχει κι άλλα συστήματα φριχτά

Το ότι η νίκη Τραμπ δεν είναι νίκη ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό διότι η πολιτική του δεν θα είναι διαφορετική από αυτή της Χίλαρι, δεν σημαίνει ότι η ψήφος δεν ήταν και ψήφος διαμαρτυρίας ενάντια στο νεοφιλελεύθερο σύστημα. Το σύστημα με τις κοινωνικές αδικίες και οικονομικές ανισότητες γέννησε τον Τραμπ, το σύστημα τον άφησε να έρθει εμπρός στον λαό ως μάννα εξ ουρανού, το σύστημα του χάρισε την σημερινή νίκη του. Υπήρχε πιθανότητα ο Σάντερς ως αντισυστημικός υποψήφιος να νικούσε τον Τραμπ; Πολύ πιθανό, αλλά στην ιστορία δεν βοηθάει να λειτουργούμε με το «τι θα γινόταν εάν…»

Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα πολλά χρόνια που έχει περάσει η Χίλαρι στην νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, το σκάνδαλο της χρήσης του προσωπικού της μειλ για πολιτικούς σκοπούς, η παράνομη χειραγώγηση των μηχανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος –που βρίσκεται ήδη 8 χρόνια στην ηγεσία της χώρας– για να γείρει η πλάστιγγα υπέρ τις στις εσωκομματικές εκλογές, η εργαλειοποίηση μηχανών αναζήτησης όπως η Google στην εκστρατεία της, αλλά και η ύποπτη αθώωσή της δυο μέρες πριν τις εκλογές την καθιστούν τον πλέον συστημικό υποψήφιο. Η συστημικότητα της Χίλαρυ δεν συνεπάγεται, όμως, την ριζοσπαστική αντισυστημικότητα του πολυεκατομμυριούχου Τραμπ, ακόμα και αν αρέσκεται ο ίδιος να την πλασάρει ως ορεκτικό. «Money talks» που λένε άλλωστε και οι Αμερικάνοι, υπονοώντας ότι αυτός που έχει τα μπικικίνια κάνει παιχνίδι.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση π.χ. με μια πιο σοσιαλδημοκρατική αντισυστημική επιλογή όπως ο Σάντερς ή ο Τζέρεμυ Κόρμπυν στη Βρετανία, η υποτιθέμενη αντισυστημικότητα του Τραμπ με την οποία ταυτίζονται οι ψηφοφόροι στρέφει τα βέλη της εναντίον του κράτους, της φορολογίας, της πρόνοιας και βάζει μπροστάρη έναν επιχειρηματία που στηρίζει την κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Και όλα αυτά πάνω στο μότο πως ό,τι δεν ταιριάζει με τη συντηρητική αναπαράσταση του ανθρώπου ως εαυτού μου τον ξερνάμε στον Καιάδα. Τι πιο νεοφιλελεύθερο από αυτό το πρόταγμα άραγε; Την στιγμή μάλιστα που γράφεται αυτό το κείμενο ένας μεθυσμένος ενθουσιασμός επικρατεί μετά την εκλογή Τραμπ στο στρατόπεδο του ακροδεξιού AfD στη Γερμανία, της Μαρίν Λεπέν, του Νάιτζελ Φάρατζ, του Ταγιπ Ερντογάν, του Βλάντιμιρ Πούτιν αλλά και της εγχώριας φέτας που ακούει στο όνομα Χρυσή Αυγή (ναι ναι και ο Φαήλος χάρηκε αλλά ας μην το κάνουμε θέμα και βάλουν τα κλάματα οι Σαμαρικοί).

Η συστημικότητα της Χίλαρι αλλά και του Τραμπ συνεπάγεται λοιπόν ότι το σύστημα πάσχει, οι πολίτες το ζουν στο πετσί τους και κάτι πρέπει να αλλάξει άμεσα. Όσο οι φιλελεύθεροι ηγέτες και διανοητές αγρόν αγοράζουν και κατηγορούν τον λαό ότι ζούσε πάνω από τις δυνατότητές του με ευθύνη της κακιάς δημαγωγού αριστεράς ή μάλλον σοσιαλδημοκρατίας και είναι αυτός που πρέπει να πληρώσει την κρίση ενώ η άρχουσα τάξη θα αποθηκεύει τα λεφτά της στις νήσους Κέιμαν, τόσο περισσότεροι ακροδεξιοί κλόουν θα παίρνουν την εξουσία μέσα από τα χέρια των φιλελεύθερων, αλλά, δυστυχώς, και μέσα από τα χέρια της εργατικής τάξης. Με κίνδυνο να κατηγορηθώ για Reductio Ad Hitlerum, να υπενθυμίσω πως το ότι η δημοφιλία της Ναζιστικής ιδεολογίας βασίστηκε εν πολλοίς στην απογοήτευση από τη φιλελεύθερη δημοκρατία με την οποία υποτίθεται ότι θα ερχόταν σε σύγκρουση δεν ωφέλησε ιδιαίτερα την εργατική τάξη, και ιδιαίτερα την εργατική τάξη που ανήκε σε μη αρεστές μειονότητες, όπως οι Εβραίοι ή οι ομοφυλόφιλοι. Διότι ο εχθρός του εχθρού μου δεν είναι απαραίτητα φίλος μου και το να κρίνει κανείς τον Τραμπ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συντάσσεται με τη Χίλαρυ.

Χαράματα η ώρα τρεις θα ‘ρθω να σε ξυπνήσω

Πέρα από το ίδιο το αποτέλεσμα των εκλογών, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η μπίζνα εκατομμυρίων που λέγεται δημοσκοπήσεις και exit polls αποτυγχάνει παταγωδώς και παγιωμένα τώρα πια. Αντιπαρερχόμενη θεωρίες συνομωσίας σύμφωνα με τις οποίες οι δημοσκόποι μαγειρεύουν τα αποτελέσματα ώστε να λάβουν στιγμιαία εύνοια εκ μέρους του συστηματικού υποψηφίου και παντοτινό επαγγελματικό ρεζίλι στα μάτια όλης της υφηλίου, αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας κάνει να κοιμόμαστε με ένα μετριοπαθές συστημικό προγνωστικό και να ξυπνάμε τα χαράματα με ένα στατιστικά απροσδόκητο, πολιτικά πιο ακραίο, αλλά σίγουρα ξεκάθαρο αποτέλεσμα. Το πιο πιθανό είναι ότι οι δημοσκόποι, που ανέπτυξαν τα μεθοδολογικά τους εργαλεία σε εποχές μεγαλύτερης κοινωνικής ειρήνης και οικονομικής ευημερίας χάνουν μια μεταβλητή που επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα.

Το θέμα είναι ποια είναι αυτή η μεταβλητή. Σε ερώτηση στον Αμερικανό διευθυντή πολιτικών ερευνών του ινστιτούτου ερευνών Pew Κάρολ Ντόχερτι αν υπάρχει κάποια «μυστική» ψήφος στον Τραμπ που να έλαβαν υπόψη τους, δηλαδή μια ψήφος που ο ερωτώμενος δεν θα αποκάλυπτε στον δημοσκόπο, η απάντησή του ήταν ότι «δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δεν το έχουμε δει αυτό, όποιος ψηφίζει τον Τραμπ το λέει ευθαρσώς». Μάλλον, όμως, έπεσε έξω. Οι 186 εκλέκτορες που προβλέπονταν για τον Τραμπ στις δημοσκοπήσεις είναι αυτή τη στιγμή 276, ενώ μένουν ακόμα 44 που δεν έχουν ακόμα καταμετρηθεί. Υπήρξαν λοιπόν κάποιοι ψηφοφόροι που στην ερώτηση αν θα ψηφίσουν τον Τραμπ απέκρυψαν την πρόθεσή τους. Γιατί συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο; Μία απλή απάντηση είναι ότι ο θυμός των ψηφοφόρων ενάντια στο σύστημα τους οδηγεί να είναι καχύποπτοι και απέναντι στους δημοσκόπους ως εγγενές και δομικό μέρος αυτού του συστήματος και προσπαθούν να τους παραπλανήσουν με σκοπό τον εξευτελισμό τους. Πέραν αυτού όμως υπάρχει, νομίζω, και ένας ακόμα λόγος πίσω από αυτή τη μυστική ψήφο.

Η Αμερικανική ιστορία, και κατ’ επέκταση η Αμερικανική κοινωνία, έχει μακρά παράδοση σε δύο αντιμαχόμενες πεποιθήσεις/αναπαραστάσεις για το κοινωνικό γίγνεσθαι, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κάπως καταχρηστικά τη μία «φασιστική» και την άλλη «φιλελεύθερη». Στη «φασιστική» ας το πούμε όχθη ανήκουν το καθεστώς δουλείας στον Νότο μέχρι τη δεκαετία του 1860, η απαγόρευση ψήφου στις γυναίκες μέχρι το 1920, και ο φυλετικός διαχωρισμός που καταργήθηκε το 1964, δηλαδή μόλις 52 χρόνια πριν. Στη «φιλελεύθερη» κατηγοριοποιούνται η Αμερικανική Επανάσταση ενάντια στον Αγγλικό ζυγό το 1776, η νίκη επί του Ναζισμού στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αγώνας για πολιτικά δικαιώματα και φυλετική ισότητα τη δεκαετία του ’60, και το φεμινιστικό κίνημα πρώτα των Σουφραζετών στις αρχές του 20ου αιώνα και μετά το δεύτερο κύμα για την κοινωνική ισότητα των φύλων τη δεκαετία του ’70. Στη συλλογική συνείδηση των Αμερικάνων, η «φασιστική» πεποίθηση επί του κοινωνικού έχει νοηματοδοτηθεί και αναπαρασταθεί ως κακή και άρα πηγή εθνικής ντροπής, ενώ η «φιλελεύθερη» ως καλή και πηγή εθνικής περηφάνιας. Έτσι, το να παραδεχθεί κανείς σε έναν δημοσκόπο ότι στον 21ο αιώνα επιλέγει έναν υποψήφιο που κάνει ανοιχτά διακρίσεις ενάντια στις γυναίκες, τους μαύρους και άλλες μειονότητες είναι σαν να πηγαίνει κόντρα στο εθνικό αφήγημα της φιλελεύθερης καλής Αμερικής, το οποίο του δημιουργεί ίσως πολλές ενοχές.

Το εθνικό αυτό αφήγημα όμως είναι μάλλον ένας ακόμα εθνικός μύθος, όπως αποδεικνύει και η εθνική ανάταση που προσδίδουν σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε όλο το πολιτικό φάσμα το συνταγματικό δικαίωμα της οπλοκατοχής και οπλοχρησίας καθώς και οι επεκτατικοί πόλεμοι στη Μέση Ανατολή. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε στο ιστορικό αυτό σημείο όπου η μνήμη του φασισμού έχει ασθενήσει τόσο ώστε να μην νιώθουν ένοχα τα υποκείμενα να τον υποστηρίξουν μαζικά και ενίοτε πλειοψηφικά στις εκλογές, αλλά είναι ακόμα τόσο ζωντανή ώστε να νιώθουν ένοχα να το εκμυστηρευτούν σε έναν δημοσκόπο. Έχοντας στον ορίζοντα πολλές εκλογικές αναμετρήσεις με τον φασισμό μέσα στο 2017, όπως στη Γαλλία και τη Γερμανία αλλά ίσως και την Βρετανία, την Ελλάδα και την Ιταλία, καθώς και αντίστοιχες ιστορίες αντιμαχόμενων πεποιθήσεων/αναπαραστάσεων, έχει μεγάλη σημασία πώς να συνδέσει κανείς την ιστορική μνήμη με την προστασία των συμφερόντων της εργατικής τάξης, την μάχη ενάντια στο σύστημα με την ανοχή απέναντι στο διαφορετικό, ούτως ώστε να μην φτάσουμε σε αδιέξοδα διλήμματα όπως το χθεσινό. Αλλιώς, θα δούμε πολλά Τείχη του Βερολίνου να χτίζονται πάνω στα ερείπια της αλληλεγγύης μας.

ΠΗΓΗ: Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016, https://www.thepressproject.gr/article/102584/Amerikanikes-Ekloges-T-arxinismeno-sunthima-panta-mou-menei

* https://www.thepressproject.gr/list.php?author=%CE%94%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B7%20%CE%9A%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B7

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.