Καταστροφή η παραμονή μας στην Ε.Ε.

Οι καταστροφικές συνέπειες της παραμονής μας στην Ε.Ε.

 

Του Τάκη Φωτόπουλου


 

Στο προηγούμενο άρθρο[1] αναφέρθηκα στη μοναδική, κατά τη γνώμη μου, διέξοδο από την καταστροφική κρίση που δημιούργησαν οι ξένες ελίτ με τη συνεργία των ντόπιων, η οποία εσκεμμένα οδηγεί στην απόλυτα ελεγχόμενη από αυτές χρεοκοπία μέσα στην ΕΕ – γεγονός που θα έχει αναπόφευκτο αποτέλεσμα, πέρα από τις μακροπρόθεσμες καταστροφικές συνέπειες που ήδη είχε η ένταξή μας στην ΕΕ πάνω στην παραγωγική και καταναλωτική δομή της χώρας, τη διαφαινόμενη πλήρη «Λατινοαμερικανοποίησή» της. Δηλαδή, την απόλυτη φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του πληθυσμού, την «Κινεζοποίηση» της εργασίας, το ξεπούλημα του κοινωνικού μας πλούτου στις ίδιες ελίτ, και την πλήρη ιδιωτικοποίηση της Παιδείας, της Υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών γενικότερα.

H διέξοδος που πρότεινα περνά μέσα από την άμεση έξοδο από την ΕΕ (και όχι μόνο από την Ευρωζώνη όπως υποστηρίζει αποπροσανατολιστικά η ρεφορμιστική Αριστερά), την ακύρωση των «Μνημονιακών» νόμων και την διαγραφή ολόκληρου του χρέους, την αναγκαστική απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση του λεηλατημένου κοινωνικού μας πλούτου (από Γερμανούς, Καταριανούς και άλλους ληστές), καθώς και αυστηρούς κοινωνικούς ελέγχους των αγορών κεφαλαίου, εργασίας και εμπορευμάτων, την κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και, προπαντός, τη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου που θα στηρίζεται βασικά στους δικούς μας παραγωγικούς πόρους, οι οποίοι θα οργανώνονται γύρω από συλλογικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις. Το άρθρο αυτό (που αποτελούσε ουσιαστικά περίληψη των συμπερασμάτων συστηματικής ανάλυσης της κρίσης και συνολικής πρότασης για διέξοδο από αυτή που διατυπώθηκε σχεδόν ένα χρόνο πριν),[2] έτυχε πολύ ευμενούς υποδοχής από blogs, αναγνώστες κ.λπ. και φυσικά και άμεσων ή έμμεσων επιθέσεων από τους «Ευρωπαϊστές» με επενδυμένα συμφέροντα στην ΕΕ, ενώ δεν έλειψαν και αυτοί που προσπαθούν να θάψουν παρόμοιες προτάσεις με ισχυρισμούς του τύπου «αντί μιας μελετημένης και συγκροτημένης πρότασης για τη βαθιά κρίση, ακούμε μόνο κραυγές, από εκείνες που ακούγονται για να ακουστούν»!

Συγχρόνως, η Κοινοβουλευτική Χούντα και οι στυγνοί ληστές τοκογλύφοι πίσω από αυτή, μέσω του «ανθρώπου τους στην Αθήνα» που παριστάνει τον πρωθυπουργό, ξεκίνησαν μια Γκεμπελική εκστρατεία καταστροφολογίας για τις συνέπειες εξόδου από την Ευρωζώνη, στην οποία μετέχουν ενθουσιωδώς όχι μόνο τα γνωστά παπαγαλάκια των ΜΜΕ, αλλά και τα αντίστοιχα ακαδημαϊκά με επενδυμένα συμφέροντα στην ΕΕ που μετέχουν στις εκπομπές, τις οποίες οργανώνει συστηματικά η άθλια κρατική τηλεόραση που δεν διαφέρει πια από την αντίστοιχη Χουντική της επταετίας. Επικεφαλής της καταστροφολογίας μπήκε ο γνωστός αρχι-εκσυγχρονιστής του ΠΑΣΟΚ Κ. Σημίτης[3] που θεωρεί κατόρθωμα του την ένταξή μας στην Ευρωζώνη, η οποία ολοκλήρωσε την οικονομική καταστροφή της χώρας και οδήγησε στη σημερινή έκρηξη της κρίσης. Περιττεύει να ασχοληθώ εδώ με την καταστροφολογική ανοητολογία του τ. πρωθυπουργού που όχι μόνο δεν έχει σχέση με την οικονομική θεωρία αλλά και κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετη είναι, με δεδομένα τα επενδυμένα συμφέροντα των ντόπιων και ξένων οικονομικών ελίτ που πιστά υπηρέτησε και υπηρετεί. Ας δούμε όμως ένα «σοβαρό» άρθρο που δημοσίευσε πρώτα η ναυαρχίδα του σοσιαλφιλελευθερισμού στη Βρετανία, η Γκάρντιαν, και αναδημοσιεύθηκε στην «Ε», όπου μάθαμε από…πολιτειολόγο για τις «καταστροφικές συνέπειες της εξόδου από την ευρωζώνη»[4] – ο οποίος προφανώς γνωρίζει περισσότερα από πλειάδα έγκυρων διεθνών οικονομολόγων, με τελευταίο τον Ρουμπίνι [5], που υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο! Αξίζει λοιπόν να δούμε ένα-ένα τα «επιχειρήματα» στα οποία στηρίζεται η προφανώς αποπροσανατολιστική αυτή θέση, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στη χώρα μας, υποστηρίζεται όχι μόνο από νεο/σοσιαλφιλελεύθερους, αλλά και από «Μαρξιστές», «αντί-εξουσιαστές» κ.ά!

Έτσι, πρώτον, η έξοδος από την Ευρωζώνη υποστηρίζεται ότι θα σημάνει «δραματικές αυξήσεις στις τιμές των εισαγωγών» και, επομένως, αντίστοιχη αύξηση της τιμής της εισαγόμενης ενέργειας και του παραγωγικού κόστους. Όμως, ένας δευτεροετής φοιτητής Οικονομικών γνωρίζει ότι η υποτίμηση του νομίσματος, στην οποία υποχρεωτικά (αλλά και ευεργετικά!) θα οδηγήσει η έξοδος από το Ευρώ, επιφέρει μεν αύξηση των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων αλλά και αντίστοιχη μείωση των τιμών των εξαγόμενων, πράγμα που σίγουρα θα έχει σημαντικά ευεργετικά αποτελέσματα στην «βαριά βιομηχανία» μας τον Τουρισμό, αλλά και στα όποια άλλα εξαγόμενα προϊόντα μας. Επομένως, το Κράτος μπορεί κάλλιστα να αντισταθμίσει ένα σημαντικό τμήμα της αύξησης του κόστους παραγωγής με τον μηδενισμό του φόρου στην ενέργεια, που θα γινόταν δυνατός με τα επιπλέον (άμεσα ή έμμεσα) φορολογικά έσοδα από την βελτίωση των εξαγωγών.

Στην πραγματικότητα, το σημαντικότερο πρόβλημα από την υποτίμηση θα ήταν η πιθανή επιδείνωση των λαϊκών εισοδημάτων εξαιτίας της αύξησης των τιμών των βασικών ειδών, τα περισσότερα από τα οποία σήμερα εισάγουμε, σαν συνέπεια της αποδιάρθρωσης της παραγωγής μας μετά την ένταξη στην ΕΕ. Όμως, μια κυβέρνηση που δεν θα εκπροσωπούσε (όπως η σημερινή Χούντα) τα προνομιούχα στρώματα και τις ελίτ θα μπορούσε να επιδοτεί τα λαϊκά στρώματα από τα έσοδα ενός σημαντικού φόρου στη μεγάλη περιουσία (κινητή και ακίνητη) καθώς και τα έσοδα από ένα βαρύ φόρο στα είδη πολυτελείας, όπως είχαμε προτείνει από πέρυσι.

Δεύτερον, φυσικά, οι Ελληνικές Τράπεζες θα πρέπει να κοινωνικοποιηθούν, και αυτό δεν είναι κάτι «κακό», όπως ισχυρίζεται το άρθρο αυτό, διότι δήθεν στη χώρα μας «ο δημόσιος τομέας είναι κεντρικό μέρος του προβλήματος». Το «επιχείρημα» αυτό, όπως έδειξα αλλού,[6] αποτελεί απλά νεο/σοσιαλφιλελεύθερο μύθο. Το είδος δημόσιου τομέα που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα (σαν συνέπεια της αποτυχίας του ιδιωτικού να απορροφήσει την ανεργία), όπως και το ίδιο το Χρέος, είναι απλά συμπτώματα της χρόνιας δομικής κρίσης της Ελληνικής Οικονομίας, την οποία ενέτεινε η ένταξή μας στην ΕΕ.

Τρίτον, το «επιχείρημα» ότι «η έξοδος από την Ευρωζώνη μετά από χρεοκοπία θα αποκλείσει τη χώρα από τις διεθνείς χρηματαγορές, τη στιγμή που το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα αυξάνεται,» στηρίζεται σε δυο σιωπηρές υποθέσεις που ισχύουν μόνο αν παραμείνουμε στην ΕΕ/Ευρωζώνη (που είναι βέβαια το κρίσιμο ερώτημα!). Δηλαδή:

α) στην υπόθεση ότι το Χρέος θα μείνει στο ύψος που μας καθορίζουν οι τοκογλύφοι πιστωτές μας, όταν ακριβώς βραχυπρόθεσμος στόχος της εξόδου από την ΕΕ/Ευρωζώνη είναι να αποφασίσουμε εμείς για το εάν θα πληρώσουμε το Χρέος αυτό και,

β) στην υπόθεση ότι θα παραμείνουμε εσαεί προτεκτοράτο της ΕΕ, όταν ακριβώς μακροπρόθεσμος στόχος της εξόδου από αυτή θα ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων μιας αυτοδύναμης ανάπτυξης που θα ελαχιστοποιούσε, αν δεν εξαφάνιζε, την ανάγκη νέων δανεισμών.

Τέταρτον, ακόμη και αν προκύψουν ταμειακές ανάγκες από την επαναφορά των λαϊκών εισοδημάτων, αρχικά, στο προ των Μνημονίων επίπεδο, αυτές δεν χρειάζεται να καλυφθούν μέσω νέων δανείων, αλλά μέσω ενός ελεγχόμενου πληθωρισμού (ενώ τα λαϊκά εισοδήματα θα μπορούσαν να προστατευθούν με τιμαριθμικές αναπροσαρμογές), καθώς και ενός ριζικά προοδευτικού φόρου εισοδήματος, πέρα από τους φόρους στη μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία και την πολυτελή κατανάλωση που προανέφερα.

Πέμπτον, τα κίνητρα για φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή όχι μόνο δεν θα αυξηθούν «δραματικά», όπως υποστηρίζει το άρθρο, αλλά αντίθετα θα μειωθούν δραστικά στο νέο θεσμικό πλαίσιο, ιδιαίτερα μετά τη ριζική αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων που συνεπάγονται τα παραπάνω μέτρα. Και αυτό, διότι σε ένα παρόμοιο πλαίσιο που εξασφαλίζει στοιχειώδη φορολογική δικαιοσύνη, ούτε οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι αυτο-απασχολούμενοι θα χρειάζονται πια «φακελάκια» για να κάνουν τη δουλειά τους, ούτε οι πολίτες θα αναγκάζονται να φοροδιαφεύγουν από ένα ληστρικό κράτος εάν τους δινόταν η δυνατότητα να συμμετέχουν συλλογικά στη διαμόρφωση του φορολογικού τους βάρους και της διάρθρωσης των δαπανών.

Τέλος, άλλη καταστροφολογία που διαδίδεται ευρέως από τα Γκεμπελικά ΜΜΕ και τα παπαγαλάκια τους είναι ότι οι καταθέτες θα χάσουν τις καταθέσεις τους όταν βγούμε από το Ευρώ. Όμως, κατ’ αρχήν, η δραχμοποίηση των καταθέσεων δεν επηρεάζει την εσωτερική αγοραστική τους δύναμη (ή αυτή των μισθών ή των συντάξεων), οποιοδήποτε και να είναι το μέγεθος της υποτίμησης, αλλά μόνο την «εξωτερική» αγοραστική τους δύναμη, δηλαδή την ικανότητά τους να αγοράζουν εισαγόμενα αγαθά (θέμα για το οποίο ανέφερα πιθανές λύσεις) ή την ικανότητά τους για τουρισμό στο εξωτερικό κ.λπ., στον οποίο έτσι και αλλιώς μετείχαν μόνο τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα και τα μεσαία ―που σήμερα προλεταριοποιούνται. Επίσης, πέρα από τους τρόπους που ανέφερα προστασίας της αγοραστικής τους δύναμης, υπάρχουν και ειδικοί τρόποι να προστατευθούν οι καταθέσεις των μικροκαταθετών, σε αντίθεση με αυτές των μεγαλοκαταθετών που ανήκουν στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Για παράδειγμα, η αξία των καταθέσεων σε ευρώ θα μπορούσε να μετατραπεί σε δραχμές με βάση μια προοδευτική κλίμακα που θα προστάτευε την αγοραστική δύναμή τους ανάλογα με το γενικότερο εισόδημα των καταθετών (όσο μικρότερο το εισόδημα τόσο μεγαλύτερη η προστασία της αγοραστικής δύναμης των καταθέσεων).

Συμπερασματικά, η έξοδος από την ΟΝΕ και την ΕΕ πράγματι θα είναι επιζήμια στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα (γι’ αυτό και τα παπαγαλάκια τους, σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο και αν ευρίσκονται, έχουν εξαπολύσει την ξεδιάντροπη αυτή καταστροφολογία). Όμως, οι αρνητικές συνέπειες σε αυτά (που είναι άλλωστε επιθυμητές, αφού αυτά προκάλεσαν την χρόνια κρίση η οποία εντάθηκε με την ένταξή μας που αποφάσισαν στην ΕΕ/ΟΝΕ από την οποία πράγματι ωφελούνται) δεν μπορούν καν να συγκριθούν με τις καταστροφικές συνέπειες πάνω στα λαϊκά στρώματα από την παραμονή μας σε μια ένωση του κεφαλαίου (και όχι των λαών!) που εκφράζει τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση στον χώρο μας.

Μόνο, επομένως, ένα Λαϊκό Μέτωπο «από τα κάτω», με στόχους αυτούς που ανάφερα στην αρχή, και με μέσα τις συνεχείς καταλήψεις και απεργίες διαρκείας παντού, και την μη πληρωμή των χαρατσιών που επιβάλλει η Κοινοβουλευτική Χούντα, θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της, καθώς και κάθε επίδοξης νέας Χούντας που θα στόχευε στην απλή «επαναδιαπραγμάτευση» του Χρέους. Και, φυσικά, οι πραιτοριανοί της Χούντας που σήμερα μακελεύουν τους διαδηλωτές θα πρέπει να ξέρουν ότι μετά την ανατροπή της δεν θα ισχύσει κανένα ελαφρυντικό ότι «εκτελούσαν διαταγές» για οποιαδήποτε εγκλήματα διαπράττουν ενάντια στον Λαό, και θα δικαστούν από αυτόν ανάλογα στη περίπτωση που, αντί να παραιτηθούν σήμερα ενώ έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν, προτιμήσουν να συνεχίσουν να εκτελούν τις παράνομες διαταγές μιας Χούντας που δεν έχει τη παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση και αναγκαστικά γίνονται δωσίλογοι, όπως αυτή.

 

Σημείωση: Περίληψη του άρθρου αυτού, λόγω των περιορισμών χώρου της στήλης, δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία της 8/10/2011


 Παραπομπές

 

[1] Το άρθρο για το πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο ενός αγώνα, με τους στόχους του κειμένου, που υποσχέθηκα στο προηγούμενο άρθρο, αναγκαστικά αναβάλλεται για το επόμενο. Βλ. όμως:

http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grspeeches/chalkida__2011.htm

[2] Bλ. Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ, (Γόρδιος, Νοεμ. 2010), Μέρος Τρίτο

[3] Κ. Σημίτης, «Καταστροφική ενδεχόμενη έξοδος από το ευρώ», Καθημερινή (02/10/2011).

[4] Διονύσης Γ. Δημητρακόπουλος, «Οι καταστροφικές συνέπειες της εξόδου από την ευρωζώνη», Ελευθεροτυπία” (01/10/2011).

[5] Nouriel Roubini, "Greece should default and abandon the euro, The Financial Times (19/9/2011).

[6] Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο, ο.π. σελ.79-86.

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2011/2011_10_08.html

Ανατροπή τώρα: το πιο ευρύ λαϊκό μέτωπο

ΤΩΡΑ: Το πιο ευρύ λαϊκό μέτωπο για την ανατροπή του παράνομου καθεστώτος

 

Του Γιώργου Παπανικολάου


 

 «Είναι χούντα», «πως ν αντιμετωπίσεις μια χούντα», είναι τα λόγια που άκουγες σε κάθε γωνιά του μετρό απ τους ανθρώπους που κατέφυγαν εκεί για ν αποφύγουν τα χημικά και την αγριότητα των πραιτωριανών των ΜΑΤ, στη διαδήλωση της 29 Ιούνη στο Σύνταγμα.

Πόσο πιο απλά να πει ο κόσμος, που αποφασίζει να χρησιμοποιήσει στοιχειώδη δικαιώματά του, ότι εδώ δεν υπάρχει καμιά νομιμότητα και καμιά λειτουργία θεσμών, αλλά στυγνή επιβολή ενός ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ.

Πρέπει ν ανατρέψουμε όχι μια κυβέρνηση, ΑΛΛΑ ΕΝΑ ΚΑΘΕΣΤΩΣ. Γιατί την κυβέρνηση στις παρανομίες και τα εγκλήματά της τη στήριξαν –πέρα απ τις μνημονιακές και «αντιμνημονιακές» πολιτικές δυνάμεις – η αστυνομία και το σύστημα «Δικαιοσύνης» (που έφτασε να βαφτίζει το κρέας ψάρι, ότι δηλαδή η δανειοδοτική σύμβαση του μνημονίου δεν είναι διεθνής σύμβαση, εμπαίζοντας έτσι έναν λαό που λιμοκτονεί και καταστρέφεται απ αυτή τη συμφωνία, που αφήνει τους Ψωμιάδηδες να καπνίζουν ελεύθεροι το πούρο τους και κυνηγάει τους Βήχους και τα μικρά παιδιά βαφτίζοντάς τα τρομοκράτες κ.ό.κ.). Και επίσης  η ηγεσία του ΣΕΒ (που πάντα έκρινε πως τα μέτρα κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, αλλά ποτέ δεν πρόσεχε τις παρανομίες και τις αντισυνταγματικές ενέργειες για την επιβολή τους).

Ένα τέτοιο καθεστώς, που στηρίζεται απ τη διεθνή συμμορία των κερδοσκόπων, δεν μπορεί ν ανατραπεί παρά μόνο με το ευρύτερο δυνατό μέτωπο λαϊκών δυνάμεων που συμφωνούν στην ανατροπή του παράνομου καθεστώτος.

Κάποιοι προβάλλουν σαν εμπόδιο για τη δημιουργία αυτού του μετώπου τη μη συμφωνία και επομένως τη μη συγκεκριμένη διατύπωση ενός προγράμματος της επόμενης μέρας, που θα πείσει τον ελληνικό λαό να συστρατευτεί σ αυτό το μέτωπο.

Μα αυτό ακριβώς θα είναι το καθήκον της κυβέρνησης που θα προκύψει απ την ανατροπή της σημερινής κατάστασης. Να δώσει τη δυνατότητα στον ελληνικό λαό με αντικειμενικότητα να μπορέσει να κρίνει και ν αποφασίσει την πορεία που θ ακολουθήσει, συγκρίνοντας τα προγράμματα και τις προτάσεις των διαφόρων πολιτικών δυνάμεων. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει σήμερα. Πώς ν ακούσει και να κρίνει ο λαός τις λύσεις που προτείνονται, μέσα στην ομοβροντία τρομοκρατίας και εκβιαστικών διλημμάτων (αν ακούγονται καν προτάσεις); Ποιος είδε αντιπαράθεση επιχειρημάτων;

Μόνο έτσι μπορεί να εκπληρωθεί η θεμελιώδης απαίτηση του συντάγματος για κυριαρχία του λαού και για το ότι όλες οι εξουσίες πρέπει να πηγάζουν απ το λαό.

Μόνο ένας αντικειμενικά ενημερωμένος λαός μπορεί ν αποφασίσει.

Πως έπεσαν τα αραβικά καθεστώτα; Με ακριβή προγράμματα της επόμενης μέρας; Το κίνημα των πλατειών ένωσε ΝΤΕΦΑΚΤΟ όλες τις οργανωμένες δυνάμεις της αντιπολίτευσης και τον απλό λαό, πάνω σ ένα πολύ απλό πλαίσιο: να φύγει ο δικτάτορας, ν ανατραπεί το καθεστώς.

Οι αριστεροί κι όσοι φαντάζονται αντικαπιταλιστικές και σοσιαλιστικές επαναστάσεις, πρέπει ν αφήσουν τώρα τις ονειροφαντασίες, γιατί αύριο ο κόσμος δεν θα μπορεί ούτε αγώνα για την επιβίωσή του να κάνει απ τη δουλεία και την εξαθλίωση στις οποίες θα έχει περιέλθει.

Το κίνημα των αγανακτισμένων στις πλατείες αυτό έδειξε: πρέπει ΤΩΡΑ να δημιουργηθεί το πιο ευρύ λαϊκό μέτωπο με μόνο στόχο ΝΑ ΠΕΣΕΙ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ. Πρέπει ν απευθυνθούμε στον κόσμο για ν απονομιμοποιήσουμε ακόμη περισσότερο και στα πιο καθυστερημένα τμήματα το καθεστώς.

Η τακτική των εχθρών του λαού είναι η διάσπαση των δυνάμεών του και η καθυπόταξη του κάθε κλάδου ξεχωριστά (που υποτάσσονται ανεξάρτητα απ τη συμμετοχή και αγωνιστικότητα των εργαζομένων, όπως απέδειξαν οι περιπτώσεις των φορτηγατζήδων, των ταξιτζήδων κ.ά). γιατί η επίθεση είναι συντονισμένη, διεξάγεται με όλα τα μέσα και χρησιμοποιεί όλες τις δυνάμεις –και διεθνείς- που διαθέτει.

Απέναντι σ ένα τέτοιο μπαράζ επιθέσεων, ο λαός και οι ηγεσίες του έχουν την πολυτέλεια να μην συσπειρώσουν και να χρησιμοποιήσουν όσες δυνάμεις μπορούν;

Το καθεστώς έχει για στήριγμα μερικές δεκάδες χιλιάδες αστυνομικούς-πραιτωριανούς (η προπαγάνδα της τηλεόρασης δεν πιάνει τώρα, παρά μόνο στα πιο καθυστερημένα τμήματα του πληθυσμού, που κι αυτά αν τα πλησιάσουμε μπορούν εύκολα να πεισθούν για τα έργα και τις ημέρες των σωτήρων της πατρίδας).

Αυτούς μπορεί να τους χρησιμοποιεί με επιτυχία σ έναν συγκεκριμένο χώρο κάθε φορά και με προϋπόθεση ότι το κίνημα δεν είναι καλά περιφρουρημένο. Αλλά οι δυνατότητες των πραιτωριανών μειώνονται δραματικά σε περίπτωση συντονισμένων, αποκεντρωμένων, ταυτόχρονων κινητοποιήσεων, που θα έχουν περιφρούρηση και πρωτοτυπία.

Επομένως ο αγώνας πρέπει να είναι ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ και ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟΣ με πρωτότυπες μορφές. Ο στόχος πρέπει να είναι να πάψει να λειτουργεί το καθεστώς (απονομιμοποίηση στην πράξη).

Για μια τέτοια διεξαγωγή αγώνα απαιτείται μαζική συμμετοχή του λαού. Κι αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη συντονισμένη δουλειά όλων που θ αναδείξει το αντίπαλο δέος των καθεστωτικών δυνάμεων.

Κάποιοι πρέπει να σταματήσουν να βάζουν διλήμματα που δεν έχουν θέση ΣΗΜΕΡΑ, σαν προϋπόθεση για κοινή δράση.

Γιατί η στάση πληρωμών πρέπει ν αποφασιστεί τώρα και να είναι μόνιμη και δεν αρκούμαστε σε μια συμφωνία για προσωρινή στάση πληρωμών, όσο ο λαός θα ενημερώνεται για ν αποφασίσει, πράγμα που μπορεί απ όλους να συμφωνηθεί σαν κάτι λογικό και αναγκαίο;

Ή γιατί θεωρούμε ότι δεν θα προκύψουν λύσεις σαν κάτι αναγκαίο και λογικό, αποδεκτό εκ των πραγμάτων απ όλους ή απ την πλειοψηφία του λαού, σε ζητήματα όπως η τύχη των τραπεζών, το ευρώ κ.ό.κ; Αν έχουμε αυτοπεποίθηση για τις προτάσεις μας και τις δυνάμεις μας, πρέπει να ενεργήσουμε μ αυτό το πνεύμα.

Γιατί το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ν αποδεσμευτούν δυνάμεις απ το καθεστώς και να θελήσουν να το αλλάξουν ουσιαστικά. Αυτό σήμερα έχει γίνει και συνεχώς η κατάσταση πιέζει ν αποδεσμεύονται κι άλλες. Το πρόβλημα είναι οι οργανωμένες λαϊκές δυνάμεις να βρουν τρόπους να συστρατευτούν  σ ένα μέτωπο εναντίον του καθεστώτος, που θα δημιουργήσει το αντίπαλο δέος,  θα εμπνεύσει και θα θέλξει τις μάζες.

 

8 Οκτώβρη 2011, Γιώργος Παπανικολάου

 

Παραπομπές

 

Ι) Ζούμε εποχές χούντας (Βίντεο) « ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

http://eydapftaneipia.wordpress.com/2011/10/06/%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5-%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%82-%CF%87%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B2%CE%AF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BF/

 

ΙΙ) Βρετανία: Ο υποδειγματικός αγώνας ενάντια στον poll tax – Πώς η άρνηση πληρωμής έριξε τη Θάτσερ

http://eydapftaneipia.wordpress.com/2011/10/01/%CF%80%CF%8E%CF%82-%CE%B7-%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AE%CF%82-%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B5-%CF%84%CE%B7-%CE%B8%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%81/

Μεθοδεύσεις εργασιακής εφεδρείας εκπ/κών

Πως μεθοδεύεται από το Υπουργείο η εργασιακή εφεδρεία χιλιάδων εκπαιδευτικών

 

Του Χρήστου Κάτσικα


 

Ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Τα βήματα ήδη ακούγονται, οι σκιές αρχίζουν να προβάλλουν. Μόνο οι υπάλληλοι της συναίνεσης, οι κατασκευαστές του εφικτού και οι θεατές της ζωής δεν ακούνε και δεν βλέπουν ή κάνουν ότι δεν ακούν και ότι δεν βλέπουν.

«Κατασκευάζουν» βήμα-βήμα την εργασιακή εφεδρεία των εκπαιδευτικών. Οργανώνουν, με αριστοτεχνικό τρόπο, τον ακρωτηριασμό. Έτσι που να ξεσπάσει με τη φυσικότητα της βροχής που ακολουθεί τις αστραπές και τους κεραυνούς.

«Η εφεδρεία προβλέπεται και για τους εκπαιδευτικούς, αλλά σε επόμενη φάση», δήλωσε η υφυπουργός Παιδείας Εύη Χριστοφιλοπούλου, μιλώντας στο ραδιόφωνο Real FM το πρωί της Δευτέρας 3/10/2011 και την επόμενη μέρα (4/10) το επανέλαβε σε συνέντευξή της στο ΕΘΝΟΣ : «άμεσα δεν θα ισχύσει η εφεδρεία για τους εκπαιδευτικούς. Πρέπει πρώτα να προχωρήσουμε σε αναδιοργάνωση του προσωπικού και μετά βλέπουμε…».

Η υφυπουργός Παιδείας δεν ψεύδεται. Μίλησε για επόμενη φάση, απλά ξέχασε να πει πως το υπουργείο Παιδείας εργάζεται πυρετωδώς για την ετοιμασία αυτής της επόμενης φάσης. Τα πρώτα κομμάτια του παζλ έχουν ήδη μπει στη θέση τους και ήδη το τοπίο διαμορφώνεται.

Η ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ ΤΟΥ «ΩΡΙΜΟΥ ΦΡΟΥΤΟΥ»

Ένας από τους βασικούς μοχλούς μείωσης των οργανικών θέσεων είναι η συγχώνευση – κατάργηση σχολικών μονάδων. Ως γνωστόν, ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Δ. Ρέππας, αναμένεται να φέρει προς ψήφιση στη Βουλή νομοθετική ρύθμιση  με την οποία θα υποχρεούνται όλα ανεξαιρέτως τα υπουργεία να μειώσουν κατά 30% τις δομές τους. Ήδη στο χώρο της εκπαίδευσης άρχισαν με τη συγχώνευση σχολείων που έδωσε ταμείο 1050 σχολεία λιγότερα το 2011, περισσότερους μαθητές στο τμήμα και κάμποσες εκατοντάδες εκπαιδευτικούς να ψάχνουν οργανική θέση. Για το 2012 οι κ.κ. «πρώτα ο μαθητής» ετοιμάζουν νέο πακέτο. Οι πληροφορίες μιλάνε για νέο κύμα συγχωνεύσεων – καταργήσεων περίπου 1000 σχολείων. Αλίμονο στα Γυμνάσια και τα Λύκεια των 6, 7, και 8 τμημάτων, αλίμονο στα συστεγαζόμενα, σε αυτά που βρίσκονται στο ίδιο συγκρότημα, στα εσπερινά, στα ΣΔΕ, σε όσα πληρώνουν ενοίκιο, στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην ξεχασμένη περιφέρεια. Εκατοντάδες νέες οργανικές θέσεις θα σβήσουν από το χάρτη, εκατοντάδες εκπαιδευτικοί θα βρεθούν ξαφνικά στο πουθενά. Να η πρώτη μαγιά.

Το επόμενο χρονικό διάστημα θα ανακοινωθεί η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών. Ήδη το μήνυμα πήγε στους Καθηγητές των ΤΕΙ, όπου αφού το Υπουργείο Παιδείας μείωσε για την τρέχουσα Ακαδημαϊκή χρονιά  το έκτακτο διδακτικό προσωπικό στους 1300 από 4.000 κάλεσε τους μόνιμους καθηγητές «να εργαστούν και πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου έτσι ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη και αποδοτικότερη λειτουργία των ιδρυμάτων». Βεβαίως πριν από όλους η αύξηση του ωραρίου βρήκε τους άλλους – πλην εκπαιδευτικών – «τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους».

Κάθε πόλεμος αρχίζει με τα λόγια και το υπουργείο Παιδείας έχει συμπληρώσει πολλά ένσημα στην προσπάθειά του να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι εκπαιδευτικοί εργάζονται εξαιρετικά λίγες ώρες. Στην κατάλληλη συγκυρία, μέσα στο 2012, είναι σίγουρο ότι θα προχωρήσει στην «αναμόρφωση του ωραρίου των εκπαιδευτικών». Εξάλλου το προσχέδιο  του Υπουργείου Παιδείας με τον εύηχο τίτλο «Οργάνωση των Περιφερειακών Υπηρεσιών Διοίκησης της Εκπαίδευσης – Πρώτα ο μαθητής – Πρώτα η σχολική μονάδα – Νέα Διοίκηση για το Νέο Σχολείο» προβλέπει ότι «σε περίπτωση απουσίας εκπαιδευτικού η αναπλήρωση στα διδακτικά του καθήκοντα γίνεται με εντολή του διευθυντή από εκπαιδευτικό της ίδιας σχολικής μονάδας, κατά προτίμηση της ίδιας ή συναφούς ειδικότητας, που έχει κενό στο ημερήσιο διδακτικό ωράριο εργασίας του. Η άρνηση συμμόρφωσης στο ανωτέρω εκπαιδευτικό καθήκον συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα» (Άρθρο 18).

Ένα δίωρο ή ένα τρίωρο επιπλέον π.χ για τους καθηγητές σημαίνει 8-10.000 καθηγητές περίσσευμα!

Με τις αλλεπάλληλες, αλλοπρόσαλλες και αντιεκπαιδευτικές αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, με το ξεχαρβάλωμα και το ραβε-ξήλωνε των ειδικοτήτων στην τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση, αλλά και με κάτι περίεργες τοποθετήσεις ειδικοτήτων σε περιοχές που δεν είχαν κενά, αίφνης μερικές χιλιάδες εκπαιδευτικοί συγκεκριμένων κλάδων αναζητούν απεγνωσμένα ωράριο. Είναι γνωστή η κατάσταση εκατοντάδων καθηγητών ξένων γλωσσών, Γυμναστών, καθηγητών Πληροφορικής, Οικονομολόγων, Τεχνολόγων, καθηγητών τεχνικών ειδικοτήτων οι οποίοι, χωρίς δική τους ευθύνη, έχουν μείνει χωρίς ωράριο και οργανική θέση. Είναι σίγουρο ότι το Υπουργείο Παιδείας «κατασκευάζει» αδύνατους κρίκους για να νομιμοποιήσει τις επιλογές του. Δεν θα αργήσει η μέρα που με έναν ιδιότυπο μαλθουσιανισμό θα υποβάλλει στην κοινή γνώμη το ερώτημα: «Μπορεί να πληρώνει το Δημόσιο υπαλλήλους του που κάθονται;»

Φυσικά μέσα στη στόχευση του Υπουργείου Παιδείας βρίσκονται ήδη και εκατοντάδες εκπαιδευτικών οι οποίοι λόγω διαφόρων προβλημάτων υγείας βρίσκονταν τα τελευταία χρόνια είτε με μειωμένο ωράριο, είτε σε άλλες υπηρεσίες εκτός σχολικής τάξης. Περιφερειακοί Διευθυντές εκπαίδευσης ήδη έχουν χαρτογραφήσει το χώρο και σε κάθε ευκαιρία, με τη βοήθεια των παλατιανών δημοσιογράφων, μιλάνε για 1500 προβληματικούς εκπαιδευτικούς που «όπως καταλαβαίνετε το δημόσιο δεν έχει την πολυτέλεια να τους πληρώνει».

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΑΠΕΞΩ

Όπως πολύ εύστοχα έχει επισημάνει η εκπαιδευτικός Ν. Γεωργιάδου από την Κάλυμνο το «βιογραφικό σημείωμα» των εμπνευστών της εκπαίδευσης την εποχή του ΔΝΤ περνά και διαχέεται σε κάθε πράξη τους. Πώς θα ήταν ποτέ δυνατό αυτοί που βγάζουν στο σφυρί το δημόσιο πλούτο, που συμμετέχουν στην «αυγή της Οδύσσειας» με κυνισμό διαλαλώντας την ως μεσοπρόθεσμη επένδυση, που ψάχνουν τις κωλότσεπες του άνεργου για να δουν αν δικαιούται το χαρτζιλίκι της ανεργίας, που βάζουν λουκέτο σε εκατοντάδες σχολεία,  που διαλαλούν ότι «το μνημόνιο είναι ευτυχία», να εμπνευστούν και να εφαρμόσουν στην εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς κάτι διαφορετικό;

Η κυρίαρχη πολιτική οικοδομεί την πολιτική της επιχειρηματολογία κατηγορώντας το κράτος πρόνοιας ως «υπερφορτωμένο κράτος», ως «γραφειοκρατικό παραλογισμό», ως «ελέφαντα» που ισοπεδώνει τις «ζωτικές δυνάμεις» της κοινωνίας, δηλαδή το Σύνδεσμο Βιομηχάνων, κάτω από το βάρος τους κόστους του. Μισθοί, κοινωνική ασφάλεια, συντάξεις, δωρεάν υγεία, δωρεάν παιδεία, προστασία της μητρότητας, όλα αυτά τα στοιχεία που διασφαλίζουν τους όρους της αξιοπρεπούς διαβίωσης των ανθρώπων και της προαγωγής του πολιτισμού είναι «βαρίδια» στα πόδια της νέας «ιεράς συμμαχίας». Αναπτύσσεται μια πολιτική ορολογία που μοιάζει με τη «λιποδιάλυση» που υπόσχονται τα ινστιτούτα αδυνατίσματος. Μόνο που το «λίπος» που πρέπει να «καεί» στην προκειμένη περίπτωση είναι οι κατακτήσεις των δυνάμεων της εργασίας. 

Να το πούμε καθαρά: Άλλαξαν τα ανεμολόγια και οι ορίζοντες. Εδώ «πριονίζονται ρίζες ! Και όποιος, χωμένος στις συστάδες των θάμνων που τον περιβάλλουν χάνει το δάσος από το οπτικό του πεδίο, καλό είναι να κάνει ένα βήμα στα πλάγια για να δει καθαρότερα μπροστά του.

Η πολιτική αυτή δεν αφήνει κανέναν εκπαιδευτικό έξω. Αν απέναντι σε αυτό το μακελειό δεν υψωθεί τείχος ακαταμάχητο τότε δεν θα περάσει πολύς καιρός που χιλιάδες, ναι πολλές χιλιάδες εκπαιδευτικοί θα χάσουν τη δουλειά τους και όσοι απομείνουν θα εργάζονται σε εργασιακό καθεστώς γαλέρας με μισθούς που δεν θα ξεπερνούν το 50% του μισθού του 2009. Και γι αυτό ας μην έχει αμφιβολίες κανείς! Γιατί όταν πετάς κρέας στους καρχαρίες, δεν φεύγουν, μαζεύονται περισσότεροι.

Το Υπουργείο Παιδείας, ως ευαγγελιστής της αγοράς, βιάζεται να υποδυθεί το ρόλο αυτού που γελά καλά επειδή γελά τελευταίος. Ωστόσο, κι αν τα βουνά μοιάζουν ακίνητα, οι γεωλόγοι ξέρουν καλά πως ζούμε σε μια θάλασσα στεριάς. Γελιούνται όσοι πιστεύουν ότι έχουν κλείσει τις θύελλες μια για πάντα σε γυάλινα κλουβιά. Όσοι πίστεψαν και πολύ περισσότερο όσοι καραδοκούσαν πως θα έχουν «αιώνια» τους εκπαιδευτικούς και όλο το λαό όπως το χιόνι στο βουνό να λιώνει για να αυξάνουν τις εμπορικές ιδέες τους. Πολύ γρήγορα το εκπαιδευτικό κίνηµα, ο κόσμος της εργασίας, θα σηκωθεί στις µύτες των ποδιών του, θα διαπεράσει τα φράγµατα των µέσων µαζικής ενηµέρωσης, θα συντρίψει τη ρητορική τού άδικου λόγου και θα ορθώσει πύργο ατίθασο στη Σαλώµη του νεοφιλελευθερισµού που ετοιµάζεται να περιφέρει το κεφάλι της παιδείας προσφορά στους επιχειρηματίες της γνώσης.

ΠΗΓΗ: 8-10-2011, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=47440

Πολιτικής υποκρισίας … συνέχεια ΙΙ

Πολιτικής υποκρισίας και ελλιπούς ενημέρωσης  συνέχεια… [20-09-2011]

 

Του Νικήτα Χιωτίνη


 

Διανύουμε περίοδο οικονομικής κρίσης. Όλοι την αντιλαμβανόμαστε εκ του αποτελέσματός της: δεν έχουμε ως κράτος τα χρήματα για να αποπληρώσουμε τα χρέη μας, το κράτος αντλεί από μας – με κάθε δυνατό, νόμιμο και παράνομο τρόπο – τα χρήματα για να εξυπηρετήσει τα χρέη του και μειώνεται η καταναλωτική μας άνεση – ενίοτε έως εξαφανίσεως κάθε τέτοιας δυνατότητάς μας. Μέχρις εδώ τα πράγματα είναι κατανοητά. Όταν όμως αρχίζουν οι συζητήσεις για τα αίτια αυτού του φαινομένου και κυρίως για τους τρόπους θεραπείας του, περισσεύει η υποκρισία, η παραπληροφόρηση και η προπαγάνδα, αλλά και, δυστυχώς, η ασχετοσύνη των δήθεν σχετικών.

Συχνά – πυκνά, με ύφος ανακουφιστικό και εν πολλοίς ευχαριστήριο, προβάλλονται από τα ΜΜΕ δηλώσεις σημαντικών πολιτικών παραγόντων των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών – καγκελαρίων και προέδρων, υπουργών Οικονομικών και διοικητών τραπεζών και οργανισμών, δημοσιογράφων και λοιπών πολιτικών και πολιτικολογούντων – ότι η Ελλάδα δεν θα «πτωχεύσει» και δεν θα φύγει από το ευρώ. Με τον ίδιο τρόπο προβάλλονται και οι αντίστοιχες δηλώσεις των Ελλήνων υπουργών. Κανείς όμως δεν μας εξηγεί πως η πτώχευση μιας χώρας δεν είναι το ίδιο με την πτώχευση ενός νοικοκυριού – αν και διάφοροι άσχετοι αλλά προβεβλημένοι (τυχαίο;) μας λένε ότι είναι το ίδιο πράγμα. Αλλά το σπουδαιότερο είναι πως κανείς δεν μας εξηγεί πως οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν επιθυμούν την «πτώχευσή» μας και την έξοδό μας από το ευρώ – και την Ευρώπη – όχι για λόγους συναισθηματικούς ή ρομαντικούς, αλλά γιατί μια «πτώχευσή» μας, δηλαδή δήλωση αδυναμίας πληρωμής των χρεών μας, θα επέφερε αλυσιδωτά προβλήματα στις ευρωπαϊκές τράπεζες, ενώ μια έξοδός μας από το ευρώ θα επέφερε την πλήρη διάλυσή του, με καταστροφικές συνέπειες για τις ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Αυτό το τελευταίο άλλωστε έχει λεχθεί, ακριβώς έτσι, από την Angela Merkel, αλλά περιέργως δεν έχει τύχει μήτε της δέουσας προβολής μήτε της δέουσας ανάλυσής του.

Είναι κατάδηλον πως το οικονομικό μας πρόβλημα είναι θεμελιακώς πολιτικό και γεωπολιτικό, δηλαδή εξαρτάται από πολιτικές επιλογές και γεωπολιτικά ζητήματα. Όμως, φαίνεται να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των ανωτέρω δεδομένων, που αφορούν στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Συνεπής προς την πολιτική στρατηγική του, ο παραγωγικός Βορράς έκρινε πως θα πρέπει να αυξήσει πάση δυνάμει τα οικονομικά του οφέλη απομυζώντας, εντέχνως και στην κυριολεξία, τον λιγότερο παραγωγικό Νότο, φαινομενικά τουλάχιστον αδιαφορώντας για τις ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες που αυτή η στρατηγική του απειλεί να προκαλέσει (σημαντική επισήμανση: το πώς και το γιατί οι χώρες της βόρειας Ευρώπης παρουσιάζονται πιο παραγωγικές σε ένα ελάχιστο μέρος της Ιστορίας, δηλ. στον 20ό και ίσως και 21ο αιώνα, ενώ σε όλη την υπόλοιπη – δηλαδή με διάρκεια άνω των 85 με 90 «παραγωγικών αιώνων» – ο Νότος ήταν αυτός που δημιουργούσε την Ιστορία, είναι ένα άλλο θέμα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και εξέτασης). Η παρουσία του Νότου και ιδιαιτέρως της Ελλάδας (με όρους «ιστορικού βάθους», όπως θα ’λεγε ο Νταβούτογλου, θα λέγαμε ο – όχι ολόκληρος – χώρος της πρώην ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας ή οικουμένης) υπήρξε απαραίτητη για την οικοδόμηση της Ευρώπης.

Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτόν τον Νότο, δηλαδή δεν θα μπορούσε να σταθεί στο παγκόσμιο τοπίο ως αυτοδύναμη χωρική, οικονομική και πολιτισμική οντότητα. Αλλά βεβαίως και ο Νότος είχε εξίσου ανάγκη τον Βορρά. Τα οφέλη υπήρξαν αμοιβαία. Γι’ αυτό άλλωστε βοηθήθηκε και η ελληνική επανάσταση του 1821, γι’ αυτό εντάχθηκε η Ελλάδα στην ΕΟΚ, γι’ αυτό και η Ε.Ε. προσπαθεί να ολοκληρωθεί με «προσάρτηση» σε αυτήν χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Η Ευρώπη δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως σύστημα με στοιχεία απολύτως αλληλοεξαρτώμενα, που σημαίνει πως κανένα συστατικό του δεν μπορεί να υπάρξει αυτοδυνάμως. Όμως, η αποσύνθεση των νότιων χωρών κινδυνεύει να τις οδηγήσει εκτός Ευρώπης – να οι καταστροφικές συνέπειες για όλη την Ευρώπη που αναγνώρισε η ίδια η καγκελάριος της «παραγωγικής» και πλούσιας Γερμανίας.

Πρακτικά εξετάζοντας τη σημερινή οικονομική κατάσταση, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά όλου του ευρωπαϊκού Νότου, είναι σαφές πως δεν υπάρχουν πολλές διέξοδοι, παρά οι ακόλουθες τρεις – όπως άλλωστε έχουν ήδη παρουσιαστεί από αρκετούς σοβαρούς οικονομολόγους: Η πρώτη είναι να διαλυθεί το ευρώ και η Ευρώπη.

Η δεύτερη είναι να καταλάβει η Γερμανία ότι δεν μπορεί να τα έχει όλα στο μάξιμουμ. Με άλλα λόγια, αν θέλει να διατηρήσει την οικονομική ηγεμονία της – όσο δηλαδή μπορέσει να τη διατηρήσει, δεδομένου της εισόδου στο παγκόσμιο οικονομικό τοπίο των κολοσσιαίων κρατών της Κίνας και της Ινδίας, αλλά και της Βραζιλίας και της αναδυόμενης Αφρικής –, θα πρέπει να διατηρήσει στο «παιχνίδι» τον ευρωπαϊκό Νότο. Θα πρέπει με άλλα λόγια να μοιραστεί τα πλεονάσματά της – δεδομένου ότι, όπως έχει επανειλημμένως αναλυθεί, τα πλεονάσματα του Βορρά είναι τα ελλείμματα του Νότου – με τις νότιες χώρες της Ευρώπης, «διασώζοντάς» τες. Ίσως αυτό να αποτυπώνεται στο «κούρεμα» του 50% που ακούμε τελευταία.

Η τρίτη λύση θα ήταν να εκπληρωθεί η ελπίδα του J. Attali πως «η Ελλάς που υπήρξε η μαμή της Ευρώπης, θα γίνει και η μαμή της πλήρους ενοποίησής της», δηλαδή η Ευρώπη να αποφασίσει πραγματική πολιτική – άρα και οικονομική – ενοποίησή της, όπου ένα κεντρικό υπουργείο Οικονομικών θα χειρίζεται το νόμισμά της – όπως δηλαδή κάνουν τώρα οι ΗΠΑ και ξεπερνούν τα προβλήματά τους – προς το συμφέρον όλης της επικράτειάς της και οι οικονομικές δραστηριότητές της θα διασπαρούν αναπτύσσοντας τις περιφέρειες της ευρωπαϊκής ηπείρου, επιφέροντας πραγματική οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική και εδαφική συνοχή.

Δεν μπορώ να προφητεύσω τι από τα τρία θα συμβεί, αλλά αποκλείω το πρώτο, θεωρώντας πως η πλεονασματική Γερμανία δεν θα θελήσει να αυτοκτονήσει. Όμως, δεν θα πρέπει εδώ να ξεχνάμε και την εξάρτηση που έχει (ακόμα;) η Ευρώπη από τις ΗΠΑ. Οι δε υπερατλαντικοί δυτικοί σύμμαχοί μας, πέραν του ότι είναι αυτοί που έσωσαν δύο φορές τη χρεοκοπημένη Γερμανία και στήριξαν τη σημερινή ανάπτυξή της – και αυτό βεβαίως έχει τη σημασία του –, έχουν καταφανώς τη δική τους παγκόσμιας εμβέλειας στρατηγική. Άλλωστε αυτοί πρωτοεισήγαγαν τέτοιου είδους στρατηγικές – και μας δίδαξαν σχετικώς –, σε αυτές οφείλουν τη μέχρι τώρα πορεία τους και βεβαίως δεν σκοπεύουν να τις εγκαταλείψουν. Οι ΗΠΑ, λοιπόν, δείχνουν να ακολουθούν με ακρίβεια τη σειρά των κεφαλαίων του βιβλίου «H σύγκρουση των πολιτισμών», του βασικού στελέχους της «δεξαμενής σκέψης» τους περί της ενδεδειγμένης εξωτερικής πολιτικής S. Huntington. Βρισκόμαστε σήμερα στο τελευταίο κεφάλαιο, όπου αναφέρεται πως η Ελλάδα δεν ανήκει στην Ευρώπη. Όμως τα πράγματα δείχνουν να έχουν μπλεχτεί. H Τουρκία δείχνει μια δυσανάλογη των υπαρξιακών της προβλημάτων αλαζονεία, με την πολιτική Νταβούτογλου: επιδιώκει να αναχθεί σε υπερδύναμη από κάθε άποψη – εδαφική, πολιτική, οικονομική, ενεργειακή – και αυτό δεν το θέλουν μήτε οι ΗΠΑ αλλά μήτε και η Ευρώπη. Έτσι το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα, καλούνται να παίξουν άλλο ρόλο και από δω και μπρος αρχίζουν τα μεγάλα ζητήματα που δείχνουν πως επηρεάζουν τα πάντα και που καλό θα είναι να τεθούν ανοικτά στο τραπέζι των πολιτικών συζητήσεων και πολιτικών επιλογών μας.

Όμως κανείς δεν μιλάει γι’ αυτά. Η σημερινή πολιτική συζήτηση δείχνει δραματικά περιορισμένη σε «λογιστικές» προτάσεις και στην αντιπαράθεση περί του ποιος είναι καλύτερος στις «διαπραγματεύσεις» – αναφέρομαι στους αρχηγούς των δύο κομμάτων εξουσίας. Η διαπραγμάτευση όμως, την οποίαν διαρκώς επικαλείται η νυν αξιωματική αντιπολίτευση, θέλει επιχειρήματα, επιχειρήματα ευρύτερα του πώς και από πού θα αντληθούν λεφτά για να πληρωθούν τα τοκοχρεολύσια των απεχθών δανείων που πήραμε για να αγοράσουμε γαλλικές φρεγάτες και γερμανικά υποβρύχια (που γέρνουν) και τα διάφορα F αεροπλάνα, για να υποστηρίζουμε εμείς μόνοι μας και ιδίοις εξόδοις τη δήθεν Ενωμένη Ευρώπη. Τέτοια δήθεν πολιτική διαπραγμάτευση εξήγγειλε άλλωστε και ο νυν υπουργός Οικονομικών, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του και ανέκρουσε πρύμναν εκών άκων. Καταφανώς η φαρέτρα του ήταν φτωχή. Βεβαίως η αξιωματική αντιπολίτευση βασίμως πιστεύει πως όταν αναλάβει την εξουσία θα είμαστε στη δεύτερη ή τρίτη διέξοδο, για τις οποίες μίλησα προηγουμένως, εξ επιλογής όμως της Γερμανίας κυρίως και έτσι θα την περάσει σαν διαπραγματευτική της επιτυχία – και μάλλον έτσι προβλέπω να γίνει. Υπάρχει όμως και η περίπτωση να την προλάβει το ΠΑΣΟΚ και έτσι να επανεκλεγεί, εκτός βέβαια και αν αυτό το κόμμα έχει άλλες δεσμεύσεις ή παραμείνει κολλημένο στο να προσπαθεί να νομίζει πως θα ξεχρεώσει πτωχεύοντας όλους τους Έλληνες (σαν μετεξεταστέος πρωτοετής φοιτητής οικονομικών).

Βεβαίως δεν κρίνονται ως σοβαρές οι προτροπές του ΚΚΕ να στείλουμε στη Σιβηρία τους πλουσίους και να βγούμε από την Ευρώπη, αφήνω δε κατά μέρος τα υπόλοιπα κόμματα που λειτουργούν – σχεδόν καταστατικά – ως μπαλαντέρ. Υποκρισία, σκόπιμη παραπληροφόρηση ή απλώς πολιτικοί κατώτεροι – πολύ κατώτεροι – των περιστάσεων και των διακυβευμάτων; Κλίνω στο τελευταίο.

 

* O Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων.

9-10-2011

ΑΕΙ: Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΙΙΙ

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:

Συμπεράσματα από την Βρετανική και Αυστραλιανή Εμπειρία με την «Αξιολόγηση» του Πανεπιστημιακού Έργου – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Γιάννη Βαρουφάκη


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

9. Ιεράρχηση των Ιδεών στο Πλαίσιο της Κυρίαρχης Ιδεολογίας. Η ανάγκη μέτρησης, η οποία πολύ σύντομα επισκιάζει όλες τις άλλες ανάγκες των πανεπιστημιακών, φέρνει στο προσκήνιο εκ των έσω το αίτημα για μεγαλύτερη συγκρισιμότητα των «μέτρων». Η συγκρισιμότητα με τη σειρά της απαιτεί τη δημιουργία κλίμακας περιοδικών και εκδοτικών οίκων. Π.χ. δεν είναι δυνατόν ένα άρθρο σε περιοδικό το οποίο απορρίπτει το 95% των άρθρων που του στέλνονται να έχει την ίδια «αξία» με ένα άρθρο σε περιοδικό που εκδίδεται από φίλους του συγγραφέα οι οποίοι σπάνια απορρίπτουν άρθρα που τους στέλνονται.

Μια τέτοια κλίμακα ουσιαστικά αποτελείται από «σκιώδεις σχετικές τιμές», π.χ. ένα άρθρο στην American Economic Review έχει αξία ίση με δέκα άρθρα στο Australian Journal of Political Economy. Στις θετικές επιστήμες μια τέτοια ιεράρχηση, όσο επώδυνη ή αυθαίρετη και αν είναι, μπορεί να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια ενώ, αντίθετα, στις κοινωνικές επιστήμες η ιεράρχηση αντανακλά την κυρίαρχη ιδεολογία[22].

Όπως είναι φυσικό, η αιρετική σκέψη δεν φιλοξενείται στα περιοδικά που «μαζεύουν» τους περισσότερους «πόντους». Άρα δεν «αξιολογείται» ποτέ ως σημαντική από τις φόρμουλες «αξιολόγησης». Αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Οι πραγματικοί αιρετικοί διασκεδάζουν και δημιουργούν καλύτερα στο περιθώριο (π.χ. ένας Σωκράτης, ένας Διογένης, ή ένας Wittgenstein ίσως να τρόμαζαν με την ιδέα ότι θα εκπροσωπούσαν την κυρίαρχη σκέψη). Το πρόβλημα είναι ότι η ιεράρχηση των ιδεών στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης μέτρησης των «αξιών» οδηγεί στην αυτο-λογοκρισία. Η αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους, προς το Τμήμα το οποίο δεν θα επιβιώσει εάν οι δημοσιεύσεις των μελών του «αξιολογηθούν» με χαμηλό βαθμό, αποτελεί κίνητρο να θεραπεύεται η κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτός είναι ο μηχανισμός που τίθεται εν κινήσει από την «αξιολόγηση», καθιερώνει την πανεπιστημιακή ημι-αγορά που στηρίζεται στην αυτοματοποιημένη ιεράρχηση των ιδεών και, τελικά, οδηγεί στην υποχώρησή τους.

10. De facto εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων. Από νομικής πλευράς, τα πανεπιστήμια παραμένουν δημόσια. Όμως οι αποφάσεις για το τι διδάσκεται, πότε διδάσκεται, το περιεχόμενο των πτυχίων, την σχετική αξία γνωστικών αντικειμένων, την έρευνα κλπ, λαμβάνονται στο πλαίσιο της ζήτησης και της προσφοράς οι οποίες μετρούνται στη βάση των λογιστικών μονάδων ή σκιωδών σχετικών τιμών που προκύπτουν από το σύστημα αξιολόγησης.

Σταδιακά, λόγω της ανεπάρκειας των πόρων που διαθέτει το κράτος για τα πανεπιστήμια, η ημι-αγορά αυτή συνδέεται όλο και περισσότερο με την αγορά εκτός πανεπιστημίων και οι σκιώδεις τιμές συντονίζονται με τη διαδικασία καθορισμού των ανταλλακτικών τιμών προϊόντων, εργασίας και κεφαλαιουχικών αγαθών.

11. Υποχώρηση όλων των ιδεών. Οι ορθοδοξίες του παρόντος είναι οι αιρέσεις του παρελθόντος. Οι Adam Smith, Friedrich von Hayek, Robert Nozick και οι υπόλοιποι θεωρητικοί της ελευθερίας του κεφαλαίου ήταν, στην εποχή τους, αιρετικές φωνές οι οποίες σήμερα μετεξελίχθηκαν σε κυρίαρχη ιδεολογία. Σήμερα, οι αιρετικές φωνές στην Αυστραλία και την Βρετανία αυτο-πνίγονται. Ο,τιδήποτε κείται εκτός του μεσαίου, κυρίαρχου, banal (ιδεολογικού) χώρου εξαφανίζεται από την πανεπιστημιακή κοινότητα με τη βούληση των ίδιων των «αιρετικών».

Τέσσερα παραδείγματα: (α) Νεοκλασικός οικονομολόγος σε Βρετανικό πανεπιστήμιο βγαίνει από το γραφείο του περιχαρής και με προσκαλεί στο pub να γιορτάσουμε την αποδοχή ενός άρθρού του από περιοδικό το οποίο «αξιολογείται» με καλό βαθμό στο RAE. Τον ρωτώ ποιο είναι το αντικείμενο που διαπραγματεύεται το άρθρο και μου απαντά, με τη συνοδεία χαρακτηριστικής γκριμάτσας: «Ποιος νοιάζεται; Μια σαχλαμάρα είναι». [23] Σήμερα, πέντε χρόνια αργότερα, είναι πρόεδρος του Τμήματος.

(β) Μαρξιστής οικονομολόγος σε άλλο Βρετανικό πανεπιστήμιο, Πρόεδρος του Τμήματος εκείνη την εποχή, μου εκμυστηρεύτηκε ότι πίεζε δύο νεότερους Μαρξιστές συναδέλφους του να αφήσουν κατά μέρος την Μαρξιστική μέθοδο και να προσπαθήσουν να δημοσιεύσουν άρθρα νεοκλασικού περιεχομένου για να ενισχυθεί ο βαθμός RAE του Τμήματος.

(γ) Συνάδελφος σε τρίτο Βρετανικό πανεπιστήμιο της νεο-Αυστριακής (νεο-δεξιάς) σχολής διηγούνταν πώς αναγκάστηκε, για τους ίδιους λόγους, να ματαιώσει τα σχέδια του να συγγράψει βιβλίο με το οποίο θα απαντούσε στους «αριστερούς» επικριτές του.

(δ) Στο Πανεπιστήμιο του Sydney το 2000 ο Πρόεδρος του Τμήματος, παγκοσμίως γνωστός ιστορικός της οικονομικής σκέψης, αναγκάστηκε να καταργήσει μάθημα ιστορίας της οικονομικής σκέψης, όχι επειδή του το επέβαλλε κάποιος εκ των άνω, αλλά γιατί, δεδομένης της φόρμουλας «αξιολόγησης» του διδακτικού έργου, οι βαθμοί που συνέλεγε το Τμήμα από αυτό το μάθημα δεν δικαιολογούσαν, από οικονομικής άποψης, τη συνέχισή τους. Ουσιαστικά, αντικαταστάθηκε από μαθήματα marketing.

5. Συμπεράσματα για την Ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα

Η «αξιολόγηση», και με ευθύνη των πανεπιστημιακών, είναι προ των πυλών. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει ούτε τη θέληση ούτε τις απαιτούμενες αντιστάσεις για να την αποτρέψει. Δεδομένων των δικαιολογημένων παραπόνων που έχει η κοινωνία από τα πανεπιστήμια, και την γενική εντύπωση ότι οι καθηγητές προσφέρουν πολύ λιγότερα από όσα πρέπει και μπορούν, η λύση δεν μπορεί να είναι η άρνηση. Κάτι τέτοιο θα μας απομονώσει ακόμα περισσότερο από την κοινωνία η οποία, πράγματι, δικαιούται να γνωρίζει ποια είναι η ποιότητα του έργου που επιτελείται στα δημόσια πανεπιστήμια.

Ως τακτική, η στείρα άρνηση θα αποβεί καταστροφική, μιας και θα οδηγήσει στην ακύρωση οποιασδήποτε δυνατότητας έχουμε να επηρεάσουμε τη μορφή που θα πάρει το σύστημα «αξιολόγησης». Όπως και στη Βρετανία τη δεκαετία του 1980, η κοινωνία θα εκλάβει μια άρνησή μας ως συντεχνιακή και υστερόβουλη αντίδραση και θα εξουσιοδοτήσει το Υπουργείο να επιβάλλει το σύστημα «αξιολόγησης» της αρεσκείας του.

Συνεπώς είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι ο εχθρός που πρέπει να πολεμήσουμε πάση θυσία δεν είναι η αξιολόγηση αλλά η φτηνιάρικη «αξιολόγηση» βάσει ποσοτήτων και σκιωδών σχετικών τιμών που εφευρίσκει και επιβάλλει ένα λογιστικό σύστημα σαν αυτά της Βρετανίας και της Αυστραλίας. Η επιχειρηματολογία μας πρέπει να τονίζει την ποιοτική διάσταση της αξιολόγησης: «Θέλετε Κε Υπουργέ να αξιολογήσετε το διδακτικό μου έργο; Καμία αντίρρηση. Στείλτε τρεις γνώστες του αντικειμένου των διαλέξεών μου να παρακολουθήσουν πέντε διαλέξεις μου και να τις βαθμολογήσουν. Θέλετε Κε Υπουργέ να αξιολογήσετε το ερευνητικό μου έργο; Να σας στείλω μια πρόσφατη εργασία μου που εγώ θεωρώ ότι είναι το καλύτερο δείγμα δουλειάς μου τα τελευταία χρόνια, και εσείς με τη σειρά σας να τη στείλετε σε δύο-τρεις ειδικούς για βαθμολόγηση.»

Εδώ θα κριθεί το «παιχνίδι». Τα συστήματα αξιολόγησης που περιέγραψα παραπάνω είναι φτηνά από την άποψη ότι βασίζονται σε δείκτες που υπολογίζονται με χαμηλό κόστος και με λογιστικές μεθόδους. Όπερ μεθερμηνευόμενο, βασίζονται στην ποσοτικοποίηση ποιοτικών μεγεθών η οποία, με τη σειρά της, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον καθορισμό σκιωδών σχετικών τιμών κάθε ιδέας, κάθε άρθρου, κάθε μαθήματος. Η αυταρχική ιεράρχηση της γνώσης, η διχόνοια μεταξύ συναδέλφων, η αναποτελεσματικότητα και, εν τέλει, η υποχώρηση των ιδεών γίνονται έτσι αναπόφευκτες. Για να μπει φραγμός σε αυτού του είδους την «αξιολόγηση» είναι απαραίτητο να αρθρωθούν επιχειρήματα που θα εμποδίσουν τους πολιτικούς και τους γραφειοκράτες να εισαγάγουν συστήματα «αξιολόγησης» βασισμένα στην αυτοματοποιημένη μέτρηση. Θα πρέπει να πείσουμε την κοινωνία ότι, όταν προσπαθείς να μετρήσεις με αυτοματοποιημένο τρόπο, δηλαδή μηχανιστικά και «αντικειμενικά», κάτι που ούτε μετρήσιμο ούτε αντικειμενικό είναι (π.χ. την αξία της Αριστοτελικής, Μαρξικής ή νεοφιλελεύθερης σκέψης), τότε κινδυνεύεις να το καταστρέψεις, να το ευτελίσεις[24]. Ότι η πραγματική αξιολόγηση (και όχι αυτή την οποία περικλείω σε εισαγωγικά σε τούτο το άρθρο) σημαίνει σκληρή δουλειά, ώρες ολόκληρες διαβάσματος των πονημάτων των πανεπιστημιακών, ατελείωτες παρακολουθήσεις των διαλέξεών τους από ειδικούς. Με άλλα λόγια, ότι η πραγματική αξιολόγηση θα κοστίσει. Αν το κράτος προτίθεται να καταβάλει το κόστος αυτό, εμείς ως πανεπιστημιακοί θα συναινέσουμε. Διαφορετικά θα βρεθούμε στην αντίπερα όχθη.

Πρόβλεψή μου είναι ότι το Υπουργείο δεν θα θελήσει να καταβάλει το τεράστιο κόστος μιας πραγματικής αξιολόγησης. Ότι θα προτιμήσει τη φτηνή, μηχανιστική της έκδοση όπως ακριβώς στη Βρετανία και την Αυστραλία (όπου το κόστος το καταβάλει η ίδια η πανεπιστημιακή κοινότητα). Το εάν θα τα καταφέρει ή όχι θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο η πανεπιστημιακή κοινότητα θα πείσει την κοινωνία ότι (α) ενδιαφέρεται πραγματικά για μια σοβαρή αξιολόγηση, και (β) η μηχανιστική έκδοση θα έχει τραγικά αποτελέσματα όσον αφορά τη δυνατότητα των ελληνικών πανεπιστημίων να βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να σκέφτονται εικονοκλαστικά, ελεύθερα και δημιουργικά. Σε αυτή μας την προσπάθεια πρέπει να μελετήσουμε την αγγλοσαξωνική εμπειρία που παρέθεσα σύντομα εδώ. Να κυκλοφορήσουν στις εφημερίδες μας, να συζητηθούν στα παράθυρα των τηλεοράσεων, στα ραδιόφωνα, οι φωνές συναδέλφων από τις χώρες αυτές. Φωνές που κατακλύζουν τα ειδικά περιοδικά (π.χ. το Times Higher Education Supplement, το London Review of Books, το ένθετο του Guardian της Τρίτης, το Australian Higher Education Review) και που αναφέρονται με απελπισία στα αποτελέσματα της φτηνιάρικης «αξιολόγησης». Να πείσουμε ότι οι φωνές αυτές δεν είναι ο θρήνος εκείνων που ξεβολεύτηκαν. Πως είναι ο θρήνος των καθηγητών που πονούν για την απώλεια ακόμα και της ελπίδας να «απελευθερώσουν» τους φοιτητές τους από τις προκαταλήψεις.

Αν αποτύχουμε, το αποτέλεσμα θα είναι παρόμοιο με εκείνο στη Βρετανία και την Αυστραλία: Ο βαθύς κυνισμός θα αποδειχθεί ο μεγάλος κερδισμένος της ύπουλης εμπορευματοποίησης των δημόσιων πανεπιστημίων που θα έχει εισαχθεί μέσα από τις σκιώδεις τιμές των ιδεών και των μαθημάτων· τιμές οι οποίες προέκυψαν από την «αξιολόγηση». Όπως και σε εκείνες τις χώρες, έτσι και εδώ, ο κυνισμός αυτός, μαζί με την υποχώρηση των ιδεών, γρήγορα θα ξεφύγει από τα στενά όρια του πανεπιστημίου και θα δηλητηριάσει την κοινωνία[25].

Παραπομπές

[22] Τα θέματα και οι «ανακαλύψεις» που δημοσιεύονται σε περιοδικά όπως το Nature ή στο Science ενδιαφέρουν όλους του φυσικούς. Συνεπώς μια δημοσίευση σε ένα εξ αυτών μπορεί να αξιολογηθεί σε σχέση με μια άλλη δημοσίευση σε κάποιο άλλο περιοδικό, μικρότερου βεληνεκούς, ανάλογα με τη σχετική αναγνωσιμότητα των δύο περιοδικών ή τα ποσοστά απόρριψης άρθρων. Αντίθετα, στις κοινωνικές επιστήμες, π.χ. την ψυχολογία, τη φιλοσοφία ή την οικονομική, υπάρχουν «μειοψηφίες» οι οποίες δεν ενδιαφέρονται για τα θέματα που απασχολούν τις «πλειοψηφίες» και τα κυρίαρχα περιοδικά τους. Και βέβαια, σε αυτούς τους επιστημονικούς χώρους, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η «πλειοψηφία» βρίσκεται κοντύτερα στην «αλήθεια» από μια «μειοψηφία».

[23] Τα ακριβή του λόγια ήταν: «Who cares? Just a piece of rubbish.»

[24] Στο γνωστό του βιβλίο, ο R.M. Titmuss (1970). The Gift Relationship, London: Allen and Unwin, εξηγεί πως η πληρωμή αιμοδοτών έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της προσφορά αίματος – σε σχέση με την προσφορά που παρατηρείται σε εθελοντική βάση (δίχως πληρωμή). Πρόκειται για ένα παράδειγμα όπου η προσπάθεια να οριστεί τιμή (δηλαδή να ποσοτικοποιηθεί/μετρηθεί η αξία του) για ένα αγαθό που έως πρότινος δεν είχε ανταλλακτική αξία (δηλ. τιμή) το απαξίωσε. Κάτι ανάλογο παρατήρησα στο Πανεπιστήμιο του Sydney. Μερικοί συνάδελφοι προσφέραμε προχωρημένες βραδινές τάξεις σε ενδιαφερόμενους φοιτητές χωρίς να είναι μέρος των καθηκόντων μας. Γιατί; Περισσότερο από καλοήθη εγωϊσμό (μας άρεσε να μας αγαπούν και να μας είναι υπόχρεοι) και λιγότερο από πραγματικό αλτρουϊσμό. Κάποια στιγμή, κληθήκαμε από το σύστημα «αξιολόγησης» να δηλώσουμε κάθε μας δραστηριότητα με αντάλλαγμα κάποιους «πόντους» για κάθε τι που κάναμε (οι οποίοι καταχωρούνταν στο λογιστικό σύστημα αξιολόγησης). Μετά από λίγο πάψαμε να προσφέρουμε αυτές τις τάξεις. Γιατί; Γιατί η μέτρηση και καταγραφή, ξάφνου, εξάλειψαν την ηθική αμοιβή που παίρναμε προηγουμένως προσφέροντας «δωρεάν» το χρόνο μας (εκτός προγράμματος και συστήματος). Οι φοιτητές έπαψαν να θεωρούν τον χρόνο μας «προσφορά» μόλις έμαθαν ότι παίρνουμε «πόντους» για αυτές τις τάξεις. Έτσι η «υλική» αμοιβή εξάλειψε την ηθική (η οποία προέκυπτε από την ελαφριά ευγνωμοσύνη εκ μέρους των φοιτητών για την προσπάθειά μας) χωρίς όμως να μπορεί να την υποκαταστήσει. Πράγματι, η νέα υλική αμοιβή (δηλ. οι λογιστικοί «πόντοι» που μαζεύαμε) δεν ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει τις επί πλέον ώρες δουλειάς μας (αντίθετα με τη ηθική ικανοποίηση που, πριν την «αξιολόγηση», την οποία εισπράτταμε από τους φοιτητές και για την οποία άξιζε τον κόπο η νυχτερινή, δωρεάν εργασία). Όπως και στην περίπτωση της αιμοδοσίας, έτσι και στην παιδεία, η μέτρηση των πάντων και η εισαγωγή σκιωδών τιμών (και λογιστικά καθορισμένων αμοιβών) απειλεί να μειώσει την προσφορά σημαντικών αγαθών.

[25] Σε αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί να προσθέσω την άποψη ότι, μπροστά σε αυτή την προοπτική, θέματα όπως το νομοσχέδιο για τα Τ.Ε.Ι., η νομιμοποίηση ή όχι ιδιωτικών πανεπιστημίων κλπ, είναι ήσσονος, ακόμα και αμελητέας, σημασίας

 

ΠΗΓΗ: 23-8-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=42910

ΑΕΙ: Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΙΙ

 

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:

Συμπεράσματα από την Βρετανική και Αυστραλιανή Εμπειρία με την «Αξιολόγηση» του Πανεπιστημιακού Έργου – Μέρος ΙΙ

 

Του Γιάννη Βαρουφάκη


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

3. Τα Συστήματα Αξιολόγησης Σήμερα στη Βρετανία και την Αυστραλία – μια σύντομη περιγραφή

Το Βρετανικό σύστημα «αξιολόγησης», είκοσι χρόνια μετά την εισαγωγή του, έχει αλλάξει πλήρως το πανεπιστημιακό τοπίο. Από το 1991, και κάθε πέντε χρόνια, τα Τμήματα αναλώνουν όλη τους την ενέργεια στη λεγόμενη Άσκηση Ερευνητικής Αξιολόγησης – το γνωστό Research Assessment Exercise (RAE) [10]. Το 1991, 1996 και φέτος ομάδες «αξιολογητών» επισκέφτηκαν όλα τα Τμήματα και κατέγραψαν δημοσιεύσεις, νέους διδακτορικούς τίτλους, ερευνητικά προγράμματα και ο,τιδήποτε άλλο απαιτεί η λίστα που είχαν φέρει μαζί τους.

Βάσει κριτηρίων, τα οποία αλλάζουν από RAE σε RAE[11]  αλλά και που σε πολλές περιπτώσεις είναι αδιαφανή[12], τελικά το κάθε Τμήμα βαθμολογήθηκε με βαθμό από 1 έως 5. Συναισθήματα πανικού διακατέχουν τους συναδέλφους μας λίγο πριν την ανακοίνωση του βαθμού του Τμήματός τους ο οποίος καθορίζει άμεσα το 50% του προϋπολογισμού του Τμήματος. Ένας βαθμός κάτω από εκείνον της προηγούμενης πενταετίας μπορεί να σημάνει και την συρρίκνωση του Τμήματος κατά 20% με 30%, κάτι που είναι αδύνατον να συμβεί δίχως απολύσεις ή πρόωρες συνταξιοδοτήσεις[13].

Είναι προφανές ότι όσοι ελέγχουν τους κανόνες του «παιχνιδιού της αξιολόγησης» ασκούν τεράστια εξουσία ως προς την παραγωγή γνώσης και ιδεολογίας. Παραδείγματος χάριν, από το 1996 έως σήμερα, η συγγραφή ερευνητικών βιβλίων βαθμολογείται με ελάχιστους πόντους, σε σχέση με την δημοσίευση ολιγοσέλιδων άρθρων σε συγκεκριμένα περιοδικά. Αποτέλεσμα είναι κραταιοί εκδοτικοί οίκοι (π.χ. Cambridge University Press, Verso, Routledge) να δυσκολεύονται να πείσουν πανεπιστημιακούς να συγγράψουν βιβλία πέραν εγχειριδίων ή αναδημοσιεύσεων ήδη δημοσιευμένων άρθρων[14]. Περαιτέρω η συγκεκριμένη, και πολλές φορές αυθαίρετη, επιλογή των κριτηρίων βαθμολόγησης των άρθρων και των περιοδικών καθοδηγεί καθοριστικά τις επιλογές των συναδέλφων ως προς το ερευνητικό τους πεδίο αλλά και ως προς την μέθοδο ανάλυσής τους (με στόχο, βέβαια, την επιλογή μεθόδων και τομέων που να μεγιστοποιεί τις πιθανότητες δημοσίευσης σε περιοδικά που πριμοδοτεί το RAE).

Συνάδελφος που τυχαίνει να προεδρεύει σε Τμήμα Οικονομικών σε ένα από τα Κολλέγια του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου περιγράφει την πανεπιστημιακή ζωή ως κάτι που «συμβαίνει» μεταξύ των RAE. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοεί. Ακόμα, δεν χρειάζεται να έχει κανείς εξειδικευτεί στην κοινωνιολογία της γνώσης για να συνειδητοποιήσει τι σημαίνουν όλα αυτά για τις κοινωνικές επιστήμες, όπου η «αξιολόγηση» των ιδεών δεν εκφράζει κάποιες εργαστηριακά επαληθεύσιμες αλήθειες. Από πέρυσι, αρχές του 2000, στο RAE προστέθηκε και μια δεύτερη διαδικασία «αξιολόγησης» των Βρετανικών Πανεπιστημίων, αυτή τη φορά του διδακτικού έργου των Τμημάτων. Αν και είναι λιγότερο καθοριστική για την επιβιωσιμότητα ενός Τμήματος, η προσθήκη μιας δεύτερης διαδικασίας «αξιολόγησης» σε εκείνη του RAE διόγκωσε ακόμη περισσότερο το διοικητικό έργο που είναι υποχρεωμένα να διεκπεραιώνουν τα Τμήματα. Οι Βρετανοί συνάδελφοί μας υπομένουν μια σειρά από αγγαρείες που διόλου δεν σχετίζονται με την έρευνα ή τη διδασκαλία αλλά από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή τους· ακόμα και τα κονδύλια των μισθών τους.

Κάθε Τμήμα, συναισθανόμενο τη σημασία που έχει η «αξιολόγηση», περιστρέφεται γύρω από συνεχείς διαβουλεύσεις με στόχο την αύξηση των δύο δεικτών του, προγραμματίζει από νωρίς τον προϋπολογισμό του έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να προσλάβει την κατάλληλη στιγμή (ανάλογα με τους όλο και εξελισσόμενους κανόνες του RAE) άτομα με τα κατάλληλα βιογραφικά (προσφέροντας ως δέλεαρ παχυλούς μισθούς ή και θέσεις δίχως διδακτικές υποχρεώσεις), συντάσσει και αναλύει βιογραφικά και ερωτηματολόγια για τα μελλοντικά σχέδια των μελών ΔΕΠ, και βέβαια ορίζει δύο υπεύθυνους, έναν για κάθε μια από τις δύο διαδικασίες «αξιολόγησης». Είναι μάλιστα κοινό μυστικό ότι ο υπεύθυνος για τις επιδόσεις του Τμήματος στο RAE είναι ο άνθρωπος-κλειδί των τυχών του Τμήματος (σε πολλές περιπτώσεις σημαντικότερος και από τον/την πρόεδρο) [15].

Πέρα από τις δύο αυτές διαδικασίες ενεργητικής «αξιολόγησης», τα Βρετανικά πανεπιστήμια υπόκεινται και στην παθητική «αξιολόγηση» της ημι-αγοράς που καθορίζει τη ροή των φοιτητών προς τα πανεπιστήμια. Σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου το Υπουργείο ανακοινώνει στα Τμήματα πόσους φοιτητές θα του στείλει ανά έτος, στην Βρετανία κάθε Τμήμα αποφασίζει μόνο του πόσους φοιτητές θα δεχθεί, εισπράττοντας για κάθε έναν ένα προκαθορισμένο ποσό από τον κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι το μέρος του προϋπολογισμού ενός τμήματος το οποίο δεν καθορίζεται από το βαθμό του σε μια από τις δύο «αξιολογήσεις» καθορίζεται από τη «ζήτηση» των προσφερόμενων μαθημάτων. Πρόκειται λοιπόν για μια καθαρά αγοραία «αξιολόγηση» στο βαθμό που τα έσοδα του Τμήματος προσδιορίζονται στο πλαίσιο μιας ημι-αγοράς,[16] όπου οι αγοραστές-φοιτητές αποφαίνονται για την αξία του κάθε πτυχίου-μαθήματος.

Στην Αυστραλία, το αντίστοιχο σύστημα που εφαρμόστηκε το 1989 διαφέρει από το Βρετανικό ως εξής: Κατ’ αρχήν η «αξιολόγηση» του ερευνητικού έργου παίζει πολύ μικρότερο ρόλο στη χρηματοδότηση ενός Τμήματος από όσο στη Βρετανία. Αντί για το 50% του προϋπολογισμού, καθορίζει μόνο το 10% με 15% και, συνεπώς, η «διαδικασία» αξιολόγησης είναι σαφώς λιγότερο «τραυματική» για τα Τμήματα απ’ αυτήν στη Βρετανία, παρόλο που γίνεται κάθε χρόνο (αντί ανά πενταετία).[17]  Από την άλλη μεριά, η «αξιολόγηση» του διδακτικού έργου, καθώς και η παθητική αξιολόγηση στο πλαίσιο της ημι-αγοράς, «οδηγεί» το σύστημα με την ίδια ορμή και αποφασιστικότητα που παρατηρούμε και στη Βρετανία. Το Αυστραλιανό σύστημα ημι-αγοράς χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια ποσοτικοποίησης και των ποιοτικών μεγεθών, κάτι που δεν ισχύει στη Βρετανία.

Π.χ. Ο προϋπολογισμός ενός Τμήματος αυξομειώνεται αυτόματα (δηλαδή δίχως συγκεκριμένη, πολιτική απόφαση του Υπουργείου) από χρόνο σε χρόνο ανάλογα όχι μόνο με τον αριθμό των φοιτητών του Τμήματος (όπως στη Βρετανία) αλλά και με (α) τον μέσο όρο βαθμολογίας (στις αντίστοιχες των πανελληνίων εξετάσεων) των νεο-εισερχόμενων φοιτητών, (β) με έναν δείκτη ικανοποίησης των φοιτητών (ο οποίος προκύπτει από ερωτηματολόγια), (γ)με το αντίστροφο του μέσου χρόνου φοίτησης, και τέλος (δ) με τον λόγο μεταπτυχιακών προς προπτυχιακούς φοιτητές. Φυσικά, το ειδικό βάρος κάθε κριτηρίου αλλάζει από καιρού εις καιρόν και, με κάθε αλλαγή, αυξάνονται οι καρδιακές παθήσεις των Αυστραλιανών συναδέλφων!

4. Αποτελέσματα της «Αξιολόγησης»

Εμπειρίες είκοσι και πλέον ετών είναι δύσκολο να αποτυπωθούν και να μεταφερθούν ικανοποιητικά. Ίσως προτιμότερη είναι η επιγραμματική παρουσίαση έντεκα βασικών παρατηρήσεων:

1. Ποιοτική αναβάθμιση του χώρου. Κτίρια, εγκαταστάσεις υποδομής, συστήματα πληροφορικής, αίθουσες διδασκαλίας αναβαθμίστηκαν


2. Εγρήγορση. Τόσο οι καθηγητές όσο και το βοηθητικό προσωπικό (π.χ. γραμματεία) καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες, πολλές φορές σε βαθμό δουλικότητας, για να ικανοποιούν τους φοιτητές-πελάτες. Οι παρατηρήσεις 1 και 2 εξηγούνται από τις συνθήκες ημι-αγοράς κάτω από τις οποίες λειτουργούν πλέον τα Τμήματα. Η ελευθερία των Τμημάτων να δεχθούν «όσους φοιτητές θέλουν» (σε σταθερή τιμή ανά φοιτητή) τα οδήγησε σε έναν αμείλικτο ανταγωνισμό μεταξύ τους για την κατανομή των πανεπιστημιακών πόρων με αποτέλεσμα υπηρεσίες και συμπεριφορές που θέλγουν τους φοιτητές.

3. Συντόμευση του χρόνου αποφοίτησης. Στην Αυστραλία, τα «πρόστιμα» της φόρμουλας «αξιολόγησης» για τους αιώνιους φοιτητές ήταν μεγάλα και τα Τμήματα έδωσαν μεγάλη έμφαση στην συντόμευση του μέσου χρόνου σπουδών τόσο των προπτυχιακών όσο και των μεταπτυχιακών φοιτητών[19]. Στη Βρετανία, όπου δεν υπήρχαν μεγάλα περιθώρια καθυστέρησης για τους προπτυχιακούς φοιτητές, παρατηρήθηκε συντόμευση κατά 18 μήνες του μ.ο. εκπόνησης διδακτορικής διατριβής

4. Ξεκάθαροι κανόνες του παιχνιδιού. Από τη στιγμή που η «αξιολόγηση» πλέον βασίζεται λίγο-πολύ σε ένα αυτοματοποιημένο σύστημα (αφού βεβαίως λήξει η πολιτική διαδικασία επιλογής των ποσοτικών κριτηρίων που σχηματίζουν τους δείκτες), είναι γνωστό τι πρέπει να κάνει ένα τμήμα για να αυξήσει τα κονδύλια του (ή για να μην του περικοπούν) κατά Χ λίρες ή δολάρια. Δεν εξαρτάται πλέον μια τέτοια αύξηση (ή μείωση) από τις σχέσεις προέδρου Τμήματος με το Υπουργείο ή με κάποιο άλλο κέντρο εξουσίας. Αυτό το γεγονός, επηρεάζει και την «αξιολόγηση» του ατόμου. Όπως είναι γνωστό τι πρέπει να κάνει ένα Τμήμα για να επιτύχει μια συγκεκριμένη «αξία», το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση ενός συναδέλφου. Στη Βρετανία, παραδείγματος χάριν, πανεπιστημιακοί από τη Βόρεια Αγγλία των οποίων η προφορά στο παρελθόν (που αντικατοπτρίζει την κοινωνική τάξη από την οποία προέρχονται) θα αποτελούσε εμπόδιο στην εξέλιξή τους (ιδίως σε αριστοκρατικά ή αριστοκρατίζοντα πανεπιστήμια του νότου), τώρα πλέον βαδίζουν στα σίγουρα γνωρίζοντας ότι η «αξία» τους υπολογίζεται αυτομάτως από τη φόρμουλα του RAE.

5. Υποχώρηση της δύσκολης γνώσης. Τα «δημοφιλή» μαθήματα παραγκωνίζουν συστηματικά τα «στρυφνά» και τα «δύσκολα». Λογικό είναι. Όταν το σύστημα «οδηγείται» από τις προτιμήσεις των «πελατών», είναι αναγκασμένο να παραδεχτεί ότι ο «πελάτης» έχει δίκιο, ακόμα και όταν σφάλει οικτρά. Έτσι, τα τελευταία δέκα χρόνια στη Βρετανία και την Αυστραλία, η πανεπιστημιακή ημι-αγορά, ωθούμενη από τις προτιμήσεις των νέων, μεταφέρει συνεχώς κονδύλια, φοιτητές και διδακτικό προσωπικό από γνωστικά αντικείμενα όπως η φιλοσοφία, τα οικονομικά, η ιστορία, η μηχανολογία σε προγράμματα «λάϊτ» (π.χ. marketing, business studies, cultural studies). Οι προκαταλήψεις των φοιτητών μας από τον δαίμονα που θα εξορκίζαμε μετατράπηκαν στο αφεντικό που πρέπει να υπηρετούμε.

6. Η δημιουργία μιας «επιχειρηματικής τάξης» μέσα στα πανεπιστήμια. Όταν η «αξιολόγηση» κρίνει την επιβιωσιμότητα ενός «οργανισμού», λογικό είναι ο οργανισμός αυτός να επενδύει όσο μπορεί στην προσπάθεια αύξησης των δεικτών του. Από το υστέρημά τους, τα Τμήματα προσέλαβαν managers με στόχο την οργάνωση της προσπάθειας για καλύτερους δείκτες. Αρχικά, οι managers προσελήφθησαν για να παίξουν ρόλο επικουρικό σε σχέση με τον Πρόεδρο του Τμήματος. Κατόπιν κάποιοι ακαδημαϊκοί μετεξελίχθησαν σε managers. Αργότερα, τα Τμήματα άρχισαν να στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα για να προσλάβουν πραγματικούς (δηλαδή, μη-πανεπιστημιακούς) managers.[20]

7. Τυποποίηση διδακτικής ύλης. Φανταστείτε τον αντίκτυπο του ακόλουθου συνδυασμού συγκυριών: (α) Μιας νέας επιχειρηματικής τάξης εντός των πανεπιστημίων, (β) καθηγητών που πιέζονται να δημοσιεύουν σε συγκεκριμένα περιοδικά, συγκεκριμένο αριθμό άρθρων, και (γ) ολιγοπωλιακών εκδοτικών οίκων οι οποίοι πασχίζουν να κατακτήσουν το ποθητό ποσοστό της διεθνούς αγοράς προσφέροντας διδακτικά πακέτα αποτελούμενα από βιβλία, προγράμματα σε CD-ROM και Powerpoint τα οποία προβάλλουν τα περιεχόμενα των βιβλίων στις οθόνες των αμφιθεάτρων, αλλά και ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο όπου φοιτητές (του Πανεπιστημίου που έχει συμβληθεί με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο) βρίσκουν χρήσιμο υλικό και on line φροντιστηριακή βοήθεια. [21]  Είναι πολύ δύσκολο ένας δάσκαλος να πει όχι σε αυτό το πακέτο μόνο και μόνο επειδή χάνεται η κριτική προσέγγιση στη γνώση. Υπό την πίεση των managers και των διαδικασιών αξιολόγησης, κάποια στιγμή θα ενδώσει.

8. Φαύλος κύκλος διχασμού και αναποτελεσματικότητας. Οι «φόρμουλες αξιολόγησης» καθιστούν όχι μόνο δυνατή αλλά και αναγκαία τη μέτρηση της παραγωγικότητας του μέλους ΔΕΠ. Ακόμα και εγώ ο ίδιος έπιανα τον εαυτό μου να αναρωτιέμαι πόσους «πόντους» προσέφερα στο Τμήμα. Εάν οι δικοί μου «πόντοι» ξεπερνούσαν τον μέσο όρο, ήταν πολύ εύκολο να αρχίσω να νιώθω ότι αξίζω περισσότερα προνόμια (και ίσως χρήματα) δεδομένου ότι αύξησα τον μέσο όρο του Τμήματος και, συνεπώς, προσέθεσα δολάρια στον προϋπολογισμό του. Αλλά και να κατάφερνα να ξεπεράσω αυτόν τον πειρασμό, συνάδελφοι με «παραγωγικότητα» κάτω του μέσου όρου ένιωθαν ότι τους κοίταζα με μισό μάτι. Με άλλα λόγια, η μέτρηση που φέρνει η «αξιολόγηση» σπέρνει (α) το σπόρο του αιτήματος για πληρωμές bonus και διαφοροποίηση μισθών/προνομίων και, συνεπώς, (β) τη διχόνοια. Κι εδώ ξεκινάει ο φαύλος κύκλος της αναποτελεσματικότητας: Η δυνατότητα μέτρησης/σύγκρισης της «παραγωγικότητας» δίνει το κίνητρο σε όλους να «τρέχουν», να δείχνουν ότι «παράγουν». Όλοι ξοδεύουν τεράστια ενέργεια στη διαδικασία «αξιολόγησης». Αντί να γράφουν βιβλία, γράφουν πολλά σύντομα άρθρα. Αντί να γράφουν άρθρα γράφουν και ξανα-γράφουν τα βιογραφικά τους και, προπάντων, συμπληρώνουν ερωτηματολόγια (ή συντάσσουν corporate research plans). Ο ανταγωνισμός που οδηγεί στη βελτίωση των δεικτών ενισχύει τα αιτήματα για περισσότερη μέτρηση και τις συγκρούσεις για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να μετριέται. Το αποτέλεσμα είναι ότι όλη αυτή η δουλειά αφήνει ελάχιστα περιθώρια για να διαβάσει κάποιος ένα βιβλίο το οποίο δεν θα έχει άμεσο «παραγωγικό» αποτέλεσμα.

Παραπομπές

[10] Bλ. την επίσημη ιστοσελίδα του RAE: www.rae.ac.uk

[11] Π.χ. στο RAE του 1996 μετρούσαν όλα τα δημοσιευμένα άρθρα του κάθε μέλους ΔΕΠ. Όσο περισσότερα τόσο καλύτερα. Το αποτέλεσμα ήταν ένας πληθωρισμός άρθρων καθώς νέα περιοδικά εμφανίζονταν και τα παλαιά αύξαναν τις εκδόσεις τους από τρεις σε τέσσερις, πέντε ή έξι το χρόνο (ένα περιοδικό, μάλιστα, έγινε μηνιαίο!).

[12] Δεν ήταν λίγες οι φορές που δύο Τμήματα με αντίστοιχες «επιδόσεις» έπαιρναν διαφορετικό βαθμό δίχως οι επιτροπές «αξιολόγησης» να εξηγούν τους λόγους.

[13] Να σημειωθεί ότι στη Βρετανία και την Αυστραλία έπαυσε να ισχύει η μονιμότητα (tenure) των καθηγητών. Π.χ. καθηγητές μπορούν πλέον να υποχρεωθούν στην πρόωρη συνταξιοδότηση ή ακόμα και στην απόλυση εάν η ζήτηση των μαθημάτων που διδάσκουν πέσει κάτω από κάποιο όριο. Παρόλο που σπάνια έχει προκύψει απόλυση βάσει αυτής της θεσμικής αλλαγής, το νομικό δικαίωμα των πανεπιστημίων να απολύουν, σε συνδυασμό με την «αξιολόγηση», έχουν μεταβάλλει το κλίμα στα πανεπιστήμια.

[14] Ιδίως οι νέοι ερευνητές ούτε καν που διανοούνται να ασχοληθούν με κάποια «μεγάλη ιδέα» η οποία θα τους απασχολήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και θα εκφραστεί υπό τη μορφή βιβλίου.

[15] Για μια γενική ιδέα του αντίκτυπου του RAE στη Βρετανική πανεπιστημιακή κοινότητα ο αναγνώστης μπορεί να απευθυνθεί στο άρθρο Academics Divided: The RAE and the academic labour process, στην ιστοσελίδα www.leeds.ac.uk/educaol/documents/000000681.htm.

Παράδειγμα του πως οι συζητήσεις των γενικών συνελεύσεων των Τμημάτων ασχολούνται κατά κόρον με το RAE δίνεται στα πρακτικά ενός Τμήματος στη σελίδα www.lancs.ac.uk/users/law/news/welcome.htm. Για περισσότερα τέτοια παραδείγματα, η μηχανή αναζήτησης www.google.com αναφέρει περίπου 2800 ιστοσελίδες που αντιστοιχούν στις «λέξεις» research assessment exercise.

[16] Την ονομάζω ημι-αγορά επειδή (α) λειτουργεί μεν ως αγορά, δεδομένου ότι τα «έσοδα» και οι «ποσότητες» καθορίζονται από τη ζήτηση και την προσφορά, όμως (β) το κράτος μεσολαβεί μεταξύ «αγοραστών» και «πωλητών» προσδιορίζοντας τις τιμές, αλλά όχι τις ποσότητες (όπως γίνεται στην Ελλάδα) εκ των προτέρων. Μέχρι το 1998 οι φοιτητές δεν πλήρωναν δίδακτρα στη Βρετανία. Το κράτος απλώς μεσολαβούσε έτσι ώστε η φοιτητική ζήτηση να μετατρέπεται αυτομάτως σε εισόδημα για τα Τμήματα. Από το 1998 εισήχθη ένα σύστημα διδάκτρων το οποίο αποτελεί αντιγραφή του συστήματος το οποίο εισήγαγε ο Εργατικός Υπουργός Παιδείας της Αυστραλίας το 1989. (Πρόκειται για ένα σύστημα που επιτρέπει σε όσους φοιτητές δεν έχουν να πληρώσουν τη δυνατότητα να «δανειστούν» από το κράτος και έτσι να αποφοιτήσουν με ένα χρέος προς την κοινωνία το οποίο αποπληρώνουν αργότερα μέσω της φορολογίας.) Η εισαγωγή διδάκτρων δεν αλλοίωσε το σύστημα ημι-αγοράς μιας και οι φοιτητές τα πληρώνουν στο κράτος το οποίο εξακολουθεί να καθορίζει τις τιμές αλλά όχι τις ποσότητες.

[17] Ταυτόχρονα, είναι και λιγότερο αυταρχική, π.χ. δεν κάνει έντονους και αυθαίρετους διαχωρισμούς μεταξύ επιστημονικών περιοδικών, ενώ επιβραβεύει με αρκετούς πόντους τα βιβλία και τις μονογραφίες.

[18] Για όσους ενδιαφέρονται για την Αυστραλιανή πραγματικότητα, παραπέμπω στον S. Marginson (1997). ‘Competition and Contestability in Australian Higher Education 1987-1997’, Australian Universities’ Review, 40(1).
[19] Αυτό έγινε με δύο τρόπους. Πρώτον, μέσω διδάκτρων που οδήγησαν τους αιώνιους φοιτητές εκτός πανεπιστήμιων και, δεύτερον, μέσω διοικητικών μέτρων τα οποία απέπεμπαν φοιτητές οι οποίοι, αδικαιολόγητα, κοβόντουσαν σε ένα βασικό μάθημα δύο φορές.

[20] Μέσα σε μερικά χρόνια από την δημιουργία της ημι-αγοράς, η οποία χτίστηκε στη βάση της «αξιολόγησης», η επιλογή του Προέδρου, ή και του Κοσμήτορα, γίνεται με κριτήρια καθαρά επιχειρηματικά. Πρώτα ερωτάται ο/η υποψήφιος για το τι business plan έχει να προτείνει και κατόπιν για την ακαδημαϊκή του/της δραστηριότητα. Ήδη υπάρχουν Τμήματα δημοσίων πανεπιστημίων που διοικούνται, ουσιαστικά, από μη-πανεπιστημιακούς.

[21] Από φροντιστές που πληρώνει ο εκδοτικός οίκος και μπορεί να είναι τεταρτοετείς φοιτητές σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του κόσμου.

 

ΠΗΓΗ: 23-8-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=42910

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

ΑΕΙ: Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ Ι

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:

Συμπεράσματα από την Βρετανική και Αυστραλιανή Εμπειρία με την «Αξιολόγηση» του Πανεπιστημιακού Έργου – Μέρος Ι

 

Του Γιάννη Βαρουφάκη

 

 

1. Εισαγωγή – και δύο προβλέψεις

Με δεδομένη την επιθετική διείσδυση της αγοράς σε ολοένα και ευρύτερο πεδίο κοινωνικών δραστηριοτήτων, είναι θεμιτό να προσδοκούμε πως, αργά ή γρήγορα, το επόμενο λάφυρο της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» θα είναι το Πανεπιστήμιο. Όσοι πρεσβεύουν την μεταρρύθμιση της πανεπιστημιακής παιδείας με γνώμονα τη λογική της αγοράς δεν έχουν παρά να περιμένουν. Το παρόν άρθρο δεν απευθύνεται σε αυτούς αλλά σε όσους θεωρούν μια τέτοια προοπτική εφιαλτική[1].

Τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές τούτες, ο δημόσιος διάλογος περί ανώτατης παιδείας ορίζεται από την αντιπαράθεση μεταξύ του Υπουργείου και ενός φαινομενικά συμπαγούς μετώπου αντιπάλων της κυβερνητικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αν και το φλέγον ζήτημα των ημερών είναι το νομοσχέδιο για τη θεσμική αναβάθμιση των Τ.Ε.Ι., οι «αντιφρονούντες» (από τους φοιτητικούς συλλόγους μέχρι πολλούς από τους πρυτάνεις) συχνά μέμφονται το υπουργείο ότι το επίμαχο νομοσχέδιο είναι το πρώτο στάδιο προσχεδιασμένης υποβάθμισης της δημόσιας πανεπιστημιακής παιδείας (ιδίως του πρώτου πτυχίου) και εμπορευματοποίησής της[2]. Ως αιχμή του δόρατος εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής, οι «αντιφρονούντες» χρησιμοποιούν το σύνθημα-αίτημα της «αξιολόγησης» των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.[3] Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου· να προειδοποιήσει όσους απαιτούν την «αξιολόγηση» Σχολών και Τμημάτων πως, άθελά τους, αντί να υπερασπίζονται το Πανεπιστήμιο, ίσως προετοιμάζουν το έδαφος για την έμμεση, ύπουλη εμπορευματοποίησή του. Όχι μόνο η «αξιολόγηση» δεν επιβραδύνει τα (υπαρκτά ή ανύπαρκτα) σχέδια για την υποβάθμιση των πανεπιστημιακών πτυχίων, αλλά δύναται να επισπεύσει την απαξίωσή τους τόσο στον χώρο της αγοράς εργασίας όσο και στη σφαίρα των ιδεών.

Οι παραπάνω σκέψεις δεν προέκυψαν αυθόρμητα. Τα τελευταία είκοσι χρόνια στις χώρες που αναφέρονται στον υπότιτλο (Βρετανία και Αυστραλία) εφαρμόστηκαν συστήματα «αξιολόγησης» του ερευνητικού και διδακτικού έργου τα οποία άλλαξαν εκ βάθρων την πανεπιστημιακή εμπειρία τόσο για τους φοιτητές όσο και για τους καθηγητές. Ο αντίκτυπος από την «αξιολόγηση» των πανεπιστημίων δεν περιορίστηκε στα όριά τους αλλά επηρέασε συστηματικά τη συνολική παραγωγή της ιδεολογίας (κυρίαρχης και μη) των κοινωνιών αυτών. Δεδομένης αυτής της σωρευμένης εμπειρίας, δεν θα ήταν εύλογο πρυτάνεις και φοιτητικοί σύλλογοι, προτού απαιτήσουν, εδώ και τώρα και με μια φωνή, την «αξιολόγηση», να ρίξουν μια ματιά στα αποτελέσματά της εκεί που εφαρμόστηκε; Και δεν θα ήταν ειρωνικό εάν στην Ελλάδα η «αξιολόγηση» που σήμερα απαιτούν οι αντίπαλοι της έμμεσης εμπορευματοποίησης αποτελέσει την κρυφή δίοδο από την οποία θα εισέλθει νικηφόρα η de facto εμπορευματοποίηση;

Θέτω τα ερωτήματα αυτά επειδή τα «μαντάτα» από τις δύο χώρες στις οποίες αναφέρθηκα κάθε άλλο παρά ευχάριστα είναι. Επειδή έτυχε να ζήσω από κοντά τις τεκτονικές αλλαγές που ακολούθησαν την «αξιολόγηση» και στις δύο περιπτώσεις (στη Βρετανία τη δεκαετία του 1980 και στην Αυστραλία τη δεκαετία του 1990), ελπίζω ο αναγνώστης να ανεχθεί την κατάθεση των παρακάτω συμπερασμάτων ενός αυτόπτη μάρτυρα (δηλαδή, κάποιου που εκφράζεται με όλη τη σιγουριά και προκατάληψη εκείνου που ήταν «εκεί»).

Βέβαια, ακόμα και ο ανεκτικότερος από τους αναγνώστες θα αναρωτηθεί γιατί πρέπει η εμπειρία των συγκεκριμένων αγγλοσαξωνικών χωρών να μας αφορά άμεσα (και όχι, π.χ., εκείνη της Γαλλίας). Η απάντηση είναι πως η εμπειρία αυτών των δύο χωρών αποτελεί για την εποχή μας τη λογική κατάληξη των συστημάτων «αξιολόγησης». Όπως και σε άλλες περιπτώσεις όπου οι εφορμήσεις της αγοράς βασίστηκαν σε αγγλοσαξωνικές αλχημείες (π.χ. η ιδιωτικοποίηση κοινωφελών οργανισμών) έτσι, και στην περίπτωση της «αξιολόγησης» των πανεπιστημίων, το αγγλοσαξωνικό μοντέλο σταδιακά υιοθετείται και στην υπόλοιπη Ευρώπη (π.χ. Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία, ακόμα και στη Γαλλία), αν όχι στον υπόλοιπο κόσμο (π.χ. Ινδία, Hong Kong, Ν. Α. Ασία) [4]. Συνεπώς, αξίζει να το μελετήσουμε συστηματικά. Ως πρόκριμα αυτών που θα ακολουθήσουν, θα ξεκινήσω με δύο προβλέψεις προερχόμενες, πιστεύω φυσιολογικά, από τη Βρετανο-αυστραλιανή εμπειρία:

Πρόβλεψη 1: Η «αξιολόγηση» θα καθιερωθεί και οποιαδήποτε αντίσταση εκ μέρους της πανεπιστημιακής κοινότητας σε αυτήν θα αποδειχθεί αναποτελεσματική. Πρόβλεψη 2: Εφόσον η «αξιολόγηση» που θα υιοθετηθεί βασιστεί στην αυτοματοποιημένη μέτρηση ποσοτήτων (οι οποίες θα «προσεγγίζουν» ποιοτικά μεγέθη), το βασικό αποτέλεσμα θα είναι η υποχώρηση των ιδεών, όλων των ιδεών («συντηρητικών» και «προοδευτικών»), αρχικά στα πανεπιστήμια αλλά, αργότερα, μέσω ασταμάτητων αλυσιδωτών αντιδράσεων, στην κοινωνία γενικότερα.

Στο αμέσως επόμενο μέρος, αιτιολογώ την πρώτη πρόβλεψη. Κατόπιν, αφού αναφερθώ σύντομα στα συστήματα αξιολόγησης στην Βρετανία και την Αυστραλία, θα παραθέσω ορισμένα συμπεράσματα από αυτή την εμπειρία τα οποία, φυσιολογικά, οδηγούν στη δεύτερη πρόβλεψη.

2. Η Ακαταμάχητη Γοητεία της «Αξιολόγησης»

Ήδη είναι φανερό ότι η αξιολόγηση» έχει γοητεύσει τους πάντες. Καθηγητές πανεπιστημίων, φοιτητικές οργανώσεις, γονείς, ΜΜΕ, πολιτικοί εγκαλούν τον υπουργό Παιδείας επειδή άφησε την «αξιολόγηση» έξω από το νομοσχέδιο για τα Τ.Ε.Ι. Ο ίδιος υπόσχεται ότι θα μας προσφέρει την πολυπόθητη «αξιολόγηση» σε επόμενο νομοσχέδιο μέσα σε μερικούς μήνες[5]. Η πρόθεσή του δεν πρέπει να αμφισβητείται. Ανεξάρτητα από την στάση των πανεπιστημιακών, δεν υπάρχει περίπτωση υπουργός Παιδείας να προωθήσει σύστημα «αξιολόγησης» των πανεπιστημίων και να μην κερδίσει την μάχη των εντυπώσεων. Εύλογα θα επιχειρηματολογήσει στα ΜΜΕ, και δευτερευόντως στη Βουλή, ότι αν είναι να ξοδέψει έστω και μια δραχμή επί πλέον για ένα πανεπιστημιακό Τμήμα, ο άρρωστος που δεινοπαθεί στο ΕΣΥ δικαιούται να γνωρίζει γιατί αυτή η δραχμή δεν ξοδεύτηκε για την υγεία αλλά δαπανήθηκε για την προικοδότηση του συγκεκριμένου Τμήματος. Αναμφίβολα, ένα τέτοιο επιχείρημα κατατροπώνει από μόνο του οποιαδήποτε διαφωνία. Τόσο ο άρρωστος όσο και, γενικότερα, ο φορολογούμενος δικαιούται να ζητήσει από εμάς αποδεικτικά στοιχεία ότι οι επί πλέον δραχμές που θα μας δοθούν (ή και αυτές που ήδη μας δίδονται) δεν θα εξαφανιστούν σε κάποια τσέπη δίχως αντίκρισμα στο εκπαιδευτικό ή ερευνητικό μας έργο – ότι δεν θα πάει χαμένη. Όποιο μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας εναντιωθεί στην «αξιολόγηση» του έργου μας, θα χαρακτηριστεί άπληστος τεμπέλης, ή στην καλύτερη περίπτωση εκκεντρικός.

Η εμπειρία στη Βρετανία τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης Thatcher είναι ενδεικτική. Καθηγητές του Cambridge και της Οξφόρδης, με βαθιά αριστοκρατικές προφορές και διεθνή φήμη ως κορυφές στους επιστημονικούς τους τομείς, εμφανίζονταν στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο επιχειρηματολογώντας εναντίον της «αξιολόγησης» του έργου τους. Πάσχιζαν να εξηγήσουν ότι για να είναι αντάξιο του όρου, ένα σύστημα «αξιολόγησης» πρέπει να παρέχει εγγυήσεις για την ποιότητα, την «αξία» αν θέλετε, των «αξιολογητών». Όμως τέτοιες εγγυήσεις κοστίζουν και έρχονταν σε αντίθεση με τη δεδηλωμένη κυβερνητική βούληση για «αποτελεσματικότερη» χρήση των διαθέσιμων πόρων. «Ποιος και με ποια κριτήρια θα κρίνει τους κρίνοντες;» αναρωτιόντουσαν. Όσο όμως γλαφυρότερα εξέφραζαν τους φόβους τους ότι η «αξιολόγηση» θα ήταν μηχανιστική, και συνεπώς παραπλανητική, τόσο αποτύγχαναν στο να προσεταιριστούν την κοινή γνώμη. Τα ερωτήματά τους έσκαγαν αναποτελεσματικά στον κυματοθραύστη της «αξιολόγησης» καθώς ο υπουργός χαμογελούσε ακούγοντάς τους και απαντούσε σχεδόν μονολεκτικά.

Ρωτούσαν οι αντιφρονούντες καθηγητές: «Ποιος θα κρίνει την ποιότητα της δουλειάς ενός φιλόσοφου σαν τον Wittgenstein[6];» «Η ιστορία» απαντούσε ο υπουργός. « Ποιος θα εγγυηθεί ότι το σύστημα αυτό δεν θα χρησιμοποιηθεί για να σιγήσουν οι «ενοχλητικές» φωνές;» «Η απήχηση που έχουν στην κοινωνία, η ελεύθερη αγορά των ιδεών», επέμενε ο Κος Joseph. «Πως είναι δυνατόν να λειτουργήσει η «αξιολόγηση» σε ένα κλάδο όπου οι επιστήμονες είναι χωρισμένοι σε ομάδες χαρακτηριζόμενες από έντονες μεταξύ τους διαφωνίες; [7]  Και σε κλάδους όπου οι ειδικοί είναι τρεις-τέσσερις, ποιος θα αξιολογήσει ποιον;» «Δεν είναι δικό μου ζήτημα», ξέφευγε ο ιδεολογικός guru της Κας Thatcher. «Και εάν η «αξιολόγηση» ενός Τμήματος φιλοσοφίας του δώσει χαμηλό βαθμό, θα το κλείσετε Κε Υπουργέ; Είναι ποτέ δυνατόν πανεπιστήμιο που σέβεται τον εαυτό του να μην έχει τμήμα φιλοσοφίας;», ρώταγε τον υπουργό γνωστός κοινωνιολόγος του Cambridge. Στην τελευταία ρητορική ερώτηση, ο Keith Joseph έδωσε μια αριστουργηματική απάντηση: «Ε, εάν δεν νοείται πανεπιστήμιο δίχως Τμήμα φιλοσοφίας, ας το ονομάσετε κάτι άλλο!» Το Πανεπιστήμιο, εννοείται.

Μάταιες οι προσπάθειές τους. Η χαλύβδινη θέληση του υπουργού Keith Joseph ενισχύθηκε σημαντικά από το γεγονός ότι η κοινή γνώμη κατέγραψε τις ενστάσεις των πανεπιστημιακών ως μια κακοφωνία, ως μια αγωνιώδη αντίδραση των καθηγητών που ξάφνου βρέθηκαν να απειλούνται με ένα σύστημα επίβλεψης της δουλειάς τους το οποίο θα τους «ξεβόλευε» και θα τους εξανάγκαζε να δουλέψουν περισσότερο. Μέσα σε δύο χρόνια από την εκλογική νίκη των συντηρητικών, ο Keith Joseph είχε βάλει τις βάσεις για (α) τη δημιουργία μιας ημι-αγοράς, όπου το 50% των κονδυλίων θα καθοριζόταν από τη φοιτητική ζήτηση για τα πτυχία των Τμημάτων, και (β) την «αξιολόγηση» του ερευνητικού έργου των Βρετανικών πανεπιστημίων, η οποία και θα καθόριζε το υπόλοιπο 50% του προϋπολογισμού ενός Τμήματος. Όσον αφορά το (β) σκέλος, επρόκειτο για ένα μεγαλεπήβολο στόχο μέτρησης του ερευνητικού έργου κάθε Τμήματος με στόχο την διανομή περισσότερων πόρων στα παραγωγικότερα τμήματα και, ταυτόχρονα, την μείωση των πόρων στο σύνολό τους.

Πολύ γρήγορα, η «αξιολόγηση» του Keith Joseph θεωρήθηκε δεδομένη και επεκτάθηκε με ζήλο από τους διαδόχους του στο Υπουργείο Παιδείας, τόσο τους συντηρητικούς όσο και τον σημερινό υπουργό των Εργατικών, τον David Blunkett. Απόδειξη ότι το αγγλοσαξωνικό υπόδειγμα «αξιολόγησης» δεν είναι κύημα των συντηρητικών και μόνο είναι η περίπτωση της Αυστραλίας όπου το 1989 εισήχθη ένα αντίστοιχο σύστημα «αξιολόγησης» από τον John Dawkins, υπουργό Παιδείας των Εργατικών. Η περίπτωση της Αυστραλίας αξίζει να μελετηθεί σήμερα στην Ελλάδα γιατί το σύστημα «αξιολόγησης» εφαρμόστηκε εκεί στο πλαίσιο πανεπιστημιοποίησης των Colleges of Advanced Education, δηλαδή των Αυστραλιανών Τ.Ε.Ι. Χρησιμοποιώντας το πρόσχημα ότι η ανωτατοποίηση των εν λόγω τεχνολογικών ιδρυμάτων καθιστούσε την «αξιολόγηση» αναγκαία, εισήχθη, με την ανοχή των πανεπιστημιακών, μια εκδοχή του Βρετανικού συστήματος. Σήμερα, δώδεκα χρόνια αργότερα, τα πανεπιστήμια της Αυστραλίας είναι αγνώριστα λόγω ακριβώς εκείνης της «αθώας» κίνησης του Κου Dawkins. Μπορεί στην Ελλάδα η «αξιολόγηση» να συζητείται για εντελώς διαφορετικούς λόγους[8] από εκείνους που απασχόλησαν τους Βρετανούς την εποχή που η «αξιολόγηση» εισαγόταν για πρώτη φορά στα δικά τους πανεπιστήμια. Στην Αυστραλία όμως οι συνθήκες έμοιαζαν ιδιαίτερα με την σημερινή ελληνική συγκυρία. Θα ήταν ανόητο να μην ωφεληθούμε τουλάχιστον από το μάθημα που δίδαξε η ιστορία τους Αυστραλούς συναδέλφους μας[9].

Παραπομπές

[1] Π.χ. Σε όσους πιστεύουν ότι η ανταλλακτική αξία των ιδεών μόνο από ατύχημα συμβαδίζει με την γνωσιολογική της αξία και, συνεπώς, ότι η εμπορευματοποίηση της πανεπιστημιακής διαδικασίας οδηγεί στην υποχώρηση των ιδεών οι οποίες, ανεξάρτητα της σημασίας τους για τους ανθρώπους, δεν είναι εξαργυρώσιμες σε κάποια αγορά.

[2] Αναφέρομαι εδώ στην κατηγορία που εκτοξεύεται εναντίον του Υπουργείου ότι το πρώτο πτυχίο υποβαθμίζεται με στόχο την παραγωγή δεύτερης ποιότητας, φτηνών στελεχών επιχειρήσεων – πιθανώς με την συγχρηματοδότηση τέτοιων πτυχίων από το κράτος και τις επιχειρήσεις. Οι συναντήσεις των Υπουργών Παιδείας της Ε.Ε. στην Γένοβα και την Πράγα θεωρούνται, από πολλούς, ως σημαντικές στιγμές στην διάπλαση αυτής της πολιτικής σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.

[3] Το απλό σκεπτικό είναι: Ανωτατοποίηση ναι, αλλά μόνο αφού η αξιολόγηση δείξει ότι το εν λόγω Τ.Ε.Ι. την αξίζει. Όχι απλή, φτηνή και ανούσια αλλαγή των ταμπελών των ιδρυμάτων τεχνολογικής εκπαίδευσης.

[4] Ο λόγος που η Βρετανο-αυστραλιανή περίπτωση ενδείκνυται ως σημαντική για την συγκομιδή εμπειριών (σε αντίθεση με την Βορειο-αμερικανική η οποία δεν θα συζητηθεί εδώ) είναι ότι και εκεί (όπως και εδώ) η «αξιολόγηση» αφορούσε αμιγώς δημόσια ιδρύματα. Σημ. Όλα τα Βρετανικά πανεπιστήμια (εκτός του Buckingham) και όλα τα Αυστραλιανά (εκτός του Bond) είναι δημόσια.

[5] Ίσως η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που η πανεπιστημιακή κοινότητα ασκεί κριτική στο υπουργείο για την καθυστέρηση ενός συστήματος που θα επιτρέπει στο κράτος να την επιβλέπει και, ανάλογα με τα κριτήρια που εκείνο αποφασίζει, να της επιβάλλει προτεραιότητες!

[6] Ο οποίος, σημειωτέων, αν και ίσως ο σημαντικότερος φιλόσοφος του 20ου αιώνα, είχε ελάχιστους φίλους μεταξύ των συναδέλφων του και δημοσίευσε μόλις δύο ισχνά, σε όγκο, βιβλία.

[7] Π.χ. σε έναν νεο-αναπτυσσόμενο κλάδο των θετικών επιστημών ή σε μια κοινωνική επιστήμη όπως η οικονομική όπου συνάδελφοι από διαφορετικές σχολές σκέψης διαφωνούν ακόμα και για το ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει η επιστήμη τους.

[8] Δηλαδή αναφορικά με την αναγνώριση κάποιων Τ.Ε.Ι. ως αντάξια της πανεπιστημιακής ταμπέλας.

[9] Για τους ανυπόμονους αναγνώστες, το μέγα μάθημα που πήραν οι συνάδελφοι στην Αυστραλία ήταν το εξής: Ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους εισάγεται αρχικά η «αξιολόγηση», ένα τέτοιο σύστημα προσφέρει στον εκάστοτε υπουργό την ευχέρεια να κάνει ότι ακριβώς ποθούσε ο Κος Joseph εν έτει 1980, δηλαδή να χρηματοδοτεί τα πανεπιστήμια (Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι.) ανάλογα με την «παραγωγικότητά» τους όπως αυτή καταγράφεται από μια διαδικασία αυτοματοποιημένης «αξιολόγησης». Περαιτέρω, να εισαχθεί ένα σύστημα αποτίμησης της γνώσης το οποίο την αξιολογεί με κριτήρια που προσομοιώνουν αυτά της αγοράς.

 

ΠΗΓΗ: 23-8-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=42910

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Αριστερά στο ύψος των περιστάσεων…

Σκέψεις για μια Αριστερά στο ύψος των περιστάσεων

 

Του Γιώργου Ρούση*


 

Μέρος πρώτο

Ορισμένα πράγματα είναι τόσο αυτονόητα, που όταν δεν συμβαίνουν είναι πολύ δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς για ποιο λόγο. Ένα από αυτά είναι η κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς για επί μέρους ζητήματα στην αντιμετώπιση των οποίων είναι σύμφωνες, και ακόμα σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, η δημιουργία ενός Πολιτικού Αντικαπιταλιστικού Αντιιμπεριαλιστικού Αριστερού Μετώπου. Και συνειδητά δεν κάνω λόγο για ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς και αρκούμαι στις επί μέρους συνεργασίες και στο Μέτωπο, έχοντας επίγνωση των πραγματικών διαφορών τους, των ιστορικών διαφορών, των αγκυλώσεων που χαρακτηρίζουν πολλές από αυτές.

Εκείνο που υποστηρίζω είναι ότι η κρισιμότητα των στιγμών απαιτεί μια Αριστερά στο ύψος των περιστάσεων, μια Αριστερά που δεν μπορεί να συνεχίσει να ομφαλοσκοπεί ενώ ο κόσμος χάνεται.

Την απαιτεί διότι οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και το τσουνάμι της κρίσης και της συνεπαγόμενης επίθεσης του κεφαλαίου δεν θα περιμένει να τα βρουν οι διάφοροι μικρόκοσμοι της αριστεράς.

Την απαιτεί, διότι όπως σοφά λέει ένας αγαπημένος σύντροφος «πιστέψαμε ότι είχαμε χρόνο», ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαμε, και πόσω μάλλον δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο κάτω από τις παρούσες συνθήκες.

Και για να είμαι ευθύς εξαρχής ξεκάθαρος, όταν κάνω λόγο για Αριστερά, επειδή στο οδόφραγμα των επικείμενων μαχών, όπως άλλωστε σε όλα τα οδοφράγματα, δεν μπορεί να υπάρχουν παρά μόνον δυο πλευρές, καλό είναι να διευκρινιστεί ποιοι δεν ανήκουν στην αριστερή.

Και αυτοί είναι πρώτα απ’ όλους εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες που απροκάλυπτα μετατράπηκαν σε νεοφιλελεύθερους, και μας καλούν να δεχτούμε ως «σωτήριες πιέσεις» όλα τα κελεύσματα του λησταρχείου της Τρόικα, δηλαδή εκείνων που ο Μπρεχτ, στο «Ρομάντζο της Πεντάρας», θεωρούσε ότι οι απλοί φονιάδες και κακοποιοί δε φτάνουν ούτε στο νύχι τους.

Είναι επίσης εκείνοι που έχουν το θράσος να καλούν σε αντιμνημονιακό μέτωπο, ενώ είτε ψήφισαν το μνημόνιο-κάτι σαν να καλούσαν σε αντιπολεμικό μέτωπο οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες ενώ είχαν ψηφίσει τα πολεμικά κονδύλια- όσο και εκείνοι που από ανώτερες πολιτικές θέσεις συνέβαλαν να φθάσουμε σε αυτό.

Είναι τέλος εκείνοι οι οποίοι πιο έντεχνα, και συνεπώς πιο επικίνδυνα, εμφανίζονται ως κεντροαριστεροί .

Πρόκειται για εκείνους οι οποίοι στην απέλπιδα προσπάθεια τους να διασώσουν το καπιταλιστικό σύστημα, προβάλλουν και πάλι ως διέξοδο από την κρίση την επιστροφή στον Κεϋνσιανισμό.

Όμως ο γνωστός κεντρισμός του Κέυνς , ανάμεσα στο πιο δεξιό Χάγιεκ και τον πιο αριστερό Λάσκι, ο οποίος εκφράστηκε πρόσφατα και από τον Ομπάμα, στην «αριστερή» κριτική του προς τους Ευρωπαίους, σήμερα δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει υπέρ της διατήρησης ενός τελειωμένου συστήματος. Και θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι όσοι υποστηρίζουν αυτές τις απόψεις, ανήκουν και εκείνοι στο μπλοκ της αστικής εξουσίας, που έχει ανάγκη τόσο τους ανοιχτούς υποστηριχτές τύπου Καρατζαφερο-Λοβέρδου όσο και τους μεταμφιεσμένους.

Η Αριστερά, αν θέλει να διατηρήσει τα θεμελιακά της αντικαπιταλιστικά-αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά , αλλά και να διασφαλίσει την παραδοσιακή ηθική στάση που ιστορικά την χαρακτηρίζει, θα πρέπει αντί να φλερτάρει μαζί τους, και να επιδιώκει τη δημιουργία «κεντροαριστερών» σχηματισμών, να ξεκαθαρίσει ότι αυτοί ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο .

Σ’ ένα πρώτο λοιπόν από τα κάτω επίπεδο, η Αριστερά καλείται να ανοίξει ένα διάλογο για όλα τα ζητήματα που απασχολούν το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας , ένα διάλογο που θα αντικαταστήσει τους παράλληλους μονόλογους των συνιστωσών της, τους συχνά διανθισμένους από ύβρεις αντί επιχειρημάτων.

Επίσης θα πρέπει να σμιλεύει για επί μέρους ζητήματα κοινές δράσεις των συνιστωσών της και ευρύτερες λαϊκές από τα κάτω αντιδράσεις, απαραιτήτως αναγκαίες για την επίτευξη του οποιουδήποτε στόχου της. Τέτοια επί μέρους ζητήματα μπορεί να είναι για παράδειγμα, η μη μετατροπή της ΔΕΗ σε φοροεισπρακτικό μηχανισμό και ο συντονισμός της μη πληρωμής του τελευταίου χαρατσιού στην ακίνητη περιουσία1, κάτι για με το οποίο από τις ξεχωριστές τους ανακοινώσεις φαίνεται να συμφωνούν όλες οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Επίσης θα μπορούσε να είναι η κοινή στάση για τη μη εφαρμογή του πανεπιστημιοκτόνου νόμου, ή ακόμη κοινές αντιδράσεις απέναντι σε επί μέρους μνημονιακά μέτρα, και μια σειρά άλλα ζητήματα.

Σε τέτοιες δράσεις είναι βέβαιο ότι όχι μόνον δεν αποκλείεται, αλλά θα πρέπει να επιδιώκεται η συνεργασία με δυνάμεις πέρα από την Αριστερά, με ανένταχτες δυνάμεις, με δυνάμεις που απεγκλωβίζονται από τα αστικά κόμματα, με μέχρι σήμερα απολίτικες δυνάμεις, που αυθόρμητα για πρώτη φορά συμμετέχουν στους λαϊκούς αγώνες, με επί μέρους θεματικά κινήματα . Όμως ο διάλογος και οι κοινές επί μέρους δράσεις δεν αρκούν. Χρειάζεται πέρα από αυτά η άμεση συγκρότηση κι’ ενός πολιτικού αριστερού αντικαπιταλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού ριζοσπαστικού Μέτωπου . Σε αυτό το Μέτωπο θα είναι αφιερωμένο το σχόλιο της επομένης Κυριακής.

1.Κάτι που σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει, όπως δήλωσε ο Σαμαράς (από άγνοια περί την αριστερή θεωρία, αλλά και των θέσεων του ΚΚΕ, χειρότερη από μαθητή δημοτικού, ή ανάγοντας τη διαστρέβλωση σε επιχείρημα) ότι έρχεται σε αντίθεση με τη δήθεν θέση του ΚΚΕ ενάντια στο να ΄χει κάποιος το δικό του σπίτι.

ΠΗΓΗ Ι: Μέρος Ι, Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=312608

 

Μέρος Δεύτερο

Πέρα από το διάλογο και τις επιμέρους κοινές δράσεις των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, και σε συνδυασμό με αυτά, αυτή καλείται να συγκροτήσει ένα πολιτικό αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό ριζοσπαστικό μέτωπο. Αυτό σημαίνει κάτι παντελώς διαφορετικό από τη συμπαράταξη γύρω από μία εκ των συνιστωσών της αριστεράς, ή από την ταύτιση του αυθόρμητου κινήματος σε παράγοντα ικανό από μόνο του να επιφέρει την κοινωνική αλλαγή, ή από μέτωπα με μόνο οικονομικό ή συνδικαλιστικό περιεχόμενο.

Ενα τέτοιο μέτωπο είναι αναγκαίο για την οργάνωση μιας αποτελεσματικής αντίστασης, αποτελεί τη μοναδική εναλλακτική λύση απέναντι στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας και προωθεί την υπόθεση της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής αλλαγής στο πλαίσιο του πολέμου θέσεων, μέσα από τον οποίο θα οδηγηθούμε σε αυτήν.

Η λογική ή όλα ή τίποτα, η ταύτιση της στρατηγικής με την τακτική, η απαξίωση ακόμη και θετικών για το λαϊκό κίνημα μεταρρυθμίσεων και η άρνηση συμμετοχής σε μια αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική κυβέρνηση στην πραγματικότητα αποτελούν εμπόδιο παρά προωθούν τον σοσιαλιστικό ριζοσπαστικό μετασχηματισμό. Βεβαίως εξυπακούεται η υπαγωγή των μέσων σε αυτόν τον τελικό σκοπό και η αξιολόγησή τους με βάση τη συμβολή τους σε αυτόν.

Το μέτωπο αυτό μπορεί να προέλθει από το συνδυασμό πρωτοβουλιών «από τα κάτω», ανένταχτων αριστερών και συντρόφων που συμμετέχουν στις διάφορες συνιστώσες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, με πρωτοβουλίες των ίδιων των συνιστωσών της δηλαδή του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των εκτός αυτής σχηματισμών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, του Αριστερού Ρεύματος του Συνασπισμού, των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής και βεβαίως του ΚΚΕ.

Αυτό προϋποθέτει: Το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ να αποφασίσει άμεσα τουλάχιστον να έχει μια σχετικά αυτοτελή παρουσία και να διαφοροποιείται δημόσια ως τέτοιο από τις «κεντροαριστερές» -μη αντικαπιταλιστικές-τοποθετήσεις της ηγεσίας του ΣΥΝ. Το ΝΑΡ, σεβόμενο την κατάκτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις, δίχως κομπασμούς, σε μια παραπέρα ολοκληρωμένη πολιτική μετωπική πρωτοβουλία. Οι ανένταχτοι αριστεροί να συμμετέχουν ενεργά και όχι ως παρατηρητές στο όλο εγχείρημα. Και -ίσως το πιο δύσκολο- το ΚΚΕ να αναλογιστεί τις ευθύνες του και να εγκαταλείψει την τακτική του απομονωτισμού που ακολουθεί.

Προϋποθέτει τελικά όλοι να κατανοήσουμε την κρισιμότητα των στιγμών και να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, αντί να ομφαλοσκοπούμε.

Το προγραμματικό περιεχόμενο ενός τέτοιου μετώπου πρέπει να οριοθετείται από τον σαφή αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα και θα μπορούσε να συμπυκνώνεται σε ορισμένους βασικούς άξονες αντίστασης, αλλά και άμεσων θετικών μέτρων που θα μπορούσε να πάρει μια αριστερή ριζοσπαστική εξουσία στηριγμένη στο λαϊκό κίνημα, μια εξουσία υπόθεση αυτού του κινήματος.

Τέτοια άμεσα μέτρα και προγραμματικοί άξονες, ξεκινώντας από την αποτίναξη της θηλιάς που μας έχουν κρεμάσει, μπορεί να είναι:

 – Παύση πληρωμών από τον λαό του χιλιοπληρωμένου ιμπεριαλιστικού χρέους.

 – Άμεση αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ, ρήξη με την Ε.Ε. με βραχυπρόθεσμη στόχευση την αποδέσμευση από αυτήν, αλλά και από το ΝΑΤΟ.

 – Άμεση αντίσταση ενάντια σε αντιλαϊκά μέτρα και όπου είναι εφικτό (όπως με το νόμο για τα ΑΕΙ ή τα διάφορα χαράτσια) οργανωμένη άρνηση εφαρμογής ή πληρωμής τους με προοπτική την κατάργησή τους.

  Αντίσταση στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και υπεράσπιση και διεύρυνση του δημόσιου τομέα, με πρώτες και καλύτερες τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας. Ενταξή τους σε μια σχεδιοποιημένη οικονομία, μόνη ικανή να λύσει και το θεμελιώδες πρόβλημα της ανεργίας, και υποβολή τους σε λαϊκό έλεγχο.

 – Δήμευση της περιουσίας όλων όσοι βαρύνονται με κλοπή δημόσιου πλούτου.

 – Επιστροφή όλων όσων μας πήραν σε συνδυασμό με τη λήψη άμεσων μέτρων βελτίωσης των συνθηκών ζωής όλων όσοι επλήγησαν από τα πρόσφατα αντιλαϊκά μέτρα.

 – Υπεράσπιση, διεύρυνση, ουσιαστικοποίηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.

 – Λιγότερη δουλειά και δουλειά για όλους, δίχως μείωση των αποδοχών τους.

  Λήψη μέτρων για την προστασία των φτωχών ανέργων όπως η διαγραφή των χρεών τους απέναντι σε τράπεζες, ΔΕΚΟ, εφορίες…

 – Δραστική αύξηση της φορολόγησης του μεγάλου κεφαλαίου και παράλληλη δραστική μείωση της φορολόγησης των εργαζομένων.

– Άμεση καθιέρωση της απλής αναλογικής, της υποχρεωτικής εναλλαγής των βουλευτών και του ανώτερου πολιτικού προσωπικού, αμοιβή τους με έναν μέσο εργατικό μισθό, θεσμοθέτηση μορφών άμεσης δημοκρατίας.

 – Δραστική μείωση των στρατιωτικών δαπανών.

– Διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας και δήμευση της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας.

– Κατάργηση κάθε αντιπεριβαλλοντικής νομοθεσίας.

 – Πάλη ενάντια στον «Καλλικράτη» και την ερήμωση της υπαίθρου, με προοπτική την αναδιάρθρωση της δομής της τοπικής αυτοδιοίκησης.

– Βελτίωση της δημόσιας διοίκησης μέσω της συμμετοχής σε αυτήν τόσο των απασχολουμένων σε αυτήν όσο και εκείνων στους οποίους απευθύνεται.

– Διάλυση όλων των ειδικών δυνάμεων που στόχο έχουν την καταστολή του λαϊκού κινήματος.

– Συνεργασία σε παγκόσμιο, και δη πανευρωπαϊκό επίπεδο, με όλες ανεξαιρέτως τις αντίστοιχες αντικαπιταλιστικές δυνάμεις…

Σε ένα τέτοιο μέτωπο, ηγεμονικό ρόλο καλείται να κατακτήσει ένας σύγχρονος κομμουνιστικός πόλος-κόμμα, με τα χαρακτηριστικά του οποίου θα ασχοληθούμε την επόμενη Κυριακή.

 

* Ο Γιώργος Ρούσης είναι Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, grousis@ath.forthnet.gr

 

ΠΗΓΗ ΙΙ: Μέρος ΙΙ, Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=314638

Ράκος αποκαθημένης…

Ράκος αποκαθημένης…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

Θυμάστε μήπως εκείνον το δεληκανή υπουργό κι εκείνον το στρουμπουλό πρωθυπουργό, της προηγούμενης κυβέρνησης, που δεν ήξεραν ότι το νόμιμο δεν είναι και ηθικό;

Την αλήθεια και πραγματικότητα αυτή «αγνοούν», ασφαλώς, πολύ περισσότερο οι τωρινοί στρουμπουλοί και δεληκανήδες ασύδοτοι, σε βάρος του λαού, λήσταρχοι και ξεπουλητάδες, σε βάρος της πατρίδας μας, πολυπρονομιούχοι αφεντάδες! Που φτάνουν στο σημείο, τόσο αυτοί, όσο και τα υπηρεσιακά ή τα δημοσιογραφικά τους φερέφωνα, ν’ αντιμετωπίζουν την απεγνωσμένη άμυνα του λαού απέναντι στο όργιο της κανιβαλικής τους αυθαιρεσίας με τη λάσπη της παρανομίας.

Είναι παράνομοι, λένε, για παράδειγμα, αυτοί, που, εκεί στη Βέροια, επανασυνδέουν το ηλεκτρικό ρεύμα, στις φτωχές οικογένειες, που τους το έκοψε η ΔΕΗ, επειδή αδυνατούσαν να το πληρώσουν.

Κι ακόμη ήταν παράνομοι οι έφεδροι καταδρομείς, που την 1η Οκτωβρίου πήγαν να καταθέσουν στεφάνι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Κλπ, κλπ, κλπ… Ενώ η επίδειξη βαρβαρότητας και κτηνωδίας σε βάρος του λαού, που διαμαρτύρεται, για την καταλήστευσή του, είναι καθόλα νόμιμη…

Και ασφαλώς είναι απειράριθμα τα παραδείγματα, που, επιβεβαιώνουν, στις μέρες μας, το γεγονός ότι η νομιμότητα έχει, κατά κανόνα, ταυτιστεί με τον αμοραλισμό, το πλιάτσικο, την απανθρωπιά, την προδοσία….

Που σημαίνει ότι οι νόμοι, για παράδειγμα, που στηρίζουν το τοκογλυφικό τραπεζικό καθεστώς είναι εγκληματικοί. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι νόμοι και οι άνθρωποι, που σπρώχνουν τους συνανθρώπους τους στην απόγνωση και την αυτοκτονία, ουσιαστικά τους δολοφονούν. Αλλά δολοφονική, κατά κανόνα, είναι και η νομιμότητα, που στηρίζει, στο σύνολό του, το απάνθρωπο και τοκογλυφικό, στη βάση του, καπιταλιστικό καθεστώς.

Οι νομοθέτες του οποίου δεν έχουν καμιά σχέση με τη λογική και τη σοφία πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί, δια μέσου των αιώνων, ο ελληνικός πολιτισμός. Η οποία σοφία, όπως είναι γνωστό, στην περίπτωση του Σόλωνα, έφτασε μέχρι τη λυτρωτική λύση της σεισάχθειας.

Για να μην πάμε και στο Ευαγγέλιο, που καταδικάζει απερίφραστα αυτού του είδους τη νομιμότητα. Τη νομιμότητα της πολύμορφης αρπαγής και της πολυεπίπεδης, ενορχηστρωμένης, απάτης και υποκρισίας. Ακόμη και ο προφήτης Ησαΐας, οχτακόσια χρόνια προ Χριστού, χαρακτηρίζει αυτού του είδους τη νομιμότητα ως βρώμικο κουρελόπανο («ράκος αποκαθημένης»).

Και βέβαια ο Χριστός χλευάζει την απύθμενη υποκρισία των υπερασπιστών της πανάθλιας αυτής νομιμότητας. Η οποία έχει ταυτίσει την κακουργία με τη νομιμότητα κι από το άλλο μέρος την ανθρωπιά και την ευεργεσία με την παρανομία και το έγκλημα. Και επισημαίνει ακόμη ο Χριστός ότι, σε κάθε περίπτωση, υπέρτατος νόμος είναι ο άνθρωπος. Και, συνεπώς, νόμιμο είναι ο, τι υπηρετεί τον άνθρωπο. Ενώ ο, τι τον υπονομεύει είναι παράνομο και εγκληματικό.

Και είναι προφανές ότι, για να μη μολυνθεί το κοινωνικό σύνολο απ’ τις «επικίνδυνες» και «ολέθριες» αυτές αντιλήψεις και ιδέες του Χριστού, τον σταύρωσαν μεταξύ των κακούργων. Οι νομιμόφρονες κακούργοι της εποχής του.
Όπως ακριβώς κάνουν και οι ομόφρονες και ομογάλακτοι των τότε φαρισαίων σύγχρονοι νομοθέτες και νομιμόφρονες…. Που δολοφονούν και σταυρώνουν την Ελλάδα και τους Έλληνες.

 

π. Ηλίας, 7-10-2011

Εθνική λύση ή διάλυση

Εθνική λύση ή διάλυση

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Βρισκόμαστε εν μέσω θύελλας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και κυρίως στις χρηματιστικές αγορές, όπου η κίνηση των χρηματιστηρίων σημειώνει διαρκώς αρνητικά ρεκόρ πιάνοντας πάτο. Τόσο στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ όσο και στην Ασία, όπου μέχρι πρόσφατα στηρίζονταν όλες οι ελπίδες «ανάκαμψης» της παγκόσμιας οικονομίας.

Οι χρηματαγορές έχουν αισίως φτάσει πολύ κοντά στο επίπεδο του φθινοπώρου του 2008, όταν είχε ξεσπάσει το μεγάλο κραχ μετά την κατάρρευση της lehman Brothers. Από τις 26 Ιουλίου έως σήμερα τα χρηματιστήρια έχουν χάσει πάνω από 9 τρισ. δολάρια κεφαλαιοποίησης, κυρίως από τις τραπεζικές μετοχές της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Μόνο μια εβδομάδα νέων αρνητικών ρεκόρ χωρίζει τις διεθνείς αγορές χρήματος από ένα νέο μεγάλο κραχ. Κι αυτή τη φορά όλα δείχνουν ότι θα είναι πολύ χειρότερο από το προηγούμενο.

«Να φοβάστε!»

Το«Economist» (1.10) εκδηλώνειτον διάχυτο πανικό λέγοντας: «Να φοβάστε! Η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να κατευθύνεται προς μια μαύρη τρύπα, εκτός κι αν οι πολιτικοί ενεργήσουν πιο τολμηρά». Πρόκειται για την πιο μακάβρια αποκαθήλωση της ελεύθερης αγοράς και της θεολογικής λογικής που τη θέλει να λειτουργεί πάντα ορθολογικά. Αρκεί να μην παρεμβαίνουν το κράτος και οι πολιτικοί.

Μα, αν οι ελεύθερες και παγκοσμιοποιημένες αγορές είναι κάτι το απόλυτα αναγκαίο και λειτουργικό, τότε γιατί όλα εξαρτώνται από το πώς θα ενεργήσουν οι πολιτικοί; Πόσα και πόσα διδακτορικά και νόμπελ Οικονομίας, ή σωστότερα οικονομικής θεολογίας, αποδεικνύονται σήμερα σαβούρα, άξια μόνο για σκουπιδοτενεκέδες, καθώς οι αγορές και οι θιασώτες τους έχουν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους στους πολιτικούς και στην τόλμη των ενεργειών τους…

Μόνο που είναι πλέον πολύ αργά. Τα κράτη σήμερα, ακόμη και τα πιο ανεπτυγμένα, δεν έχουν ούτε επαρκή μέσα ούτε την αναγκαία οικονομική επιφάνεια για να παρέμβουν διορθωτικά στις αγορές. Δεν διαθέτουν πια ούτε τη ρευστότητα που είχαν όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, μια και τη διοχέτευσαν στη στήριξη των τραπεζών και των χρηματαγορών διεθνώς. Το αποτέλεσμα ήταν να συσσωρευτούν μεγαλύτερα χρέη και να διογκωθούν ακόμη περισσότερο οι τραπεζικές «φούσκες».

Από την άλλη, η κατάργηση της εθνικής ρύθμισης οδήγησε σε μια τρομακτική υποβάθμιση της κυρίαρχης πολιτικής. Οι αγορές δεν έχουν ανάγκη από πολιτικούς ηγέτες, αλλά από πολιτικούς διαχειριστές, ικανούς να εκτελούν εντολές και να πειθαρχούν απόλυτα στις απαιτήσεις τους. Τώρα ωρύονται για «κρίση πολιτικής ηγεσίας». Και δεν έχουν άδικο.

Οι πολιτικοί των αγορών δεν διαθέτουν ούτε ανάστημα ούτε καν ανεξαρτησία σκέψης και δράσης, τέτοια που θα τους βοηθούσε να λειτουργήσουν παρεμβατικά στην κρίση του δικού τους συστήματος. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ιδιότυπο είδος αργυρώνητων πολιτικών, που ξέρουν μόνο από ίντριγκα και διαπλοκή. Πώς να ενεργήσουν σήμερα με τόλμη, όταν φτιάχτηκαν ευθύς εξαρχής για να ενεργούν πάντα μέσα σε εξ αρχής δεδομένα και προκαθορισμένα πλαίσια;

Και καθώς η παγκόσμια κρίση της οικονομίας και της πολιτικής του κυρίαρχου συστήματος θα σπρώχνει τους θιασώτες του σε περισσότερες εκκλήσεις και ενέργειες για ακόμη πιο ισχυρές δομές «παγκόσμιας διακυβέρνησης», τότε περισσότερο θα βαθαίνει η πρωτοφανής ύφεση, πηγαίνοντας από κραχ σε κραχ, με μεσοδιαστήματα απατηλής «ανάκαμψης». Όχι της οικονομίας, ούτε βέβαια της κοινωνίας, αλλά των αγορών και της κερδοσκοπίας, που τώρα πια έχει μεταβληθεί σε βασική κινητήρια δύναμη τους.

Η… πολεμική «λύση»!

Κι αυτό διότι, αν κάτι έχουν διδάξει οι παγκόσμιες ιστορικές κρίσεις, σαν αυτήν που βιώνουμε σήμερα, είναι ότι δεν μπορούν να δοθούν διεθνείς λύσεις. Πρέπει αναγκαστικά να δοθεί λύση σε εθνικό επίπεδο. Οι παγκόσμιες κρίσεις δεν μπορούν να βρουν τη λύση τους σε διεθνές επίπεδο, εκτός αν ξεσπάσει παγκόσμια σύρραξη με τη μια ή την άλλη μορφή. Δεν συνέβη ποτέ και δεν πρόκειται να συμβεί σήμερα. Εκτός κι αν αυτοί που την αναζητούν σήμερα, ψάχνουν την ευκαιρία για να γεννηθούν νέες πολεμικές συρράξεις.

Ορισμένοι δεν το κρύβουν. Όπως, π.χ., ο Πολ Κρούγκμαν, ο οποίος δεν κρύβει την άποψη του ότι μόνο ένας νέος πολεμικός παροξυσμός θα μπορούσε να λυτρώσει την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία από την κρίση. Έτσι, στα τέλη Σεπτεμβρίου, σε μια ανοιχτή ομιλία του στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, ο Κρούγκμαν ισχυρίστηκε ότι «αυτό που χρειαζόμαστε είναι στην πραγματικότητα ένα οικονομικό ισοδύναμο του πολέμου». Και συνέχισε: «Αυτό που πραγματικά έφερε το τέλος στη Μεγάλη Ύφεση ήταν το τεράστιο πρόγραμμα δημοσίων δαπανών, αλλιώς γνωστό ως Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος» («Hulfngion Post», 28.9).

Ο ίδιος λίγο νωρίτερα, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής, είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Εάν εμείς ανακαλύψουμε ότι, ξέρετε, οι εξωγήινοι σχεδιάζουν να επιτεθούν στη Γη και χρειαζόμαστε μια μαζική συγκέντρωση πόρων για την αντιμετώπιση της εξωγήινης απειλής και πραγματικά έπαιρναν δευτερεύουσα θέση ο πληθωρισμός και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, αυτή η ύφεση θα μπορούσε να ξεπεραστεί σε 18 μήνες».

Και συνέχισε: «Και αν μετά, ξαφνικά, ανακαλύψουμε ότι κάναμε λάθος, ότι δεν υπάρχουν εξωγήινοι, θα ήμασταν καλύτερα…». Ένας άλλος παρευρισκόμενος τον διέκοψε λέγοντας: «Δηλαδή μας λέτε ότι χρειαζόμαστε έναν' Ορσον Γουέλς;». Ο Κρούγκμαν απτόητος του απάντησε: «Υπήρχε ένα επεισόδιο της "Ζώνης του Λυκόφωτος" [τηλεοπτική εκπομπή], όπου οι επιστήμονες επινόησαν μια ψεύτικη απειλή από εξωγήινους με σκοπό να πετύχουν την παγκόσμια ειρήνη… Αυτή τη φορά τη χρειαζόμαστε για να πετύχουμε μια δημοσιονομική ενίσχυση» (CNN, 14.8).

Πολιτικό αδιέξοδο

Μπορεί όλα αυτά να είναι ένα ατυχέστατο και πολύ κακόγουστο αστείο, αλλά όσο επιμένει η παγκόσμια κρίση, όσο οι αγορές βιώνουν το πλήρες οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο, μπορεί ο παραλογισμός να εμφανιστεί ως η μόνη βιώσιμη διέξοδος. Ειδικά για όσους επιμένουν ότι μόνο σε διεθνές επίπεδο μπορεί να αναζητηθεί λύση.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Την εποχή του Κέυνς πρυτάνευε επίσης η ίδια λογική, ότι οικονομική διεθνοποίηση και η αλληλεξάρτηση των οικονομιών αποτελεί το μοναδικό ελιξήριο για την ανάπτυξη και την ειρήνη. Στην κορύφωση όμως της παγκόσμιας κρίσης, δηλαδή το 1933, ο Κέυνς είχε αρκετή ανεξαρτησία σκέψης για να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα:

«Μεγάλωσα, όπως και οι περισσότεροι Άγγλοι, με σεβασμό στο ελεύθερο εμπόριο, όχι μόνο ως οικονομική θεωρία, την οποία ένα ορθολογικό και μορφωμένο πρόσωπο δεν θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητήσει, αλλά σχεδόν ως μέρος του ηθικού νόμου, θεωρούσα ότι διαφοροποιήσεις από αυτό αποτελούν ταυτόχρονα ηλιθιότητα και προσβολή. Σκεφτόμουν ότι οι ακλόνητες πεποιθήσεις περί ελεύθερου εμπορίου της Αγγλίας, που διατηρούνταν για σχεδόν εκατό χρόνια, είναι η εξήγηση τόσο απέναντι στον άνθρωπο όσο και απέναντι στα επουράνια της οικονομικής υπεροχής της…

Όμως δεν φαίνεται σήμερα προφανές ότι μια μεγάλη συγκέντρωση της εθνικής προσπάθειας για να κατακτηθεί το εξωτερικό εμπόριο, ότι η διείσδυση της οικονομικής δομής μιας χώρας από τους πόρους και την επιρροή των ξένων καπιταλιστών, ότι μια στενή εξάρτηση της δικής μας οικονομικής ζωής από τις διακυμάνσεις των οικονομικών πολιτικών των ξένων χωρών απότελούν εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις της διεθνούς ειρήνης. Είναι πιο εύκολο, υπό το πρίσμα της εμπειρίας και της διορατικότητας, να υποστηρίξει κανείς το αντίθετο.

Η προστασία των συμφερόντων μιας χώρας στο εξωτερικό, η κατάκτηση νέων αγορών, η άνοδος του οικονομικού ιμπεριαλισμού, όλα αυτά μόλις και μετά βίας μπορούν να αποφευχθούν ως αναπόσπαστο μέρος μιας κατάστασης πραγμάτων η οποία αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διεθνή εξειδίκευση και στη μέγιστη γεωγραφική διάχυση του κεφαλαίου οπουδήποτε κι αν βρίσκεται η έδρα της ιδιοκτησίας του.

Ενδεδειγμένες εγχώριες πολιτικές μπορούν συχνά να είναι πιο εύκολο να αποδώσουν, αν, για παράδειγμα, το φαινόμενο που είναι γνωστό ως "φυγή των κεφαλαίων" θα μπορούσε να αποκλειστεί. Το διαζύγιο ανάμεσα στην ιδιοκτησία και την πραγματική ευθύνη της διαχείρισης είναι σοβαρή υπόθεση στο εσωτερικό μιας χώρας, όταν, ως αποτέλεσμα των πολυμετοχικών εταιρειών, η ιδιοκτησία κατακερματίζεται μεταξύ αμέτρητων ατόμων που αγοράζουν το συμφέρον τους για σήμερα, το πωλούν αύριο και τους λείπει συνολικά τόσο η γνώση όσο και η ευθύνη απέναντι σε ό,τι προς στιγμήν τους ανήκει.

Όμως, όταν η ίδια αρχή εφαρμόζεται διεθνώς, είναι, σε περιόδους έντασης, ανυπόφορη – είμαι ανεύθυνος προς ό,τι μου ανήκει και εκείνοι που λειτουργούν ό,τι μου ανήκει είναι ανεύθυνοι απέναντι μου. Μπορεί να υπάρχει κάποιος χρηματοοικονομικός υπολογισμός, ο οποίος δείχνει να είναι συμφέρον ότι η αποταμιεύσεις μου θα πρέπει να επενδυθούν σε οποιαδήποτε περιοχή του κατοικήσιμου πλανήτη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη οριακή απόδοση του κεφαλαίου ή το υψηλότερο επιτόκιο.

Αλλά η εμπειρία λέει ότι η συσσώρευση μεγάλης απόστασης ανάμεσα στην ιδιοκτησία και τη λειτουργία της κάνει κακό στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και είναι πιθανό ή βέβαιο ότι μακροπρόθεσμα θα δημιουργήσει εντάσεις και εχθρότητες που θα μηδενίσουν τον χρηματοοικονομικό υπολογισμό… Ως εκ τούτου, γι' αυτούς τους σοβαρούς λόγους, τείνω προς την πεποίθηση ότι, όταν η μετάβαση ολοκληρωθεί, ένας μεγαλύτερος βαθμός εθνικής αυτάρκειας και οικονομικής απομόνωσης μεταξύ των χωρών από ό,τι υπήρχε το 1914 μπορεί να εξυπηρετήσουν την υπόθεση της ειρήνης.

Σε κάθε περίπτωση η εποχή του οικονομικού διεθνισμού δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής όσον αφορά την αποφυγή του πολέμου. Και αν οι φίλοι του ανταπαντούν πώς οι ατέλειες της επιτυχίας του ποτέ δεν του έδωσαν μια δίκαιη ευκαιρία, είναι λογικό να επισημάνει κανείς ότι μια μεγαλύτερη επιτυχία είναι ελάχιστα πιθανή τα επόμενα χρόνια». («The Yale Review», Vol. 22, σ. 755, 58).


* Το κείμενο του Δ. Καζάκη δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 6/10/2011.

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/10/blog-post_2071.html