Η υλιστική ηθική και η απουσία του Θεού

Η υλιστική ηθική και η απουσία του Θεού

 

Του Γιώργη Παπανικολάου

 

Είναι γνωστό ότι μέχρι και σήμερα, ένα μεγάλο κομμάτι της φιλοσοφικής σκέψης αφορά τη δυνατότητα αντίληψης της παρουσίας του Θεού στην ανθρώπινη βιωματική διαδρομή. Είναι επίσης γνωστό πως οι θετικές επιστήμες, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο, πάντοτε έψαχναν και πειραματίζονταν προσπαθώντας να φτάσουν σε κάποιες αποδείξεις για την ύπαρξη ή μη της Υπέρτατης Νόησης. Αυτές οι προσπάθειες εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα, παρ' όλη τη τεράστια πρόοδο και τα επιτεύγματα σε όλους τους τομείς, όπως τη δημιουργία τεχνητής νόησης, τη δημιουργία εμβρύων (τεχνητή γονιμοποίηση, κλωνοποίηση), τη δημιουργία ειδών με επιλεγμένες και αυξημένες δυνατότητες (μετάλλαξη κτλ.).

Ο άνθρωπος, με τη νοητική του ικανότητα, ανακάλυψε κι «έσπασε» γενετικούς κώδικες και μυστικά που παρέχουν βάσιμες προσδοκίες για  μεγάλη αύξηση του προσδόκιμου ορίου ζωής, και τα διαστημικά ταξίδια για τον εποικισμό άλλων πλανητών είναι υπόθεση του προβλέψιμου μέλλοντος. Παράλληλα, και στα πλαίσια των ερευνών που αφορούν περισσότερο τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών, έγιναν ανακαλύψεις που παρέχουν δυνατότητες ολοκληρωτικής καταστροφής της ζωής και του πλανήτη. Κι ενώ το ανθρώπινο ον έφτασε σε επιτεύγματα και ανακαλύψεις που, αγγίζοντας κάποιες «Θεϊκές» ιδιότητες, τουλάχιστον θα μπορούσαν να δώσουν κάποιες σαφείς απαντήσεις για την ύπαρξη ή μη της Υπέρτατης Νόησης, εντούτοις, εξακολουθεί και τώρα να υπάρχει η προβληματική που υπήρξε απ' την αρχή της φιλοσοφικής σκέψης. Προφανώς ένας απ' τους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι γιατί όλες οι ανακαλύψεις και οι λύσεις των προβλημάτων που αγγίζουν τις «Θεϊκές» ιδιότητες, παραπέμπουν σε νέα προβλήματα και σε νέους κώδικες και μυστικά, αποδεικνύοντας πως ο χαρακτηρισμός της μοναδικότητάς τους είχε να κάνει με την ανάπτυξη και τη πρόοδο της ανθρώπινης αντιληπτικής και κατανοητικής ικανότητας. Πάνω σ' αυτές τις δυνατότητες στηρίχτηκαν τα επιχειρήματα για την ύπαρξη ή μη του Θείου, που οδήγησαν σε αντίθετα συμπεράσματα και θεωρίες.

Απ' τη μια λοιπόν έχουμε τη θεώρηση των πραγμάτων που καταλήγει σε μια καθαρά υλιστική – μηχανιστική αντίληψη, που κρίνει ότι δεν υπάρχει ο σχεδιασμός ενός υπέρτατου όντος για τη δημιουργία και τη πορεία του Σύμπαντος, αλλά τα πάντα άρχισαν κι εξελίσσονται μέσα από τις προϋπάρχουσες δυνατότητες των αυθύπαρκτων πρωταρχικών στοιχείων. Η αρχή της εκδήλωσης αυτών των δυνατοτήτων οφείλεται στο τυχαίο γεγονός κάποιου συνδυασμού των αυθύπαρκτων πρωταρχικών στοιχείων, κι έκτοτε τα πάντα κινούνται και μεταλλάσσονται υπακούοντας στον βασικό και πρωταρχικό νόμο της εξέλιξης, που δημιουργεί συνεχώς καινούργια δεδομένα, που με τη σειρά τους οδηγούν σε καινούργιες αναγκαίες προσαρμογές.

Απ' την άλλη έχουμε μια καθαρά Θεολογική αντίληψη της δημιουργίας του Κόσμου, που θεωρεί ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν κι εξακολουθούν να δημιουργούνται και να πορεύονται μόνο με τον σχεδιασμό και την παρέμβαση του Υπέρτατου Όντος. Δηλαδή, ο Θεός έκφρασε τη βούλησή του κι έδωσε ύπαρξη σε οτιδήποτε μπορεί να συμπεριληφθεί σ' αυτό που ο άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται σαν κτίση και δημιουργία.

Κι ενώ η υλιστική – μηχανιστική αντίληψη των πραγμάτων φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο σε μια λογική και ρεαλιστική εξήγηση του φαινόμενου της δημιουργίας, εν τούτοις δεν γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, που εξακολουθεί να διακατέχεται ή τουλάχιστον να αποδέχεται την μεταφυσική και υπερβατική αντίληψη της Θεολογικής ερμηνείας. Μια εξήγηση γι' αυτό είναι ότι η υλιστική θεωρία, παρ' όλο που πλησιάζει περισσότερο στη λογική και πρακτική αντίληψη των πραγμάτων, δεν παύει να υστερεί στη λύση της αναζητούμενης σκοπιμότητας του υπαρκτικού γεγονότος. Δηλαδή, το τυχαίο γεγονός, που αποτελεί τη γενεσιουργό και ουσιώδη αρχή της δημιουργίας, αποστερεί απ' την αρχή την ύπαρξη κάποιου σκοπού στη διαδοχική εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Κόσμος υπάρχει κι εξελίσσεται απλά για να υπάρχει και να εξελίσσεται. Η αρχή και το τέλος του δεν μπορούν να εμπεριέχουν κανένα υπαρξιακό νόημα.

Αλλά το γεγονός της συνείδησης του ανθρώπου, που μόνο αυτός έχει γνώση της ύπαρξής του και της ύπαρξης του Κόσμου, βάζει το ερώτημα του σκοπού αυτής της ύπαρξης.

Ποιος είναι ο λόγος που ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα της αντίληψης των πραγμάτων, μέχρι το σημείο να διερωτάται και ν' αγωνιά για τον σκοπό και τη τύχη της ύπαρξής του;

Γιατί ο άνθρωπος να μην αρκείται μόνο στην αντίδραση του ένστικτου της αυτοσυντήρησης, πράγμα που ισχύει για όλα τα υπόλοιπα όντα που διαβιούν μαζί του στον πλανήτη;

Αυτό το ερώτημα είναι τόσο καίριο, που η δυνατότητα της δημιουργίας του δεν μπορεί να αφεθεί στο τυχαίο γεγονός!

Απ' την άλλη, αν δεχτούμε ότι υπάρχει ο Μεγάλος Δημιουργός του Κόσμου, θα αποτελούσε την έκφραση μιας υπέρτατης σαδιστικής εκδήλωσης το να δοθεί μόνο στον άνθρωπο, κατ' εξαίρεση απ' όλα τα υπόλοιπα όντα του πλανήτη, η συνείδηση του θανάτου, χωρίς να υπάρχει και η διέξοδος που μπορεί να οδηγήσει στην αιτιολόγηση και στη δικαίωση της δημιουργίας του.

Αυτή λοιπόν την αναζητούμενη διέξοδο δίνει κατ' αρχήν η Θεολογική θεώρηση του Κόσμου.

Έτσι, βρίσκεται η ισορροπία μεταξύ της ενέργειας και του αποτελέσματος, έστω κι αν αυτό επιτυγχάνεται με τον λογικά οξύμωρο τρόπο που αποδέχεται πως το κτιστό δημιουργήθηκε απ' το άκτιστο.

Αυτή η μεταφυσική και υπερβατική ερμηνεία και αποδοχή της δημιουργικής σχέσης μεταξύ του άκτιστου και του κτιστού, υπονοεί σαφέστατα και την ύπαρξη της δυνατότητας μιας αμφίδρομης σχέσης μεταξύ του Δημιουργού και του δημιουργήματος.

Πάνω σ' αυτή τη δυνατότητα της σχέσης βρήκε διέξοδο η ανθρώπινη υπαρξιακή αναζήτηση, κι έτσι οικοδομήθηκε η έννοια της θρησκείας με τις διάφορες εκδοχές της, που οριοθέτησε τα πλαίσια της βιωματικής διαδρομής κι έδειξε τον τρόπο μετουσίωσης της θνησιγενούς ύλης σε αθάνατο πνεύμα.

Αν δεχτούμε πως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ενστερνίστηκε αυτή την έννοια της θρησκείας, τότε, σαν λογική συνέπεια του γεγονότος αυτού, θα' πρεπε η κοινωνία να είχε οργανωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε η καθημερινή νοητική καλλιέργεια να προσβλέπει στην ανάπτυξη της σχέσης και στην προσέγγιση με τον Δημιουργό. Όμως αυτό που έγινε, κι εξακολουθεί να γίνεται, ήταν ακριβώς το αντίθετο.

Έτσι ο άνθρωπος, που πραγματικά πιστεύει στην ύπαρξη και στη δυνατότητα της σχέσης του με το Υπέρτατο Όν, βρίσκεται εγκλωβισμένος σ' έναν αντιθετικό τρόπο ζωής, που επιβάλλεται απ' όλες τις μορφές εξουσίας και τον αποπροσανατολίζει από τον μοναδικό στόχο και σκοπό της σύντομης ζωής του. Όμως, μέσα απ' όλες τις δυσκολίες της βιωματικής διαδρομής του, όπου βρίσκεται αναγκασμένος να παλεύει για την ικανοποίηση των συνεχώς αυξανόμενων υλικών αναγκών, είναι φορές που παράλληλα αναζητά και προσπαθεί να διαπιστώσει και να επιβεβαιώσει τη παρουσία και το ενδιαφέρον του Δημιουργού για το δημιούργημά του.

Αυτή η αναζήτηση της παρουσίας του Θεού στην ανθρώπινη καθημερινότητα, που έχει να κάνει με την αγωνία της υπαρξιακής του πορείας, αποκτά καταγγελτικό χαρακτήρα όταν διαπιστώνεται ή απουσία Του.

Πολλοί ερευνητές, συγγραφείς και διανοητές, στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας, έχουν επισημάνει και καταγγείλει την έλλειψη της παρουσίας και τη σιωπή του Θεού σε στιγμές τραγικές για τους ανθρώπους. Αυτή η καταγγελτική αναφορά της απουσίας του Θεού αποτελεί τη βάση της αμφισβήτησής Του, και οδηγεί στην αποδοχή της μοναδικότητας του υλιστικού – μηχανιστικού νόμου της εξέλιξης.

Ο συγγραφέας και διανοητής Νίκος Δήμου, στο δοκίμιό του «Η σιωπή του Θεού και η προπαγάνδα της πίστης», γράφει:

«Ο Θεός σιωπά. Η σιωπή του Θεού είναι το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας – αλλά και Θεολογίας – του περασμένου αιώνα. Ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς και στη Ρουάντα, στην Καμπότζη και στην Σρεμπρένιτσα. Άφησε να εκτυλιχτούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να μας δώσει ούτε ένα «σημείον». Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για το χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση.

Ο Θεός σωπαίνει – είτε λέγεται Θεός, είτε Αλλάχ, είτε Ιεχωβάς, είτε αποκαλείται με άλλο όνομα, από τα πολλά που του δίνουν οι άνθρωποι.

Βλέπει το κακό να συμβαίνει και όχι μόνο δεν το σταματάει (αυτός ο Παντοδύναμος), αλλά ούτε καν αντιδρά είτε για να το δικαιολογήσει, είτε για να εκφράσει τη συμπαράστασή του.

Κι όμως στη Χριστιανική θρησκεία τα κύρια επίθετα του Θεού είναι Πανάγαθος, Ελεήμων και Φιλάνθρωπος, και στη Μουσουλμανική «Αλ Ραχμάν» (Ο Οικτίρμων) και «Αλ Ραχίμ» (Ο Συμπονετικός)».

Πιο κάτω, αναλύοντας τη φράση «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν», αναφέρει:

«Ότι σοφία ενυπάρχει μέσα στην οργάνωση και στην δομή των όντων – από το απλό λουλούδι μέχρι τον περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο – είναι αναμφισβήτητο. Δεν γνωρίζουμε αν είναι η συνειδητή σοφία ενός Δημιουργού, Σχεδιαστή (οι Τέκτονες τον ονομάζουν Μέγα Αρχιτέκτονα του σύμπαντος) ή η αυτόματη (με τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους) εξελικτική μηχανική ευφυΐα των Δαρβινιστών.

Σίγουρα όμως αυτή η σοφία δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα. Τίποτα μέσα στη φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση. Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων.

Η ύπαρξη του πόνου και του κακού στον κόσμο δεν συμβιβάζεται με την παρουσία ενός Πανάγαθου και Παντοδύναμου Θεού.

Η αρχαία διάζευξη (αν δεν μπορεί να εκριζώσει το κακό δεν είναι Παντοδύναμος – αν δεν το θέλει δεν είναι Πανάγαθος) ισχύει πάντα.

Οι αφελείς θεωρίες ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να πράττει και άρα δεν είναι υπεύθυνος γι' αυτόν (είμαι άραγε ελεύθερος να μην πονώ και να μην πεθάνω;) δεν πείθουν κανένα – παρά μόνο όσους παραιτούνται από την λογική».

Όλα αυτά που αναφέρει ο Νίκος Δήμου δεν είναι παρά η ουσία των όσων κατά καιρούς έχουν γραφτεί και ακουστεί σαν ερωτήματα, διαπιστώσεις και συμπεράσματα από τους απολογητές της υλιστικής – μηχανιστικής αντίληψης του κόσμου, που θεωρεί πως οποιαδήποτε άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί μόνο με την εγκατάλειψη της λογικής.

Ωραία λοιπόν, ας προσπαθήσουμε κι εμείς να δούμε πάλι τα πράγματα χωρίς να εγκαταλείψουμε αυτή τη λογική, που σημαίνει δηλαδή ότι αποκλείουμε την οποιαδήποτε αναφορά στις εξ' αποκαλύψεως «αλήθειες» και «παρουσίες». Ταυτόχρονα όμως έχουμε σκοπό  να διερευνήσουμε λίγο και την «υφή» αυτής της λογικής.

Πριν αποδεχτούμε τη διαπίστωση ότι ισχύει η αρχαία διάζευξη, που αναμφισβήτητα με τη καταγγελία για υπευθυνότητα του Θεού, αν όχι για τη δημιουργία αλλά, τουλάχιστον για την ανοχή και τη διατήρηση του κακού, βάζει σε αμφισβήτηση τις βασικές ιδιότητες του Υπέρτατου Όντος (την Παντοδυναμία και την Παναγαθότητα) – δηλαδή την ουσία της ύπαρξής του – θα διερευνήσουμε τη λογική συνέπεια και συμβατότητα των εννοιών, σύμφωνα με όσα μπορεί να αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος νους.

Αμέσως λοιπόν δημιουργούνται τα παρακάτω λογικά ερωτήματα:

Η Παντοδυναμία του Θεού μπορεί να υπάρχει και να λειτουργεί ανεξάρτητα από την Παναγαθότητά Του;

Η Θεϊκή Υπέρτατη Δύναμη μπορεί να δρα μεμονωμένα και ξέχωρα από την Θεϊκή Υπέρτατη Αθωότητα και Αγαθότητα;

Η έννοια της Παντοδυναμίας, που περιέχει την απεριόριστη δυνατότητα καταλυτικής δράσης είτε για τη δημιουργία (το καλό) είτε για τη καταστροφή (το κακό), σαν βασική Θεϊκή ιδιότητα, λογικά, πρέπει να υπόκειται στην απόλυτη σύνδεση και αλληλεπίδραση με την άλλη βασική ιδιότητα, δηλαδή την Υπέρτατη Αγαθότητα – Αθωότητα.

Η έννοια της Υπέρτατης Αγαθότητας, που εκφράζεται σαν δράση της Απόλυτης Καλοσύνης, λογικά, δεν μπορεί να έχει καμία συμβατότητα με τη δυνατότητα δράσης που έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή και κατ' επέκταση το κακό.

Άρα, το λογικό συμπέρασμα είναι πως η επίκληση του Θεού για την κατάλυση του κακού δεν μπορεί να εισακουστεί, παρά μόνο σαν επίκληση προστασίας απέναντι στο κακό.

Η έννοια της τιμωρίας, ακόμα κι αυτού του κακού, που λίγο ή πολύ εμπεριέχει την έννοια της εκδικητικότητας, δεν είναι συμβατή με την έννοια του Πανάγαθου, του Ελεήμονα και του Συμπονετικού Θεού της Υπέρτατης Αγάπης.

Είναι προφανές λοιπόν πως όπου οι απολογητές της θρησκείας προσδίδουν στον Θεό τις ιδιότητες του τιμωρού και του εκδικητή, το κάνουν με σκοπό την επιβολή της εξουσίας τους στο όνομα του Θεού.

Ο Θεός της Υπέρτατης Αγάπης, που είναι Παντοδύναμος μόνο για το καλό, δεν απαιτεί τίποτα και δεν τιμωρεί κανέναν, παρά μόνο δέχεται ότι μπορεί να είναι συμβατό με την ύπαρξή Του.

Έτσι, σύμφωνα με την εννοιολογική συνάφεια και τη λογική συμβατότητα των βασικών ιδιοτήτων του Θεού, όπως μπορεί να τις αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος, γίνεται φανερό πως δεν μπορεί να υπάρξει η παρουσία Του εκεί όπου υπάρχει το κακό, κι ότι το κακό δεν μπορεί να υπάρξει εκεί όπου υπάρχει η παρουσία του Θεού.

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, έρχεται σαν λογική συνέπεια η καταγγελλόμενη απουσία, σιωπή και αδράνεια του Θεού εκεί όπου βρίσκεται, «μιλάει» και συντελείται το κακό.

Αυτή η σιωπή και η έλλειψη αντίδρασης, δεν οφείλεται στην αδιαφορία του Θεού μπροστά στις τραγικές καταστάσεις που προκύπτουν από τη δράση του κακού, αλλά οφείλεται στο γεγονός της αναπόφευκτης απουσίας Του, που έχει να κάνει με το ασύμβατο τόσο της παρουσίας Του εκεί όπου δρα το κακό, όσο και της οποιασδήποτε κίνησης καταστροφής και κατάλυσης.

Πέρα από κάθε λογική λοιπόν, ο άνθρωπος, που τις περισσότερες φορές αυτός ο ίδιος είναι που καλλιεργεί τις συνθήκες για τη δράση του κακού, επικαλείται τη Θεία παρουσία την ώρα που συντελείται το κακό για να το εξαλείψει. Ενώ δηλαδή οι άνθρωποι έχουν οργανώσει τις κοινωνίες τους έτσι, που ο συνεχής ανταγωνισμός μεταξύ τους έχει σαν συνέπεια τους συνεχείς προσωπικούς ή και πολλές φορές συνολικούς πολέμους, επικαλούνται τη παρουσία και τη βοήθεια του Θεού για την εξάλειψη του κακού που οι ίδιοι προκάλεσαν, προετοιμαζόμενοι ταυτόχρονα για τον επόμενο πόλεμο.

Αυτή η συμπεριφορά του δημιουργήματος απέναντι στον δημιουργό δείχνει έναν εγωισμό και μια απαίτηση που ξεπερνούν τα όρια της λογικής, γιατί, ενώ το δημιούργημα έχει κλείσει τον δρόμο επικοινωνίας με τον Δημιουργό, ταυτόχρονα τον καλεί σε βοήθεια χωρίς να έχει φροντίσει για την απελευθέρωση της διόδου επικοινωνίας, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αποκατάστασης της σχέσης.

Με ποια λογική λοιπόν καταγγέλλεται η απουσία και η σιωπή του Θεού μπροστά στις ανθρώπινες τραγωδίες, όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι αποκόπτουν την ουσιαστική δυνατότητα επαφής με Αυτό στο οποίο απευθύνουν την επίκληση για βοήθεια;

Η ηθική φιλοσοφία του Άγγλου φιλόσοφου Thomas Hobbes (1588 – 1679), υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι αγαθή, αλλά καθορίζεται ουσιαστικά από εγωιστικά κίνητρα ή την ορμή της αυτοσυντήρησης, που αποτελεί μια απλή και αυτόνομη αρχή για την εξήγηση όλων των βουλητικών εκδηλώσεων.

Για τον άνθρωπο, ως φυσικό ον, δεν υπάρχει άλλος γνώμονας για την εκτίμηση των πραγμάτων παρά μόνο η ωφέλεια ή η ζημιά που προκύπτει από αυτά. Αν δυο άνθρωποι επιθυμούν το ίδιο πράγμα γίνονται εχθροί και στη πορεία για την απόκτησή του προσπαθούν να καταστρέψουν ή να υποτάξουν ο ένας τον άλλον.

Αυτή η καθαρά υλιστική αντίληψη της ανθρώπινης φύσης, που της προσδίδει μόνο τις λειτουργίες των ενστίκτων, θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη μιας ανώτερης ρυθμιστικής αρχής (Κράτος), που να βάζει και να τηρεί κανόνες που προσεγγίζουν την ηθική των νόμων της φύσης, για να περιορίζει την αλληλοεξόντωση και να προωθεί την επίτευξη του ανώτατου υλικού σκοπού.

Η φυσιοκρατική και ωφελιμιστική ηθική του T. Hobbes, που έβαλε σε δεύτερη μοίρα την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και ευαγγελίστηκε ένα κράτος «θηριοδαμαστή», έθεσε πολλά ερωτήματα στην ηθική προβληματική κι έτσι προώθησε την φιλοσοφική σκέψη με τις νέες θεωρίες, που ήρθαν σαν συνέχεια και αντίδραση στη δική του θεωρία. Ο John Locke (1632 – 1704), ο J.J. Rousseau (1712 – 1778), οImmanuel Kant (1724 – 1804) και άλλοι, συμπλήρωσαν ή και αντέκρουσαν την θεωρία του Hobbes.

Στον εγωισμό, τον ωφελιμισμό και στην απουσία του Θείου, αντιτάσσουν την πνευματικότητα, που εκφράζεται με τον καλό χαρακτήρα και παραπέμπει σε μια ηθική αίσθηση που πηγάζει από την παρουσία του Θείου στην ανώτερη συνείδηση του ανθρώπου.

Έτσι δημιουργούνται οι δυνατότητες για βουλητικές εκδηλώσεις που ξεφεύγουν ή και πολλές φορές υπερβαίνουν την ορμή της αυτοσυντήρησης και αποτελούν έννοιες που πηγάζουν από τις Θεϊκές ιδιότητες.

Η αλληλεγγύη, η αμοιβαιότητα και η αυτοθυσία, που αποτελούν εκδηλώσεις του αλτρουισμού και της κοινωνικότητας, η αντίληψη της αρμονίας, της ισορροπίας και της μουσικότητας των ήχων, των χρωμάτων, του φωτός, του λόγου και του Έρωτα, του υλικού και του άϋλου, που έχουν να κάνουν με την αίσθηση του Ωραίου, παραπέμπουν σε ανθρώπινες δυνατότητες που οδηγούν στην αγαλλίαση και προσιδιάζουν σε εκφάνσεις της Παναγαθότητας του Υπέρτατου Όντος.

Κι ενώ ο άνθρωπος γνωρίζει πως, μέσω της υλικής του υπόστασης, έχει τις δυνατότητες να ενεργεί πνευματικά μέχρι του σημείου της έκστασης και της υπέρβασης αυτής της υπόστασης, παρ' όλ' αυτά, έχει οργανώσει έτσι την καθημερινότητά του, που η πνευματική διαβίωση και ανάπτυξη να περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο σ' αυτά που εξυπηρετούν την ύλη. Η μη επιλογή της πορείας πραγμάτωσης της σχέσης με τον Θεό και η επικράτηση στην πράξη της ωφελιμιστικής ηθικής, οφείλεται στην ευκολία αποδοχής και στη δυσκολία αντίστασης σε βουλητικές εκδηλώσεις που πηγάζουν από την ορμή της αυτοσυντήρησης, και ειδικότερα στην ικανοποίηση του εγωισμού, σαν άμεση ανάγκη έκφρασης και προβολής της ατομικότητας, που βρίσκει την ηδονή σε μια συνεχόμενη αναζήτηση απόκτησης δόξας, δύναμης και εξουσίας.

Η ιστορική πορεία του ανθρώπινου είδους, μέσα από τις διάφορες εκδοχές οργάνωσης των κοινωνιών, έχει σαν κοινή συνισταμένη την αποδοχή της ουσίας τους ωφελιμιστικής ηθικής του Hobbes. Η ανάγκη της υπαρξιακής αναζήτησης εκφράζεται και εξαντλείται μέσα από την γενικότερη αποδοχή και συμμετοχή σε τελετές και εκδηλώσεις μιας θρησκείας, που τις περισσότερες φορές δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώνει την αναμφισβήτητη εξουσία των απολογητών της ή και να χρησιμοποιείται σαν στήριγμα για την άσκηση βίας κατά αλλόθρησκων – και πολλές φορές ομόθρησκων – κοινωνιών, εξυπηρετώντας συμφέροντα που έχουν να κάνουν με την έκφραση μιας καθαρά υλιστικής αντίληψης των πραγμάτων.

Οι αντίθετες φωνές, που με ποικίλους τρόπους καταγγέλλουν αυτό το σύστημα και υποστηρίζουν την εναλλακτική πρόταση της ηθικής που αφορά την ανώτερη συνείδηση του ανθρώπου, δεν φιμώνονται και δεν καταπνίγονται, αλλά, τουναντίον προβάλλονται επανειλημμένα σε διάφορα φόρουμ και σε κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης, φτάνοντας ακόμα και στη βράβευση ατόμων και φορέων.

Το σύστημα είναι τόσο σίγουρο για τις στέρεες βάσεις του, που δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται τις όποιες καταγγελίες ή προτάσεις αλλαγής, έστω κι αν αυτές στρέφονται κατά της ουσίας των επιλογών του.

Η δυναμική της ικανοποίησης των απαιτήσεων της ύλης έχει τέτοια ένταση, που η συνεχής εξέλιξη και μεγέθυνση αυτών των απαιτήσεων δεν αφήνει πολλά περιθώρια για άλλον σοβαρό προβληματισμό, παρά μόνο για την αντιμετώπιση της καθημερινής πάλης στη προσπάθεια ικανοποίησης των όλο κι αυξανόμενων απαιτήσεων. Έτσι, η συνεχής προβολή κι επανάληψη των αντίθετων απόψεων χωρίς κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, επιβεβαιώνει τη δύναμη του συστήματος και συντελεί στο ξεθύμασμα των προσδοκιών και στην απαξίωση των εννοιών.

Κι ενώ η ανθρωπότητα διανύει την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η πολιτική της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτή εφαρμόζεται, προωθεί κι εξαπλώνει σ' ολόκληρο το πλανήτη τις πιο σκληρές εκφάνσεις της ωφελιμιστικής ηθικής, που έχουν σαν επακόλουθο όλα τα τραγικά και τρομακτικά στη προοπτική τους αποτελέσματα.

Η ανάγκη του συστήματος για τη συνεχή δημιουργία νέων απαιτήσεων, αναγκάζει τους ανθρώπους να ενεργούν σαν ακρίδες και να απομυζούν συνεχώς τους ζωτικούς χυμούς του πλανήτη, που αντιστέκεται και παλεύει για να κρατήσει τις ισορροπίες του.

Κι ενώ οργανώσεις και μεμονωμένα άτομα, με αναγνωρισμένο πνευματικό και επιστημονικό κύρος, φωνάζουν επισημαίνοντας τον παραλογισμό που οδηγεί σε μια φανερή πλέον προοπτική αφανισμού του ανθρώπινου είδους, όχι μόνο οι παντός είδους ηγήτορες που κινούν τα νήματα δεν κάνουν τίποτε, μια και οι ίδιοι είναι οι εκφραστές του συστήματος, αλλά, υπάρχουν συγκροτημένες φωνές που «εγκαλούν» το Υπέρτατο Όν, για ότι αφήνει να συμβαίνει και για ότι θα επιτρέψει να συμβεί στο μέλλον.

Αν αυτό δεν αποτελεί μια έκφραση παραλογισμού, σίγουρα είναι μια εκδήλωση απελπισίας!

Οι «εγκαλούντες» παραμένοντας πιστοί στο δόγμα της υλιστικής – ωφελιμιστικής ηθικής, αμφισβητούν την ύπαρξη της δυνατότητας του ανθρώπινου όντος να αποφασίζει ελεύθερα για την υπαρξιακή του πορεία, συναρτώντας την έννοια της ελευθερίας με τη δυνατότητα επιλογής για το σταμάτημα της φυσικής φθοράς και την αθανασία της υλικής υπόστασης. Αφού λοιπόν δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, θεωρούν πως ο άνθρωπος είναι δέσμιος της φυσιολογίας της ύλης και, σαν δημιούργημα, ανεύθυνος για τα δεινά που υφίσταται στον σύντομο βίο του, τα περισσότερα από τα οποία είναι επακόλουθα των ιδιοτήτων που διέπουν την υπόστασή του, είτε αυτή είναι δημιούργημα τυχαίο, είτε οφείλεται στη βούληση του Υπέρτατου Όντος.

Αυτή η απλουστευμένη και ισοπεδωτική διατύπωση σχετικά με την υφή και τη σκοπιμότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι καίριας και κρίσιμης σημασίας, γιατί αποτελεί και την ουσία στήριξης του συστήματος της ωφελιμιστικής ηθικής που επικρατεί σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η αποστασιοποίηση από οποιαδήποτε ευθύνη για την επικράτηση του κακού στον πλανήτη, είναι τουλάχιστον κοντόφθαλμη και υποκριτική, γιατί δεν παίρνει καθόλου υπόψη την πνευματικότητα του ανθρώπινου όντος και τις δυνατότητες που απορρέουν απ' αυτή.

Η μοιρολατρική αντίληψη και εμμονή στην ικανοποίηση των απαιτήσεων κι απολαύσεων της ύλης στο διηνεκές, βάζει σε υποδεέστερη μοίρα την πνευματική – νοητική οντότητα, που την θέλει να λειτουργεί συμπληρωματικά και για λογαριασμό της υλικής. Αυτή η διατύπωση του αιτήματος της αιώνιας ζωής, παρ' όλο που φαίνεται παράλογη γιατί αντίκειται στους γνωστούς φυσικούς νόμους, εν τούτοις, είναι συνεπής στην εγωιστική προβολή του πανίσχυρου ένστικτου αυτοσυντήρησης της υλικής οντότητας, που βάζει σε πρώτη προτεραιότητα τη συνέχιση της απτής ικανότητας να μπορεί να αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της.

Αυτή η προσκόλληση στην ύλη και στις απαιτήσεις της, διαπερνά και διαποτίζει την αντιληπτική ικανότητα του ανθρώπου στην πνευματική αναζήτηση του Θείου.

Σχεδόν κατά κανόνα όλες οι κλήσεις και επικλήσεις προς το Υπέρτατο Όν, που γίνονται με τον τρόπο και τις διαδικασίες που προβλέπονται από την κάθε θρησκευτική εκδοχή, εμπεριέχουν μια μορφή παρακλητικής απαίτησης στη πρόσκληση της Υπέρτατης Δύναμης να προστρέξει σε βοήθεια, για την εξάλειψη του κακού και των δεινών που υφίσταται ο άνθρωπος. Επί της ουσίας δηλαδή, το δημιούργημα ζητά απ' τον Δημιουργό να έρθει κοντά του και να το βοηθήσει, χωρίς αυτό το αίτημα να πηγάζει από μια πραγματική άδολη σχέση αγάπης, αλλά απευθύνεται σαν «έγκληση» εκπλήρωσης κάποιας μονομερούς υποχρέωσης.

Οι γονυκλισίες, οι νηστείες και οι οποιεσδήποτε ενέργειες που προβλέπονται από το τελετουργικό της κάθε θρησκευτικής εκδοχής, δεν είναι ικανές από μόνες τους να συνδέσουν ή να διατηρήσουν τη σχέση με τον Θεό, αν δεν υπάρχει το πραγματικό γεγονός της σχέσης αγάπης που πραγματώνεται σε τρόπο ζωής.

Έτσι λοιπόν, σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται το σχιζοφρενικό φαινόμενο που απ' τη μια οι περισσότερες κοινωνίες έχουν τη θρησκεία σαν ένα από τα βασικά κι επίσημα προσδιοριστικά – συστατικά τους στοιχεία, κι απ' την άλλη εφαρμόζουν και πραγματώνουν σε τρόπο ζωής την υλιστική – ωφελιμιστική ηθική.

Το ότι υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων που, σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης, ενεργούν με τρόπο που προωθεί την ανάπτυξη της πνευματικής σχέσης με τον Θεό, φανερώνοντας χαρίσματα που πηγάζουν από την ηθική αίσθηση της ανώτερης συνείδησης, αυτό μπορεί να μην έχει τη δύναμη να εκτρέψει τη γενικότερη πορεία των πραγμάτων, αλλά φανερώνει και αποδεικνύει τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής.

Όπως λέει και ο Kant η ελευθερία του ανθρώπου συνίσταται στη δυνατότητα να υπερβεί τη πίεση των εξωτερικών συνθηκών και να πράξει σύμφωνα με τις ηθικές αρχές που πηγάζουν από τη καθαρή νόηση. Αν δεν υπάρχει ελευθερία, τότε η ηθική πράξη είναι αδύνατη και ο άνθρωπος είναι έρμαιο των εγωιστικών και ωφελιμιστικών ροπών του.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν, δεν είναι εάν υπάρχει η δυνατότητα της ελεύθερης έκφρασης βούλησης για την επιλογή ενός άλλου τρόπου ζωής, αλλά κατά πόσο μπορεί αυτή η δυνατότητα να αξιολογηθεί από έναν άνθρωπο, που οι βασικές αρχές του ωφελιμιστικού συστήματος είναι πλέον καταγραμμένες στα γονίδιά του. Όμως, η ελπίδα υπάρχει ακόμα, γιατί όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα έκφρασης βούλησης, μπορεί να καταλάβει πως η πραγματική ωφέλεια βρίσκεται στη πλήρη αποδοχή της ηθικής αίσθησης που πηγάζει από την ανώτερη συνείδησή του.

Η συνεχόμενη, συστηματική και δημιουργική καλλιέργεια του πνεύματος, θα δώσει τη πραγματική διάσταση τη ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη και τη δυνατότητα αποκατάστασης και επανασύνδεσης μιας πραγματικής σχέσης επικοινωνίας του δημιουργήματος με τον Δημιουργό του. Η κατανόηση του εσώτερου και ταυτόχρονα ανώτερου εαυτού, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για το φινίρισμα και την υπέρβαση των ωμών αισθημάτων που προέρχονται απ' τα ένστικτα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την αξία των συναισθημάτων που πηγάζουν απ' αυτό που συνιστά τη βασική οντολογική διαφορά του ανθρώπινου είδους. Αυτή η αλλαγή θα επιφέρει και την αλλαγή σε όλη τη κλίμακα αξιών του συστήματος που επικρατεί σήμερα, και η καλοσύνη και η αγάπη θα είναι σε μόνιμη βάση το μοναδικό πρίσμα εξέτασης όλων των προβλημάτων της ανθρώπινης καθημερινότητας σε παγκόσμιο επίπεδο. Μπορούμε να φανταστούμε τις θετικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν στον πλανήτη όταν καλυφτεί από μια τεράστια θετική ενέργεια, που θα προκύψει όταν τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων θα σκέπτονται και θα ενεργούν μόνο με αγάπη και καλοσύνη. Έτσι θα ανοίξει η δίοδος επικοινωνίας και θα δημιουργηθούν οι ευνοϊκές συνθήκες για την ανταπόκριση του Θεού στην ειλικρινή πρόσκληση του ανθρώπου.

Αν συμβεί αυτό, θα πρόκειται για την μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου γένους!

Ουτοπία Έ; Σύμφωνοι!!

Με τα δεδομένα που υπάρχουν σήμερα πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ουτοπίες, μια κι αυτές οι σκέψεις μοιάζουν το λιγότερο αφελείς.

Όμως, εδώ μπορούμε να θυμίσουμε πως οι μεγαλύτερες και σοβαρότερες επαναστάσεις έγιναν για τη πραγμάτωση μιας ουτοπίας!

Αλλά σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν δεχτούμε πως ο θάνατος σημαίνει τη πλήρη απώλεια της υλικής και πνευματικής ανθρώπινης υπόστασης, με την ολοκληρωτική επιστροφή στην ανυπαρξία, η ουτοπική πρόταση για την ουσιαστική αλλαγή του συστήματος αξιών, πιστεύουμε πως είναι η μόνη ριζική πρόταση για να βγει ο άνθρωπος από τα διαμορφωμένα και τα διαμορφούμενα αδιέξοδα της ζωής του.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 26 Φεβρουάριος 2012, Αντίφωνο

Στο Ειδικό Δικαστήριο των Εκλογών…

Στο Ειδικό Δικαστήριο των Εκλογών…

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)

 

Κεραυνός του Αλμούνια, αλλά στα ΜΜΕ της Διαπλοκής το θέμα εξαερώθηκε ή πέρασε στα ψιλά, μόνον ο Real FM χθες, η «Αυριανή» και οι εφημερίδες της Αριστεράς του έδωσαν την προβολή που θα έπρεπε.

Απ' όσα λοιπόν δήλωσε ο πρώην επίτροπος, οι χειρισμοί Παπακωνσταντίνου στην αριθμητική του ελλείμματος δεν έγιναν κάτω από κάποιον ευρωπαϊκό καταναγκασμό αλλά εξ ιδίας βουλήσεως του ανδρός – τόμπολα!

Εξ αυτού προκύπτουν δύο τινά:

α) Το «δίδυμο της συμφοράς», Γιωργάκης και Παπακωνσταντίνου, διόγκωσαν επίτηδες το έλλειμμα που τους παρέδωσε η Ν.Δ., ώστε στη συνέχεια να φανεί ότι οι ίδιοι θα μπορούσαν να το μειώσουν δραστικά, ή

β) το διόγκωσαν σκοπίμως, στε η κρίση χρέους να μετατραπεί σε κρίση δανεισμού, η χώρα να οδηγηθεί εκτός αγορών (κι εντός φρενοκομείου) σε καθεστώς Κατοχής και συνεπώς λεηλασίας.

Στην πρώτη περίπτωση η Ελλάδα πληρώνει την κουτοπονηριά δύο βλακών. Στη δεύτερη, η Ελλάδα πάλι πληρώνει την (κουτο)πονηριά δύο βαλτών. Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο! Πάντως ο Ταλεϋράνδος για τέτοιες περιπτώσεις έλεγε ότι «αυτό είναι χειρότερο από έγκλημα, είναι λάθος».

Σε μιαν ευνομούμενη χώρα το εν λόγω δίδυμο θα παραπεμπόταν στο Ειδικό Δικαστήριο. Αλλά όχι μόνον του. Θα το ακολουθούσαν στο ίδιο εδώλιο όλοι όσοι στη συνέχεια εξεβίασαν τους Έλληνες και τους τρομοκράτησαν τόσο, ώστε να περάσουν (μάλιστα στα όρια της νομιμότητας) το Μνημόνιο 1 και το Μνημόνιο 2, με όλα τα γνωστά αποτελέσματα που έχουν κάνει, ώς τώρα, την Ελλάδα Ζιμπάμπουε και την πάνε για Ανθυποτανζανία.

Λέει τώρα η κυρία Μέρκελ ότι η «Γερμανία δεν ξόδεψε ούτε ένα σέντσι για τη "διάσωση" (τα εισαγωγικά δικά μας) της Ελλάδας». Κι όχι μόνον αλλά ότι προσέτι έχει κερδίσει (πάντα η Γερμανία) γύρω στα 15 δισ. ευρώ, έως τώρα, απ' την ίδια υπόθεση.

Θα έπρεπε να έχει γίνει σεισμός.

Κι όμως! Τα δύο εντολοδόχα κόμματα (αυτά που εκτελούν τις εντολές της Τρόικας) μην έχοντας καμίαν απολύτως διαφορά μεταξύ τους (καιρό τώρα, αλλά επ' εσχάτοις νυμφεύθησαν κιόλας εις σάρκαν μιαν) – μην έχοντας λοιπόν ούτε διαφορές ούτε καν προεκλογικό πρόγραμμα προσανατολίζουν τη συζήτηση – σε προεκλογική περίοδο- σε μπαρούφες. Όπως η «απελευθέρωση» των ταξί απ' τους ταξίτζηδες ή η δημιουργία «κλειστών εγκαταστάσεων» (ο ευφημισμός του Στρατοπέδου Συγκέντρωσης) καθ' άπασαν την επικράτεια. Περί τα 30 σε 52 νομούς!

Μάλιστα, μετέρχονται τα ίδια μέσα για να εξαγοράσουν, να εκμαυλίσουν – τα λεφτά! Όπως έκαναν με τις αγροτικές επιδοτήσεις, τσάκισαν τη γεωργική παραγωγή κι απορφάνεψαν την ύπαιθρο. Το ίδιο και τώρα – με βρώμικα λεφτά επιχειρούν να εξαγοράσουν συνειδήσεις, να γεμίσουν τις επαρχίες με κρατούμενους, δεσμοφύλακες, οργανωμένο έγκλημα, απανθρωπιά, ρατσισμό, διάλυση του κοινωνικού ιστού.

Το σχέδιο Χρυσοχοΐδη

– για μιαν ακόμα φορά ο μοιραίος αυτός άνθρωπος- εκτός από πρόχειρο, απλώς προεκλογικό και ανεφάρμοστο, δεν είναι παρά ένα ακόμα χτύπημα στη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας που καθημερινώς πληγώνεται ο αυτοσεβασμός της, η αξιοπρέπειά της και κάθε προσπάθεια να ξανασηκώσει κεφάλι προς λύσεις έντιμες, παραγωγικές, ελπιδοφόρες.

Η μιζέρια της διαχείρισης της ανθρώπινης μιζέριας από δεσμοφύλακες (μέσα) και μαφιόζους (έξω) – αυτό είναι το σχέδιο Χρυσοχοΐδη.

Και κατά τούτο μοιάζει και ταιριάζει με όλες τις λογικές και τις πρακτικές που μας εξέφεραν ως εδώ. Είτε από κουτοπόνηρους ίτε από εκτελεστές «συμβολαίων θανάτου».

Βρώμικα λεφτά για μίζες και από μίζες.

Βρώμικα λεφτά από επιδοτήσεις.

Βρώμικα λεφτά για φοροφυγάδες.

Βρώμικα λεφτά για Διαπλεκόμενους.

Βρώμικα λεφτά για Στρατόπεδα Συγκέντρωσης.

Βρώμικα λεφτά από πετσοκομμένους μισθούς, διπλοπετσοκομμένες συντάξεις και από ειδεχθώς επαχθείς φορολογήσεις.

Βρώμικα λεφτά για ένα παράνομο κι ανήθικο χρέος.

Βρώμικα λεφτά από μια σκλαβωμένη, «ευέλικτη» κι ατιμασμένη εργασία.

Βρώμικα λεφτά απ' το ξεπούλημα και τη λεηλασία της πατρίδας.

Πολλή βρώμα, ρε παιδιά! ακόμα και ο Βεσπασιανός που δεν του μύριζαν τα χρήματα, θα πλάνταζε, θα πάθαινε ασφυξία.

Κυρίες και κύριοι, όλοι κατά βάθος γνωρίζουμε τι συμβαίνει (κι όχι μόνον τι έχει συμβεί) στη χώρα μας. Εν πρώτοις Ειδικό Δικαστήριο.

Ας γίνουν οι εκλογές.

Υστερα, βλέπουμε…

 

ΠΗΓΗ: Πρώτη καταχώρηση: 29/03/2012, http://www.enikos.gr/stathis/28118,Sto_Eidiko_Dikasthrio_twn_Eklogwn.html

ΑΝΑΠΤΥΞΗ, Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΥΣΗ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ, Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΥΣΗ:

Στην Ελλάδα σήμερα καίγονται χρήματα, οργιάζει η ανεργία, βυθίζεται στα χρέη το δημόσιο και καταδικάζονται χιλιάδες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία – γεγονός που σημαίνει ότι, βιώνουμε μία δεύτερη αποικιοκρατική εποχή, με θύμα την εθνική μας κυριαρχία

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Η υπερβολικά υψηλή ανεργία είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ύφεσης – της αδυναμίας ανάπτυξης δηλαδή ενός κράτους. Μόνιμη ή προσωρινή, επιδεινούμενη ή όχι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανεργία αποτελούσε πάντοτε μάστιγα – ενώ η δυνατότητα εξάλειψης της ήταν ανέκαθεν μέρος των ισχυρισμών περί της (δήθεν) ανωτερότητας του κομμουνιστικού καθεστώτος.  (J. Schumpeter).

Ο κοινωνικός καπιταλισμός, η μικτή οικονομία καλύτερα, (στην οποία οι κοινωφελείς, οι στρατηγικές και οι κερδοφόρες μονοπωλιακές επιχειρήσεις ανήκουν στο κράτος, ενώ όλες οι υπόλοιπες στους ιδιώτες), σε συνθήκες ήρεμης ανάπτυξης και σε «περιβάλλον» άμεσης δημοκρατίας, όπου οι Πολίτες συμμετέχουν μέσω δημοψηφισμάτων τόσο στις αποφάσεις, όσο και στον έλεγχο του κράτους, μπορεί να εγγυηθεί την καταπολέμηση της ανεργίας – όπως επίσης τη δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων και την ελευθερία.  

Αντίθετα το άκρο αντίθετο του κομμουνισμού, ο νεοφιλελευθερισμός, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να ανήκουν στους ιδιώτες (με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε τεράστιες γραφειοκρατικές οργανώσεις «μονοπωλιακής μορφής» εις βάρος της ελεύθερης αγοράς και της ατομικής πρωτοβουλίας), δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα – πόσο μάλλον όταν επιβάλει μια πολιτική λιτότητας στις εισοδηματικά ασθενέστερες τάξεις, σε συνθήκες ύφεσης, η οποία συνήθως εκβάλλει σε μεγάλες αναταραχές, σε κοινωνικές εξεγέρσεις, στην αύξηση της εγκληματικότητας, στην αναβίωση δικτατορικών καθεστώτων κλπ.   

Ανάλυση

Έχοντας την άποψη ότι, οφείλουμε να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το παρελθόν, σχεδιάζοντας με «αισιόδοξη προσοχή» πλέον το μέλλον, καθώς επίσης γνωρίζοντας πως η γνώση είναι δύναμη, θεωρούμε σκόπιμη την αναφορά μας στην ανάπτυξη – αφού, χωρίς ανάπτυξη, είναι αδύνατον να ξεφύγουμε τόσο από τη μάστιγα της ανεργίας, όσο και από την παγίδα του χρέους, στην οποία πιθανότατα οδηγηθήκαμε σκόπιμα (άρθρο μας).

Άλλωστε όλες οι προηγούμενες δυνατότητες και επιλογές μας, οι οποίες ήταν πάρα πολλές, έχουν πλέον σε μεγάλο βαθμό «αναιρεθεί» από τα γεγονότα. Μεταξύ αυτών, η τυχόν επιστροφή μας στο εθνικό νόμισμα αφού, με κριτήριο το νέο μνημόνιο και την καινούργια δανειακή σύμβαση (αμφότερα καταστροφικά, εάν όχι εγκληματικά και προδοτικά), δεν θα μπορούσαμε πια να μετατρέψουμε το δημόσιο χρέος σε δραχμές – με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη τόσο η βιωσιμότητα, όσο και η διαχείριση του (αν και ποτέ δεν είμαστε υπέρ της εξόδου της χώρας μας από την Ευρωζώνη – την οποία δεν είναι λογικό να καταδικάζουμε επειδή μία και μόνο χώρα, η πρωσική Γερμανία δηλαδή, δεν συμπεριφέρεται ως οφείλει).    

Παράλληλα βέβαια έχει χαθεί και η δυνατότητα σωστής εφαρμογής του σεναρίου του δολαρίου ή του ελβετικού φράγκου (του ρωσικού ρουβλίου ίσως όχι ακόμη) – πάντοτε φυσικά υπό την προϋπόθεση της μη αθέτησης της πληρωμής των οφειλών εκ μέρους του κράτους. Ακόμη και η Ισλανδία, η οποία καταπολέμησε με επιτυχία την κρίση χρέους, εξετάζει τη σύνδεση του νομίσματος της με κάποιο άλλο – με το καναδικό δολάριο στην προκειμένη περίπτωση. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, σαν αποτέλεσμα της υποτίμησης της κορώνας με το ξέσπασμα της κρίσης, το δημόσιο χρέος της Ισλανδίας αυξήθηκε, σε όρους δολαρίου, από το περίπου 50% του ΑΕΠ στο 130% – σε χρόνο μηδέν. 

Περαιτέρω οι τράπεζες μας, από τις υγιέστερες της Ευρώπης κάποτε, αντιμετωπίζουν επίσης μεγάλα προβλήματα – από τα οποία πολύ δύσκολα θα ξεφύγουν, εάν δεν επιστρέψει η Ελλάδα άμεσα στην ανάπτυξη. Για παράδειγμα πρόσφατα, μόλις στις 22 Φεβρουαρίου, η Alpha Bank έλαβε εγγύηση εκ μέρους του κράτους, για τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση της με ένα ομόλογο ύψους 2 δις € – το οποίο λήγει στις 22 Μαΐου! Δύο ημέρες αργότερα, η Εθνική τράπεζα δανείσθηκε 3 δις €, επίσης με την εγγύηση του δημοσίου – ενώ η Πειραιώς 2,087 δις € στις 5 Μαρτίου.       

Τέλος, έχει επίσης χαθεί η δυνατότητα της εσωτερικής χρηματοδότησης, μέσω της έκδοσης εθνικών ομολόγων – έτσι όπως την είχαμε παρουσιάσει το Οκτώβριο του 2009, αλλά και πρόσφατα (άρθρο μας). Η διαδικασία της ανταλλαγής ομολόγων, ιδιαίτερα η καταναγκαστική διαγραφή των απαιτήσεων των μικροεπενδυτών, οι οποίοι είχαν εμπιστευθεί το Ελληνικό Δημόσιο, τοποθετώντας στα ομόλογα του τις όποιες αποταμιεύσεις τους, έχει πλέον «κάψει» τη συγκεκριμένη δυνατότητα, για πάρα πολλά χρόνια – επίσης την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές, την αξιοπιστία της, την εικόνα της στο εξωτερικό (τουρισμός) και τόσα πολλά άλλα, για τα οποία θα έπρεπε κάποτε να τιμωρηθούν παραδειγματικά όλοι οι υπεύθυνοι (άρθρο μας).

Αν σκεφθεί κανείς δε ότι δεν κερδίσαμε απολύτως τίποτα (από τα 107 δις € της διαγραφής, πάνω από τα 50 δις € ήταν δικά μας, ενώ τα υπόλοιπα θα διατεθούν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών – 48 δις € – καθώς επίσης των ασφαλιστικών ταμείων, οπότε θα αυξήσουν ξανά το δημόσιο χρέος), τότε θα καταλάβει καλύτερα το μέγεθος της «εσχάτης προδοσίας» απέναντι στην πατρίδα μας.     

Ενδεχομένως βέβαια, αυτά που ακόμη δεν έχουν χαθεί είναι τα νέα γεωπολιτικά μας πλεονεκτήματα – τα οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς (Ι. Μάζης), είναι πάρα πολλά, για πρώτη φορά στην Ιστορία μας. Εν τούτοις, ο τομέας αυτός δεν ανήκει στο δικό μας γνωστικό πεδίο, οπότε θα ήταν ανόητο να προσπαθήσουμε να τα αναλύσουμε. Πάντως, με κριτήριο το ότι οι πολύ μεγάλες οικονομικές κρίσεις καταλήγουν σε σημαντικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, δεν θα μας έκανε καθόλου εντύπωση, μεταξύ άλλων, η τυχόν υιοθέτηση κοινών «θρησκευτικών νομισμάτων» – όπως για τις ισλαμικές χώρες, για τις ορθόδοξες κλπ.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΕΕ

Είναι γνωστό ότι η λιτότητα χωρίς ανάπτυξη είναι πολύ πιο καταστροφική, από την ανάπτυξη χωρίς λιτότητα – ιδιαίτερα επειδή «καίγονται» χρήματα (πιστωτική συρρίκνωση), προκαλείται τεράστια ανεργία, περιορίζεται σε επικίνδυνο βαθμό η ιδιωτική κατανάλωση και καταδικάζεται στη χρεοκοπία η πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στα πλαίσια αυτά, η πολιτική της ΕΕ, η οποία θεωρούσε για πάρα πολλά χρόνια ότι, οι ενσωματωμένες, ελεύθερες  αγορές, σε συνδυασμό με ένα σταθερό, κοινό νόμισμα, θα αποτελούσαν εγγύηση για την ανάπτυξη, αποδείχθηκε εντελώς εσφαλμένη.

Η διοίκηση της ΕΕ επικεντρώθηκε σε μία οικονομική πολιτική, η βάση της οποίας ήταν η προσφορά – θεωρώντας ότι η αυξημένη ανταγωνιστικότητα, έτσι όπως αυτή αποτυπώθηκε στη συνθήκη της Λισαβόνας, θα εξασφάλιζε την ανάπτυξη της Ευρώπης. Δεν δόθηκε λοιπόν καμία σημασία στην αναδιανομή των εισοδημάτων, καθώς επίσης στην προθυμία χρέωσης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών – παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζήτηση, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη της ΕΕ να παραμένει «αναιμική» για πολλά χρόνια.

Όταν επιτέλους άρχισε να αναπτύσσεται δυναμικά η Ευρώπη, στηρίχθηκε κυρίως στην αυξημένη ζήτηση, η οποία όμως ήταν δυστυχώς το αποτέλεσμα της υπερκατανάλωσης μέσω δανείων με χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης των επενδύσεων σε μη παραγωγικές δραστηριότητες (ακίνητα κλπ.), εκ μέρους  των εισοδηματικά ασθενέστερων κρατών της – γεγονός που σταμάτησε απότομα, με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΕ ΤΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟ

Από την πλευρά της προσφοράς, η ανάπτυξη είναι το αποτέλεσμα της αύξησης του χρόνου εργασίας ή/και της υψηλότερης παραγωγικότητας – η οποία όμως διαφέρει από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, η αύξηση της παραγωγικότητας σε μία βιομηχανική χώρα, όπως η Γερμανία, είναι σχετικά εύκολη – αφού απαιτούνται απλά νέες επενδύσεις σε σύγχρονα μηχανήματα.

Αντίθετα, η αύξηση της παραγωγικότητας σε χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία στηρίζεται στις υπηρεσίες (τουρισμός κλπ.), είναι κατά πολύ πιο δύσκολη – αφού οι επενδύσεις δεν «αριστοποιούν» την ανθρώπινη εργασία. Ακριβώς για το λογο αυτό απαιτείται σήμερα μία συνεχής μείωση των αμοιβών των εργαζομένων (από το ΔΝΤ), επειδή στη χώρα μας οι μισθοί συμμετέχουν πολύ περισσότερο στο τελικό προϊόν (υπηρεσίες), από ότι στα βιομηχανικά κράτη.

Τα περισσότερα «προϊόντα» τώρα, τα οποία προέρχονται από την ανάπτυξη μέσω της αύξησης της προσφοράς, μπορεί τότε μόνο να βρουν την αντίστοιχη ζήτηση, εάν αυξάνεται ανάλογα η αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών (εισοδήματα), ή εάν μειώνονται οι τιμές πώλησης – έτσι ώστε, με την ίδια αγοραστική δυνατότητα, με τον ίδιο μισθό καλύτερα, να μπορεί κανείς να αγοράζει περισσότερα προϊόντα.

Στην τελευταία περίπτωση, όταν μειώνονται δηλαδή οι τιμές των προϊόντων, χωρίς να αυξάνονται τα εισοδήματα, δεν έχουμε καθόλου ονομαστική ανάπτυξη (πόσο μάλλον όταν μειώνονται οι μισθοί, όπως απαιτεί σήμερα το ΔΝΤ από την Ελλάδα, παράλληλα με τον περιορισμό των τιμών – μία, μεσοπρόθεσμα, εξαιρετικά υφεσιακή συνταγή, «δολοφονική» για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ). Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας είναι οι επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας ή/και αυξάνουν την παραγωγικότητα, να μην πραγματοποιούνται (αφού οι επιχειρήσεις δεν προσβλέπουν σε αύξηση των κερδών τους).

Αντίθετα, σε κανονικές συνθήκες δηλαδή, οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται από πιστώσεις (δάνεια), με τις οποίες αυξάνεται η ποσότητα χρήματος στην εκάστοτε αγορά και δημιουργείται ζήτηση – η οποία στηρίζεται σε μία αυξημένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Επομένως, η ανάπτυξη προϋποθέτει την αύξηση των δαπανών, οι οποίες υπερκαλύπτουν τα έσοδα – να καταναλώνει ή να επενδύει λοιπόν κανείς, περισσότερα από όσα εισπράττει, προσβλέποντας στην κάλυψη του κενού από τη μελλοντική ανάπτυξη (αυξήσεις μισθών κλπ.).   

 

Κάτι τέτοιο είναι όμως τότε μόνο εφικτό, εάν οι ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων είναι πρόθυμοι να πάψουν να αποταμιεύουν ή/και να πουλήσουν μέρος των περιουσιακών στοιχείων τους, καταναλώνοντας ή επενδύοντας – επίσης, όταν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στην αγορά, αυτοί δηλαδή οι οποίοι δεν έχουν χρήματα, είναι πρόθυμοι να δανειστούν, για τους ίδιους σκοπούς.

Παράλληλα βέβαια, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος θα πρέπει να είναι πρόθυμος να  παρέχει περισσότερες πιστώσεις, από τις καταθέσεις που έχει στη διάθεση του – αφού διαφορετικά θα μπορούσαν να διατεθούν μόνο όλα τα έσοδα του, όπως επίσης οι αποταμιεύσεις των καταθετών του. Η αιτία είναι το ότι, μία σταθερή ή βραδύτερη από την προσφορά (προϊόντων, υπηρεσιών κλπ.) αύξηση της ποσότητας χρήματος, οδηγεί σε μείωση των τιμών – εμποδίζοντας τη διεξαγωγή επενδύσεων.  

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των επενδύσεων εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα, μειώνει την ανάγκη επενδύσεων εκ μέρους του δημοσίου – με αποτέλεσμα να περιορίζεται το δημόσιο χρέος, αυξανομένου του ιδιωτικού, οπότε να γίνεται συνεχώς καλύτερη η σχέση τους. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου το δημόσιο χρέος είναι στο 170% του ΑΕΠ (προ διαγραφής), ενώ το ιδιωτικό στο 160% (250% στην Ιταλία), η εξισορρόπηση μεταξύ τους (80% δημόσιο και 250% ιδιωτικό), θα έλυνε αμέσως το πρόβλημα της χώρας – χωρίς φυσικά να οδηγηθεί στα νύχια του ΔΝΤ και της Γερμανίας.    

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ

Κατά κανόνα, χρεώνονται τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά μίας χώρας, για να επενδύσουν ή για να καταναλώσουν. Εάν όμως δεν το κάνουν, τότε δεν απομένει άλλος από το δημόσιο ή/και το εξωτερικό.

Τα ελλείμματα τώρα (πλεονάσματα) του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, είναι το σύνολο των τριών εγχώριων τομέων – του δημοσίου, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Στη Γερμανία, ο μοναδικός σχεδόν τομέας, λίγο πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ο οποίος εμφάνιζε πλεονάσματα (έσοδα μεγαλύτερα από τις δαπάνες), ήταν ο εξαγωγικός. Στα πλαίσια αυτά σωστά αναφέρεται ότι, η γερμανική ανάπτυξη χρηματοδοτήθηκε από τις αδύναμες χώρες, κυρίως αυτές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, καθώς επίσης από τα φτωχά νοικοκυριά των Η.Π.Α. – μέσω της αύξησης του δανεισμού τους, μεταξύ των ετών 2002 και 2008 (subprimes).

Εν τούτοις, επειδή τα πάντα ισορροπούν στη φύση, η «μονοσήμαντη» ανάπτυξη μέσω των εξαγωγών και εις βάρος των άλλων κρατών, είναι συνδεδεμένη με πολλά άλλα προβλήματα. Το σημαντικότερο όλων είναι ίσως ο δανεισμός των ελλειμματικών χωρών από τις πλεονασματικές, ο οποίος συνήθως  καταλήγει σε απώλεια χρημάτων – όπως συνέβη με τα αμερικανικά νοικοκυριά, οι ζημίες των οποίων τελικά επιβάρυναν τη Γερμανία, μέσω της Lehman Brothers (θεωρείται ως η μεγαλύτερη και μάλιστα νόμιμη ληστεία όλων των εποχών). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, στον οποίο αναφέρονται οι απαιτήσεις των Γερμανικών τραπεζών απέναντι σε άλλες χώρες, είναι χαρακτηριστικός: 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξωτερικές απαιτήσεις (δάνεια) των γερμανικών τραπεζών σε δις €, στις «ελλειμματικές» χώρες του Νότου, με ημερομηνία καταγραφής τέλη Αυγούστου 2010

Χώρες

Συνολικά

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Δημόσιο

 

 

 

 

 

Ισπανία

146.755

62.963

63.439

20.353

Ιταλία

133.296

48.138

45.664

39.494

Ιρλανδία*

114.707

43.025

69.318

2.364

Πορτογαλία

28.685

13.130

9.862

5.693

Ελλάδα

27.990

2.451

7.614

17.925

 

 

 

 

 

Ευρώπη

1.524.366

 

 

 

Λοιπός κόσμος

928.625

 

 

 

Γενικό σύνολο**

2.452.991

 

 

 

Πηγή: Bundesbank. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 185,7 δις €, οπότε το χρέος της απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες ήταν περίπου 62% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας (ΑΕΠ 2008 στα 242,9 δις €) ήταν μόλις 11,5% του ΑΕΠ. 

** Τεράστιο ποσόν, περίπου όσο το ΑΕΠ της. Ας μην ξεχνάμε εδώ και τα χρέη της ΕΚΤ απέναντι στην Bundesbank από το target II, τα οποία υπολογίζονται στα 500 δις €.

Η μοίρα λοιπόν των πλεονασματικών χωρών, αυτών δηλαδή που δεν στηρίζουν την ανάπτυξη τους στην εσωτερική αγορά, αλλά στις εξαγωγές, όπως η Γερμανία, είναι να δανείζουν τις ελλειμματικές – αφενός μεν για να πουλούν τα προϊόντα τους, αφετέρου για να επενδύουν τα πλεονάσματα τους. Σε περιόδους όμως κρίσης, όπως στη σημερινή, αυτός που συνήθως ζημιώνεται στο τέλος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά ο δανειστής – γεγονός που πολύ σωστά τρομοκρατεί τη Γερμανική κυβέρνηση, παρά τα όσα ανακριβή ανακοινώνει στους Πολίτες της.   

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, ένα μέρος φυσικά αυτών των δανείων θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεύθυνο – αφού στηριζόταν σε υπερβολικές προσδοκίες ανάπτυξης. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα και με κριτήριο το συνολικό χρέος της, δημόσιο και ιδιωτικό, το οποίο είναι από τα χαμηλότερα διεθνώς (η τρίτη λιγότερο χρεωμένη οικονομία, μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ), ο μοναδικός σχεδόν υπαίτιος της υπερχρέωσης ήταν ο δημόσιος τομέας – ενώ ο ιδιωτικός παρέμεινε ελάχιστα χρεωμένος (Πίνακας II).

ΠΙΝΑΚΑΣ II: Συνολικά χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ

Χώρα

Σύνολο

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Νοικοκυριά

Δημόσιο

 

 

 

 

 

 

Η.Π.Α.

376

94

90

92

100

Ελλάδα

333

22

74

71

166

Γερμανία

321

98

80

60

83

Πηγή: MM (IMF), 2011. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Παρά τους ισχυρισμούς λοιπόν πως οι Έλληνες κατανάλωναν δανειζόμενοι πολύ περισσότερα, από όσα εισέπρατταν, ότι δηλαδή ζούσαν πάνω από τις δυνατότητες τους, ο Πίνακας ΙΙ αποδεικνύει την αυθαιρεσία αυτών των συμπερασμάτων – κατά μέσον όρο φυσικά και χωρίς να θεωρούμε ότι δεν υπήρχαν εξαιρέσεις. Ειδικά όσον αφορά τις τράπεζες, το χρέος των οποίων ήταν πριν από τη διαγραφή των ομολόγων του δημοσίου μόλις 22% του ΑΕΠ, θα μπορούσε εύκολα να συμπεράνει κανείς ότι ήταν οι υγιέστερες της Ευρωζώνης.

ΧΡΕΩΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ανάπτυξη απαιτεί την αύξηση του δανεισμού, τα χρέη δηλαδή – χωρίς όμως να εξελιχθεί σε υπερχρέωση. Εν τούτοις, το μέγεθος της υπερχρέωσης είναι σε άμεση εξάρτηση με την ανάπτυξη.

Εάν αναπτύσσεται σωστά η οικονομία μίας χώρας (εάν αυξάνεται το ΑΕΠ της με υψηλότερο ρυθμό από τα χρέη της), τότε μεγεθύνονται τα εισοδήματα – καθώς επίσης οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεν προκαλείται καμία γενική υπερχρέωση, ακόμη και αν κάποιοι από τους συμμετέχοντες χρεοκοπούν. Ειδικότερα, όταν το ΑΕΠ μίας χώρας αυξάνεται, τότε ο δημόσιος τομέας της έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να δανείζεται, χωρίς να αυξάνει η σχέση του χρέους ως προς το ΑΕΠ και χωρίς να «υποφέρει» ο προϋπολογισμός, υπό το βάρος των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους. Επομένως, είναι εύλογο να προσπαθεί ένα κράτος να αναπτύσσεται, μέσω της αύξησης του δανεισμού του. 

Στα πλαίσια αυτά, το οικονομικό εργαλείο «πρώτης επιλογής» είναι η πολιτική των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας. Όσο χαμηλότερα είναι τα επιτόκια δανεισμού εκ μέρους της, τόσο πιο πρόθυμα είναι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να δανείζονται, με στόχο την κατανάλωση και τις επενδύσεις – αφού τόσο πιο εύκολη είναι η εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων. Όταν το κόστος χρηματοδότησης είναι χαμηλό, είναι πολύ πιο εύκολη η κερδοφορία μίας επιχείρησης – ενώ οι επενδύσεις γίνονται, με κριτήριο το προσδοκόμενο κέρδος να είναι υψηλότερο από το επιτόκιο των καταθέσεων.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, τα χαμηλά επιτόκια προκαλούν υπεραισιόδοξες και κερδοσκοπικές συμπεριφορές. Σαν αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας, τόσο τα νοικοκυριά, όσο και οι επιχειρήσεις υπερεκτιμούν τις δυνατότητες τους να έχουν «πλεονασματικούς προϋπολογισμούς», με αποτέλεσμα να υπερχρεώνονται και να δυσκολεύονται ή να αδυνατούν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Ο «δείκτης» τώρα, μέσω του οποίου διαπιστώνεται μακροοικονομικά η υπερβολική πιστωτική επέκταση, δεν είναι άλλος από το ύψος του πληθωρισμού – ο οποίος όμως συνήθως, πριν από την εκάστοτε κρίση, διαπιστώνεται περισσότερο στην αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και λιγότερο στις τιμές των προϊόντων.

Ο πληθωρισμός δείχνει ότι, η αύξηση της προσφοράς προϊόντων και υπηρεσιών, δεν είναι ανάλογη με την αύξηση της ζήτησης. Το γεγονός αυτό οφείλεται συνήθως στο ότι, οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν σημαντικά στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών, για την κάλυψη της ζήτησης – είτε επειδή θεωρούν ότι δεν στηρίζεται σε υγιείς βάσεις, ότι είναι βραχυπρόθεσμη δηλαδή, είτε επειδή δεν καλύπτεται το χρηματοπιστωτικό κόστος, είτε για άλλους λόγους.  

Παράλληλα όμως ο πληθωρισμός διευκολύνει την εξυπηρέτηση των χρεών, επειδή τα ονομαστικά εισοδήματα (μισθοί κλπ.), καθώς επίσης οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων, αυξάνονται ανάλογα (σπιράλ μισθών-τιμών). Εάν στην περίπτωση αυτή η κεντρική τράπεζα αντιδράσει με αυστηρότερη νομισματική πολιτική (αύξηση των επιτοκίων, μείωση της ποσότητας χρήματος), έτσι ώστε να σταθεροποιηθούν οι τιμές, τότε οδηγείται μία σειρά επιχειρήσεων και νοικοκυριών στη χρεοκοπία.

Ένα κύμα χρεοκοπιών όμως θέτει σε κίνδυνο τις τράπεζες – με αποτέλεσμα να αναγκάζεται το κράτος, σε συνεργασία με την κεντρική τράπεζα, να τις διασώσει, να τις ανακεφαλαιοποιήσει ή/και να αυξήσει τη ρευστότητα τους (Ιρλανδία, Ισπανία). Το γεγονός αυτό με τη σειρά του αυξάνει το δημόσιο χρέος του κράτους, δυσκολεύει την εξυπηρέτηση του κλπ. – με τελικό αποτέλεσμα να κινδυνεύει ολόκληρη η οικονομία, η οποία εισέρχεται σε έναν οδυνηρό καθοδικό σπειροειδή κύκλο ύφεσης (περιορίζονται οι επενδύσεις και η κατανάλωση, μειώνεται το ΑΕΠ, αυξάνεται ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ, μεγεθύνονται τα ελλείμματα του προϋπολογισμού κοκ.).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τα κράτη είναι υποχρεωμένα και πρέπει να δανείζονται, έτσι ώστε να προβαίνουν στη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων, στα πλαίσια μίας αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής (Keynes). Ο λόγος είναι ότι τα κράτη, όταν έρχονται αντιμέτωπα με την «αποχή» του ιδιωτικού τομέα από τις επενδύσεις και την κατανάλωση, οφείλουν να εξισορροπούν τον περιορισμό της ζήτησης, έτσι ώστε να σταθεροποιούν την ανάπτυξη.

Εάν δεν το κάνουν, είτε επειδή δεν θέλουν (όπως η Γερμανία, η οποία επιμένει στην πολιτική λιτότητας), είτε επειδή δεν μπορούν (όπως η Ελλάδα, λόγω της υπερχρέωσης του δημοσίου), τότε οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις κατευθύνονται στο εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται μεν η περαιτέρω χρέωση ή υπερχρέωση του δημοσίου, αλλά τόσο οι ιδιώτες επενδυτές, όσο και οι τράπεζες, οι οποίες μεταφέρουν τις καταθέσεις των πελατών τους στο εξωτερικό, εξαρτώνται πλέον από τη φερεγγυότητα των ξένων δανειζόμενων – ενώ παράλληλα επιταχύνουν και επιδεινώνουν την ύφεση στη χώρα τους (φαύλος κύκλος).   

Ολοκληρώνοντας, σχεδόν όλες οι δαπάνες του δημοσίου αυξάνουν άμεσα ή έμμεσα τα εισοδήματα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Η μείωση τους λοιπόν οδηγεί στην ύφεση – ενώ η αύξηση τους δημιουργεί ανάπτυξη, ακόμη και αν είναι μόνο ονομαστική (πληθωρισμός). Η ανάπτυξη όμως αυξάνει τα φορολογικά έσοδα του κράτους και μειώνει τις κοινωνικές δαπάνες – με αποτέλεσμα να εισέρχονται στα κρατικά ταμεία περισσότερα χρήματα, με τη βοήθεια των οποίων εξυπηρετούνται τα δημόσια χρέη.

Επομένως, εάν ένα κράτος υποχρεώνεται, ειδικά εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης, σε μία «μονοσήμαντη» πολιτική λιτότητας, τότε καταδικάζεται στη χρεοκοπία τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός του τομέας. Κατ' επέκταση, ο μοναδικός σκοπός μιας ανάλογης πολιτικής λιτότητας δεν μπορεί να είναι άλλος από τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας του συγκεκριμένου κράτους, καθώς επίσης από τη μετατροπή του σε προτεκτοράτο των δανειστών του – όπου ο ορισμός του προτεκτοράτου είναι η απώλεια της πολιτικής και δημοσιονομικής του ανεξαρτησίας.  

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 18. Μαρτίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2556.aspx

Το έθνος της αγοράς & ο λαός της αντίστασης

Το έθνος της αγοράς και ο λαός της αντίστασης

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη

 

Μεγάλη συζήτηση έγινε για τις παρελάσεις της 25ης Μαρτίου σε όλη την Ελλάδα. Δικαιολογημένα, αφού σε εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό πόλεων μετατράπηκαν σε λαϊκές διαδηλώσεις καταδίκης των Μνημονίων και της συνθήκης μειωμένης λαϊκής κυριαρχίας που επιβάλλεται.

Το φαινομενικά παράδοξο ήταν ότι πολιτικοί χώροι, ιδεολογικά ρεύματα και κοινωνικά κινήματα παραδοσιακά εχθρικά προς τις παρελάσεις, ως τελετουργία ενός εκ των άνωθεν επιβαλλόμενου μιλιταρισμού και εθνικισμού, σήμερα τις διεκδικούν ως συμβολικό σημείο αναφοράς, την ίδια ώρα που το επίσημο κράτος έκανε ό,τι μπορούσε να τις αποστειρώσει και να περιορίσει την όποια εμβέλεια είχαν ως κρατική γιορτή, με αποκορύφωμα την απαγόρευση, ουσιαστικά, παρακολούθησης της στρατιωτικής παρέλασης στην  Αθήνα.

Ότι η εθνική επέτειος διευκόλυνε εργαλειακά την κινητοποίηση ως ημέρα αργίας με παρουσία επισήμων ως εύκολων στόχων, δεν επαρκεί ως εξήγηση. Οι κινητοποιήσεις αποτύπωσαν μια βαθύτερη προσπάθεια επανοικειοποίησης της εθνικής επετείου και του συμβολισμού της. Και αυτό δεν είναι εντελώς ανιστόρητο, εάν αναλογιστούμε ότι η επανάσταση του 1821 είχε και έντονα λαϊκό δημοκρατικό χαρακτήρα, εξέφρασε και κατώτερα στρώματα, εντάχθηκε σε έναν επαναστατικό κύκλο που εμπνεόταν από τη Γαλλική Επανάσταση και προκάλεσε, αρχικά τουλάχιστον, τρόμο στις κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρώπης. Την ίδια επανοικειοποίηση των εθνικών επετείων είδαμε και στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου 2011, με αποκορύφωμα ό,τι έγινε στη Θεσσαλονίκη, ως προσπάθεια σύνδεσης συμβολικής με το νήμα των αντιφασιστικών αγώνων και της Αντίστασης.

Στην πραγματικότητα βλέπουμε δύο ανταγωνιστικές σημασιοδοτήσεις του έθνους και του λαού. Η προσπάθεια της κυβέρνησης και των κομμάτων εξουσίας παραπέμπει στον τρέχοντα ορισμό του έθνους του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού»: το απλό άθροισμα πλήρως εξατομικευμένων καταναλωτών, που συνέχεται από το συνδυασμό ανάμεσα στην αγορά και μια φαντασιακή «εγχωριότητα» σε αντιδιαστολή με διάφορες παραλλαγές «άλλων», με πιο εμφανή στόχο τους μετανάστες, εξ ου και η διαρκής επανεμφάνιση εκδοχών κρατικού ρατσισμού, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τα σχέδια για τα κέντρα κράτησης μεταναστών χωρίς χαρτιά. Η εκδοχή που ανακύπτει στις συλλογικές δράσεις και κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών παραπέμπει σε μια πολύ πιο ανοιχτόκαρδη εκδοχή του «έθνους των υποτελών τάξεων», κάνει την κρίσιμη μετάβαση από το φαντασιακό έθνος των εθνικών αφηγήσεων στον υπαρκτό λαό των αγωνιστικών πρακτικών.

Σήμερα ανοίγει ο δρόμος να στοχαστούμε ξανά και έμπρακτα το λαό, όχι ως το αφηρημένο πολιτικό σώμα της φιλελεύθερης συνταγματικής παράδοσης, αλλά ως την ευρύτερη κοινωνική συμμαχία που σήμερα συγκροτείται στην αντίθεση απέναντι στις πολιτικές του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού. Αυτό επιτρέπει και την επανοικειοποίηση της ακυρούμενης σήμερα στην πράξη λαϊκής κυριαρχίας, όχι ως απλής διεκδίκησης τυπικής κοινοβουλευτικής δημοκρατικής νομιμότητας αλλά ως συλλογικής απαίτησης πολιτικού και κοινωνικού αυτοκαθορισμού στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.

Αυτή η διπλή οριοθέτηση του λαού και απέναντι στο έθνος ως κοινή καταγωγή και απέναντι στο πολιτικό σώμα ως άθροισμα ατομικοτήτων, αποτελεί και τη μόνη απάντηση στην τρέχουσα συζήτηση περί συνοχής των Ευρωπαϊκών κοινωνιών. Απέναντι σε ένα δίπολο πολυπολιτισμικότητας και «επιστροφής στο έθνος», που και στους δύο πόλους έχει δεδομένη την αγορά, η σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα είναι το μόνο πεδίο για μια νέα λαϊκή ενότητα και κατ' επέκταση κοινωνική συνοχή.

Δυναμική και ξεροκέφαλα απρόβλεπτη, η δυναμική της συλλογικής δράσης και διεκδίκησης αποδεικνύεται και καλοδεχούμενα επινοητική απέναντι σε κρίσιμα και επείγοντα ερωτήματα.

 

(To κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα της Λέσβου στις 28/03/2012)

 

ΠΗΓΗ: http://www.aristerovima.gr/blog.php?id=3262

Ἀλήθεια κ. Ὑπουργέ,… μιλᾶτε μέ αὐτό τόν τρόπο;

Ἀλήθεια κ. Ὑπουργέ, ποιός εἶσθε ἐσεῖς πού μιλᾶτε μέ αὐτό τόν τρόπο;

 

Του Μητρ. Σισανίου Παύλου [Ανοιχτή επιστολή στον Υπουργό Χρυσοχϊδη]

 

«Εἴτε τό θέλουν οἱ τοπικές κοινωνίες εἴτε ὄχι, εἴτε τό θέλετε, εἴτε ὄχι θά γίνει» εἶπε ὁ κ. Χρυσοχοῒδης καί ἀπό τηλεοράσεως, ἀλλά καί στούς ἐκπροσώπους τῶν τοπικῶν κοινωνιῶν δηλαδή στό Περιφερειάρχη Δυτ. Μακεδονίας, στόν Ἀντιπεριφεριάρχη, στήν Δήμαρχο Βοῒου, στόν Πρόεδρο τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Βοῒου τόν ὁποῖο ἀπρεπῶς διέκοψε καί τόν χαρακτήρισε σάν λαϊκιστή, «εἶπε ὁ γάϊδαρος τόν πετεινό κεφάλα» λέει βέβαια ὁ λαός μας καί στούς τοπικούς Βουλευτές, σχετικά μέ τήν δημιουργία στρατοπέδου συγκεντρώσεως, γιατί περί αὐτοῦ πρόκειται, στήν Νεάπολη Κοζάνης.

Ἀλήθεια κ. Ὑπουργέ, ποιός εἶσθε ἐσεῖς πού μιλᾶτε μέ αὐτό τόν τρόπο; Ποιός νομίζετε ὅτι εἶσθε, γιά νά προκαλεῖτε βάναυσα τίς τοπικές κοινωνίες τίς ὁποῖες καί ἐσεῖς ὡς μέλος τοῦ πολιτικοῦ συστήματος ὁδηγήσατε στήν παρακμή; Τόσο σπουδαῖο φαντάζεσθε τόν ἑαυτό σας; Νοσταλγεῖτε τήν ἐποχή τοῦ «ἀποφασίζομεν καί διατάσσομεν;». Ἡ περιφρόνηση τῶν τοπικῶν κοινωνιῶν εἶναι δημοκρατική κατάκτηση; Πρέπει νά καταλάβετε καλά, ὅτι δέν σᾶς φοβόμαστε, ὅσο κι'ἄν μᾶς ἀπειλεῖτε!

Κύριε Ὑπουργέ, τό πρῶτο πού δέν πρέπει νά ξεχάσετε, εἶναι ὅτι εἶσθε καί ἐσεῖς ΕΝΟΧΟΣ γιά τό κατάντημα αὐτοῦ τοῦ τόπου καί οἱ ἔνοχοι τό λιγότερο πρέπει νά εἶναι σεμνοί καί διακριτικοί καί ὄχι προκλητικοί.. Ἀλήθεια, τί θά κάνετε; Θά συγκρουσθεῖτε μέ τούς πολίτες; Θά φέρετε τά ΜΑΤ; Θά χτυπηθεῖτε μαζί μέ τούς ἀνθρώπους γιά νά ἀποδείξετε ὅτι ἐσεῖς μπορεῖτε; Ἐνεργεῖτε μέ τόση ἀφροσύνη; Δέν σκέπτεσθε τό ἁπλούστερο. ὅτι τήν ὥρα πού ὅλα θά εἶναι ἕτοιμα, ἐσεῖς ΔΕΝ θά εἶσθε Ὑπουργός, ἴσως οὔτε καί βουλευτής; Ἡ ἀλαζονεία ποτέ δέν ὑπῆρξε καλός σύμβουλος! Περισσότερη ψυχραιμία κ. Ὑπουργέ, ἀλλοιῶς δέν εἶσθε κατάλληλος γιά τήν θέση πού ἔχετε.

Ἄς ἔλθουμε ὅμως καί στήν οὐσία τοῦ προβλήματος. Γιατί ἄραγε ἀντιδροῦν οἱ τοπικές κοινωνίες; Πρῶτον γιατί δέν τίς ἐνημερώσατε, δεύτερον γιατί δέν σᾶς ἐμπιστεύονται, τρίτον γιατί τίς ὑποτιμήσατε καί τέταρτον γιατί δέν θέλουν νά γίνουν συνεργοί σας στήν ἀθλιότητα πού ἑτοιμάζετε. Ἄς τά προσεγγίσουμε ἕνα-ἕνα.

Πρῶτον, δέν τίς ἐνημερώσατε καί αὐτό εἶναι μιά πρώτη ὑποτίμηση καθ' ἑαυτήν. Ἀποφασίσατε γι' αὐτούς χωρίς αὐτούς, κι' ὅταν ἦλθαν πρός σᾶς οἱ ἐκλεγμένοι ἀντιπρόσωποι τους τούς φερθήκατε μέ σκαιότητα καί περιφρόνηση. Μέ μιά τέτοια συμπεριφορά ποιός μπορεῖ νά σᾶς ἐμπιστεύεται;

Δεύτερον, γιατί δέν σᾶς ἐμπιστεύονται ὡς πολιτικό. Μήπως κ. Ὑπουργέ ἤλθατε ἀπό ἄλλο πλανήτη; Μποροῦμε νά ἐμπιστευθοῦμε ἐκείνους πού κατέστρεψαν τή χώρα ἐν γνώσει τους; Σέ ἄλλες ἐποχές καί ἀπέναντι σέ ἄλλους ἔπρεπε νά εἴσασταν γενναῖος καί νά ἀντισταθεῖτε γιά νά μή φθάσουμε ἐδῶ πού φθάσαμε. Ἀργήσατε πάρα πολύ καί εἶναι πλέον πολύ ἀργά γιά νά ζητᾶτε νά σᾶς ἐμπιστευθοῦμε. Θυμᾶστε κ. Ὑπουργέ, τον Εὐστάθιο Λαζαρίδη; Εἶναι ὁ ἀστυνομικός πού ἔπεσε θῦμα τῶν ἀδίστακτων δολοφόνων στά Ζωνιανά καί τραυματίστηκε βαρύτατα; Εἶναι ἀπό τή Νεάπολη. Βλέπουμε τόν δύστυχο πατέρα του καθημερινά νά προσπαθεῖ νά τόν στηρίξει στό κέντρο ἀποκατάστασης πού φιλοξενεῖται. Ἡ ἐπίσημη Πολιτεία τόν ἔχει ξεχάσει. Ἕνα δικό σας ἄνθρωπο, ἐννοῶ τοῦ Ὑπουργείου σας, πού ἔπεσε θῦμα τοῦ καθήκοντος καί τήν οἰκογένεια του δέν μπορέσατε νά στηρίξετε καί θέλετε νά σᾶς ἐμπιστευθοῦμε;

Τρίτον, ἀνακοινώσατε πρίν λίγο καιρό ὅτι θά πέσει «σκοῦπα στήν Ἀθήνα γιά τούς λαθρομετανάστες». Τήν σκοῦπα κ. ὑπουργέ τήν χρησιμοποιοῦμε γιά νά μαζεύουμε σκουπίδια. Αὐτή τήν ἀντίληψη ἔχετε λοιπόν γιά τούς λαθρομετανάστες; Καί ἀφοῦ αὐτά τά κατ'ἐσᾶς σκουπίδια τά φέρνετε σέ μᾶς ἀντιλαμβανόμαστε τί γνώμη ἔχετε καί γιά μᾶς. Ἄλλωστε αὐτό ἔχει φανεῖ πρό πολλοῦ ἀφοῦ ἀφήσατε τόν τόπο αὐτό νά ρημάξει, ἀφοῦ κλείσατε τά σχολεῖα του κλπ. Ἐμεῖς ὅμως δέν ἔχουμε αὐτή τήν ἀντίληψη καί γι'αὐτό δέν θέλουμε νά γίνουμε συνεργοί στήν ἀθλιότητα πού ἀκούει στό ὄνομα «στρατόπεδο συγκεντρώσεως».

Ἀλήθεια! πότε κάνατε κάτι σωστό καί ὁλοκληρωμένο σ'αὐτό τόν τόπο γιά νά πιστέψουμε ὅτι θά τό κάνετε καί τώρα; Ὑποτίθεται ὅτι ξεκινάτε ἕνα ἔργο σέ ἕνα ὑπουργεῖο καί τό ἀφήνεται γιά νά πᾶτε σέ ἄλλο, ἀποδεικνύοντας τόσο καθαρά ὅτι σᾶς ἐνδιαφέρει ἡ καρέκλα καί ὄχι τό ἔργο. Ἔχετε νά μᾶς ὑποδείξετε ἕνα ἄλλο ἔργο στήν Ἑλλάδα πού νά ἔγινε τόσο γρήγορα, ὅσο θά τό κάνετε ἐσεῖς, τόσο ἀξιόπιστα καί τόσο φερέγγυα γιά νά πιστέψουμε ὅτι θά τό κάνετε καί τώρα; Μιά ἀποθήκη ἀνθρώπων θά φτιάξετε, μιά χωματερή ἀνθρώπων καί τίποτα ἄλλο. Εἴπατε ὅτι θά φυλάσσεται τόσο καλά, ὥστε κανείς δέν θά μπαίνει καί κανείς δέν θά βγαίνει. Μά λοιπόν μᾶς θεωρεῖτε τόσο ἀφελεῖς;

Ἀλήθεια μπορεῖτε νά μᾶς ὑποδείξετε ἕνα τέτοιο κέντρο στήν Εὐρώπη νά τό ἐπισκεφθοῦμε, νά δοῦμε τίς προδιαγραφές του καί νά καταλάβουμε τί «παράδεισο» θά φτιάξετε γι' αὐτούς τούς δύστυχους ἀνθρώπους. Ποῦ θά μένουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι χειμῶνα-καλοκαίρι; Σέ σκηνές, σέ παραπήγματα, σέ κτίρια; Ὅσο ἔγκαιρα ἔφτασαν φέτος τά βιβλία στά σχολεῖα, ἄλλο τόσο γρήγορα θά γίνουν αὐτά πού ὑπόσχεσθε. Φαντάζεστε τί ἐμπειρία ζωῆς θά ἀποκτήσουν τά παιδιά μας βλέποντας ἀνθρώπους μέσα σέ συρματοπλέματα ἤ βλέποντας τά ἄλλα παιδιά, σάν παιδιά ἑνός κατώτερου Θεοῦ πίσω ἀπό τά κάγκελα!!! Γιά μιά ἀκόμη φορά δουλειές τοῦ ποδαριοῦ. Μέ τή δυστυχία τῶν ἀνθρώπων δέν κάνουμε τόσο φθηνή πολιτική κ. Ὑπουργέ. Βρεῖτε ἅλλο τρόπο γιά νά πείσετε τούς Ἀθηναίους καί νά διεκδικήσετε τήν ἐπανεκλογή σας.

Ἀλήθεια, ἔχετε ποτέ ἐπισκεφθεῖ τή Νεάπολη; Ἔχετε δεῖ πόσο κοντά εἶναι τό στρατόπεδο; Εἶναι σχεδόν στά κράσπεδα τῆς πόλεως. Ἄν λοιπόν μπορεῖ νά γίνει ἕνα στρατόπεδο συγκεντρώσεως μέσα σέ μιά πόλη γιατί δέν τό φτιάχνετε λίγο ἔξω ἀπό τήν Κηφισιά, λίγο ἔξω ἀπό τήν Βάρκιζα, λίγο ἔξω ἀπό τήν Πεντέλη;

Κύριε Ὑπουργέ,

Εἶναι σημαντικό νά θυμᾶσθε τό ἀρχαῖο ρητό. Ὁ σωστός ἄρχοντας πρέπει νά θυμάται τρία πράγμαα. Πρῶτον ὅτι ἄρχει ἀνθρώπων, δεύτερον ὅτι διοικεῖ σύμφωνα μέ τούς νόμους καί τρίτον νά θυμάται ὅτι δέν θά εἶναι πάντα ἄρχων.

Τό πρόβλημα τό δημιούργησε ἡ ἄφρων καί ἀδιάφορη συμπεριφορά τοῦ πολιτικοῦ συστήματος πού κατέρρευσε. Γιά μένα ὡς ἄνθρωπο καί ὡς Ἐπίσκοπο αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καί ὀργίζομαι μαζί σας γιατί τούς ἀντιμετωπίζετε ὡς «σκουπίδια» καί «μπάζα» τώρα πού δέν ἐξυπηρετοῦν τίς πολιτικές σας. Θά τούς διακονοῦσα προσωπικά καί ἐθελοντικά μέ πολύ προθυμία. Ἄν διαφωνῶ μαζί σας εἶναι γιατί δέν δέχομαι νά γίνω συνεργός στήν ἀθλιότητα πού ἐπιχειρεῖτε καί στήν περιφρόνηση τῆς τοπικῆς κοινωνίας μας.

Ὁ Μητροπολίτης – Ὁ Σιανίου καί Σιατίστης Παῦλος

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 23 Μάρτιος 2012, http://www.romfea.gr/epikairotita/12009-epistoli-sisaniou-se-chrisohoidi

Καπιταλιστικό σύστημα & θεωρία ιμπεριαλισμού

Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και η συνεχιζόμενη επικαιρότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού

 

Του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα

 

Ι. Ιμπεριαλισμός και «παγκοσμιοποίηση»

Η εισβολή στο Ιράκ έφερε, με τον πιο τραγικό τρόπο, ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Προηγουμένως, το ζήτημα αυτό είχε – από πολλές πλευρές και ιδιαίτερα τους ορθόδοξους αλλά και ριζοσπάστες οπαδούς της θεωρίας της παγκοσμιοποίησης – επιχειρηθεί να εξοβελισθεί ως ξεπερασμένο από την ιστορική εξέλιξη. Αξίζει κανείς να θυμηθεί το κλίμα των σχετικών συζητήσεων στην περίοδο της διάλυσης και του πολέμου στην Γιουγκοσλαβία.

Τότε, από πολλές πλευρές όλου του πολιτικού και του θεωρητικού φάσματος, είχε υποστηριχθεί ότι η γιουγκοσλαβική κρίση ήταν αποτέλεσμα εσωτερικών αντιθέσεων και ιδιαίτερα της περίπου αυτοφυούς ανάδυσης τοπικών εθνικισμών και δεν έπαιζαν κανένα ρόλο ξένες μεγάλες δυνάμεις. Στις πιο φαιδρές εκδοχές μάλιστα αυτής της προσέγγισης περίπου υποστηριζόταν ότι οι ξένες δυνάμεις ενεπλάκησαν ακουσίως[1]. Είναι σαφές ότι η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ έπληξε σοβαρά όλες αυτές τις αντιλήψεις με τον ρητό αλλά και ταυτόχρονα ειρωνικό τρόπο που σοβαρά ιστορικά γεγονότα απαξιώνουν περίπου εν ριπή οφθαλμού μέχρι πρότινος κραταιές θεωρίες.

Αυτή η ευπρόσδεκτη «επιστροφή» της θεωρίας του ιμπεριαλισμού έχει, σε μεγάλο βαθμό, βασισθεί στο επίπεδο των εμπειρικών πεποιθήσεων. Δηλαδή αποδείχθηκε έμπρακτα – για άλλη μία φορά στην ιστορία – ότι στις διάφορες εθνικές και διεθνείς συγκρούσεις που ανέκυψαν στα τέλη του 20ου αιώνα και μετέπειτα υπάρχει και είναι σημαντικός ο ρόλος του «ξένου παράγοντα», δηλαδή «μεγάλων δυνάμεων» που πυροδοτούν, εκμεταλλεύονται ή/και επεμβαίνουν στις συγκρούσεις αυτές. Και φυσικά, διαψεύσθηκε οικτρά η αντίθετη εμπειρική πεποίθηση, δηλαδή ότι οι «μεγάλες δυνάμεις» είτε συνεργάζονται, είτε έχουν ενοποιηθεί σε ένα ενιαίο «αυτοκρατορικό γαλαξία» χωρίς συγκεκριμένη εδαφική βάση και δεν εμπλέκονται πλέον σε περιφερειακές συγκρούσεις και άλλες παρόμοιες μικρότητες.

Είναι όμως επίσης αναγκαίο αυτή η «επιστροφή» να συνοδευθεί με μία συστηματική μελέτη και ανάπτυξη της θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Φυσικά κάθε θεωρία ξεκινά από εμπειρικές πεποιθήσεις – δηλαδή προ-θεωρητικές διαγνώσεις των βασικών σημείων μίας συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας – και επάνω σε αυτές συγκροτεί την ανάλυσή της. Όμως είναι το θεωρητικό οικοδόμημα αυτό καθ' εαυτό και η μακροχρόνια ερμηνευτική ικανότητα της πραγματικότητας που επιδεικνύει που εν τέλει το κρίνουν.

Το κεντρικό επιχείρημα των αντίπαλων της θεωρίας του ιμπεριαλισμού – εκτός εκείνων που παραδοσιακά την απέρριπταν – είναι ότι ο ιμπεριαλισμός είναι χαρακτηριστικό της προηγούμενης ιστορικής περιόδου. Υποστηρίζεται ότι σήμερα διάγουμε μία νέα, εντελώς διαφορετική ιστορική περίοδο όπου η έννοια του ιμπεριαλισμού έχει περιπέσει σε αχρηστία καθώς η «παγκοσμιοποίηση» έχει ενιαιοποιήσει τον κόσμο και έχει εξαλείψει τις βάσεις δημιουργίας αντιπαλοτήτων μεταξύ κρατών, μπλοκ κρατών κλπ. Η συνεργασία είναι αυτή που κυριαρχεί ενώ οι συγκρούσεις είναι πολύ πιο υποδόριες και ελεγχόμενες. Συνεπώς η αυτοκρατορία (Hardt & Negri (2000)) ή ο μετα-ιμπεριαλισμός (Hayne (1999)) αντικαθιστούν τον ιμπεριαλισμό.

Κοινή βάση όλων αυτών των απόψεων είναι η θεωρία της παγκοσμιοποίησης ενώ στο μεθοδολογικό επίπεδο υπάρχουν – σε πολλές από αυτές (π.χ. στην αυτοκρατορία του Negri αλλά και στον μετα-ιμπεριαλισμό) – εμφανείς επιδράσεις του μετα-μοντερνισμού. Σε αναλυτικό επίπεδο όλες αυτές οι θεωρίες είναι ουσιαστικά αναδιατυπώσεις της τραγικά διαψευσμένης από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο θεωρίας του Kautsky (1914) περί υπεριμπεριαλισμού (και της αντίστοιχης του Hobson (1902) περί διιμπεριαλισμού).

Η θεωρία της παγκοσμιοποίησης αποτελεί ένα ισχυρό κυρίαρχο ιδεολόγημα σήμερα το οποίο, δυστυχώς, έχει σοβαρές επιδράσεις και σε ριζοσπαστικές απόψεις. Το ιδεολόγημα αυτό έχει αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο σήμερα για το καπιταλιστικό σύστημα καθώς αποδιαρθρώνει τη λογική κάθε αντίστασης στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις (καθώς αυτή έχει αντικειμενικά εθνική βάση όσο και εάν απαιτείται να αποκτά διεθνιστικό χαρακτήρα) και παράγει μία εύκολη «αντιπολίτευση του βασιλέως» με την μορφή υποτιθέμενα αντικαπιταλιστικών υπερεθνικών ουτοπιών.

Σήμερα βέβαια η θέση περί «παγκοσμιοποίησης» αμφισβητείται σοβαρά ακόμη και σε ορθόδοξους κύκλους[2]. Έχει δειχθεί πειστικά ότι η «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι (α) ούτε καινοφανής, (β) ούτε μη-αναστρέψιμη και, (γ) σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την κεντρικότητα του εθνικού κράτους και της οικονομίας του.

Όσον αφορά την υποτιθέμενη πρωτοτυπία και μοναδικότητα της πεντηκονταετίας 1950-2000 έχει δειχθεί ότι δεν αποτελεί κάτι εξαιρετικό συγκρινόμενη με την περίοδο 1850-1914 σε ότι αφορά τις ροές εμπορευμάτων, επενδύσεων κεφαλαίου και εργατικής μετανάστευσης. Σε αυτή την δεύτερη περίοδο όλες αυτές οι διασυνοριακές ροές ήταν συγκρίσιμες ή ακόμη και μεγαλύτερες από ότι στην πρώτη περίοδο. Ακόμη και το επιχείρημα ότι η σημερινή εκδοχή της «παγκοσμιοποίησης» είναι πρωτότυπη γιατί χαρακτηρίζεται από μία πρωτοφανή απελευθέρωση των χρηματο-οικονομικών ροών – όπως για παράδειγμα επιπόλαια υποστηρίζουν διάφορες θεωρίες περί «καπιταλισμού – καζίνο» – έχει επίσης αμφισβητηθεί πειστικά[3].

Όσον αφορά την μη-αναστρεψιμότητα της «παγκοσμιοποίησης» είναι επίσης γνωστό ακόμη και σε επιπόλαιους γνώστες της ιστορίας ότι η προηγούμενη περίοδος αυξημένης απελευθέρωσης και ανόδου των διεθνών κεφαλαιακών ροών τερματίστηκε δραματικά στις αρχές του 20ου αιώνα με την όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και την επαναφορά προστατευτικών πολιτικών που συνοδεύθηκαν με την έκρηξη δύο παγκοσμίων πολέμων – αλλά και αρκετών τοπικών επίσης.

Τέλος, όσον αφορά την εξάλειψη της σημασίας του εθνικού κράτους και της οικονομίας του έχει επίσης δειχθεί ότι τόσο στην περίοδο 1850-1914 όσο και σήμερα δεν ισχύει (βλέπε Hirst & Thompson (1999)). Μάλιστα, ακόμη και στην σημαντική περίπτωση των σημερινών πολυεθνικών εταιρειών (και φυσικά στην περίπτωση των προπατόρων τους του 19ου αιώνα) υπάρχει πάντα εθνική βάση συσσώρευσης αλλά και πολιτικής στήριξης (βλέπε Hirst & Thompson (1999), σ.80-96).

Με αυτή την έννοια αντί της «παγκοσμιοποίησης» είναι ορθότερο να αναφέρεται κανείς σε περιόδους αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό διαψεύδει διάφορες αιθεροβάμονες ριζοσπαστικές απόψεις που θεωρούν ότι ο καπιταλισμός – ένα σύστημα που γεννήθηκε με βάση τα εθνικά κράτη – θα εξαλείψει μόνος του τους εθνικούς διαχωρισμούς (και τις πολεμικές συγκρούσεις που τους συνοδεύουν) και θα προκύψει μία «καθαρή» ταξική αντιπαράθεση σε παγκόσμιο επίπεδο που δεν θα περιπλέκεται από τα όντως ακανθώδη εθνικά ζητήματα. Όπως εύστοχα είχε επισημάνει ο Bukharin (1976), το καπιταλιστικό σύστημα διαπερνάται από μία οργανική αντίφαση μεταξύ της τάσης διεθνοποίησης και της τάσης εθνικοποίησης του κεφαλαίου- δηλαδή της αύξησης της διεθνούς αλληλεξάρτησης της παγκόσμιας οικονομίας και της διαίρεσης της τελευταίας σε εθνικά μπλοκ – την οποία δεν πρόκειται ποτέ να επιλύσει. Έτσι περίοδοι αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου (με ενδεχομένως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η κάθε μία) διαδέχονται περιόδους επιστροφής στις εθνικές βάσεις και διαίρεσης σε κλειστά αντίπαλα μπλοκ.

Τέλος, υπάρχει άλλο ένα σημαντικό συναφές ζήτημα που αποσταθεροποιεί επίσης κρίσιμες πλευρές της θέσης περί παγκοσμιοποίησης. Έχει υποστηριχθεί ότι η απελευθέρωση των διεθνών κεφαλαιακών ροών – και η αντίστοιχη της εργασίας – θα ευνοήσουν την ανάπτυξη των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών και εν τέλει θα οδηγήσουν στην σύγκλιση των επιπέδων ανάπτυξης των ανεπτυγμένων και των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών. Με τον τρόπο αυτό πράγματι ο πλανήτης μας θα γίνει ένα «ενιαίο παγκόσμιο χωριό». Όμως, τόσο στην προηγούμενη περίοδο αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου όσο και στην σημερινή διαψεύσθηκε οικτρά αυτή η ορθόδοξη πεποίθηση περί σύγκλισης. Αντιθέτως επιβεβαιώθηκε για πολλοστή φορά η θέση του Lenin για την ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ των διαφορετικών εθνικών οικονομιών. Η αυξημένη διεθνοποίηση όχι μόνο δεν μειώνει το χάσμα αναπτυγμένων και λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών αλλά αντιθέτως το αυξάνει καθώς κατά κανόνα λειτουργεί προς όφελος των πρώτων (π.χ. βλέπε Nayar (2006), σ.151 και 154). Όπως εύστοχα έχει δείξει η μαρξιστική προβληματική για τον ιμπεριαλισμό – και αντίθετα με τις νεοκλασσικές δοξασίες αλλά και κάποια ριζοσπαστικά «ανεστραμμένα είδωλα» τους – οι διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου ξεκινούν από την ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης, αποσκοπούν στην εκμετάλλευση τους και εν τέλει τα αναπαράγουν σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό[4]. Στην βάση αυτών των διαφορών γεννιούνται οι διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου και οι συνακόλουθοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί που κάθε άλλο παρά κάνουν τον κόσμο μας ένα ενιαίο, αγαπημένο πλανητικό χωριό.

Η απόρριψη της θεωρίας της παγκοσμιοποίησης αποδεικνύει την συνεχιζόμενη επικαιρότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Όμως το πιο βασικό καθήκον παραμένει, δηλαδή η περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της θεωρίας. Σε αυτό στοχεύει να συνεισφέρει η εργασία αυτή. Στο επόμενο τμήμα θα δειχθεί συνοπτικά πως γεννήθηκε η θεωρία του ιμπεριαλισμού και ιδιαίτερα η μαρξιστική και ποιες υπήρξαν μέχρι σήμερα οι βασικές συζητήσεις στο εσωτερικό της. Ιδιαίτερα τονίζεται η συμβολή του Lenin (1975, 1977,1987) στην συγκρότηση του κεντρικού πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Στο τελευταίο τμήμα προτείνεται μία αναδιατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού, στην βάση του λενινιστικού πυρήνα της, που παίρνει υπ' όψη νεότερες ιστορικές έρευνες για το παρελθόν του καπιταλιστικού συστήματος αλλά και σύγχρονες εξελίξεις.

ΙΙ. Η ιστορική εποχή και η πορεία συγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό

Η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα σε μία κρίσιμη φάση του καπιταλιστικού συστήματος. Στους δύο προηγούμενους αιώνες το καπιταλιστικό σύστημα είχε εγκαθιδρυθεί στη Δύση (όπως επίσης και στην Ιαπωνία), είχε εξαπλωθεί σχεδόν σε όλο τον κόσμο (αξιοποιώντας συνήθως στοιχεία προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων), είχε γνωρίσει ήδη την πρώτη «χρυσή εποχή του» (δηλαδή μία μακρόχρονη περίοδο υψηλής και σχετικά απρόσκοπτης κερδοφορίας και καπιταλιστικής συσσώρευσης, τον 19οαιώνα) καθώς και μία μεγάλη περίοδο έντονης διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Από τα μέσα όμως του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στο τελευταίο τρίτο του το καπιταλιστικό σύστημα μπήκε στην πρώτη, βαθειά, δομική και επίσης σχετικά παγκόσμια (τουλάχιστον όσον αφορά τις επιπτώσεις της) κρίση του. Η πτώση της κερδοφορίας και οι επιπτώσεις της στην καπιταλιστική συσσώρευση οδήγησαν σε όξυνση του ανταγωνισμού η οποία μεταφέρθηκε και στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

Η όξυνση του διεθνούς ανταγωνισμού δεν πήρε φυσικά μόνο την μορφή του ανταγωνισμού μέσω των τιμών των εμπορευμάτων αλλά πάνω απ' όλα την διεκδίκηση «στρατηγικών όρων» ανώτερης κερδοφορίας και συσσώρευσης, δηλαδή τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών, αγορών και γενικότερα οικονομικών χώρων και φυσικά τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών από αυτούς. Στις συγκρούσεις αυτές τα διάφορα εθνικά (ακόμη και πολυεθνικά) κεφάλαια σχεδόν από την αρχή συνεπικουρήθηκαν από τα κράτη τους (κατά κανόνα) με αποτέλεσμα οι οικονομικές συγκρούσεις σύντομα να εξελιχθούν σε πολιτικές – και μετέπειτα στρατιωτικές – συγκρούσεις (καθώς είναι πάντα επίκαιρη η ρήση του Κλαούζεβιτς, που εύστοχα επικρότησε ο Lenin, ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής {και της οικονομίας θα μπορούσε να προσθέσει κανείς] με άλλα μέσα»).

Οι εξελίξεις αυτές ανέτρεψαν μία εδραία πεποίθηση του κλασικού φιλελευθερισμού, ότι δηλαδή ο καπιταλισμός – σε αντίθεση με το βίαιο και πολεμοχαρές παρελθόν των προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων – δεν έχει ανάγκη τον πόλεμο αλλά την ειρήνη, καθώς ο πρώτος αποθαρρύνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αυτό συνοδευόταν με την θέση ότι η καπιταλιστική κερδοφορία ευνοείται αποκλειστικά και μόνο από το ελεύθερο εμπόριο – αγνοώντας ότι τα πρώτα κρίσιμα βήματα του το καπιταλιστικό σύστημα (τόσο στο εμπόριο όσο και στην βιομηχανία) τα έκανε κάτω από τις φτερούγες του εμποροκρατικού προστατευτισμού.

Η επιστροφή του προστατευτισμού, του αγώνα δρόμου για τον έλεγχο γεωγραφικών περιοχών και η όξυνση των συναφών πολιτικο-στρατιωτικών συγκρούσεων οδήγησε στις πρώτες προβληματικές περί ιμπεριαλισμού οι οποίες γεννήθηκαν σαν ετερόδοξες αστικές θεωρίες. Η πρώτη συγκροτημένη εκδοχή είναι αυτή του Άγγλου Φαβιανού J.Hobson (1902), που συνέδεσε τον ιμπεριαλισμό με την οικονομική κρίση του καπιταλισμού (την οποία απέδωσε στην υποκατανάλωση) και υποστήριξε ότι φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις του συστήματος (όπως η εργατική εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο και ο ελεύθερος συνδικαλισμός) θα ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης και συνεπώς θα επιλυθεί το πρόβλημα της υποκατανάλωσης. Επομένως δεν θα υπάρχει λόγος οικονομικής εξόδου στο εξωτερικό και πολιτικο-στρατιωτικών συγκρούσεων για να την υποστηρίξουν. Ακολούθησαν άλλες θεωρίες – συχνά στα πλαίσια αυτού που ονομάσθηκε αντι-ιμπεριαλιστικός φιλελευθερισμός – μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει αυτή του Schumpeter (1919), η οποία αποδίδει τον ιμπεριαλισμό σε προ-καπιταλιστικά κατάλοιπα. Σύντομα όμως είναι το εργατικό κίνημα και το σοσιαλιστικό ρεύμα αυτό που παίρνει την πρωτοκαθεδρία στις συζητήσεις – αλλά και στην κοινωνική και πολιτική δράση – σχετικά με τον ιμπεριαλισμό. Αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο καθώς, σε μεγάλο βαθμό, οι αστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό απηχούσαν την παλιά ορθοδοξία του συστήματος η οποία όμως είχε πλέον περιπέσει σε αχρηστία καθώς οι «νέοι καιροί» του συστήματος απαιτούσαν άλλες θεωρίες και άλλα εργαλεία πολιτικής. Αντιθέτως, το εργατικό κίνημα είχε κάθε λόγο να συνδέσει την πάλη του με τον αντι-ιμπεριαλισμό καθώς η όξυνση της εκμετάλλευσης συνδέεται άμεσα με την όξυνση του ανταγωνισμού και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και καθώς επίσης είναι οι εργάτες που προμηθεύουν το απαραίτητο «κρέας για τα κανόνια». Στην βάση αυτή αναπτύχθηκε η κλασική μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό στην περίοδο πριν και μετά τον Α' Παγκ.Πόλεμο.

Το πρώτο σημαντικό έργο στα πλαίσια της μαρξιστικής παράδοσης ήταν το «Χρηματιστικό Κεφάλαιο» του R.Hilferding (που άρχισε να γράφεται το 1905 στην Βιέννη, αλλά ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε το 1910 στην Γερμανία). Βέβαια, πρέπει να τονιστεί ότι ο ίδιος ο Hilferding δεν χρησιμοποιούσε στο βιβλίο του τον όρο «ιμπεριαλισμός» αλλά αναφέρεται σε «σύγχρονη προστατευτική πολιτική», «σύγχρονη αποικιακή πολιτική» ή «εξωτερική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου». Ο όρος «ιμπεριαλισμός» εμφανίζεται στο τελευταίο μέρος (Μέρος V). Όταν όμως τελείωνε την μελέτη του ο όρος αυτός είχε γίνει το επίκεντρο των συζητήσεων. Άρρητα, ο Hilferding θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός είχε μπει σε μία νέα εποχή, αυτή των μονοπωλίων, που ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που έζησε και μελέτησε ο Marx. Ουσιαστικά – αλλά χωρίς να δηλώνεται πουθενά ρητά – στόχος του ήταν να γράψει το «Κεφάλαιο» αυτής της νέας εποχής που θεωρούσε ότι σηματοδοτούσε το χρηματιστικό κεφάλαιο. Συνοπτικά, υποστήριζε ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νέου αυτού προσώπου του καπιταλισμού ήταν ότι οι τάσεις συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης οδηγούν στον σχηματισμό και την κυριαρχία των μονοπωλίων[5], με συνεπακόλουθο την κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού[6]. Η κυριαρχία αυτή βασίζεται στην συγχώνευση του τραπεζικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο, υπό την κυριαρχία του πρώτου. Το προϊόν αυτής της σύμφυσης είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Η μονοπωλιοποίηση της εσωτερικής αγοράς λειτουργεί ως «τροχοπέδη της παραγωγικότητας» (Hilferding (1981), σ.314) και οδηγεί στον περιορισμό της δυνατότητας επέκτασης της παραγωγής μέσα σε ορισμένα όρια. Ο περιορισμός των σφαιρών τοποθέτησης του κεφαλαίου οδηγεί στις εξαγωγές κεφαλαίου και οι βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες μετατρέπονται σε διεθνείς τραπεζίτες. Επιπλέον οι εξαγωγές κεφαλαίων ενισχύονται από την προστατευτική πολιτική των υψηλών δασμών που επιβάλλονται από τα μονοπώλια. Έτσι, ο ρόλος του προστατευτισμού μετασχηματίζεται ριζικά και από αμυντικό μέσο εναντίον της εισόδου στην εγχώρια αγορά ξένων κεφαλαίων γίνεται, επιπλέον, ένα μέσο κατάκτησης ξένων αγορών εφόσον δίνει τεράστια πλεονεκτήματα στα εγχώρια κεφάλαια. Οι εξαγωγές κεφαλαίων, συνεπικουρουμένων από τα κράτη τους, οδηγεί σε συγκρούσεις και πόλεμους για νέα εδάφη και σφαίρες επιρροής.

Η θεωρία του Hilferding είχε σημαντική απήχηση σε εχθρούς και φίλους από όλες τις πτέρυγες της μαρξιστικής παράδοσης. Αυτή η απήχηση προέκυπτε από την αναλυτική της συνοχή, την πρωτοτυπία της καθώς επίσης και το ότι η θέση περί χρηματιστικού κεφαλαίου αντανακλούσε πιστά τα ιστορικά δεδομένα των γερμανόφωνων χωρών και της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης[7]. Αγνοήθηκε έτσι ότι η ανάλυση του έχει σοβαρές αδυναμίες και ελλείψεις. Ιδιαίτερα αγνοήθηκε ότι η εμπειρική επιβεβαίωση της έννοιας του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι εξαιρετικά αμφισβητίσημη καθώς δεν ίσχυε για τις αγγλοσαξωνικές χώρες, την Γαλλία και το μεγαλύτερο τμήμα της Δύσης. Επίσης, μία σειρά άλλες αναλυτικές αδυναμίες όπως η θεωρία κρίσης του (ένα ιδιόμορφο μίγμα κρίσης υποκατανάλωσης και δυσαναλογίας), η αδυναμία συνεκτικής ερμηνείας του πως προκύπτει αυτό το ανενεργό περίσσευμα κεφαλαίου καθώς και η λανθάνουσα αποδοχή του μίας παραλλαγής της σημερινής νεοκλασικής θεωρίας περί σύγκλισης δεν επισημάνθηκαν τουλάχιστον επαρκώς. Πάνω απ' όλα δε αγνοήθηκε ότι με την θεωρία του περί ανταγωνισμού ουσιαστικά θέτει στο περιθώριο την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας του K.Marx.

Ο Κ.Kautsky δεν είχε μία συστηματική καί ολοκληρωμένη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό. Δανειζόταν την ανάλυση του Hilferding, και μάλιστα με αρκετά υποτιμητικό τρόπο, συχνά, περίπου διεκδικώντας την πατρότητα και την αυθεντικότητα της. Υποστήριζε ότι η ιμπεριαλιστική πολιτική εκφράζει τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων, αλλά βρίσκει αντίθετες μερίδες του βιομηχανικού κεφαλαίου που εξακολουθούσαν να έχουν συμφέρον την ειρήνη και το ελεύθερο εμπόριο. Έμεινε γνωστός για την εξαιρετικά άστοχη θέση του περί υπερ-ιμπεριαλισμού, , σύμφωνα με την οποία οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν ειρηνικά τις μεταξύ τους αντιθέσεις, να διαμοιράσουν τον κόσμο και να συμφωνήσουν στην συνεκμετάλλευση του.

Η επόμενη συνεισφορά που ξεχώρισε ήταν αυτή της R.Luxembourg, που είναι σήμερα ευρέως γνωστή λόγω της συγγένειας της τόσο με πλευρές της κεϋνσιανής θεωρίας όσο και με το νεότερο ρεύμα της Θεωρίας της Εξάρτησης των P.Sweezy και P.Baran (1968). Παρόμοια με τον Hobson θεωρούσε ότι όλα ξεκινούσαν από την κρίση υποκατανάλωσης που οργανικά διαπερνά τον καπιταλισμό καθώς το περιορισμένο εισόδημα της εργατικής τάξης – μαζί με τις επενδυτικές και καταναλωτικές δαπάνες των καπιταλιστών – αδυνατεί να καλύψει το σύνολο των παραγόμενων προϊόντων. Συνεπώς χρειάζονται κάποια «τρίτα πρόσωπα» – ούτε εργάτες ούτε καπιταλιστές – για να απορροφήσουν τα πλεονάζοντα εμπορεύματα αλλιώς προκύπτει κρίση πραγματοποίησης. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες αυτές οι ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις περιορίζονται δραστικά και συνεπώς απομένει κυρίως η διέξοδος κάποιων άλλων μη-καπιταλιστικών χωρών. Συνεπώς, ο ιμπεριαλισμός για την Luxembourg ήταν ο ανταγωνισμός των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών για την επικυριαρχία σε υπανάπτυκτες μη-καπιταλιστικές χώρες ώστε να εξασφαλισθούν διέξοδοι για την επιπλέον παραχθείσα αξία. Στον βαθμό που ο χώρος αυτός συρρικνωνόταν ο καπιταλισμός αντικειμενικά όδευε προς την οικονομική του κατάρρευση. Τα προβλήματα της θεωρίας της Luxembourg είναι ευρέως γνωστά, ξεκινώντας από το πιο θεμελιακό, δηλαδή την θεωρία υποκατανάλωσης της. Όπως έδειξαν πολλοί – πρώτος μεταξύ των οποίων ο Bukharin – τίποτα δεν αποκλείει η επιπλέον αξία να καλυφθεί από τις αυξανόμενες δαπάνες των ίδιων των καπιταλιστών καθώς οι τελευταίοι επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους.

Η συνεισφορά που σφράγισε την μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό είναι αναμφίβολα αυτή του Lenin. Σίγουρα δεν χρήζει παρουσίασης. Αξίζει όμως να τονισθούν ιδιαίτερα ορισμένες σημαντικές πλευρές της που συχνά διαφεύγουν της προσοχής.

Πρώτον, ο Lenin είναι ο πρώτος που συνδέει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού με μία ρητή θεωρία περιοδολόγησης του καπιταλισμού. Η αξία της περιοδολόγησης του καπιταλισμού είναι γνωστή καθώς έτσι μπορεί μία γενική ανάλυση να συγκεκριμενοποιηθεί περαιτέρω και φυσικά μία πολιτική στάση να αποκτήσει συγκεκριμένους οδηγούς και σημεία προσανατολισμού. Ο Lenin συνδέει ρητά τον ιμπεριαλισμό με το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μάλιστα παρόλο που στο πιο γνωστό κείμενο του – για πολιτικούς λόγους όπως σαφώς φαίνεται και στο ίδιο και στα «Τετράδια για τον ιμπεριαλισμό» – δίνει τον τίτλο του σταδίου στον ιμπεριαλισμό είναι ουσιαστικά ο προηγούμενος που τον κατέχει. Με αυτή την έννοια ο ιμπεριαλισμός είναι ουσιαστικά η μορφή οργάνωσης του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Βέβαια η μεθοδολογία και τα κριτήρια περιοδολόγησης του Lenin είναι εξαιρετικά αντιφατικά και έχουν σημαντικά προβλήματα, όμως είναι ο πρώτος που εγκαινιάζει με σοβαρό τρόπο το πεδίο αυτό.

Δεύτερον, είναι ο πρώτος – μετά από κάποιες αρχικές αντιφάσεις – που ορίζει την διαδικασία κρίσης που εν τέλει οδηγεί στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς όχι σαν κρίση υποκατανάλωσης ή δυσαναλογίας αλλά σαν κρίση πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η προσέγγιση αυτή – χωρίς να είναι εδώ αναγκαίο να ανοιχθεί η συζήτηση περί θεωρίας κρίσης – είναι εκείνη που σήμερα συγκεντρώνει την μεγαλύτερη αναλυτική και εμπειρική επιβεβαίωση.

Τρίτον, ξεκαθαρίζει ότι η μονοπωλιοποίηση δεν καταργεί τον ανταγωνισμό αλλά γεννάται από αυτόν και τον οξύνει. Αυτή η προσέγγιση, που είναι σήμερα εμπειρικά δικαιωμένη, ήταν και αυτή που περιέγραψε ο Marx. Στην μαρξιστική παράδοση – αλλά όχι, παραδείγματος χάριν, στον Hilferding – το μονοπώλιο αντί να αποκλείει τον ανταγωνισμό παραπέμπει σε πιο έντονες και πολύπλοκες μορφές ανταγωνισμού. Αντίθετα, στην αστική θεωρία το μονοπώλιο (ή το ολιγοπώλιο) παραπέμπουν στην κατάργηση του ανταγωνισμού.

Τέταρτον, είναι πάντα επίκαιρη και εύστοχη – και απουσιάζει από άλλες προσεγγίσεις – η έμφαση που αποδίδει στην ανισόμερη ανάπτυξη και στις επιπτώσεις της στους ενδοκαπιταλιστικούς και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Πέμπτον, είναι επίσης πάντα επίκαιρη και εύστοχη – και επίσης διακρίνει την προσέγγιση του από τις υπόλοιπες – η έμφαση που αποδίδει όχι μόνο στην εξαγωγή εμπορευμάτων αλλά και στην εξαγωγή κεφαλαίου. Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο καθώς η διεθνοποίηση των τριών βασικών μορφών του κεφαλαίου (εμπορικό, χρηματικό, παραγωγικό) ακολούθησε σχετικά διαφορετικούς δρόμους και είχε διαφορετική έκταση και συνέπειες σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Έτσι, όπως δείχνουν νεότερες προβληματικές και έρευνες, στην φάση αυξημένης διεθνοποίησης του πρώτου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος (που συνήθως ονομάζεται στάδιο του ελεύθερου ανταγωνισμού) ήταν το εμπορικό κεφάλαιο – δηλαδή οι εξαγωγές εμπορευμάτων αυτό που κυριαρχούσε. Αντιθέτως, στην αντίστοιχη φάση του σταδίου του μονοπωλιακού καπιταλισμού – στην οποία αναφέρεται ο Lenin – ήταν το χρηματικό κεφάλαιο (σε άλλη ορολογία οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου και κυρίως με την μορφή του τραπεζικού δανεισμού) που έδιναν τον τόνο. Τέλος, φαίνεται ότι από τα μέσα του 20ου αιώναπαραγωγικό κεφάλαιο (σε άλλη ορολογία οι άμεσες ξένες επενδύσεις) – μέσω των πολυεθνικών εταιρειών και όχι μόνο – που δίνει τον τόνο στις τάσεις διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Βέβαια ο Lenin όταν αναφέρεται στην εξαγωγή κεφαλαίου έχει υπ' όψιν του κυρίως τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, που κυριαρχούσαν στην εποχή του. είναι το

Υπάρχουν φυσικά και προβλήματα, αντιφάσεις και σφάλματα στην προσέγγιση του Lenin. Δύο από αυτά αξίζει να αναφερθούν ιδιαίτερα.

Πρώτον, είναι εσφαλμένη η υιοθέτηση εκ μέρους του αυτούσιας της θέσης περί χρηματιστικού κεφαλαίου του Hilferding με τα γνωστά προβλήματα που προαναφέρθηκαν. Βέβαια, ο Lenin δείχνει σε διάφορα κείμενα ότι ήταν ενήμερος των προβλημάτων αυτών (π.χ. Lenin (1977), τομ.32, διάλεξη «Πόλεμος και Επανάσταση», επίσης στην συλλογή Lenin (1987), σ.122). Παρόλα αυτά διατηρεί την αναφορά στην θέση αυτή.

Δεύτερον, είναι παραπλανητική η αίσθηση που αποπνέουν – συνήθως για πολιτικούς λόγους – τα κείμενα του ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Γι' αυτό έχει κατηγορηθεί από πολλούς (π.χ. Harvey (2004), σ.69). Βέβαια, όπως αποδεικνύει μεταξύ άλλων ένα πρόσφατο «Σημείωμα των Εκδοτών» της Monthly Review (2004), στην θεωρία του o Lenin κάθε άλλο παρά διακατέχεται από μία τέτοια πεποίθηση. Ενδεικτικά, δείχνουν ότι ο Lenin αρχικά σχεδίαζε να δώσει στο βιβλίο «Ιμπεριαλισμός» τον τίτλο «Τα Βασικά Χαρακτηριστικά του Σύγχρονου Καπιταλισμού», ενώ στο χειρόγραφο του 1916 χρησιμοποίησε τον τίτλο «Ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Τελικά, το βιβλίο εκδόθηκε το 1917 με τον τίτλο «Ιμπεριαλισμός, το πιο πρόσφατο στάδιο του καπιταλισμού». Ήταν στην επανέκδοση του βιβλίου μετά τον θάνατο του που επαναφέρθηκε ο τίτλος του χειρόγραφου. Όμως η αίσθηση που αποπνέουν πολλές πολιτικής σκοπιμότητας διατυπώσεις βαραίνει άδικα την θεωρία του.

Μετά την κλασική μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό των αρχών του 20ου αιώνα ακολούθησαν και άλλες συνεισφορές που δεν υπάρχει η δυνατότητα εδώ να συζητηθούν. Όμως όλες σε μεγάλο βαθμό υστερούν σε βάθος και αναλυτική στιβαρότητα σε σχέση με εκείνες τις πρώτες συνεισφορές. Σε μεγάλο βαθμό μάλιστα οι μετέπειτα συζητήσεις νόθευσαν ή τροποποίησαν εσφαλμένα βασικές πλευρές της αρχικής συζήτησης.

ΙΙΙ. Για μία σύγχρονη αναδιατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό

Μία σύγχρονη αναδιατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό οφείλει να βασισθεί στην προσέγγιση που αποτέλεσε το βάθρο της κλασικής συζήτησης και ιδιαίτερα της προσέγγισης του Lenin. Ο ιμπεριαλισμός είναι πρώτα και κύρια οικονομική διαδικασία από την οποία προκύπτουν πολιτικο-στρατιωτικές διαδικασίες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα καθώς – σαν αποτέλεσμα εσφαλμένων απόψεων που κυριάρχησαν μετά την κλασική συζήτηση – πολλές φορές ο ιμπεριαλισμός ταυτίζεται απλά και μόνο με την πολιτικο-στρατιωτική επέμβαση και σύγκρουση. Η οικονομική αυτή διαδικασία – δηλαδή η εξαγωγή κεφαλαίων είτε με όλες είτε με κάποιες από τις τρεις θεμελιακές μορφές του κεφαλαίου (δηλαδή η εξαγωγή εμπορευμάτων, η εξαγωγή χρηματικού κεφαλαίου και η εξαγωγή παραγωγικών δραστηριοτήτων) γεννιέται από τις – πολλές φορές ακόμη πρώιμες και λανθάνουσες – κρισιακές τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Με αυτή την έννοια αποτελεί ταυτόχρονα ένδειξη δύναμης και αδυναμίας[8]. Αυτή η οικονομική έξοδος στο εξωτερικό οδηγεί σε σύγκρουση με άλλα κεφάλαια από άλλες χώρες που υιοθετούν την ίδια κίνηση. Στην οικονομική αυτή σύγκρουση έρχεται να προστεθεί η πολιτική συνεπικουρία των κρατών προέλευσης ή στήριξης των κεφαλαίων αυτών, γεγονός που μετατρέπει την οικονομική σύγκρουση και σε πολιτική. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής συχνά διαμορφώνονται λιγότερο ή περισσότερο σταθερά και μόνιμα μπλοκ κεφαλαίων και κρατών.

Η κλασική συζήτηση επεσήμαινε επίσης ότι η ιμπεριαλιστική σύγκρουση είναι εν τέλει σύγκρουση μεταξύ αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών καθώς αυτές ερίζουν για επέκταση της γεωγραφικής κυριαρχίας του και δευτερευόντως σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλιστικών χωρών και χωρών που υφίστανται την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα. Με βάση την ιστορική εμπειρία της περιόδου της κλασικής συζήτησης αυτό έπαιρνε συνήθως την μορφή επέκτασης των ιμπεριαλιστικών χωρών σε λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές, σύγκρουση – μερικές φορές «δι' αντιπροσώπων» – με άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες στο έδαφος αυτό και τέλος την έκρηξη της σύγκρουσης στο έδαφος των ίδιων των αναπτυγμένων ιμπεριαλιστικών χωρών. Αυτό ήταν το κλασικό σενάριο στην περίοδο που οδήγησε στον Α΄ Παγκ.Πόλεμο.

Με βάση τα παραπάνω, ο ιμπεριαλισμός μπορεί να ορισθεί ως η εξαγωγή από τις ισχυρότερες καπιταλιστικές δυνάμεις των κρισιακών τάσεων στο εξωτερικό λόγω αυξημένου εθνικού και διεθνούς ανταγωνισμού που οδηγεί σε διεκδίκηση σφαιρών επιρροής – σε βάρος άλλων λιγότερο ισχυρών χωρών – που αποσκοπεί όμως εν τέλει στην υπερίσχυση έναντι άλλων ισχυρών καπιταλιστικών δυνάμεων. Συνεπώς, οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί αποτελούν τον κινητήριο μοχλό όλης της διαδικασίας. Η πολιτικο-στρατιωτική σύγκρουση (ανοικτή είτε συγκαλυμμένη) είναι το αναγκαίο συνεπακόλουθο της διαδικασίας αυτής.

Με αυτή την έννοια ο ιμπεριαλισμός δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο του δευτέρου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος – ή και κάποιου ενδεχόμενου διαδόχου του – αλλά γενικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος. Δηλαδή ο ιμπεριαλισμός αποτελεί τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού. Επομένως, και στο πρώτο στάδιο του καπιταλισμού – αλλά ακόμη και στο μεταβατικό προστάδιο της εμποροκρατίας – κυριαρχούν ιμπεριαλιστικές σχέσεις. Οι αποικιακές αυτοκρατορίες, το εμπόριο σκλάβων και ακόμη και η πειρατεία δεν αποτελούσαν κατάλοιπα κάποιων προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων αλλά είχαν μετασχηματισθεί και ενσωματωθεί πλήρως σε διαδικασίες της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος[9]. Στο στάδιο αυτό κυριαρχεί η εξαγωγή εμπορικού κεφαλαίου (δηλαδή εμπορευμάτων) αν και υπάρχουν επίσης και εξαγωγές χρηματικού και παραγωγικού κεφαλαίου (και ακόμη και οι πρώτες πολυεθνικές εταιρείες, ιδιαίτερα με την μορφή των διαφόρων Εταιρειών των Ινδιών κλπ.). Αντίστοιχα, όπως προαναφέρθηκε, στο δεύτερο στάδιο του καπιταλισμού κυριαρχεί η εξαγωγή χρηματικού κεφαλαίου. Τέλος, στην περίοδο από το τέλος του Β΄ Παγκ. Πολέμου και μετά φαίνεται ότι κάτι αλλάζει καθώς τον τόνο δίνουν – με διάφορες διακυμάνσεις – οι εξαγωγές παραγωγικού κεφαλαίου οι οποίες ενισχύονται μετά το 1945 και κυριολεκτικά εκτινάσσονται μετά το 1990 (βλέπε στοιχεία UNCTAD, World Investment Report, online database).

Στο σημείο αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής το γεγονός ότι στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο ο μεγάλος όγκος των διεθνών κεφαλαιακών ροών είναι μεταξύ των τριών αναπτυγμένων πόλων του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (Β.Αμερική, Δ.Ευρώπη, λεκάνη του Ειρηνικού) και ένα μικρότερο τμήμα μόνο κατευθύνεται προς άλλες λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές. Αυτό έχει χρησιμοποιηθεί από ορισμένους ως εμπειρική διάψευση της θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Χωρίς να πλατειάσει κανείς επάνω στο σημαντικό αυτό ζήτημα, αξίζει να επισημανθεί ότι και στην περίοδο 1850-1914 δεν διέφεραν πάρα πολύ οι αναλογίες αυτές. Όμως όσον αφορά την μεταπολεμική περίοδο σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει η διαμόρφωση τριών ευρύτερων πόλων διεθνούς συσσώρευσης και οι συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ τους. Ένα δεύτερο αξιοσημείωτο ζήτημα είναι η εμφάνιση τις τελευταίες δεκαετίες των λεγόμενων «πολυεθνικών των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών».

Στην ερμηνεία και των δύο αυτών ζητημάτων βοηθά η προσέγγιση του Lenin και ιδιαίτερα η θέση του περί ιμπεριαλιστικής αλυσίδας όπου ακόμη και μεσαίοι ή χαμηλότεροι κρίκοι της μπορούν να επιδοθούν σε ιμπεριαλιστικές δραστηριότητες σε βάρος όμοιων ή κατώτερων τους. Με αυτή την έννοια η εξαγωγή κεφαλαίου ως διαδικασία εκμετάλλευσης δεν λειτουργεί μόνο μεταξύ αναπτυγμένων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών αλλά και μεταξύ των ίδιων των αναπτυγμένων χωρών. Γι' αυτό άλλωστε η εξαγορά μεγάλων επιχειρήσεων από άλλες ξένες αποκτά σχεδόν πάντα σοβαρές πολιτικές διαστάσεις που παραμερίζουν ανενδοίαστα τα φληναφήματα περί ελεύθερου ανταγωνισμού.

Υπάρχει τέλος μία σημαντική ανοικτή συζήτηση σήμερα γύρω από τον προφανώς σημαντικό ρόλο του χρηματο-πιστωτικού συστήματος στην ιμπεριαλιστική διαδικασία. Είναι προφανές επίσης ότι η έννοια του χρηματιστικού κεφαλαίου, που ερμήνευε στην κλασική συζήτηση το πεδίο αυτό είναι ανεπαρκής. Και επίσης ότι χρήζουν ερμηνείας νέα φαινόμενα, όπως παραδείγματος χάριν η περίπτωση μεγάλων παραγωγικών επιχειρήσεων (όπως η General Electric και η General Motors) που όχι μόνο επιδίδονται σήμερα σε χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες αλλά που μάλιστα τα τελευταία χρόνια τα τμήματα τους αυτά συμβάλλουν στην κερδοφορία τους περισσότερο από τα παραγωγικά τμήματα τους (βλέπε Berman, Sender & McDonald (2005)).

Τέλος, ένα μεγάλο ζήτημα είναι αυτό που ήταν στο επίκεντρο της προβληματικής του Lenin. Δηλαδή πώς αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού συνδέονται με την περιοδολόγηση του συστήματος.

Όλα αυτά τα ζητήματα – και ενδεχομένως και σε άλλα που παραλείφθηκαν ή πρόκειται να ανακύψουν – καλείται να απαντήσει σήμερα η μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού για να συνεχίσει να είναι αναλυτικά και εμπειρικά υπέρτερη των αντιπάλων της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Baldwin, R. & Martin P, (1999), ‘Two Waves of Globalization: Superficial Similarities, Fundamental Differences', NBER Working Paper 6904 (January).

Βaran, P. & Sweezy, P. (1968), Monopoly Capital, New York: Monthly Review Press.

Berman, D., Sender, H. & McDonald, I. (2005), ‘GM auction won't be simple', Wall Street Journal, 27 April.

Brewer, A. (1980), Marxist Theories of Imperialism, London: Routledge.

Bucharin, N. (1976), Imperialism and World Economy, London: Merlin.

Hardt, M. & Negri, A. (2000), Empire, Massachusetts: Harvard University Press.

Harvey, D. (2004), ‘The ‘New' Imperialism', Socialist Register 2004.

Hayne, K. (1999), ‘Capitalism and the Periodization of International Relations: Colonialism, Imperialism, Ultraimperialism, and Postimperialism', Radical History Review no.57.

Hilferding, R. (1981), Finance Capital, London: Routledge.

Hirst, P. & Thompson, G. (1999), Globalization in Question: The International Economy and the Possibilities of Governance, Cambridge: Polity Press.

Hobson, J. (1902), Imperialism, London: Allen & Unwin.

Kautsky, K. (1914), Ultra-imperialism, Die Neue Zeit, September 11th.

Lenin, V.I. (1975), Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Lenin, V.I. (1977), Τετράδια για τον ιμπεριαλισμό, Άπαντα τομ.28, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Lenin, V.I. (1987), Για τον ιμπεριαλισμό και τους ιμπεριαλιστές, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Monthly Review (2004), ‘Notes from the Editors', Monthly Review vol.55 no. 8.

Nayyar, D. (2006), ‘Globalisation, history and development: a tale of two centuries', Cambridge Journal of Economics, no.30.

Schumpeter, J. (1919), The Sociology of Imperialism, Wien: Archiv fur Sozialwissenschaft und Sozialpolitik.

Zevin, R. (1988), ‘Are world financial markets more open? If so, why and with what effect?', paper delivered at WIDER Conference on Financial Openess, Helsinki.


[1] Αξίζει να θυμηθεί κανείς τα εξαιρετικά εύστοχα και ταυτόχρονα άκρως ειρωνικά σχόλια του Lenin (1977, τόμος 28 σ.243), για τις ανάλογες απόψεις του Kautsky ότι η σύγκρουση Αυστρίας – Σερβίας δεν προκλήθηκε αποκλειστικά από ιμπεριαλιστικές τάσεις αλλά έχει εξίσου εθνικιστικές ρίζες.

[2] Βλέπε, για παράδειγμα, την ανάλυση των Baldwin & Martin (1999) για μία από τις πρώτες ορθόδοξες αμφισβητήσεις της πρωτοτυπίας της περιόδου 1950-2000. Από μία πιο ριζοσπαστική σκοπιά ενδεικτική είναι η μελέτη των Hirst & Thompson (1999).

[3] Ο Zevin (1988) έδειξε αρκετά νωρίς ότι δεν υπάρχει κάποια συνταρακτική ιδιαιτερότητα στον τομέα αυτό και ότι στην περίοδο 1850-1914 η ενοποίηση των χρηματο-οικονομικών αγορών ήταν εξίσου σημαντική.

[4] Η νεοκλασσική θεωρία υποστηρίζει ότι ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός οδηγεί – υπό «κανονικές» συνθήκες (τέλεια πληροφόρηση, ανεμπόδιστη κίνηση των παραγωγικών συντελεστών κλπ.) – σε μία κατάσταση ισορροπίας όπου όχι μόνο εξισώνονται τα ποσοστά κερδοφορίας αλλά επιπλέον μηδενίζονται. Αυτό φυσικά σημαίνει απουσία κινήτρων για τα ατομικά κεφάλαια να επενδύσουν περαιτέρω και, φυσικά, να μετακινηθούν γεωγραφικά. Πρόκειται για ένα εμφανώς μη-ρεαλιστικό πόρισμα που απορρέει όμως από τις θεμελιώδεις υποθέσεις του νεοκλασσικού μοντέλου μεγέθυνσης. Έδω βασίζεται και η θέση περί σύγκλισης (convergence) και οι διάφορες παραλλαγές της.

Αντιθέτως, για την μαρξιστική θεωρία στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού κάθε ατομικό κεφάλαιο αποσκοπεί στην επίτευξη πρόσθετου κέρδους (πέραν του μέσου ποσοστού κέρδους που δεν αποτελεί ένα σημείο ισορροπίας αλλά ένα συνολικό κέντρο βαρύτητας του συστήματος). Μέσω της επίτευξης αυτού επιδιώκει να δημιουργήσει και να αναπαράγει ένα δικό του ανώτερο (και συνεπώς διαφορετικό) επίπεδο συσσώρευσης από αυτά των ανταγωνιστών του. Με τον τρόπο αυτό στοχεύει στο να αναπαράγει και να επιτείνει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του. Συνεπώς, για την μαρξιστική πολιτική οικονομία, επίσης για θεμελιακούς λόγους – και φυσικά χωρίς τις μεταφυσικές νεοκλασσικές «κανονικές συνθήκες» – η ανισόμερη ανάπτυξη αποτελεί τον κανόνα λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

[5] Ο Hilferding – όπως επισημαίνει ο Brewer (1982, σ.87) -θεωρούσε  δεδομένο ότι τα μονοπώλια σχηματίζονται σε εθνική βάση. Ήταν ο Bukharin και ο Lenin που έστρεψαν την προσοχή σε πολυεθνικά μονοπώλια.

[6] «Το καρτέλ αποκλείει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, με τον διαμοιρασμό της ποσότητας της παραγωγής που αντιστοιχεί στην εγχώρια κατανάλωση» (Hilferding (1981), σ.308)

[7] Και επίσης της Ιαπωνίας, την οποία όμως ουσιαστικά αγνοούσαν την περίοδο εκείνη.

[8] Με ένα παρόμοιο τρόπο προσεγγίζει ο Marx το ζήτημα της κρίσης: είναι η υπερβολική επιτυχία του συστήματος (η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου) αυτή που οδηγεί στην αποτυχία του (την κρίση).

[9] Με τον ίδιο τρόπο που η «πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου» σε εθνικό επίπεδο επιτεύχθηκε με την μετατροπή των καταλοίπων της παλαιότερης φεουδαρχίας σε καπιταλιστές γαιοκτήμονες με την χρήση βίαιων, ληστρικών και καθόλου «κανονικά καπιταλιστικών» μεθόδων και διαδικασιών.

 

* Ο Σταύρος Δ. Μαυρουδέας είναι  καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Οικονομικών

 

** Διημερίδα «Ιμπεριαλισμός: Αντιθέσεις και Αντιστάσεις». Διοργάνωση: περιοδικά Διάπλους, Στίγμα, Ουτοπία – ΕΜΠ, 31/3-1/4  2006, στον τόμο της Διημερίδας «Ιμπεριαλισμός: Αντιθέσεις και Αντιστάσεις», εκδόσεις ΚΨΜ

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 1-04-2006, Κόκκινη Σημαία

Η ΡΑΤΣΑ ΤΟΥ ΑΝΥΤΟΥ

Η ΡΑΤΣΑ ΤΟΥ ΑΝΥΤΟΥ:

Οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας, αντί να ασχολούνται με τις δυνατότητες εξόδου της χώρας από την παγίδα του δανεισμού, θέτουν διαρκώς εκβιαστικά εκλογικά διλήμματα στους Πολίτες, εκβιάζοντας τους εκβιαζόμενες – χωρίς κανένας να προβληματίζεται

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Αθηναίοι, σας παρακαλώ για ένα μόνο πράγμα: τους γιούς μου, όταν μεγαλώσουν, τιμωρείστε τους και βασανίστε τους, όπως σας βασάνιζα και εγώ – αν σας φανεί πως ενδιαφέρονται για τα χρήματα ή για οτιδήποτε άλλο, εκτός από την αρετή. Εάν δε νομίζουν πως είναι κάτι, χωρίς να είναι τίποτα, ντροπιάστε τους, όπως έκανα και εγώ με εσάς, γιατί δεν επιμελούνται εκείνα που πρέπει και νομίζουν πως είναι κάτι, όντας εντελώς ανάξιοι. Και αν κάνετε έτσι, θα έχετε σταθεί δίκαιοι και για μένα και για τους γιούς μου….Αλλά είναι καιρός να πηγαίνουμε – εγώ για να πεθάνω και εσείς για να ζήσετε. Ποιος από μας πηγαίνει στο καλύτερο, κανείς δεν το ξέρει παρά μόνο ο Θεός" (Σωκράτης)

"Στην Ελλάδα υπήρχαν πάντα οι δύο ράτσες – η ράτσα του Σωκράτη και η ράτσα του Άνυτου και της συντροφιάς του (Ο Άνυτος ήταν Αθηναίος πολιτικός** και πλούσιος βυρσοδέψης, ο οποίος κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όπου διετέλεσε στρατηγός, κατηγορήθηκε για προδοσία – ενώ αθωώθηκε δωροδοκώντας τους δικαστές). Η πρώτη κάνει το μεγαλείο του τόπου – η δεύτερη κάνει ακριβώς το αντίθετο. Τώρα όμως μου φαίνεται πως απέμεινε μόνο η ράτσα του Άνυτου – η πρώτη χάθηκε και πάει" (Καβάφης).      

Άρθρο

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της, έχοντας μετατραπεί σε ευρωπαϊκό προτεκτοράτο – καθώς επίσης στο μήλο της έριδος των υπερδυνάμεων (τόσο των αγορών και του καρτέλ με την Πολιτική, όσο και της Γερμανίας με τις Η.Π.Α. – ενώ ενδεχομένως θα συμμετέχουν σύντομα η Ρωσία και η Κίνα).

Εν τούτοις η Πολιτική της, αντί να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη των Πολιτών και τη συνοχή της χώρας (εκμεταλλευόμενη, μεταξύ άλλων, τα τεράστια γεωπολιτικά της πλεονεκτήματα τα οποία, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της, είναι τόσο μεγάλα), θεωρεί σκόπιμο να τοποθετεί συνεχώς εκλογικά διλήμματα («ευρώ ή κυβέρνηση συνεργασίας», «αυτοδυναμία ή καταστροφή» κλπ.) και να εκβιάζει εκβιαζόμενη. Παράλληλα, τοποθετείται δυστυχώς η μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης, κυρίως με τη βοήθεια των σκανδάλων διαφθοράς – με τα οποία, ξαφνικά και «τυχαία», βομβαρδιζόμαστε σχεδόν καθημερινά.  

Σύμφωνα όμως με αρκετά διεθνή ΜΜΕ, έχει ήδη αρχίσει το ξεπούλημα της Ελλάδας – αφού η δημόσια περιουσία της έχει σχεδόν εξ ολοκλήρου μεταβιβαστεί σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού (ΑΕ), την οποία συμβουλεύει (αναζητεί αγοραστές) η γερμανική «Germany Trade and Invest» (τα συμπεράσματα σε σχέση με το ρόλο της Γερμανίας και τις επισκέψεις των Ελλήνων υπουργών ανάπτυξης στο Βερολίνο, είναι αυτονόητα).   

Στα πλαίσια αυτά προωθείται με γρήγορους ρυθμούς η πώληση μεγάλων εδαφικών εκτάσεων στην Κέρκυρα και στη Ρόδο, καθώς επίσης του κέντρου Τύπου των Ολυμπιακών αγώνων, του παλαιού αεροδρομίου της Αθήνας, της διαχείρισης των εθνικών οδών, της ΔΕΠΑ, δεκαέξι κτιρίων στα οποία στεγάζονται υπουργεία και εφορίες, του ΟΠΑΠ, των ΕΛΠΕ, της ΔΕΗ, της ΕΥΔΑΠ, της ΕΥΑΘ, του ΤΤ, λιμανιών, μαρίνων, αεροδρομίων κλπ. Λέγεται δε ότι έχει «εξασφαλιστεί» η ανοχή τόσο των Ελληνικών ΜΜΕ, όσο και των ηγετών των εργατικών συνδικάτων – κάποιοι εκ των οποίων «αναφέρονται» επίσης στο Βερολίνο.     

Εν τούτοις, φαίνεται να αντιδρούν ακόμη και οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι, φανατικοί υπερασπιστές των αποκρατικοποιήσεων, οι οποίοι υποδεικνύουν τις οδυνηρές εμπειρίες της Βρετανίας από τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, λέγοντας ότι:

«Οι μαζικές πωλήσεις σε μία φθίνουσα αγορά, εν μέσω ύφεσης, οδηγούν συνήθως στην κατάρρευση των τιμών των ακινήτων, όπως επίσης όλων των υπολοίπων αξιών. Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται από πολύ επικίνδυνες παράπλευρες επιπτώσεις – ειδικά επειδή η πτώση των τιμών της ακίνητης περιουσίας, θα περιόριζε ακόμη περισσότερο την αγοραστική δυνατότητα και την κατανάλωση των Ελλήνων, δημιουργώντας παράλληλα τεράστια προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα».    

Σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, το ξεπούλημα θα πραγματοποιηθεί όταν (και εάν) τα κόμματα συνεργασίας στις επόμενες εκλογές εξασφαλίσουν 180 έδρες στη Βουλή – γεγονός που μάλλον θα τους επιτρέπει τα πάντα. Ακριβώς για το λόγο αυτό τηρείται «σιγή ιχθύος» στην τευτονοκρατούμενη Ευρωζώνη – ενώ προωθείται το «σενάριο συνεργασίας» από την ευρωπαϊκή ελίτ, υπό την ηγεσία της καγκελαρίου.

Παράλληλα αξιοποιείται η εμπειρία της αντίστοιχης γερμανικής εταιρείας ειδικού σκοπού (Treuhand), με την οποία λεηλατήθηκε στην κυριολεξία η Α. Γερμανία από τη Δυτική (οι ανατολικογερμανοί περπατούν ακόμη με σκυφτό κεφάλι, έχοντας υποφέρει τα πάνδεινα μετά την ένωση).    

Δυστυχώς όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των αγανακτισμένων, αποφασισμένων, εξοργισμένων ή άλλων πολιτών, εξακολουθούν να φαντασιώνονται μία εκ του ασφαλούς αντίδραση, μία εξέγερση και μία επανάσταση, την οποία θα προκαλέσει ένας απροσδιόριστος «από μηχανής Θεός» – ο οποίος θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους. Δεν είναι όμως ξεκάθαρο ότι η εποχή των Θεών, όπως και των χαρισματικών ηγετών, έχει προ πολλού παρέλθει;

 

*Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 26. Μαρτίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

Προς το ικρίωμα και η Ισπανία

Προς το ικρίωμα και η Ισπανία

Απειλή Μνημονίου. Η ΕΕ έθεσε υπό «στενή επιτήρηση» την οικονομία της και στέλνει ελεγκτές


Του Γιώργου Δελαστίκ


Μπορεί ο δεξιός Ισπανός πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι να έσπευσε στο Βερολίνο ελάχιστα 24ωρα μετά την εκλογή του στα τέλη Νοεμβρίου για να δώσει γην και ύδωρ στη Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ, αλλά αυτό δεν έσωσε τη χώρα του από τους κινδύνους υπαγωγής της σε καθεστώς Μνημονίου. «Οι Βρυξέλλες θέτουν κάτω από στενή επιτήρηση την ισπανική οικονομία» έγραφε η εφημερίδα «Ελ Παΐς» στον κεντρικό πρωτοσέλιδο τίτλο της το Σάββατο.

Ακρως ανησυχητικό το ρεπορτάζ: «Η Ισπανία βρίσκεται εκ νέου υπό πίεση και όχι μόνο των αγορών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «έχει θέσει υπό επιτήρηση την Ισπανία», όπως εξήγησαν διπλωματικές πηγές της ΕΕ. Οι Βρυξέλλες έχουν προβλέψει να οργανώσουν νέες αποστολές ειδικών στη Μαδρίτη – η επόμενη άφιξη είναι κατά τα μέσα Απριλίου – για να αναλύσουν τους δημόσιους λογαριασμούς όλων των τομέων δημόσιας διοίκησης και την επισφαλή κατάσταση της υγείας της οικονομίας, μετά την αξιοσημείωτη μη εκπλήρωση του στόχου περιορισμού του ελλείμματος του 2011 και το χαστούκι του Γιουρογκρούπ στις φιλοδοξίες της ισπανικής κυβέρνησης να καθορίσει τον στόχο του ελλείμματος του 2012 στο 5,8% του ΑΕΠ» αναφέρει η «Ελ Παΐς».

«Επιπροσθέτως, οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ισπανίας θα εξετάζουν το κάθε βήμα της κυβέρνησης στις συνόδους του Γιουρογκρούπ, του Εκοφίν και των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, στις οποίες η Ισπανία και τα προβλήματά της θα αποτελούν πάντα εξέχον σημείο της ημερήσιας διάταξης, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές» προσθέτει ο ανταποκριτής της ισπανικής εφημερίδας στις Βρυξέλλες.

Οι Ισπανοί έχουν κάθε δίκιο να διαμαρτύρονται. Το τελεσίγραφο που επέδωσε η ΕΕ στη Μαδρίτη είναι εξωφρενικά σκληρό. Για να μη βάλει και την Ισπανία σε καθεστώς Μνημονίου, απαιτεί το έλλειμμα της χώρας, που ήταν στο τέλος του 2011 στο ύψος του 8,5% του ΑΕΠ, να πέσει μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου στο… 3%! Μέσα στο 2012 και στο 2013 να περιοριστεί κατά 5,5% του ΑΕΠ, πράγμα που σημαίνει περικοπές ύψους 55 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι κατά τη διάρκεια της ίδιας διετίας από την Ελλάδα έχει ζητήσει η ΕΕ περικοπή του ελλείμματος κατά 4,7% του ΑΕΠ, από την Ιρλανδία κατά 2,6% και από την Πορτογαλία κατά 2,9% εύκολα αντιλαμβάνεται ότι οι απαιτήσεις από την Ισπανία είναι κάτι παραπάνω από υπερβολικές. «Δεν υπάρχει στη σύγχρονη οικονομική ιστορία ανάλογη προσαρμογή» έγραφε αγανακτισμένη στους τίτλους της χθες η «Ελ Παΐς».

«Οι Βρυξέλλες επιβάλλουν στην Ισπανία περισσότερες περικοπές από όσες στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία» υπογράμμιζε.

Ο γερμανόφιλος Ισπανός πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι έκανε ένα ασήμαντο λάθος, το οποίο όμως εξαγρίωσε τους Γερμανούς εναντίον του. Λίγα λεπτά αφότου είχε υπογράψει με χέρια και με πόδια το Δημοσιονομικό Σύμφωνο που απαίτησε και επέβαλε σε όλη την ΕΕ η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ, για να σώσει τα προσχήματα ο φουκαράς Ραχόι προσπάθησε να ορίσει μόνος του τον στόχο του ελλείμματος της Ισπανίας για φέτος στο 5,8% του ΑΕΠ – μόλις… μισή μονάδα περισσότερο από το 5,3% που του είχε πει η ΕΕ.

Ως γνήσιος δεξιός Ισπανός… λιμοκοντόρος, ο Ραχόι τόλμησε να επικαλεστεί για την απόφασή του αυτή την «εθνική κυριαρχία» της χώρας του. Αυτό ήταν! Ποιος είδε το… Νταχάου και δεν το φοβήθηκε! Τους έλιωσαν τους Ισπανούς!

«Μια προσαρμογή 55 δισεκατομμυρίων ευρώ σε δύο χρόνια είναι ηλίθια και άδικη, αλλά μην ξεχνάμε ότι όλος ο κόσμος στην Ευρώπη εδώ και μήνες προσπαθεί να εξαναγκάσει τους υπόλοιπους να κάνουν ηλίθια πράγματα – γι' αυτό και η κρίση έχει φτάσει τόσο μακριά» δήλωσε στην «Ελ Παΐς» ένας οικονομολόγος ονόματι Τσαρλς Βίπλος του Ινστιτούτου Γράντιουεϊτ των Βρυξελλών.

Το Σάββατο, Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν μια άτυπη συνάντηση στη Φινλανδία. Εκεί έβαλαν τον Ισπανό γραμματέα Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Ινιγο Μέντεθ ντε Βίγο να… δώσει όρκο ότι η ισπανική κυβέρνηση του Ραχόι «δεσμεύεται πλήρως» ότι θα έχει μειώσει το έλλειμμα στο 3% ως το τέλος του 2013!

 

ΠΥΡ ΟΜΑΔΟΝ: Χαϊδευτικός … στραγγαλισμός!

 

ΘΥΜΑΣΤΕ τη δήθεν χαριτωμένη σκηνή όπου κατά τη διάρκεια του τελευταίου Γιουρογκρούπ ο πρόεδρος της Ευρωομάδας Λουξεμβούργιος Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ πλησιάζει και… πιάνει από τον λαιμό στραγγαλιστικά τον Ισπανό υπουργό Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος; Η φωτογραφία του… χαϊδευτικού στραγγαλισμού έκανε τον γύρο της Ευρώπης. Αυτό που δεν ξέραμε και το μάθαμε τώρα είναι ότι στη σύνοδο εκείνη ο Γκίντος πλήρωσε πολύ ακριβά την «εθνική κυριαρχία» που είχε τολμήσει να επικαλεστεί ο Ισπανός πρωθυπουργός Ραχόι. Για να ταπεινώσουν τη Μαδρίτη, όχι μόνο αρνήθηκαν κατηγορηματικά να δεχτούν το κατά… 0,5% (!) μεγαλύτερο έλλειμμα που ζητούσε η Ισπανία για φέτος, αλλά και υποχρέωσαν το ισπανικό υπουργικό συμβούλιο να ανακαλέσει τη σχετική απόφασή του!

 

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ Τρίτη 27 Μαρτίου 2012, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22792&subid=2&pubid=63635799

 

῎Ετος Παπαδιαμάντη του Κ. Γάλλου δώρημα

῎Ετος Παπαδιαμάντη του Κ. Γάλλου δώρημα

 

Του Κώστα Κάλχα [ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ]

 

Μέ τό τέλος τοῦ 2011 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια ἀπό τόν θάνατο τοῦ ᾿Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. ῾Υποτίθεται ὅτι τό ἔτος αὐτό (τό 2011), θά ἑορταζόταν ἡ προσφορά στά Νεοελληνικά γράμματα τοῦ Σκιαθίτη Λογοτέχνη. Πρέπει νά τό παραδεχθεῖ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι δέν ἔγινε καί κάτι πολύ σπουδαῖο πρός τιμήν του. ᾿Αλλά οἱ δικαιολογίες, αὐτή τή φορά, ὑπάρχουν ἄφθονες. Προφανῶς, σχετίζονται μέ τήν κρίση τῆς οἰκονομίας, τῆς κοινωνίας, τῆς ζωῆς. Εἶναι δικαιολογημένες, λοιπόν, οἱ δικαιολογίες; ῎Η μήπως, δέν εἶναι αὐτό τό πρόβλημα;

Καί βέβαια, ἡ στενόχωρη κατάσταση πού ζοῦμε δημιουργεῖ ἄλλες προτεραιότητες καί ἀξίες. Καί βέβαια, οἱ κλασσικοί στό εἶδος τους, τό φιλολογικό καί ᾿Αθηναιοδιφικό, Παπαδιαμαντολόγοι, μετά τῶν συναφῶν λογοτεχνιζόντων, θά ἑορτάζουν, βρέξει-χιονίσει, μέ λαμπρότητα τόν κυρ-᾿Αλέξανδρο. Καί βέβαια, ἔτσι, ὁ κόσμος θά συνεχίσει νά ὑπάρχει· μέ τά καθημερινά προβλήματα, πού αὐξάνουν ἐπικίνδυνα, μέ τίς πολλές ἀσχολίες, τίς δυσκολίες, τίς χαρές καί τή… φιλολογία. ᾿Ακριβῶς, δηλαδή, ὅ,τι δέν ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης. Καί γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τόσο ἐπίκαιρη ἡ χρονιά καί ἡ ἐποχή τούτη. ῾Ο Παπαδιαμάντης, ὁ φτωχός ῞Αγιος τῶν γραμμάτων, ἔζησε μιά ζωή μακρυά ἀπό τά φῶτα τῆς δημοσιότητας κυριολεκτικά. ᾿Ακόμα καί ὅταν ἔκαναν λογοτεχνική γιορτή πρός τιμήν του, αὐτός ἐπῆγε στούς φίλους του, σέ μιά οἰκογένεια, σέ κάποια γειτονιά τῆς τότε μικρῆς (καί ὄχι «πολυόροφης») ᾿Αθήνας. ᾿Απέφυγε τή λογοτεχνική καί κοινωνική ἀριστοκρατία ὄχι ἀπό σνομπισμό, ἀναρχισμό, ζηλωτισμό, εἰρωνεία, μῖσος καί ὅ,τι ἄλλο, μά μόνο καί μόνο γιατί ὁ στόχος του, ὁ σκοπός τῆς ζωῆς του ἦταν διαφορετικός. ῾Ο Παπαδιαμάντης δέν ἦταν «ταπεινοφανής», δέν παρίστανε τόν κοινωνικά ἀπόβλητο ἤ ἄσχετο καί χαμένο στόν δικό του μικρόκοσμο τῆς φτωχῆς μικροσυνοικίας ἤ ἐπαρχίας.

᾿Ακολουθοῦσε ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς. Αὐτόν τόν ἁπλό, πού ἡ κρίση τώρα μᾶς ξαναθυμίζει. Χαιρόταν μέ τίς ἁπλές κουβέντες, τό λίγο κρασί καί μεζέ στό καφενεῖο (τό διάσωσμα τῆς ᾿Αγορᾶς, βυζαντινῆς καί ἀρχαίας) ἤ τήν ταβέρνα. Δέν θά τόν φανταζόμασταν στά μπουζούκια, τά ἑλληνάδικα, τή Βίσση, τόν Ρουβᾶ, νά σκορπᾶ μέ τούς φίλους του χρήματα χιλιάδες σέ λουλουδοπόλεμο. ᾿Αρεσκόταν νά θαυμάζει τή φύση, καθισμένος σέ ἕνα θαλασσινό βραχάκι, σέ μιά ψαράδικη βάρκα, στό βουνήσιο κατσάβραχο μόνος, στήν ᾿Αθηναϊκή ἐξοχή μέ καλούς φίλους. Θά τόν φανταζόμασταν ὡς διάσημο λογοτέχνη νά κλείνει σαλέ μέ spa στήν ᾿Αράχωβα (Arachova, ἐπί τό ᾿Αθηναϊκότερον), νά κάνει θαλάσσιες θερινές βόλτες μέ τό κόττερο ἑνός πλουσίου;

Θά τόν περιμέναμε νά ἔχει δική του ἐκπομπή στήν τηλεόραση καί νά ἀναλύει (καί μάλιστα ψυχαναλύει) τά ἄλυτα παγκόσμια, μεταφυσικά, φιλοσοφικά, καλλιτεχνικά προβλήματα; Δέν ζήτησε τή δόξα τῶν ἀνθρώπων. ᾿Εζήτησε τόν Θεό. ᾿Αλλά τόν Θεό τῶν Πατέρων καί ὄχι τή φιλοσοφία ἤ τή «Θεολογία» περί Θεοῦ.

Στό σημερινό κοινωνικό χάος, πού ἐγκυμονεῖ ποικίλες ἀναστατώσεις, μοιάζει παράταιρο ἕνα τέτοιο πρότυπο. Δέν ἦταν κοινωνικός ἐπαναστάτης ὁ κυρ-᾿Αλέξανδρος. ᾿Αναχωρητής ἦταν. ᾿Απέφευγε τά πολλά καί ψεύτικα «θέλω», ἀπέφευγε τό «ἴδιον θέλημα», ἐνῶ ζοῦσε μέσα στήν πόλη, ἔμοιαζε «οὐρανοπολίτης». Καί ἀκριβῶς περιέγραφε τέτοιες περιπτώσεις ζωῆς στήν πόλη καί τό χωριό, πού θυμίζουν τά σημερινά κρίσιμα χρόνια.

Δέν ἔψαχνε νά δείξει μιά γλυκανάλατη καί «χαρούμενη» ἱστορία, ἀντίθετα περιέγραφε ἀνθρώπους «ἀναγκεμένους». ᾿Από ἐκεῖ ἔβγαιναν ἀβίαστα συμπεράσματα ὄχι μόνο γιά τό «τραγικόν» τῆς ζωῆς, ἀλλά καί γιά τή λύτρωση ἐν Χριστῷ, τή Σταυραναστάσιμη ἐλπίδα.

῎Ας ἀντιπαραβάλλουμε τήν πρότασι τοῦ καταναλωτισμοῦ, πού τώρα ξεφτίζει μέ τήν κρίσι καί ὁδηγεῖ σέ παράνοια πολλούς ἀνθρώπους, πού θεωροῦν πλέον τόν ἑαυτό τους «στερημένο» ἀπό τά τόσα «ἀγαθά», μέ τήν ἁγία πτωχεία τοῦ κυρ-᾿Αλέξανδρου, τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ πού κατεῖχε καί δέν ἀπελπιζόταν, δέν τρελλαινόταν, δέν μισοῦσε (ταξικά, φυλετικά ἤ ὅ,τι ἄλλο) ἄν καί γνώριζε τίς αἰτίες τοῦ κακοῦ καί τίς ἔδειχνε, τήν ἁπλή φυσική χαρά τῆς ζωῆς ὡς δῶρο τοῦ πλάσαντος τή φύση Θεοῦ. Καί τότε, ἴσως τότε, πάρουμε εἴδησι σέ ποιό ἀδιέξοδο μᾶς ἔφερε ὁ «σύγχρονος τρόπος ζωῆς».

῎Ισως, μέ αὐτόν τόν Παπαδιαμάντειο λόγο τῶν μικρῶν διηγηματίων, πού ψάλλουν τόν Χριστό καί τή φύση τῆς ὑπαίθρου, τούς ἁπλούς ἀνθρώπους, πού διατηροῦν μιάν ἄλλη ἀπαντοχή στά βάσανα καί τά πάθια τοῦ κόσμου τούτου, ἴσως μπορέσουμε νά ἀνασάνουμε, νά γλυτώσουμε ἀπό τό προκατασκευαζόμενο χάος τῆς κρίσης. Πιό ἐπίκαιρος ἀπό ποτέ, ὁ κυρ-᾿Αλέξανδρος μᾶς ὁδηγεῖ στήν κατάφαση μιᾶς ζωῆς πού ξεχάσαμε, σβύσαμε (καί εἶναι ἡ ζωή τῶν πατέρων μας κυριολεκτικά) καί τώρα μᾶς ἐπιβάλλουν. ᾿Αρκεῖ νά ἀνατάξουμε τή ζωή αὐτή στήν ἐλπίδα καί ὄχι στήν ἀπελπισία, στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα τῆς ἀλληλοβοήθειας καί ὄχι στή διαλυτική σπορά τοῦ κοινωνικοῦ μίσους.

Εἰδάλλως, θά κινδυνεύσουμε νά δοῦμε ἀπό μακρυά τό «πρικιό» μας (τήν ζωή στή χώρα μας) ἐνῶ θά χανόμαστε, ὅπως ἡ Φραγκογιαννοῦ, ἀνάμεσα στή στεριά καί τήν θάλασσα, τήν ἄμμο καί τό κῦμα, τήν ἅλμη καί τούς σκοίνους, στό ὕστερο σημεῖο τοῦ δρόμου μεταξύ θείας καί ἀνθρώπινη δικαιοσύνης, μεταξύ θείας ἐγκατάλειψης καί ἀνθρώπινης ὀργῆς.

ΠΗΓΗ: Εφημ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, φ. 865 (1178) , σελ. 3, 1 Μαρτίου 2012 ΚΑΙ Τρίτη, 20 Μάρτιος 2012, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/865/oi-semeioseis-tou-kalkha-etos-papadiamnte-tou-gllou-drema.html

1821: Η ΑΔΙΚΑΙΩΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η ΑΔΙΚΑΙΩΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Γιατί επέλεξα αυτόν ως τίτλο, αφού η επανάσταση του 1821 οδήγησε στην απελευθέρωση τμήματος του υποδούλου ελληνισμού και, μέσω του ανεξαρτήτου ελληνικού κράτους, προετοίμασε τις προϋποθέσεις για τη συν τω χρόνω ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό και άλλων τμημάτων αυτού;

Η επανάσταση παραμένει αδικαίωτη για πολλούς και διάφορους λόγους:

Με τη λήξη της ο ελληνισμός μετρούσε την απώλεια του μισού περίπου πληθυσμού στις περιοχές, στις οποίες η επανάσταση είχε συνεχή παρουσία καθ' όλη τη διάρκειά της (1821-1828). Όμως δεν ήταν το αίμα των πεσόντων πολεμιστών και αμάχων που έφερε την ελευθερία. Την ελευθερία μας τη χάρισαν οι ισχυροί της εποχής προς εξυπηρέτηση συμφερόντων τους. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι καθοριστική για την έκβαση του αγώνα υπήρξε η ναυμαχία του Ναβαρίνου (20.10.1827). Θεωρώντας αυτήν ως απόρροια εντόνου φιλελληνικού κλίματος στις ισχυρές χώρες, που έκτοτε και επί πολλές δεκαετίες αποκαλούνταν προστάτιδες δυνάμεις, δεν θελήσαμε να παραδεχθούμε ότι η επανάσταση είχε ουσιαστικά καταπνιγεί από τη συντονισμένη δράση των στρατευμάτων των Ιμπραήμ και Κιουταχή, δηλαδή να δεχθούμε ότι τα αίματα που χύθηκαν δεν δικαιώθηκαν.

Ο Ιμπραήμ προσέβαλε τις ελληνικές θέσεις στους Μύλους στις 13 Ιουνίου 1825 με σκοπό να προωθηθεί προς το Ναύπλιο και να καταλάβει το τελευταίο προπύργιο των επαναστατών. Συνάντησε εκεί σθεναρή αντίσταση και εγκατέλειψε το σχέδιό του; Γιατί άραγε δεν επιχείρησε εκ νέου; Και ενώ ο στρατός του ρήμαζε την υποταγμένη Πελοπόννησο και ο προσκυνημένος Νενέκος, σύμβολο έκτοτε των δουλοπρεπών που σπεύδουν να προσφέρουν υπηρεσίες στον κατακτητή, παρακινούσε τον λαό να «φρονιμέψει», ενώ οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου δεν είχαν αφήσει ζωντανό στην πόλη τους και προσπαθούσαν να κορέσουν την πείνα τους με αρμυρόχορτα της θάλασσας, οι «εξοχότατοι» και «εκλαμπρότατοι» καταβρόχθιζαν το υπόλοιπο των δανείων, τα οποία οι τραπεζίτες του Λονδίνου είχαν χορηγήσει στο έθνος μας! Με ποιες εγγυήσεις; Πίστευαν άραγε οι τραπεζίτες ότι η επανάσταση θα είχε αίσιο τέλος για τους επαναστάτες και κατ' επέκταση και για τους ίδιους;

Στις 10 Απριλίου 1826 οι όντως ελεύθεροι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου εξαναγκάστηκαν να αποτολμήσουν την ηρωική έξοδο με την ελπίδα κάποιοι να διαπεράσουν τον ασφυκτικό κλοιό των δυνάμεων Ιμπραήμ και Κιουταχή. Στις 24 Μαΐου 1827 παραδόθηκε η φρουρά της Ακρόπολης στον Κιουταχή. Απέμεναν ελεύθερα η περιοχή του Ναυπλίου, η Ακροκόρινθος, λίγα νησιά και τμήμα της Αττικής, στο οποίο οι Καραϊσκάκης, Μακρυγιάννης και άλλοι πάσχιζαν να διατηρήσουν αναμμένη τη φλόγα της επανάστασης. Στην Πελοπόννησο ο Κολοκοτρώνης πιο πολύ ασχολείτο με τους ενδοτικούς παρακινώντας τον πολύπαθο λαό της με το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Ο Ιμπραήμ όταν επέστρεψε στην Πελοπόννησο δεν επιχείρησε εκ νέου εκστρατεία κατά του Ναυπλίου, το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου επιχείρησε να κυριεύσει. Γιατί άραγε; Έλαβε όμως την ακόλουθη απάντηση (22. 7.1827) από τον ηγούμενο της μονής:

«…Ημείς δια να προσκυνήσωμεν είναι αδύνατον, διότι είμεθα ορκισμένοι εις την πίστιν μας ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνομεν πολεμούντες και κατά το αϊνί μας δεν γίνεται να χαλάση ο ιερός όρκος της πατρίδος μας. Σε συμβουλεύουμε όμως να υπάγης να πολεμήσης σε άλλα μέρη, διότι, αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και μας νικήσης, δεν είναι μεγάλο κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής, το όποιον ελπίζομεν άφευκτα, με την δύναμιν του Θεού, διότι έχομεν και θέσιν δυνατήν και θα είναι εντροπή σας και τότε οι Έλληνες θα εγκαρδιωθούν και θα σε κυνηγούν πανταχού….».

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ο ηγούμενος και οι συν εμοί παπάδες και καλόγεροι

Η επίθεση του Ιμπραήμ την 24η Ιουνίου αποκρούστηκε από τις δυνάμεις των επαναστατών και τους μοναχούς και ο Ιμπραήμ εγκατέλειψε το σχέδιο να κυριεύσει τη μονή.

Η Βρετανία είχε βλέψεις στην Ανατολική Μεσόγειο, της έλλειπε όμως η αφορμή να παρέμβει στις εξελίξεις, καθώς δεν διέθετε χερσαία σύνολα με τον «μεγάλο ασθενή». Οι αντίπαλοί της Αυστρουγγαρία και Ρωσία είχαν αναμφισβήτητα στρατηγικά πλεονεκτήματα, ώστε να διαδεχθούν τους παραπαίοντες Οθωμανούς στη Βαλκανική. Η μόνη δυνατότητα επηρεασμού των πραγμάτων της περιοχής από την Βρετανία ήταν μέσα από ένα «ανεξάρτητο» ελληνικό κράτος. Τη συμβούλεψαν άραγε οι Εβραίοι τραπεζίτες ή από κοινού έστησαν το «φιλελληνικό» παιχνίδι; Οι άλλοι δύο η ανίσχυρη, μετά τη ναπολεόντια συντριβή Γαλλία, και η ομόδοξη Ρωσία δεν είχαν λόγους να εναντιωθούν σε τέτοια προοπτική. Έτσι γίναμε κράτος ελληνικό για λίγο, υπό τον Καποδίστρια, Βαυαρικό, για μερικές δεκαετίες, υπό τον Όθωνα, και αγγλικό προτεκτοράτο στη συνέχεια και ώς το 1941, υπό γόνους της δυναστείας Γλύξμπουργκ.

Οι επαναστάτες έλαβαν τα όπλα κινούμενοι από εμφανέστατο παραλογισμό, κατά τους ορθολογιζομένους της Εσπερίας, ακόμη και δικούς μας. Έλαβαν τα όπλα με δύο συνθήματα, τα οποία κυριάρχησαν μεταξύ τους: «Ελευθερία ή θάνατος» και «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία»! Σας ελευθερωθήκαμε οι «φωτισμένοι» στη Δύση ήρθαν να αλλάξουν και της πατρίδας τους τα φώτα. Κατέλαβαν θέσεις διοικητικές, στρατιωτικές, εκπαιδευτικές έγιναν «εξοχότατοι», «εκλαμπρότατοι» και «λογιότατοι», και από εκεί με τις ευλογίες των «προστατών» μας «κόπιασαν» να «ξεστραβώσουν» τον αγράμματο και απολίτιστο λαό μας! Έφθασαν στο τέλος, αστοί και μαρξιστές, να σταθούν μπροστά σ' εκείνους που έχυσαν το αίμα τους και να τους εξηγήσουν, γιατί πολέμησαν. Πολέμησαν, γιατί εμπνεύστηκαν από την υπέροχη γαλλική επανάσταση! Κι ας μην γνώριζαν γράμματα οι περισσότεροι, κι ας μην είχαν ακούσει ποτέ τους για «διαφωτισμό», κι ας εξέφραζαν ακραία επιφύλαξη, αν όχι απέχθεια, προς τη Φραγκιά, καθώς μαρτυρούν ξένοι ταξιδιώτες στη σκλαβωμένη γη μας στα οδοιπορικά τους. Τους είπαν πως ο αγώνας ήταν ταξικός κι ας βγήκαν ενισχυμένα απ' αυτόν τα «μεγάλα τζάκια», τα οποία έδωσαν πλήθος πολιτικών στο νεολληνικό κράτος.

Ποιόν τελικά ήθελαν να πλήξουν όλοι αυτοί οι ιστορικοί αναλυτές που άλωσαν το αστικό πανεπιστήμιο; Προφανέστατα την Εκκλησία, την μισητή τόσο από τους αστούς, που εισχώρησαν στις σκοτεινές μασονικές στοές και ανελίχθηκαν, όσο και από τους μαρξιστές που διαχρονικά συνοδοιπορούν με τους πρώτους στον εμπαθή κατά της Εκκλησίας αγώνα. Κατηγορίες: Η Εκκλησία ετέθη από την αρχή της δουλείας μας στην υπηρεσία του κατακτητή, για να εξασφαλίσει προνόμια! Η Εκκλησία ήταν αντίθετη προς τον ξεσηκωμό και αφόρισε τους πρωτεργάτες. Η Εκκλησία καλλιεργεί δουλόφρονες χαρακτήρες. Η Εκκλησία επέβαλε τον εορτασμό της Παλιγγενεσίας την 25η Μαρτίου, για να καρπωθεί οφέλη! Γράφουν αγνοώντας τι είναι Εκκλησία. Θέτουν εκτός αυτής τον πιστό λαό του Θεού. Εστιάζουν την έρευνά τους στους επίορκους κληρικούς, παραβλέποντας το θυσιαστικό πνεύμα πληθώρας άλλων. Τη φρόνηση των υπευθύνων για τη ζωή των μελών της Εκκλησίας καυτηριάζουν ως πνεύμα δειλίας και δουλείας ασεβούντες ακόμη και ενώπιον του λειψάνου του αγίου Γρηγορίου του Ε'. Τέλος προσποιούνται ότι αγνοούν πως υπάρχουν γραπτά στοιχεία για την απόφαση των πρωτεργατών να αρχίσει η επανάσταση την 25η Μαρτίου, επειδή εκείνοι στο Θεό στήριζαν τις ελπίδες τους, καθώς η «πολυτέλεια» της αθεΐας δεν τους είχε αγγίξει.

Σήμερα δρέπουμε τους καρπούς της αποστασίας υπό τον ασφυκτικό κλοιό των δανειστών μας, στους οποίους μας παρέδωσαν οι σύγχρονοι Νενέκοι, που διαφεντεύουν τον τόπο με τις «ευλογίες» των υπαρατλαντικών «προστατών» μας. Τώρα πλέον έχει πεισθεί και ο λαός ότι ο Θεός του είναι μάλλον άχρηστος, μετά από «φωτισμένη» διαπαιδαγώγηση δεκαετιών και την αδράνεια της διοικούσας Εκκλησίας, η οποία όμως δεν κατηγορείται για σύμπλευση με τους αφανείς κατακτητές μας.

Δεν είναι η επανάσταση αδικαίωτη ενώπιον εκείνων που έχυσαν το αίμα τους;

                                                                                               

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 26-03-2012