2η φάση πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης

Το αθέατο τέλος ενός χειμώνα

Προς τη δεύτερη φάση της πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης

 

Του Στάθη Κουβελάκη*


 

Σε περιόδους κρίσης συμβαίνει η στιγμή μιας μεγάλης καμπής να μη σημαδεύεται από ένα εντυπωσιακό γεγονός αλλά περισσότερο από τη συσσώρευση πολλών μικρών, από την ανάδυση στην επιφάνεια σχετικά υπόγειων διαδικασιών και τάσεων. Και τότε αρχίζει και γίνεται συνείδηση ότι τα πράγματα έχουν πλέον μπει σε μια διαφορετική τροχιά.

Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει με την τροπή που αρχίζει και παίρνει η ελληνική κρίση. Κάτι που ίσως δείχνει ότι δεν τελειώνει μόνο ο χειμώνας ως εποχή του έτους αλλά και ως φάση της πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης που άρχισε με την επιβολή του Μνημόνιο.

«Όταν ο εχθρός προελαύνει, υποχωρώ. Όταν ο εχθρός ξαποσταίνει, τον παρενοχλώ. Όταν ο εχθρός εξαντλείται, τον σφυροκοπώ. Όταν ο εχθρός υποχωρεί, τον καταδιώκω». Μάο

Για να το πούμε με δυό λόγια: μέχρι τον προηγούμενο μήνα, ο χρόνος λειτουργούσε υπέρ της κυβέρνησης. Τα μέτρα περνούσαν, με περιορισμένες, ίσως και κάτω του αναμενόμενου, απώλειες και αντιδράσεις. Η κατάσταση δεν ήταν εύκολη αλλά παρέμενε υπό έλεγχο. Αυτός ακριβώς ο έλεγχος είναι που φαίνεται να έχει πλέον χαθεί. Εδώ και μερικές βδομάδες γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι η κυβέρνηση και τα εσωτερικά και διεθνή της στηρίγματα προσπαθούν κυρίως να κερδίσουν χρόνο. Που σημαίνει ότι έχουν χάσει τον έλεγχό του. Δεν έχουν βέβαια ηττηθεί, κάθε άλλο, αλλά στενεύουν τα περιθώρια πρωτοβουλιών που διαθέτουν. Εν τέλει, όποιος χάνει τον έλεγχο του χρόνου χάνει και τον πόλεμο.

Οι ενδείξεις πληθαίνουν που δείχνουν ότι μια καινούργια περίοδος πολιτικο-κοινωνικής αναμέτρησης, πιο αμφίρροπης και ανοιχτής από την προηγούμενη, έχει αρχίσει. Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε ορισμένα από τα προβλήματα που τίθενται στη νέα φάση στο φως μιας υπόθεσης εργασίας που είχαμε διατυπώσει πριν από μερικούς μήνες, αυτής του «παρατεταμένου πολέμου» ως ενδεδειγμένη στρατηγική κατεύθυνση για το εργατικό και λαϊκό κίνημα στην αναμέτρησή του με την μνημονιακή λαίλαπα.

Γιατί αλλάζουμε φάση;

 Ας προσπαθήσουμε κατ’αρχήν να αποσαφηνίσουμε τους λόγους της συντελούμενης μεταβολής της συγκυρίας. Τρεις παράγοντες πρέπει εδώ να ληφθούν υπ’όψη:

Πρώτον, η διαρκής επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Το γεγονός ότι ήταν απόλυτα προβλέψιμη δεν την καθιστά λιγότερο εντυπωσιακή. Η βουτιά της ελληνικής οικονομίας (-4,6% του ΑΕΠ το 2010) είναι πρωτοφανής για τα μεταπολεμικά δεδομένα της χώρας αλλά και για τα σημερινά, εν μέσω διεθνούς κρίσης. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας εκτινάσσει στα ύψη την ανεργία και τη φτώχεια και οδηγεί σε απόγνωση την κοινωνία. Ταυτόχρονα οδηγεί σε κάμψη των κρατικών εσόδων και σε διόγκωση του ύψους του χρέους ως προς ένα συρρικνούμενο ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, γίνεται πλέον ευρύτατα κατανοητό ότι με τίποτε δεν μπορεί να αποπληρωθεί το χρέος. Γι αυτό βεβαίως και τα ελληνικά χρεώγραφα βυθίζονται όλο και πιο βαθειά στην κατηγορία «σκουπίδια» συμπαρασύροντας μαζί τους τις ελληνικές τράπεζες, που κατέχουν ένα υπολογίσιμο μέρος τους (γύρω στο 20%). Και μπορεί μεν οι γαλλο-γερμανικές τράπεζες να έσπευσαν να ξεφορτωθούν τα δικά τους τους μήνες που πέρασαν, κυρίως προς την ΕΚΤ, το πρόβλημα όμως παραμένει ή μάλλον οξύνεται: ποιός και πως θα πληρώσει τη ζημία που δημιουργεί η μαζική απαξίωση αυτών των χαρτιών, αύριο των αντίστοιχων της Ιρλανδίας και των υπόλοιπων χωρών της περιφέρειας, και που υπονομεύουν πλέον άμεσα τους πυλώνες της ΟΝΕ, χωρίς να τιναχτεί στον αέρα η ίδια η ευρωζώνη και η ΕΕ όπως την ξέρουμε;

Το προφανές αδιέξοδο της οικονομικής στρατηγικής, ακόμη και από την ίδια τη σκοπιά των στόχων του Μνημονίου (μείωση του βάρους του χρέους, εσωτερική υποτίμηση με στόχο την ανάπτυξη μέσω της ανάκτησης ανταγωνιστικότητας), έχει καθοριστική επίπτωση στην αντιμέτωπισή της από την κοινωνία: αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο που εξηγεί την συντελούμενη μεταβολή. Βεβαίως τα κυβερνητικά μέτρα ουδέποτε υπήρξαν δημοφιλή ή αντιληπτά ως δίκαια. Εν απουσία όμως εναλλακτικών λύσεων και προτάσεων ήταν ανεκτά, εν μέρει ίσως και αποδεκτά, από σημαντικές κοινωνικές μερίδες ως αναγκαίο κακό, προκειμένου να αποφευχθεί κάτι ακόμη χειρότερο (η «χρεωκοπία της χώρας» κλπ). Τώρα αυτή η μίνιμουμ ορθολογική νομιμοποίηση μοιάζει όλο και λιγότερο αξιόπιστη. Γι αυτό ακριβώς και ανοίγουν διάπλατα πλέον οι θύρες για τις ανορθολογικές της μορφές, με προεξάρχουσα την ξενοφοβία, και τη δημιουργία αντανακλαστικών φόβου απέναντι σε διάφορες κατασκευασμένες «εσωτερικές» και «εξωτερικές» απειλές, με τον «λαθρομετανάστη» να βρίσκεται στο σημείο τομής των δύο (ως «εισβολέας» που αντιμετωπίζεται χτίζοντας τείχη, και ως δυνάμει ο οποιοσδήποτε διπλανός μας «αλλοδαπός»). Παρ’όλα αυτά δεν πρέπει να μας ξεφεύγει η ορθολογική ως ένα βαθμό πλευρά των ξενοφοβικών/ρατσιστικών προτάσεων σε συνθήκες οξυμένης κρίσης και κατάρρευσης του κοινωνικού κράτους, δηλαδή η ιδέα της διαφύλαξη όσων παροχών και δυνατοτήτων αξιοπρεπούς απασχόλησης απομένουν στους κατέχοντες την ιθαγένεια δια του ενεργού αποκλεισμού όλων όσων θεωρείται ότι δεν ανήκουν στο «εθνικό σώμα». Αυτό που η γαλλική ακροδεξιά έχει εδώ και καιρό κωδικοποιήσει ως «εθνική προτίμηση» αποτελεί μια μορφή οικονομικής πρότασης, που φαντάζει μάλιστα πολύ πιο ρεαλιστική από άλλες, και ηθικο-πολιτικά απολύτως συμβατή με τα σημερινά πλαίσια του κράτους-έθνους: γιατί να είναι άδικο να αποκλείονται και από κάτι επιπλέον, ακόμη και από τα πάντα, όσοι είναι ούτως ή άλλως ήδη αποκλεισμένοι από πολιτικά δικαιώματα;

Γι αυτό και αυτή η προσέγγιση έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με κάθε λογική συλλογικής δράσης σε ταξική κατεύθυνση, αλλά για αυτό επίσης (κάτι που διαφεύγει εντελώς σε όσους την απορρίπτουν απλά και μόνο για ηθικούς/ανθρωπιστικούς λόγους) μόνο μια ταξική τοποθέτηση μπορεί να απαντήσει στο πρόβλημα, δηλαδή στην ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών ζωής της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αυτή η διαχωριστική γραμμή θα παίξει αναμφίβολα έναν αυξανόμενο ρόλο στην ερχόμενη περίοδο, και θα «επικαθορίζει» τις υπόλοιπες αντιθέσεις. Με αυτήν την έννοια, είναι αξιοθαύμαστα σωστή η δήλωση του εκπροσώπου των μεταναστών απεργών πείνας Αμπντούλ Χαντζί, αμέσως μετά τη λήξη της απεργίας, σύμφωνα με την οποία «ο αγώνας των τριακοσίων (…) είναι μία νίκη των τριακοσίων και όλης της εργατικής τάξης».

Έτσι ερχόμαστε στον τρίτο παράγοντα μεταβολής της συγκυρίας, την κινηματική ανάκαμψη, μετά από την εξάμηνη κοιλιά που ακολούθησε την 5η Μάη. Μια ανάκαμψη που δεν είναι απλή συνέχεια αυτού που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη άνοιξη αλλά η εξέλιξή του, με μια σειρά καινούργια χαρακτηριστικά. Στο μέτωπο των απεργιών κατ’ αρχήν η αντιστροφή της τάσης άρχισε με την γενική απεργία της 15ης Δεκέμβρη, και συνεχίστηκε, αισθητά ενισχυμένη, με αυτήν της 23ης Φλεβάρη. Εν τω μεταξύ είχαμε και τις πρώτες περιπτώσεις κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων, ειδικά στις συγκοινωνίες με επαναλαμβανόμενες σε πυκνούς ρυθμούς απεργίες και στάσεις, αλλά και τη διεύρυνση του κοινωνικού μετώπου σε κατηγορίες εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες, με κορυφαίο παράδειγμα την κινητοποίηση των γιατρών. Μια κινητοποίηση σταθμός για τα δεδομένα του κλάδου, με μαζικές και δυναμικές δράσεις (καταλήψεις υπουργείου, πορείες) και τονισμένα τα στοιχεία αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική, υπεράσπισης της ευρύτερης κοινωνικής αποστολής της δημόσιας υγείας καθώς και της ενότητας με τις υπόλοιπες κατηγορίες μισθωτών. Οι διαφαινόμενες κινητοποιήσεις στα σχολεία είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσουν παρόμοια πορεία, καθιστώντας δυνατή τη σύγκλιση εκπαιδευτικών, γονέων και μαθητών.

Το άλλο γεγονός της περιόδου ήταν αναμφισβήτητα η ανοδική πορεία των κινημάτων «δεν πληρώνω» και των φαινόμενων ανυπακοής, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την παρατεταμένη σύγκρουση κατοίκων και δυνάμεων καταστολής στην Κερατέα. Με αρχή το κίνημα των διοδίων, και συνέχιση με την άρνηση πληρωμής εισιτηρίων στις μεταφορές και δυνατότητα επέκτασης σε άλλους χώρους, το κίνημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στο βαθμό που αναδυκνύει καινούργιες πρακτικές και μορφές δράσης. Διαχέεται στον αστικό και περιαστικό χώρο, και είναι σε θέση να οργανώσει τόσο εντυπωσιακές συμβολικές ενέργειες όσο και καθημερινές μορφές αντίστασης «χαμηλής έντασης», αμφισβητώντας ταυτόχρονα ευθέως το κράτος και την νομιμότητα που αυτό θέλει να επιβάλει. Αυτή η αυθόρμητη πολιτικοποίηση και ικανότητα αμφισβήτησης των επιτρεπτών ορίων της συλλογικής δράσης συνοδεύεται όμως και από μια εξ’ ίσου δυναμική δυνατότητα σύγκλισης με τα υπόλοιπα μέτωπα των κοινωνικών αντιστάσεων. Τα πρώτα δείγματα φάνηκαν στις μεταφορές, με την «συνενοχή» τσαμπατζήδων και οδηγών, και στην συγκέντρωση και πορεία της 23ης Φλεβάρη, με τη συμμετοχή των μπλοκ των διαφόρων τοπικών επιτροπών και κινήσεων. Είναι φανερό ότι τα κινήματα που σχετίζονται με τα θέματα του αστικού χώρου και των δημόσιων αγαθών που είδαμε να αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια, ειδικότερη μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, έχουν μπει σε μια καινούργια φάση, με πολλά ανοιχτά ακόμη ζητήματα προς επίλυση (τα συνήθη για κάθε νέο κίνημα: μορφές συντονισμού, συμμαχίες και πολιτικοί στόχοι).

Ανακεφαλαιώνοντας, ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων οδηγεί σε μια εντεινόμενης κρίσης στρατηγικής του κυρίαρχου μπλοκ και σε μια αλλαγή κλίματος στους «από κάτω». Η αγανάκτηση και ο θυμός όλο και λιγότερο προσκρούουν σε προσδοκίες βελτίωσης της κατάστασης, έστω και σε ένα αυστηρά ατομικό επίπεδο , ενώ μια μεγαλύτερη εμπιστοσύνη αρχίζει να εμφανίζεται στις δυνατότητες και την ίδια την ηθική νομιμοποίηση της ατομικής και συλλογικής αντίδρασης. Η ατμόσφαιρα στις μεγάλες πορείες αλλάζει, τα συνθήματα είναι όλο και πιο πολιτικά, υποδηλώνουν τη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου της συνολικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και το «κόμμα του Μνημονίου». Οταν συναντιώνται στους δρόμους πρακτικές όπως καταλήψεις δημόσιων κτιρίων, διάθεση αναμέτρησης με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, μαζικές πορείες, πράξεις ανυπακοής και απεργίες, δυναμική αμφισβήτηση όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά της πολιτικής ελίτ και του συστήματος, μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για έναν «κύκλο οριακά εξεγεργιακό» σύμφωνα με την εύστοχη διαπίστωση του Π. Σωτήρη . Η διάρκεια και η προοπτική όμως αυτής της συνάντηση είναι συνάρτηση των σύνθετων, στρατηγικού χαρακτήρα, προβλημάτων που θέτει κάθε παρόμοια αλλαγή φάσης.

Ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος ως χρονικότητα

 Η υπόθεση εργασίας που είχαμε διατυπώσει τον προηγούμενο Σεπτέμβρη για την εμπνευσμένη από το Μάο στρατηγική του «παρατατεμένου λαϊκού πολέμου» βασιζόταν στις εξής διαπιστώσεις:

1. Η δυσαναλογία ανάμεσα στην ισχύ ενός διαρκώς επιτεθέμενου αντιπάλου και την αδυναμία των λαϊκών δυνάμεων καθιστούσε αδύνατη τόσο μια γρήγορη αντεπίθεση όσο και τη κλασσική στατική άμυνα του «πολέμου θέσεων», που προϋποθέτει οχύρωση και καλά οργανωμένα χαρακώματα. Ο παρατεταμένος πόλεμος είναι ένα είδος επιθετικής άμυνας, που συνδυάζει διαφορετικές μορφές δράσης με κύριο χαρακτηριστικό τη γρήγορη εναλλαγή επίθεσης και αναδίπλωσης και στόχο τη μεγιστοποίηση των απωλειών του αντιπάλου και την άσκηση διαρκούς πίεσης με στόχο την αποσταθεροποίησή του. Πρόκειται για ένα στοίχημα πάνω στο χρόνο, που αποφεύγει, ειδικά στις πρώτες φάσεις του, τις μεγάλες μετωπικές συγρούσεις και επιδιώκει το διαρκές «μαρκάρισμα» του αντιπάλου από έναν ευκίνητο μαχητή, που επιτυγχάνει όμως να κάνει όλο και αισθητό το αθέατο βάρος του.

2. Η στρατηγική αυτή πρόταση προσπαθούσε να απαντήσει στην διπλή αδυναμία των κλασσικών κεντρικών πρωταγωνιστών των κοινωνικών αγώνων, πρώτα και κύρια των συνδικάτων, τόσο να κλιμακώσουν τους αγώνες στην προοπτική μιας γρήγορης επιθετικής κορύφωσης όσο και να οργανώσουν επιμέρους κινητοποιήσεις διαρκείας αμυντικού χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος ενσωματώνει την ανάγκη πολλαπλασιασμού των μετώπων, σε μια διαλεκτική «εξωτερικών» και «εσωτερικών» γραμμών, που στοχεύει όχι μόνο στην αποφυγή της περικύκλωσης αλλά, δια μέσω της διαρκούς εναλλαγής κινήσεων ανάμεσα στα «μετώπισθεν» και στις μετωπικές γραμμές, στη σταδιακή αντιστροφή των θέσεων μεταξύ του (ισχυρού) επιτεθέμενου και του (αδύναμου) αμυνόμενου, με τον πρώτο να βρίσκεται ανεπαίσθητα αλλά όλο και πιο βαθειά περικυκλωμένος από την διαρκή εναλλαγή κινήσεων του δεύτερου . Με αυτήν την έννοια προκαταλάμβανε σωστά το ξεδίπλωμα των μορφών κοινωνικού ανταρτοπολέμου και ανυπακοής της τελευταίας περιόδου. Για να το πούμε διαφορετικά, το «παρατεταμένο» εδώ δεν αναφέρεται μόνο σε μια έννοια «αντικειμενικής» διάρκειας αλλά και στην άρθρωση διαφορετικών χρονικοτήτων, που αντιστοιχούν σε διαφορετικές μορφές ή επίπεδα πάλης και που διατηρούν το καθένα μια σχετική αυτονομία.

3. Η ιδέα του παρατεταμένου λαϊκού πολέμου αποτελεί λοιπόν και ένα συμπέρασμα που βγαίνει από την εμπειρία του Δεκέμβρη του 2008. Σημαίνει ότι οι εξεγερσιακές μορφές δράσης τείνουν να αποτελέσουν πλέον τμήμα κάθε κοινωνικής σύκρουσης μεγάλης εμβέλειας, ειδικά στο βαθμό που σηματοδοτούν τη συμμετοχή στη συλλογική δράση στρωμάτων που βρίσκονται εκτός των παραδοσιακών οργανωτικών σχημάτων. Ταυτόχρονα όμως προσκρούουν ως τέτοιες και σε συγκεκριμένα όρια. Στην περίπτωση του Δεκέμβρη, όπως έχουν τονίσει οι Λ. Κοτρωνάκη και Σ. Σεφεριάδης, «κομβική χρονικότητα απετέλεσε η σταδιακή εξάντληση της αδιαμεσολάβητης οργής ως επαρκούς πολιτικού κινήτρου για την κλιμάκωση των δράσεων. Η ενδεχομενικότητα αυτή στάθηκε και βασική αιτία αναστροφής της εξεγερσιακής διάχυσης» . Για να έχουν λοιπόν αποτέλεσμα, άρα προοπτική, οι πολύμορφες εξεγερσιακές δράσεις πρέπει να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο σχέδιο, με καθορισμένους στόχους και επιλογή συγκεκριμένων μέσων προς επίτευξή τους. Ενα σχέδιο που, συνοπτικά, ανοίγει σε δύο δυνατότητες: είτε μια γρήγορη διάχυση των δράσεων, οριζόντια (στην κοινωνία, στο χώρο) και κάθετη (κατά μέτωπο αντιπαράθεση με το κυρίαρχο μπλοκ), και τη συνακόλουθη μετατροπή τους σε γενικευμένη εξέγερση (αλά Τυνησία ή Αίγυπτος), είτε την άρθρωσή τους με άλλες μορφές αγώνα, που υπακούουν σε διαφορετικές συλλογικές πρακτικές, μορφές παρέμβασης στον κοινωνικό ιστό και υποκειμενικής συγκρότησης, άρα και διαφορετικούς, άνισα αναπτυσσόμενους ρυθμούς.

4. Υπάρχουν, κατά την άποψή μας, βάσιμοι λόγοι για να υποθέσουμε ότι σε μια κατάσταση όπως η ελληνική, η αναμέτρηση δεν θα έχει τη μορφή που παίρνει η αντιπαράθεση με ένα αυταρχικό κράτος, με βασικά στηρίγματα τους μηχανισμούς ασφάλειας και ελάχιστες δυνατότητες νόμιμης δράσης, αλλά αυτήν μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, που θα κινητοποιεί μια πολύμορφη «κοινωνία των πολιτών», με ισχυρές οργανωτικές αποκρυσταλλώσεις, προϊόν μακρού ιστορικού χρόνου, εναντίον ενός κυρίαρχου μπλοκ εξ’ ίσου σύνθετου, ενός κράτους με πολλαπλές γραμμές άμυνας και μορφές απόσπασης κοινωνικής συναίνεσης. Παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος σημαίνει λοιπόν ότι η αναγκαία και συντελούμενη κλιμάκωση δε θα είναι ούτε ένα «ελληνικό Ταχρίρ», ούτε βέβαια απλό κοινοβουλευτικό παιχνίδι, αλλά συνδυασμός και εναλλαγή πολλαπλών μορφών και επιπέδων πάλης, εντός των οποίων θα ενεργοποιούνται διαρκώς ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας και θα αμφισβητούνται/μετασχηματίζονται τα δεδομένα πλαίσια πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης. Πρόκειται για μια διαδικασία που στερείται ίσως μιας κεντρικής στιγμής αναμέτρησης, όπου παίζεται συνολικά ο συσχετισμός, αλλά περιλαμβάνει διαδοχικές φάσης κορύφωσης, με σαφή εξεγερσιακά χαρακτηριστικά, και τελικό στόχο την ανατροπή του συνολικού συσχετισμού δύναμης, με δυό λόγια μια «πολιτική τομή σφραγισμένη από την καταλυτική παρουσία του λαϊκού παράγοντα» .

 

Ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος ως τάση

 

Αυτή η στρατηγική υπόθεση παρουσίαζε όμως δύο προβλήματα, ή μάλλον κατέληγε σε δύο αιτούμενα.

1. Το πρώτο είναι η δυνατότητα άσκησης παρατεταμένου αγώνα τέτοιου τύπου χωρίς την τεράστια ενδοχώρα της κινέζικης υπαίθρου, που επέτρεπε την αναδίπλωση και την ανασυγκρότηση των δυνάμεων. Εδώ πρέπει όμως να σκεφτούμε το ζήτημα του χώρου ως κάτι το τρισδιάστατο, με καθοριστικό το ρόλο του στρατηγικού βάθους. Η συγκρότηση χωρικών τόπων ως εστιών «ζύμωσης και ανεφοδιασμού της διεκδικητικής ενέργειας, (…) διευκολύνσης της πολιτικής επικοινωνίας ανάμεσα σε φυσικά πρόσωπα και ομάδες· και ανάδειξης χωρικά προσδιοριζόμενης κουλτούρας διαμαρτυρίας» δεν σημαίνει αναγκαστικά πολλαπλασιασμό «κόκκινων βάσεων» ή «απελευθερωμένων ζωνών» αλλά κυρίως ικανότητατα διείσδυσης σε βάθος στον κοινωνικό ιστό και δημιουργίας μορφών αυτο-οργάνωσης με σταθερότητα και αντοχή. Η άνοδος των κινηματικών μορφών στις οποίες αναφερθήκαμε προηγούμενα υποδηλώνουν την ύπαρξη μιας τέτοιας δυνατότητας ως αναδυόμενης τάσης της συγκυρίας. Αποδεικνύουν ότι μπορούν να αναπτυχθούν μορφές αμφισβήτησης και διεύρυνσης των δεδομένων πλαισίων συλλογικής έκφρασης και δράσης, που εμπεριέχουν έως και εξεγερσιακές όψεις, έξω π.χ. από το μικρόκοσμο των Εξαρχείων, με στοιχεία διάρκειας και ικανότητες επέκτασης σε σχετικά παρθένα έως τώρα κοινωνικά εδάφη. Στο επόμενο διάστημα, ένα κίνημα εναντίον των συγχωνεύσεων σχολείων με εγκάρσια διάρθρωση που ενώνει εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς, μπορεί να ανοίξει ενός τέτοιου τύπου διευρυμένο μέτωπο, δίνοντάς του εξαιρετική ικανότητα κοινωνικής διείσδυσης και συσπείρωσης δυνάμεων.

2. Ερχόμαστε τώρα στο απόλυτα καθοριστικό πρόβλημα του γενικού συντονισμού των λαϊκών δυνάμεων. Τα γραπτά του Μάο στα οποία αναφερόμαστε προϋποθέτουν με απόλυτη σαφήνεια την ύπαρξη ενός στρατιωτικού και πολιτικού επιτελείου. Ελλείψει κάποιας μορφής συντονισμού, η στρατηγική προσέγγιση καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, εως και καθαρά μεταφορική. Στις συνθήκες της παρούσας κοινωνικής αναμέτρησης, κάτι τέτοιο βάζει ένα απαγορευτικό όριο στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων: όταν όρος για να αποσυρθεί ένα επιμέρους νομοσχέδιο είναι ουσιαστικά να ανατραπεί η κυβέρνηση και το μνημονιακό πλαίσιο, η απουσία στρατηγικής κατεύθυνσης οδηγεί στην αναπαραγωγή του κατακερματισμού, στην αποθάρρυνση και, εν τέλει, στην αποδιοργάνωση της ίδιας της άμυνας. Είναι λοιπόν ή ίδια η μορφή της σύγκρουσης που οδηγεί άμεσα στην ανάγκη ύπαρξης ενός κέντρου που να θέτει υπό αίρεση το διαχωρισμό του πολιτικού με το κοινωνικό. Ξεκινώντας από την υπάρχουσα διάταξη δυνάμεων, αυτό το στρατηγικό κέντρο δε θα μπορούσε παρά να είναι ένα ευρύτατο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο, εντός του οποίου καθοριστικό ρόλο καλείται να παίξει ένας αριστερός φορέας με συγκεκριμένη προγραμματική πρόταση παρέμβασης στα κεντρικά επίδικα της συγκυρίας (χρέος, ευρώ/ΕΕ, ρόλος τραπεζών, αναδιανομή). Σίγουρα απέχουμε πολύ από ένα τέτοιο στόχο, τόσο στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο όσο και στους επιμέρους κοινωνικούς χώρους. Σημαντικό ανασχετικό ρόλο παίζει εδώ η γραμμή αυστηρής περιχαράκωσης και σεκταριστικής άρνησης κάθε ενότητας στη δράση του ΚΚΕ, που επηρεάζει σημαντικά οργανωμένα και δυνάμει μαχητικά τμήματα εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

3. Παρ’ όλα αυτά όμως, αυτό το οποίο παρατηρούμε είναι η πραγματικότητα του παρατεταμένου λαϊκού πολέμου ως τάση της συγκυρίας, με «από τα κάτω» διαμορφώσεις, που εκτείνονται και σε ενδιάμεσες βαθμίδες, και με ατελείς και αποσπασματικές εκφράσεις σε πολιτικό επίπεδο. Στις πρώτες (τις «από τα κάτω») μπορούμε να εντάξουμε πρώτα και κύρια την κινηματική ανάπτυξη στην οποία αναφερθήκαμε προηγούμενα καθώς και τις εξελίξεις στο χώρο των συνδικάτων, με τη μετατοπίση σε αγωστικότερες κατευθύνσεις ομοσπονδιών και σωματείων, ειδικότερα στο δημόσιο και στις ΔΕΚΟ, την εντεινόμενη κρίση στο χώρο του κυβερνητικού συνδικαλισμού καθώς και το προωθητικό ρόλο της πρωτοβουλίας πρωτοβάθμιων σωματείων. Στις δεύτερες, σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής, εντάσσονται οι άχαρες και βασανιστικές αλλά απαραίτητες διαδικασίες εσωτερικής διαφοροποιήσης εντός της αριστεράς (αλλά και πέρα απ’αυτήν, ειδικότερα στο ΠΑΣΟΚ) δυνάμεων που αντιδρούν στην αμηχανία και τα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγήσει η κυρίαρχη εως τώρα γραμμή, γραμμή αναχωρητισμού και σεκταρισμού στο ΚΚΕ, ευρωπαϊστικής αγκίστρωσης στο ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, με τη συγκρότηση του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος δείχνει να ξεφεύγει από τη λογική της περιχαράκωσης και της ρητορικής επαναστατικολογίας και να αρχίζει να αποκτά μια ευρύτερη απήχηση. Τα εμπόδια παραμένουν όμως πολύ σημαντικά στο βαθμό ειδικά που το δομικό πια πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, που αποτελεί τον κορμό της εκτός ΚΚΕ αριστεράς, δεν είναι τόσο πρόβλημα πολιτικής γραμμής, που ως τέτοια επιδέχεται αλλαγή (μέσω εσωτερικών διαδικασιών και της πίεσης της κατάστασης), όσο πρόβλημα πολιτικής παραλυσίας, που καθηλώνει αυτό το χώρο σ’ένα ατελείωτο και φθοροποιό τακτικισμό. Μια παραλυσία που απορρέει από την τεχνητή διαιώνιση οργανωτικών πλαισίων και συνδιαλλαγών μεταξύ (και εντός) μηχανισμών που ακυρώνει πλέον τη δυνατότητα παραγωγής πολιτικής και ουσιαστικής υπέρβασης των αντιθέσεων.

4. Ως αποτέλεσμα αυτών των αντιφατικών διαδικασιών, τίθεται πλέον όλο και πιο πιεστικά ένα κομβικό διπλό αίτημα: στο επίπεδο των κοινωνικών αγώνων, και ενώ η επίτευξη της μίνιμουμ ενότητας στη δράση παραμένει ένα κρίσιμο διακύβευμα, αφορά τη συγκρότηση ενός αυτόνομου κέντρου, όχι σε λογική διάσπασης αλά ΠΑΜΕ αλλά ως εστία συντονισμένων πρωτοβουλιών και σχεδιασμού που στοχεύουν σε έναν διαφορετικό βηματισμό των κινητοποιήσεων και στην απεμπλοκή τους από την αναγκαστική αναμονή της επόμενης 24ωρης απεργίας της ΓΣΕΕ.

Στο πολιτικό επίπεδο, αποφασιστική και άμεση σημασία αποκτά η σύγκλιση σ’ ένα μετωπικό φορέα των αριστερών δυνάμεων που δεν αρκούνται στο γενικό αντιμνημονιακό λόγο και προτάσσουν τα μεταβατικά αιτήματα που ορίζουν με τρόπο απτό και συγκεκριμένο τη ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική: παύση πληρωμών με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, ρήξη με την ΟΝΕ και έξοδο από το ευρώ, εθνικοποίηση των τραπεζών και αναδιανομή εισοδήματος. Παρά τις δυσκολίες που ενέχει μια παρόμοια υπέρβαση, η αποκρυστάλλωση σ’αυτή τη βάση ενός πολιτικού μπλοκ αποτελεί προϋπόθεση για ένα ξεκαθάρισμα του τοπίου με πολιτικούς όρους και τον τερματισμό της προαναφερθείσας παραλυσίας. Και στο βαθμό που αυτή η πρόταση είναι σε θέση να προκαλέσει ανακατατάξεις μεγάλης εμβέλειας σε ένα πολιτικό τόξο που εκτείνεται από το κοινωνικό ΠΑΣΟΚ έως τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής, μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζεται ήδη ως το ανομολόγητο φάντασμα που πλανάται πάνω στο σημερινό πολιτικό σκηνικό.

Σύμφωνα με τον Μάο, η δεύτερη φάση του παρατεταμένου λαϊκού πολέμου χαρακτηρίζεται από τον κυρίαρχο ρόλο του ανταρτοπολέμου συνεπικουρούμενου του πολέμου κινήσεων, με στόχο την αποτροπή της σταθεροποίησης του αντιπάλου. Είναι μια φάση που επιβάλλει την αποφασιστική επιτάχυνση των δράσεων και βάζει στο επίκεντρο την ανατροπή του βηματισμού ενός αντιπάλου που αρχίζει και εμφανίζει σημάδια κόπωσης, και, γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ερωτοτροπεί ανοιχτά με την ιδέα της φυγής προς τα εμπρός. Από την έκβαση αυτής της φάσης εξαρτάται, από τη δική μας πλευρά, τόσο η δυνατότητα αντιμετώπισης ενός τέτοιου ενδεχόμενου, όσο, και κυρίως, κάθε σκέψη για αντεπίθεση και τη δημιουργία των όρων της νέας νίκης.

ΠΗΓΗ: "Εποχή", 25.3.2011. Το είδα: http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9390

«Παιδαγωγισμός» και κυνισμός

Εκπαιδευτική πολιτική, «παιδαγωγισμός» και κυνισμός:

Η περίπτωση της συγχώνευσης σχολικών μονάδων

 

Του Γιώργου Μαυρογιώργου*


 

Μεγάλη ένταση παρατηρείται, τον τελευταίο καιρό, στο περιεχόμενο και στις μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας που εκδηλώνονται, με αφορμή τη συνολική ανασυγκρότηση που επιχειρείται στην εκπαίδευση, κάτω από την ασφυκτική «επιτήρηση» των εγχώριων και διεθνών δανειστών. Οι πολιτικές συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας και κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζομένων, που υπαγορεύονται ή που ασκούνται στο όνομα του «μνημονίου, έχουν στο επίκεντρο και την εκπαίδευση  σε όλες τις βαθμίδες της.

Οι «δυνάμεις της αγοράς» επιβάλλουν πολιτικές που μετατρέπουν και την εκπαίδευση σε αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Έχουν φιλοξενηθεί πολύ ενδιαφέρουσες αναλύσεις, σε αυτή την ιστοσελίδα και σε ορισμένα περιοδικά, που  αναδεικνύουν τα πολύ σημαντικά ζητήματα που διακυβεύονται με τις επιχειρούμενες  αλλαγές. Σε αυτό το κείμενο, θα καταπιαστούμε ενδεικτικά με την υπόθεση της «συγχώνευσης» σχολικών μονάδων και την αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων. Σκοπός μας είναι να αναδείξουμε πτυχές ενός ιδιότυπου «παιδαγωγικού μυστικισμού» που κυριαρχεί στη θεμελίωση των σχετικών επιλογών.

Δεν είναι πρώτη φορά που οι πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας καταφεύγουν, τα τελευταία χρόνια, στην «παιδαγωγική»(!). Αυτές τις ημέρες η Υπουργός δήλωνε, για το θέμα των «συγχωνεύσεων», ότι «έχει γίνει σοβαρή και οργανωμένη δουλειά και …όπου υπάρχουν τεκμηριωμένες και ήρεμες προσεγγίσεις και όπου τα επιχειρήματα είναι παιδαγωγικά»,τα ζητήματα θα αντιμετωπιστούν.  Καταβάλλεται, δηλαδή, προσπάθεια ώστε η θεωρητική θεμελίωση των μέτρων, που εισηγούνται οι εξουσιαστικοί φορείς, να γίνεται με συστηματική αναφορά σε συγκεκριμέ­νους παιδαγωγικούς όρους και ψυχολογικές προϋποθέσεις. Τα κείμενα που δίνουν στη δημοσιότητα και οι δηλώσεις, δηλαδή, δεν είναι απλώς ρυθμιστικές και κανονιστικές προτάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Εμπεριέχουν θεωρητικές αναφορές συγκεκριμένης παιδαγωγικής και ψυχολογι­κής προσέγγισης.

 Το «Νέο Σχολείο» π.χ.  και το πρόταγμα «πρώτα ο μαθητής» παραπέμπουν στο ρεύμα της «Νέας»,τότε, «Αγωγής». Το ίδιο και η πολιτική επιλογή των «συγχωνεύσεων» ή των «συνενώσεων». Αυτή προβάλλεται ως αναγκαία «για παιδαγωγικούς λόγους». Με άλλα λόγια, οι αλλαγές προβάλλονται ως παιδαγωγικές και όχι ως πολιτικές επι­λογές. Έχουμε, δηλαδή, ένα είδος παιδαγωγίζουσας και ψυχολογί­ζουσας εκπαιδευτικής πολιτικής που συγκαλύπτει τις πραγματικές αφετηρίες και προεκτάσεις των μέτρων που προωθεί. Η έξαρση που σημειώνεται, τελευταία, ίσως, να οφείλεται στο γεγονός ότι το Υπουργείο Παιδείας έχει καταληφθεί από «παιδαγωγούντες» ή/και «ψυχολογίζοντες» συμβούλους και ομάδες ειδικών στα υπό «συγχώνευση» (κι αυτά!) συμβουλευτικά όργανα (ΠΙ, ΚΕΕ, ΟΕΠΕΚ).Βέβαιο είναι ότι αυτός ο «παιδαγωγικός μυστικισμός» επιστρατεύεται  για ιδεολογική νομιμοποίηση των μέτρων.

Εκείνο που μπορεί να επισημάνει κανείς  είναι ότι κατά τη σχετική συζήτηση τα εκπαιδευτικά ζητήματα μάλλον απλοποιούνται και αποστεώνονται από τις κοινωνικοπολιτικές τους  παραμέτρους, με αφοριστικές γενικεύσεις και “λύσεις”, με την επίκληση απλοϊκών και υπεραπλουστευτικών εκδοχών. Σε περιόδους  έντονης γενικευμένης κρίσης, όπου εκδηλώνονται βίαιες επιθέσεις στις εργασιακές σχέσεις,  στο κράτος πρόνοιας και στις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων, αυτού του είδους οι ισχυρισμοί αποκτούν τα χαρακτηριστικά «ρύπων» που αλλοιώνουν και συσκοτίζουν την πραγματικότητα.

Δε θα ασχοληθούμε με όλες τις πτυχές του θέματος της συγχώνευσης σχολικών μονάδων. Ας σημειώσουμε, πάντως, πως δεν υπάρχει συγχώνευση ή συνένωση, χωρίς να προϋποθέτει κατάργηση σχολικών μονάδων. Ουσιαστικά, καταργούνται σχολικές μονάδες και δημιουργούνται νέες, με νέα κοινωνική σύνθεση μαθητικού πληθυσμού, με νέα σύνθεση διδακτικού προσωπικού, σε νέες συνθήκες γεωγραφικής «εντοπιότητας» και εγγύτητας, με νέους ποσοτικούς προσδιορισμούς, κ. α. Στο σύνολό τους αυτά αλλάζουν  και αλλοιώνουν δραματικά τα χαρακτηριστικά των σχολικών μονάδων που καταργούνται. Ας αφήσουμε τις υποδομές, τις οργανωτικές διευθετήσεις, τις αποστάσεις, τις μετακινήσεις, κ.α. Φαίνεται ότι στο θέμα των μετακινήσεων το Υπουργείο αντλεί από το παράδειγμα των ιδιωτικών σχολείων, όπου οι μαθητές κάθε μέρα «περιφέρονται» με λεωφορεία στους δρόμους των μεγαλουπόλεων, πριν πάνε για «μάθημα».

Στη σχετική  συζήτηση κομβικό σημείο είναι και η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων. Είναι φανερό ότι οι επιχειρούμενες συγχωνεύσεις – και οι μελλοντικές που θα ακολουθήσουν – θα τραβήξουν στα άκρα  την προβλεπόμενη αναλογία 1:25-30. Θα εστιάσουμε την ανάλυσή μας στην ανάδειξη  της παραπλάνησης που επιχειρείται, με την επίκληση  «παιδαγωγικών λόγων».

Η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων 1:25-30: αυθαίρετη και «τυφλή»

 Οι συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων ,ανάμεσα σε άλλα, οριοθετούνται με βάση και την αναλογία 1:25-30. Πρόκειται, προφανώς, για μια επινόηση που υπακούει σε λογιστικές/διαχειριστικές λογικές που έχουν να κάνουν αποκλειστικά με το κόστος εκπαίδευσης  ανά μαθητή. Γίνεται, μάλιστα, επίκληση αντίστοιχων ευρωπαϊκών στατιστικών για λόγους συγκριτικής νομιμοποίησης, ερήμην άλλων σημαντικών δεικτών που έχουν να κάνουν με τις  συνιστώσες των εκπαιδευτικών συστημάτων των άλλων χωρών. Θεωρούμε πως είναι, έτσι κι αλλιώς, κοινωνικά και πολιτισμικά «τυφλός» ένας δείκτης αναλογίας διδασκόντων-διδασκομένων, όταν  προκύπτει από μια  απλή διαίρεση του αριθμού των φερομένων ως εγγεγραμμένων μαθητών δια του αριθμού των φερομένων ως διορισμένων/ εργαζομένων εκπαιδευτικών. Αλήθεια, πώς  συνδέεται αυτή η πολιτική των συγχωνεύσεων με τη χρηματοδοτούμενη δράση «Ζώνες Εκπαιδευτικής προτεραιότητας»; Έχουμε υπόψη έρευνα που έχει γίνει στην Ελλάδα με καταληκτικό συμπέρασμα ότι «Τα μικρά σχολεία  προσφέρονται για μεγάλες προσδοκίες» (2002).Σε δύο διαδοχικές μελέτες για λογαριασμό της ΟΥΝΕΣΚΟ (1989,1994),με αντικείμενο τα μονοθέσια και ολιγοθέσια σχολεία στην Ελλάδα, είχαμε προτείνει την προστασία των μικρών σχολείων και την ουσιαστική ενίσχυση της λειτουργίας, τους με ειδικά προγράμματα, εκπαιδευτικό υλικό, τη δημιουργία εκπαιδευτικών δικτύων και την αξιοποίηση της εκπαιδευτικής τεχνολογίας.

Για να επανέλθουμε στο ειδικότερο θέμα που μας απασχολεί, θα υποστηρίζαμε την άποψη ότι η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων δε μπορεί να είναι υπόθεση μιας απλής και γενικευμένης  διαίρεσης. Κάθε σχολική μονάδα έχει τα δικά της φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά: τη γεωγραφική της θέση, τον  αριθμό μαθητών, την κοινωνική και πολιτισμική τους σύνθεση, δείκτες διαρροής και εγκατάλειψης, σχολικής υπο-επίδοσης, σχολικής αποτυχίας, τακτικής φοίτησης, σκασιαρχείου, κ.α. Αυτοί είναι οι σημαντικοί δείκτες που, σε επίπεδο σχολικών μονάδων, ορίζουν, την αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων σε ένα σχολείο που έχει «Πρώτα το Μαθητή».Κι αυτή η αναλογία προκύπτει, με τη συνεκτίμηση όλων αυτών των παραμέτρων, και είναι προγραμματικά  κυμαινόμενη/ρευστή/δυναμική και όχι μαθηματική/στατική και κοινωνικά «τυφλή». Γιατί, άραγε, όλη αυτή η μεγάλη συζήτηση για την «αυτοαξιολόγηση»των σχολικών μονάδων; Αντί για αυτή, δε θα μπορούσαν οι σχολικές μονάδες ,με βάση τα φυσιογνωμικά τους χαρακτηριστικά, να καταγράφουν τις ανάγκες τους, να προγραμματίζουν το έργο τους και να διαμορφώνουν την «εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική», διεκδικώντας και εξασφαλίζοντας αντίστοιχη αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων; Και η υπόθεση αυτή δεν ενδιαφέρει αποκλειστικά τους εκπαιδευτικούς. Πρωτίστως, ενδιαφέρει τους γονείς και τους μαθητές.

Να κάνουμε την παιδαγωγική πιο πολιτική;

 Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, και αυτή η πρόταση εμπεριέχει τη στρατευμένη πολιτική παιδαγωγική της. Μια παιδαγωγική που αναγνωρίζει ότι η εργασία των εκπαιδευτικών σε ένα σχολείο που συνεχώς αλλάζει είναι όλο και πιο περίπλοκη και σύνθετη. Το σχολείο δεν είναι «νέο» επειδή το Υπουργείο Παιδείας έβγαλε από τη ναφθαλίνη το σλόγκαν Τρίτση του 1987. Το σημερινό σχολείο έχει προκύψει, μετά από πολλούς αγώνες και διεκδικήσεις για την κατάργηση των εξεταστικών φραγμών, τις αλλαγές στη μορφή και στο περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το σχολείο είναι νέο λόγω των ευρύτερων κοινωνικών αλλαγών που έχουν μπει στο σχολείο «απ το παράθυρο» Είναι πιο μαζικό, από πριν, και επιτρέπει, έτσι, στις κοινωνικές αντιφάσεις να αποτυπώνονται όλο και πιο έντονα στις καθημερινές πρακτικές. Κοινωνική διάκριση, αποκλεισμός, διαρροή και εγκατάλειψη σχολείου, διάκριση φύλων, υπο-επίδοση, απαξίωση των τίτλων σπουδών, κίνητρα, πολυπολιτισμική  σύνθεση της τάξης, υποχρεωτική παρακολούθηση κ.α. συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ανοιχτό σε συγκρούσεις, σε διλήμματα και σε αντιφάσεις πεδίο παιδαγωγικής πράξης. Οι άτακτες μετακινήσεις πληθυσμών (μετανάστευση) έχουν συντελέσει ώστε η σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού να έχει πολυπολιτισμικό χαρακτήρα. Αυτή η εξέλιξη αναδεικνύει, με υψηλό βαθμό προτεραιότητας, νέα κοινωνιολογικά, παιδαγωγικά και διδακτικά ζητήματα για τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στο σχολείο. Η μαζικοποίηση της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με την συντελούμενη αποσύνδεση(υποβάθμιση) των τίτλων σπουδών από την απασχόληση  έχουν συντελέσει ώστε να είναι αντικειμενικά ξεπερασμένες παλαιότερες θεωρίες και πρακτικές κινήτρων, ενθάρρυνσης και ενίσχυσης των μαθητών/τριών κτλ.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό,  αναδεικνύουν προτεραιότητες για μια άλλη παιδαγωγική: την παιδαγωγική της αισιοδοξίας, την παιδαγωγική της άμβλυνσης των διάφορων μορφών διάκρισης, την παιδαγωγική του τακτ, του σεβασμού και της αναγνώρισης του άλλου, την παιδαγωγική της μέριμνας, της έγνοιας, της φροντίδας, την παιδαγωγική της θετικής αξιολόγησης και θετικής διάκρισης, κ.τ.ο. Σ’ αυτό το πεδίο ο εκπαιδευτικός καλείται να ενσωματώνει στα τυπικά και συμβατικά του μαθήματα εμπειρίες πολύμορφου εγγραματισμού, αγωγής ελεύθερου χρόνου, αγωγής υγείας, αγωγής περιβάλλοντος και του ενεργού πολίτη, αγωγής κοινωνικής αλληλεγγύης, αγωγής επικοινωνίας και συνεργασίας, αγωγής ειρηνικής συνύπαρξης, κ.ά. Όλα αυτά προϋποθέτουν την κατανόηση της συνολικής κοινωνικής λειτουργίας του σχολείου στις νέες συνθήκες και αντίστοιχες συλλογικές μορφές παρέμβασης. Για να μπορούν μαθητές και εκπαιδευτικοί να ανταποκρίνονται  σε αυτές τις συνθήκες και όρους, η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων δε μπορεί να υπακούει στους μηχανιστικούς μαθηματικούς υπολογισμούς μιας διαχείρισης που επιχειρείται, με το πρόσχημα του «μνημονίου», και να αποτελεί κριτήριο των συγχωνεύσεων.

Αν σκεφτούμε το ζήτημα κι από τη μεριά των εκπαιδευτικών, ο μεγάλος αριθμός μαθητών κατά τμήμα προσδιορίζει σε σημαντικό βαθμό την εντατικοποίηση των όρων εργασίας τους. Όσο πιο πολύ εντατικοποιείται η εργασία των εκπαιδευτικών (με τις αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές αλλαγές, αιφνιδιασμός αλλαγών, από-ειδίκευση, επανειδίκευση, αριθμός μαθητών κατά τάξη, κοινωνική σύνθεση μαθητών τάξης, νέες ανάγκες, κ.α.) άλλο τόσο είναι εκτεθειμένοι στην παγίδα μιας διαδικασίας που ευνοεί την τυπική διεκπεραίωση του έργου τους, στην απόσυρση και την αποκαρδίωση. Από αυτή την άποψη, η αντίθεση και η πάλη των εκπαιδευτικών ενάντια στις επιχειρούμενες αλλαγές θεμελιώνονται και επιστημονικά και πολιτικά. Αντιστέκονται σε πολιτικές που, στο σύνολό τους και σε συνδυασμό, αλλοιώνουν τη δομή και το περιεχόμενο του σχολείου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα αναπτύσσεται η παιδαγωγική σχέση, τις συνθήκες και όρους εργασίας τους, τις εργασιακές σχέσεις.

Σε επιμορφωτικό σεμινάριο εκπαιδευτικών, πριν λίγα χρόνια, προσπαθούσαμε να τεκμηριώσουμε την άποψη ότι η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων είναι από τις πιο σημαντικές παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σχέση διδασκαλίας – μάθησης, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως είναι το περιεχόμενο των  εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και ο ίδιος ο δάσκαλος. Καθηγήτρια σε επαρχιακό λύκειο υποστήριξε με πολλή δραματικό τρόπο: «Έχω 5 μαθητές στην Α τάξη. Αν και είναι πολύ μικρός ο αριθμός δεν μπορώ να κάνω μάθημα!  Τους εξηγώ για το ρήμα… Όταν τους ζητάω να μου πουν ένα παράδειγμα ρήματος που να τελειώνει σε – ω, μου απαντούν: εγώ, κυρία…».

Ρωτήσαμε τους άλλους συναδέλφους της ομάδας, εάν αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα στις δικές τους τάξεις των 25 μαθητών, και η απάντησή τους ήταν αρνητική! Πολύ σύντομα, ωστόσο, μετά από συζήτηση, καταλήξαμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:

1. Στις τάξεις των 25 μαθητών/τριών, υπάρχουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο οι αντίστοιχοι «5»(που δεν ξέρουν τι είναι ρήμα), μόνο που δεν γίνονται  «ορατοί»…Είναι αυτοί που χάνονται στο πλήθος των 25.Το μάθημα «γίνεται» με τους άλλους 10-15 και «καλύπτεται η ύλη»… Οι 25-30 μαθητές στην τάξη κάνουν τους όποιους μαθητές έχουν δυσκολίες «δυσδιάκριτους», εκτός κι αν επιδίδονται σε επιχειρήσεις ιδιότυπου «ανταρτοπόλεμου».

2. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Λυκείου, το  πρόβλημα δεν ήταν η αναλογία 1:5 που δε βοηθούσε στο να γίνει το μάθημα.  Ήταν η μεταφορά των «εκκρεμοτήτων» από τάξη σε τάξη, στο εννιάχρονο σχολείο που προηγήθηκε. Είχαν κυριαρχήσει πολιτικές ακώλυτης προαγωγής, χωρίς πολιτικές για  ουσιαστική έγκαιρη προληπτική αντισταθμιστική παιδαγωγική παρέμβαση υπέρ των μαθητών που συναντούν δυσκολίες στην απόκτηση των θεμελιωδών γνώσεων και ικανοτήτων για την επόμενη βαθμίδα.. Άραγε, στα «γκρουπάδικα» των φροντιστηρίων ποια είναι η αναλογία;

Ο κυνισμός της σπατάλης και των περικοπών και η διέξοδος

 Συνήθως, στο ζήτημα  της συγχώνευσης και  αναλογίας διδασκόντων-διδασκομένων γίνεται αναφορά σε λόγους ορθολογικής οικονομικής διαχείρισης και περιστολής δαπανών. Εδώ έχουμε να  κάνουμε κάποιες επισημάνσεις:

1Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το 2006, σε ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προτείνει συντονισμένες προσπάθειες για συστηματική σύνδεση αποδοτικότητας και ισότητας, μια και «είναι, ουσιαστικά, αλληλοενισχυόμενοι στόχοι». Όπως αναφέρεται, «οι επενδύσεις στην εκπαίδευση αργούν να αποφέρουν καρπούς». Επομένως, οι χρηματοδοτικές προτεραιότητες απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Στην έκθεση τονίζεται ιδιαίτερα ότι «η προσχολική εκπαίδευση έχει τα υψηλότερα ποσοστά απόδοσης σε όλη τη διά βίου μαθησιακή πορεία…και ότι τα αποτελέσματα αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου». Κι αλλού: «Η έλλειψη επενδύσεων σε μικρή ηλικία συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερες διορθωτικές δαπάνες σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής, κάτι που είναι λιγότερο αποδοτικό από οικονομική πλευρά. Αυτό μπορεί να σημαίνει αυξημένες δαπάνες για τις πολιτικές καταπολέμησης της εγκληματικότητας, της πρόνοιας, της ανεργίας, της υγείας, κ.α.

Η Ευρωπαική ΄Ενωση ανακαλύπτει, με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, τα δεδομένα που έχουν τεκμηριωθεί από την πολύ γνωστή μακροχρόνια έρευνα του High/Scope Perry Preschool Project, που συμπληρώνει 45 χρόνια. Το 2005, τα υποκείμενα των δύο ομάδων της έρευνας (πειραματικής και ελέγχου) ήταν στα 40 τους χρόνια. Η τελευταία έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης έχει δοθεί στη δημοσιότητα. Είχαν προηγηθεί και άλλες εκθέσεις στις ηλικίες 3 έως 11 και, ακολούθως, στα 14,15,19 και στα 27. Σύμφωνα με την έκθεση, το εμπλουτισμένο πρόγραμμα προσχολικής εκπαίδευσης που παρακολούθησαν το 1962-64 τα νήπια, είχε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: ήταν διάρκειας 2 ετών, 2,5 ώρες την ημέρα, τακτική εβδομαδιαία συνεργασία με τους γονείς, αυθόρμητες δραστηριότητες των νηπίων με νηπιαγωγούς που είχαν πολύ καλές σπουδές και ήταν σε διαρκή επιμόρφωση. Η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων ήταν 1:5

Το σημαντικό εύρημα που επιβεβαιώνεται από όλα τα μέχρι τώρα στάδια του προγράμματος είναι ότι ένα υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικό πρόγραμμα προσχολικής εκπαίδευσης ,σε παιδιά που προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, συμβάλλει αποφασιστικά στην υποστήριξη της διανοητικής και κοινωνικής τους ανάπτυξης, τη σχολική επιτυχία, τις παραπέρα σπουδές, την οικονομική τους ευρωστία και τη δραστική μείωση εγκληματικών και άλλων αντικοινωνικών συμπεριφορών. Μάλιστα, η ανάλυση της σχέσης κόστους-απόδοσης δείχνει ότι ένα δολάριο επένδυσης στην προσχολική εκπαίδευση αποδίδει μακροπρόθεσμα εφταπλάσια. Είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με έναν ιδιότυπο απολογισμό «χρηματιστηρίου». Εκείνο, ωστόσο, που μπορούμε να κρατήσουμε είναι ότι  δαπάνες που περικόπτονται από την εκπαίδευση αντικειμενικά καταβάλλονται ετεροχρονισμένα (στο μέλλον) στην άσκηση πολιτικών που έρχονται εκ των υστέρων να αντιμετωπίσουν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα..

2. Μέσα στη δίνη των περικοπών του «μνημονίου»,είναι ευδιάκριτο ότι όσοι συμμετέχουν στην υπόθεση διαμόρφωσης και άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής για την εκπαίδευση ενδιαφέρονται μάλλον για τη νόμιμη σπατάλη και την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων του ΕΣΠΑ. Καταφεύγουν στη διαβούλευση, την έρευνα και την εκπόνηση νέων αλλεπάλληλων μελετών αμφίβολης εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Για να περιοριστούμε σε παραδείγματα: Το ΠΙ και ο ΟΕΠΕΚ, είχαν εκπονήσει σχετικά πρόσφατα (Κυβέρνηση ΝΔ:2007-08) μελέτες «ανίχνευσης επιμορφωτικών αναγκών»(κατά βαθμίδα και ειδίκευση).Μάλιστα, πολλοί από τους ειδικούς των μελετών αυτών είναι και σύμβουλοι, σήμερα,στο Υπουργείο Παιδείας. Το ερώτημα είναι: γιατί ανατέθηκαν νέες μελέτες για την ανίχνευση των επιμορφωτικών  αναγκών; Μήπως η σκοπιμότητά τους προέκυψε από τη σύλληψη της ιδέας του λεγόμενου «μείζονος προγράμματος επιμόρφωσης»; Ποια είναι η μήτρα για την οργανωτική «πατέντα» αυτού του προγράμματος, με τόσο υψηλό προϋπολογισμό; Γιατί απαιτείται χρηματοδότηση μελέτης για τη συγχώνευση του ΟΕΠΕΚ, του ΚΕΕ και του ΠΙ; Ποια είναι η δυσκολία για τη συγχώνευση οργανισμών (ΟΕΠΕΚ, ΚΕΕ) που δε διαθέτουν ούτε έργο ούτε παράδοση ούτε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό; Γιατί διατίθενται  κοινοτικοί πόροι για μια κατ ευφημισμόν «εξωτερική αξιολόγηση της εισαγωγικής επιμόρφωσης»; Η «έκθεση εξωτερικής αξιολόγησης», που φιλοξενείται στην ιστοσελίδα του ΟΕΠΕΚ για την εισαγωγική επιμόρφωση του 2009-10,καταλήγει, μετά από 400 περίπου σελίδες «παραδοτέου», στο καταπληκτικό καταληκτικό συμπέρασμα ότι «το ΠΕΚ είναι ένας δυναμικός θεσμός» που μπορεί να αναλάβει την υπόθεση της επιμόρφωσης! Γιατί χρειάζεται εξωτερική αξιολόγηση και για το έτος 2010-11;

Μάλλον, τα κοινοτικά κονδύλια εξακολουθούν, όπως και στο παρελθόν, να αποτελούν το πεδίο νόμιμης σπατάλης που αγγίζει τα όρια του κυνισμού, χωρίς να υπάρχουν προϋποθέσεις για ουσιαστικό μετασχηματισμό δομών και περιεχομένου στην εκπαίδευση. Ποια είναι τα αποτελέσματα των κονδυλίων των Α΄ και Β΄ΕΠΕΑΕΚ; Στη σημερινή συγκυρία, φαίνεται ότι τα κονδύλια του ΕΣΠΑ. (χρηματοδότηση σπατάλης) και οι πολιτικές  που συνδέονται με το «Μνημόνιο» (περικοπές δαπανών) συνιστούν ένα  δίδυμο εκπαιδευτικής πολιτικής που ,αν και αντιφατικό, έρχεται να πλήξει καίρια  δημοκρατικές κατακτήσεις στην εκπαίδευση.

Φαίνεται ότι ο αυταρχικός λαϊκισμός,  ο κυνισμός και ο παιδαγωγισμός διαμορφώνουν προϋποθέσεις ,κάτω από τις οποίες δοκιμάζεται βάναυσα η κοινή γνώμη, καθώς δυσκολεύεται να ανιχνεύσει τις αφετηρίες και τις κοινωνικές προεκτάσεις που έχουν οι αλλαγές που δρομολογούνται. Μήπως,  είναι αυτά και προϋποθέσεις για αφύπνιση και τη διαμόρφωση  μιας κοινωνικής  δυναμικής «μετώπου παιδείας» για την ανατροπή αυτών που σχεδιάζονται; Οι εξελίξεις θα  δείξουν.

* Ιστοσελίδα: http://pep.uoi.gr/gmavrog,           email: gmavrog@cc.uoi.gr

 

Βιβλιογραφία

 Μπρούζος, Α.(2002).Μικρά σχολεία, Μεγάλες προσδοκίες. Τυπωθήτω, Αθήνα.

 High/ Scope Perry Preschool Project http://www.highscope.org/Content.asp?ContentId=282

 UNESCO (1989)“Case Study on Methods of Running One-Teacher Schools and Multi-Grade Classes in Greece”(με τη συνεργασία Κοντογιώργου, Β. και Νταλάκα,Θ.).

 UNESCO (1994)  “Modalities of Administration of Schools with one-Teacher and Multigrade Classes in Greece”, Case Study (με τη συνεργασία  Γέπη, Γ.).

 

ΠΗΓΗ: 26/03/2011,  http://www.alfavita.gr/artro.php?id=27467

Από πού πάνε για τον Παράδεισο;

Η Ζωή Μετά: Από πού πάνε για τον Παράδεισο;

 

Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου*


 

Ποτέ δεν με ένοιαξε το ερώτημα. Το είπε και ο Νίτσε: δεν έχει σημασία η αιώνια ζωή, αλλά η αιώνια ζωτικότητα. Να το θέσω καλύτερα: δεν με ενδιαφέρει η αιώνια επιβίωση ενός κομματιού της ύπαρξής μου, της ψυχής μου, στο χρόνο. Διότι αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω αιώνια ύπαρξη, ότι θα έχω σωματικότητα: ότι θα μπορώ να χαίρομαι, να αγαπώ, να απολαμβάνω ψυχοσωματικά τους άλλους…

 

Το γεγονός αυτό, ότι η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μόνο η ψυχή, είναι άλλωστε και η ανθρωπιστική επανάσταση του χριστιανισμού. Πριν από αυτόν ο Πλάτωνας θεωρούσε το σώμα τάφο της ψυχής και ο Σωκράτης χαιρόταν πριν πεθάνει γιατί έτσι θα ελευθερωνόταν η ψυχή του… 

Σε αντίθεση, λοιπόν, με αυτό, στον χριστιανισμό από τον 1ο κιόλας αιώνα το λεγόμενο "κατ' εικόνα" ίσχυε και για το σώμα, που οντολογικά ήταν ίσο πια με την ψυχή. Ο χριστιανισμός μίλησε για το "όλον" αυτού, την πρώτη ολιστική προσέγγιση του ανθρώπου. Αν και η βιβλική έννοια της ψυχής σημαίνει όντως το "όλον", σε ολόκληρη τη Δύση μέσω του Αυγουστίνου δυσκολεύτηκε πολύ να περάσει αυτή η διάσταση. Στη Δύση επικράτησε το cogito ergo sum, όχι π.χ. το ερωτεύομαι άρα υπάρχω.

Όμως, ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα: ολόκληρος. Γι' αυτό άλλωστε και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν προκαλέσει τη μήνι των φιλοσόφων, οι οποίοι τους αποκαλούσαν υλιστές. Και αυτό, αλήθεια, είναι ο χριστιανισμός: ένας ιερός υλισμός. Δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Και το σώμα είναι τόσο σημαντικό που αξίζει να αναστηθεί. Διότι αν δεν αναστηθεί το σώμα, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: ή δεν το έφτιαξε ο Θεός, ή δεν είναι αρκετά Θεός για να μπορεί να το σώσει…


Αυτό πώς θα συμβεί;


Με το θάνατο αυτό που είμαστε διαλύεται. Το σώμα, ως βαριά δομή, φθείρεται – η ψυχή ως λεπτή δομή και υλικό εκμαγείο του σώματος διατηρείται, διότι μόνο έτσι, μέσω του Θεού, μπορεί να "αναδημιουργηθεί" ο ίδιος άνθρωπος: αυτή είναι η περίφημη Ανάσταση Νεκρών. Αυτό μας το έδειξε ο Χριστός μέσω αυτού που γιορτάζουμε σήμερα, της Ανάστασής Του, αφού αυτός έχει δύο φύσεις: την ανθρώπινη που βίωσε τον πραγματικό θάνατο, και τη θεία, που ζωοποιεί και ο Θεός γίνεται η υπόσταση του φυσικού όντος το όποιο έτσι αφθαρτίζεται. 

Η Ανάσταση όλων θα συμβεί – το θέμα είναι αν αυτό θα σημαίνει και μετοχή στο Θεό (αυτό που λέμε Παράδεισο: την υπέρτατη δοτικότητα) ή απλή γνώση του Θεού χωρίς μετοχή, αυτό που λέμε Κόλαση. Και φυσικά τότε δεν είναι ο Θεός αυτός που κολάζει αλλά ο άνθρωπος που διαλέγει αυτή την υπέρτατη φιλαυτία. Αυτά, τώρα, δεν είναι ιδεολογήματα. Την πληρότητα της Χάριτος ο πιστός την κατακτά βλέποντας την ομορφιά, τη βεβαιότητα πέραν του θανάτου. Διότι ο χριστιανισμός πέραν από ιερός υλισμός είναι ένας εμπειρισμός…
Ορθόδοξη Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αποκαλείται το σύνολο των αυτοκέφαλων και αυτόνομων χριστιανικών Εκκλησιών που διοικούνται κατά συλλογικό τρόπο από Συνόδους, έχουν αποδεχτεί το περιεχόμενο των αποφάσεων των επτά πρώτων Οικουμενικών Συνόδων και παραμένουν σε πλήρη κοινωνία μεταξύ τους. Ως αφετηρία τους αξιώνουν τον Ιησού Χριστό και τους Αποστόλους του, μέσω της συνεχούς αποστολικής διαδοχής.

Σήμερα ο συνολικός αριθμός των ορθοδόξων υπολογίζεται περίπου σε 300 εκατομμύρια χριστιανούς. Οι όροι ορθόδοξος – ορθοδοξία έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά, στον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο, προκειμένου να υποδείξουν τις κοινότητες, ή τα άτομα, που διατήρησαν την αληθινή πίστη, σε αντιδιαστολή με εκείνους που κηρύχτηκαν αιρετικοί. 
«Ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα, ολόκληρος – ψυχή τε και σώματι». 

 

* Ο  π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι καθηγητή στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης.

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Εψιλον, Κυριακή 19 Απριλίου 2009,   ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΑΒΑΖΗ (marilena@cavasi.com)| ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΡΕΖΙΑΣ, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=36193

Βαστίλλη…

Βαστίλλη…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Πολλές απ’ τις ευαγγελικές περικοπές αρχίζουν, συνήθως, με τη φράση: «τω καιρώ εκείνω»… Και ίσως κάποιοι από μας, που ακούμε τα περιστατικά του καιρού εκείνου, ενδόμυχα, να λέμε: Κι εμάς, σήμερα, τι μας ενδιαφέρει το τι έγινε «τω καιρώ εκείνω»; Κι όμως η πραγματικότητα φωνάζει πως κάποια πρόσωπα και περιστατικά προσφέρονται και με το παραπάνω μάλιστα για σύγκριση με πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής μας…

Κι ας πάρουμε για παράδειγμα τον δαιμονισμένο κωφάλαλο του Ευαγγελίου της 4ης Κυριακής της Μεγάλης Σαρακοστής (Κατά Μάρκον, Θ. 17-31). Που το δαιμόνιο του στέρησε την ακοή και την ομιλία. Κι όμως…

Όσο αξιολύπητος και να ήταν, βρισκόταν, εντούτοις, σε πλεονεκτικότερη θέση από εμάς, τους πολίτες του 21ου αιώνα. Γιατί το δαιμόνιο του στέρησε την ικανότητα της ομιλίας, αλλά παράλληλα και την ικανότητα της ακοής.

Ενώ εμείς είμαστε καταδικασμένοι, απ’ την παγκόσμια διαβολοκυβέρνηση να βλέπουμε και ν’ ακούμε, τα φοβερά, που διαδραματίζονται και διεκτραγωδούνται γύρω μας, χωρίς όμως έχουμε το δικαίωμα να εκφράζουμε τη σκέψη μας και τα συναισθήματά μας.

Και το χειρότερο είναι το ότι η άκρως φασιστική και αφύσικη αυτή κατάσταση παγιώνεται και ως καθεστώς θεσμικό και νομικό:

Κακουργούν, για παράδειγμα, κάποιοι σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης. Και σου μοστράρουν την κακουργία τους με όλη την ένταση και σε όλη την έκταση των αργυρώνητων ΜΜΕ. Κι όμως εμείς δεν δικαιούμαστε να βγάλουμε ούτε άχνα από το στόμα μας….

Γιατί οι αξιότιμοι αυτοί κακούργοι, έχουν υπαγορεύσει, όπως φαίνεται, σε κυβερνήσεις ανδρεικέλων νόμους-φίμωτρα.

Που σημαίνει ότι τη δική τους αδυσώπητη και ακατάσχετη μισανθρωπία, σε βάρος των λαών της Γης, πρέπει να τη δεχόμαστε και να τη δοξολογούμε ως ευλογία Θεού.

Γιατί διαφορετικά μπορούν την έκφραση τη δικής μας δίκαιης δυσφορίας και της ιερής μας αγανάκτησης, να τη βαφτίζουν ρατσισμό εχθροπάθεια ή, όπως αλλιώς τους καπνίσει. Και, φυσικά, εν ονόματι των ρατσιστικών σε βάρος των λαών, χαλκευμένων νόμων τους, μπορούν να επιβάλλουν πρόστιμα και φυλακίσεις….

Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις κάποιων αρμοδίων. Που βρίσκονται σε δυσαρμονία με το γράμμα, αλλά κυρίως με το υφέρπον πνεύμα των νόμων αυτών…

Άλλο παράδειγμα:

Κάποια ακριβοπληρωμένα – απ’ τους διεθνείς και ντόπιους λήσταρχους – φερέφωνα λούζουν και χτενίζουν, με το ΑΠΛΥΤΟ φως τους, τους εργοδότες τους και τα κακουργήματά τους.

Και βέβαια ο λαός δεν έχει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί και να φωνάξει, για την κατάφωρη διαστροφή της αλήθειας και την κακοποίηση της πραγματικότητας.
Γιατί, έτσι και το κάμει, οι ανάγωγοι αυτοί τραβάνε σε όποιον μιλήσει μερικές αγωγές. Και του ζητούνε – στη φτήνια – κάποια εκατομμυριάκια. Που ασφαλώς τα διαθέτουν οι λήσταρχοι εργοδότες τους. Αλλά που, βέβαια, δεν τα διαθέτουν εναγόμενοι…

Και σε μεγάλη συνάφεια με τα παραπάνω βρίσκεται και ο διαβόητος νόμος «περί προσωπικών…λερωμένων». Σύμφωνα με τον οποίο ο κάθε εγχώριος ή διεθνής αλήτης μπορεί να μεθοδεύει την οποιαδήποτε βρωμιά, σε βάρος της πατρίδας σου, της θρησκείας σου ή και του εαυτού σου. Αλλά εσύ δεν έχεις το δικαίωμα να μιλήσεις για τα έργα και τις ημέρες και την ταυτότητά του.

Και πιο πέρα, ας μη λησμονούμε τα νομοθετικά «αριστουργήματα» των, κατεξοχήν, διαβόητων, περί ασυλίας βουλευτών και περί…ανευθυνότητας υπουργών, νόμων. Που κάποιοι με παχυδερμία ρινόκερων και αδιαντροπιά πιθήκων θεσμοθέτησαν. Έτσι ώστε να μπορεί η συμμορία τους εν ονόματι της ασυλίας να δίνει ρεσιτάλ ληστρικής αλητείας…

Και μ’ όλα τούτα και πάμπολλες άλλες αδιαφανείς και αφανείς μεθοδεύσεις υψώνουν – για να θυμηθούμε και τον Καβάφη – γύρω μας αδυσώπητα τείχη. Με τα οποία μεταβάλλουν ολόκληρες χώρες σε απέραντες Βαστίλες. Για να περιφρουρούν τη δική τους ασυδοσία και προδοσία και να επιβάλλουν στους λαούς το καθεστώς της αλαλίας.

Κι ύστερα απ’ όλα αυτά περιμένουν κάποιοι αιθεροβάμονες να μας βγάλουν απ’ το βάραθρο της οικονομικής χρεοκοπίας οι ολοσχερώς πολιτικά χρεοκοπήσαντες. Που έχουν, ωστόσο το απύθμενο θράσος να μιλούν για δημοκρατία και δικαιοσύνη.

Όταν τις ερπύστριες των τανκς τις αντικατέστησαν με τις ερπύστριες των φασιστικών και ληστρικών νόμων. Με τους οποίους κατεδάφισαν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των λαών…

Όπως προβλέπει το καθεστώς της παγκόσμιας διαβολοκυβέρνησης. Της οποίας οι αρχισυνάγωγοι προηγούνται, σε δαιμονική εφευρετικότητα, παρασάγγες ακόμη κι απ’ τον ίδιο το Διάβολο….


παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 31-03-2011

Τι αποφάσισε η Σύνοδος Κορυφής και τι …

Τι αποφάσισε η Σύνοδος Κορυφής και τι πρόκειται να γίνει

 

του Νίκου Στεριανού


 

Κορυφαίο γεγονός των τελευταίων ημερών- όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο- υπήρξε η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 24 και 25 του Μαρτίου. Η Σύνοδος αυτή έγινε κάτω από το βάρος της πολιτικής κρίσης στην Πορτογαλία και της αυξημένης πίεσης των αγορών στις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου. 

Συγκεκριμένα, την περασμένη Πέμπτη (24/3), μια μέρα μετά την πτώση της Κυβέρνησης Σόκρατες, οι διεθνείς οίκοι FITCH και  STANDARD & POOR’S υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της Πορτογαλίας ενώ η MOODY’S INVESTOR SERVICE προχώρησε σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας 30 ισπανικών τραπεζών. Την ίδια ώρα τα spreads των ομολόγων αυτών των χωρών και της Ελλάδας έπαιρναν και πάλι την ανιούσα.

 

Μια μέρα πριν, την Τετάρτη 23/3 ο γνωστός επενδυτής Τζ. Σόρος δημοσίευε στην βελγική οικονομική εφημερίδα Λ’ ΕΚΟ ένα άρθρο που έφερε τον τίτλο «Διχασμένη ξανά η Ευρώπη;». Στο άρθρο αυτό ο Τζ. Σόρος ούτε λίγο ούτε πολύ ομολογεί πως η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγκαλιάζει το σύνολο της οικονομικής και πολιτικής της ζωής, είναι δηλαδή καθολική και συνεπώς καθόλου εύκολη στην αντιμετώπισή της.

«Η κρίση του ευρώ, όπως αποκαλείται- λέει ο Σόρος-, αντιμετωπίζεται ως αμιγώς συναλλαγματική κρίση, ενώ ταυτόχρονα είναι δημοσιονομική ή ακόμη και τραπεζική κρίση… Η αλήθεια είναι πως η κρίση που ταλανίζει την Ευρώπη δεν είναι μόνο οικονομική και χρηματοοικονομική αλλά, κατά συνέπεια, και πολιτική». Και προσθέτει: «Ουσιαστικά, η λύση που σκοπεύει να εφαρμόσει η Ευρώπη υπαγορεύεται από τη Γερμανία, η οποία διαθέτει τα δημόσια πιστωτικά κεφάλαια που απαιτούνται για κάθε λύση. Η προσπάθεια της Γαλλίας να επηρεάσει το αποτέλεσμα προσέκρουσε τελικά στην εξάρτησή της από τη στενή συμμαχία που διατηρεί με τη Γερμανία για εξασφάλιση της κορυφαίας αξιολόγησης (AAA) για το χρέος της». Σύμφωνα με τον Σόρος «όταν τέθηκε σε ισχύ το ευρώ, εκτιμάτο ότι θα φέρει σύγκλιση μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών. Αντί για σύγκλιση, όμως, έφερε απόκλιση», ενώ στην παρούσα φάση «η Γερμανία διασώζει τα υπερχρεωμένα κράτη με σκοπό να προστατέψει το δικό της τραπεζικό σύστημα». Η κατάληξη της Γερμανικής συνταγής, κατά τον αμερικανό επενδυτή, δεν θα είναι καθόλου ευχάριστη για τα αδύναμα ευρωπαϊκά κράτη. «Αυτό που θα βιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση- αναφέρει ο Σόρος- θα είναι ακόμη χειρότερο από μία ‘‘χαμένη δεκαετία’’: θα βιώσει μια χρονική απόκλιση, καθώς οι πλεονασματικές χώρες θα προχωρούν δυναμικά μπροστά, ενώ οι ελλειμματικές χώρες θα μένουν πίσω εξαιτίας της υπέρογκης δανειακής τους επιβάρυνσης… Οι κανονισμοί που θα τεθούν σε ισχύ στα τέλη Μαρτίου, οι οποίοι αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της Ευρώπης δύο ταχυτήτων, θα προκαλέσουν αίσθημα αγανάκτησης, το οποίο διακυβεύει την πολιτική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Η προοπτική της Ευρώπης δύο ταχυτήτων θα υπονομεύσει την πολιτική συνοχή της Ευρώπης – και μαζί με αυτή την ικανότητά της να ενεργεί με ομοφωνία όταν χρειάζεται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, παράλληλα με την εφαρμογή του μηχανισμού επίλυσης κρίσεων της ΕΕ, θα πρέπει να αναγνωριστεί και η ανάγκη για ένα επόμενο βήμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Διαφορετικά, τα ελλειμματικά κράτη δεν θα έχουν λόγο να ελπίζουν, θεωρώντας ότι ακόμη και εάν προσπαθήσουν σκληρά δεν θα καταφέρουν να βγουν μια μέρα από τη δύσκολη θέση».

Στην πραγματικότητα, αυτό που λέει ο Σόρος είναι πως οι ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιούν την Ένωση για να ξεπεράσουν την κρίση τους σε βάρος των πιο αδύναμων χωρών. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή ιδιομορφία στην παρούσα κατάσταση, την οποία ο Σόρος αντιμετωπίζει αποσπασματικά χωρίς να την εντάσσει στην παγκόσμια διάστασή της, όπως άλλωστε θα όφειλε, αφού η κρίση δεν είναι μόνο ευρωπαϊκή. Κυρίως είναι παγκόσμια. Παρόλα αυτά έχει δίκιο. Πάντα οι ισχυροί του κόσμου φόρτωναν την κρίση τους στις πλάτες των λιγότερων ισχυρών και των εντελώς ανίσχυρων, τους οποίος και καταλήστευαν. Οι κίνδυνοι που εμπεριέχει μια τέτοια πρακτική δεν είναι καθόλου αμελητέοι. Όμως άλλη λύση, σε καταστάσεις κρίσεων, ο καπιταλισμός δεν έχει αναδείξει πλην της περίπτωσης εκείνης που λαοί παίρνουν την τύχη τους στα χέρια τους. Ας δούμε όμως τι μας λέει για όλα αυτά η τελευταία Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. και οι αποφάσεις που λήφθησαν.

Η Σύνοδος Κορυφής και η Κρίση: Αποφάσεις υπό αναβολή…

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 24 και 25 Μαρτίου επικύρωσε τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης (11 Μαρτίου) για τη δημιουργία του μόνιμου Ευρωπαϊκού ΜηχανισμούΣταθερότητας (ESM) και την τροποποίηση του προσωρινού Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Επικύρωσε επίσης το «Σύμφωνο για το Ευρώ» στο οποίο προσχώρησαν και έξι κράτη- μέλη εκτός Ευρωζώνης (Πολωνία, Δανία, Λεττονία, Λιθουανία, Ρουμανία και Βουλγαρία).  Επίσης, υιοθετήθηκε η αναθεώρηση του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ) και η τροποποίηση της συνθήκης της Λισσαβόνας ώστε να προβλέπεται σ’ αυτήν η δημιουργία του μόνιμου μηχανισμού σταθερότητας (ESM) από το 2013. Στη συνέχεια, μέχρι τον Ιούνιο, τα εθνικά Κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να υπερψηφίσουν την αναθεώρηση της συνθήκης της Λισσαβόνας και να εγκρίνουν την τροποποίηση του προσωρινού Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) που στο πλαίσιο αυτό, μέχρι τότε – και εφόσον εγκριθεί η τροποποίηση -, θα αυξήσει τα κεφάλαια που θα διαθέτει, από τα 250 δισ. ευρώ που είναι σήμερα, στα 440 δισ. ευρώ.  Για τον μόνιμο μηχανισμό σταθερότητας (ESM), μετά από αίτημα της Γερμανίας, αποφασίστηκε το κεφάλαιο του – που το 2013 θα ανέρχεται στα 700 δισ. ευρώ – να καταβληθεί σε πέντε ετήσιες δόσεις.

Όλα αυτά στην πραγματικότητα υποδηλώνουν πως μέχρι τις αρχές του Καλοκαιριού τα πάντα είναι ρευστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Γιάννης Πρετεντέρης το απέδωσε αυτό με απόλυτη σαφήνεια στο άρθρο του στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ αν και το όλο θέμα της Συνόδου πέρασε υποτονικά στον Τύπο. «Να το πούμε- γράφει- με απλά λόγια: το πολυτραγουδισμένο ‘‘Σύμφωνο για το Ευρώ’’ και οι πρόσφατες ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το χρέος αναβλήθηκαν ως τον Ιούνιο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρούνται εξασφαλισμένες. Υπάρχουν χώρες που αντιδρούν και Κοινοβούλια που πρέπει να πειστούν. Όπως υπάρχουν και εθνικές εκλογές που θα μεσολαβήσουν – στη Φινλανδία, ενδεχομένως στην Πορτογαλία και βλέπουμε… Έτσι, ο Μάρτιος έγινε Ιούνιος. Ακόμη και αν ξεπεραστούν τελικά οι δυσκολίες, αυτή τη στιγμή η υπόθεση είναι λιγότερο στο τσεπάκι και περισσότερο στον αέρα, με ό,τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοια καθυστέρηση. Εν τω μεταξύ η Πορτογαλία χτυπάει την πόρτα του μηχανισμού στήριξης. Ενώ τα spreads του ελληνικού χρέους που είχαν καμφθεί μετά τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου επέστρεψαν στα προηγούμενα επίπεδα».

…και μέτρα σε βάρος των ασθενέστερων

Αναμφιβόλως τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τελική κατάληξη στις προαναφερόμενες αποφάσεις θα είναι το ναυάγιο. Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυροί της Ευρώπης έχουν ουσιαστικά καταλήξει και έχουν επιβάλλει ό,τι ακριβώς τους χρειάζεται στην παρούσα φάση για τον πλήρη έλεγχο πάνω στις οικονομίες των ασθενέστερων χωρών, τις οποίες και θα απομυζήσουν ως το μεδούλι. Το Σύμφωνο για το ευρώ, για παράδειγμα, στο οποίο προσχώρησαν – όπως προαναφέραμε – και άλλες έξι χώρες εκτός ευρώ, προβλέπει την παραχώρηση αποκλειστικά εθνικών προνομίων για χάραξη και εφαρμογή κοινής πολιτικής στους τομείς μισθών, συντάξεων και απασχόλησης. Επίσης προβλέπει τη νομοθετική υιοθέτηση ανωτάτων ορίων για έλλειμμα, το χρέος και τις δαπάνες. Τα κράτη- μέλη θα καθορίζουν τα ίδια τις δεσμεύσεις που θα αναλαμβάνουν κάθε χρόνο, ενώ οι εφαρμογή των συμφωνηθέντων θα εξετάζεται κάθε Μάρτιο από τους αρχηγούς κρατών της Ευρωζώνης με βάση έκθεση της Κομισιόν.

Επίσης το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), στο πλαίσιο της Ε.Ε. αναθεωρείται σημαντικά και πλέον περιλαμβάνει αυστηρότερες κυρώσεις, οι οποίες θα επιβάλλονται ακόμη και προληπτικά, ενώ ιδιαίτερο βάρος θα δίνεται στο δημόσιο χρέος, το υπερβολικό τμήμα του οποίου (άνω του 60% του ΑΕΠ) θα πρέπει να μειώνεται κατά 1/20 κάθε χρόνο. Η σημαντικότερη καινοτομία του ΣΣΑ είναι ότι για πρώτη φορά θα ελέγχεται η μακροοικονομική κατάσταση των κρατών- μελών και θα είναι υποχρεωτική η λήψη μέτρων για τη διόρθωση ανισορροπιών όπως η απώλεια ανταγωνιστικότητας. Μπορεί τα κράτη – μέλη να μην δέχτηκαν την επιβολή αυτόματων κυρώσεων όταν παραβιάζουν το ΣΣΑ, αλλά αυτό πολύ λίγη σημασία έχει επί του παρόντος.

Τέλος, οι προβλέψεις για τον μόνιμο μηχανισμό σταθερότητας (ESM) είναι πολύ επώδυνες για τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας ή αλλιώς για την δεύτερη ταχύτητα κρατών της Ε.Ε. Αν διαπιστώνεται ότι ένα κράτος – μέλος έχει χρέος που δεν είναι βιώσιμο μετά την εφαρμογή προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, θα απαιτείται η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα προκειμένου να δοθούν δάνεια. Τα δάνεια των ιδιωτών πιστωτών θα θεωρούνται, εξ ορισμού, μειωμένης εξασφάλισης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, «τα δύο αυτά στοιχεία (σ.σ. εμπλοκή ιδιωτών- δάνεια μειωμένης εξασφάλισης) πρόκειται να αυξήσουν το κόστος δανεισμού για την ευρωπαϊκή περιφέρεια, ενώ το προσεχές διάστημα θα πρέπει να αναμένεται υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητάς τους». Με άλλα λόγια το γδάρσιμο των λαών των υπερχρεωμένων χωρών που δεν μπορούν να διαχειριστούν το χρέος τους δεν πρόκειται να έχει όρια ή όπως ηπιότερα το έγραψε ο Σόρος «τα ελλειμματικά κράτη δεν θα έχουν λόγο να ελπίζουν, θεωρώντας ότι ακόμη και εάν προσπαθήσουν σκληρά δεν θα καταφέρουν να βγουν μια μέρα από τη δύσκολη θέση».

 Εδώ ακριβώς είναι που περνάμε στην υπόθεση της Ελλάδας. Ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε ικανοποιημένος από τις αποφάσεις της Συνόδου της 24ης και 25ης Μαρτίου, προφανώς γιατί επιβεβαιώθηκαν οι αποφάσεις της 11ης Μαρτίου στο σκέλος που αφορούσαν αποκλειστικά τη χώρα μας. Όπως, όμως γράψαμε στο προηγούμενο σημείωμα μας, εκείνες οι αποφάσεις αφορούσαν αποκλειστικά την εξασφάλιση των συμφερόντων των δανειστών μας οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να τις αλλάξουν. Γι’ αυτό χάρηκε ο πρωθυπουργός;

Όποιος αντέξει – Η ελληνική περίπτωση

Όπως και να ‘χει, από τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση προσέδεσε τη χώρα στο άρμα των ισχυρών της Ευρώπης και δέχτηκε να πάει όπου την πάνε, έξοδος από το τούνελ δεν υπάρχει. Θα μας ξεζουμίσουν μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Γι’ αυτό και τα δύσκολα- τα περισσότερο δύσκολα- τώρα θα κάνουν την εμφάνισή τους κι όποιος αντέξει. Για να δώσουμε μια εικόνα της πραγματικότητας που έχουμε μπροστά μας προτιμήσαμε να αφήσουμε αυτή η εικόνα να ξετυλιχθεί όπως ακριβώς περιγράφεται στο ρεπορτάζ του Σωτήρη Νίκα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ.

Διαβάζουμε: «Ανεξαρτήτως των αποφάσεων της Συνόδου, η Ελλάδα, έχοντας την υποχρέωση να βρει κεφάλαια άνω των 290 δισ. ευρώ έως το 2015, για να καλύψει τις ανάγκες της, ανέλαβε και μία σειρά από δεσμεύσεις – σε όλα τα επίπεδα – για να επαναφέρει τα δημόσια οικονομικά της σε βιώσιμη τροχιά. Υπολογίζεται ότι οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του ελληνικού χρέους ανέρχονται στα 231,1 δισ. ευρώ έως το 2015. Εάν σε αυτό το ποσό προστεθούν και τα ελλείμματα που θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν, καθώς και διάφορες άλλες ανάγκες, τότε το συνολικό ποσό φτάνει στα 293,6 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας έως το 2015 ανέρχονται στο 127% του ΑΕΠ. Γεγονός το οποίο δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για την ελληνική οικονομία, παρά τις όποιες διευκολύνσεις έχουν ήδη παρασχεθεί από την Ευρώπη και αναμένεται να παρασχεθούν και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)… Για τον ίδιο λόγο είναι πολύ σημαντική και η απόφαση της Ευρώπης να δώσει τη δυνατότητα στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης (EFSF) να αγοράζει κρατικά ομόλογα απευθείας από τις χώρες της Ευρωζώνης που τα εκδίδουν. Για να γίνει, όμως, αυτό πράξη η Ελλάδα έχει αναλάβει μία σειρά υποχρεώσεων που θα πρέπει να φέρει εις πέρας έως το 2015. Οι δεσμεύσεις αυτές έχουν να κάνουν με την προώθηση νέων μέτρων που θα μειώσουν το έλλειμμα και την υλοποίηση γενναίων αποκρατικοποιήσεων (κυρίως η αξιοποίηση των ακινήτων) που θα μειώσουν το χρέος. Και όλα αυτά έως το 2015… Αυτήν την εβδομάδα αναμένεται να οριστικοποιηθούν τα μέτρα ύψους 22 δισ. ευρώ που θα περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο Στρατηγικής (ΜΔΠΣ) 2012- 2015 για να μειωθεί το έλλειμμα στο 1% του ΑΕΠ το 2015. Πριν, όμως, ληφθούν τα μέτρα αυτά, η κυβέρνηση θα πρέπει να βρει και 1,8 δισ. ευρώ για φέτος, ώστε να επιτύχει τον στόχο μείωσης του ελλείμματος στα 17 δισ. ευρώ το 2011… Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να περιοριστεί δραστικά το Δημόσιο. Αυτό σημαίνει νέες μειώσεις σε καταναλωτικές δαπάνες (τηλεπικοινωνίες, επιχορηγήσεις, στεγαστικές δαπάνες κ. λπ.), αλλά και νέες μειώσεις σε μισθούς (μέσω της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου). Το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι θα καταφέρει να επιτύχει τους στόχους, λαμβάνοντας υπόψη ότι θα αποχωρήσουν από το Δημόσιο περίπου 150.000 εργαζόμενοι (μείωση συμβασιούχων, μετατροπή του κανόνα της 1 πρόσληψης για κάθε 5 αποχωρήσεις σε 1 πρόσληψη για κάθε 7 αποχωρήσεις, κλείσιμο φορέων κ. λπ.). Ωστόσο, εάν δεν λειτουργήσει αυτός ο έμμεσος τρόπος μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων, τότε δεν αποκλείεται να ενεργοποιηθεί και ο άμεσος τρόπος που δεν είναι άλλος από τις απολύσεις. Την ώρα που η κυβέρνηση θα πρέπει να μειώνει τον δημόσιο τομέα λαμβάνοντας νέα μέτρα, θα πρέπει να τον μειώνει και μέσω των αποκρατικοποιήσεων. Οι πολιτικές διαφωνίες για την πώληση των μεγάλων ΔΕΚΟ (ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ κ.λπ.) έχουν ουσιαστικά ‘‘παγώσει’’ τις όποιες αποφάσεις γι’ αυτές και τις έχουν μεταθέσει για το 2012 και μετά. Στην παρούσα φάση θα προχωρήσει η αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας. Για το 2011- 2012 αναμένονται έσοδα της τάξης των 6 – 7 δισ. από τις αποκρατικοποιήσεις και άλλα τόσα μέσα στο 2013, ώστε να φτάσουν τα 15 δισ. Εξ αυτών, τα περίπου 10 δισ. θα προέλθουν από τα ακίνητα, ενώ από τα 50 δισ. που θα πρέπει να έρθουν έως το 2015, τα 30 δισ. τουλάχιστον αναμένονται από τα ακίνητα».

Αν όλα τα παραπάνω ακούγονται ανατριχιαστικά, το βέβαιο είναι πως η πραγματικότητα που έρχεται θα ξεπεράσει κάθε υπόθεση και φαντασία. Το ερώτημα, επομένως που τίθεται είναι ποιος θα τα κάνει όλα αυτά; Υπάρχει πολιτική ηγεσία που θα φέρει σε πέρας αυτή την αποστολή; Αυτός είναι ο μόνιμος πονοκέφαλος του ελληνικής καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Και δεν κρύβεται. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ στο κύριο άρθρο της με τίτλο «Έντιμη λύση» ζητεί να ξεκαθαρίσουν τώρα τα πράγματα με την σημερινή κυβέρνηση. «Τώρα που τελείωσε η κρίσιμη Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε.- γράφει-, καλό θα ήταν ο τόπος να αποκτήσει και πάλι κυβέρνηση… Ο κ. Παπανδρέου πρέπει να αποφασίσει αν μπορεί επιτέλους να σχηματίσει μια ολιγομελή, αποφασισμένη κυβέρνηση… Αν βλέπει ότι το φορτίο που έρχεται δεν αντέχεται από το κόμμα του και τον ίδιο, η έντιμη λύση είναι είτε ο σχηματισμός μιας ευρύτερης κυβέρνησης με τη συμμετοχή εξωκοινοβουλευτικών, που μπορούν να χειρισθούν τα δύσκολα που έρχονται, είτε οι εκλογές».

Ο διευθυντής  όμως της εφημερίδας Αλέξης Παπαχελάς στο ίδιο, κυριακάτικο φύλλο με άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Ο κύκλος των χαμένων», πάει ακόμη βαθύτερα, γίνεται περισσότερο αποκαλυπτικός: «Όπως πάνε τα πράγματα – γράφει -, κάποια στιγμή θα χρειασθεί να στοιχηθούμε, ως κοινωνία. Το μέλλον της χώρας για τα επόμενα 4-5 χρόνια θα είναι εξαιρετικά επίπονο και δύσκολο. Δεν υπάρχει καμία ‘‘μαγική λύση’’. Ακόμη κι αν σβήσουμε το σύνολο του χρέους μας, η επόμενη μέρα θα είναι φοβερά δύσκολη, με πολύ περισσότερο κόσμο να ‘‘ματώνει’’ σε σχέση με τα όσα ζούμε σήμερα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιον δρόμο μπορούμε να ακολουθήσουμε για να μην πονέσουμε, γιατί τέτοιος δρόμος απλώς δεν υπάρχει. Το κεντρικό δίλημμα γύρω από το οποίο θα χρειασθεί να πάρουμε όλοι μας θέση είναι αν μας ενδιαφέρει, έπειτα από όλο τον ‘‘πόνο’’ και την προσπάθεια, να εξευρωπαϊσθεί πραγματικά η χώρα ή όχι. Δεν είναι απλό ερώτημα και δεν επιδέχεται μονολεκτικές απαντήσεις… Εδώ είναι και το ‘‘ζουμί’’ της ιστορίας. Πρέπει να αποφασίσουμε, και ενδεχομένως να μην αργήσει η ώρα της απόφασης, τι θέλουμε. Ίσως να μην αντέχουμε να αλλάξουμε τόσο όσο απαιτούν οι περιστάσεις και να επιλέξουμε να είμαστε μια χώρα στην περιφέρεια της Ευρώπης, ενδεχομένως εκτός ευρώ, με χωματερές, ένα τριτοκοσμικό κράτος, διαφθορά και ό,τι άλλο… καλό μας κάνει να διαφέρουμε από την υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν μπορώ να φαντασθώ πώς θα μοιάζει αυτός ο δρόμος. Φαντάζει βολικός για τους βολεμένους, αλλά είναι πραγματικά ο δρόμος προς την κόλαση. Ο άλλος δρόμος έχει και αυτός πόνο, κόπο, αλλά αν τον βαδίσουμε συντεταγμένα και με όραμα, μπορεί να ξετυλίξει την απίστευτη δημιουργικότητα και το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα. Χρειάζεται όμως μια ηγεσία, και δεν εννοώ μόνο πολιτική, που θα το πιστέψει, θα το εξηγήσει, δεν θα φοβηθεί και θα τολμήσει… Το κρίμα είναι πως αυτή η κοινωνία έχει δείξει ασύλληπτη ωριμότητα και αντοχή έως τώρα, πράγμα που δείχνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της καταλαβαίνει πως τα πάντα πρέπει να αλλάξουν. Για να γίνει, όμως, αυτό χρειάζεται ένας Καποδίστριας, ένας Ελευθέριος Βενιζέλος ή ένας Κωνσταντίνος Καραμανλής με ένα στρατό αποφασισμένων Tαλιμπάν τεχνοκρατών δίπλα τους. Δεν φαίνονται πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η χώρα πάντοτε στάθηκε τυχερή και βρήκε φωτισμένες, ιστορικές ηγεσίες σε κρίσιμες στιγμές. Καμιά φορά, βέβαια, χρειάστηκε και μια καταστροφή για να τις ανακαλύψει…».

Τι μας ζητάνε; Καταλαβαίνουμε τι μας ζητάνε; Ή για να το πούμε αλλιώς: πόσα περισσότερα πρέπει να πουν και να κάνουν για να γίνει κατανοητό ότι αυτά που σχεδιάζονται έξω από την Ελλάδα και μέσα σ’ αυτήν, αυτά που επιβάλλονται κι αυτά που πρόκειται να επιβληθούν, οδηγούν το λαό και τη χώρα σε θανάσιμο κίνδυνο και στον πλήρη εξανδραποδισμό;.-

 

ΠΗΓΗ: 27 Μαρτίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/47708

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ-ΜΙΖΕΡΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ και  η ΜΙΖΕΡΙΑ της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

 

Του Μιχάλη Βασιλάκη*


 

Από το διάβασμα και μόνο των ανακοινώσεων, δηλώσεων, τοποθετήσεων της κάθε είδους αριστεράς, ένας αναγνώστης με στοιχειώδη πολιτική σκέψη, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ιμπεριαλιστική επέμβαση στη ΛΙΒΥΗ είναι ΕΠΑΡΚΩΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ και σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη.

«Ο Δικτάτορας, ο δολοφόνος, ο κλέφτης, ο πουλημένος, ο αποστάτης ΚΑΝΤΑΦΙ» είναι το μοτίβο των αριστερών κειμένων, γαρνιρισμένα με τους συνηθισμένους «αντικαπιταλιστικούς» και «αντιιμπεριαλιστικούς» βερμπαλισμούς της ιδεολογικοπολιτικής τους κενότητας.

Αν όλοι αυτοί είχαν λόγο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στην καλύτερη περίπτωση να ‘χαν τη θέση της Ρωσίας και της Κίνας, αν όχι του “κόκκινου” Ντάνυ του Μάη του ’68, για τον οποίο η επέμβαση καθυστέρησε!

Σε όλους αυτούς εκ μέρους των χιλιάδων Λίβυων που σε ανθρώπινες αλυσίδες μόνο με τα χέρια τους και την ψυχή τους αντιμετωπίζουν τα αεροπλάνα και τις βόμβες των σιδερόφρακτων ιμπεριαλιστών σταυροφόρων, έχουμε μια απάντηση:

Το ΚΑΝΤΑΦΙΚΟ εποικοδόμημα στη Λιβύη ακόμη και στην εξ αντικειμένου ιστορική στρέβλωση του, είναι απείρως πιο δημοκρατικό σε μορφή και περιεχόμενο από τα καθεστώτα του νεοφιλελεύθερου αστικοκοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού με τον καθολικό κοινωνικοπολιτικό εκφασισμό τους.

Είναι ιδανική πολιτεία σε σύγκριση με τα νεοτσαρικά μορφώματα της Μπρεζνιεφικής «σοσιαλιστικής» κληρονομιάς και τον «κομμουνιστικό» παράδεισο τη Κίνας, στον οποίο πληρώνεις και την σφαίρα που σε δολοφονούν.

Το καθεστώς ΚΑΝΤΑΦΙ έβαλε τη Λιβύη στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με εθνικοανεξαρτησιακούς όρους, κόντρα στη δουλικότητα των αντιδραστικών Αραβικών καθεστώτων, κόντρα στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα αλλά και κόντρα στους αντιδραστικούς φονταμενταλισμούς που ενεργούν εξ’ αντικειμένου από την ίδια πλευρά με τον ιμπεριαλισμό.

Η ιμπεριαλιστική επίθεση στη ΛΙΒΥΗ δεν είναι ευκαιρία να πουλήσουμε την αριστερή μας μιζέρια.

Τα αεροπλάνα του ιμπεριαλισμού στη Λιβύη δεν κάνουν ούτε αυγουλοπόλεμο, ούτε γιαουρτοπόλεμο, ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ και ΚΑΙΝΕ.

ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΗΣ ΛΙΒΥΗΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΑΧΗ και ΟΧΙ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΤΩΝ «ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ» ΟΝΕΙΡΩΞΕΩΝ.

 

– ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ.

– ΚΑΤΩ ΤΟ ΑΝΤΙΛΥΒΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΠΛΟΚ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

 

* O Μιχάλης Βασιλάκης είναι γραμματέας του ΕΑΜ.

Απλά μαθήματα ερμηνείας συμφωνιών

Απλά μαθήματα ερμηνείας συμφωνιών

 

Του Νίκου Κοτζιά


 

Η κυβέρνηση επέστρεψε από τις Βρυξέλλες με την προοπτική μείωσης του επιτοκίου κατά 1%, χρονικής επιμήκυνσης της αποπληρωμής των δανείων των 110 δις και πιθανής ενίσχυσης του μηχανισμού εξαγοράς ελληνικών ομόλογων. Εάν αυτά είχαν συμφωνηθεί πέρσι, σίγουρα θα ήμασταν σε καλύτερη κατάσταση. Μόνο που σήμερα δεν επαρκούν για να βγει η Ελλάδα από τα χρηματοπιστωτικά της προβλήματα.

Και, το κυριότερο, το αντίτιμο που καλείται να πληρώσει είναι πολύ ψηλό. Η πιο πάνω εκτίμηση στηρίζεται σε μια νηφάλια και όχι προπαγανδιστική ερμηνεία των αποτελεσμάτων που υπήρξαν στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης την προηγούμενη εβδομάδα. Και να γιατί:

α) Η κυβέρνηση, προκειμένου να γλιτώσει ένα τμήμα των άμεσων τόκων, έδωσε ως αντάλλαγμα δεκάδες δισεκατομμύρια. Τόσο σε υποτιμώμενη δημόσια περιουσία που θα ξεπουλήσει, όσο και στα αντιλαϊκά μέτρα που συμφώνησε να λάβει. Επιπλέον, είναι άλλο να πουλά κανείς με νηφαλιότητα περιουσία κι άλλο υπό διεθνή πίεση και έλεγχο. Σε συνθήκες, δηλαδή, που θα γνωρίζει ο υποψήφιος αγοραστής ότι η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να πουλήσει ακόμα και όσο όσο προκειμένου «να λάβει την επόμενη δόση».

β) Ουσιαστικά, η κυβέρνηση «συμφώνησε» μέτρα που διαφορετικά δεν θα μπορούσε να περάσει άμεσα η ίδια στην ελληνική κοινωνία. Τα μέτρα αυτά είναι μέτρα προστασίας των τραπεζών στη χώρα και άγριας ανακατανομής εισοδήματος σε βάρος των μισθωτών και των μεσαίων στρωμάτων.

γ) Η κυβέρνηση βάζει το Ελληνικό Δημόσιο και τους μισθωτούς να πληρώσουν δεκάδες δισεκατομμύρια προκειμένου να διορθώσει με καθυστέρηση και όχι με τον καλύτερο τρόπο τις αρχικές παραλείψεις στη διαπραγμάτευσή της πριν από ένα χρόνο. Αν ένα χρόνο πριν είχε απαιτήσει χαμηλότερο επιτόκιο και μεγαλύτερο χρονοδιά­γραμμα αποπληρωμής, δεν θα είχε ανάγκη να δίνει σήμερα τέτοια σημαντικά ανταλλάγματα.

δ) Τότε, ένα χρόνο πριν, οι δανειστές της Ελλάδας ήταν σε χειρότερη θέση. Το τραπεζικό σύστημα της Γερμανίας κινδύνευε με αποσταθεροποίη­ση αν η Ελλάδα δεν πλήρωνε κανονικά τα χρέη της. Αυτό ισχύει σήμερα λιγότερο, αφού στο ενδιά­μεσο διάστημα, οι αδύναμες γερμανικές τράπεζες μπόρεσαν και… πάρκαραν σε τρίτους τα ελληνικά ομόλογα. Του χρόνου, που θα εξακολουθήσουν να μην βγαίνουν οι αριθμοί, η Ελλάδα θα έχει απωλέσει το ισχυρότερο δια­πραγματευτικό της χαρτί, δηλαδή τη δυνατότητα να συμπαρασύρει τους δανειστές της, αν αυτοί θελήσουν να τη σπρώξουν στον γκρεμό. Ακόμα και η αυτοκτονία της – ή, αλλιώς, χρεοκοπία – θα έχει περιέλθει, με τις τωρινές αποφάσεις, στα χέρια των δανειστών της, που θα την ελέγχουν. Κατά συνέπεια, ο χρόνος δεν δουλεύει για την Ελλάδα, αλλά για τους δανειστές της.

ε) Η Ελλάδα θα ξεπουλήσει δημόσια περιουσία και δημοκρατικά – κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων, ενώ δεν διασφάλισε κάποιο πακέτο αναπτυξιακού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η ύφεση θα συνεχίσει και κατά προέκταση η Ελλάδα θα συνεχίζει να σωρεύει χρέος.

στ) Η προπαγάνδα της ελληνικής κυβέρνησης εμφάνισε την Ιρλανδία να μην πετυχαίνει τη μείω­ση των τόκων όπως η Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα είναι η κολοβή αλεπού της ιστορίας. Αντί να κάνει κοινό μέτωπο με την Ιρλανδία, να διαπραγματευτεί σκληρά και να αναβάλει τις αποφάσεις προκειμένου να υπάρξει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, παρέδωσε μερικά ακόμα κλειδιά της χώρας για να πάρει αυτό που έτσι κι αλλιώς θα έπαιρνε και όφειλε να διασφαλίσει ένα χρόνο πριν.

Συμπέρασμα: Το σημερινό κόστος της Ελλάδας για την κακή διαπραγμάτευση πριν από ένα χρόνο είναι υπέρμετρα μεγάλο. Και, δυστυχώς, όπως είχα δίκαιο όταν ένα χρόνο πριν έλεγα ότι δεν πρόκειται να βγει το χρέος με τα συμφωνηθέντα επιτόκια και χρονοδιαγράμματα, έτσι δεν θα βγει αυτό και με τις νέες συμφωνίες. Ταυτόχρονα, δε, παραμένει το κεντρικό ερώτημα: Η κυβέρνηση δεν καταλαβαίνει ή είναι αποφασισμένη να τα δώσει όλα φτηνά προκειμένου να εξυπηρετήσει την ντόπια και διεθνή τοκογλυφία καθώς και την εσωτερική διαπλοκή;

 

ΠΗΓΗ: [Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα" στις 17/3/11],  23/03/2011,  http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=15234&category_id=100 

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ:

Η αποκρατικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων είναι μεγάλο έγκλημα, αφού οδηγεί μία χώρα στην απόλυτη εξάρτηση της από τις πολυεθνικές και στην υποδούλωση της στα κράτη-έδρα τους

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Το δόγμα ότι η οικονομική δύναμη εδρεύει στη ρίζα κάθε κακού πρέπει να απορριφθεί και τη θέση του να πάρει μία κατανόηση των κινδύνων κάθε μορφής ανεξέλεγκτης δύναμης. Τα χρήματα, αυτά καθαυτά, δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα. Γίνονται επικίνδυνα μόνο εάν μπορούν να αγοράσουν δύναμη – είτε άμεσα, είτε με την υποδούλωση των οικονομικά αδύναμων, οι οποίοι αναγκάζονται να πουλήσουν τον εαυτό τους για να ζήσουν…Εκείνοι που κατέχουν ένα πλεόνασμα τροφής μπορούν να εξαναγκάσουν εκείνους που λιμοκτονούν σε μία «ελεύθερα» αποδεκτή δουλεία, χωρίς να χρησιμοποιήσουν βία” (K. Popper).  

Όπως φαίνεται, πλησιάζουμε στα τελευταία στάδια των «νεοφιλελεύθερων» ιδιωτικοποιήσεων, οι οποίες ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 – κυρίως από τις Η.Π.Α. και τη Μ. Βρετανία. Οι υπόλοιπες κρατικές εταιρείες της δύσης, μεταξύ των οποίων βέβαια οι μονοπωλιακές κοινωφελείς, εξαγοράζονται από το Καρτέλ των πολυεθνικών – οπότε η «διαδικασία» τείνει στο τέλος της, με την ολοκληρωτική «κατάληψη» της Πολιτείας. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα έχουμε την άποψη ότι, αυτά που διαδραματίζονται σήμερα, έχουν στόχο τον «εκμοντερνισμό» ενός κράτους με φεουδαρχικές δομές, με απώτερο σκοπό την οικονομική υποδούλωση του. 

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

Τόσο οι ιδιωτικοποιήσεις, όσο και η «απελευθέρωση» των αγορών, ακολουθούν τον παρακάτω απλουστευμένο δρόμο:

(α)  Η «κοινή γνώμη» πείθεται έντεχνα ότι, το άνοιγμα των αγορών θα έχει θετικά αποτελέσματα στη διαμόρφωση των τιμών καταναλωτή – οι οποίες τότε θα ακολουθήσουν πτωτική πορεία. Έτσι, ο «λαός» τοποθετείται εχθρικά απέναντι σε όλους εκείνους, οι οποίοι «επαναστατούν», εκμηδενίζοντας δυστυχώς τις όποιες αντιδράσεις τους (απεργίες, διαδηλώσεις κλπ).

(β)  Οι αγορές ανοίγουν οπότε, στα πρώτα στάδια της διαδικασίας, εντείνεται ο ανταγωνισμός. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πράγματι τη μείωση των τιμών.   

(γ)  Η υποχώρηση των τιμών οδηγεί στη χρεοκοπία πολλές μικρομεσαίες εταιρείες, οι οποίες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με το συνεχώς αυξανόμενο ανταγωνισμό – πόσο μάλλον όταν «υποδαυλίζουν» την αδυναμία τους οι τράπεζες, αρνούμενες  να τους εγκρίνουν δάνεια. Οι μεγαλύτερες κοινωφελείς επιχειρήσεις (όπως για παράδειγμα η ΔΕΗ, η ΕΥΔΑΠ κλπ), μη έχοντας τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν τις πολυεθνικές που «εισβάλλουν» στα εθνικά τους εδάφη, υποχρεώνονται στην εκποίηση τους – στην απορρόφηση τους δηλαδή από τις πολυεθνικές.

(δ)  Ο αριθμός των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται πλέον στην εκάστοτε αγορά που απελευθερώνεται μειώνεται διαρκώς, με αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού και την εγκαθίδρυση «ολιγοπωλιακών δομών» (ουσιαστικά, νέο-φεουδαρχικών). Οι μισθοί μειώνονται και η ανεργία αυξάνεται – αφενός μεν από τις επιχειρήσεις που χρεοκοπούν, αφετέρου δε από τις απολύσεις, με τις οποίες οι πολυεθνικές τείνουν να εξορθολογήσουν τη λειτουργία τους και να μεγεθύνουν τα κέρδη τους.

(ε)  Οι τιμές αρχίζουν να αυξάνονται, ενώ στη συνέχεια ξεπερνούν κατά πολύ τα επίπεδα πριν την «απελευθέρωση» – έτσι ώστε οι πολυεθνικές εταιρείες που έχουν πλέον κυριαρχήσει, να υπερκαλύψουν τις αρχικές τους «επενδύσεις», οι  οποίες είχαν απώτερο στόχο τη μόνιμη εγκατάσταση των «ολιγοπωλιακών δομών». 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΔΕΗ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ

 Κατ’ αρχήν, είναι πολύ σωστή η ελληνική κοινή γνώμη, όταν τάσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου υπέρ της καταπολέμησης της διαφθοράς – με τη βοήθεια και των ιδιωτικοποιήσεων. Εάν όμως τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας, η αύξηση των εσόδων και η μείωση των δαπανών δηλαδή, δεν παραμείνουν στη χώρα μας, αλλά «διαφύγουν», μέσω των πολυεθνικών, στο εξωτερικό (φοροαποφυγή), ταυτόχρονα με την αύξηση των τιμών, τότε όχι μόνο δεν θα υπάρξει αντικειμενικό όφελος για την Ελλάδα αλλά, αντίθετα, η ζημία θα πολλαπλασιασθεί.

Όσον αφορά ειδικά την παραγωγικότητα των εργαζομένων, εάν η βελτίωση της αυξάνει μόνο τα κέρδη των πολυεθνικών και δεν συμβάλλει στη μείωση των τιμών καταναλωτή, στην παραγωγή εθνικού πλούτου ή στην αύξηση των θέσεων εργασίας, δεν έχει καμία ουσιαστική ωφέλεια για τους Πολίτες. Για παράδειγμα, όλοι είμαστε εναντίον της εικόνας κάποιων υπαλλήλων στις κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίοι κάθε άλλο παρά εργάζονται – δεν παράγουν δηλαδή. Όμως, εάν οι επιχειρήσεις αυτές ιδιωτικοποιηθούν από το διεθνές Καρτέλ, μειώνοντας το προσωπικό τους και αυξάνοντας την παραγωγικότητα τους, αυτό που στην πραγματικότητα θα απομείνει στη χώρα μας θα είναι η ανεργία, ο περιορισμός των δημοσίων εσόδων, καθώς επίσης η πτώση των μέσων ελληνικών εισοδημάτων – με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται (αύξηση των φόρων, μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, χρεοκοπία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κλπ).

Δυστυχώς, οι μεγάλες κρατικές εταιρείες μίας μικρής χώρας, όπως η Ελλάδα, δεν είναι εύκολο να ιδιωτικοποιηθούν από δικούς της επιχειρηματίες – όπως συμβαίνει συνήθως στη Γερμανία, στις Η.Π.Α. ή στην Ιαπωνία. Αρκεί να δει κανείς τα μεγέθη τους, για να κατανοήσει τη θέση μας (Πίνακας Ι):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Μεγέθη εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας (κεφαλαιοποίηση με τιμή μετοχής στις 12.08.10)

Μεγέθη/Εταιρείες

ΔΕΗ

RWE

ENEL

ENDESA

 

 

 

 

 

Τζίρος

6,03 δις

47,74 δις

62,17 δις

22,8 δις

Κέρδος π.φ.

993 εκ.

5,6 δις

9,07 δις

4,31 δις

Κεφαλαιοποίηση

3,06 δις

30,10 δις

36,01 δις

20,10 δις

Αριθ. Προσωπικού

23.127

70.726

81.208

26.587

Τζίρος ανά άτομο

260.000

675.000

765.564

857.000

Κέρδος ανά άτομο

42.936

79.178

111.688

162.109

Ποσοστό κέρδους

16,46%

11,73%

14,59%

18,90%

Υποχρεώσεις

9,32 δις

79,72 δις

127,95 δις

41,46 δις

Υποχρεώσεις/Τζίρο

154,5%

166,98%

205,80%

181,84%

Σημείωση: (Faz 2006) Ένα μέσο γερμανικό νοικοκυριό πληρώνει  19,83 σεντς την κιλοβατώρα, όταν ένα αντίστοιχο γαλλικό μόλις 12,20 σεντς – ένα ελβετικό 12,12 και ένα ελληνικό περί τα 10,00 σεντς.

Πηγή: Finance Net  Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Από τον Πίνακα Ι είναι φανερή η χαμηλή παραγωγικότητα της ΔΕΗ (τζίρος και κέρδη ανά άτομο) – οπότε, ο υψηλός αριθμός των εργαζομένων της, αν και δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμος με τις υπόλοιπες εταιρείες, λόγω των γεωγραφικών «ιδιαιτεροτήτων» της χώρας μας. Όμως παραμένει κερδοφόρα, αφού το ποσοστό καθαρού κέρδους (προ φόρων) διαμορφώνεται στο 16,46% – υψηλότερο από τις δύο άλλες, ενώ πουλάει με χαμηλότερες τιμές.  

Επομένως, γιατί θα έπρεπε να προβεί σε απολύσεις, αυξάνοντας την ανεργία στη χώρα μας, η οποία «εκβάλλει» τελικά στα ελλείμματα του προϋπολογισμού; Σε τι θα ωφελούσε την Ελλάδα η εκποίηση της – πόσο μάλλον όταν το κράτος εισπράττει μεγάλα μερίσματα (φορολογικά έσοδα, υπεραξίες) από τη συμμετοχή του; Ποιο θα ήταν το υλικό όφελος των καταναλωτών, από την κατάργηση του «μονοπωλιακού οχυρού», εάν εξαιρέσουμε την εύλογη ηθική ικανοποίηση τους από την «τιμωρία» κάποιων «διαπλεκομένων» συνδικαλιστών ή αντιπαραγωγικών εργαζομένων; Ας μην ξεχνάμε ότι, μετά την «εισβολή» του ΔΝΤ στη Βραζιλία, μόνο η Petrobras παρέμεινε στην ιδιοκτησία του δημοσίου (χάρη στους συνδικαλιστές της) – ενώ η Χιλή υποφέρει από έλλειψη ακόμη και πόσιμου νερού, μετά την άλωση της από τις πολυεθνικές.    

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 Δεν είμαστε προφανώς σε καμία περίπτωση αντίθετοι με την ανάγκη εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας, με την καταπολέμηση της διαφθοράς ή με τη ριζική αντιμετώπιση της διαπλοκής των πολιτικών, των ιδιοτελών ψηφοφόρων τους, των επιχειρηματιών και των συνδικάτων. Εν τούτοις, δεν συμφωνούμε με την κατάλυση της εθνικής μας κυριαρχίας, με την ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων μας, με την εγκληματική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, καθώς επίσης με την επέλαση του Καρτέλ στη χώρα μας. Πόσο μάλλον αφού, η ενδεχόμενη πώληση όλων των εισηγμένων επιχειρήσεων του δημοσίου σήμερα, δεν θα αποφέρει παραπάνω από 7 δις € στα ταμεία του κράτους – το έλλειμμα μας δηλαδή για περίπου τρεις μήνες (!)

Ολοκληρώνοντας, όσον αφορά τη Γερμανία, η οποία συνεχίζει να μην εξοφλεί τις τεράστιες οφειλές της (πολεμικές αποζημιώσεις) απέναντι στην Ελλάδα, ενώ επωφελείται τα μέγιστα από την ελληνική κρίση, θεωρούμε πολύ πιθανόν ότι απαίτησε, εκτός της εκποίησης δημόσιας περιουσίας, την «απόσυρση» μας από αγωγές αποζημιώσεων (Siemens κλπ) – σαν αντάλλαγμα για την «μερική» επιμήκυνση του δανεισμού, η οποία απλά θα καθυστερήσει (εάν) το «μοιραίο».

Ίσως οφείλουμε να επισημάνουμε εδώ ότι, το βασικότερο χαρακτηριστικό της Γερμανίας, για τους Πολίτες της οποίας ο φόβος συνιστά το «ελιξίριο της ζωής», είναι η μακρόχρονη «αναμονή» της τιμωρίας τους για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν. Εάν οι «σύμμαχοι» το 1945 ήταν περισσότερο αυστηροί, οι Γερμανοί θα ήταν σήμερα λιγότερο φοβισμένοι και περισσότερο συνεργάσιμοι.  

                                                                                                                                               ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

ΙΤΑΛΙΑ: Η κυβέρνηση της Ιταλίας, με νομοσχέδιο που προωθεί, απαγορεύει δια νόμου τις εξαγορές των εταιρειών της χώρας από ξένες πολυεθνικές – ειδικά από τις γαλλικές. Σύμφωνα με τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, το νομοσχέδιο προτάθηκε σε μία χρονική περίοδο, κατά την οποία οι ιταλικές εταιρείες (όπως για παράδειγμα η Edison, η Bulgari, η Parmalat κλπ), έχουν εξαγοραστεί από γαλλικές εταιρείες.

Περαιτέρω, με το νομοσχέδιο αυτό συγκεκριμένοι κλάδοι (οι τηλεπικοινωνίες, τα τρόφιμα, η άμυνα και η ενέργεια), θα χαρακτηριστούν στρατηγικοί. Παράλληλα, θα προβλέπει την καθυστέρηση της αλλαγής των Δ.Σ. έως δύο μήνες, κάτι που ενδέχεται να έχει επιπλοκές στην Parmalat – της οποίας τη διοίκηση  πρόκειται να αναλάβει η γαλλική Lactalis τον επόμενο μήνα, έπειτα από την εξαγορά του 29%.

Επίσης, ένα από τα μέτρα που ενδέχεται να συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο είναι και το “πάγωμα” των δικαιωμάτων ψήφων όλων των μετόχων εταιρειών που θεωρούνται στρατηγικές. Τέλος, οι φορολογικές αρχές της χώρας ανακοίνωσαν την έναρξη ερευνών για την αγορά του μεριδίου στην Parmalat από την Lactalis καθώς και για την εξαγορά του 51% της Bulgari από την LVMH.

Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Στα πλαίσια της μεγαλύτερης απεργιακής κινητοποίησης στο Λονδίνο (26.03.11), μετά την εποχή της M.Thatcher, υπήρξε αποκλεισμός καταστημάτων πολυεθνικών που φοροαποφεύγουν («νόμιμη» φοροδιαφυγή) – μεταφέροντας τα κέρδη τους σε offshore εταιρείες και αναγκάζοντας τους Πολίτες σε αυξημένη φορολόγηση. Δυστυχώς, στην Ελλάδα κυριαρχεί ο «διωγμός» των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ο οποίος θα καταστρέψει και τα τελευταία «κατάλοιπα» του παραγωγικού ιστού της χώρας μας.    

ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Πως επεκτείνονται οι Γερμανικές επιχειρήσεις (άρθρο μας από τις 29.03.09) στις αγορές του εξωτερικού;

Σε γενικές γραμμές, χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, προηγούνται οι ισχυρές λιανικές της επιχειρήσεις (κυρίως χαμηλής τιμολόγησης – discount) οι οποίες, αφού εδραιώνονται εξασφαλίζοντας μία από τις πρώτες θέσεις στις χώρες που «καταλαμβάνουν», εισάγουν όλο και περισσότερα προϊόντα από την πατρίδα τους – «εξάγοντας» την παραγωγή, τις θέσεις εργασίας, τα κέρδη και τέλος τη φορολόγηση πίσω στη Γερμανία. Θα αναφέρουμε μερικά από τα πανίσχυρα «τεθωρακισμένα» τους: Metro (Makro, Praktiker, Saturn, Media Markt κ.α.), Aldi, Lidl, Rewe κλπ.   

Στη συνέχεια, προτιμούνται «μονοπωλιακοί» τομείς (όπως για παράδειγμα ο ΟΤΕ στη χώρα μας, η ενέργεια κλπ – βλ. προσπάθεια για τη ΔΕΗ), κάποια βασικά ΜΜΕ (για το «επικοινωνιακό-διαφημιστικό-ηθοπλαστικό» μέρος της επέκτασης), θυγατρικές βιομηχανιών και μόλις στο τέλος οι τράπεζες, οι οποίες μέχρι τότε περιορίζονται στην απλή παρουσία τους μέσω γραφείων, για την εξυπηρέτηση των «δικών» τους επιχειρήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η επέκταση γίνεται σιωπηλά, υπόγεια σχεδόν, μεθοδικά, συλλογικά και βάσει σχεδίου (οι θυγατρικές των γερμανικών βιομηχανιών, «αεροπλανοφόρα» όπως οι ThyssenKrupp, Siemens, Daimler, Volkswagen, Lufthansa, BASF, Bayer, Telekom, Hoechst, SAP, Salzgitter, RWE, E.ON κλπ, δεν εξάγουν ποτέ Know How, αλλά εκμεταλλεύονται σχεδόν αποκλειστικά το εκάστοτε χαμηλό εργατικό κόστος), αφού όπου τοποθετούνται, παραμένουν για πάντα.

Εδώ οφείλουμε να αναφέρουμε ότι, οι γερμανικές επιχειρήσεις έχουν στην πλειοψηφία τους γεμάτα «πολεμικά και μη» ταμεία (πολεμικά ονομάζονται αυτά που προορίζονται για εξαγορές), ενώ από τις συντηρητικές λογιστικές μεθόδους που χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν, είχαν σχεδόν πάντοτε αφανείς αξίες στους Ισολογισμούς τους, καθώς επίσης αφανείς ρεζέρβες κάθε είδους.

Εκτός αυτού, όχι μόνο συμμετέχουν η μία στην άλλη, αλλά και συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους (είναι απολύτως φυσιολογικό οι διάφοροι managers να δραστηριοποιούνται σε πολλά διοικητικά συμβούλια), ενώ ακόμη και το ίδιο το κράτος εμποδίζει την εξαγορά των δικών του επιχειρήσεων από ξένους.

Τέλος, η λειτουργία ξένων εταιρειών εντός της Γερμανίας παρεμποδίζεται με διάφορους τρόπους (το ίδιο συμβαίνει και στην Ιαπωνία), με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν την αγορά τους πολλές θυγατρικές αλλοδαπών επιχειρήσεων. Ακόμη και η πανίσχυρη αμερικανική WalMart των 351 δις $ τζίρου (2007) αναγκάστηκε τελικά να εγκαταλείψει τη Γερμανία, όπως και πολλές Γαλλικές και άλλες αλυσίδες.   

ΕΛΛΑΔΑ: Ενώ προγραμματίζεται το μεγαλύτερο έγκλημα στην πρόσφατη ιστορία μας, το «ξεπούλημα» των μονοπωλιακών κοινωφελών επιχειρήσεων της χώρας μας, οι «εγκυκλοπαιδικές» συζητήσεις επικεντρώνονται στη φοροδιαφυγή κάποιων γιατρών και στα σκάνδαλα της πολιτικής εξουσίας – τα οποία όμως συνεχίζουν να παραμένουν «θεσμοθετημένα ατιμώρητα». Δυστυχώς, ελάχιστοι Έλληνες αναρωτιούνται πως είναι δυνατόν να επιβιώσουμε μέσα στα πλαίσια μίας εξαιρετικά ανταγωνιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς τις δικές μας επιχειρήσεις και με κατεστραμμένο τον παραγωγικό μας «ιστό».        

Ας μην ξεχνάμε ότι, τα δάνεια από το μηχανισμό στήριξης δεν καλύπτουν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας – απαιτείται δανεισμός για το 2011, ύψους 22,54 δις € τουλάχιστον, επί πλέον αυτών του μηχανισμού. Επομένως, εάν δεν περιορισθούν ριζικά οι τόκοι (1%) και εάν δεν διακανονισθεί μακροπρόθεσμα το συνολικό δημόσιο χρέος, οι πιθανότητες επίλυσης του προβλήματος μας είναι σχεδόν ανύπαρκτες – με το θάνατο του κοινωνικού κράτους «προ των πυλών».

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 27. Μαρτίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2317.aspx

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΙΙΙ

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ:

η στάση πληρωμών, η άρνηση εξόφλησης του απεχθούς χρέους, η επίκληση κατάστασης ανάγκης και οι υποχρεώσεις μας – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

 

…Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ…

Η «ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ» ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ (ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ)

 Πρόκειται για τη «μονομερή» στάση πληρωμών, χωρίς καμία διαπραγμάτευση ή συμφωνία με τους πιστωτές. Κατά την άποψη πολλών, θεωρείται σαν το χειρότερο σενάριο τόσο για τους πιστωτές μας, όσο και για την Ευρωζώνη συνολικά – συμπεριλαμβανομένου του κοινού νομίσματος.

Οι συνέπειες για τη χρεοκοπημένη χώρα είναι βραχυπρόθεσμα θετικές, αλλά σε μακροπρόθεσμη βάση εξαιρετικά αρνητικές (άρθρο μας) – αν και δεν συνδέεται υποχρεωτικά με την έξοδο από την Ευρωζώνη. Το δημόσιο της χώρας που «επιλέγει» τη στάση πληρωμών, επειδή δεν είναι πλέον υποχρεωμένο να πληρώνει τόκους και χρεολύσια, μπορεί να επενδύσει – επιτυγχάνοντας έξοδο από την ύφεση και επιστροφή στην ανάπτυξη.

Τα περιουσιακά στοιχεία της όμως στο εξωτερικό, όπως και αυτά της κεντρικής τράπεζας της, καθώς επίσης οι επιδοτήσεις της στα πλαίσια της ΕΕ, δεσμεύονται από τους πιστωτές της. Εκτός αυτού, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να επενδύσει στο εξωτερικό, χάνει ολοκληρωτικά την πρόσβαση της στο διεθνή δανεισμό, ενώ οι αγορές προϊόντων εκ μέρους της γίνονται μόνο έναντι μετρητών.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι πιέσεις της να εξέλθει από την Ευρωζώνη θα ήταν μάλλον «αφόρητες», αφού όσο θα παρέμενε κράτος-μέλος της, οι κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον των άλλων χρεωμένων κρατών της ένωσης θα κλιμακώνονταν –  με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ισοτιμία και τη βιωσιμότητα του Ευρώ.  

 

ΑΡΝΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΑΠΕΧΘΟΥΣ ΧΡΕΟΥΣ

 

Πρόκειται για ένα σενάριο μη ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αφού η άρνηση αποτελεί μονομερή αθέτηση πληρωμών – δεν είναι δηλαδή το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές,  είτε είναι αιτιολογημένη, είτε όχι.

 

Τα απεχθή χρέη (ή χρέη δικτατόρων, όπως επίσης αποκαλούνται – σύμφωνα με έναν όρο, ο οποίος συνιστά «λαϊκό Δίκαιο» που όμως δεν έχει γίνει αποδεκτό μέχρι σήμερα στο σύνολο του), θεωρείται ότι είναι «μη αποδεκτά» και δεν υπάρχει υποχρέωση πληρωμής τους, εφόσον:

(α)  έχουν συναφθεί χωρίς την έγκριση των Πολιτών μίας χώρας, λόγω της ύπαρξης μίας μη εκλεγμένης δημοκρατικά κυβέρνησης, η οποία δεν έχει την απαιτούμενη νομιμοποίηση της πλειοψηφίας,

(β) τα χρήματα έχουν χρησιμοποιηθεί για την καταπίεση των Πολιτών μίας χώρας, έχοντας τους προκαλέσει ζημίες με τη χρήση τους,  

(γ)  οι δανειστές είχαν γνώση και των δύο παραπάνω περιπτώσεων – ή θα μπορούσαν να έχουν, με τη βοήθεια μίας εύλογης έρευνας.

Ουσιαστικά δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια, σε σχέση με το ποια χρέη ή από πότε μπορούν να χαρακτηρισθούν «απεχθή» (odious debts). Θεωρείται όμως ότι, η υποχρέωση επιστροφής αυτών των δανείων ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση, με τα «ενδιαφέροντα» της δημοκρατικής κυβέρνησης, η οποία διαδέχεται στην εξουσία την απολυταρχική προηγούμενη.

Ειδικότερα, εάν τα χρήματα που προήλθαν από το δανεισμό, οδηγήθηκαν στα ταμεία της ελίτ, της κυρίαρχης τάξης δηλαδή μίας χώρας, εάν χρησιμοποιήθηκαν για την καταπίεση του πληθυσμού της ή δαπανήθηκαν για άλλους λόγους, οι οποίοι δεν προήγαν τα συμφέροντα του συνόλου, πιστεύεται πως δεν πρέπει να υποχρεωθεί η εκλεγμένη νέα κυβέρνηση να τα πληρώσει (σύμφωνα με το δόγμα του «απεχθούς χρέους»).

Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η παρεμπόδιση των δυνητικών δανειστών, να στηρίζουν ανάλογα, δικτατορικά συνήθως, καθεστώτα. Η Κούβα (1898), η Κόστα Ρίκα (1923) και το Εκουαδόρ (2008) το οποίο, μετά από λογιστικό έλεγχο του δημοσίου χρέους, χαρακτήρισε μέρος του ως «απεχθές», έκαναν χρήση του συγκεκριμένου «δόγματος» στο παρελθόν.

Όσον αφορά την Ελλάδα, επειδή τα τελευταία τριάντα χρόνια, εντός των οποίων δημιουργήθηκε το τεράστιο δημόσιο χρέος της, δεν διοικείται από μη εκλεγμένες δημοκρατικά κυβερνήσεις, θεωρούμε ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να επικαλεσθεί τη συγκεκριμένη έννοια, «απαιτώντας» διαγραφή των απεχθών χρεών κατά τα πρότυπα που αναφέραμε.

Παρά το ότι λοιπόν οι δανειστές μας είχαν σαφώς γνώση, σχετικά με την «κακοδιαχείριση» των δανείων που ενέκριναν στις κυβερνήσεις μας, όπως απεδείχθη, μεταξύ άλλων, από τον πρόεδρο της Κομισιόν, ενώ ήταν οι ίδιοι οι διαφθορείς της πολιτικής μας ηγεσίας, είναι μάλλον δύσκολο να επικρατήσει μία τέτοια άποψη – ειδικά αφού κανένας πολιτικός μέχρι σήμερα δεν έχει τιμωρηθεί, οπότε δεν έχει ουσιαστικά στοιχειοθετηθεί ο χρηματισμός και η διαφθορά, η οποία κόστισε στη χώρα μας τουλάχιστον το 50% των συνολικών δημοσίων χρεών της (άνω των 180 δις €).        

 

Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

 

Η κυβέρνηση ενός κράτους μπορεί να αρνηθεί την «εξυπηρέτηση» του συνόλου ή μέρους των χρεών του, εάν η πληρωμή τους μπορεί να προκαλέσει την οικονομική καταστροφή της πλειοψηφίας των Πολιτών του – εάν δηλαδή είναι συνδεδεμένη με το κλείσιμο των σχολείων, με το σταμάτημα της λειτουργίας των νοσοκομείων κλπ.

Η δυνατότητα αυτή στηρίζεται στην απόφαση της επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ, σύμφωνα με την οποία «Ένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να αναγκασθεί να κλείσει σχολεία, πανεπιστήμια, δικαστήρια και να εγκαταλείψει τις δημόσιες υπηρεσίες, επιφέροντας χάος και αναρχία στην κοινωνία, απλά και μόνο για να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων σε ξένους και τοπικούς δανειστές του».

Κατά την άποψη μας, η Ελλάδα δεν μπορεί να επικαλεσθεί κάτι τέτοιο, παρά το ότι ο κίνδυνος είναι ορατός, εφόσον η κρατική περιουσία της υπερκαλύπτει το δημόσιο χρέος – ενώ το ιδιωτικό χρέος της είναι κατά πολύ χαμηλότερο, σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας.

 

Η «ΑΠΟΧΡΕΩΣΗ» ΜΕ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΜΕΣΑ

 

Με εξαίρεση την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του συνολικού δημοσίου χρέους μας, χωρίς καμία διαγραφή, με 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις και το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, υπό την προϋπόθεση της εκδίωξης του ΔΝΤ – μία λύση που μάλλον δικαιούμαστε, αφού το μεγαλύτερο μέρος του χρέους προήλθε από τη διαφθορά των πολιτικών μας και τις υπερτιμολογημένες αγορές εκ μέρους του δημοσίου, εάν θα τοποθετούμαστε υπέρ της ολοκληρωτικής διατήρησης της Εθνικής μας κυριαρχίας, θα οφείλαμε να ξεπεράσουμε χωρίς τη βοήθεια «τρίτων» τα σημερινά προβλήματα, στα οποία μας οδήγησαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών – τουλάχιστον με τη δική μας ανοχή, αν όχι με την ενεργό συμμετοχή, ενώ αναμφίβολα αυξήθηκε σημαντικά ο ιδιωτικός μας πλούτος (από την άνοδο των τιμών της ακίνητης περιουσίας, λόγω του τουρισμού και των έργων υποδομής, από τις επιδοτήσεις της ΕΕ στη γεωργία, από την πτώση των επιτοκίων λόγω της εισόδου μας στην Ευρωζώνη κλπ). Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν οι εξής τρόποι, τους οποίους έχουμε αναλύσει στο παρελθόν:

(α) Η εθνικοποίηση του χρέους: Από το σύνολο των οφειλών του κράτους μας, περίπου τα 200 δις € είναι εξωτερικά δάνεια, με προγραμματισμένους τόκους και δόσεις αποπληρωμής τους. Εάν, κατά το παράδειγμα της Ιαπωνίας, η κυβέρνηση μας κάλυπτε το συγκεκριμένο ποσόν σταδιακά, με την έκδοση εθνικών ομολόγων (για τα οποία θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιηθούν κυρίως οι καταθέσεις Ελλήνων στο εξωτερικό, έτσι ώστε να μην προβληματισθούν οι Ελληνικές τράπεζες), θα είχαμε προφανώς τη δυνατότητα να αυτοχρηματοδοτηθούμε (άρθρο μας). 

(β)  Ο μηδενισμός του χρέους: Είναι μία λύση που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εφάπαξ εισφορά περιουσιακών στοιχείων (καταθέσεις, ακίνητα κλπ) των Ελλήνων ιδιωτών, την οποία έχουμε αναλύσει στο παρελθόν – αν και με τη συμμετοχή των δανειστών μας (άρθρο μας). Όπως είχαμε αναφέρει τότε, αφενός μεν πρέπει να πληρώνουμε για τα λάθη μας (δυστυχώς εμείς εκλέγαμε τόσα χρόνια εκείνους τους Πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή), αφετέρου κανένας πόλεμος δεν διεξάγεται χωρίς απώλειες – ενώ στόχος μας οφείλει να είναι όχι η εξάλειψη των απωλειών, αφού κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανέφικτο, αλλά ο όσο το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός τους.

(γ)  Η μετοχοποίηση του χρέους: Το κράτος μας θα μπορούσε να δημιουργήσει μία ή περισσότερες εταιρείες, συνεισφέροντας τόσο πάγια περιουσιακά του στοιχεία στο κεφάλαιο τους, όσο και κάποιες συμμετοχές του στις δημόσιες επιχειρήσεις. Στη συνέχεια, θα μπορούσε να πουλήσει αυτές τις μετοχές σε Έλληνες επενδυτές και καταθέτες, έτσι ώστε να χρηματοδοτηθεί εσωτερικά – χωρίς να αναγκασθεί στην εκποίηση τους σε ξένους. Ας μην ξεχνάμε ότι, με συνολικό χρέος στο 252% του ΑΕΠ μας, το ιδιωτικό θα μπορούσε να φθάσει στο 180% χωρίς κανένα πρόβλημα – οπότε, το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν στη διαφορά (72%).

Εάν η Ελλάδα χρησιμοποιούσε έναν από τους παραπάνω ή κάποιους ανάλογους τρόπους «αποχρέωσης», με δικά της μέσα, θα μπορούσε να ξεφύγει από τα προβλήματα της – εξοφλώντας (εκδιώκοντας) το ΔΝΤ και ανακτώντας την Εθνική της κυριαρχία, καθώς επίσης την εθνική της υπερηφάνεια. Άλλωστε, η περαιτέρω δραστηριοποίηση του ΔΝΤ θα κοστίσει στους Πολίτες της, σε όλους εμάς δηλαδή, πολύ περισσότερα, από αυτά που θα προσφέραμε σήμερα, με τη θέληση μας – υπό την προϋπόθεση φυσικά του πλήρους ελέγχου της Πολιτείας

Για παράδειγμα, τυχόν πτώση της αγοράς ακινήτων, η οποία προκαλεί συνήθως μία εκτεταμένη τραπεζική κρίση, θα κόστιζε στον ιδιωτικό τομέα μας, σε όλους εμάς δηλαδή, περισσότερα από 200 δις € – όπως η καταβαράθρωση του ελληνικού χρηματιστηρίου, η οποία ήδη κόστισε στους μετόχους των εισηγμένων εταιρειών μας, «κεφαλαιοποίηση» άνω των 150 δις € (το 50% σχεδόν του δημοσίου χρέους μας). Αλήθεια, ποια ιδιωτική επιχείρηση θα συνέχιζε να «ανέχεται» το διευθύνοντα σύμβουλο στη θέση του, εάν είχε ζημίες που θα ξεπερνούσαν το 50% του ετήσιου τζίρου της (ΑΕΠ), διακινδυνεύοντας την περαιτέρω αύξηση τους;     

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, η «ακμή» ενός λαού σαν τον δικό μας, θα μπορούσε να στηριχθεί στις τρείς παρακάτω προϋποθέσεις (η παρακμή, αντίστοιχα, στην παντελή έλλειψη τους – κάτι που πολύ φοβόμαστε ότι «συμβαίνει» σήμερα):

(α)  Σε ένα σύνολο υγιών οικονομικών και πολιτικών θεσμών, οι οποίοι θα καθορίζουν επακριβώς το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα μπορούμε να αναπτυχθούμε, ανταγωνιζόμενοι με ίσους όρους.

(β)  Σε ένα σύνολο συνειδητών πολιτών, το οποίο να κατανοεί επαρκώς τις αρχές της Οικονομίας και της Δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, να έχει διαμορφώσει ένα χαρακτήρα συνεπή προς το συγκεκριμένο «τρόπο ζωής».

(γ)  Σε μία υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία να μπορεί να κατευθύνει ορθολογικά το κράτος (να μην σπαταλάει δηλαδή και φυσικά να μην «υπεξαιρεί» το δημόσιο πλούτο, «εκμηδενίζοντας» παράλληλα τον πολιτισμό μας), καθώς επίσης να διαφυλάσσει τη χώρα της, τουλάχιστον στις κρίσιμες στιγμές – χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε τρίτους να την προσβάλλουν. Τα απολύτως απαραίτητα χαρίσματα που πρέπει να διαθέτει η ηγεσία αυτή δεν είναι άλλα, από το να μπορεί να πείθει τεκμηριωμένα, να εμπνέει και να διδάσκει – να εκπαιδεύει δηλαδή τους κυβερνωμένους.  

Εάν λοιπόν δεν αγωνισθούμε για να αποκτήσουμε τα παραπάνω χαρακτηριστικά, με απώτερο στόχο την κυριαρχία των Θεσμών και την άμεση Δημοκρατία, καθώς επίσης εάν συνεχίσουμε να «επιρρίπτουμε» τις ευθύνες σε τρίτους, χωρίς να προσπαθήσουμε να  επιλύσουμε, με δικά μας κυρίως μέσα, τα οικονομικά και λοιπά μας προβλήματα, δεν πρόκειται να ξεφύγουμε από το «τέλμα» – ενώ, στην αντίθετη περίπτωση, θα ήταν μάλλον οξύμωρο να παραπονιόμαστε για την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας ή να αναφερόμαστε στην εθνική μας υπερηφάνεια.     

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 23. Μαρτίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2315.aspx

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΙΙ

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ:

η ελεγχόμενη πτώχευση – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

 …. Συνέχεια από το Μέρος Ι… Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν το ΔΝΤ, με τη συνεργασία της ΕΕ, θα έπρεπε να ενδιαφερθεί κυρίως για τη δημιουργία εκείνων των συνθηκών, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Ελλάδα στη σχετική «αποκατάσταση» της οικονομικής ομαλότητας. Εν τούτοις, οι μέχρι στιγμής ενέργειες του, δεν είναι σε καμία περίπτωση προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Για παράδειγμα, η εσωτερική υποτίμηση προφανώς δεν προσφέρει στη λύση του προβλήματος, αφού οδηγεί σχεδόν με ασφάλεια στις κοινωνικές εξεγέρσεις – οι οποίες επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο τα μεγέθη μίας χώρας (οι εργαζόμενοι δεν έχουν αποδεχθεί ποτέ μέχρι σήμερα τη μείωση των ονομαστικών τους αποδοχών).   

Επίσης δεν είναι λύση η αύξηση των φόρων, η οποία οδήγησε τελικά την Ελλάδα σε μία άνευ προηγουμένου ύφεση (στασιμοπληθωρισμό), από την οποία πολύ δύσκολα πλέον θα ξεφύγει – ειδικά όταν η ανεργία ξεπεράσει το 20%. Τέλος, δεν είναι προφανώς λύσεις όλα τα υπόλοιπα που δρομολόγησε (με εξαίρεση τη μείωση των υπερβολικών δαπανών του δημοσίου, της σπατάλης δηλαδή,  για την οποία όμως αδιαφορεί εμφανώς το σημερινό «καθεστώς»), αφού ουσιαστικά εξυπηρετούν μόνο εισπρακτικούς σκοπούς – ενώ θα μπορούσε να επιτύχει το ίδιο, με άλλες μεθόδους.

Για παράδειγμα, εάν καταργούσε τις εισαγωγικές εξετάσεις, τα φροντιστήρια θα έπαυαν να έχουν λόγο ύπαρξης. Στην περίπτωση αυτή, οι Έλληνες θα μπορούσαν να εξοικονομήσουν πόρους, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 3% περίπου του ΑΕΠ (περί τα 7 δις €) – οπότε θα αυξανόταν αυτόματα η φοροδοτική ικανότητα τους, χωρίς να προκληθεί ύφεση. Το ίδιο θα συνέβαινε, εάν εξασφαλιζόταν η σωστή λειτουργία του συστήματος Υγείας, το οποίο κοστίζει στους Έλληνες τουλάχιστον ένα επί πλέον 3% του ΑΕΠ (ακόμη 7 δις €) – ποσόν που δαπανάται σήμερα στην «ιδιωτική περίθαλψη» (φακελάκια κλπ).  

Περαιτέρω, εάν το ΔΝΤ καταπολεμούσε τη διαφθορά, η οποία κοστίζει στο δημόσιο γύρω στο 8% του ΑΕΠ, τότε οι δαπάνες του κράτους θα μειώνονταν αυτόματα κατά περίπου 17 δις €. Μόνο από τα παραπάνω λοιπόν θα μπορούσε να ισοσκελισθεί ο προϋπολογισμός της Ελλάδας, αφού το συνολικό ποσόν (περί τα 31 δις €), υπερβαίνει κατά πολύ τα σημερινά της ελλείμματα (περί τα 20 δις €).

(δ)  Τέλος, το ΔΝΤ θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για την παραγωγή πλούτου στη χώρα μας,  μεταξύ άλλων καταπολεμώντας τη γραφειοκρατία (η οποία εμποδίζει τα μέγιστα την Ελληνική επιχειρηματικότητα), διευκολύνοντας τις επενδύσεις και μετατρέποντας το αρνητικό ισοζύγιο της Ελλάδας σε θετικό – προφανώς χωρίς να ζητήσει την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και ιδιαίτερα των κοινωφελών επιχειρήσεων, η οποία προκαλεί ακριβώς το αντίθετο («παράγει» φτώχεια).

Για παράδειγμα, ένας από τους λόγους, για τους οποίους το ισοζύγιο μας είναι αρνητικό (Πίνακας ΙΙΙ), δεν είναι άλλος από την αυξημένη δραστηριοποίηση των πολυεθνικών στη χώρα μας – οι οποίες εισάγουν όλο και περισσότερα προϊόντα από τα κράτη που εδρεύουν, πληρώνοντας όλο και λιγότερους φόρους, με τη βοήθεια της φοροαποφυγής (transfer pricing, Offshore κλπ).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Εξέλιξη δεικτών ανεργίας και ισοζυγίου (σε ποσοστά επί του ΑΕΠ)

 

Έτη

Ανεργία

Ισοζύγιο

 

 

 

1975-1979

1,92%

0,96%

1980-1984

5,36%

0,28%

1985-1989

6,76%

-1,44%

1990-1994

7,78%

-0,94%

1995-1999

10,28%

-2,92%

2000-2004

10,48%

-11,82%

2005-2008

8,70%

-12,15%

Πηγή: Κομισιόν – Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ, μετά την είσοδο μας στην Ευρωζώνη, το ισοζύγιο μας επιδεινώθηκε σε τεράστιο βαθμό. Η επιδείνωση όμως αυτή φαίνεται ότι θα κλιμακωθεί, εάν η Ελλάδα υποχρεωθεί από το ΔΝΤ στην πώληση των επιχειρήσεων της, στις ξένες πολυεθνικές. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, οι χώρες στις οποίες δραστηριοποιήθηκε το Ταμείο ανάλογα στο παρελθόν, συνεχίζουν να «πλήττονται» από αρνητικά ισοζύγια πληρωμών – ακόμη και όταν παρουσιάζουν ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως η Βραζιλία και η Τουρκία σήμερα. Επομένως, αργά ή γρήγορα επιστρέφουν ξανά στο Ταμείο, αναζητώντας εκ νέου τη βοήθεια του – όπως η Αργεντινή, αρκετές φορές μέχρι τώρα.

Ουσιαστικά λοιπόν, οι ενέργειες του ΔΝΤ θα μπορούσαν να παρομοιωθούν με αυτές ενός υδραυλικού, ο οποίος «επισκευάζει» με τέτοιο τρόπο μία βρύση, έτσι ώστε να χαλάσει σύντομα, για να αναζητήσουμε ξανά τις υπηρεσίες του – κατ’ επέκταση, για να «διαιωνίσει» ο υδραυλικός (ΔΝΤ) την πελατεία του.       

Ολοκληρώνοντας, επειδή προφανώς οι προθέσεις του Ταμείου δεν είναι προς όφελος της χώρας μας, αλλά υπέρ των δικών του συμφερόντων, καθώς επίσης αυτών των εντολέων του, θα εξετάσουμε παρακάτω τις δυνατότητες που απομένουν στην Ελλάδα, έτσι ώστε να έχουμε μία σχετικά συνολική εικόνα.                    

Η ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ (ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΡΕΟΥΣ)

Με την παραπάνω έννοια αναφέρεται κανείς στην επίτευξη συμφωνίας μίας χώρας με τους πιστωτές της, σε σχέση με την αποπληρωμή των δανείων της. Εάν λοιπόν ένα οποιοδήποτε κράτος αδυνατεί να εξοφλήσει εμπρόθεσμα τις οφειλές του και προβαίνει σε συμφωνία με τους πιστωτές του, τότε θεωρείται ότι ευρίσκεται σε καθεστώς ελεγχόμενης πτώχευσης.

Προφανώς η Ελλάδα ευρίσκεται ήδη σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αφού ζήτησε (και μάλλον πέτυχε) την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των «ενυπόθηκων» 110 δις €. Φυσικά κάτι τέτοιο, η ελεγχόμενη χρεοκοπία δηλαδή, δεν σημαίνει ότι έφτασε το τέλος του κόσμου – αρκεί βέβαια να μην συνδεθεί με παραχωρήσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν τη χώρα είτε στην οικονομική καταστροφή, είτε στην πλήρη υποδούλωση της (προτεκτοράτο).

Η συμφωνία τώρα με τους πιστωτές, εάν αφορά κράτη στις μεταξύ τους συναλλαγές, πραγματοποιείται στο «Κλαμπ του Παρισιού» – όπου συναντώνται από κοινού οι δανειστές με τους οφειλέτες.

Η πρώτη συνάντηση αυτού του είδους έγινε το 1956, με πρωτοβουλία τότε της Αργεντινής. Ο Γάλλος υπουργός οικονομικών (P.Pflimlin) κάλεσε τον Αργεντινό συνάδελφό του στο Παρίσι, με στόχο μία κοινή συζήτηση, με τη συμμετοχή των δανειστών, σε σχέση με την αποπληρωμή των τεραστίων χρεών της Αργεντινής. Η «πρακτική» αυτή θεωρήθηκε ικανοποιητική από όλους τους συμμετέχοντες, με αποτέλεσμα η διαδικασία να επεκταθεί και σε άλλες χώρες.

Έκτοτε το Κλαμπ του Παρισιού, στελεχωμένο με ελάχιστα σχετικά άτομα, έχει την έδρα του στο υπουργείο οικονομικών της Γαλλίας – το οποίο έχει αναλάβει την προεδρία του, διαθέτοντας μία Γραμματεία, στην οποία υποβάλλονται ανάλογα αιτήματα διαφόρων οφειλετών ή δανειστών. Η διαδικασία αυτή στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην παράδοση, η οποία δημιουργήθηκε από το 1956, καθώς επίσης στη συνεχή εξάσκηση της. Το Κλαμπ δεν διαθέτει κανενός είδους γραπτές νομικές δικαιοδοσίες – ούτε κυβερνητικό συμβόλαιο, ούτε κανένα καταστατικό λειτουργίας του. Σύμφωνα δε με έναν εκ των προηγουμένων προέδρων του, τον κ. JeanClaude Trichet, «Το Κλαμπ του Παρισιού είναι ένας μη θεσμός, ο οποίος συνδέει τη Λατινική φαντασία με τον Αγγλοσαξονικό πραγματισμό».

 Στα πλαίσια της λειτουργίας του, οι χώρες-πιστωτές συναντώνται δέκα έως έντεκα φορές το χρόνο, για να συζητήσουν την κατάσταση των χρεών διαφόρων κρατών, καθώς επίσης για να διαπραγματευθούν με τις ίδιες (προφανώς θα έχει συζητηθεί πολύ πριν και το θέμα της Ελλάδας). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών έχουν θεσπισθεί μάλλον αυστηροί κανόνες για τις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις, ενώ έχουν «επινοηθεί» διαφορετικά μοντέλα διακανονισμού ή διαγραφής χρεών, τα οποία όμως δεν είναι υποχρεωτικά στην υιοθέτηση τους – ενώ χρησιμεύουν μόνο στην ενημέρωση των συμμετεχόντων, παραμένοντας μη «προσβάσιμα» σε όλους τους υπόλοιπους.     

Τα αποτελέσματα αυτών των συζητήσεων καταγράφονται σε ένα πρωτόκολλο, το οποίο όμως συνιστά τυπικά, μόνο μία πρόταση – αν και στην πραγματικότητα είναι δεσμευτική, αφού τηρείται από τους συμμετέχοντες. Στη βάση αυτού του πρωτοκόλλου γίνονται δεσμευτικές συμφωνίες μεταξύ των εκάστοτε κρατών-δανειστών και της χώρας που οφείλει, στις οποίες τόσο ο διακανονισμός (επιμήκυνση κλπ) των χρεών ή η διαγραφή μέρους τους (haircut), όσο και οι λεπτομέρειες (δόσεις, τόκοι κλπ), ορίζονται επακριβώς. Συνήθως δε καθορίζεται ταυτόχρονα από το ΔΝΤ ένα οικονομικό πρόγραμμα εξυγίανσης της οικονομίας της χώρας, η οποία αδυνατεί να πληρώσει εμπρόθεσμα τα χρέη της και καταφεύγει στο Κλαμπ του Παρισιού (ενδεχομένως θα αντικατασταθεί σύντομα από το Κλαμπ του Βερολίνου, το οποίο σχεδιάζεται να έχει αυξημένες αρμοδιότητες – συνδυάζοντας και το αντίστοιχο του Λονδίνου).    

Οι απαιτήσεις των ιδιωτικών τραπεζών τώρα απέναντι σε ένα κράτος, μαζί με αυτές των ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες γίνονται «απαιτητές» μέσω των τραπεζών, «διεκπεραιώνονται» χωριστά – από το «Κλαμπ του Λονδίνου». Ο συγκεκριμένος οργανισμός είναι μία επιτροπή, αποτελούμενη από ιδιωτικές τράπεζες (μέλη του είναι 1.000 περίπου τράπεζες παγκοσμίως), η οποία απασχολείται με τα προβλήματα των χρεωστών – συνήθως δε με τις δυσκολίες των κρατών, τα οποία δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις τους. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν και εδώ διακανονισμούς χρεών, διαγραφές, υπομνήματα κλπ, καθώς επίσης αλλαγές στις προϋποθέσεις χρηματοδότησης μίας χώρας.

Όπως ισχύει και για το Κλαμπ του Παρισιού, το Κλαμπ του Λονδίνου δεν έχει κανενός είδους γραπτές νομικές δικαιοδοσίες, κανένα καταστατικό οργανόγραμμα, ενώ δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις – λειτουργεί δηλαδή στηριζόμενο στην παράδοση και στις πρακτικές του παρελθόντος, καθώς επίσης στη συνεχή «εξάσκηση» του. Σε αντίθεση δε με το «Κλαμπ του Παρισιού», δεν διαθέτει ειδική Γραμματεία, ενώ δεν υπάρχει κάποιος σταθερός τόπος συνάντησης – με τις διαπραγματεύσεις να λαμβάνουν συνήθως χώρα παράλληλα με αυτές του «κλαμπ του Παρισιού».

Όσον αφορά ειδικά τη διαγραφή μέρους των χρεών, τις περισσότερες φορές περιορίζεται μόνο το καθαρό χρέος (κεφάλαιο), ενώ οι τόκοι συνεχίζουν να καταβάλλονται χωρίς «εκπτώσεις». Οι διαπραγματεύσεις δεν υπόκεινται σε κανενός είδους δεσμευτικούς κανόνες, ενώ δεν υφίσταται έννομη απαίτηση μείωσης του χρέους εκ μέρους των οφειλετών.  

Όπως είναι κατανοητό από την παραπάνω μικρή περιγραφή των δύο κυρίαρχων Κλαμπ των τοκογλύφων, όταν ένα κράτος θελήσει να προβεί σε διακανονισμό των χρεών του, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει με την πληρωμή τους, είναι ουσιαστικά υποχρεωμένο να διαπραγματευθεί και με τις δύο οργανώσεις – αφού συνήθως χρωστάει τόσο σε εθνικά κράτη, όσο και σε τράπεζες, οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα όλων των ιδιωτών-δανειστών του (επιχειρήσεις, επενδυτές κλπ).

Εάν λοιπόν, μέσα στα πλαίσια αυτά, επιτύχει να συμφωνήσει με τα δύο αυτά κλαμπ των δανειστών του, τότε αναφερόμαστε ουσιαστικά στην ελεγχόμενη χρεοκοπία του, η οποία θα μπορούσε, στο παράδειγμα της Ελλάδας, να ακολουθήσει τα εξής σενάρια:

(α)  Πάγωμα πληρωμών: Πρόκειται για την αναστολή της πληρωμής τόκων και χρεολυσίων, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα – τουλάχιστον για μία πενταετία, έτσι ώστε να έχει αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, η Ελλάδα θα υποχρεωνόταν να μηδενίσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού της, να εφαρμόσει μία αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, καθώς επίσης να επιτύχει ανάπτυξη της τάξης του 3-4%, έτσι ώστε το δημόσιο χρέος της, μετά την πενταετία, να κυμανθεί σε επίπεδα κάτω του 120% (οπότε να έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να εξοφλεί τα χρέη της).

(β)  Διαγραφή χρεών: Πρόκειται για μείωση του χρέους (haircut) η οποία, στην περίπτωση της χώρας μας, δεν θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη από το 50% (δηλαδή, με συνολικό χρέος στα τέλη του 2011 περί τα 360 δις €, μείωση κατά 180 δις €). Οι πιστωτές της εδώ θα έχαναν 180 δις €, συν τους αναλογούντες τόκους, ενώ το χρέος της Ελλάδας θα διαμορφωνόταν στο 78% ενός ΑΕΠ ύψους περίπου 230 δις € (οι τόκοι θα ήταν της τάξης των 9 δις €, εάν υποθέσουμε ένα μέσο επιτόκιο 5%). Εάν η δημοσιονομική πολιτική παρέμενε αυστηρή, καθώς επίσης εάν δεν ακολουθούσαν περαιτέρω ελλειμματικοί προϋπολογισμοί, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μία επιτυχημένη αναπτυξιακή πολιτική, η οποία θα οδηγούσε τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

(γ)  Επιμήκυνση του χρέους με χαμηλό επιτόκιο: Για παράδειγμα, θα μπορούσε να συμφωνηθεί η αποπληρωμή του συνολικού χρέους μας, χωρίς καμία διαγραφή, σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό της ΕΚΤ (άρθρο μας). Αν και η λύση αυτή είναι η περισσότερο έντιμη, ενώ μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα μακριά από τα σημερινά αδιέξοδα, είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτή από τους πιστωτές της. Ο λόγος είναι το ότι, η μείωση των επιτοκίων είναι απαγορευμένος καρπός από τους τοκογλύφους, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά από πού επιτυγχάνουν τη συνεχώς αυξημένη κερδοφορία τους (Η μάστιγα των τόκων). 

Ίσως οφείλουμε εδώ να αναφερθούμε στη έννοια των ευρωομολόγων, τα οποία συζητούνται πάρα πολύ συχνά, σε σχέση με τη βοήθεια των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης – από την ίδια την Ένωση, αλλά και από το σύνολο σχεδόν της Ελληνικής Πολιτικής. Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, κατά την άποψη μας η υιοθέτηση των ευρωομολόγων δεν πρόκειται ουσιαστικά να προσφέρει κάτι το εξαιρετικά σημαντικό στη χώρα μας – όπως επίσης δεν θα προσφέρει η αγορά ομολόγων, εκ μέρους του μηχανισμού σταθερότητας (EFSF).     

Η χρηματοδότηση μας με ένα επιτόκιο της τάξης του 4%, το οποίο φαίνεται να εξασφαλίζεται από την έκδοση των ευρωομολόγων, απλά θα περιορίσει τους τόκους, με τους οποίους επιβαρύνεται το χρέος μας. Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι, η μείωση των τόκων δεν είναι θετική, εν τούτοις, με τα χρεολύσια να ξεπερνούν τα 30 δις € ετησίως, καθώς επίσης με τους τόκους τα 15 δις €, είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα – πόσο μάλλον να επιτύχουμε ανάπτυξη, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να αποφευχθεί η χρεοκοπία (άρθρο μας). Σε κάθε περίπτωση δε, το να αντιμετωπίσεις μία κρίση χρέους με νέο χρέος, είναι τουλάχιστον ανόητο.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 23. Μαρτίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2315.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ…