Κάτω τα χέρια από το πανεπιστημιακό άσυλο

Κάτω τα χέρια από το πανεπιστημιακό άσυλο!


Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Το προετοίμασαν από καιρό. Με άρθρα και επιφυλλίδες στις εφημερίδες. Με απευθείας συνδέσεις και τηλεοπτική διεκτραγώδηση των «καταστροφών». Με ερωτήσεις και παρεμβάσεις στη Βουλή. Με τερατολογίες και ανυπόστατα ψεύδη. Κοινός τόπος ένας: το πανεπιστημιακό άσυλο πρέπει να καταργηθεί.

Είναι προφανές ότι το πανεπιστημιακό άσυλο ενοχλούσε. Όχι τόσο για τα επεισόδια ή τις καταστροφές που επικαλούνται οι πολέμιοί του. Άλλωστε, η εμπειρία έχει δείξει ότι πολύ μεγαλύτερες καταστροφές και βίαιες συγκρούσεις έχουν γίνει σε χώρους εκτός ασύλου• μια βόλτα στα γήπεδα μπορεί να το αποδείξει. Αυτό που ενοχλούσε ήταν υπήρχαν χώροι όπου μπορούσε να αναπτυχθεί, χωρίς δικαίωμα παρέμβασης των δυνάμεων καταστολής, συλλογική δράση, ανατρεπτική ιδεολογική αναζήτηση και μαχητική κινηματική παρέμβαση. Ενοχλούσε το γεγονός ότι από τη μεταπολίτευση και μετά συνδικάτα, πολιτικές πρωτοβουλίες, κινήματα μπορούσαν να κάνουν συνελεύσεις μέσα στα πανεπιστήμια, να καταφεύγουν για να αποφύγουν τη αποδεδειγμένα δολοφονική βία των δυνάμεων καταστολής, να πραγματοποιούν εκδηλώσεις, διαμαρτυρίες, να στεγάζουν απεργίες πείνας.

Ενοχλούσε το γεγονός ότι το πανεπιστημιακό άσυλο επέτρεπε την απρόσκοπτη δράση του φοιτητικού κινήματος. Εγγυόταν την διεξαγωγή συνελεύσεων, επέτρεπε τις καταλήψεις, προστάτευε από τον κίνδυνο να εμφανιστεί με την παραμικρή κινητοποίηση ο εισαγγελέας ή ο διοικητής του οικείου αστυνομικού τμήματος «για τα περαιτέρω». Μπορούσε έτσι το φοιτητικό κίνημα όχι μόνο να οργανώνει μεγάλους και συχνά νικηφόρους αγώνες, όπως ήταν αυτός που ανέτρεψε τον ν. 815 ή το κίνημα ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Μπορούσε, και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο για τις κυρίαρχες δυνάμεις, να διαμορφώνει ένα παράδειγμα συλλογικής νικηφόρας ριζοσπαστικής δράσης που ακολουθούσαν κι άλλοι κλάδοι και κινήματα.

Σήμερα, είναι προφανές ότι τα επίσημα κόμματα επιδιώκουν να ξεμπερδεύουν με την ενοχλητική «ανορθογραφία» που ήταν το μαχόμενο φοιτητικό και ευρύτερα πανεπιστημιακό κίνημα. Γι’ αυτό και σκύλιασαν κυριολεκτικά για την κατάργηση του ασύλου. Ο νόμος δεν επιδιώκει μόνο την πλήρη άλωση του πανεπιστημίου από τις δυνάμεις της αγοράς αλλά και την πειθάρχηση του φοιτητικού κινήματος. Η καθιέρωση ανώτατου χρόνου σπουδών στέλνει σαφές μήνυμα: μην ασχολείστε με το συνδικαλισμό, μην κινητοποιείστε, μην δραστηριοποιείστε πολιτικά, γιατί δεν θα πάρετε πτυχίο.

Αναδεικνύεται μια βαθύτερη αντιδραστική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος. Σε μια χώρα όπου η εικόνα του τανκ που εισβάλλει στο Πολυτεχνείο στοιχειώνει ακόμη τη συλλογική συνείδηση και το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73» αντηχεί στις πλατείες της πάνδημης αγανάκτησης, η επιδίωξη είναι να ξεμπερδεύουν οριστικά με το δημοκρατικό κινηματικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης. Γι’ αυτό ομονόησαν στη Βουλή, σε μια επίδειξη συναίνεσης, «σοσιαλιστές», «φιλελεύθεροι» και κοινοβουλευτικώς αναβαπτισμένοι νοσταλγοί της επταετίας. Γιατί ξέρουν ότι η επιχείρηση οικονομικής και ηθικής ταπείνωσης της κοινωνίας, η καταρράκωση κάθε έννοιας εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, η εκρηκτική εκτίναξη της ανεργίας σωρεύουν εκρηκτικά υλικά. Αναζητούν έτσι κινήσεις προληπτικής τρομοκράτησης και καταστολής. Και βέβαια κάθε άλλο παρά συμβολική θα είναι η εφαρμογή: ήδη εξαγγέλλονται αιτήματα αστυνομικής παρέμβασης για κάθε «παράπτωμα», από τις καταλήψεις έως και τη στέγαση… ανατρεπτική ιστοσελίδων.

Στο χέρι μας είναι να βγουν γελασμένοι. Όπως κάποτε ανατράπηκε η χούντα των συνταγματαρχών, έτσι πρέπει σήμερα να ανατραπεί και η δικτατορία των αγορών. Αυτή τη φορά τα τεθωρακισμένα της «μεταρρύθμισης» θα αναγκαστούν να κάνουν αναστροφή μπροστά στις πύλες των αγωνιζόμενων πανεπιστημίων.

 

ΠΗΓΗ: 31-8-2011, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=43665

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙΙ

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

…. ο αντίθετος δρόμος της Αργεντινής και συμπεράσματα για την Ελλάδα – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ

Η προσέγγιση της κρίσης από την Αργεντινή ήταν εντελώς διαφορετική, από αυτήν της Ουρουγουάης. Επομένως θεωρούμε σκόπιμη μία μικρή αναφορά, έτσι ώστε να συμπεράνουμε ποια από τις δύο χώρες ακολούθησε το σωστότερο δρόμο – κρίνοντας αποκλειστικά και μόνο εκ του αποτελέσματος για τους Πολίτες (η έννοια «σωστό» δεν έχει απολύτως κανένα νόημα, εάν δεν εξετάζεται από την πλευρά του ποιόν ωφελεί και ποιόν ζημιώνει).     

Το Δεκέμβρη του 2001 η Αργεντινή κήρυξε στάση πληρωμών (άρθρο μας), η οποία αφορούσε τόσο τους εγχώριους, όσο και τους ξένους ιδιοκτήτες των ομολόγων της. Το συνολικό ποσόν, το οποίο όφειλε να αναδιαρθρωθεί, ήταν της τάξης των 100 δις $ (περί τα 70 δις €) – αν και η πρόταση αναδιάρθρωσης προς τους πιστωτές της δεν έγινε έως το 2004 και δεν ολοκληρώθηκε ούτε το 2005. Τελικά, οι ιθύνοντες της Αργεντινής πρότειναν στους δανειστές την εξόφληση ενός μέρους των απαιτήσεων τους, αναγκάζοντας τους «είτε να δεχθούν, είτε να το αφήσουν» (take it or leave it offer).   

Το 75% των δανειστών της Αργεντινής συμφώνησε να αποδεχθεί την πρόταση της κυβέρνησης, η οποία προέβλεπε διαγραφή χρεών (haircut) ύψους περί το 65% (μέσω επέκτασης του χρόνου αποπληρωμής, μείωσης της ονομαστικής αξίας και δόσεις με χαμηλά επιτόκια). Η διαμάχη μεταξύ της Αργεντινής και του 25% των πιστωτών της, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν την πρόταση της κυβέρνησης, συνέχισε μέχρι το 2010, όπου η Αργεντινή κατάφερε να ολοκληρώσει μία επόμενη συμφωνία – ενώ απομένουν ακόμη 7,5 δις $ χρέους, στις χώρες που εκπροσωπούνται από «το κλαμπ του Παρισιού».

Στην περίπτωση της Αργεντινής πρόκειται προφανώς για ένα «πιστωτικό γεγονός», το οποίο ενεργοποιεί τα CDS – ενώ η S&P αξιολόγησε της Αργεντινή με SD (Επιλεκτική χρεοκοπία), όπως ακριβώς την Ουρουγουάη  (Ελλάδα) και η Fitch με DD, ήδη από το 2001. 

Μετά την αναδιάρθρωση χρέους, η Ουρουγουάη εισήλθε αμέσως σε πορεία ανάπτυξης, επιτυγχάνοντας μέσους ρυθμούς αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ, της τάξης του 8% μεταξύ των ετών 2004 και 2008. Παραδόξως, η οικονομία της Αργεντινής αναπτύχθηκε ανάλογα βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στις υψηλότερες τιμές των εμπορευμάτων. Κατά τη διάρκεια λοιπόν της ίδιας χρονικής περιόδου, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της Αργεντινής ήταν 8,5% – παρά την «οικονομική ανεπάρκεια» των κυβερνητικών στελεχών της, καθώς επίσης την απομόνωση της από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Επομένως, η μορφή της αναδιάρθρωσης, είτε αυτή της Ουρουγουάης (soft), είτε αυτή της Αργεντινής (hard), δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, όσον αφορά την εξέλιξη των δύο χωρών – ενώ η Αργεντινή, σε αντίθεση με την Ουρουγουάη, κατάφερε τελικά να μειώσει στο μισό το δανεισμό της, με τεράστια οφέλη τόσο για τον προϋπολογισμό (τόκοι δανείων), όσο και για τους Πολίτες της.

Όσον αφορά δε τις αγορές, σε τελική ανάλυση κρίνουν και δανείζουν ανάλογα με τη προβλεπόμενη μελλοντική εξέλιξη της χώρας και όχι με βάση τις ζημίες τους από το παρελθόν – οπότε μία χώρα, η οποία επιλέγει το δύσκολο δρόμο (λιτότητα, ύφεση κλπ.), χωρίς καμία ελπίδα επιτυχίας όπως η Ελλάδα, είναι πολύ πιο δύσκολο να επανέλθει στις αγορές, από μία άλλη που επιλέγει ριζικές λύσεις (haircut κλπ.), οι οποίες εξασφαλίζουν τη μελλοντική της ανάπτυξη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σχεδόν για τρία ολόκληρα χρόνια ασχολούμαστε με την οικονομική ενημέρωση, στο βαθμό που μπορούμε – με όλα τα τυχόν λάθη ή τις παραλείψεις μας. Σκοπός μας δεν είναι η απόδοση ευθυνών, οι κατηγορίες η/και η κριτική κανενός (θα ήταν μάλλον ανόητο), αλλά απλά και μόνο η ανάλυση όλων όσων συμβαίνουν ή έχουν συμβεί με κάποιες, ή δυνατόν «εποικοδομητικές» προτάσεις – αφού πιστεύουμε απόλυτα ότι, η γνώση είναι δύναμη, ενώ η άμεση Δημοκρατία απαιτεί πλήρη ενημέρωση των Πολιτών μίας χώρας (η οποία πρέπει να επιδιώκεται σε όλους τους «τομείς γνώσης» και όχι μόνο στα οικονομικά).

Περαιτέρω θεωρούμε ότι, η άμεση Δημοκρατία είναι η μοναδική λύση μας απέναντι στην παντοδυναμία του απολυταρχικού καπιταλισμού (κινεζικός δρόμος), ο οποίος διαδέχθηκε τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», καθώς επίσης απέναντι στην «δριμύτητα» του μονοπωλιακού καπιταλισμού – αυτού δηλαδή που προωθεί το «δυτικό» κυρίως Καρτέλ, σε πλήρη συνεργασία με τις αχόρταγες, ανεξέλεγκτες χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες δεν «συμπεριφέρονται» σύμφωνα με το «αόρατο χέρι» του A. Smith (αδυνατώντας προφανώς να λειτουργήσουν με τους κανόνες της ζήτησης και της προσφοράς, χωρίς αυτό να προϋποθέτει συνωμοσίες).

Στα πλαίσια τώρα της παραπάνω ανάλυσης της κρίσης της Ουρουγουάης, έχουμε την άποψη ότι, η μοναδική πλέον επιλογή της Ελλάδας είναι η ανάπτυξη ή η στάση πληρωμών – χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση. Εάν δεν εξασφαλιστεί άμεσα η ανάπτυξη για τη χώρα μας, με οποιονδήποτε εφικτό διακανονισμό αποπληρωμής των υποχρεώσεων της (άρθρο μας), οφείλουμε να προβούμε γρήγορα σε στάση πληρωμών, παραμένοντας δυστυχώς υποχρεωτικά στο χώρο του Ευρώ – διαφορετικά είναι πλέον φύσει αδύνατον να επιβιώσουμε (αν και δεν βλέπουμε σοβαρές προοπτικές επιβίωσης του Ευρώ, κρίνοντας από τις «ικανότητες» του περιπλανώμενου Ευρωθιάσου και τα συνεχή «ήξεις αφίξεις» της ανατολικογερμανίδας καγκελαρίου). 

Τέλος, τόσο η αισιόδοξα προβλεπόμενη (άρθρο μας – Πίνακας Ι) επιδείνωση της ύφεσης, όσο και οι εγκληματικές ιδιωτικοποιήσεις κάτω από τις σημερινές συνθήκες (με το χρηματιστήριο στο ναδίρ και τις αξίες «καταρρακωμένες»), απειλούν να μας οδηγήσουν δεκάδες χρόνια πίσω – εάν δεν μας καταδικάσουν σε μία νέα «κατοχή» της Ελλάδας, από τους συνήθεις δυτικούς εισβολείς και νεοαποικιοκράτες.

Όσον αφορά δε τις τράπεζες, η καταβαράθρωση των τιμών των μετοχών τους είναι η καλύτερη τεκμηρίωση σε σχέση με το τι πρόκειται να συμβεί σύντομα – κρίνοντας από την εμπειρία της Ουρουγουάης, από την ριζική αναδιάρθρωση που ακολούθησε, η οποία καταδίκασε χιλιάδες τραπεζοϋπαλλήλους στην ανεργία, καθώς επίσης από τις μάλλον «σκοτεινές» προθέσεις κάποιων «εταίρων» μας.

Εκτός αυτού, η απίστευτη μείωση της ονομαστικής αξίας της μετοχής της Alpha Bank, για παράδειγμα, από 4,70 € στα 0,30 € (σημερινή τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής 1,90 €), ταυτόχρονα με τον τεράστιο περιορισμό των Ιδίων Κεφαλαίων της κατά 2,5 δις € (στο 1,1 δις €), δεν προϊδεάζει για τα καλύτερα – ενώ μάλλον τεκμηριώνει ότι, έχουμε εισέλθει στην «τελική ευθεία». Προφανώς δε, η σημερινή κατάσταση επηρεάζει, μεταξύ άλλων, σε μεγάλο βαθμό τα δημόσια και τα άλλα ταμεία (συνταξιοδοτικά κλπ.), με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον τους.    

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙ

 ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

  το ξέσπασμα της καταιγίδας, η διαχείριση της, η αναδιάρθρωση των τραπεζών με τη βοήθεια του ΔΝΤ,… – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η κρίση ξεκίνησε το Δεκέμβριο του 2001, όταν η κυβέρνηση της Αργεντινής επέβαλλε στους κατοίκους της ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωσε» τις καταθέσεις τους (το γνωστό «corralito»). Εκείνη τη στιγμή, οι δύο μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες της Ουρουγουάης αντιμετώπισαν προβλήματα ρευστότητας, λόγω της μεγάλης έκθεσης τους στην Αργεντινή. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι δύο αυτές τράπεζες («υπεύθυνες» για το 20% των συνολικών καταθέσεων εντός του συστήματος) ανήκαν σε οικονομικούς ομίλους της Αργεντινής – οπότε ήταν εξαιρετικά ευαίσθητες στις εκεί συνθήκες.

Ειδικά η BGU, η νούμερο δύο τράπεζα της Ουρουγουάης σε όρους ενεργητικού, ήταν υποκατάστημα της μεγαλύτερης ιδιωτικής τράπεζας της Αργεντινής (Galicia) – ενώ είχε επικεντρώσει τις δραστηριότητες της σχεδόν αποκλειστικά στη λήψη καταθέσεων Αργεντινών υπηκόων, καθώς επίσης στο δανεισμό Αργεντινών, ιδιωτών και επιχειρήσεων. Όταν λοιπόν η Αργεντινή επέβαλλε ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωμα» καταθέσεων, η BGU αφενός μεν απομονώθηκε από τα περιουσιακά της στοιχεία στην Αργεντινή, αφετέρου αντιμετώπισε εκροή καταθέσεων, εκ μέρους των Αργεντινών (οι νέες εστίες πυρκαγιάς στην Α. Ευρώπη, επίσης στην Τουρκία, οφείλουν να προσεχθούν ιδιαίτερα από τις Ελληνικές τράπεζες).

Μόνο τον Ιανουάριο του 2002, η BGU έχασε το 15% των συνολικών καταθέσεων της, αντιμετωπίζοντας αμέσως τεράστια προβλήματα ρευστότητας – με αποτέλεσμα η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης να υποχρεωθεί να σταματήσει τη λειτουργία της (απόσυρση αδείας στις 13. Φεβρουαρίου). Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί και στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο ή στη Μ. Βρετανία, σε περίπτωση ραγδαίας επιδείνωσης της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης ή των Η.Π.Α.

Η BC τώρα, η μεγαλύτερη τότε ιδιωτική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία ήταν επίσης εκτεθειμένη στην οικονομία της Αργεντινής, λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους της χώρας που κατείχε (ομόλογα), καθώς επίσης λόγω των δανείων της στον αργεντινό όμιλο εταιρειών BGdeN, του οποίου αποτελούσε υποκατάστημα, αντιμετώπισε ανάλογα προβλήματα ρευστότητας (μετά από κάποιες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της, μεσολάβησε η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία τελικά την «αναδιάρθρωσε»). Τις επόμενες εβδομάδες, έως το Μάρτιο του 2002, καθώς η οικονομική κρίση της Αργεντινής εξελισσόταν, το 12% των συνολικών καταθέσεων «εγκατέλειψε» την Ουρουγουάη (Πίνακας Ι). Παρά το ότι λοιπόν οι Αρχές βοηθούσαν τις τράπεζες, παρέχοντας τους ρευστότητα, ενώ είχε ανακοινωθεί επί πλέον από το ΔΝΤ ένα πρόγραμμα δανεισμού τους, η αρνητική δημοσιοποίηση των προβλημάτων άσκησε μεγάλες πιέσεις στο νόμισμα της χώρας, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αυξήσει τα περιθώρια διακύμανσης του από το 6% στο 12% – επιδεινώνοντας εξ αυτού τη θέση των τραπεζών.

Αν και ακολούθησε η υποτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ουρουγουάης, η οποία ως συνήθως συνοδεύεται από την αντίστοιχη μείωση της αξιολόγησης των τραπεζών, ενώ οι καταθέσεις μειώνονταν διαρκώς, η κυβέρνηση συνέχισε να ενισχύει τις τράπεζες – ακόμη και όταν η τρίτη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της χώρας αντιμετώπισε με τη σειρά της προβλήματα ρευστότητας. Εν τούτοις, όταν τον Ιούλιο τα επιτόκια δανεισμού της Ουρουγουάης (spreads) αυξήθηκαν υπερβολικά (έως και 20%, όσο περίπου τα ελληνικά σήμερα – 25% το Νοέμβριο του 2002), τα συναλλαγματικά της αποθέματα μειώθηκαν δραματικά (80%) και αφέθηκε ελεύθερη η ισοτιμία του νομίσματος (πέζο), το οποίο υποτιμήθηκε αμέσως κατά 27%, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να ανακοινώσει το κλείσιμο των τραπεζών – για πέντε ημέρες (bank holidays).    

Στα τέλη Ιουλίου του 2002, το 38% των καταθέσεων είχε εγκαταλείψει το σύστημα, το πέζο είχε υποτιμηθεί κατά 57%, ενώ οι περισσότερες τράπεζες ήταν πρακτικά χρεοκοπημένες. Το 67% των καταθέσεων ήταν στα χέρια της κυβέρνησης, είτε στις κρατικές τράπεζες, είτε στις «κρατικοποιημένες», ενώ το 51% των καταθέσεων κατοίκων του εξωτερικού είχαν φύγει από τη χώρα. Την 1η Αυγούστου, μετά το κλείσιμο των τραπεζών, χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν τα συνδικάτα σε μία τετράωρη γενική απεργία, η οποία κατέληξε σε λεηλασίες καταστημάτων και σε οδομαχίες, στις φτωχές περιοχές του Montevideo. Η κυβέρνηση αντέδρασε με την αποστολή χιλιάδων αστυνομικών, οι οποίοι τελικά απεκατέστησαν την ηρεμία. Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, στις 16 Απριλίου του 2002, περί τους 100.000 διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί ξανά στην πρωτεύουσα της χώρας, με στόχο να διαμαρτυρηθούν για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της. Επίσης, στις 12. Ιουνίου μία 24ωρη γενική απεργία είχε νεκρώσει εντελώς τη χώρα – για πρώτη φορά μετά το 1984, όπου η τότε στρατιωτική κυβέρνηση ήταν λίγο πριν την πτώση της. Τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και οι επιχειρηματίες απαιτούσαν πολιτικά μέτρα για την διατήρηση του κοινωνικού κράτους, της εθνικής βιομηχανίας και της ανάπτυξης της οικονομίας – διαμαρτυρόμενοι ταυτόχρονα για την αύξηση των φόρων (οι ομοιότητες με την Ελλάδα είναι προφανείς).       

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Στις αρχές Αυγούστου του 2002, το ΑΕΠ της Ουρουγουάης βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση (12% σε ετήσια βάση), οι επιχειρήσεις έκλειναν η μία μετά την άλλη και η ανεργία είχε εκτοξευθεί στα ύψη – το νόμισμα έχανε συνεχώς σε αγοραστική αξία και το δημόσιο χρέος, σε όρους δολαρίου, ξεπερνούσε πλέον τα ασφαλή επίπεδα. Ο άνθρωποι είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η επιδρομή εναντίον των τραπεζών (bank run) είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να διακόψει τη λειτουργία τους – με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Οι ξένες εφημερίδες έγραφαν ότι, η Ουρουγουάη θα χρειαζόταν ένα θαύμα για να αποφύγει την οριστική χρεοκοπία, δίνοντας πιθανότητες 1% σε κάτι τέτοιο.

Ειδικοί εκ μέρους των Η.Π.Α. (U. S. Treasury) είχαν καταφθάσει επειγόντως στη χώρα, με σκοπό να βοηθήσουν στην εύρεση λύσης. Η αιτία της μη ενασχόλησης του ΔΝΤ με το πρόβλημα της Ουρουγουάης, ήταν η απαίτηση του να βοηθήσει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι, η χώρα θα κήρυσσε στάση πληρωμών και θα μετέτρεπε όλα τα χρηματικά αποθέματα της (καταθέσεις) σε ομόλογα – ληστεύοντας προφανώς τους Πολίτες της, για να πληρώσει τους πιστωτές της. Η κυβέρνηση δεν συμφώνησε με τέτοιες μεθόδους, προτιμώντας να ζητήσει τη βοήθεια του U. S. Treasury – το οποίο είχε την απαιτούμενη εμπειρία, ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τις κυβερνήσεις και των δύο χωρών.  Το ζητούμενο ήταν ουσιαστικά να σταματήσει η «τραπεζική επιδρομή», έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ένα διάλειμμα στο σύστημα πληρωμών της χώρας – το οποίο θα εμπόδιζε τη μεγέθυνση της ζημίας που είχε προκαλέσει στην οικονομία της η κρίση της Αργεντινής. Αντίθετα με το ΔΝΤ, η επιτροπή των οικονομολόγων των δύο χωρών πίστευε ότι, η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης θα έπρεπε να αναβληθεί για αργότερα – αφού θα είχε σταθεροποιηθεί η οικονομία της.

Παράλληλα θεωρήθηκε πως η επιδρομή στις τράπεζες οφειλόταν στην πεποίθηση των καταθετών σε σχέση με το ότι, η κεντρική τράπεζα δεν είχε τόσα χρήματα, όσες οι καταθέσεις τους (εύλογη, αφού καμία τράπεζα δεν διατηρεί τις καταθέσεις στα θησαυροφυλάκια της, αλλά μόλις το 2% στην κεντρική). Έτσι, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποσύρουν τα χρήματα τους το δυνατόν γρηγορότερα – πριν εξαντληθούν δηλαδή τα αποθέματα των τραπεζών. Αποφασίσθηκε λοιπόν ότι, η λύση ήταν η εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων – η κάλυψη τους δηλαδή κατά 100% με δολάρια. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατον για την κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, επειδή δεν μπορούσε να δανεισθεί ένα τέτοιο ποσόν. Έτσι, η επιτροπή απευθύνθηκε στο ΔΝΤ για τη χρηματοδότηση, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες να πείσει το Ταμείο για την επιτυχία του σχεδίου της. Στόχος της ήταν ένα δάνειο ύψους 1,5 δις $ – οπότε, εάν το ΔΝΤ συμφωνούσε να δώσει 500 εκ. $, τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν από την Παγκόσμια Τράπεζα, ως συνήθως σε συνεργασία με την IDB (InterAmerican Development Bank).  Το ΔΝΤ, όπως και οι δύο υπόλοιποι οργανισμοί, συμφώνησαν τελικά ενώ, επειδή η επιτροπή θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδίου της το άμεσο άνοιγμα των τραπεζών, ζητήθηκε δάνειο από το U. S. Treasury (bridge loan), έως ότου οι τρεις οργανισμοί ολοκληρώσουν τις απαραίτητες διαδικασίες έγκρισης. Έτσι, οι τράπεζες άνοιξαν πολύ γρήγορα, η επιδρομή των καταθετών δεν συνεχίσθηκε, η κρίση τελείωσε και η ανάπτυξη επανήλθε το 2003 (αύξηση του ΑΕΠ κατά 11% το 2004).

Αργότερα, το Μάιο του 2003, η κυβέρνηση της Ουρουγουάης συνεργάσθηκε με τους πιστωτές της, με στόχο την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της. Η «προσφορά» των νέων «ομολόγων ανταλλαγής» ανακοινώθηκε στις 10 Απριλίου και ολοκληρώθηκε στις 29 Μαΐου, με την αποδοχή του 93% των πιστωτών. Από τα 5,4 δις $ δηλαδή αναδιαρθρώθηκαν τελικά τα 5 δις $, ενώ το ΔΝΤ υπολόγισε τον περιορισμό της αξίας των ομολόγων, λόγω της χρονικής τους μετάθεσης, στο -20%. Ουσιαστικά συμφωνήθηκε η αύξηση του χρόνου αποπληρωμής των ομολόγων του δημοσίου κατά πέντε έτη, χωρίς να μειωθεί η ονομαστική τους αξία (δεν υπήρξε διαγραφή χρέους – haircut) και χωρίς να υπάρξει καμία αλλαγή στα επιτόκια. Το χρέος προς το ΔΝΤ αποπληρώθηκε και η χώρα επανήλθε στις χρηματοπιστωτικές αγορές τον ίδιο χρόνο, μετά από πολύ σύντομη απουσία. Τέλος, παρά το ότι τα CDS υπήρχαν εκείνη την εποχή, δεν χρησιμοποιούνταν σε μεγάλη έκταση, οπότε δεν έγινε καμία συζήτηση σχετικά με το εάν η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης αποτελούσε πιστωτικό γεγονός ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, η S&P αξιολόγησε την αναδιάρθρωση σαν SD (Selective DefaultΕπιλεκτική Χρεοκοπία), όπως την Ελληνική, ενώ η Fitch σαν χρεοκοπία (DDD) – ενώ τα επιτόκια δανεισμού της χώρας, παρά το ότι μειώθηκαν δραστικά, παρέμειναν έκτοτε σχεδόν διπλάσια, σε σχέση με αυτά πριν από την κρίση.

Η ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Σε σχέση με την εξυγίανση των τραπεζών, είναι σημαντικό να τις διαχωρίσει κανείς σε τρεις ομάδες, λόγω της φύσεως των προβλημάτων και των ιδιαιτεροτήτων τους: στις κρατικές (BROU και BHU), στις ιδιωτικές, στις οποίες επενέβη το δημόσιο (Banco Comercial, Banco MondevideoCaja Obrera και Banco de Credito), καθώς επίσης στις υπόλοιπες ιδιωτικές.

Οι κρατικές τράπεζες

Η BROU: Σαν αποτέλεσμα της κρίσης, η BROU έχασε περί το 66% των συνολικών καταθέσεων της εντός του 2002 – γεγονός που επιδείνωσε σημαντικά τη ρευστότητα της, ενώ έφερε στο φως τα προβλήματα του Ισολογισμού της, καθώς επίσης πολλά διαχειριστικά ελαττώματα, προερχόμενα από την «ελλειμματική εταιρική διακυβέρνηση» της. Με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, η τράπεζα υποχρεώθηκε σε ένα δραστικό πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο συμπεριελάμβανε τα εξής: 

(α)  Το 2003 ιδρύθηκε μία εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού (Asset Management Company), με την εγγύηση του κράτους και με στόχο την κατηγορία των δανείων 4 και 5 (τα επισφαλή δάνεια στην Ουρουγουάη ονομάζονται δάνεια κατηγορίας 4 και 5 μέσα στο βιβλίο των τραπεζών, αντιπροσωπεύοντας τις δύο πιο επικίνδυνες κατηγορίες μεταξύ συνολικά πέντε). Σύμφωνα με το πρόγραμμα, τα δάνεια αυτά όφειλαν αφενός μεν να «αποσβεσθούν» λόγω πλήρους αδυναμίας είσπραξης τους, αφετέρου να «καλυφθούν» χρηματοπιστωτικά, εντός μίας περιόδου 5 ετών. Η τράπεζα υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τη μεταφορά αυτών των δανείων προς την εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού, μέχρι το Δεκέμβρη του 2004.    

(β)  Η κυβέρνηση κάλυψε ένα ομόλογο δανεισμού της BROU (αφορούσε ένα εγγυημένο από το κράτος ομόλογο ύψους 776 εκ. $, το οποίο είχε εκδώσει η δεύτερη δημόσια τράπεζα, η BHU, η οποία δεν μπορούσε πλέον να το εξυπηρετήσει), ενώ η BHU υποσχέθηκε να το αποπληρώσει στο μέλλον.

(γ)  Η τράπεζα υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει μελλοντικά την εμπορική της δραστηριότητα, απασχολούμενη μόνο με προϊόντα βασιζόμενα στο πέζο (καθόλου με προϊόντα άλλων νομισμάτων).

(δ)  Το κόστος λειτουργίας της εξορθολογίστηκε, με στόχο τη μείωση του κατά 15% εντός των δύο επομένων ετών (απολύσεις προσωπικού κλπ.)

(ε)  Το τμήμα ρίσκου (credit risk management) και παροχής δανείων της τράπεζας, υποχρεώθηκε να περιορίσει ριζικά το ποσοστό των επισφαλειών στο μέλλον.

Η BHU: Τέλη του 2001, οι περισσότερες καταθέσεις της BHU (77%) ήταν σε δολάρια, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των δανείων της (94%) ήταν σε πέζος – «αναφερόμενες» σε οφειλέτες, τα εισοδήματα των οποίων (μισθοί κλπ.) ήταν σε πέζος. Όπως ήταν φυσικό, όταν ξέσπασε η κρίση και υποτιμήθηκε σημαντικά το εθνικό νόμισμα, η μεγάλη έκθεση της τράπεζας σε δάνεια είχε σαν αποτέλεσμα να φτάσει στο χείλος της χρεοκοπίας. Με τη βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας (το ΔΝΤ είχε αναλάβει τη μία κρατική τράπεζα, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα την άλλη), η BHU αναδιαρθρώθηκε ριζικά – υποχρεούμενη να μετατραπεί σε ένα μη τραπεζικό ίδρυμα, το οποίο δεν επιτρεπόταν πλέον να λαμβάνει νέες καταθέσεις (με εξαίρεση τις προθεσμιακές «καταθέσεις ταμιευτηρίου»). Εκτός αυτού, απαγορεύθηκε στην τράπεζα να παρέχει δάνεια υψηλότερα από το ποσόν των 50 εκ. $ συνολικά. Παράλληλα, η BHU αναγκάσθηκε να μειώσει δραστικά το κόστος λειτουργίας της, καθώς επίσης να δημιουργήσει συνθήκες απόλυτης διαφάνειας στον Ισολογισμό της.

Οι ιδιωτικές, «διασωθείσες» από το κράτος τράπεζες

Τον Ιανουάριο του 2003 η κυβέρνηση «εκκαθάρισε» τις δύο τράπεζες (Banco Comercial και Banco MontevideoCaja Pbrera), δημιουργώντας εξ αυτών μία καινούργια: τη Nuevo Banco Comercial (NBC). Τέλη Φεβρουαρίου η νέα αυτή τράπεζα εξέδωσε ομόλογα (CDs), για να χρηματοδοτήσει την εξαγορά των στοιχείων του Ενεργητικού των δύο «εκκαθαρισμένων» τραπεζών – με τα έσοδα εξ αυτών να οδηγούνται στη «μερική εξυπηρέτηση» των καταθέσεων των δύο προηγουμένων τραπεζών. Η τράπεζα άνοιξε τέλη Μαρτίου, ενώ μέχρι τα τέλη του έτους έγινε η τρίτη μεγαλύτερη της χώρας, αντιπροσωπεύοντας το 9,5% των συνολικών καταθέσεων του συστήματος. Από την άλλη πλευρά η τρίτη ιδιωτική τράπεζα, την οποία είχε διασώσει το κράτος, η Banco de Credito, τέθηκε τελικά σε εκκαθάριση, έκλεισε δηλαδή το Φεβρουάριο του 2003, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της. Επειδή τώρα η BCU ανήκε στις JP Morgan Chase, Dresdner Bank και Credit Suisse First Boston, ενώ έχασε το συνολικό Ενεργητικό της ύψους 800 εκ. $ όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να την κλείσει, η Ουρουγουάη καταδικάσθηκε τον Ιανουάριο του 2005 από το διεθνές εμπορικό επιμελητήριο, με έδρα το Παρίσι, σε αποζημίωση ύψους 120 δις $ προς τις τρεις ξένες τράπεζες-μετόχους.

Οι λοιπές ιδιωτικές τράπεζες

Ο τομέας αυτός του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, αποτελούμενος από ένα μικρό δίκτυο κυρίως ξένων τραπεζών, αφέθηκε ουσιαστικά στην τύχη του – υποχρεούμενος να προσπαθήσει με δικά του μέσα να ανταπεξέλθει με την κρίση. Στην πραγματικότητα, οι ιδιωτικές τράπεζες που κατάφεραν να ανταπεξέλθουν με τα προβλήματα τους, ήταν οι μεγάλοι κερδισμένοι της κρίσης – ενώ δεν έγιναν σημαντικές αναδιαρθρώσεις ή μειώσεις στα μεγέθη τους. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται στη δομή της τραπεζικής αγοράς, μετά τον Ιούνιο του 2004:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Η τραπεζική αγορά της Ουρουγουάης, τον Ιούνιο του 2004, σε εκ. $

Τράπεζα

Ενεργητικό

Ποσοστά επί συνόλου

 

 

 

BROU

4.941

42%

BHU

1.202

10%

NBC

1.057

9%

Σύνολο κρατικών τραπεζών

7.200

61%

 

 

 

Ιδιωτικές τράπεζες

4.568

39%

 

 

 

Γενικό σύνολο

11.768

100%

Πηγή: BHU – ΔΝΤ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ, οι κρατικές τράπεζες αντιπροσώπευαν στα τέλη Ιουνίου του 2004 περί το 61% του συνολικού Ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, με την κρατική BROU να παραμένει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της αγοράς – αντιπροσωπεύοντας το 45% των συνολικών καταθέσεων, καθώς επίσης το 50% των συνολικών δανείων του συστήματος. Αν και οι συνολικές καταθέσεις τον Ιούνιο του 2004 ήταν μόλις το 61% των αντίστοιχων το Δεκέμβριο του 2001 («χάθηκε» δηλαδή το 39%), ανέκτησαν τα επίπεδα του Ιουλίου του 2002 – όπου είχαν κλείσει η τράπεζες (bank holiday). Όσον αφορά τις καταθέσεις των ξένων, έχουν μειωθεί πλέον στο 38%, σε σχέση με το επίπεδο τους πριν από την κρίση.   

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Ι

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

Οι ιδιαιτερότητες του Ελληνικού χρέους, η Ουρουγουάη πριν από την κρίση, …  – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

 Ανάλυση

Πρέπει να αγαπάμε την αρετή – καλό όμως είναι να γνωρίζουμε πως δεν είναι παρά ένα τέχνασμα, επινοημένο από τους ανθρώπους, για να κάνουν βολική τη συμβίωση τους. Αυτό που αποκαλούμε ηθική δεν είναι παρά ένα εγχείρημα απόγνωσης των ομοίων μας, ενάντια στην παγκόσμια τάξη – η οποία είναι η πάλη, η σφαγή και η τυφλή σύγκρουση των αντίθετων δυνάμεων” (Anatole France).

Ουσιαστικά, στη σύνοδο κορυφής της 21ης Ιουλίου αποφασίσθηκε η αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους (εάν φυσικά εφαρμοσθεί – άρθρο μας), μεταξύ άλλων η μείωση του σε ποσοστό της τάξης του 21%. Επειδή τώρα αρκετοί συγκρίνουν τη συγκεκριμένη «διαδικασία» που επιλέχθηκε, με την αντίστοιχη επιτυχημένη στην περίπτωση της Ουρουγουάης, θεωρούμε σκόπιμη μία μικρή ανάλυση της κρίσης της λατινοαμερικανικής χώρας – η οποία, κατά την άποψη μας, ήταν εντελώς διαφορετική.

Πριν συνεχίσουμε οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, τόσο η αναδιάρθρωση, όσο και η στάση πληρωμών (Αργεντινή), έχουν άμεση σχέση με τα μεγέθη μίας χώρας –  καθώς επίσης με τα ποσά, απόλυτα ή σχετικά (ως προς το ΑΕΠ κλπ.). Για παράδειγμα, το συνολικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι της τάξης των 360 δις € ή 165% του ΑΕΠ της (υπολογίζουμε με ΑΕΠ μικρότερο των 220 δις €, λόγω της τεράστιας ύφεσης που βιώνει η χώρα μας).

Απέναντι σε αυτό, οι συνολικές απώλειες πιστώσεων που έχουν καταγραφεί από την Moodys, από το 1983 έως σήμερα, για 28 ολόκληρα έτη δηλαδή και για όλες τις χώρες, από στάσεις πληρωμών κλπ., δεν υπερβαίνουν τα 126 δις € (182 δις $) – ενώ ακόμη και αυτό το μέγεθος δεν είναι αντιπροσωπευτικό, αφού μεσολάβησαν οι απώλειες δύο μεγάλων χωρών: της Αργεντινής και της Ρωσίας. Επομένως, το μέγεθος του χρέους της Ελλάδας, τριπλάσιο σχεδόν από όλα τα υπόλοιπα μαζί, δεν είναι καθόλου αμελητέο – όσον αφορά την επίδραση του στο παγκόσμιο σύστημα, ειδικά στο ευρωπαϊκό.

Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει κανείς να αναλύσει διεξοδικά τους ιδιοκτήτες των ομολόγων – των δημοσίων χρεών δηλαδή μίας χώρας, τα οποία πρόκειται να αναδιαρθρωθούν. Ειδικότερα, τα ομόλογα των αναπτυσσομένων χωρών, όπως της Ουρουγουάης ή της Αργεντινής, αγοράζονται κυρίως από επενδυτικά κεφάλαια υψηλού ρίσκου, από hedge funds, καθώς επίσης από ιδιώτες επενδυτές. Αντίθετα, τα ομόλογα των ανεπτυγμένων, βιομηχανικών κρατών (στις οποίες ανήκει η Ελλάδα, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη), ευρίσκονται στην κατοχή τραπεζών, ασφαλειών, συνταξιοδοτικών ταμείων κλπ. – κυρίως για λόγους ρευστότητας και περιορισμού του ρίσκου.

Εάν λοιπόν οι τράπεζες δεν κρατήσουν τα ομόλογα αυτά μέχρι τη λήξη τους, καθώς επίσης εάν δεν γίνεται αποτίμηση τους στις τρέχουσες αξίες, αλλά σε πολύ χαμηλότερες, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, οι ζημίες τους περιορίζουν άμεσα τα κεφάλαια τους – οπότε, οι κίνδυνοι χρεοκοπίας τους αυξάνονται ραγδαία, ενώ οφείλουν να αντιμετωπίζονται με άμεσες αυξήσεις κεφαλαίων.

Περαιτέρω, η αναδιάρθρωση έχει άμεση σχέση με το εάν μία χώρα αντιμετωπίζει απλά προβλήματα ρευστότητας ή ευρίσκεται σε αδυναμία πληρωμών (insolvent). Κατά την άποψη πολλών, εάν το δημόσιο χρέος μίας χώρας ξεπερνά το 120% του ΑΕΠ της, ενώ «μαστίζεται» ταυτόχρονα από δίδυμα ελλείμματα (άρθρο μας), δεν είναι σε θέση να εξοφλεί τις υποχρεώσεις της – οπότε χρεοκοπεί αργά ή γρήγορα. Τυχόν αναδιάρθρωση λοιπόν θα πρέπει, αφενός μεν να μειώνει δραστικά τα χρέη της (στο 80% του ΑΕΠ της ή ακόμη λιγότερο), αφετέρου να δημιουργεί τις προϋποθέσεις επίλυσης των προβλημάτων της, τα οποία προκαλούνται, μεταξύ άλλων, από τα δίδυμα ελλείμματα.

Τέλος όταν μία χώρα, όπως η Ελλάδα σήμερα, δεν έχει τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος της ή κάποιας άλλης μορφής νομισματική πολιτική (αύξηση της ποσότητας χρήματος, μείωση των βασικών επιτοκίων κλπ.), ακόμη και μία  αναδιάρθρωση της τάξης του 50% (για παράδειγμα, μέσω της έκδοσης Ευρωομολόγων και ανταλλαγής τους, όπου ένα ασφαλές Ευρωομόλογο θα ανταλλάσσεται με δύο επικίνδυνα Ελληνικά), είναι αδύνατον να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα – εάν δεν συνοδεύεται από άλλες ενέργειες, όπως ένα σχέδιο επαναβιομηχανοποίησης τύπου «Μάρσαλ» κλπ. 

Όπως φαίνεται λοιπόν, η αναδιάρθρωση χρέους μίας ανεπτυγμένης οικονομίας, η οποία ανήκει ταυτόχρονα σε μία νομισματική ένωση συγκοινωνούντων δοχείων, με τεράστια προβλήματα συνοχής, με ανεπαρκή πολιτική ηγεσία και με πολλές εστίες πυρκαγιάς, με έναν επικίνδυνο εσωτερικό εχθρό (άρθρο μας) και σε συνθήκες διεθνούς κρίσης, είναι μία πάρα πολύ δύσκολη διαδικασία – πόσο μάλλον αφού εκλείπει εντελώς η οποιαδήποτε εμπειρία.

Επομένως, για όλους τους παραπάνω λόγους, η Ελλάδα δεν πρέπει να συγκρίνεται με καμία άλλη χώρα – φυσικά, σε καμία περίπτωση με την Ουρουγουάη, η οποία απλά αναδιάρθρωσε χρέη ύψους 5,7 δις $ (περί τα 4 δις €, όσο δηλαδή το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ελλάδας για ένα μήνα!), επεκτείνοντας το χρόνο αποπληρωμής τους στα πέντε μόλις έτη – χωρίς να αλλάξει το επιτόκιο ή την ονομαστική τους αξία. 

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Η Ουρουγουάη θεωρούταν η Ελβετία της Λατινικής Αμερικής, αφού αποτελούσε το μεγαλύτερο τραπεζικό «off shore» κέντρο της περιοχής, ειδικά για τους κατοίκους της Βραζιλίας και της Αργεντινής – σαν αποτέλεσμα της «ευέλικτης» τραπεζικής νομοθεσίας της, καθώς επίσης της γενικής εμπιστοσύνης στην Οικονομία και στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της (όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την Ελβετία, για την οποία κανείς δεν αμφιβάλλει, αν και μάλλον θα έπρεπε).  

Στα τέλη λοιπόν του 2001, με την παγκόσμια κρίση τότε στο αποκορύφωμα της (Ασία, Ρωσία, Μεξικό, Βραζιλία, Αργεντινή κλπ.), ο τραπεζικός τομέας της Ουρουγουάης θεωρούταν από τους περισσότερους σαν απόλυτα υγιής – παρά το ότι η ύφεση είχε αρχίσει από το 1999, εξασθενώντας σημαντικά την κερδοφορία των τραπεζών, λόγω της κρίσης των γειτονικών χωρών. Ειδικά τα δημόσια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας, εκ των οποίων τα δύο μεγαλύτερα (BROU, BHU) συγκέντρωναν το 40% του συνολικού Ενεργητικού, φαίνονταν να έχουν σωστή κεφαλαιακή διάρθρωση, καθώς επίσης αρκετή ρευστότητα.

Παράλληλα λειτουργούσαν περίπου 30 ιδιωτικές τράπεζες, κυρίως ξένης ιδιοκτησίας, καθώς επίσης μερικές τοπικές επενδυτικές τράπεζες και ταμιευτήρια. Μεταξύ αυτών, κυριαρχούσαν δύο (BGU, BC), το συνολικό ενεργητικό των οποίων αντιπροσώπευε το 20% του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης. Ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα ήταν εξαιρετικά ευαίσθητο σε εξωτερικούς «κραδασμούς», αφού χαρακτηριζόταν από πολύ υψηλές καταθέσεις σε δολάρια, από ξένους κυρίως καταθέτες. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός της δομής του συστήματος:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ανάλυση των τραπεζικών καταθέσεων της Ουρουγουάης σε δολάρια, από το Δεκέμβριο του 2001 έως το Δεκέμβριο του 2002

Καταθέσεις

Δεκ-01

Μαρ-02

Ιουν-02

Σεπ-02

Δεκ-02

 

 

 

 

 

 

Συνολικές

15.403

13.475

10.744

8.007

8.374

Ξένο συνάλ.

13.970

12.261

9.824

7.458

7.747

Τοπικό νόμισμα

1.433

1.214

920

549

627

Κάτοικοι

7.413

6.953

5.958

5.250

5.431

Ξένοι

6.557

5.308

3.866

2.208

2.315

Πηγή: ΔΝΤ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

Σημείωση: Με κριτήριο τη μείωση των καταθέσεων στην Ουρουγουάη κατά περίπου 7 δις $ μέσα σε ένα έτος (-37,7% του ΑΕΠ της), οι καταθέσεις στην Ελλάδα θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 80 δις € – μία πολύ «αμυδρή» πιθανότητα μεν, λόγω του Ευρώ, η οποία όμως οφείλει μάλλον να εξετασθεί, έστω «εγκυκλοπαιδικά», από τις τράπεζες μας.

Όπως διαπιστώνεται από τον Πίνακα Ι, το Δεκέμβριο του 2001 οι συνολικές καταθέσεις ήταν 15,4 δις $ – το 83% δηλαδή του ΑΕΠ της Ουρουγουάης τότε (18,55 δις $ – όταν το Ελληνικό ΑΕΠ σήμερα είναι περί τα 320 δις $ και οι καταθέσεις 260 δις $, ήτοι το 81%). Από τις συνολικές καταθέσεις, το 90% ήταν σε ξένο συνάλλαγμα (13,97 δις $), με το 47% να ανήκουν σε ξένους, μη κατοίκους της χώρας. Στα πλαίσια αυτά, η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης δεν επέβαλλε ειδικούς κανόνες, όσον αφορά τις καταθέσεις σε συνάλλαγμα των ξένων, τον περιορισμό των αναλήψεων ή όποιους άλλους – ενώ η επίβλεψη των κρατικών τραπεζών εκ μέρους της ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Τα συνολικά δάνεια που παρείχε το τραπεζικό σύστημα στα τέλη του 2001 ήταν της τάξης των 11,5 δις $, εκ των οποίων τα 8,6 δις $ (75%) ήταν σε ξένο συνάλλαγμα – κυρίως σε δολάρια. Παραδόξως δε, τα 6,1 δις $ (ή το 71% αυτών των δανείων) είχαν δοθεί σε κατοίκους της χώρας, παρά το ότι κανένας από αυτούς δεν είχε εισοδήματα σε συνάλλαγμα ή από άλλες χώρες.

Στα τέλη του 2001, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των κρατικών τραπεζών είχαν φτάσει στο 39,1% των συνολικών – έναντι 5,6% μόλις των ιδιωτικών. Το κόστος λειτουργίας δε των κρατικών τραπεζών ήταν πολύ υψηλό, ενώ τα κέρδη τους κατά πολύ χαμηλότερα, από τα αντίστοιχα των ιδιωτικών – ειδικά της BHU, η οποία ήταν ο κυριότερος «παροχέας» στεγαστικών δανείων της χώρας.

Από δημοσιονομικής πλευράς, η ύφεση που ξεκίνησε το 1999, δημιουργούσε τεράστια ελλείμματα στον ήδη προβληματικό προϋπολογισμό της Ουρουγουάης (από 38% του ΑΕΠ το 1998, στο 58% του ΑΕΠ το 2001, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των τραπεζών) – με τη χρηματοδότηση τους να γίνεται με τη σύναψη ξένων δανείων (σε συνάλλαγμα). Λίγο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, το συνολικό δημόσιο χρέος ήταν 10,7 δις $ (57,7% του ΑΕΠ), εκ των οποίων το 83% σε ξένο συνάλλαγμα (για σύγκριση, «μόλις» το 30% του συνολικού δανεισμού της Τουρκίας σήμερα είναι σε ξένο συνάλλαγμα).

Περαιτέρω, το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ της Αργεντινής το ίδιο έτος ήταν 51% και της Βραζιλίας, το 1999, μόλις 44% («ονειρεμένα» μεγέθη, σε σχέση με το 160% της Ελλάδας ή το 130% της Ιταλίας). Το χρέος της Ουρουγουάης αυξήθηκε στο 93% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2002 και στο 108% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2003 – σαν αποτέλεσμα της κρίσης, της μείωσης του ΑΕΠ (ύφεση), κυρίως δε της υποτίμησης του νομίσματος της, η οποία πλησίασε τα επίπεδα του 50% (η υποτίμηση είναι ένας από τους βασικούς λόγους που αυξήθηκαν και τα δημόσια χρέη ως προς το ΑΕΠ, τόσο της Αργεντινής, όσο και της Βραζιλίας – επίσης ένας από τους λόγους που θα χαρακτήριζαν έγκλημα την επιστροφή της χώρας μας στη δραχμή, χωρίς την παροχή πολλαπλάσιας αξίας ανταλλαγμάτων).  

Συμπερασματικά λοιπόν, στα τέλη του 2001 η οικονομία της Ουρουγουάης υπέφερε από μία εκτεταμένη κρίση των κρατικών τραπεζών, από την εξάρτηση της από το ξένο συνάλλαγμα, καθώς επίσης από μειωμένη ανταγωνιστικότητα, η οποία προκαλούσε μεγάλα ελλείμματα – λόγω της υποτίμησης των νομισμάτων των βασικών εμπορικών εταίρων της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο τραπεζικός τομέας της χώρας ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος σε εξωτερικά σοκ, καθώς επίσης στην (ενδεχόμενη τότε), υποτίμηση του εθνικού νομίσματος.

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Τι σημαίνει τελικά “ανοικτό πανεπιστήμιο”;

Τι σημαίνει τελικά “ανοικτό πανεπιστήμιο”; “Ανοίξαμε και σας περιμένουμε”;


Του Δημήτρη Πατέλη*



Το τελευταία χρόνια μεθοδεύεται (από ταγούς, ιθύνοντες, προθύμους και αφελείς) μια πρωτοφανής ιδεολογική και νοηματική λαθροχειρία. Οι φοιτητικές και πανεπιστημιακές κινητοποιήσεις βαφτίστηκαν αίφνης «κλειστό πανεπιστήμιο». Η λαθροχειρία αυτή εντάσσεται στο σύνολο των προπαγανδιστικών τρικ του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος προτιμά εύηχους όρους για τις βρώμικες επιπτώσεις της στρατηγικής του:

“απελευθέρωση τιμών” αντί για αισχροκέρδεια, “ελαστικοποίηση” και “ευελιξία” αντί για κατάργηση συλλογικών κεκτημένων και διεκδικήσεων, “δημοσιονομική πειθαρχία” αντί για αναδιανομή πόρων υπέρ του κεφαλαίου και κατά της εργασίας, “εξυγίανση” αντί για ξεπούλημα, “μεταρρύθμιση” – αντί για αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση, “διασφάλιση ποιότητας” αντί για αγοραία αξιολόγηση, κ.ο.κ.

Όμως, κλειστό πανεπιστήμιο δεν είναι το αγωνιζόμενο πανεπιστήμιο, χώρος ελεύθερης έρευνας και παιδείας, προνομιακός χώρος κριτικού αναστοχασμού, που ανοίγεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και οικοδομεί δεσμούς με την εργαζόμενη πλειοψηφία.

Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το αποστειρωμένο πανεπιστήμιο των «μεταρρυθμίσεων», με φαλκιδευμένο το άσυλο, όπου ιδιωτικές εταιρείες security (αλλά και τα ΜΑΤ, όταν το ζητήσουν οι πρυτάνεις) θα αποτρέπουν έμπρακτα τις όποιες κινητοποιήσεις και τη διακίνηση “επικίνδυνων” ιδεών, θα προστατεύουν την απρόσκοπτη έρευνα για λογαριασμό των επιχειρήσεων, την διανομή ευρωπαϊκών κονδυλίων και την ανέλιξη σε θέσεις ευθύνης στον κρατικό μηχανισμό και τις επιχειρήσεις (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα καθηγητή του ΕΜΠ που ταυτόχρονα ήταν και στο payroll της Ericsson και στην ελέγχουσα την Ericksson ΑΔΑΕ). Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο με δυσδιάκριτα έως ανύπαρκτα τα όρια μεταξύ εργαστηρίου ΑΕΙ και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο που προχωρά στην κατανομή πόρων, χώρων και αξιωμάτων βάσει της αγοραίας αξιολόγησης μελών ΔΕΠ, τμημάτων και τομέων. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο με απόκρυφες ροές κονδυλίων έρευνας, με σκοτεινές διαπλοκές στην έρευνα για παραγωγή οπλικών συστημάτων. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που αναπαράγει καθεστώτα δουλικής εκμετάλλευσης και εργασιακού μεσαίωνα σε εργαστήρια και υπηρεσίες του (προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και άλλων εργαζομένων, με ή χωρίς συμβάσεις, με αναθέσεις σε εργολάβους, κ.ο.κ.), ενώ αδυνατεί να έχει σε πλήρη λειτουργία ακόμα και τη βιβλιοθήκη του.

Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που ανέχεται την πραξικοπηματική ανάδειξη αρχών. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο της διάχυσης της διαφθοράς, της συνενοχής, της αναξιοπρέπειας, της υποταγής και του φόβου. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που ανέχεται τη στοχοποίηση των μη υποτακτικών.

Όπως έχουν επισημάνει συνάδελφοι (π.χ. ο Π. Σωτήρης), υπό το σύνθημα “ανοικτό πανεπιστήμιο” ενεργοποιείται ένας ιδιότυπος συνασπισμός εξουσίας που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες εντός των ΑΕΙ πρωτίστως γύρω από την επιθετική προώθηση μιας στρατηγικής επιβολής και εδραίωσης του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου». Πρόκειται για ένα συνασπισμό με ισχυρό υλικό συνδετικό ιστό ιδιοτελών συμφερόντων, που αρέσκεται μεν να αυτοπροβάλλεται ως δήθεν “ακαδημαϊκών αρχών” και υπεράνω κομμάτων και ιδεολογιών (αρκεί να τα έχουν καλά με τους εκάστοτε κρατούντες), αλλά λειτουργεί πλέον ως “διακομματικός” επιθετικός πόλος καθεστωτικού καιροσκοπισμού, με την προσήκουσα σε ορισμένου τύπου “εκσυγχρονισμένους” πανεπιστημιακούς επιθετική ιδεολογία…

Αυτό αφορά την «αποτελεσματικότητα» στη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, στην προσέλκυση πόρων, στην εξυπηρέτηση ποικιλοτρόπως των απαιτήσεων του κυβερνητικού έργου για «ειδικούς», στους δεσμούς με επιχειρηματικά κέντρα και εκδοτικά συγκροτήματα. Σε αυτό το πεδίον δόξης λαμπρόν αναδεικνύονται σήμερα οι νέοι ακαδημαϊκοί μανδαρίνοι, που αδημονούν να απαλλαγούν από τους «αναχρονισμούς» προηγούμενων περιόδων και την ενοχλητική ανορθογραφία τόσο του φοιτητικού κινήματος, όσο και μιας αγωνιστικής στάσης της ΠΟΣΔΕΠ, την οποία σπεύδουν εν όψει συνεδρίου να αλώσουν με πανστρατιά για να την εξουδετερώσουν.

Εξυπακούεται ότι όλοι αυτοί κατά κανόνα περιφρονούν τη μαζικότητα των φοιτητικών συνελεύσεων και απέχουν, συνήθως, από τις διαδικασίες των συλλόγων μελών της ΠΟΣΔΕΠ.

Αδυνατούν να αρθρώσουν επιστημονικά συγκροτημένο λόγο περί των μείζονος σημασίας ζητημάτων της επιστήμης , της παιδείας και της κοινωνίας (περί άλλων γαρ μεριμνούν και τυρβάζουν) και ως εκ τούτου, αποφεύγουν συστηματικά την υποβολή των απόψεών τους στη βάσανο της συλλογικής συζήτησης, του δημόσιου επιστημονικού διαλόγου (όπως κατέστη σαφές και με την ουσιαστική απουσία τους από την σχετική Ημερίδα 14.5.08 στο Πολυτεχνείο Κρήτης). Οι φορείς και θιασώτες αυτού του συνασπισμού αρκούνται σε μυρικασμούς αγοραίων στερεοτύπων και συνθηματολογίας πολιτικών υπαλλήλων, προτιμούν συνήθως την ασφαλή προβολή-προπαγάνδα των ιδεολογημάτων τους από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Ο συνασπισμός αυτός συσπειρώνει τους φορείς της ψοφοδεούς νομιμοφροσύνης και της θεσμολαγνίας της πανεπιστημιακής γραφειοκρατίας.

Έχω ξανααναφερθεί στη θλιβερή εικόνα των δήθεν οργάνων συνδιοίκησης: πυραμιδωτά δομημένων με όλο και πιο επιλεκτική σύνθεση έως τη σύγκλητο, βάσει της υπακοής και υποταγής στη διοίκηση. Χειραγωγικές πρακτικές, επιλογή, ιεράρχηση και διατύπωση θεμάτων κατά το δοκούν, ώστε να εκβιαστούν τα όργανα να εγκρίνουν απλώς προειλημμένες αποφάσεις. Όλο και πιο πολλές αποφάσεις αρμοδιότητας Συγκλήτου λαμβάνονται από το Πρυτανικό Συμβούλιο με την επίκληση λόγων «ανωτέρας βίας». Χαρακτηριστική είναι π.χ. η απόπειρα σύγκλησης συγκλήτου παραμονές Χριστουγέννων (23.12.08, χωρίς να έχουν ειδοποιηθεί οι συγκλητικοί τουλάχιστον 48 ώρες πριν, όπως προβλέπεται νομίμως), με αποφασιστικής σημασίας θέματα στην ημερήσια διάταξη, ώστε να ληφθούν αποφάσεις ερήμην των άμεσα ενδιαφερομένων «ενοχλητικών» φοιτητών.

Πως λειτουργεί λοιπόν το “ανοικτό πανεπιστήμιο”; Τα τελευταία χρόνια τα διοικητικά όργανα του Ιδρύματος έχουν σχεδόν ολοσχερώς αναχθεί σε μηχανισμούς άκριτης έγκρισης-διεκπεραίωσης άνωθεν προειλημμένων αποφάσεων με το εξής στερεότυπο σχήμα: τίθεται προς έγκριση η χ πρόταση βάσει του ψ νόμου. Εάν κάποιοι απ’ τους εκπροσώπους των φοιτητών, είτε των καθηγητών (μελών ΔΕΠ, ΕΤΕΠ και ΕΕΔΙΠ), αποτολμούν να αρθρώσουν λόγο πέραν των προειλημμένων αποφάσεων, να αντιτάξουν στις τελευταίες τις πραγματικές ανάγκες της πανεπιστημιακής κοινότητας, της επιστήμης και της κοινωνίας, η απάντηση είναι αυτοματοποιημένη: «είναι νόμος του κράτους, εμείς δεν νομοθετούμε, είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι και οφείλουμε να τηρούμε το νόμο»! Αυτά τα επιχειρήματα προτάσσονται από τους φορείς της θεσμολάγνου νομιμοφροσύνης του “ανοικτού πανεπιστημίου”, επί παντός ζητήματος ήσσονος ή μείζονος σημασίας, ακόμα και αν το θέμα αφορά νόμους εκτελεστικούς της μη ολοκληρωμένης άρσης του άρθρου 16 του Συντάγματος, ακόμα και αν είναι οι τελευταίοι πρακτικά ανεφάρμοστοι και ανόητοι (βλ. π.χ. τη μη ολοκλήρωση της διανομής συγγραμμάτων κατά το τρέχον εξάμηνο). Σαν να είναι οι νόμοι θέσφατα εξ αποκαλύψεως που τίθενται υπεράνω της κρίσης των άμεσα ενδιαφερομένων και όχι κανόνες διευθέτησης ανθρώπινων σχέσεων βάσει συγκυριακών συσχετισμών δυνάμεων και συμφερόντων. Εάν αντιμετωπίζονται έτσι τα θέσμια στο Πανεπιστήμιο, τι θα γίνεται στην υπόλοιπη κοινωνία;

Αυτή η ψοφοδεής νομιμοφροσύνη και η θεσμολαγνία παραμένει παγερά αδιάφορη για τα μείζονα προβλήματα εντός και εκτός του πανεπιστημίου, για τις στοιχειώδεις αρχές επιστημονικής και παιδαγωγικής δεοντολογίας. Κάποιοι προτρέπουν συχνά πυκνά σε «δυναμικές» κινήσεις αντικατάληψης όποτε κινητοποιούνται οι φοιτητές…

Δεν ανέχονται το «κλειστό Πανεπιστήμιο» λόγω κινητοποιήσεων, ενώ αισθάνονται μακάρια άνεση στην ασφυκτικά κλειστή κοινωνία της ωμής εκμετάλλευσης και καταστολής, της αμεσότερης υπαγωγής έρευνας και παιδείας στο κεφάλαιο. Για ποιο «ανοικτό πανεπιστήμιο» κόπτονται κάποιοι, όταν σφυρίζουν αδιάφορα στον νεοφιλελεύθερο στραγγαλισμό του δημόσιου Πανεπιστημίου; Ανοικτό σε τι, για ποιόν, σε ποια κατεύθυνση; Τι είναι το Πανεπιστήμιο; Μαγαζί για τις όποιες αγοραίες διαθέσεις επιτηδείων, με προσωπικό που διαλαλεί «ανοίξαμε και σας περιμένουμε»;

Σε ορισμένους κύκλους πανεπιστημιακών, κάθε αναφορά στους φοιτητές, στο φοιτητικό κίνημα κ.ο.κ., γίνεται μετά βδελυγμίας, σα να είναι μιάσματα απεχθή, εμπόδια για την εδραίωση-επέκταση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Έχω ακούσει μέλη της διοίκησης του Ιδρύματος να αποκαλούν «γάγγραινα» τους φοιτητές. Δημιουργείται η αίσθηση ότι εάν υπήρχε δυνατότητα απαλλαγής από τους φοιτητές και το πανεπιστημιακό άσυλο με κάποιας μορφής ψεκασμό, θα είχε χρησιμοποιηθεί από αυτούς τους «δασκάλους» προ πολλού… Το μίσος που τους διακατέχει για τους νέους μας και τις κινητοποιήσεις τους είναι τέτοιο, που ενώ έσπευσαν να καταδικάσουν τις δίκαιες κινητοποιήσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας (ως πλειοψηφία του Δ.Σ.) δεν βρήκαν τίποτε να πουν για το δολοφονικό αυταρχισμό των οργάνων καταστολής, σα να ευελπιστούν σε παρόμοιες «λύσεις» των προβλημάτων ανυπακοής που αντιμετωπίζουν… Κατά τα λοιπά, σπεύδουν να παραδώσουν μαθήματα δημοκρατίας και συλλογικής δράσης άνθρωποι που δυσκολεύονται να συγκροτηθούν σε σώμα γενικής συνέλευσης ως Σύλλογος ΔΕΠ!

Χαρακτηριστικό αυτού του συνασπισμού είναι ένα βασικό και στρατηγικό λάθος, που κατέστη κραυγαλέο μετά το νεανικό ξέσπασμα οργής και αγανάκτησης του Δεκεμβρίου του 2008: αδυνατεί να κατανοήσει τη χρεοκοπία των νεοφιλελεύθερων αγοραίων δογμάτων (μεσούσης της οικονομικής κρίσης) από τα οποία εμφορείται, το κοινωνικό βάθος του νεανικού κινήματος εντός και εκτός Πανεπιστημίου, την κλίμακα της πλειοψηφικής απόρριψης της «μεταρρύθμισης» από το φοιτητικό σώμα, το εύρος της απονομιμοποίησης της κυρίαρχης στρατηγικής για τη λειτουργία των ΑΕΙ με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, τόσο από τους φοιτητές, όσο και από μεγάλο μέρος των διδασκόντων και της κοινωνίας.

Επομένως αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι όχι μόνο δεν έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα για την άσκηση ηγεμονικού ρόλου απέναντι στο φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα, αλλά αντίθετα πολιορκείται από μια πλειοψηφική κοινωνική απαίτηση στην οποία θα αναγκαστεί, αργά ή γρήγορα να υποκύψει και να λογοδοτήσει.

 

* Ο Δημήτρης Πατέλης είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος της πολιτικής επιτροπής του Ε.ΠΑ.Μ.

 

ΠΗΓΗ: http://www.ilhs.tuc.gr/gr/dim_utop_83.htm, [ΟΥΤΟΠΙΑ, τ.83, 1-2.2009, σ.10-13, http://www.u-topia.gr/issues/83/10]. Το είδα: Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/08/blog-post_6638.html

Πύρινα Μέτωπα

Πύρινα Μέτωπα

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη


Αθήνα, 26.08.2011. Πάλι η Ελλάδα καίγεται και αναρωτιέται ο Έλληνας πολίτης, που οφείλονται αυτές οι φωτιές. Πολλοί βρίσκουν την εύκολη λύση, που για μένα αποτελεί άλλοθι, και για την πολιτεία και για τους ίδιους: Οι εμπρηστές. Αυτή είναι η στερεότυπη απάντηση.

Βεβαίως είναι και οι εμπρηστές, όπως όταν κάηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος για να φύγει ο Καραμανλής, όμως για μένα που γυρίζω στα βουνά και τα φαράγγια της πατρίδας μας και ξέρω κάθε γωνιά του ορεινού όγκου, ως ορειβάτης, η κύρια αιτία για τις πυρκαγιές είναι η αδιαφορία της πολιτείας και φυσικά ο ίδιος ο Έλληνας πολίτης.

Το γιατί είναι εύκολο να το αποδείξω: (Για αστεία μάλιστα λέω ότι, αν γινόταν αντάρτικο, θα ήμουν ο καλύτερος οδηγός βουνού).

Υπάρχουν 1.200.000 αυθαίρετα, που στατιστικά και επίσημα είναι αναγνωρισμένα. Στην ουσία είναι βέβαια περισσότερα. Από αυτά υπολογίζεται ότι 120.000 είναι χτισμένα παράνομα, μέσα σε δασικές εκτάσεις.

Συνέχεια

«Κούρεμα»; Ποιο κούρεμα;

«Κούρεμα»; Ποιο κούρεμα;

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα (*)

Η κυβέρνηση καθώς και η μεγάλη πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης διαφήμισαν τη «συμφωνία των Βρυξελλών» σαν σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία (Ξανά; Αυτή δεν σώθηκε με το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο;) και σαν απόδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αργεί, αλλά τελικά λειτουργεί (υποτίθεται προς όφελος των χειμαζόμενων μελών της).

Συνέχεια

Επιστρέφει η δουλεία

Επιστρέφει η δουλεία

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, και τώρα βρισκόμαστε μπροστά στο άμεσο ενδεχόμενο ενός νέου, ακόμη πιο καταστροφικού κραχ.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και το κύριο καταστροφικό δυναμικό της κρίσης δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί, ούτε έχει εκτονωθεί.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και η κοινωνία αντιμετωπίζει ίσως τη χειρότερη κρίση που έχει βιώσει ποτέ. Κι αυτό διότι, μπορεί έως τώρα να μην είχαμε επίσημες πτωχεύσεις κρατών, αλλά οι συνθήκες κοινωνικής πτώχευσης και δυστυχίας που κυριαρχούν – πλέον, ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες –, είναι κυριολεκτικά πρωτοφανείς.

Τα 45 εκατ. φτάνει ο αριθμός στις ΗΠΑ όσων δεν πεθαίνουν της πείνας χάρη στα κρατικά κουπόνια διατροφής. Το 50% αυτού του αριθμού είναι παιδιά και 20% υπερήλικοι χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να διπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια, με ή χωρίς «ανάπτυξη». Είναι αυτό που οι οικονομικοί αναλυτές ονομάζουν «jobless recovery», δηλαδή «ανάκαμψη χωρίς δουλειές». Όχι, όμως, μόνο χωρίς δουλειές, αλλά και χωρίς απολαβές, χωρίς εγγυήσεις έναντι της εξαθλίωσης, χωρίς ούτε εικονική άνοδο του βιοτικού επιπέδου για την συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων. Στην Ευρώπη, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ειδικού παρατηρητηρίου του ΟΗΕ, ο αριθμός όσων ζουν από συσσίτια και παροχές φιλανθρωπίας υπερβαίνει τα 63 εκατ. Ανάμεσα στις πρωτεύουσες με το πιο έντονο πρόβλημα είναι το Λονδίνο, το Παρίσι, η Μαδρίτη και το Βερολίνο. Την ίδια ώρα, οι εργαζόμενοι έχασαν μέσα στα τελευταία χρόνια ό,τι είχαν κερδίσει από τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εργατικά δικαιώματα, κατοχυρώσεις απέναντι στην αυθαιρεσία της αγοράς και του εργοδότη, κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ. Όχι μόνο οι «κοπρίτες» εργαζόμενοι της «διεφθαρμένης» Ελλάδας, αλλά το σύνολο των εργαζομένων στην Ευρώπη.

Επισήμως σκλάβοι

Η ανεργία καλπάζει. Οι εργατικές αμοιβές έχουν αποσπαστεί πια από τις ανάγκες διαβίωσης και αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούσαν “breadwinner wage”, δηλαδή μισθός που εξασφαλίζει το ψωμί της οικογένειας: μια κατάκτηση των εργατικών αγώνων από τις αρχές του 19ου αιώνα αποτελεί σήμερα όνειρο απατηλό για τουλάχιστον τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων εργαζομένων. Στην ευρωζώνη, πάνω από το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού αμείβεται με μισθούς κάτω των 500 ευρώ, ενώ πάνω στο έδαφός της ευδοκιμεί ένα ακόμη φαινόμενο από τα παλιά: το δουλεμπόριο. Σύμφωνα με τον ΔΟΕ, κυρίως στις χώρες της ευρωζώνης, πάνω από 12,5 εκατ. άνθρωποι βρίσκονται επίσημα υπό καθεστώς δουλείας, μέσα από κυκλώματα δουλεμπόρων που τους φέρνουν κυρίως από χώρες της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και της ανατολικής Ευρώπης. «Καραβιές» ολόκληρες έρχονται μεθοδευμένα στις χώρες της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, για να χρησιμοποιηθούν σαν δουλική εργασία. Ο «Τρίτος Κόσμος» μετακόμισε πια οριστικά στην καρδιά του «Πρώτου Κόσμου» με όρους απάνθρωπης εκμετάλλευσης και μαζικής εξαθλίωσης σε πρωτοφανή επίπεδα, ειδικά για τις κοινωνίες της ανεπτυγμένης Ευρώπης και φυσικά των ΗΠΑ.

«Ο Μαρξ είχε δίκιο»!

Η κατάσταση είναι τέτοια, που ανάγκασε ακόμη και τον Νουριέλ Ρουμπίνι να παρατηρήσει πρόσφατα σε μια ζωντανή συνέντευξή του στην τηλεόραση της «Wall Street Journal» (11.8) τα εξής:

WSJ: «Μας περιγράψατε μια σκοτεινή εικόνα για την αναιμική οικονομική επέκταση που συντελείται, με έναν αυξανόμενο κίνδυνο μιας νέας ύφεσης στο άμεσο μέλλον. Αυτό ακούγεται πολύ άσχημο. Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση και τι οι επιχειρήσεις, ώστε να βάλουν μπρος την οικονομία; Ή απλώς πρέπει να περιμένουν να δουν τι θα συμβεί;».

Ρουμπινί: «Οι επιχειρήσεις δεν κάνουν απολύτως τίποτε. Στην πραγματικότητα δεν βοηθούν. Όλος αυτός ο κίνδυνος τις έκανε πιο νευρικές… Υποστηρίζουν ότι προχωρούν σε περικοπές επειδή υπάρχει υπερβολική προσφορά, και δεν προσλαμβάνουν εργάτες επειδή δεν υπάρχει αρκετή τελική ζήτηση. Ωστόσο, εδώ υπάρχει ένα παράδοξο… Αν δεν προσλαμβάνεις εργάτες, δεν υπάρχει και αρκετό εργατικό εισόδημα, καταναλωτική εμπιστοσύνη, κατανάλωση, ούτε αρκετή τελική ζήτηση. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία δύο με τρία χρόνια είχαμε μια επιδείνωση, διότι υπήρξε μια ογκώδης ανακατανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο, από τους μισθούς προς τα κέρδη, ενώ η ανισότητα των εισοδημάτων έχει αυξηθεί… Έτσι, η ανακατανομή του εισοδήματος και του πλούτου κάνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης ακόμη χειρότερο. Ο Καρλ Μαρξ το είχε αντιληφθεί σωστά. Σε κάποιο σημείο, ο καπιταλισμός μπορεί να αυτοκαταστραφεί. Δεν μπορείς να αποσπάς εισόδημα από την εργασία στο Κεφάλαιο, χωρίς να έχεις υπερβάλλουσα προσφορά και έλλειμμα γενικής ζήτησης. Αυτό είναι που έχει συμβεί. Νομίζαμε ότι οι αγορές λειτουργούν. Δεν λειτουργούν. Το άτομο μπορεί να είναι ορθολογικό. Η εταιρεία, προκειμένου να επιβιώσει και να ευημερήσει, μπορεί να σπρώχνει τα εργατικά κόστη όλο και πιο χαμηλά. Ωστόσο, τα εργατικά κόστη είναι κάποιου άλλου το εισόδημα και η κατανάλωση. Γι’ αυτό είναι μια αυτοκαταστροφική διαδικασία».

Τερατογένεση

Τον Νουριέλ Ρουμπινί δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει ως οπαδό του Μαρξ. Αντίθετα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σημερινής κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, που έχει αποβάλει παντελώς την κοινωνική οπτική από την προβληματική της. Γι’ αυτήν, η οικονομία είναι ένα σύστημα δεικτών και λογιστικών μεγεθών, όπου απλά πρέπει να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος διαχείρισής τους. Δεν την ενδιαφέρει καθόλου αν αυτά τα μεγέθη απηχούν κοινωνικές καταστάσεις, αντιθέσεις, σχέσεις εκμετάλλευσης και εξουσίας. Δεν την απασχολεί αν οι δείκτες καθορίζουν ανθρώπινες ζωές, αν συνεπάγονται δυστυχία και κοινωνική απαξίωση. Έλα όμως που οι δραστικές πολιτικές λιτότητας και των περικοπών αναγκάζουν σήμερα ακόμη και τους εκπροσώπους αυτής της πιο χυδαίας εκδοχής – απ’ όλες όσες γνώρισε στην ιστορική πορεία η οικονομική σκέψη – να παραδεχτούν δειλά δειλά ότι η συντριβή της εργαζόμενης κοινωνίας έχει σπρώξει προς μια «αυτοκαταστροφική διαδικασία» την παγκόσμια οικονομία. Το «μοντέλο ανάπτυξης» της παγκόσμιας οικονομίας, που υπήρχε πριν από την πρόσφατη παγκόσμια κρίση, βασιζόταν στη δυνατότητα μιας χούφτας τεράστιων επιχειρηματικών κολοσσών με οικονομική επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από τα περισσότερα κράτη, να επιβάλουν έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας όπου, στις χώρες του «Τρίτου Κόσμου», παρήγαν με εξαιρετικά χαμηλά κόστη το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων και υπηρεσιών, οι οποίες πήγαιναν προς κατανάλωση στον ανεπτυγμένο «Πρώτο Κόσμο».

Όσο οι ανεπτυγμένες αγορές εξασφάλιζαν την τελική ζήτηση γι’ αυτά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, τόσο λειτουργούσε το όλο κύκλωμα χωρίς σοβαρές εμπλοκές από τη μαζική δυστυχία και υποβάθμιση που συνεπαγόταν για την εργαζόμενη κοινωνία των χωρών παραγωγής. Για να στήσουν το κύκλωμά τους στην παγκόσμια οικονομία, οι υπερεθνικοί αυτοί γίγαντες απαιτούσαν όχι μόνο την κατάργηση των συνόρων και των εθνικών ρυθμίσεων, των εθνικών νομοθεσιών κ.ο.κ., αλλά και διαθέσιμα κεφάλαια που καμία εθνική οικονομία από μόνη της δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει – ούτε καν οι ΗΠΑ. Έτσι επήλθε μια τερατογένεση. Δημιουργήθηκαν οι κεφαλαιαγορές που γνωρίζουμε σήμερα σε διεθνές επίπεδο, ικανές να συγκεντρώνουν χρηματικά κεφάλαια 20 φορές μεγαλύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ. Οι τράπεζες πολύ γρήγορα μετατράπηκαν σε κυρίαρχη έκφραση αυτής της διαδικασίας, και η ανάγκη παραγωγής μιας τέτοιας πληθώρας κεφαλαίου γέννησε μια απίστευτων διαστάσεων κερδοσκοπία, με κάθε είδους πιστωτικό προϊόν και δάνεια σε διεθνές επίπεδο. Έτσι φτάσαμε στην παγκόσμια κρίση, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 2007 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Κοινωνική γενοκτονία

Πώς αντιμετώπισαν την κρίση αυτή οι κυβερνήσεις; Πρώτα και κύρια, στράφηκαν σε μια πρωτοφανών διαστάσεων προσπάθεια διάσωσης των ισολογισμών των τραπεζών. Πάνω από 16 τρισ. δολ. «ζεστό χρήμα» διοχέτευσε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ τα δύο τελευταία χρόνια, προκείμενου να βελτιωθεί τεχνητά η εικόνα των τραπεζών. Μόνο στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες (Bank of America, Citi, Goldman Sachs, JP Morgan κ.ο.κ.), η Fed διοχέτευσε 1,2 τρισ. δολ., περίπου το ποσό που οι ιδιοκτήτες κατοικιών στις ΗΠΑ οφείλουν στη βάση των 6,5 εκατ. ενυπόθηκων δανείων που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν (Bloomberg, 22.8). Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και στην Ε.Ε., όπου τα κράτη και το Δημόσιο φορτώθηκαν τα χρέη και τα ελλείμματα της τραπεζικής αγοράς. Τα χρέη, ιδιωτικά και δημόσια, που μέχρι τότε θεωρούνταν ελέγξιμα και πηγή όχι μόνο σημαντικών κερδών για τις τράπεζες, αλλά και βασικός μοχλός επέκτασης της καταναλωτικής ζήτησης στις ανεπτυγμένες χώρες, άρχισαν να εκτινάσσονται.

Τι έκαναν οι κυβερνήσεις; Επέβαλλαν άγριες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, με αποτέλεσμα να προκύψει μία από τις μεγαλύτερες ανακατανομές εισοδημάτων και πλούτου, που έχει συμβεί στις ανεπτυγμένες χώρες από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η Ελλάδα υπήρξε το πιο πρόσφορο και εύκολο πειραματόζωο αυτής της συνταγής. Αποτέλεσμα; Η γενίκευση της δυστυχίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί σήμερα – και δικαιολογημένα – μιλούν για κοινωνική γενοκτονία ακόμη και στις πιο πλούσιες χώρες. Κι αυτό επειδή τα μέτρα περιορισμού και λιτότητας που υιοθετούνται, χτυπούν με ιδιαίτερα ανελέητο τρόπο τις νέες γενιές: ανεργία και εξαθλίωση… Ο πακτωλός ρευστού χρήματος εις βάρος της κοινωνίας εξασφάλισε μια εικονική βελτίωση των τραπεζικών, κυρίως οικονομικών, και της δυναμικής των κεφαλαιαγορών, με αποτέλεσμα μια εικονική άνοδο του ΑΕΠ τον περασμένο χρόνο. Χαράς ευαγγέλια για τους πληρωμένους καλαμαράδες της οικονομολογίας των κερδοσκόπων. Πέτυχαν το ακατόρθωτο. Να ανακάμψει η οικονομία χωρίς να ανακάμψει η τελική ζήτηση. Περιχαρείς, οι λακέδες της οικονομικής εξουσίας γέννησαν νέες θεωρίες: μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς να στηρίζεται στην τελική καταναλωτική δαπάνη, δηλαδή στην αγοραστική δύναμη του πληθυσμού. Αρκεί η κερδοσκοπία στις αγορές. Οι ίδιοι που πήραν ακόμη και Νόμπελ Οικονομίας την προηγούμενη δεκαετία, «αποδεικνύοντας» ότι η κρίση δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας, ετοιμάστηκαν να διεκδικήσουν νέα Νόμπελ, «αποδεικνύοντας» ότι η αγορά και η οικονομία μπορούν να δουλέψουν άψογα και κυρίως «ορθολογικά», χωρίς να έχουν ανάγκη απ’ το αυξανόμενο εισόδημα του εργαζόμενου. Ζήτω! Νέες περίλαμπρες σελίδες ανοησίας και προστυχιάς γράφτηκαν με τη μορφή της οικονομικής φιλολογίας…

Πώς να σωθούν οι τράπεζες χωρίς… χρήμα;

Έλα, όμως, που η κρίση υποτροπίασε. Οι τράπεζες έχασαν μέσα σε τρεις εβδομάδες σχεδόν το σύνολο των εικονικών κερδών που είχαν εξασφαλίσει από το «τσάμπα» χρήμα των κυβερνήσεων. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις το βιολί τους… Οι τράπεζες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας κρατιούνται όπως – όπως στον αφρό με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις της ΕΚΤ. Οι πληροφορίες λένε ότι νέος πακτωλός δολαρίων από την Fed αναχαίτισε κάπως την πτώση των χρηματαγορών στις ΗΠΑ – και κυρίως την απαξίωση των τραπεζικών μετοχών. «Δεν κοιμάμαι τις νύχτες», δήλωσε ο Τσαρλς Βίπλοζ, διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου για Χρηματικές και Τραπεζικές Μελέτες, που εδρεύει στην Γενεύη και χρηματοδοτείται από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας και μια σειρά άλλες τράπεζες. «Μπήκαμε σε μια νέα φάση της κρίσης» (Bloomberg, 23.8).

«Υπάρχουν αρκετά χρήματα στη Γη για να σωθούν οι τράπεζες;», αναρωτιόταν πρόσφατα ο Τζόναθαν Βέιλ, σχολιαστής της Bloomberg (11.8). Και δεν έχει άδικο. Ο νέος γύρος πριμοδότησης των τραπεζών φαίνεται ότι θα φέρει την παγκόσμια οικονομία, όχι μόνο πιο κοντά σε ένα νέο παγκόσμιο κραχ, αλλά και σε μια σειρά από αναπόφευκτες χρεοκοπίες κρατών. Με πρώτη υποψήφια φυσικά την Ελλάδα

«Πρακτικά αφερέγγυοι»

Ο Νουριέλ Ρουμπινί είχε σημειώσει τον Ιανουάριο του 2009 ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ ήταν «χρεοκοπημένο» και «πρακτικά αφερέγγυο»: «Βρήκα ότι οι πιστωτικές απώλειες μπορούν να φτάσουν στο ύψος των 3,6 τρισ. δολ. για τα ιδρύματα των ΗΠΑ, τα μισά εκ των οποίων είναι τράπεζες και διαμεσολαβητές», έλεγε τότε ο Ρουμπινί. «Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ είναι πρακτικά αφερέγγυο, γιατί ξεκινά με ένα κεφάλαιο της τάξης των 1,4 τρισ. δολ. Τα προβλήματα του Citi, της Bank of America και των άλλων υποδηλώνουν ότι το σύστημα είναι χρεοκοπημένο», κατέληγε ο Ρουμπινί. «Στην Ευρώπη συμβαίνει το ίδιο πράγμα». Βελτιώθηκε η κατάσταση που περιέγραφε τότε; Ούτε κατά διάνοια. Αντίθετα, χειροτέρεψε. Το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα κατέγραψε απώλειες που υπερβαίνουν τα 5 τρισ. δολ., ενώ το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα έχει πάνω από 17 τρισ. δολ. «τοξικά χαρτιά» στο ενεργητικό του, καθώς και κεφάλαιο που κινείται γύρω στα 2 – 3 τρισ. δολ.

«Διαγραφή χρεών ή ύφεση δίχως τέλος»

Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, και στις δυο όχθες του Ατλαντικού, είναι ανεπανόρθωτα χρεοκοπημένο και δεν μπορεί να διασωθεί, σε όσες ενέσεις ρευστότητας κι αν υποβληθεί. Ωστόσο, το σύστημα και το πολιτικό προσωπικό του είναι καταδικασμένα σε μια «σισύφεια προσπάθεια» να επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια, με την ψευδαίσθηση ότι κάπως έτσι θα κατευνάσουν τους δαίμονες που τα ίδια έχουν απελευθερώσει. Έστω κι αν κάθε τέτοια προσπάθεια στοιχίζει σε απίστευτο βαθμό για την κοινωνία… Μην στενοχωριέστε όμως. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει, όπως φοβάται ο Νουριέλ Ρουμπινί. Δεν πρόκειται να καταρρεύσει, ακόμη κι αν συνεχίσει ακάθεκτο στην ίδια αυτοκαταστροφική πορεία. Μπορεί να καταρρεύσουν χώρες, κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις και να πεινάσουν λαοί ολόκληροι – ακόμη και στον λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο –, αλλά μη φοβάστε: το κυρίαρχο σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Έχει ανεξάντλητες εφεδρείες αναπαραγωγής, ακόμη και σε συνθήκες της πιο γενικευμένης βαρβαρότητας. Δεν μπορεί να καταρρεύσει από μόνο του, ακόμη κι αν το θελήσει. Μόνο οι λαοί μπορούν να επιφέρουν την κατάρρευση του κυρίαρχου συστήματος.

Ούτε είναι σωστή η άποψη ότι η κρίση αυτή είναι παροδική: ένα είδος οικονομικού κύκλου. Τόσο το πολιτικό προσωπικό όσο και οι διεθνείς μηχανισμοί παρέμβασης δεν διαθέτουν βιώσιμη στρατηγική διεξόδου που θα επιτρέψει στο κυρίαρχο παγκόσμιο σύστημα να ανασυγκροτηθεί και να βγει με κάποιον τρόπο από την υπάρχουσα κρίση. Αν διέθετε κάποια τέτοια στρατηγική, έστω υπό διαμόρφωση, δεν θα περιοριζόταν σε μέτρα πανικού και έκτακτες παρεμβάσεις, όπως κοπή χρήματος, αγορές ομολόγων και παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες. Πώς είναι δυνατόν να θεωρεί κάποιος ότι μπορεί μια οικονομία να ανακάμψει με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις;

Ώς το κόκαλο

Επιπλέον, η καθίζηση του λαϊκού εισοδήματος σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, που έχουν φτάσει το μαχαίρι στο «κόκαλο» για την εργαζόμενη κοινωνία ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης, εξασφαλίζουν ότι ακόμη και η επέκταση της οικονομίας θα συνεχίσει να είναι εικονική και εξαιρετικά αναιμική. Η κατάσταση είναι τέτοια, ώστε αναγκάζει ακόμη και ορισμένους καθ’ όλα αξιοσέβαστους καθηγητές Οικονομικής – οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να συμπαραταχθούν με όλους εμάς τους «γραφικούς» – να πουν: «Θα έχουμε μια διαρκή ύφεση χωρίς τέλος, αν δεν αρνηθούμε το χρέος…», όπως έγραφε πριν από έναν μήνα ο καθηγητής Στιβ Κιν για τις ΗΠΑ. Ενώ ο Νουριέλ Ρουμπινί έγραφε στην «Financial Times» (8.8): «Από τη στιγμή που αυτή είναι μια κρίση αφερεγγυότητας και ταυτόχρονα ρευστότητας, πρέπει να αρχίσει μια συντεταγμένη αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό σημαίνει μια απευθείας μεγάλη μείωση του ενυπόθηκου χρέους, για περίπου το 50% των Αμερικάνικων νοικοκυριών που πνίγονται…». Όσο θα βαθαίνει η ύφεση πυροδοτώντας νέα κραχ τόσο περισσότερες φωνές θα μιλούν για «σβήσιμο» του χρέους, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του. Φωνές ακόμη κι από τα δώματα της εξουσίας. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι η σημερινή δομή της οικονομίας, η κυριαρχία των κεφαλαιαγορών και το πολιτικό προσωπικό που της αντιστοιχεί διεθνώς, δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν κανένα τέτοιο αίτημα. Μόνο ο ίδιος ο λαός μπορεί να το κάνει, αν συνειδητοποιήσει ότι διαφορετικά δεν μπορεί να γλιτώσει από τον κοινωνικό κανιβαλισμό..

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 26-08-11)

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/08/blog-post_4568.html

ΠΟΛΕΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

ΠΟΛΕΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η επιχείρηση στη Λιβύη φαίνεται να τερματίζεται με τον “θρίαμβο” των ειρηνοποιών δυνάμεων του ΝΑΤΟ που στήριξαν τους “εξεγερμένους” κατά του δικτάτορα Καντάφι πολίτες της χώρας.

Ο Καντάφι είναι αναμφισβήτητα ψυχοπαθολογική προσωπικότητα. Το μαρτυρεί περίτρανα η άκρως εντυπωσιακή εκκεντρικότητά του. Ασφαλώς όμως διαθέτει και ικανότητες. Χάρη σ’ αυτές κατάφερε νεαρός ακόμη αξιωματικός να αρπάξει την εξουσία από τον βασιλιά που ανέτρεψε. Όπως κάθε δικτάτορας έτσι και αυτός κατάφερε να διχάσει τον λαό που κυβέρνησε. Άλλοι θεώρησαν ικανοποιητικά το ότι στάθηκε αγέρωχος απέναντι στους ηγέτες των ισχυρών χωρών, τους οποίους κατά καιρούς προκάλεσε κατά τρόπο εντυπωσιακό για ηγέτη φτωχής και ανίσχυρης χώρας, και το ότι με την εθνικοποίηση των πετρελαίων είδαν επί τέλους μέρος του πλούτου της χώρας να διατίθεται για έργα προς όφελος του λαού. Άλλοι, πιστοί στον εκπεσόντα βασιλιά και αμετάπειστοι δεν είδαν με καλό μάτι τη μετατροπή της χώρας τους σε “σοσιαλιστική λαϊκή δημοκρατία”. Και δεν ήσαν αφελείς οι μεγάλοι της Δύσης, ώστε να μην ενισχύσουν κατά το διάστημα των σαράντα ετών που διέρρευσε τους πυρήνες των αντικαθεστωτικών, οι οποίοι διψούσαν για εκδίκηση, καθώς ο δικτάτορας είχε φονεύσει μέλη της οικογενείας τους κατά τη διαρκή επιχείρηση απαλλαγής από επίδοξους ανατροπείς του.

Οι ισχυροί της Δύσης ενοχλημένοι από την προκλητική στάση του τον χαρακτήρισαν τρομοκράτη, για να τον αποκαταστήσουν κατά τρόπο πανηγυρικό πριν από λίγα έτη, όταν εμφανίστηκε να αναθεωρεί την ώς τότε πολιτική του και να εκδηλώνει τη διάθεση για συνεργασία προς πάταξη της “τρομοκρατίας”. Στην τηλεόραση είδαμε πλήθος σκηνών από επισκέψεις και θερμούς εναγκαλισμούς με όλους τους δυτικούς ηγέτες. Βέβαια ακόμη και κατά την περίοδο των ψυχρών σχέσεων δεν τον είχαν αποπέμψει από τη “σοσιαλιστική διεθνή”! Απλά εμείς οι καλά ενημερωμένοι από τα αμερόληπτα ΜΜΕ πληροφορηθήκαμε και την ιδιότητα αυτή του Καντάφι μόλις πρόσφατα, όταν δηλαδή ξέσπασαν οι ταραχές στις αραβικές χώρες της Αφρικής. Μάλιστα και εμείς οι Έλληνες, πέρα από τους Ιταλούς, τους οποίους ο εκπεσών τιμούσε ιδιαίτερα με την ανάμειξη του στα ποδοσφαιρικά πράγματα της χώρας τους, καυχόμασταν, επειδή ένας από τους γυιούς του ήταν συχνότατος επισκέπτης της Μυκόνου, η οποία χάρη στον τουρισμό της “δοξάζει” τη χώρα μας διεθνώς!

Ο Καντάφι σπούδασε στη σχολή Ευελπίδων της χώρας μας και είχε φίλους συμπατριώτες μας. Όμως η εξωτερική μας πολιτική δεν επωφελήθηκε διόλου από αυτό. Το θέμα της ΑΟΖ με τη Λιβύη δεν ετέθη προς συζήτηση και ο Καντάφι ταυτίστηκε με τις τουρκικές θέσεις για τη Γαύδο. Μήπως γι’ αυτό και εμείς λησμονήσαμε τη “σοσιαλιστική αλληλεγγύη” και προσφέραμε διευκολύνσεις στους νατοϊκούς “συμμάχους” μας, προκειμένου να διευκολυνθούν να πλήξουν στόχους, με τις συνηθισμένες πλέον παράπλευρες απώλειες αμάχου πληθυσμού;  Επί εξάμηνο ο λαός της Λιβύης αιμορραγεί και εμείς αδιαφορούμε για το αν μετέχουμε σε μία ακόμη άγρια επίθεση κατά κυρίαρχης χώρας επιβαρυνόμενοι οικονομικά για αλλότρια συμφέροντα. Εμείς για ένα μόνο νοιαζόμαστε: Για το αν τελικά θα αποτραπεί η πτώχευση που θα μας στερήσει τον καταναλωτισμό, στον οποίο έχουμε εθισθεί!

Τότε, στην αρχή της κρίσης, είδαμε να καταφθάνουν στην Κρήτη χιλιάδες Κινέζοι εργαζόμενοι σε εταιρείες που είχαν αναλάβει την κατασκευή έργων στη Λιβύη. Τώρα πληροφορούμαστε ότι οι “επαναστάτες” δηλώνουν πως οι Κινέζοι δεν έχουν θέση στη χώρα τους. Η Κίνα υπέστη πρόσφατα και άλλη απώλεια. Αφού οι ισχυροί επέτρεψαν το αιματοκύλισμα του Σουδάν επί εικοσαετία στον άγριο πόλεμο μεταξύ των Αράβων του Βορρά και των Μαύρων του Νότου, που προβάλλονται ως χριστιανοί, για να διεγείρουν τη συμπάθεια της χριστιανικής Δύσης, με συνοπτικές διαδικασίες επέτυχαν την αναγνώριση από τον ΟΗΕ του αποσχισθέντος Νότου, του πλουσίου σε πετρέλαια. Έτσι η Κίνα, που τόσο διψά για ενέργεια, προκειμένου να διατηρήσει τους γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης, υποχωρεί σημαντικά στο αφρικανικό έδαφος.

Δεν συμπαθώ διόλου το κινεζικό καθεστώς του κομμουνιστικού καπιταλισμού. Το κομμουνιστικό κόμμα (έτσι αυτοαποκαλείται)  εφαρμόζει τη γνωστή ωμή και άκρως στερητική της ελευθερίας του κινεζικού λαού πολιτική επιτρέποντας παράλληλα στο αδηφάγο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο να εξασφαλίζει σημαντικά κέρδη εκμεταλλευόμενο το πάμφθηνο εργατικό δυναμικό της χώρας με συνέπεια τη διάλυση των εθνικών οικονομιών των χωρών της Ευρώπης κυρίως. Είναι η Κίνα που στήριξε με την αγορά αμερικανικών ομολόγων την επιχείρηση των ΗΠΑ κατά του Ιράκ. Μήπως οι μεγαλοκεφαλαιούχοι και κατά καιρούς “θαυμαστές” της κινεζικής ανάπτυξης άρχισαν να ανησυχούν, καθώς δεν διαθέτουν πλήρη τον έλεγχο του καθεστώτος της αχανούς χώρας; Πάντως ένα είναι βέβαιο: Η επίθεση κατά του Καντάφι δεν έγινε για να γευθούν επί τέλους την δημοκρατία οι συμπαθείς Λίβυοι, τους οποίους είδαμε πολλές φορές σε επίδειξη δυνάμεως με κατασπατάληση των σφαιρών σε πυροβολισμούς στον αέρα, σφαιρών τις οποίες αφειδώς παρείχαν σ’ αυτούς οι έμποροι του θανάτου με το αζημίωτο. Το νέο καθεστώς ασφαλώς θα προβεί στην αποεθνικοποίηση των πετρελαίων της χώρας και στην παραχώρησή τους στις πετρελαϊκές εταιρείες της Δύσης. Οι πρωτεργάτες της ανατροπής θα αμειφθούν με σημαντικές θέσεις στη νέα κατάσταση, κάποιοι άλλοι θα αρκεστούν στην ικανοποίηση ότι ο αγώνας τους δεν ήταν μάταιος και οι πολλοί θα συρθούν σε μεγαλύτερη φτώχια, ώστε να μετανοιώσουν για το εγχείρημα τους.

Το νέο καθεστώς δεν θα μας ευχαριστήσει για τις διευκολύνσεις προς τους καταστροφείς της χώρας του ούτε θα μεταβάλει πολιτική στο θέμα της Γαύδου. Ποιά είναι η Ελλάδα, ώστε να την υπολογίσουν; Μας γνωρίζουν όλοι πλέον!            

 

                                                                        “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 29-8-2011

Οι ΝΑΤΟϊκοί «επαναστάτες» και η άθλια «Αριστερά»

Οι ΝΑΤΟϊκοί «επαναστάτες» και η άθλια «Αριστερά»*

 

Του Τάκη Φωτόπουλου


 

 Η NATOϊκή εγκληματική εκστρατεία εναντίον της Λιβύης ήδη φαίνεται  (να) πετυχαίνει τον στόχο της: την «αλλαγή καθεστώτος» που οδηγεί στην καταστροφή ενός ακόμη λαού, όπως προηγουμένως των λαών της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν και του Ιράκ. Το  «πεζικό» του ΝΑΤΟ είναι οι «επαναστάτες» της Βεγγάζης (των οποίων ηγούνται στελέχη της CIA [1]!), οι οποίοι, όχι μόνο δεν κάνουν βήμα αν δεν τους ανοίξει πρώτα τον δρόμο το ΝΑΤΟ που με τα Απάτσι του κ.λπ. ξεπαστρεύει τους λαϊκούς αγωνιστές που μάχονται, όχι για τον Καντάφι, αλλά για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους, αλλά και έχουν εκπαιδευθεί και καθοδηγούνται στις χερσαίες επιχειρήσεις από τις ειδικές δυνάμεις του.[2]

Φυσικά, το γεγονός ότι και αυτή η αλλαγή καθεστώτος, όπως και οι προηγούμενες,  θεμελιώνεται στη διαίρεση του λαού και σε εξοντωτικό εμφύλιο πόλεμο δεν απασχολεί την υπερεθνική ελίτ, αρκεί να μπορεί να εκμεταλλεύεται τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της χώρας.

Η κρίσιμη διαφορά όμως αυτής  της εκστρατείας είναι ότι εξασφάλισε ένα πρωτόγνωρο βαθμό συναίνεσης της «διεθνούς κοινότητας» ακόμη και της αυτό-αποκαλούμενης «αντικαπιταλιστικής Αριστεράς»! Έτσι, σε αντίθεση με την εισβολή στο Ιράκ, τώρα είναι ενωμένη σύμπασα η υπερεθνική ελίτ, με επικεφαλής μάλιστα  την Γαλλία, που τότε είχε θυμηθεί τα ιδανικά της Γαλλικής επανάστασης! Ακόμη, χάρη στην ανοχή του φιλοδυτικού τμήματος της Ρωσικής ελίτ, η υπερεθνική ελίτ εξασφάλισε και  τυπική νομιμοποίηση από τον ΟΗΕ, που βλέπει απαθώς να βομβαρδίζονται νοσοκομεία, σχολεία και άμαχοι πληθυσμοί, χάριν της «προστασίας» τους – έστω και αν πρόκειται για την… αυτο-προστασία τους, όπως στη περίπτωση της Σύρτης που βομβαρδίζεται, παρά το ότι όλοι ομολογούν ότι δεν υπάρχουν εκεί «εξεγερμένοι»! Και φυσικά πρωτοστατούν στην εκστρατεία αυτή τα Αραβικά πελατειακά καθεστώτα, με επι κεφαλής την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ που, με την Αλ Τζαζίρα του, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τεράστια εκστρατεία παραπληροφόρησης της διεθνούς κοινής γνώμης. Το νέο στοιχείο είναι η προσθήκη των μεταλλαγμένων, (δήθεν «επαναστατικών»), καθεστώτων της Αιγύπτου και της Τυνησίας, που ελέγχονται από τον στρατό (και μέσω αυτού από την υπερεθνική ελίτ), τα οποία τώρα επιδίδονται στη συντριβή των ριζοσπαστικών τάσεων που είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των μαζικών εξεγέρσεων στην αρχή του χρόνου.

Ακόμη πιο κρίσιμο στοιχείο στη συναίνεση αυτή είναι η συμμετοχή του μη-πελατειακού Ισλαμικού Ιρανικού καθεστώτος, καθώς και των παρακλαδιών του (Χεζμπολλά – που έμμεσα ελέγχει τη Λιβανική κυβέρνηση – Χαμάς κ.λπ.), που υποστηρίζει τους Λιβύους «επαναστάτες» και έμμεσα την ΝΑΤΟϊκή εκστρατεία (που καταδικάζει!). Την μυωπική αυτή πολιτική που θεμελιώνεται στον θρησκευτικό σκοταδισμό θα πληρώσουν οι ίδιοι, σύντομα, πολύ ακριβά, εφόσον είναι οι επόμενοι στόχοι της υπερεθνικής ελίτ. Δεν είναι άλλωστε περίεργο  ότι η «νίκη» αυτή της υπερεθνικής ελίτ ήδη άνοιξε την όρεξη σε σημαντικά τμήματά της να μιλούν για την χρησιμοποίηση του ίδιου επιτυχημένου τεχνάσματος (της υπόθαλψης εικονικών εξεγέρσεων, αλλά στη πραγματικότητα εμφύλιων πολέμων, π.χ. Λιβύη & Συρία), ή ακόμη και της εκμετάλλευσης πραγματικών εξεγέρσεων, (π.χ. Αίγυπτος), με στόχο την επιβολή πελατειακού καθεστώτος όχι μόνο στα μικρά «κράτη-παρίες», αλλά ακόμη και σε μεγάλες δυνάμεις (π.χ. Ρωσία) που δεν έχουν πλήρως ενσωματωθεί στη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». [3]

Καταλυτικό ρόλο όμως στην όλη εγκληματική εκστρατεία έπαιξαν τα διεθνή ΜΜΕ, που ελέγχονται απόλυτα από την υπερεθνική ελίτ, καθώς και τα «κοινωνικά μίντια» (Facebook, Twitter. You Tube, Podcasts κ.λπ.)[4] που κατασκέυασαν τους μύθους  για τις αεροπορικές «σφαγές» των διαδηλωτών από τον Καντάφι,[5] τους μαζικούς βιασμούς,[6]  τους μισθοφόρους[7] κ.λπ. – οι οποίοι αποδείχθηκαν όλοι Γκεμπελικά ψέματα. Εντούτοις, αυτό δεν εμπόδισε την εκφυλισμένη «Αριστερά» να υιοθετήσει όλη αυτή τη τερατώδη μυθολογία, σε αυτό που έχει ήδη ονομαστεί ο «μιντιακός πόλεμος», ώστε να υποστηρίξει  την κατάπτυστη θέση πως η «εξέγερση» της Λιβύης ήταν άλλη μια λαϊκή εξέγερση όπως αυτές της Τυνησίας και της Αιγύπτου και όχι ένας προσχεδιασμένος από την υπερεθνική ελίτ εμφύλιος πόλεμος που θα έδινε την ευκαιρία στο ΝΑΤΟ, κατόπιν έκκλησης των… ΝΑΤΟϊκών «επαναστατών και των πελατειακών Αραβικών καθεστώτων,  να επιβάλλει αλλαγή καθεστώτος’. Και αυτό, διότι όπως έδειξα στο παρελθόν[8], το καθεστώς Καντάφι στην πραγματικότητα δεν ήταν φιλο-ιμπεριαλιστικό, ακόμη και μετά την οπορτουνιστική μεταστροφή του, που ακολούθησε τα γεγονότα της 9/11, όπως τώρα ομολογεί ακόμη και η «προοδευτική» εφημερίδα της υπερεθνικής ελίτ, η Γκάρντιαν, που την ερμηνεύει ως στρατηγικό τέχνασμα του Καντάφι για να μην έχει η Λιβύη την τύχη του Ιράκ![9] Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι τώρα ακόμη και Αμερικανοί γερουσιαστές, όπως ο Dennis Kucinch, [10] μιλούν για την ανάμιξη της CIA στην «εξέγερση» της Λιβύης.

Η ευρεία αυτή συναίνεση είχε σημαντικότατες επιπτώσεις σε σχέση με τη στάση της Αριστεράς (κρατικιστικής, ελευθεριακής, Πράσινης, κ.λπ.), ακόμη και της «αντισυστημικής» που, στο μεγαλύτερο μέρος της, συντάχθηκε με τους «επαναστάτες», δηλαδή το συνονθύλευμα μεσοαστών, Ισλαμιστών, ζιχαντιστών της Αλ Κάιντα, τοπικών φυλών κ.λπ. που «επαναστάτησαν» κατά του καθεστώτος, όχι βέβαια γιατί ήθελαν αληθινή δημοκρατία (την οποία πράγματι δεν είχαν, ούτε βέβαια θα έχουν τώρα — βλ. Ιράκ, Αφγανιστάν κ.λπ.) αλλά γιατί δεν συμφωνούσαν είτε με τον κοσμικό χαρακτήρα του καθεστώτος (Ισλαμιστές), είτε με το πλήρες κοινωνικό κράτος που είχε δημιουργήσει για την κάλυψη των βασικών αναγκών κάθε Λιβύου (δωρεάν υγεία, Παιδεία, στέγαση, ελάχιστο εισόδημα $1.000)[11] και τη συνακόλουθη διανομή του πλούτου, (νεοφιλελεύθεροι μεσοαστοί)[12] κ.λπ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι γειτονιές της Τρίπολης, όπου γίνονται οι μεγαλύτερες μάχες των ΝΑΤΟϊκών «επαναστατών» με την λαϊκή αντίσταση, που ακόμη και μετά την «ανατροπή» του Καντάφι συνεχίζεται αμείωτη ενάντια στη μεγαλύτερη (και κτηνωδέστερη!) πολεμική μηχανή του κόσμου, είναι οι εργατικές.[13] Ούτε άλλωστε είναι τυχαίες οι μαζικές διαδηλώσεις υπέρ του καθεστώτος όλους αυτούς τους μήνες, (παρά τους μαζικούς βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ), που τις έκρυβαν επιμελώς τα κατάπτυστα διεθνή ΜΜΕ.

Ο συστημικός ρόλος που παίζει, στην πραγματικότητα, η εκφυλισμένη αυτή  «Αριστερά»[14]  έγινε φανερός όταν υποκριτικά στράφηκε κατά της ΝΑΤΟϊκής επίθεσης, (υποστηρίζοντας όμως τους «επαναστάτες» που το προσκάλεσαν!), ενώ κάποιοι, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν δίστασαν να επικρίνουν την πιο ξενόδουλη ίσως κυβέρνηση στην Ελληνική Ιστορία γιατί δεν αναγνώρισε άμεσα την ψευτο-κυβέρνηση των «επαναστατών» που διόρισε το ΝΑΤΟ.[15] Ο ευτελισμός της «Αριστεράς», στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, που όχι μόνο δεν οργάνωσε ένα τεράστιο αντιπολεμικό κίνημα να σταματήσει την εγκληματική ΝΑΤΟϊκη εκστρατεία κατά της Λιβύης, αλλά ούτε καν μια μαζική διαδήλωση στην Ευρώπη ή την Αμερική,  είναι η πιο αδιάψευστη απόδειξη της ολοκληρωτικής χρεοκοπίας της. Το γεγονός αυτό εγκυμονεί θανάσιμους κινδύνους για την διεθνή ειρήνη και αυτή στην περιοχή μας, εφόσον είναι βέβαια φανερό ότι η εκστρατεία αυτή, που έμμεσα υποστήριξε το μεγαλύτερο τμήμα της διεθνούς Αριστεράς, αποτελούσε απλά τη γενική δοκιμή για τις προετοιμαζόμενες παρόμοιες εγκληματικές εκστρατείες στην Συρία, το Ιράν και το Λίβανο που στοχεύουν όχι μόνο στην ενσωμάτωση κάθε μη πελατειακού καθεστώτος στην Νέα Διεθνή Τάξη αλλά και στην τελειωτική «λύση» στο Παλαιστινιακό, με την ολοκλήρωση της εθνοκάθαρσης των Παλαιστινίων που μαίνεται εδώ και πάνω από 60 χρόνια. Και όχι μόνο! Η ολοκληρωτική παντοδυναμία της υπερεθνικής ελίτ που θα σηματοδοτήσει η τυχόν επιτυχία των στόχων αυτών προμηνύει και την συντριβή κάθε αντίστασης εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η οποία θα παγιωθεί σαν η Νέα Διεθνής Τάξη για πολλούς αιώνες, στον νέο Μεσαίωνα που ανατέλλει, μπροστά στον οποίο ο παλιός Μεσαίωνας θα φαντάζει σαν παραδεισιακός…

 

* Μια μικρότερη εκδοχή του άρθρου, λόγω των περιορισμών χώρου της εφημερίδας, δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» της 27/8/2011: http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=304622

 

Παραπομπές

 

[1] Patrick Cockburn, “The shady men backed by the West to displace Gaddafi,” The Independent (3/4/2011).

[2] Richard Norton-Taylor, “SAS troopers help co-ordinate rebel attacks,” The Guardian (24/8/2011).

[3]  “Russia needs democracy just like Libya does- McCain,” RT (25/8/2011): https://rt.com/news/russia-democracy-senator-mccain-091/

[4] Βλ. για τον ρόλο των κοινωνικών μίντια  και το μανιπουλάρισμα τους από το Αμερικάνικο Πεντάγωνο: http://www.youtube.com/watch?v=W3LPyZhvGNg

[5] Βλέπε το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ : “Tripoli under fire in media information war,” RT (8/3/2011) : http://rt.com/news/libya-tripoli-media-war/; βλ. και “Air strikes in Libya did not take place,” RT (01 March, 2011, 18:24) :  http://rt.com/news/ ; βλέπε επίσης BBC Live news on Libya (3/3/2011, 18:21) : www.bbc.co.uk/news/world-middle-east-12307698

[6] Βλ.π.χ. Patrick Cockburn, “ Amnesty questions claim that Gaddafi ordered rape as weapon of war,” The Independent (24/6/2011).

[7] David D. Kirkpatrick and Rod Nordland, “Waves of Disinformation and Confusion Swamp the Truth in Libya,” The New York Times (23/8/2011).

[8] Βλ T. Fotopoulos, “The pseudo-revolution in Libya and the Degenerate ''Left'',” Part I, The International Journal of Inclusive Democracy, Vol. 7, No. 1 (April 2011): http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vol7_no1_takis_Libya_part1_pseudo_revolution.html

[9] Simon Tisdall, “Vicious, sinister, duplicitous despot driven out on tidal wave of hatred,” The Guardian (24/8/2011).

[10] “Was the CIA behind the Gaddafi oust?,” RT (25/8/2011) : http://rt.com/usa/news/cia-gaddafi-rice-libya-936-087/

[11] Ian R. Crane entitled, “US cloaks lies with bigger lies,” RT (12/5/2011) : http://rt.com/news/us-lies-libya-laden-crane/

[12] Βλ. και James Petras and Robin E. Abaya, “The Euro-US War on Libya: Official Lies and Misconceptions of Critics,” The James Petras Website (25/3/2011) : http://petras.lahaine.org/articulo.php?p=1847&more=1&c=1

[13] Mohamed Madi, BBC News (24/8/2011) : http://www.bbc.co.uk/news/world-africa-14654001#story_continues_2

[14] Βλ T. Fotopoulos, “The pseudo-revolution in Libya and the Degenerate ''Left'',” Part II, The International Journal of Inclusive Democracy, Vol. 7, No. 1 (April 2011):  http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol7/vo7_no1_takis_Libya_part2_degenerate_left.html

[15] Βλ. Ανακοίνωση ΣΥΡΙΖΑ (22/8/2011).

 

ΠΗΓΗ: 27-8-2011, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2011/2011_08_27.html