Η ομορφιά θα καταστρέψει την Εκκλησία;

Η ομορφιά θα καταστρέψει την Εκκλησία;

 

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

 

Aυτό που θα επιχειρήσω να ψηλαφίσω1, είναι τα τερτίπια ενός τονισμού. Όταν ο τόνος της λέξης "στοιχείο" κατεβαίνει στη λήγουσα, αναδύεται η λέξη "στοιχειό". Ίδια γράμματα, ίδια η σειρά τους, κι όμως, ο τόνος δίνει τον τόνο! Αν το "στοιχείο" σημαίνει κάτι ουδέτερο (απλώς το συστατικό), το "στοιχειό" παραπέμπει σε μια παρουσία ιδιαίτατα φορτισμένη.

Το στοιχειό σφιχταγκαλιάζει έναν χώρο και επιβάλλει τον ρυθμό του στα στοιχεία του χώρου. Το κείμενό μου αυτό, λοιπόν, ζητάει να δούμε μαζί στοιχεία και στοιχειά. Επιχειρεί να θέσει έναν προβληματισμό για κάποια ζητήματα, που, κατά την ταπεινή μου άποψη, στοιχειώνουν τη ναοδομία, την εκλησιαστική τέχνη και την εκκλησιαστική ζωή.

Στοιχειό πρώτο: Ομορφιά εναντίον ομορφιάς;

Εδώ και δέκα περίπου αιώνες μια ρωσική ομολογία μάς γεμίζει καμάρι. Είναι ένα κείμενο που ισχυρίζεται ότι ξέρει ποιος παράγοντας έδρασε καταλυτικά ώστε να εγκολπωθούν οι Ρώσοι την Ορθόδοξη πίστη και δη στην ελληνική έκφρασή της. Πρόκειται για το λεγόμενο "Πρώιμο Χρονικό" (ή "Χρονικό του Νέστορος") το οποίο γράφτηκε στο Κίεβο κατά τα τέλη του 11ου με αρχές του 12ου αι., και αφηγείται την επίσκεψη απεσταλμένων του Ρώσου ηγεμόνα Βλαδίμηρου στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο μεγάλου ταξιδιού τους σε διάφορα έθνη, ακριβώς για να δουν και να αποφασίσουν ποια πίστη θα εγκολπωθούν. Σύμφωνα με το "Χρονικό", ο βυζαντινός αυτοκράτορας ευθύς κανόνισε ώστε οι επισκέπτες του να παρευρεθούν σε λειτουργία στην Αγία Σοφία. Ο ίδιος τους συνόδευσε και τους επέστησε την προσοχή στην ομορφιά τόσο του οικοδομήματος όσο και των λειτουργικών δρωμένων. Οι απεσταλμένοι -λέει το "Χρονικό"- συγκλονίστηκαν τόσο πολύ, ώστε κατόπιν ανέφεραν στον ηγεμόνα τους: «Μας οδήγησαν σε κτίρια όπου λάτρευαν το Θεό τους και δεν γνωρίζαμε αν βρισκόμασταν στον ουρανό ή στη γη […]. Στη γη δεν υπάρχει τέτοια λαμπρότητα και τέτοια ομορφιά, και είμαστε σε αμηχανία πώς να την περιγράψουμε. Γνωρίζουμε μόνο ότι εκεί ο Θεός κατοικεί ανάμεσα στους ανθρώπους»2.

Όποιος αντέχει να αναδιφήσει τα ποικίλα εκκλησιαστικά έντυπα και θεολογικά κείμενα που παράγονται στον τόπο μας στις τελευταίες δεκαετίες, δεν θα δυσκολευτεί να διαπιστώσει ότι γίνεται επίκληση της μαρτυρίας αυτής κατά κόρον, προς επίρρωση της πεποίθησης ότι η λαμπρότητα και η ομορφιά είναι το στόμα της αληθείας. Προς επίρρωση, δηλαδή, της ανενδοίαστης βεβαιότητας ότι καθαυτήν η ωραιότητα παραπέμπει στον Θεό και φανερώνει στο παρόν τη δόξα των μελλούμενων Εσχάτων. Παράλληλα, πλημμυρηδόν γίνεται και η επίκληση της αποδιδόμενης στον Ντοστογιέφσκι ρήσης "η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο".

Έχω, ωστόσο, την εντύπωση ότι στις πλείστες των περιπτώσεων οι επικλήσεις αυτές γίνονται με την ένταση και την ευτυχισμένη πρεσβυωπία κάθε παπαγαλίας. Η παπαγαλία γαρ εξατμίζει αυτά που πολλοί θεωρούν μπελά: την κρίση και τη λογοδοσία. Η παπαγαλία δεν βλέπει να αναδύονται ερωτήματα, δεν σπαζοκεφαλιάζει για διλήμματα, δεν αναστοχάζεται αυτό που ξεστομίζει.

Το λέω ρητά ότι εδώ δεν προτίθεμαι να αμφισβητήσω τη θαυμασιότητα της ομορφιάς, ούτε την εκφραστική δύναμή της. Το ερώτημα που επιθυμώ να θέσω, αφορά κάτι άλλο: Τη μονοσήμαντη ανάγνωσή της, δηλαδή τη σιγουριά ότι από τη μια ίσταται η ομορφιά, έχοντας ένα κι μόνο νόημα, και από την άλλη το κιτς, ομοίως έχοντας ένα και μόνο νόημα. Σύμφωνα μ' αυτή τη μονοσήμαντη ανάγνωση, η απειλή είναι, σε κάθε περίπτωση, μία και μοναδική: το κιτς. Η επίτευξη του αισθητικώς ωραίου θεωρείται αυτοδικαίως ομίληση της γλώσσας της αληθείας. Έτσι, όμως, υποθάλπεται μια νοηματική θολούρα και αντιφατικότητα. Η εν λόγω ανάγνωση ούτε καν αγγίζει τα απλούστα ερωτήματα, πώς μπορεί κάποιος πάγκακος και αρνητής του αληθούς να αποδέχεται το αισθητικώς ωραίο, πώς είναι δυνατό να επιτυγχάνεται το αισθητικώς ωραίο μέσω απανθρωπιάς και αδικίας, ή πώς μπορεί να είναι πανέμορφος ψυχικά ένας βρώμικος καμπούρης!

Πλέον δεν είναι σύνηθες φαινόμενο, το εκκλησιαστικό συμβούλιο να επελαύνει κατά του πανέμορφου ναΐσκου κραδαίνοντας λαδομπογιά. Δεν βρισκόμαστε στην εποχή που ο Κόντογλου θρηνωδούσε τον εξοστρακισμό της βυζαντινής φιλοκαλίας. Η σπουδαιότητα της παράδοσης έχει αναγνωριστεί και, μέσα στα τελευταία τριάντα ίσως χρόνια, αριστουργηματικά ξυλόγλυπτα τέμπλα έχουν αντικαταστήσει βροχηδόν πολλά κιτς της δεκαετίας του '50. Συχνά, ωστόσο, πρόκειται για μια νέα επέλαση! Για την επέλαση αυτών που εξοστρακίζουν μεν τη λαδομπογιά, αλλά τα αριστουργηματικά τέμπλα τα μπάζουν στην ενορία όπως τη φορμόλη στο πτώμα. Και δεν μιλώ για κουτοπόνηρες απομιμήσεις παραδοσιακότητας3 και για ντενεκέδες στη θέση του χρυσού, αλλά για τις περιπτώσεις όπου πράγματι τηρούνται τα κριτήρια της καλαισθησίας και της βυζαντινής αισθητικής. Και το ερώτημά μου είναι: αρκεί η τήρηση των κριτηρίων της καλαισθησίας καθαυτήν, δηλαδή χωρίς την όσμωσή τους με άλλα κριτήρια, που αφορούν τις στάσεις ζωής; Για παράδειγμα: Ποια μπορεί να είναι η εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία στις περιπτώσεις όπου πράγματι έχουμε ναοδομία δίχως παρέκκλιση από τις επιταγές της ωραιότητας – της παραδοσιακώς επικυρωμένης ωραιότητας; Τι θα σήμαινε αν από παντού το κιτς εξέλιπε, αν το μπετόν περιοριζόταν, αν οι πλίνθοι καλωσορίζονταν και ο χρυσός εξοστράκιζε το ντενεκέ; Θα σήμαινε άραγε αναπόδραστα ένα και μόνο πράγμα, δηλαδή την κατόρθωση ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας; Αποκλείεται μήπως μια στρεβλή αυτοσυνειδησία να στεγάζεται σε όντως περικαλλή ναό ή η πολυτέλεια να παραπέμπει τελικά σε κάτι ουσιαστικά ανιεκκλησιαστικό;

Ερωτήματα σαν αυτά αντιμετωπίζονται συχνά με την καχυποψία ότι έρχονται έξω από τα παραδεδομένα, ότι στην καθ' ημάς παράδοση ουδέποτε ετέθησαν, ότι αχρεώστητα αναπολούν μια πρωτοχριστιανική απλότητα, ότι εισάγουν προτεσταντικές ευαισθησίες, κλπ. κλπ. Αν, ωστόσο, μετριαστεί η ορμή προς σαρωτικές γενικεύσεις και αφοριστικές απορρίψεις, μπορεί να καταφανεί ότι στην πραγματικότητα τα ερωτήματα αυτά ουδόλως άσχετα προς το εκκλησιαστικό γεγονός και την ιστορική εκκλησιαστική εμπειρία μας είναι!

Το πρώτο ίσως που μπορεί να ανακόψει την ορμή προς απολυτοποιήσεις, είναι το γεγονός ότι η κωνσταντινουπολίτικη έκσταση των Ρώσων, που προμνημονεύσαμε, δεν είναι η μόνη! Απέναντί της ίσταται η έκπληξη των τριών Μάγων, όπως την αφηγείται ο ύμνος στη θεία λειτουργία των Χριστουγέννων: "Την απαρχήν των εθνών ο ουρανός σοι προσεκόμισε, τω κειμένω νηπίω εν φάτνη, δι' αστέρος τους μάγους καλέσας. Ους και κατέπληττεν, ου σκήπτρα και θρόνοι, αλλ' εσχάτη πτωχεία. Τι γαρ ευτελέστερον σπηλαίου; τι δε ταπεινότερον σπαργάνων; εν οις διέλαμψεν ο της θεότητός σου πλούτος"4 (μετάφραση: "Σε σένα, Χριστέ, που βρισκόσουν ως νήπιο στη φάτνη, ο ουρανός σού προσκόμισε την απαρχή των εθνών, προσκαλώντας με τον αστέρα τούς μάγους, οι οποίοι κατεπλάγησαν όχι από σκήπτρα και θρόνους, αλλά από έσχατη φτώχεια. Υπάρχει τίποτα ευτελέστερο από σπήλαιο; Υπάρχει τίποτα ταπεινότερο από τις φασκιές; Όμως ο πλούτος τής θεότητάς σου έλαμψε τρανά μέσα απ' αυτά").

Να, λοιπόν, και μια λαμπρότητα ("διέλαμψεν ο της θεότητός σου πλούτος") η οποία δεν εκφράζεται με το βαρύτιμο, όπως η Αγία Σοφία, αλλά με την πτωχεία, η οποία εδώ φανερώνει την θεμελιώδη αλήθεια ότι η ενανθρώπιση, για να είναι ενανθρώπιση Χριστού, πρέπει να είναι κένωση. Και μάλιστα στο πρκείμενο δεν πρόκειται καν για καλαίσθητη πτωχεία (για το πεντακάθαρο, ασβεστωμένο σπιτάκι με τα όμορφα γεράνια), αλλά για εκείνη την έσχατη ανεστιότητα, η οποία αναγκάζει να γίνει τοκετός μέσα στην ασχήμια, δίπλα δηλαδή σε κοπριές. Ή μήπως η ευαγγελική αφήγηση δεν μάς δίνει το δικαίωμα να το πούμε αυτό; Μπορεί στις μέρες μας ο περί στάβλου θεολογικός στοχασμός να λοιδορείται από ορισμένους λόγιους του εκκλησιαστικού οργανισμού ως ρομαντισμός, όμως είναι καίρια παράμετρος τής Σάρκωσης, αν όντως η Σάρκωση δεν ήταν απλώς τουρισμός στον κόσμο, αλλά πρόσληψη των οδυνών του.

Αυτό που πρέπει να δούμε στη διελκυστίνδα Ρώσων και Μάγων δεν είναι, προφανώς, η κήρυξη πολέμου στην ωραιότητα, είναι όμως σίγουρα η κήρυξη πολέμου σε κάθε ειδωλοποίηση. Θα χρειαζόταν να γίνουμε απελπιστικά πλατωνιστές, για να αντιστοιχήσουμε αμφιμονοσήμαντα μια κοσμική πραγματικότητα (την ωραιότητα) με μια αιώνια ιδέα (τον πάγκαλλο θεό). Ο βιβλικός Θεός δεν είναι μόνο το ύψιστο κάλλος είναι και ο πέρα από την ωραιότητα, ο "ακαλλής" στην αποφατική γλώσσα. "Πανέμορφος και πανωραίος είναι, συνάμα χωρίς ωραιότητα και χωρίς ομορφιά"5. Χρειαζόμαστε, συνεπώς, μεγαλύτερη συγκράτηση και διάκριση όσον αφορά την έννοια της παραπομπής, δηλαδή τι παραπέμπει πού, και αν παραπέμπει σε αυτό και μόνο. Και βέβαια δεν κάνω καμμία ανακάλυψη εδώ! Mιλώ απλώς για τα όρια και τη δυναμική της γλώσσας! Στην Αποκάλυψη ένας άγγελος καλεί τον συγγραφέα της για να του δείξει τη νύμφη του αρνίου στολισμένη με άφταστη λαμπρότητα, με πολύτιμους λίθους και διαφανή υλικά (21: 9, 15-21). Ιδού το κάλλος ως παραπομπή στην αλήθεια! Όμως ο ίδιος άγγελος είχε, λίγο πριν, καλέσει τον συγγραφέα για να του δείξει την Βαβυλώνα, την πόρνη τη μεγάλη, επίσης στολισμένη με πορφύρα, χρυσό και τίμιους λίθους (17: 1)6. Ιδού το κάλλος ως παραπομπή στην απώλεια! Το κάλλος δεν ήταν στολίδι μόνο της Ιουδήθ και της Εσθήρ (Ιουδ. 8: 7, Εσθ. 2: 7), αλλά και της Σαλώμης (Ματθ. 14: 6). Μπορεί να είναι αφορμή δοξολογίας, αλλά και αιτία πτώσης: "Επειδή ήσουν όμορφος περηφανεύτηκες επειδή ήσουν δοξασμένος η σοφία σου διαφθάρηκε. Γι' αυτό σε πέταξα στη γη και σε παρέδωσα στη κοινή θέα των άλλων βασιλιάδων" (Ιεζ. 28: 17)7. Ο ίδιος ο Χριστός μάς έχει διαβεβαιώσει ότι η σαπίλα δεν εκφράζεται μόνο με την ασχήμια, αλλά και με περιποιημένους τάφους (Ματθ. 23: 27), οι οποίοι αρχαιολογικώς μπορεί να είναι υψηλότατα δείγματα πολιτισμού κι αισθητικής!

Τελικά, ο πρίγκηπας Μίσκιν, ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκυ, ήταν περισσότερο υποψιασμένος από πολλούς σημερινούς, άκοπους χρήστες της φράσης του, "η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο". Πρώτα απ' όλα, η φράση δεν είναι διόλου μονότροπη, αλλά, αντιθέτως, είναι αινιγματική. Σε κανένα σημείο του έργου δεν δηλώνεται η στιγμή και οι συνθήκες υπό τις οποίες την ξεστόμισε ο Μίσκιν. Ότι κάποτε, κάπου την είχε πει, το αναφέρει εν παρόδω ένας άλλος ήρωας του έργου, ο Ιππόλυτος8. Και ουδαμώς εμφανίζεται να εκτοξεύτηκε άκοπα και ανενδοίαστα! Αν παρακολουθήσουμε το κείμενο, θα δούμε ότι ο Ιππόλυτος συνέχισε διατυπώνοντας όχι συμπέρασμα, αλλά ερώτημα – το κρίσμο ερώτημα: "Ποια ομορφιά θα σώσει τον κόσμο;". Είναι ακριβώς το ερώτημα που λείπει από τη θεολογική ουσιοκρατία μας. "Την ομορφιά είναι δύσκολο να την κρίνει κανείς […]. Η ομορφιά είναι αίνιγμα", είχε πει νωρίτερα ο Μίσκιν. Κοιτώντας τη φωτογραφία της Ναστάσιας Φιλίπποβνας, ο μεν Μίσκιν ομολόγησε ότι του άρεσε η ομορφιά της διότι το πρόσωπό της φαινόταν να έχει υποφέρει πολύ, η δε Αδελαΐδα δήλωσε ότι μια τέτοια ομορφιά είναι δύναμη κι ότι μ' αυτήν μπορεί κανείς να αναποδογυρίσει τον κόσμο!9 Εδώ η ομορφιά βρίσκεται σε όσμωση με άλλης τάξης κριτήρια, που έχουν να κάνουν με την υπαρξιακή οδύνη και την απανθρωπιά. Είναι, λοιπόν, εντυπωσιακή η αντιστροφή που λαμβάνει σήμερα χώρα, ώστε το ντοστογιεφσκικό κείμενο, το οποίο δυναμιτίζει κάθε αφελή μονοσημαντότητα, να γίνεται λάβαρο των θιασωτών του αντίθετου, δηλαδή της αποκλειστικής και αμφιμονοσήμαντης σχέσης αλήθειας και αισθητικώς ωραίου!

Στο πεδίο της ναοδομίας υπάρχουν πάμπολλοι λόγοι για τους οποίους μπορεί κανείς να ποθήσει την ομορφιά υπό την έννοια της ισορροπίας με το περιβάλλον, της ανταπόκρισης σε αυτά που μάς υπαγορεύουν τα υλικά10 και της αντιστοίχισης του οικοδομείν με το θεολογείν, ώστε το κτίριο να αποτελεί μια εμπράγματη συμβολική θεολογική γλώσσα, αλλά και να είναι αληθινά λειτουργικό, δηλαδή να στεγάζει και να διακονεί τα δρώμενα της ύψωσης του κόσμου σε Εκκλησία. Τα λέω αυτά για να μην υπάρξει παρεξήγηση, ότι τάχα προσπερνώ αυτά τα καίρια ζητήματα. Απλώς θα επιμείνω ότι, σε κάθε περίπτωση, η έννοια του αυτοματισμού αποτελεί τον αντίποδα της εκκλησιαστικότητας. Για παράδειγμα, θεωρώ πολύ σημαντική τη λειτουργική ανανέωση, αλλά έχω από καιρό εκφράσει την πεποίθηση ότι, δίχως μια εγρηγορούσα θεολογική συνείδηση, η τάση για ανανέωση μπορεί να οδηγήσει σε άλλου είδους στρεβλώσεις, αν νοείται ως αυτοματισμός11. Ένας εφημέριος, για παράδειγμα, ενδέχεται να εισαγάγει στην εκκλησιά του ορθότερους λειτουργικούς τύπους, αλλά να το κάνει με ένα ήθος που αναπαράγει τη θεαματικότητα ή καλλιεργεί τη σεκταριστική συνείδηση ότι "εμείς εδώ με τον δικό μας παππούλη τα κάνουμε σωστά και ουκ εσμέν ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων"12. Παρόμοια, μια εκκλησιά μπορεί να χτιστεί αληθινά υπέροχη, με πέτρα και ξύλο και αρμονία, κι όμως να ανατρέφει πιστούς λιγωμένους από μιαν αρτιότητα που κάνει την εκκλησία τους πασαρέλα. Ή μπορεί ο προϊστάμενος του ναού να αναθέτει σε επαγγελματίες ανθοπώλες τον στολισμό του επιταφίου, έτσι ώστε να προκύπτει ένα όντως άψογο αισθητικώς αποτέλεσμα, αλλά με το εκκλησίασμα αμέτοχο από τη διαδικασία του στολισμού και τον σπουδαίο ευχαριστιακό συμβολισμό του13. Μπορεί στη Βίβλο η Βασιλεία να εικονίζεται με πόλη (τη νέα Ιερουσαλήμ), όμως με πόλη εικονίζεται και ο αντίποδάς της! Δείτε πόσο γκυ-ντεμποριανά14 περιγράφει ο προφήτης Ναούμ τη Νινευή: "Η πόρνη και η μάγισσα, που σαγηνεύει με τα κάλλη της και τις μαγείες της τα έθνη" (3: 4).

Με μια κουβέντα, το πρόβλημά μας στο προκείμενο είναι πως συχνά δεν βλέπουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο το κιτς, δεν είναι μόνο η περιφρόνηση της αισθητικής παράδοσης, δεν είναι μόνο η αποσύνδεση από τη θεολογία, αλλά και το ότι η ίδια η ωραιότητα, η ίδια η στοίχιση με την παράδοση, η ίδια η σχέτιση με τη θεολογία μπορεί να λειτουργήσουν ναρκισσιστικά. Είπε κανείς ότι ο Νάρκισσος ήταν στην πραγματικότητα άσχημος ή ασύμμετρος; Το πρόβλημα δεν ήταν τα συστατικά του. Ήταν ο προσανατολισμός τους αυτό το στοιχειό, το οποίο έχει αποφασιστική σημασία, αλλά δεν πρόκειται να βρεθεί ανάμεσα στα συστατικά. Η ομορφιά του Νάρκισσου ήταν μια ομορφιά που επέστρεφε στον εαυτό του. Η μη-παραπεμπτικότητα, η αγκυροβόληση, δηλαδή, στην αγαλλίαση από καθαυτή την ωραιότητα, είναι εγγενής κίνδυνος της ομορφιάς. Κίνδυνος όχι αναπόδραστος μεν, αεί παρών δε. Ο ναρκισσισμός και η ειδωλοποίηση, λοιπόν, ήταν το πρώτο στοιχειό της εισήγησής μου. Περνάω στο δεύτερο: τη σχέση του κτιριακού ναού με τους έμψυχους ναούς και με το ανθρωπολογικό περιβάλλον. Ως ανθρωπολογικό περιβάλλον δεν εννοώ απλώς τη λειτουργία της κοινότητας εντός του ναού της, ούτε απλώς τη σχέση του ναού με το οικιστικό περιβάλλον, αλλά την περί κοινωνίας και ανθρωπίνων σχέσεων αντίληψη την οποία μαρτυρά η ύπαρξη και η αισθητική του ναού.

Στοιχειό δεύτερο: Ομορφιά εναντίον αλληλεγγύης;

Είναι ολισθηρή η ουσιοκρατική χρήση λέξεων και εννοιών. Για παράδειγμα, οι λέξεις "φιλοκαλία" και "φιλοκαλικός" συνήθως χρησιμοποιούνται σαν να έχουν ένα και μόνο, υπέροχο περιεχόμενο. Αλλά καθαυτήν η λέξη δεν εξασφαλίζει και τον προσανατολισμό της έννοιας! Δείτε, λ.χ., την καταπληκτική φράση, που απηύθυνε σαρκαστικά ο Νείλος ο ασκητής σε κάποιον καλοζωισμένο αρχιμανδρίτη: "Φιλοκαλείς", του είπε, "ογκώδες θυλάκιο"15 – είτε το θυλάκιο αυτό ήταν το πουγγί, είτε η γαστέρα του!

Αυτή η αμφισημία του ωραίου αφορά ιδιαιτέρως μιαν ιδιαίτερη ευλογία των ημερών μας, στο θεολογικό πεδίο. Στις τελευταίες δεκαετίες το ζείδωρο νερό της εσχατολογίας ξανακύλισε άφθονο στα χωράφια της θεολογίας μας. Στο πλαίσιο αυτό, τονίζεται, συν τοις άλλοις, ότι η θεία Λειτουργία οφείλει να έχει λαμπρότητα, ώστε έτσι να φανερώνει τη δόξα των Εσχάτων. Αυτό είναι σωστό, και γι' αυτό καλούμαστε να βρίσκουμε τους τρόπους για να δηλωθεί η δόξα αυτή. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, θα βοηθηθούμε αποφασιστικά να τους βρούμε, αν παραδεχτούμε ότι η λαμπρότητα δεν είναι μονοσήμαντη. Μια λαμπρότητα πολύχρυση και υπερπολυτελής (ακόμη κι αν πρόκειται για χρυσά άφταστης τέχνης και για πολυτέλεια ανέγγιχτη από το κιτς) μπορεί να παραπέμεπει και σε ό,τι πιο αντιεσχατολογικό: στην πιο έντονη ενθαδικότητα, στη μεταφυσική επευλόγηση του πλουτισμού, της ισχύος, του πνεύματος του αιώνος τούτου. Μια ομορφιά που θα παραπέμπει σε αυτά, ναι, είναι μια ομορφιά που καταστρέφει την Εκκλησία.

Στο πλαίσιο αυτό, του εσχατολογικού νεύρου της θείας λατρείας, υποστηρίζεται συχνά ότι δεν είναι δουλειά της θείας Λειτουργίας να μιλά για την πτωχεία της φάτνης, αφού αυτό που δηλώνει η Λειτουργία είναι η αναστάσιμη εσχατολογική δόξα – όχι η προαναστάσιμη φάση της ιστορικής ταπείνωσης. Το συμπέρασμα στο οποίο απολήγει αυτή η τοποθέτηση είναι ότι ο πλούσιος διάκοσμος έχει θεολογικό λόγο ύπαρξης, ενώ ο λιτός όχι. Νομίζω ότι εδώ χρειάζεται περισσότερη περίσκεψη. Φρονώ ότι το πρώτο σκέλος (ο αναστάσιμος προσανατολισμός της Λειτουργίας) δεν οδηγεί αναπόδραστα στο δεύτερο (στην προσπέραση της φάτνης). Η ανάσταση δεν είναι γενικά κι αφηρημένα νίκη. Είναι νίκη της κορυφαίας, της θυσιαστικής αγάπης. Είναι νίκη της κένωσης, της απύθμενης αγάπης για τους άλλους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αναστημένος Χριστός συνέχισε να φέρει τα σημάδια της σταύρωσής του. Όχι μόνο αυτά δεν είχαν απαλειφθεί, αλλά, πολύ περισσότερο, ο ίδιος τα τόνισε ως σημεία της αναγνώρισής του (Λουκ. 24: 39, Ιω. 20: 20), δηλαδή ως σημεία της ταυτότητάς του: αναστάς είναι ο σταυρωθείς, ο καταδεξάμενος θάνατο χάριν των ανθρώπων – όχι οιοσδήποτε νικητής Μεγαλέξανδρος. Ούτε είναι τυχαίο ότι, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, τη δευτέρα παρουσία θα την σημάνει η εμφάνιση του σταυρού σε όλη την οικουμένη, ως πιστοποίηση του ερχομένου16. Η κένωση, κοντολογής, δεν είναι απλώς ένα πρόσκαιρο στοιχείο. Ας μου συγχωρεθεί η διατύπωση: Είναι μάλλον στοιχειό! Αν η αγάπη είναι το μένον, όπως μας έχει διαβεβαιώσει ο Παύλος (Α ́ Κορ. 13: 8), μπορεί άραγε αυτή να μη συνδέεται πάντα με κάποιου είδους κένωση, με την υπακοή στο θέλημα του Πατρός, με τη διακονία των αγαπωμένων; Όπως μου είχε δοθεί άλλοτε ευκαιρία να επισημάνω, είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, σημείον της Βασιλείας στο παρόν δεν αποτελεί μόνο η τέλεση της Ευχαριστίας (όπως σήμερα μονομερώς τονίζεται), αλλά και η αλληλεγγύη (την οποία σήμερα ορισμένοι θεολόγοι υποτιμούν ως κάτι δευτερεύον, αν όχι ηθικιστικό). Η Βασιλεία εικονίζεται -λέει ο Καβάσιλας- στις πράξεις φιλανθρωπίας, ο δε Χριστός στη Βασιλεία του θα είναι ο διακονών οικοδεσπότης17. Η εικόνα του εσχατολογικού Χριστού ως βασιλέως δεν αποκλείει την εικόνα του εσχατολογικού Χριστού ως διακόνου, και τούμπαλιν! Η αλληλεγγύη, συνεπώς, ως ιστορικό σημείον του μόνου που θα μείνει αιώνια (δηλαδή της αγάπης), δεν είναι ένα φευγαλέο και προσπεραστέο στοιχείο της ιστορίας, αλλά εικών και πρόγευση του μέλλοντος αιώνος.

Αν, λοιπόν, είναι ρόλος της θείας Λειτουργίας και, συνεκδοχικά, της ναοδόμησης η φανέρωση της Βασιλείας, τότε χρειάζεται να βρίσκονται τρόποι ώστε, στο φως της αναστάσεως να μαρτυρείται η κένωση, ο δε ναός να λέει με την ίδια του την ύπαρξη ότι δεν συνηγορεί υπέρ της κοινωνικής αδικίας του αιώνος τούτου, αλλά διακονεί το πρωτείο της αγάπης. Να βρίσκονται, λ.χ., τρόποι ώστε ο ναός να αποπνέει φιλόξενη διάθεση. Μια αισθητικώς άψογη ωραιότητα που καλλιεργεί τον θαυμασμό της απόστασης, κι όχι τη ζεστασιά του σπιτικού, είναι μια ωραιότητα που ροκανίζει την Εκκλησία. Οι κίνδυνοι από την αμφισημία της ωραιότητας ελλοχεύουν σε κάθε έκφραση, κι όχι απλώς στη "νόθευση" της βυζαντινής φιλοκαλίας από τη δυτική αισθητική. Μια περιδιάβαση στην ιστορία δύναται να καταδείξει ότι αυτή η επισήμανση έχει τα ριζώματά της στην ίδια την εκκλησιαστική παράδοση.

Ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης (7ον αι.) ρωτήθηκε κάποτε, πού είναι συμφερότερο να προσφέρουν χρήματα οι πιστοί: στις εκκλησίες ή στους φτωχούς; Φαντάζομαι ότι η απάντηση που αναδύεται στα χείλη των περισσοτέρων είναι αυτή που μοιάζει η πιό ισορροπημένη: και στις εκκλησίες και στους φτωχούς. Η απάντηση, ωστόσο, του αγίου Αναστασίου, δείχνει ότι σοφοί γινόμαστε όταν μαθαίνουμε να διακρίνουμε και να ιεραρχούμε. Και ότι υπάρχουν κριτήρια που υπέρκεινται της ωραιότητας καθεαυτήν. Για να κληρονομήσουμε τη Βασιλεία – απάντησε ο Αναστάσιος – ο Χριστός δεν ζήτησε τίποτα άλλο, παρά αλληλεγγύη στους φτωχούς, τους ξένους, τους γυμνούς και τους φυλακισμένους (Ματθ. 25: 34). Ωστόσο – συνεχίζει – είναι αλήθεια ότι υπάρχουν και εκκλησίες που στερούνται απαραίτητα σκεύη. Σ' αυτές πρέπει όντως να προσφέρουμε. Αν, αντιθέτως, προσφέρει κανείς σε εύπορες εκκλησίες, δεν γνωρίζει τι απογίνονται όσα πρόσφερε. Πολλές εκκλησίες – καταλήγει – που σύναξαν τα αγαθά με απληστία και τα διαχειρίστηκαν άσχημα, τελικά μαράζωσαν ή λεηλατήθηκαν από ληστές και βαρβάρους18. Το πνεύμα του Αναστασίου θυμίζει τον κατά τρεις αιώνες προηγηθέντα Χρυσόστομο. Στη Γραφή, λέει ο άγιος, κανείς ποτέ δεν κατηγορήθηκε επειδή δεν καλλώπισε εκκλησίες. Όσοι όμως δεν ελεούν τους φτωχούς, απειλούνται με τη γέενα, το άσβεστο πυρ και την τιμωρία στο χώρο των δαιμόνων. Στολίζοντας, λοιπόν, το ναό, μην παραβλέπεις τον αδελφό που βρίσκεται σε ανάγκη19. Ζωντανό θυσιαστήριο είναι ο πάσχων άνθρωπος και αποτελεί δευτερεύουσα υπόθεση ο καλλωπισμός των ναών20. "Η Εκκλησία δεν είναι ούτε χρυσοχοείο, ούτε αργυροκοπείο, αλλά πανηγύρι αγγέλων […]. Εκείνη η τράπεζα [του μυστικού δείπνου] δεν ήταν ασημένια, ούτε ήταν χρυσό το ποτήρι από το οποίο ο Χριστός έδωσε στους μαθητές το αίμα του, αλλά όλα αυτά ήταν πολύτιμα και συγκλονιστικά, επειδή ήταν γεμάτα από το Άγιο Πνεύμα […]. Δεν χρειάζεται χρυσά σκεύη ο Θεός, αλλά χρυσές ψυχές" 21.

– Στα ερείπια των άπληστα πλουτισμένων εκκλησιών, που μνημονεύει ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης, οι πλείστοι των λογίων της Ορθοδοξίας σήμερα πιθανότατα θα θρηνωδήσουν για την ωραιότητα της πλινθοδομής που έγινε μπάζα, για τα άφθαστα ψηφιδωτά που σκάφτηκαν, για τα σκεύη πουαρπάχτηκαν. Θα ελεεινολογήσουν την επέλαση της βαρβαρότητας σε βάρος της ωραιότητας. Και όντως δεν μπορεί κανείς να μην κατανυγεί συλλογιζόμενος την δήωση. Γιατί, όμως, την ίδια στιγμή να λησμονούμε τα κριτήρια του αγίου Αναστασίου, τα οποία δεν αρνούνται μεν την ωραιότητα, αλλά σίγουρα υπέρκεινται και την κρίνουν; Ο Αναστάσιος δεν περιορίζεται στο πόσο ωραίο θα είναι αυτό που θα φτιαχτεί, αλλά θέτει το ερώτημα τι θα εκπροσωπεί αυτό μέσα στον ανθρωποχώρο, στον κοινωνικό χώρο. Αν προσέξουμε τα λόγια του, θα δούμε ότι διατυπώνει δύο κριτήρια: την έμπρακτη αγάπη και τη διαφάνεια την αξίωση για λογοδοσία των ποιμένων στο εκκλησιαστικό σώμα, θα λέγαμε σήμερα. Και προσοχή! Τα κριτήριά του εδράζονται σε άξονα εξόχως εσχατολογικό: στην έσχατη κρίση!

– Αν σεβόμαστε την παράδοση, δηλαδή τον τρόπο όδευσης και αλήθευσης της Εκκλησίας μέσα από τα πολύμορφα εποχιακά και πολιτισμικά τοπία, θα πρέπει να κρατήσουμε ως τζοβαϊρικό πολύτιμο τη σοφία αυτής της διαδρομής. Έχουμε να κάνουμε με λεωφόρους, αλλά και με παράδρομους με ευρυχωρίες, αλλά και με κατολισθήσεις με καλοτιμονιές, αλλά και στραβοτιμονιές. Τον 2ον αιώνα ο Κέλσος κατηγορούσε τους Χριστιανούς ότι δεν είχαν ναούς. Και βάλτε κατά νου τι συντριπτικούς για τους Χριστιανούς συσχετισμούς θα πρέπει να δημιουργούσε μια τέτοια μομφή! Αναμέτρηση της Εκκλησίας με το κάλλος του Παρθενώνα, του Σουνίου, των Δελφών! Ο Ωριγένης τότε του απαντούσε ότι οι Χριστιανοί όντως δεν επεδίωκαν να φτιάχνουν ναούς, διότι για την Εκκλησία ναός του Θεού είναι οι ίδιοι οι πιστοί που αγωνίζονται να αγιάσουν τον εαυτό τους και να καταστούν θυσιαστήρια του Θεού22. Ωστόσο δεν χρειάστηκαν παραπάνω από δύο αιώνες για να αποδεχτεί η χριστιανική συνείδηση το αυτοκρατορικό ιδεώδες. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα σχετικά κεφάλαια του Ευσεβίου Καισαρείας για να δει με ποια λαμπρότητα, χλιδή και ωραιότητα υλοποιήθηκε το αυτοκρατορικό ναοδομικό πρόγραμμα23. Κι ας προσπάθησε ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης τον 5ον αι. να διευκρινίσει στους επισκόπους ότι άλλο πράγμα είναι η εκκλησία (οι πιστοί) και άλλο το εκκλησιαστήριον (ο ναός), και να υπενθυμίσει ότι στην εποχή των αποστόλων η Εκκλησία έγεμε αρετών ενώ στερούνταν ναών. Είναι ό,τι πιο άτοπο -έλεγε- και εξαιρετικά επικίνδυνο, να θέλει να είναι κληρικός αυτός που αγνοεί τι είναι η Εκκλησία. Όταν δεν γνωρίζει ότι Εκκλησία είναι οι πιστοί που φρονούν ορθά και πολιτεύονται χρηστά, την μεν Εκκλησία την γκρεμίζει, το δε εκκλησιαστήριο το οικοδομεί. Και την μεν αληθινή Εκκλησία -καταλήγει ο Ισίδωρος- την ξεγυμνώνει από τα αληθνά στολίδια της, διώχνοντας τα αξιόλογα μέλη της, το εκκλησιαστήριο όμως το στολίζει με πολυτελή μάρμαρα24.

Στο διάβα της ιστορίας το πολιτισμικό κριτήριο κραταιώθηκε σε βάρος άλλων, όπως το ταξικό. Απολυτοποιήθηκε, δηλαδή, το πόσο λαμπρά προϊόντα τέχνης μπορεί να δώσει ένας πολιτισμός, και περίπου λησμονήθηκε η διερώτηση αν η παραγωγή τους προϋποθέτει την αδικία ή την αναλγησία. Η οξεία αντιδιαστολή που έκανε ο Χριστός μεταξύ του ασκητικού Ιωάννου Προδρόμου αφ' ενός, και των τα μαλακά και λαμπρά φορούντων αφ' ετέρου (Ματθ. 11: 8, Λουκ. 7: 25), αμβλύνθηκε. Έχουμε φτάσει στο σημείο να ακούμε από χείλη εκκλησιαστικών ανδρών ότι οι τρίχες καμήλου που φορούσε ο Βαπτιστής δεν ήταν στην πραγματικότητα ρούχο λιτό, αλλά, αντιθέτως, ένα ακριβό ένδυμα, αντίστοιχο των σημερινών καμηλό παλτώ! Στα δε σύγχρονα θεολογικά μελετήματα περί κάλλους και αισθητικής, αυτή η ταξική παράμετρος απουσιάζει εκκωφαντικά.

Κάποτε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έβαλε στο στόμα ενός στοχαστικού εργάτη μια ερώτηση: Ποιων αφανών εργατών η ταλαιπωρία βρίσκεται στην πραγματικότητα πίσω από τα θαυμαστά έργα της ανθρωπότητας;

 

Ποιος έκτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα. Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ' αγκωνάρια; [..]

Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του; 25.

 

Μπορεί σήμερα να μην υπάρχει η δουλεία με την κλασσική της μορφή, ωστόσο το ερώτημα ποιες κοινωνικές σχέσεις ενσωματώνονται σε μια οικοδομική δραστηριότητα, παραμένει. Ο Χρυσόστομος πάσχισε να δείξει αυτό που υπαινισσόταν ο Μπρεχτ, ότι σημαντικοί συντελεστές των λαμπρών επιτευγμάτων είναι οι φτωχοί χειρώνακτες: "Αν πρέπει να χτίσουμε κάτι, αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι χρυσάφι και ασήμι και πολύτιμα πετράδια, αλλά μαστοριά και χέρια, και μάλιστα όχι χέρια όχι τα τυχόντα, αλλά χέρια με κάλους, δάχτυλα που τα σκλήρυνε η δουλειά, δύναμη μεγάλη και [ευτελή υλικά όπως] ξύλα και πέτρες"26. Μα, με μεγαλύτερη ένταση έθεσε το θέμα πάλι ο άγιος Ισίδωρος ο Πλουσιώτης. Του Ισίδωρου προφανώς δεν του αρκούσε το κάλλος των αρχιτεκτονημάτων του Θεόφιλου, του πατριάρχη Αλεξανδρείας που δίωξε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Υπό την διαποίμανση του Θεόφιλου – λέει ο Ισίδωρος – η Αίγυπτος απέκτησε φαραωνικό ήθος, "τυραννώντας τους αδύναμους, καταπιέζοντας τους εργαζόμενους, χτίζοντας πόλεις και αποστερώντας τα μεροκάματα". Και πώς χαρακτηρίζει ο Ισίδωρος τον πατριάρχη; "Λιθομανή […] και χρυσολάτρην"27. Και σε μια επιστολή του λέει στον εκκλησιαστικό προεστώτα: "Λένε ότι κτίζεις στο Πηλούσιο εκκλησία, λαμπρή μεν [σ.σ.: λαμπρή! Όχι κιτς!] όσον αφορά τα οικοδομικά, αλλά με ελεεινά μέσα: με χρηματισμούς από χειροτονίες, με αδικίες, με αγριότητα, με εξουθένωση των φτωχών και με υπεξαίρεση των χρημάτων που προορίζονται για τους φτωχούς, πράγμα που δεν είναι τίποτα διαφορετικό από το να οικοδομείς τη Σιών με άιματα και την Ιερουσαήμ με αδικίες28. Δεν χρειάζεται ο Θεός θυσίες που προέρχονται από αδικία. Αντιθέτως, τις σιχαίνεται σαν να πρόκειται για θυσία σκυλιού. Σταμάτα, λοιπόν, και να κτίζεις και να αδικείς, ώστε να μη βρεθεί στην κατάκριση του Θεού το οικοδόμημα αυτό. Αιώνια θα στέκει μετέωρο και θα σου καταμαρτυρεί με ποια κακά κτίστηκε, θα σου γυρεύει πίσω τα μερκάματα που στέρησες και θα συνηγορεί υπέρ όσων έβλαψες"29.

Ένα από τα συγκλονιστικά στοιχεία αυτών των λόγων του Ισιδώρου είναι ότι τον εξ αδικιών οικοδομηθέντα περικαλλή ναό τον βλέπει όντως ως σημείον, όχι όμως ως σημείον της Βασιλείας, αλλά αιώνιας καταδίκης! Αμφιβάλλω, ωστόσο, πόσο εύκολα θα βρούμε σήμερα σε μελετήματα λειτουργικής θεολογίας ή χριστιανικής τέχνης να αναγνωρίζεται η έμπρακτη αγάπη ως στοιχειό των λειτουργικών δρωμένων και των καλλιτεχνικών κατορθωμάτων – ως όρος τους και ως συστατικό τους. Επί πλέον, ο Ισίδωρος φέρνει στο προσκήνιο την ευθύνη που έχει κάθε βαπτισμένος, να διακρίνει και να αξιολογεί τα τεκταινόμενα στην Εκκλησία του. Χαρακτηριστικό και συναφές είναι το περιστατικό που διασώζει ο Παλλάδιος. Μια εύπορη χήρα έδωσε στον πρεσβύτερο Ισίδωρο χρήματα για να ντύσει τις φτωχές Αλεξανδρινές και τον όρκισε στην αγία τράπεζα να μην ενημερώσει τον πατριάρχη Θεόφιλο, "για να μην τα πάρει και τα ξοδέψει σε πέτρες διότι τον κατέχει μια φαραωνική λιθομανία, για οικοδομήματα τα οποία καθόλου δεν χρειάζεται η Εκκλησία"30.

Το βαρύ πυροβολικό όσων, αντίθετα προς τα παραπάνω, δίνουν προτεραιότητα στη λαμπρή αισθητική, είναι, βέβαια, το ευαγγελικό περιστατικό της γυναίκας που περιέλουσε τον Χριστό με πανάκριβο μύρο. Με βάση αυτό υποστηρίζουν ότι η πολυτέλεια στον εκκλησιαστικό διάκοσμο είναι αναγκαία, για να δηλώνει τη λαμπρότητα της ουράνιας Βασιλείας. Για να αντικρούσουν, μάλιστα, τους διαφωνούντες, μερικές φορές τους εκτοξεύουν μια βαρύτατη μομφή: ότι η πρόταξη της φιλανθρωπίας θυμίζει τη διαμαρτυρία του Ιούδα, όταν αυτός είδε τη γυναίκα να χέει το πολύτιμο μύρο στα κεφάλι και τα πόδια του Χριστού. Αξίζει, λοιπόν, να σταθούμε στο περιστατικό και στην ερμηνεία του από την εκκλησιαστική συνείδηση31.

Το περιστατικό το καταγράφουν, ως γνωστόν, τρεις ευαγγελιστές: ο Ματθαίος (26: 6-13), ο Μάρκος (14: 3-9) και ο Ιωάννης (12: 1-8). Εξ αυτών, οι δύο πρώτοι αφήνουν ανώνυμη τη γυναίκα, μιλούν για χρίση της κεφαλής του Ιησού και εμφανίζουν διαμαρτυρόμενους ανωνύμως τους μαθητές ή κάποιους από τους παρόντες. Ο Ιωάννης, από την άλλη, κατονομάζει τη γυναίκα ως Μαρία, μιλά για άλειψη των ποδιών του Ιησού και εμφανίζει ως διαμαρτυρόμενο μόνο τον Ιούδα. Όποιοι, πάντως, κι αν παρουσιάζονται ως διαμαρτυρόμενοι, το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας είναι και στα τρία ευαγγέλια το ίδιο: «Προς τι αυτή η σπατάλη; Θα μπορούσε αυτό το μύρο να πουληθεί ακριβά και το αντίτιμο να δοθεί στους φτωχούς».

Το περιστατικό κλείνει με την αντίδραση του Χριστού, ο οποίος και επέπληξε τους διαμαρτυρόμενους. «Γιατί δημιουργείτε προβλήματα στη γυναίκα; Έκανε μια καλή πράξη για μένα. Όσο για τους φτωχούς, αυτούς πάντοτε θα τους έχετε μαζί σας, εμένα όμως δεν θα μ' έχετε πάντοτε. Το μύρο που έριξε στο σώμα μου αυτή η γυναίκα ήταν προετοιμασία για την ταφή μου» (Ματθ. 26: 10-12).

Το πρώτο που θα μπορούσε να επισημάνει κανείς εδώ, είναι μια αντίφαση των επικαλουμένων το περιστατικό. Ενώ χάριν του τονισμού της δοξας των Εσχάτων αντιτίθενται στην έκφραση της πτωχείας της φάτνης (υπό την έννοια, όπως είπαμε, ότι αυτή ήταν προ-αναστάσιμη), εδώ πρόθυμα επικαλούνται την άλειψη, παρ' όλο που κι αυτή αφορούσε προ-αναστάσιμη φάση (την ταφή του Χριστού, κατά δήλωση του ίδιου)!

Αλλά το σημαντικό βρίσκεται στην ανάκριση του ίδιου του περιστατικού. Είναι αλήθεια ότι με μια πρώτη ανάγνωσή του μπορεί άνετα κανείς να επαναπαυτεί στο συμπέρασμα ότι η πολυτελής προσφορά υπέρκειται της φιλανθρωπίας. Αν, όμως, επιχειρήσει να βαθύνει σε ερμηνεία του, ίσως συναντήσει κάποιες ανατροπές.

Πρώτα απ' όλα, ο ίδιος Ιωάννης (ο οποίος, όπως είπαμε, παρουσιάζει ως διαμαρτυρόμενο μόνο τον Ιούδα) δυναμιτίζει το εύκολο συμπέρασμα κατά της φιλανθρωπίας. Σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν επρόκειτο γι' αυτό που φαινόταν. Δεν επρόκειτο πραγματικά για διελκυστίνδα πολυτέλειας και φιλανθρωπίας, διότι απλούστατα ο Ιούδας δεν νοιαζόταν για τους φτωχούς! Ο μαθητής δυσανασχέτησε "όχι γιατί νοιαζόταν για τους φτωχούς, αλλά γιατί ήταν κλέφτης και, καθώς διαχειριζόταν το κοινό ταμείο, συχνά κρατούσε για τον εαυτό του από τα χρήματα που έβαζαν σ' αυτό" (Ιω. 12: 6). Ως μιμητές του Ιούδα, συνεπώς, δεν μπορούν να κατηγορηθούν οι ειλικρινώς προτάσσοντες τη φιλανθρωπία! Πλήθος άλλοι, που υπεξαιρούν εκκλησιαστικό χρήμα και αμαυρώνουν την εκκλησιαστική ζωή, ναί!

Πέρα, όμως, από την περίπτωση του Ιούδα, ας εξετάσουμε καθαυτή τη διαμαρτυρία ως δυσανασχέτηση γενικά των μαθητών και άλλων καλοπροαίρετων. Στην εκκλησιαστική μας παράδοση βρίσκουμε κάποιους Πατερικούς σχολιασμούς, οι οποίοι καταδεικνύουν ότι το να κραδαίνεις το γράμμα του Ευαγγελίου μπορεί να είναι εξαιρετικά στείρα πράξη, που εν τέλει σε κάνει να χάσει το πνεύμα του! Κάποιοι Πατέρες, δηλαδή, διέκριναν ότι το εν λόγω περιστατικό μπορεί να εισπραχθεί από κάποιους κατά τρόπον ώστε να υποβαθμίζει κάτι που δεν πρέπει να υποβαθμιστεί ποτέ: την έμπρακτη αγάπη και την αλληλεγγύη. Έτσι, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι, μέσα στην ποικιλία της ζωής, οι πιστοί μπορούν να πράττουν και τα δύο: και αναθήματα να προσφέρουν στους ναούς, και για τη φιλανθρωπία να νοιάζονται. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για δύο ισοβαρείς επιλογές. Χρειάζεται (συνεχίζει πάντα ο Χρυσόστομος) να μη λησμονούμε τι είναι πρωτεύον και τι δευτερεύον. Πρωτεύον είναι πάντα η έμπρακτη αγάπη προς τον αδελφό, διότι αυτός αποτελεί ναό σημαντικότερο από το κτήριο-ναό ("ούτος γαρ εκείνου ναός κυριώτερος"). Στο εν λόγω ευαγγελικό περιστατικό ο Χριστός φαίνεται μεν να απευθύνεται στους μαθητές του, αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να παρηγορήσει τη γυναίκα! Έβλεπε ότι η πίστη της ήταν νεόφυτη και ατελής, και έσπευδε να την ενισχύσει, όχι επειδή η πράξη της καθ' αυτήν ήταν σωστή, αλλά για να μη μαραθεί η προκοπή της υπό την αποδοκιμασία των μαθητών. Η στάση, δηλαδή, του Χριστού στο προκείμενο δείχνει την άμετρη έγνοια του για κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο, όμως δεν αποτελεί γενική νομοθέτηση για τη σχέση προσφορών και φιλανθρωπίας. Απευθυνόμενος ο Χρυσόστομος σε ανθρώπους που ήδη στην εποχή του επικαλούνταν το περιστατικό για να υποβαθμίσουν τη φιλανθρωπία, τούς ζητά να μην παρουσιάζουν τώρα ως πρόταγμα εκείνα που λέχθηκαν τότε για συγκεκριμένο λόγο και κατ' οικονομία. "Μη τοίνυν ταύτα εις μέσον φέρομεν νυν, α διά τινα οικονομίαν είρηται". Ας κοιτάξουμε, άλλωστε, λέει, την προτεραιότητα που δίνει ο ίδιος ο Θεός στην έμπρακτη αγάπη, σε ολόκληρη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη32.

Στο εν λόγω περιστατικό, σχολιάζει ο άγιος Iσίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο Χριστός δεν έρχεται σε αντίφαση προς όσα ο ίδιος λέει αλλού ("Έλεον θέλω, και ου θυσίαν", "Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται", "Εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε"33). Απλώς έκανε συγκατάβαση στην αδυναμία της γυναίκας. Δεν διατύπωσε εντολή για όλους. Και γι' αυτό (συνεχίζει ο Ισίδωρος) δεν είπε "έγινε μια καλή πράξη" (σαν, δηλαδή, αυτή η πράξη να έχει καθολική ισχύ), αλλά "έκανε μια καλή πράξη" (πράξη, δηλαδή, η οποία γίνεται δεκτή μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη γυναίκα)! Και προχωρεί ο Ισίδωρος κι άλλο. Η γυναίκα, λέει, έπραξε αυτόβουλα, καθ' όσον ουδέποτε είχε ζητήσει κάτι τέτοιο ο Χριστός. Αν τον ρωτούσε πριν το κάνει, ο ίδιος θα της ζητούσε να πωλήσει το πολύτιμο μύρο και να δώσει τα χρήματα στους φτωχούς! Ο άγιος, δηλαδή, υποστηρίζει ότι ο Χριστός συμφωνούσε στην πραγματικότητα με την άποψη των διαμαρτυρομένων, διέθετε όμως και την έγνοια, να μην τσακιστεί στην άγουρη πνευματική της κατάσταση η συγκεκριμένη γυναίκα. Έτσι -λέει ο άγιος- ενεργούν σήμερα και οι πνευματικότεροι εκ των κληρικών: δεν εξουθενώνουν μεν τους ασθενείς, καθιστούν όμως σαφές ποιο είναι το πρωτεύον και, αν κάποιος πιστός τούς ρωτήσει πού να διαθέσει τα χρήματά του (σε αναθήματα ή στους φτωχούς), τον προτρέπουν σαφώς να επιλέξει την αλληλεγγύη, διότι ο Χριστός δεν ενανθρώπησε για να γεμίσει τις εκκλησίες με χρυσάφι και ασήμι ("ουδέ γάρ διά τούτο επεδήμησεν ο Χριστός, ίνα χρυσού καί αργύρου τάς εκκλησίας εμπλήση"). Όπως και ο Χρυσόστομος, έτσι και ο Ισίδωρος, απευθύνει έκκληση στους επιδερμικούς αναγνώστες του ευαγγελικού μας περιστατικού: "Ας μη μετατρέπουν σε νόμο τη συγκατάβαση" ("μη εις νόμον αναγέτωσαν την συγκατάβασιν")!34

Τι δείχνουν αυτές οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις; Την αγαπητική τόλμη, την τόλμη της αγιοσύνης, η οποία σπάει την κρούστα της θρησκευτικότητας για να φανερώσει τα ουσιώδη. Να φανερώσει, δηλαδή, τα κριτήρια διατυπώνοντας αντίλογο, μα δίχως να φυγαδεύει την αγάπη.

Ότι η ναοδομία και γενικά η εκκλησιστική τέχνη δεν μπορεί να έχει μόνο αισθητικά κριτήρια, φαίνεται και από πλήθος άλλων Πατερικών υποδείξεων (Γρηγορίου Νύσσης, Συμεών Νέου Θεολόγου, Ιωάννου Χρυσοστόμου, Μ. Βασιλείου, Νικοδήμου Αγιορείτη κ.ά), οι οποίες θεωρούν απαράδεκτες τις δωρεές που προέρχονται από αδικία και εκμετάλλευση του συνανθρώπου35.

Ανασύρω ενδεικτικά τις Αποστολικές Διαταγές του 4ου αιώνα, οι οποίες, ούτε λίγο ούτε πολύ, ζητούν από τον επίσκοπο να αφήσει την εκκλησία να καταρρεύσει, παρά να τη στηρίξει με χρήματα από τέτοιες δωρεές. "Να αποφεύγεις, επίσκοπε, όσους συντρίβουν τις χήρες, τυραννούν τα ορφανά και γεμίζουν τις φυλακές με αθώους ή κακομεταχειρίζονται τους δούλους τους χτυπώντας τους, αφήνοντάς τους πεινασμένους ή σπρώχνοντάς τους στη διαφθορά, ή ρημάζουν ολόκληρες πόλεις. Και να σιχαίνεσαι τις προσφορές τους […]. Ακόμα κι αν βρίσκονται σε ένδεια οι εκκλησίες, είναι ωφελιμότερο να καταστραφούν, παρά να δεχτούν κάτι από εχθρούς του Θεού, πράγμα το οποίο αποτελεί προσβολή και χλευασμό των φίλων Του […]. Να τα εξετάζετε, λοιπόν, όλα αυτά"36.

Δείτε στο απόσπασμα αυτό ποιοι αποκαλούνται εχθροί του Θεού! Όχι αιρετικοί, όχι πόρνοι, όχι άθεοι, αλλά δωρητές και ευεργέτες, και δη πιθανότατα φιλακόλουθοι! Και φίλοι του Θεού, κατά πάγια βιβλική ευισθησία,37 οι αδύναμοι και οι αναγκεμένοι.

Επίλογος

Το πρωταρχικό ερώτημα δεν είναι "τι προσφέρει η ομορφιά;", αλλά "ποια ομορφιά;". Kαι η διελκυστίνδα δεν είναι μόνο μεταξύ ομορφιάς και ασχήμιας, αλλά μεταξύ ομορφιάς και ομορφιάς. Όμορφη ομορφιά είναι αυτή που εκφράζει και διακονεί την αγάπη. Άσχημη ομορφιά είναι αυτή που γεμίζει τον χώρο με ωραιότητα και μεγαλείο, έτσι ώστε στην πραγματικότητα να μη χωρά τίποτα και κανείς άλλος. Αυτή είναι η ομορφιά που δύναται να καταστρέψει την Εκκλησία! Η όμορφη ομορφιά είναι άλλη. Αυτή που με τρόπο ταπεινό φτιάχνει ευρυχωρία, γίνεται οικοδέσποινα και προοικονομεί την έσχατη ωραιότητα, τον θρίαμβο της φιλόξενης χαράς. Ο βαθμός που θα πάρουμε στις εξετάσεις καλλιτεχνίας είναι εν τέλει ο βαθμός ανταπόκρισής μας σε μια πρόσκληση πανηγυριού. "Είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου!".

 

Σημειώσεις

1 Ανάπτυξη εισήγησης η οποία έγινε στο συνέδριο "Παράδοση και νεωτερικότητα στη σύγχρονη ναοδομία" (διοργάνωση: Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Ακαδημίας Εκκλησιαστικών Τεχνών), Αθήνα, Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008 (βλ. σχετικά Ζ. Διαβατηνού, "Η ομορφιά θα καταστρέψει την Εκκλησία;", εφημερίδα Χριστιανική 775, 22-6-2008, σ. 5). Βασικές θέσεις τις είχα διατυπώσει νωρίτερα, στο άρθρο μου "Τα Χριστούγεννα τα άβολα", Χριστιανική 695, 16-12-2004, σ. 4, καθώς και στο βιβλίο μου Ανεστιότητα και παραπεμπτικότητα. Κριτικές προσεγγίσεις στα θεολογικά δρώμενα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1998, σ. 69.

2 The Russian Primary Chronicle; Laurentian Text (μτφρ. – επιμ. Samuel Hazzard Cross και Olgerd P. Sherbowitz – Wetzor), εκδ. The Medieval Academy of America (no 60), Cambridge, Massachusetts 1953, σσ. 110-111. Βλ. και Ιωάννης Μέγεντορφ, Βυζάντιο και Ρωσία. Μελέτη των Βυζαντινο-Ρωσικών σχέσεων κατά το 14ο αιώνα (μτφρ. Νίκος Φωκάς), εκδ. Δόμος, Αθήνα 1988, σσ. 27-28. Κατά την παράδοση ο Βλαδίμηρος έστειλε πρεσβεία από δέκα ευγενείς στους μητροπολιτικούς τόπους διαφόρων πίστεων. Το Ισλάμ τους αποθάρρυνε με τα φτωχικά τεμένη και τους σκυθρωπούς ανθρώπους. Παρόμοια αισθάνθηκαν με τον Ιουδαϊσμό στη Χαζαρία, ενώ στη Γερμανία βρήκαν άσχημες τις τελετές της λατινικής Χριστιανοσύνης.

3 Εξαιρετικά στην καυτηρίαση αυτών των κουτοπόνηρων απομιμήσεων είναι κείμενα όπως του Ιωσήφ Ροηλίδη, "Λόγος για τη  ναοδομία", Σύναξη 81 (2002), σσ. 27-31, "Αναστηλωτική φιλοσοφία και αρχές συχτήρησης στη διατήρηση της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς", Σύναξη 120 (2011), σσ. 73-81, και "Ανθρωπογενές περιβάλλον: από την έκπτωση στον αφανισμό", Manifesto 30-31 (2011), σσ. 31- 36, και Σταύρος Μαμαλούκος, "Η ιστορία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής συγχρονη ορθόδοξη ναοδομία", Σύναξη 118 (2011), σσ. 53-59.

4 Όρθρος Χριστουγέννων, Ωδή γ΄.

5 Μετάφραση από το: Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί θείων ονομάτων (μτφρ. Ιγνάτιος Σακαλής), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978, σ. 101. Βλ. ΨΔιονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί θείων ονομάτων 5, 8, PG 3, 821B.

6 Για το ότι επρόκειτο για τον ίδιο άγγελο, εκφράζει τη βεβαιότητά του ο Σάββας Αγουρίδης, Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 475.

7 Μετάφραση: Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, εκδ. Ελληική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 1997.

8 Φ. Ντοστογιέφσκη, Ο ηλίθιος (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου), εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1991, τ. Β΄, σ. 94.

9 Ντοστογιέφσκη, ό.π., τ. Α΄, σσ. 120 και 126.

10 Ο Πικιώνης επεσήμαινε ότι "το πρώτο πράγμα στην τέχνη είναι ο σεβασμός του υλικού" [Δημήτρης Πικιώνης, "Η λαϊκή μας τέχνη κ' εμείς", Φιλική Εταιρεία 1.4 (1925), σσ. 146-147]. Παρόμοια ο Λεβί Στρως διέκρινε ανάμεσα σε πολιτισμούς της μαστορικής (αυτούς δηλαδή που αφήνουν το υλικό, όπως η πέτρα ή το ξύλο, να υπαγορεύσει τρόπους δόμησης, και σε πολιτισμούς της τεχνικής, αυτούς δηλαδή που φτιάχουν έναν πολτό, το τσιμέντο, στο οποίο δίνεται οιαδήποτε μορφή [Claude Lévi-Strauss, Άγρια Σκέψη (μτφρ. Εύα Καλπουρτζή), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977, σ. 114-130]. Πρβλ. την επισήμανση του Παναγιώτη Κονδύλη, ότι η μοντέρνα αρχιτεκτονική επιδιώκει να διεισδύσουν ο εσωτερικός και ο εξωτερικός χώρος ο ένας στον άλλο, σαν το οικοδόμημα να είναι ένα κομμάτι χώρος, το οποίο επιδέξια αποκόπηκε από τον χώρο ως σύνολο (Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 20003, σ. 159).

11 Βλ. την παρέμβασή μου στη συζήτηση για τη λειτουργική αναγέννηση, Σύναξη 71 (1999), σσ. 44-45, το κείμενό μου "Η τρομοκρατία των αντιτρομοκρατών ή η απελευθέρωση ως εργολαβία", Σύναξη 82 (2002), σσ. 57-65 και την παρέμβασή μου στη συζήτηση που ακολούθησε, ό.π., σσ. 76-78.

12 Ομολογουμένως εντυπωσιάστηκα όταν είδα ότι αυτήν περίπου τη φράση (την οποία προσωπικά ερανίστηκα από ενοριακούς κύκλους των Αθηνών) την έχει χρησιμοποιήσει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν ακριβώς για να καταδείξει ότι μια "ονομαστική ορθότητα" δεν οδηγεί αυτομάτως σε επίγνωση, αλλά μπορεί, αντιθέτως, να καταλήξει σε "αυτοδικαιωτική ικανοποίηση". Βλ. π. Γεώργιος Μπασιούδης, Η δύναμη της λατρείας. Η συμβολή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν στη λειτουργική θεολογία, εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2008, σσ. 104-105.

13 Βλ. το ημέτερο "Μεθεόρτιος απολογισμός αθλιοτήτων", Σύναξη 102 (2007), σσ. 82-83.

14 Πρβλ. το πολυσυζητημένο έργο του Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του θεάματος (μτφρ. Σύλβια), εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000, όπου τονίστηκε η σύνθλιψη της κοινωνικής ζωής μεταξύ μαζικής παραγωγής και μαζικής κατανάλωσης, με την καταλυτική διαμεσολάβηση της εικόνας.

15 Νείλος Αββάς, Επιστολαί, Βιβλίον Β΄, PG 79, 245. Όπου δεν δηλώνεται αλλιώς, οι μεταφράσεις είναι του γράφοντος.

16 Ματθ. 24: 30. Βλ. Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχησις φωτιζομένων, ιε', PG 33, 900B. Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τον σταυρόν και εις τον ληστήν, α΄, PG 49, 404-405. Γρηγόριος Παλαμάς, Δεκάλογος της κατά Xριστόν νομοθεσίας, PG 150, 1092D-1093A.

17 Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, "Οι εικόνες της Βασιλείας. Κάποια αθέατα του Καβάσιλα και κάποιοι πειρασμοί της Ευχαριστιακής μας θεολογίας",  Σύναξη 114 (2010), σσ. 13-21.

18 Αναστάσιος Σιναΐτης, Ερωτήσεις και αποκρίσεις, ιδ΄, PG 89, 464A.

19 Ιωάννης Χρυσόστομος, παρατιθέμενος από τον Αναστάσιο, ό.π., 464B: "Υπέρ μεν γαρ του μη εκκλησίας καλλωπίσαι, ουδείς ενεκλήθη ποτέ υπέρ δε του πένητος μη ελεήσαι και γέενα ηπείληται, και πυρ άσβεστον, και η μετά δαιμόνων τιμωρία. Μη τοίνυν τον οίκον κοσμών, τον αδελφόν θλιβόμενον περιόρα".

20 Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί ελεημοσύνης, PG 61, 540. Πρβλ. Υπόμνημα εις τον Ματθαίον, 86 , PG 58, 762.

21 "Ου γαρ χρυσοχοείον, ουδέ αγυροκοπείον εστιν η Εκκλησία, αλλά πανήγυρις αγγέλων […]. Ουκ ην η τράπεζα εξ αργύρου τότε εκείνη, ουδέ το ποτήριον χρυσούν, εξ ου έδωκε τοις μαθηταίς ο Χριστός το αίμα το εαυτού, αλλά τίμια ην πάντα εκείνα και φρικτά, επειδή Πνεύματος έγεμε […]. Ουδέ γαρ σκευών χρείαν έχει χρυσών ο Θεός, αλλά ψυχών χρυσών". Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις τον Ματθαίον, 50, PG 58, 508-509. Χρήση του πρώτου τμήματος αυτού του παραθέματος κάνει και ο Ανέστης Κεσελόπουλος, "Η τέχνη στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη", Θεολογία και Τέχνη (επιμ. Χρυσόστομος Α. Σταμούλης), εκδ. Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 7, σε ένα μελέτημα από τα λιγοστά που, πολύ σωστά, αντιδιαστέλλουν τη φιλοκαλία από την πολυτέλεια.

22 Ωριγένης, Κατά Κέλσου 8, 17, PG 11, 1540C-1544A.

23 Ευσέβιος, Εις τον βίον Κωνσταντίνου, Γ΄, κε΄- να΄, PG 20, 1092A-1100B.

24 Ισίδωρος Πηλουσιώτης, Επιστολή 146, Θεοδοσίω επισκόπω, PG 78, 684D-685C. "Τούτο μη γινώσκων εκείνος, την μεν όντως Εκκλησίαν καθαιρεί σκανδαλίζων πολλούς, το δε εκκλησιαστήριον οικοδομεί και την μεν αποκοσμεί, τους σπουδαίους εξοστρακίζων, το δε πολυτελέσι μαράροις κοσμεί" (685Α).

25 Μπέρτολτ Μπρεχτ, "Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει", Ποιήματα (μτφρ. Μάριου Πλωρίτη), εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σ. 50.

26 "Αν τε γαρ οικοδομείν δέῃ, ου χρυσού και αργύρου δει και μαργαριτών, αλλά τέχνης και χειρών, χειρών δε ουχ απλώς, αλλά τετυλωμένων, και δακτύλων απεσκληκότων, και ισχύος πολλής, και ξύλων και λίθων". Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τη Α΄προς Κορινθίους, 55, PG 61, 292.

27 "Τους ταπεινούς μαστίζουσα, τους κοπουμένους θλίβουσα, πόλεις οικοδομούσα και τους μισθούς αποστερούσα". Ισίδωρος Πηλουσιώτης, Επιστολαί, ρνβ΄, Συμμάχῳ, PG 78, 283C-285A (το δεύτερο παράθεμα, από το 285Α).   Το επίθετο "λιθομανής" το βρήκα και στον Θεοφάνη, Χρονογραφία, PG 108, 916A, πάλι ως μομφή, αλλά με την έννοια του άπληστου που λατρεύει τους πολύτιμους λίθους.

28 Ο Ισίδωρος εδώ αναφέρεται στον προφητικό ταλανισμό των ηγετών του Ισραήλ, Μιχ. 3: 10.

29 Ισίδωρος Πηλουσιώτης, Επιστολαί, 37, PG 78, 205A. "Κτίζεις, ως φασιν, εκκλησίαν εν Πηλουσίω, λαμπράν μεν τοις μηχανήμασι [σσ.: προσέχετε: λαμπράν!], πονηροίς δε τοις επιτηδεύμασι, χειροτονιών τιμήμασι και αδικίαις και ύβρεσι και πενήτων εκπιεσμοίς και πτωχικοίς δαπανήμασιν, όπερ ουδέν εστιν έτερον, ή οικοδομείν Σιών εν αίμασι, και Ιερουσαλήμ εν αδικίαις. Ου χρῄζει δε ο Θεός εξ αλλοτρίων θυσίας, αλλά ταύτην ως θυόμενον κύνα μυσάττεται παύσαι τοίνυν και κτίζων και αδικών, ίνα μη εις έλεγχόν σοι υπό Θεού ο οίκος εκείνος ευρεθή μετέωρος μεν ιστάμενος, καταβοών δε σου αιώνια, εξ οίων εκτίσθη κακών, και τους εστερημένους μισθούς απαιτών, και την άμυναν των βλαβέντων ζητών".

30 Παλλάδιος, Διάλογος περί βίου και πολιτείας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, 6, PG 47, 22. "Ίνα μη λαβών αυτά, τοις λίθοις προσαναλώση λιθομανία γαρ τις αυτόν Φαραώνιος έχει εις οικοδομήματα, ων ουδαμώς χρήζει η Εκκλησία".

31 Θέσεις που ακολουθούν δημοσίευσα στο κείμενό μου "Εκκλησιαστική πολυτέλεια και φιλανθρωπία", Πειραϊκή Εκκλησία 217 (2010), σσ. 8-9.

32 Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις το κατά Ματθαίον ομιλία 52, δ΄, PG 58, 510 και Oμιλία 80, β΄, PG 58, 726. Βλ. και το μελέτημά μου "Λόγος περι-ουσίας. Σημειώσεις για την εκκλησιαστική περιουσία", Σύναξη 23 (1987), σ. 61.

33 Ματθ. 9: 13, 5: 7 και 25:40, αντίστοιχα.

34 Ισίδωρος Πηλουσιώτης, Επιστολών βιβλίον β΄, 88, Aσκληπηίω επισκόπω, PG 78, 532A-C.

35 Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Κοινωνική δικαιοσύνη και Ορθόδοξη θεολογία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 20052, ιδίως σσ. 22-24.

36 Διαταγαί Αγίων Αποστόλων, 4, 6, PG 1, 812B και 820B. "Και οι εκθλίβοντες χήραν και ορφανόν καταδυναστεύοντες και τας φυλακάς πληρούντες αναιτίων ή και τοις εαυτών οικέταις πονηρώς χρώμενοι, πληγαίς φημι και λιμώ και κακοδουλία, ή και πόλεις όλας λυμαινόμενοι φευκτέοι εστωσάν σοι, ω επίσκοπε, και αι τούτων προσφοραί μυσαραί […]. Ει […] ούτως απορούσιν αι εκκλησίαι, λυσιτελεί διαφθαρήναι, ή παρ' εχθρών του Θεού λαβείν τι εφ' ύβρει και χλεύη των αυτού φίλων […]. Δοκιμασταί ουν γίνεσθε των τοιούτων"

37 Γ. Γρατσέας, Η περί πτωχείας διδασκαλία της Αγίας Γραφής, Εν Αθήναις 1962.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 21 Οκτώβριος 2012. Aντίφωνο, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θεολογία τόμος 83 τεύχος 2 (2012), σσ. 199-219.

Μια δουλειά για να μπορώ να ζήσω με τα παιδιά μου…

Μια δουλειά για να μπορώ να ζήσω και εγώ και τα παιδιά μου αξιοπρεπώς

 

Της Κ. Α. [άνεργης μητέρας 4 παιδιών από την Πάτρα]

 

 

Τα λόγια μιας μητέρας τεσσάρων παιδιών, συγκλονίζουν. Είναι άνεργη, όπως και ο συζυγός της, της έχουν κόψει το ρεύμα και παρόλα αυτά η αξιοπρέπειά της είναι το μοναδικό της όπλο.

Τα λόγια της 34χρονης Κ.Α. από την Πάτρα είναι γροθιά στο στομάχι:

«Ονομάζομαι Κ. Α. είμαι 34 ετών, παντρεμένη εδώ και 17 χρόνια και έχω 4 παιδιά. Ένα κορίτσι 14 και τρία αγόρια 10, 9 και 6 ετών. Σήμερα το πρωί δεν είχα να δώσω στα παιδιά ούτε γάλα, πήγαν νηστικά στο σχολείο και δεν ήταν η πρώτη φορά. Το μεσημέρι για τέταρτη συνεχόμενη μέρα τους έφτιαξα μακαρόνια και το απόγευμα για τρίτη φορά σύνδεσα παράνομα το ρεύμα στο σπίτι μου. Έσφιξα την γροθιά μου, κοίταξα τον άντρα μου στα μάτια και του ψιθύρισα «θα το παλέψουμε…». Αυτό λέω και στον εαυτό μου κάθε μέρα, κάθε πρωί που ξυπνάω κάθε βράδυ που κοιμίζω τα παιδιά μου. ΘΑ ΤΟ ΠΑΛΕΨΩ!

Υπάρχουν όμως και κάποιες στιγμές, που λυγίζω. Υπάρχουν στιγμές που δεν αντέχω το βλέμμα των παιδιών μου όταν μου ζητούν τα βασικά… ένα πιάτο φαΐ  ένα κουλούρι για το σχολείο, ένα ζευγάρι παπούτσια… Υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι να ανέβω στην ταράτσα και να δώσω τέλος στη ζωή μου και άλλες που θέλω να πάρω ένα όπλο και να σκοτώσω όλους αυτούς που μας οδήγησαν σε αυτή την τραγική κατάσταση… Υπάρχουν στιγμές δύσκολες που όπως αυτή εδώ που αποφάσισα να σας γράψω για τον Γολγοθά που ανεβαίνουμε με την οικογένειά μου και φοβάμαι για το πιο θα είναι το τέλος.

Είμαστε δύο άνθρωποι νέοι, έτοιμοι να στύψουμε την πέτρα. Έχουμε πάει παντού για να βρούμε δουλειά, έχουμε ρωτήσει όλο τον κόσμο για μία θέση εργασίας, αλλά βρίσκουμε συνεχώς κλειστές πόρτες, και παίρνουμε μία και μόνο απάντηση, «Δεν χρειαζόμαστε άτομα».

Ο άντρας μου απολύθηκε από το εργοστάσιο που δούλευε στις αρχές του χρόνου. Μέχρι το περασμένο Πάσχα, κουτσά στραβά, τα βγάζαμε πέρα, έκανε λίγα μεροκάματα από εδώ και από εκεί. Από το Πάσχα μέχρι σήμερα όμως τα έσοδά μας είναι 100ευρώ το μήνα, που παίρνω εγώ, καθαρίζοντας ένα γραφείο και 320ευρώ το δίμηνο, το επίδομα των πολυτέκνων. 420ευρώ το δίμηνο. Με αυτά τα χρήματα, πρέπει να πληρώσω, φως, νερό, τηλέφωνο. Με αυτά τα χρήματα πρέπει να φάμε. Με αυτά τα χρήματα πρέπει να αγοράσω τα φάρμακα για το άσθμα που παίρνουν τα δύο μου αγόρια. Με αυτά τα χρήματα πρέπει να καλύψω τις βασικές ανάγκες τις οικογένειάς μου, αλλά δυστυχώς, όπως θα καταλάβαινε και ο πιο χαζός άνθρωπος σε αυτή την χώρα 420ευρώ το δίμηνο, δηλαδή μόλις 210ευρώ το μήνα ΔΕΝ ΦΤΑΝΟΥΝ!

Το σπίτι μας το έχουμε αγοράσει με δάνειο, το οποίο έχω σταματήσει να το πληρώνω εδώ και δύο χρόνια. Όταν δηλαδή η οικονομική κρίση χτύπησε και την δική μας πόρτα. Δεν θυμάμαι καν πόσο είναι το ποσό που χρωστάμε στην τράπεζα, έχω χάσει τον λογαριασμό και στη κατάσταση που βρίσκομαι αυτή την στιγμή έχει σταματήσει και να με απασχολεί.

Στις 29 Οκτωβρίου, ήρθε στο σπίτι μας το συνεργείο της ΔΕΗ και μας έκοψε το ρεύμα. Έτρεξα αμέσως στα γραφεία της ΔΕΗ, πήγα στον διευθυντή, τον παρακάλεσα να μου κάνει ένα διακανονισμό, με ένα ποσό που να μπορώ να πληρώσω. Μου ζητούσε 300ευρώ άμεσα, εδώ και τώρα. Μου είπε «δώσε 300ευρώ, δεν ξέρω που θα τα βρεις και δεν μ' ενδιαφέρει. Αν δεν μας πληρώσεις δεν μπορούμε να σου συνδέσουμε το ρεύμα». Το γεγονός πως στο σπίτι έχω 4 ανήλικα παιδιά δεν νομίζω καν να τον άγγιξε. Απλά αδιαφόρησε. Ήταν ανένδοτος!

Έφυγα από την ΔΕΗ έχοντας χάσει την γη κάτω από τα πόδια μου. Τι θα συνέβαινε όταν τα παιδιά θα επέστρεφαν από το σχολείο; Όχι αυτό δεν θα το άντεχαν ούτε αυτά, αλλά ούτε και εγώ. Έτσι αποφάσισα να αδιαφορήσω και εγώ για τους κανονισμούς της ΔΕΗ. Βρήκαν ένα κύριο, μάλλον ηλεκτρολόγος θα ήταν, ο οποίος μου είπε πως μπορεί να συνδέσει το ρολόι. Παράνομα! Είναι η πρώτη παρανομία που κάνω και εγώ στη ζωή μου! Του είπα χωρίς δεύτερη σκέψη να το συνδέσει αμέσως. Έτσι και έγινε. Λίγο καιρό μετά το συνεργείο της ΔΕΗ ήρθε ξανά, μου το έκοψαν για δεύτερη φορά και φυσικά το σύνδεσα ξανά… έτσι ξεκίνησε ένας φαύλος κύκλος αυτοί να το κόβουν και εγώ να το συνδέω. Βέβαια κάθε φορά που συμβαίνει αυτό μου βάζουν και από ένα πρόστιμο αλλά πλέον λίγο με ενδιαφέρει και αυτό.

Στην ΕΥΔΑΠ τα πράγματα ήταν καλύτερα. Ο διευθυντής ευτυχώς είναι πάνω από όλα άνθρωπος. Μου είπε πως κανένας δεν πρόκειται να μου κόψει το νερό, και να δίνω όσα μπορώ, έστω και 10 ευρώ. Και αυτό κάνω. Δεν μου περισσεύουν ούτε αυτά τα 10ευρώ, τα κόβω από τις βασικές ανάγκες των παιδιών μου, αλλά ευγνωμονώ έναν άνθρωπο που έδειξε κατανόηση και τα δίνω κάθε μήνα.

Στην γειτονιά δεν έχω δώσει δικαιώματα. Δεν ξέρει κανείς τι συμβαίνει πίσω από την πόρτα του σπιτιού μου. Προσπαθώ να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου και πάνω από όλα την αξιοπρέπεια των παιδιών μου. Δεν ζητιανεύω και δεν θέλω να δώσω το δικαίωμα σε κανέναν να με λυπηθεί. Δεν έχω ανάγκη από λύπηση, από δουλειά έχω ανάγκη. Μια δουλειά για μένα και μία για τον σύζυγό μου.

Κανένα δικαίωμα δεν έχουν δώσει ούτε τα παιδιά μου στο σχολείο. Δεν λένε σε κανένα τι συμβαίνει στο σπίτι μας και αν πήγαν νηστικά σήμερα για μάθημα. Κάποιες μέρες τους αγοράζω ένα κουλούρι και το μοιράζω στα τρία. Δεν τους δίνω κάθε πρωί γάλα. Την μία μέρα γάλα, την άλλη τσάι κάποιες μέρες ίσως και τίποτα. Το μεσημέρι μαγειρεύω ρύζι, μακαρόνια, όσπρια… κρέας τρώμε μία φορά στις 15 και αυτό κοτόπουλο.

Τα παιδιά δείχνουν κατανόηση, βλέπουν τις προσπάθειές μας και κάνουν υπομονή. Όσο μπορούν. Όμως και αυτά κάποιες στιγμές δεν αντέχουν. Βλέπουν τους συμμαθητές τους φίλους τους και αναρωτιούνται εμείς γιατί να μην έχουμε, εμείς γιατί να μην μπορούμε.

Αυτό που με τρομάζει είναι πως τα αγόρια μου αγριεύουν. Η συμπεριφορά τους αλλάζει, γίνονται επιθετικά ενώ δεν ήταν. Για μικρά πράγματα ανούσια, επαναστατούν. Φοβάμαι πως και αυτά έχουν φτάσει στα όριά τους.

Δυστυχώς ούτε εγώ, ούτε ο σύζυγός μας δεν έχουμε καμία βοήθεια από τις οικογένειες μας… Και αυτοί τα βγάζουν δύσκολα πέρα.

Ο λόγος που σήμερα έκατσα και έγραψα όλα αυτά είναι γιατί ζητάω μέσα από τα βάθη της καρδιά μου βοήθεια. Δεν ζητιανεύω, δεν θέλω από κανέναν να μου δώσει χρήματα ή φαγητό. Μια δουλειά ζητάω για μένα και για τον σύζυγό μου. Μία δουλειά για να σταθούμε στα πόδια μας. Μια δουλειά για να σηκώσουμε και πάλι κεφάλι. Γιατί δεν αντέχω αυτές τις μέρες, όπως την σημερινή, που στο πορτοφόλι μου δεν έχει ούτε ένα ευρώ για αγοράσω ένα ψωμί.

Ποτέ δεν πίστευα, ούτε εγώ ούτε ο σύζυγός μου ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά είχαμε όλα όσα χρειαζόμασταν και ήμασταν ευτυχισμένη. Η ζωή μας από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήταν ένας καθημερινός αγώνας αλλά δεν παραπονιόμουν, μου έφτανε η αγκαλιά των παιδιών μου και η ικανοποίηση να τους παρέχω όσα χρειάζονται. Αυτό είναι, που με σκοτώνει σήμερα. Δεν με νοιάζει για μένα αλλά δεν μπορώ, δεν αντέχω να μην μπορώ να δώσω στα παιδιά μου όσα χρειάζονται. Κρατάω με νύχια και με δόντια την οικογένειά μου δεμένη. Με τον σύζυγό μου έχουμε γίνει ένα, ήμαστε εγώ γι' αυτόν και αυτός για μένα.

Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, παρακαλάω όλο τον κόσμο να με βοηθήσει να βρω μια δουλειά. Αυτό θα με έκανε ευγνώμων… θα επέστρεφε το χαμόγελο στα πρόσωπα των παιδιών μου. Μια δουλειά για να μπορώ να ζήσω και εγώ, και τα παιδιά μου αξιοπρεπώς.

 

Σας ευχαριστώ!

 Με εκτίμηση

Κ. Α. Από Πάτρα»

Μπέρτολτ Μπρεχτ: μικρές ιστοριούλες μεγάλων ανατροπών

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και οι μικρές ιστοριούλες των μεγάλων ανατροπών

 

Του Θανάση Μπαντέ

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ

(γενν. ως Eugen Berthold Friedrich Brecht,

10 Φεβρουαρίου 1898 – 14 Αυγούστου 1956)

 

Ο Μπρεχτ δεν γκρεμίζει για να μας δείξει τα χαλάσματα, αλλά για να ξαναχτίσει πάνω σ' αυτά. Εφαρμόζοντας τη διαλεκτική μας δείχνει τη θέση και δημιουργεί την αντίθεση μόνο για να φτάσει στη σύνθεση. Δηλαδή στη δική του προοπτική. Την προοπτική της αναθεώρησης του κόσμου που δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την αναθεώρηση των εννοιών και των επαναπροσδιορισμό των ανθρωπίνων σχέσεων. Γιατί, σε τελική ανάλυση, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι η μοναδική πραγματικότητα, και κάπου εδώ βρισκόμαστε στο κοινωνικό όραμα του Μπρεχτ, το όραμα της ισότητας και της οριστικής εξάλειψης της ανθρώπινης δυστυχίας.

Από τις εκδόσεις «Ζαχαρόπουλος» έχει κυκλοφορήσει μια συλλογή διηγημάτων του Μπρεχτ με γενικό τίτλο «Ιστορίες». Πρόκειται για μια επιλογή διηγημάτων από το έργο «Ιστορίες του Ημεροδείχτη». Βέβαια, όταν μιλά κανείς για τον Μπρεχτ, όλα γίνονται παρακινδυνευμένα, αφού τα όρια χάνονται μέσα σε διαρκείς ανατροπές.

Θα λέγαμε ότι η ανατροπή είναι το βασικό στερεότυπο του Μπρεχτ, αν μπορεί να σταθεί λογικά τέτοιος ισχυρισμός. Η ανατροπή δεν εκδηλώνεται μόνο στο περιεχόμενο ή στην κοινωνική συμπεριφορά των ηρώων ή στις έννοιες που τίθενται σε διαρκή επαναδιαπραγμάτευση ή στην ίδια τη δομή της τέχνης, που συνεχώς οφείλει να προσδιορίζεται εκ νέου σ' ένα ατέρμονο διαλεκτικό παιχνίδι, αλλά γιγαντώνεται αποκτώντας διαστάσεις ιδεολογίας, καθώς, από θέση αρχής, ο καλλιτέχνης αμφισβητεί και χαράσσει νέους δρόμους, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν καλλιτέχνης.

Υπό αυτή την οπτική ακόμα και ο χαρακτηρισμός διηγήματα που αποδόθηκε για τις ιστορίες του Μπρεχτ δεν μπορεί να είναι επαρκής. Και μόνο η έκταση των κειμένων, που άλλα δεν είναι ούτε σελίδα – θυμίζοντας Κόυνερ – κι άλλα φτάνουν μέχρι και είκοσι σελίδες, δημιουργεί μια ολόκληρη προβληματική που εξουδετερώνει όλους τους ορισμούς, ακριβώς γιατί εξουδετερώνεται κάθε πεπατημένη. Τελικά ίσως θα ήταν πιο σωστό να μη μιλάμε για διηγήματα, αλλά για κατά Μπρεχτ διηγήματα, όπως θα έπρεπε να μιλάμε για κατά Μπρεχτ θέατρο και πάει λέγοντας.

Η ανατρεπτική διάθεση του Μπρεχτ γίνεται ξεκάθαρη από την πρώτη ιστορία με τίτλο «Ο Βαλκανικός Πόλεμος», όπου σε μισή σελίδα βλέπουμε ένα γέρο να πέφτει θύμα ληστείας από τέσσερις νεαρούς και το σοφό δικαστή να δικαιώνει τους ληστές «διότι, στην αντίθετη περίπτωση αυτά τα τέσσερα καλόπαιδα μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλες ταραχές σ' ολόκληρη τη χώρα».

Βλέπουμε δηλαδή την απόλυτη αντιστροφή της έννοιας δικαιοσύνη που μετατρέπεται σε σύμβαση εξυπηρέτησης του κοινού οφέλους, δηλαδή σε δικαίωση του ισχυρού. Γιατί η κοινωνική ομαλότητα επιτυγχάνεται μόνο με την ικανοποίηση αυτών που μπορούν να την ανατρέψουν. Και κάπως έτσι το ηθικό βάρος μετατοπίζεται, και κάπως έτσι ο γέρος οφείλει να συμβιβαστεί. Η αποδοχή της δικαιοσύνης αυτού του είδους δεν είναι παρά η επισφράγιση της αδικίας που όμως αποκτά ιδεολογικό υπόβαθρο, αφού προτείνεται ως μοναδική διέξοδος. Η προσαρμογή του γέρου σ' αυτό τον παραλογισμό, δεν είναι παρά η καθημερινότητα του μέσου πολίτη που πρέπει να προσαρμοστεί στις αντίστοιχες καθημερινές ληστείες που του συμβαίνουν και μάλιστα να τις εκλογικεύσει, δηλαδή να τις αποδεχτεί ως μοναδική – αναπόδραστη πραγματικότητα. Κι αυτή ακριβώς είναι η σοφία του δικαστή. Η μετατροπή του εξόφθαλμου σε εκλογικευμένη προοπτική, με άλλα λόγια η προσαρμογή κι όχι η απονομή της δικαιοσύνης. Με παρόμοιο τρόπο αντιμετωπίζονται όλα και στο διήγημα «Το Κτήνος» όπου ο ξακουστός κυβερνήτης – σφαγέας Μουράτωφ πρέπει να αποδοθεί για τις κινηματογραφικές ανάγκες ενός έργου. Βρίσκεται στο γραφείο του και υποδέχεται Εβραίους που θα τους στείλει στο θάνατο.

Πώς πρέπει να φερθεί; Ο ερασιτέχνης γέρος – σωσίας του Μουράτωφ, αποδίδοντας το ρόλο, τους φέρεται απάνθρωπα. Τους σπρώχνει, τους μιλά υποτιμητικά και υπογράφει τη θανατική τους καταδίκη με χαρά, τρώγοντας ένα μήλο. Ο σκηνοθέτης όμως δεν μένει ευχαριστημένος. Τίποτε δεν είναι αρκετό. Τίποτε δεν είναι αντάξιο ενός τέτοιου κτήνους. Μιλάνε με ένταση, δεν ξέρουν τι να κάνουν, βρίσκονται στα πρόθυρα της απελπισίας. Ο ερασιτέχνης – σωσίας έχει μια έμπνευση. Παίζει το ρόλο με ηρεμία, προσφέρει ευγενικά ένα κομμάτι μήλο στον πρώτο Εβραίο που είναι μπροστά στο γραφείο του και υπογράφει τη θανατική καταδίκη με τρόπο που να μπορεί ο άλλος να τη δει. Ο διάσημος ηθοποιός Κοχάλοφ ενθουσιάζεται. Παίζει το ρόλο κόβοντας την ανάσα όλων. Το κτήνος αποδίδεται αποκλειστικά υπό τους όρους της μπρεχτικής ανατροπής. Γιατί ο σαδισμός μόνο με το προσωπείο της καλοσύνης αποκτά υπόσταση. Η προσφορά του μήλου δεν είναι παρά η προσφορά της ελπίδας. Η αυτόματη συντριβή της ύστατης ελπίδας είναι το απόγειο της ψυχικής καταβαράθρωσης, δηλαδή η έσχατη ικανοποίηση του κτήνους. Μόνο το κτήνος μπορούσε να έχει τέτοια μελετημένη συμπεριφορά. Μόνο το κτήνος θα μπορούσε να εισχωρήσει τόσο ηδονικά στα κατάβαθα του ανθρώπινου ψυχισμού. Μόνο το κτήνος προβαίνει στα πιο απάνθρωπα εγκλήματα διατηρώντας το savoir vivre. Η επιτηδευμένη αντιφατικότητα των πράξεων είναι η επισφράγιση του αλλοπρόσαλλου και το επιτηδευμένα αλλοπρόσαλλο παίρνει διαστάσεις εφιάλτη όταν συναντά την εξουσία, κι αυτό ένα κτήνος το ξέρει καλά.

Die Dreigroschenoper, αφίσα από το Βερολίνο, 1928

Και κάπως έτσι ο φοβερός και τρομερός πειρατής Μπάργκαν γίνεται έρμαιο στα χέρια του Κρότσε για λόγους που οι ναύτες – πειρατές δεν θα καταλάβουν ποτέ. Και κάπως έτσι «Η αναξιοπρεπής γριά» τρομάζει τα παιδιά της με τη συμπεριφορά που παρουσιάζει μετά το θάνατο του άντρα της. Γιατί συχνάζει στον σοσιαλδημοκράτη παπουτσή μαζί με όλα τα κατακάθια κι ακούει ιστορίες πίνοντας κρασί. Γιατί, αντί να μαγειρεύει, τρώει στην ταβέρνα και κάνει ταξίδια με το μισοκαθυστερημένο κορίτσι που περιμάζεψε. Γιατί πηγαίνει σινεμά. Η χαοτική αντίθεση της ζωής της γριάς, ανάμεσα στις πρώτες έξι δεκαετίες του καθήκοντος και της τελευταίας διετίας της ελευθερίας είναι απολύτως ακατανόητη, γιατί κάθε ανατροπή είναι ακατανόητη. Γιατί η αλλαγή ζωής σημαίνει αναγκαστικά αλλαγή ανθρώπου.

Γιατί οι συμπεριφορές είναι εκ των προτέρων καθορισμένες. Γιατί η γριά αποκτά εφηβικά συμπτώματα, όταν σηκώνεται στις τρεις τη νύχτα κι απολαμβάνει μοναχικές βόλτες στην άδεια πόλη. Η βίωση της απόλυτης ελευθερίας δεν είναι παρά η προσωπική επανάσταση της γριάς που της στερεί την αξιοπρέπειά της, δηλαδή η αποτίναξη κάθε κοινωνικά επιβαλλόμενης συμπεριφοράς. Η, από θέση αρχής, φιλοσοφική διαφωνία του Μπρεχτ απέναντι σε οτιδήποτε δέον ενσαρκώνεται σ' αυτή τη γριά που σπάει όλα τα καλούπια. Το συγγενικό περιβάλλον, ως υπηρέτης του δέοντος, οφείλει να ανησυχεί. Και κάπως έτσι φτάνουμε στον «Κύκλο με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ» όπου η μοναδική απόδειξη της μητρικής αγάπης είναι η οδύνη της απώλειας. Γιατί ο σοφός δικαστής Ντόλλινγκερ βάζει τις δυο γυναίκες που διεκδικούν το παιδί να το τραβάνε μέσα στο κύκλο που χάραξε ο κλητήρας. Όποια βγάλει το παιδί έξω από τον κύκλο, αυτή και θα το πάρει. Όμως η Άννα δεν το διεκδίκησε τραβώντας. Άφησε την κυρία Τσίνγκλι να το κερδίσει αμαχητί. Ο Ντόλλινγκερ αποφάνθηκε αμέσως: «Τώρα ξέρουμε ποια είναι η πραγματική μητέρα. Πάρτε το παιδί μακριά από αυτή τη βρομιάρα. Θα μπορούσε με εντελώς κρύα καρδιά να κάνει το παιδί κομμάτια».

Η αντίστροφη λογική της ανιδιοτέλειας μόνο μέσα από τη στέρηση μπορούσε να εκφραστεί και το ότι η Άννα δεν ήταν η πραγματική μητέρα δεν παίζει κανένα ρόλο. Γιατί ακόμα και η μητρότητα ορίζεται μέσα από την ανατροπή, αφού, όπως φαίνεται, δεν είναι φυσική, αλλά συναισθηματική πράξη. Κι εδώ ακριβώς είναι η άλλη οπτική της δικαιοσύνης, που ξεπερνά όλες τις γραφειοκρατίες κι εκπέμπεται ως ανοιχτή επιταγή που εκπληρώνει την ηθική κι όχι τη νομική δικαίωση. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στην ολόγυμνη, την απολύτως ανθρώπινη δικαιοσύνη που απονέμεται μόνο μέσα στα πλαίσια της χονδροειδούς λογικής ενός Ντόλλινγκερ.

Όμως η ανατροπή μέσα στα διηγήματα του Μπρεχτ δεν λειτουργεί ως αυτοσκοπός. Ο Μπρεχτ θέλει να μας ξαφνιάσει αλλά δεν σταματά εκεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν στείρο. Γιατί ο Μπρεχτ δεν γκρεμίζει για να μας δείξει τα χαλάσματα, αλλά για να ξαναχτίσει πάνω σ' αυτά. Εφαρμόζοντας τη διαλεκτική μας δείχνει τη θέση και δημιουργεί την αντίθεση μόνο για να φτάσει στη σύνθεση. Δηλαδή στη δική του προοπτική. Την προοπτική της αναθεώρησης του κόσμου που δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την αναθεώρηση των εννοιών και των επαναπροσδιορισμό των ανθρωπίνων σχέσεων. Γιατί, σε τελική ανάλυση, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι η μοναδική πραγματικότητα, και κάπου εδώ βρισκόμαστε στο κοινωνικό όραμα του Μπρεχτ, το όραμα της ισότητας και της οριστικής εξάλειψης της ανθρώπινης δυστυχίας.

Γιατί οι μικρές ιστοριούλες του στοχεύουν στις μεγαλύτερες κοινωνικές ανατροπές. Γιατί η κυρία Χάουζμαν, μητέρα δύο μικρών παιδιών, βρέθηκε σε τέτοια απελπισία όταν πέθανε ο άντρας της που υποκρινόταν τον άντρα για να δουλέψει φύλακας στο μεγάλο εργοστάσιο, και χαρτζιλίκωνε το θυρωρό για να μη μαρτυρήσει το μυστικό της. Και μετά το εργατικό ατύχημα, σε κατάσταση αναισθησίας εκλιπαρούσε την προϊσταμένη να μη διαρρεύσει το προσωπικό της δράμα. Κι όταν το θέμα έγινε βούκινο στην πόλη, κι όταν ακόμα ήταν στη φυλακή προσπαθούσε να μη χάσει τη δουλειά της. Κι όταν έπιασε δουλειά σε ταβέρνα έπρεπε να στριφογυρίζει «ανάμεσα σε φωτογραφίες που τη δείχνανε με σηκωμένα μανίκια να παίζει χαρτιά και να πίνει μπίρα. Φωτογραφίες που τη δείχνανε στη φυλακή μετά την αποκάλυψη και που την παρουσιάζανε σαν τέρας. Κατόπιν εξαφανίστηκε για πάντα ανάμεσα στο στρατό των εκατομμυρίων ανθρώπων που για μια μπουκιά ψωμί είναι υποχρεωμένοι να πουληθούν ολόκληροι ή κομμάτι – κομμάτι ή ακόμα και με μεγάλη τους ευχαρίστηση».

Κοινοβούλιο ή δημοκρατία;

Κοινοβούλιο ή δημοκρατία; Το πραγματικό δίλλημα για τον λαό σήμερα


Του Δημήτρη Καζάκη

 

Χθες εκδόθηκαν από τον κατ' ευφημισμό Πρόεδρο της Δημοκρατίας δυο νέες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, οι οποίες ρυθμίζουν δημοσιονομικά, συνταξιοδοτικά και μια σειρά άλλα ζητήματα που η κυβέρνηση θεωρεί κατεπείγοντα μετά από απαίτηση του τελευταίου Eurogroup. Τον τελευταίο χρόνο έχουν περάσει περισσότερες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου απ' ότι όλο το προηγούμενο διάστημα της μεταπολίτευσης. Κι όλες τους ρυθμίζουν καίρια ζητήματα της δημόσιας διαχείρισης, αλλά και θεμελιωδών δικαιωμάτων των ελλήνων πολιτών. 

Για την πρακτική αυτή οι κυβερνώντες επικαλούνται το άρθρο 44, &1 του Συντάγματος που αναφέρει τα εξής: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσες και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παράγραφος 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής.»

Ποιες είναι αυτές οι «έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσες και απρόβλεπτης ανάγκης» που αναφέρει το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος και εξαναγκάζουν τον κατ' ευφημισμό Πρόεδρο της Δημοκρατίας να εκδίδει αβέρτα κουβέρτα Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου; Οι εντολές και οι απαιτήσεις των δανειστών της χώρας και των επιτελείων της ευρωζώνης. Με άλλα λόγια ο ωμός εκβιασμός εναντίον της χώρας από ξένες δυνάμεις, που σε κάθε άλλη περίπτωση θα αντιμετωπιζόταν όπως ακριβώς προβλέπει το διεθνές δίκαιο ως ευθεία εχθρική ενέργεια εναντίον του ελληνικού λαού που ισοδυναμεί με casus beli, αντιμετωπίζεται από τους κυβερνώντες ως ανωτέρα βία και «απρόβλεπτη ανάγκη». Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο ξεφτιλίζεται κάθε έννοια εσωτερικής συνταγματικής τάξης, αλλά οι ωμοί εκβιασμοί, οι ανοιχτοί προπηλακισμοί, ο στιγματισμός εναντίον κυρίαρχου – κατά το διεθνές δίκαιο – κράτους από ξένες δυνάμεις αποκτά καθεστώς φυσικού δικαίου για τους κυβερνώντες και ικανού να δικαιολογήσει τα πάντα. Μέχρι και την κατάλυση της ελληνικής πολιτείας στο όνομα της «περισσότερης Ευρώπης».

Η κατάσταση αυτή δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική πολιτική ιστορία. Δεν συγκρίνεται ούτε με την περίοδο εικονικού κοινοβουλευτισμού της δεκαετίας του '30 που γέννησε τελικά την φασιστική δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Ούτε με τα Ιουλιανά του 1965 και την περίοδο της «αποστασίας» που ακολούθησε μόνο και μόνο για να ανοίξει ο δρόμος στην δικτατορία των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967. Η δημοκρατία στην χώρα μας δεν είναι απλά στο απόσπασμα, έχει εκτελεστεί.

Το Σύνταγμα είναι ήδη κουρελόχαρτο. Η βουλή δεν υφίσταται από την στιγμή που (α) μια τυχαία πλειοψηφία αποφασίζει για θεμελιώδη συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του ανθρώπου και του ελληνικού λαού και (β) παρακάμπτεται με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου οι οποίες θεσμοθετούν εκχώρηση δικαιωμάτων και κυριαρχίας του λαού και της χώρας. Το σημερινό κοινοβούλιο αποτελεί μια άθλια βιτρίνα για την καταπάτηση κάθε έννοιας εσωτερικού και διεθνούς δικαίου. Μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα «κοινοβούλια» της μοναρχίας και της αποικιοκρατίας. Και μόνο από την στιγμή που έχει παραβιάσει βάναυσα με αποφάσεις του θεμελιώδη δικαιώματα του λαού και του ανθρώπου έχει αυτοκαταργηθεί, έχει καταστεί παράνομο και δεν μπορεί πλέον κανείς να το αναγνωρίζει ως έκφραση της λαϊκής βούλησης.

Όποιος εξακολουθεί και το αναγνωρίζει ως έκφραση της λαϊκής βούλησης στην ουσία νομιμοποιεί το σημερινό καθεστώς και τις βάσεις πάνω στις οποίες επιχειρείται να στηριχθεί. Δηλαδή στην κατάφωρη παραβίαση κάθε θεμελιώδους δικαιώματος της χώρας και του λαού της στο όνομα των «διεθνών δεσμεύσεων» που οι κυβερνώντες φρόντισαν από την εποχή του 1ου μνημονίου έως σήμερα να περάσουν στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας. Όποιος αναγνωρίζει το σημερινό κοινοβούλιο δεν μπορεί να αρνηθεί την πρωτοφανή διαστροφή που υπέστη η έννομη τάξη στην χώρα προκειμένου να εξυπηρετηθούν «διεθνείς δεσμεύσεις» και ξένες δυνάμεις. Όποιος αναγνωρίζει το σημερινό κοινοβούλιο δεν μπορεί παρά να αποδέχεται ότι οι «διεθνείς δεσμεύσεις» έναντι ξένων δυνάμεων υπερτερούν των δικαιωμάτων του λαού και της κυριαρχίας της χώρας. Γι' αυτό και οι δωσίλογοι έλληνες πολιτικοί μιλούν για την ανάγκη «συνέχειας του κράτους».

Πρέπει πάση θυσία να σπάσει αυτή η «συνέχεια του κράτους». Δεν μπορεί να υπάρχει «συνέχεια του κράτους» μ' ένα καθεστώς σαν το σημερινό που βασίζεται όχι στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του λαού, αλλά στις «διεθνείς δεσμεύσεις» που του έχουν επιβληθεί με τρόπο που εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί από πλευράς διεθνούς δικαίου ως αποικιοκρατικός. Αντίθετα, πρέπει να υπάρξει «διαδοχή κράτους», δηλαδή διακοπή της «συνέχειας του κράτους» και επανίδρυσής του στην βάση της κυριαρχίας του λαού και της εθνικής του ανεξαρτησίας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την κατάλυση του σημερινού κοινοβουλίου προκειμένου να θεμελιωθεί η δημοκρατική έννομη τάξη στην χώρα.

Το σημερινό κοινοβούλιο δεν μπορεί να απαιτήσει από κανέναν να το σεβασθεί. Στερείται ακόμη και τα πιο στοιχειώδη εχέγγυα συνταγματικής νομιμότητας. Δεν αποτελεί ούτε καν στρεβλή έκφραση της θέλησης του λαού. Έχει παραβιάσει αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ελληνικού λαού και έθνους, που μόνο ο ίδιος λαός και το έθνος μπορεί να αποκαταστήσει. Και μάλιστα αυτοπροσώπως. Η ταχύτατη και με κάθε πρόσφορο στον λαό μέσο διάλυση αυτού του κοινοβουλίου που δεν διαθέτει ούτε καν συνταγματική νομιμοποίηση μιας και δεν μπορεί να εκφράζει λαό και έθνος σύμφωνα με το άρθρο 1, &3 του Συντάγματος που αναφέρει: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.» Ενώ το άρθρο 2 του Συντάγματος αναφέρει: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών.»

Τι έχει σεβαστεί απ' όλα αυτά σήμερα το υπάρχον κοινοβούλιο με τις αποφάσεις του και την λειτουργία του; Απολύτως τίποτε. Από την στιγμή που το κοινοβούλιο έθεσε τις «διεθνείς δεσμεύσεις» υπέρ ξένων δυνάμεων ως κριτήριο άσκησης της εξουσίας πάνω από τα δικαιώματα του λαού και του έθνους και μάλιστα με τρόπο εντελώς αντισυνταγματικό, τότε έχει παραβιάσει το άρθρο 1 και άρθρο 2 του Συντάγματος και επομένως δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως θεσμός άκυρος και ανυπόστατος. Κι επομένως η κατάλυσή του από το λαό πρέπει να θεωρείται ως πράξη αναγκαία, επιτακτική και απολύτως δημοκρατική. Αναγκαία γιατί δεν μπορεί να υπάρχει να συνεχίζει να νομοθετεί ένας θεσμός που έχει απολέσει κάθε συνταγματική νομιμοποίηση και έχει μετατραπεί σε αποικιακό κοινοβούλιο για την νομιμοποίηση ξένων δυναστών. Επιτακτική γιατί πολύ σύντομα και με άλλοθι το υπάρχων κοινοβούλιο οι ξένοι δυνάστες και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους θα προχωρήσουν στην μαζική εξόντωση του ελληνικού λαού που ήδη εφαρμόζουν με οικονομικά και δημοσιονομικά μέσα, αλλά αυτή την φορά θα το επιχειρήσουν και με μεθόδους ανοιχτής καταστολής και εμφυλίου. Και απολύτως δημοκρατική γιατί μόνο λαός ως φυσικός φορέας του έθνους έχει δικαίωμα να αποκαταστήσει το καθεστώς ανωμαλίας, αποικιακής κατοχής και διαμελισμού της χώρας που του έχει επιβληθεί. Κι αυτό μπορεί να το κάνει μόνο καταλύοντας το σημερινό κοινοβούλιο και μαζί του το σύνολο των δεσμεύσεων που έχει συναφθεί σε βάρος του. Στη θέση του πρέπει να υπάρξει ένας νέος αληθινά αντιπροσωπευτικός θεσμός της θέλησης του λαού με πραγματικές δημοκρατικές εγγυήσεις.

Επομένως το σημερινό κοινοβούλιο από την στιγμή λειτουργεί έτσι, τότε θεωρείται και πρέπει να θεωρηθεί από οποιονδήποτε έχει στοιχειώδη δημοκρατική συνείδηση ως άκυρος θεσμός. Διαφορετικά πολύ γρήγορα ο λαός θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει δυνάμεις καταστολής και εμφυλίου μέσα στην ίδια την χώρα του υπό κοινοβουλευτικό μανδύα. Πριν λοιπόν χρειαστεί ο λαός να απελευθερώσει την χώρα του με το αίμα του, θα πρέπει να προχωρήσει το ταχύτερο δυνατό στην κατάλυση του σημερινού κοινοβουλευτισμού. Μόνο έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για την αληθινή δημοκρατία στην Ελλάδα μέσα από την κατοχύρωση της κυριαρχίας του λαού και του έθνους.

Ποιος είναι ο ρόλος της λεγόμενης αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης στο κοινοβούλιο; Δυστυχώς, η λεγόμενη αντιμνημονιακή αντιπολίτευση και ειδικά τα κόμματα της αριστεράς ακολουθούν την ίδια λογική με τα κόμματα της αποκαλούμενης «δημοκρατικής παράταξης» (κέντρο και αριστερά) την εποχή των Ιουλιανών του '65 και της «αποστασίας». Όπως τότε, έτσι και σήμερα δηλώνουν νομοταγείς στο κοινοβουλευτικό θεσμό και όχι στην δημοκρατία. Και αντί να υπερασπίζονται την δημοκρατία, σέρνονται πίσω από τον νόθο κοινοβουλευτισμό. Το αποτέλεσμα ήταν το 1967 η δικτατορία να πιάσει με τις πυτζάμες την ηγεσία της αριστεράς, η οποία ακόμη και ανήμερα του πραξικοπήματος διαβεβαίωνε ότι δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα για χούντα στην Ελλάδα. Σήμερα οι ίδιες ηγεσίες με την ίδια ακριβώς λογική ενός απίστευτου κοινοβουλευτικού κρετινισμού νομιμοποιούν έναν νόθο κοινοβουλευτισμό που απεργάζεται την σφαγή του λαού και την διάλυση της χώρας.

Οι ηγεσίες της αριστεράς και των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» δεν έχουν καμιά διάθεση να συγκρουστούν με το καθεστώς και να το ανατρέψουν. Αρκούνται στην καταγγελία του. Δεν τους καίγεται καρφί για την μαζική εξόντωση του λαού, ούτε για την αποικιακή κατοχή που εφαρμόζουν οι Ευρωπαίοι διαμέσου ενός νόθου κοινοβουλευτισμού. Αν ήθελαν αληθινά να προλάβουν τα χειρότερα  Αν ήθελαν να αναχαιτίσουν την πορεία διάλυσης της χώρας και αφομοίωσής της από την Ευρώπη των ομόσπονδων περιφερειών, τότε θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει άμεσα, εδώ και τώρα στην παραίτηση από το σημερινό κοινοβούλιο ως πράξη δημοκρατικής εγρήγορσης με στόχο την διάλυση της σημερινής βουλής και ανατροπής των κυβερνώντων.

Η παραίτηση από την Βουλή δεν είναι πράξη που γίνεται για να προκαλέσει επαναληπτικές, ή άλλες εκλογές, αλλά πράξη άρνησης συμμετοχής σ' έναν θεσμό δίχως αντίκρισμα. Επομένως ακόμη κι αν οι κυβερνώντες προκηρύξουν εκλογές, τα παραιτηθέντα κόμματα θα πρέπει να αρνηθούν να συμμετάσχουν. Πρέπει να είναι σαφές ότι δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αποδεχτούν ή να νομιμοποιήσουν τις διαδικασίες ενός νόθου κοινοβουλευτισμού υπό την κυριαρχία ξένων δυνάμεων και συμφερόντων. Στόχος της παραίτησής τους από την Βουλή είναι η συγκρότηση ενός αντίπαλου πόλου διεκδίκησης της εξουσίας εκτός κοινοβουλευτικών διαδικασιών, ο οποίος θα καλέσει τον λαό να στρατευθεί γύρω του, να προχωρήσει σε γενική πολιτική απεργία διαρκείας μέχρις ότου οι κυβερνώντες παραδώσουν τα κλειδιά της εξουσίας και αποχωρήσουν.

Όταν γίνει αυτό οι δυνάμεις που ηγήθηκαν θα προχωρήσουν στην συγκρότηση προσωρινής κυβέρνησης η οποία (α) θα προκηρύξει εκλογές για Συντακτική Εθνοσυνέλευση με σκοπό την σύνταξη και ψήφιση νέου Συντάγματος που θα αποκαθιστά πλήρως τις παραβιάσεις των θεμελιωδών διατάξεων του παλιού και θα τις ενισχύει με νέες δικλείδες ασφαλείας. Και (β) θα προχωρήσει σε γρήγορη ανάταξη της οικονομίας της χώρας καταγγέλλοντας και αναθεωρώντας ολοκληρωτικά όλες τις δεσμεύσεις σε βάρος του ελληνικού λαού και της εθνικής κυριαρχίας.

Η προσωρινή κυβέρνηση θα κυβερνά με Συντακτικές Πράξεις υπό την έγκριση της Συντακτικής και των πρωτοβουλιών των πολιτών που οργάνωσαν και διεκπεραίωσαν την πολιτική απεργία. Οι διαμερισματικές συνελεύσεις πολιτών, οι λαικές συνελεύσεις ανά γειτονιά, οι κοινωνικοί φορείς και τα σωματεία θα αποτελούν την δημοκρατική βάση λειτουργίας και αποδοχής των Συντακτικών Πράξεων της προσωρινής κυβέρνησης.

Όταν θα ψηφιστεί το νέο Σύνταγμα, η Συντακτική Εθνοσυνέλευση θα διαλυθεί και θα προκηρυχτούν εκλογές του νέου κοινοβουλίου με βάση τους νέους συνταγματικούς κανόνες. Μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η νομιμότητα στην Ελλάδα σήμερα στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας και με όρους αληθινής δημοκρατίας. Διαφορετικά τους επιτρέπουμε να μας οδηγήσουν σε σφαγή, την μαζική εξόντωση του πληθυσμού, με την αντιπολίτευση να νομιμοποιεί με την παρουσίαση της το καθεστώς ανομίας που επικρατεί. Έστω κι αν το καταγγέλλει. Ήρθε η ώρα να αποδείξει η αριστερά και γενικά η λεγόμενη αντιμνημονιακή αντιπολίτευση αν σέβεται τον λαό και την δημοκρατία, ή απλά αποτελεί μια χρήσιμη βαλβίδα εκτόνωσης ενός καθεστώτος που έχει βαλθεί να διαλύσει την χώρα και να ξεπουλήσει τα ασημικά της μαζί με τον λαό της.

ΟΧΙ στο ευρώ: Το πολιτικά ορφανό 34%!!!

Το πολιτικά ορφανό 34%!!!

 

Του Νίκου Νικηφόρου

 

Η δημοσκόπηση της GPO είχε ένα σημαντικό εύρημα που πέρασε, σχεδόν, απαρατήρητο. Το 34%, κατά τη δημοσκόπηση, τάχθηκε ενατνίον της «πάση θυσία» παραμονής της χώρας στο ευρώ, έναντι αντίστοιχου 18% μόλις πριν πέντε μήνες. Δεν ξέρω αν η αποτύπωση αυτή της κοινής γνώμης είναι απόλυτα σωστή αλλά και απλώς ως τάση να εκληφθεί, συνιστά έναν πολιτικό σεισμό!

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ

Ο πολιτικός σεισμός συνίσταται στο παράδοξο γεγονός ότι το διόλου ευκαταφρόνητο 34%, πάνω από ένας στους τρεις πολίτες, αμφισβητούν την παρουσία της χώρας στην ευρωζώνη, τη στιγμή που όλα τα κόμματα και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τάσσονται πεισματικά υπέρ του ευρώ. Και όχι μόνο τάσσονται υπέρ του ευρώ αλλά και τα περισσότερα ασκούν μια απίστευτα φρικτή τρομοκρατία για το ενδεχόμενο σχεδιασμένης αποχώρησης από την ευρωζώνη.

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το 34% εμφανίζεται στη δημοσκόπηση κόντρα και στη θέση για το ευρώ των κομμάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αντιπροσωπεύονται στη Βουλή.

34% ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει την επιλογή του ευρώ και οι πιο πολλοί μέσα σε αυτήν την υποστηρίζουν με ιδιαίτερο φανατισμό και σχεδόν πάση θυσία, αν και στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές διεργασίες αμφισβήτησης της παρουσίας της χώρας μας στην ευρωζώνη!

Από την άλλη μεριά, αντίθετο στην έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη τάσσεται και το ΚΚΕ, θεωρώντας ότι το βήμα αυτό είναι ανεπαρκές και μάλλον αποπροσανατολιστικό, αφού μόνο η συνολική έξοδος από την ΕΕ και αυτή μόνο με «λαϊκή εξουσία», μπορούν να ανοίξουν θετικούς δρόμους για τη χώρα.

Άλλωστε, πρόσφατα το ΚΚΕ χρέωσε επιτιμητικά τον ΣΥΡΙΖΑ, προκαλώντας ειρωνικά μειδιάματα, στο «λόμπι της δραχμής», όπως εδώ και καιρό πράττει, για προπαγανδιστικούς λόγους, η ΝΔ.

Οι θέσεις αυτές και των δύο κομμάτων της Αριστεράς, αν και διαφορετικές, προσομοιάζουν σε ένα πράγμα. Βρίσκονται, για άλλους λόγους η κάθε μία, πίσω από την ταχύτατα αναπτυσσόμενη λαϊκή δυναμική, η οποία, σχεδόν αυθόρμητα και παρά την τρομοκρατία, θέτει στην ημερήσια διάταξη ως άμεση, επίκαιρη και ρεαλιστική ριζοσπαστική επιδίωξη και ως κλειδί για εξελίξεις διεξόδου της χώρας από την κρίση, την πιθανή έως αναγκαία, έξοδο από την ευρωζώνη.

ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΑ Ο ΛΑΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ!

Μεγάλα ρεύματα του ελληνικού λαού, εν δυνάμει πλειοψηφικά, βρίσκονται πολιτικά πιο μπροστά από τις ηγετικές διαμορφώσεις των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς. Μεγάλα ρεύματα του ελληνικού λαού, τα οποία αντιπροσωπεύουν ποσοστά πολύ μεγαλύτερα από αυτά που δίνουν οι δημοσκοπήσεις στα κόμματα της Αριστεράς, θέτουν στο προσκήνιο τους άμεσους εκείνους και ρεαλιστικούς στόχους, οι οποίοι συνιστούν κρίκους διεξόδου.

Και θέτουν με ιδιαίτερη ωριμότητα στο προσκήνιο τέτοιους ριζοσπαστικούς στόχους, όπως την αμφισβήτηση της χώρας στην ευρωζώνη, κόντρα τόσο στη λογική της ευρω-υπακοής όσο και σε έναν ανέξοδο «μαξιμαλισμό» που αγνοεί το πρώτο, στέρεο και δοκιμασμένο προοδευτικό άλμα που πρέπει να γίνει, πριν ακολουθήσουν και όπως ακολουθήσουν τα όποια επόμενα.

ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΦΕΡΕΓΓΥΑ ΛΥΣΗ ΕΙΤΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ!

 Βρισκόμαστε σε απόλυτα οριακό σημείο. Αν η ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορέσει να προτείνει άμεσα, ήδη είμαστε στο και πέντε, μια ρεαλιστική, ριζοσπαστική, πειστική και φερέγγυα εναλλακτική πολιτική και προγραμματική λύση στο λαό, η οποία να έχει αρχή, μέση και τέλος, τότε πολύ γρήγορα ίσως δει να έχει την τύχη κάποιων «δεινοσαύρων».

Και για να υπάρξει αυτή η ριζοσπαστική και πειστική εναλλακτική λύση απαιτούντα δύο πράγματα: Το πρώτο είναι η κομμουνιστική και ριζοσπαστική Αριστερά να υιοθετήσει θαρραλέα και με σαφήνεια, αν όχι την επιλογή της εξόδου από την ευρωζώνη, τουλάχιστον, τη θέση ότι δεν αποδέχεται την παραμονή στην ευρωζώνη με όρους μνημονίων και ότι το προοδευτικό ανορθωτικό της πρόγραμμα δεν έχει όριο το ευρώ αλλά αντίθετα είναι σε σύγκρουση με την ευρωζώνη και τις δομές της (αλλά και τους κανόνες της ΕΕ).

Η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να διακηρύξει ότι το προοδευτικό πρόγραμμά της, όπως και το συμφέρον του τόπου, βρίσκονται πάνω από το ευρώ (αλλά και κατά προέκταση πάνω από την ΕΕ).

Το δεύτερο είναι να προκρίνουν άμεσα οι δυνάμεις της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, αντί του στείρου εμφυλίου και των ευτελών σκιαμαχιών, τους δρόμους της κοινής δράσης και της συμπαράταξης στη βάση ενός κοινού και συνεκτικού εναλλακτικού προγράμματος, για το οποίο η παραπάνω προσέγγιση για το ευρώ και την ΕΕ, ενδεχομένως, να μπορεί να γίνει μια καλή βάση για συγκλίσεις στο κρίσιμο αυτό θέμα.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΧΘΑΝΕΤΑΙ ΤΑ ΚΕΝΑ

Όπως η ζωή έτσι και η πολιτική απεχθάνεται τα κενά. Αν η ριζοσπαστική Αριστερά δεν καλύψει το εμφανέστατο κενό μιας (πιο) αξιόπιστης και ριζοσπαστικής εναλλακτικής λύσης, που είναι αισθητό στο λαό, τότε αυτό το κενό πολύ γρήγορα θα καλυφθεί από άλλες δυνάμεις, σε βάρος της Αριστεράς και πιθανότητα σε βάρος του τόπου, αν όχι και με μείζονες κινδύνους!

Ο χρόνος για θετική και νικηφόρα παρέμβαση στην πολιτική δεν είναι απεριόριστος ούτε οι καιροί αναμένουν ανιστόρητες ωριμάνσεις!

Το θέμα του ευρώ είναι, εκ των πραγμάτων, με τη μια και την άλλη του όψη, ο μοχλός για εξελίξεις, εκείνης ή της άλλης μορφής, στη χώρα μας.

Ασφαλώς η αμφισβήτηση του ευρώ δεν ανοίγει αυτόματα θετικούς δρόμους, συνιστά, όμως, προϋπόθεση για ανηφορικές αλλά προοδευτικές και ανορθωτικές εξελίξεις.

Δεν είναι ο λαός που υποκύπτει στην τρομοκρατία του ευρώ. Στο φόβο εξόδου από το ευρώ υποκύπτουν κάποιοι στην Αριστερά είτε γιατί στέκονται με δέος απέναντι του είτε γιατί, εκ των πραγμάτων, θέλουν να αποφύγουν να θίξουν το σύστημα στο σημείο που ακριβώς πονάει και στον κρίκο εκείνο που ευθύνεται για την ειδική όξυνση της κρίσης στη χώρα μας και συνιστά το επίμαχο για μια διέξοδο απ' αυτήν.

Τις εξελίξεις δεν τις διαμορφώνουν μόνο κορυφές, όποιες κορυφές αλλά και ο κόσμος. Ο απλός κόσμος της Αριστεράς ! Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα !

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012.

 

ΠΗΓΗ: http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=10090:nikiforidis-dimoskopisi-gpo-euro&catid=58:oikonomiki-politiki&Itemid=182

Η ΕΡΓΑΣΙΑ, Ο ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ & ΟΙ ΝΕΟΠΤΩΧΟΙ

Η ΕΡΓΑΣΙΑ, Ο ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΠΤΩΧΟΙ

«ΟΙ ΤΡΑΓΙΚΕ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ»

 

Από το περιοδικό Babushka*

 

Ένα από τα πιο συναρπαστικά φαινόμενα στην εποχή μας είναι, η φτώχεια εν μέσω της αφθονίας. Η ύπαρξη της φτώχειας σε κοινωνίες αφθονίας αποτελεί ένα κατεξοχήν ηθικό παραλογισμό, μια διαστρέβλωση της ηθικής φύσης του ανθρώπου. Καμία κοινωνία δε μπορεί να είναι ηθικά συνεπής με τον εαυτό της, πόσο μάλλον να είναι ελεύθερη ή αυτόνομη, εάν δεν εξαλείψει τη φτώχεια. Η ηθική της εργασίας ήταν το όπλο των «φωτισμένων νοών» στη μάχη κατά της ελευθερίας, της αυτονομίας και της δημιουργικότητας του εργάτη-τεχνίτη.

Έτσι ο παραδοσιακός άνθρωπος έπρεπε να απολέσει την ελευθερία του, την αυτονομία του, τις δεξιότητές του και την περηφάνια του. Η παράδοση έπρεπε να παταχθεί γιατί σήμαινε ότι οι άνθρωποι ήταν ικανοποιημένοι με αυτά που είχαν και απείχαν από το «περισσότερο», προτιμούσαν να ψαρεύουν το πρωί και να φιλοσοφούν το βράδυ αντί να εργάζονται πυρετωδώς για να αυξήσουν τον κοινωνικό πλούτο.

Η χειραφέτηση της εργασίας από τους επικεντρωμένους στην αγορά υπολογισμούς απαιτεί την αντικατάσταση της ηθικής και της εργασίας από την ηθική της δεξιοτεχνίας. Μια κοινωνία, η οποία χάρη στην τρομακτική ισχύ που έχουν συσσωρεύσει αιώνες εργασίας, μπορεί κάλλιστα να παράγει οτιδήποτε αναγκαίο χωρίς τη συμμετοχή ενός μεγάλου και αυξανόμενου αριθμού μελών της. Στην καταναλωτική κοινωνία η μαζική παραγωγή δεν απαιτεί πλέον μαζική εργασία κι έτσι οι φτωχοί, που κάποτε συνιστούσαν τον εφεδρικό στρατό εργασίας αναπλάστηκαν ως ατελείς καταναλωτές. Ο καταναλωτής πρέπει να βομβαρδίζεται συνέχεια με καινούριες επιλογές και να θεωρεί ότι αυτός με την ευφυΐα του και μόνο, πέτυχε αυτή την «καταπληκτική ευκαιρία». Τα πρέπει και οι ηθικές ευθύνες δεν ταιριάζουν στον καταναλωτή. Σε μία τέτοια ιδεώδη κατάσταση, ένας καταναλωτής δεν πρέπει να ενστερνίζεται τίποτα σε σταθερή βάση, τίποτα δεν θα πρέπει να τον δεσμεύει για πάντα, καμία ανάγκη του δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται πλήρως ικανοποιημένη, καμία επιθυμία να μη θεωρείται ύστατη.

Με την επίφαση της ηθικής της εργασίας προωθούνταν η ηθική της πειθαρχίας, δηλαδή το να μη νοιάζεσαι για περηφάνια και τιμή, για θέλω και σκοπούς αλλά να εργάζεσαι σθεναρά έστω και αν θεωρείς ότι δεν υπάρχει κάποιος λόγος. Ο τρόπος αυτός στόχευε στο να συνηθίσει τους εργάτες στην άκριτη υπακοή, αποστερώντας τους από την περηφάνια που αντλεί κάποιος όταν εκτελεί επιδέξια μια εργασία με αποτέλεσμα να τους υποχρεώνει στην εκτέλεση ενός καθήκοντος, του οποίου το νόημα τους διέφευγε. Η σταυροφορία της ηθικής της εργασίας ήταν αγώνας για τον έλεγχο και την υποταγή. Ήταν αγώνας εξουσίας, ένας αγώνας για να εξαναγκαστούν οι εργαζόμενοι να αποδεχτούν στο όνομα της ηθικής ευγένειας του εργοστασιακού βίου, ένα βίο που δεν ήταν ούτε ευγενής, ούτε ανταποκρίνονταν στους δικούς τους κανόνες, ηθικής και αξιοπρέπειας.

Οίκοι καταναγκαστικής εργασίας, φτωχοκομεία, εργοστάσια, φυλακές, άσυλα για τους τρελούς, νοσοκομεία, σχολεία. Όλα αυτά τα ιδρύματα έπρεπε να επιβάλουν ένα ενιαίο πρότυπο κανονικής και προβλέψιμης συμπεριφοράς πάνω σε ένα ετερόκλιτο και ουσιαστικά απείθαρχο πληθυσμό τροφίμων. Όλα τους εν συντομία, έπρεπε να εξουδετερώσουν ή να απαλείψουν την ποικιλία των ανθρώπινων συνηθειών και κλίσεων έτσι ώστε να είναι δυνατή η επιβολή ενός κανόνα συμπεριφοράς για όλους. Το φτωχοκομείο διαχώριζε τους αληθινούς άπορους από αυτούς που ήταν ύποπτοι ότι απλώς μασκαρεύονταν έτσι με σκοπό να αποφύγουν τις δοκιμασίες της κανονικής εργασίας. Κανένας πέρα του αληθινού άπορου δεν θα επέλεγε τον περιορισμό στο φτωχοκομείο εάν οι συνθήκες μέσα σε αυτό καθίσταντο αρκετά τρομακτικές. Όσο πιο τρομακτικά ήταν τα νέα που διέρρεαν από τους τοίχους του φτωχοκομείου, τόσο πιο πολύ η σκλαβιά των εργοστασιακών χεριών θα φαίνονταν σαν ελευθερία και η αθλιότητά τους θα έμοιαζε με άγγιγμα της τύχης και με ευλογία. Η υπερβολική ασχήμια της παραμονής στο φτωχοκομείο και στα άλλα ιδρύματα, η οποία χρησίμευε ως σημείο αναφοράς για να εκτιμηθεί η ποιότητα της ζωής στο εργοστάσιο, διεύρυνε απελπιστικά τη δυνατότητα των εργοδοτών να ασκούν πιέσεις στην αντοχή των εργαζομένων τους χωρίς το φόβο της εξέγερσης ή της απόσυρσης από την εργασία.

Σε μια κοινωνία που είναι γνωστή για το ταλέντο και την αγάπη της στις κατηγοριοποιήσεις και τις ταξινομήσεις, το είδος της εργασίας συνιστούσε την αποφασιστική κατηγοριοποίηση από την οποία απέρρεαν όλα τα άλλα που σχετίζονταν με την κοινή ζωή των ανθρώπων. Οι άνθρωποι χωρίς την απασχόληση ήταν άνθρωποι χωρίς αφεντικά, άνθρωποι εκτός ελέγχου, μη επιτηρούμενοι, χωρίς επίβλεψη, μη υποκινούμενοι σε οποιαδήποτε ρουτίνα. Εάν η υποταγή της πλειονότητας του ανδρικού πληθυσμού στην πειθαρχία της εργασίας στο εργοστάσιο ήταν η κυρίαρχη μέθοδος παραγωγής και διατήρησης της κοινωνικής τάξης, το απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν η ισχυρή και σταθερή πατριαρχική οικογένεια.

Η ηθική της εργασίας μετέτρεψε και προσανατόλισε τα ανθρώπινα κίνητρα και των ανθρώπινων πόθων για ελευθερία σταθερά και αμετάκλητα προς τη σφαίρα της κατανάλωσης. Αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την ύστερη ιστορία της νεωτερικής κοινωνίας καθώς αυτή πέρασε από την κοινωνία των παραγωγών προς την καταναλωτική κοινωνία. Καταναλώνω σημαίνει καταστρέφω. Τα πράγματα ή τα φθείρουμε από τη φύση είτε απογυμνώνονται από τα θέλγητρά τους. Συνεπώς δεν ελκύουν, δεν διεγείρουν την επιθυμία και χάνουν την ικανότητά τους να ικανοποιούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Στην κοινωνία των παραγωγών ήταν ότι τα μέλη της συνέπρατταν σε αυτήν πρωτίστως ως παραγωγοί. Ο τρόπος με τον οποίο εκείνη έπλαθε τα μέλη της καθοριζόταν από την ανάγκη να εκπληρωθεί ο ρόλος του παραγωγού. Αντίθετα ο τρόπος που η παρούσα κοινωνία πλάθει τα μέλη της καθορίζεται κατά κύριο λόγο από την ανάγκη να διαδραματίσουν αυτά το ρόλο του καταναλωτή.

Η ηθική της εργασίας έφτασε πολύ πέρα από τις αίθουσες των εργοστασίων και τους τοίχους των φτωχοκομείων. Οι κανόνες της διέπνεαν το όραμα μιας δίκαιης και ορθής κοινωνίας που έμελε να ικανοποιηθεί. Το όραμα της τελικής κατάστασης που επρόκειτο να επιτευχθεί ήταν αυτή της πλήρους απασχόλησης, μιας κοινωνίας που αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους ανθρώπους. Η πλήρης απασχόληση κατείχε την κάπως διφορούμενη θέση να συνιστά ταυτόχρονα δικαίωμα και καθήκον. Όπως όμως συμβαίνει με όλους τους κανόνες, και οι δύο πλευρές έπρεπε να είναι παρούσες για να διασφαλιστεί η γενική ισχύ της αρχής. Ο καθορισμός του κανόνα ορίζει επίσης το αντικανονικό. Η επίμονη παρουσία των φτωχών έτεινε να εξηγείται είτε με την έλλειψη θέσεων εργασίας είτε εναλλακτικά με την έλλειψη επιθυμίας για εργασία.

Υπάρχει μία φαινομενικά άπειρη ποσότητα ελεύθερου χρόνου συνοδευόμενο από την αδυναμία να το χρησιμοποιήσεις. Μεγάλο μέρος της, μέρα με τη μέρα, ύπαρξης είναι αδόμητο, αλλά οι άνεργοι δεν έχουν τα μέσα για να δομήσουν την ύπαρξή τους με έναν τρόπο που να τους προσδίδει νόημα, ικανοποίηση και αξία. Σίγουρα η πιο δημοφιλής λέξη που χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν την εμπειρία της ανεργίας είναι το «βαρετό», είναι η ανία και τα προβλήματα με το χρόνο. Να μην έχεις κάτι να κάνεις.

Το να προκαλέσεις τη μοίρα σου μέσω της αμφισβήτησης των δυνάμεων του νόμου και της τάξης λειτουργεί για τους φτωχούς όπως και για τους πλούσιους. Οι καλοπροαίρετες περιπέτειες εναντίον της ανίας, στις οποίες η ποσότητα της επιθυμίας και των επιτρεπόμενων κινδύνων είναι προσεκτικά εξισορροπημένα. Όσο φτωχότεροι γίνονται οι φτωχοί τόσο υψηλότερα ανεβαίνει το επίπεδο και τόσο πιο εκκεντρικοί γίνονται οι τρόποι ζωής που εκτίθενται μπροστά στα μάτια τους, για να τους λατρεύουν και να επιθυμούν να τους μιμηθούν. Κι έτσι η υποκειμενική αίσθηση ανεπάρκειας με όλο τον πόνο, το στίγμα και την ταπείνωση που τη συνοδεύουν, χειροτερεύει από δύο πιεστικούς παράγοντες, α) την υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσης και β) την αύξηση της έντασης του αισθήματος της σχετικής αποστέρησης.

Σε όλα αυτά ήταν αναγκαίο το κράτος πρόνοιας ώστε η εξουσία να υπεραμυνθεί της ηθικής της εργασίας. Το κράτος πρόνοιας αναδύθηκε στο σημείο συνάντησης μεταξύ α)των πιέσεων μίας παραπαίουσας καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία ήταν ανίκανη να αναδημιουργήσει, από μόνη της και χωρίς πολιτική βοήθεια, τις συνθήκες για την ίδια την επιβίωσή της, β) της έντονης επιθυμίας να προστατευτεί και να επιβεβαιωθεί η αρχή της κοινωνικής ανισότητας μέσω του μετριασμού των περισσότερων εξοργιστικών και λιγότερων ανεκτών εκδηλώσεών της και τέλος γ) από την επιθυμία να προωθηθεί η αποδοχή της ανισότητας με το να περιθωριοποιηθούν εκείνοι που αποτύγχαναν να συμμετάσχουν στην αναπαραγωγή της.  

Οι προσπάθειες να σωθεί αυτός ο κόσμος από τις χειρότερες τις συνέπειες της ίδιας του της ωμότητας μπορούν να έχουν μόνο στιγμιαία αποτελέσματα και μακροπρόθεσμα είναι καταδικασμένα στην αποτυχία. Σήμερα η ηθική της εργασίας συμβάλει αποφασιστικά στη δυσφήμιση της ιδέας, της εξάρτησης. Όλο και περισσότερο η εξάρτηση γίνεται κακόφημη λέξη. Το κράτος πρόνοιας κατηγορείται ότι καλλιεργεί την εξάρτηση, ότι την ανυψώνει στο επίπεδο μιας κουλτούρας που αυτόδιαιωνίζεται  και αυτό συνιστά κεφαλαιώδες επιχείρημα για την αποδιάρθρωσή του.

Οι άνθρωποι είναι δημιουργικά όντα και είναι υποτιμητικό να υποθέτεις ότι μια χρηματική ετικέτα (μισθός) είναι αυτό που διαχωρίζει την εργασία από τη μη εργασία, την προσπάθεια από το τεμπέλιασμα. Ακρωτηριάζει την ανθρώπινη φύση η πρόταση ότι χωρίς αυτήν την χρηματική ετικέτα οι άνθρωποι θα προτιμούσαν να παραμείνουν οκνηροί και να αφήσουν τις δεξιότητες και τη φαντασία τους να σαπίσουν και να σκουριάσουν. Η ηθική της δεξιοτεχνίας θα αποκαθιστούσε σε αυτό το ανθρώπινο ένστικτο την αξιοπρέπεια του και την κοινωνικά αναγνωρισμένη σημασία του, την οποία η ηθική της εργασίας, όπως διαμορφώθηκε και οριοθετήθηκε στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, αρνείται.

* Σκέψεις, παρατηρήσεις και αναφορές από το Συγγραφικό έργο «Η Εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι» του Ζίγκμουντ Μπάουμαν.

Η φωνή των κυρίων…

Η φωνή των κυρίων…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Το παρακάτω απόσπασμα είναι απ' τη «Φωνή του Κυρίου» (18-11-12), η οποία αναφερόταν στην παραβολή του άφρονος πλουσίου.

Και, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, απηχεί τη γνώμη, όχι του Κυρίου, αλλά κάποιων άλλων κυρίων: Των ληστάρχων, όπως φαίνεται, και εκμεταλλευτών, στην αρπακτική μανία και βουλιμία των οποίων είναι εκτεθειμένος ο λαός:

«…Η εντολή του Χριστού «αγαπάτε τους εχθρούς υμών», λέει το απόσπασμα, δεν επιτρέπει καθόλου να υποβιβάσουμε το Ευαγγέλιο στο επίπεδο της αδελφοκτόνου διαιρέσεως των υλικών αγαθών. Είναι τελείως λάθος να εισέρχονται οι επίσκοποι, οι θεολόγοι, οι πιστοί χριστιανοί γενικά, στις τάξεις των μαχητών για την επικράτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης…».

Η παραβολή του άφρονος πλουσίου ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, για να κατακεραυνώσει η «Φωνή του Κυρίου» την ληστρική επιδρομή των τοκογλυφικών ορνέων και των ενταύθα προδοτών και δοσιλόγων.

Να εκφράσει τη φρίκη της μητέρας Εκκλησίας, για το ξέφρενο λιντσάρισμα σε βάρος του λαού. Για να αποδείξει ότι δεν είναι με τους δυνάστες και τους λήσταρχους. Και να δώσει, έτσι, μια αναπνοή ηθικής, έστω δικαίωσης στον καταληστευόμενο λαό.

Όπως έκαμαν οι προφήτες, οι Πατέρες της Εκκλησίας, ο Πατροκοσμάς στα χρόνια της τουρκοκρατίας, ο παπα-Πυρουνάκης και ο Νίκος Ψαρουδάκης στις μέρες μας.  Και πάνω απ' όλους ο ίδιος ο χριστός, που ανελέητα μαστίγωσε την απληστία και την κακουργία των πλουσίων.

Ακόμη και η Παναγία, της οποίας σήμερα γιορτάζουμε τα «Εισόδια», που μίλησε για το γκρέμισμα των τυράννων και την ανόρθωση των ταπεινωμένων και καταφρονεμένων. Για το άδειασμα των πλουσίων και το χόρτασμα των πεινασμένων… Αλλά, αντ' αυτού, μας μιίλησαν για μαχητές επισκόπους και θεολόγους και χριστιανούς…

Αλήθεια, πού είδατε τους μαχητές χριστιανούς και θεολόγους και μάλιστα επισκόπους; Και φοβηθήκατε και τρομοκρατηθήκατε! Και μάλιστα σε σημείο, ώστε να ιδείτε τους λαγούς να φορούν φυσεκλίκια και να είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τις αλεπούδες και τους λύκους!  Τους δοσίλογος, δηλαδή, τους δολοφόνους και τους πάσης φύσεως απατεώνες! Δεν ξέρετε ότι η πλειονότητα όλων αυτών (επισκόπων, θεολόγων, χριστιανών) στήριζε και στηρίζει το άθλιο κατεστημένο, που μας έφερε στο σημερινό κατάντημα.; Και συνεχίζει να το στηρίζει ακόμη και τώρα!

Και ότι υπήρξαν επίσκοποι, που έδωσαν, στις τελευταίες εκλογές, στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, «γραμμή», προκειμένου να ψηφίσει τον ομογάλακτο του κ. Παπανδρέου, στη διαβόητη λέσχη Μπίλντεμπεργκ! Τον αξιότιμο κ. Σαμαρά… Την αδελφοκτόνο διαίρεση, σε καμιά περίπτωση, δεν θέλει να την προκαλέσει ο άγρια ληστευόμενος λαός, αλλά οι λήσταρχοι, που τον καταδικάζουν στην έσχατη εξαθλίωση και τον έσχατο εξευτελισμό.  Σε σημείο, που να τον σπρώχνουν ακόμη και σε απονενοημένα διαβήματα. Τα οποία, σε τελική ανάλυση, είναι δολοφονίες. Για τις οποίες, μεταξύ των πρωταρχικά ηθικών αυτουργών είναι και οι, λεγόμενοι, εκπρόσωποι της Εκκλησίας. Οι οποίοι, όπως φαίνεται, δεν έχουν πεινάσει. Ούτε έχουν χειμώνα καιρό διανυκτερεύσει στο ύπαιθρο. Ούτε, αφού, άλλωστε, είναι άγαμοι, κινδυνεύουν να ιδούν τα παιδιά τους να μαραζώνουν και να πεθαίνουν από την πείνα και την παντοειδή δυστυχία.

Βέβαια θα πουν κάποιοι ότι οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας προσφέρουν τόσα και τόσα. Που, βέβαια, προέρχονται, κατά κύριο λόγο, απ' τις ελεημοσύνες του λαού… Όμως το πρωταρχικό δεν είναι τα όσα και όποια ψίχουλα της ελεημοσύνης, αλλά ο άρτος ο επιούσιος της δικαιοσύνης. Ζητείτε, λέει ο Χριστός, πρώτα τη βασιλεία του Θεού και την ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Και θα έχετε τη λύση όλων των προβλημάτων σας…

Και, όταν λέμε δικαιοσύνη, εννοούμε, στην κοινωνική της διάσταση, πρωταρχικά, την κοινωνική δικαιοσύνη. Χωρίς την οποία η οποιαδήποτε ευσεβοφάνεια είναι αλάτι ανάλατο. Το Ευαγγέλιο υποβιβάζεται, όταν αυτοί, που το αντιπροσωπεύουν, όχι μόνο σιγούν, αλλά και φτάνουν στο κατάντημα να φιμώνουν τις φωνές της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Για να μην ενοχλήσουν τους γδάρτες του λαού.

Με αποκορύφωμα της αδιαντροπιάς ακόμη και να παρασημοφορούν τους προδότες της πατρίδας και τους δολοφόνους του λαού. Για ποιες άραγε θεάρεστες πράξεις;  Προφανώς για να ρίξουν νερό στο μύλο των προδοτών και στάχτη στα μάτια του λαού!…

παπα-Ηλίας, 21-11-2011,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/11/21/….bd/ 

Συμφωνία ΗΡ – Cosco – ΤΡΑΙΝΟΣΕ: διαστάσεις

Οι πραγματικές διαστάσεις της συμφωνίας ΗΡ – Cosco – ΤΡΑΙΝΟΣΕ

 

Του Λευτέρη ΚΩΣΤΗ

 

Ο πρωθυπουργός ήταν απόλυτα ειλικρινής όταν από τη Μάλτα – την οποία είχε επισκεφθεί για τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος – δήλωνε: "Στην Ελλάδα είδαμε το χειρότερο πρόσωπο της κρίσης", όπως επίσης: "Μέσα σε 3 χρόνια χάσαμε το 25% του ΑΕΠ της χώρας".

Δεν θα μπορούσε γι' αυτό να αρνηθεί τα αρνητικά ρεκόρ που σημειώνει η οικονομική δραστηριότητα στη χώρα μας, τα οποία είναι συνταρακτικά – η ΕΛ.ΣΤΑΤ. ανακοίνωσε ότι στο γ' τρίμηνο του έτους, δηλαδή Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, η ύφεση έφθασε το 7,2% – όχι μόνο λόγω του βάθους της ύφεσης, αλλά διότι το βάθος αυτό μετρήθηκε στο τρίμηνο που η Ελλάδα σημειώνει παραδοσιακά το "πικ" της οικονομικής της δραστηριότητας, στην οποία προσμετρώνται οι τουριστικές της επιδόσεις.

Το βάθεμα της ύφεσης, σε συνδυασμό με το "χειρότερο πρόσωπο της κρίσης" (όπως αποτυπώθηκε και στα στυγνά και επώδυνα μέτρα του Μνημονίου) και με τα νέα "προαπαιτούμενα" που έθεσε ο κ. Σόιμπλε στο Eurogroup, πιθανόν να ώθησαν τους επικοινωνιολόγους του κ. Σαμαρά να αναζητήσουν επικοινωνιακά αντίβαρα και να τον πείσουν – όπως και έγινε – να δώσει τόνο αισιοδοξίας, πως "κάτι θα αλλάξει σύντομα".

Σ' αυτή την επικοινωνιακή γραμμή εντάχθηκε κατά πολλούς η πρωθυπουργική δήλωση ότι "τον επόμενο χρόνο θα έχουμε τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης". Είναι καθήκον, άλλωστε, των ηγετών να εμψυχώνουν τον λαό σε δύσκολες στιγμές όπως αυτές όπου η λεγόμενη "καταναλωτική εμπιστοσύνη" πέφτει στα τάρταρα και η απελπισία καταλαμβάνει σχεδόν 1,5 εκατ. ανέργους και προπαντός το 58% των νέων ανθρώπων που δεν βλέπουν προοπτική.

Η απόφαση, όμως, για ανάδειξη του "ντιλ" της κινεζικής Cosco, της αμερικανικής πολυεθνικής προϊόντων υψηλής τεχνολογίας Hewlett Packard (υπολογιστές, λάπτοπ και εκτυπωτές) και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ σε μεγάλη επενδυτική συμφωνία δεν συμβαδίζει, όπως τουλάχιστον λένε διαπρεπείς παράγοντες στο λιμάνι του Πειραιά (που θα χρησιμοποιηθεί ως διαμετακομιστικό κέντρο), με τα πραγματικά δεδομένα. Και επομένως, προσθέτουν, οι κυβερνητικοί επικοινωνιολόγοι διαπράττουν γκάφα ολκής.

Οι παράγοντες "που 'γνωρίζουν', επισημαίνουν πως δεν πρόκειται για μεγάλο 'ντιλ' ούτε για έναρξη ροής ξένων μεγάλων επενδύσεων προς την ελληνική οικονομία. Τέτοιες συμφωνίες, προσθέτουν, μπορούν να γίνουν δεκάδες. Ήδη υπάρχει συμφωνία της Cosco και της μεγάλης πολυεθνικής μεταφορικής εταιρείας Eva Green για διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων, η οποία δεν προβλήθηκε καθόλου. Προς τι η προβολή της αμερικανικής HP και μάλιστα τώρα; Διότι, επισημαίνουν οι ίδιοι παράγοντες, οι συμφωνίες έχουν συναφθεί εδώ και τρεις μήνες με την ΗΡ και με τη ΣΕΠ (και όχι την Cosco), η οποία είναι μεν κινεζικών συμφερόντων, αλλά συμμετέχουν και Έλληνες επενδυτές.

Όσο για τα αναφερθέντα ότι ο (παγκόσμιος) τζίρος της ΗΡ είναι 50 δισ. και ως εκ τούτου το ελληνικό όφελος αφήνεται να πιθανολογείται ότι θα είναι μεγάλο (και θα δημιουργηθούν μέχρι 1.000 θέσεις εργασίας) πρέπει, τονίζουν οι Έλληνες "γνωρίζοντες", να τοποθετηθούν στη χορεία των παραμυθιών.

Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι το κλειδί της επένδυσης δεν είναι ούτε οι Κινέζοι ούτε οι Αμερικανοί, αλλά το τρένο της ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Η έναρξη εφαρμογής της συμφωνίας, προσθέτουν, προϋποθέτει ότι στο λιμάνι του Πειραιά θα φθάσει από το Θριάσιο το τρένο. Η απόσταση είναι μόλις 17 χιλιόμετρα. Αλλά για λόγους, πιθανώς, ευνόητους, σχεδιάστηκε, όπως λένε, να περνάει η γραμμή από βουνά και από λαγκάδια. Η επέκταση της σιδηροδρομικής γραμμής είχε ανακοινωθεί το 2001 από τους τότε υπουργούς Μεταφορών Χρ. Βερελή και Ναυτιλίας Γ. Ανωμερίτη. Το τρένο έπρεπε να έρθει στον Πειραιά το 2005 και… ακόμη έρχεται. Κάθε μήνα περιμένουμε να ακούσουμε το σφύριγμά του, αλλά εις μάτην, λένε χαρακτηριστικά.

Το "ντιλ" προβλέπει ότι στις εγκαταστάσεις της Cosco η ΗΡ θα εναποθέτει εμπορευματοκιβώτια προϊόντων της (όλα τα λάπτοπ της παράγονται στην Κίνα και στην Ασία) και με το τρένο θα διοχετεύονται στην Ουγγαρία, όπου και το μεγάλο κέντρο διανομής της αμερικανικής εταιρείας.

Βεβαίως είναι σαφές ότι η ΤΡΑΙΝΟΣΕ και η Cosco θα έχουν ωφέλειες. Αλλά τα επιπλέον κεφάλαια – οφέλη για την ελληνική οικονομία δεν ξεπερνούν τρεις – τέσσερις δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.

Και φυσικά οι "γνωρίζοντες" τον Πειραιά έχουν αναπάντητα ερωτήματα. Π.χ. για ποιον λόγο η κυβέρνηση "σήκωσε" το θέμα τόσο πολύ, δυσανάλογα με τις οικονομικές απολαβές; Γιατί εμφανίστηκε αυτή τη χρονική στιγμή; Και γιατί οι Γερμανοί ήραν τις αντιρρήσεις που είχαν μέχρι τώρα στην "κινεζική διείσδυση", η οποία επιφέρει πλήγμα στο λιμάνι του Αμβούργου, απ' όπου μεταφορτώνονταν τα προϊόντα της ΗΡ προς Ουγγαρία;

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/11/2012, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=728967

Ευρώπες: κινήματα, παγκοσμιοποίηση & τοπικό

Ευρώπες

Περί κινημάτων, παγκοσμιοποίησης και τοπικού

 

Του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη

 

Εκτός από την «κοινωνική» Ευρώπη, την Ευρώπη των λαών, των ανέργων, των  «γουρουνιών» ή των αυτοκτονιών υπάρχει και μια άλλη Ευρώπη  που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας: η Ευρώπη των ευρωπαϊκών κεφαλαίων – και θα ήθελα να τονίσω τον πληθυντικό, μιας και η περιώνυμη παγκοσμιοποίηση δεν μας έχει ακόμα «απαλλάξει» από εθνικούς ανταγωνισμούς στο πεδίο της οικονομίας. Το βλέπουμε καθημερινά, παρόλο που, συνήθως, κάποιοι από εμάς  τείνουμε να το αρνούμαστε.

Μας ενοχλούν οι εθνικιστικές κορώνες, οι κακόγουστες διαμαρτυρίες ανθρώπων ντυμένων με τη στολή της Βέρμαχτ που πορεύονται ενάντια στους «ναζί» Μέρκελ ή Φούχτελ (φαινόμενο διόλου ελληνικό, συναντάται σε κάθε συλλαλητήριο του ευρωπαϊκού νότου). Θεωρούμε ότι «δεν είναι έτσι», ότι αυτά είναι λαϊκισμός, ότι το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός -πράγματι. Ας μη θεωρήσουμε όμως ότι η παγκοσμιοποίηση έχει ολοκληρωθεί, ότι υπάρχει πια ένα «ευρωπαϊκό κεφάλαιο», κι ότι αυτό είναι ο τωρινός μας αντίπαλος.

Αλλού, η ενοποιημένη Ευρώπη τείνει να γίνει πραγματικότητα. Στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, για παράδειγμα. Ή, ακόμα, στο «σχέδιο σωτηρίας»: όταν ο μέγας επιστήμονας Στουρνάρας, συντάκτης τότε μελετών του ΙΟΒΕ, έβγαζε διάφορα νούμερα από τη φαντασία του για να μας πείσει ότι η απελευθέρωση των «κλειστών επαγγελμάτων» θα οδηγούσε σε αχαλίνωτους ρυθμούς ανάπτυξης, αν διάβαζε κανείς ιταλικές, λχ, εφημερίδες, θα διαπίστωνε ότι τα ίδια επιχειρήματα, με τους ίδιους ακριβώς αριθμούς, κυκλοφορούσαν και στη γειτονική μας χώρα ως η (εθνο)σωτήρια λύση.

Σε αντίθεση με εμάς, βέβαια, η Ιταλία διαθέτει, πέρα από βιομηχανίες,  και μια αστική τάξη που δεν είναι en bloc πρόθυμη να συμβιβαστεί, για να κερδίσουν οι γερμανοί «συνάδελφοί» της. (Ας υπενθυμίσω, εδώ, ότι για την καταχρεωμένη Ιταλία τελικά η ΕΚΤ «τύπωσε» χρήμα, παρόλο που ελάχιστοι το κατάλαβαν…)

Ενώ το κεφάλαιο διακτινίζεται, αλλάζει τόπο σε κλάσματα δευτερολέπτου, στα κράτη παραμένουν οι εκμεταλλευόμενοι, οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι άστεγοι. Και στο διάκενο των επιμέρους κοινωνιών εγκλωβίζονται οι έσχατοι, οι μετανάστες. Στις μέρες μας, οι περισσότεροι  δεν μπορούν καν να ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να εκπατριστούν, να μετακινηθούν αλλού μήπως και καταφέρουν να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Στην ευρωπαϊκή κρίση, δεν υπάρχει δουλειά για όλους. Εκτός αν είναι υπερεξειδικευμένα μέλη μια φτωχοποιημένης, πια, μεσαίας τάξης. Ή καλλιεργητές φυκιών, σαλιγκαριών και σαφράν (σε εποχές κρίσης, ως γνωστόν, κάτι τέτοια μοσχοπουλιούνται).

Πρώτο σημείο, λοιπόν: υπάρχουν ακόμα «εθνικοί» ανταγωνισμοί και εθνικές οικονομίες.

Το δεύτερο είναι συνάρτηση του πρώτου: οι εργαζόμενοι του «βορρά» και του «νότου» δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι έχουν κοινά συμφέροντα διότι, σε ένα βαθμό, ακόμα δεν έχουν. Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς (το παράλογο των οποίων δε διαφεύγει πια από κανέναν), μεταξύ άλλων, οι «νότιοι» θα πρέπει να εργάζονται με μισθούς Νοτιοανατολικής Ασίας, ούτως ώστε  οι «βόρειοι» να μην αντιδρούν, αναλογιζόμενοι το ενδεχόμενο μέλλον τους. Όμως, αυτό που για τους μεν είναι παρόν, για τους δε αποτελεί «απλώς» έναν μελλοντικό εφιάλτη. Και κάπως έτσι, σύμφωνα με τις ειδήσεις, «εκατό άτομα στη Φραγκφούρτη κατέβηκαν στους δρόμους για να συμπαρασταθούν» στα εκατομμύρια των διαδηλωτών της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, στις 14 Νοεμβρίου (για την Ελλάδα «φρόντισε» ο Παναγόπουλος…).

Το τρίτο σημείο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και το πρώτο: ποια Ευρώπη; Ακούμε συχνά για την Ευρώπη του Βολταίρου, του Διαφωτισμού, των αξιών, κι άλλα τέτοια επικολυρικά. Καλό θα ήταν, όχι να υπενθυμίσουμε την Ευρώπη των δύο παγκοσμίων πολέμων ή της αποικιοκρατίας (αυτό θα ήταν λαϊκισμός…), αλλά μια πολύ πιο ήπια λεπτομέρεια: ότι τώρα, αυτή τη στιγμή τα σχέδια για μια μελλοντική Ευρώπη είναι τρία. Περιληπτικά, λόγω χώρου, ας τα κατονομάσω απλώς: η ευρω-ατλαντική Ευρώπη, δηλαδή η Ενωμένη Ευρώπη όπως σχεδιάστηκε και θεμελιώθηκε μεταπολεμικά από τις ΗΠΑ, με τη βαριά σκιά του Κόκκινου στρατού να επικρέμεται ως εφιάλτης ή ελπίδα. Δεν πρόκειται απλώς για μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών προϊόντων, αλλά για μια ζώνη ηγεμονικής κυριαρχίας, στο εσωτερικό της οποίας, βέβαια, πάντοτε, κι όχι μόνο σήμερα, υπήρχαν ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, τόσο μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, όσο και μεταξύ ευρωπαίων και ΗΠΑ.

Οι άλλες δύο Ευρώπες, τις οποίες μπορούμε να ονομάσουμε «ευρωκεντρική» και «ευρασιατική», θα είχαν, θεωρητικά, ως απώτερο σκοπό να δημιουργήσουν ένα γεωπολιτικό μπλοκ εναλλακτικό των ΗΠΑ. Προς το παρόν, κάτι τέτοιο βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακή μορφή.  Αλλά και να πραγματοποιηθεί, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση της αμερικανοκεντρικής ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης με μια άλλη, πολυπολική, χωρισμένη σε γεωπολιτικά μπλοκ. 

Η αριστερά, βέβαια, η δική μας αριστερά, οφείλει να συμβάλλει στη δημιουργία μιας αλληλέγγυας και αντιιμπεριαλιστικής Ευρώπης. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, πρέπει να το πάρουμε απόφαση: χρειάζεται πρώτα πρώτα να δημιουργηθεί ένας ευρωπαϊκός λαός, με μια κουλτούρα και μια γλώσσα κοινή – όχι με την έννοια ότι θα μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα, αλλά γιατί θα μπορούμε να συνεννοούμαστε, να βλέπουμε την ίδια εικόνα, να συνδιαλεγόμαστε υπό το φως των κοινών εμπειριών ως καταπιεσμένοι.

Μια τέτοια Ευρώπη, βέβαια, οφείλει να θέτει ως πρώτιστο στόχο το σύνθημα «περισσότερη δημοκρατία». Η κατάσταση μοιάζει να επιστρέφει στη δημοκρατία των διαφόρων «ελίτ», είτε αυτές αποτελούνται από ψηφοφόρους «έχοντες γη ή χρήμα», όπως στον 19ο αιώνα,  είτε από «ειδικούς» ή «τεχνοκράτες». Περισσότερη δημοκρατία δε σημαίνει μόνο νομιμότητα εντός κοινοβουλίων αλλά, για παράδειγμα, έλεγχος του ΔΣ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή δικαίωμα απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όσοι (δικαίως) διαμαρτύρονται για τη «δημοκρατία των Προεδρικών Διαταγμάτων» ή των «Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου», δηλαδή για την ελληνική μας καθημερινότητα, οφείλουν να αντιδρούν και για την ανύπαρκτη ή μαρασμένη δημοκρατία των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και κάτι τέτοιο είναι περισσότερο από αναγκαίο κι επιτακτικό τώρα, διότι μια ενδεχόμενη αριστερή κυβέρνηση θα συμμετάσχει σε Συνόδους Κορυφής, κι όχι μόνο σε πανευρωπαϊκά συλλαλητήρια.

Τελευταίο, αλλά κρίσιμο: περισσότερη Ευρώπη, εναλλακτική Ευρώπη, κοινωνική Ευρώπη. Μέχρι να θεμελιωθεί όμως το αντιπαράδειγμα, η αριστερά οφείλει να προστατεύσει τα νώτα της: μια ενδεχόμενη αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα δε μπορεί παρά να στηρίζεται σε μια λαϊκή βάση στην Ελλάδα.

Σε ένα ελληνικό κίνημα, το οποίο, ενδεχομένως, θα μπορούσε να γίνει η σπίθα που θα ανάψει μια ευρωπαϊκή φωτιά. Ως τότε, όμως, οφείλουμε να δράσουμε και να κινηθούμε τοπικά. Δεν είναι θέμα πατριωτισμού ή  «προστασίας των εθνικών συμφερόντων», όπως μας κατηγορεί μια (λεκτικά) επαναστατική αριστερά ή μια (ακρο)δεξιά ρητορεία. Είναι μάλλον ζήτημα επιβίωσης οποιασδήποτε προσπάθειας για αλλαγή, στα πρώτα της βήματα.

ΠΗΓΗ: 19 Νεμβρίου 2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=7787

Να ξεκινήσουμε Κοινωνικό Ανένδοτο διαρκείας!

Να ξεκινήσουμε Κοινωνικό Ανένδοτο διαρκείας!

 

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

 

Η κρίση που απειλούσε να διαρρήξει την ευρωζώνη μοιάζει να εκτονώθηκε. Η κυβέρνηση Σαμαρά και λοιπών μνημονιακών δυνάμεων πέρασε, έστω και δύσκολα, τα μέτρα και πάει να σταθεροποιηθεί. Οι "επικίνδυνες" κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις πάλι σήκωσαν κεφάλι και πάλι ηττήθηκαν. Η βαθειά Ελλάδα υψώνει λευκή σημαία, παραδομένη στη μάχη της επιβίωσης μπροστά στον πιο βαρύ χειμώνα από την κατοχή και τον εμφύλιο. Έτσι σκέφτοναι οι πιο ανόητοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων, που πιστεύουν μόνο ό,τι θέλουν να πιστέψουν και οι πιο ασταθείς εκπρόσωποι των κυριαρχούμενων, που ταλαντεύονται διαρκώς ανάμεσα στην ανυπομονησία και την απελπισία.

Πλανώνται πλάνην μεγάλην! Η κρίση της ευρωζώνης όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε, αλλά είναι καθαρά θέμα χρόνου πότε θα εκδηλωθεί με πιο βίαιο τρόπο. Ήδη, από την περασμένη εβδομάδα το σύνολο της ευρωζώνης βυθίστηκε στη δεύτερη ύφεση, ποιοτικά χειρότερη από εκείνη του 2008. Πρώτον, γιατί τότε ήταν κυρίως "εισαγόμενη" από τη Γουόλ Στριτ, ενώ τώρα είναι ενδογενής. Δεύτερον, γιατί μέχρι χθες εστιαζόταν στην περιφέρεια- Μεσογειακές χώρες, Ιρλανδία, Πορτογαλία- ενώ τώρα αγγίζει το σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, η οποία περιγράφεται από το Βερολίνο ως ο Μεγάλος Ασθενής της ευρωζώνης. Και τρίτον, γιατί αυτή τη φορά δεν φαίνεται να υπάρχει καμία ατμομηχανή, ικανή να ξεκολήσει την παγκόσμια οικονομία από το βάλτο. Η Ιαπωνία πάει ακόμη χειρότερα από την Ευρώπη, η Αμερική βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε μια αναιμική ανάπτυξη και σε μια δεύτερη ύφεση- ιδίως αν ο Ομπάμα υποχωρήσει άτακτα στην πίεση που δέχεται ενόψει των σκληρών δημοσιονομικών αποφάσεων που καλείται να λάβει- ενώ η Κίνα και οι λοιπές υπερτιμημένες "αναδυόμενες οικονομίες" των BRICs χωλαίνουν.

Στο εσωτερικό, κάτω από τη λεπτή κρούστα της απογοήτευσης, συσσωρεύονται τεράστια αποθέματα λαϊκού μίσους, σαν μάγμα που όσο περισσότερο συμπιέζεται, τόσο πιο τρομερή προοιωνίζεται την αναπόφευκτη έκρηξη. Κι αυτό, ενώ ακόμη ο πολύς κόσμος δεν έχει ακόμη νοιώσει στο πετσί του τι εστί Μνημόνιο ΙΙΙ. Ακόμη δεν έχουν έρθει οι κουτσουρεμένες συντάξεις, ακόμη δεν έχουμε πληρώσει το πετρέλαιο- φωτιά, ακόμη δεν έχουν αρχίσει για τα καλά οι απολύσεις στο Δημόσιο- αλλά όλα αυτά θα γίνουν μέσα στις αμέσως προσεχείς εβδομάδες ή μήνες, πυρακτώνοντας την ήδη ηλεκτρισμένη κοινωνική ατμόσφαιρα.

 


Η Ελλάδα νεοαποικία χρέους

 

Στο μεταξύ, η ελληνική ολιγαρχία κυριεύεται από το φόβο του τερματοφύλακα πριν απ΄ τα πέναλτι. Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι πάνω στο χαρτί όπου τυπώθηκε το Μνημόνιο ΙΙΙ κι έρχονται οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που επέβαλε στα ασπόνδυλα της τρικομματικής κυβέρνησης το σιδερένιο χέρι της τρόικα, ως όρο για την εκταμίευση των δανειακών δόσεων. Είναι ζήτημα αν υπάρχει Μπανανία της Λατινικής Αμερικής που να έχει υπογράψει τόσο εξευτελιστικούς όρους: Η παραμικρή δαπάνη από τον ειδικό λογαριασμό του χρέους θα απαιτεί τρεις υπογραφές: του Έλληνα υπουργού Οικονομικών, του εκπροσώπου της ΕΚΤ και εκείνου του EFSF, θέτοντας και τυπικά τη χώρα μας σε καθεστώς νεοαποικίας χρέους.

Παράλληλα, το μάνατζμεντ των ελληνικών τραπεζών θα περάσει, με τους προβλεπόμενους όρους ανακεφαλαιοποίησής τους, κυρίως στους Γερμανούς και δευτερευόντως στους ελλάσσονες, πλεονασματικούς εταίρους τους (Γαλλία, Ολλανδία, Αυστρία κ.α.). Κατ΄ αυτό τον τρόπο, το ξένο κεφάλαιο θα καταλάβει αναίμακτα τα στρατηγικά υψώματα της ελληνικής οικονομίας. Την επόμενη ημέρα, οι υπό ξένο έλεγχο διοικήσεις των τραπεζών θα αρχίσουν να εκβιάσουν στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις του παραγωγικού τομέα, εκδοτικούς ομίλους και άλλες εταιρείες που έχουν μεγάλα χρέη, να δεχθούν επιθετικές εξαγορές ή συγχωνεύσεις, επί ποινή εξώθησής τους στη χρεοκοπία. Αυτός είναι ο λόγος που βλέπουμε μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου, κατ΄ εξοχήν υπέρμαχους των μνημονίων, να "επαναστατούν" ξαφνικά εναντίον της Μέρκελ και της "νέας αποικιοκρατίας", λες και είδαν το φως το αληθινό στο δικό τους δρόμο προς τη Δαμασκό.


Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα…

 

Τελευταία Μεγάλη Ιδέα της ελληνικής αστικής τάξης, ο ευρωπαϊσμός εξέφραζε τη φιλοδοξία της να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα του δυτικού κόσμου. Η παλιά Ψωροκώσταινα φαντασιωνόταν ότι θα γίνει κάτι σαν Βέλγιο ή Αυστρία του μεσογειακού Νότου. Αλλοίμονο, η κτηνωδώς ιμπεριαλιστική Ευρώπη της Μέρκελ και του Σόιμπλε δεν μπορεί να ξεφύγει από την ανισόμετρη ανάπτυξη και τη δομική πόλωση, όπως η χελώνα δεν μπορεί να ξεφύγει από το καβούκι της. Στη μνημονιακή κοιλάδα των δακρύων, η Ελλάδα κατρακυλάει ταχύτατα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, για να γίνει εξίσου "ισότιμος" εταίρος των ισχυρών στην Ε.Ε. όσο "ισότιμος εταίρος" της Αμερικής είναι το Μεξικό στο πλαίσιο της NAFTA.

Με τους όρους μιας δογματικά οικονομίστικης ανάλυσης, αυτή η ζοφερή πραγματικότητα θα ήταν θεωρητικά δυνατό να τροφοδοτεί "ριζοσπαστικές" τάσεις σε ένα μέρος της αστικής τάξης, τουλάχιστον σε αυτό που συνδέεται περισσότερο με την εσωτερική αγορά. Κάτι τέτοιο υπονόησε η Αλέκα Παπαρήγα με την πολύκροτη τοποθέτησή της στη Βουλή, όπου διαπίστωσε εσωτερικό διχασμό της αστικής τάξης σε "κόμμα του ευρώ" και "κόμμα της δραχμής", με βασικό πολιτικό εκπρόσωπο του τελευταίου τον ΣΥΡΙΖΑ.

Πρόκειται – για να το θέσουμε όσο πιο ευγενικά γίνεται – για εσφαλμένη εκτίμηση, η οποία υπερτονίζει τον οικονομικό παράγοντα και υποτιμά τον πολιτικό. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε "εθνική αστική τάξη" ούτε στις εποχές της ταχείας εκβιομηχάνισης και της μετεμφυλιακής συντριβής της Αριστεράς. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα, στην εποχή της αποβιομηχάνισης, όπου κυριαρχούν τα πιο αντιδραστικά, τα πιο διαπλεκόμενα με τον ξένο παράγοντα τμήματα του κεφαλαίου (τράπεζες, εφοπλιστές, κατασκευές). Κυρίως δεν μπορεί να υπάρξει γιατί η ελληνική αστική τάξη τρέμει τον λαϊκό παράγοντα πολύ περισσότερο από όσο φοβάται την υποβάθμισή της σε ρόλο υπεργολάβου του ξένου κεφαλαίου.

Ακόμη κι αν κάποιες στιγμές δελεάζεται να "παίξει" προσωρινά με το λαϊκό κίνημα και την Αριστερά για να έχει κάποια διαπραγματευτικά ατού με τους ξένους, την επόμενη στιγμή σκέφτεται ότι, όπως θάλεγε ο Μάο, το πιο δύσκολο δεν είναι να καβαλήσεις την τίγρη, αλλά να κατέβεις από τη ράχη της και να μείνεις ζωντανός. Γιαυτό και οι κονδυλοφόροι που εξεγείρονται το πρωί με τη Μέρκελ, κατακεραυνώνουν το βράδυ τους εργάτες που αποδοκιμάζουν τον Φούχτελ και τους δασκάλους που απάγονται γκανγκστερικά από τους ασφαλίτες. Μπροστά στη μείζονα απειλή του "εσωτερικού εχθρού", καταπίνουν γογγύζοντας κάθε ταπείνωση από τους "συμμάχους"¨τους- δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, σαν να προσμένουν κάποιο θάμα…


Η σημαία της δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας είναι κόκκινη!

 

Ο συνδυασμός οικονομικής διάλυσης, κοινωνικής πόλωσης και εθνικής ταπείνωσης δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, μια "κρίση ηγεμονίας" του κυρίαρχου μπλοκ. Τα δύο προηγούμενα μνημόνια έφαγαν τις κυβερνήσεις τους και το τρίτο δεν προοιωνίζεται τίποτα διαφορετικό. Φυσικά, το σύστημα διαθέτει ακόμη κάποιες εφεδρείες-η απλή αναλογική θα ήταν ενδεχομένως μία από αυτές, αν και θα σήμαινε ότι ο Σαμαράς αναγνωρίζει πως η Αριστερά θα είναι πρώτη δύναμη στις επόμενες εκλογές, γεγονός που θα μπορούσε να επιταχύνει την αποδόμηση του αστικού μπλοκ- και ελπίζει να δημιουργήσει εν θερμώ κάποιες άλλες, όπως ένα νέο κεντρώο κόμμα.

Το πιθανότερο είναι, όμως, ότι όλα τα σενάρια "ομαλών" λύσεων θα αποτύχουν αν δεν γίνει κάποιο "θαύμα"- εκτόνωση της παγκόσμιας κρίσης, ανατροπές στην ευρωζώνη- που δεν φαίνονται στον ορίζοντα, ούτε εξαρτώνται στο ελάχιστο από τη δική μας ολιγαρχία. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κυρίαρχα οικονομικά και πολιτικά κέντρα δελεάζονται ολοένα και περισσότερο από σενάρια κάποιου είδους απολυταρχικής εκτροπής. Δεν μιλάμε, βέβαια, για παραδοσιακό φασισμό ή χούντα, αλλά για μια "κυριαρχία χωρίς ηγεμονία", για την προσφυγή σε ένα είδος "απολυταρχικού κράτους εκτάκτου ανάγκης" μέσα από ένα γύρο ακραίων κοινωνικών φαινομένων και πολιτικής προβοκάτσιας. Όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα στις γενικές απεργίες, στο γιορτασμό του Πολυτεχνείου, στη Θεσσαλονίκη με τις συλλήψεις συνδικαλιστών, αλλά και όσα προοιωνίζεται η ευρεία υιοθέτηση της υπεραντιδραστικής θεωρίας των "δύο άκρων" αποτελούν προανάκρουσμα πολύ επικίνδυνων τάσεων.

Όλα αυτά διαμορφώνουν συνθήκες γενικευμένης "εθνικής κρίσης" στον ελληνικό, κοινωνικό σχηματισμό. Ευρύτατα λαϊκά- δημοκρατικά αιτήματα, όπως η αντιμετώπιση της οικονομικής καταστροφής, η αποτροπή της κοινωνικής διάλυσης, η προστασία της δημοκρατίας και η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, αποκτούν σ΄αυτή τη συγκυρία εκρηκτικά ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Γιατί, αν και θεωρητικά θα μπορούσαν να αφομοιωθούν από το σύστημα, είναι αδύνατο να υιοθετηθούν και πολύ περισσότερο να γίνουν αντικείμενο μαχητικής διεκδίκησης από την ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της. Στη σημερινή συγκυρία, η σημαία της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας είναι κόκκινη! Όπως, τηρουμένων των αναλογιών, και στην ΕΑΜική εποποιία, η ελληνική εργατική τάξη και τα κόμματά της είναι οι μόνοι δραστήριοι παράγοντες που μπορούν να σηκώσουν στους ώμους τους το μεγάλο ιστορικό φορτίο της λαϊκής σωτηρίας και της εθνικής αναγέννησης, απέναντι σε μια παρηκμασμένη, σε μεγάλο βαθμό παρασιτική και ξεκάθαρα αντιδραστική αστική τάξη, που είναι καταδικασμένη να προδίδει ακόμη και το δικό της, φιλελεύθερο παρελθόν.


Ο αδύνατος κρίκος

 

Αν αυτή η γραμμή ανάλυσης περιέχει έναν πυρήνα αλήθειας, τότε η ελληνική Αριστερά θα πρέπει να προετοιμάζεται όχι για έναν εκλογικό περίπατο, αλλά για μια αποφασιστική σύγκρουση ζωής ή θανάτου. Δυστυχώς, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ή τουλάχιστον αυτό που επικρατεί επικοινωνιακά ως συνισταμένη της, δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των διακυβευμάτων και πολύ περισσότερο να προετοιμάζει τις λαϊκές δυνάμεις για τη σφοδρότητα των αναμετρήσεων που μας περιμένουν. Ειδικά το τελευταίο διάστημα συμπεριφέρεται λες κι έχει στην τσέπη της την κυβέρνηση και, πολύ περισσότερο, την πραγματική εξουσία- χωρίς να προβληματίζεται για το γεγονός ότι στο μαζικό κίνημα μετράει πολύ λιγότερο από το ΚΚΕ ή και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή από το γεγονός ότι στις συνελεύσεις για το νέο κόμμα μαζεύονται βασικά αριστεροί σαραντάρηδες και πενηντάρηδες από τις δύο διασπάσεις του ενιαίου Συνασπισμού.

Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται καμμία ουσιαστική πίεση από τα αριστερά, παρά μόνο από τα δεξιά του. Γεγονός για το οποίο δεν φταίνε μόνο τα εκλογικά ποσοστά της υπόλοιπης Αριστεράς, αλλά κατά κύριο λόγο η πολιτική της γραμμή, ή μάλλον η ανυπαρξία πολιτικής γραμμής. Μιλάμε βέβαια κυρίως για το ΚΚΕ, το οποίο αντιμετωπίζει το ΣΥΡΙΖΑ όχι ως ιδεολογικό αντίπαλο, αλλά ως ταξικό εχθρό και μάλιστα ως τον κυριότερο ταξικό εχθρό της περιόδου, αναπαράγοντας τις χειρότερες σεχταριστικές στιγμές του "σοσιαλφασισμού". Μ΄αυτό τον τρόπο χάνει το δίκιο του, όποτε έχει δίκιο (και πολλές φορές έχει) και καταλήγει να πυροβολεί τον ίδιο τον εαυτό του, διευκολύνοντας την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ- ιδίως όταν οι τοποθετήσεις του ευλογούνται από τα πιο αντιδραστικά επιτελεία της αστικής τάξης, όπως την περίοδο του Τζαννετακισμού.

Ακόμη δυστυχέστερα, τη λογική της ηγεσίας του ΚΚΕ φαίνεται να υιοθετούν, φυσικά από άλλες ιδεολογικές αφετηρίες και τμήματα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Δέσμιοι ενός μηχανιστικού, δογματικού "μαρξισμού", έχουν διαρκώς δεμένο στο ζωνάρι ένα "αριστερόμετρο" παντός καιρού, με το οποίο μετράνε ποιοι στόχοι ή/και μορφές πάλης είναι παντού και πάντα "ρεφορμιστικοί" και ποιοι "επαναστατικοί". Αυτή η λογική δεν έχει τίποτα το κοινό με τη λενινιστική αντίληψη της πολιτικής, που συμπυκνώνεται στην έννοια του αδύνατου κρίκου. Του ζητήματος ή του πλέγματος ζητημάτων σε κάθε συγκυρία, που μπορεί να μην είναι εξ αρχής επαναστατικά- σοσιαλιστικά, αλλά αποτελούν τον αποφασιστικό κόμβο που οδηγεί τελικά, από την ίδια την εσωτερική διαπλοκή των προβλημάτων και της ταξικής πάλης, στον αγώνα για την πραγματική εξουσία, δηλαδή την επανάσταση (βλέπε, για παράδειγμα "Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας", Απρίλης 1918).

Έτσι, επαναστατική πολιτική το 1973-74 δεν ήταν να θέτεις στην ημερήσια διάταξη θέμα σοσιαλισμού και αυτοδιαχείρισης, αλλά να πιαστείς από τον αδύνατο κρίκο στο σύστημα της αστικής κυριαρχίας εκείνη τη στιγμή, δηλαδή τα ζητήματα του ιμπεριαλισμού και της δημοκρατίας και να ενώσεις με τις κατάλληλες μορφές πάλης τις ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις σε μια ρήξη, που αργά ή γρήγορα θα έθετε επί τάπητος την κοινωνική αλλαγή σε όλες τις διαστάσεις της. Ανάλογα σήμερα, επαναστατική πολιτική δεν είναι να ονειρεύεσαι Σοβιέτ ή να ζητάς αύριο το πρωί την κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, αλλά να συγκεντρώσεις όλη τη δύναμη πυρός απέναντι στους αδύνατους κρίκους του συστήματος- χρέος, μνημόνια- απ΄ όπου θα ξετυλιχτεί ολόκληρη η αλυσίδα, από την έξοδο από το ευρώ, μέχρι το πρόβλημα της εξουσίας.


Το ενιαίο μέτωπο και το πρόβλημα της κυβέρνησης

 

Πρέπει να είναι πολιτικά τυφλός κανείς για να μην κατανοεί ότι η στάση πληρωμών και η μονομερής ακύρωση των μνημονίων, έστω και από έναν συνασπισμό δυνάμεων υπό ρεφορμιστική ηγεμονία, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε σκληρή σύγκρουση με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Στη συνέχεια επιβάλει ριζοσπαστικά μέτρα, στο πλαίσιο μιας οικονομικής πολιτικής εκτάκτου ανάγκης- με πρώτα βήματα την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη σχεδόν βέβαιη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα- που θα φέρουν τις λαϊκές δυνάμεις σε μετωπική ρήξη με την ελληνική ολιγαρχία. Μια παρόμοια, ιστορικών διαστάσεων σύγκρουση απαιτεί πολιτική στήριξη και διεύθυνση από ένα ενιαίο μέτωπο των αριστερών, ριζοσπαστικών δυνάμεων, πολύ ευρύτερο από τις πολύτιμες, αλλά περιορισμένες δυνάμεις επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς.

Ενιαίο μέτωπο δεν σημαίνει συγχώνευση, ούτε πολιτική ουράς. Ασφαλώς, υπάρχουν πάμπολλοι λόγοι να μην έχουν οι αγωνιστές της επαναστατικής Αριστεράς εμπιστοσύνη στο ΣΥΡΙΖΑ, όπως έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαχωρίζονται από αυτόν σε καίρια ζητήματα στρατηγικής σημασίας, με πρώτο τον δεισιδαιμονικό σεβασμό του στο ευρώ, την Ε.Ε. και την αστική νομιμότητα. Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι το σημείο του να θεωρούν το ΣΥΡΙΖΑ τυπικό αστικό κόμμα απέναντι στο οποίο δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν από το να το "αποκαλύψουν", ποντάροντας στην όσο γίνεται πιο γρήγορη χρεοκοπία του, η απόσταση είναι τόσο τεράστια όσο αυτή που χωρίζει μια επαναστατική γραμμή μαζών από μια πολιτική σέχτα.

Η γραμμή του ενιαίου μετώπου δεν είναι νεολογισμός κάποιων "όψιμων συνοδοιπόρων του ΣΥΡΙΖΑ". Είναι η στρατηγική που χάραξε η Τρίτη Διεθνής για τη Δυτική Ευρώπη στο Τρίτο και το Τέταρτο Συνέδριο, τα τελευταία που έγιναν ζώντος του Λένιν και υπό την καθοδήγησή του. Στη σχετική έκκλησή της, τον Ιανουάριο του 1922, η Διεθνής υπογράμμιζε, μπροστά στην απειλητική επίθεση της διεθνούς αντίδρασης, μια "κοινή πλατφόρμα με τους σοσιαλδημοκράτες" εκείνης της εποχής για ένα "ελάχιστο πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων". Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, η απόφαση του Τετάρτου Συνεδρίου ρίχνει μάλιστα το σύνθημα για μια "κυβέρνηση του ενιαίου μετώπου" ή "εργατική κυβέρνηση", με στήριξη ή και συμμετοχή των κομμουνιστών, ενδεχομένως και υπό την ηγεμονία των ρεφορμιστών, η οποία θα μπορούσε να προκύψει μέσα από το γενικό εκλογικό δικαίωμα, προτού κριθεί με επαναστατικό τρόπο το πρόβλημα της πραγματικής εξουσίας. Στη σχετική απόφαση τονίζεται ότι μια τέτοια κυβέρνηση "δεν θα είναι η δικτατορία του προλεταριάτου, ούτε καν μια αναγκαία μεταβατική μορφή προς αυτήν. Αποτελεί ωστόσο μια αφετηρία για την κατάκτησή της".

Μήπως η πρόσφατη ιστορική εμπειρία στη Λατινική Αμερική και ιδιαίτερα στη Βενεζουέλα δεν επιβεβαιώνει τη γονιμότητα και την επικαιρότητα αυτής της γραμμής; Ο Ούγκο Τσάβες και οι σύντροφοί του δεν ήταν πεπεισμένοι κομμουνιστές. Βγήκαν από τους κόλπους ενός αστικού στρατού, ο οποίος τους ανέχθηκε προσωρινά για να αποφύγει το χειρότερο- έναν ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο, όπου θα μπορούσαν να χαθούν τα πάντα για το σύστημα που ήταν ταγμένος να στηρίζει. Οι κομμουνιστές της Βενεζουέλας, αλλά και της Ελλάδας αν δεν κάνουμε λάθος, στήριξαν τον Τσάβες στη σύγκρουσή του με τον ιμπεριαλισμό, χωρίς να συγχωνεύονται μαζί του και χωρίς να παραιτούνται από την κριτική, την αντιπαράθεση και την αυτονομία δράσης. Ήταν άραγε η αριστερή κυβέρνηση του Τσάβες εμπόδιο στην ανάπτυξη του αριστερού ριζοσπαστισμού, στη Βενεζουέλα και σ΄ ολόκληρη τη Λατινική Αμερική τα τελευταία 14 χρόνια; Και δεν έδειξε η πολυκύμαντη διαδρομή της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας, με τις νίκες και τις ήττες της, τα επιτεύγματα και τους δισταγμούς της, ότι περίοδοι παραλυτικής ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση, περίοδοι σκληρού αγώνα για την κατάκτηση της εργατικής ηγεμονίας, μπορεί να κρατήσουν πολύ και να πάρουν τις πιο απρόβλεπτες μορφές στην εποχή μας;


Παρατεταμένη λαϊκή αντεπίθεση

Το μείζον πρόβλημα με την Αριστερά, στη σημερινή συγκυρία, είναι ότι αδυνατεί να παίξει το ρόλο της στη συλλογική οργάνωση και πολιτική διεύθυνση ενός κινήματος μαζών με προοπτική νίκης- ο μεν ΣΥΡΙΖΑ γιατί περιμένει να του πέσει στο πιάτο η κυβέρνηση, σαν ώριμο φρούτο, το δε ΚΚΕ και οι απροσδόκητοι συνοδοιπόροι του γιατί περιμένουν να αποδομηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας ότι θα πέσουν στο δικό τους πιάτο κάποια θραύσματα του αντιπάλου τους. Στο μεταξύ, το λαϊκό κίνημα, αφού δοκίμασε 30 γενικές και πολλαπλάσιες κλαδικές απεργίες, Αγανακτισμένους, πορείες και εκλογές, φτάνει σε κάποια όρια και δυσκολεύεται να βρει το μοχλό για το επόμενο, αποφασιστικό άλμα.

 Ο κίνδυνος είναι να περάσει οριστικά η πρωτοβουλία των κινήσεων στα χέρια του αντιπάλου και να υποστεί το ελληνικό εργατικό κίνημα μια ήττα όχι απλά στρατηγικών, αλλά ιστορκών διαστάσεων, που θα πάει την ελληνική κοινωνία δεκαετίες πίσω και για να αντιστραφεί θα χρειστεί να περάσουν όχι ένα ή δύο χρόνια, αλλά ένα ή δύο γενιές. Μπροστά στο μέγεθος των διακυβευμάτων, καταντά εντελώς σχιζοφρενική αυτή η ενδοαριστερή αλληλοεξόντωση, η πανσερμία της προσωπικής μωροφιλοδοξίας, ο εύκολος στιγματισμός της ειλικρινούς αγωνίας ως πολιτικής ιδιοτέλειας.

Ο πόλεμος δεν έχει κριθεί. Τίποτα πραγματικά καίριο δεν έχει χαθεί ακόμη. Το παράθυρο που μας άνοιξε αυτή η ιστορική κρίση δεν έχει κλείσει. Αλλά δεν θα είναι ανοιχτό επ΄ άπειρον. Το λαϊκό κίνημα δεν θα κάνει το αποφασιστικό άλμα μόνο του, ούτε πολύ περισσότερο όσο επαφίεται στις ντουφεκιές στον αέρα των όποιων Παναγόπουλων. Εκείνο που χρειάζεται, πιστεύουμε, είναι μια μεγάλη αγωνιστική πρωτοβουλία με την ευρύτερη δυνατή πολιτική στήριξη και με πρωτοβουλία των δυνάμεων της Αριστεράς, που θα ανεβάσει κατακόρυφα την αυτοποποίθηση των λαϊκών δυνάμεων και θα τους προσφέρει ορατή προοπτική νίκης.

Σχηματικά, θα μιλάγαμε για έναν κοινωνικό και πολιτικό Ανένδοτο διαρκείας, με άμεσο στόχο την κατάργηση των μνημονίων και του χρέους και την ανατροπή της τρικομματικής κυβέρνησης. Μια γενική απεργία διαρκείας θα ήταν ο πιο ευθύς δρόμος, αλλά οι συνθήκες και η συνείδηση των μαζών δεν το επιτρέπουν ακόμη. Το πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία της σύνολης Αριστεράς: Με αφορμή την επισημοποίηση της μετατροπής της Ελλάδας σε μνημονιακό προτεκτοράτο, να θέσει θέμα συνταγματικής εκτροπής και εθνικής προδοσίας, να δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζει πλέον τη νομιμότητα αυτής της κυβέρνησης και να εγκαινιάσει μια πανελλαδική, αλυσιδωτή κινητοποίηση με στόχο τη διάλυση της Βουλής, την προκήρυξη εκλογών και τη δημιουργία μιας νέας, συντακτικής, λαϊκής Εθνοσυνέλευσης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι βουλευτές της Αριστεράς να απέχουν από κάθε ψηφοφορία στο κοινοβούλιο πέρα από τις συζητήσεις για πρόταση μομφής, όποτε επιλέξουν παρόμοια κίνηση. Το κυριότερο, να μεταφέρουν το κέντρο βάρους της πολιτικής δράσης στους δρόμους και τις πλατείες, αρχίζοντας από επαρχιακές πόλεις και γειτονιές και καταλήγοντας σε μια ειρηνική κατάληψη διαρκείας του κέντρου της Αθήνας, μέχρι να πέσει η κυβέρνηση. Συμβολικές καταλήψεις δημοσίων χώρων, εναλλακτικά μέσα μαζικής αντιπληροφόρησης, νεανικά δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, κλαδικές απεργίες και στο βαθμό που δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες γενική απεργία, θα συνοδεύουν και θα δώσουν άλλη διάσταση σε αυτό το μεγάλο αγώνα, που θα γράφει στη σημαία του:


Θέλουμε πίσω τη ζωή μας!

Θέλουμε πίσω τη χώρα μας!

Θέλουμε πίσω το μέλλον μας!

 

ΠΗΓΗ:   19-11-2012, http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=10065:koinoniko-anendoto&catid=72:dr-ekdilosis&Itemid=279