Αρχείο κατηγορίας Γυναίκες και μανάδες

Κυριακή κατά της γυναικοκτονίας

Κυριακή κατά της γυναικοκτονίας

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

Την δεύτερη Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα, μέσα στην αναστάσιμη ακόμα ατμόσφαιρα, περάστε από την εκκλησία. Η προτροπή μου αυτή απευθύνεται σε όλους όσους νοιάζονται: ένθεους και άθεους. Περάστε όσοι νοιάζεστε για τις οδύνες των γυναικών, ώστε να μοιραστούμε μια χαρά: τα τραγούδια μιας απελευθέρωσης που έσκασε μύτη μπροστά σε έναν αδειασμένο τάφο, μιας απελευθέρωσης που μπολιάζει την ιστορία μα και που ταυτόχρονα εκκρεμεί.

Η δεύτερη Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα είναι η γιορτή των Μυροφόρων, δηλαδή των γυναικών εκείνων οι οποίες, σύμφωνα με την αφήγηση των ευαγγελίων, πήγαν με αρώματα στον τάφο του Χριστού για να τιμήσουν τον αγαπημένο νεκρό.

Έτσι ειπωμένο, μοιάζει με μια αναμενόμενη, στερεότυπη αφήγηση για παραδοσιακά γυναικείες δουλειές. Έλα όμως που δεν είναι έτσι! Άλλο πράγμα λένε τα ευαγγέλια, καθώς και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι. Κάτι ανατρεπτικό, κάτι που δένει την ανάσταση με μια επ-ανάσταση! Αλλά τα ανατρεπτικά δεν αντέχονται. Και γι’ αυτό ξεδοντιάζονται και καταλήγουν να μοιάζουν με άνευρες ιστοριούλες της σειράς…

Ας ψηλαφίσουμε λοιπόν την δυναμική της γιορτής:

ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΗ ΛΕΝΕ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΗ ΛΕΝΕ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

Της Νίνας Γεωργιάδου*

Η γυναίκα της προσφυγιάς είναι δέκα φορές κυνηγημένη. Δεν υπάρχει πιο κυνηγημένος άνθρωπος στον πλανήτη. Θήραμα στο σαφάρι πολέμων, δεσμοφυλάκων, μαυραγοριτών και νταβατζήδων.

Μεγαλωμένη σε σκληρή πατριαρχία, συρρικνώνει την ύπαρξη της από παιδί, αν όχι απ’ την κοιλιά της μάνας της. Βομβαρδισμένη και ανέστια, πενθεί θανάτους, χωρίς καν τάφους για να θρηνήσει.

Δεν έχει σπίτι, δεν έχει πατρίδα, ούτε παρελθόν και συνήθως ούτε μέλλον. Δεν έχει ταυτότητα, ούτε υπόσταση και συνήθως ούτε ελπίδα. Κάποιες φορές δεν έχει ούτε γλώσσα. Οι Αφγανές καταπίνουν τη γλώσσα τους και τα φαρσί γιατί ξέρουν πως οι χιλιάδες βόμβες που ρήμαξαν τις ζωές τους, βαφτίστηκαν ‘μη πόλεμος’.

Δεν έχει χέρια. Δυο φορτωμένες προεκτάσεις των μωρών της. Δεν έχει ούτε πόδια. Δυο πληγές απ’ το νυχτερινό περπάτημα στα βουνά και στα χιόνια.

‘Εχει μόνο φόβο και βλέμματα. Τα δικά της διεσταλμένα μάτια και τα καχύποπτα ή πρόστυχα των άλλων. Οι συνοριοφύλακες παντού τη μεταχειρίζονται βίαια και χυδαία. Ο δουλέμπορας τη σπρώχνει στη βάρκα πρόστυχα. Δεν μπορεί ούτε να διαμαρτυρηθεί. Μπαίνει τρεκλίζοντας, σφίγγοντας τα μωρά της. Τους κλείνει το στόμα για να μην κλάψουν. Το ταξίδι στον Αχέροντα θέλει σκοτάδι και σιωπή.

Θηλάζει και εξαντλείται. Φτάνει κάπου που δεν είναι προορισμός. Είναι ένας τόπος άτοπος.
Είναι λάσπη, πηχτή πολυκοσμία σε λασπόνερα ή λιντσάρισμα. Ή δε φτάνει πουθενά, καθώς περιδινίζεται στο νερό μέχρι το πάτο της θάλασσας. Σαν εικόνα εκκλησιάς, φαρισαίε, τη φίλησες. Σαν άνθρωπο, τη φτύνεις.

Αν γεννηθεί ένας νέος Ευριπίδης, θα γράψει νέες Τρωάδες που θα τις πει Προσφύγισσες. Την Ανδρομάχη Αϊσά και την Εκάβη, Λάβαμπους. Για να μείνει ένα αποτύπωμα του παρόντος στο μέλλον.

Θα είναι η γυναίκα της προσφυγιάς. Κακοποιημένη από τις βόμβες στον πόλεμο και την παλιανθρωπιά στην ειρήνη.

ΠΗΓΗ: 08.03.2020, https://www.facebook.com/profile.php?id

* Η Νίνα Γεωργιάδου είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός.