Άσυλο- Ιστορική Αναδρομή

Η έννοια του Ασύλου – Ιστορική Αναδρομή

 (Αναδημοσίευση λόγω επικαιρότητας)

 

Του philalethe00

 

 

Όταν θέλουμε να μάθουμε ακριβώς και πλήρως για κάτι, πολύ καλό είναι, αν όχι απαραίτητο, να ψάχνουμε για την ετυμολογία. Αυτό συνιστούσαν κι οι αρχαίοι, που θεωρούσαν, κατά ένα ρητό, ότι η εξέταση του νοήματος των λέξεων είναι αρχή της επιστήμης. Έτσι, εφαρμόζοντας αυτόν τον "κανόνα", βρίσκουμε , ότι το Άσυλο είναι ένας χώρος απαραβίαστος, ανέγγιχτος, που δεν μπορεί να συληθεί με κανένα τρόπο (όπως με την βία ή/και τον θάνατο), πράγμα που εφαρμόζεται και για όσους βρίσκονται σε αυτόν.

Βέβαια, το Άβατον είναι κάτι αρκετά διαφορετικό, αν δούμε, π.χ., το «αγιορείτικο άβατο», αν και σε άλλες περιπτώσεις, όπως το άσυλο του πανεπιστημίου της Μπολώνια, οι δύο όροι asylum και abbatum, δείχνουν να ταυτίζονται νοηματικά. 

Αρχαία χρόνια

Το πολιτικό Άσυλο είναι ένας πανάρχαιος θεσμός. Μπορούμε να πούμε , ότι υπάρχει από την εποχή των αρχαίων ιερών και κατόπιν των αρχαίων σχολών. Όχι, λοιπόν, με την έννοια των νόμων για τους πρόσφυγες, όπως αυτοί που διαθέτουμε σήμερα λόγω παγκοσμιοποίησης και μαζικής μετανάστευσης. Σε αυτά τα μέρη κατέφευγαν, ως ικέτες θα λέγαμε, αρκετοί άνθρωποι, οι οποίοι διώκονταν από διαφόρους, ακόμη και κακοποιοί, δολοφόνοι και διάφοροι άλλοι. Το να εισέλθει κάποιος στο Άσυλο και να τους συλλάβει ή κακοποιήσει θεωρείτο μία κακή εξαιρετικά και ιερόσυλη πράξη. Από μία τέτοια ιστορική περίπτωση προέκυψε η έκφραση "Κυλώνειο(ν) άγος".

Όταν κάποιοι σκότωσαν μέσα και πλάι στην Ακρόπολη, σε ένα ιερό, της προστάτιδας των Αθηνών Πολιάδος Αθηνάς υποστηρικτές ενός "ευγενή" (όπως λέγονταν τότε) Αθηναίου, του Κύλωνα, που ήθελε να πάρει την εξουσία με επανάσταση. Τους εξαπάτησαν με το να υποσχεθούν αναίμακτη παράδοση. Το περιστατικό αναφέρει ο ίδιος ο Θουκυδίδης στις "Ιστορίες", ενώ συνέβη είτε το 636 είτε το 632 π.Χ.. Η όλη ιστορία τότε προκάλεσε φρίκη στους γενικά ευσεβείς Αθηναίους και έδιωξαν τον ολιγαρχικό κυβερνήτη της Μεγακλή. Ο λοιμός που συνέβη κατόπιν του γεγονότος θεωρήθηκε "θεία Δίκη", ας πούμε "Νέμεση" ή ("Τίσις"), για το γεγονός.

Άλλο ένα πολύ γνωστό περιστατικό είναι αυτό του Παυσανία και της περίπτωσης που χτίστηκε μέσα σε κάποιο ναό από αυτούς που τον καταδίωκαν, συγκεκριμένα στο ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς στην Σπάρτη. Γενικά όλα τα ιερά, σημειώνουμε, όπως κατόπιν οι χριστιανικές Εκκλησίες, είχαν άσυλο, έστω μόνον εθιμικά και όχι νομικά. Ο Παυσανίας τότε είδε, επειδή δεν μπορούσαν να εισέλθουν, τους διώκτες του να χτίζουν την μοναδική έξοδο, που ήταν η πύλη του ιερού. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν, πως αυτή η ιστορία δείχνει, ότι οι δεχόμενοι Άσυλο πρέπει να φροντίσουν προσωπικά για τα μέσα επιβίωσής τους. Αυτό, βέβαια, είναι μία αμφιλεγόμενη άποψη, ακόμη και για την (ελληνική) αρχαιότητα.

Άσυλό σε Ακαδημία και Λύκειο

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι και τα αρχαία πανεπιστήμια διέθεταν Άσυλο. Και μπορούμε να υποθέσουμε με αρκετή ασφάλεια, ότι αυτό υπήρχε, όπως και στην σύγχρονη εποχή, στο πνεύμα, στο πλαίσιο του αυτοδιοικήτου τους. Τέτοιες σχολές, που αν και όχι δημόσιες, δεν είχαν δίδακτρα, ήταν η πλατωνική Ακαδημία και το "Λύκειο" του Αριστοτέλη. Μάλλον η προσέλευση δεν επιτρεπόταν για κανένα άλλον πλην των όσων σχετίζονταν με την σχολή. Αξίζει να πούμε, ότι και οι σχολάρχες τους, ακριβώς όπως και στα λεγόμενα "βυζαντινά" χρόνια, είχαν τέλεια ασυλία, που μοιάζει με την σημερινή των βουλευτών. Βεβαίως, τότε, μπορούμε, να πούμε, ότι το status των σχολαρχών, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη ήταν λίγο κάτω από θεϊκό, με αγάλματά τους να διακοσμούν τις σχολές αυτές(τις εισόδους), οπότε η εν λόγω ασυλία είναι κάτι το απόλυτα αναμενόμενο.

Ρωμαίικη περίοδος και εκκλησιαστικό Άσυλο

Το Άσυλο, εν γένει, θεωρείται από κάποιους, ότι έλαβε μία πιο επίσημη μορφή με την ανοχή και, πιο μετά, με αυτοκρατορική εύνοια "επικράτηση" του Χριστιανισμού, η οποία επηρέασε και τα νομικά κείμενα. Και αυτά του Μ. Κωνσταντίνου, αλλά και του Μ.Θεοδοσίου (Θεοδωσιανός Κώδικας) και του Ιουστινιανού (το "Corpus Juris Civilis" ή ο Ιουστινιάνειος Κώδικας), εκ των οποίων το τελευταίο επηρέασε άμετρα, πάρα πολύ, όλη την νομική σκέψη μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα την λέγόμενη ευρωπαϊκή.

Πρέπει να πούμε, ότι αυτό το πανεπιστημιακό Ασυλο βρίσκουμε ήδη από την εποχή του Βεσπασιανού της Παλαιάς Ρώμης και μετά του Μ. Κωνσταντίνου.
Όσον αφορά τώρα το λεγόμενο εκκλησιαστικό Άσυλο: Είναι γνωστό, ότι από την ανάληψι της εξουσίας εκ του Μ. Κωνσταντίνου και έπειτα, έχουμε μία οπωσδήποτε προοδευτική έως ριζοσπαστική, με σημερινούς πολιτικούς όρους, κοινωνικά χριστιανική επιρροή στην νομολογία και στο συγκεντρωτικό ρωμαϊκό διοικητικό πρότυπο. Έτσι, η αυτοκρατορία εν μέρει "εκχριστιανίζεται". Έτσι νομίζω, ότι πρέπει να κατανοήσουμε και την θέσπισι του εκκλησιαστικού Άσυλου, η οποία έγινε μετά την μαζική παρέμβασι μέρους της Διοίκησης της Εκκλησίας, κάποιων επισκόπων, οι οποίο γενικώς παρενέβαιναν υπέρ των κατηγορουμένων και των θανατοποινιτών. Η αλήθεια είναι, ότι ορισμένοι της πολιτικής εξουσίας, όπως ο ύπατος και πατρίκιος Ευτρόπιος, που ήταν Αυλικός με αξίωμα ανώτατο στην κρατική διοίκηση, ίσως σαν πρωθυπουργικό με σημερινή γλώσσα, θέλησαν να καταργήσουν(νομικά το έπραξαν) το εκκλησιαστικό άσυλο.

Στο σημείο αυτό υπήρχε μία έντονη αντιδικία με τον χριστιανορθόδοξο Άγιο Ι. Χρυσόστομο, ο οποίος επιθυμούσε να υπάρχει Άσυλο για λόγους φιλανθρωπικούς. Τελικώς, επειδή ο Ευτρόπιος ήταν ένας πολύ φαύλος άρχοντας που δήμευε περιουσίες, πωλούσε δημόσιες θέσεις κ.λπ., προκάλεσε εκτός από την οξύτατη κριτική του Χρυσόστομου, την μάνητα, την οργή σημαντικού μέρους του Λαού και έτσι, σε μία ειρωνεία της Ιστορίας, αναγκάστηκε να καταφύγει σε Ναό και να ζητήσει άσυλο από τον ίδιο τον Χρυσόστομο, ενώ από έξω λαϊκά πλήθη με τα δόρατά τους απειλούσαν να τον θανατώσουν. Αυτός του το παρέσχε προθύμως και υπεράσπισε τον τότε εκπεσόντα του αξιώματός του ικέτη Ευτρόπιο σθεναρά, γράφοντας ειδικούς λόγους για αυτό, τους «εις Ευτρόπιον». Διαβάζοντας κανείς αυτούς τους λόγους, ανακαλύπτει, ότι η αναφορά στο Άσυλο είναι οπωσδήποτε και ασαφώς, ευρύτερα φιλάνθρωπη, δεν έχει να κάνει δηλ. μόνο με το ιερό του Ναού.

Σε άλλη περίπτωση, όταν κάποιος δικαστής ζητάει εξουσιαστικότατα μία χήρα σε γάμο, που δεν τον θέλει όμως, ο Βασίλειος φτάνει ακόμη και σε βασανιστήρια μετά την σθεναρή της προστασία και άρνησή του να την παραδώσει στον δικαστή. Αυτά τα δύο επεισόδια είναι χαρακτηριστικά του τι συνέβαινε στην λεγόμενη βυζαντινή εποχή. Υπάρχει η άποψη, ότι ακόμη και … θανατική ποινή επέσυρε η παραβίαση του εκκλησιαστικού Ασύλου, αν και ο κορυφαίος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα Στήβεν Ράνσιμαν υποστηρίζει, ότι δεν υπήρξε θανατική ποινή στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης.

Ακόμη, σε όλη την λεγόμενη βυζαντινή εποχή, αν και η Διοίκηση της Εκκλησίας αποφάσιζε για το θα έδιδε άσυλο ή όχι, δεν έχουμε καταγεγραμμένες μαρτυρίες που λένε ότι κάποτε αρνήθηκε. Αυτό θεωρείται ένας, όπως έχουμε ξαναπεί, εφαρμοσμένος ανθρωπισμός. Αρκετές φορές, χρειάστηκε, όπως είδαμε και παραπάνω, να συγκρουστούν σκληρά όχι μόνο ο κατώτερος Κλήρος, αλλά και ανώτεροι στην ιεραρχία, όπως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος (9ος αι.) με την Κρατική Εξουσία, για να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους αυτή απέναντι, εδώ, στην κρατική καταστολή. Κι αυτό ανεξάρτητα από το ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, είχαμε ακόμη και κοινούς κακοποιούς, όπως θα το λέγαμε σήμερα, ή και επικίνδυνους εγκληματίες να κυκλοφορούν στους χώρους που καλύπτονταν από το Άσυλο, που ήταν αρχικά ο Ναός, τα μοναστήρια και τα κοιμητήρια, ενώ κατόπιν, και μία περιοχή σε μία ορισμένη ακτίνα από τους χώρους αυτούς.

Δύση και πανεπιστημιακό Άσυλο

Καθώς πηγαίνουμε στην νεώτερη και σύγχρονη εποχή, καλό είναι να επισημάνουμε την ύπαρξη πανεπιστημιακού Ασύλου στο πρώτο πανεπιστήμιο του Δυτικού Κόσμου, που είναι το πανεπιστήμιο της Bologna, το οποίο ιδρύθηκε το 1088 στην Ιταλία. Αυτό το άσυλο θεσμοθετήθηκε με ένα νομικό κείμενο το οποίο ονομάζεται Authentica Habita (ή Constitutio Habita) και το οποίο έγινε νόμος το 1158, όπως ανακαλύπτουμε, από τον Φρειδερίκο – τον πρώτο- Μπαρμπαρόσα . Σκοπός του νομικού κειμένου ήταν να ανακηρυχθεί το πανεπιστήμιο χώρος των θεραπόντων, δηλαδή των υπηρετών, της Επιστήμης, δίχως καμμία άλλη εξωτερική εξουσία , να μπορεί να παρέμβει και να άρει αυτήν την ανεξαρτησία. Εξουσία κοσμική τότε ασκούσε όχι μόνον το Κράτος, αλλά και ο Παπισμός, οι παπικές ή, κατ’ άλλους, ρωμαιοκαθολικές δομές. Το άσυλο αυτό συνέχισε να υπάρχει και τους επόμενους αιώνες, τουλάχιστον μέχρι το 1300 (μάλλον σίγουρα μέχρι τον 16ο αι.) στα σημαντικότερα Δυτικά πανεπιστήμια, όπως αυτό της Οξφόρδης, της Μπολώνια, του Cambridge και της Σορβόννης κ.α.

Αξίζει να σημειώσουμε και το ακόλουθο. Ότι το άσυλο αυτό υπήρξε μετεξέλιξη του εκκλησιαστικού Ασύλου των Ναών των Παπικών Χριστιανών, που δεν υπαγόταν πλέον στην κρατική εξουσία, όπως ακριβώς και οι τήβεννοι των πανεπιστημιακών ήσαν μετεξέλιξη των ράσων. Αξίζει δε να πούμε, ότι και οι καθηγητές, ιδίως στην αρχή, ήταν "ιερωμένοι" της Δυτιικής Χριστιανοσύνης και δίδασκαν κυρίως φιλοσοφία και θεολογία. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι και το σημερινό Πανεπιστημιακό άσυλο, το οποίο θεσμικά υφίσταται βασικά στην Ελλάδα με την πλούσιά της παράδοση αυτοδιοίκησης (και πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης), αποκέντρωσης και κοινοτισμού, και απόρριψης της ολοκληρωτικής "λαϊκής κυριαρχίας" που επέφερε η κεφαλαιοκρατική Γαλλική Επανάσταση, είναι απότοκο αυτού του είδους του Ασύλου, που οφείλεται στον περιορισμό της Κοσμικής κρατικής επικυριαρχίας στον χώρο των Ναών κ.τ.λ.

"Νεώτερη και σύγχρονη" εποχή

Στα νεώτερα χρόνια, έχουμε την θέσπιση του οικιακού ασύλου. Αυτό από αρκετούς θεωρείται πιο πολύ αγγλοσαξωνική έμπνευση, με βάσι το ρητό "το σπίτι μου, το κάστρο μου" ή "my home, my castle". Ακόμη, έχουμε το διπλωματικό Άσυλο και άλλα είδη. Η θέσμισή του έγινε τελικά με τον νόμο 1268/82 και είχε πάντοτε ως πηγή του την αυτοδιοίκησι. Τον νόμο αυτόν εισηγήθηκε ο γνωστός αριστερός πανεπιστημιακός κ. Γιάννης Πανούσης.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι αναφέρεται ιστορικά, ότι ακόμη και το ναζιστικό καθεστώς σεβάστηκε το πανεπιστημιακό άσυλο και την Αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων. Η δε ομολογημένα υποκινούμενη Δικτατορία των Απριλιανών Συνταγματαρχών, ενώ στην αρχή σεβάστηκε την αυτοδιοίκηση, κατόπιν κατέλυσε το άσυλο και οι περισσότεροι… πρωταγωνιστές καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Από την αρχή είχε προσπαθήσει να καταστείλει αυτόν τον "πόλο" ελεύθερης έκφρασης με διάφορους τρόπους, μεταξύ άλλων διαλύοντας και τις φοιτητικές πολιτικές παρατάξεις. Σήμερα, αυτό που πρέπει είναι να προασπιστεί το άσυλο από εμάς τους φοιτητές με όλες μας τις δυνάμεις, πρωτίστως δια της πειθούς και του Λόγου μας, ώστε να έχουμε την συμφωνία του σώματος του Λαού.

Και να αποφύγουμε τελείως να "δοκιμάσουμε τις αντοχές" της κοινωνίας στην αυταρχική αντίδρασι που καιροφυλακτεί, σήμερα μεταλλαγμένη…

 

ΠΗΓΗ: Σεπτεμβρίου 25, 2011, http://philalethe00.wordpress.com/2011/09/25/…F%85/

Υπάρχει διέξοδος από την κρίση των ελίτ!

Υπάρχει διέξοδος από την κρίση των ελίτ!

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*


 

Οι ξένοι τοκογλύφοι που εκπροσωπεί η Τρόικα των γκαουλάιτερ, σε αγαστή σύμπνοια  με τους κλεπτοκράτες που παριστάνουν τους «καπιταλιστές» στη χώρα μας, και με τυφλό όργανο την αδίστακτη Κοινοβουλευτική Χούντα που παριστάνει την «κυβέρνηση», εισάγουν, με καταιγιστικούς ρυθμούς, μέτρα που αλλάζουν ριζικά τον κοινωνικο-οικονομικό χάρτη της Χώρας προς όφελος των ξένων και ντόπιων ελίτ που δημιούργησαν την κρίση.

Τα εξοντωτικά αυτά μέτρα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων που θεσμοθετούνται  χωρίς τη παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση, με τη βοήθεια των άβουλων δωσίλογων που παριστάνουν τους «βουλευτές», έχουν ένα και μοναδικό απώτερο στόχο: την ελαχιστοποίηση των ζημιών των ελίτ από την χρεοκοπία που σήμερα είναι θέμα χρόνου – παρά τα χονδροειδή ψέματα της Χουντικής «κυβέρνησης»  ότι τα κτηνώδη μέτρα τους θα την αποτρέψουν – και την παράλληλη μεγιστοποίηση των ωφελημάτων τους από αυτή.

Το πρόβλημα επομένως των ξένων και ντόπιων ελίτ είναι πώς θα  αναβάλλουν την αναπόφευκτη πια χρεοκοπία (2/3 των ανεξάρτητων διεθνών οικονομολόγων και, φυσικά, οι αγορές αυτό πιστεύουν[1]) μέχρι να οργανώσουν μια απόλυτα ελεγχόμενη από αυτούς χρεοκοπία, που θα ελαχιστοποιούσε τις ζημιές τους και θα μεγιστοποιούσε τα οφέλη τους, σε βάρος πάντα των λαϊκών στρωμάτων.

Οι πιθανές ζημιές τους προέρχονται βασικά από το αναπόφευκτο «κούρεμα» που το υπολογίζουν στο τουλάχιστον  50% της αξίας των τίτλων τους. Τα πιθανά οφέλη τους είναι τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα και είναι πολλαπλάσια των ζημιών. Βραχυπρόθεσμα, μας εξαναγκάζουν να ξεπουλήσουμε στις σημερινές εξευτελιστικές (λόγω της κρίσης)  τιμές ολόκληρο τον κοινωνικό μας πλούτο, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο από τα κέρδη, που θα αποκομίσουν αν μετάσχουν στη λεία αυτή, θα καλύψουν πολλές φορές τη χασούρα από το «κούρεμα». Μακροπρόθεσμα, παρά το κούρεμα, δεν θα πάψουμε να έχουμε ανάγκη νέων δανείων από τους ίδιους τοκογλύφους στο μέλλον, αν παραμείνουμε στην ΕΕ και ΟΝΕ — δομές  που μας οδήγησαν στην αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής, η οποία είναι η απώτερη αιτία της σημερινής κρίσης.[2] Ακόμα χειρότερα εάν, μαζί με την ελεγχόμενη χρεωκοπία, φύγουμε η μας διώξουν προσωρινά από την Ευρωζώνη, αλλά όχι και απο την ΕΕ, η σήμερα συντελούμενη μετατροπή της Ελλάδος στο «Μεξικό της ΕΕ» θα παγιωθεί για χάρη των ξένων και ντόπιων ελίτ – παρά τα αντίθετα παραπλανητικά επιχειρήματα  της ρεφορμιστικής «Αριστεράς» – εφόσον οι καταστροφικές συνθήκες Μάαστριχτ κ.λπ. θα εξακολουθούν να ισχύουν. Έτσι, η άκρατη ελαστικοποίηση της εργασίας, οι μαζικές απολύσεις, οι κουτσουρεμένοι μισθοί και συντάξεις, η καρτελοποίηση των τ. ελευθέρων επαγγελμάτων,  και η τελική ιδιωτικοποίηση της Υγείας και Παιδείας (που τώρα ‘μπαίνει από την πίσω πόρτα’), θα γίνουν πια μόνιμες καταστάσεις, με βάση τις συνθήκες της ΕΕ που υπέγραψαν οι ελίτ μας πριν να μπούμε στην Ευρωζώνη!

Υπάρχει διέξοδος από αυτό το ζοφερό μέλλον; Ναι, αλλά καμία διέξοδος από την  καταστροφική κρίση δεν είναι δυνατή χωρίς την επανάκτηση ενός ελάχιστου βαθμού οικονομικής κυριαρχίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι πρέπει να αμφισβητήσουμε όλα αυτά που θεωρούμε δεδομένα και κατ’ αρχήν την συμμετοχή μας στην ΕΕ και την ΟΝΕ που συνεπάγονται μηδαμινό έλεγχο στη νομισματική πολιτική μας (αφού δεν ελέγχουμε ούτε το νόμισμά μας), και οριακό έλεγχο στη δημοσιονομική. Όμως, καμιά άλλη χώρα στην Ιστορία δεν βγήκε από παρόμοια κρίση (που είναι ανύπαρκτη για τον θρασύτατο Γκεμπελίσκο που παριστάνει τιν «Υπουργό» Οικονομικών!)  χωρίς τον ελάχιστο αυτό βαθμό οικονομικής κυριαρχίας. Η έξοδος από την ΕΕ δεν σημαίνει ούτε τοπικισμό ούτε απομονωτισμό, όπως αποπροσανατολιστικά υποστηρίζει η εκφυλισμένη «Αριστερά», που τώρα συμμετέχει και στα εγκλήματα της «διεθνούς κοινότητας», όπως στη Λιβύη. Σημαίνει τη δυνατότητα οικοδόμησης μιας νέας διεθνούς κοινότητας αλληλεγγύης που θα θεμελιώνεται στις αυτοδύναμες (όχι αυτάρκεις) οικονομίες, οι οποίες θα αυτοδιευθύνονται ως οικονομικές δημοκρατίες, και όχι στις σημερινές οικονομίες της αγοράς, που έχουν οδηγήσει τον κόσμο σε μια πρωτόγνωρη παγκόσμια κρίση (οικολογική, κοινωνική αλλά και αξιών).

Με βάση τα παραπάνω, δεν είναι επομένως περίεργο ότι όταν τα κατεστημένα διεθνή και Ελληνικά μίντια κάνουν «συζητήσεις» για την Ελληνική κρίση το πάνελ αποτελείται κατά κανόνα μόνο από Πανεπιστημιακούς του νεο/σοσιαλφιλελεύθερου χώρου (συνήθως μάλιστα από ακαδημαϊκούς που παριστάνουν τους «αντικειμενικούς» αναλυτές ενώ βέβαια είναι γνωστοί τρόφιμοι ερευνητικών και άλλων κονδυλίων της ΕΕ[3]), ακριβώς για να συσκοτίζεται η προβληματική για την έξοδο από την ΕΕ/ΟΝΕ με καταστροφολογικές ανοησίες που ακόμη και διεθνώς αναγνωρισμένοι ορθόδοξοι οικονομολόγοι δεν υιοθετούν! Μπροστά βέβαια σε τέτοια μεροληψία, οι διάλογοι μεταξύ, από τη μια μεριά, νεο/σοσιαλφιλελευθέρων και, από την άλλη, μελών της Ρεφορμιστικής «Αριστεράς» και οπαδών του Λογιστικού Ελέγχου (οι οποίοι αναγκαστικά ασκούν  ανώδυνη και επομένως εύκολα εξοστρακίσιμη κριτική στους πρώτους, εφόσον δεν αμφισβητούν καν την ΕΕ),[4] φαντάζουν .. .επαναστατικοί!

Φυσικά και υπάρχουν τρόποι[5] να βγούμε από την κρίση, μέσα από την άμεση έξοδο όχι μόνο από την Ευρωζώνη (που από μόνη της θα ήταν πράγματι καταστροφική) αλλά και από την ίδια την ΕΕ, χωρίς να πάψουν να πληρώνονται μισθοί/συντάξεις (αντίθετα θα επανέλθουν στο προ της Χούντας επίπεδο), χωρίς να χάσουν οι μικροκαταθέτες την αγοραστική δύναμη των καταθέσεών τους στην Ελλάδα, χωρίς να γίνουν απολύσεις στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, χωρίς να καρτελοποιηθούν, δήθεν  για να «ανοίξουν», τα κλειστά επαγγέλματα, με δωρεάν κοινωνικοποιημένη Υγεία και Παιδεία, αλλά και με τη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια αυτοδύναμη οικονομία στο μέλλον, χωρίς Χρέη και τη Λατινοαμερικανοποίηση της χώρας.

Για όλα αυτά, όμως, απαιτείται εκτός από την άμεση μονομερή έξοδο από την ΕΕ και την Ευρωζώνη (που οι δωσίλογοι παρουσιάζουν σαν «μπαμπούλα!), η ακύρωση των συνθηκών της Χούντας με την τρόικα και η συνακόλουθη στάση πληρωμών και διαγραφή ολόκληρου του Χρέους (σήμερα δεν έχει πια νόημα η μερική διαγραφή και συνακόλουθη επαναδιαπραγμάτευση, εφόσον χωρίς την αναγκαστική απαλλοτρίωση άνευ αποζημιώσεως και την κοινωνικοποίηση κάθε δημόσιου αγαθού που αρπάζουν οι ληστρικές ελίτ μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις δεν μπορεί να δημιουργηθεί οποιαδήποτε βάση αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης  που θα μας απαλλάσσει οριστικά από τα Χρέη και την εξάρτηση. Παρεπόμενο των παραπάνω στόχων είναι οι αυστηροί κοινωνικοί έλεγχοι των αγορών κεφαλαίου, εργασίας και εμπορευμάτων (μέχρις ότου η κοινωνία αποφασίσει στο μέλλον τι μορφή θα πάρει η οικονομική οργάνωσή της, π.χ. κρατικοσοσιαλιστική ή οικονομική δημοκρατία), η εθνικοποίηση του Τραπεζικού συστήματος, η ίδρυση ενός πραγματικού κοινωνικού κράτους για την ικανοποίηση των αναγκών Υγείας, Παιδείας και άλλων κοινωνικών αναγκών και, προπαντός, η δημιουργία ενός νέου παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου που θα στηρίζεται βασικά στους δικούς μας παραγωγικούς πόρους, οι οποίοι θα οργανώνονται γύρω από  συλλογικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις (συνεταιρισμοί, νέου τύπου «δημοτικές επιχειρήσεις» ελεγχόμενες από τις συνελεύσεις πολιτών και εργαζομένων κ.λπ.).

Το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει είναι ποιο είναι το πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο που θα μπορούσε σήμερα να ξεκινήσει στην Ελλάδα ένα αγώνα με παρόμοιους στόχους και πώς μπορεί να τους πραγματοποιήσει — θέμα που λόγω χώρου θα προσπαθήσω να αναπτύξω στο επόμενο άρθρο.

 

Σημείωση: Μια σημαντικά μικρότερη εκδοχή του άρθρου αυτού (λόγω των περιορισμών χώρου της στήλης) δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία της 24/9/2011.

 

Παραπομπές


[1] David Prosser,
Εurozone in no mood for Geitner’s mercy mission”, Independent, 17/9/2011

[2] βλ. Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ, (Γόρδιος, Νοεμ. 2011) Μέρος Τρίτο

[3] Χαρακτηριστικό παράδειγμα μεροληψίας η άθλια εκπομπή της ΝΕΤ, “ΝΕΤ3”, με πάνελ ακραιφνών νεο/σοσιαλφιλελεύθερων εγχώριων Πανεπιστημιακών που “έβλεπαν” τη καταστροφή του … Νώε αν φεύγαμε ακόμη και από την Ευρωζώνη, τη στιγμή που τα εγκυρότερα ονόματα ορθόδοξων οικονομολόγων στον διεθνή χώρο υποστηρίζουν  το αντίθετο, δηλαδή ότι η σημερινή καταστροφή δεν συγκρίνεται με τα προβλήματα που θα δημιουργούσε η έξοδος από την Ευρωζώνη . Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι τα μέλη του πάνελ ήταν ΟΛΟΙ τρόφιμοι προγραμμάτων της ΕΕ. Δηλαδή οι: Λουκάς Τσούκαλις, ειδικός σύμβουλος του … Μπαρόζο, του Προέδρου της Κομισιόν, Νίκος Χριστοδουλάκης, Υφυπουργός Οικονομικών αρμόδιος για τον Προϋπολογισμό και τη διαχείριση του… Δημόσιου Χρέους (1996-2000)  και στη συνέχεια “Τσάρος της Οικονομίας” (Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, 2001-2004), Ναπολέων Μαραβέγιας κάτοχος της Ευρωπαϊκής έδρας Jean Monnet (1995)  και τιμηθείς με παράσημο από τη Γαλλική δημοκρατία καθώς και γνωστός , από την αρθρογραφία του, υμνητής της ΕΕ, και ο Αρίστος Δοξιάδης, Διαχειριστής επιχειρηματικών συμμετοχών που “έχει εργαστεί σε προγράμματα της ΕΕ για την καταπολέμηση της φτώχειας,  και ως σύμβουλος βιομηχανικής πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης”!

[4] βλ. για τυπικό παράδειγμα παρόμοιου διαλόγου αυτόν μεταξύ των Κ. Λαπαβίτσα (φανατικού υπέρμαχου του Λογιστικού Ελέγχου και μέλους του γνωστού δίκτυου της Αμερικανικής ρεφορμιστικής Αριστεράς, Znet, και Δ. Δημητρακόπουλου, συγγραφέα ορθόδοξων βιβλίων  γα την ΕΕ, την Κομισιόν κ.λπ. (Guardian, 20/9/2011), και μεταξύ του πρώτου και  του Τ. Κολλίνζα, τ. μέλους του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Προέδρου της Κομισιόν και αναμεμιγμένου σε πολλά ερευνητικά προγράμματα της ΕΕ , Ανιχνεύσεις (ΕΡΤ3, 20/9/2011)

[5] Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο, κεφ. 10 & 14

 

ΠΗΓΗ: 24-9-2011, http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2011/2011_09_24_PRINTABLE.html

Ο Γέροντας Παΐσιος για την κρίση…

Ο Γέροντας Παΐσιος για την κρίση…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Μιλάει για τη σημερινή καθολική κρίση. Κι όμως έχει φύγει από τη ζωή εδώ και αρκετά χρόνια. Κι αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο για ανθρώπους άγιους και σοφούς, όπως ο Γέροντας Παΐσιος.

Οι οποίοι βλέπουν τα παρελθόντα και τα μέλλοντα, ωσάν να είναι παρόντα. Γι’ αυτό και το «σήμερα» του Γέροντα Παΐσίου, πριν από μια 20ετία, περίπου, είναι ιδιαίτερα επίκαιρο.

Να, λοιπόν, τι λέει ο Γέροντας για το διαχρονικό «σήμερα» της ελληνικής κακοδαιμονίας και αθλιότητας. Και ιδιαίτερα για την ένοχη σιωπή, η οποία επικρατεί από μια μερίδα του λαού και μάλιστα των θρησκευόμενων και δη των κληρικών:

«Όταν όλα καίγονται γύρω σου, ο πόνος δεν σ’ αφήνει να σωπάσεις. Λένε κάποιοι: Κάνε προσευχή! Τους απαντώ: Η προσευχή, προσευχή και ο λόγος, λόγος.

Η σιωπή, μερικές φορές, φέρει μεγάλη ευθύνη. Αν δεν φωνάξουμε, θα σηκωθούν οι πατεράδες μας από τους τάφους και θα μας δείρουν και θα μας καταραστούν. Εκείνοι υπέμειναν τόσα για την πατρίδα και την ορθοδοξία ! Κι εμείς τι κάνουμε γι’ αυτήν; Είναι φοβερό και μεγάλο κρίμα, που η Ελλάδα και η Ορθοδοξία πολεμιέται απ’ τους ίδιους τους Έλληνες!

Σήμερα, αφού η πολιτεία τα βάζει με το νόμο του Θεού, όποιος δεν μιλάει, πρέπει να κλείνεται στη φυλακή. Ο, τι και να ψηφιστεί, δεν μπορεί να καταργήσει το νόμο του Θεού και να ησυχάσει τη συνείδηση… Πίσω από την ΕΟΚ κρύβεται η δικτατορία των Σατανιστών.

Τέτοια δικτατορία, που σκέπτονται να κάνουν, μόνο ο διάβολος θα μπορούσε να την είχε σκεφθεί. Όμως… Ο λαός μας έχει κρυμμένη δύναμη για ώρες ανάγκης.

Αλλά και ο Θεός αγαπά την Ελλάδα. Κι αφού δεν χαθήκαμε σε τόσες περασμένες μπόρες, δεν θα χαθούμε και στην τωρινή θύελλα. Γι’ αυτό, ας μην κοιμόμαστε κι ας είμαστε έτοιμοι…».

Αυτά έλεγε ο άγιος και σοφός Γέροντας Παΐσιος. Και δεν ξέρουμε τι θα έλεγε σήμερα, ύστερα από είκοσι, περίπου, χρόνια. Όταν στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή έχει συντελεστεί ριζική μεταξίωση, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε και απαξίωση των αξιών. Όταν:

Από την περίφημη ελληνική φιλοτιμία καταντήσαμε στην απροκάλυπτη και αναίσχυντη αφιλοτιμία. Κι όταν από τον παγκοσμίως αναγνωρισμένο πατριωτισμό των ελλήνων καταντήσαμε στην προδοσία και εφιαλτοκρατία, με την οποία δολοφονούνται οι Έλληνες και η Ελλάδα….

Είναι όμως αξιοπρόσεκτα αυτά που, τώρα δα λέει, ο Σ/τος Μητροπολίτης Πωγωνιανής και Κονίτσης κ. Ανδρέας σχετικά με το κατάντημα των πολιτικών μας:

«Ύστερα απ’ όλα αυτά, που συμβαίνουν, λέει ο Σ/τος Κονίτσης, οι πολιτικοί μας παραπονιούνται ότι τουs υποδέχεται ο κόσμος με γιαούρτια, αυγά, ντομάτες, και άλλα παρόμοια ευγενή προϊόντα. Και παρότι δεν συμμερίζομαι αυτή την πρακτική – όχι δεν τη συμμερίζομαι-όμως έτσι μού ’ρχεται να φωνάξω: Ζήτω τα γιαούρτια, ζήτω οι ντομάτες, ζήτω τα αυγά. Ν’ αγιάσουν τα χέρια όλων εκείνων που έχουν επιλέξει να τιμωρούν με αυτόν τον τρόπο την φαυλοκρατία και την αναξιοκρατία».

Και πιστεύω ότι τα λόγια του αυτά του Σ/του Κονίτσης τα χειροκροτεί η συντριπτική πλειονότητα των σήμερα δεινοπαθούντων Ελλήνων. Και όχι μόνο. Αλλά και οι αναρίθμητες στρατιές των αγίων και των ηρώων, που πάλεψαν, διαχρονικά και έδωσαν τη ζωή τους και το αίμα τους. για την ελευθερία και αξιοπρέπεια της Ελλάδας.

Σε αντίθεση με το μέρος των βολεμένων, σήμερα, εθελόδουλων, που χειροκροτούν και υποστηρίζουν τα κόμματα της διαθοράς και της προδοσίας. Μεταξύ των οποίων είναι και πολλοί απ’ αυτούς, που καυχώνται ότι είναι, τάχα, και… χριστιανοί. Και μάλιστα και κληρικοί. Που με τη σιωπή τους συνευδοκούν στο σαφάρι δολοφονίας και κακουργίας σε βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων.

Και εμπνέουν το θράσος στα κόμματα της προδοσίας να καυχώνται για το μέγεθός τους. Και να ρωτούν με περισσή αναίδεια για το ποιος άλλος, εκτός από αυτούς, θα σώσει την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Όταν η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων γνωρίζει ότι σίγουρα δεν θα μας σώσουν οι περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον επικίνδυνοι εφιάλτες της Σκύλλας και της Χάρυβδης του δικομματισμού και των συνοδοιπόρων τους….

 

Παπα Ηλίας, 25-9-2011

Για την εισαγωγή του PROJECT στο Λύκειο

Για την εισαγωγή του PROJECT  στο Λύκειο

 

Της Όλγας Τσιλιμπάρη*


Παίρνεις την αλήθεια μου και μου την κάνεις λιώμα


 Μέσα στο καθεστώς κατεδάφισης της δημόσιας εκπαίδευσης που βιώνουμε, για μερικούς φαντάζει περιττή πολυτέλεια η σοβαρή ενασχόληση με επιμέρους πλευρές της κυβερνητικής εκπαιδευτικής πολιτικής και η άσκηση τεκμηριωμένης κριτικής σε αυτές. Ωστόσο, σε δύσκολες για την εργαζόμενη πλειοψηφία συγκυρίες, επιβάλλεται όσο ποτέ άλλοτε η κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας, ώστε να αποτρέπεται η παραίτηση και η υποταγή.

H εισαγωγή της ερευνητικής εργασίας – project ως υποχρεωτικού και βαθμολογούμενου μαθήματος στο Λύκειο, αρχής γενομένης από τη φετινή Α΄Λυκείου, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της λογικής που διέπει την πρόσφατη ομοβροντία εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων-απορρυθμίσεων στη χώρα μας. Διόλου  τυχαία, οι κυβερνητικοί επιτελείς αλίευσαν το project από το χώρο του κινήματος της προοδευτικής παιδαγωγικής των αρχών του 20ου αιώνα. Η μέθοδος project, ως ανοιχτή, συνεργατική και βιωματική διαδικασία μάθησης, προϋποθέτει την ισότιμη συμμετοχή δασκάλου και μαθητών, την από κοινού επιλογή του προς επεξεργασία θέματος, τη συνεργασία με εξωσχολικούς φορείς, την έμφαση στα ζητήματα διαπροσωπικών σχέσεων μέσα στην ομάδα. Επιδιώκει να προάγει τον προβληματισμό, τη συλλογική-συνεργατική κριτική διερεύνηση των ζητημάτων, το δημοκρατικό διάλογο. Προβλέπεται, επίσης, η από κοινού εκτίμηση-αξιολόγηση της ομαδικής δουλειάς στο τέλος. Σημειωτέον ότι η μέθοδος αυτή ήταν ενταγμένη στην προοπτική της μεταρρύθμισης των κοινωνικών και οικονομικών δομών μέσω της αγωγής, με στόχο μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα και περισσότερη δημοκρατία.

Σκόπιμα, η εισαγωγή της μεθόδου project προβάλλεται ως «θεραπεία» για την «αρχαία σκουριά» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος (τυποποίηση, φορμαλισμό, απομνημόνευση) και ταυτόχρονα αποκρύπτονται επιμελώς άλλες εξίσου αρνητικές πλευρές του: ο ταξικός-επιλεκτικός-ανταγωνιστικός  χαρακτήρας του (ιστορικά λιγότερο οξύς σε σχέση με το αντίστοιχο γερμανικό ή αγγλικό αλλά συνεχώς οξυνόμενος από τη δεκαετία του ’90), ο εξεταστικοκεντρισμός, οι δυσανάλογα υψηλές σε σχέση με την ηλικία των μαθητών ακαδημαϊκές απαιτήσεις. Στα πλαίσια μιας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας δυσμενέστατης για τα λαϊκά και τα μικρομεσαία στρώματα, η ευέλικτη ζώνη, το project, τα νέα προγράμματα σπουδών υπηρετούν τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και στοχεύουν στη νομιμοποίηση της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Μια αποριζοσπαστικοποιημένη εκδοχή ψηγμάτων της προοδευτικής παιδαγωγικής σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (όπως παλαιότερα είχε συμβεί στην Αγγλία και στις ΗΠΑ) υπηρετεί την κυρίαρχη ιδεολογία και δεν την υπονομεύει. Εντάσσεται πλήρως στα ιδεολογικά όρια του σχολείου της αγοράς, της «ποιότητας» και των συναφών αξιολογήσεων, της επιχειρηματικότητας, της ανταγωνιστικότητας, της καινοτομίας – ή μήπως κενοτομίας; – της αριστείας, της «αειφόρου»-πράσινης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτά υπηρετούν οι κρατούντες και γι΄αυτό ουδόλως απολογούνται για το ότι, ενώ εισάγεται το project στο Λύκειο, καταργούνται παράλληλα οι σχολικές βιβλιοθήκες, ενώ στο project απονέμονται συνεργατικά εύσημα, η επιλογή των θεμάτων γίνεται χωρίς τη συμμετοχή των μαθητών και η με εξαντλητικά κριτήρια βαθμολόγησή του μάλλον θα συνυπολογίζεται για την εισαγωγή στα ΑΕΙ-ΤΕΙ.

Ας σημειωθεί εδώ ότι, εκτός της εισαγωγής του project, παρόμοιες επικλήσεις στην κριτική σκέψη, στην πρωτοβουλία, στη δημιουργικότητα και στις ελεύθερες επιλογές του εκπαιδευτικού αφθονούν αφενός στην προσπάθεια υψηλόβαθμων και μεσαίων κυβερνητικών στελεχών να υποβαθμίσουν το φετινό πρόβλημα της έλλειψης σχολικών βιβλίων και αφετέρου στα νέα προγράμματα σπουδών της Α΄ Λυκείου. Οπωσδήποτε, σε συνθήκες υποχρηματοδότησης και διάλυσης της δημόσιας εκπαίδευσης, καθώς στο βάθος του ορίζοντα προβάλλει απειλητικά το κατηγοριοποιημένο σχολείο και πανεπιστήμιο των χορηγών και των επιχειρήσεων, όλα τα παραπάνω συνιστούν προπαρασκευαστικά βήματα για την εμπέδωση του σκληρού νεοφιλελεύθερου μοντέλου ως αδιαμφισβήτητου. Δε βρισκόμαστε μπροστά στην παιδαγωγική ελευθερία του ριζοσπάστη εκπαιδευτικού, αλλά στην  «πρωτοβουλία» του εταιρικού στελέχους. Του λόγου το αληθές βεβαιώνει και η παρουσία του όρου project  από χρόνια στο χώρο των εταιρειών, της διαφήμισης και της πολιτιστικής βιομηχανίας, οι οποίες δουλεύουν προ πολλού με ομάδες και δίκτυα.

Ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός, γνωστός και ως καπιταλισμός της ευέλικτης συσσώρευσης, επιβάλλει τον κατακερματισμό του χρόνου, του χώρου, της γνώσης, της ταυτότητας και τελικά της ύπαρξης. Αυτή η πολύ απτή πραγματικότητα διαχέεται από όλους τους πόρους του οικονομικοκοινωνικού συστήματος και αντικατοπτρίζεται με ενάργεια στη σύγχρονη κυρίαρχη ιδεολογία, την ιδεολογία του μεταμοντέρνου πολτού – ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος όρος: θεοποιείται η αποσπασματικότητα, η ρευστότητα, το προσωρινό, το «χαλαρό», το  «άνετο», το «χαρούμενο».Μετά την προτεσταντική ηθική και τη μαζική δημοκρατία ήρθε η σειρά του απόλυτου σχετικισμού, του «anything goes» (όλα πάνε με όλα- σαν την coca-cola), της σύγχυσης όρων και ορίων, προς όφελος, εννοείται, της αγοράς και των ασκούντων εξουσία.

Πολλά στοιχεία του «εγχειρήματος project» εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με οργανωτικές αστοχίες (αδυναμία αξιοπρεπούς υλοποίησης στα πλαίσια των υπαρχουσών σχολικών υποδομών, αναστάτωση στο πρόγραμμα με τις εναλλαγές διδασκόντων ανά τετράμηνο, υποχρέωση του μαθητή για δύο ερευνητικές εργασίες ανά σχολικό έτος αντί της εμβάθυνσης σε μία). Αποτελούν, όμως, ενδείξεις στρατηγικών επιλογών τόσο στο επίπεδο του περιεχομένου της μάθησης όσο και στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών. Όσον αφορά το πρώτο, ευνοείται η αποσπασματικότητα, η γνώση «μιας χρήσης», η αποκοπή από το όλον, εν ονόματι ακριβώς (και με οργουελιανό τρόπο)  της διαθεματικότητας και της κριτικής σκέψης. Ως προς τις εργασιακές σχέσεις, η συνεχής εναλλαγή διδασκόντων και θεμάτων, η διαρκής ρευστότητα συμβάλλουν στην ευελιξία και στην ελαστικοποίηση αυτών των σχέσεων και εδραιώνουν το μοντέλο του αναλώσιμου εκπαιδευτικού, του οποίου η ύπαρξη στον εργασιακό χώρο εξαρτάται από συγκυριακούς παράγοντες με όρους αγοράς (γονέας και μαθητής- πελάτες, διευθυντής-manager  και επιχείρηση-χορηγός).

Είναι απολύτως κατανοητή και υγιής τόσο η ανάγκη πολλών εκπαιδευτικών για μια «όαση δροσιάς στη Σαχάρα του παρόντος» όσο και η ενστικτώδης αποστροφή άλλων για τις «αμερικανιές των Γιωργάκηδων». Επιβάλλεται, όμως, ψύχραιμη αποτίμηση της γενικότερης συγκυρίας και του ρόλου κάθε κίνησης και επιλογής μέσα σ΄αυτήν. Ένα project, όσο ελκυστικό ή «προοδευτικό» θέμα κι αν έχει, κινδυνεύει να καταποντιστεί στη θάλασσα της κοινοτοπίας, της ασημαντότητας και της «χαρωπής» έλλειψης νοήματος χωρίς ένα επαρκές και συνεκτικό πλαίσιο γνώσεων. Η αναγόρευση του διαδικτύου σε πανάκεια και η μετατροπή της όλης ιστορίας σε «κατ» οίκον εργασία» των μαθητών θα επιτείνει τη σύγχυση, η οποία, ως γνωστόν, λειτουργεί πάντοτε υπέρ των κρατούντων.

Εννοείται, βέβαια, ότι το project αποτελεί, όπως και τα υπόλοιπα μαθήματα, η εκπαίδευση στο σύνολό της και οι θεσμοί γενικά, ένα πεδίο πάλης. Αν η σκέψη και η δράση μας δεν υπηρετεί την προσαρμογή και την υποταγή, αλλά τη γνώση του κόσμου με στόχο τη συνειδητή συλλογική δραστηριότητα για την αλλαγή του, η ενασχόληση αξίζει τον κόπο υπό τρεις προϋποθέσεις: συνεχή προσπάθεια για επίγνωση των ορίων μας, για ένταξη του μερικού στο γενικό, για συνειδητοποίηση των αντιφάσεων σε όλο τους το διαλεκτικό πλούτο και με όλες τις ελπίδες που κρύβουν κάθε φορά.


         Κέρκυρα, 18-9-11      

            
* Η Όλγα Τσιλιμπάρη είναι Εκπαιδευτικός, Μέλος της ΕΛΜΕ Κέρκυρας 

 

ΠΗΓΗ: 19-9-2011, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=45473

Βυζαντινή Διπλωματία και Πολιτική Ιδεολογία

Βυζαντινή Διπλωματία και Πολιτική Ιδεολογία

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 

 

Η Βυζαντινή Διπλωματία ως συνιστώσα της πολιτικής θεωρίας και ιδεολογίας των Βυζαντινών παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα που σχετίζονται με τη διπλωματική ως επιστήμη και με τα διασωθέντα επίσημα, διπλωματικά έγγραφα του Βυζαντινού κράτους, τα οποία δεν είναι αρκετά ως προς τον αριθμό τους. Σ’ αυτό το σύντομο άρθρο η διπλωματία θα αντιμετωπιστεί ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εξωτερικής και εσωτερικής ζωής του Βυζαντίου, που το διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα μεσαιωνικά πολιτικά μορφώματα και καθιστούν την οργάνωσή του προηγμένη και σχετικά ορθολογική.

Με τη σταθεροποίηση της κληρονομικής διαδοχής με το θεσμό της συμβασιλείας και συνακόλουθα με τη δημιουργία δυναστειών που παραμένουν για πολύ καιρό στο θρόνο, δυνάμωσε ο κρατικός συγκεντρωτισμός καθώς και η απαίτηση του αυτοκράτορα για απόλυτη εξουσία. Επί της Μακεδονικής δυναστείας και ειδικότερα επί του Λέοντος Στ΄ του Σοφού, καταλύθηκαν και οι τελευταίες εξουσίες της Συγκλήτου, κυρίως το δικαίωμα να μετέχει συμβουλευτικά στην επεξεργασία και στην έκδοση νόμων, προνόμιον που περιέρχεται εξ' ολοκλήρου στο μόναρχον κράτος. Και βέβαια εκεί που φαίνεται καθαρότερα ο απόλυτος συγκεντρωτισμός της αυτοκρατορικής αρχής, είναι στην αυστηρή ιεραρχία της κρατικής διοίκησης, η οποία είναι επακριβώς προκαθορισμένη, όπως φαίνεται από τα διάφορα ''Τακτικά'' της εποχής.

Αυτός ο συγκεντρωτισμός της αυτοκρατορικής αρχής εφοδίασε, με την πάροδο του χρόνου, τη διπλωματία μ’ ένα έντονο επίστρωμα επίδειξης, το οποίο, όπως διαγράφεται μέσα από τα έργα του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου, αποσκοπεί στη δημιουργία εντυπώσεων για την επιβολή του μεγαλείου της αυτοκρατορίας και του ίδιου του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Και οι Βυζαντινοί, πραγματικά, πίστευαν ακράδαντα στην αποτελεσματικότητα αυτών των εντυπώσεων. Αυτό, ίσως σήμερα, να μας φαίνεται αφελές. Είμαστε σίγουροι ότι αν βρισκόμασταν στη θέση των επισκεπτών της Κωνσταντινούπολης, θα προσπαθούσαμε ν' ανακαλύψουμε πίσω από το θέαμα την πραγματικότητα, και φυσικά το κριτήριό μας στην εκτίμηση της δύναμης του Βυζαντίου θα ήταν η κρυμμένη πραγματικότητα κι όχι το φαινόμενο. Κι ίσως οι συσκευές της Ανατολικής ρωμαικής αυτοκρατορίας που προκαλούσαν εντύπωση να μας φαινόντουσαν ακόμη πιο αφελείς από ότι η ίδια η διπλωματική πολιτική. ''Θα μπορούσαν, άραγε, ακόμη κι οι πιο απλοικοί βάρβαροι να πάρουν στα σοβαρά τα μηχανικά παιχνίδια που βρίσκονταν στην αίθουσα του θρόνου''; αναρωτιέται ο Arnold Toynbee. Ο Λατίνος επίσκοπος Κρεμώνας Λιουτπράνδος, απεσταλμένος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει με κάποια αυταρέσκεια ότι, κατά την πρεσβεία του στον Κωνσταντίνο τον Ζ΄ στα 949, δεν φοβήθηκε καθόλου όταν τα χρυσά λιοντάρια τον χαιρέτησαν με τον τεχνητό βρυχηθμό τους. Αλλά παραδέχεται ότι η αταραξία του οφειλόταν μόνο στην πρόνοιά του να πληροφορηθεί προκαταβολικά για τις εκπλήξεις που τον περίμεναν.

Οπωσδήποτε, ένας λιγότερο αφελής τρόπος εντυπωσιασμού των βαρβάρων ήταν η επίδειξη των αρχιτεκτονικών και καλλιτεχνικών επιτευγμάτων του Παλατιού και της πόλης. Οι αυτοκρατορικές υπηρεσίες ήταν ιδιαίτερα επιδέξιες στο να διασκεδάζουν τους σημαντικούς ξένους άρχοντες ή απεσταλμένους τους, με σκοπό να τους εντυπωσιάσουν με το μεγαλείο και την πολυτέλεια της Πόλης. Για τη διακόσμηση, μάλιστα, εκείνων των σημείων του ιερού Παλατίου που θα χρησίμευαν για την υποδοχή των ξένων, δανείζονταν κοσμήματα, είδη χρυσοχοικής και χρυσοκέντητες κουρτίνες απ’ τις εκκλησίες. Η Νέα και άλλες εκκλησίες που βρίσκονταν μέσα στον περίβολο του Ιερού Παλατίου, έπρεπε, οπωσδήποτε, να συνεισφέρουν μ’ όλα τους τα μέσα. Η Υπεραγία Θεοτόκος του Φάρου παρείχε στο παλάτι γιρλάντες πολυελαίων με ασημένιες αλυσίδες, ένα σταυρό κι ένα χρυσό περιστέρι. Το μοναστήρι των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (η μικρή Αγία Σοφία που βρισκόταν κοντά στον Ιππόδρομο), μοιραζόταν με τη Νέα Εκκλησία, που προαναφέρθηκε, την τιμή της παροχής διακοσμητικών μέσων για το μεγάλο Τρίκλινο της Μαγναύρας – το κεντρικό σημείο υποδοχής, αφού αυτή η αίθουσα περιείχε τον Σολομωνικό θρόνο. Όμως, από τον κατάλογο των εκκλησιών που δάνειζαν τους θησαυρούς τους, λείπουν η Αγία Σοφία και οι Άγιοι Απόστολοι, αλλά αυτές οι εκκλησίες δάνειζαν τις χορωδίες τους, φυσικά με αμφίεση που ταίριαζε στην κάθε περίσταση.

Οπωσδήποτε, η διπλωματία του Βυζαντίου, όπως άλλωστε και κάθε διπλωματία, δεν γνώριζε ηθικές αναστολές.Όταν το επέβαλαν τα πράγματα, η διπλωματία δεν δίσταζε να υποκινήσει μια ξένη φυλή εναντίον ομοθρήσκων γειτόνων. Γιατί οι Βυζαντινοί θεωρούσαν ως αρχή αποτελεσματικής πολιτικής να παρεμποδίζουν ένα πραγματικό ή ένα πιθανό εχθρό παρεμβάλλοντας δυσκολίες στο δρόμο του. Οι πολιτικοί γάμοι επίσης έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στην πολιτική και πολιτιστική επιβολή του Βυζαντίου, όπως πράγματι έπαιζαν και οι υποδοχές ανθρώπων των οποίων και η απλή παρουσία στη βυζαντινή αυλή μπορούσε ν΄ασκήσει πίεση επί εξωτερικών δυνάμεων. Πάντως, ένα πράγμα είναι βέβαιο:η διπλωματία απαιτούσε μεγάλες δαπάνες σε χρήματα.

Κατά τη Μεσοβυζαντινή εποχή, αρμόδιος για την υποδοχή των βαρβάρων απεσταλμένων ήταν ο λογοθέτης του δρόμου. Αυτός ως ανώτατος προιστάμενος του cursus publicus φρόντιζε με τους χαρτουλαρίους του ''δρόμου'' να έχουν οι ξένοι πρεσβευτές σίγουρο ταξίδι ως την πρωτεύουσα, όπου φιλοξενούνταν στο αποκρισιαρίκιο που το διοικούσε ο κουράτωρ και εξυπηρετούνταν από τον ''από των βαρβάρων'', ο οποίος κάλυπτε όλες τις ανάγκες τους, και από τους ερμηνευτές που ήταν οι διερμηνείς στις συνομιλίες με τις βυζαντινές αρχές. Εδώ τελειώνει η πρώτη φάση της υποδοχής των ξένων αξιωματούχων. Κατά τη δεύτερη φάση οι ξένοι παρουσιάζονταν στον αυτοκράτορα. Συνήθως αυτό γινόταν μερικές μέρες μετά τον ερχομό τους και οδηγούνταν, υπό τη συνοδεία του ''λογοθέτη του δρόμου'' μέσα από τις λαμπρές αίθουσες του παλατιού που τις φρουρούσαν στρατιώτες με αστραφτερά όπλα, ενώ γύρω τους βρίσκονταν πολυάριθμοι αξιωματούχοι ντυμένοι με τις μεγαλόπρεπες και χρυσοποίκιλτες στολές της αυλής. Όταν, μετά από μεγάλη διαδικασία, έφταναν επιτέλους στην αίθουσα του θρόνου, ο αυτοκράτωρ παρατηρούσε τον ξένο χωρίς να του απευθύνει ούτε μια φορά το λόγο, αφήνοντας στο ''λογοθέτη του δρόμου'', που στεκόταν στο πλάι, τη φροντίδα να ρωτήσει τον επισκέπτη για το σκοπό της επίσκεψής του.

Είναι φανερό ότι μια τέτοια διαδικασία προκαλούσε δέος και σχεδόν θρησκευτικό σεβασμό στον, κατά κανόνα, άξεστο ξένο για τον αυτοκράτορα και την αυτοκρατορία. Ο Λιουτπράνδος της Κρεμώνας χλεύασε τις πομπώδεις τελετές και τις ''γελοίες προσποιήσεις'' της Βυζαντινής αυλής, όμως απέτυχε όπως απέτυχαν αργότερα και οι αρχηγοί των Σταυροφοριών να συλλάβει το νόημα του κλασσικού κόσμου, που, παραδόξως, επιζούσε μέσα σ’ ένα μεσαιωνικό περιβάλλον. Για τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου η αδιάσειστη βεβαιότητα ότι το κράτος του, περιβαλλόμενο παντού από βαρβάρους, εκπροσωπούσε τον ίδιο τον πολιτισμό, δικαιολογούσε κάθε μέσο το οποίο θα ήταν κατάλληλο για την επιβίωσή του, ενώ η υπερήφανη συνείδηση του διπλού τίτλου στην εξουσία του κόσμου – κληρονόμος της παγκόσμιας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αντιπρόσωπος του ίδιου του Θεού – του έδιναν το σθένος να αντιμετωπίζει τους εχθρούς, όταν μάλιστα η πρωτεύουσα και το κράτος φαινόντουσαν καταδικασμένα.

Όμως κι ο τρόπος που οργανώνονταν οι βυζαντινές πρεσβευτικές αποστολές δείχνει την προσπάθεια των βυζαντινών να καταπλήξουν και να εντυπωσιάσουν τους ξένους. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνη μας παραδίδει: ''Επεί δε τω παλαιώ έθει επόμενος εβούλετο τοις της Άγαρ τα της αυτοκ ρατορίας ποιήσαι κατάδηλα… προς την τοιαύτην άξιον διακονίαν κρίνει Ιωάννην τον τότε μεν σύγκελλον, αυτού δε πρότερον, ως έφθημεν ειπόντες, διδάσκαλον. Πολιτικής γαρ ευταξίας τούτον πλήρη τυγχάνοντα, ου μην δε και τη αιρέσει τούτου συμπαραμένοντα, έτι γε μην και το προς τους αντιρρητικούς λόγους κεκτημένον δραστήριον, ηγάπα ούτος και διαφερόντως των κατ΄ αυτών απάντων εσέμνυνεν''. Οι βυζαντινοί πρεσβευτές ταξίδευαν φέρνοντας μαζί τους πολύτιμα δώρα που προορίζονταν για τους ανώτατους αξιωματούχους της ξένης χώρας οι οποίοι θα έπαιρναν μέρος στις διαπραγματεύσεις. Οπωσδήποτε τα δώρα χρησίμευαν για να τους προδιαθέσουν ευνοικά απέναντι στις βυζαντινές προτάσεις. Και πάλι ο Συνεχιστής του Θεοφάνους αναφέρει: ''Μάλλον δε και μάλλον βουλόμενος εξάραι τα Ρωμαίων πράγματα, τους εφ’ οιαδηποτούν αιτία προς αυτόν φοιτώντας, μεγάλη τε και μικρά, σκεύος τι αργύρεον χρυσίου πληρών εκάστω επεδίδου φιλοτιμούμενος''.

Από παλιότερους μελετητές, η βυζαντινή διπλωματία όσον αφορά στις σχέσεις με ξένους λαούς είχε, άδικα, κατηγορηθεί για αδεξιότητα. Η σημερινή έρευνα όμως υποστηρίζει ότι ακριβώς στο θέμα αυτό έδειξαν θαυμαστή ικανότητα ευκαμψίας και προσαρμοστικότητας. Κι αυτή η ικανότητα έδινε στην κυβέρνηση μια υπεροχή την οποία, συχνά, εκμεταλλευόταν απόλυτα. Το γεγονός αυτό φαίνεται, επίσης, απ' τη διπλωματική αντιμετώπιση στάσεων στο εσωτερικό του κράτους. Ο αυτοκράτορας, χρησιμοποιώντας την επιβολή και το κύρος που του παρέχει η αποκλειστικότητά του καθώς και άφθονο χρήμα, κατορθώνει να αποσοβεί τον κίνδυνο. Μια τέτοια περίπτωση κατέγραψε ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, η οποία αφορά στάση Σλάβων της Θεσσαλονίκης στα χρόνια του Μιχαήλ του Γ΄. Ο αυτοκράτωρ πρόλαβε τη στάση με τον ακόλουθο τρόπο: ''Χρη ειδέναι, όπως εδέξατο Μιχαήλ ο Βασιλεύς Σκλάβους τους ατακτήσαντας εν χώρα τη Σουβδελιτία και ανελθόντας εις τα όρη και πάλιν καταφυγόντας τη αυτοκρατορική και υψηλή βασιλεία. Περιβαλλόμενος ο Βασιλεύς σαγίον πορφυρούν έχον περίκλεισιν χρυσήν, από μαργαριτών ημφιεσμένην, περιθείς και στέφανον επί της εαυτού κεφαλής εκ λίθων και μαργάρων ημφιεσμένον. όπερ καισαρίκιον λέγεται, εκάθισιν επί του σέντζου εν τω χρυσοτρικλίνω.Και γενομένης δοχής, εξήλθεν οστιάριος βαστάζον βεργίον, και εισήξεν αυτούς μετά και του λογοθέτου. Και μετά το διαλεχθήναι αυτοίς τον βασιλέα εξήλθον, και ευθέως εισήχθησαν έτεροι Σκλάβοι Θεσσαλονίκης αρχοντίας και αυτοί υπό ενός οστιαρίου, ον τρόπον και οι προ αυτών.Και διαλεχθείς και αυτοίς ο βασιλεύς, ως εβούλετο, δεδωκώς αυτοίς ανοί ενός εσωφορίου, ως υπηκόοι αυτού, και εξήλθον και αυτοί''.

Συμπερασματικά και ανακεφαλαιωτικά μιλώντας, όλοι οι διπλωματικοί τρόποι που εξεύρισκε το Βυζαντινό Κράτος αποσκοπούσαν να εξάρουν τη μοναδικότητα, την ιερότητα, την πνευματική και υλική ανωτερότητά του έναντι όλων των άλλων μεσαιωνικών ηγεμονιών και από αυτή την άποψη αντικατοπτρίζουν πτυχές της πολιτικής θεωρίας και ιδεολογίας των Βυζαντινών.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

1. Hirsch, Konstantin VII Porphyrogenetos, Leipzig, 1873.123 κε.

2. Κρεμμυδάς-Πισπιρίγκου, Ο Μεσαιωνικός κόσμος, εγχειρίδιο Ιστορίας 3, εκδ. Γνώση σ.95 κε.

4. Arnold Toynbee, Constantine Porphyrogenitous and his world.

5. Lioutprand, Antapodosis, book VI, chapter 5.

6. Tamara Talbot-Rice, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, ελλ. μτφρ. εκδ. Παπαδήμα, σ.62-68.

7. Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, Περί βασιλείου τάξεως, Ι 89 (401.11-40.11 CB.

8. W.Ensslin, Ο αυτοκράτορας και η αυτοκρατορική διοίκηση, σ.427 κε. στο βιβλίο των Bayness-Moss, Eισαγωγή στο Βυζαντινό πολιτισμό.

9. Καραγιαννόπουλος Ι., Το Βυζαντινό κράτος, τ.  Α΄, εκδ. Ερμής.

10. Συνεχιστής του Θεοφάνους, έκδ.CB, 95, 96, 97, 98.

11. Sophocles, E. A., Lexicon.

12. Arhweiler Elenne, L' ideologie de l' empire byzantine, (ελλ. μτφρ.)

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια  3ου Γυμνασίου Τρικάλων. E-mail: ailiadi@sch.gr, http://blogs.sch.gr/ailiadi/, http://www.matia.gr,  (Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη) http://users.sch.gr/ailiadi.

Το χρήμα … με υπερβατικές ιδιότητες

Το χρήμα: Ένα πράγμα με υπερβατικές ιδιότητες

Το χρήμα σαν μια κοινωνική σχέση στον καπιταλισμό. Μια εισαγωγή στη μαρξιστική έννοια του χρήματος*

 

Του Michael Heinrich**    Μετάφραση: Γιώργος Παπανικολάου***

 



Τι είναι το χρήμα; Αυτή η ερώτηση δύσκολα συναντάται στο καθημερινό εμπόριο. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να υπάρχει αρκετό. Οι αστικές οικονομικές θεωρίες μειώνουν το χρήμα στην οικονομική του λειτουργία. Αλλά η πανταχού παρουσία του χρήματος είναι κρίσιμη και προϋποθέτει κάποιες συνθήκες. Έτσι η κριτική των οικονομικών αγορών είναι ελλιπής όταν αποσιωπά ορισμένες θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις που αντικειμενοποιούνται στο χρήμα.

«Το χρήμα κάνει τον κόσμο να κινείται». Αυτή η δήλωση επιβεβαιώνεται σ όλα τα επίπεδα της καθημερινής ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία: είτε το θέμα αφορά την αγορά ψωμιού, επιχειρηματικές επενδύσεις ή συνταξιοδοτικά ταμεία, η σχετική ερώτηση είναι πάντα εάν υπάρχει αρκετό χρήμα και εάν όχι, πώς να βρούμε περισσότερο. Εκείνο που εκπλήσσει ωστόσο, είναι ότι το χρήμα μετά βίας παίζει κάποιο ρόλο στις νεοκλασικές οικονομικές θεωρίες, οι οποίες επικρατούν στα πανεπιστήμια και μεταξύ των οικονομικών συμβούλων των κυβερνήσεων. Για την νεοκλασική σχολή που παρέχει την θεωρητική στήριξη για τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο κυκλοφορίας, ένα πρακτικό βοήθημα που απλοποιεί τις συναλλαγές και χρησιμοποιείται σαν μονάδα μέτρησης. Αλλά η νεοκλασική σχολή αρνείται στο χρήμα οποιαδήποτε εγγενή οικονομική σχέση: μόνο οι «πραγματικές» ποσότητες, η ποσότητα των αγαθών που παράγονται και ανταλλάσσονται, επενδύονται ή καταναλώνονται, είναι αποφασιστικές απ την νεοκλασική άποψη. Η νομισματική σφαίρα φαίνεται για την νεοκλασική σχολή σαν ένα πέπλο που κρέμεται πάνω απ την «πραγματική» σφαίρα των φυσικών προϊόντων. Αυτό το πέπλο μπορεί να προκαλέσει βραχυπρόθεσμη ζημιά σαν αποτέλεσμα κακής διαχείρισης (όπως όταν οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν πάρα πολύ χρήμα και προκαλούν έτσι πληθωρισμό), αλλά μακροπρόθεσμα, οι «πραγματικές» θεμελιώδεις σχέσεις επιβάλλονται. Και όταν επιτρέπεται στις αγορές να λειτουργήσουν χωρίς εμπόδια- έτσι λέει το μάθημα της επικρατούσας νεοκλασικής σχολής- ένα κοινωνικό «βέλτιστο» (μέγιστο αποτέλεσμα στη χαμηλότερη τιμή) επακολουθεί.

Για τον κεϋνσιανισμό, που παίζει σήμερα έναν πολύ μικρό ρόλο στην ακαδημαϊκή οικονομική επιστήμη, το χρήμα έχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική σημασία απ ότι για την νεοκλασική θεωρία. Το χρήμα δεν περιορίζεται στην λειτουργία του σαν μέσο κυκλοφορίας, αλλά μάλλον η ικανότητά του να λειτουργεί σαν ένα μέσο δια τήρησης της αξίας, ωθείται σε πρώτη γραμμή και συνδέεται με την θεμελιακή ανασφάλεια των συνθηκών σε μια οικονομία αγοράς: το χρήμα λειτουργεί σαν μέσο διασφάλισης έναντι ενός κατά κύριο λόγο αβέβαιου μέλλοντος. Εάν η αβεβαιότητα είναι σε άνοδο, σύμφωνα με το κεντρικό επιχείρημα, διατηρείται περισσότερο χρήμα «ρευστό», έτσι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δαπανούν λιγότερο ή εμπλέκονται λιγότερο σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, για να μην χάσουν την πρόσβασή τους σε χρήμα βραχυπρόθεσμα. Αυτό οδηγεί σε αυξημένα επιτόκια και μείωση επενδύσεων, το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε μειωμένο εισόδημα και αυξημένη ανεργία. Ο κεϋνσιανισμός δεν αναγνωρίζει μια αυτόματη διαδικασία ικανή να θεραπεύσει μια τέτοια κρίση και από εδώ προκύπτει η ανάγκη για κρατική παρέμβαση.

Η κεϋνσιανή θεώρηση του χρήματος είναι περισσότερο διαφοροποιημένη από εκείνη της νεοκλασικής σχολής, κοινή ωστόσο και στις δυο είναι μια τάση κυρίως να μειώσουν το χρήμα σε μια απλή ουσιώδη λειτουργία. Και για τις δυο θεωρίες, το χρήμα είναι προ πάντων, ένα βοήθημα, ασήμαντο σύμφωνα με την νεοκλασική θεωρία, σημαντικό στην περίπτωση του κεϋνσιανισμού. Το ερώτημα τι είναι πράγματι το χρήμα και πως συνδέεται με τον ειδικό τρόπο κοινωνικοποίησης που είναι εγγενής σε μια κοινωνία που παράγει εμπορεύματα, δεν τίθεται καν.

Χρήμα- απλώς ένα υπερεκτιμημένο εργαλείο;

Αυτή η ερώτηση ωστόσο, ήταν κεντρική στη μαρξιστική εξέταση του χρήματος. Διάφορες τάσεις στις αγγλικές και γαλλικές εργατικές κινήσεις του 19ου αιώνα αποσκοπούσαν στο να μετασχηματίσουν τον καπιταλισμό, αλλάζοντας το νομισματικό σύστημα: έτσι η ιδιωτική εμπορευματική παραγωγή θα διατηρούνταν, αλλά το χρήμα θα το αντικαθιστούσαν δελτία που θα δηλώνουν ώρες εργασίας ή πιστοποιητικά τιτλοποίησης αγαθών (όμοια μ ένα εισιτήριο θεάτρου). Σε αντίθεση με αυτές τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, ο Μάρξ προσπάθησε να δείξει ότι ο αστικός τρόπος παραγωγής κάνει αναγκαίο ένα ιδιαίτερο μέσο συναλλαγής, το χρήμα, το οποίο απ την ίδια τη φύση του, δεν είναι τόσο άκακο όσο ένα εισιτήριο θεάτρου.

Οι ξεχωριστοί παραγωγοί ιδιωτικών εμπορευμάτων, συνδέονται ο ένας με τον άλλον μέσω του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αλλά τα προϊόντα τους αποκτούν κοινωνικό χαρακτήρα μόνο αναδρομικά, δηλαδή όταν πραγματοποιούν την αξία τους στην αγορά. Σε μια κοινωνία που βασίζεται στην συναλλαγή, ο κοινωνικός χαρακτήρας των αγαθών που παράγονται, δεν συνίσταται μόνο στην ικανότητά τους να ικανοποιούν τις ανάγκες των άλλων: τα προϊόντα πρέπει ν αντικρίζονται σε μια ποσοτική σχέση συναλλαγής, το ένα με το άλλο, πρέπει να κατέχουν μια αξία επιπρόσθετα της αξίας χρήσης τους. Στην αστική κοινωνία ο πλούτος γίνεται μια αφηρημένη ποσότητα: αυτός δεν συνίσταται πλέον από μια πολλαπλότητα αξιών χρήσης και αγαθών, αλλά από αφηρημένη «αξία». Αλλά η αξία δεν μπορεί να κατακτηθεί θεωρώντας ένα απλό εμπόρευμα, διότι αυτό υπάρχει μόνο στη σχέση του με τα άλλα εμπορεύματα. Ωστόσο, η αξία βρίσκει μόνο μια περιορισμένη, συμπληρωματική έκφραση, σε μια σχέση συναλλαγής μ ένα άλλο εμπόρευμα. Η αξία ενός εμπορεύματος μπορεί να πετύχει μια καθολική αξιακή κοινωνική έκφραση, μόνο όταν μπορεί να συσχετιστεί με μια άλλη ανεξάρτητη ενσάρκωση της αξίας- δηλαδή όταν μπορεί ν αναφέρεται σ ένα πράγμα που στέκεται σε σχέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα, όχι απλά σαν ένα άλλο εμπόρευμα, αλλά σαν μια άμεση μορφή της ύπαρξης της αξίας. Μόνο σε μια τέτοια σχέση, μπορεί ένα απλό εμπόρευμα πραγματικά να επιβεβαιώσει τον χαρακτήρα του σαν αξία ανεξάρτητη απ τον υλικό του χαρακτήρα σαν αξία χρήσης. Ο αφηρημένος πλούτος κάνει αναγκαίο ένα ιδιαίτερο υλικό τύπο ύπαρξης- και το χρήμα είναι ακριβώς αυτό.

Σε μια κοινωνία βασισμένη στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, το χρήμα δεν είναι απλώς ένα περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό εργαλείο. Είναι ένα αναγκαίο μέσο οικονομικής κοινωνικής προσαρμογής. Οι ατομικοί παραγωγοί εμπορευμάτων, δεν συγκροτούν την κοινωνική τους σχέση ο ένας με τον άλλον σαν άνθρωποι. Μόνο τα προϊόντα τους στέκουν σε σχέση το ένα με το άλλο, σαν αξίες. Για την ακρίβεια, επειδή τα απομονωμένα άτομα χάνονται πίσω απ τα προϊόντα τους, η κοινωνική συνοχή πρέπει- με την κυριολεκτική έννοια- ν αντικειμενοποιηθεί, να περιοριστεί σ ένα πράγμα, το χρήμα. Το χρήμα δεν είναι απλά- όπως διατείνεται η νεοκλασική σχολή- μια απλοποίηση της διαδικασίας της συναλλαγής, το οποίο μπορεί κυρίως να διανεμηθεί. Μάλλον, το χρήμα είναι το μέσο με το οποίο απομονωμένοι ατομικοί παραγωγοί εμπορευμάτων μπορούν να συσχετιστούν ο ένας με τον άλλον. Όπως το χρήμα, ένα  πράγμα αποκτά κοινωνικές ιδιότητες και κοινωνικές δυνάμεις. Ο Μάρξ περιγράφει αυτή την «υπερβατική» ιδιότητα ενός πράγματος σαν φετιχισμό. Ένας τέτοιος φετιχισμός δεν είναι απλώς μια πλάνη ή ένα είδος «εσφαλμένης συνείδησης». Στην αστική κοινωνία το χρήμα πραγματικά κατέχει τη μεγαλύτερη δύναμη. Ωστόσο, αυτό κατέχει μια τέτοια δύναμη, μόνο χάρη σε μια ειδική κοινωνική σχέση, η οποία υποκρύπτεται από κάτω: οι ξεχωριστοί κάτοχοι εμπορευμάτων, οι οποίοι συγκροτούν την κοινωνική τους σχέση μόνο μέσω ενός πράγματος, του χρήματος.

Το χρήμα έχει δύναμη μόνο γιατί όλοι οι κοινωνικοί πρωταγωνιστές σχετίζονται με το χρήμα, σαν χρήμα, δηλαδή, σαν μια ανεξάρτητη ενσάρκωση της αξίας.Αλλά στο βαθμό που τα άτομα ενεργούν σαν κάτοχοι εμπορευμάτων, ανταλλάσσοντας προϊόντα, δεν έχουν άλλη επιλογή, παρά να έρθουν σε μια τέτοια σχέση με το χρήμα. Έχουμε πει ότι ο φετιχισμός περιέχει μια πλανερή άποψη ως προς το ότι το χρήμα φαίνεται να κατέχει μια εγγενή κοινωνική δύναμη. Το γεγονός ότι αυτή η δύναμη είναι το αποτέλεσμα μιας αυτόματα εκτελεσμένης κοινωνικής διαδικασίας, κάνει δυνατό ν αποφεύγεται η σύλληψη της καθημερινής επίγνωσης (αυτού του γεγονότος). Η διαδικασία χάνεται στο αποτέλεσμά της. Η παραγωγή εμπορευμάτων είναι έτσι αδύνατη, χωρίς τη συσχέτιση μεταξύ εμπορευμάτων και χρήματος. Γι αυτό το λόγο, υπάρχει ένας κύριος περιορισμός για όλα τα ουτοπικά σχέδια: εάν κάποιος επιθυμεί να καταργήσει το χρήμα, το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που καθιστούν αναγκαίο το χρήμα, πρέπει επίσης να καταργηθεί. Δεν μπορεί κανείς να έχει το ένα χωρίς το άλλο.

Απ’ το χρήμα στο κεφάλαιο.

Εάν το σύνολο της κοινωνικής διαδικασίας της αναπαραγωγής διαμεσολαβείται απ το εμπόρευμα και το χρήμα, δηλαδή εάν η εμπορευματική παραγωγή δεν συνίσταται απλώς σε μια εσωτερική ύπαρξη μέσα στο πλαίσιο ενός διαφορετικού τρόπου παραγωγής (όπως ήταν η περίπτωση της πρώϊμης φεουδαρχικής περιόδου στη Δυτική Ευρώπη), τότε το χρήμα αποκτά μια νέα ποιότητα σαν κεφάλαιο. Η αυτόνομη ενσωμάτωση της αξίας, μέσω της οποίας η οικονομική κοινωνικοποίηση της εμπορευματικής παραγωγής ολοκληρώνεται, το ίδιο γίνεται ο κύριος σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας. Για την ακρίβεια, επειδή το χρήμα είναι η ενσάρκωση του αφηρημένου πλούτου, ο οποίος δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε ενυπάρχοντα όρια, δεν μπορεί κάποιος να έχει «αρκετό» χρήμα στη διάθεσή του.

Το εμπόριο και η παραγωγή δεν πρέπει μόνο να δημιουργούν χρήμα, αλλά πρέπει επίσης να δημιουργούν συνεχώς αυξανόμενες ποσότητες χρήματος. Η γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής είναι δυνατή μόνο όταν η παραγωγή η ίδια μετασχηματίζεται σε καπιταλιστική παραγωγή, όταν ο πολλαπλασιασμός και η αύξηση του αφηρημένου πλούτου γίνεται ο άμεσος σκοπός της παραγωγής και όλες οι άλλες κοινωνικές σχέσεις υπάγονται σ αυτό τον σκοπό. Η «καταστρεπτική δύναμη του χρήματος» που ήταν το αντικείμενο των περισσότερων κριτικών σε πολλούς προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής (από πολλούς συγγραφείς στην αρχαία Ελλάδα για παράδειγμα), βρίσκεται ακριβώς σ αυτή τη διαδικασία της καπιταλιστικοποίησης της κοινωνίας, σαν αποτέλεσμα της γενίκευσης της χρηματικής σχέσης. Σοσιαλιστικές ιδέες της αγοράς που στοχεύουν να καταργήσουν την καπιταλιστική παραγωγή, ενώ διατηρούν την αγορά, την εμπορευματική παραγωγή και το χρήμα (λόγω της «αποτελεσματικότητάς τους» στην περιοχή της παραγωγής και της καινοτομίας), έρχονται αντιμέτωπες με το θεμελιώδες πρόβλημα του πώς να εμποδίσουν μια επανακαπιταλιστικοποίηση της κοινωνίας χωρίς να εμποδίσουν την «αποτελεσματικότητα» της αγοράς.

Καπιταλιστική παραγωγή και οικονομικές αγορές.

Επειδή η κοινωνική συνοχή σε μια κοινωνία εμπορευματικής ανταλλαγής είναι κυρίως εδραιωμένη μέσω του χρήματος, το χρήμα επίσης έχει τη δύναμη να διασπάσει τη συνοχή: η «πιθανότητα των κρίσεων»- την οποία ο Μάρξ επίσης σημείωνε στο 3ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου- είναι δοσμένη με το χρήμα. Το χρήμα όχι μόνο διαμεσολαβεί τη συναλλαγή μέσα στην αλυσίδα εμπόρευμα-χρήμα-εμπόρευμα (κάποιος πουλά το δικό του εμπόρευμα για ν αγοράσει στη συνέχεια άλλο εμπόρευμα), αυτό μπορεί επίσης να διασπάσει τη διαμεσολάβηση: πώληση χωρίς επακόλουθη αγορά (δηλαδή το χρήμα που πάρθηκε από πώληση δεν χρησιμοποιείται για περαιτέρω αγορές), οδηγεί σε μια διάσπαση της αλυσίδας της αναπαραγωγής. Όταν αυτό συμβεί, τα παραγόμενα προϊόντα δεν μπορούν πλέον να πουληθούν και η παραγωγή περιορίζεται ή εν μέρει λιμνάζει. Η συνέπεια αυτού είναι αχρησιμοποίητο κεφάλαιο απ τη μια πλευρά και αναπασχόλητες δυνάμεις εργασίας απ την άλλη. Αλλά μια σειρά επιπλέον περιστάσεων είναι αναγκαία ώστε η πιθανότητα μιας κρίσης να φτάσει σε σημείο να γίνει μια πραγματική κρίση.

Στον παραδοσιακό μαρξισμό, αυτές οι περιστάσεις τοποθετούνται κυρίως στις συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως στο «νόμο της τάσης της πτώσης του ποσοστού του κέρδους». Σε αντίθεση, το χρήμα και η πίστη παίζουν έναν δευτερεύοντα ρόλο σαν απλά «φαινόμενα της κυκλοφορίας». Σαν αποτέλεσμα μιας μονόπλευρης άποψης εστιασμένης στην παραγωγή, χάνει κάποιος τη θέα του γεγονότος ότι όπως εμπορευματική παραγωγή χωρίς χρήμα είναι αδύνατη, καπιταλιστική παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πίστη (καθώς επίσης εξελιγμένες μορφές του ίδιου, όπως πίστη-χρήμα, κεφαλαιακό απόθεμα κλπ). Για την ακρίβεια ο ευλύγιστος χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής παραμένει στο γεγονός ότι η συσσώρευση δεν συναντά τα όριά της με το πραγματοποιημένο κέρδος των προηγούμενων περιόδων παραγωγής, αλλά μάλλον μπορεί να επεκταθεί πολύ πέρα από αυτό μέσω της πίστης, η οποία υποδηλώνει τον κίνδυνο κρίσεων και υπερπαραγωγής. Ωστόσο, η πίστη αφορά (ή οι μετοχές εφαρμόζονται, όπως μπορεί να είναι η περίπτωση), μόνο σε κείνους τους τομείς όπου μπορεί ν αναμένεται ένα υψηλό επίπεδο μελλοντικού κέρδους. Απ αυτή την άποψη, ένα ισχυρό κερδοσκοπικό στοιχείο είναι εγγενές στο όλο οικονομικό σύστημα. Αυτό το κερδοσκοπικό στοιχείο ενισχύεται επιπλέον μέσω ιδιαίτερων οικονομικών εργαλείων όπως προαιρετικές προθεσμιακές συναλλαγές (τιτλοποιήσεις με την αγορά ειδικών μετοχών σε μια εκ των προτέρων προσδιορισμένη τιμή). Ωστόσο, ένα κερδοσκοπικό στοιχείο είναι εγγενές σε κάθε ιδιαίτερη περίσταση της καπιταλιστικής παραγωγής: ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί ποτέ να είναι τελείως σίγουρος εάν τα προϊόντα του μπορούν να πουληθούν και σε τι τιμή ή εάν οι επενδύσεις που κάνει θα φέρουν το αναμενόμενο επίπεδο κέρδους στο μέλλον. Έτσι πίστη και κερδοσκοπία δεν είναι σε καμιά περίπτωση εξωτερικές περιστάσεις που παρουσιάζονται σε μια κατά τα άλλα μη κερδοσκοπική καπιταλιστική παραγωγή. Χωρίς χρηματοοικονομικό τομέα και κερδοσκοπία, η καπιταλιστική παραγωγή είναι αδύνατη. Δεν αφορά μόνο την περίπτωση ότι αυτή η συσχέτιση θα μπορούσε να είναι πιο ισχυρή αν λαμβάνονταν υπόψη μέσα στο πεδίο της θεωρίας των κρίσεων, παρά όπως έγινε στον παραδοσιακό μαρξισμό. Είναι επίσης σημαντικό ζήτημα, για τη σύγχρονη κριτική της παγκοσμιοποίησης. Είναι σύνηθες ο κριτικισμός να κατευθύνεται ενάντια σ έναν «ξεσαλωμένο» καπιταλισμό του οποίου οι καταστρεπτικές δυνάμεις φαίνεται να κατευθύνονται από ένα κερδοσκοπικό χρηματοοικονομικό σύστημα.

Ότι το χρηματοοικονομικό σύστημα θέτει πρότυπα αποδοτικότητας και ωφέλειας, με τα οποία οι ξεχωριστές επιχειρήσεις πρέπει να συμμορφωθούν αφού επιθυμούν να πετύχουν κέρδος ή να διανείμουν τα αποθέματά τους, καθόλου δεν είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο. Το χρηματοοικονομικό σύστημα πάντα είχε μια τέτοια «λειτουργία ελέγχου». Εκείνο που είναι νέο είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναδυθεί ένα διεθνοποιημένο χρηματοοικονομικό σύστημα, το οποίο με αυξανόμενο ρυθμό υπαγορεύει διεθνή πρότυπα καπιταλιστικής διατίμησης. Εάν η αύξηση της κερδοσκοπίας φαίνεται σαν η κύρια αιτία των κακών του καπιταλισμού, η οποία επομένως είναι ανάγκη να ρυθμιστεί, η αναγκαία ενδοσχέση μεταξύ του χρηματοοικονομικού συστήματος και της καπιταλιστικής παραγωγής διασπάται και- τουλάχιστον σκόπιμα- ένας «καλός» παραγωγικός καπιταλισμός αντιδιαστέλλεται σ έναν «κακό» κερδοσκοπικό χρηματοοικονομικό καπιταλισμό. Με κανένα τρόπο δεν είναι η ποσότητα ρύθμισης αναγκαία για να ρυθμίσει «αποτελεσματικά» προσχεδιασμένες κεφαλαιακές ροές, έτσι ώστε μ αυτή την έννοια οι απαιτήσεις των κριτικών της παγκοσμιοποίησης για περισσότερη ρύθμιση να μην είναι αυτόματα μη ρεαλιστικές ή αδύνατον να υλοποιηθούν. Ωστόσο, κάποιος δικαιούται ν αμφιβάλλει εάν μια τέτοια ρύθμιση θα οδηγούσε σε εξαφάνιση των πιο απεχθών όψεων του καπιταλισμού. Ακόμη και σ ένα υψηλά ρυθμισμένο καπιταλισμό, η ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών, ο περιορισμός της κοινωνικής ανισότητας, ή ακόμη μια καλή ζωή δεν θάναι ο σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον η διατίμηση, η συσσώρευση αφηρημένου πλούτου- ένας σκοπός για τον οποίο οι άνθρωποι και η φύση αποτελούν μόνο μέσα και επομένως η μεταχείρισή τους είναι ανάλογη.

* (πρωτοδημοσιεύτηκε στη Γερμανία το Γενάρη/Φλεβάρη του 2002).  Η αληθινή έννοια της αξίας

 ** http://www.dampfboot-verlag.de/buecher/a79.html

*** (μέλος της ΣΟ του ΠΚ – Λάρισα)

ΠΗΓΗ:   Ημερομηνία καταχώρησης 22-09-2011, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=10296

Να απελαθούν οι σταυραετοί!!!

Να απελαθούν οι σταυραετοί!!!

Ανοικτή επιστολή στον βουλευτή της ΔΗΜΑΡ  Γρηγόρη Ψαριανό*

 

Του «Κόκκινου Ουρανού»


 Αξιότιμε κύριε βουλευτά,

Συγκινήθηκα ιδιαιτέρως για τις πρόσφατες ερωτήσεις σας στη Βουλή, όπου ζητήσατε την κατάργηση του αγιασμού και της προσευχής στα Σχολεία και την κατάργηση του σώματος των στρατιωτικών ιερέων. Είναι παρήγορο ότι άτομα οξυδερκή σαν και εσάς αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι δυνατόν τον ελληνικό λαό να τον απασχολούν θέματα ήσσονος σημασίας, όπως η οικονομική κρίση, οι περικοπές των μισθών και των συντάξεων, η ανεργία, οι απολύσεις και λοιπά ανούσια, μικρά και ασήμαντα πράγματα, την στιγμή που το καυτό πρόβλημά μας σήμερα, είναι η αδικαιολόγητη εμμονή των Ελλήνων σε αναχρονιστικά και παρωχημένα μοντέλα που καθιστούν την σύγχρονη πολυπολιτισμική Ελλάδα ένα ‘θεοκρατικό καθεστώς’, όπως πολύ σωστά είπατε.

Θα σας ήθελα όμως πιο ριζοσπαστικό. Πιο αποφασισμένο. Πιο φάιτερ. Διότι με την κατάργηση του αγιασμού και των στρατιωτικών ιερέων δεν λύνεται το πρόβλημα. Χρειάζονται δυναμικά μέτρα, αποφασιστικές αλλαγές και ριζικές λύσεις.

Προτείνω λοιπόν σειρά μέτρων, που θα βγάλουν την χώρα μας από τον Μεσαίωνα του σκοταδισμού και της θρησκευτικότητας και θα την οδηγήσουν στην φωτισμένη εποχή του εκσυγχρονισμού και της πολυπολιτισμικότητας.

 

Ιδού τα μέτρα:

– Αφαίρεση όλων των εικόνων και των σταυρών από δημόσιους χώρους.

– Κατάργηση του παρωχημένου και διχαστικού τρόπου χρονολόγησης ‘προ Χριστού’ και ‘μετά Χριστόν’.

– Απαγόρευση χρήσεως σε δημόσιους χώρους, φράσεων όπως ‘Θεός Φυλάξοι’, ‘Χριστός και Παναγιά’, ‘Χριστός και Απόστολος’ ‘τραβώ τα πάθη του Χριστού’, ‘Δόξα τω Θεώ’ και ‘(με βάρεσε στο) Δόξα πατρί’.

– Απαγόρευση δημόσιου στολισμού χριστουγεννιάτικων δέντρων, φατνών, τραγουδίσματος καλάντων, μασήματος κουραμπιέδων και λοιπών μισαλλόδοξων εθίμων.

– Κατάργηση όλων των παρωχημένων χριστιανικών εορτών. Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο, Αγ. Πνεύματος, των Φώτων, του Θωμά, της Τυροφάγου κλπ. Στην θέση τους θα μπορούσαν να μπουν νέου ύφους γιορτές που θα αντιπροσωπεύουν τη νέα πολυπολιτισμική ζωή μας. Θα μπορούσε να θεσπιστεί η γιορτή του χαλάλ, του Κεμάλ, του Αχμέντ, του Πανούση, του Ραγκούση, του Αμπντουλάχ, του ταμ ταμ, της αφγανικής μπούρκας, της κινέζικης παντόφλας, της αραβικής πίτας, της ινδικής καρύδας, της αλβανικής φούντας, του βρεγμένου σφουγγαριού, της τσάντας μαϊμού και του (κλεμμένου) πορτοφολιού.

– Κατάργηση του σταυρού από την ελληνική σημαία, ως συμβόλου αναχρονιστικού, παλαιολιθικού, και σαφώς διχαστικού. Στο κενό που θα μείνει, θα μπορούσε να μπει ένα σύμβολο πρωτότυπο, μοντέρνο, επαναστατικό και ολίγον τρέντυ. Μου έρχεται στο μυαλό το σήμα της Φερράρι, που σας είναι και οικείο.

– Απαγόρευση του ντιν νταν των καμπανών.

– Απαγόρευση της περιφοράς Επιταφίων στους δρόμους και στις πλατείες, προς αποφυγήν εντάσεων μεταξύ μειονοτήτων (Ελλήνων) και ντόπιων (οι υπόλοιπες φυλές).

– Απαγόρευση του σταυροκοπήματος σε δημόσιους χώρους. Για τους ίδιους λόγους.

– Αφαίρεση όλων των σταυρών από πλατείες, μνημεία, ηρώα, βουνά και λαγκάδια.

– Κατάργηση του σημείου του σταυρού στα ψηφοδέλτια κατά τις εκλογές, ως συμβόλου διχαστικού και παρωχημένου.

– Αφαίρεση του σταυρού ως έμβλημα από τον Ερυθρό Σταυρό. Επίσης να αφαιρεθεί και από την ονομασία του. Οπότε θα λέγεται ‘ερυθρός’. Σκέτο.

– Κατάργηση της χρήσεως των ονομάτων ‘Σταύρος’ και ‘Σταυρούλα’.

– Κατάργηση ανάλογων επιθέτων τύπου Σταυρόπουλος, Σταυρίδης, Σταυράκης κλπ.

– Απαγόρευση προβολής όλων των ταινιών του Σταυρίδη, για τους παραπάνω λόγους.

– Κατάργηση διχαστικών τοπωνυμίων, τύπου Σταυρός Αγίας Παρασκευής, Σταυρούπολη, Σταυροχώρι κλπ

– Να απαγορευτούν τα σταυροδρόμια, τα σταυρόλεξα, τα σταυρωτά φιλήματα, οι σταυροβελονιές, οι σταυρόκομποι και τα σταυροκατσάβιδα.

– Να απελαθούν οι σταυραετοί.

Αυτά τα ολίγα για αρχή. Ύστερα βλέπουμε. Εύχομαι καλή συνέχεια στο έργο σας.

Με τιμή: ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011, http://redskywarning.blogspot.com/2011/09/blog-post_22.html

 

* http://www.psarianos.eu/

Οι σημαδεμένοι …

Οι σημαδεμένοι …

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*

 

 

 «Ο καθένας αξίζει τόσο, όσο αξίζουν εκείνα για τα οποία κοπιάζει» (Μάρκος Αυρήλιος, «Τα εις Εαυτόν»)… ……………………………….. Η κυβέρνηση αυτή πρέπει να πέσει…

*****

«Θεάσασθε τοίνυν ως σαθρόν, ως έοικεν, έστι φύσει παν ο τι αν μη δικαίως ή πεπραγμένον». Δηλαδή: «Παρατηρήστε πόσο αβέβαιο είναι από την ίδιαν του τη φύση, κάθε τι που δεν έχει γίνει σύμφωνα με το δίκαιο» (Δημοσθένης)

……………………………

Η κυβέρνηση αυτή πρέπει να πέσει…

Σε τραγική για την υπόστασή μας ως κράτους, ως κοινωνίας, και ως χώρας, δήλωση προέβη χθες ο κ. Βενιζέλος: «Ευτυχώς που έχουμε τεθεί υπό διεθνή έλεγχο»!!!

Γλώσσα αμετροεπής τ' αληθή λέγουσα. Για να προσθέσει ο ρήτωρ: «Διότι έτσι θα αποκτήσουμε εθνικόν αυτοέλεγχο». Μπράβο! Ηγουν αν δεν μας βαρήξει ο αγάς και δεν μας τιμωρήσει ο όποιος ανθυποφύρερ, άνθρωποι δεν γινόμαστε! Μπράβο!

Έξοχη δήλωση, εφάμιλλη στη δουλοφροσύνη της με εκείνην του κ. Σημίτη, όταν «ευχαριστούσε» απ' τη Βουλή τους Αμερικανούς για τη συνδρομή τους στην αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας στις Υμιες το 1996.

Αλλά, ας μην πηγαίνουμε τόσο μακριά – μόλις το 2009 δεν μιλούσε ο υπάρχουν-τα-λεφτά-Παπανδρέου για «απώλεια εθνικής κυριαρχίας»; Ακριβώς λίγες εβδομάδες πριν να οδηγήσει τη χώρα στην αιχμαλωσία του Μνημονίου και πριν να την καταστήσει φόρου υποτελή στην Τρόικα.

Τότε που ο Παπανδρέου (με τα σπρεντ στις 130 μονάδες ακόμα) μετέτρεπε το πρόβλημα του δανεισμού της χώρας σε κρίση χρέους. Τότε – κι αμέσως μετά – όταν με τις κινήσεις του μάς … εξασφάλισε, καθώς ο ίδιος μόλις προχθές δήλωσε, «το μεγαλύτερο δάνειο στην πλανήτη», χρεώνοντας τη χώρα για γενεές δεκατέσσερις.

Όλα αυτά είναι αδύνατον να είναι απλά λάθη ή ηλιθιότητες. Δεν μπορεί επί παραδείγματι – και για να πάμε στο δεύτερο σκέλος του μεγάλου κόλπου – ένας οποιοσδήποτε υπάλληλος τσόγλανος ή καλός άνθρωπος επικεφαλής μιας Ανεξάρτητης (από ποιον;) Αρχής να φουσκώνει από μόνος του το έλλειμμα της χώρας στο ποσοστό που χρειαζόταν για να πιαστούμε στη φάκα. Ανίκανος, ηλίθιος ή δωσίλογος, ό,τι και να 'ναι αυτός ο υπάλληλος ένα δεν είναι: ανεξάρτητος!

Από την άλλη, ούτε η εκτελεστική εξουσία μπορεί να κρύβεται πίσω απ' τα φουστάνια των Ανεξάρτητων Αρχών – οι Υπουργοί διορίζουν τα μέλη των περισσότερων απ' αυτές κι αυτή η φαρσοκωμωδία της διάχυσης των ευθυνών μέσα από τη μη διάκριση των εξουσιών, νοθεύει το πολίτευμα με πολύ βολικό για τους Δυνατούς τρόπο.

Όμως το πολίτευμα νοσεί, διότι νοσεί η πολιτική. Ο κ. Σημίτης έκανε κολπάκια με την Goldman Sachs για να μειώσει (λογιστικά) το έλλειμμα και να κρύψει χρέος. Ο Παπανδρέου συνέχισε τα κολπάκια με την Goldman Sachs επίσης, όμως για να φουσκώσει αυτή τη φορά το έλλειμμα και να εκτινάξει το χρέος στέλνοντας τη χώρα των «διεφθαρμένων» στο εκτελεστικό απόσπασμα των κατ' εξακολούθησιν εικονικών εκτελέσεων – έως την τελευταία και πραγματική.

*****

Με τη δήλωσή του αυτή ο κ. Βενιζέλος απέδειξε ότι δεν είναι παρά ένα ανδρείκελο που ευχαριστεί για (και ίσως ευχαριστιέται με) τις διαταγές που παίρνει.

Ανδρείκελο το ίδιο όπως και ο Παπανδρέου, που έφερε στη χώρα γκαουλάιτερ, τοποτηρητές ανθυποϋπάτους (και πάτους), κομισάριους, κάπο και χαρατσοεισπράχτορες. Η χώρα όμως δεν χρειάζεται κούισλινγκ.

Το Μνημόνιο των Δυτικών είναι ένα «φάρμακο» που τη σκοτώνει. Ο δε τρόπος που η κυβέρνηση της χορηγεί αυτό το φάρμακο τη σκοτώνει εξευτελιστικά. Όχι μακροπρόθεσμα, που έλεγε ο Κέυνς, αλλά βραχυπρόθεσμα, με το Μεσοπρόθεσμο θα είμαστε όλοι νεκροί…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 22.ΙΧ.2011 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=311831

Η κρίση είναι πνευματική

Η κρίση είναι πνευματική

 

Συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Πάσης Ελλάδος  Ιερώνυμου Β΄

στη Διευθύντρια του Ευρυτανικού  «Παλμού» κ. Βασιλική Φεγγούλη


 

Πως απαντά εις την «κατηγορίαν» ότι είναι φίλος του Πρωθυπουργού και ότι τηρεί θετικήν στάσιν έναντι της Κυβερνήσεως. Τι λέγει δια τας σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας, την Εκκλησιαστικήν περιουσίαν, τους περιορισμούς εις τον διορισμόν νέων κληρικών και τι απαντά εις τας υποδείξεις ότι η Εκκλησία πρέπει να«πιάση» καριοφίλι.

Τέλος υποστηρίζει ότι η κρίσις είναι πνευματική, κατηγορεί ευθέως τους πολίτας ότι είναι συνυπεύθυνοι δια την κρίσιν και υπογραμμίζει ότι η λύσις εις τα  αδιέξοδα της κρίσεως είναι «αυτή, που είπε ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής: «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ». Εφ  όλης της  ύλης συνέντευξιν παρεχώρησεν  ο  Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος εις την Διευθύντριαν του Ευρυτανικού «Παλμού» κ. Βασιλικήν Φεγγούλην, κατά την πρόσφατον επίσκεψίν του εις την Ανατολικήν Φραγκίσταν.

Κάποιοι Αρχιερείς σάς έχουν χαρακτηρίσει ευγενή,  ήπιο, μαλακό, αλλά ισχυρίζονται ότι με το πετραχήλι δεν βγαίνει τίποτα. Μήπως σε κάποια θέματα  ο προκαθήμενος της  Ελλαδικής  Εκκλησίας, σε  αυτή την χρονική στιγμή θα έπρεπε να είναι πιο αυστηρός στον λόγο του, απέναντι σε αυτούς, που έφεραν τήνΕλλάδα και τους Έλληνες σε αυτή την κατάσταση; 

Είναι πάρα πολύ μεγάλη η ερώτηση και έχει πολλές πλευρές. Όπως ξέρετε εγώ δεν διορίστηκα, ούτε πήρα τη θέση δια της βίας. Με εξέλεξαν. Και αυτοί που με εξέλεξαν με ήξεραν ποιος είμαι, πως φέρομαι και λοιπά. Έπειτα δεν αλλάζει κανείς τον χαρακτήρα του εύκολα.

Θα πρέπει να ξέρουν τι σημαίνει Αρχιεπίσκοπος και τι σημαίνει Κυβέρνηση. Όπως εγώ δεν θέλω η Κυβέρνηση να ανακατεύεται στα πράγματα της Εκκλησίας, δεν θέλω κι εγώ να ανακατεύομαι στα πράγματα των άλλων. Τώρα, ως προς την κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί, είναι μια ευκαιρία να κάνουμε αυτοκριτική όλοι μας.

Αν εγώ, π.χ. σαν Αρχιεπίσκοπος  είχα τη συνείδησή μου καθαρή πέρα ως πέρα ότι δεν φταίω γι΄ αυτά που έγιναν, θα είχατε δίκαιο να μου λέγατε, γιατί δεν μιλάω. Αφού, όμως κι εγώ έχω φταίξει, πρέπει να δώ που έφταιξα και τι πρέπει να κάνω. Γι΄ αυτό στις ομιλίες μου πάντα λέω, κάτι που το παρεξηγούν ότι αν έφτασε η Ελλάδα, εδώ που έφτασε, δεν φταίνε μόνο οι μεγάλοι, αλλά και οι μικροί. Θα σάς πω, όμως και αυτό, που είπα πριν λίγες ημέρες στην κ. Στάη, όταν απ΄ τα μπαλκόνια μας λένε ψέματα, εμείς χειροκροτούμε και λέμε « πέστε μας κι άλλα ψέματα ! ». Ποιος φταίει; Αυτός που λέει ψέματα η εμείς που του λέμε να μας τα πει;

Επομένως η ευθύνη είναι όλων μας και πρέπει να συνεργαστούμε. Και στην γιορτή που έγινε για την ανάδειξή μου ως επίτιμο δημότη Φραγκίστας, το 2009, το είπα και παντού το λέω ότι αν δεν μάθουμε να συνεργαζόμαστε όλοι μας μη περιμένετε να γίνουν θαύματα.

Πράσινοι ή μπλέ; Κάποιοι λένε ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν αντιδρά, γιατί είναι φίλος του Πρωθυπουργού και ότι κρατά θέση θετική για την Κυβέρνηση; 

Αυτά είναι ξεκαθαρισμένα πράγματα, το είπα και στην Ιεραρχία και στον Πρωθυπουργό. Είπα του Πρωθυπουργού ότι εμείς δεν είμαστε ούτε με την Νέα Δημοκρατία ούτε με το ΠΑΣΟΚ ούτε με κανένα άλλο κόμμα. Εμείς είμαστε με τη Χώρα μας, για τη Χώρα μας. Όποιος κι αν είναι κυβέρνηση, έχουμε υποχρέωση να συνεργαζόμαστε για τον λαό. Επομένως, δεν υπάρχουν για εμάς διακρίσεις και όποιος κι αν είναι στην κεφαλή της πολιτείας εμείς θα συνεργαζόμαστε.

Στις τελευταίες συνεδριάσεις της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος μεταξύ των άλλων αποφάσισε, να μη γίνεται κανένας σχολιασμός από τους Ιεράρχες για πολιτικά θέματα, στα ΜΜΕ. Από την άλλη πλευρά όμως πολλοί είναι εκείνοι, που ισχυρίζονται ότι η Εκκλησία θα πρέπει να έχει λόγο, μέσα βέβαια στα πλαίσια των διακριτών ρόλων. Υπήρξαν όμως και 2–3 Αρχιερείς που μίλησαν για φίμωση. Ποια είναι η θέση σας; 

Είναι ένα θέμα πάρα πολύ λεπτό. Ο καθένας θα πρέπει να ξέρει τους ρόλους του. Η Εκκλησία έχει όργανα, που διοικείται. Είναι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και η Ιεραρχία. Η Σύνοδος συνέρχεται μια φορά το μήνα. Επομένως εκεί συγκεντρώνονται όλα τα θέματα. Αυτοί που έχουν συνείδηση εκκλησιαστική, και το τονίζω αυτό το πράγμα, ξέρουν ότι κανένας δεν υπερβαίνει την εκκλησία. Ας είμαι εγώ Αρχιεπίσκοπος, δεν μπορώ να υπερβώ την Εκκλησία. Και η Εκκλησία μιλά με τα όργανά της. Πρέπει να πάρουμε έγκριση από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο και από την Ιεραρχία για να εκφράζουμε απόψεις γενικότερες. Αν θέλει, όμως κάποιος να πει προσωπικές απόψεις μπορεί να τις πει. Όμως γιατί τις λέει; Τις λέει για να κάνει φιγούρα; Θέλει συζήτηση αυτό το θέμα. Ακούστηκε μάλιστα γιατί να μη πάρουμε το καριοφίλι και αυτό, που είπατε πιο πριν να αντιδράσουμε έντονα. Γιατί να το κάνουμε αυτό; Αν θέλει ο Άγιος Καρπενησίου, παραδείγματος χάρη, να πάρει το καριοφίλι και να κάνει την επανάστασή του, ας το κάνει.

Οι σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας είναι σχέσεις συναλληλίας η σχέσεις που οδηγούν στον διαχωρισμό; 

Είναι ένα μεγάλο θέμα οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Η Εκκλησία και η Πολιτεία είναι δυο μεγάλοι θεσμοί. Αυτά τα πράγματα δημιουργούνται και εξελίσσονται και εξαρτώνται από τις σχέσεις των ανθρώπων. Τα πρόσωπα πάντοτε παίζουν το μεγάλο ρόλο. Μπορεί να υπάρχει ένα πρόσωπο στην πολιτική, που να θέλει να ανακατεύεται στα πράγματα της Εκκλησίας και να υπάρξει κι ένας Αρχιεπίσκοπος, που να θέλει να ανακατεύεται σε όλα τα θέματα της πολιτικής. Αυτή την εποχή μιλάμε για διακριτούς ρόλους. Άλλος ο ρόλος της Εκκλησίας και άλλος ο ρόλος της Πολιτείας. Αλλά υπάρχουν και θέματα, που είναι κοινά και δεν μπορεί η Εκκλησία να μη έχει λόγο. Έχει λόγο αλλά με διάκριση.

Η Εκκλησία δεν είναι μόνο για να κηδεύει και για να παντρεύει, η Εκκλησία δημιουργεί χαρακτήρες, ρυθμίζει την πορεία των ανθρώπων. Αυτό δεν μπορεί να το ελέγξει κανένας. Η Εκκλησία όχι απλώς ενδιαφέρεται για τον κόσμο, αλλά έχει χρέος να ενδιαφέρεται.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας αναφέρατε ότι η Εκκλησία έχει διαθέσει το 96% της περιουσίας της στο Κράτος και το 4% που έχει προς χρήση είναι δεσμευμένο. Αφού έχει έτσι το θέμα, γιατί η πολιτεία σταμάτησε τον διορισμό νέων κληρικών; 

Το θέμα αυτό θα πρέπει να το χωρίσουμε σε δύο ενότητες. Η Εκκλησία από το 100% της περιουσίας της έχει ληστευθεί και δεν έχει ευθύνη μόνο η Πολιτεία, αλλά φταίει και η ίδια η Εκκλησία και η απληστία των ανθρώπων. Το θέμα της μη χειροτόνησης κληρικών εντάσσεται στα πλαίσια της οικονομίας. Έρχεται η Πολιτεία και λέει ότι δεν μπορώ να πληρώσω υπαλλήλους και λέει ότι στους 11, που θα φεύγουν θα διορίζεται 1, γιατί είναι απαίτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Μέσα σ αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και οι Ιερείς, αφού πληρώνονται από το δημόσιο, πρέπει να ακολουθήσουν την ίδια γραμμή. Έγιναν πάρα πολλές συζητήσεις και πάρθηκαν αποφάσεις ότι σταδιακά θα καλύπτονται τα κενά. Τα κενά είναι πολλά και δεν ξεκινάμε από τα κενά, αλλά από τους ανθρώπους, που θέλουν να χειροτονηθούν. Γιατί αν π.χ. η Μητρόπολη Καρπενησίου έχει 30 κενά, δεν ξεκινάμε από τα 30 κενά, ξεκινάμε από όσους έχει να χειροτονήσει για να καλύψει τα κενά.

Έτσι λοιπόν μας είπαν ότι μέσα στο 2011 θα μας δώσει η Κυβέρνηση 117 θέσεις κληρικών μια θέση για κάθε Μητρόπολη. Μετά από λίγο καιρό, ανάλογα με την οικονομική πορεία, θα διορίσει το Υπουργείο άλλη μία σειρά νέων κληρικών, ώσπου να φτάσουμε περίπου τους 300. Δεν είναι θέμα ούτε μειώσεως του κύρους της Εκκλησίας, ούτε εκδικήσεως, ούτε κάτι άλλο, αλλά είναι μέσα στα μέτρα της λιτότητας.

Με πρόσφατη τροπολογία εξπρές στη Βουλή προχωράει η κατασκευή του Τζαμιού στην Αθήνα. Για την ίδρυσή του μάλιστα υπόγραψε και η Εκκλησία; Το εν λόγω έργο προϋπολογισμού 15 εκ. ευρώ,το χρηματοδοτεί το Υπουργείο Παιδείας, την ίδια στιγμή, που αρνείται τον διορισμό νέων κληρικών. 

Για τους νέους κληρικούς είπαμε. Δεν πέρασε από την Βουλή το θέμα του τζαμιού. Δεν έχει υπογράψει η Εκκλησία, απλώς δεν αρνήθηκε. Μέσα στα μέτρα του πολυπολιτισμού, της ανταλλαγής απόψεων δεν το αρνηθήκαμε, δεν υπογράψαμε, αλλά επισημάναμε και τους κινδύνους. Υπάρχουν πολύ κίνδυνοι γιατί οι μουσουλμάνοι δεν είναι μια ομάδα, είναι πολλές αιρέσεις, που αλληλοσπαράζονται. Δεν είναι ωραίο πράγμα να έρθουν στην Ελλάδα και να έχουμε αλληλοσφαγές και συγκρούσεις. Δεν είναι απλό το θέμα. Δεύτερο θέμα, που επισημάναμε είναι το πως θα διοικείται το τζαμί. Θα το διοικούν μουσουλμάνοι, Έλληνες;

Και με ποιο τρόπο; Είναι θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί από κοινωνιολόγους, νο μικούς, πολιτικούς, εθνολόγους και άλλους. Και τρίτο θέμα, που επισημάναμε, είναι για το ποιος θα διορίζει τους καθηγητές; Θα είναι μόνο οι ιερείς, που θα κάνουν τη θρησκευτική τελετή η θα είναι και καθηγητές, που θα κάνουν φανατική κατήχηση στα παιδιά των μουσουλμάνων. Κάναμε την παραχώρηση, γιατί είναι πολλοί οι μουσουλμάνοι, που δουλεύουν στην Ελλάδα και έχουν κι αυτοί το δικαίωμα να προσεύχονται, αλλά πρέπει να ληφθούν τα μέτρα για να κρατηθούν ισορροπίες. Όσον αφορά για τα 15 εκ ευρώ, που θα διαθέσει, όπως ακούγεται, το Κράτος για το τζαμί, δεν ξέρω αν αυτό θα γίνει και πότε θα γίνει λόγω της οικονομίας μας.

Ποια είναι η θέση της Εκκλησίας στο μεγάλο πρόβλημα της μετανάστευσης; 

Είναι κάτι που το έχουμε πει κατ’ επανάληψη. Για τη μετανάστευση δεν είμαστε εμείς οι αρμόδιοι, αλλά το Κράτος. Εμείς όπως δίνουμε ένα πιάτο φαγητό σε Έλληνες, που το χρειάζονται το δίνουμεκαί στους μετανάστες, χωρίς καμιά διάκριση. Η αλήθεια, όμως είναι ότι το βάρος είναι πολύ μεγάλο και δυσβάστακτο και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Θα πρέπει να βρεθεί τρόπος σε συνεργασία της Ελλάδος με την Ευρώπη. Διότι η Ευρώπη έχει την ευθύνη για την εισροή των μεταναστών στη Χώρα μας, αφού λέμε ότι τα σύνορά μας είναι και σύνορα της Ευρώπης.

Προ ημερών είχατε συνάντηση με τον Γ.Γ. Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας. Έχουμε κάποια εξέλιξη στο θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών και γενικότερα στα θέματα εκκλ. Παιδείας; 

-Έχει δημιουργηθεί μια επιτροπή μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, η οποία αντιμετωπίζει κάποια θέματα και τα συζητάει. Μεταξύ αυτών είναι και το μάθημα των Θρησκευτικών. Είναι ένα θέμα, που θέλει πολύ συζήτηση. Είναι μια εποχή δύσκολη και αγωνιζόμαστε να καταφέρουμε ό,τι δυνατόν καλύτερο.

Μιλήστε μας για τα δέκα υπό κατασκευή ιδρύματα της Αρχιεπισκοπής, όπως είναι το πολιτιστικό περιβαλλοντικό κέντρο για παιδιά, το κέντρο για παιδιά με αυτιστικό σύνδρομο καθώς και το ποια είναι η θέση της Εκκλησίας στο μεγάλο πρόβλημα των ναρκωτικών; 

Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε ότι πήραμε την άδεια μετά από 3 χρόνια να δημιουργήσουμε ξενώνα ηλικιωμένων στο Βαρνάβα. Το κέντρο για τα παιδιά γίνεται στα Δήλια γιατί δεν καταφέραμε να το κάνουμε σε άλλον χώρο. Πήραμε 70 στρέμματα έκταση και προχωράνε οι διαδικασίες και το Σεπτέμβριο πιστεύω πως θα αρχίσουν οι εργασίες και για το Κέντρο με παιδιά με αυτισμό. 

Για τα ναρκωτικά ήδη έχουμε ξεκινήσει τις εργασίες, αλλά υπήρχαν αντιδράσεις από τους περιοίκους και φύγαμε από το οικόπεδο αυτό. Ο στρατός μας βοήθησε να φύγουμε από εκεί και μας έδωσε ένα άλλο οικόπεδο έξω από την Αθήνα. Εκεί θα κάνουμε δύο κέντρα. Ένα κέντρο απεξάρτησης με ξενώνα για να μένουν τα παιδιά, που θα το έχου ανάγκη, μέχρις ότου θα είναι έτοιμα, για να ενταχθούν και πάλι στην κοινωνία και ένα άλλο κέντρο, για να βοηθάμε και να στηρίζουμε όσα παιδιά θέλουν τη βοήθειά μας, αλλά αυτό χρειάζεται νομική ρύθμιση.

Τελικά είναι μόνο οικονομική η κρίση στη Χώρα μας;

Η κρίση είναι πνευματική και γι’ αυτό φταίμε όλοι μας. Για να γίνει η αμαρτία χρειάζονται δυο – τρεις για να γίνει. Όλοι είχαμε και έχουμε ευθύνη, λίγη – πολλή, για την κατάσταση της Χώρας μας. Ακόμα και για το πιο απλό, παραδείγματος χάριν, το ρουσφέτι, όλοι μας το έχουμε ζητήσει είτε για εμάς τους ίδιους  είτε για κάποιον δικό μας άνθρωπο.

Η αμαρτία είναι μέσα στον άνθρωπο. Είναι πνευματική η κρίση και δεν υπάρχει άλλη λύση. Λύση είναι μόνο αυτή που είπε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής: Μετανοείτε! Και μετάνοια τι είναι; Αλλαγή μυαλού, σκέψης και επομένως αλλαγή τρόπου ζωής. Αν δεν μάθουμε να ζούμε διαφορετικά δεν θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την κρίση…»

 

ΠΗΓΗ: 21-9-2011,   http://www.egolpion.com/sunenteuxi_ierwnumou.el.aspx

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ;

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ;

 

Του  Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Πιθανολογούμε ότι, η Ελλάδα θα διατηρηθεί στην Ευρωζώνη, θα ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί χωρίς να χρεοκοπεί, ενώ ταυτόχρονα θα υφίσταται όλα τα δεινά της στάσης πληρωμών.

Πάρα πολλές φορές ευρισκόμαστε αντιμέτωποι με ερωτήσεις, σχετικά με το τι ακριβώς είναι η χρεοκοπία. Η απάντηση μας είναι ότι, ένα κράτος πτωχεύει όταν δεν μπορεί να πληρώσει τους δανειστές του – αυτούς δηλαδή που διαθέτουν ληξιπρόθεσμες υποσχετικές πληρωμής (ομόλογα), οι οποίες αφορούν είτε τόκους, είτε χρεολύσια (δόσεις). Γράφουμε δανειστές και όχι πιστωτές, επειδή υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ τους. Οι πιστωτές είναι δυνατόν να είναι προμηθευτές του δημοσίου, οι οποίοι δεν έχουν κρατικά αξιόγραφα στην κατοχή τους – οπότε μπορεί να επιβάλλουν την πτώχευση, όπως και στις επιχειρήσεις, μόνο αφού δικαιωθούν τελεσίδικα από κάποιο δικαστήριο, εκδώσουν διαταγή πληρωμής κλπ. Περαιτέρω, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της πτώχευσης μίας επιχείρησης και ενός κράτους – όπου, στην περίπτωση της επιχείρησης, οι δανειστές είναι συνήθως τράπεζες (πιστωτές οι προμηθευτές της, το προσωπικό κλπ.). Αντίθετα όμως με τις επιχειρήσεις, τα κράτη δεν μπορούν να κλείσουν δηλώνοντας χρεοκοπία, ενώ δεν υπάρχει Πτωχευτικό Δίκαιο και δεν μπορεί να διορισθεί σύνδικος πτώχευσης – ο οποίος θα πουλούσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους κράτους, θα πλήρωνε με αυτά μέρος των υποχρεώσεων του και θα το εκκαθάριζε (έκλεινε).

Στη θέση του συνδίκου πτώχευσης, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο, υπεισέρχεται το ΔΝΤ το οποίο ουσιαστικά «εκβιάζει» την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του κράτους (ιδιωτικοποιήσεις), αρνούμενο να πληρώσει τις δόσεις που έχει υποσχεθεί, εάν δεν συμμορφώνεται με τις απολυταρχικές εντολές του η εκάστοτε κυβέρνηση. Το κενό αυτό τώρα, την μη ύπαρξη πτωχευτικού Δικαίου δηλαδή για τα κράτη, προγραμματίζει να καλύψει η ΕΕ – μετά από απαίτηση της Γερμανίας, όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες του EFSM (περί το 2013). Ειδικά όσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, οφείλουμε να διαχωρίζουμε τις κοινωφελείς εταιρείες (δεν επιτρέπεται η πώληση τους), τις στρατηγικές, τις ζημιογόνες και τις κερδοφόρες (η πώληση των τελευταίων μειώνει τα χρέη αλλά αυξάνει τα ελλείμματα, τα οποία εκβάλλουν αργότερα στα χρέη – οπότε είναι δώρο άδωρο).    

Η επόμενη ερώτηση είναι συνήθως εάν η Ελλάδα έχει ήδη χρεοκοπήσει, αφού δεν θα μπορούσε να πληρώσει τα χρέη της χωρίς τη συνδρομή της Τρόικας – επίσης, εάν είναι σε καθεστώς επιλεκτικής χρεοκοπίας. Όσον αφορά το πρώτο, η χώρα μας φυσικά δεν έχει χρεοκοπήσει, αφού ο δανεισμός από το ΔΝΤ της Βραζιλίας, για παράδειγμα, δεν την οδήγησε τελικά στη χρεοκοπία (αν και οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, το δημόσιο χρέος της Βραζιλίας, όπως επίσης της Αργεντινής και τηςΟυρουγουάης την κρίσιμη εποχή, δεν υπερέβαινε το 60% του ΑΕΠ τους – έναντι 160% της Ελλάδας σήμερα). Εκτός αυτού, η Ελλάδα δεν ευρίσκεται ακόμη σε καθεστώς επιλεκτικής χρεοκοπίας – κάτι που θα μπορούσε σύντομα να συμβεί, εάν εφαρμοσθούν οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου (διαγραφή χρεών από τους ιδιώτες-επενδυτές, ύψους 21% κλπ.). Επίσης όχι σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αφού αυτό σημαίνει τη συμφωνία του κράτους με τους δανειστές του, αναφορικά με την επιμήκυνση των πληρωμών, τη διαγραφή μέρους των χρεών κλπ. – κάτι που θα μπορούσε επίσης να συμβεί, όταν και εάν εφαρμοσθούν οι αποφάσεις της ΕΕ.       

Σε σχέση τώρα με την πολυσυζητημένη «εκδίωξη» της χώρας μας από το Ευρώ, θα λέγαμε αρχικά ότι, δεν μπορεί κανένας να μας υποχρεώσει (με βάση την Ευρωπαϊκή συνθήκη) – ίσως όμως να μπορεί να μας «εκβιάσει», έτσι ώστε να το αποφασίσουμε μόνοι μας. Φυσικά η υποτίμηση που θα ακολουθούσε, αφενός μεν θα εκσφενδόνιζε το εξωτερικό χρέος μας στα ύψη (δημόσιο και ιδιωτικό), αφετέρου θα οδηγούσε τις τράπεζες, καθώς επίσης τις επιχειρήσεις (όλους εμάς επομένως) στην απόλυτη καταστροφή (υποθετικό σενάριο χρεοκοπίας). Σχετικά τώρα με την άνοδο της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, λόγω της υποτίμησης εάν η χώρα υιοθετούσε τη δραχμή(ένα σενάριο που επικαλούνται αρκετοί), θεωρούμε ότι μάλλον αποτελεί μία σκόπιμη πλάνη. Η «εσωτερική υποτίμηση», η οποία επιδιώκεται σήμερα (μείωση των μισθών κλπ.), έχει ουσιαστικά τον ίδιο ακριβώς στόχο και σκοπό. Μοναδική ίσως διαφορά είναι το ότι, δεν γίνεται συνήθως αποδεκτή από τους εργαζομένους – τους οποίους «κοροϊδεύει» κανείς ευκολότερα, με τη βοήθεια της πληθωριστικής υποτίμησης (μείωση της αγοραστικής αξίας των μισθών κ.α.). 

Ολοκληρώνοντας, για τον υπόλοιπο πλανήτη, τόσο η ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας, όσο και η έξοδος της από την Ευρωζώνη σήμερα (μετά το 2013 θα αλλάξουν οι συνθήκες), θα είχε απίστευτα καταστροφικά αποτελέσματα – μεταξύ άλλων τη διάλυση της Ευρωζώνης, εκτεταμένες χρεοκοπίες κρατών και τραπεζών, μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ λόγω τεράστιας ύφεσης (υπολογίζεται στο -15%), μαζική κατάρρευση νομισμάτων και χρηματιστηρίων (ενδεχομένως του ίδιου του χρηματοπιστωτικού συστήματος), κοινωνικές εξεγέρσεις διεθνώς, επαναστάσεις, πολέμους κλπ. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, επειδή η πτώχευση της δεν εξαρτάται πλέον από την ίδιαη Ελλάδα μπορεί να χρεοκοπήσει σε μία ώρα, σε μία ημέρα, σε μήνες ή και σε χρόνια – όταν το επιτρέψουν οι διεθνείς συγκυρίες, οι αγορές ή οι σχεδιασμοί των «εταίρων» της, ενώ δεν υπάρχει τίποτα πιο βασανιστικό για τον άνθρωπο, από την αναμονή του «μοιραίου». Δυστυχώς για όλους μας, η Ελλάδα κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να χρεοκοπήσει, παρά το ότι έχει υψηλότερα περιουσιακά στοιχεία από το δημόσιο χρέος της – ενώ ο συνολικός δανεισμός της, δημόσιος και ιδιωτικός, ήταν μέχρι πρόσφατα χαμηλότερος ακόμη και από τη Γερμανία (άρθρο: Τα παιδιά του Σικάγου). Σε παραλληλισμό με μία επιχείρηση λοιπόν, η οποία πτωχεύει παρά το ότι διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό ακινήτων, τα οποία όμως δεν είναι νοικιασμένα, η χώρα μας οδηγείται στην καταστροφή λόγω της διαχρονικής ανικανότητας των «διαχειριστών» της να εκμεταλλευθούν τη δημόσια περιουσία της – «άψυχη» και έμψυχη.    

Η ΑΝΑΓΚΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

Με βάση όλα όσα συμβαίνουν σήμερα διεθνώς, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι, εν αγνοία μας έχει απαγορευθεί στην Ελλάδα να χρεοκοπήσει – παρά το ότι, κατά πολλούς, μόνο έτσι θα έλυνε τα χρόνια προβλήματα της οικονομίας της. Για παράδειγμα, όταν (α)  μία επιχείρηση λειτουργεί με ζημία (στην περίπτωση μίας χώρας, όταν οι δαπάνες του προϋπολογισμού είναι μεγαλύτερες από τα έσοδα), (β)  αγοράζει περισσότερα από όσα πουλάει (στην περίπτωση τους κράτους, έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών ύψους 14% του ΑΕΠ), (γ)  όσο και να περιορίσει το προσωπικό της ή/και να μειώσει τους μισθούς, δεν επιστρέφει στην κερδοφορία (απολύσεις ΔΥ), (δ)  οι τόκοι για τα δάνεια της πλησιάζουν το 40% των ετησίων εσόδων της, ενώ οι δόσεις των δανείων είναι αδύνατον ποτέ να πληρωθούν, θα ήταν εντελώς ανεύθυνο να συνεχίσει να λειτουργεί – αφού έτσι θα κατάστρεφε όλο και περισσότερες τράπεζες ή προμηθευτές της. Επομένως, ο διαχειριστής της θα έπρεπε αμέσως να δηλώσει πτώχευση – έτσι ώστε αφενός μεν να πάψει να χρεώνει τους πιστωτές της ζημιογόνας εταιρείας του, αφετέρου να προστατέψει την επιχείρηση από τους δανειστές της, υπαγόμενος στο άρθρο 99 του πτωχευτικού κώδικα. Δηλαδή, ο διαχειριστής θα ήταν υποχρεωμένος να ζητήσει τη διαγραφή μέρους των χρεών της εταιρείας του από τους δανειστές της, την επιμήκυνση των δόσεων και χαμηλά επιτόκια – μήπως έτσι καταφέρει και διασώσει κάποιο μέρος της επιχείρησης, με στόχο να μη χάσουν τις δουλειές τους οι εργαζόμενοι (ούτε τις επενδύσεις τους οι μέτοχοι της). Διαφορετικά, εάν δεν δήλωνε χρεοκοπία, θα ήταν υπεύθυνος απέναντι στο νόμο – αφού δεν επιτρέπεται να λειτουργεί μία εταιρεία υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.     

Η ΕΛΛΑΔΑ

Επιστρέφοντας στη χώρα μας, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι, δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει με τα πολυποίκιλα προβλήματα της (το 2009 θα μπορούσε σχετικά εύκολα – ενδεχομένως και το 2010), (α)  εάν δεν μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού (στο 1,5% – όσα πληρώνουν οι Ελληνικές τράπεζες στην ΕΚΤ), (β)  εάν δεν επιμηκυνθεί ο χρόνος αποπληρωμής των οφειλών της, τουλάχιστον στα 40 έτη – όπως πέτυχε η Γερμανία το 1953, μαζί με τη διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών της (η Γερμανία απαίτησε επίσης να μην είναι οι δόσεις για τα υπόλοιπα υψηλότερες από το 4% των εξαγωγών της – οπότε οι δανειστές της τη βοήθησαν να αυξήσει τις εξαγωγές, για να πληρωθούν γρηγορότερα) (γ)  εάν δεν γίνουν παραγωγικές επενδύσεις από τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορά, έτσι ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα του αρνητικού ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, καθώς επίσης (δ)  εάν η κυβέρνηση δεν καταφέρει τελικά να ελέγξει τις δαπάνες, παράγοντας πρωτογενή πλεονάσματα στον προϋπολογισμό (κέρδη προ τόκων και δόσεων).   Παράλληλα φυσικά θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σωστό επιχειρηματικό πλαίσιο (φορολογικό κλπ.), το οποίο να εξασφαλίζει την ανάπτυξη, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην πολιτική, να καταπολεμηθεί η διαφθορά των ιθυνόντων κλπ. Εάν όμως δεν συμβούν όλα αυτά, καθώς επίσης εάν συνεχίσει να ακολουθείται η καταστροφική πολιτική λιτότητας, παράλληλα με τη λεηλασία κράτους και Πολιτών, κατά τις μεθόδους των συνδίκων του διαβόλου, η Ελλάδα δεν θα έχει μέλλον.

Είναι δυνατόν όμως να μην το γνωρίζουν οι δανειστές μας; Υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να μην το έχει συνειδητοποιήσει η Γερμανία ή το ΔΝΤ; Τι ακριβώς επιδιώκουν, επιμένοντας στο ίδιο λανθασμένο «μονοπάτι»; Κατά την άποψη μας, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι απλούστατη – ενώ θυμίζουν σήμερα το «γόρδιο δεσμό», όπως κάποτε την τοποθέτηση του Δούρειου Ίππου μέσα στο κάστρο της Ευρωζώνης. Ειδικότερα, επειδή η Τρόικα φαίνεται πως απέτυχε να «τιθασεύσει» την «κομματικοκεντρική» Πολιτική μας, όπως έχουμε αποτύχει όλοι εμείς οι Πολίτες τόσα χρόνια, αποφάσισε να μεταφέρει τις ευθύνες ξανά σε εμάς – εξαναγκάζοντας μας όμως αυτή τη φορά να δράσουμε. Δηλαδή, οδήγησε τη χώρα στο μονόδρομο της «εσωτερικής χρεοκοπίας» (στάση πληρωμών εντός συνόρων) – όπου η Ελλάδα (α)  θα διατηρηθεί στην Ευρωζώνη, έτσι ώστε να μην δημιουργήσει πρόβλημα στο ευρώ, (β)  θα ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί χωρίς να χρεοκοπεί, έτσι ώστε να μην δημιουργήσει πρόβλημα στον πλανήτη, αλλά (γ)  θα υφίσταται όλα τα «δεινά» της χρεοκοπίας (φυσικά είναι πιθανόν η εκτίμηση μας να είναι εντελώς εσφαλμένη – πόσο μάλλον αφού δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς συζητείται από την κυβέρνηση).

Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με έναν σχετικά εύκολο τρόπο: η Τρόικα θα πληρώνει μόνο τους ξένους δανειστές μας, τουλάχιστον μέχρι το 2013 (όπου θα έχει εξουδετερωθεί η Ελληνική βόμβα), θα μετατρέπει τα νέα δάνεια της σε ενυπόθηκα, ενώ παράλληλα θα διατηρεί προστατευμένες τις Ελληνικές τράπεζες, σε συνδυασμό με κάποιες άλλες ενέργειες. Η κυβέρνηση λοιπόν θα είναι υποχρεωμένη να καλύπτει τις λοιπές ανάγκες της (ελλείμματα κλπ. ύψους περί τα 2 δις € μηνιαία) μόνη της – μη έχοντας τη δυνατότητα να τις χρηματοδοτήσει με νέα δάνεια. Επομένως, θα είναι αναγκασμένη να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα από αμέσως ή να μην πληρώνει τις υποχρεώσεις της στο εσωτερικό (μισθούς, συντάξεις κλπ.). Πιθανολογούμε λοιπόν ότι, ακριβώς για το λόγο αυτό ο πρωθυπουργός διέκοψε το ταξίδι του και υιοθετήθηκαν σε συνθήκες πανικού οι νέοι φόροι – παράλληλα με τις μειώσεις των δαπανών που ανακοινώνονται (απολύσεις ΔΥ κλπ.). Πλέον, χωρίς το φόβο του πολιτικού κόστους, αφού δεν υπάρχει καμία απολύτως εναλλακτική επιλογή για την κυβέρνηση. Μοναδικό, μεγάλο ίσως μειονέκτημα του ενδεχόμενου σχεδίου εσωτερικής χρεοκοπίας της Ελλάδας, είναι η αντίδραση των Πολιτών – όπου ελπίζουμε να μην αναγκασθεί ακόμη μία φορά η Ελλάδα, να γίνει το πειραματόζωο του πλανήτη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ίσως εδώ πρέπει να αναφέρουμε πώς ακριβώς λειτουργούν οι Η.Π.Α., αφού όλο και περισσότερες Πολιτείες της οδηγούνται στη στάση πληρωμών – χωρίς όμως να αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για την υπερδύναμη, ή για τον υπόλοιπο πλανήτη, όπως η Ελλάδα. Στις Η.Π.Α. υπάρχουν τρία σημαντικά στοιχεία, τα οποία δεν υφίστανται στην Ευρώπη: (α)  Κεντρικό κρατικό σύστημα αναδιανομής, όπως αυτό για τις νόμιμες συντάξεις (social security) ή για την ιατρική περίθαλψη – οπότε αποφεύγονται οι κοινωνικές αναταραχές, οι οποίες οφείλονται κυρίως στην έλλειψη (απώλεια) των δύο παραπάνω κοινωνικών παροχών.  (β)  Ομόλογα του ομοσπονδιακού κράτους, τα οποία χρησιμοποιούνται από τις τράπεζες σαν εγγυήσεις. Για παράδειγμα, μία Πολιτεία των Η.Π.Α. μπορεί να χρεοκοπήσει, αλλά οι τράπεζες της δεν σταματούν να λειτουργούν – δεν πτωχεύουν δηλαδή. (γ)  Οι επί μέρους Πολιτείες είναι υποχρεωμένες να εξοφλούν, πριν από οτιδήποτε άλλο, τα ληξιπρόθεσμα δάνεια τους – από τα φορολογικά τους έσοδα. Δηλαδή, πρώτα πληρώνουν τους δανειστές τους και μετά τους δημοσίους υπαλλήλους τους ή άλλου είδους έξοδα – οπότε έχουν την εμπιστοσύνη των «αγορών».

Στα πλαίσια αυτά και χωρίς να επεκταθεί κανείς σε λεπτομέρειες, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί το εξής: Μήπως οι μελλοντικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης σχεδιάζεται πλέον να ακολουθήσουν αυτόν ακριβώς το δρόμο των Η.Π.Α., πειραματιζόμενες εν πρώτοις με την πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη, αλλά ανυπότακτη και μαχητική Ελλάδα; (Άρθρο μας: Η ιδανική υποψήφια χώρα για τον παραδειγματισμό των υπολοίπων «εταίρων» της Ευρωζώνης: Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ή μήπως μία δίκαιη απόφαση για την υπεράσπιση του ευρώ; 12/4/2009 (30388 αναγνώσεις)

Υστερόγραφο: Επειδή είχαμε αρκετές ερωτήσεις στο θέμα της λειτουργίας των Πολιτειών στις Η.Π.Α., σε συνδυασμό με τις τράπεζες, αυτό που εννοούμε είναι το ότι, η Ευρωζώνη θα επιλέξει πιθανότατα (είναι ουσιαστικά η πρόταση του ΔΝΤ) την ενίσχυση (ανακεφαλαιοποίηση) των τραπεζών, αντί την αύξηση των κεφαλαίων του EFSM (χωρίς να έχει αποφασισθεί η δημοσιονομική ένωση). Η αιτία είναι το ότι, ο μηχανισμός στήριξης θα έπρεπε να διαθέτει πάνω από 2 τρις €, εάν τυχόν κινδύνευε η Ιταλία (ήδη υποτιμήθηκε) και η Ισπανία. Αντίθετα, η κεφαλαιακή ενδυνάμωση των τραπεζών θα απαιτούσε πολύ λιγότερα χρήματα – ενώ θα διευκόλυνε παράλληλα τη διαγραφή χρεών σε χώρες που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με το δανεισμό τους, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα, χωρίς να χρεοκοπήσουν οι τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 20. Σεπτεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 21 Σεπτέμβριος 2011, http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2011-09-20-23-18-17-2011092041320/