Λύκειο: ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΝΕΟΕΛΛ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ


ΤΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΗΣ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ

 

Του Τάσου Χατζηαναστασίου*


 

Το νέο αναλυτικό πρόγραμμα για το μάθημα της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας αποτελεί ένα τερατούργημα το οποίο οδηγεί στην κατάργηση της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης και στην αντικατάστασή της από μία σειρά από δραστηριότητες αμφιβόλου παιδαγωγικής αξίας, οπωσδήποτε όμως, εντελώς άσχετες με τον τίτλο του μαθήματος!

Στοιχηματίζω μάλιστα ότι αν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, η «επαναστατική» αυτή πρωτοβουλία θα περιελάμβανε και την κατάργηση των σχολικών εγχειριδίων που αποτελούν τρία (ένα για κάθε τάξη του Λυκείου) πολύ καλογραμμένα και αντιπροσωπευτικά ανθολόγια της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τον 9ο μ.Χ. αι. έως τις μέρες μας.
Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσω να εξηγήσω τους λόγους της τόσο αρνητικής τοποθέτησής μου απέναντι στο νέο πρόγραμμα αφού πρώτα επισημάνω το γεγονός ότι μία τόσο σημαντική αλλαγή, μία τέτοιας έκτασης ανατροπή της «παραδοσιακής» προσέγγισης, θα έπρεπε πρώτα γίνει αντικείμενο ευρύτατης συζήτησης με τους εκπαιδευτικούς, στη συνέχεια να επιχειρηθεί η πιλοτική εφαρμογή της στα πειραματικά σχολεία και εφόσον κριθεί σκόπιμο να εφαρμοστεί καθολικά, να προηγηθεί οπωσδήποτε η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Κανένα από τα παραπάνω, αυτονόητα για οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, βήματα δεν ακολουθήθηκαν. Αντίθετα, και σε αυτόν τον τομέα, οι κυβερνώντες ακολούθησαν την τακτική του αιφνιδιασμού, όπως άλλωστε έπραξαν και με τις υπόλοιπες βίαιες ανατροπές που επέβαλαν στους μισθούς, στο ασφαλιστικό, στις εργασιακές σχέσεις, στο φορολογικό και τέλος στο… διορισμό της ίδιας της ελέω Τρόικας κυβέρνησης… Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε ότι το αναλυτικό πρόγραμμα εφαρμόζεται κατά παγκόσμια πρωτοτυπία πρωθύστερα, χωρίς να έχει ψηφιστεί ο νόμος που καθιερώνει το «Νέο Λύκειο»! Νομικά δηλαδή, είναι όλα στον αέρα και το πιθανότερο είναι οι μαθητές να έχουν διδαχθεί με βάση το νέο αναλυτικό πρόγραμμα αλλά να εξεταστούν στο τέλος με βάση το παλιό!
Καταρχήν, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η πιστή εφαρμογή αυτού του αναλυτικού προγράμματος είναι πρακτικά αδύνατη, διότι οι απαιτήσεις του ξεπερνούν τις δυνατότητες της σχολικής ζωής και κυρίως αυτές των μαθητών να ανταποκριθούν. Εκτός αν πιστεύει το Υπουργείο ότι οι μαθητές θα απασχολούνται στο σπίτι αποκλειστικά σχεδόν με το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και μάλιστα χωρίς κίνητρο αφού ακόμα και η αξιέπαινη προτροπή να διαβάζουν βιβλία στο σπίτι, αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να επιβληθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν προβλέπεται να ελέγχεται από το διδάσκοντα κατά την αξιολόγηση του μαθητή. Αφήνω, τέλος, το γεγονός η μεταρρύθμιση αυτή εφαρμόζεται κυριολεκτικά στου κασίδη το κεφάλι, αφού όχι μόνο οι σχολικές βιβλιοθήκες που θα στήριζαν μια τέτοια προσπάθεια δεν υπάρχουν ή έστω δε λειτουργούν εξαιτίας των περικοπών στην παιδεία, αλλά ούτε και τα βιβλία έχουν διανεμηθεί σε όλα τα σχολεία και σε όλους τους μαθητές!

Σύμφωνα με το έως τώρα ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα, οι μαθητές της Α΄ τάξης έρχονταν σε επαφή με συγκεκριμένα κείμενα από τον 9ο αι. έως τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή (από τους Παλαμά και Δροσίνη έως και τον Καβάφη) στα οποία και εξετάζονταν στο τέλος του σχολικού έτους απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικές με το συγγραφέα, την τεχνική του και την ερμηνεία του έργου του. Από φέτος όμως θα διδάσκονται πλέον τρεις θεματικές ενότητες μέσα από μία ποικιλία κειμένων και στο τέλος θα εξετάζονται σε άγνωστα κείμενα απαντώντας σε ερωτήσεις εντελώς άσχετες με το συγγραφέα, τη σχολή που ανήκει και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου!
Η πρώτη ενότητα αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων και προτείνονται κείμενα από όλο το φάσμα της νεοελληνικής αλλά και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που εμπεριέχεται στα σχολικά εγχειρίδια που όπως είπαμε διατηρούνται εξ ανάγκης. Ακόμη όμως και αυτή η εντελώς αυθαίρετη και μονομερής κοινωνιολογικού τύπου προσέγγιση των κειμένων – που προφανώς γράφτηκαν κάτω από άλλες συνθήκες και για άλλο σκοπό από αυτά που έχουν υπόψη τους οι συντάκτες του αναλυτικού προγράμματος – δεν αφήνεται στην κρίση του διδάσκοντα, παρά ελέγχεται και ως προς την επιλογή των «κατάλληλων» κειμένων από τη… λογοκρισία του ιερατείου της «προοδευτικής» διανόησης: από τα προτεινόμενα κείμενα έχουν επιμελώς εξαιρεθεί κείμενα της δημοτικής μας παράδοσης, που περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο της Α΄ Λυκείου, στα οποία οι γυναίκες εμφανίζονται «αντρειωμένες» ([της Πάργας]) να «κάνουν πόλεμο» για να υπερασπιστούν τη σωματική και εθνική τους αυτοδιάθεση ([Της Δέσπως]). Αυτά τα γυναικεία πρότυπα ανήκουν, φαίνεται, στα μη εγκεκριμένα. Από την άλλη μεριά, η γοητεία κειμένων όπως το λαϊκό αριστούργημα «Του νεκρού αδερφού» ή ο «Ερωτόκριτος», καταστρέφεται παντελώς από την υποχρέωση να εξεταστούν από τη σκοπιά των σχέσεων των δύο φύλων. Αναρωτιέται κανείς αν στο πρώτο από τα ποιήματα που αναφέραμε ο ρόλος του δασκάλου είναι βοηθήσει τους μαθητές να αγανακτήσουν για… την καταπίεση της Αρετής από την κοινωνία του 9ου αι., που όμως οι μαθητές -και οι φιλόλογοι- δε γνωρίζουν αφού δεν την έχουν διδαχθεί, αντί να απολαύσουν μαζί του τα μαγευτικά στοιχεία της λαϊκής παράδοσης: τη δύναμη της κατάρας της μάνας, τα πουλάκια που μιλάνε με ανθρωπινή ομιλία, την αντιμετώπιση της ζωής και του θανάτου για να αναφέρουμε ορισμένα καθώς και την ποιητική τεχνική και σκηνοθεσία του λαϊκού δημιουργού.
Η δεύτερη ενότητα αφορά τη μελέτη των χαρακτηριστικών της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποιητικής δημιουργίας χωρίς όμως να γίνεται καμία αναφορά στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Αυτή όμως η προσέγγιση φανερώνει πλήρη άγνοια των συνθηκών που ίσχυσαν σε διαφορετικό τόπο και χρόνο και από τις οποίες γεννήθηκε αυτό το πλούσιο ποιητικό έργο, με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα τις Σχολές της Κρήτης και των Επτανήσων. Γενικότερα όμως αναπαράγει έναν εντελώς ξεπερασμένο διαχωρισμό που πιθανά να εξυπηρετούσε κάποτε. Χαρακτηριστική αυτής της αντίληψης η προτεινόμενη άσκηση για την αξιολόγηση των μαθητών στην οποία οι μαθητές καλούνται να σχηματίσουν πίνακα στον οποίο θα ταξινομήσουν τις πιο «ποιητικές» και τις πιο «καθημερινές» λέξεις! Εκτός από παιδαριώδης, η άσκηση αυτή είναι και εντελώς ανόητη. Ποιος σε τελική ανάλυση αποφασίζει για την ποιητικότητα μιας λέξης; Σε ό,τι δε αφορά ειδικά τη νεοελληνική ποιητική παράδοση, πού προτείνουν οι «ειδικοί» να εντοπίσουμε τη διαφορά μεταξύ των δύο ποιητικών παραδόσεων; Στην ομοιοκαταληξία; τα θέματα; τη γλώσσα; την τεχνοτροπία; Αρκεί να πούμε ότι τα δημοτικά τραγούδια είναι παραδοσιακά και η Γενιά του Τριάντα μοντέρνα; Δε θα ήταν σωστότερο να διατηρηθεί ο διαχωρισμός σε ρεύματα και σχολές με ξεχωριστή αναφορά στις ιδιαίτερες δημιουργικές περιπτώσεις όπως αυτές του Καβάφη, του Παπαδιαμάντη κ. ά. που είναι τόσο παραδοσιακοί όσο και μοντέρνοι; Ποια παιδαγωγική και επιστημονική αναγκαιότητα υπαγορεύει την αντιμετώπιση της ποίησης με αυτό τον αναχρονιστικό τρόπο που επιβάλλει σήμερα το Υπουργείο;
Η τρίτη θεματική ενότητα αφορά το θέατρο, που όμως στην πραγματικότητα αποτελεί από μόνη της ξεχωριστό διδακτικό αντικείμενο, αυτό της Θεατρικής Παιδείας και Αγωγής, αφού πρόκειται για ένα σύνθετο είδος και δεν αφορά αποκλειστικά τη λογοτεχνία. Η απασχόληση των μαθητών επομένως με μία τόσο δημιουργική δραστηριότητα, όπως το θέατρο, μολονότι επιθυμητή και αξιέπαινη, δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος ενός αντικειμένου με άλλα χαρακτηριστικά και άλλους στόχους. Αφιερώνοντας όμως ένα τρίμηνο στο Νεοελληνικό Θέατρο, υποβαθμίζουμε και το Θέατρο και τη Λογοτεχνία. Κι αν αυτό δεν αποτελεί συνειδητό στόχο, είναι οπωσδήποτε δείγμα μεγάλης προχειρότητας.
Έχουμε επομένως μία ριζική ανατροπή της λογικής του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που οδηγεί στην πρακτική και ουσιαστική κατάργησή της χωρίς να υπάρχει καμία πειστική εξήγηση για τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την εντελώς αυθαίρετη επιλογή θεματικών ενοτήτων άσχετων μεταξύ τους ειδολογικά αφού, για παράδειγμα, το θέατρο αποτελεί μία αυτοτελή μορφή τέχνης ενώ οι σχέσεις των δύο φύλων μία από τις – πολλές – κοινωνικές αντιθέσεις.
Κοντολογίς η μόνη αναγκαιότητα που εξυπηρετεί η λογική των θεματικών ενοτήτων είναι αυτή της κατάργησης της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, η γνωριμία με τους κοινούς της τόπους, τις αξίες της, τη συσχέτισή της με τη νεοελληνική ιδεολογία και ταυτότητα. Ειδικά το τελευταίο, αποφεύγεται επιμελώς όπως αποφεύγει ο διάολος το λιβάνι. Κι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως αυτό αποτελεί τον απώτερο σκοπό του Υπουργείου: τη συστηματική αποστέρηση των μαθητών από βασικά στοιχεία της εθνικής τους ταυτότητας. Σύμφωνα με το θεωρητικό μέρος του κειμένου του αναλυτικού προγράμματος, βασικός σκοπός του είναι η καλλιέργεια των αξιών της «πολυπολιτισμικής κοινωνίας». Η εμμονή αυτή ωστόσο, είναι και εσφαλμένη και υποκριτική. Εσφαλμένη διότι εάν θέλουμε να συμβάλουμε στην καλλιέργεια της αξίας της ανεκτικότητας και του σεβασμού του πολιτισμού των άλλων λαών, θα πρέπει πρώτα να έχουμε εξασφαλίσει ότι το ελληνικό σχολείο έχει γνωρίσει στους νέους τον ελληνικό πολιτισμό, τις αξίες και τα χαρακτηριστικά του, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Διαφορετικά, δε μιλάμε για διάλογο μεταξύ πολιτισμών αλλά για την παντελή απουσία οποιουδήποτε πολιτισμού, που, όπως ήδη έχει συμβεί σε άλλες χώρες, οδηγεί μαθηματικά στη βαρβαρότητα της τυφλής, φασιστικής και ρατσιστικής βίας μεταξύ φυλετικά διαχωρισμένων συμμοριών. Γιατί το κενό της καλλιέργειας της εθνικής συνείδησης από το δημόσιο σχολείο, θα αναλάβουν να το καλύψουν όσοι επενδύουν στην περιθωριοποίηση και τη χειραγώγηση της νεολαίας μέσα από ιδεολογίες που ουδεμία σχέση έχουν με τον ελληνικό πολιτισμό, π.χ. Χρυσή Αυγή, αρχαιολάτρες, κ.ά. Η εγκατάλειψη επομένως αυτού του καθήκοντος από τη δημοκρατική πολιτεία, ευνοεί τελικά την εκτροπή του εθνισμού σε επιθετικό εθνικισμό. Το παράδειγμα της πολυπολιτισμικής και δήθεν διεθνιστικής εκπαίδευσης για δεκαετίες στη Γιουγκοσλαβία είναι χαρακτηριστικό: όχι μόνο απέτυχε να καλλιεργήσει την ανεκτικότητα, αλλά αντίθετα ευθύνεται απόλυτα για το μίσος με το οποίο η μία εθνότητα στράφηκε εναντίον της άλλης. Τέλος, η εμμονή στην πολυπολιτισμικότητα είναι υποκριτική καθώς αποτελεί το άλλοθι για την καταπίεση της εθνικής ταυτότητας της πλειοψηφίας του πληθυσμού στο όνομα της δήθεν ευαισθησίας για την εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα των μειονοτήτων, των μόνων που φαίνεται πως δικαιούνται να την εκφράζουν. Εν τέλει, η «πολυπολιτισμικότητα» αποτελεί το κατεξοχήν ιδεολόγημα της παγκοσμιοποίησης όπου το διεθνές κεφάλαιο, που προφανώς δεν έχει πατρίδα καθώς θεωρεί εμπόδιο στα σχέδιά του το εθνικό κράτος, στρέφεται εναντίον των εθνικών ταυτοτήτων προκειμένου να διαλύσει κάθε δυνατότητα του ατόμου να αντιδράσει συλλογικά.
Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερή πιστεύω η λογική αλλά και οι προθέσεις του Υπουργείου αναφορικά με το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ούτε περίμενε κανείς πως θα κινούνταν σε μία διαφορετική λογική από αυτήν που επιβάλλει σήμερα την αμάθεια στην Παιδεία και τη γενικότερη εξαθλίωση σε όλους τους τομείς της πνευματικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής στο οικόπεδο Ελλάδα. Το ερώτημα είναι πότε επιτέλους οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικοί θα αντισταθούν μαζικά συλλογικά και αποφασιστικά. Ειδικά όμως για τους τελευταίους, το ερώτημα είναι πότε θα αντιληφθούν ότι η επίθεση στο εισόδημα και τις εργασιακές σχέσεις εντάσσεται στην ίδια λογική με την επίθεση σε βασικά στοιχεία της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Γιατί αν διαπραχθεί και πάλι το γνωστό λάθος να επιχειρηθεί ο διαχωρισμός τους, τότε θα έχουμε παίξει για άλλη μια φορά το ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου. Αλήθεια, αυτός ο ρόλος μας αξίζει συνάδελφοι;

 

* Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι φιλόλογος στο 1ο ΕΠΑΛ Ναυπλίου

 

ΠΗΓΗ: 27-3-2012, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=60611

Περί «Βουλής και βουλευτών» συνέχεια…

Περί «Βουλής και βουλευτών» συνέχεια…

 

Του Νικήτα Χιωτίνη*

 

Σε προηγούμενο κείμενό μας στο φιλόξενο «Ποντίκι», είχαμε αναφερθεί στο ψευδεπίγραφο της Βουλής και των βουλευτών. Ψευδεπίγραφο, γιατί καταδήλως δεν είναι τόπος που «βουλεύονται»: απλώς μεταφέρονται σε αυτήν, προς «ψήφιση», οι νόμοι που προτείνουν τα κόμματα ή οι εξωτερικοί εντολείς τους (καλή ώρα τώρα) και που πρέπει επί ποινή διαγραφής των «βουλευτών» να ψηφιστούν.

Τους νόμους μάλιστα αυτούς τους ψηφίζουν και οι συνταγματικώς αναρμόδιοι προς τούτο υπουργοί (αναρμόδιοι γιατί το Σύνταγμα επιτάσσει διάκριση των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική, οι δε υπουργοί ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία). Ψευδεπίγραφο και ως προς τους «βουλευτές», γιατί, στην πλειονότητά τους τουλάχιστον, δεν βουλεύονται (ενίοτε ούτε καν διαβάζουν τι ψηφίζουν, κατά ομολογία τους).

Τελικώς ο κοινοβουλευτισμός είναι χαμένη υπόθεση; Βεβαίως όχι. Είναι σαφώς το καλύτερο μέχρι στιγμής πολιτικό σύστημα, οι δε αδυναμίες του δεν οφείλονται σε αυτό. Οφείλονται σε αυτούς που το λειτουργούν. Φαντάζεστε πώς θα ήταν τα πράγματα αν ο κοινοβουλευτισμός λειτουργούσε σωστά; Αν οι βουλευτές ήταν οι ειδικοί που θα διαβουλεύονταν, αν οι υπουργοί ήταν οι κατάλληλοι να ηγούνται της εφαρμογής των νόμων και των ειδικών αντικειμένων των υπουργείων τους (πολιτισμός, παιδεία, περιβάλλον κ.λπ.), αν τα κόμματα λειτουργούσαν με όραμα την εξυπηρέτηση συλλογικών στόχων και όχι προσωπικών φιλοδοξιών και αν δεν λειτουργούσαν ως εντολοδόχοι άλλων κέντρων; Θυμάμαι κάποιον «Νέστορα» της δημοσιογραφίας, που απαντώντας σε σχετική ερώτηση είχε πει – από τηλεοράσεως – πως γνωστός μεγαλοεκδότης εφημερίδων «δεν θα δεχόταν ποτέ να γίνει από δήμαρχος κλητήρας», δηλαδή να γίνει Πρόεδρος Δημοκρατίας (!)[1]

Τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν; Βεβαίως και μάλιστα αμέσως, αν:

1. Δεν ψηφίσουμε αυτούς που καταδήλως απέτυχαν. Αυτούς που απέτυχαν είτε ως μέλη κομμάτων είτε ως άτομα.

2. Δεν ψηφίσουμε με οδηγό την αναγνωσιμότητά τους από την τηλεόραση ή από τα άλλα ΜΜΕ. Να μελετήσουμε τις ιδιότητές τους και τις γνώσεις τους, δηλαδή τα βιογραφικά τους και την κοινωνική παρουσία τους και προσφορά τους. Είναι βέβαιο πως υπάρχουν στην Ελλάδα προσωπικότητες με γνώσεις και κοινωνική προσφορά, που δεν θα δεχόντουσαν ποτέ να γίνουν ανδρείκελα.

3. Δεν επιδείξουμε (και πάλι) μνήμη χρυσόψαρου. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα ξεχάσουμε τις απίστευτες ψευτιές που μας σέρβιραν, την κατάδηλη αδυναμία τους να χειριστούν καταστάσεις και την παραδοχή τους πως αυτοί μόνοι τους δεν μπορούν στα δύσκολα (που οι ίδιοι δηλ. έκαναν δύσκολα) – γιατί αυτό δήλωσαν με την προσφυγή τους σε «τεχνοκράτες», κινούμενοι στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας.

Τα τελευταία συμβαίνοντα στο χώρο της Παιδείας είναι εύγλωττα. Διαμαρτύρονται «βουλευτές» και υπουργοί (εν ενεργεία και παλαιοσυνταξιούχοι) ότι δεν μπορεί να αλλάξει νόμος που ψηφίστηκε από 250 βουλευτές. Όμως ο νόμος αυτός αδυνατεί να εφαρμοστεί. Αν δεν εφαρμόζεται γιατί δεν τον αποδέχεται η πανεπιστημιακή κοινότητα, τότε ευθύνονται αυτοί οι 250, γιατί δούλεψαν αυθαιρέτως και αλαζονικώς – και μη μου πείτε πως η τότε υπουργός Παιδείας ήταν η απολύτως ειδική στο ζήτημα της Παιδείας, περισσότερο δηλ. από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές, ούτε και οι 250. Αν πάλι η μη δυνατότητα εφαρμογής του δεν οφείλεται στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά οφείλεται σε «συμφέροντα» και «δυναμικές μειοψηφίες», πάλι οι 250 φταίνε που δεν μπορούν να τον υλοποιήσουν. Ψήφισαν θριαμβευτικώς άρση του ασύλου. Γιατί τότε δεν καλούν αστυνομία και ειδικές δυνάμεις καταστολής να επιβάλουν το σωστό που αποφάσισαν; Γιατί βεβαίως θα αγανακτήσουν και οι πέτρες. Τότε τι ψήφισαν; Εγκλώβισαν την Παιδεία σε αδιέξοδο. Θα ξαναψηφίσουμε, αν όχι τους 250, τουλάχιστον αυτούς τους άσχετους και αλαζόνες που πρωτοστάτησαν για την ψήφισή του και για την εν συνεχεία αδέξια και αδιέξοδη πορεία του; Βεβαίως δεν είναι μόνο η Παιδεία. Ουκ έστιν αριθμός των αδιεξόδων που το σημερινό πολιτικό προσωπικό έχει δημιουργήσει. Θα του τα συγχωρήσουμε;

Ζητάω πολλά; Μπορούμε να αποκαταστήσουμε το κοινοβουλευτικό μας σύστημα, άμεσα και απλά: με την ψήφο μας. Μη επιδεικνύοντας μνήμη χρυσόψαρου. Σε τελική ανάλυση δεν μπορούμε πλέον να υπολογίζουμε σε ρουσφέτια, να και ένα καλό της «κρίσης».

 

 * O Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων-Καθηγητής ΤΕΙ

 

[1]   Δεν μπορώ να γράψω ονόματα, φαντάζομαι όμως πως είναι γνωστά.

 

ΠΗΓΗ: ΤΡΙΤΗ, 03 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012, http://topontiki.gr/article/33193

Διόδια: Κερδοσκοπία ιδιωτών εις βάρος πολιτών

Διόδια: Κερδοσκοπία ιδιωτών εις βάρος πολιτών

 

Της Στεφανίας Λυγερού

 

 

Νομοθέτησαν πάλι οι έχοντες και την πίτα και το μαχαίρι. Την όποια παρανομία τους την κάνουν αυτοστιγμεί νόμιμη, καταθέτοντας απλά ένα.. νομοσχέδιο.

Σε μία έννομη διακυβέρνηση, όταν μία ιδιωτική εταιρεία αναλαμβάνει την κατασκευή ενός δημόσιου έργου, η εταιρεία χρηματοδότης κομίζεται κέρδη μέχρι του ποσού απόσβεσης της κατασκευής, άντε να βγάλει και το κάτι τίς της. Μετά την αποπληρωμή, η επένδυση μένει στην χώρα και τα όποια έσοδα μπαίνουν στα ταμία της χώρας.

(Να σημειωθεί κι ότι το ποσό που πρέπει να καταβάλλει ο πολίτης ως κόμιστρο δεν μπορεί να είναι άσχετο με τον πληθωρισμό. Οι δρόμοι είναι δημόσιο αγαθό, είναι ΠΑΡΑΝΟΜΗ η κερδοσκοπία στη καμπούρα των πολιτών, και φυσικά ένα δημόσιο αγαθό ΔΕΝ εμπορευματοποιείται, δεν πωλείται σε ιδιώτες!!)

Εδώ (όπου οι κυβερνώντες δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούν στους νόμους, απυρόβλητο) οι κατασκευάστριες εταιρείες δρόμων έχουν βγάλει πεντάκις το ποσό της αρχικής επένδυσης και παρόλα αυτά συνεχίζουν ακάθεκτες να μας τα παίρνουν χοντρά, καθότι οι αγιογδύτες νομοθέτες μας έχουν παραδώσει την εκμετάλλευση των διοδίων ΕΠ' ΑΟΡΙΣΤΟΝ στους «επενδυτές»!!

Το ίδιο παράνομο καθεστώς ισχύει για κάθε «επένδυση βοήθεια στον τόπο» που έχουν συμφωνήσει ΟΛΟΙ οι κυβερνώντες, από την περίοδο της μεταπολίτευσης και μέχρι σήμερα. Κατά τον ίδιο τρόπο τα ‘χουν τακιμιάσει και με την κατασκευάστρια εταιρεία ανεμογεννητριών στην Κρήτη. Ενώ την παρουσιάζουν ως μία επένδυση που θα ωφελήσει τον τόπο, οι επενδυτές μετά την αποπληρωμή τους ΔΕΝ θα φύγουν!! Γιατί απλούστατα δεν υπάρχει αποπληρωμή!! Η παραχώρηση είναι μόνιμη!!!

Παραχωρούν περιουσία πολιτών σε ιδιώτες για ΜΟΝΙΜΗ εκμετάλλευση, με τα κέρδη να τα κομίζονται ιδιωτικές εταιρείες!! Αυτούσια τα κέρδη!!!

Έχουν το θράσος να ξεπουλάν τη διέλευσή μας (άκουσον, άκουσον), τον ήλιο μας, τον άνεμό μας (τον αέρα που αναπνέουμε) σε ιδιώτες, όχι για προσωρινή εκμετάλλευση, αλλά για ΜΟΝΙΜΗ!!!!!!!

Για τις παράνομες επενδύσεις η λύση είναι μόνο μία: Σταματάμε όποιο έργο/επένδυση έχουν συμφωνήσει οι παράνομοι κυβερνώντες, κηρύττοντας ΠΟΛΕΜΟ!! (Με πόλεμο σταμάτησαν την «επένδυση» ΧΥΤΑ οι κάτοικοι της Κερατέας, με πόλεμο σταμάτησαν την «επένδυση» εξόρυξης χρυσού οι κάτοικοι της Ολυμπιάδας στη Χαλκιδική).

Για τα διόδια η λύση είναι: ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ, ας μας κόβουν κλήσεις. Οι κλήσεις πάνε στη φορολογική δήλωση. Έχουμε κάθε δικαίωμα να μην υποβάλλουμε φορολογική δήλωση στην κυβέρνηση, διότι είναι παράνομη, διότι δεν έχει ΚΑΜΙΑ λαϊκή εντολή!!! Για να μας τα πάρουν πρέπει να μας πάνε δικαστικώς. Στο δικαστήριο πρέπει να αποδείξουν ότι δεν κυβερνούν παράνομα.  Κι εδώ είναι που… ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΠΑΙΡΝΕΙ!!! Οι έχοντες και την πίτα και το μαχαίρι ΔΕΝ μπορούν να «νομοθετήσουν» ΜΟΝΟ επί του άρθρου 1 του Ελληνικού Συντάγματος που ορίζει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Ελληνικό λαό και υπάρχουν και ασκούνται υπέρ αυτού, διότι το άρθρο 1 του Ελληνικού Συντάγματος είναι ΜΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΜΟ!!!!

 

Στεφανία Λυγερού, 2-4-2012

Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή κυριαρχία

Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή κυριαρχίαΖούμε μια δομική κρίση του καπιταλισμού

 

Του Γιώργου Ρούση [Συνέντευξη στο http://cyprusnews.eu]

 

 

Ζούμε μια δομική κρίση του καπιταλισμού

– Από την ώρα που εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα μέχρι σήμερα, έγιναν αρκετές παρεμβάσεις από διανοουμένους. Ορισμένοι τάχθηκαν ακόμη και με ανοιχτή επιστολή υπέρ των μέτρων, κάποιοι άλλοι στάθηκαν, εξαρχής, απέναντι και κάποιοι τρίτοι προτίμησαν τη σιωπή. Επηρεάζουν την κοινή γνώμη οι παρεμβάσεις αυτές ; Οφείλουν να παρεμβαίνουν και πώς οι διανοούμενοι σε τέτοιες περιόδους;

– Γ. Ρούσης: Η ερώτηση τίθεται με όρους καθαρά ιδεαλιστικούς γιατί οι διανοούμενοι δεν είναι μια ενιαία κατηγορία ανθρώπων.

Συνεπώς, δεν μπορώ ν' απαντήσω εγώ για λογαριασμό των διανοουμένων γενικώς, γιατί υπάρχουν οι διανοούμενοι της αστικής τάξης, υπάρχουν οι διανοούμενοι που έχουν μια θολούρα και εκφράζουν απόψεις συγκεχυμένες, υπάρχουν και οι οργανικοί διανοούμενοι και οι διανοούμενοι της εργατικής τάξης.

Δεν μπορούμε να δώσουμε μια απάντηση. Θα ήταν σαν να λέμε ποια ήταν η στάση της κοινωνίας γενικώς, η οποία ήταν μια στάση αντιφατική. Αναμενόμενο είναι η στάση των διανοουμένων, όπως και της ίδιας της κοινωνίας, να είναι αντιφατική απέναντι στην κρίση. Υπήρχαν διανοούμενοι που στήριξαν τα μέτρα και δεν καταλάβαιναν, ή έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν τίποτε για το από πού προέρχεται η κρίση, άλλοι που σιωπούσαν γιατί δεν τους ενδιέφερε ή γιατί δεν είχαν άποψη, και άλλοι, και δεν ήταν λίγοι από ό,τι τυχαίνει να γνωρίζω, που αντιστάθηκαν και είπαν ότι είναι απαράδεκτα τα μέτρα και μπήκαν σε μια προσπάθεια ερμηνείας των βαθύτερων αιτίων της κρίσης.

Η στάση των διανοουμένων επηρέασε, όπως πάντοτε επηρεάζει η στάση της διανόησης διότι από την υπόλοιπη κοινωνία θεωρούνται ως άνθρωποι που κατέχουν τη γνώση. Και από αυτήν την άποψη δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλονται οι υποτιθέμενοι τεχνοκράτες ή διανοούμενοι στα κανάλια, στις τηλεοράσεις, στις εφημερίδες για να προωθήσουν κατά κύριο λόγο την κυρίαρχη αντίληψη πραγμάτων για τον μονοδιάστατο σύγχρονο λόγο που θέλει να μην υπάρχει άλλη διέξοδος παρά τα μέτρα που παίρνονται απέναντι στην κρίση.

Νομίζω ότι επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και ο λόγος των διανοουμένων εκείνων που αντιστάθηκαν και έδωσαν σαν διέξοδο την έξοδο από το ευρώ, την κατάργηση των πληρωμών του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και μια σειρά άλλων μέτρων που κατά την αντίληψή μας θα μας βγάλουν από την κρίση. Πρέπει όμως να είμαστε ξεκάθαροι και να λέμε ότι η κυρίαρχη αντίληψη και στο επίπεδο της διανόησης και στο επίπεδο της κοινωνίας συνεχίζει να είναι αυτή της κυρίαρχης τάξης.

Υποδεέστερες της αναγκαιότητας οι αντιδράσεις

– Ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, πολλά χρόνια τώρα, έχετε επαφή με την νεολαία. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις στην ιστορική πορεία της χώρας, που δεν αφορούσαν απαραίτητα το πανεπιστήμιο, η νεολαία, και ιδιαίτερα η σπουδάζουσα νεολαία, πρωτοστατούσε μαζικά στις αντιδράσεις και στο λαϊκό κίνημα. Δεν βλέπουμε να γίνεται κάτι τέτοιο σήμερα, ούτε στο ζήτημα του νομοσχεδίου για τα πανεπιστήμια ούτε στις κινητοποιήσεις ενάντια στο μνημόνιο. Γιατί;

-Γ. Ρούσης: Από το Δεκέμβριο του 2008, από την υπόθεση της δολοφονίας του Αλ. Γρηγορόπουλου και μετά, η νεολαία παίζει σημαντικό ρόλο στις κινητοποιήσεις. Είναι λογικό οι νέοι άνθρωποι να είναι πιο μαχητικοί από ό,τι οι παλιότερες γενιές. Αν ψάξει κανείς την ιστορία θα δει ότι και στην Κομμούνα (του Παρισιού 1871) συμμετείχαν νέοι άνθρωποι για την εποχή τους, και στη ρώσικη επανάσταση ήταν νέοι άνθρωποι.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι της άποψης του Μαρκούζε ότι οι επαναστάσεις θα γίνουν από φοιτητές και νέους. Αλλά είναι λογικό, πέρα από την ταξική εκπροσώπηση των κινημάτων, να κυριαρχούν οι νέοι. Και εδώ συνέβει αυτό, ασχέτως αν, επαναλαμβάνω, οι αντιδράσεις και στα πανεπιστήμια για το νομοσχέδιο αλλά και γενικότερα στην κοινωνία, δεν ήταν αυτές που θα έπρεπε να είναι σε σύγκριση με το εύρος της επίθεσης.

Για την έλλειψη αυτή, ας μην κοροϊδευόμαστε, ευθύνονται όλες οι αριστερές παρατάξεις. Ειδικά στα Πανεπιστήμια η ευθύνη βαραίνει, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο την ΚΝΕ λόγω της δύναμης που έχει στα Πανεπιστήμια το ΚΚΕ, αλλά στην κοινωνία γενικότερα ευθύνονται όλες οι αριστερές παρατάξεις. Και η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ που είναι εγκλωβισμένη στο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ και βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση, και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά η οποία, δεν έχω καταλάβει κατά πόσο θέλει ή δεν θέλει ένα πολιτικό αριστερό μέτωπο.

Ο δικομματισμός μοιάζει ν' αλλάζει όψη και μορφή

– Προσφάτως, κατά τη διαδικασία ψήφισης του δεύτερου Μνημονίου παρατηρήσαμε σοβαρές ρήξεις στα δύο κόμματα του δικομματισμού. Γράφτηκαν και ειπώθηκαν αρκετά στα ΜΜΕ για το θέμα, με εκτιμήσεις περί διαμόρφωσης ενός κεντροδεξιού ή και ενός κεντροαριστερού αντιμνημονιακού πόλου εντός κοινοβουλίου. Η Αριστερά, γενικά, παρουσιάζεται να αυξάνει τα ποσοστά της, αν και δεν φαίνεται να καρπώνεται την υπάρχουσα δυσαρέσκεια τουλάχιστον σε αντίστοιχο βαθμό με το εύρος της δυσαρέσκειας αυτής. Μια πρώτη δική σας εκτίμηση;

 – Γ. Ρούσης: Καταρχήν, το προϊόν των αποτελεσμάτων των σφυγμομετρήσεων είναι αντιφατικό. Για παράδειγμα, ναι μεν οπισθοχωρεί ο δικομματισμός, αλλά δεν εξαφανίζεται εντελώς, ενώ δεν ξέρω πόσο θα υποχωρήσει τελικά μέχρι τις εκλογές. Και να διευκρινίσω κάτι: ο δικομματισμός για μένα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχουν δύο κόμματα που τον εκφράζουν. Μπορεί να είναι δύο ή πέντε ή οκτώ και να εκφράζουν πανομοιότυπη πολιτική άποψη.

Το λέω αυτό, γιατί παράλληλα με την οπισθοχώρηση των δύο παραδοσιακών κομμάτων του δικομματισμού, εμφανίζονται ενισχυμένα νέα κόμματα, που κατά τη γνώμη μου ανήκουν πλήρως ιδεολογικοπολιτικά στο δικομματισμό. Έτσι το να εξαφανιστεί, παραδείγματος χάριν, πλήρως το ΠΑΣΟΚ και στη θέση του να έρθει μια νέα σοσιαλδημοκρατία, τύπου Δημοκρατικής Αριστεράς, που μισο-αστεία, μισο-σοβαρά, εγώ ονομάζω κόμμα «πασόκων με πολιτικά», δεν μου λέει τίποτε. Μια τέτοια εξέλιξη εμένα δεν μου λέει εξαφάνιση του δικομματισμού αλλά αναπαραγωγή του κάτω από άλλες όψεις και άλλες μορφές. Άρα το ότι έχει δεχτεί πλήγμα ο δικομματισμός, δεν είναι απόλυτο.

Επίσης, παραδείγματος χάριν, το να χάσει κάποιες ψήφους ο Καρατζαφέρης και να πάνε στη «Χρυσή Αυγή», είναι το ίδιο αρνητικό με το να έπαιρνε ο Καρατζαφέρης του ψήφους. Η αύξηση, γενικά, της αριστεράς, δηλαδή του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ του οποίου ένα τμήμα έχει πράγματι αντιμνημονιακή – αντικαπιταλιστική στάση, από μόνη της δεν αποτελεί θετική πτυχή.

Όσον αφορά τις αντιμνημονιακές αντιδράσεις από άλλους χώρους, κατ' εμένα η αντίδραση ενάντια και μόνο στο μνημόνιο είναι ή αφελής ή ύποπτη. Αφελής από την άποψη ότι δεν διερευνά ποιες είναι οι αιτίες της κρίσης και άρα στέκεται μέχρι εκεί, ύποπτη στο βαθμό που θέλει να λειτουργήσει ως κυματοθραύστης ριζικότερων αντιδράσεων και να περισώσει το σύστημα. Και είμαι βέβαιος ότι στο γενικότερο αντιμνημονιακό μπλοκ υπάρχουν και δυνάμεις που επιχειρούν εσκεμμένα να λειτουργήσουν ως άμυνα του συστήματος. Στέκονται μόνο στο μνημόνιο υπό την έννοια της κατάργησης του μνημονίου προκειμένου να γίνει μια καλύτερη διαχείριση του χρέους κλπ.

Όλα αυτά δεν οφείλονται πάντα και μόνο σε ανεπάρκεια ανάλυσης των αιτιών της κρίσης, που, κατά την ταπεινή μου αντίληψη, είναι δομική κρίση του καπιταλισμού. Δεν είναι μόνο ελληνική κρίση, δεν είναι μια κρίση μόνο στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά είναι μια κρίση στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής. Και συνεπώς, δεν μπορεί ν' αντιμετωπιστεί παρά μόνο με την αλλαγή του τρόπου παραγωγής.

Θα μου πείτε αυτό δεν είναι κάτι άμεσο και δεν μπορεί να γίνει αύριο. Τι πρέπει να κάνουμε, δεν μπορούμε να περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία της επανάστασης, που αν θα γίνει θα φέρει αυτήν την αλλαγή στον τρόπο παραγωγής. Η γνώμη μου είναι ότι αυτό μπορεί να λυθεί στο ενδιάμεσο, όχι με κάποιο μεταβατικό στάδιο, αλλά με έναν πόλεμο θέσεων τέτοιο που θα ενισχύει με κάθε τρόπο τις δυνάμεις της συνολικής ανατροπής, ξεκινώντας από την υπεράσπιση των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που πλήττονται, για να πάω στο ελάχιστο, μέχρι την προώθηση επαναστατικών στόχων. Για να το πω διαφορετικά με όρους πλατωνικούς, θα πρέπει να υπερασπίσουμε τις δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα για να μπορέσουμε αύριο να τα ξεπεράσουμε με πιο εύκολο τρόπο.

Όσο για το αν καρπώνεται η αριστερά τη λαϊκή δυσαρέσκεια… Εγώ δεν θεώρησα ποτέ ότι φταίει η αριστερά για το γεγονός ότι δεν καρπώνεται τις αντιδράσεις για τα μέτρα που λαμβάνονται. Δεν πιστεύω ότι η κύρια ευθύνη γι αυτό βαραίνει την αριστερά. Κύρια υπεύθυνο για αυτό το φαινόμενο είναι το καπιταλιστικό σύστημα, που αλλοτριώνει, ή αν θέλετε να το πούμε πιο χυδαία αποβλακώνει, τους ανθρώπους, μεταξύ όλων των άλλων κακών που φέρνει, όπως η εκμετάλλευση, οι πόλεμοι, η οικολογική καταστροφή. Δεν το λέω εγώ αυτό. Το έχουν πει οι κλασικοί του μαρξισμού και μετέπειτα μεγάλοι μαρξιστές στοχαστές. Το σύστημα αλλοτριώνει τους ανθρώπους και τους ωθεί να ενσωματωθούν σε αυτό και όχι στο να το ανατρέψουν. Ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις να θέλουν να βελτιώσουν τη θέση τους μέσα στο σύστημα αλλά όχι να το ανατρέψουν.

Αυτό συμβαίνει γιατί κυρίαρχη ιδεολογία και στους εργαζόμενους και σε μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης είναι η αστική ιδεολογία, στο βαθμό που δεχόμαστε, όχι μηχανιστικά, απόλυτα και γραμμικά βεβαίως, την αντίληψη ότι οι σχέσεις παραγωγής είναι που διαμορφώνουν και την κυρίαρχη ιδεολογία. Άρα δεν φταίει μόνο ούτε κυρίως η αριστερά για το ότι η ιδεολογία της δεν έχει ανταπόκριση στα πλαίσια της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Φταίει το ίδιο το σύστημα και ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής.

Επιπλέον, έχω την αίσθηση ότι το ίδιο σύστημα, πέραν από τον τρόπο παραγωγής, προβάλλει τη δική του ιδεολογία και έχει χίλια δύο μέσα για να το κάνει. Μέσω τηλεοράσεων, ΜΜΕ, πανεπιστημίων, σχολείων κλπ.

Κατά τρίτο λόγο φταίει και η ίδια η αριστερά γιατί δεν έχει έναν σύγχρονο επαναστατικό λόγο, δεν έχει μια σύγχρονη επαναστατική προοπτική, και κυρίως διότι δεν εμφανίζεται μετωπικά και δεν συνεργάζεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ν' αποτελέσει άμεσα εναλλακτική λύση.

Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή βούληση

– Πολύς λόγος γίνεται περί αντισυνταγματικότητας και του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου αλλά και σειράς μέτρων, περί νομιμότητας ή μη της παρούσας με εκλεγμένης κυβέρνησης υπό τον κ. Παπαδήμο να λάβει τόσο σημαντικές αποφάσεις. Ποιο είναι το σχόλιό σας;

– Γ. Ρούσης: Στο βαθμό που παραβιάζονται αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις και με την ευρύτερη έννοια το ίδιο το αστικό σύνταγμα, το οποίο εγώ θέλω να ξεπεραστεί -δεν μου είναι επαρκές- τα προστατεύουμε όχι ως αυτοσκοπό, αλλά γιατί μας είναι χρήσιμα για να τα υπερβούμε. Άρα, στο βαθμό που θεωρούμε ότι δεν τηρήθηκε το σύνταγμα με την ψήφιση των μνημονίων, και πιστεύω ότι όντως συνέβει κάτι τέτοιο, προστατεύουμε το σύνταγμα όχι για να καταγγείλουμε απλώς ότι δεν τηρήθηκε αλλά για να αποτελέσει τη βάση που θα ξεπεράσουμε.

Επίσης, πέρα από το τυπικό μέρος της υπόθεσης, υπάρχει και ένα ουσιαστικό. Είναι σαφές ότι τα μέτρα που πάρθηκαν, βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τη βούληση του κόσμου. Άρα δεν μ' ενδιαφέρει μόνο τυπικά να πω ότι παραβιάζεται το σύνταγμα. Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή κυριαρχία. Παραβιάζεται και με έναν άλλο τρόπο η λαϊκή κυριαρχία, καθώς είναι σαφές πλέον επίσης ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από το ελληνικό κοινοβούλιο αλλά επιβάλλονται στην ελληνική κυβέρνηση και στο ελληνικό κοινοβούλιο, (κακώς τα αποδέχονται βέβαια και η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο), από κέντρα που δεν έχουν εκλεγεί από τον ελληνικό λαό.

Συνεπώς, έχουμε μια σαφή και ουσιαστική, και όχι τυπική, παραβίαση της υποτιθέμενης λαϊκής κυριαρχίας. Και λέω «υποτιθέμενης» γιατί ποτέ δεν ήταν και δεν μπορεί να είναι πραγματική η λαϊκή κυριαρχία υπό αστικό καθεστώς. Άρα είναι ξεκάθαρο ότι και ουσιαστικά και τυπικά πρέπει ν' αντιπαρατεθούμε σε αυτήν την παραβίαση.

Όσο μειώνεται η «συναίνεση», θ' αυξάνεται ο καταναγκασμός

– Πολλές συζητήσεις έχουν πυροδοτήσει και τα όσα συνέβησαν εκτός Βουλής στις 12 Φεβρουαρίου, την ημέρα ψήφισης του δεύτερου μνημονίου. Οι εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας έκαναν το γύρο του κόσμου, πολύ μελάνι χύθηκε περί προβοκάτσιας, περί ξεσπάσματος οργής, περί μιας πρόγευσης από το μέλλον μας, ενώ αντίθετα καμία εικόνα από το πλήθος των διαδηλωτών δεν μεταδόθηκε. Ποια είναι η γνώμη σας;

– Γ. Ρούσης: Έχω μια ιδιαίτερη γνώμη επί του προκειμένου. Σαφώς υπήρχαν μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις ενός μεγάλου πλήθους κόσμου, το οποίο δεν χρησιμοποίησε βία, ή μάλλον δεν αντέδρασε βίαια στην βία της εξουσίας. Και μάλιστα, μεγάλο τμήμα του κόσμου αυτού προσπάθησε, παρά την κατάσταση που δημιουργήθηκε, να παραμείνει στη συγκέντρωση.

Επίσης, οι δυνάμεις καταστολής αναίτια και χωρίς κανένα λόγο επιτέθηκαν στον κόσμο χωρίς να υπάρξει καν πρόφαση, γιατί για να υπάρξει καταστολή δεν χρειάζεται πάντα να υπάρχουν «ζηλωτές». Μπορεί οι «Ρωμαίοι» να καταστέλλουν και χωρίς τους «ζηλωτές». Υπήρξε μια επίθεση στον κόσμο με σκοπό να διαλυθούν οι συγκεντρώσεις και να αποτραπεί να κατέβει και άλλος κόσμος στο δρόμο, γιατί κατέβαινε μαζικά κόσμος. Άρα το κύριο είναι η μαζικότητα του κόσμου και η κρατική καταστολή.

Εγώ διαφωνώ με σύμπασα την αριστερά από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, μείον αναρχικών, μέχρι το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, ότι όλοι όσοι έκαιγαν τράπεζες, συγκρούονταν με την αστυνομία κλπ, ήταν προβοκάτορες. Είναι μέγα λάθος αυτό. Άσχετα από το πώς χρησιμοποιήθηκε η αντίδραση αυτή, υπάρχει σήμερα σημαντικό κομμάτι της νεολαίας, το οποίο όλο και θα αυξάνεται κατά τη γνώμη μου, που αντιδρά με αυτόν τον τρόπο: έρχεται σε σύγκρουση, χρησιμοποιεί βία και θεωρεί ιδεολογικά ότι απέναντι στη βία της εξουσίας θα πρέπει να χρησιμοποιείται βία. Πιστεύω ότι η βία καθεαυτή δεν είναι αρνητικό φαινόμενο, πχ η επαναστατική βία. Διαφωνώ όμως στη χρήση της στη συγκεκριμένη περίπτωση διότι δεν θεωρώ ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για να χρησιμοποιηθεί μαζικά η βία. Θα ήταν αυτοκτονία, δηλαδή, μια μετωπική επίθεση διότι οι επαναστατικές δυνάμεις δεν είναι ώριμες για κάτι τέτοιο και θα τις κατασπαράξουν. Δεν διαφωνώ όμως με το ίδιο το μέσο.

Πιστεύω δε ότι φαινόμενα σαν αυτά που ζήσαμε στις 12 Φεβρουαρίου θα αυξάνονται ολοένα περισσότερο. Θα αυξάνονται ευθέως ανάλογα με την ανικανότητα της υπόλοιπης αριστεράς να δώσει μια διέξοδο στην κρίση. Όσο συρρικνώνεται η κοινωνική συναίνεση προς το σύστημα, και συρρικνώνεται επειδή πλήττεται η αντικειμενική βάση πάνω στην οποία στηριζόταν αυτή η συναίνεση, πχ μια ορισμένη καλοπέραση, μια ορισμένη εργατική αριστοκρατία, και με δεδομένο ότι το κάθε κράτος, η κάθε εξουσία, στηρίζεται σε δύο πόλους, στον καταναγκασμό και στη συναίνεση, όσο συρρικνώνεται η δεύτερη, θ' αυξάνεται ο πρώτος. Σε αυτήν την αύξηση του καταναγκασμού, του αυταρχισμού, των αντιδημοκρατικών μέτρων εντάσσεται και η επίθεση κατά των διαδηλώσεων. Θα υπάρξει περισσότερη αστυνομική βία, ακόμη και μέτρα που θα απαγορεύουν τις διαδηλώσεις. Θα συρρικνωθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες γιατί δεν έχει άλλο τρόπο το σύστημα να συντηρηθεί, εφόσον μειώνεται η συναίνεση και αυξάνεται ο καταναγκασμός. Άρα, σε αυτήν την κατάσταση θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι ν' απαντήσουμε. Δεν μπορεί να καθόμαστε και να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα αυτήν τη βία.

 

ΠΗΓΗ: Συνέντευξη του καθηγητή Γιώργου Ρούση  στο http://cyprusnews.eu  στα πλαίσια της έρευνας για την κρίση στην Ελλάδα, via contramee. Το είδα, 2-4-2012, http://www.aristerovima.gr/blog.php?id=3273

 

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ η Αιγυπτία

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ [Η Αιγυπτία]

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η Εκκλησία κατά την τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τιμά τη μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Η οσία Μαρία είναι γνωστή κυρίως μέσα από τη λαϊκή φράση «μας παριστάνει την οσία Μαρία». Με τη φράση αυτή ο λαός μας, ο κατά κανόνα καλοπροαίρετος αλλά συνάμα και απληροφόρητος περί τα θέματα της πίστης του, προβάλλει άκρως αντιευαγγελική θέση.

Η οσία υπήρξε πόρνη της Αλεξάνδρειας, της μεγαλόπολης αυτής της Αιγύπτου, από την εφηβική της ηλικία και επί δεκαεπτά έτη. Η περιέργεια ή κάποιος άλλος λόγος την παρακίνησε να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα μαζί με προσκυνητές και άλλους ταξιδιώτες. Το συναξάρι της δεν παραλείπει να αναφέρει ότι τα ναύλα και τα άλλα έξοδα του ταξιδίου της εξασφάλισε ασκώντας και εν πλω το επάγγελμά της. Το ταξίδι της αυτό θα αποτελούσε για τη Μαρία εφήμερη διέξοδο από την τραγική καθημερινότητα που βιώνουν οι περιφρονημένες ακόμη και σήμερα, όπως και τότε, γυναίκες της αγοραίας ικανοποίησης του γενετησίου ενστίκτου. Όμως συνέβη κάτι το συνταρακτικό! Η Μαρία συγκλονίστηκε από την αδυναμία της να εισέλθει στον ναό της Αναστάσεως του Σωτήρος, σε αντίθεση με το πλήθος των προσκυνητών που εισέρχονταν. Τι άραγε συνέβαινε;

Ήταν τόση η αμαρτωλότητά της, ώστε μόνο αυτήν ο Θεός έκρινε ανεπιθύμητη; Είναι αντίληψη προς την οποία ρέπουμε όλοι εμείς που κατηγοριοποιούμε τους αμαρτωλούς κατατάσσοντας στην κατώτερη στάθμη πόρνες και τελώνες παραβλέποντας ότι αυτοί δεν ήσαν ασυνήθεις συνομιλητές του Σωτήρα μας Χριστού. Και ήταν η συνάφεια εκείνη αρκετή για να εκτοξεύουν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι βαρειές κατηγορίες κατά του Θεανθρώπου. Από την άλλη μήπως ήταν το εμπόδιο παρέμβαση στερητική της ελευθερίας της πόρνης, προκειμένου αυτή να συνέλθει και να πορευθεί το υπόλοιπο της ζωής της με μετάνοια; Σε κάθε περίπτωση παρέμβασης του Θεού στη ζωή ενός προσώπου οξεία εγείρεται η καταγγελία των κριτικά ισταμένων, προασπιστών δήθεν της ελευθερίας του προσώπου, το οποίο όμως δια της φιλοσοφίας τους αρνούνται. Ο Θεός παρεμβαίνει συχνά στη ζωή μας, η παρέμβαση όμως αυτή δεν έχει αιτιώδη συνέπεια. Άλλοι λαμβάνουν το μήνυμα και μετανοούν, άλλοι όμως απαξιούν ακόμη και να το αναγνώσουν. Η οσία Μαρία ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Γιατί όμως ο Θεός της έδωσε αυτή την ευκαιρία; Γιατί έκρινε πως στη Μαρία, σε αντίθεση με την επιπόλαια ανθρώπινη κρίση, «πιστών» και «απίστων», παρά την φοβερή ηθική κατρακύλα, είχε διασωθεί κάτι από την αρχική εικόνα του Πλάστου. Μ' αυτό ακριβώς αρχίζει και το απολυτίκιο της οσίας: «Εν σοι μήτηρ ακριβώς διεσώθη το κατ' εικόνα». Η πρώην πόρνη μετανοημένη αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Πορεύεται στην έρημο ανατολικά του ποταμού Ιορδάνη και ζει οσιακά επί σαραντεπτά έτη. Μόνο περί το τέλος του βίου της ήλθε σε κοινωνία με τον ασκητή Ζωσιμά, από τον οποίο έλαβε τα άχραντα Μυστήρια και γνωστοποίησε σ' αυτόν τα του βίου της. Η Εκκλησία προβάλλει και άλλες πρώην πόρνες και μετέπειτα όσιες, όπως την Πελαγία και την Ταϊσία! Ασφαλώς είναι πολύ περισσότερες οι άγνωστες.

Γιατί επικράτησε μεταξύ του λαού η φράση «παριστάνει την οσία Μαρία»; Προφανώς επειδή μας είναι τρομακτικά δύσκολο να κατανοήσουμε το περί μετανοίας κήρυγμα του Ευαγγελίου. Κινούμαστε, ιδίως οι «πιστοί», με τη βεβαιότητα της σωτηρίας μας, καθώς έχουμε γαλουχηθεί με τα νάματα της πίστης από τη βρεφική ηλικία. Αισθανόμαστε εν πολλοίς ότι με την εν γένει συμπεριφορά μας έχουμε υποχρεώσει τον Θεό, ο οποίος οφείλει να ανταποδώσει τις «θυσίες» που έχουμε υποστεί για χάρη Του. Είμαστε οι «πρεσβύτεροι» γυιοί, που αγανακτούμε, επειδή ο Πατέρας ανατρέποντας την ανθρώπινη δικαιοσύνη δέχεται τόσο φιλόφρονα τον άσωτο υιό. Είμαστε οι εργάτες της γης, που αγανακτούμε, επειδή αμειβόμαστε, εμείς που σηκώσαμε τον κάματο της ημέρας και τον καύσωνα, το ίδιο μ' εκείνους που προσήλθαν στον αγρό λίγο πριν από τη δύση του ηλίου. Βέβαια η οσία Μαρία δεν άργησε τόσο πολύ να μετανοήσει. Υπάρχουν άλλες περιπτώσεις που προσβάλλουν βάναυσα το περί δικαίου ανθρώπινο αίσθημα. Η χαρακτηριστικότερη είναι αυτή του ληστή, που συσταυρώθηκε με τον Κύριο. Είναι ο μόνος, για τον οποία η μέλλουσα κρίση αποτελεί παρελθόν, σύμφωνα με τον λόγο του σταυρωμένου Κυρίου. Και εξασφάλισε τον Παράδεισο με ένα «μνήσθητι» λίγο πριν παραδώσει την ψυχή του! Ποιος; Ο στυγερός εγκληματίας! Πόσο αδύναμοι είμαστε να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της λέξης πρώην μπροστά από τη λέξη πόρνη, τελώνης, φονιάς! Η ανθρώπινη δικαιοσύνη μετά βίας περιορίζει το μέγεθος της ποινής σε περίπτωση μεταμέλειας (πολύ διαφορετικής από τη μετάνοια) και καλής διαγωγής κατά τη διάρκεια της κράτησης. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν διαγράφεται η πράξη του ενόχου, πράξη που σημαδεύει ανεξίτηλα την ύπαρξή του ως το τέλος του βίου. Ο Χριστός, ως υπέρτατος Κριτής των πράξεων και παραλείψεων των πλασμάτων Του, διαγράφει όλες τις αμαρτίες μας, αρκεί με συντριβή να τις αποθέσουμε επάνω Του. Αυτό είναι που προκαλεί διαχρονικά όχι μόνο απίστους αλλά και «πιστούς». Εμείς θέλουμε να πέφτει στα μάτια μας ο συνάνθρωπός μας, καθώς έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η πτώση του συμβάλλει στη δική μας ανύψωση! Σε τελευταία ανάλυση η συγκατάβαση του Πλάστη προς το πλάσμα Του μας είναι ανυπόφορη. Αυτή η ηθική, η οποία καλλιεργήθηκε κυρίως στον προτεσταντικό κόσμο τείνει να μας κυριεύσει και να μας αφανίσει. Πόσες φορές είδαμε στη λογοτεχνία τους σκηνές αφάνταστης σκληρότητας έναντι άγαμης μητέρας. Πόσο συνέβαλε η αρρωστημένη αυτή ηθική στην τρομακτική αύξηση των εκτρώσεων, αφού οι αποδέκτες της θεωρούν πρωτεύουσα τη γνώμη της κοινωνίας και δευτερεύουσα την εντολή του Θεού!

Η έλευση του Χριστού δεν έθεσε τέρμα στις κακίες του παλαιού κόσμου. Η πορνεία βρίσκεται σήμερα σε τρομακτική έξαρση! Στις φτωχές χώρες του πλανήτη είναι οι ίδιοι οι γονείς που προάγουν τα παιδιά τους, κορίτσια και αγόρια, προς εξασφάλιση των προς το ζην ή τα παραδίδουν σε προαγωγούς, προκειμένου να απαλλαγούν από δάνειο που στέκονται ανήμποροι να αποπληρώσουν. Σε άλλες χώρες οι προαγωγοί φυλακίζουν τα θύματά τους, τα οποία με όνειρα μεταναστεύουν για καλύτερη ζωή, έχοντας φροντίσει να αποσπάσουν απ' αυτά το διαβατήριο και άλλα έγγραφα. Και όλοι οι καθώς πρέπει των «χριστιανικών» χωρών κάνουν πως αγνοούν το πρόβλημα, που αποτελεί μάστιγα για όλες τις χώρες, ανεπτυγμένες και υπανάπτυκτες. Και όμως ανάμεσα στις τραγικές αυτές υπάρξεις που βιώνουν την αγριότερη μορφή καταπίεσης, τον διαρκή βιασμό, κάποιες καταφέρνουν και σήμερα να διασώζουν το «κατ' εικόνα», σε αντίθεση προς τους βιαστές τους. Το διασώζουν χάρη στην παρρησία προς τον Κύριο των μετανοημένων πρώην πορνών Μαρίας, Πελαγίας, Ταϊσίας και πλήθος άλλων.

                                                                                   

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 2-4-2012

Το πρόβλημα της παράδοσης – Καραγκιόζης

Το πρόβλημα της παράδοσης – [Η προφορική παράδοση με αφορμή τον καραγκιόζη]

 

Του Γιάννη Κιουρτσάκη

 

Το ζήτημα δεν είναι τόσο ποια πράγματα τελείωσαν, αλλά με τι αντικαθιστούμε, εμείς που ζούμε, όπως κάθε πράγμα της ζωής, μέσα στη φθορά και την αλλαγή, τα πράγματα που νομίζουμε τελειωμένα.

Γιώργος Σεφέρης

 

ΑΣ ΑΡΧΙΣΩ μ' ένα επεισόδιο του Καραγκιόζη, που μου αρέσει να μνημονεύω. Ο Μπαρμπαγιώργος, που δεν ξέρει γράμματα και θέλει να στείλει γράμμα στο χωριό του, πάει να βρεί τον διορισμένο από το σεράι γραμματικό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ανηψιό του: τον εξίσου αγράμματο αλλά θεομπαίχτη Καραγκιόζη που, όπως συνήθως, δήλωσε μιάν ιδιότητα με την οποία δεν έχει καμία σχέση και ανέλαβε «επισήμως και δημοσίως» καθήκοντα γραμματικού.

  • Έκπληξη του Μπαρμπαγιώργου, ανάμικτη με θαυμασμό για το «γραμματιζούμενο ανιψίδι του», αλλά και με δυσοίωνα προαισθήματα για κάποιο επικέιμενο «χ' νέρι». Αλλά ο αμαθής βλάχος, αντικρίζοντας τον ψευτογραμματικό, καθώς η επιστολή που σχεδιάζει να στείλει περιέχει ένα λυπητερό, καταπώς αισθάνεται, μήνυμα – το μήνυμα ότι το «π'δί τον Μητρούση τον πήραν αστρακαθιώτη (= στρατιώτη) και τον φράγκεψαν και του δώσαν μια καραμούζα να γυρίζει στα παζάρια και να κάνει τάρ τάρ τάρ» – απαιτεί, λοιπόν, το γράμμα αυτό να πάει «κλαφτό και μοιριολογιστό», ακριβώς όπως το υπαγορεύει και προστάζει τον ανηψιό του να κλαίει κι αυτός την ώρα που γράφει, ώστε να ολοκληρωθεί η «κλαφτή» διαβίβαση. Φυσικά, ο Καραγκιόζης, που έτσι κι αλλιώς «γράφει» στα κουτουρού, σαν γνήσιος «γραμματοτυφλός» που είναι (ο χαρακτηρισμός δικός του), όχι μόνο δεν κλαίει αλλά σκάει στα γέλια. Καθώς όμως ο μπάρμπας του αγριεύει, σκαρφίζεται, για να ξεφύγει, ένα τέχνασμα: να βάλει τον αδαή χωριάτη να μιλήσει δήθεν στο τηλέφωνο – «τηλέφωνο» που δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα χωνί παλιού γραμμοφώνου – ενώ ο ίδιος θα μιμείται από την άλλη άκρη του χωνιού τη φωνή της θειά-Γιωργούλας, της παραλήπτριας του γράμματος. Θάμβος του Μπαρμπαγιώργου, καθώς ακούει δίπλα του τη θειά-Γιωργούλα, δίχως να τη βλέπει θάμβος μπροστά στα πράματα και τα θάματα που βγάζει κείνη η «Ογρωπή»: ως τη στιγμή που ανακαλύπτει το «χ' νέρι» – και η σκηνή τερματίζεται με το ξυλοφόρτωμα που φαντάζεστε[1]
  • Έλεγα πως το επεισόδιο αυτό μου αρέσει να το μνημονεύω. Και τούτο γιατί, κάθε φορά που το ξανασκέφτομαι, μένω με τη σειρά μου έκθαμβος μπροστά στα πράγματα που μπορεί να κουβαλάει ένα λαϊκό θέατρο – πράγματα που κι εγώ και κάμποσοι άλλοι προσπαθήσαμε να μελετήσουμε, ξεκινώντας από το παράδειγμα του Καραγκιόζη ή κάποιο ανάλογο, χωρίς, ωστόσο, πιστεύω, ο εκτενής θεωρητικός μας λόγος να εξαντλήσει ποτέ όλα όσα με άκρα πυκνότητα και οικονομία μας λέει μια τέτοια σκηνή. Συνοψίζω: από τη μια, ο αγράμματος βοσκός, ο πρωτόγονος χωρικός που η φιγούρα εξεικονίζει μόνη της έναν κόσμο: τον κόσμο του αγροτικού πολιτισμού, της προφορικής παράδοσης, της αμιγώς προφορικής επικοινωνίας. Από την άλλη, ο παμπόνηρος κατεργάρης της πόλης, ο Καραγκιόζης, που παίζει εδώ αδιαίρετα τον ρόλο του αγύρτη, του τσαρλατάνου, και εκείνον του δημόσιου υπάλληλου του σεραγιού, δηλαδή την ανίκανη και διαφθαρμένη γραφειοκρατία ενός υπανάπτυκτου και υποδιοικούμενου κράτους που εξεικονίζει έτσι πιο πλατιά τον κόσμο της νεοελληνικής πόλης, όπως αυτός εμφανιζόταν στην εποχή της ακμής του Καραγκιόζη – κι ίσως όχι μόνο σ' αυτήν. Από τη μια, η αμεσότητα της προφορικής επικοινωνίας που, καθώς κινητοποιεί όλες μαζί τις αισθήσεις, δίνει στον κάθε συνομιλητή τη δυνατότητα να μεταδώσει όχι απλώς μια πληροφορία, αλλά τον καημό του, τον πόνο του, την ψυχή του να βάλει στον λόγο του ολόκληρο τον εαυτό του όχι μόνο με όσα λέει, αλλά και με τον τρόπο που τα λέει, με τον ρυθμό και τον τόνο της φωνής του, με το βλέμμα και την έκφραση του προσώπου του, με τις χειρονομίες του ή ακόμα μ' ένα τραγούδι, όπως είναι το μοιρολόγι. Από την άλλη, η γραφή που, κατά τα φαινόμενα, παίρνει αυτόν τον ολοζώντανο λόγο, αυτήν την πολυεπίπεδη επικοινωνία και τους φυλακίζει σ' ένα άψυχο και επίπεδο φύλλο χαρτιού, φορτωμένο με τα αφηρημένα σχήματα που λέγονται γράμματα που φτωχαίνει, με άλλα λόγια, αυτήν την έκφραση κι αυτήν την επικοινωνία, όσο τουλάχιστον ο Μπαρμπαγιώργος δεν γίνεται συγγραφέας: όσο δεν κατορθώνει όχι απλώς να μάθει γράμματα, αλλά και να κατακτήσει το στοιχειώδες εκείνο ύφος γραφής, χάρη στο οποίο ο καημός του, που εκδηλώνεται τόσο σπαρταριστά στον προφορικό του λόγο, θα περνούσε κάπως στο γράμμα του. Όμως, για την ώρα, όχι μόνο δεν διακρίνουμε τέτοια προοπτική, αλλά και τα γράμματα στα οποία υποτίθεται ότι μετατρέπονται τα λόγια του Μπαρμπαγιώργου δεν είναι παρά οι άθλιες μουντζούρες, του οποίου θύμα πέφτει και πάλι ο ταλαίπωρος βλάχος. Εκείνο που παίζεται μπροστά μας είναι η εκμετάλλευση του αγράμματου κόσμου της υπαίθρου από τους δήθεν γραμματισμένους αστούς, τους κάθε λογής ψευτο-επιστήμονες ή μισο-επιστήμονες της νεοελληνικής πόλης και είναι, ακόμα γενικότερα, η αλλοτρίωση που προκαλεί στις ανθρώπινες σχέσεις ο νεωτερικός πολιτισμός όταν εισβάλλει βίαια σε μια παραδοσιακή κοινωνία. Ένα δράμα που παίζεται επίσης σε αμέτρητες παραλλαγές και στη σκηνή της ζωής μας – στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να επανέλθω.

Τώρα ας θυμηθούμε πρόχειρα και επί τροχάδην λίγα ακόμα καραγκιοζίστικα δρώμενα. Ας θυμηθούμε πώς αυτός ο «λουμποδύτ' ς», ο Καραγκιόζης, δεν βρίσκει άλλον προστάτη, κάθε φορά που αντιμετωπίζει την εξουσία και τα όργανά της, από αυτόν ακριβώς τον εξαπατημένο βλάχο – το αίμα του. Ας θυμηθούμε την παροιμιώδη φράση του τελευταίου, όταν αντικρίζει το ανιψίδι του στα χέρια του Βεληγκέκα: «Έχει και μπάρμπα το π' δί!». Οικογενειακό και εθνικό φιλότιμο, συγγενική αλληλεγγύη, σχέσεις προστασίας, στενοί δεσμοί του χωριού με τη μόλις σχηματισμένη νεοελληνική πόλη: όλα αυτά τα βιώματα, όλες αυτές οι σχέσεις, όλες αυτές οι ιδεολογικές αξίες και οι ψυχικές στάσεις του νεοελληνικού κόσμου θησαυρισμένες σε μια μικρή φράση και με μεγαλύτερη πληρότητα απ' ό,τι στην πιο πετυχημένη ηθογραφία… Ας θυμηθούμε στην παράγκα του Καραγκιόζη: αυτό το ετοιμόρροπο κι όμως παράξενα ανθεκτικό κατάλυμα, το οποίο αποτυπώνει όχι μόνο την αντίθεση φτώχειας και πλούτου, υπηκόων και εξουσίας, έτσι που στέκει απέναντι στο φανταχτερό και μεγαλόπρεπο σεράι του πασά, ούτε μόνο το ήθος της παλιάς νεοελληνικής αστικής φτωχογειτονιάς, αλλά επίσης – και ίσως πάνω απ' όλα – την εγγενή προσωρινότητα και τη μόνιμη ανασφάλεια όλης μας της κοινωνικής υπόστασης……………………………………………………………………………………

  • Εκείνο δηλαδή που υποστηρίζω είναι απλά ότι αυτό το «πρωτογενές», καθώς λέμε, θέατρο μεταφέρει κρίσιμες εμπειρίες του τόπου μας, ότι κατορθώνει να πιάσει στα δίχτυα του κάτι από το ασύλληπτο νεοελληνικό γίγνεσθαι και να το μετουσιώσει σε συμβολική εικόνα, μεταδίδοντας έτσι κάθε βράδυ στους θεατές του μια βαθιά – ανεπίγνωστη έστω – γνώση για τον κόσμο όπου ζούν, μιαν οξύτατη ευαισθησία απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα κάτι που τόσο σπάνια πετυχαίνουν τα μαζικά θεάματα τα οποία ονομάζουμε σήμερα λαϊκά – παρά τα πλούσια μέσα που επιστρατεύουν και παρά τον υποτιθέμενο ρεαλισμό τους. Κι αυτή η διαπίστωση γεννάει ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε τώρα.

Τι είναι λοιπόν εκείνο που επέτρεψε σ' αυτό το «απλοϊκό» θέατρο να φορτιστεί με τόση αλήθεια; Πράγμα ακόμη πιο θαυμαστό: πώς αυτό το ξένο πολιτισμικό προϊόν – αφού ο Καραγκιόζης ήρθε στον τόπο μας από την Τουρκία και διαμορφώθηκε ως ολοκληρωμένο ελληνόφωνο θέαμα, με το τυπικό σκηνικό και τα τυπικά πρόσωπα που ξέρουμε, μόνο γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα – πώς αυτό το προϊόν μπόρεσε να γίνει ένας τόσο πιστός καθρέφτης του νεοελληνικού κόσμου, μια τόσο γνήσια έκφραση νεοελληνικού πολιτισμού;

  • Τέτοια ερωτήματα με παρακίνησαν εδώ και χρόνια να μελετήσω τον Καραγκιόζη[2]. Και η πιο ικανοποιητική σχετική απάντηση που μπόρεσα να βρώ εί – ναι ότι αυτό το θέατρο στάθηκε δημιούργημα πολλών ανθρώπων – προϊόν συλλογικής επεξεργασίας. Αν, δηλαδή, ο Καραγκιόζης αποκαλύπτεται ομοούσιος με την κοινωνία και τον πολιτισμό μας, αυτό πρέπει να οφείλεται πρώτα στο γεγονός ο ίδιος είναι ένα απόσταγμα κοινών εμεπιριών, αξιών, και στάσεων που μετάγγισε στάλα στάλα στις παραστάσεις του η ίδια η νεοελληνική κοινότητα ένα έργο ομαδικό. Και όταν λέμε ομαδικό, λέμε κατ' ανάγκην παραδοσιακό: έργο που παραδίδεται από τον ένα τεχνίτη στον άλλο κι από τη μια γενιά στην άλλη, ώστε να γίνει κοινό κτήμα.

  • Αυτή είναι σχηματικά η ιδέα που δοκίμασα άλλοτε να αναπτύξω: ότι η ομαδική δημιουργία του Καραγκιόζη δεν είναι παρά η άλλη όψη του γεγονότος πως έχουμε να κάνουμε με μια παράδοση και μάλιστα με παράδοση προφορική: με έργα που παραδίδονται από στόμα σε στόμα μέσω μιας πρακτικής μαθητείας και χωρίς τη μεσολάβηση της γραφής ακριβώς όπως γίνεται και με το δημοτικό τραγούδι, τα παραμύθια, τις διηγήσεις, τις παροιμίες, με όλα τα είδη του παραδοσιακού λαϊκού λόγου, καθώς και της μουσικής. «Ο Καραγκιόζης δεν γράφεται, λέγεται» είπε κάποτε στον Βάρναλη ο Μόλλας. Και τούτο είναι αποφασιστικό για την εμφάνιση της συλλογικής επεξεργασίας που υπαινίχθηκα. Πρώτο, ένα έργο, που δεν καθηλώνεται σε γραπτό κείμενο, αλλά κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, διαφοροποιείται κατ' ανάγκην από τους διαδοχικούς ερμηνευτές του, οι οποίοι – έστω και άθελά τους – το παραλλάσουν ακατάπαυστα κι επομένως το αναδημιουργούν και όποιος είναι λίγο εξοικειωμένος με τον Καραγκιόζη ξέρει καλά πώς ο λόγος κάθε παράστασης είναι διαφορετικός από τον λόγο όλων των προηγούμενων παραστάσεων – ακόμα κι όταν μιλάμε για παράσταση του ίδιου έργου, παιγμένη από τον ίδιο καραγκιοζοπαίχτη, στη διάρκεια της ίδιας βραδιάς. Δεύτερο, αυτή η αέναη δημιουργία έχει εξ αρχής μια διάσταση συλλογική, καθώς ο καραγκιοζοπαίχτης – και κάθε προφορικός τεχνίτης – πλάθει την παράσταση και τον λόγο του όχι κλεισμένος στο γραφείο, αλλά μέσ' από ένα συνεχή διάλογο με το κοινό που έχει μπροστά του, το οποίο επηρεάζει έτσι καθοριστικά, με τον έλεγχο και τις παραγγελίες του, τη δουλειά του τεχνίτη. Τρίτο, καθώς αυτός ο διάλογος επαναλαμβάνεται από παράσταση σε παράσταση, το αρχικό δημιούργημα μεταμορφώνεται ασταμάτητα σ' ένα νέο έργο που τείνει να ανταποκριθεί ολοένα και πιο ικανοποιητικά στις ανάγκες και στα γούστα της ευρύτερης πολιτισμικής κοινότητας. Και τέταρτο, καθώς το έργο αυτό συντηρείται όχι σ' ένα τυπωμένο βιβλίο ή χειρόγραφο, αλλά αποκλειστικά μεσ' από τις αλλεπάλληλες ζωντανές εκτελέσεις του, μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως ό,τι επιζει από τις αμέτρητες καινοτομίες των τεχνιτών, ό,τι καθιερώνεται ως παράδοση είναι μονάχα εκείνο που άρεσε στην ευρύτερη κοινότητα, εκείνο που συγκράτησε η συλλογική μνήμη και, επομένως, ενέκρινε η ομάδα………………….. μιά τέτοια δημιουργία συντελείται πάντα μέσα στο αυστηρό πλαίσιο μιάς παράδοσης, στηρίζεται πάντα σε μια παράδοση, η οποία βρίσκεται πίσω και από τους αυτοσχεδιασμούς κάθε καραγκιοζοπαίχτη και από τη συνεργασία του παραδοσιακού κοινού του Καραγκιόζη……………………

 Να λοιπόν που ο Καραγκιόζης οδηγεί σ' ένα γενικότερο στοχασμό γύρω από την παράδοση – κι όχι μόνο την προφορική. Γιατί η προφορική παράδοση αποτελεί, όπως ελπίζω θα φανεί λίγο λίγο, τη μήτρα κάθε παράδοσης, τον αναπαλλοτρίωτο πυρήνα της ίδιας της έννοιας του παραδοσιακού.

  • Συνήθως, όταν μιλάμε για παράδοση, σκεφτόμαστε κάτι στατικό, που ταυτίζεται πάνω κάτω με την προσκόλληση στο παρελθόν, τη συντήρηση, την αντίσταση στην πρόοδο σκεφτόμαστε την άρνηση της αλλαγής, την απολίθωση των παραδεδομένων προτύπων, την αναγωγή τους σε αυθεντία. Και πράγματι, υπάρχει στις λεγόμενες παραδοσιακές κοινωνίες ένας υπερτονισμός του παρελθόντος: υπερτονισμός που αντανακλά πρίν απ' όλα αντικειμενικές ανάγκες, αφού μιλάμε για κοινωνίες κατά κανό – [25] να αναλφάβητες, χωρίς συγκροτημένη επιστήμη και με στοιχειώδη τεχνολογία επομένως, για κοινωνίες που έχουν πολύ μικρή ικανότητα να ανανεώσουν μόνες τη γνώση τους και είναι γι' αυτό υποχρεωμένες – αν δεν θέλουν να πάνε πίσω – να στηρίξουν πριν απ' όλα τη ζωή τους στα προηγούμενα, στις αναγνωρισμένες πρακτικές, στη γνώση των παλαιών, με μια λέξη στη παράδοση.

Από την άλλη μεριά, όταν μελετάμε με ποιο συγκεκριμένο τρόπο διαμορφώθηκε λ.χ. ο νεοελληνικός Καραγκιόζης ή το δημοτικό τραγούδι, αποκομίζουμε μιαν αίσθηση που δεν είναι λιγότερο δικαιολογημένη από την πρώτη μας εντύπωση. Προτού γίνει κοινό κτήμα, η παράδοση είναι μια ενέργεια, όπως το δείχνουν δύο πασίγνωστοι στίχοι, οι οποίοι προσεγγίζουν καλύτερα από κάθε ορισμό το παραδοσιακό ήθος:

Σ' αυτόν τον κόσμο πού' μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα

Σ' εμάς τον παραδώκανε, κι άλλοι τον καρτερούνε

  • Αυτή η αδιάκοπη αναπροσαρμογή του παραδεδομένου ορίζει ουσιαστικά την προφορική παράδοση – και κάθε παράδοση ………………………………… η παράδοση δεν αποτελεί απλώς μιαν πολιτισμική κληρονομιά, όπως αγαπάμε να το διακηρύσσουμε στις μέρες μας αποτελεί προπάντων τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιοποιούν αυτήν την κληρονομιά – τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, εκφράζεται, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της στο παρόν μια κοινότητα ανθρώπων. Με δυό λόγια: όχι απλώς μιαν περιουσία – το έχειν αυτής της κοινότητας – αλλά μιαν ουσία – το ίδιο της το είναι.

 

Σημειώσεις

 

[1] Πρόκειται για «κλασική» σκηνή του έργου  Ο Καραγκιόζης γραμματικός, όπως παίζεται ακόμα σήμερα από τους περισσότερους καραγκιοζοπαίχτες.

[2] Από τα δύο βιβλία μου που στρέφονται γύρω από το θέατρο σκιών, αναφέρομαι εδώ αποκλειστικά στο Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Κέδρος 1983. Το πρόβλημα της παράδοσης, σελίδες 13-27, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2003.

 

ΠΗΓΗ: http://mesaellada.wordpress.com/2010/11/22/το-πρόβλημα-της-παράδοσης-η-προφορική/. Το είδα: Σάββατο, 28 Ιανουάριος 2012,

http://www.antifono.gr/portal/…CF%82.html 

Η Κυριακή των αντεξουσιαστών

Η Κυριακή των αντεξουσιαστών

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Στη συνείδηση πολλών η Εκκλησία είναι ταυτισμένη με το καταστημένο. Και – σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό – όχι αδίκως. Για λόγους πολλούς και διάφορους, που δεν είναι το παρόντος να τους αναφέρουμε. Και όμως!…

Η Εκκλησία του Χριστού είναι κάθετα και διαμετρικά αντίθετη με το καταστημένο. Απόδειξη;

Η ευαγγελική περικοπή της αυριανής Κυριακής (Ε΄ Κυριακής των Νηστειών). Που σαφέστατα αποδεικνύει ότι ο Χριστός είναι αντεξουσιαστής και συνεπώς και το Ευαγγέλιό του σαφέστατα αντεξουσιαστικό.

Βέβαια μια τέτοια τοποθέτηση εξοργίζει πολλούς εκπροσώπους της Εκκλησίας, που έχουν εναρμονιστεί με τις δομές του κατεστημένου. Αλλά το περίεργο είναι ότι εξοργίζει και τους αντεξουσιαστές.

Γιατί τους κάνει – κατά πάσα πιθανότητα – να αισθάνονται κάπως σαν κατηχητόπουλα. Πράγμα που τους φαίνεται εξαιρετικά μειωτικό, για τον επαναστατική και ανεξάρτητη επιλογή της ζωής τους και της συμπεριφοράς τους. Είτε όμως αρέσει είτε δεν αρέσει και στους μεν και στους δε, το Ευαγγέλιο είναι αυτό, που είναι. Και το γράμμα, αλλά και το πνεύμα των γραφομένων του είναι, όπως προαναφέραμε, σαφέστατα αντεξουσιαστικό.

Τι μας λέει το Ευαγγέλιο στη συγκεκριμένη περίπτωση; Οι μαθητές, μας λέει, του Χριστού εμφορούνταν, όπως και το κατεστημένο της κάθε εποχής, από τη δίψα για εξουσία, πλούτο, δόξες και τιμές. Και μάλιστα οι δυο απ' αυτούς – ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης – έβαλαν τη μητέρα τους να μεσολαβήσει, προκειμένου να καταλάβουν, όταν ο Χριστός θα γινόταν, όπως ονειρεύονταν, βασιλιάς, τις ανώτερες θέσεις. Μια και, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ανίψια του Χριστού. Αφού, η μητέρα τους, η Σαλώμη, ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ, από τον προηγούμενο γάμο του.

Τους πήραν όμως είδηση οι υπόλοιποι μαθητές, οι οποίοι αγανάκτησαν και άρχισαν να διαμαρτύρονται. Και ο Χριστός, που κατάλαβε την αιτία της διαμαρτυρίας τους, τους κάλεσε και τους είπε: Οι άρχοντες του κατεστημένου κατεξουσιάζουν και καταληστεύουν το λαό. Και έχουν το απύθμενο θράσος να παρουσιάζονται από πάνω και ως ευεργέτες και σωτήρες του λαού.

Εσείς όμως σε καμιά περίπτωση δεν θα κάμετε το ίδιο, αλλά το τελείως αντίθετο. Το κατεστημένο θέλει τους εξουσιαστές στην κορφή της κοινωνικής πυραμίδας και το λαό, από κάτω. Έτσι ώστε ο λαός, ανάλογα με την άδικη κοινωνική ιεράρχηση, να συνθλίβεται και να κατακλέβεται, χωρίς να μπορεί να διαμαρτυρηθεί.

Στη δική μας όμως την κοινωνική πυραμίδα ο λαός θα είναι πάνω και κάτω όσοι θέλουν να τον υπηρετούν. Ανώτεροι μεταξύ σας δεν θα είναι αυτοί, που περισσότερο θα καταπιέζουν και θα ληστεύουν το λαό, αλλά εκείνοι, που θα τον υπηρετούν. Γιατί κι εγώ δεν ήρθα να γίνω βασιλιάς και εξουσιαστής και εκμεταλλευτής του λαο

ύ. Ούτε να δεχτώ τις υπηρεσίες κανενός. Αλλά να υπηρετήσω το λαό. Και να προσφέρω ακόμη και τη ζωή μου για χάρη του….

Συγκρίνετε, τώρα, αν θέλετε, το ιδανικό του Χριστού, με τα «ιδανικά» των εκμεταλλευτών και ληστάρχων, που μας κυβερνούν. Απ' τους οποίους μερκοί μεγαλοαπατεώνες έχουν και το απύθμενο θράσος να παρουσιάζονται και ως υπερασπιστές της ορθοδοξίας….

Κι ακόμη περισσότερο συγκρίνετε το ιδανικό του Χριστού με το παπικό ή το δεσποτικό καθεστώς της Εκκλησίας. Το οποίο έχει τόση σχέση με το Χριστό, όση είχαν και οι πάσης φύσεως τύραννοι δια μέσου των αιώνων.

Και οι μεν τύραννοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι δεν πίστευαν στη διδασκαλία του Χριστού και πολύ περισσότερο δεν σκόπευαν να την εφαρμόσουν. Αλλά επεδίωκαν το τελείως αντίθετο. Όπως και οι άρχοντες της εποχής του Χριστού. Όπως και οι ξαδιάντροποι πολιτικοί κανίβαλοι της δικής μας εποχής…

Αλλά το θράσος των εκπροσώπων της δεσποτοκρατίας ξεπερνάει κάθε όριο, γιατί παρουσιάζονται σαν εκπρόσωποι του Χριστού. Για να μπορούν έτσι, εκμεταλλευόμενοι τη θρησκευτική ευαισθησία του λαού, να τον καταπιέζουν και να τον εκμεταλλεύονται αποτελεσματικότερα.

Αλλά και να προσφέρουν χείρα βοηθείας και στους εκάστοτε ομογάλακτους αδελφούς τους. Τους κοσμικούς, δηλαδή, εξουσιαστές και εκμεταλλευτές και τυράννους. Τους οποίους ορκίζουν, προκειμένου να τηρούν τη βάρβαρη και ληστρική, σε βάρος του λαού, νομιμότητά τους.

Αλλά και τους βλέπουμε, κάποτε, να συμπαρακάθονται και στα υπουργικά τους συμβούλια. Για να γίνονται έτσι τα ανήθικα ηθικά τους στηρίγματα. Προκειμένου να πείθουν το λαό να σκύβει ολοένα και περισσότερο κάτω απ' το μαστίγιο της νομικής οικονομικής και αστυνομικής αρπακτικότητας και βίας.

Αντεξουσιαστής, λοιπόν, είναι ο Χριστός και σαφέστατα αντεξουσιαστικό το Ευαγγέλιό του. Αλλά δεν είναι αναρχικός.

Αναρχική – στον υπέρτατο μάλιστα βαθμό – είναι η άρχουσα αναρχία. Όπως του Λουκά, του Αντωνάκη, του Βαγγέλαρου και των δορυφόρων τους. Που, τώρα, έχει φορτώσει στο σβέρκο μας το ναζιστικό καθεστώς του 4ου ράιχ! Προκειμένου να λεηλατήσει την πατρίδα μας και τη ζωή μας.

Γιατί η άρχουσα αναρχία δεν έχει και δεν σέβεται καμιά απ' τις αρχές εκείνες, που χαρακτηρίζουν τις ευνομούμενες κοινωνίες. Και ιδιαίτερα της αρχές της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Που αποτελούν την πεμπτουσία της αντεξουσιαστικής κοινωνίας του Ευαγγελίου!


παπα-Ηλίας, 31-03-2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/03/31/….D/ 

Μέρες και ένσημα ευρωφροσύνης

Μέρες και ένσημα ευρωφροσύνης

Του Παναγιώτη Μαυροειδή

Στις κρίσιμες κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις, η πρώτη προϋπόθεση και η μεγάλη ανάγκη,  είναι η σαφήνεια. Όσοι έχουν ταχθεί υπέρ των μνημονίων, υπέρ της τρόικας, υπέρ του κοινωνικού κανιβαλισμού σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, δεν μασάνε τα λόγια τους, ούτε κρατάνε τα προσχήματα.

‘’Ευρώπη ή χάος;»

Συνέχεια

ΦΑΚΕΛΟΣ "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ"

ΦΑΚΕΛΟΣ «Χρυσή Αυγή»

 

Από το Ramnousia

 

Την Χρυσή Αυγή που σήμερα όλοι λίγο-πολύ ξέρουμε, την συνοψίσαμε όσο πιο περιληπτικά γίνεται στο βίντεο που ακολουθεί:

http://www.youtube.com/watch?v=DMAyqI4Wbyw&feature=player_embedded#t=0s

Στο άρθρο αυτό όμως, γίνεται μια εκτενής παρουσίαση παλαιών ντοκουμέντων που αφορούν τη ναζιστική αυτή οργάνωση. Πρόκειται για μια μεγάλη έρευνα, με ντοκουμέντα που ξεκινούν χρονολογικά από το 1982 και φτάνουν μέχρι το πρόσφατο παρόν. Τα περισσότερα από αυτά είναι γνωστά μόνο στο παλιό κοινό της Χρυσής Αυγής, δηλαδή στα πολύ λίγα άτομα που είχαν προμηθευτεί τα περιοδικά και τις εφημερίδες της, όταν είχαν εκδοθεί προ τριακονταετίας.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για αρχειακό υλικό που δεν έχει βγει στο φως του διαδικτύου και που βοηθάει να κατανοηθεί ποιό ακριβώς είναι το ιδεολογικό και θρησκευτικό υπόβαθρο της οργάνωσης αυτής.

Στα επίμαχα αποσπάσματα των άρθρων που δημοσιεύουμε, για να μην υπάρχουν υπόνοιες ότι αλλοιώνουμε το νόημα, λόγω αποσπασματικής παρουσίασης κ.λπ., από κάτω ακριβώς θα παρατίθεται ένας σύνδεσμος που θα οδηγεί σε ολόκληρο το (σαρωμένο) άρθρο ή σελίδα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η εγκυρότητα των όσων παρουσιάζουμε.

Τίτλος παγανιστικού άρθρου στο περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1982


Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΩΝ

 
Προτού μπούμε στα "πικάντικα" ιδεολογικά θέματα, ξεκινάμε με τις επίσημες θρησκευτικές προτιμήσεις της οργάνωσης, όπως αυτές παρουσιάζονται από διάφορα μέλη της, αλλά ακόμα και από τον ίδιο τον Μιχαλολιάκο. Αυτό γίνεται με αφορμή την πρόσφατη ακαριαία αλλαξοπιστία της Χρυσής Αυγής, που ξάφνου βαπτίστηκε χριστιανή ορθόδοξη, μιας και οι … πατριώτες που προσπαθεί να πείσει να την ψηφίσουν είναι, στο ήθος κυρίως, χριστιανοί ορθόδοξοι. Έτσι είδαμε, τις προάλλες, στα εγκαίνια των γραφείων της στη Λούτσα, τέσσερις ολόκληρους παπάδες να διαβάζουν χριστιανορθόδοξα ευχολόγια μπροστά από ένα με σταυρωμένα χέρια νεοναζιστικό ποίμνιο.

 Είδαμε και τον Μιχαλολιάκο, σε μια συνέντευξη που παρεχώρησε στο ιστολόγιο Hellas-Orthodoxy, να καυχιέται πως έχει πολλούς μοναχούς υποστηρικτές στο Άγιον Όρος. Ας δούμε όμως τώρα πόσο ανταποκρίνονται οι πραγματικές θρησκευτικές πεποιθήσεις της Χρυσής Αυγής στις χριστιανορθόδοξες επιταγές.

http://www.youtube.com/w atch?v=yACNUuDskp4&feature=player_embedded#t=0s

Στο 6ο τεύχος του περιοδικόυ "Χρυσή Αυγή", που εκδόθηκε για τους μήνες Αύγουστος-Σεπτέμβριος του 1982, βλέπουμε τον Μιχαλολιάκο να αναζητεί τον μυθολογικό τραγόμορφο Πάνα (αυτός κι αν είναι προϊόν φυλετικής καθαρότητας), ο οποίος μάλιστα δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει παρά να εμφανίζεται συνεχώς στους τσοπάνηδες της γενέτειράς του Αρκαδίας.

 Περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" [Αυγ.-Σεπ. 1982]. Όλο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Να λοιπόν και η απάντηση στο ερώτημα "γιατί ο Μιχαλολιάκος δεν έχει πάει ως τώρα στο Άγιον Όρος". Επειδή ασφαλώς έψαχνε με τη γκλίτσα του στα βοσκοτόπια της Αρκαδίας τον Μέγα Πάνα. Και αυτό διότι η αναγέννησις του Ελληνισμού σημαίνει επιστροφή στο 12θεο. Απλά και χριστιανικά.

 

Πάμε στο ίδιο τεύχος πάλι, σε ένα άρθρο-ωδή στον Παγανισμό, που δεν κολακεύει και τόσο τον Χριστιανισμό:

 

 


Περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" [Αυγ.-Σεπ. 1982]. Όλο το άρθρο,εδώ.

Ενώ σε ένα άλλο άρθρο υμνείται ο – από χριστιανικής απόψεως – καταραμένος βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουλιανός (ο παραβάτης), διότι προσεπάθησε να σταματήσει την χριστιανική παρακμή ανασταίνοντας τους ωραίους Θεούς των Ελλήνων.

Περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" [Αυγ.-Σεπ. 1982]. Όλο το άρθρο, εδώ.


Στο περιοδικό "ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ", της νεολαίας της Χρυσής Αυγής, που εκδόθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 2000, στο άρθρο "Φωνή από το παρελθόν" υπενθυμίζονται τρεις ημερομηνίες παγανιστικών εορτών, ενώ παράλληλα λοιδορείται ο Χριστιανισμός.

Ολόκληρη η έρευνα και η Πηγή: ΦΑΚΕΛΟΣ "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" – RAMNOUSIA

PSI: Οι τράπεζες μεγάλοι κερδισμένοι

Οι τράπεζες μεγάλοι κερδισμένοι – Δανειακή σύμβαση υποτέλειας

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Με την πληρωμή των συμβολαίων ασφάλισης πιστωτικού κινδύνου (CDS) ύψους 2,5 δισ. ευρώ την Δευτέρα 19 Μαρτίου ολοκληρώθηκε επί τη ουσίας η ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων. Τυπικά το θέμα δεν έχει λήξει καθώς η διαδικασία ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί με τους κατόχους ελληνικών ομολόγων που διέπονται από διεθνές δίκαιο.

Συνέχεια