ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΙΙ

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ:

Οι Έλληνες είναι εξοπλισμένοι με έναν πολιτισμό, βαθειά ριζωμένο μέσα τους, ο οποίος στο τέλος θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν πρώτοι τη νέα εποχή της ανασφάλειας, των διακυμάνσεων, της αβεβαιότητας και της συνεχούς μεταβλητότητας – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Ο ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Η πολιτική ανάπτυξης μέσω συνεχούς δανεισμού των βιομηχανικών χωρών, φαίνεται να φτάνει στο τέλος της. Η «απεργία» των αγοραστών ομολόγων του δημοσίου, μετά το τεράστιο λάθος της Ευρωζώνης κατά τη διάρκεια των συνόδων της 21ης Ιουλίου και 26ης Οκτωβρίου, όπου αποφασίσθηκε από τη Γερμανία η μονομερής συμμετοχή των αγορών στη διαγραφή χρέους (εξαιρούνται η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, η ΕΕ κλπ.), θα υποχρεώσει σύντομα τα ανεπτυγμένα κράτη να βρουν νέους τρόπους χρηματοδότησης των δημοσίων χρεών τους – ενδεχομένως με καταναγκαστικά λαϊκά ομόλογα, με φοροεπιδρομές και με «δημευτικές» ειδικές εισφορές (ακίνητα μέσω της ΔΕΗ), «μέτρα» από τα οποία πολύ δύσκολα θα ξεφύγουν οι Πολίτες τους” (FTD).

 

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι συνδεδεμένος με τους Ισολογισμούς – με το Ενεργητικό και με το Παθητικό των κρατών, με αυτά δηλαδή που διαθέτουν, καθώς επίσης με αυτά που οφείλουν. Πολλά κράτη της Δύσης είναι επιβαρυμένα με μεγάλα δημόσια χρέη, τα οποία προέρχονται από το παρελθόν, στα πλαίσια της ανάπτυξης τους μέσω του υπέρμετρου δανεισμού – ενώ τα περισσότερα έχουν ιδιωτικοποιήσει το σύνολο σχεδόν της δημόσιας περιουσίας τους, περιορίζοντας δραστικά τις αξίες του Ενεργητικού τους, αφού ακολούθησαν πιστά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική «των παιδιών του Σικάγου». Ο Πίνακας Ι είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Προβλέψεις 2011 δημοσίου χρέους, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ

Χώρα

Δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ

 

 

Ιαπωνία

206,2

Ελλάδα

162,8

Ιταλία

120,5

Η.Π.Α.

101,0

Βέλγιο

97,2

Γαλλία

85,4

Γερμανία

81,7

Ισπανία

69,6

Πηγή: Financial Times, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος,  Σημείωση: Η Αργεντινή πτώχευσε με χρέος ίσο με το 55% του ΑΕΠ της.

 

Χώρες όπως η Γερμανία, οι οποίες έχουν πλεονάσματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών τους, καθώς επίσης ελεγχόμενα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους, επωφελούνται, παρά τα μεγάλα δημόσια χρέη τους – επειδή οι διεθνείς δανειστές τις προτιμούσαν (μέχρι σήμερα) από άλλες, ο «Ισολογισμός» των οποίων είναι αρκετά προβληματικός. Ειδικά όσον αφορά τη Γερμανία οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, διαθέτει έναν απίστευτο φορολογικό μηχανισμό, ο οποίος της επιτρέπει την «κατά το δοκούν» απομύζηση των Πολιτών της – κυρίως με τη βοήθεια της Οικονομικής Αστυνομίας, στην κυριολεξία ενός «Κράτους εν Κράτει», η οποία δεν έχει τον παραμικρό ηθικό ενδοιασμό (η βασική μέθοδος είναι ο δημόσιος διασυρμός, η διαπόμπευση καλύτερα των Αδίκων, έτσι ώστε να διευκολύνεται στη συνέχεια η λεηλασία των Δικαίων – αυτών δηλαδή, οι οποίοι έχουν απλά τη δυνατότητα να πληρώσουν παραπάνω, χωρίς να τα οφείλουν / βιβλίο μας).         

Εν τούτοις τα κράτη αυτά δεν έχουν μόνο πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα – αφού η σύνδεση τους στο κοινό νόμισμα, με άλλα «προβληματικά» κράτη, επιβαρύνει τις προοπτικές τους. Απέναντι λοιπόν σε αυτήν την πραγματικότητα, οι διαφορετικές χώρες, συνδεδεμένες μεταξύ τους ή μη, είναι υποχρεωμένες να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, στην προσπάθεια τους να μειώσουν τα χρέη τους.

Συνεχίζοντας, σε ορισμένα άλλα κράτη όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ελλάδα, η κατάσταση είναι τόσο προβληματική, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποθέσει ότι, θα αποφύγουν τελικά την εξαιρετικά τραυματική εμπειρία της χρεοκοπίαςενδεχομένως ίσως και την έξοδο τους από το κοινό νόμισμα η οποία, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα είναι συντεταγμένη, με την παράλληλη «γενναία» διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών τους (σε επίπεδα που να μην ξεπερνούν το 50% του ΑΕΠ τους). Στα πλαίσια αυτά, η διάλυση της νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) είναι ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο, με ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο για την Ευρώπη, όσο και για τον υπόλοιπο πλανήτη.

Άλλα πάλι κράτη, όπως η Μ. Βρετανία, η Γαλλία και η Ισπανία, διαπιστώνεται ότι έχουν δραστηριοποιηθεί πολύ πιο γρήγορα, κατανοώντας έγκαιρα το μέγεθος των προβλημάτων τους και προσπαθώντας να ελέγξουν το μέλλον τους – αν και τα μέτρα, τα οποία υιοθέτησαν ή θα υιοθετήσουν στη συνέχεια, θα προκαλέσουν αναμφίβολα πολλά προβλήματα στους Πολίτες τους. Φυσικά δεν μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίσει σαν ξεχωριστές «μονάδες», αφού αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρωπαϊκών συγκοινωνούντων δοχείων.  

Μία τρίτη ομάδα κρατών, της οποίας ηγούνται οι Η.Π.Α., σε κάποιο βαθμό και η Ιαπωνία, δεν έχει αποφασίσει ακόμη τη μέθοδο, με την οποία θα περιορίσει τα δημόσια χρέη της. Επειδή η ομάδα αυτή θεωρεί ότι έχει περισσότερο χρόνο στη διάθεση της, επωφελούμενη από τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού της, ακολουθεί ουσιαστικά το δόμο της «financial repression» – με τη βοήθεια του οποίου τα επιτόκια συμπιέζονται σε όσο το δυνατόν χαμηλότερα επίπεδα, έτσι ώστε οι δανειστές, συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών με σχετικά σταθερά εισοδήματα, να «επιδοτούν» τους οφειλέτες.

Τέλος, η τέταρτη ομάδα κρατών, της οποία ηγείται η Κίνα, εν μέρει και η Ρωσία, δεν έχει ακόμη προβλήματα υπερχρέωσης, με αποτέλεσμα να προσελκύει τα διεθνή κερδοσκοπικά ή άλλα κεφάλαια, περιορίζοντας έτσι την προσφορά τους στη Δύση – με άμεσο επακόλουθο την αύξηση των επιτοκίων, με τα οποία επιβαρύνονται οι ήδη υπερχρεωμένες χώρες, οι οποίες καταδικάζονται σε έναν φαύλο κύκλο δανεισμού-ελλειμμάτων-χρεών-πτώχευσης. 

Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Ο περιορισμός των δημοσίων χρεών είναι άμεσα εξαρτημένος από την πραγματική οικονομία – από την οποία απαιτείται ανάπτυξη, για να μπορέσει να λειτουργήσει «θεραπευτικά» στο δημόσιο χρέος. Απλούστερα, όσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα μίας χώρας να παράγει Εθνικό Προϊόν (αύξηση του ΑΕΠ της), τόσο περισσότερο μεγεθύνονται τα (υγιή) δημόσια έσοδα της, οπότε είναι σε θέση να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της – απέναντι στους δανειστές της, αλλά και στους Πολίτες της, στους οποίους μπορεί να προσφέρει σταθερότητα ή ένα διαρκώς βελτιούμενο βιοτικό επίπεδο. Η ανάπτυξη όμως, καθώς επίσης οι επενδύσεις που προϋποθέτει, απαιτούν με τη σειρά τους νέα δάνεια. Επομένως, «αξιόχρεους συντελεστές» (δημόσιους και ιδιωτικούς), οι οποίοι να μπορούν να δανείζονται με λογικά επιτόκια, για να επενδύουν στην παραγωγή, στο εμπόριο κλπ. – αυξάνοντας το τζίρο τους και, κατ’ επέκταση, το εθνικό προϊόν (ΑΕΠ), τα δημόσια έσοδα κοκ. (το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα της ζήτησης – αύξηση της κατανάλωσης κλπ.)

Επειδή τώρα ολόκληρη η Δύση έχει ξεπεράσει τα ανώτατα όρια δανεισμού της, έχουν πάψει να υφίστανται οι υγιείς προϋποθέσεις ανάπτυξης, ενώ συρρικνώνεται τόσο η προσφορά, όσο και η ζήτηση – με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αυξηθούν τα έσοδα των κρατών, να γίνεται όλο και πιο δύσκολη η εξυπηρέτηση των υφισταμένων δανείων, καθώς επίσης να μειώνεται συνεχώς το βιοτικό επίπεδο των Πολιτών.

Πολλά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας, είναι υποχρεωμένα να προβούν σε μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές, χωρίς τη βοήθεια της ανάπτυξης ή/και της κατανάλωσης – έτσι ώστε να επανακτήσουν τη χαμένη ανταγωνιστικότητα τους, να ξεφύγουν από την ύφεση και να καταπολεμήσουν την ανεργία. Άλλες πάλι χώρες, όπως κυρίως οι Η.Π.Α., έχουν τη δυνατότητα να συνδέσουν τις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές, με μία βραχυπρόθεσμη αναζωπύρωση της ζήτησης – ενώ μερικά κράτη, όπως η Γερμανία, είναι σε θέση να απολαύσουν τα οφέλη των διαρθρωτικών αλλαγών, τις οποίες έχουν ήδη δρομολογήσει στο παρελθόν (κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, σχεδόν αμέσως μετά από το ξεκίνημα της Ευρωζώνης). Παρά το ότι λοιπόν τα σημερινά κράτη είναι από πολλές πλευρές «συνδεδεμένα», αφού η οικονομική πολιτική που ακολουθεί το ένα, επηρεάζει το άλλο (για παράδειγμα, η λιτότητα στην ΕΕ εκμηδενίζει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης των Η.Π.Α.), έχουν διαφορετικές δυνατότητες και διαφορετικά προβλήματα, για τα οποία υποχρεωτικά θα επιλέξουν διαφορετικές λύσεις – οι οποίες όμως φαίνεται ότι θα προκαλέσουν «συγκρουσιακές καταστάσεις» μεταξύ τους, με αποτελέσματα που είναι αδύνατον να προβλεφθούν με σαφήνεια.   

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Η ανάπτυξη, ακόμη και αν επιτευχθεί, δεν είναι αρκετή από μόνη της – αφού ήταν μέχρι πρόσφατα (2007) εντάσεως ανεργίας, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό η απασχόληση. Η ανεργία τώρα, σε συνδυασμό με τη μη ισορροπημένη κατανομή των εισοδημάτων («άνοιγμα της ψαλίδας» μεταξύ πλούσιων και φτωχών, εις βάρος κυρίως της μεσαίας τάξης), καθώς επίσης με τη γενικότερη πτώση του βιοτικού επιπέδου της Δύσης, δημιουργεί εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες (φτώχεια, εγκληματικότητα κλπ.) σε πάρα πολλές χώρες – ειδικά σε αυτές, οι οποίες έχουν υποστεί τις εγκληματικές επιθέσεις του ΔΝΤ.  Επομένως, οι απαιτήσεις για μεγαλύτερη κοινωνική Δικαιοσύνη εκ μέρους των Πολιτών αυξάνονται σε καθημερινή βάση – με δυσμενή αποτελέσματα για την Οικονομία, αφού οι διαδηλώσεις, οι απεργίες κλπ., οι οποίες προκαλούνται από την κοινωνική αδικία, κοστίζουν ακριβά τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα ενός κράτους. Πρόκειται λοιπόν για έναν άλλο «φαύλο κύκλο», ο οποίος οδηγεί από έναν ακόμη δρόμο τα κράτη και τους Πολίτες τους σε οδυνηρά αδιέξοδα,  

Περαιτέρω, μέσα από όλα αυτά τα καθημερινά προβλήματα και τα αγωνιώδη αδιέξοδα, ενισχύεται εύλογα η άποψη ότι, ο καπιταλισμός έχει γίνει πλέον καταστροφικός – ειδικά επειδή οι τράπεζες, στην προηγούμενη περίοδο της ανάπτυξης, εισέπραξαν τεράστια κέρδη, ενώ στη συνέχεια «κοινωνικοποίησαν» τις ζημίες τους, εις βάρος του υπολοίπου πληθυσμού. Το σύνολο λοιπόν των Πολιτών είναι σε μεγάλο βαθμό δύσπιστο, απέναντι στο σύστημα που επικρατεί σε κάθε χώρα – πόσο μάλλον όταν τα πακέτα διάσωσης των κρατών, τα οποία «εκπονήθηκαν» μετά την κρίση, δεν ωφέλησαν καθόλου τους Πολίτες, αλλά αποκλειστικά και μόνο τις τράπεζες. Επομένως, το υφιστάμενο «κοινωνικό σύστημα» τείνει να χάσει πλέον τη νομιμοποίηση του – επίσης με δυσδιάκριτα αποτελέσματα για το μέλλον, ενώ παρατηρείται μία «αναζωπύρωση» των εθνικιστικών, των εθνικοσοσιαλιστικών, των σοσιαλιστικών και των κομμουνιστικών ιδεών.  

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Η Ευρωζώνη είναι βυθισμένη σε μία διπλή κρίση: οι επενδυτές αποσύρουν μαζικά τα χρήματα τους, τόσο από τα κράτη, όσο και από τις τράπεζες – ενώ κράτη και τράπεζες χρειάζονται απεγνωσμένα ρευστότητα, όσο ποτέ μέχρι σήμερα. Εάν δεν αντιδράσει άμεσα η Πολιτική, ανακοινώνοντας την ενεργοποίηση της ΕΚΤ και την έκδοση κοινών Ευρωομολόγων, απειλούμαστε με έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο (σπιράλ του θανάτου), «διακοσμημένο» με εθνικιστικές εξάρσεις, με φόβο, με ανεξέλεγκτες χρεοκοπίες και με μία συνεχή αύξηση του συνόλου των χρεών – έως τη στιγμή της απόλυτης κατάρρευσης”.

Οι απαιτήσεις για μεγαλύτερη κοινωνική Δικαιοσύνη, τις οποίες αναλύσαμε παραπάνω, δεν πρόκειται να σταματήσουν – αντίθετα, θα γίνονται όλο και πιο ισχυρές, όλο και πιο μαχητικές, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν φαίνεται ακόμη. Ας μην ξεχνάμε ότι, η Γαλλική Επανάσταση ξέσπασε ένα χρόνο μετά τη χρεοκοπία της χώρας – ενώ ήταν μία από τις πλέον «αιματηρές» εποχές της Ιστορίας, με  θύματα εχθρούς και φίλους της «Γαλλικής Δημοκρατίας». Επομένως, ο δυτικός κόσμος έχει μία και μοναδική επιλογή: να ανακαλύψει έναν καινούργιο πολιτικό δρόμο, ο οποίος θα διαχειρίζεται καλύτερα, άριστα αν είναι δυνατόν, τις σχέσεις (α) του Κεφαλαίου με την Εργασία, (β) των σημερινών ανθρώπων με τις μελλοντικές γενιές (γ) του χρηματοπιστωτικού τομέα με την πραγματική οικονομία και (δ) των κρατών, ειδικά των χωρών-μελών των νομισματικών ενώσεων, μεταξύ τους.   

Ο δρόμος αυτός θα μπορούσε να ανακαλυφθεί από την ίδια την Πολιτική – όπου όμως τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις Η.Π.Α. ή στην Ιαπωνία επικρατεί η άποψη ότι (άρθρο μας), οι πολιτικοί είναι ανίκανοι, ανεπαρκείς, διεφθαρμένοι, υπάλληλοι των τοκογλύφων και του Καρτέλ – ενώ μία σκιώδης εξουσία έχει αναλάβει την «εγκατάσταση» μίας απολυταρχικής, παγκόσμιας διακυβέρνησης, με στόχο την εκμετάλλευση του συνόλου από μία μικρή, αλλά ικανότατη και πολύ ισχυρή ελίτ. Είναι άλλωστε δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα ότι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι προκάλεσαν τη σημερινή, παγκόσμια κρίση, είναι σε θέση να βρουν τις απαιτούμενες λύσεις. Στα πλαίσια αυτά, η αναζήτηση και η εύρεση ενός καινούργιου πολιτικού δρόμου, ο οποίος θα ακολουθηθεί από νέους, ικανούς, ανεξάρτητους, ανιδιοτελείς και αδιάφθορους ηγέτες, είναι μία πολύ πιο δύσκολη διαδικασία, από ότι ήταν στο παρελθόν. Επομένως, πρόκειται για μία ακόμη ασαφή διαδικασία, με επίσης δυσδιάκριτα αποτελέσματα για το μέλλον – πόσο μάλλον αφού προϋποθέτει τη δημιουργική καταστροφή όλων ανεξαιρέτως των υφισταμένων δομών (κάτι που στο παρελθόν εξασφάλιζαν οι πόλεμοι).   

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η πατρίδα μας είναι αναμφίβολα μία πλούσια, πολλαπλά προικισμένη χώρα, η  οποία αντιμετωπίζει πάρα πολλά προβλήματα: χρηματοπιστωτικά, οικονομικά, κοινωνικά και, κυρίως, πολιτικά. Είναι η πρώτη χώρα που βρέθηκε, εντελώς απροετοίμαστη, στο μάτι του κυκλώνα, βιώνοντας πρώτη την κρίση των κρίσεων. Αντιμετώπισε πρώτη την εισβολή του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη, έζησε το ρέκβιεμ της Δημοκρατίας, ενώ ήταν η πρώτη που δέχθηκε τις πάσης φύσεως άνανδρες επιθέσεις της επεκτατικής, πρωσικής Γερμανίας – όπως επίσης των τοκογλυφικών αγορών και του πολυεθνικού Καρτέλ. Τέλος, στην Ελλάδα διορίσθηκε η πρώτη τεχνοκρατική κυβέρνηση στον πλανήτη, μετά από μία σειρά τραυματικών εμπειριών και πολιτικών ηγεσιών, μερικές από τις οποίες χαρακτηρίσθηκαν από πολλούς ακόμη και «ενδοτικές». Οι Πολίτες της διασύρθηκαν από όλα τα ξένα ΜΜΕ, εξευτελίσθηκαν, πληγήκαν στην εθνική τους υπερηφάνεια, εξαπατήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους ηγέτες τους, απογοητεύθηκαν από την κοινωνία τους, λεηλατήθηκαν και συνεχίζουν να λεηλατούνται με εσωτερικές υποτιμήσεις, με δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων και με πρωτόγνωρα, εξαντλητικά μέτρα λιτότητας, χωρίς καμία προοπτική – ενώ είναι υποχρεωμένοι να αντιπαρατεθούν πρώτοι με μία απάνθρωπη ανασφάλεια, άνευ προηγουμένου στην παγκόσμια Ιστορία.

Είναι αυτοί λοιπόν, οι οποίοι βιώνουν ήδη μία «αλλαγή παραδείγματος», μία επώδυνη αλλαγή εποχής δηλαδή, για την αντιμετώπιση της οποίας δεν έχουν στη διάθεση τους κανένα συμβατικό όπλο – απόλυτα εκτεθειμένοι «στις διαθέσεις των Θεών του Ολύμπου». Η αναμενόμενη επίσημη ανακοίνωση της χρεοκοπίας, μέσα από τις πρόσφατες συζητήσεις για διαγραφή του 75% από τα 200 δις € που οφείλονται στον ιδιωτικό τομέα (λόγω της υφιστάμενης δυνατότητας μεταβολής των συνθηκών των παλαιών ομολόγων, κατά την ανταλλαγή τους με νέα, επειδή υπάγονται στην Ελληνική νομοθεσία), θα είναι μία επόμενη δοκιμασία για τους Έλληνες – όπως επίσης για την Ευρωζώνη και τον υπόλοιπο πλανήτη.  

Εν τούτοις οι Έλληνες, αν και με διαβρωμένο χαρακτήρα από τα τελευταία τριάντα χρόνια, είναι εξοπλισμένοι όσο κανένας άλλος λαός με έναν πολιτισμό, βαθειά ριζωμένο μέσα τους, ο οποίος είμαστε σίγουροι ότι στο τέλος θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν πρώτοι τη νέα εποχή και να βγουν πρώτοι ως νικητές από τον πόλεμο – από τον πρώτο παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο στην ανθρώπινη ιστορία. Αρκεί να εμπιστευθούν τον εαυτό τους, να αγωνισθούν από κοινού με θάρρος και με τόλμη για την ελευθερία τους, καθώς επίσης να μην απαιτήσουν κάτι λιγότερο από το άριστο – όπως ακριβώς έκαναν οι πρόγονοί τους.      

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 26. Νοεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος και συγγραφέας, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2486.aspx

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ Ι

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ:

Οι Έλληνες είναι εξοπλισμένοι με έναν πολιτισμό, βαθειά ριζωμένο μέσα τους, ο οποίος στο τέλος θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν πρώτοι τη νέα εποχή της ανασφάλειας, των διακυμάνσεων, της αβεβαιότητας και της συνεχούς μεταβλητότητας – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Δεν είναι τυχαίο το ότι, ο φόβος, η ανασφάλεια, η αστάθεια και η μεταβλητότητα επικρατούν σήμερα σε ολόκληρο τον πλανήτη – παράλληλα και την ίδια χρονική στιγμή. Φοβόμαστε για το κοντινό μέλλον μας, ενώ είμαστε πολύ απαισιόδοξοι, τρομοκρατημένοι ίσως, σε σχέση με το μέλλον των παιδιών μας. Όλα αυτά μας οδηγούν εύλογα στο συμπέρασμα ότι, η παγκόσμια κοινότητα έχει εισέλθει σε μία ιστορική «αλλαγή παραδείγματος» – η οποία συνήθως συνοδεύεται από τον πανικό της απώλειας εκείνης της άγκυρας, η οποία κρατούσε το «πλοίο» μας ασφαλές στο λιμάνι.        

Η επανεγκατάσταση αυτής της «άγκυρας», η επιστροφή της ασφάλειας και της σταθερότητας δηλαδή στην οικονομία, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην κοινωνία και στην πολιτική, θα απαιτήσει πολύ χρόνο – ενώ δεν θα υπάρχει στο εξής καμία γνώριμη ή/και σαφής στρατηγική επιβίωσης, πόσο μάλλον επιτυχίας, αφού θα εκλείπουν τα ιστορικά δεδομένα.

Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα, τα οποία φαίνονται καθαρά: οι διαφορετικές χώρες θα αποφασίσουν να υιοθετήσουν, είτε με τη δική τους, ελεύθερη βούληση, είτε καταναγκαστικά, διαφορετικές λύσεις – με διαφορετικές συνέπειες για τις ίδιες και τον υπόλοιπο πλανήτη. Η νέα σύνδεση δε των χωρών αυτών με όλες τις άλλες, κάτω από τα καινούργια δεδομένα, θα φέρει αντιμέτωπο ολόκληρο το σύστημα, σαν ένα και μόνο σύνολο, με νέες, πολύ μεγαλύτερες προκλήσεις.

Ορισμένες αλλαγές, στα πλαίσια της πλήρους αναθεώρησης των κρατούντων προτύπων, θα πραγματοποιηθούν «εξελεγκτικά», δαρβινικά – ήρεμα δηλαδή, κατά τη διάρκεια πολλών ετών. Άλλες θα ακολουθήσουν απότομα, ξαφνικά, χωρίς καθόλου να τις περιμένουμε – εντείνοντας ακόμη περισσότερο την ανασφάλεια μας. Ας ελπίσουμε ότι τελικά θα καταφέρουμε να βρεθούμε σε ένα νέο σημείο ισορροπίας, χωρίς να καταστραφούν όλα όσα έχουμε μέχρι σήμερα επιτύχει – μεταξύ των οποίων και η Δημοκρατία”. (M. Erian, ΒΒ).    

Ανάλυση

Έχει αποδειχθεί ότι οι περιοχές του εγκεφάλου, οι οποίες δραστηριοποιούνται όταν ασχολούμαστε με την επίλυση γνωστών προβλημάτων, είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές, οι οποίες «διαπραγματεύονται» άγνωστες καταστάσεις – προβλήματα δηλαδή, για τα οποία δεν υπάρχει κανένα ιστορικό προηγούμενο ή/και προσωπική, ανθρώπινη εμπειρία. Για παράδειγμα, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα γεγονός, το οποίο μας έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν, οπότε διαθέτουμε την απαιτούμενη εμπειρία, δραστηριοποιείται το Α τμήμα του εγκεφάλου. Αντίθετα, όταν κάτι μας συμβαίνει για πρώτη φορά, δεν ασχολείται μαζί του το Α τμήμα, αλλά ένα κάποιο Β – φυσικά με άγνωστες μεθόδους επίλυσης και με ασαφή αποτελέσματα. 

Από την άλλη πλευρά ο Keynes είχε την περίεργη άποψη ότι, οι σημαντικότερες οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται κατά τη διάρκεια ασαφών, μη ελεγχόμενων εξελίξεων, για τις οποίες δεν υπάρχει εμπειρική γνώση – κατ’ επέκταση, από εκείνη την περιοχή του εγκεφάλου, τη Β στο προηγούμενο παράδειγμα, η οποία διαπραγματεύεται άγνωστες καταστάσεις. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, οι μεγάλοι οικονομικοί κύκλοι (άνω των σαράντα ετών), οι οποίοι μας υποχρεώνουν σε σημαντικές αλλαγές πορείας, προέρχονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από «συλλογικές διανοητικές διεργασίες» και πολύπλοκες αλληλοεπιδράσεις, οι οποίες δεν είναι κατανοητές από τους οικονομολόγους – μεταξύ άλλων επειδή οι αποφάσεις που αναγκαστικά τους συνοδεύουν, λαμβάνονται από τη λειτουργία αγνώστων περιοχών του εγκεφάλου.

Στην επιστήμη τώρα αναφερόμαστε σε μία «αλλαγή παραδείγματος» (paradigm shift, επαναστατική, δραματική ή εκ βάθρων αλλαγή, πλήρης αναθεώρηση του κρατούντος προτύπου κλπ.), όταν αλλάζει ριζικά η οπτική γωνία, από την οποία εξεταζόταν έως εκείνη τη στιγμή μία επιστημονική περιοχή – όταν διαφοροποιούνται οι βάσεις, τα θεμέλια καλύτερα, στα οποία στηριζόταν η εξέλιξη της έρευνας, από την ήδη υπάρχουσα γνώση. Προφανώς, οι μεγάλοι οικονομικοί κύκλοι αποτελούν συχνά αλλαγές παραδείγματος στην Οικονομία – οπότε οφείλει να αναθεωρείται ριζικά η οπτική γωνία, από την οποία εξεταζόταν έως εκείνη τη στιγμή τα οικονομικά δεδομένα, εάν θέλουμε να τα κατανοήσουμε και να τα επιλύσουμε σωστά. 

Η μετάβαση (αλλαγή) από την κλασσική μηχανική στη θεωρία της σχετικότητας και την κβαντομηχανική, αποτελεί μία «αλλαγή παραδείγματος» στη Φυσική – ενώ σήμερα «κυοφορείται» η αναθεώρηση της θεωρίας της σχετικότητας, μέσα από τα πειράματα που διεξάγονται στην Ελβετία (CERN). Στην Οικονομία αντίστοιχα, ως «αλλαγή παραδείγματος» θεωρείται η «μετάβαση» από την αγροτική παραγωγή στη βιομηχανική επανάσταση, όπως επίσης η «αντικατάσταση» του μονεταρισμού από τον κεϋνσιανισμό και στη συνέχεια από το νεοφιλελευθερισμό.

Ένα άλλο παράδειγμα στις κοινωνικές επιστήμες είναι η αντικατάσταση της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας από το Χριστιανισμό, όπου η αναζήτηση απαντήσεων σε πολλά ανθρώπινα ερωτήματα, με τη βοήθεια της σκέψης, έδωσε τη θέση της στις σχετικά αυθαίρετες, «δογματικές» απαντήσεις – με τη βοήθεια της Θρησκείας («απόγονος» φαίνεται να είναι η ψυχολογία).

Κλείνοντας, ίσως οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, Οικονομολόγος δεν είναι αυτός που παραθέτει απλά ψυχρά νούμερα, αναλύοντας τα με κάθε λεπτομέρεια, όπως ο  οικονομικός αναλυτής, αλλά εκείνος που προσπαθεί να διαμορφώσει μία ολοκληρωμένη, «φιλοσοφική» άποψη για τα «τεκταινόμενα», με τη βοήθεια της επιστήμης που ο ίδιος έχει σπουδάσει – της Οικονομίας δηλαδή.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Η «αλλαγή παραδείγματος», η οποία ευτυχώς δεν είναι ένα γεγονός που συμβαίνει συχνά στη Ιστορία (ευτυχώς επειδή είναι μία εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία – αν και δυστυχώς φαίνεται ότι «εξελίσσεται» ραγδαία σήμερα, τουλάχιστον όσον αφορά την Οικονομία), χωρίζεται σε δύο διαφορετικά μέρη:

(α)  Στη αρχή έχουμε «τη φάση της κρίσης» (crisis), κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθούμε να λύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε με τη βοήθεια των γνώσεων, των εμπειριών και των μεθόδων του παρελθόντος, θεωρώντας μεταξύ άλλων ότι, δεν ήταν λάθος οι μέθοδοι, αλλά η εφαρμογή τους. Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχουν κυρίως οι καλύτεροι όλων, αφού απαιτεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερες γνώσεις, εμπειρίες, ικανότητες και δεξιότητες, ενώ οι λύσεις επείγουν.

(β)  Στη συνέχεια ακολουθεί «η εποχή της επιστημονικής ανακάλυψης» όπου, κατανοώντας πλέον ότι, οι εμπειρίες, οι γνώσεις και οι παλαιές μέθοδοι ήταν λανθασμένες, προσπαθούμε να σκεφθούμε διαφορετικά, να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας και να ανακαλύψουμε νέους τρόπους ορισμού ή/και διαχείρισης των προβλημάτων μας – έτσι ώστε αφενός μεν να αιτιολογούνται ικανοποιητικά τα λάθη του παρελθόντος, αφετέρου να επιλύονται σωστά τα προβλήματα του παρόντος.   Στο παράδειγμα της Ελλάδας, αφού προσπαθήσουμε για κάποιο χρονικό διάστημα να λύσουμε τα οικονομικά, τα πολιτικά και λοιπά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, αυτά δηλαδή που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία, με τη βοήθεια της Ιστορίας, της εμπειρίας και των υφισταμένων κομμάτων, αντιλήψεων, δομών, Θεσμών, ξένων οργανισμών (ΔΝΤ, ΕΕ) κλπ., χωρίς αποτέλεσμα φυσικά (πρώτο μέρος), θα αναγκασθούμε τελικά να τα αλλάξουμε όλα (δεύτερο μέρος) – αφού διαφορετικά δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την πρωτόγνωρη κρίση (ας ελπίσουμε, όχι πολύ αργά ή/και με τεράστιο κόστος).  

Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωζώνη, την ΕΕ, τις Η.Π.Α. και πολλές άλλες χώρες ή περιοχές του πλανήτη σήμερα, οι οποίες υπεισέρχονται σε εντελώς νέες, άγνωστες και «αχαρτογράφητες» περιοχές – με αφετηρία το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης (2007). Επίσης για τη Γερμανία η οποία, παρά τις τραυματικές ιστορικές εμπειρίες της (ναζισμός, παγκόσμιοι πόλεμοι κλπ.), επιμένει δυστυχώς στις εσφαλμένες μεθόδους του παρελθόντος (εμπορικά πλεονάσματα εις βάρος των εταίρων της κλπ.) – παρά το ότι την οδήγησαν στην καταστροφή, μέσα από την τότε ευρωπαϊκή απομόνωση της.

Περαιτέρω, η αδυναμία των Η.Π.Α. να οδηγήσουν την οικονομία τους σε βιώσιμη ανάπτυξη, καταπολεμώντας την ανεργία, καθώς επίσης τις τεράστιες εισοδηματικές διαφορές, έχει αναγκάσει χιλιάδες Αμερικανούς να βγουν στους δρόμους – με στόχο τη δημιουργία ενός δικαιότερου συστήματος. Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, οι φόβοι χρεοκοπίας έχουν «υποχρεώσει» δύο χώρες της Ευρωζώνης να αντικαταστήσουν την πολιτική ηγεσία τους με τεχνοκράτες – οι οποίοι έχουν την εντολή να επαναφέρουν την τάξη. Παράλληλα, οι επιθέσεις των αγορών έχουν φέρει στην επιφάνεια τις αδυναμίες των θεσμικών και λοιπών οργάνων της νομισματικής ένωσης, γεγονός που θα την αναγκάσει, αργά ή γρήγορα, να αλλάξει εντελώς τη δομή της (άρθρο μας).

Από την άλλη πλευρά, η Ιαπωνία απειλείται με μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, εάν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές εντός της – ευρισκόμενη αντιμέτωπη με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος (210% του ΑΕΠ της, περί τα 10 τρις €). Η Κίνα επίσης, εάν συνεχίσει να στηρίζεται στις εξαγωγές (πλεονάσματα) και στο υποτιμημένο νόμισμα της, χωρίς να προωθεί την εσωτερική κατανάλωση – έχοντας να αντιμετωπίσει αφενός μεν μία τεράστια φούσκα ακινήτων, αφετέρου τον υπερδανεισμό εκ μέρους των σκιωδών τραπεζών της (τοκογλύφων), οι οποίες απειλούν έμμεσα να καταστρέψουν την πραγματική της οικονομία.

Άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Σιγκαπούρη (ο σημερινός «παράδεισος» των χρηματοπιστωτικών αγορών), η οποία διοικείται απολυταρχικά (δικτατορία) από πολλά χρόνια τώρα, θα αντιμετωπίσουν σύντομα μεγάλα πολιτικά προβλήματα – όπως επίσης η Αίγυπτος, η Συρία, η Λιβύη, το Ιράν, το Ισραήλ κλπ. Η Τουρκία, η Βραζιλία αλλά και κάποιες άλλες χώρες που λεηλατήθηκαν στην κυριολεξία από το ΔΝΤ, το οποίο εγκατέστησε στο εσωτερικό τους «βραδυφλεγείς βόμβες» (καταστροφή της μεσαίας τάξης, πάγια ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο, πληθωριστικούς «ιούς», φτώχεια, εξαθλίωση κλπ.), θα βρεθούν σύντομα, όταν αρχίσουν να πυροδοτούνται οι κρυμμένες «βόμβες», επίσης σε δυσάρεστη θέση. 

Κλείνοντας διαπιστώνουμε ότι, ολόκληρος ο πλανήτης και όχι μόνο η Δύση, έχει εισέλθει σε μία νέα τροχιά – την ίδια σχεδόν χρονική περίοδο, μέσα από μία ανταγωνιστική, επικίνδυνα ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, με έντονους συγκρουσιακούς κινδύνους. Θα μπορούσε λοιπόν να ισχυρισθεί κανείς ότι, το μέλλον όλων μας εξαρτάται από τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορέσουμε ή όχι να επιλύσουμε σωστά τα προβλήματα μας – σε τέσσερις, «αλληλένδετους» μεταξύ τους, βασικούς τομείς: στο χρηματοπιστωτικό, στον οικονομικό, στον κοινωνικό και στον πολιτικό.  

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 26. Νοεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος και συγγραφέας, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2486.aspx

 

Συνέχεια στό το Μέρος ΙΙ

Ηθική ηλιθιότητα…

Ηθική ηλιθιότητα…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Πάμπολλοι είναι αυτοί, που χαρακτηρίζουν το σημερινό κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς, ως φασιστική χούντα. Η οποία λειτουργεί ως εντολοδόχος του ναζιστικού καθεστώτος του 4ου γερμανικού Ράιχ.

Αλλά υπάρχουν κάποιοι, που αυτήν την πολύφωνη και πολύβουη πραγματικότητα, δεν μπορούν, μέσα στη δική τους ανίατη κώφωση και τύφλωση, να τη δουν και να την πιστέψουν. Με αποτέλεσμα, παρά τα πολύμορφα βασανιστήρια, που υποφέρουν, ένα μέρος του εκλογικού κοπαδιού να επιμένουν να βελάζουν και να σέρνονται ξωπίσω απ’ τα καλοθρεμμένα μπουλντόγκ της εκάστοτε δολοφονικής εξουσίας.

Και έχουν από πάνω και το θράσος να μας λένε: Δεν μπορούμε να μιλάμε για χούντα και φασισμό, αφού η σημερινή πολιτική πραγματικότητα προήλθε ύστερα από εκλογική διαδικασία.

Και δεν μπορούν να καταλάβουν αυτοί και οι πάτρωνές τους ότι μπορούν να λεηλατούν την τσέπη μας και τη ζωή μας, αλλά δεν μπορούν να λεηλατούν τη σκέψη μας και τη συνείδησή μας. Γιατί… Μπορεί η σημερινή πολιτική κατάσταση να προέκυψε ύστερα από εκλογική διαδικασία, αλλά, στην πραγματικότητα, προέκυψε ύστερα από πολλαπλή εξαπάτηση του λαού.

Οπότε, στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με χούντα απατεώνων. Οι οποίοι τα τανκς, που χρησιμοποίησε η χούντα του’67, για να καταλύσουν την ελευθερία του λαού, τα αντικατέστησαν με την πολύμορφη απάτη.

Και, για να γίνει καλύτερα αντιληπτή, όχι απλώς η ομοιότητα, αλλά και η υπέρβαση της τότε χούντας, απ’ το σημερινό καθεστώς, ας κάνουμε κάποιες συγκρίσεις: Η χούντα έστειλε κάποιους στην εξορία. Ενώ το σημερινό καθεστώς στέλνει πάμπολλους νέους μας στην εξορία της ξενιτιάς.

Η Χούντα επιστράτευσε για τους αντιφρονούντες βασανιστήρια, ενώ το σημερινό καθεστώς επιβάλλει στη συντριπτική πλειονότητα του λαού βασανιστήρια, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ηθικά. Αποτέλεσμα των οποίων είναι οι αθρόες αυτοκτονίες. Που στην πραγματικότητα είναι δολοφονίες. Πέρα απ’ το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εταιρεία αυτή των εφιαλτών δολοφονεί συνολικά την Ελλάδα και συλλήβδην τους Έλληνες.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι για όλους τους παραπάνω λόγους και πολλούς άλλους, πως το σημερινό καθεστώς μετέβαλε τη δημοκρατία σε δημιοκρατία (=κράτος δημίων). Με το ρεσιτάλ ληστρικών μέτρων, που πήραν σε βάρος του λαού. Προκειμένου να πληρώσουν στους τοκογλύφους εκείνα, που αυτοί και το συνάφι τους κατάκλεψαν.

Αλλά εκεί, που υπερέβαλε κάθε έννοια κακοήθειας το σημερινό καθεστώς είναι ο τρόπος είσπραξης του χαρατσιού, που επέβαλε για την ακίνητη περιουσία. Αφού το συνδύασε με τη διακοπή της παροχής του, τόσο απαραίτητου για την επιβίωση του λαού, ηλεκτρικού ρεύματος!

Και θα θέλαμε στο σημείο αυτό να διατυπώσουμε μια πολύ σεμνή, για την περίπτωσή τους, παρατήρηση: Αξιότιμοι κύριοι, μιλάτε συχνά και κόπτεσθε για ηθική και δικαιοσύνη και ευνομία. Την ίδια στιγμή, που αποδεικνύετε έμπρακτα και κατά συρροήν πως όχι μόνο δικαιοσύνη και φιλότιμο και συνείδηση δεν διαθέτετε, αλλά ούτε τουλάχιστο κάποια ίχνη ντροπής! Αφού συλλαμβάνεστε για πολλοστή φορά να κατατρύχεστε, όχι απλά από αναισθησία, αλλά απ’ το χειρότερο απ’ όλα τα νοσήματα, που είναι η ηθική ηλιθιότητα.

Κάποιοι, ωστόσο, δήμαρχοι, διαθέτουν όπως φαίνεται και συνείδηση και φιλότιμο. Γι’ αυτό και πήραν το μέρος του δήμου (= του λαού) και στάθηκαν απέναντι στο κράτος των δημίων. Και απευθυνόμαστε στους υπόλοιπους αξιότιμους δημάρχους οι οποίοι τραμπαλίζονται ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την ηθική ηλιθιότητα των πολιτικών πατρώνων τους και τους λέμε: Το θέμα, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι το ποιοι και με ποια κριτήρια θ’ απαλλαγούν απ’ το ηλεκτροκίνητο χαράτσι.

Αλλά το ότι το οποιοδήποτε χαράτσι δεν μπορεί να συνδυάζεται-για κανέναν πολίτη- με την διακοπή της παροχής του νερού ή του ηλεκτρικού ρεύματος. Που είναι κοινωνικά αγαθά αναπαλλοτρίωτα για τον οποιονδήποτε. Πάνω σ’ αυτό το θέμα θα πρέπει να πάρετε ξεκάθαρη θέση: Και ν’ αποδείξετε έμπρακτα, αν είστε με το κράτος του δήμου(=του λαού) ή με το κράτος των δημίων και την ηθική ηλιθιότητά τους.

Για να γνωρίζουν και οι δημότες ποια θέση θα πάρουν στις επόμενες εκλογές:  Ώστε να μην ξαναψηφίσουν δήμιους και ηλίθιους!…

 

παπα-Ηλίας, 26-11-2011,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2011/11/26/…B1/

Ιστορική και Κοινωνική Μνήμη: Επισημάνσεις

Ιστορική και Κοινωνική Μνήμη: Επισημάνσεις

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

 «Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθειά τον χαραχτήρα τους στον σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζουνται με μια σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές κι από τις αβάσταχτες καταδρομές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μια τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμιοσύνη. Τα έθνη που εξαγοράζουνε κάθε ώρα τη ζωή τους με αίμα και μ’ αγωνία, πλουτίζουνται με πνευματικές χάρες, που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς και από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο».

Φώτης Κόντογλου – Πονεμένη Ρωμιοσύνη

 

Ι. επισημάνσεις για μια καλύτερη κατανόηση του ατομικού σε σχέση με το συλλογικό

Η Μνημοσύνη, θεά της μνήμης, ήταν συνάμα και θεά της σοφίας, μητέρα των Μουσών που τις γέννησε με τον Δία όταν εκείνος διανυκτέρευε στον Ελικώνα. Η βαθιά, εντελής κατανόηση της ατομικής μα και της συλλογικής μνήμης συνεπάγεται τον ορισμό της ως «αντικειμένου». Το κατά πόσον, βέβαια,  η μνήμη διαθέτει έναν τέτοιο «αντικειμενικό» χαρακτήρα και το αν υπάρχουν υλικά σημεία αναφοράς σ’ έναν αστικό χώρο, στην ιστορία και στην παράδοσή του, που πιστοποιούν με ποικίλους τρόπους αυτά τα μνημονικά ίχνη, αποτελεί αντικείμενο μελέτης από διάφορους επιστημονικούς τομείς.  Αυτό, λόγου χάρη, συμβαίνει με την προτίμηση των ερευνητών της προφορικής ιστορίας να αναφέρονται στη μνήμη με όρους  «προφορικών τεκμηρίων», γεγονός που δηλώνει έναν τρόπο αναφοράς στη μνήμη, ο οποίος αφενός την αντικειμενοποιεί και αφετέρου την μεταγράφει σε κείμενο.

H σχέση με την ιστορία συνήθως γίνεται πιο «εύκολη» ή πιο εξιδανικευμένη, όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα. Θετικές μνήμες λαμπρύνονται, μνήμες αρνητικές ξεθωριάζουν, οι παλαιές γενιές, που ενδεχομένως θα εξέφραζαν αντίλογο, φεύγουν με τη νομοτέλεια των βιολογικών ρυθμών. H διαδικασία αυτή της σταδιακής «εξομάλυνσης» δεν είναι,  ωστόσο, τελεσίδικη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία δεκαετία, στην οποία  η θεσμοποιημένη μνημόνευση του φρικτότερου πολέμου στην παγκόσμια ιστορία συνέπεσε με κοσμοϊστορικές ανακατατάξεις που είτε ενίσχυαν είτε αντέστρεφαν παλαιότερες τάσεις. Το φαινόμενο της «δεύτερης ζωής» των ιστορικών γεγονότων ήταν ιδιαίτερα ισχυρό στις περιπτώσεις που η επίσημη μνήμη  εξοστράκιζε τη συλλογική θύμηση των λαών στο τέλμα των αποσιωπήσεων.

Τα κλασικά κείμενα που αναφέρονται στην κοινωνική μνήμη είναι τα βιβλία του Maurice Halbwachs: Les cadres sociaux de la mémoire (Paris PUF, 1925) και La Mémoire Collective (Paris PUF, 1950). Κάποια από τα φιλοσοφικά ερείσματα για την ανάπτυξη της σύγχρονης θεωρίας περί μνήμης μπορούν να εντοπισθούν στα εξής βιβλία: Sorabji R., 1972, Aristotle on Memory, London, Warnock Mary, 1987, Memory, London και Connerton P, 1989, How Societies Remember, Cambridge.

Αυτό το «κειμενικό μοντέλο» μνήμης, από μόνο του, αποτυπώνει την ευρεία διάθεση της σύγχρονης και «λόγιας» παιδείας να ορίσει τη γνώση υπό όρους γλωσσικούς ή ως προτάσεις με κάποια λογική ή επιστημονική κωδικοποίηση. Η σημασία αυτής της «χρήσης» της γνώσης είναι ότι την καθιστά ένα είδος «αντικειμένου»: ένα νοερό «κάτι»  στο μυαλό μας. Εξάλλου, η φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η γνώση δεν είναι μια κατάσταση νοητική.  Όταν ισχυρίζεται κάποιος πως γνωρίζει κάτι, αυτό δεν είναι μια αναφορά σε μια εσωτερική εμπειρία. Το να λέει κάποιος πως γνωρίζει ισοδυναμεί με το να διεκδικεί την αλήθεια του ισχυρισμού του.

Σε αντίθεση με τη γνώση, η ενθύμηση φαίνεται αυταπόδεικτα ως μια κατάσταση του μυαλού. Αν αναλογιστούμε το «γνωρίζω» ως κυρίως αναφερόμενο σε γνώση γεγονότων που είναι αντικειμενικώς αληθή, τότε, εφόσον μεγάλο μέρος όσων θυμόμαστε βρίσκεται υπό μορφή αναμνήσεων από συναισθήματα, αισθήσεις και φαντασιώσεις ή από αισθητηριακές εικόνες, είναι όντως δυνατό να μπορούμε να θυμηθούμε,  χωρίς να έχουμε αντικειμενική γνώση των όσων θυμούμαστε.

Η ικανότητα μιας κοινωνίας να μεταδώσει την κοινωνική μνήμη της σε λογική και έναρθρη, δηλαδή εκφρασμένη, μορφή δεν εξαρτάται μονάχα από τα γραπτά μνημεία της. Το ζήτημα είναι πολύ περισσότερο περίπλοκο. Η μετάδοση της έλλογης, κοινωνικής-συλλογικής ιστορικής μνήμης εξαρτάται, με μια ευρύτερη αντίληψη, από τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτισμός εκπροσωπεί μέσω της  γλώσσας τον εαυτό του. Εξαρτάται από το μέτρο στο οποίο μια κοινωνία μπορεί να συλλάβει τη γλώσσα ως όχημα έκφρασης και επικοινωνίας που είναι ανεξάρτητη από το άμεσο κοινωνικό περιεχόμενό της. Εξαρτάται επίσης από τον τρόπο που η ομάδα προσλαμβάνει τη γνώση που θυμάται: την εκλαμβάνει ως εικόνες, ως κείμενα προς ανάλυση ή απλώς ως διαδοχικά ηχητικά σχήματα που θα εισχωρήσουν στη σφαίρα της μνήμης; Όλες αυτές οι δυνατότητες  ποικίλλουν σημαντικά από τη μια κοινωνική ομάδα  στην άλλη (και από τον ένα άνθρωπο στον άλλο, άλλωστε).

Η κοινωνιολογία, όπως και στην περίπτωση του χρόνου, αποτέλεσε ένα ερέθισμα και ταυτόχρονα πλούσιο πεδίο για την εξερεύνηση αυτής της καινούργιας  έννοιας. Το 1950 ο Maurice Halbwachs δημοσίευσε το βιβλίο «Οι συλλογικές μνήμες» . Η κοινωνική ψυχολογία συμβάλλει ως επιστήμη στο βιβλίο αυτό. Η ανθρωπολογία, στο μέτρο που ο όρος μνήμη προσφέρει ένα νοητικό εργαλείο καλύτερα προσαρμόσιμο στις πραγματικότητες των «άγριων» κοινωνιών που μελετάει από ότι ο όρος ιστορία, «δεξιώθηκε» την έννοια και τη μελετά μαζί με την ιστορία, στους κόλπους κυρίως της εθνο-ιστορίας, ή αλλιώς ιστορικής ανθρωπολογίας, που συνιστά μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην κοινωνική ιστορία. (Βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998, Ιστορία και Μνήμη, μτφρ. Γ. Κουμπουρλής, Αθήνα: Νεφέλη, σελ 139). Στη Μαρξιστική φιλοσοφία κοινωνική συνείδηση είναι το σύνολο των παραστάσεων, των νοοτροπιών, των ιδεών, των γνώσεων και των δοξασιών των ανθρώπων στο οποίο ανακλάται το κοινωνικό τους Είναι, η πνευματική ζωή της κοινωνίας ως ανάκλαση της υλικής ζωής. Κατά τον Ντυρκέμ συλλογική συνείδηση είναι το σύνολο των πεποιθήσεων και συναισθημάτων που έχουν τα μέλη μιας κοινότητας, η συνείδηση τού κοινωνικού συνόλου, όπως εκφράζεται διά μέσου της συνείδησης των μελών του, την οποία και διαμορφώνει.

Η σημασία της επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου πιθανόν να σημαίνει ότι η κοινωνική μνήμη είναι σημαντικότερη από την προσωπική, την ατομική, μνήμη. Είναι, άλλωστε, ευκολότερο να «επικοινωνήσεις» ένα σημειολογικό μήνυμα απ’ ό, τι μια αισθητηριακή και άρα υποκειμενική  εικόνα.

 

*

ΙΙ. Μνημονικοί μηχανισμοί και Ιστορία

 Μέσω της φωτογραφίας, και άλλων, βέβαια, ιχνών της μνήμης, όπως είναι τα λεγόμενα «ιστορικά μνημεία», μπορούμε να διαισθανθούμε ότι η μνήμη έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που αναφερόμαστε στην ιστορία, με τον τρόπο που ασχολούμαστε με την ιστορία. Η ιστορική διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, συνδιαμορφώνει  το περιεχόμενό της και συμπληρώνει την άποψη ή  την κρίση μας σχετικά μ’ αυτήν. Ο Πιέρ Νόρα (Pierre Nora) σημειώνει ότι η συλλογική μνήμη, ορισμένη ως «αυτό που μένει από το παρελθόν στο πλαίσιο του βιώματος των ομάδων» ή «ως αυτό που οι ομάδες δημιουργούν με  το παρελθόν τους», μπορεί εκ πρώτης απόψεως να αντιτίθεται προς την ιστορική μνήμη, όπως παλαιότερα η συναισθηματική μνήμη αντιπαραβαλλόταν προς τη διανοητική. Ιστορία και μνήμη συγχέονται και η ιστορία φαίνεται σαν να αναπτύχθηκε πάνω στο υπόδειγμα της ενθύμησης, της ανάμνησης και της απομνημόνευσης.(Nora, Pierre, 1989, Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire [πρωτ. Έκδ. 1984]. Representations 26, Spring 1989, 7-25).

 Ένα εύγλωττο, «καλλιτεχνικό» παράδειγμα της αντίθεσης ιστορίας και μνήμης αποτελεί και η έκθεση, που έγινε στο Παρίσι (Jeux de Pommes, 2007) με τίτλο «Το γεγονός, οι εικόνες ως παράγοντες της ιστορίας» (LEvénement, les images comme acteurs de l’histoire). Επ’ ευκαιρία της έκθεσης εκδόθηκε ομώνυμος κατάλογος-βιβλίο (ed. Hazan, Paris, Ιανουάριος 2007) που αποτελεί προέκταση των αξιόλογων στοχασμών, οι οποίοι και τροφοδότησαν την ιδέα της έκθεσης. Επιμελητής της έκθεσης και της έκδοσης ο Γάλλος ιστορικός της σύγχρονης τέχνης Michel Poivert (1965-): «Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, ωστόσο, τους πραγματικούς τόπους της ιστορίας, εκεί όπου πρέπει να αναζητούμε όχι την επεξεργασία, την παραγωγή, αλλά τους δημιουργούς και τους κυρίαρχους της συλλογικής μνήμης: Κράτη, κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα, κοινότητες ιστορικών εμπειριών ή γενιές που έφτασαν να συστήσουν τα αρχεία τους σε συνάρτηση προς τις διαφορετικές χρήσεις της μνήμης» ( βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998,  σελ. 140 που παραπέμπει στο εγχείρημα του Pierre Nora, 1984, Les Lieux de mémoire, Paris: Gallimard [σε τρεις τόμους 1. La République, 2. La nation , 3. La France], το οποίο συνιστά ορόσημο της γαλλικής ιστοριογραφίας).

Η μνήμη αναφέρεται στο παρελθόν και στην ιστορία. Το παρελθόν του δομημένου χώρου συνιστά μια «υλική αναφορά», που μας φανερώνεται ως έμμεση γνώση, με τα μνημεία που διατρέχουν τον χρόνο. Σ’ ένα πολυεθνικό αστικό περιβάλλον μπορούμε να μελετήσουμε τον τρόπο που αναπτύσσονται κουλτούρες και παραδόσεις, διερευνώντας την υλική διάσταση αυτού του αστικού πολιτισμού. Αν δεχτούμε μάλιστα ότι η ιστορία συνιστά έναν επιλεκτικό μηχανισμό γνώσης, θα προεκτείνουμε αυτή την αποδοχή μας και στο ότι αυτός ο μηχανισμός έχει λειτουργική σχέση με τη μνήμη. Η ιστορία, όμως, δεν είναι συνώνυμο της μνήμης.

Η μνήμη τελεί σε διαρκή εξέλιξη· ένα σύστημα ανοικτό στη διαλεκτική της θύμησης και της λήθης, που δεν έχει πάντα συνείδηση των αλλεπάλληλων παραμορφώσεων,που οφείλονται  σε φάσεις μακροπερίοδης νάρκης ή περιοδικής αναγέννησης. Η ιστορία, από την άλλη μεριά, συνιστά την, ανέκαθεν προβληματική και ημιτελή, ανασυγκρότηση εκείνου που δεν υπάρχει πια. Άρα Μνήμη και Ιστορία έχουν  σχέση καθαρά διαλεκτική.

«Η αποκαλούμενη νέα ιστορία που πασχίζει να δημιουργήσει μια επιστημονική ιστορία στη βάση της συλλογικής μνήμης μπορεί να ερμηνευθεί ως μια επανάσταση της μνήμης που αναγκάζει την ιστορία να ολοκληρώσει έναν ελιγμό γύρω από θεμελιώδεις άξονες: μια «ανοικτά σύγχρονη προβληματική… και ένα διάβημα αποφασιστικά παλινδρομικό, “την αποκήρυξη μιας γραμμικής χρονικότητας [temporalité]” προς όφελος των πολλαπλών βιωμένων χρόνων “στα επίπεδα όπου το ατομικό ριζώνει μέσα στο κοινωνικό και στο συλλογικό” (γλωσσολογία, δημογραφία, οικονομία, βιολογία, πνευματικός πολιτισμός)”». Βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998). Οδηγός σε αυτή την διερεύνηση ο ιστορικός Φερνάν Μπρωντέλ (Fernand Braudel , 1902-1985), στέλεχος των Annales της Ecole Pratique des Hautes Etudes, που εδραίωσε μια νέα σύλληψη της Ιστορίας με το τρίτομο έργο «Η Μεσόγειος και ο Μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β’ της Ισπανίας», Παρίσι, 1949-1979, (Αθήνα: MIET, 1997). Οπαδός του, καθ’ ημάς, ο Θεσσαλονικιός ιστορικός Κωστής Μοσκώφ.

Μια ιστορία, όπως πρεσβεύει και ο Πιερ Νορά, μπορεί να πραγματοποιείται στη βάση της μελέτης των τόπων της συλλογικής μνήμης: τόποι γεωγραφικοί και ερευνητικοί, όπως τα αρχεία, οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία· τόποι μνημειακοί, όπως τα νεκροταφεία ή οι αρχιτεκτονικές· τόποι συμβολικοί, όπως οι εορτές στην ανάμνηση γεγονότων, τα προσκυνήματα, οι επέτειοι, τα εμβλήματα· τόποι λειτουργικοί, όπως τα εγχειρίδια, οι αυτοβιογραφίες ή οι σύλλογοι: κι αυτά τα μνημεία έχουν την ιστορία τους. (Επαναλαμβάνουμε την αντίληψη του Νορά για την μνήμη και την ιστορία, στο: Pierre Nora, 1989, Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire, στο περ. Representations, Spring 1989, nr. 26, Berkeley: University of California Press, σελ. 7-25).

Επομένως, η μνήμη αποτελεί ένα αενάως επίκαιρο φαινόμενο· συνιστά έναν δεσμό, που μας συνέχει με το αιώνιο παρόν· η ιστορία αποτελεί μια αναπαράσταση του παρελθόντος. Η μνήμη, πάλι, στον βαθμό που είναι συγκινησιακή και σαγηνευτική, προσαρμόζει στο δικό της πλαίσιο όσα γεγονότα της ταιριάζουν. Η ιστορία όμως απαιτεί ανάλυση και κριτική θεώρηση, εφόσον συνιστά ένα παράγωγο της νόησης και της διαλεκτικής σκέψης. Έτσι, ενώ η μνήμη εγκαθιστά την ιστορική θύμηση στη σφαίρα του σεβασμού, η, ανέκαθεν κοινότοπη και πεζή ιστορία την αποσπά από εκείνη την σεβάσμια εγκατάσταση.

Συνοπτικά μιλώντας, η μνήμη ως νεωτερικός μηχανισμός εξακολουθεί να αφήνει τα ίχνη της και στις σύγχρονες κοινωνίες της μετανεοτερικότητας. Θεωρούμε αυτή τη απόφανση ενδεικτική και επιδεκτική περαιτέρω σχολιασμών, ώστε να εμπλουτίζεται και  να εξακολουθεί να υπομνηματίζει τη σημασία των μνημονικών μηχανισμών και ιχνών στις κοινωνίες, σε όλες τις φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας.

Εξάλλου, στόχος πολλών σύγχρονων μαθημάτων της  Πολιτισμικής Πληροφορικής – Κατεύθυνσης Μουσειολογίας είναι να αναλύσει τις εκπαιδευτικές δυνατότητες του σύγχρονου μουσείου και να εξετάσει τις προοπτικές εκπαιδευτικής αξιοποίησης της υπολογιστικής τεχνολογίας στο μουσείο με ιδιαίτερη έμφαση στις εφαρμογές πολυμέσων. Αφετηρία  αποτελεί συνήθως ο προσδιορισμός του ιδιαίτερου παιδαγωγικού χαρακτήρα του μουσείου, των χαρακτηριστικών της άτυπης μάθησης που «ενθαρρύνει» προς την κατεύθυνση αυτή  το μουσείο (σε αντίθεση με περιβάλλοντα επίσημης εκπαίδευσης, όπως το σχολείο), και των μορφών επικοινωνίας του μουσείου με το κοινό. Έμφαση δίνεται σε διαδικασίες αξιολόγησης και στη σημασία τους για το σχεδιασμό εκπαιδευτικών εφαρμογών. Παράλληλα, μελετώνται υπάρχουσες εκπαιδευτικές εφαρμογές πολυμέσων από μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού, ώστε οι συμμετέχοντες  να αποκτήσουν μια συνολική εποπτεία ως βάση για να επιχειρηθεί μια τυπολογία δυνατών χρήσεων υπολογιστικής τεχνολογίας στο εκπαιδευτικό έργο των μουσείων, και να διαμορφώσουν παιδαγωγικά κριτήρια μέσα από την κριτική εξέταση εκπαιδευτικών εφαρμογών πολυμέσων. Τέλος, διατυπώνονται μουσειοπαιδαγωγικά κριτήρια σχετικά με τις διαδικασίες παραγωγής εκπαιδευτικών εφαρμογών πολυμέσων και την αξιοποίησή τους σε μουσεία.

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com.

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή ΙΙ

Από το «νέο Λύκειο» στο «νέο ΑΕΙ» ολική… επαναφορά παλαιών συνταγών!

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή• χτίζεται πάνω του για να εποπτεύει, παρακολουθεί, αξιολογεί, ομογενοποιεί, δηλαδή για να «κανονικοποιεί» – Μέρος ΙΙ


Αγγελική Χ. Χρονοπούλου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι 3.2.2. Το ζήτημα των εξετάσεων

Το «νέο Λύκειο», ως θεσμικό σύστημα αποκλεισμού, εντείνεται και ανανεώνεται μέσα από ένα σώμα πρακτικών, όπως η παιδαγωγική, το σύστημα των βιβλίων και της έκδοσής τους, το σύστημα των βιβλιοθηκών κ.ο.κ. (11). Επομένως, επειδή οι περισσότερες από τις πρακτικές αυτές, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του υπουργείου, δεν θα αλλάξουν, ο μηχανισμός που θεσμοθετείται για το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή• χτίζεται πάνω του για να τον εποπτεύει, να τον παρακολουθεί, να τον αξιολογεί, να τον ομογενοποιεί, δηλαδή να τον "κανονικοποιεί”.

Το παράδειγμα των εξετάσεων είναι ενδεικτικό, αφού μέσα από μια γενικόλογη αναφορά διακηρύσσονται τα εξής: «Οι εξετάσεις θα έχουν διαφορετικά και καινοτομικά στοιχεία που δεν θα απαιτούν αποστήθιση και αντιγραφή» (12).

Το σημαντικό στην παραπάνω αποστροφή είναι η διαβεβαίωση του υπουργείου πως και στο "νέο Λύκειο” οι εξετάσεις επιλογής θα εξακολουθήσουν να είναι εξετάσεις επιλογής. Η ρητορική πως θα έχουν «διαφορετικά και καινοτομικά στοιχεία» δεν αρκεί για να διασφαλίσει ούτε καν το ότι θα είναι πιο κοντά στα ενδιαφέροντα και στις κλίσεις των μαθητών. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως τόσο τα ενδιαφέροντα όσο και οι κλίσεις των μαθητών, όπως άλλωστε και η επιτυχία και η αποτυχία, είναι παράμετροι κοινωνικά προσδιορισμένες.

Επίσης, για τον ίδιο λόγο, το ότι «δεν θα απαιτούν αποστήθιση και αντιγραφή» δεν προσδιορίζει το πλαίσιο αυτών των εξετάσεων, και δεν συνυπολογίζουμε την ασάφεια της χρήσης του όρου «αντιγραφή»! Επομένως, με δεδομένη τη ρητορική της αναστροφής που εφαρμόζει το υπουργείο στον θεσμικό του λόγο αυτή την περίοδο, την περίοδο του ΔΝΤ, της ΕΕ κ.ά.π., τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» απλώς θα αξιοποιήσουν τον υπάρχοντα εκπαιδευτικό μηχανισμό αποκλεισμού• τον μηχανισμό που, με μια λέξη, "κανονικοποιεί”, δηλαδή «συγκρίνει, διαφορίζει, ιεραρχεί, εξομοιώνει, αποκλείει» (13)

Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα – το σύνολο των ανακοινώσεων για το "νέο Λύκειο” βρίθει παρόμοιων παραδειγμάτων. Και για να είμαστε ακριβείς, με τη ρητορική του το υπουργείο αποπλαισιώνει τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» από τα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά τους συμφραζόμενα, ενώ τα εκπαιδευτικά συμφραζόμενα τα αναστρέφει. Σε απλά ελληνικά, κάνει το μαύρο άσπρο.

Πράγματι ενδιαφέρουσα είναι η σύζευξη που επιχειρεί το υπουργείο όταν αναφέρει, ως βασικές αρχές, ότι «οι εξετάσεις διεξάγονται κεντρικά» και «με διαδικασίες που διασφαλίζουν το αδιάβλητο», σε «έναν μικρό αριθμό βασικών μαθημάτων» για τα οποία «τα ΑΕΙ καθορίζουν το συντελεστή βαρύτητας» και διαβεβαιώνει ότι «με βάση τις παραπάνω βασικές αρχές γίνεται επιστημονική επεξεργασία για το είδος και το περιεχόμενο της εξεταστικής διαδικασίας ώστε να σταματήσει η υποχρέωση και η επιβράβευση της απλής απομνημόνευσης (…)» (14).

Αξιοπερίεργο είναι ποια επιστημονική επεξεργασία θα κατορθώσει, με προϋπόθεση την «κεντρική» διεξαγωγή των εξετάσεων, το «αδιάβλητο», τον «μικρό αριθμό μαθημάτων» και τον «συντελεστή βαρύτητάς» τους «να σταματήσει η υποχρέωση και η επιβράβευση της απλής απομνημόνευσης»(;), αφού τόσο η απομνημόνευση όσο και η επιβράβευσή της σχετίζονται με το αξιακό σύστημα και τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, και συνιστούν ζήτημα διδακτικής μεθοδολογίας∙ επιπλέον, παραμένει εκτός επιστημονικής επεξεργασίας μια βασική παράμετρος της διαδικασίας επιλογής, που είναι ο κλειστός αριθμός εισακτέων στα ΑΕΙ-ΤΕΙ. Κατά την άποψή μας, στοιχεία όπως «κεντρικά», «αδιάβλητο», «μικρός αριθμός μαθημάτων» και «συντελεστής βαρύτητας» χρησιμοποιούνται για λόγους εντυπώσεων, αφού έχουν μικρή έως ανύπαρκτη σχέση με το αν θα σταματήσει ή όχι να ανταμείβεται η αποστήθιση από το εξεταστικό, και όχι μόνο, σύστημα…

Επομένως, πρόκειται για άλλη μια ρητορική έξαρση του υπουργείου Παιδείας με επίφαση επιστημονικότητας…

3.2.3. Το Η ερευνητική εργασία

Και ενώ ο σχολικός χώρος λειτουργεί σαν μηχανή μάθησης αλλά και επιτήρησης, ιεράρχησης και ανταμοιβής (15), το υπουργείο ανακοινώνει πως «Εισάγεται για πρώτη φορά η ερευνητική εργασία ως διακριτή ενότητα του προγράμματος σπουδών, όπως συμβαίνει σε όλες σχεδόν της ευρωπαϊκές χώρες στη βαθμίδα αυτή. Πρόκειται για ομαδικές ερευνητικές εργασίες που ανοίγουν τους ορίζοντες αναζήτησης και παράλληλα προάγουν την συλλογικότητα και συνεργασία» (16). Άμεσα η ερευνητική εργασία αναδεικνύεται σε ένα ακόμη σημείο τριβής, προκαλώντας διεκδικήσεις από κλάδους εκπαιδευτικών που βάλλονται από τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» (μείωση μαθημάτων, μείωση ωρών) και οι οποίοι διεκδικούν (και κάπου αυτό είναι κατανοητό) να τους ανατεθεί η διδασκαλία αυτής της «διακριτής ενότητας του προγράμματος σπουδών». Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες φήμες, η ερευνητική εργασία θεωρείται "κεκτημένο” των εκπαιδευτικών με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, επειδή από τα πράγματα πραγματοποίησαν ανάλογες εργασίες στο πλαίσιο των σπουδών τους.

Πάντως είναι φανερή η προσπάθεια του υπουργείου να παρουσιάσει ως υπερεξειδικευμένους τους εκπαιδευτικούς του Λυκείου, και μάλιστα σε ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 1/3 του συνόλου. Θεωρούμε ότι το ποσοστό 34.7% των εκπαιδευτικών που ανακοινώνει πως έχουν πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα (17) δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική κατάσταση, εφόσον κάτω από την… ομπρέλα «πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα» στεγάζονται από κάτοχοι διδακτορικού μέχρι και μετεκπαιδευθέντες εκπαιδευτικοί, χωρίς όμως να προσδιορίζεται χρονική διάρκεια και επίπεδο μετεκπαίδευσης… Ενδιαφέρον θα είχε να δημοσιοποιούσαν αναλυτικά τα στοιχεία για κάθε κατηγορία χωριστά, και όχι δημοσκοπικά! Μάλιστα, το σημαντικότερο ζήτημα, κατά την άποψή μας, δεν είναι σε τι ποσοστό οι εκπαιδευτικοί (που υπηρετούν σε όλες τις βαθμίδες) διαθέτουν πρόσθετα προσόντα τυπικά ή άτυπα (ή ως αποτέλεσμα αυτομόρφωσης) αλλά αν αυτά τα προσόντα συνάδουν με τη θέση του εκπαιδευτικού στην εκπαιδευτική διαδικασία, επειδή παρατηρείται εκπαιδευτικοί με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα να μην αξιοποιούνται ανάλογα παραμένοντας στα… αζήτητα και να αντιμετωπίζονται ως στατιστικοί, και μόνο, δείκτες!

Πιστεύουμε πως ανεξάρτητα με το ποιος τελικά θα διδάξει αυτό το «μάθημα», το περιεχόμενό του δεν θα πρέπει να συγκροτείται από οδηγίες κατασκευής μιας ερευνητικής εργασίας – αυτό είναι το έλασσον. Άλλωστε υπάρχουν πολλοί οδηγοί, έντυποι και φυσικά και ηλεκτρονικοί, που καλύπτουν τέτοιου είδους ανάγκες… ενώ η μέθοδος copy/paste έχει πρακτικά αναδειχτεί σε δεσπόζουσα πρακτική ανάμεσα σε μαθητές και φοιτητές, για ανάλογες περιπτώσεις. Μάλιστα, συχνά πυκνά φτάνουν στη δημοσιότητα διαφημίσεις για συγγραφή εργασιών επιπέδου ακόμη και μεταπτυχιακού, που φυσικά αφορούν συνήθως «ψηφιακά πανεπιστήμια» αλλά τίποτα δεν εξασφαλίζει ότι αυτή η αντιγραφική μέθοδος δεν θα αναδειχτεί σε πανάκεια και για το Λύκειο∙ το υπουργείο φαίνεται πως παίρνει τα «κατάλληλα» μέτρα για να ενισχύσει αυτή την… τάση, με τη θεσμοθέτηση της ερευνητικής εργασίας…

Τι θα προτείναμε, λοιπόν; Σημασία, κατά την άποψή μας, δεν έχει να διδαχτούν οι μαθητές το πώς θα ακολουθήσουν τυφλά τα στάδια της ερευνητικής εργασίας για να καταλήξουν σε ένα αποδεκτό αποτέλεσμα αλλά το να μετέχουν της ερευνητικής διαδικασίας σε όλα τα στάδιά της, να εθιστούν στο να μελετούν και να εργάζονται συλλογικά, να συγκεντρώνουν, να ταξινομούν και να αναλύουν επιστημονικό υλικό, να ερμηνεύουν και να συνοψίζουν και, τέλος, να γράφουν την εργασία τους. Σε όλα αυτά τα στάδια θα δουλεύουν συλλογικά με την εποπτεία και την καθοδήγηση των εκπαιδευτικών, και οι εργασίες αυτές θα γράφονται και θα παρουσιάζονται από τους ίδιους και μάλιστα όχι για να βαθμολογηθούν και να καταμετρηθούν στην εισαγωγή σε Σχολές των ΑΕΙ αλλά για να κατανοήσουν οι ίδιοι οι μαθητές πού υστερούν, πού υπολείπονται και, κυρίως, πώς συλλογικά πάλι θα αντεπεξέλθουν και θα ολοκληρώσουν τελικά την ερευνητική εργασία τους.

Η διαδικασία αυτή, που συνοπτικά περιγράψαμε, υπερβαίνει το Λύκειο∙ για να λειτουργήσει έτσι, θα πρέπει να εισαχθεί στις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού, ώστε από μικροί οι μαθητές να μάθουν την αξία της αναζήτησης της βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης κ.ά.π., στη συνέχεια στο Γυμνάσιο, όπου θα εξειδικευτεί περισσότερο εισάγοντας τον μαθητή στην επιστημονική δεοντολογία, στη συλλογή, στην ανάλυση και στην ερμηνεία των δεδομένων και, τέλος, θα έπρεπε να εισαχθεί στο Λύκειο, οπότε με αυτή την παιδεία οι μαθητές δεν θα εκτελούν απλώς τα βήματα της ερευνητικής διαδικασίας στα τυφλά αλλά θα τη βιώνουν…

Η ανάστροφη πορεία που ακολουθεί το υπουργείο προοιωνίζεται τη λογική του pret-a-porter, και θα γεμίσει το διαδίκτυο αναρτημένα «σκουπίδια» που μάλιστα θα καλοπληρώνονται (18) προκειμένου να βγει άλλη μια δυσανάλογη υποχρέωση που το υπουργείο φορτώνει στους ώμους των μαθητών του Λυκείου. Τελικά, τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» θα μπορούσαν με μια φράση να χαρακτηριστούν μέτρα «για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των φροντιστηρίων»…
Επιπλέον, η πρόβλεψη του υπουργείου να περιορίζεται η ερευνητική εργασία σε 3 θεματικούς κύκλους (ή σε συνδυασμό αυτών των κύκλων), καθώς και το ότι θα είναι παραπάνω από μία εργασία ανά τάξη Λυκείου, αλλά και η πρόβλεψη να είναι στην αγγλική γλώσσα (19) δηλώνει τη σπουδή του υπουργείου να καθιερώσει την ερευνητική εργασία θεματικά περιορισμένη και γλωσσικά ετεροπροσδιορισμένη σε μια, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του, «εντατική γενική παιδεία» που θα συμπληρώνεται από «προοδευτικά περισσότερη εμβάθυνση και εξειδίκευση» στη Β΄ και στη Γ΄ Λυκείου, για έναν μαθητή που θα «μαθαίνει να ζει και προοδεύει μέσα στο σύγχρονο και ανταγωνιστικό περιβάλλον, μέσα και έξω από την χώρα» (20).

Συμπερασματικά, πρόκειται για μια εντατική, και ταυτόχρονα ανταγωνιστική πρακτική, αφού παρά το ότι προβλέπεται να είναι «ομαδικές» οι ερευνητικές εργασίες, αυτή η πρόβλεψη δεν προάγει αυτόματα τη «συλλογικότητα και συνεργασία μεταξύ των μαθητών». Το προφανές είναι πως το υπουργείο, προβλέποντας τη συγγραφή της ερευνητικής εργασίας και στην αγγλική γλώσσα εναλλακτικά προς την ελληνική, δίνει σαφές προβάδισμα στα αγγλικά όχι μόνο έναντι της μητρικής γλώσσας αλλά και των άλλων ξένων γλωσσών (όπως είναι η γαλλική, γερμανική, ιταλική), ειδικά μάλιστα όταν η βαθμολόγησή της μετράει (21) τελικά για την εισαγωγή σε Σχολές – αντί για Τμήματα – των ΑΕΙ…

Σε κάθε περίπτωση, η ερευνητική εργασία θα αξιολογηθεί στην πράξη, αφού είναι σημαντικό να προσδιοριστεί το περιεχόμενό της. Θεωρούμε, όμως, πως με βάση τα στοιχεία που έχουν διαρρεύσει, οι εκπαιδευτικοί δεν θα χρειαστούν απλώς επιμόρφωση αλλά επανακατάρτιση, και πάλι με αβέβαια αποτελέσματα, αφού η ερευνητική εργασία προστίθεται από τα πάνω, στο Λύκειο, ενώ δεν έχουν προβλεφθεί οι απαραίτητες διαδικασίες που πρέπει να προηγούνται για να εισαχθούν οι μαθητές στη λογική της ερευνητικής διαδικασίας – όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε εμείς, χωρίς να είναι βέβαιο ότι την αντιλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο και το υπουργείο. Τα προγνωστικά είναι εναντίον του μέτρου αυτού, όμως δεν θα προτρέξουμε∙ θα περιμένουμε να δούμε τις εγκυκλίους σχετικά με την εφαρμογή της ερευνητικής εργασίας και το εκπαιδευτικό υλικό που θα δοθεί στους εκπαιδευτικούς για να ασχοληθούμε πάλι με το ζήτημα αυτό.

4. Επιλογικά (μέχρι να επανέλθουμε)

Στην παρουσίαση των μέτρων για το «νέο Λύκειο» οι δύο υφυπουργοί Παιδείας προσδιόρισαν το πλαίσιο, με το οποίο και θα θέλαμε να κλείσουμε προβαίνοντας σε δυο καταληκτικές αναφορές.

«Περνάμε από ένα Λύκειο αποστήθισης και παπαγαλίας σε ένα Λύκειο ουσίας, σε ένα Λύκειο που οι μαθητές και οι μαθήτριες θα μπορούν να επιλέξουν κατεύθυνση, να πάρουν πρωτοβουλίες, αλλά και να εμβαθύνουν, ανάλογα με τις προσωπικές και επαγγελματικές τους επιδιώξεις» (22).

«…και, αν δεν συνειδητοποιήσουμε ή δεν μπορέσουμε να πετύχουμε, να είναι οι εξετάσεις απλώς ένας τρόπος για να ξεχωρίσουμε ποιος μαθητής θα εισαχθεί πού, θα επανερχόμαστε συνεχώς σε αυτή τη σύγχυση, το μπέρδεμα Λυκείου και Πανεπιστημίου» (23).

Η πρώτη διαπιστωτική αναφορά παραπέμπει σε αλλαγές μεθοδολογικές, δηλαδή θα διδάσκουμε τα ίδια πράγματα, από τα ίδια βιβλία με άλλο τρόπο και, κατά τα λεγόμενα, χωρίς αποστήθιση και παπαγαλία. Δηλαδή; Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για την εκπαίδευση, τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές; Τι θα μπορούσε να σημαίνει το ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά σε εξετάσεις, σε μαθήματα επιλογής, με αυξημένο συντελεστή για την εισαγωγή στα ΑΕΙ (άρα ουσιαστικά υποχρεωτικά μαθήματα); Ίσως απόκρυψη, ίσως παραπλάνηση ή..;

Και πώς συναρτάται αυτό με τη δεύτερη επιδίωξη που αναφέρεται στις εξετάσεις, και μάλιστα δίνει και "οδηγίες” για το πώς πρέπει οι μαθητές, οι γονείς τους και όλη η κοινωνία να εσωτερικεύσει τις εξετάσεις αυτές, οι οποίες και παρουσιάζονται σε μια λογική του "δεν χάλασε και ο κόσμος”, απλώς έτσι είναι τα πράγματα… Ποιος μαθητής θα περάσει από τον εξωτερικό προθάλαμο των ΑΕΙ (το Λύκειο) στον εσωτερικό, δηλαδή στη Σχολή, κι έπειτα από έναν χρόνο φοίτησης θα δοκιμαστεί και πάλι… Το υπουργείο μοιάζει και πάλι να του λέει «δεν χάλασε και ο κόσμος… Ψάχνουμε για το ποιος φοιτητής πλέον, υπερπηδώντας και το 2ο φραγμό, θα εισαχθεί στο τμήμα των ΑΕΙ της προτίμησής του». Τόσο απλά.

Όποιος, λοιπόν, προτίθεται να εσωτερικεύσει όλα αυτά τα «απλά» για να μην επανέρχεται «συνεχώς σε αυτή τη σύγχυση, το μπέρδεμα Λυκείου και Πανεπιστημίου», τον συμβουλεύουμε να μην το κάνει… και να μην καταλήξει οικειοθελώς θύμα αυτής της ιδιαίτερα ριψοκίνδυνης ρητορικής του υπουργείου…


* Η Αγγελική Χ. Χρονοπούλου είναι υπεύθυνη ύλης του επιστημονικού περιοδικού «Σύγχρονη Εκπαίδευση»

 

Σημειώσεις:

 

(11) Ό.π. Φουκώ, Η Τάξη του Λόγου, σελ. 14.

(12) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 3.

(13) Ό.π. Φουκώ, Eπιτήρηση και Tιμωρία, σελ. 243.

(14) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 6-7.

(15) Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία, σ. 195.

(16) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 4. Βλ. επίσης συνοπτική αναφορά στο ΔΤ 30-3-11 του υπουργείου Παιδείας.

(17) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 1.

(18) Αν κάνετε μια αναζήτηση στο Google με τον όρο «ερευνητική εργασία», θα δείτε ότι από τώρα κάποια φροντιστήρια, προφανώς και πολλά άλλα που δεν εντοπίζονται με αυτό τον τρόπο, διαφημίζουν ότι «από το Σεπτέμβριο του 2011 και για τη σχολική χρονιά 2011-2012 θα συμπεριλάβουν στο εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα ένα νέο ειδικό μάθημα σχετικά με την δημιουργία και την εκπόνηση των ερευνητικών εργασιών (projects) που θα πρέπει να παραδίδουν οι μαθητές κάθε τάξης του νέου Λυκείου 2 φορές τον χρόνο».

(19) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 8.

(20) Αναδιατύπωση από τα αναφερόμενα στη σελ. 4, ό.π. Νέο Λύκειο (…).

(21) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 5, 6.

(22) ΔΤ 30-3-11 υπουργείου Παιδείας σελ. 2 (το απόσπασμα από την ομιλία της υφυπουργού Παιδείας)

http://www.minedu.gov.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2396%3A30-03-11-synenteyksi-typoy-tis-politikis-igesias-toy-ypoyrgeioy-paideias-dia-bioy-mathisis-kai-thriskeymaton-gia-to-lneo-lykeior&catid=80%3Adeltia-typoy&Itemid=806&lang=el.
(23)  ΔΤ 30-3-11 υπουργείου Παιδείας σελ. 2 (το απόσπασμα από την ομιλία του υφυπουργού Παιδείας) ό.π.

 

ΠΗΓΗ: 25-10-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=48711

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή Ι

Από το «νέο Λύκειο» στο «νέο ΑΕΙ» ολική… επαναφορά παλαιών συνταγών!

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή• χτίζεται πάνω του για να εποπτεύει, παρακολουθεί, αξιολογεί, ομογενοποιεί, δηλαδή για να «κανονικοποιεί» – Μέρος Ι


Αγγελική Χ. Χρονοπούλου*

 

 Περιληπτικά: Από τις ανακοινώσεις (30-3-2011) του υπουργείου Παιδείας για το «νέο Λύκειο», φυσικά και στο δρόμο που χάραξε η "Μπολόνια” και όσα αυτή επιδιώκει επί σειρά ετών, παρατηρείται ότι, ενώ από τη μια επιλέγει να αναφέρεται σε υπαρκτά προβλήματα, από την άλλη τα "επιλύει” μέσω της ρητορικής και μόνο, προωθώντας ταυτόχρονα μέτρα που οπωσδήποτε τα οξύνουν – τακτική που αναγνωρίζεται στις διακηρύξεις του υπουργείου.

Στην πράξη, λοιπόν, διπλασιάζονται οι φραγμοί επιλογής, κάτι που θα οδηγήσει σε αυξητική τάση των φροντιστηρίων, με την πρωτοεμφανιζόμενη και προσωρινά απροσδιόριστη διαδικασία επιλογής – 2ο φραγμό – που θα αναπτυχθεί εντός των ΑΕΙ, μετά την πρόβλεψη για εισαγωγή των φοιτητών σε Σχολές αντί για Τμήματα.

Ταυτόχρονα, μαζί με την εντατικοποίηση που δεν μπορεί να αποκρυβεί από την αναφορά σε «μαθήματα εμβάθυνσης» αντί για «μαθήματα επιλογής κατεύθυνσης», καθιερώνεται και η ερευνητική εργασία: παρά τη ρητορική που τη συνοδεύει, στόχος  είναι να εξασκηθούν από νωρίς οι μαθητές στο copy/paste και στην αγορά έτοιμων εργασιών από μια συνεχώς αναπτυσσόμενη νέα αγορά… Τελικά τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» θα μπορούσαν, με μια φράση, να χαρακτηριστούν μέτρα «για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των φροντιστηρίων»…

Στο κείμενο αυτό διαγράφουμε το θεωρητικό πλαίσιο κριτικής για το «νέο Λύκειο» λαμβάνοντας υπόψη μας τον αναπαραγωγικό ρόλο του σχολείου, το ρόλο των εξετάσεων όσον αφορά την ταξινόμηση και την κατάταξη των νέων ανθρώπων στα εργασιακά τους κελιά αλλά και την ιεραρχημένη σχέση δασκάλου/μαθητή που στο νέο σχολείο μεταπίπτει σε σχέση παρόχου εκπαιδευτικών υπηρεσιών (δάσκαλος) / πελάτη (μαθητής). Σε αυτές τις παραμέτρους επικεντρώνεται η κριτική μας, με στόχο να οριοθετήσουμε τις αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων που παράγουν, διευρύνουν, και εγκαθιδρύουν τις κοινωνικές ανισότητες, αφού πρώτα θέτουμε το κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο. Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό «Σύγχρονη Εκπαίδευση» τεύχ. 165 (Απρ. – Ιούν. 2011, σελ. 11-21).

1. Εισαγωγικά

2. Το πρόβλημα, το υπουργείο, και η "λύση” του

3. Θεωρητικό πλαίσιο κριτικής για το «νέο Λύκειο»

3.1. Εισαγωγικά

3.2. Τα μέτρα για το «νέο Λύκειο», μια πρώτη προσέγγιση:

3.2.1. Το ζήτημα των φροντιστηρίων

3.2.2. Το ζήτημα των εξετάσεων

3.2.3. Το Η ερευνητική εργασία

4. Επιλογικά (μέχρι να επανέλθουμε)

 

1. Εισαγωγικά

Σαρωτικές αλλαγές επιχειρούνται στον χώρο της εκπαίδευσης, με κορύφωση μέχρι στιγμής τις συγχωνεύσεις σχολείων που θα "κοστίσουν” απώλειες 36.000 θέσεων εκπαιδευτικών… Από κοντά, με τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» που ανακοινώθηκαν στις 30 Μάρτη του 2011 και επιδιώκεται να εφαρμοστούν άμεσα στην Α΄ Λυκείου από τον Σεπτέμβρη του 2011, επιτείνονται τα προβλήματα της χειμαζόμενης εκπαίδευσης. Με τα μέτρα αυτά η εισαγωγική τάξη του Λυκείου, αντί για τάξη περίσκεψης, δοκιμής και αποφάσεων για το μέλλον του μαθητή, προσδιορίζεται σαν «γέφυρα» ανάμεσα στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο – και πού οδηγεί;

Μοναδικός στόχος της Α΄ νέου Λυκείου, λοιπόν, δεν θα είναι πλέον η εισαγωγή στα ΑΕΙ μετά από εξετάσεις – τώρα επιβαρύνεται και με την προώθηση στην αγορά εργασίας των μαθητών χωρίς πανελλαδικές εξετάσεις (μέτρο που με εξαιρετική βιασύνη εφαρμόστηκε από εφέτος, πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι της νομοθετικής του ρύθμισης από τη Βουλή). Αλλά ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση, το «νέο Λύκειο» δεν οδηγεί σε τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ που θα επιλέξουν οι μαθητές. Αντίθετα καθίσταται ο προθάλαμος του προθαλάμου των ΑΕΙ, αφού οι βασικές αρχές του νέου εξεταστικού συστήματος που έχουν διατυπωθεί (1) προβλέπουν την εισαγωγή σε Σχολές αντί για Τμήματα (2) … Τη στιγμή μάλιστα που αυτή η συζήτηση, όπως ανακοίνωσε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου όταν παρουσίασε τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» (30-3-2011), θα ακολουθήσει μόλις ολοκληρωθεί η συζήτηση για το Λύκειο (3) … Δύο μήνες μετά αποφεύγει να ανοίξει συζήτηση σχετικά με το «είδος και το περιεχόμενο της εξεταστικής διαδικασίας», ενώ μεταφέρει, σύμφωνα με πληροφορίες, το κατακαλόκαιρο την ημερομηνία κατάθεσης προς ψήφιση του νέου «νόμου πλαισίου» για τα ΑΕΙ – που έχει συγκεντρώσει, με τη σειρά του, πλήθος αντιδράσεις από τον πανεπιστημιακό χώρο, και όχι μόνο.

2. Το πρόβλημα, το υπουργείο, και η "λύση” του

Από τις ανακοινώσεις του υπουργείου παρατηρείται ότι, ενώ από τη μια επιλέγει να αναφέρεται σε υπαρκτά προβλήματα, από την άλλη τα "επιλύει” μέσω της ρητορικής και μόνο, προωθώντας ταυτόχρονα μέτρα που οπωσδήποτε τα οξύνουν – τακτική που αναγνωρίζεται στις διακηρύξεις του υπουργείου.

Για παράδειγμα, διπλασιάζονται οι φραγμοί επιλογής, κάτι που θα οδηγήσει σε αυξητική τάση των φροντιστηρίων. Η πρωτοεμφανιζόμενη και προσωρινά απροσδιόριστη διαδικασία επιλογής – 2ος φραγμός – θα αναπτυχθεί εντός των ΑΕΙ, μετά την πρόβλεψη για εισαγωγή των φοιτητών σε Σχολές αντί για Τμήματα.
Ταυτόχρονα, δίπλα στην εντατικοποίηση που επιδιώκεται και που δεν μπορεί να αποκρυβεί μέσω της αναφοράς σε «μαθήματα εμβάθυνσης» αντί για «μαθήματα επιλογής κατεύθυνσης», καθιερώνεται και η ερευνητική εργασία (4): παρά τη ρητορική που τη συνοδεύει, στόχος είναι να εξασκηθούν από νωρίς οι μαθητές στο copy/paste και στην αγορά έτοιμων εργασιών από μια συνεχώς αναπτυσσόμενη νέα αγορά…

Τελικά τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» θα μπορούσαν, με μια φράση, να χαρακτηριστούν μέτρα «για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των φροντιστηρίων»…

3. Θεωρητικό πλαίσιο κριτικής για το «νέο Λύκειο»

3.1. Εισαγωγικά

Α. Ο αναπαραγωγικός ρόλος του σχολείου έχει μελετηθεί διεξοδικά και έχουν αναλυθεί οι παράμετροι λειτουργίας του.

Β. Η… αξία και ο ρόλος των εξετάσεων έχει επίσης μελετηθεί και είναι η αιχμή του δόρατος κάθε εκπαιδευτικής ρύθμισης: είτε αναγορεύεται σε μεταρρύθμιση είτε όχι, στην ουσία σηκώνει το βάρος της ταξινόμησης και της κατάταξης των νέων ανθρώπων στα εργασιακά τους κελιά∙ στις μέρες μας, αυτό μπορεί να σημαίνει από άνεργος μέχρι… και έτερο /υποαπασχολούμενος και με την προοπτική αποδοχής τής διά βίου μάθησης. Με αποτέλεσμα, απέναντι σε κάθε αλλαγή (κοινωνική, οικονομική, κ.α.π.), στην πράξη να δρομολογείται ένας μηχανισμός προσαρμογής και αποδοχής ενός πλαισίου που οριοθετείται με το «μαθαίνω συνεχώς και περισσότερα, για να δουλεύω –όταν βρίσκω δουλειά– όλο και περισσότερο, αμειβόμενος όσο το δυνατόν λιγότερο»…

Γ. Τέλος, η ιεραρχημένη σχέση δασκάλου/μαθητή ή γενικότερα διδάσκοντα / διδασκόμενου – αυταρχική ή συνεργατική αρχικά, αντικαταστάθηκε από τη σχέση εκπαιδευτού/εκπαιδευόμενου, ενώ όσο αφορά το νέο σχολείο έχουμε  μεταπέσει στη σχέση παρόχου εκπαιδευτικών υπηρεσιών (δάσκαλος) / πελάτη (μαθητής).

Σε αυτές τις παραμέτρους χρειάζεται κατά την άποψη μας να επικεντρωθεί η κριτική μας, με στόχο να οριοθετήσουμε τις αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων που παράγουν, διευρύνουν, και εγκαθιδρύουν τις κοινωνικές ανισότητες, αφού πρώτα θέσουμε το κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο.

3.2. Τα μέτρα για το «νέο Λύκειο», μια πρώτη προσέγγιση:

3.2.1. Το ζήτημα των φροντιστηρίων

Οι κοινωνικές διακρίσεις που διαχρονικά έχει επιβάλει ένα σύστημα (εκπαιδευτικών, οικονομικών, πολιτικών) θεσμών όχι μόνο δεν επιδέχονται τροποποίηση αλλά βρίσκονται και σε μια ακατάπαυστη μετατόπιση, ώστε να ανανεώνονται και τελικά να εγκαθιδρύονται με τη βία και τον καταναγκασμό (5). Μια βία – και ένας καταναγκασμός – που, σύμφωνα με τον Φουκώ, όσο λιγότερο είναι «σωματική» τόσο περισσότερο είναι επιστημονικά «φυσική» (6), δηλαδή γίνεται αποδεκτή ως φυσιολογική κατάληξη – στην περίπτωση του «νέου Λυκείου», αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την πρακτική της ρητορικής για τα μέτρα (7), που δεν αντανακλά την πραγματικότητα, τη στιγμή που αυτή η ίδια ρητορική γίνεται το μέσο για την αποδοχή της δυσμενούς πραγματικότητας που θα διαμορφωθεί εξαιτίας των μέτρων.

Ποια είναι, όμως, η πραγματικότητα που προοιωνίζονται τα μέτρα;
Το υπουργείο, στο Δελτίο Τύπου της «Συνέντευξης Τύπου της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων για το "Νέο Λύκειο”», αναφέρει ότι «Σύμφωνα με τη νέα πρόταση, το Λύκειο δεν είναι απλά ο προθάλαμος για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, αλλά μια αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα» (8).

Δηλαδή το υπουργείο αναγνωρίζει ότι το Λύκειο είναι ο προθάλαμος, αυτό δεν το… διαπραγματεύεται, αλλά διακηρύσσει ότι θα το μετατρέψει σε «αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα»! Ωστόσο, στην πράξη, διπλασιάζοντας τους φραγμούς προς τα ΑΕΙ υποβιβάζει το «νέο Λύκειο» σε προθάλαμο του προθαλάμου των ΑΕΙ!
Στο εξής, λοιπόν, και αποκωδικοποιώντας τη ρητορική περί «νέου Λυκείου», όταν διαβάζουμε ότι «το Λύκειο δεν είναι απλά ο προθάλαμος για την εισαγωγή στα ΑΕΙ», πρέπει να αντιλαμβανόμαστε πως ουσιαστικά «το Λύκειο θα είναι απλά ο προθάλαμος του προθαλάμου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ».

Αυτός ο 2ος στη σειρά φραγμός προδιαγράφεται από την πρόταση του ΕΣΥΠ: «Κάθε πανεπιστήμιο να καθορίζει λεπτομερή κριτήρια και προϋποθέσεις μετάβασης σε συγκεκριμένο τμήμα από το 2ο έτος / Η μετάβαση να γίνεται χωρίς νέες εξετάσεις / Θέσπιση αδιάβλητης διαδικασίας επιλογής από το 1ο στο 2ο έτος» (9). Επισημαίνουμε πως μέχρι στιγμής δεν υπάρχει πρόβλεψη για το τι θα ισχύσει για τους απορριφθέντες από αυτή τη διαδικασία επιλογής…

Ανεξάρτητα, όμως, από το ποια θα είναι η απάντηση, επιτείνεται η ανασφάλεια των μαθητών του Λυκείου (και κατά το πρώτο έτος της φοίτησής τους στα ΑΕΙ) και εξωθούνται ακόμη περισσότερο στο πανταχού παρών και συνεχώς και με θεσμικά μέτρα επεκτεινόμενο φροντιστήριο. Αναμένεται, λοιπόν, να υπερδιπλασιαστούν οι ανάγκες για φροντιστήρια και για ιδιαίτερα μαθήματα∙ μάλιστα, αυτή η αυξητική τάση θα ενισχυθεί και από τη διεύρυνση του φροντιστηριακού πεδίου προς τα ακαδημαϊκά μαθήματα με βάση τα οποία θα επιλέγονται οι φοιτητές/τριες από τα Τμήματα των ΑΕΙ για το 2ο έτος των σπουδών τους.

Σε κάθε περίπτωση, όποια και να είναι η επιμέρους λύση που σύντομα, εκ των πραγμάτων, θα αναδειχτεί, μας οδηγεί με ασφάλεια 70 τουλάχιστον χρόνια πίσω….

Έτσι, πέρα από κάθε αμφιβολία, και το "νέο Λύκειο” προβλέπεται να λειτουργήσει ως σύστημα αποκλεισμού – και μάλιστα διπλού αποκλεισμού, εφόσον η επιτυχία στις εξετάσεις δε συνεπάγεται, όπως μέχρι σήμερα, την εισαγωγή του υποψηφίου σε τμήμα που επιλέγει (όσο το επιλέγει) ο ίδιος και την ακώλυτη (μέσα από εσωτερικές εξετάσεις) αποφοίτησή του από το τμήμα αυτό. Αλλά από το Λύκειο (δηλαδή τον προθάλαμο), μετά από εξετάσεις και αφού παρακολουθήσει τα «μαθήματα εμβάθυνσης» (νέα ωραιοποιημένη ονομασία των γνωστών μας από παλιά «μαθημάτων επιλογής» και «μαθημάτων κατεύθυνσης»), εισάγεται στη Σχολή (10) (δηλαδή σε έναν 2ο προθάλαμο), όπου φοιτά για έναν χρόνο και μετά επιλέγεται για να φοιτήσει στο τμήμα όπου από την αρχή επιθυμούσε να εισαχθεί!

Συμπερασματικά μόνο όποιος συστηματικά εθελοτυφλεί θα θεωρούσε ότι το νέο Λύκειο θα είναι «μια αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα» σύμφωνα με τη ρητορική του υπουργείου, που σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά στοιχεία…

Βέβαια είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε πως αν δεν απασχολήσουν τα μέτρα για το "νέο Λύκειο” το μαθητή, τους γονείς του, την κοινωνία, όλους εμάς που υφιστάμεθα ανάλογες συνέπειες σε όλα τα επίπεδα, γιατί να απασχολήσουν το υπουργείο, αυτό μια χαρά κάνει τη δουλειά του. Μήπως είναι καιρός και όλοι εμείς να αρχίσουμε επίσης να κάνουμε όσα μας αναλογούν και να μην περιμένουμε λύσεις από τα πάνω;

Τι να κάνουμε; Ας αρχίσει να μπαίνει στις προτεραιότητές μας και φαντασία έχουμε κάτι θα σκεφθούμε για να καταφέρουμε να ανατρέψουμε την κατάσταση υπέρ μας σε αυτό το "μια και έξω στημένο σε βάρος μας παιχνίδι”…

 

* Η Αγγελική Χ. Χρονοπούλου είναι υπεύθυνη ύλης του επιστημονικού περιοδικού «Σύγχρονη Εκπαίδευση»

Σημειώσεις:

(1) Βλ. το κείμενο της Συντακτικής Ομάδας για το «Νέο εξεταστικό σύστημα από το 2013» προσβάσιμο στη δ/νση:

http://kapodistriako.uoa.gr/stories/161_co_01/index.php?m=2.
(2) Βλ. στο Λακασάς Απόστολος (2011) Προτάσεις ΕΣΥΠ για τις αλλαγές στα πανεπιστήμια. Η Καθημερινή, 24-3-11, όπου αναφέρεται ότι για το «Νέο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα μέλη του ΕΣΥΠ, ανάμεσα σε άλλα: «Συμφώνησαν στις δυσκολίες της πρότασης εισαγωγής των φοιτητών σε Σχολή και όχι σε Τμήμα, όπως συμβαίνει τώρα. Η κυριότερη δυσκολία είναι η εξασφάλιση του αδιάβλητου της διαδικασίας επιλογής από το πρώτο στο δεύτερο έτος».

(3) Βλ. Σχετική αναφορά στις προτάσεις του υπουργείου Παιδείας για το «Νέο Λύκειο» (σελ. 3), με τίτλο: Νέο Λύκειο: Μετά το «Νέο Σχολείο» και πριν το «Νέο ΑΕΙ».

(4) Βλ. ΔΤ 30-3-11 υπουργείου Παιδείας και αναλυτικά στις προτάσεις του υπουργείου Παιδείας για το «Νέο Λύκειο», με τίτλο: Νέο Λύκειο: Μετά το «Νέο Σχολείο» και πριν το «Νέο ΑΕΙ», σελ. 4

http://www.minedu.gov.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2396%3A30-03-11-synenteyksi-typoy-tis-politikis-igesias-toy-ypoyrgeioy-paideias-dia-bioy-mathisis-kai-thriskeymaton-gia-to-lneo-lykeior&catid=80%3Adeltia-typoy&Itemid=806&lang=el.
(5) Η αναφορά σε «διακρίσεις που τελικά πραγματοποιούνται με τη βία και τον καταναγκασμό» προέρχεται από σελ. 11: Φουκώ, Μισέλ (χ.χ.) Η Τάξη του Λόγου. Εναρκτήριο μάθημα στο College de France 1970. Μετάφραση από τα γαλλικά: Χ. Χρηστίδης – Μ. Μαϊδάτσης. Αθήνα: Ηριδανός.

(6) Βλ. σελ. 236: Φουκώ, M. (1989), Eπιτήρηση και Tιμωρία. H γέννηση της φυλακής. Aθήνα: Eκδ. Pάππα.

(7) Ενδεικτικά αποσπάσματα βλ. στο κείμενο με τίτλο: Νέο Λύκειο: Μετά το «Νέο Σχολείο» και πριν το «Νέο ΑΕΙ», με το οποίο το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε (στις 30-3-11) τα μέτρα για το «νέο Λύκειο»: «Το εκπαιδευτικό μας σύστημα πάσχει! (…) Έχει μετατρέψει τις δυο τελευταίες τάξεις του Λυκείου, σε «παρακολούθημα» των φροντιστηρίων. Και για το δεδομένο αποτέλεσμα, στοιχίζει πολύ ακριβά και για τον Έλληνα φορολογούμενο και για τον κάθε γονιό χωριστά. (…)» ό.π. σελ. 1.

 «Το Λύκειο σήμερα έχει (…) ως προς το κόστος: Η εμπέδωση σε κάθε οικογένεια της αντίληψης ότι το φροντιστήριο αλλά και η εξωσχολική βοήθεια του μαθητή είναι απολύτως αναγκαία για την είσοδο του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (…) η μέση ετήσια δαπάνη των οικογενειών για τα φροντιστήρια ανέρχεται σε περίπου 900 εκατομμύρια € (…)» Ό.π. σελ. 1, 3. Η έμφαση υπάρχει στο κείμενο.

(8) ΔΤ 30-3-11 του υπουργείου Παιδείας. Η έμφαση υπάρχει στο κείμενο.

(9) Βλ. Σχετικά με το πόρισμα του ΕΣΥΠ στο: Newsroom ΔΟΛ (24-3-11),  http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231101095

(10) Ανάλογη είναι και η δήλωση που προηγήθηκε (27-8-10): «Όσο για την ιδέα της αρχικής εισαγωγής σε σχολή, ο κ. Δημαράς τη θεωρεί φρόνιμη, τονίζει ωστόσο ότι πρέπει να διασφαλιστεί ο πλέον αντικειμενικός τρόπος της αξιολόγησης των φοιτητών κατά το επόμενο στάδιο της κατάταξής τους σε τμήματα», http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4591102

 

ΠΗΓΗ: 25-10-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=48711

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Φωτογραφία, ιστορική μνήμη και κοινωνία

Φωτογραφία, ιστορική μνήμη και κοινωνία: σχέση εξελικτικά διαλεκτική

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*


 

Η φωτογραφία παίζει σήμερα κυρίαρχο ρόλο στην αποτύπωση της κοινωνικής και ατομικής πραγματικότητας. Δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα που να μην τη χρησιμοποιεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Είναι απαραίτητο στοιχείο της επιστήμης, της βιομηχανίας, της τέχνης της κοινωνικής ανάλυσης. (Πρβλ. Gisèle Freund, 1996, «Πρόλογος» στο Φωτογραφία και Κοινωνία, μτφρ. Εύα Μαυροειδή, Αθήνα: Εκδόσεις περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, σελ. 9-11).

Είναι χαρακτηριστικό για τη δυναμική της καινούριας επινόησης πως ο Γερμανός φιλόσοφος Λουδοβίκος Φόυερμπαχ (1804-1872) στον πρόλογο του έργου του «Η Ουσία του Χριστιανισμού» (το 1840, λίγο καιρό αφού ανακαλύφθηκε η κάμερα), στο οποίο πραγματεύεται την αληθινή γνώση περί Θεού ως ενότητα συνείδησης και ουσίας του ανθρώπου, σημειώνει ότι η εποχή μας (ενν. ο 19ος αιώνας) προτιμά την εικόνα από το αντικείμενο, το αντίγραφο από το πρωτότυπο, την αναπαράσταση από την πραγματικότητα, την εμφάνιση από την ύπαρξη. Στον 20ο αιώνα μάλιστα, επεκράτησε μια ευρεία συναίνεση, ότι δηλαδή μια κοινωνία γίνεται «μοντέρνα» όταν μια από τις κύριες δραστηριότητές της είναι η παραγωγή και η κατανάλωση εικόνων, όταν οι εικόνες έχουν την ακατανίκητη δύναμη να καθορίζουν τις απαιτήσεις μας από την πραγματικότητα και να γίνονται απαραίτητες για την «υγεία» της οικονομίας, τη σταθερότητα του καθεστώτος και για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας. Τότε οι εικόνες οι ίδιες καθίστανται αδηφάγα υποκατάστατα της άμεσης εμπειρίας.

Η αντίληψη της πραγματικότητας ως ατελείωτης σειράς από καταστάσεις που αντικαθρεφτίζουν η μία την άλλη, η άντληση αναλογιών από τα πιο ανόμοια πράγματα, σημαίνει τη σταδιακή διαμόρφωση της χαρακτηριστικής μορφής αντίληψης η οποία κεντρίζεται και, εν τέλει, πιστοποιείται  από τις φωτογραφικές εικόνες. Η πραγματικότητα η ίδια έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτή ως ένα είδος καταγραφής που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί.  Μοιάζουν ενίοτε σαν να εκτιμώνται με περισσή προτίμηση τα μνημόσυνα για τους αποβιώσαντες παρά οι ζωντανοί άνθρωποι και οι δεσμοί τους με το παρόν. Γι’ αυτό οι «τοπογραφικές» καρτ – ποστάλ στα πανέρια ή στις ανταλλαγές μεταξύ συλλεκτών αυξάνουν την τιμή τους ανάλογα με το πόσο πολύ έχει αλλάξει το τοπίο που έχει αποτυπωθεί στο δελτάριο.

Ωστόσο, δεν πρέπει καθόλου να παραβλέπουμε ότι μια εξίσου φυσιολογική και σημαντική λειτουργία με τη μνήμη είναι και η λήθη, και ότι το να ξεχνάμε είναι εξίσου φυσικό. Το να ξεχνάμε μας φέρνει μερικές φορές σε δύσκολη θέση κοινωνικά, αλλά, αντιθέτως, το να μην ξεχνάμε ποτέ συνιστά σοβαρό πρόβλημα και εξασθενεί νοητικά και ψυχικά τον άνθρωπο. Επί παραδείγματι, ο Ρώσος ψυχολόγος Α. R. Luria, στο βιβλίο του “The Mind of a Mnemonist” (London, 1975) μας παρουσιάζει ανάγλυφα πόσο πιο επώδυνο και εξαντλητικό για τον ανθρώπινο οργανισμό είναι η διαδικασία του να μην ξεχνά ποτέ.

Βέβαια, η φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως εργαλείο ενάντια στη λήθη. Αν κάποια στιγμή απροσδόκητα μας δείξουν κάποια παλιά φωτογραφία, μάλλον θα ξαφνιαστούμε, διαπιστώνοντας τις αλλαγές που ο χρόνος έχει επιφέρει όχι μόνο σε μας τους ανθρώπους, αλλά και στο δομημένο περιβάλλον του αστικού χώρου μας. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε τις μεταβολές που επέρχονται γενικώς, όχι απλώς επειδή από μέρα σε μέρα είναι ανεπαίσθητες ή πολύ μικρές, ώστε να καταγραφούν συνειδητά από κάποιον παρατηρητή. Οι καθημερινές, μικρής κλίμακας μεταβολές αποτελούν κομμάτι μιας συνηθισμένης διαδικασίας, που καλύπτει τις «μνήμες» της προηγούμενης εμπειρίας μας γι’ αυτό και δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Αν δεν μεσολαβήσει ή δεν αναδυθεί κάποια ειδική περίσταση ή σχέση που να προκαλέσει την εστίαση της μνήμης μας σε κάτι, ίσως και να μην μπορούμε να ανακαλέσουμε, να θυμηθούμε δηλαδή, τον εαυτό μας σε μια ορισμένη κατάσταση της ζωής του.

Κατ’ αναλογία, ό, τι ισχύει για τη μνήμη των ατόμων, ισχύει και για την κοινωνική μνήμη. Υπάρχουν παραδείγματα αλλοίωσης των παραμυθιών, που καθώς διασώζονται ως προφορική παράδοση από τη μια γενιά στην άλλη, υπόκεινται και σε αλλεπάλληλες  τροποποιήσεις. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία μπορεί να περάσει απαρατήρητη στην προφορική κοινωνία αυτή καθεαυτήν. Χωρίς γραπτά αρχεία που θα αποκρυστάλλωναν μια εκδοχή της αφήγησης σε κάποια  φάση της μετάδοσής της, δεν διαθέτουμε μια βάση σύγκρισης. Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβανόμαστε τη διαδικασία της μεταβολής, διότι αυτή η διαδικασία σβήνει στο πέρασμά της τα ίδια τα ίχνη της.

Η φωτογραφία, όμως, αποτελεί το συνδετικό  κρίκο ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη και οι απαρχές του 20ου αιώνα που ήθελαν μια φωτογραφία να «εκμοντερνίζεται» (εκσυγχρονίζεται) μέσω της εικόνας, άφησαν πίσω τους αρκετά μνημονικά ίχνη. Δείγματα αυτών εντοπίζουμε σε αστικά τοπία διάφορων πόλεων ανά τον κόσμο.

Τη Δευτέρα 19 Αυγούστου 1839 σε μια πανηγυρική συνεδρίαση της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών ο βουλευτής Πυρηναίων, λόγιος και φιλότεχνος François Arago, ενεργώντας για λογαριασμό του φίλου του Louis J. M. Daguerre, παρουσίασε την εφεύρεση της φωτογραφίας. Η νταγκεροτυπία, πρώτη μορφή φωτογραφίας υπήρξε η ολοκλήρωση των πολύχρονων ερευνών  του Γάλλου φυσικού Joseph Nicéphore Niepce (1765-1833). Δεν άργησε η νταγκεροτυπία να φτάσει και στην ελεύθερη Ελλάδα. Δυο μήνες μετά από την πρώτη δημόσια παρουσίαση της νέας εφεύρεσης,  αλλοδαποί περιηγητές «έγραφαν» τις πρώτες πλάκες στην Αθήνα.

(Πρβλ. Δημήτρης Τζίμας, «Φωτογραφία αυτή η νέα εφεύρεση», στο: Άλκης Ξανθάκης, 1990, Φίλιππος Μαργαρίτης, Ο πρώτος Έλληνας φωτογράφος, Αθήνα: Εκδόσεις Περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, χ.α.σ.)

Η ιστοριογραφική αξία των φωτογραφιών ποικίλλει ανάλογα με τη δυνατότητα που μας δίνεται να συνδυάσουμε τις διαθέσιμες πηγές ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο. Στην περίπτωση π.χ. της ιστορίας των Βαλκανίων, ενώ η έρευνα πιθανόν να παρουσιάζει υστέρηση, η πληθώρα οπτικών τεκμηρίων σε ιδιωτικές, κυρίως, συλλογές και αλλού (σε καταστήματα, ιδρύματα κ.τ.λ.) συντέλεσε σε μια μαζική δημοσιοποίηση, μολονότι έλειπαν οι «άλλες», κύριες πηγές, οι επιστημονικές, που θα συνέβαλαν δομικά-λειτουργικά στην αναγνώριση και ερμηνεία του «κάδρου».

Συλλέγοντας φωτογραφίες συλλέγεις τον κόσμο, ισχυρίστηκε η Σούζαν Σόνταγκ (Susan Sontag, 1933-2004). Το να μορφώνεσαι από φωτογραφίες  είναι σαν να μορφώνεσαι από αρχαιότερες εικόνες, αν και υπάρχουν γύρω μας πολλές περισσότερες στιγμές που αξίζουν της προσοχής μας. Η φωτογραφική «καταγραφή» του κόσμου μας που ξεκίνησε το 1839 συνεχίζεται ακάθεκτη και από τότε έχουν φωτογραφηθεί σχεδόν τα πάντα.

*

Η κοινωνική μνήμη δεν περιορίζεται  στο πλαίσιο και τις καταγραφές του λόγου. Για τη μετάδοσή της βέβαια απαιτείται ένα υψηλότερο επίπεδο σημειολογίας  που καθιστά απαραίτητη τη χρήση εννοιών. Εξάλλου, οι εικόνες μπορούν να μεταδοθούν κοινωνικά μόνον εάν γίνουν συμβατικές-συμβολικές και απλοποιηθούν.

Για την τυπολογία και τη μετάδοση κατηγοριών γνώσης μέσα από ατομικές αλλά και κοινωνικά θεσμοθετημένες διεργασίες μιλά διεξοδικά ο R. Rorty, 1980, κεφ. 3, στο Philosophy and the Mirror of Nature, Oxford: Oxford  University Press. Ο μελετητής αυτός προτιμά να διακρίνει τη γνώση σε τρεις ευρείες κατηγορίες: την περιφραστική γνώση (ή τη γνώση γύρω από τα πράγματα), την αισθητηριακή και εμπειρική γνώση (ή τη γνώση απευθείας από τα πράγματα) και τη γνώση ικανότητας (ή τη γνώση της δεξιότητας να κάνουμε πράγματα). Από αυτές συνήθως μόνο η πρώτη κατηγορία εκλαμβάνεται ως γνώση με την πλήρη σημασία της.

Η γνώση, λοιπόν, είναι κάτι που μοιάζει μάλλον με ένα στοιχείο «περιουσιακό» επί του οποίου μπορούμε να διεκδικήσουμε κυριότητα  παρά με μια αίσθηση την οποία  νιώθουμε και προσπαθούμε να την περιγράψουμε. (Πρβλ. Mary Warnock, 1987, Memory, London, σελ. 39).

Ορισμένες προφορικές κοινωνίες, όπως οι κοινωνίες των αρχαίων Ελλήνων και των φυλών της Πολυνησίας πριν από την εποχή της  γραφής, ή κάποιες κέλτικες φυλές της βορειοδυτικής Ευρώπης την εποχή της Ρωμαϊκής κατάκτησής τους, διέθεταν μια υψηλής ανάπτυξης ακουστική αίσθηση. Αυτές οι κοινωνίες ήσαν σε θέση να πραγματοποιήσουν αξιόλογα «μνημονικής» φύσεως επιτεύγματα. Δεν ήταν λοιπόν συμπτωματική η υψηλού επιπέδου ανάπτυξη ποιητικών παραδόσεων στο πλαίσιο αυτών των κοινωνιών. Έχει αναπτυχθεί ολόκληρη επιστήμη, που μελετάει αυτή την προφορικότητα (orality), καταγράφει τις αλλοιώσεις, μετράει και ερμηνεύει τις αποκλίσεις κτλ. Δεν περιορίζεται στα παραμύθια, αλλά εστιάζει στο μεσαιωνικό έπος, στους τροβαδούρους, στους τρουβέρους, στους μεγάλους προφορικούς αφηγητές ιστοριών.

Βέβαια, η ανάγκη για επικοινωνία των μελών μιας κοινωνίας καθόλου δεν μειώνει την αισθητηριακή ιδιότητα της κοινωνικής μνήμης. Η μνήμη που έχει ένας προφορικός ποιητής για ένα ποίημα ως αίσθηση, καθώς δηλαδή αφηγείται μια συγκεκριμένη ιστορία, δεν αποχωρίζεται από τη μνήμη που έχει ο ποιητής για το ποίημα ως ήχο.

 Το υψηλότερο επίπεδο διάρθρωσης που είναι απαραίτητο για την κοινωνική μνήμη  την καθιστά σημαντικότερη, σε συλλογικό επίπεδο, συγκριτικά με την ατομική. Την καθιστά, επίσης, περισσότερο εννοιολογική και συμβατική. Συμβατική, επειδή η εικόνα πρέπει να έχει νόημα για ένα ολόκληρο κοινωνικό σύνολο, και απλοποιημένη, επειδή, για να έχει νόημα και να μπορεί να μεταδοθεί, η περιπλοκότητα της εικόνας πρέπει να περιοριστεί όσο αυτό είναι δυνατόν. Οι ατομικές μνήμες περιέχουν ενθυμήσεις προσωπικών βιωμάτων από τα οποία πολλά είναι δύσκολο να εκφραστούν με λόγια. Έτσι, οι εικόνες σε οποιαδήποτε ατομική μνήμη θα είναι περισσότερο εμπλουτισμένες σε σχέση με τις συλλογικές εικόνες, οι οποίες συγκριτικά θα είναι περισσότερο σχηματικές και συμβατικές.

Το αποτελεσματικότερο εργαλείο μετάδοσης της μνήμης στις νεότερες κοινωνίες είναι η φωτογραφία. Συλλέγοντας φωτογραφίες συλλέγεις τον κόσμο, ισχυρίστηκε η Σούζαν Σόνταγκ. Η ανθρωπότητα λιμνάζει στη σπηλιά του Πλάτωνα, διασκεδάζοντας ακόμα με απλές εικόνες της αλήθειας.

Ο Γάλλος μυθιστοριογράφος Ονορέ  ντε Μπαλζάκ (Honoré de Balzac, 1799-1850) αντλούσε τη δύναμη των περιγραφών του από την πεποίθησή του ότι το πνεύμα ενός ολόκληρου κοινωνικού περιβάλλοντος μπορεί να φανερωθεί από μια μεμονωμένη υλική λεπτομέρεια, όσο μηδαμινή και αυθαίρετη κι αν είναι. Όταν, τον επόμενο αιώνα, η επικοινωνία άρχισε να μας απασχολεί επιστημονικά, ο Καναδός επικοινωνιολόγος Μάρσαλ Μακ Λούαν (Marshal Mac Luhan, 1911-1980) έγραψε ότι τα μέσα επικοινωνίας υποκατέστησαν από μόνα τους τον παλιότερο κόσμο, τον κόσμο του παρελθόντος.

Οι φωτογραφίες προσφέρουν αποδείξεις. Κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε ή δεν έχουμε σαφή εικόνα του φαίνεται αποδεδειγμένο όταν μας επιδειχθεί μια φωτογραφία του. (Πρβλ. Susan Sontag, 1973, «Στη Σπηλιά του Πλάτωνα» στο: On Photography, [ελληνική έκδοση Περί Φωτογραφίας, 1993, μτφρ. Ηρακλής Παπαϊωάννου], Αθήνα: Εκδόσεις Περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, σ. 17).

Ακόμη κι αν επιθυμούσαμε να ανακτήσουμε αυτόν τον παλιότερο κόσμο, αυτό θα ήταν δυνατόν μόνο μέσω μιας εντατικής μελέτης των τρόπων με τους οποίους τα μέσα τον έχουν αποδώσει. Μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει τη φωτογραφία ως ένα εξαιρετικά δυναμικό μέσο επικοινωνίας. Σε κοινωνικές μελέτες (π.χ αστικών χώρων) μπορεί κάποιος να αξιοποιεί πολλές φωτογραφίες που προέρχονται από παλαιές καρτ-ποστάλ και από λευκώματα που  έχουν δημοσιευτεί σε σχετικές εκδόσεις. Καλό θα ήταν να μην επιλέξει εικόνες που εξιδανικεύουν το χώρο. Τα εικονογραφικά στοιχεία, στην περίπτωση αυτή, αποτελούν κάτι περισσότερο από φωτογραφίες ενός χώρου ή από την απαθανάτιση ενός επαγγέλματος της εποχής ή της αβεβαιότητας στο βλέμμα ενός π.χ. κατοίκου μιας ευρωπαϊκής  πόλης στον ύστερο 19ο αιώνα· δίνουν μορφή (ενίοτε και χρώμα) στο χρόνο ή τουλάχιστον σε κάποιες υποκειμενικές εκδοχές του, όπως αχνοφαίνονται και ξεθωριάζουν στην οπτική μιας σκληρής εποχής.

Οι παλιές φωτογραφίες και τα οπτικά τεκμήρια συνιστούν ιστορικές πηγές, όπως τα αρχεία και οι προφορικές μαρτυρίες. Οι ιστορικές πηγές, εξάλλου, δεν συναγωνίζονται ως προς την αξία τους αλλά αλληλοσυμπληρώνονται, συμβάλλουν στη διασταύρωση των δεδομένων.  Μια φωτογραφία, ωστόσο, δημιουργεί συναισθηματικές αντιδράσεις, εγείρει σχετικές φορτίσεις και γεννά απορίες.

Η απληστία του φωτογραφικού ματιού μεταβάλλει του όρους «περιχαράκωσης», οριοθέτησης του κόσμου μας. Οι φωτογραφίες μάς διδάσκουν ένα νέο οπτικό κώδικα, μεταβάλλουν και μεγεθύνουν τη γνώμη μας για το τι αξίζει να βλέπουμε και τι έχουμε δικαίωμα να παρατηρούμε. Η φωτογραφία ως καλή τέχνη ή ως τεχνικό εργαλείο,  συνιστά έναν κώδικα, μια γραμματική, ένα συντακτικό και μια ηθική της όρασης. Μας δίνει την εντύπωση ότι μπορούμε να χωρέσουμε ολόκληρο τον κόσμο στο πλάνο της, να χρησιμοποιήσουμε  το κεφάλι μας σαν μια ανθολογία από εικόνες. Τούτο δεν σημαίνει ότι η φωτογραφία παραποιεί την πραγματικότητα, αλλά ότι έχει συλλάβει  μια μοναδική στιγμή του παρελθόντος της, ότι έχει φανερώσει στον παρατηρητή μια υλική λεπτομέρεια στην οποία συμπυκνώνεται ενίοτε το πνεύμα ενός ολόκληρου κοινωνικού περιβάλλοντος.

(info: Βλ. intellectum | 2007 – 2008, τεύχος 3 Η Αξία της Μνήμης για μια Κοινωνία. Βλ. Αλεξάνδρα Γερόλυμπου, 2000, «Η Θεσσαλονίκη στα 1913 και στα 1918, βαλκανικές συγκυρίες» στο: Θεσσαλονίκη, οι πρώτες έγχρωμες φωτογραφίες, Αθήνα: Ολκός & Boulogne: Musée Albert-Kahn, σελ. 89).

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com.

Και πάλι για το PISA: Άσκηση Εμπέδωσης

Και πάλι για το PISA: Άσκηση Εμπέδωσης

 

Των Γ. Μαυρογιώργου*, Γ. Γεωργίου, Μ. Ιωάννου, Κ. Μαρίνη**

 

Θεωρούμε ότι η επικείμενη πρώτη συμμετοχή των μαθητών των σχολείων της Κύπρου στις διαδικασίες αξιολόγησης  του PISA παρουσιάζει πολύ σημαντικές προεκτάσεις για την προοπτική της κυπριακής εκπαίδευσης. Από την εμπειρία της Ελλάδας έχουμε μάθει ότι, όταν σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα έχει επιβληθεί και κυριαρχεί η «μαύρη παιδαγωγική» της μηχανιστικής απομνημόνευσης (διάβαζε: «κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας»), το PISA, με τα περίτεχνα εξεταστικά δοκίμια  πιάνει ευκολότερα τόπο.

Άλλωστε, πάντα είχε πέραση η άποψη ότι το κλειδί της εκπαίδευσης είναι η αξιολόγηση! Δεν είναι, δηλαδή, μόνο η όλη  σύλληψη του PISA που αγοράζει την αποδοχή. Είναι και οι εκκρεμότητες διαρκείας, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που συμβάλλουν στη διαφήμισή  του. Το ερώτημα, βεβαίως, δεν είναι ποιο πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπισθεί με το PISA, αλλά ποια νέα προβλήματα δημιουργούνται με την αποθεωτική υποδοχή του. Δεν έχει ακουστεί, πάντως, κάποια υπόσχεση για αχρήστευση των φροντιστηρίων ή για την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Συνέχεια

«Δίνουν» 65 δισ. ευρώ, αρπάζουν 79 δισ. ευρώ!

«Δίνουν» 65 δισ. ευρώ, αρπάζουν 79 δισ. ευρώ!

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου


 

To αισχρό παραμύθι με την 6η δόση συνεχίζεται. Πρωταγωνιστές του αίσχους δεν είναι άλλοι από αυτούς που έκοψαν τους μισθούς, από αυτούς που έκοψαν τις συντάξεις.

Όλοι αυτοί οι σεσημασμένοι της βαρβαρότητας, εμφανίζονται τώρα ενώπιον εργαζομένων, συνταξιούχων και ανέργων και χωρίς τσίπα, χωρίς φιλότιμο παριστάνουν ότι τους τρώει η έγνοια για το «πώς θα καταβληθούν οι μισθοί και οι συντάξεις»!

*

Αλλά για ποιους μισθούς, για ποιες συντάξεις μιλούν; Μα για τους μισθούς και τις συντάξεις που αυτοί ισοπέδωσαν! Που αυτοί εξανέμισαν! Που αυτοί αφάνισαν! Φυσικά, για τούτη την «πατριωτική» πράξη τους δε μιλούν. Την προσπερνούν και με τον αέρα του ταγού της «εθνικής σωτηρίας», καθώς παρελαύνουν από τα κανάλια και τα μικρόφωνα, φορούν τη μάσκα του φτηνού θεατρίνου τρίτης διαλογής και αρχίζουν να βγάζουν σπαραξικάρδιες κορόνες ότι αδημονούν για την εκταμίευση της 6ης δόσης διότι – όπως εξηγούν οι «φιλεύσπλαχνοι» – αγωνιούν για την … πληρωμή μισθών και συντάξεων.

*

Πρόκειται για ελεεινούς ψεύτες!

*

Κατ’ αρχάς – και δε θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε – αυτοί που καμώνονται ότι «νοιάζονται» για την πληρωμή μισθών και συντάξεων, είναι σαν τους κροκόδειλους που δακρύζουν ακριβώς την ώρα που καταβροχθίζουν τα θύματά τους.

Οι κύριοι του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑ.Ο.Σ, η κυρία Μπακογιάννη «κλαίνε» για εκείνους τους μισθούς και εκείνες τις συντάξεις που οι ίδιοι πετσόκοψαν!

«Κλαίνε» για την καταβολή εκείνων των δώρων Χριστουγέννων που οι ίδιοι κατάργησαν!

*

Η τιποτένια δημαγωγία τους ξεπερνάει κάθε όριο μαυρογιαλουρισμού.

*

Δεύτερον, η τρομοκρατία περί την 6η δόση ουδεμία σχέση έχει με την καταβολή των (εναπομεινάντων) μισθών και των (εναπομεινασών) συντάξεων.

*

Όλα τα ποσά της 6ης δόσης, όπως συνέβη με την 5η, την 4η, την 3η δόση κ.ο.κ., όπως θα συμβεί με την 7η, την 8η, την 9η δόση κ.ο.κ., δεν πάνε σε εργαζόμενους και συνταξιούχους, δεν πάνε για μισθούς και συντάξεις.

Πάνε στους τοκογλύφους!  Πάνε στους κερδοσκόπους! Πάνε στους κατόχους των ομολόγων του ελληνικού δημόσιου χρέους!

Οι δόσεις, μέσω των τραπεζών, πάνε σε εκείνα τα συνδεδεμένα και διαπλεκόμενα με χίλια νήματα με τους τραπεζίτες μονοπώλια, πάνε στους βιομήχανους, στους εφοπλιστές και στους κεφαλαιοκράτες.

Οι δόσεις τους, δηλαδή, πάνε στα ταμεία της πλουτοκρατίας, για να συνεχίσουν να παραγεμίζουν τα θησαυροφυλάκια εκείνης της τάξης που προκάλεσε το χρέος και που τώρα το πληρώνει ο λαός!

***

Όσο κι αν η άθλια προπαγάνδα τους έχει πάρει μορφή χιονοστιβάδας, η αλήθεια είναι συγκεκριμένη και είναι η εξής:

*

1) Με την μέχρι σήμερα πολιτική του μνημονίου, από τις 5 δόσεις που έχουν εκταμιευτεί προς την Ελλάδα, το συνολικό ποσό της εκταμίευσης ισούται με 65 δισεκατομμύρια ευρώ.

*

Όμως,

2) κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου – της περιόδου που υποτίθεται ότι «οι Έλληνες ζουν με τα δανεικά από την τρόικα» (!!) – η Ελλάδα, δηλαδή ο ελληνικός λαός, έχει πληρώσει για τόκους και χρεολύσια προς τους εγχώριους και ξένους τοκογλύφους και κάθε λογής κατόχους ελληνικών ομολόγων το ποσό των 79 δισεκατομμυρίων ευρώ!

*

Με άλλα λόγια: Τα 65 δισ. ευρώ των δόσεων όχι μόνο δεν πήγαν σε μισθούς και συντάξεις, αλλά, αντίθετα, από τους ρημαγμένους μισθούς και τις λεηλατημένες συντάξεις αφαιρέθηκαν κι άλλα 14 δισ. ευρώ, κι όλα αυτά μαζί, τα 65 δισ. των δόσεων συν τα 14 δισ. της αρπαγής, σύνολο 79 δισ. ευρώ, επέστρεψαν στους «πιστωτές» μας! Ξαναγύρισαν (με τόκο!) στους «δανειστές» μας! Τα έφαγαν οι ντόπιοι και ξένοι «σωτήρες» μας!

*

Μας «δίνουν», δηλαδή, λεφτά για να μη χάνουν οι ίδιοι τα τοκογλυφικά τους, μας «δίνουν» λεφτά για να διατηρείται «βιώσιμο το χρέος μας» απέναντί τους που σημαίνει να μας ξεζουμίζουν μια ολόκληρη ζωή, μας «δίνουν» λεφτά για να μας κρατάνε αιωνίως χρεωμένους, μας «δίνουν» λεφτά με το ένα χέρι για να τα παίρνουν με το άλλο χέρι στο πολλαπλάσιο, και πάνω σ' αυτά τα νέα δάνεια – που επιστρέφουν στους ίδιους – προσθέτουν νέα, μεγαλύτερα, ακόμα πιο δυσβάσταχτα τοκογλυφικά!

*

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την περίφημη 6η δόση. Οι τόκοι και τα χρεολύσια για τους μήνες Νοέμβρη – Δεκέμβρη ανέρχονται σε 15,5 δισ. ευρώ!

Όπως, λοιπόν, θα 'ρθουν τα 8 δισ. ευρώ της 6ης δόσης, έτσι ακριβώς και θα φύγουν, αφού, όμως, πρώτα προστεθούν δίπλα σε αυτά κι άλλα 7,5 δισ. ευρώ που θα έχουν αφαιρεθεί από το αίμα του ελληνικού λαού, έτσι ώστε να εξοφληθούν οι τοκογλύφοι!

*

Να, επομένως, πού θα πάει (και) η 6η δόση: Σε τόκους και χρεολύσια! Να τι θα «εισπράξουν» οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι: Νέους τόκους, για μια δόση που θα φέρει νέες δόσεις, που με τη σειρά τους θα φέρουν νέους τόκους κ.ο.κ.!

*

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την πολιτική που έχει καθοριστεί από τις «ιστορικές» αποφάσεις της 26ης Οκτώβρη.

Συμπέρασμα:

Κάθε τους «δόση» ισούται με νέα δυσβάσταχτα μέτρα, με νέες περικοπές των μισθών και των συντάξεων (για την… πληρωμή των οποίων «αγωνιούν» οι πρασινο-γαλαζό-μαυροι κυβερνώντες), ώστε δίπλα στα λεφτά της εκάστοτε δόσης να προστίθενται τα κλεμμένα από τα νέα χαράτσια, τα κλεμμένα από τους νέους φόρους, τα κλεμμένα από τη νέα βαρβαρότητα εναντίον μισθωτών και συνταξιούχων, και όλα αυτά μαζί, οι δόσεις από τη μια, τα χαράτσια, οι φόροι, οι περικοπές, από την άλλη, να ενώνονται, να προστίθενται και να επιστρέφουν (με τόκο!) στους εγχώριους «πατριώτες» και στους ξένους «εταίρους» και «φίλους» μας.

*

Αυτόν τον φαύλο κύκλο τον βαφτίζουν «σωτηρία». Αυτή την στυγνή ταξική πολιτική υπέρ του κεφαλαίου την αποκαλούν «πατριωτισμό». Δεν πάει άλλο!


ΠΗΓΗ: Πέμπτη 24 Νοέμβρη 2011, http://www1.rizospastis.gr/columnPage.do?publDate=24%2F11%2F2011&columnId=1821

Διαβολική Τυραννία

Διαβολική Τυραννία

 

Του παπα Ηλία


 

Ήταν, έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, κάποτε φίλοι ένας κλέφτης και ένας διάβολος. Και, ω του παραδόξου θαύματος, τα πήγαιναν πολύ καλά. Αφού ο διάβολος ήταν συνεπέστατος στις δοσοληψίες τους και δεν άφηνε καμιά υπόνοια για την αξιοπιστία του.

Ωστόσο όμως τον κλέφτη τον έτρωγε το σαράκι της αμφιβολίας: Πώς είναι δυνατόν, σκεφτόταν, ο διάβολος να μη μου στήσει κάποια παγίδα; Και αποφάσισε να τον δοκιμάσει.

Του έκλεισε, λοιπόν, ραντεβού σε μια ερημική τοποθεσία. Όπου κρέμασε από ένα δέντρο το ομοίωμά του. Και κρύφτηκε για να παρακολουθήσει τις αντιδράσεις του φίλου του.

Μόλις ο διάβολος έφτασε στον τόπο της συνάντησης και είδε το φίλο του… κρεμασμένο, αναφώνησε αναστατωμένος: Αχ φίλε μου, τι μου έκαμαν οι άθλιοι! Ήρθαν και σε κρέμασαν εδώ στην ερημιά, κι εγώ σκόπευα να σε κρεμάσω στα εννιά παζάρια…

Και μου θύμισαν την ωραία αυτή παραβολή της λαϊκής θυμοσοφίας η αγαστή σύμπνοια και αλληλοκατανόηση ανάμεσα στην τρόικα των ντόπιων εφιαλτών μ’ εκείνη των τοκογλύφων της τρόικας του εξωτερικού.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν ακούσαμε εκείνα τα διθυραμβικά «ζήτω» και «μπράβο» κάποιου υπερασπιστή της Ορθοδοξίας κομματάρχη σε συνέντευξή του, σχετικά με την επιλογή, ως Πρωθυπουργού, του κ. Παπαδήμου.

Και ειπώθηκαν τα «ζήτω» και τα «μπράβο» με το σκεπτικό ότι, αφού ο κ. Παπαδήμος ανήκει στην «Τριμερή Επιτροπή» (σ.σ. τοκογλυφική υπερκυβέρνηση της φασιστικής Νέας Τάξης Πραγμάτων και Εγκλημάτων), δεν μπορεί, παρά να έχει τη βοήθειά τους και τη συμπαράστασή τους.

Γεγονός, που δείχνει «δυοίν θάτερον»: Ή ότι κάποιοι κομματάρχες χαρακτηρίζονται από ουρανομήκη αφέλεια ή το πιθανότερο – ή μάλλον το βεβαιότερο – από αβυθομέτρητη πονηρία και υποκρισία. Δεδομένου ότι θεωρούν ένα μέρος των Ελλήνων εγκληματικά αφελείς και εύπιστους.

Και πολύ δικαιολογημένα. Αφού μόνο εγκληματικά αφελείς θα μπορούσαν να ψηφίζουν τους απατεώνες και αγύρτες που μας έφεραν στο κατάντημα, που μας έφεραν.

Και το πάντων ανοητότερο και ακατανοητότερο είναι το ότι τους ακολουθούν ακόμη και τώρα. Ύστερα από το άθλιο ρεσιτάλ της βαρβαρότητας σε βάρος μας κατά την τελευταία διετία. Οπότε άφησαν τα προσωπεία της απάτης και κάνουν επίδειξη της ιταμότητάς τους. Και συμπεριφέρονται απέναντί μας ως λήσταρχοι και κατακτητές.

Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού είναι ολοφάνερο ότι τα συνεταιράκια τους της τρόικας των τοκογλύφων έχουν Θεό τους το Μαμωνά, θρησκεία τους το σατανισμό και ηθική τους το έγκλημα.

Και αυτό βέβαια δεν το ισχυρίζεται ένας κάποιος παπάς, Αλλά το φωνάζει – πριν από είκοσι πάνω κάτω χρόνια – ο σοφός και άγιος Γέροντας Παΐσιος. Ο οποίος έλεγε ξεκάθαρα ότι «πίσω από την ΕΟΚ κρύβεται η δικτατορία των Σατανιστών»!…

Και μπορεί το σατανικό αυτό καθεστώς να στηρίξει τον άνθρωπό του, για όσο χρόνο τον χρειάζεται. Όπως είχε κάνει με τον Στρος Καν και τον Παπανδρέου. Μέχρις ότου και αυτούς τους πετάξει στο σκουπιδοτενεκέ της ανυποληψίας.

Αλλά τον ελληνικό λαό σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να τον βοηθήσει. Αφού μας έφεραν ως εδώ με προφανή σκοπό την εξαθλίωσή μας. Προκειμένου να πετύχουν την εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας και την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της πατρίδας μας.

Άλλωστε δεν είναι τυχαία η επιλογή της Ελλάδας και των Ελλήνων ως ορμητήριο, προκειμένου να προχωρήσουν το καταχθόνιο έργο τους: Έτσι ώστε να φτάσουν στην πολτοποίηση των λαών και των πολιτισμών.

Γιατί, πρώτα-πρώτα η Ελλάδα είναι ένας περίβλεπτος γεωγραφικός χώρος. Κι έπειτα οι Έλληνες είναι ένας λαός με μακραίωνη πολιτισμική παράδοση και βαθιές πνευματικές ρίζες. Και συνεπώς μπορούν ν’ αποτελέσουν το σκληρό πυρήνα της αντίστασης στα καταχθόνια σχέδιά τους.

Γι’ αυτό, εκτός απ’ την οικονομική μας εξόντωση, έχουν φροντίσει για την αλλοίωση και το ξεθεμέλιωμα της πνευματικής μας φυσιογνωμίας.

Συμπερασματικά:

Δεν έχουν καμιά σημασία οι συμμαχίες των αξιότιμων πολιτικών με τους τοκογλύφους της Τριμερούς Επιτροπής ή της λέσχης Μπιλντεμπεργκ. Ούτε ακόμη το ποιους απατεώνες ή μελιστάλακτους χρησιμοποιούν, κάθε φορά, ως δολώματα.

Εκείνο, που έχει σημασία είναι να καταλάβει ο εύπιστος λαός ότι απ’ τους διαβολανθρώπους και τους συνεργάτες τους δεν μπορεί να περιμένει, πέρα απ’ τα κακά, που μέχρι τώρα μας επέβαλαν, τίποτε καλύτερο απ’ τα τρισχειρότερα, που μας ετοιμάζουν:

Να μας κρεμάσουν, δηλαδή κι εμάς στα «εννιά παζάρια» του έσχατου εξευτελισμού και της έσχατης εξαθλίωσης, όπου θα μας οδηγήσει το καθεστώς της διαβολικής τυραννίας τους!….

 

παπα- Ηλίας, 23-11-2011,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2011/11/23/…B1/