Η σύγχρονη κρίση από εκκλησιαστικής πλευράς

Η σύγχρονη κρίση από εκκλησιαστικής πλευράς

 

Του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιεροθέου

 

 

 

Στήν σύγχρονη ελληνική κοινωνία γίνεται ευρύτατος λόγος γιά τήν οικονομική κρίση μέ όλα τά αποτέλεσματα τά οποία δημιουργεί στόν λαό. Γράφονται άρθρα, γίνονται αναλύσεις γιά νά αντιμετωπισθούν τά αιτία τής οικονομικής κρίσης καί νά ευρεθούν λύσεις γιά τήν αντιμετώπισή της. Συγχρόνως παρατηρείται μεγάλη ανασφάλεια καί αγωνία στούς ανθρώπους καί κυρίως στίς ευπαθείς ομάδες τού πληθυσμού, πού έχουν νά αντιμετωπίσουν ποικίλα προβλήματα στήν οικογένειά τους καί τήν εργασία τους.

Η πλειονότητα τών ανθρώπων εστιάζει τήν οικονομική κρίση σέ τρία βασικά αίτια, ήτοι τούς πολιτικούς άρχοντες, οι οποίοι ή δέν διέβλεπαν τόν κίνδυνο ή δέν είχαν τό θάρρος νά τόν αντιμετωπίσουν, επειδή φοβούνταν τό λεγόμενο πολιτικό κόστος, τούς συνδικαλιστές, αφού ο καθένας από αυτούς ενδιαφερόταν αποκλειστικά καί μόνον γιά τήν διατήρηση τών κεκτημένων κάθε ομάδας καί τήν αύξησή τους, μέ αποτέλεσμα νά μή βοηθούν στήν επίλυση αυτών πού επρόκειτο νά έλθουν καί τούς διαμορφωτές τής κοινής γνώμης, πού χάριν τής ακροαματικότητας καί θεαματικότητας βοηθούσαν ή προέβαλλαν έντονα καί σχολίαζαν θετικώς τίς αντιδράσεις κάθε συντεχνιακής ομάδας καί διαμόρφωναν ανάλογα τήν κοινή γνώμη, μέ αποτέλεσμα νά μή διορθώνωνται τά κοινωνικά πράγματα.

Μέσα σέ αυτήν τήν ανάλυση οπωσδήποτε βρίσκονται μεγάλα ποσοστά αληθείας, αλλά στό βάθος καί τών τριών αυτών παραγόντων κρύβεται τό πολιτικό σύστημα τό οποίο δέν μπόρεσε νά αντιδράση σωστά. Είναι δέ γνωστόν ότι ηγέτης (θρησκευτικός-πολιτικός-κοινωνικός) είναι εκείνος πού δέν άγεται καί φέρεται από τά γεγονότα-φαινόμενα, αλλά τά καθορίζει, πηγαίνοντας μπροστά, παρά τό κόστος πού ενδεχομένως θά έχη. Ηγέτης δέν είναι αυτός πού ακολουθεί τίς δημοσκοπήσεις καί ενεργεί αναλόγως, αλλά αυτός πού προβλέπει τά γεγονότα, τίς κρίσεις πού έρχονται καί θυσιάζεται ο ίδιος γιά τήν διόρθωσή τους.

Γιά παράδειγμα ο Χριστός δέν ακολουθούσε τίς επιθυμίες τού λαού νά αναδειχθή ένας εθνικός ηγέτης, τίς οποίες εγνώριζε, γιατί τότε δέν θά έκανε τό μεγάλο Του έργο, αλλά προτίμησε νά σταυρωθή Αυτός γιά νά αντιμετωπίση τά βασικά προβλήματα τού λαού πού είναι ο θάνατος, η αμαρτία καί ο διάβολος. Απογοήτευσε μέν τούς ανθρώπους πού είχαν άλλες προσδοκίες, όπως φαίνεται στόν λόγο τών Μαθητών, μετά τήν Σταύρωση τού Χριστού: «ημείς δέ ηλπίζομεν ότι αυτός εστιν ο μέλλων λυτρούσθαι τόν Ισραήλ» (Λουκ. κδ', 21), αλλά έκανε ένα μεγάλο, διαχρονικό καί παγκόσμιο έργο, πού παραμένει στούς αιώνες.

 

Η ποικιλόμορφη κρίση

 

Πολλοί σύγχρονοι εξακολουθούν νά επιμένουν ότι η κρίση είναι μόνον οικονομική, καί γι' αυτό περικόπτονται οι μισθοί τών εργαζομένων, κυρίως στόν δημόσιο τομέα, αλλά αυτό επεκτείνεται καί στόν ιδιωτικό τομέα μερικοί προσπαθούν νά δούν τό θέμα ευρύτερα καί νά αναλύσουν ότι η κρίση είναι κοινωνική, ότι ευθύνεται η κοινωνία καί τελικά καί ο λαός πού επιλέγει τόν τρόπο διαβίωσής του, καί μέ τόν τρόπο αυτό υπάρχει χάσμα μεταξύ τού υψηλού βιοτικού επιπέδου, μέ τό οποίο θέλει νά ζή καί τής παραγωγής, αφού η πλειονότητα τών ανθρώπων θέλουν υψηλό μισθό, λίγη εργασία καί πολλή ευδαιμονιστική ζωή άλλοι προχωρούν καί ανάγουν τήν κρίση στήν Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού διάφοροι παράγοντες επιδιώκουν αλλαγές καί διαφοροποιήσεις στόν ευρωπαϊκό χώρο υπάρχουν καί άλλοι πού βλέπουν μιά ευρύτερη «κοινωνικοπολιτική αποδόμηση» τών Βαλκανίων καί τής Μέσης Ανατολής, αφού η Ελλάδα θεωρείται ως «ανωμαλία» καί στίς δύο περιπτώσεις, επειδή ως Ορθόδοξη χώρα δέν συντονίζεται μέ τούς δυτικούς καί μουσουλμανικούς ρυθμούς.

Δέν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα αυτά ή τά επί μέρους ζητήματα ισχύουν, είναι αντικείμενο επεξεργασίας διαφόρων «δεξαμενών σκέψεως» τού δυτικού κόσμου καί έχουν κατά διαφόρους τρόπους σχέσεις μέ τό πρόβλημα πού αντιμετωπίζει η Πατρίδα μας. Όμως μέ κανέναν τρόπο δέν μπορεί κανείς νά αμνηστεύση τήν αβελτηρία τών πολιτικών μας ηγετών, αλλά καί τήν τάση τού λαού γιά ευμάρεια καί ευδαιμονία. Καί φυσικά κανείς δέν μπορεί νά διαχωρίση τήν οικονομική κρίση από τήν γενικότερη κοινωνική, οικογενειακή, πολιτική καί πνευματική κρίση. Στό βάθος τά προβλήματα είναι πνευματικά καί από εκεί απορρέουν όλα τά άλλα προβλήματα. Ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει καί υποφέρει από νόημα ζωής.

Έτσι, η έλλειψη νοηματοδότησης τού ανθρώπινου βίου επιφέρει πολλά προβλήματα καί δημιουργεί μεγάλες κρίσεις. Η απουσία νοήματος γιά τήν ζωή δημιουργεί στόν άνθρωπο τήν ανάγκη νά τήν γεμίση μέ άλλες ανάγκες καί νά δημιουργή τήν ψευδαίσθηση τής πληρότητας. Τό ερώτημα πού έθεσε ο Ντοστογιέφκυ «ευτυχία ή ελευθερία» είναι επίκαιρο καί στήν εποχή μας. Πολλοί συνάνθρωποί μας επιδιώκουν τήν ευτυχία-ευδαιμονία, ακόμη καί μέ τό κόστος τής προσωπικής τους ελευθερίας. Αντίθετα, άν ο άνθρωπος αποκτήση τήν προσωπική του ελευθερία, ως ελευθέρωση από τήν εξάρτηση στά αισθητά καί τίς αισθήσεις, τότε έχει εσωτερική πληρότητα.

 

Η «θεολογία τής κρίσης»

 

Αντιμετωπίζοντας τό θέμα τής σύγχρονης κρίσης από πνευματικής- θεολογικής πλευράς, δέν μπορούμε νά αγνοήσουμε τήν σημασία πού έδωσε ο Χριστός στήν έννοια τής κρίσεως.

Ο Χριστός λίγο πρίν τό Πάθος Του είπε στούς Μαθητές Του: «Νύν κρίσις εστί τού κόσμου τούτου, νύν ο άρχων τού κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω καγώ εάν υψωθώ εκ τής γής, πάντας ελκύσω πρός εμαυτόν» (Ιω. ιβ', 31-32). Στό χωρίο αυτό φαίνεται καθαρά ότι κρίση είναι ο Σταυρός τού Χριστού, διά τού οποίου νικάται ο άρχων τού κόσμου τούτου, ο διάβολος, πού είναι ο άρχων τής κακίας, τής αμαρτίας καί τών παθών, καί διά τού Σταυρού ο Χριστός θά ελκύση αυτούς πού πιστεύουν σέ Αυτόν.

Στό χωρίο αυτό η εικόνα τής κρίσεως λαμβάνεται από τά δικαστήρια. Εκεί γίνεται διεξοδικά η διαδικασία καί εκδίδεται η απόφαση. Πρόκειται στήν πραγματικότητα γιά τό ότι ο διάβολος κυβερνούσε μέχρι τότε τόν κόσμο διά τού θανάτου, αλλά μέ τόν σταυρικό θάνατο τού Χριστού αυτός ο τύραννος θά εκδιωχθή έξω, θά τιμωρηθή. Έτσι, νικήθηκε ο θάνατος πού είναι ο μεγαλύτερος τύραννος τών ανθρώπων καί μέ τήν εν Χριστώ ζωή υπερβαίνεται ο φόβος τού θανάτου.

Σέ άλλο σημείο τής διδασκαλίας Του ο Χριστός, στήν αρχή τής επιγείου δράσεώς Του, ομίλησε γιά τήν κρίση καί έδωσε τήν πραγματική της διάσταση: «Αύτη δέ εστιν η κρίσις, ότι τό φώς ελήλυθεν εις τόν κόσμον, καί ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον τό σκότος ή τό φώς, ήν γάρ πονηρά αυτών τά έργα» (Ιω. γ' 19). Η παρουσία τού Χριστού στόν κόσμο είναι ένα πραγματικό σημείο τής κρίσεως, αφού κρίνονται οι άνθρωποι κατά πόσον αγαπούν τό φώς ή δέν αντέχουν τό φώς, επειδή αγαπούν νά κινούνται μέσα στό σκοτάδι τών πονηρών έργων. Ο Χριστός είναι τό σημείο τής κρίσεως πού ξεχωρίζει αυτούς πού δέχονται τό φώς ή τό απορρίπτουν.

Έτσι, η Εκκλησία πού είναι τό Σώμα τού Χριστού είναι ένα σημείο γιά τούς ανθρώπους, ανά τούς αιώνας. Άλλοι τήν δέχονται, ζούν μέσα σέ αυτήν καί λαμπρύνονται, δοξάζονται, καί άλλοι ζούν έξω από αυτήν καί κυριαρχούνται από τήν έλλειψη νοήματος γιά τήν ζωή, ζούν χωρίς σκοπό καί προορισμό. Όσοι ζούν πραγματικά μέσα στήν Εκκλησία έχουν ως κέντρο τής ζωής τους τόν Χριστό. Ο Απόστολος Παύλος σαφώς γράφει: «ημών γάρ τό πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλιπ. γ', 20).

Βεβαίως, ως Χριστιανοί σεβόμαστε τό κάθε πολίτευμα στό οποίο ζούμε, αλλά η ζωή μας προσδιορίζεται από τό ουράνιο πολίτευμα καί τούς πνευματικούς νόμους πού τό διαπνέουν. Γι' αυτό καί οι Χριστιανοί μπορούν νά ζούν σέ οποιαδήποτε Πατρίδα, μέ τίς οποιεσδήποτε κοινωνικές συνθήκες καί πολιτικές επιλογές, αλλά εμφορούνται από τό εκκλησιαστικό πολίτευμα καί αναδεικνύονται μάρτυρες καί ομολογητές τής πίστεως. Μερικές δέ φορές όπου επικρατεί πλήρης ελευθερία εκκοσμικεύεται η πίστη, ενώ σέ άλλες περιπτώσεις πού επικρατούν σκληρές κοινωνικές καί πολιτικές συνθήκες αναδεικνύονται μάρτυρες. Υπάρχουν δέ μέλη τής Εκκλησίας, όπως οι ερημίτες, πού αρνήθηκαν καί τό πιό δίκαιο πολίτευμα, καί άλλοι, όπως οι κατά Χριστόν σαλοί, πού ενέπαιξαν καί τήν καλύτερη κοινωνική ζωή πού αρνείται όμως τό βάθος τού προσώπου.

Στό σημείο αυτό πρέπει νά σχολιάσουμε τά σχετικά μέ τήν «θεολογία τής κρίσεως». Η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε τίς πρώτες δεκαετίες τού 20ού αιώνος στήν Ευρώπη γιά νά δηλωθή μιά κίνηση πού ήταν εναντίον τής εκκοσμικεύσεως τής διδασκαλίας τού Χριστού. Ο καθηγητής Μάριος Μπέγζος κάνει ανάλυση αυτής τής περιόδου, στήν οποία συναριθμούνται μεγάλες προσωπικότητες τού προτεσταντισμού τής Ευρώπης, όπως ο Μπάρτ, ο Μπρούννερ, ο Μπούλτμαν, ο Τίλλιχ καί ο Γκογκάρνεν.

Αυτή η κίνηση αναπτύχθηκε μετά τήν λήξη τού Α' Παγκοσμίου Πολέμου καί αναφερόταν στήν αναξιοπιστία τού «προτεσταντικού προτεσταντισμού» πού λειτούργησε φιλοπολεμικά στήν πολεμοχαρή Γερμανία τού Κάϊζερ. Έτσι, η «θεολογία τής κρίσεως» είναι μιά κίνηση πού δέν συμβιβάζεται μέ τόν εκκοσμικευμένο τρόπο ζωής, αλλά κρίνει τόν κόσμο καί τήν νοοτροπία πού επικρατεί, ασκεί κριτική στίς δυνάμεις τής ιστορίας καί λαμβάνει διαλεκτική στάση «απέναντι στήν πολιτική καί πολιτιστική πραγματικότητα» τής εποχής εκείνης. Γι' αυτό η κίνηση αυτή λέγεται καί «θεολογία τής κρίσεως» καί «διαλεκτική θεολογία».

Μέ άλλα λόγια αυτή η κίνηση τής «θεολογίας τής κρίσεως» ή τής «διαλεκτικής θεολογίας» θέλησε νά κρατήση τόν Χριστιανισμό τής Ευρώπης μακριά από τήν ταύτισή του μέ τό πολιτικό κατεστημένο τής εποχής εκείνης, είναι εναντίωση στόν φιλελευθερισμό τού Χάρνακ καί βεβαίως άσκησε κριτική στήν χρησιμοποίηση τού Χριστιανισμού γιά πολιτικούς καί κοινωνικούς σκοπούς.

Αυτά πού συνέβησαν στήν προστεσταντική Δύση τόν περασμένο αιώνα δέν ισχύουν απόλυτα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλ' όμως θά πρέπει νά λάβουμε τό κεντρικό μήνυμα αυτού τού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Χριστιανισμός δέν μπορεί νά ταυτίζεται μέ τά συστήματα τού αιώνος τούτου, έχει άλλους σκοπούς καί προτεραιότητες. Ο Χριστιανισμός δέν μπορεί νά ζή μέ τήν ευδαιμονία καί τήν κοινωνική καταξίωση, δέν μπορεί νά ταυτίζεται μέ τό ποικιλόμορφο πολιτικό καί κοινωνικό κατεστημένο, δέν μπορεί νά εκκοσμικεύεται από τήν νοοτροπία τού κόσμου τούτου, δέν μπορεί νά συσχηματίζεται μέ τίς πολιτικές, κομματικές δραστηριότητες τών διαφόρων ομάδων. Όταν κανείς θέλη νά τηρήση τό Ευαγγέλιο τού Χριστού, τότε θά πρέπει νά ζή ασκητικά καί όχι ευδαιμονιστικά, πρέπει νά ζή εσχατολογικά καί όχι εγκοσμιοκρατικά, πού σημαίνει ότι πρέπει νά βλέπη τό «άνω πολίτευμα» καί νά προσαρμόζεται από τώρα μέ τό πνεύμα του καί όχι νά αποβλέπη στόν ευδαιμονιστικό τρόπο ζωής. Βεβαίως, δέν αρνούμαστε τόν κόσμο αυτόν, τήν Πατρίδα, τήν κοινωνία καί τόν τρόπο ζωής σέ συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, αλλά δέν αλλοτριωνόμαστε από αυτές, γιατί ξέρουμε ότι άλλος είναι ο σκοπός μας καί ο προορισμός μας.

Πάντως η κρίση πού διέρχεται η Πατρίδα μας αυτόν τόν καιρό είναι καί θεολογική, αφού πολλοί Χριστιανοί ζούν κοσμική ζωή, έχουν αποδεσμευθή από τήν άσκηση καί συμπεριφέρονται αντίθετα απ' όσα εντέλλεται ο Χριστός καί η Εκκλησία.

 

Οι τρείς πειρασμοί τού συγχρόνου ανθρώπου

 

Ο άνθρωπος δέχεται πολλούς πειρασμούς στήν ζωή του σέ όλα τά επίπεδα, τό διανοητικό, τό συναισθηματικό καί τό θυμικό. Η πνευματική ωριμότητα τού ανθρώπου έγκειται στόν τρόπο μέ τόν οποίο αντιμετωπίζει κάθε πειρασμό. Καί ο Χριστός δέχθηκε κατά τήν ανθρώπινη φύση Του πειρασμούς, όταν ήταν στήν έρημο, όπως τό περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Οι Πατέρες ερμήνευσαν τούς πειρασμούς πού δέχεται κάθε Χριστιανός στήν ζωή του μέσα από τούς πειρασμούς τού Χριστού.

Ο Χριστός μετά τήν Βάπτισή Του πήγε στήν έρημο, στό Σαραντάρειο Όρος καί εκεί ζούσε μέ νηστεία καί προσευχή, αφού είχε καί τέλεια ανθρώπινη φύση. Στό τέλος τών σαράντα ημερών εμφανίσθηκε ο διάβολος καί τόν πείραξε. Οι Πατέρες είδαν τό γεγονός αυτό μέσα καί από τήν περίπτωση τού Αδάμ. Ο Αδάμ στόν Παράδεισο προκλήθηκε νά φάγη από τόν απηγορευμένο καρπό καί εκείνος έπεσε σέ αυτήν τήν παγίδα μέ φοβερές συνέπειες γιά όλο τό ανθρώπινο γένος. Ο Νέος όμως Αδάμ, ο Χριστός, αντιμετώπισε νικηφόρα αυτούς τόν πειρασμούς καί διόρθωσε τό λάθος τού πρώτου Αδάμ.

Διαβάζοντας τό κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο μπορούμε νά δούμε αυτούς τούς τρείς πειρασμούς τού Χριστού. Ο πρώτος αναφερόταν στό νά κάνη ο Χριστός τό θαύμα καί νά μετατρέψη τούς λίθους σέ άρτο, ώστε νά ικανοποιήση τήν πείνα του. Ο Χριστός απάντησε ότι ο άνθρωπος δέν θά ζήση μόνον μέ άρτο, αλλά καί μέ τό ρήμα πού εκπορεύεται από τόν Θεό, δηλαδή μέ τήν εφαρμογή τών εντολών τού Θεού. Ο δεύτερος πειρασμός αναφερόταν στήν παρότρυνση τού διαβόλου στόν Χριστό νά πέση από τό πτερύγιο τού Ναού καί τότε θά τόν προστατεύσουν οι άγγελοι τούς οποίους θά στείλη ο Θεός. Ο Χριστός απάντησε ότι δέν πρέπει κανείς νά εκθέτη σέ κίνδυνο τό εαυτό του, γιατί έτσι εκπειράζει τόν Θεό. Ο τρίτος πειρασμός αναφερόταν στό νά προσκυνήση ο Χριστός τόν διάβολο καί εκείνος θά τού δώση όλες τίς βασιλείες τού κόσμου καί τήν δόξα τους. Ο Χριστός ομίλησε επιτιμητικά στόν διάβολο καί τόν διέταξε νά φύγη, γιατί μόνον στόν Θεό πρέπει κανείς νά αποδίδη τήν προσκύνηση καί τήν λατρεία του (Ματθ. δ', 1-10).

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας, ερμηνεύοντας αυτούς τούς πειρασμούς τού Χριστού πού ήταν οι ίδιοι μέ εκείνους πού αντιμετώπισε καί ο Αδάμ στόν Παράδεισο, λέγουν ότι σχετίζονται μέ τά τά πάθη τού τριμερούς τής ψυχής τού ανθρώπου. Ο πρώτος πειρασμός, τό νά μετατρέψη τούς άρτους σέ ψωμί, αναφέρεται στό πάθος τής φιληδονίας, ο δεύτερος, τό νά πέση από τό πτερύγιο τού Ναού, αναφέρεται στό πάθος τής φιλοδοξίας, καί ο τρίτος πειρασμός, τό νά αποκτήση μέ οποιοδήποτε τίμημα τίς βασιλείες καί τήν δόξα τού κόσμου, αναφέρεται στό πάθος τής φιλαργυρίας. Καί όπως ο Χριστός αντιμετώπισε νικηφόρα τούς πειρασμούς αυτούς, έτσι καί ο άνθρωπος μπορεί νά τούς αντιμετωπίση, μέ τήν δύναμη τού Χριστού, διά τής παρθενίας (μοναχοί) καί σωφροσύνης (έγγαμοι), διά τής ακτημοσύνης (μοναχοί) καί κοινοχρησίας (έγγαμοι) καί διά τής υπακοής μόνον στόν Θεό.

Εξετάζοντας τήν σύγχρονη οικονομική κρίση μέσα από τό παράδειγμα αυτό, μπορούμε νά παρατηρήσουμε ότι τό υπόβαθρό της είναι ότι ο σύγχρονος άνθρωπος υπόκειται στούς τρείς πειρασμούς, οι οποίοι σήμερα εκφράζονται μέσα από τήν νοοτροπία καί τίς δομές τής σύγχρονης ζωής πού κυριαρχούν στήν εκκοσμικευμένη κοινωνία μας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει νά μετατρέπη τούς λίθους, τά αντικείμενα, τό φυσικό περιβάλλον, καθώς επίσης καί όλα τά δομικά στοιχεία τής ζωής του, ακόμη καί τά κύτταρα καί τά γονίδια, σέ χρυσό, σέ τροφή, σέ αγαθά γιά τήν σωματική του απόλαυση. Τό ενδιαφέρον του είναι νά ζή ευδαιμονιστικά καί νά παρατείνη όσο μπορεί περισσότερο τήν βιολογική του ζωή. Επίσης, ο σύγχρονος άνθρωπος ενδιαφέρεται κυρίως γιά όσα φαίνονται καί προκαλούν τήν προσοχή του, ενδιαφέρεται γιά τό φαίνεσθαι, επιθυμεί τήν κοινωνική προβολή, τήν ανάδειξή του στήν κοινωνία, μέ οποιοδήποτε τρόπο. Ακόμη, ο σύγχρονος άνθρωπος επιδιώκει τήν κατάκτηση τής ποικιλόμορφης εξουσίας, μέ οποιοδήποτε τρόπο, γιά νά κυβερνά τόν κόσμο καί τίς κοινωνικές ομάδες. Όλα αυτά διαπνέονται από τήν φιληδονία, τήν φιλοδοξία καί τήν φιλοκτημοσύνη. Δέν βλέπει ο άνθρωπος τήν εσωτερική διάσταση τών πραγμάτων, δέν τόν απασχολούν τά υπαρξιακά προβλήματα, τό νόημα τής ζωής.

Άν προσέξουμε επισταμένως θά διαπιστώσουμε ότι όλη αυτή η προβληματική τών τριών πειρασμών στούς οποίους υπόκειται ο σύγχρονος άνθρωπος είναι τά κοινωνικά, ψυχολογικά καί ιδεολογικά συστήματα, όπως τού καπιταλισμού (προτεραιότητα στήν ύλη), τού φροϋδισμού (προτεραιότητα στήν ηδονή) καί τής ιδεοκρατίας (κυριαρχία τής αυτονομημένης λογικής). Οπότε, τά αίτια τής οικονομικής κρίσης δέν είναι μονοδιάστατα, δέν είναι αποκλειστικώς οικονομικά, δέν προέρχονται από μερικές εξωτερικές δυνάμεις, αλλά είναι στήν πραγματικότητα πνευματικά καί στήν βάση τους θεολογικά. Όποιος δέν μπορεί νά δή αυτήν τήν πραγματικότητα έχει μιά υπαρξιακή αναπηρία καί δέν μπορεί νά βρή λύσεις γιά τήν υπέρβασή τους.

Βεβαίως, οι πολιτικοί πρέπει νά κάνουν τήν αυτοκριτική τους, καί μερικοί τό έχουν κάνει ήδη μέ πολύ δυνατό καί όχι υποκριτικό τρόπο, καθώς επίσης νά αποδώσουν τίς ευθύνες σέ αυτούς πού ώθησαν τήν κοινωνία πρός τήν ευδαιμονία καί τήν ευμάρεια, αλλά καί σέ όσους εκμεταλλεύθηκαν αυτήν τήν νοοτροπία καί ενήργησαν σέ βάρος τού λαού, αφού δημιούργησαν ανεργία, απόγνωση, φτώχεια. Αλλά άν δέν δούμε τά πραγματικά αίτια τής κρίσεως, τότε δέν θεραπεύεται, αλλά θά επανέρχεται συχνά στήν επικαιρότητα.

 

Παγκόσμια κρίση

 

Η κρίση δέν είναι σύγχρονη ούτε ελλαδική, αλλά είναι παγκόσμια. Δέν είναι οικονομική κρίση, αλλά πνευματική. Ως άνθρωποι ζούμε συνεχώς μέσα σέ κρίσιμες στιγμές καί τό θέμα είναι πώς τίς αντιμετωπίζουμε. Δέν είμαστε μονοφυσίτες, γι' αυτό βλέπουμε καί τά οικονομικά καί κοινωνικά ζητήματα καί η Εκκλησία προσπαθεί κάθε φορά νά τά αντιμετωπίση. Όλο τό φιλανθρωπικό καί προνοιακό έργο τής Εκκλησίας αναφέρεται καί στό θέμα αυτό. Η Εκκλησία αγαπά τόν άνθρωπο καί ενδιαφέρεται καί γιά τήν πνευματική του ωρίμανση, αλλά καί τίς οικονομικές του ανάγκες. Κυρίως όμως βοηθά τόν άνθρωπο νά αντιμετωπίση τά προβλήματα μέ πνευματικό τρόπο, νά ζή μέ εσωτερική πληρότητα, μέ λιτότητα, μέ αγάπη γιά τόν άνθρωπο, μέ θυσία καί προσφορά, μέ τήν ενατένιση πρός τήν αιώνια ζωή.

Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι, πράγμα πού κάνουν μέ πληρότητα οι Πατέρες τής Εκκλησίας, δίνουν προτεραιότητα στόν εσωτερικό κόσμο τού ανθρώπου. Ο Χάϊντεγκερ, γιά παράδειγμα, κάνει λόγο γιά τόν «καθημερινό τρόπο ζωής» καί τόν «οντολογικό τρόπο ζωής». Η καθημερινή μας ζωή διέπεται από τίς φροντίδες τής συντηρήσεώς μας στήν ζωή, τήν ικανονοποίηση τών κοινωνικών πραγμάτων, τήν εκπλήρωση τών προσδοκιών, αλλά όταν βρεθούμε σέ ένα οριακό σημείο, λόγω μιάς κρίσης, μιάς αρρώστιας, τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι μέ τόν οντολογικό τρόπο ζωής. Τότε, λυπόμαστε γιατί στήν ζωή μας ασχοληθήκαμε μέ λεπτομερειακά ζητήματα καί όχι μέ τά πιό ουσιώδη τού ανθρώπινου βίου.

Οι οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές καί παγκόσμιες κρίσεις έρχονται καί παρέρχονται. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες καταστάσεις. Τό ερώτημα είναι πώς μπορούμε νά ξεπεράσουμε τίς εσωτερικές πνευματικές κρίσεις, πού προκαλούν προσωπικές τραγωδίες μέ κοινωνικές συνέπειες.

 

(Δημοσιεύεται στό Περιοδικό τής Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς "Πειραϊκή Εκκλησία")

 

 ΜΑΪΟΣ 2010

 

ΠΗΓΗ: «Εκκλησιαστική Παρέμβαση»,http://www.parembasis.gr/2010/10_05_02.htm

Η Δυναμική του Ελλ. Δημοσίου Χρέους – Ιδεολογία της

Η Δυναμική του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους και η Ιδεολογία της

 

Των Θεόδωρου Μαριόλη και Κώστα Παπουλή*

 

Στο παρόν άρθρο διερευνούμε τη μακροχρόνια μεταβολή ή, αλλιώς, «δυναμική» του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΠΔΧ, εφεξής) και διαπιστώνουμε ότι αυτό το μέγεθος, το οποίο ανήλθε στο 113.4% το 2009, είναι μάλλον απίθανο να περιοριστεί ή, έστω, να σταθεροποιηθεί. Περισσότερο απίθανο είναι να προσαρμοσθεί στο επίπεδο του 60% της «Συνθήκης του Μάαστριχτ». Στόχος μας δεν είναι η πραγματοποίηση μίας «άσκησης επί χάρτου», αλλά η ανάδειξη ορισμένων δομικών προβλημάτων της υπαγμένης στην ΟΝΕ ελληνικής οικονομίας.

* Ο Θ. Μαριόλης είναι Αν. Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και Managing Editor του Bulletin of Political Economy.

Ο Κ. Παπουλής είναι Πολιτικός Μηχανικός, Msc στην Περιφερειακή Ανάπτυξη.

Η δυναμική του ΠΔΧ προσδιορίζεται, όπως είναι γνωστό, από τους ακόλουθους παράγοντες: (1) το τρέχον ύψος του ΠΔΧ, (2) το μέσο ονομαστικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, (3) τον πληθωρισμό, (4) τον ποσοστιαίο ρυθμό μεταβολής του πραγματικού (αποπληθωρισμένου) ΑΕΠ, (5) το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού ως ποσοστό του ΑΕΠ, και (6) τη δημιουργία νέου χρήματος για τη χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος (δηλ. την αύξηση της λεγόμενης «νομισματικής βάσης»). Οι παράγοντες (1) και (2) τείνουν να αυξήσουν το ΠΔΧ, ενώ όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες τείνουν να τον μειώσουν. Έπεται, λοιπόν, ότι όταν γνωρίζει κανείς (ή, καλύτερα, εκτιμά) τα ύψη όλων αυτών των παραγόντων (τα οποία δεν είναι, όμως, ανεξάρτητα μεταξύ των, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό), δύναται να προσδιορίσει πλήρως τη δυναμική του ΠΔΧ. Τονίζεται, ωστόσο, ότι στα πλαίσια της ΟΝΕ, και ως συνέπεια της κυριαρχίας μονεταριστικών θεωρήσεων, απαγορεύεται η νομισματική χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος (Άρθρο 101 της «Συνθήκης του Μάαστριχτ») και, επομένως, ο κατά σειρά τελευταίος παράγοντας δεν υφίσταται.

Στα ακόλουθα εκτιμούμε και σχολιάζουμε, βάσει έξι, εναλλακτικών, σεναρίων και για 21 έτη (δηλ. από το 2010 έως και το 2030), την εξέλιξη του ελληνικού ΠΔΧ υποθέτοντας (όχι εξωπραγματικά) ότι το μέσο ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους είναι σταθερό και ίσο με 5% (οι εκτιμήσεις των περισσοτέρων αναλυτών κυμαίνονται από το 5.1% έως το 5.5%, υπό την υπόθεση ότι τα λεγόμενα «spreads» θα εξομαλυνθούν), και ότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός είναι σταθερός και ίσος με 2%. Παράμετροι της εκτίμησης είναι ο ετήσιος ποσοστιαίος ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ, στον οποίο δίνουμε τις τιμές 1% και 2%, και το ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο οποίο δίνουμε τις τιμές -3% (έλλειμμα), 0% και 1% (Οι υπολογισμοί βασίζονται στην «κλασική», θεωρητική ανάλυση του Spaventa, L., 1986, The growth of public debt: sustainability, fiscal rules, and monetary rules, Working Paper, WP/86/8, Fiscal Affairs Department, International Monetary Fund, την οποία αναπροσαρμόζουμε στις ανάγκες του παρόντος άρθρου).

Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων παρατίθενται στον Πίνακα που ακολουθεί, ενώ από την περαιτέρω ανάλυση αυτών (την οποία δεν εκθέτουμε χάρη συντομίας) είμαστε σε θέση να αντλήσουμε τα εξής συμπεράσματα:

(1) Σε όλες τις υπό θεώρηση περιπτώσεις το ΠΔΧ αυξάνεται συνεχώς, χωρίς όριο, δηλ. τα ελλείμματα είναι, όπως λέγεται, «μη διατηρήσιμα». Βεβαίως, η ταχύτητα αύξησης συναρτάται με τις τιμές των παραμέτρων της εκτίμησης (και είναι πολύ χαμηλή, συγκριτικά, στο κατά σειρά τελευταίο σενάριο, όπου το ΑΕΠ αυξάνεται με ρυθμό 2% και ο προϋπολογισμός εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα 1%).

 

 

Εκτίμηση της εξέλιξης του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, 2010-2030

ΡΥΘΜΟΣ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ

ΑΕΠ

                1%                                                              2%

2%

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ

ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ

ΔΗΜΟΣΙΟΥ

-3%

0%

1%

-3%

0%

1%

2010

118.6

115.6

114.6

117.4

114.4

113.44

2015

146.0

127.1

120.8

138.2

119.8

113.7

2020

176.2

139.8

127.7

160.0

125.5

113.9

2030

245.9

169.1

143.6

206.7

137.5

114.5

 

(2) Εάν, όπως αναμένεται, σημειωθούν, κατά το διάστημα 2010-2011, αρνητικοί ποσοστιαίοι ρυθμοί μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ (ή/και πληθωρισμός μικρότερος από 2%), τότε το ΠΔΧ θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Για παράδειγμα, εάν σημειωθεί, το 2010, αρνητικός ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ ίσος με -2% ή -3% και πληθωρισμός 1.5% (βλ. τις τελευταίες προβλέψεις του Διοικητή ΤτΕ), τότε η διατήρηση του ΠΔΧ στο ύψος του 113.4%, απαιτεί τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξης του 6.3% ή 7.5% (!), αντιστοίχως (ας αναφερθεί ότι το 2009 σημειώθηκε πρωτογενές έλλειμμα της τάξης του 7.7%).

(3) Με ονομαστικό επιτό κιο 5% και πληθωρισμό 2%, η μακροχρόνια σταθεροποίηση του ΠΔΧ απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ μεγαλύτερο από 2.94%. Έτσι, για παράδειγμα, με πρωτογενές έλλειμμα 3% και με ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ ίσο με 4%, το ΠΔΧ θα εξακολουθεί να αυξάνεται συνεχώς, αλλά θα τείνει να σταθεροποιηθεί στο ύψος του 294.7%, ενώ με έναν ρυθμό μεγέθυνσης ίσο με 5%, θα τείνει να σταθεροποιηθεί στο ύψος του 153.0% (και, για την ακρίβεια, θα φθάσει στο 90% αυτού του ύψους, δηλ. στο 137.7%, έπειτα από – περίπου – 48 έτη: βλ. Σχήμα 1).

Σχήμα 1. Περίπτωση σταθεροποίησης του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, με πρωτογενές έλλειμμα 3% και ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ 5%

(4) Με ονομαστικό επιτόκιο 5%, πληθωρισμό 2% και πρωτογενές έλλειμμα 3%, η συνεχής μείωση του ΠΔΧ απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ μεγαλύτερο του 5.7% (!). Έτσι, για παράδειγμα, η σταθεροποίηση του ΠΔΧ στο επίπεδο του κριτηρίου του Μάαστριχτ, δηλ. 60%, απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 8.4% (βλ. Σχήμα 2). Τέλος, με πρωτογενές πλεόνασμα 1%, η κατά το έτος 2030 μείωση του ΠΔΧ στο 60% απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 4.8%.

Σχήμα 2. Περίπτωση προσαρμογής του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ στο κριτήριο του Μάαστριχτ, με πρωτογενές έλλειμμα 3% και ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ 8.4%

 

Από την προηγηθείσα ανάλυση συνάγεται ότι ο περιορισμός ή, έστω, η σταθεροποίηση του ελληνικού ΠΔΧ είναι μάλλον απίθανα σενάρια. Επειδή, κυρίως, απαιτούνται εξωπραγματικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ ή/και πρωτογενή πλεονάσματα, των οποίων το ύψος ενδέχεται να έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην ενεργό ζήτηση (άρα, στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και, κατ' επέκταση, στην εξέλιξη του ΔΠΧ) όσο και στην κοινωνική συνοχή. Τέλος, η νομισματική χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος, κατά ένα ορισμένο ποσοστό, δεν θα οδηγούσε μόνον σε απαίτηση μικρότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά και (1) σε αύξηση του πληθωρισμού, κατά ένα συγκριτικά μικρότερο ποσοστό, (2) σε μείωση του επιτοκίου, και (3) σε αύξηση του ΑΕΠ, και, επομένως, σε μάλλον σημαντική μείωση της ταχύτητας αύξησης του ΠΔΧ. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η νομισματική χρηματοδότηση απαγορεύεται στα πλαίσια της ΟΝΕ, με συνέπεια η χρηματοδότηση του ελλείμματος να γίνεται με δανεισμό και, έτσι, να ενεργοποιείται τάση ανόδου του επιτοκίου, η οποία ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρή (όπως, ακριβώς, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, λόγω των έντονα αρνητικών προσδοκιών που δημιουργεί στους δανειστές η συνεχώς μειούμενη διεθνής ανταγωνιστικότητά της).

Το ΠΔΧ συνιστά σύνθετο δείκτη της διαδικασίας αναπαραγωγής μίας εθνικής οικονομίας ως πολύπλοκο (δηλ. οικονομικό, δικαιο-πολιτικό και ιδεολογικό) σύστημα. Η κατά κανόνα ανοδική πορεία του ελληνικού ΠΔΧ, από το 1980 και μετά, δεν συνεπάγεται, όπως μηχανικά επαναλαμβάνεται, ότι «κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα χρωστάει περί τα 25000-30000 ευρώ». Και αυτό γιατί τα παιδιά των κατόχων ομολόγων του ελληνικού δημοσίου θα κληρονομήσουν αυτά τα ομόλογα και, έτσι, θα λαμβάνουν τόκους και χρεολύσια. Αντιθέτως, και σε συνδυασμό με άλλους συζυγείς δείκτες (όπως π.χ. ο λόγος του συνολικού, δημοσίου και ιδιωτικού, εξωτερικού χρέους προς το ΑΕΠ, ο οποίος εκτιμάται στα επίπεδα του 180%), η εν λόγω πορεία υποδηλώνει, στην πράξη, ότι η υπαγμένη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διαδικασία αναπαραγωγής της ελληνικής οικονομίας είναι μη διαχειρίσιμη. Αν και θα πρέπει να διερευνηθούν διεξοδικά η εξέλιξη του ύψους και της σύνθεσης του συνολικού χρέους της Ελλάδας και, κυρίως, οι σχέσεις της με τη συνεχώς μειούμενη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, δύναται ήδη να λεχθεί ότι στους απαιτούμενους για την εξομάλυνση της κατάστασης ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ αντικατοπτρίζεται η εικόνα «μίας ισχυρής Ελλάδας μέσα σε μία ισχυρή Ευρώπη». Αλλά αντεστραμμένη.

Πρυτανικές εκλογές και φοιτητική ψήφος

Πρυτανικές εκλογές και φοιτητική ψήφος

 

Του Βένιου Αγγελόπουλου*

 

Σε αρκετά πανεπιστήμια της χώρας έγιναν πρόσφατα πρυτανικές εκλογές, με το καθεστώς του νόμου Γιαννάκου, που προβλέπει καθολική ψηφοφορία μεταξύ των φοιτητών, και αναγωγή της φοιτητικής ψήφου στο 40% του συνόλου (στο 50% ανέρχεται το βάρος της ψήφου των διδασκόντων και σε 10% των λοιπών εργαζομένων).

Το προηγούμενο σύστημα είχε τα ίδια ποσοστά ανάμεσα στις κατηγορίες, αλλά η ψηφοφορία ήταν καθολική μόνο στα μέλη ΔΕΠ, οι υπόλοιποι ψηφίζαν με εκπροσώπους. Είχε επισημανθεί από νωρίς και από αρκετούς[i] ότι ο μη συνυπολογισμός της αποχής στο νέο νόμο και αντιδημοκρατικός είναι, και τα αποτελέσματα διαστρεβλώνει.

Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών είναι άκρως αποκαλυπτικά για όποιον σκύψει να τα διαβάσει. Στα πέντε από τα έξι πανεπιστήμια που έχω υπόψη μου (Καποδιστριακό, Αριστοτέλειο, Μετσόβιο, Μακεδονίας, Γεωπονικό, Αιγαίο) οι εκλογές έγιναν απρόσκοπτα και η αποχή από τις φοιτητικές κάλπες κυμάνθηκε από 88,5% (Γεωπονικό) μέχρι 97% (Αιγαίο), οι φοιτητικοί ψήφοι όμως μέτρησαν για 40% του συνόλου[ii]. Στο Πολυτεχνείο υπήρξε ενεργητική παρεμπόδιση ψήφου από μία παράταξη (ΕΑΑΚ) στην οποία αντέδρασε μόνον η ΠΑΣΠ ενώ οι υπόλοιπες παρατάξεις μάλλον έκλιναν προς την αποχή. Η ψηφοφορία διακόπηκε, έγιναν μικροαψιμαχίες, και τελικά επικράτησαν οι οπαδοί του μποϋκοτάζ: Στο όλο επεισόδιο, οι φοιτητές που συμμετείχαν ζήτημα είναι αν ξεπερνούσαν τους 300, για 15000 εγγεγραμμένους, δηλαδή 2% των φοιτητών ενδιαφέρθηκαν για το θέμα.

Οι φοιτητές λοιπόν ψήφισαν. Ψήφισαν μαζικά, ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία, ψήφισαν ότι οι πρυτανικές εκλογές δεν τους ενδιαφέρουν.

Το γεγονός αυτό ανατρέπει κάποια ιδεολογήματα στα οποία στηρίχτηκε ο ισχύων νόμος. Σίγουρα η καθολική ψηφοφορία είναι κατάκτηση του δημοκρατικού κινήματος, κατάκτηση ποτισμένη με αίμα. Όμως εδώ πρόκειται για μια δοτή δημοκρατία που σε κανένα αίτημα δεν απαντά:  Ουδέποτε οι σημερινοί ή οι χτεσινοί φοιτητές αγωνίστηκαν για να εκλέγουν πρυτανείες, άλλους αγώνες έχουν στο ενεργητικό τους. Αντίθετα, τα αποτελέσματα επικυρώνουν την άποψη εκείνων των φοιτητικών παρατάξεων που αντιτάσσονται στη φοιτητική συμμετοχή.

Η ρύθμιση των πρυτανικών εκλογών εντάχθηκε ως «εξωραϊστικό» στοιχείο σε ένα νόμο-κουρελού, νόμο διαλυτικό για την Ανωτάτη Παιδεία[iii], με το πρόσχημα ότι καταπολεμά τον εκμαυλισμό των εκπροσώπων. Στην πράξη αποδείχτηκε ακριβώς το αντίθετο: ο μη συνυπολογισμός της αποχής, μαζί με τη φοιτητική αδιαφορία, αυξάνει το βάρος των παρατάξεων των κυβερνητικών κομμάτων. Τα μεγαλοστελέχη τους έχουν λαμπρές προοπτικές κομματικής καριέρας, ο τέως Υπουργός Παιδείας κ. Στυλιανίδης είναι φωτεινό παράδειγμα[iv].

Κομματικές σκοπιμότητες υπαγόρευσαν αυτή τη διάταξη, όπως και την μη κατάργησή της από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις και τις μετεκλογικές διαρροές. Καιρός λοιπόν να ξαναδούμε το θέμα της φοιτητικής συμμετοχής καθαυτό.

Ιστορικά, η φοιτητική συμμετοχή καθιερώνεται με το νόμο-πλαίσιο 1268/82, μετά από μια περίοδο έντονων φοιτητικών, μαθητικών και ενδοπανεπιστημιακών συγκρούσεων και ανακατατάξεων. Κύριο χαρακτηριστικό του η κατάργηση της καθηγητικής έδρας και των αυταρχικών δομών του πανεπιστημίου. Παρά το ότι πολλοί του καταλόγισαν ατολμία (η Αριστερά τον καταψήφισε στη Βουλή), το τότε «καθηγητικό κατεστημένο» του κήρυξε τον πόλεμο. Η φοιτητική ψήφος θεωρήθηκε από το ΠΑΣΟΚ ως ένα απαραίτητο συμπλήρωμα για την ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο πανεπιστήμιο.

Από τότε, η κατάσταση, οι συσχετισμοί και τα επίμαχα σημεία έχουν αλλάξει. Οι θεσμοί και τα ποσοστά συμμετοχής παραμένουν όμως. Στην αρχή θεωρήθηκε ότι η αμφισβήτησή τους θα προξενούσε φοιτητικές αναταραχές. Κατόπιν, διότι οι φοιτητικές παρατάξεις αποτελούσαν ένα βασικό φυτώριο παραγωγής στελεχών για τα κόμματα και το ευρύτερο πολιτικό σύστημα. Και ακριβώς γι' αυτό το λόγο κατέληξαν να είναι, όχι ο προθάλαμος μιας ιδεατής δημοκρατίας, αλλά η αναπαραγωγή της δικής μας ελαττωματικής δημοκρατίας, της δημοκρατίας των πελατειακών σχέσεων και των προσωπικών εκδουλεύσεων. Και όπως το πολιτικό σύστημα είναι απαξιωμένο στον κόσμο, άλλο τόσο οι φοιτητικές παρατάξεις στο σύνολό τους συναντούν την αδιαφορία της πλειοψηφίας του φοιτητικού κόσμου. Χαρακτηριστικό σύμπτωμα ότι οι αυτόνομες φοιτητικές παρατάξεις, που κάποτε ξεφύτρωναν σα μανιτάρια, έχουν ουσιαστικά εκλείψει.

Σε τι τελικά ωφελεί η φοιτητική συμμετοχή στις πρυτανικές εκλογές, πέρα από την αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος; Σε τι ωφελεί τους φοιτητές τους ίδιους; Πρόσκαιροι κάτοικοι του πανεπιστημίου, καλούνται να επιλέξουν ένα μόνιμο κάτοικο να διοικήσει: Με τι κριτήριο; Συνήθως οι υποψήφιοι είναι άγνωστοι στους περισσότερους φοιτητές, από δεύτερο χέρι ακούν τα ελαττώματα και τις αρετές τους. Αποτελεί εκμάθηση της δημοκρατίας η επιλογή κυβερνώντων κάθε τέσσερα χρόνια; Τι σχέση έχει αυτό με την συνδιαμόρφωση των αποφάσεων από τον δήμο; Ουδεμία. Τι όφελος έχει ο «μέσος φοιτητής»; Κανένα. Όχι επειδή το λέω εγώ, αλλά επειδή οι ίδιοι οι φοιτητές γύρισαν την πλάτη τους σ' αυτή την επίφαση δημοκρατίας, σε ποσοστό πάνω από 90%.

Το συμπέρασμα νομίζω έρχεται αβίαστα, παρότι ανατρέπει συνήθειες. Κανείς λόγος διατήρησης της φοιτητικής συμμετοχής σε πρυτανικές εκλογές δεν στέκει, πέρα από την αναπαραγωγή ενός συστήματος που πάσχει. Οι φοιτητές έχουν άλλους τρόπους να αγωνίζονται για τα ιδανικά τους, άλλα αντικείμενα για τα οποία αντιπαλεύουν μεταξύ τους. Ας μην υποκαθιστούμε την πάλη των ιδεών με την επιλογή προσώπων.

Οι γραμμές αυτές δεν κλείνουν τον προβληματισμό, τον ανοίγουν. Το αίτημα του συνυπολογισμού της αποχής (το οποίο μέχρι τώρα συνυπέγραφα) έχει, κατά τη γνώμη μου, ξεπεραστεί. Άλλα ερωτήματα όμως μένουν ανοιχτά: Τι συμβαίνει με τις εκλογές προέδρων τμημάτων, όπου και η γνωριμία με τους υποψήφιους είναι πιο άμεση και η θητεία μικρότερης διάρκειας, και τα προβλήματα πιο άμεσα συνδεδεμένα με την καθημερινότητα του φοιτητή; Τι πρέπει να γίνει με τους μεταπτυχιακούς, οι οποίοι είναι μεν φοιτητές, αλλά συχνότατα και εργαζόμενοι στα Ιδρύματα και αρκετά συχνά σε συνθήκες δουλοπαροικίας, μπροστά στις οποίες οι προ τριακονταετίας βοηθοί ήσαν πρίγκιπες; Ποια πρέπει να είναι η συμμετοχή των διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι συμβασιούχοι διδάσκοντες;  Χώρια που η όποια συμμετοχή δεν εξαντλείται στην επιλογή «κυβερνήτη», αλλά σημαίνει, επίσης και κυρίως, συμμετοχή στα όργανα, σημαίνει διαφάνεια και ακαδημαϊκότητα. Και άλλα πολλά…

Ιδίως στους καιρούς που ζούμε, όπου η επίθεση στο πορτοφόλι των ανθρώπων συνδυάζεται με την συγκέντρωση της εξουσίας και των αποφάσεων σε όλο και λιγότερα άτομα, καμία αυταπάτη δεν έχω ότι η όποια κυβέρνηση θα χαρίσει μια «καλή μεταρρύθμιση». Κι αν προς στιγμή φανεί ότι το κάνει χωρίς να υπάρξει αντίστοιχη πίεση από κάτω, κάτι λάκκο έχει η φάβα.

Όχι, οι γραμμές αυτές απευθύνονται βασικά σ' εκείνους, άτομα ή συλλογικότητες, που νοιάζονται για το πανεπιστήμιο, μέσα στο πανεπιστήμιο. Και κυρίως βεβαίως στους φοιτητές τους ίδιους. Οι οποίοι μέχρι στιγμής, πολλές φορές έχουν στηρίξει την επιχειρηματολογία τους στο τι λέει ο τάδε νόμος και όχι στο τι οι ίδιοι θέλουν για το πανεπιστήμιο και την κοινωνία. Δυστυχώς.

Αλλά γι' αυτό, όχι μισή ντροπή δική τους, αλλά όλη δική μας, της κοινωνίας των ενηλίκων, εφόσον όλη η εκπαίδευση που τους δώσαμε συνίσταται να στέκονται στην επιφάνεια και να αναπαράγουν στερεότυπα για να περάσουν τις εξετάσεις, και όχι να σκαλίζουν τα αίτια…

 

ang@math.ntua.gr

 

Αθήνα, 22/6/2010

 

Σημείωση: Άρθρο υπό δημοσίευση στην "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" της 27 Ιουνίου 2010.



[i] Π.χ. από τον γράφοντα, Ελευθεροτυπία, 3/7/2008.

[ii] Το 40% του συνόλου αντιπροσωπεύθηκε από 5 φοιτητές στους 670 σε εκλογή Προέδρου Τμήματος στην Κρήτη.

[iii] Η λεπτομερής κριτική αποτίμηση του νόμου Γιαννάκου ξεπερνά τα πλαίσια αυτού του άρθρου.

[iv] Υπό την προϋπόθεση βεβαίως πως το παρόν πολιτικό σύστημα θα επιβιώσει της κρίσης…

Άσπιλος και άναρχος – του Γιάννη Ποτ.

Άσπιλος και άναρχος

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Έρχομαι πλατύτερος

των οριζόντων

από τα βάθη του χρόνου

Βότσαλο νηφάλιο

στην αμμουδιά του σύμπαντος,

που το σμιλεύουν τα κύματα

Σύννεφο, που γαυριάζει

στους καιρούς

Αλλάζουν την ρότα μου

οι άνεμοι της ιστορίας

 

Η εμβέλεια μου πλανητική

Η εμβέλεια των ερωτημάτων μου

συμπαντική

Και η δόξα της Βασίλισσας,

δεν ξεπερνάει την κυψέλη της

 

Ζωγραφίζω  στον καμβά

της φαντασίας μου

τυχαίες πινελιές

Αδράχνω τις μορφές

που αναδύονται στο χάος

 

Με απέραντη υπομονή

προσμένω

τα σκουλήκια των πόθων μου

να γίνουν πεταλούδες

Να γευτεί η ψυχή μου

μια σταγόνα νέκταρ

 

Καρτερώ το χαμόγελο

της άνοιξης

Να φωτίσει το χειμώνα μου

 

Συλλέγω παλιές φωτογραφίες

και περιμένω

να πάρουν ζωή, τα όνειρα

στο άλμπουμ του συλλέκτη

Πριν χαθώ μαζί τους

Για δεύτερη φορά ικέτης

αναπάντητος.

 

                                        29 Δεκεμβρίου 2009, Γιάννης Ποταμιάνος

Εν είδει Κοινωνικής Κριτικής

Εν είδει Κοινωνικής  Κριτικής

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη

 

 «Τα  σφάλματα  των  ιδιωτών  προκαλούν  ζημιά  μόνο  στους  ίδιους
  και  όχι  στο  πλήθος,
  ενώ  τα  σφάλματα  των  αρχόντων  και  των  πολιτικών
  αγγίζουν  τους  πάντες». Δημοσθένης
 
Η  παραδοχή, κατ' αρχάς, ότι η εν πολλοίς κρατικοδίαιτη διαφθορά   στις  μέρες  μας  ταλανίζει  την  ελληνική  κοινωνία,  είναι απαραίτητο στοιχείο εθνικής αυτογνωσίας, καθώς  η  ιστορία  έχει  δείξει  πως  ο  δρόμος  της  αρετής απαιτεί  ανάληψη ρηξικέλευθων  πρωτοβουλιών  και  τολμηρά  έργα. 

Ο  καθηγητής και εμβριθής διανοητής Χρήστος  Γιανναράς  διατυπώνει σχετικά: «εδώ  και  αρκετά  χρόνια,  στην  Ελλάδα  η  κοινωνική  διαφθορά  είναι  σε  μεγάλο  ποσοστό  κρατικογενής.  Το  κράτος  είναι  ο  βασικός  διαφθορέας  της  ελληνικής  κοινωνίας,  μολυσματική  αιτία  και  γενεσιουργός  αφορμή  αμοραλισμού,  σήψης,  εκφαυλισμού  των  πολιτών.  Το  κράτος: δηλαδή  τα  κόμματα, αφού  στην  Ελλάδα  δεν  υπάρχει  κράτος  έξω  από  τα  κόμματα,  ίσως  ούτε  και  κοινωνικές  εκφάνσεις  του  βίου  αμόλυντες  από  τον  κομματισμό. Έχουμε  τελευταία  αφόρητη  αίσθηση  πνιγμού  από  τη  δυσοσμία  και  αποφορά  της  διαφθοράς, μέχρι  ασφυξίας  σε κάθε  πτυχή  της  κοινωνικής  πραγματικότητας. Κοινός  τόπος  ότι  στο  Ελλαδικό  κράτος  υπάρχουν  νόμοι,  αλλά  είναι  κραυγαλέα  ατελέσφορο  το  θεσμικό  σύστημα  επιβολής  των  νόμων. Ο  Έλληνας  ενηλικιώνεται  με  την  εμπειρική  (ασυνείδητη  ίσως)  βεβαιότητα  ότι  οι  νόμοι  υπάρχουν  για   να  μην  εφαρμόζονται».

Οι  δε  υπαίτιοι  της  σημερινής  κατάστασης, είτε εντοπίζονται σε υψηλά κλιμάκια πολιτικο-οικονομικής και κοινωνικής  εξουσίας είτε σε χαμηλά, είτε απλώς έχουν επωφεληθεί από τη σχέση τους μαζί τους, επιτάσσεται  να  ομολογήσουν εμπράκτως  τα  σφάλματά  τους  και  να  απομακρυνθούν  από  την  εξουσία  δια  παντός.  Οι  κατέχοντες  την  εξουσία  ας  αναλογιστούν   επιτέλους  τη βαρύτητα  των  λόγων  του  Κικέρωνα: «Η  διοίκηση  μιας  κυβερνήσεως  καθώς  και  μιας  κηδεμονίας  δεν  πρέπει  να  αποβλέπει  στο  συμφέρον  του  κηδεμόνος  αλλά  του  κηδεμονευομένου».

Ο Αριστοτέλης  είχε  πει  ότι  αν  υπήρχαν  νομοταγείς  πολίτες  δε  θα  χρειαζόταν  το  κράτος. Τώρα  που  ο  τριγυρινός  μας  κόσμος  μοιάζει  να  θέλει  να  μας  κάνει  «τρόφιμους»  ενός  οικουμενικού  πανδοχείου,  θα  την  απαρνηθούμε  άραγε  αυτή  τη  μνήμη; Τη μνήμη  της μακραίωνης  παράδοσης του λαού μας σε  καιρούς  ακμής  αλλά και  σε  αιώνες  διωγμών  και  άδειων  λόγων; «Θα  το  παραδεχτούμε  τάχα  να  γίνουμε  απόκληροι»;  (Γ. Σεφέρης: «Δοκιμές»).

Ο  σημερινός  Έλληνας  θα  πρέπει  να  επαναπροσδιορίσει  το  είναι  του,  δηλαδή,  την  ίδια  την  καθημερινότητα  του, όπως αυτή εκπορεύεται από τις ηθικές αξίες και τις γενικότερες αρχές του, και  να  εκμεταλλευτεί  την  σπουδαία  τεχνολογική  πρόοδο  που  συντελείται  στην  εποχή  μας,  μέσα  από  την  ίδια  του  την  ελεύθερη  φύση. Αφού  η ελευθερία  της  μηχανής  πρέπει  να  σταματά  εκεί  όπου  αρχίζει  η  ουσιαστική  ανθρώπινη  ελευθερία,  η  μηχανή  πρέπει  να  συντελέσει  στην  επαύξηση  της  ανθρώπινης  ελευθερίας  και  όχι  στη  μείωσή  της. Ο περιορισμός της   άκριτης καταναλωτικής μανίας,  η εξάλειψη της κακοδιοίκησης, η έμπρακτη «κατάργηση» των πελατειακών σχέσεων, η εμπέδωση των αρχών της ισονομίας και ισοπολιτείας αποτελούν    σκληρά αθλήματα  για τον Νεοέλληνα που  αξίζουν  τον  κόπο…

Ο   Καφκικός  μικρός  μύθος,  που  με  απλά   λόγια  περιγράφει  και  περικλείει  όλο  το φιλοσοφικό  νόημα  κάθε ουσιαστικής, ενδόμυχης  αναζήτησης,  για  την  σύγχρονη  παραδοξότητα του  ανθρώπου και, πολύ περισσότερο, υπό τις σημερινές δύσκολες περιστάσεις, για την παραδοξότητα και μοναξιά του Έλληνα ανθρώπου, είναι εύγλωττα αφοπλιστικός: «Τι  ευτυχία!  Είπε  ο  ποντικός.  Ο  κόσμος  γίνεται  ολοένα  και  μικρότερος  μέρα  με  τη μέρα!  Στην  αρχή  ήταν  τόσο  μεγάλος  που  απ' το  φόβο  μου  μ' έπιανε  η  καρδιά  μου,  έτρεχα  όλο  και  πιο  μακριά  και  ήμουν  ευτυχισμένος  που  τελικά  μπόρεσα  να  κοιτάζω  δεξιά  και  αριστερά, πέρα,  μακριά,  τα  τείχη.  Αλλά  αυτά  τα  μακρινά  τείχη  πλησιάζουν  τόσο  γρήγορα  το  ένα  το  άλλο,  έφτασα  κιόλας  στο  τελευταίο  δωμάτιο,  κι  εκεί,  στην  γωνία  βρίσκεται  η  φάκα  κι  εγώ  τρέχω  καταπάνω  της.  Πρέπει  απλά  ν' αλλάξεις  την  κατεύθυνση  προς   την  οποία  τρέχεις,  είπε  η  γάτα  και  τον  έφαγε…»

 Υπάρχει  μια  επιστημονική  αρχή  σύμφωνα  με την οποία κάθε  κενό  που  δημιουργείται  στη  φύση  καλύπτεται  αναπόφευκτα  και  κατά  κανόνα  από  άλλα  στοιχεία  υποβαθμισμένης  ποιότητας.  Όλοι  μας  έχουμε  την  τάση  αυτό  να  το  ξεχνούμε.  Όταν  εγκαταλείπονται  ή  χάνονται  παλιές  ηθικές  αξίες, δάσκαλοι,  εκπαιδευτικοί,  πανεπιστημιακοί,  ακαδημαϊκοί,  ιεροφάντες  της  παιδείας,  η κοινωνία στο σύνολό της και με την συνολική της  δράση υποχρεωτικά  θα  πρέπει  να τις αντικαταστήσει με άλλες.   Αν  όχι,  τότε  επέρχεται  μια  κατακόρυφη  πτώση  στη  δυναμική  της.

Ο  Κορνήλιος  Καστοριάδης  ονομάζει  τις  σημερινές  κυβερνήσεις,  «φιλελεύθερες  ολιγαρχίες»: «Στην  αρχαία  Ελλάδα  λειτουργούσε  από  τα  χρόνια  του  Ομήρου  ένα  άτυπο  δημοκρατικό  πολίτευμα.  Η  ονομασθείσα  από  τον  Ένγκελς  «Αυθόρμητη  Δημοκρατία».  Γέννημα  της  «Αυθόρμητης  Δημοκρατίας»  είναι  η  «κουλτούρα  του  πολίτη»  των  αρχαίων  Ελλήνων.  Η  Αθηναϊκή  Δημοκρατία  γεννήθηκε  από  τον  μετασχηματισμό  της   «Αυθόρμητης  Δημοκρατίας»  ενώ  η  «Έμμεση   Δημοκρατία»  από  τον  μετασχηματισμό  των  μοναρχιών  και  φεουδαρχιών».

Στην  αθηναϊκή  δημοκρατία  δεν  μπορούσε  να  ψηφιστεί Νόμος αν  δεν  υπήρχε  «προβούλευμα»  της  Βουλής,  ούτε  τον  παραμικρό  νόμο  είχανε  δικαίωμα  να  ψηφίσουν  οι  βουλευτές  μόνοι  τους,  πολύ  περισσότερο  δεν  είχαν  εξουσία  να  κρίνουν  σοβαρά ζητήματα  όπως  ο  πόλεμος.  Αυτά  τα  ψήφιζε  με ατομική ψηφοφορία  ο  «λαός» δηλαδή άπαντες  οι έχοντες νομίμως το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη. 

Επί  πλέον  «εντός  ενός  έτους  από  την  ψήφιση  μιας  προτάσεως  νόμου  μπορούσε  να  ασκηθεί  καταγγελία,  άρα  και  δίωξη,  από  οποιονδήποτε  πολίτη  κατά  του  προτείνοντος  το  νόμο  καθώς  και  κατά  των  προεδρευόντων των  προτάσεων,  αν  η  πρόταση  είχε  ψηφισθεί  με  παραπλάνηση  του  δήμου  και  ήταν  «παράνομη»,  δηλαδή  ερχόταν σε  αντίθεση  με  τους  υφιστάμενους ήδη νόμους.  Εάν  ο  κατηγορούμενος  με  γραφή  παρανόμων  κρινόταν  ένοχος,  τότε  ο  νόμος  ή  το  ψήφισμα  που  είχε  προτείνει  ακυρωνόταν  και  ο  ίδιος,  προσωπικά  υποχρεωνόταν  σε  πρόστιμο, ενίοτε  πολύ  μεγάλο,  και  σε  ατιμία». (Γ. Ν. Οικονόμου: «Η  άμεση  Δημοκρατία  και  η  κριτική  του  Αριστοτέλη», σελ.34).

Στις σημερινές σύνθετες, πολύπλοκες συνθήκες ζωής, η «παγκοσμιοποίηση»  και  η  περαιτέρω  ανάπτυξη  της  τεχνολογίας  καθιστούν  την ουσιαστική  συμμετοχή  των  πολιτών  στη  λήψη  των  «μέγιστων» γι' αυτούς  αποφάσεων  κρίσιμη  και  ζωτική. Η  δύναμη  της  ψηφιακής   τεχνολογίας  είναι  τόσο  μεγάλη,  ώστε  να  αποτελεί  πειρασμό,  αν  όχι  κίνδυνο,  όταν  χρησιμοποιείται  για  την  άσκηση  της  εξουσίας  από  τους  λίγους  και  όχι  απ'  όλους  τους  πολίτες. Σήμερα  όργανα  εξουσίας  είναι  οι  εκλεγμένοι  από  τους  πολίτες  εκπρόσωποί  τους.  Η  εξουσία  των  πολιτών  έχει  περιορισθεί  στην  επιλογή  των  εκπροσώπων  τους,  που  γίνεται  με  κανόνες  και  πρακτικές  που  δεν  καθορίζονται  από  τους  πολίτες,  αλλά  από  τους  «άρχοντες» κάθε τύπου και μορφής.

Η  αντιμετώπιση,  συνεπώς,  της παντοειδούς κρίσης  απαιτεί  την  ακύρωση  των  αιτίων  που  την  προκαλούν.  Επιβάλλει την  ορθολογική   συμμετοχή  των  πολιτών  στη  λήψη  των  «μεγίστων»  αποφάσεων. Η  εξουσία  της  επιλογής  των  αρχόντων  δεν  είναι  αρκετή. Η   επαναφορά  της  άμεσης  Δημοκρατίας  με  την  ψηφιακή  τεχνολογία αποτελεί ένα από τα σενάρια μελλοντικών πολιτικών πρακτικών και μεθόδων που, μέσω ηλεκτρονικών ψηφοφοριών και  δημοψηφισμάτων, θα  συνέβαλλαν αποφασιστικά ,σύμφωνα με πολλούς από τους κοινωνικούς αναλυτές,  στην  αντιμετώπιση  της  σημερινής κρίσης.

   

* H Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλολόγου-ιστορικού (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadihttp://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com

Πέρα από τις εξετάσεις I

Πέρα από τις εξετάσεις

 

Του Γιώργου Καββαδία*

 

Ο Μάιος και ο Ιούνιος είναι οι μήνες των πανελλαδικών και ενδοσχολικών εξετάσεων, στις οποίες συμμετέχει ο μαθητικός πληθυσμός των Γυμνασίων και Λυκείων. Η χρονική διαδρομή μαραθώνια και αγχωτική, ειδικότερα οι πανελλαδικές εξετάσεις ψυχοφθόρες και τα αποτελέσματά τους γίνονται αντικείμενο διαλόγου. Και φέτος, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, η επιτυχία στις εξετάσεις συνδέεται με τη δυνατότητα πληρωμής διδάκτρων σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα, με αποτέλεσμα να ροκανίζεται το πενιχρό εισόδημα χιλιάδων οικογενειών.

Οι εξετάσεις αποτελούν τον ορατό μηχανισμό της επιλεκτικής- απορριπτικής λειτουργίας του σχολείου. Πέρα από τον μαζικό αποκλεισμό των υποψηφίων, κυρίως από τις ασθενέστερες τάξεις και στρώματα και τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, οι εξετάσεις επιβάλλουν έναν ολοκληρωτικό έλεγχο στην εκπαιδευτική διαδικασία από το Δημοτικό. Οι εξετάσεις γίνονται εργαλεία που μετατρέπουν τη διαδικασία της μόρφωσης σε εξάσκηση για το κυνήγι «χρήσιμων γνώσεων» που αποφέρουν βαθμούς. Σημασία έχει η παροχή «συνταγών επιτυχίας» για τη συλλογή μορίων. Οι μαθητές «μαθαίνουν» τις σχολικές γνώσεις, αρκετοί περνούν με επιτυχία τις εξετάσεις, αλλά δεν τις κατανοούν. Δεν μπορούν να συνδέσουν τις επιμέρους γνώσεις από τα διάφορα μαθήματα προκειμένου να ερμηνεύσουν τον κόσμο.

Παράλληλα η συζήτηση για το μορφωτικό επίπεδο των μαθητών με βάση την καλή ή την κακή βαθμολογία στις εξετάσεις είναι άνευ σημασίας, γιατί τα υψηλά ποσοστά επιτυχίας ή αποτυχίας είναι μια «κατασκευή» από τους «θεματοθέτες» της Επιτροπής Εξετάσεων, που κρατούν στα χέρια τους τα «εργαλεία» των λεγομένων διαβαθμισμένων θεμάτων Δεν είναι, λοιπόν, η γνώση αποτέλεσμα των εξετάσεων και των διαφόρων τεχνικών. Η κατάκτηση των γνώσεων είναι αποτέλεσμα μιας «άλλης» παιδαγωγικής σχέσης και ενός σχολείου που βασίζεται στις ανάγκες των μαθητών.

Ποια είναι η απάντηση του υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (ΥΠΔΒΜΘ) στο υπαρκτό μορφωτικό πρόβλημα των νέων; Ένα πακέτο εξαγγελιών, από το οποίο ξεχωρίζει η πρόσφατη εξαγγελία για περικοπή ύλης από το Δημοτικό μέχρι και το Λύκειο και για «αναμορφωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα σε 800 ολοήμερα Δημοτικά και άλλα «μεγάλα λόγια» για το «νέο σχολείο».

Μα είναι δυνατόν το ίδιο το ΥΠΔΒΜΘ να διαφημίζει την πολιτική της λιγότερης ύλης και της λιγότερης προσπάθειας; Κι όμως. Η πολιτική για το «νέο σχολείο», πέρα από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, ευθυγραμμίζεται με την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που στα ερείπια του δημόσιου και δωρεάν σχολείου οικοδομεί το φτηνό (χαμηλές δημόσιες δαπάνες, κακοπληρωμένοι εκπαιδευτικοί κ.ά.) σχολείο της αγοράς, το σχολείο της αμάθειας. Η επιλογή τους είναι μια νέα μορφή εκπαίδευσης που να συνδέεται όλο και πιο στενά με τις ανάγκες της αγοράς. Ζητούμενο είναι να εφοδιάζονται οι μαθητές με δεξιότητες ακριβώς στην κατάλληλη στιγμή (just in time), που θα απαξιώνονται γρήγορα, από την εξέλιξη και μόνο της τεχνολογίας. Επιδιώκεται έτσι να διαμορφωθεί ένας τύπος ανθρώπου και, κυρίως, εργαζομένου που πρέπει να είναι ευέλικτος και προσαρμόσιμος στις αλλαγές στην αγορά εργασίας και κυρίως παραγωγικός και πειθήνιος.

 

* Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι Εκπαιδευτικός – Ερευνητής

 

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΘΝΟΣ, 18-6-2010, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11374&subid=2&pubid=16326962

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ …

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ:

 

Τα λάθη της Ευρώπης, η οικονομική θέση συγκεκριμένων κρατών της, τα μεγάλα προβλήματα των τραπεζών, το «τεστ κοπώσεως» των Βρυξελών, η διαφαινόμενη απειλή εξαφάνισης της μεσαίας τάξης και η αναδιάρθρωση του χρέους

 

Του Βασίλη Βιλάρδου *

 

Η «κατάρρευση» των χρηματοπιστωτικών αγορών το 2008, μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι, δεν επρόκειτο για μία απλή «κίνηση» του «συστήματος», για έναν ομαλά πτωτικό δηλαδή οικονομικό κύκλο, αλλά για ένα πολύ πιο σημαντικό γεγονός – με αποτέλεσμα, να παραλληλισθούν οι παγκόσμιες «αναταράξεις» με τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 (άρθρο μας: Ύφεση L; Η μορφή της κρίσης, τα αποτελέσματα της, οι πραγματικές αιτίες, η αναδιανομή εισοδημάτων, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η αναγκαιότητα μίας μερικής αποπαγκοσμιοποίησης  16/5/2009).

Με βάση λοιπόν τη συγκεκριμένη παραδοχή, οι υπεύθυνοι για τη λειτουργία του καπιταλισμού (κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες κλπ), αξιοποιώντας την εμπειρία του παρελθόντος, αφενός μεν πλημμύρισαν τις αγορές με ρευστότητα, αφετέρου ενίσχυσαν, μέσω του δημοσίου τομέα, τη ζήτηση, έτσι ώστε να αναθερμανθούν οι Οικονομίες – ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του Keynes. Δυστυχώς όμως, όπως συνήθως συμβαίνει με τα περισσότερα θέματα, τα οποία προσπαθεί να ρυθμίσει, να ελέγξει καλύτερα ο «ατελής ανθρώπινος παράγοντας», δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία στον «τρίτο» συντελεστή – ο οποίος όμως είναι ο πλέον αποφασιστικός.

Έτσι, παρά το ότι ήταν γνωστό ήδη από το 1930 πως «οι τράπεζες κάνουν τη διαφορά», αφού μέσα από τη δική τους «δυσλειτουργία» εξελίχθηκε η τότε «οικονομική άπνοια» στη Μεγάλη Ύφεση, δεν ελήφθησαν τα απαραίτητα μέτρα «εξυγίανσης» τους – ιδίως από τις Η.Π.Α., οι οποίες «επιδόθηκαν» κυρίως σε νέα «τεχνάσματα», παρά στην αναζήτηση ορθολογικών λύσεων (άρθρο μας: RE-REMICS: Η εγκληματική συνταγή που σταμάτησε δραστικά την κεφαλαιακή «αιμορραγία» των τραπεζών, αύξησε ως δια μαγείας την κερδοφορία τους και τοποθέτησε ακόμη μία βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος.  24/11/2009).

 

Η ΕΥΡΩΠΗ

 

Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, η οποία απειλήθηκε κατά πολύ περισσότερο από την υπόλοιπη «δύση», τα απαιτούμενα «μέτρα» αφενός μεν καθυστέρησαν αδικαιολόγητα, αφετέρου ήταν εξαιρετικά ανεπαρκή – ενώ συνεχίζουν να είναι. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι,

(α)  οι Ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν επενδύσει μεγάλα ποσά σε ομόλογα δημοσίου, ιδιαίτερα των «ασφαλών» κρατών της Ευρωζώνης, με αποτέλεσμα να είναι σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένες, στην περίπτωση που ένα κράτος αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα – όπως για παράδειγμα η Ιρλανδία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία, αργότερα η Ιταλία, η Γαλλία κλπ,

(β)  εντός της Ευρώπης λειτουργεί ένας μεγάλος αριθμός μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες είναι κατά πολύ πιο εξαρτημένες από τις πιστώσεις των τραπεζών, σε σχέση με τις αμερικανικές πολυεθνικές – με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο ευάλωτες, σε περιόδους περιορισμού της ρευστότητας (άρθρο μας: Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ : Η «πιστωτική παγίδα» είναι μία βαριά οικονομική ασθένεια, η οποία εμφανίζεται όταν μία υφιστάμενη κρίση ρευστότητας, προερχόμενη συνήθως από μία ευρύτερη οικονομική κρίση, δεν μπορεί να θεραπευτεί βραχυπρόθεσμα  10/7/2009).        

Περαιτέρω, οι κυβερνήσεις των κρατών της Ευρωζώνης, αντί να προσπαθήσουν να επιλύσουν συλλογικά τα προβλήματα τους, από κοινού δηλαδή, επέλεξαν δυστυχώς εθνικές λύσεις. Παρά το ότι η συμπεριφορά τους αυτή δεν είναι κατακριτέα (με εξαίρεση τη Γερμανία, η οποία έχει άλλες επιδιώξεις – άρθρο μας: Β! Μέρος – Πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος: Ενδιάμεσος απολογισμός της θηριώδους μάχης στο χρηματοπιστωτικό κυβερνοχώρο!  29/3/2009), αφού είναι απολύτως κατανοητό πως είναι δύσκολο να πεισθούν οι Πολίτες μίας χώρας να «επιδοτήσουν» κάποια άλλη, δεν παύει να είναι απολύτως εσφαλμένη. Η άποψη μας αυτή, η πεποίθηση μας μάλλον, τεκμηριώνεται από το αναμφισβήτητο γεγονός της αλληλεξάρτησης (συγκοινωνούντα δοχεία) των ευρωπαϊκών χρηματαγορών – κάτι που σημαίνει ότι, είναι αδύνατον να έχουν μακροπρόθεσμα θετικό αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε μεμονωμένες λύσεις.

Αν μη τι άλλο λοιπόν, τουλάχιστον το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωζώνης οφείλει να αντιμετωπίζεται συλλογικά – σε καμία περίπτωση δηλαδή «εθνικά», εάν επιθυμεί κανείς να αποφύγει την ολοκληρωτική καταστροφή του (η οποία φυσικά θα παρασύρει μαζί της το σύνολο των χωρών της ΕΕ). Επομένως, πρέπει να υπάρξει ένας κοινός ευρωπαϊκός οργανισμός επίβλεψης των τραπεζών – κάτι που προβλέπεται από το καταστατικό της ΕΚΤ.

Εν τούτοις, παρά το ότι η αναγκαιότητα αυτή είναι γνωστή από σχεδόν τριάντα χρόνια τώρα, δεν έγινε απολύτως τίποτα στην πράξη – με αποτέλεσμα, η συνολική ευρωπαϊκή «κατασκευή» να είναι ουσιαστικά «εκ γενετής» ατελής. Φυσικά, οι αγορές έχουν αντιληφθεί το μεγάλο αυτό μειονέκτημα (άρθρο μας: Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ: Η μαζική επίθεση των κερδοσκόπων στην Ελλάδα, οι δέκα μεγαλύτεροι πιστωτές της, καθώς επίσης αναφορές στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στη Γερμανία και στη Γαλλία  4/3/2010) – οπότε, αφενός μεν είναι «ανήσυχες», αφετέρου επιτίθενται κερδοσκοπικά, με όλα τα μέσα που διαθέτουν.

Συνεχίζοντας, αν και θα ήταν ίσως εφικτή, μέχρι πρόσφατα, η απλή επίλυση του προβλήματος, μέσω της δημιουργίας μίας ευρωπαϊκής ρυθμιστικής αρχής για την επίβλεψη των τραπεζών, σήμερα δεν αρκεί. Η Ευρώπη οφείλει να αποφασίσει επί πλέον την έκδοση Ευρωομολόγων, με στόχο την από κοινού χρηματοδότηση όλων των χωρών της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να είναι εφικτός ο δανεισμός των ελλειμματικών χωρών, με προσιτά επιτόκια. Φυσικά, απώτερος στόχος πρέπει να είναι η πραγματική, η πολιτική δηλαδή ένωση της (άρθρο μας: ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ: Μία διακρατική, προοδευτική «φορολογική» κλίμακα, θα ήταν ίσως η ιδανική «κοινωνική» λύση για την εξομάλυνση των ανισορροπιών και την επίτευξη της ισότητας εντός της Ε.Ε.  16/10/2009), αφού διαφορετικά είναι αδύνατον να επιβιώσει.

 

Κατά την άποψη μας βέβαια, είναι μάλλον αργά για την Ευρώπη – όσο αφορά τουλάχιστον την διατήρηση της ανεξαρτησίας της. Δυστυχώς, δεν δόθηκε έγκαιρα η απαιτούμενη σημασία στην Ελληνική κρίση (άρθρο μας: ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ: Η Ελλάδα στο επίκεντρο της αμερικανό-ευρωπαϊκής διαμάχης, τα σφάλματα μας, οι «αλλότριες» ευθύνες και ο υπερπληθωρισμός ομολόγων, ο οποίος φαίνεται να εξελίσσεται σε μία καταστροφική πανδημία  23/1/2010), με αποτέλεσμα να «εισβάλλουν» σχεδόν ανενόχλητες οι Η.Π.Α. (ΔΝΤ) στην Ευρώπη, δια μέσου της Ελληνικής κερκόπορτας.

Σήμερα, ο πρόεδρος του «ταμείου» δεν σχεδιάζει μόνο την άλωση της Ισπανίας, αλλά εκφράζεται «κριτικά» ακόμη και για τη Γαλλία – ενδεχομένως με μελλοντικό στόχο την ίδια τη Γερμανία, η οποία δυστυχώς χαρακτηρίζεται από ένα τεράστιο έλλειμμα διακυβέρνησης, ενώ διαθέτει σχεδόν μηδενική «πολιτική ωριμότητα» (άρθρο μας: ΑΠΟΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ: Η χαμένη μάχη, το πρόβλημα της υπερχρέωσης, η επίθεση μέσω ομολόγων, η αδυναμία χρεοκοπίας των Η.Π.Α., η Ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα και η ευρηματική «επέλαση» του ΔΝΤ  15/5/2010).

Όσον αφορά τις υπόλοιπες χώρες, η Μ. Βρετανία είναι από αρκετό καιρό  χρεοκοπημένη, έχοντας συνολικό χρέος 466% του ΑΕΠ της. Απλά λοιπόν «διατηρείται τεχνητά στη ζωή» από τις Η.Π.Α., μάλλον επειδή ανήκει στον αγγλοσαξονικό καπιταλισμό – ο οποίος, μέσα από την «αποικία» του αυτή, έχει «θέση και μάτια» στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Το Βέλγιο τώρα, το οποίο όχι μόνο έχει υψηλό δημόσιο χρέος (30.382 € ανά κάτοικο – για σύγκριση, το αντίστοιχο μέγεθος της Ελλάδας είναι 24.280 €), αλλά και έντονο κυβερνητικό πρόβλημα, μετά τις τελευταίες εκλογές («διάσπαση» της γαλλόφωνης με τη φλαμανδική πλευρά), αποτελεί αναμφίβολα έναν «λανθάνοντα» αδύνατο κρίκο.     

Πιθανότατα η Πορτογαλία, όπως και η Ιρλανδία (συνολικό χρέος 700% του ΑΕΠ, έναντι 252% της Ελλάδας), παραμένουν στην επικαιρότητα, αν και τα «μεγέθη» τους είναι μάλλον αμελητέα για τις επιδιώξεις του ΔΝΤ – ενώ η Ιταλία, με δημόσιο χρέος περί τα 1,8 τρις €, φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα, παρατηρώντας τις κινήσεις του κ. S. Kahn, ο οποίος έχει πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στις Βρυξέλες. Φυσικά η Ελλάδα, θεωρώντας καλοπροαίρετα ότι η κυβέρνηση της είναι αδύνατον να υπηρετεί «ανίερες συμφωνίες», έχει «παραδώσει τα όπλα», πολύ πριν εμφανισθεί ο εχθρός στις «πύλες» – σε κάθε περίπτωση χωρίς κανέναν αξεπέραστο οικονομικό λόγο, αφού τα προβλήματα μας θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί σχετικά εύκολα, με τη βοήθεια απλά και μόνο της έγκαιρης (2009) διάθεσης Εθνικών Ομολόγων.   

Η Γαλλία, με έλλειμμα στο 7,5% του ΑΕΠ της (2009), καθώς επίσης με δημόσιο χρέος στο 77,6% (περίπου 1,5 τρις €), δεν φαίνεται να έχει τη δυνατότητα ρεαλιστικής «συνδιοίκησης» της ΕΕ, αφού δεν μπορεί να ακολουθήσει τη Γερμανία στην ανάπτυξη – παρά το ότι η τελευταία, με δημόσιο χρέος στο 70% του ΑΕΠ της (1,7 τρις €), δεν είναι στην καλύτερη εποχή της. Η Ολλανδία βέβαια ευρίσκεται σε σχετικά καλή θέση, με δημόσιο χρέος στο 61% του ΑΕΠ της, όπως και η Αυστρία (έλλειμμα 4,7%) – αν και οι τράπεζες της είναι σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένες στην Α. Ευρώπη. Η Φιλανδία, με δημόσιο χρέος 75 δις €, είναι ίσως στην ιδανικότερη θέση από όλες τις χώρες της Ευρωζώνης – μαζί με τη Σλοβενία (40% χρέος) και τη Σλοβακία (22 δις € ή 35,2% του ΑΕΠ της).         

 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

 

Όπως είναι γνωστό, στην αρχή εμφανίσθηκαν οι επισφάλειες στους Ισολογισμούς των τραπεζών, οι οποίες τις οδήγησαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Ακολούθησαν σχέδια διάσωσης τους εκ μέρους των κυβερνήσεων παγκοσμίως, με στόχο να εμποδιστεί η χρεοκοπία τους – η οποία θα είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Λογικό επακόλουθο, ήταν η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού των κρατών, ενώ έγινε εμφανής η τεράστια ανάγκη τους για πιστώσεις – προερχόμενη από την περαιτέρω αύξηση των ήδη υψηλών δημοσίων χρεών.

Η αύξηση των επιτοκίων, σε συνδυασμό με τη μειωμένη διάθεση ανάληψης πιστωτικών κινδύνων από τις «αγορές»,  οδήγησε κάποιες χώρες στα όρια της χρεοκοπίας (Ισλανδία, Ιρλανδία, Ελλάδα). Το γεγονός αυτό αποσταθεροποίησε σημαντικά το «σύστημα», υποχρεώνοντας τις κεντρικές τράπεζες να επέμβουν ξανά, μετά τις ενέργειες τους (2009) για την εξασφάλιση της απαιτούμενης ρευστότητας του συστήματος – σχεδιάζοντας να την απορροφήσουν πριν ακόμη δημιουργήσει προβλήματα (άρθρο μας: ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ: Όσο περισσότερο αργούν να αποσύρουν την υπερβάλλουσα ρευστότητα οι κεντρικές τράπεζες και με όσο πιο πολλά χρήματα πλημμυρίζουν τις αγορές, τόσο πιο καταστροφική θα είναι η «απάντηση του «συστήματος», διά μέσου της «κυοφορίας» νέων υπερβολών («φούσκες»)  17/11/2009).

Δυστυχώς, ο «καθοδικός σπειροειδής κύκλος» συνέχισε την πορεία του, ειδικά στην Ευρώπη, «επιστρέφοντας» στις τράπεζες, οι οποίες απειλούνται σήμερα με νέες επισφάλειες – αυτή τη φορά λόγω των κινδύνων αδυναμίας εξόφλησης των ομολόγων, εκ μέρους των κρατών, τα οποία (κράτη) δανείσθηκαν επαυξημένα για να τις διασώσουν. Η καινούργια αυτή εξέλιξη είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια της εμπιστοσύνης των τραπεζών μεταξύ τους – οι οποίες πλέον δεν δανείζουν η μία την άλλη, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, φοβούμενες να διακινδυνεύσουν τα χρήματα τους.

Αυτή τη φορά όμως, η ΕΚΤ δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει λύσεις – με εξαίρεση ίσως μία μικρή διακοπή, ένα «διάλλειμα» καλύτερα στην «νομοτελειακή» εξέλιξη των γεγονότων. Ενδεχομένως για αυτόν ακριβώς το λόγο, ο κ. Trichet επέκρινε πρόσφατα τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας – με ιδιάζουσα αυστηρότητα, καταλογίζοντας τους ευθύνες σε σχέση με τη διαχείριση της κρίσης (άρθρο μας: ΠΡΩΣΟΙ, ΓΑΛΑΤΕΣ & ΣΑΞΟΝΕΣ: Τα έξι διαφορετικά στάδια της κρίσης, οι ευρωπαϊκές ανισορροπίες, η περιορισμένη διάρκεια των νομισματικών ενώσεων, η «συνεταιριστική» νοοτροπία της Ένωσης, οι φυλετικές διαμάχες και ο Ελληνικός παράγοντας  21/3/2010).

Σε κάθε περίπτωση, οι διεθνείς χρηματαγορές δεν φαίνονται πλέον πρόθυμες να συνεχίσουν να αγοράζουν τραπεζικά ομόλογα – με αποτέλεσμα, ακόμη μία φορά, τον περιορισμό των τραπεζικών πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Το γεγονός αυτό αποτελεί φυσικά μία πολύ μεγάλη απειλή για την εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη η οποία, εφόσον διατηρηθεί η πιστωτική στενότητα, κινδυνεύει να καταλήξει σε μία επόμενη ύφεση – πολύ πιο σοβαρή από την πρόσφατη.

Περαιτέρω, η ενδεχόμενη «παγίδα ρευστότητας» των τραπεζών, εμφανίζεται σε μία εντελώς «ακατάλληλη» χρονική στιγμή. Όπως διαπιστώνεται, τα περισσότερα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν αναχρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις τους εξαιρετικά βραχυπρόθεσμα – αφού μέχρι το τέλος του 2012 έχουν δανειακές ανάγκες ύψους 1,6 τρις € (πηγή: Zeit). Η κάλυψη αυτών των αναγκών τους, εν μέσω της σημερινής κρίσης, θα είναι αρκετά δύσκολη – πόσο μάλλον εάν μεσολαβήσει ενδιάμεσα κάποια αναπάντεχη χρεοκοπία μιας τράπεζας ή ενός κράτους. Επομένως, είναι εξαιρετικά πιθανόν ένα «κύμα» συγκέντρωσης στον τραπεζικό χώρο – η «απορρόφηση» δηλαδή αδύνατων ιδρυμάτων από ισχυρότερα, γεγονός που θα οδηγήσει (κατ' αναλογία με τις Η.Π.Α.), στη δημιουργία ενός τραπεζικού ολιγοπωλίου, αρκετά επικίνδυνου για την Πολιτική και τη Δημοκρατία.  

Στην πραγματικότητα, είναι πάρα πολλοί εκείνοι οι παράγοντες, οι οποίοι τεκμηριώνουν μία «ιδιάζουσα ανασφάλεια» στη διατραπεζική αγορά. Μεταξύ αυτών, ο σημαντικότερος είναι το ότι οι τράπεζες «παρκάρουν» όλο και πιο πολλά χρήματα στην ΕΚΤ – με αποτέλεσμα τα κατατεθειμένα ποσά από τις ευρωπαϊκές τράπεζες στην ΕΚΤ (369 δις € σήμερα), να υπερβαίνουν πλέον τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία τοποθετήθηκαν στην ΕΚΤ μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, αντί να οδηγηθούν στην πραγματική Οικονομία. Φυσικά, το γεγονός αυτό είναι πολύ πιο ανησυχητικό από τότε, αφού σήμερα η ποσότητα χρήματος στις αγορές είναι αρκετά μεγαλύτερη, σε σχέση με το 2008.

Κατ' επέκταση, παρά το ότι η ΕΚΤ προσπαθεί φιλότιμα να καθησυχάσει τις αγορές, οι κίνδυνοι κατάρρευσης του συστήματος παραμένουν σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα. Οι φόβοι αυτοί ενδεχομένως να επιβεβαιώνονται τόσο από την πρόσφατη «στάση» της Ρωσίας, η οποία φαίνεται πλέον να επιθυμεί τη συμμετοχή της στις ευρωπαϊκές διαδικασίες, όσο και από αυτήν της Κίνας – η οποία ανακοίνωσε την ελεύθερη διακύμανση της ισοτιμίας του νομίσματος της απέναντι στο δολάριο, αμέσως μετά τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι εξαγωγές της (σε κάποιο βαθμό, λόγω της πτώσης της τιμής του Ευρώ).     

 

ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ

 

Τα «stress tests» των τραπεζών είναι εξτρεμιστικά σενάρια, τα οποία αποσκοπούν στην έγκαιρη διαπίστωση ενδεχομένων κινδύνων χρεοκοπίας, εάν μεσολαβήσουν ιδιαίτερα επικίνδυνες συνθήκες. Στην περίπτωση που ένα τραπεζικό ίδρυμα δεν «περάσει» με επιτυχία τα τεστ, δεν σημαίνει βέβαια ότι κινδυνεύει άμεσα να πτωχεύσει. Εν τούτοις, είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσει κανείς δημόσια στους Πολίτες, οι οποίοι πιθανότατα, σε μία τέτοια περίπτωση, θα καταλαμβάνονταν από πανικό, αποσύροντας μαζικά τα χρήματα τους.

Παρά το ότι λοιπόν η ευρωπαϊκή επιτροπή παρακολούθησης των τραπεζών διενεργεί ήδη τεστ σε μεγάλες τράπεζες, η Κομισιόν δεν φαίνεται πρόθυμη να δώσει στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα της έρευνας – προτιμώντας την κοινοποίηση τους στους υπευθύνους των κρατών-μελών της ΕΕ, σε μία ειδική συνάντηση, η οποία θα πραγματοποιηθεί στα τέλη του Ιουνίου.  Πόσο μάλλον όταν η ΕΚΤ υπολογίζει ότι, μέχρι τα τέλη του 2011, οι τράπεζες θα πρέπει να «αποσβέσουν» επί πλέον 195 δις € επισφάλειες από τους Ισολογισμούς τους.

Εν τούτοις η Ισπανία, πιεζόμενη από την κοινή γνώμη, η οποία δεν εμπιστεύεται τις τράπεζες της λόγω των τεράστιων προβλημάτων της Οικονομίας της (σύμφωνα με τον P. Krugman  «Η πραγματική εστία της πυρκαγιάς στην Ευρωζώνη δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Ισπανία»), επιθυμεί την δημοσίευση των αποτελεσμάτων του τεστ. Παραδόξως όμως, η χώρα που κυρίως αντιδρά στην «απαίτηση» αυτή για διαφάνεια, η οποία αποσκοπεί στον καθησυχασμό της κοινής γνώμης (κατά το παράδειγμα των Η.Π.Α. το 2009), είναι η Γερμανία. Η αιτία είναι προφανώς η πολύ δυσμενής εικόνα των γερμανικών ομοσπονδιακών τραπεζών (Landesbanken), μερικές από τις οποίες ευρίσκονται πραγματικά στα όρια της χρεοκοπίας.

Ίσως εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, οι εταιρείες αξιολόγησης θεωρούν δεδομένη τη βοήθεια των τραπεζών από τα κράτη, σε περιόδους κρίσεων, αξιολογώντας τις τράπεζες με αυτήν την προϋπόθεση. Εάν κάτι τέτοιο δεν θεωρούταν δεδομένο, τότε η βαθμολογία σχεδόν του συνόλου των τραπεζών, από τις εταιρείες αξιολόγησης, θα ήταν κατά πολύ χαμηλότερη. Ακριβώς για το λόγο αυτό, όταν υποτιμάται η πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους, ακολουθεί αμέσως μετά η αντίστοιχη υποτίμηση των τραπεζών του. 

Συνεχίζοντας στη Γερμανία, το γεγονός ότι οι τράπεζες της είναι οικονομικά πάρα πολύ αδύνατες, εάν αντιμετωπισθούν ανεξάρτητα από τη χώρα, εάν δηλαδή αποδεχθούμε ότι το γερμανικό δημόσιο δεν θα συμμετείχε σε ενδεχόμενη διάσωση τους, τεκμηριώνεται από την τεράστια εξάρτηση τους από τις χρηματαγορές. Τόσο οι τράπεζες των ομοσπονδιακών κρατιδίων, όσο και οι «κτηματικές» (αυτές του κλάδου του ενυπόθηκου δανεισμού ακινήτων), χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω δανείων και ομολόγων – όχι από τις καταθέσεις των πελατών τους, οι οποίες είναι πολύ χαμηλές.  

Εκτός αυτού, οι γερμανικές τράπεζες έχουν επηρεασθεί σε μεγάλο βαθμό από την κρίση των ελλειμματικών χωρών της Ευρώπης αφού, σύμφωνα με την τράπεζα διεθνών διακανονισμών, έχουν δανείσει το συνολικό ποσόν των 465 δις $ στις Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία και Πορτογαλία. Μόνο η Γαλλία είναι σε μεγαλύτερο βαθμό εκτεθειμένη, έχοντας προσφέρει πιστώσεις στις ίδιες χώρες, ύψους 493 δις $ (οι δύο αυτές χώρες μαζί, έχουν δανείσει το 60% των χρημάτων, τα οποία οφείλονται από τις χώρες της Ευρωζώνης στις τράπεζες).  Τα τρομακτικά επακόλουθα μίας ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης χρεών, εκ μέρους κάποιων αδύναμων χωρών της Ευρωζώνης, διαπιστώνονται από την έκθεση της τράπεζας διεθνών διακανονισμών. Για παράδειγμα, οι συνολικές πιστώσεις, τις οποίες έχουν δώσει οι βελγικές, οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες στο ισπανικό δημόσιο, με ημερομηνία τα τέλη του 2009, αποτελούν το 12,1% των πραγματικών κεφαλαίων τους – στην Ελλάδα το 8,3% και στην Πορτογαλία το 5%.    

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ισπανικές τράπεζες, θεωρείται ότι τουλάχιστον 45 «ταμιευτήρια» απειλούνται με υψηλές «αποσβέσεις» επισφαλειών, προερχομένων από ενυπόθηκα δάνεια. Στην περίπτωση δε που αποδυναμωθούν ευρύτερα μέρη του τραπεζικού συστήματος της χώρας, η κατάσταση θα γίνε δραματική – ενώ μόνο η επέμβαση του δημοσίου θα μπορούσε να αποβεί σωτήρια. Ενδεχομένως τότε όμως να απαιτούταν η βοήθεια του ΔΝΤ, κατά το «πρότυπο» της Ελλάδας.

Η κεντρική τράπεζα της Ισπανίας υπολογίζει ότι, οι συνολικές επισφάλειες στους Ισολογισμούς των τραπεζών ανέρχονται στα 166 δις € (στο 18% περίπου του ΑΕΠ της χώρας), από τα οποία έχουν ήδη αποσβεσθεί μόλις 43 δις €. Τέλος, οι απαιτήσεις της Γερμανίας απέναντι στους ιδιώτες και τα ιδρύματα της Ισπανίας ήταν (2009) 202 δις $ – από τα οποία τα 109 δις $ αφορούσαν τις τράπεζες.     

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε δικαιολογημένο το φόβο των τραπεζών, σε σχέση με τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων των stress test, αφού ο κίνδυνος να ξεσπάσει πανικός στις αγορές δεν είναι καθόλου αμελητέος. Μέχρι σήμερα έχουν εισπράξει τεράστια ποσά από τους φορολογουμένους, για την αντιμετώπιση της κρίσης, για τα οποία δεν έχουν ακόμη «απολογηθεί». Εάν τυχόν αποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος από αυτά έχει δαπανηθεί ανεπιτυχώς, πόσο μάλλον εάν υπάρξει θέμα επόμενης ενίσχυσης τους, θα είναι πολύ δύσκολο να αποφύγουν το μοιραίο.   

 

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

 

Όπως έχουμε τεκμηριώσει επανειλημμένα, η Ελλάδα ευρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση από αρκετές άλλες δυτικές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας (άρθρο μας: ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ: Τα κύρια μειονεκτήματα της Ελλάδας, τα τεράστια πλεονεκτήματα της, το συνολικό χρέος επιλεγμένων χωρών, η καταλυτική σημασία του, η ανάγκη ύπαρξης κρατικών ισολογισμών και η ελληνική ιδιαιτερότητα  17/6/2010).

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε σκόπιμη την αναφορά σε μερικά ακόμη μεγέθη της Γερμανίας τα οποία, αφενός μεν αποδεικνύουν ξανά το γεγονός, αφετέρου διαγράφουν τον επόμενο μεγάλο προβληματισμό της Ευρώπης: την απειλή εξαφάνισης της μεσαίας τάξης, του συνεκτικού κρίκου μεταξύ της ανώτερης και της κατώτερης, η οποία, κατά την άποψη μας, θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Έτσι στη Γερμανία, κατά τη διάρκεια του πρώτου τετραμήνου, χρεοκόπησαν 8.230 εταιρείες – 6,7% περισσότερες από το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2009.  Σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της χώρας, η κρίση αποδεικνύεται καταστροφική για τις μικρές κυρίως εταιρείες, αφού το έτος 2009 χρεοκόπησαν συνολικά 33.000 επιχειρήσεις – 11,6% περισσότερες από το 2008.

Την ίδια στιγμή, όλο και περισσότεροι Γερμανοί ιδιώτες δηλώνουν επίσημα αδυναμία πληρωμών. Ο αριθμός τους το Μάρτιο του 2010 ανήλθε στις 10.339 – 18,1% περισσότεροι από τον αντίστοιχο μήνα του 2009, παρά το ότι η Οικονομία της χώρας αναπτύσσεται ξανά, με κέντρο βάρους τις εξαγωγές (φθηνό ευρώ). Στο πρώτο τετράμηνο, ο αριθμός των ιδιωτών που δήλωσαν χρεοκοπία ήταν 27.236 – αύξηση 13% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.    

Γνωρίζοντας ότι η Γερμανία δεν αποτελεί εξαίρεση, αφού το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θεωρούμε ότι υποδηλώνει ξεκάθαρα μία τάση της εποχής, η οποία προέρχεται από την «επέλαση» του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην ΕΕ. Η τάση αυτή, εάν δεν εμποδιστεί, πόσο μάλλον εάν ενισχυθεί από την (εγκληματική) έλευση του ΔΝΤ, θα προκαλέσει τεράστιες κοινωνικές αναταραχές στην Ευρώπη – αφού πολύ δύσκολα οι Πολίτες της θα ανεχθούν τη «γκετοποίηση», πόσο μάλλον την εξαθλίωση μεγάλων κοινωνικών ομάδων, κατά το δυστυχές «παράδειγμα» των Η.Π.Α.   

 

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗΣ

 

Έχοντας την άποψη ότι, η ενδεχόμενη επιστροφή της κρίσης, ξανά μέσα από το «μονοπάτι» των τραπεζών, θα είναι πολλαπλάσια καταστροφική, θεωρούμε σκόπιμη την αναφορά μας στη διαχείριση της υπερχρέωσης – την απολύτως τελευταία, προφανώς επώδυνη και καταναγκαστική επιλογή μίας χώρας, η κυβέρνηση της οποίας δεν κατάφερε να λειτουργήσει σωστά, αποφεύγοντας το μοιραίο.

 

Είναι γνωστό το ότι, εάν ένα κράτος υπερχρεωθεί κινδυνεύει, μεταξύ άλλων, να οδηγηθεί σε μία τεράστιας έκτασης κρίση του κλάδου των ακινήτων, η οποία «πυροδοτεί» αμέσως μετά μία τραπεζική (δίδυμες κρίσεις) – από την οποία είναι σχεδόν αδύνατον να ξεφύγει, στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνο στις δικές του δυνάμεις. Φυσικά, θεωρείται προτιμότερη για το ίδιο η αποφυγή του ΔΝΤ, αφού αφενός μεν μπορεί μόνο του να εφαρμόσει τις μεθόδους του, αφετέρου το ΔΝΤ δεν εγγυάται την αποφυγή της χρεοκοπίας. 

 

Έτσι, μοναδική ουσιαστικά επιλογή του, πριν ακόμη συμβεί η «δίδυμη κρίση», είναι  η «αναδιάρθρωση» του χρέους του – δηλαδή, η «απόσβεση» ενός ποσοστού του, εκ μέρους των πιστωτών του. Πόσο μάλλον όταν, οι αιτίες της υπερχρέωσης του, είναι η διαφθορά και ο χρηματισμός των πολιτικών του, εκ μέρους των εκάστοτε πολυεθνικών. Φυσικά, τη μεγαλύτερη ευθύνη από όλους τους άλλους έχουν πάντοτε οι Πολίτες του (άρθρο μας: ΤΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: Ο καταμερισμός των ευθυνών της συνθηκολόγησης στους Έλληνες Πολίτες, στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, στις κυβερνήσεις, στους κερδοσκόπους και στην ΕΕ  25/4/2010).            

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναδιάρθρωσης χρέους αποτελεί η Γερμανία η οποία, μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος – το οποίο προερχόταν τόσο από την περίοδο προ του πολέμου, όσο και από το κόστος του (δεν αναφερόμαστε στις πολεμικές επανορθώσεις, αλλά κυρίως στο κανονικό δημόσιο χρέος). Η χώρα δεν θα κατάφερνε ποτέ να ανακάμψει, πόσο μάλλον να αποπληρώσει το χρέος της, όσο και αν προσπαθούσε.

Τα γεγονότα όμως λειτούργησαν υπέρ της, όταν ξεκίνησε η περίοδος του ψυχρού πολέμου, στην οποία δεν μπορούσε παρά να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο, με βάση την «καίρια» θέση της στο «χάρτη» Ανατολής-Δύσης. Η Δ. Γερμανία τότε. όφειλε να αναπτυχθεί οικονομικά το συντομότερο δυνατόν, σύμφωνα με τα σχέδια των Η.Π.Α., έτσι ώστε να ενταχθεί άμεσα στη «δύση». Για να μπορέσει όμως να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να μειωθεί το χρέος της, ιδιωτικό και δημόσιο, το οποίο ήταν κυρίως απέναντι στις Η.Π.Α.(3,2 δις $) και τη Μ. Βρετανία (202 εκ. στερλίνες) – τεράστια ποσά για εκείνη την εποχή.           

Η διαπραγμάτευση των χρεών έλαβε χώρα στο Λονδίνο (1952/53), όπου συμμετείχαν αντιπρόσωποι της Γερμανίας, καθώς επίσης όλων των χωρών-δανειστών της. Ο τότε καγκελάριος της Γερμανίας, ο ικανότατος K.Adenauer, είχε τοποθετήσει τον διεθνώς έμπειρο και πασίγνωστο τραπεζίτη H.Abs διευθυντή της διαπραγματευτικής ομάδας της Γερμανίας. Η πρώτη προσφορά του τραπεζίτη ήταν ύψους 500 εκ. ΓΜ ετησίως, για τόκους και χρεολύσια – ένα εξαιρετικά χαμηλό ποσόν, το οποίο είχε τεκμηριωθεί από τη μεγάλη φτώχεια που επικρατούσε στη χώρα μετά τον πόλεμο. 

Παρά το ότι οι διαπραγματεύσεις κινδύνευαν να αποτύχουν εντελώς, λόγω του πολύ χαμηλού ποσού της ετήσιας δόσης, ο γερμανός τραπεζίτης παρέμεινε άκαμπτος στη θέση του. Έτσι κατάφερε, κατόπιν συνεχών διαβουλεύσεων με όλους τους πιστωτές της Γερμανίας, να αποσβεσθεί εντελώς από τους πιστωτές το 35% των τόκων (εξόφληση του υπόλοιπου 65% σε 25 χρόνια), τα χρεολύσια να ανέλθουν σε 750 εκ. Μάρκα ετησίως (για 5 χρόνια), να «αποσβέσουν» οι Η.Π.Α. περίπου 2 δις $ κλπ.

Σε γενικές γραμμές, οι χώρες-πιστωτές της Γερμανίας τότε «ζημιώθηκαν» με την απόσβεση του 60% των απαιτήσεων τους – μία πολύ μεγάλη επιτυχία του καγκελαρίου, η οποία ουσιαστικά έθεσε τις βάσεις της μετέπειτα ανάπτυξης της χώρας του. Έτσι, η διαπραγματευτική ικανότητα μίας κυβέρνησης, η οποία κατανοούσε απόλυτα τα πλεονεκτήματα της, ενώ ταυτόχρονα γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει ποτέ το χρέος της, χωρίς να εξαθλιωθεί ο λαός της μία για πάντα, βοήθησε τη Γερμανία αφενός μεν να μη χρεοκοπήσει, αφετέρου να αντικρύσει ξανά με αισιοδοξία το μέλλον. Άλλωστε, στη Γερμανία επίσης, το χρέος οφειλόταν στους πολιτικούς (ναζιστική κυβέρνηση) οι οποίοι, χωρίς να ενδιαφερθούν για τους Πολίτες τους, οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή.  

Ολοκληρώνοντας το κείμενο μας, επιθυμούμε να τονίσουμε ακόμη μία φορά ότι, η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο αναδιάρθρωσης του χρέους της – πόσο μάλλον να χρεοκοπήσει. Ευρίσκεται σε καλύτερη θέση από όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες (ειδικά εάν εξοφλούσε έντιμα η Γερμανία τις τεράστιες οφειλές της απέναντι μας), ενώ έχει τη δυνατότητα να αναδειχθεί στην ωραιότερη, στην πλουσιότερη και στην πιο πολιτισμένη χώρα του πλανήτη.

Εάν τυχόν οδηγηθεί στην αυτοκτονία, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ (γεγονός που ενδεχομένως να συμβεί εάν δεν εκδιωχθεί άμεσα, πριν από το Φθινόπωρο δηλαδή, το σκοτεινό «ταμείο» – η «σκιώδης» κυβέρνηση καλύτερα), ο μοναδικός, ο αποκλειστικός καλύτερα υπεύθυνος του «εγκλήματος», θα είναι η σημερινή, ευρύτερη πολιτική ηγεσία – η οποία είναι υποχρεωμένη να οδηγήσει την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση, χωρίς καν να σκεφθεί την αποφυγή ή το «μετριασμό» των ευθυνών της, με τη βοήθεια εκλογών.   

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 20. Ιουνίου 2010,   viliardos@kbanalysis.com                                                    

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2136.aspx

Η ευθύνη της Αριστεράς στη σημερινή κρίση

Η ευθύνη της Αριστεράς στη σημερινή κρίση

 

Του Τάκη Φωτόπουλου *


 

Ενώ οι ντόπιες και ξένες ελίτ ήδη άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους για την επιτυχία της κοινοβουλευτικής χούντας στην επιβολή των πιο κτηνωδών μέτρων που έχει γνωρίσει η Ευρώπη, ήδη αρχίζουν όλο και περισσότεροι ν' αντιλαμβάνονται το μέγεθος της εξαπάτησης.

Ετσι, ο αρχηγός της «χούντας» ήδη γουχαΐζεται στις δημόσιες εμφανίσεις του σε αστικά κέντρα -σύνηθες βέβαια φαινόμενο σε χώρες όπως η Βρετανία, όπου το γιουχάισμα των επαγγελματιών πολιτικών (συνοδευόμενο συνήθως με κάποια ζαρζαβατικά, αβγά κ.λπ.) είναι παράδοση. Ομως τα ΜΜΕ της ημι-ολοκληρωτικής «δημοκρατίας» μας φροντίζουν να μη μας ενημερώνουν για παρόμοια συμβάντα, ενώ οι στημένες δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν να μη χάνει σε δημοτικότητα, «προφανώς» γιατί ο ελληνικός λαός είναι ηλίθιος και -αντίθετα με τον ισπανικό, όπου η δημοτικότητα Θαπατέρο για ανώδυνα, σχετικά με τα δικά μας, μέτρα έχει κατακρημνιστεί- επιδοκιμάζει μαζοχιστικά τη «χούντα» του!

Παρ' όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι ούτε οι ίδιες οι ελίτ περίμεναν ότι αυτοί οι κρίσιμοι πρώτοι μήνες θα περνούσαν με απόλυτα ελεγχόμενες (από τα κόμματα εξουσίας και τους τοποτηρητές τους στα συνδικάτα) σποραδικές απεργίες και διαδηλώσεις, τις οποίες η ημι-ολοκληρωτική κυβέρνηση περιορίζει παραπέρα με τη μαζική αστυνομοκρατία που έχει εξαπολύσει, σε συνδυασμό με την γκρίζα και μαύρη προπαγάνδα που χρησιμοποιεί, με τη βοήθεια της Ε.Ε., του ΔΝΤ και των απεριόριστων κονδυλίων που μασούν τα πολλαπλασιαζόμενα παπαγαλάκια στα ΜΜΕ, για τα οποία η κρίση είναι πράγματι ευκαιρία! Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι τώρα βγήκε το κύριο όργανο της υπερεθνικής ελίτ, οι «New York Times», να πλέξει το εγκώμιο για το θάρρος του «να διαλύσει το ελληνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που ίδρυσε ο πατέρας του»,1 μόλις κρύβοντας τον ενθουσιασμό τους για την επιτυχία του protege τους!

Το διαγραφόμενο επομένως τη στιγμή αυτή σενάριο -αν δεν αλλάξουν ριζικά οι κανόνες του παιχνιδιού- είναι ότι τα βάρβαρα μέτρα θα περάσουν και μόνο εάν αργότερα διαπιστωθεί ότι ούτε με αυτά μπορεί να ξεπληρωθεί το χρέος, θα γίνει μια συμφωνημένη επαναδιαπραγμάτευσή του για επιμήκυνση, η οποία θα αφήσει όμως ανέπαφες τις θεσμικές αλλαγές που καταστρέφουν τις οποιεσδήποτε κοινωνικές κατακτήσεις στις εργασιακές σχέσεις, στο ασφαλιστικό, στην υγεία, στην παιδεία κ.λπ. Ο μόνος επομένως τρόπος που έχουν οι πολίτες για να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού είναι η γενική απεργία διαρκείας, που θα ξεπερνούσε τους κομματικούς εγκάθετους στα συνδικάτα και θα παρέλυε τον κρατικό μηχανισμό, με αίτημα το άμεσο δημοψήφισμα για την απόσυρση του συνόλου των μέτρων. Η έγκριση του αιτήματος για απόσυρση θα οδηγούσε σε ανατροπή της κοινοβουλευτικής χούντας που τα εισήγαγε με περισσό θράσος, για χάρη των ντόπιων και ξένων ελίτ που υπηρετεί, και θα ξεκινούσε τη δυναμική ανάδειξης μιας κυβέρνησης λαϊκής ενότητας που θα στηριζόταν, πρώτον, στις μη υποτελείς δυνάμεις της βάσης των κομμάτων εξουσίας (που θα υποχρέωναν τους επαγγελματίες πολιτικούς στη Βουλή σε αντίστοιχη ψήφο στήριξης της νέας κυβέρνησης) και, δεύτερον, στις αντίστοιχες δυνάμεις της Αριστεράς.

Το ζητούμενο όμως είναι με ποια δέσμευση θα αναλάμβανε την εξουσία παρόμοια κυβέρνηση. Και εδώ, η παραδοσιακή Αριστερά (ρεφορμιστική αλλά και αντισυστημική -δηλαδή η Αριστερά που αμφισβητεί ρητά το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία») βασικά δεν έχει να προτείνει ένα συνεπές πρόγραμμα που όχι μόνο θα ξεπερνούσε τη σημερινή κρίση, αλλά και θα έβαζε τις προϋποθέσεις για το οριστικό ξεπέρασμα της χρόνιας κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Ετσι, η ρεφορμιστική Αριστερά ουσιαστικά δέχεται τη θεωρία του μονόδρομου και απλά διαφωνεί με την πρακτική αντιμετώπισής του, προτείνοντας ανοησίες του τύπου Νιου Ντιλ, ή της παρωδίας κεϊνσιανής πολιτικής που υιοθετεί ο Ομπάμα με τα «ξένα κόλλυβα» των κινεζικών καταθέσεων στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Και αυτό, γιατί η απόρριψη του μονόδρομου προϋποθέτει την κατάρριψη των δύο πυλώνων της αναπτυξιακής φούσκας στους οποίους στηριζόταν το εξωστρεφές οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης που υιοθέτησαν οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ στη μεταπολεμική περίοδο: την ένταξή μας στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ και τη συνακόλουθη απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας.

Αλλά και στην αντισυστημική Αριστερά δεν λείπουν οι αντιφατικές θέσεις, που μόνο σύγχυση και αποπροσανατολισμό προκαλούν. Ετσι, ανάγοντας σε «επαναστατική» πανάκεια τη στάση πληρωμών, ομάδα οικονομολόγων και επιστημόνων2 (Μπιτσάκης, Ρούσης, Καζάκης κ.ά.) αλλά και άλλοι οικονομολόγοι του ίδιου χώρου (Λαπαβίτσας3 κ.ά.) ζητούν την έξοδο από την ΟΝΕ και το ευρώ, καθώς και απαγόρευση της φυγής κεφαλαίων. Δεν ζητούν δηλαδή ούτε την έξοδο από την Ε.Ε. αλλά ούτε και μόνιμους κοινωνικούς ελέγχους στην αγορά κεφαλαίων και τις άλλες αγορές, που θα ήταν βέβαια ασύμβατοι με την Ε.Ε., τη συμμετοχή μας στην οποία παίρνουν δεδομένη! Το ίδιο αντιφατικές με τη συμμετοχή στην Ε.Ε. είναι οι προτάσεις τους για (πραγματικές, σε αντίθεση με τις σημερινές εικονικές) κρατικοποιήσεις των τραπεζών και την επανεθνικοποίηση στρατηγικών επιχειρήσεων (ΟΤΕ, Ολυμπιακή κ.ά.)! Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι αντί να απαιτούν την αποπληρωμή του χρέους από τις ντόπιες και ξένες ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, κάποιοι από αυτούς μιλούν για πλήρη διαγραφή του χρέους, «ξεχνώντας» ότι παρόμοια μέτρα έχουν ληφθεί μόνο σε επαναστατικές συνθήκες (και όχι βέβαια μέσα στην Ε.Ε.!), που δεν έχουν όμως σχέση με τις σημερινές συνθήκες όπου κινδυνεύουμε ακόμη και τα μέτρα με τα οποία θα πτωχεύσουν τα λαϊκά στρώματα να περάσουν «αβρόχοις ποσί» για τις ελίτ…

Το κυριότερο όμως είναι ότι τα μέτρα αυτά ουσιαστικά στοχεύουν μόνο στο ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης, ενώ το ζητούμενο είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό μοντέλο, που θα στηρίζεται στην οικονομική αυτοδυναμία και στην τελική εξάλειψη της ανάγκης δανεισμού. Παρόμοιο εγχείρημα ήταν αδύνατο ακόμη και πριν από 2-3 χρόνια, όταν η ενσωμάτωση της χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ήταν δεδομένη στη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού. Σήμερα όμως τίποτα δεν είναι πια δεδομένο και επομένως ούτε η ένταξή μας στην Ε.Ε./ΟΝΕ, που έφερε την κατάλυση κάθε εθνικής κυριαρχίας στο οικονομικό επίπεδο, ούτε η απελευθέρωση των αγορών (κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας), που έφεραν τις «ελαστικές» εργασιακές σχέσεις και την αγοραιοποίηση του ασφαλιστικού, της παιδείας, της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και την καταστροφή της παραγωγικής μας δομής. Αυτό δεν σημαίνει «κλείσιμο των συνόρων», όπως διαστρεβλώνουν πολλοί τη διαδικασία αυτή, αλλά ανάκτηση του κοινωνικού ελέγχου στην οικονομία που σήμερα είναι αδύνατος με ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές. Το ποια μορφή θα πάρει τελικά ο κοινωνικός έλεγχος στην οικονομία είναι θέμα που θα αποφασιστεί από την ίδια την κοινωνία, και κυρίως, εάν οι αγορές είναι ο καλύτερος τρόπος κατανομής των οικονομικών πόρων και κατά πόσον είναι συμβατές με μια πραγματική οικονομική δημοκρατία.

Εάν δεχτούμε τα παραπάνω, τα υπόλοιπα μέτρα είναι αυτονόητα: υποτίμηση της «νέας δραχμής», που θα συνοδευόταν με επιχορηγήσεις των εισαγόμενων ειδών πρώτης ανάγκης, χρηματοδοτούμενες από ένα βαρύ φόρο στα είδη πολυτελείας, δραχμοποίηση του χρέους για να μην κερδίσουν οι πιστωτές από την υποτίμηση και να ελέγχουμε το χρέος, κοινωνικοποίηση των τραπεζών για ν' αποφευχθεί η κερδοσκοπία σε βάρος των ελληνικών καταθέσεων κ.λπ. Αφού έχει θωρακιστεί η οικονομία με αυτά τα άμεσα μέτρα, τότε, από θέση ισχύος, μπορούμε να επαναδιαπραγματευθούμε το χρέος με στόχους α) τη δραστική μείωσή του (για να πληρώσουν οι ξένες ελίτ) και β) τη σταδιακή αποπληρωμή του με έσοδα που θα προέλθουν αποκλειστικά από έναν άκρως προοδευτικό έκτακτο φόρο ακίνητης και κινητής περιουσίας, μετά από καταγραφή/εγγραφή (και όχι απλή αύξηση φορολογίας κεφαλαίου!4) – για να πληρώσουν οι ντόπιες ελίτ και τα προνομιούχα στρώματα.

 

1. Suzanne Daley, «Greek Leader Finds Balm for Deficit: Straight Talk», New York Times, 15/6/2010

2. Πρωτοβουλία οικονομολόγων – επιστημόνων: «Παύση πληρωμών – έξοδος από το ευρώ», 15/5/2010

3. βλ. Ερευνα για την Αριστερά και την Κρίση, «Ε», 19/5/2010

4. Πρωτοβουλία οικονομολόγων, ό.π.

 

* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174727

Το ΕΣΥ καταρρέει

Το ΕΣΥ καταρρέει

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η ιατρική περίθαλψη με κάλυψη της δαπάνης από ασφαλιστικό οργανισμό είναι από τα πλέον βασικά γνωρίσματα της ευνομούμενης Πολιτείας. Κατά τη διάρκεια ζωής της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας της Ρωμανίας αυτή είχε αναπτυχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στη βάση κυρίως της φιλανθρωπίας της Εκκλησίας αλλά με γενναίες κατά καιρούς επιχορηγήσεις του Κράτους.

Στα πλαίσια του δυτικού Κράτους, που σχηματίστηκε μόλις κατά το τέλος του 18ου αιώνα, επιχειρήθηκε η εξ ολοκλήρου ανάληψη της κάλυψης των αναγκών των πολιτών από ιδίους πόρους της Πολιτείας. Μάλιστα, στα πλαίσια της υλιστικής ιδεολογίας, της επίσημης ιδεολογίας των δυτικών κρατικών μορφωμάτων, κι ας το αποκρύπτουν αυτό επιμελώς οι αστοί, σε αντίθεση προς τους κομμουνιστές που το διατυμπανίζουν, η περί φιλανθρωπίας διδασκαλία της Εκκλησίας δέχθηκε σφοδρή επίθεση με την κατηγορία ότι συντηρεί την κοινωνική αδικία και δεν θεραπεύει το πρόβλημα, ωσάν η Εκκλησία να υποστήριζε ότι το θεραπεύει. Για την Εκκλησία η φιλανθρωπία συνιστά έμπρακτη εκδήλωση αγάπης των μελών της προς ανακούφιση των πασχόντων από την κοινωνική αδικία και όχι επίδειξη καλών αισθημάτων εκ μέρους των εχόντων. Βέβαια σε καιρούς παρακμής οι επιφανειακά πιστοί αστοχούν, ώστε να δίνουν πολλές αφορμές για επικρίσεις από μέρους των κριτικά ισταμένων έναντι της Εκκλησίας.

 Η ιατρική περίθαλψη στη χώρα μας ετέθη σε νέα βάση με τη θεσμοθέτηση του ΕΣΥ κατά τη μεταπολίτευση. Μετά από παρέλευση τριακονταετίας πνέει τα λοίσθια. Οι προμηθευτές απειλούν με παύση προμηθείας αναγκαίων ακόμη και για την επιβίωση ειδικών ομάδων ασθενών, καθώς η Πολιτεία αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί προς τις υποχρεώσεις της, έχοντας ως κύριο μέλημα τη συμμόρφωσή της προς τις επιταγές των ισχυρών του κεφαλαίου, στους οποίους παρέδωσε τη διακυβέρνηση της χώρας. Σε κρίσιμες περιστάσεις είναι σύνηθες η Εξουσία να καταφεύγει σε κινήσεις εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης με στόχο την απόσπαση της προσοχής του λαού από την ουσία των προβλημάτων. Έτσι δόθηκε στη δημοσιότητα η είδηση ότι γιατροί του ΕΣΥ, "επίορκοι του όρκου του Ιπποκράτη" που αυτή κατάργησε επειδή κάτι το ενοχλητικό περί εκτρώσεων περιλάμβανε, προέβαιναν σε προμήθεια πλεοναζουσών ποσοτήτων διαφόρων εφοδίων προς ίδιον όφελος (προμήθεια), με συνέπεια την σημαντική επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων! Δεν στέκομαι στην καταγγελία, την αλήθεια της οποίας αποδέχομαι χωρίς δισταγμό. Θα προχωρήσω στη βαθύτερη εξέταση του όλου προβλήματος, το οποίο έφερε τα κρατικά ιδρύματα υγείας ένα βήμα προ της οριστικής παύσης λειτουργίας τους. Γιατί αυτή η φοβερή κατάπτωση σε διάστημα τριάντα μόλις ετών;

Κατά τη δεκαετία του 1980 η πληροφορική δεν είχε ακόμη γνωρίσει την εκπληκτική σημερινή πρόοδο. Ως εκ τούτου η παρακολούθηση των διαφόρων στοιχείων στατιστικού ενδιαφέροντος ήταν κοπιαστική και χρονοβόρα. Με την είσοδο όμως στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα ο προσωπικός υπολογιστής έγινε προσιτός και στον τελευταίο ιδιώτη. Κάθε επιχειρηματίας, ακόμη και ο μικρής δραστηριότητας, οργάνωσε την εργασία του με βάση τα στοιχεία, τα οποία ευχερώς πλέον μπορούσε να αποθηκεύσει στον υπολογιστή. Η Πολιτεία έχοντας μπροστά της μοναδική την ευκαιρία, λόγω και του χρήματος που έρρεε και του πλήθους των νέων που είχαν σπεύσει να ακολουθήσουν σπουδές πληροφορικής, ως σπουδές του μέλλοντος, δαπάνησε τεράστια ποσά για επιμόρφωση ανθρώπων που με τη λήξη της εκπαίδευσης δεν κάθησαν μπροστά σε υπολογιστή και άφησε αναξιοποίητους τον ζήλο και τη γνώση πολλών νέων, οι οποίοι θα μπορούσαν να κατασ τρώσουν θαυμάσια προγράμματα για την ορθή οργάνωση της εργασίας σε πλείστους όσους τομείς του Δημοσίου. Έτσι το πρώτο ερώτημα ουσίας είναι: Γιατί ακόμη και σήμερα δεν κατέστη δυνατή η παρακολούθηση των προμηθειών, των διαφόρων εξωτερικών εξετάσεων, των συνταγογραφήσεων, της κοστολόγησης των φαρμάκων, αλλά και των εξετάσεων των κατά φαντασίαν ασθενών; (Το τελευταίο δεν συζητείται, διότι ο λαϊκισμός πεθαίνει τελευταίος).

 Η όψιμη καταγγελία γιατρών ανωνύμως δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Από ετών δημοσιεύματα εφημερίδων ανέφεραν επωνύμως ισχυρούς προμηθευτές των νοσοκομείων, αλλά και τις διασυνδέσεις αυτών με πολιτικά πρόσωπα, ακόμη και με δεσμούς συγγένειας. Άραγε ασχολήθηκε ποτέ το αρμόδιο Υπουργείο με τις καταγγελίες αυτές; Αλλά, αν ασχολείτο, δεν θα φθάναμε εδώ που φθάσαμε. Το έγκλημα συνετελέστη με την από κοινού δράση προμηθευτών, ιθυνόντων του Υπουργείου, ιθυνόντων των νοσοκομείων και ιατρών. Και αυτό που ανακοινώθηκε, ότι η περίσσεια των πορμηθευομένων υλικών κατέληγε στον κάλαθο των αχρήστων ("κουβανέζικα"), μόνο αφελείς μπορούν να το αποδεχθούν. Γιατί να μην επιστρέφεται στους προμηθευτές, ώστε να ξαναπωλείται στο Δημόσιο; Και τίθεται τα άλλο καίριο ερώτημα: Θα περιοριστεί η Πολιτεία στην τιμωρία των δωροδοκηθέντων ιατρών ή θα επεκτείνει αυτήν καταδικάζοντας και τους δωροδοκήσαντες προμηθευτές; Ιδού λαμπρόν πεδίο δράσεως προς σωτηρίαν των νοσοκομείων.

Κατά την τριακονταετία της παρακμής μας συνέβησαν κοσμοϊστορικά γεγονότα. Κατέρρευσε ο κόσμος του κομμουνισμού, υπό το βάρος των αδυναμιών του, και ο καπιταλισμός προβλήθηκε ως το ιδανικό σύστημα διακυβέρνησης των κοινωνιών. Στα πλαίσια του ιδεολογήματος της άρχουσας τάξης, το Κράτος επιχειρηματίας προβλήθηκε ως το φοβερότερο δεινό. Έχοντας εξασφαλίσει στην πλειονοψηφία του λαού ικανοποιητική οικονομική επιφάνεια, κατέστησε αυτόν παθητικό θεατή της αποδόμησης ή εκποίησης του εθνικού πλούτου. Ως πρώτο αποφασιστικής σημασίας βήμα ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τη διαφθορά. Δαιφθείρει τους ασκούντες την εξουσία με την προσφορά πλήθους ευκαιριών προς πλουτισμό. Γι΄ αυτό άλλωστε καυχώνται οι καπιταλιστές! Διαφθείρει τον λαό με τον εκμαυλισμό των συνειδήσεων (καταναλωτισμός, απεμπόληση της παρά δοσης, απομάκρυνση από την πίστη, διάλυση της οικογένειας, δημογραφική συρρίκνωση, ασωτία, ξενύχτια, πλαδαρότητα, κυνήγι επιπλάστων αναγκών και πλείστα όσα άλλα).

Τα ασφαλιστικά ταμεία, στην υπηρεσία των οικονομικών αναγκών της Πολιτείας επί δεκαετίες, έχαναν σταδιακά τα αναγκαία αποθεματικά, αλλά ουδείς ασχολείτο με τα μαθηματικά αποτελέσματα εκ του υπολογισμού αυτών σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της καταγραφής-μελέτης που έγινε από υπηρεσιακούς παράγοντες του υπουργείου Υγείας, οι υποχρεώσεις των νοσοκομείων προς τρίτους ανέρχονται σε 180 δισ. δρχ. Το ποσό αυτό σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με το έλλειμμα των νοσοκομείων αφού τα χρέη των ασφαλιστικών ταμείων προς τα νοσοκομεία φθάνουν τα 127 δισ., ενώ 45 δισ. δρχ. είναι το κόστος νοσηλείας των ανασφάλιστων, των οικονομικά αδύνατων και των τουριστών που νοσηλεύονται στη χώρα μας χωρίς να πληρώνουν. Οι συνολικές οφειλές προς τα νοσοκομεία είναι μόλις 8 δισ. δρχ. λιγότερα από τα χρέη των νοσοκομείων προς τρίτους. Το πρόβλημα λοιπόν είναι των Ταμείων όχι των Νοσοκομείων.

 Ο ενεργός πληθυσμός συρρικνωνόταν σταθερά από την αρχή της δεκαετίας του 1980, καθώς ο δείκτης γονιμότητας κατρακυλούσε από το 2,5 στο 1, αλλά το μόνο που έκανε η Πολιτεία ήταν να συγκροτήσει επιτροπή, προκειμένου να κατατεθούν προτάσεις. Κατετέθησαν (1992) και έμειναν έκτοτε προτάσεις. Άλλωστε κάποιοι είχαν "καλύτερες" από τις ομοφώνως τότε κατατεθείσες και δεν τις έκρυβαν: Το υστέρημα σε εργατικό δυναμικό θα αναπληρώνεται από μετανάστες! Ας βρουν, λοιπόν, εργασία για τους απόκληρους αυτούς της κοινωνίας, τους οποίους εξωθεί σε έξοδο ελπίδας ή απελπισίας η απληστία των ισχυρών της οικονομίας και των ανισχύρων της πολιτικής. Ας βρουν, τώρα που το μόνο που διαφαίνεται είναι η παρατεταμένη ύφεση της εθνικής (απαγορευμένη λέξη. Ίσως θα χρησιμοποιείται μόνο για την ομάδα ποδοσφαίρου) οικονομίας. Γράψαμε πολλές φορές, ότι το δημογραφικό πρόβλημα τιμωρεί εκείνους που αδιαφορούν για την επίλυσή του. Βρισκόμαστε ενώπιον της τιμωρίας μας πλέον.

Πριν φθάσουμε στη δεινή αυτή θέση αρκετά ασφαλιστικά ταμεία είχαν προβεί στη σύναψη σύμβασης με ιδιωτικά κέντρα υγείας; Γιατί άραγε; Μήπως η πολιτική ήταν να επισπευσθεί η υποβάθμιση των κρατικών νοσοκομείων; Κάποιοι συμπολίτες μας με περιφρόνηση και όχι με πόνο αναφέρονται στα νοσοκομεία ως προσφερόμενα μόνο για μετανάστες πλέον. Και μη συνειδητοποίηση της κατάντιας μας και εκδήλωση φυλετισμού, ξένου προς την παράδοσή μας. Ας ετοιμαστούμε λοιπόν στο εγγύς μέλλον. Ο Θεός να φυλάγει, να καταφεύγουμε στους εμπόρους της υγείας. Είναι η τελευταία κίνηση της συντεταγμένης Πολιτείας, καθώς δεν μπορεί να ανεβάσει τον ΦΠΑ στο 50%

                                                                       

"ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 21-6-2010                

Τούρκοι υπήκοοι οι Κρητικοί Ιεράρχες

Τούρκοι υπήκοοι οι Κρητικοί Ιεράρχες. Νίκη ή ήττα;

 

Του Μανώλη Εγγλέζου – Δεληγιαννάκη

 

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Πατριαρχείο στην Πόλη είναι γνωστό:  Δεν αναγνωρίζεται από το Τουρκικό κράτος η οικουμενικότητά του, θεωρείται ένα ίδρυμα που απευθύνεται σε ορθόδοξους Τούρκους, και ως εκ τούτου οι ιεράρχες του πρέπει να είναι Τούρκοι υπήκοοι. Η θέση αυτή της Τουρκίας παραβιάζει τη συνθήκη της Λωζάννης και στερεί από την οικουμενική ορθοδοξία τη δυνατότητα να διαχειριστεί τα του οίκου της όπως θα έπρεπε. Γιατί, σε συνδυασμό με την εξάλειψη της Πολίτικης Ρωμιοσύνης, που συστηματικά επεδίωξε η Τουρκία, δεν υπάρχει παραγωγή νέων ντόπιων στελεχών για το Πατριαρχείο, και είναι ορατός ο δι' ασφυξίας θάνατός του.

Αυτά έχουν γίνει πια τετελεσμένα, ενώ δεν έπρεπε.

Η ανοχή της Ελλαδικής πολιτείας σε κάθε Τούρκικη πρόκληση μας έχει φέρει εδώ, και η απουσία στήριξης του χειμαζομένου Πατριαρχείου το έχει φέρει σε δεινή θέση. Ο Πατριάρχης είναι με την πλάτη στον τοίχο κυριολεκτικά. Ακόμα χειρότερα, η Τουρκία έχει πια εντάξει το Πατριαρχείο στις επιδιώξεις της εξωτερικής της πολιτικής, ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα και τους απανταχού συναισθηματικά δεμένους μ' αυτό ορθοδόξους. Χρησιμοποιώντας την απόλυτη εξουσία που ασκεί απέναντι σ' αυτό, θέλει να το χρησιμοποιεί ως όργανο της προς επιδίωξη των γεωπολιτικών της φιλοδοξιών.

Η είδηση ότι η Τουρκία δέχεται να πολιτογραφήσει τους Ιεράρχες των Εκκλησιών που υπάγονται απευθείας στο Πατριαρχείο έγινε δεκτή ποικιλοτρόπως.

Το σίγουρο είναι ότι πάτησε πάνω στην αποδοχή της θέσης της ότι το Πατριαρχείο είναι Τούρκικος θεσμός κι όχι οικουμενικός, κι ότι απευθύνεται σε Τούρκους υπηκόους. Εδώ λοιπόν μετράμε μια πρώτη ήττα.

Γιατί το Πατριαρχείο είναι Οικουμενικό, και για να ασκήσει τη δραστηριότητα του δεν πρέπει να περιορίζεται σε Τούρκους μόνο υπηκόους, και η Τουρκία έχει την υποχρέωση να αφήσει ακώλυτη τη δραστηριότητά του.

Αποδεχόμενοι λοιπόν την πρώτη ήττα, υπάρχουν τα εξής δεδομένα: Αφήνουμε το Πατριαρχείο να σβήσει ή το στηρίζουμε; Βέβαια, το δίλημμα δεν περιορίζεται εκεί. Έχει προταθεί να μετεγκατασταθεί στο Άγιον Όρος κηρυσσόμενο σε διωγμό, να ασκηθούν πιέσεις για την αποκατάσταση της Οικουμενικότητάς του κ.λ.π. Επιπλέον, η φυσική απάντηση ΄΄Το στηρίζουμε΄΄, πρέπει να εξελιχθεί παραπέρα και να δούμε τις προοπτικές της. Κι αυτές είναι ανάλογες με το συσχετισμό δυνάμεων και τη βούληση για αντίσταση στις Τουρκικές ορέξεις.

Έτσι, αν η πολιτική μας είναι πολιτική υποταγής και αποδοχής των τετελεσμένων της Τουρκίας, η στήριξη στο Πατριαρχείο θα είναι στήριξη σε ένα θεσμό που η Τουρκία θέλει να χρησιμοποιήσει για την εμπέδωση της κυριαρχίας της επί της Ελλάδας, την είσοδο της στην Ευρώπη κ.λ.π.

Αν η πολιτική μας είναι πολιτική αντίστασης και ανατροπής των δεδομένων που δημιουργεί η Τουρκία, τότε η στήριξη στο Πατριαρχείο θα σημαίνει ακύρωση των επιδιώξεων να μεταβληθεί αυτό σε μαριονέτα των Τούρκων.

Μ' αυτή τη σκοπιμότητα το είχε αφήσει κι ο Βενιζέλος στη Πόλη κατά τη συνθήκη της Λωζάννης, αλλά οι εξελίξεις γύρισαν μπούμερανγκ τη θέση αυτή.

Σήμερα, στα δεδομένα που ήδη παρουσιάσαμε, προστίθεται και η δημιουργία από τους Τούρκους και τα ντόπια γιουσουφάκια τους ενός κλίματος κοινού ελληνοτουρκικού παρελθόντος της Κρήτης.

Η απόπειρα δημιουργίας μιας κοινής ΄΄Κρητικής΄΄ ταυτότητας για Έλληνες και Τουρκοκρητικούς, που στοχεύει ευθέως στην απόσπαση της Κρήτης από τον εθνικό κορμό. Αυτό γίνεται από πλευράς Τουρκίας μέσα σε ένα κλίμα νοσταλγικό και συναισθηματικό, με βιντεάκια στο διαδίκτυο, ενώ οι ντόπιοι συνοδοιπόροι τους ψελλίζουν το σύνθημα της αυτονομίας, μιλούν για δημοψηφίσματα το 2012 και καλλιεργούν το σχετικό κλίμα.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, οι Κρητικοί ιεράρχες πολιτογραφούνται Τούρκοι πολίτες και έπονται και οι Δωδεκανήσιοι.

Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η ενέργεια αυτή γίνεται από τους Ιεράρχες με καλές προθέσεις και με συγκεκριμένο στόχο, αυτόν της διάσωσης και της διαιώνισης του Πατριαρχείου. Είναι το ίδιο πέρα από κάθε αμφιβολία ότι τους Τούρκους δεν τους έπιασε ξαφνικά άγχος για το ίδιο θέμα.

Είναι χρέος λοιπόν των Ιεραρχών να μην επιτρέψουν να τους εντάξουν οι Τούρκοι στις ευρύτερες επιδιώξεις τους στην περιοχή.

Αλλά αυτό δε μπορούμε να το απαιτούμε από αυτούς μόνο. Πρέπει να έχουν όλους μας από πίσω, τόσο το λαό μας όσο και την επίσημη πολιτεία.

Αλλιώς, οι καλές προθέσεις θα αποδειχθούν κερκόπορτα δίχως καλά καλά να το καταλάβουμε.

 

 

ΠΗΓΗ: Submitted by antibaro on Thu, 10/06/2010 – 21:35,   http://www.antibaro.gr/node/1647