Ολίγον παραβάτες, ολίγον παιδαγωγοί …

Ολίγον παραβάτες, ολίγον παιδαγωγοί, ολίγον… έγκυοι!

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Η περίπτωση του μαθητή στο λύκειο Λευκίμμης στην Κέρκυρα, ο οποίος, ύστερα από απόφαση της Δικαιοσύνης, κλήθηκε να παρακολουθήσει ξανά την Α΄ Λυκείου ενώ ήδη φοιτούσε στη Γ΄, προκάλεσε αμηχανία, κυρίως λόγω της ανεπαρκούς παρουσίασης του θέματος από τα μέσα ενημέρωσης. Σταδιακά η υπόθεση φωτίστηκε από αρκετές οπτικές γωνίες. Έτσι είναι δυνατή μία μάλλον ασφαλής ανασύνθεσή της: το σχολικό έτος 2006-2007 ο εμπλεκόμενος μαθητής υπερέβη το επιτρεπτό από τη νομοθεσία όριο απουσιών.

Ο σύλλογος διδασκόντων του λυκείου του έκρινε ανεπαρκή τη φοίτησή του, συνεπώς έπρεπε να επαναλάβει την τάξη. Οι γονείς του αμφισβήτησαν την απόφαση των καθηγητών, επειδή ο μαθητής υπερέβαινε το όριο των 114 απουσιών μόλις κατά 4, επειδή είχε νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, άρα υπεισερχόταν ο ανθρώπινος παράγοντας, κι επειδή η υπέρβαση του ορίου απουσιών αποδόθηκε επιπλέον σε μονοήμερη αποβολή του νέου, η οποία όμως ήταν, κατά τους γονείς, άδικη και φανέρωνε τον αυταρχισμό του λυκειάρχη. Έτσι οι γονείς προσέβαλαν στη Δικαιοσύνη την απόφαση των διδασκόντων. Σημειωτέον ότι ο μαθητής φοιτούσε στην Α΄ λυκείου για δεύτερη χρονιά, καθώς το σχολικό έτος 2005-2006 δεν προβιβάστηκε, και πάλι λόγω απουσιών (πραγματοποίησε 139 απουσίες, εκ των οποίων 66 αδικαιολόγητες, με όριο για το σύνολο των απουσιών τις 114 και για τις αδικαιολόγητες τις 50 απουσίες). Σημειωτέον επίσης ότι τη δεύτερη χρονιά της φοίτησης του μαθητή στην Α΄ λυκείου, ο σύλλογος τελικά δικαιολόγησε τις απουσίες της αποβολής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στο εφετείο, αποδεχόμενο ασφαλιστικά μέτρα που «πάγωναν» την απόφαση των καθηγητών κι επέτρεπαν στον μαθητή να φοιτήσει στην επόμενη τάξη μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το εφετείο. Τον Οκτώβριο του 2008 το Διοικητικό Εφετείο Ιωαννίνων δικαίωσε τον σύλλογο διδασκόντων. Η δικαστική απόφαση κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερόμενους τον Φεβρουάριο του 2009, κι ενώ ο μαθητής φοιτούσε πλέον στη Γ΄ λυκείου. Έπρεπε λοιπόν να επιστρέψει στην Α΄ τάξη!

Η έκδοση της δικαστικής απόφασης με τόση χρονική καθυστέρηση δικαίως κατέστησε μονόδρομο την απόφαση του Υπουργείου να συνεχίσει ο μαθητής στη Γ΄ λυκείου: εφόσον ήδη είχε προβιβαστεί από την Α΄ στη Β΄ κι από τη Β΄ στη Γ΄, θα 'ταν οξύμωρο να υποχρεωθεί σε νέα παρακολούθηση των δύο προηγούμενων τάξεων, απ' τις οποίες αποφοίτησε με επιτυχία. Είναι φανερό πως η τραγελαφική κατάσταση που δημιουργήθηκε είναι απόρροια της κάκιστης λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Και η κρίση αυτή δεν αφορά, φυσικά, το αν το δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη του τυχόν «ανθρώπινες» παραμέτρους – άλλωστε ο ορισμός του «ανθρώπινου» δύναται να προσλάβει πολλές ερμηνείες, όπως θα συζητήσουμε παρακάτω· αφορά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, ο οποίος εκ των πραγμάτων καθιστούσε την όποια απόφαση ξεπερασμένη από τα ίδια τα γεγονότα.

Κι ενώ τα πυρά θα 'πρεπε να στρέφονται εναντίον της γραφειοκρατικής Δικαιοσύνης, για μία ακόμη φορά στράφηκαν εναντίον των καθηγητών και της παιδαγωγικής τους επάρκειας! Η ελαφρότητα με την οποία πολιτικοί, δημοσιογραφικοί, ακόμη και συνδικαλιστικοί φορείς τοποθετούνται πάνω σε εκπαιδευτικά ζητήματα, συχνά μεταβάλλοντας προηγούμενες τοποθετήσεις τους και αποποιούμενοι τις ευθύνες τους, είναι παροιμιώδης. Στην παρούσα υπόθεση το Υπουργείο παρουσιάστηκε λίγο-πολύ σαν θεματοφύλακας της ανθρωπιάς, ενώ ο σύλλογος των διδασκόντων σαν άκαμπτο διοικητικό όργανο που συνθλίβει κάθε ευαισθησία. «Πίσω από τους αριθμούς κρύβονται ανθρώπινες ψυχές που πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε με ζεστασιά και να τις αγκαλιάζουμε», δήλωσε ο υπουργός Παιδείας κ. Άρης Σπηλιωτόπουλος. Όμως ο σύλλογος διδασκόντων του λυκείου Λευκίμμης, αμέσως μετά από την κοινοποίηση σ' αυτόν της δικαστικής απόφασης κι ενώ ο μαθητής φοιτούσε πλέον στη Γ΄ λυκείου, ζήτησε από το Υπουργείο να του διευκρινίσει πώς θα χειριζόταν την υπόθεση. Το Υπουργείο απάντησε στον σύλλογο, υπενθυμίζοντάς του τη σχετική νομοθεσία, ότι «οι δικαστικές αποφάσεις είναι άμεσα εκτελεστές». Τι συμβαίνει λοιπόν; Όταν μια υπόθεση διακινείται σε στενά «υπηρεσιακούς» χώρους πρέπει να εφαρμόζεται ο νόμος, ενώ όταν αναλαμβάνουν τη διακίνησή της τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να αντιμετωπίζεται «με ζεστασιά»; Και γι' αυτήν την πολιτικάντικη επικοινωνιακή παλινωδία θα ελεγχθούν οι διδάσκοντες;

Μέχρι το σημείο, συνεπώς, που το Υπουργείο δηλώνει στο δελτίο τύπου της 30/3/2009 ότι «εκλείπει ο λόγος που [sic· προφανώς «για τον οποίο»] θα μπορούσε η δικαστική απόφαση να υλοποιηθεί», συμφωνούμε απολύτως. Όμως από εκεί και πέρα, είναι αδιανόητο τα επικοινωνιακά τρικ του Υπουργείου να επιφορτίζουν τους εκπαιδευτικούς. Γιατί «ανθρώπινες ψυχές» έχουν κι εκείνοι, και καταρρακώνονται όταν η συνέπεια και η νομιμοφροσύνη τους ποδοπατούνται και κουρελιάζονται. «Ανθρώπινες ψυχές» έχουν και οι μαθητές που στην συντριπτική τους πλειοψηφία σέβονται τους κανόνες της πολιτείας, δεν υπερβαίνουν τα θεσπισμένα όρια, και νιώθουν να εμπαίζονται απ' όσους επιπλέουν καταστρατηγώντας τους νόμους. «Ανθρώπινες ψυχές» έχουν και οι 13 μαθητές του λυκείου Λευκίμμης που, αν και υπερέβησαν το όριο απουσιών, ανέλαβαν την ευθύνη των πράξεών τους, δεν προσέβαλαν την απόφαση του σχολείου τους και παρακολούθησαν ξανά την ίδια τάξη. Επιπλέον, «ζεστό» και στοργικό «αγκάλιασμα» δεν είναι να κανακεύεις όσους επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά, όσους εκβιάζουν με πλανερές εντυπώσεις καταφεύγοντας στα μέσα ενημέρωσης, κάνοντάς τους το χατίρι σαν να 'ναι κακομαθημένα νήπια· «ζεστό» και στοργικό «αγκάλιασμα» είναι να υποδεικνύεις σε κάποιον τις αδυναμίες του και να τον βοηθάς να βελτιωθεί υπερβαίνοντάς τες, όχι να τον κολακεύεις και να τον εθίζεις στην ευκολία και τον ετσιθελισμό. Κι αν, στο κάτω-κάτω, πίσω από τους «αριθμούς» κρύβονται ανθρώπινες ψυχές, δεν ήταν ο σύλλογος των καθηγητών εκείνος που νομοθέτησε τους «αριθμούς»: το Υπουργείο ήταν. Αν δεν πιστεύει σ' αυτούς, ας τους καταργήσει ή ας διευκρινίσει ποιοι απ' όσους υπερβαίνουν τους κανόνες της πολιτείας «έχουν» ψυχή και ποιοι… «δεν έχουν»! Όχι όμως να εξευτελίζει μέσα από κουτοπόνηρες, ψηφοθηρικές δηλώσεις «ευαισθησίας» τους εκπαιδευτικούς!

Παράλληλα, όσοι επικρίνουν το σύλλογο διδασκόντων για τις «μόλις 4 παραπάνω» απουσίες, αποκρύπτουν ότι τα θεσπισμένα από την πολιτεία όρια απουσιών είναι κάθε άλλο παρά ασφυκτικά. Οι δέκα μέρες νοσηλείας του μαθητή στο νοσοκομείο μεταφράζονται το πολύ σε οκτώ εργάσιμες, δηλαδή το ανώτερο σε 56 απουσίες. Οι υπόλοιπες 62 (ως τις 118) απουσίες, απ' τις οποίες οι 41 αδικαιολόγητες, δεν είναι ήδη πολλές; Πού ήταν οι γονείς με τις μηνυτήριες αναφορές, όταν το παιδί τους απουσίαζε συστηματικά από το σχολείο, κι όταν μάλιστα η κατάσταση επαναλαμβανόταν για δεύτερη συνεχή χρονιά; Πόσο εφικτό είναι για έναν μαθητή να αναπληρώσει τα κενά του και να μην εθίζεται σε νοοτροπίες ευκολίας, που θα τον συνοδεύουν και σαν ενήλικα, όταν θα προσφέρει τις υπηρεσίες του στο κοινωνικό σύνολο; Γιατί λοιπόν στις ήδη πολλές απουσίες να προστεθούν «λίγες» ακόμα; Και πώς θα οριστεί το «λίγο»; Υπάρχει «πολύ» και «λίγο» έγκυος; Αν οι «λίγες» απουσίες καταστούν άγραφος κανόνας, τότε στο «άγραφο όριο» θα προστεθούν περαιτέρω «λίγες», σε μια πορεία χωρίς τέρμα. Η καταστρατήγηση ενός ορίου ή ενός νόμου σηματοδοτεί την απαρχή της καταστρατήγησης κι άλλων νόμων. Αν, εν προκειμένω», το δικαστήριο, που «όφειλε» να αποφανθεί «ανθρώπινα», κατέλυε το θεσπισμένο όριο, ποιος θα μπορούσε να εμποδίσει, λόγω του δεδικασμένου, τόσο την κατάργηση του συγκεκριμένου κανόνα όσο και την αμφισβήτηση άλλων; Είναι δυνατή η λειτουργία όχι μόνο ενός σχολείου αλλά της ίδιας της πολιτείας χωρίς την κοινή αποδοχή και την τήρηση συγκεκριμένων κανόνων συμπεριφοράς;

Γι' αυτό όσοι δημοσιογράφοι επέκριναν το σύλλογο διδασκόντων δεν δικαιώνονται ως προς την ορθότητα της κρίσης τους. Δεν είναι δυνατόν να σχολιάζεται ότι ένας μαθητής «βρέθηκε στο τέλος της χρονιάς να έχει ξεπεράσει (για λίγο) [σ.σ.: η υπογράμμιση δική μου] το συνολικό επιτρεπόμενο όριο απουσιών», άρα δεν μπορούμε για τους καθηγητές που σεβάστηκαν τον νόμο «να πιστέψουμε ότι είναι παιδαγωγοί και να τους ονομάσουμε έτσι» (εφημ. «Ριζοσπάστης», «Μπορούμε να μιλάμε για παιδαγωγούς;», 31/3/2009). Αυτές οι προσεγγίσεις δεν είναι απλώς επιπόλαιες· είναι λαϊκίστικες.

Από την άλλη μεριά η Ο.Λ.Μ.Ε., που συναγωνίζεται με τον δικό της τρόπο το Υπουργείο σε επικοινωνιακά παιχνίδια, οφείλει να διευκρινίσει ορισμένα σημεία της ανακοίνωσής της. Σημειώνει η Ο.Λ.Μ.Ε. πως «όταν οι διοικητικές πράξεις και αποφάσεις ακολουθούν στενά το γράμμα του νόμου, απογυμνωμένες από παιδαγωγική ευαισθησία, δεν οδηγούν σε καμιά περίπτωση σε απονομή δικαιοσύνης». Καταρχάς το «γράμμα του νόμου», όπως σχολιάσαμε νωρίτερα, είναι μάλλον ευρύχωρο παρά «στενό». Πέρα όμως απ' αυτό, επιβάλλεται να διευκρινιστεί πώς ορίζεται η «παιδαγωγική ευαισθησία» και πώς ακριβώς «παιδαγωγούνται» όσοι εντρυφούν στην εξαίρεση και στον εμπαιγμό του κοινωνικού συνόλου. Επιπρόσθετα, όταν η Ο.Λ.Μ.Ε. δηλώνει «θεωρούμε ότι είναι σημαντικό οι μαθητές μας να φεύγουν από το σχολείο έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές τους», οφείλει να εξηγήσει πώς αντιλαμβάνεται την «ολοκλήρωση» των σπουδών. Δηλαδή ποια «ολοκλήρωση» σπουδών επιτρέπει στους νέους να προσφέρουν στην κοινωνία και ποια να την εμπαίζουν; Η «ολοκλήρωση» έχει ποιοτικές προϋποθέσεις ή είναι αυτοσκοπός που συντελείται με οποιονδήποτε τρόπο;

Θα επαναλάβουμε λοιπόν ότι η συνέχιση της φοίτησης του μαθητή στη Γ΄ λυκείου ήταν μονόδρομος: όσες ενστάσεις κι αν κατατεθούν επ' αυτής, όσο βάσιμες κι αν είναι, ο μαθητής αναμφισβήτητα προώθησε τις σπουδές του -μ' όσες ελλείψεις του επιτρέπει η βάση του 9,5- κι εδώ δεν χωρά επιστροφή. Εκείνο όμως που δεν είναι ανεκτό είναι η απόπειρα να θεμελιωθεί θεωρητικά μία τελείως ιδιόρρυθμη υπόθεση. Γιατί άλλο είναι η κατανόηση της ιδιορρυθμίας της κι άλλο η λαϊκίστικη διαστρέβλωση των εννοιών «ανθρωπιά», «ευαισθησία», «παιδαγωγός» ή «νομιμοφροσύνη». Από εδώ και πέρα, και ιδίως σε ό,τι αφορά τον κ. Υπουργό, οφείλει αυτός να αναλογιστεί, εξαιτίας της θεωρητικής του υπεράσπισης στην υπόθεση, πώς θα αντιμετωπίσει ανάλογες περιπτώσεις στο μέλλον, καθώς προβλέπεται ότι, εξαιτίας των ευλογιών του, το «δεδικασμένο» της αναίρεσης δικαστικών αποφάσεων θα καταστεί κανόνας. Οπότε, πώς ο κ. Υπουργός θα υποστηρίξει τις σχολικές μονάδες προκειμένου να μην καταργηθεί η εύρυθμή τους λειτουργία; Επειδή όμως οι πολιτικοί λειτουργούν ψηφοθηρικά, εικάζουμε πως οποιαδήποτε αντίστοιχη μελλοντική κρίση προφανώς θα αντιμετωπιστεί, ως συνήθως, με κριτήρια επικοινωνιακά.

 

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 269, 16/4/2009

Γιάννης Στρούμπας

Υπό το κράτος του ζόφου…

Υπό το κράτος του ζόφου…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Το Νοέμβριο του 2006, με αφορμή την καταγγελία μαθήτριας του λυκείου Αμαρύνθου στην Εύβοια ότι κατά τη διάρκεια της κατάληψης του σχολείου υπήρξε η ίδια θύμα βιασμού από συμμαθητές της, στηλιτεύαμε την επίθεση που είχε εξαπολυθεί από δημοσιογράφους και πολιτικούς εναντίον των καθηγητών του λυκείου για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν την υπόθεση, μια υπόθεση όμως που ουσιαστικά δεν ήταν υποκείμενη στις αρμοδιότητες των διδασκόντων, εφόσον εκτυλίχτηκε κατά την κατάληψη κι ενώ το σχολείο δεν ελεγχόταν απ' τους καθηγητές.

Εξαιτίας του διασυρμού των εκπαιδευτικών σε απίστευτα δημοσιογραφικά πάνελ προβλέπαμε πως ο καλλιεργούμενος κλονισμός της εμπιστοσύνης απέναντι στους λειτουργούς τής εκπαίδευσης «οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις που ήδη εκδηλώνονται στις Η.Π.Α. και στη Γερμανία. Μένει απλά να δούμε», σχολιάζαμε, «πότε θα σημειωθεί κι εδώ το πρώτο κρούσμα εισβολής ένοπλων μαθητών σε σχολεία, καθώς και πόσα θύματα θα υπάρξουν.» («Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω!», εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 208, 22/11/2006.)

Η εισβολή τον προηγούμενο μήνα στη σχολή Ο.Α.Ε.Δ. του Ρέντη ενός ένοπλου 19χρονου μαθητή της, ο οποίος τραυμάτισε σοβαρά συμμαθητή του, κατόπιν άλλους δύο εργάτες μετά από την αποχώρησή του απ' τη σχολή, και στο τέλος αυτοκτόνησε, είναι το πρώτο περιστατικό που εισάγει στη χώρα μας τα αντίστοιχα ξενικά ήθη. Φαίνεται ότι η αντίδραση του 19χρονου θύτη και συνάμα θύματος δεν σχετίζεται με την απόρριψη συγκεκριμένα των εκπαιδευτικών, όπως υποθέταμε πριν από δυόμισι χρόνια. Είναι όμως βίαιη ενέργεια που εντάσσεται σε μια σειρά ανάλογων ενεργειών στους σχολικούς χώρους, από ληστείες για οτιδήποτε πολύτιμο φέρει ένας μαθητής (για παράδειγμα χρήματα ή κινητό τηλέφωνο) μέχρι βιασμούς, ξυλοδαρμούς σε συμπλοκές ανηλίκων ή διακίνηση ναρκωτικών.

Τα αίτια των βιαιοτήτων εντοπίζονται σε σοβαρά προβλήματα, όπως η οικονομική ένδεια, η αβεβαιότητα στην προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης, η κοινωνική περιθωριοποίηση, η οικογενειακή αστάθεια ή το συναισθηματικό κενό. Βάσιμη είναι και η παρατήρηση πως οι ακραίες συμπεριφορές υποδηλώνουν συνήθως κάποια ψυχική πάθηση. Πάντως, όσο κι αν ευσταθούν οι προηγούμενες επισημάνσεις, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική η επιλογή εκδήλωσης των βιαιοτήτων στους σχολικούς χώρους. Ψυχικές παθήσεις ταλάνιζαν τους ανθρώπους και πριν από μερικές, για παράδειγμα, δεκαετίες, όμως ήταν διαφορετικοί οι χώροι εκδήλωσης των όποιων αντιδράσεων. Η επιλογή των σχολικών χώρων ίσως δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι αποτελούν μικρογραφία της κοινωνίας απέναντι στην οποία εκδηλώνεται η οργισμένη αντίδραση και η απόρριψη, αλλά και στο γεγονός ότι φαίνεται να στεγάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα καταπιεστικό και αδιέξοδο, άρα αποτυχημένο, καθώς και τους φορείς του, που παρουσιάζονται ανεπαρκείς, αδιάφοροι και αλλοτριωμένοι. Έτσι ο εκπαιδευτικός χώρος γίνεται αποδέκτης των πυρών, και μάλιστα όχι μόνο μεταφορικά πλέον.

Οι αιτιάσεις, μεθοδευμένες ή ασύνειδες, μέσω των οποίων βάλλεται ο χώρος της εκπαίδευσης, αναδεικνύονται μέσα από δύο ενδεικτικά παραδείγματα. Αμέσως μετά από την ένοπλη επίθεση του 19χρονου κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο βίντεο από κινητό τηλέφωνο μαθητή, και πάλι του Ο.Α.Ε.Δ. στον Ρέντη, στο οποίο καταγράφονται οι μισοί περίπου μαθητές της τάξης να κοιμούνται κι ο καθηγητής να συνεχίζει το μάθημα «ακάθεκτος». Το σχόλιο που συνοδεύει την ανάρτηση του βίντεο θεωρεί αδιανόητη τη στάση του διδάσκοντα, ο οποίος επιτρέπει στους μαθητές του να κοιμούνται. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται δήλωση της δημοσιογράφου κ. Αγγελικής Νικολούλη, που αναπαράχθηκε από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του «Άλτερ» στις 12/4/2009. Συγκεκριμένα, η κ. Νικολούλη απορούσε πώς είναι δυνατό να διαφεύγουν από την εκπαιδευτική κοινότητα περιπτώσεις μαθητών που χρήζουν ψυχικής υποστήριξης, ώστε να παραπέμπονται σε ειδικούς επιστήμονες, ψυχολόγους ή ψυχιάτρους. Είναι εμφανές πως και στις δύο περιπτώσεις καταλογίζονται ευθύνες στους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί είναι αναμφίβολα ο εύκολος στόχος. Όμως η απόδοση ευθυνών σ' αυτούς για πολυσύνθετα κοινωνικά προβλήματα όχι μόνο δεν συμβάλλει στην αντιμετώπισή τους μα και διαιωνίζει μία άκρως επικίνδυνη στρέβλωση με ανεξέλεγκτες επιπτώσεις. Πόσο εφικτό είναι για τον εκπαιδευτικό που εκ των πραγμάτων, λόγω του περιεχομένου των σπουδών του, δεν είναι καταρτισμένος σε ψυχολογικά ζητήματα να εντοπίζει αντίστοιχα προβλήματα; Πόσο εφικτό είναι για τον εκπαιδευτικό, ο οποίος διδάσκει σε 6 ή 7 τμήματα των 30 μαθητών το καθένα, να ψυχολογεί νέους με βαθιά κρυμμένα μυστικά, νέους που αν και έτοιμοι να εκραγούν, δεν εκδηλώνονται παρά μόνο στο απρόσμενο ξέσπασμα; Πώς να αντιληφθεί ο εκπαιδευτικός τον νέο με την ψυχική πάθηση, όταν κάτι τέτοιο απαιτεί ιδιαίτερη, στενή επαφή, που καθίσταται αδύνατη λόγω της παράλληλης υποχρέωσης του εκπαιδευτικού να καλύψει τη διδακτέα ύλη του αντικειμένου του; Αν οι ίδιοι οι γονείς, με τα τρία, έστω, παιδιά, αδυνατούν να εντοπίσουν την ψυχική πάθηση, πώς να την εντοπίσει ο εκπαιδευτικός με τους 150 μαθητές; Η απορία της κ. Νικολούλη λοιπόν τής επιστρέφεται με την εξής μορφή, προκειμένου η ίδια να κατανοήσει καλύτερα την αστοχία της ένστασής της: «Πώς είναι δυνατόν, κ. Νικολούλη, να 'χετε εξιχνιάσει μόνο μερικές υποθέσεις εξαφανισμένων ατόμων, και να μην τις έχετε εξιχνιάσει όλες;»

Συνεπώς δεν είναι άξια απορίας η αδυναμία των εκπαιδευτικών να εντοπίσουν τους νέους που χρήζουν ψυχικής υποστήριξης. Παρ' όλες τις αντιξοότητες, ωστόσο, οι εκπαιδευτικοί κάποτε εντοπίζουν ανάλογες περιπτώσεις. Όποιος όμως θεωρεί ότι ο εντοπισμός είναι αρκετός για την παραπομπή ενός νέου σε ειδικούς επιστήμονες, πλανάται οικτρά. Η οποιαδήποτε παραπομπή προϋποθέτει τη συμφωνία των γονέων. Οι γονείς, πάλι, δεν είναι συνήθως δεκτικοί σε κάτι τέτοιο. Θεωρούν ότι το παιδί τους θα στιγματιστεί αν αποδεχτούν την ύπαρξη ψυχικής νόσου, γι' αυτό και αντιδρούν αρνητικά σε σχετικές επισημάνσεις, απορρίπτοντας το πρόβλημα. Μπροστά στην άρνησή τους, τα χέρια των εκπαιδευτικών είναι δεμένα. Επιπρόσθετα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ακόμη και η διαμεσολάβηση των ειδικών θα έλυνε όλα τα προβλήματα. Μήπως θυμάται η κ. Νικολούλη ποια κατάληξη είχε η υπόθεση του Σορίν Ματέι, την οποία χειρίστηκε ο συνάδελφός της κ. Νίκος Ευαγγελάτος, καθοδηγούμενος από «ειδικούς»; Ας μην έχει λοιπόν κανείς εύκολο το «ανάθεμα», ας μην προβαίνει μ' ελαφρότητα σε μετάθεση ευθυνών, προτού ν' ασκήσει την αυτοκριτική του και να συλλογιστεί τις προσωπικές του ευθύνες.

Κι αν η αδυναμία των εκπαιδευτικών να εντοπίσουν περιπτώσεις ψυχικών παθήσεων δεν είναι άξια απορίας, είναι άξια απορίας η στόχευση του βίντεο από αίθουσα της σχολής του Ο.Α.Ε.Δ. στον Ρέντη, το οποίο αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Αν δηλαδή το συγκεκριμένο βίντεο παρουσίαζε μία αίθουσα όπου οι μαθητές θα θορυβούσαν και θα εμπόδιζαν τη διεξαγωγή του μαθήματος, η κριτική θα ήταν κατανοητή. Εδώ, εφόσον ο καθηγητής διδάσκει απρόσκοπτα, γιατί θα έπρεπε ο μαθητής που βιντεοσκόπησε (παράνομα!) το κλίμα της αίθουσας να ενοχλείται; Εφόσον ο ίδιος έχει πρόσβαση στη γνώση, γιατί ενοχλείται που οι συμμαθητές του κοιμούνται; Κυρίως όμως, πώς ακριβώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός τους μαθητές που κοιμούνται, οι οποίοι είναι βιοπαλαιστές και προσέρχονται στη σχολή τους αμέσως μετά από τη δουλειά τους, χωρίς να έχουν φάει, χωρίς να έχουν αλλάξει καν ρούχα, όπως άλλωστε δήλωσε ο διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ. Ρέντη; Τι να κάνει ο καθηγητής που καλείται να διδάξει όχι μόνο σε κουρασμένους νέους, μα και σε νέους που δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για εξειδικευμένες γνώσεις, παρά επιζητούν το δίπλωμα πιστοποίησης μιας δεξιότητας την οποία ήδη εξασκούν στην πράξη; Και ποιος αλήθεια νοιάστηκε ειλικρινά για την προσαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος στις σύγχρονες ανάγκες, με βάσεις ρεαλιστικές; Επιπλέον, μήπως έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι η προσοχή των μαθητών στο μάθημα είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί; Ή μήπως δεν θα χαρακτηριζόταν αυταρχικός, χωρίς παιδαγωγική επάρκεια και ανθρωπιά, ο εκπαιδευτικός που θα επιχειρούσε να επιβάλλει την αυστηρή πειθαρχία σε μαθητές με τα προαναφερθέντα βιοποριστικά προβλήματα;

Είναι εμφανές ότι η κατάσταση είναι πολυσύνθετη και διόλου απλή ώστε τα κοινωνικά προβλήματα να προβάλλονται απλουστεύτικα στον χώρο-μικρογραφία της κοινωνίας, τον εκπαιδευτικό, και να καταλογίζονται στους λειτουργούς της εκπαίδευσης. Άλλωστε, η συνθετότητα αυτή αντανακλάται στις δηλώσεις αμηχανίας συνολικά του πολιτικού κόσμου, οι οποίες περιορίστηκαν στην αναζήτηση των αιτίων τής ένοπλης επίθεσης, καθώς και σε ευχολόγια. Επειδή όμως η απαξιωτική αντίληψη μιας μεγάλης μερίδας απέναντι στον εκπαιδευτικό χώρο είναι πλέον γεγονός, κι επειδή η ίδια απαξιωτική αντίληψη εκδηλώθηκε για πρώτη φορά όχι απλώς με υλικές φθορές αλλά με φονική επίθεση, ο φόβος για το τι μέλλει γενέσθαι θα στοιχειώνει στο εξής τον χώρο της εκπαίδευσης. Βέβαια, υπό το κράτος του ζόφου είναι αδύνατο να ευοδωθεί οποιοδήποτε έργο. Η προάσπιση του εκπαιδευτικού συστήματος και των λειτουργών του κρίνεται επιτακτική, αν όντως μας ενδιαφέρει η σφυρηλάτηση ήθους. Το ερώτημα είναι: έχουμε διάθεση να συνηγορήσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα και να αναδείξουμε την αξία του ή θα το θυσιάζουμε στις σκοπιμότητες των μέσων ενημέρωσης και της μικροπολιτικής;

 

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 270, 1/5/2009

Γιάννης Στρούμπας

Κέρτεζη Καλαβρύτων Ι

Κέρτεζη Καλαβρύτων Ένα χωριό με ομορφιά και εγκατάλειψη.

{Η ύπαιθρος ερημώνει, η κυβέρνηση αδιαφορεί}

Του Παναγ. Α. Μπούρδαλα

 

Στις πηγές του Βουραϊκού ποταμού, σε 820 μ. υψόμετρο, ανάμεσα στο Χελμό και τον Ερύμανθο, βρίσκεται το χωριό Κέρτεζη, 15 χιλιόμετρα μακριά από τα Καλάβρυτα. Η Κέρτεζη* είναι ένα σχετικά μεγάλο χωριό (800 κάτοικοι σήμερα**) βουτηγμένο κυριολεκτικά στα νερά και το πράσινο.

Συνέχεια

Από τη δημιουργικότητα στον παρασιτισμό

Τα Καλαβρυτοχώρια: από τη δημιουργικότητα στον παρασιτισμό

 

Του Γιώργου Γιάνναρη*

Καθηγητή Πανεπιστημίου  -Συγγραφέα

 

Ο τόπος και η περιφέρεια Καλαβρύτων με τα 166 χωριά (62 τοπικά διαμερίσματα ή κοινότητες, 4 Δήμους και 60 οικισμούς), χρειάζεται να προστατεύσει και να ισχυροποιήσει τα συστατικά εκείνα που αποτελούν την ταυτότητα και πλάθουν την εαυτότητά της, δηλαδή την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθηση, ώστε να αντλούνται παραδείγματα προς μάθηση και υλοποίηση, αλλά και να σταθεί στο ύψος του, όπως του ετάχθη. Αναπόφευκτο χρέος για τον τόπο και τους ανθρώπους του θα πρέπει να είναι η δημιουργική πατριδογνωσία και πατριδολατρία και όχι ο γλοιώδης παρασιτισμός και η πλαδαρή πολυπολιτισμικότητα.

Καταρχήν, θα πρέπει να γνωρίσουμε τις ρίζες και τα επιτεύγματα και ό,τι συνιστά την ελληνικότητα, όπως άλλωστε επιβάλλεται να γίνει για κάθε γωνία εκείνου που κατά καιρούς έχει αποτελέσει μέρος του Ελληνισμού στις οποιεσδήποτε μορφές του, δηλαδή γνώση της ιστορίας και του προφορικού πολιτισμού του. Τούτο προϋποθέτει εμπέδωση και μύηση του κοινού στους τρόπους και στις μεθόδους της συνεταιρικής άμιλλας των δραστηριοτήτων με τις φυσικές διεργασίες στην επίτευξη της ανάπαυσης, της αναψυχής, της ειρηνικής συνύπαρξης με τους συνανθρώπους. Η φύση, βέβαια, ακολουθεί τη δική της πορεία έχει τη δική της ζωή και συμβαδίζει με το χρόνο.

 

Δεν θα πρέπει να υπάρχουν εσωτερικά σύνορα και διοικητικοί διαχωρισμοί, γιατί κάτι τέτοιο συνιστά άρνηση και στενοκεφαλιά, αν μη τι άλλο. Οι ρίζες της παράδοσης θα πρέπει να αναζητηθούν και στα αρκαδικά χώματα, στα βουνά, στα νερά, στους μύθους, όπως και των γύρω περιοχών και ευρύτερα του ελλαδικού χώρου. Έτσι, από τη Στυμφαλία Λίμνη με τις μυθολογικές Όρνιθες, τον Κάπρο του Ερυμάνθου, το μάγο Μελάμποδα της Στυμφαλίας Λίμνης και του Λούσιου, τις Προιτίδες του Άργους, όλα μαζί συνιστούν μια πολιτιστική ομοιογένεια. Το ίδιο ισχύει και για την Ιστορία και το περιβάλλον. Σε πονεί αν διαχωριστούν και βιολογικά αποκοπούν μέρη του ζωντανού οργανισμού, του οικείου συνόλου του χώρου. Και οι τρεις χώροι – Αρκαδία, Αχαΐα, Κορινθία – είναι απότοκα διοικητικών και γραφειοκρατών διαιρέσεων του ιδίου σώματος, της συνοχής του βιοτόπου και της αυτογνωσίας, οπότε με την τριχοτόμηση δημιουργείται ένας αυτοεγκλεισμός, ένα είδος ρατσισμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι και εδώ γεννήθηκαν και αναπτύχτηκαν συγκεκριμένα μυθολογικά και ιερά σύμβολα με δεσπόζουσα τη θεά Αρτέμιδα, αλλά και τον Ερμή, τον Πάνα, την Ελευσίνια Δήμητρα στον Κλείτορα, την Αθηνά Κορία, τη Στύγα (κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος, που γέννησε τα τρία κακά : τον Ζήλο, το Κράτος, τη Βία.)

Αυτά τα Ύδατα της Στυγός, που ακόμη τρέχουν, θεωρήθηκαν Ιαματικά, αλλά και μέσα για την τιμωρία επίορκων θεών, τη Λουσία, Ημεράσια Αρτέμιδα, όπου οι Άνθρωποι αναζητούσαν ψυχική και πνευματική ησυχία, την Ειλειθυία των τοκετών, αλλά και τη Δήμητρα της αγροτοκαλλιέργειας. Εδώ επιτελέσθηκαν άθλοι του Ηρακλή, ενώ στη Στύγα σημαδεύτηκε το τραύμα της τρωτής πτέρνας του Αχιλλέα. Ποτάμια με αρσενικά ονόματα θεών, ναοί με ονόματα θεαινών. Ημίθεοι και ήρωες συνυπάρχουν με τους θνητούς, Νύμφες, Ορειάδες και Δρυάδες να παιχνιδίζουν στην ευλογημένη γη, ενώ η φαντασία των κατοίκων οργιάζει και τιθασεύει τα πάντα στη φύση και στο υπερπέραν.

 

Οι μύθοι διεισδύουν στη φύση και η πραγματικότητα με τη σειρά της γεννά και προσδιορίζει τους μύθους. Αυτή η ταύτιση του μύθου με την πραγματικότητα συνοψίζει καταγράφοντας συμβολικά τη συλλογική ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο και το χρόνο.

 

Ανάμεσα στις ανθρώπινες επεμβάσεις και δραστηριότητες πρώτη θέση κατέχει ο πέτρινος πολιτισμός με τα πελασγικά κυκλώπεια τείχη, τις λιθοκατασκευές οικισμών, ναών, εκκλησιών, πύργων, γεφυριών, βρυσών, καλντεριμιών, αρχοντικών, δημοσίων κτιρίων κλπ. που αποτελούν τα πρώτα και κύρια δείγματα των μνημείων του ανθρωπίνου πολιτισμού. Τούτος είναι ένας τόπος που βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης, με έδαφος άγονο και λίγο μεν, όπου όμως, μεγαλώνει ο άνθρωπος. Οι ρίζες στα παρελθόντα χρόνια είναι δύσκολο να εντοπιστούν, από τη Νεολιθική μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο και με έναν Παυσανία να προσπαθεί να βάλει τον τόπο αυτό στο χάρτη. Αυτόνομοι, ανεξάρτητοι κάτοικοι – λαοί: Αζανείς, Αρκάδες, Ψωφίδιοι, Κυναιθείς, Θελπούσιοι με τους ανάλογους οικισμούς. Πέρασαν Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι, μέχρι τους Τουρκοαιγυπτίους του Ιμπραήμ, αλλά και τους Ευρωπαίους φασίστες του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Πέρασαν και οι προύχοντες, οι κοτσαμπάσηδες, οι τσιφλικάδες, οι Αρματολοί, οι Κλέφτες, οι καπετάνιοι και οι Αντάρτες.

 

Χωριά και οικισμοί φωλιές – φωλιές σαν πρόβατα που να τα βλέπει ο ήλιος και τη νύχτα να φωσφορίζουν σαν εστίες πυγολαμπίδων. Χωριά φωλιασμένα σε απόμακρες πλαγιές και παρυφές (όπου πηγή νερού και ζωή) επιλεγμένες για την ασφάλεια και το κλίμα. Ονόματα, παρεπώνυμα και φερώνυμα ξενόφερτα και δικά μας για βουνά, για χωριά, για ανθρώπους. Το «- όγλου» δεν κόλλησε, το «- όβα» και «-όβο» εφύτρωσαν: Αρβανίτες, Τουρκαλβανοί και Τούρκοι. Διαλέξτε. Χωριά με διπλά ονόματα και διχασμένα: Κάτω και Άνω (Βλασία, Ζαχλωρού, Κλειτορία, Λουσοί, Ποντιάς, Σουδενά, Ταρσός, Χόβολη, Ψωφίς).

Από την ανθρωπογραφία περνάμε στην ανθρωπογεωγραφία για να νιώσουμε πιο οικεία κοντά στα φαράγγια του βραχογδάρτη Βουραϊκού, τις λίμνες, τα ποτάμια (Αροάνειος, Λάδωνας, Τριπόταμος, Ερύμανθος, Σειραίος, Λουσσοί, Σελινούς, Λίμνη Τσιβλού, κοίτες υπογείων ρευμάτων), σταλαγμίτες και σταλακτίτες, αυτά τα καλλιτεχνήματα του χρόνου, οι καταβόθρες κι οι υπώρειες του Χελμού στη Νεραϊδοράχη. Το σκηνικό ολοκληρώνουν πελώριοι βράχοι, κοτρώνια, ορεινοί όγκοι σαν πρωτογενή έργα της φύσης, οροπέδια, βίγλες, ατέλειωτα βουνά και καταράχια όπου βολεύτηκαν και νιώθουν άνετα οι άνθρωποι.

Βουνά και όρη περήφανα, βαθυπράσινα και άλλοτε γυμνά, ελατώνες που έχουν αντέξει στο χρόνο και ανθίστανται στις καιρικές μεταβολές. Κάθε βουνό και η ιστορία του, κάθε όρος και η ομορφιά του, κάθε πηγή και ποταμός με τους συμβολισμούς του. Υπόγειοι υδροφορείς, όπου νερό και χωριό, όπως και μοναστήρι.

Ακόμη και στα σπήλαια των ορεινών όγκων εμφανίστηκαν σύμβολα που συνιστούν αναπόσπαστο μέρος της γεωλογικής μορφολογίας της περιοχής. Και υπάρχει μια αρμονική και πραγματική αντιστοιχία μεταξύ φύσης και φαινομένων, καλλιέργειας και πολιτισμού, ψυχοσύνθεσης και συμπεριφοράς.

Τούτος ο τόπος με το ευεργετικό κλίμα και την υδάτινη ενέργεια, το τραχύ και άγριο έδαφος, το στουρνάρι, το πουρνάρι, τους ογκόλιθους, το οξυγονούχο έλατο, το εγωιστικό πεύκο, τις δύσπεπτες βελανιδιές, τις μελιές, τα σφεντάμια, τους ασφοδέλους του Κάτω Κόσμου, τις φτελιές, τις καστανιές, τον πικρό πρίνο, τις αφαλαρίδες, τη ρίγανη, το φασκόμηλο, τ' αγκάθια, αλλά και το δάσος της Ζαρούχλας μαζί με την αφέλεια των κατοίκων, τη σκληράδα, την ανήλικη καρδιά, όλα μαζί διαμορφώνουν τα συναισθήματα του πόνου, αλλά και του φθόνου που οδηγούν στην επιβίωση, στο εγωιστικό γονίδιο για να χρησιμεύσουν στο να καθορίσει τον εαυτό του να επιδείξει την ταυτότητά του, οπότε χρειάζεται να πλάσει και ένα αντίπαλο δέος, ώστε να ανταπεξέλθει και στα δύο: Στον πόνο και στο ζήλο.

 

Καλάβρυτα και επαρχία ταυτισμένα με τη θυσία και την αιματοχυσία, τόπος ατίθασος και της αποκοτιάς. Τόπος που πάντα στοχεύει στην κατάκτηση και την περιφρούρηση της Ελευθερίας (φυσικής και πολιτικής): Κόσμος που δεν ανέχεται τη σκλαβιά. Οι τρεις πηγές ζωής: Οξυγόνο, Ελευθερία, Πίστη. Ένας λαός που αυτοαμύνεται, αυτενεργεί. Αντάρτης και απειθάρχητος για μια ανάταση ψυχής, για μια ανάσταση ζωής.

 

Σκληρός σαν το τοπίο εξαιτίας του συμπλέγματος του φόβου, αλλά και της εμπάθειας: η Βία, το Κράτος και ο Ζήλος του αέναου μύθου. Κι έτσι αποφασισμένος και σκληρός, πότε αφήνοντας τον γκασμά πιάνει το καριοφίλι κι άλλοτε εγκαταλείποντας το αλέτρι αδράχνει τον γκρα. Και όλα αυτά για την Θεά Ελευθερία.

Περνώντας από τη μύηση στη μάθηση, ας απαλείψουμε, έστω και για λίγο, την άγνοια, την τοπικιστική αλαζονεία, κι ας βιώσουμε το θαύμα που επιτελείται από την όσμωση φύσης και πολιτισμού, ιστορίας και πατριωτισμού. Ας αρματωθούμε με την Ιστορία μας. Ας ζευγαρωθεί η Μνήμη με τα Μνημεία, η Γνώση με την Ιστορία, η Υγεία με τη Γεωργία, η Ελευθερία με τη Χαρά, ο Αγώνας με το Χρέος. Ας καθαγιασθεί ο Χελμός ως Όλυμπος όπου τα νερά αποκτούν ορμή, ευρύτητα και που συντελούν στην παραγωγικότητα. Το νερό, αυτή η δύναμη και η ενέργειά μας, το νερό η αιτία των πολέμων που έρχονται να μη φθάσουν στο Χελμό. Ας ανακηρυχθεί προστατευμένη γη αυτός ο τόπος, τόπος προσήλωσης, τόπος εξέγερσης αλλά και τόπος ειρήνης. 

 

Περιοχή οικοανάπτυξης που υπάγεται σε καθεστώς προστασίας χαρακτηρίζονται οι εκτεταμένες χερσαίες εκτάσεις, υδάτινες, αλλά και μικτού χαρακτήρος που μπορεί να περιλάβει χωριά, οικισμούς καθώς παρουσιάζουν ιδιαίτερη αξία και ενδιαφέρον λόγο της ποιότητας των φυσικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών και παράλληλα προσφέρει σημαντικές δυνατότητες για ανάπτυξη, δραστηριότητες, οι οποίες εναρμονίζονται με την προστασία της φύσης και του τοπίου. Έτσι αναπτύσσεται ένα οικοσύστημα φυσικό, ανθρωπογενές, φυσιο-ανθρωπογενές.

Τούτος ο τόπος έχει αντέξει χιονιάδες, κάψες, νεροποντές, κατολισθήσεις, πυρκαγιές, όπως και τους πολύμορφους κατακτητές με τους θανάτους και τις αδικίες. Εντούτοις, ο άνθρωπος μόνος του αν και έχει αγαπήσει τη γη, τη φύση, το νερό, την πέτρα, τον αέρα, την κατοικία του, παρεμβαίνει εγκληματικά ή και από άγνοια και στρέφεται εναντίον των πάντων, ξεκινώντας από τον ίδιο τον εαυτό του και το πληρώνει. Τώρα βλέπουμε ακαλλιέργητες εκτάσεις, εγκατάλειψη, ξεραΐλα, ερημιά: Τα νεκροταφεία να μεγαλώνουν και τα χωριά να απανθρωποποιούνται. Η πανίδα κι η χλωρίδα όλο και σπανίζουν και ό,τι άλλο ζωντανό γεννά η φύση, όσο ακόμα είναι και αυτή φύση. Μένει μόνο η καμπάνα του χωριού που σημαίνει την άφιξη του θανάτου το τέλος της ημέρας και τον ερχομό της νύχτας.

Αρχαία χωριά και οικισμοί, χώροι ιεροί που μετετράπησαν σε σκουπιδότοποι. Στα Τριπόταμα τρεις αναίσθητοι κάθονται πάνω σε σπασμένους κίονες του ναού της Αρτέμιδος πίνοντας τον καφέ και την κοκακόλα τους. Πιο πέρα ρασοφόροι σπάζοντας κολώνες του αρχαίου ναού έχτισαν χριστιανικές μάντρες και εκκλησίες, όπως αυτός ο Παπουλάκος, εχθρός του Όθωνα και της Αρτέμιδος μαζί. Άλλοι στηρίζουν τα τσιμεντομπαλκόνια τους με αρχαίες κολόνες και κίονες. Έτσι από την ακμή ξεπέσαμε στην παρακμή και από εκεί στην εγκατάλειψη, στην εσωτερική μετανάστευση κι η συμπεριφορά μας αλλάζει επί τα χείρω. Σήμερα ο τόπος από χώρος πρωτογενούς παραγωγής προϊόντων και διατροφής (γεωργία, κτηνοτροφία, ιχθυοκαλλιέργεια) έχει μετατραπεί σε χώρο φτηνής ψυχαγωγίας και ελαφρού θεάματος.

Ο αστικοποιημένος τρόπος ζωής, ο τουριστικοκεντρικός προσανατολισμός της περιοχής, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε όλη τη χώρα, η νοοτροπία της εκδρομικής  κινητικότητας, η δόμηση της εξοχικής ή και της πατρικής κατοικίας απαιτούν την

αλλαγή του χώρου και επιβάλλουν την ορεινή οδοποιία που κατακερματίζει τους βιοτόπους.

Οι κεραίες των τηλεπικοινωνιών και ο εγωκεντρικός τρόπος συμπεριφοράς συντελούν στη διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων, στη διάρρηξη της καλής γειτονίας, στην ενίσχυση της καχυποψίας και της μισαλλοδοξίας. 

Βλέπουμε την καλοκαιρινή Ελλάδα να φεστιβαλίζεται, ενώ για το χειμώνα περιμένουμε το μάννα εξ ουρανού: το χιόνι. Έτσι επιτελείται η ειδική ψυχαγωγική χρήση της υπαίθρου. Η εξωστρεφής εξάρτηση, η εγκατάλειψη, η αποκαρδιωτική παραίτηση, η φυγή από τον τόπο είναι έννοιες ταυτόσημες με την ηττοπάθεια, την οκνηρία και φορές τον «ωχαδερφισμό» που προέρχεται από την αίσθηση της μη εξάσκησης χειρονακτικών εργασιών. Φυσικά εδώ δεν πρέπει να ρίχνουμε τα βάρη στους κατοίκους. Την όλη ευθύνη φέρει η πολιτεία και η σαρωτική καταναλωτική ανθρώπινη νοοτροπία σαν να έχει υποστεί λοβοτομή.

Η εποχή της κλιματικής αποσταθεροποίησης με τις πυρκαγιές, τις νεροποντές, τις υψηλές θερμοκρασίες, αλλά και την εξάρτηση της ζωής από την ηλεκτρική ενέργεια, μας έχουν απομακρύνει από τις πρωτογενείς μεθόδους και συντήρησης από την αγροτική διαβίωση. Ειδυλλιακά τοπία σε βουκολικές σκηνές ζωής έχουν πλέον εξαφανιστεί. Η γη δεν παράγει, γιατί δεν καλλιεργείται. Όπως σε όλη τη χώρα, ζούμε με εισαγόμενα προϊόντα, με πλαστικές τροφές και νοθευμένα κατασκευάσματα. Η φύση από μόνη της, όσο γίνεται, αναπαράγει και ανανεώνεται. Ας μην την δολοφονούμε. 

Φανταζόμαστε τον Τάσο και την Γκόλφω να λέγο νται Γιούργκεν και Φρίντα και να διέρχονται ενός εξώδερμου συγκινησιακού πάθους. Αντί για γάργαρα νερά, πλατάνια και αηδόνια στα χέρια τους κουβαλάνε πλαστικές φιάλες με νερό και στο σακ-βουαγιάζ τους χωμένα σάντουιτς και βιομηχανικά ξεγελάσματα της πείνας και στο κεφάλι καπελάκια του αμερικάνικου μπέιζμπολ. Τ' αυτιά τους βουλωμένα με κοριούς από όπου ακούνε τη δική τους μουσική και αδιαφορούν για τους γύρω φυσικούς ήχους. 

Κι αντί για χαμομήλι και φασκόμηλο, τους προσφέρεται μόνο Lipton Tea, Nescafe και Frape σαν σε μπαρ υπερπολυτελείας ας πούμε του Κολωνακίου ή της Σάμπ ντ' Ελιζέ. Κι αντί ρετσίνα, coca-cola. Και η ζωή τραβάει την ανηφόρα ανεβαίνοντας με τα δόντια του οδοντωτού, κι αυτός ταπεινωμένος. Και όλα αυτά χάριν της ασύδοτης ελευθερίας της κερδοσκοπίας που δεν εμπνέεται από την ιστορική εμπειρία, τις πολιτισμικές αξίες ώστε να νιώσουμε απαλλαγμένοι από τα βαρίδια του παρελθόντος που δημιούργησαν τους φόβους, τα συμπλέγματα, τη ντροπή για την καταγωγή.

 

Σήμερα η έννοια του χωριού είναι κυρίως «πολιτισμική» παρά γεωγραφική καθώς αντανακλάται το πρότυπο μιας εισαγόμενης νοοτροπίας

για την οικιστική οργάνωση, που αποκόπτεται από τη γηγενή δημιουργία τα φυσικά κάλλη, τα ήθη και τα έθιμα. Τα χέρια έγιναν πλαδαρά καθώς δε σκάβουν, δεν καλλιεργούν, δεν ζυμώνουν. Το αρνί το στέλνουμε στο φούρνο της γειτονιάς με τα δήθεν κάρβουνα, τα κουλούρια, τους κουραμπιέδες τα βρίσκουμε στα ράφια των μπακάλικων μαζί με βιομηχανικά πατατάκια. Οι μυρωδιές από το ψητό, την τσίκνα έφυγαν, το Πασχαλινό τραπέζι μοιάζει με κυριακάτικο, Τα γλέντια τα πανηγύρια « είναι για τα πανηγύρια» και η μουσική άμουση, άγευστη, άρρυθμη και εκκωφαντική.

Για πρώτη φορά αφ' ότου σταδιακά χτίστηκαν οι οικισμοί, τα χωριά και οι κωμοπόλεις της επαρχίας βρίσκονται σε ένα πρωτόγνωρο τραγικό τέλμα: Ο ξεριζωμός από το χώμα, η αποκοπή από τους μύθους και την παράδοση, από την αγροτική ζωή από όπου εξαρτάται ο άνθρωπος για να ζήσει. Όλα ερήμωσαν. Ξεραΐλα επικρατεί παντού, στειρότητα και σε όσα απέμειναν πίσω καταντήσαμε πλέον να μην ζούμε από τη γη: Όλα είναι εισαγόμενα και μεταλλαγμένα. Έχει απολεσθεί η αντιστοιχία της κοινωνικής και παραγωγικής φυσιογνωσίας της υπαίθρου να ενσωματώνει αλλότριες λειτουργίες, ενώ η παράδοση περνά στη μορφή του κάρτ- ποστάλ και της άνοστης τηλεοπτικής κονσέρβας.

Η πιο καταστροφική πράξη για έναν τόπο είναι η ηθελημένη μεταφύτευση και η μίμηση του ξένου τρόπου ζωής και συμπεριφοράς. Όταν σε έναν επαρχιακό χώρο και μέσα σε φυσικό περιβάλλον στήνεις ένα μαγαζί που θα πουλάει μπιχλιμπίδια δήθεν λαϊκής τέχνης, ενώ στην ουσία προσφέρεσαι δουλικά να υπηρετείς περαστικούς ώστε να αποκομίσεις κέρδη μέσω μιας φτηνιάρικης προσφοράς, τότε καταδικάζεις τον τόπο σε θάνατο και έτσι αντικαθίσταται ένας κατακτητικός πόλεμος με εθελουσία υποδούλωση. Έτσι, την αγροτική, την παραδοσιακή κουλτούρα έχει διαδεχθεί ο αδυσώπητος καταναλωτισμός. Ο εθελοντισμός, η προστασία, η διάσωση, η φυσιολατρία, η ορειβασία, η πεζοπορία, ο αγροτικός, ο θρησκευτικός, ο συνεδριακός τουρισμός, οι χιονοδρομίες, όλα μαζί δείχνουν πως η σχέση του τόπου με τον έξω κόσμο είναι προσωρινή, ψυχαγωγική, παρασιτική εξαρτώμενη. Ακόμη και ό,τι εθεωρείτο χαρακτηριστικό του Έλληνα, η φιλοξενία, έχει μετατραπεί σε εκμετάλλευση, κερδοφόρα πρακτική. Σήμερα, λοιπόν, ο ζήλος λέγεται ανταγωνισμός, λέγεται εγκατάλειψη, λέγεται παραίτηση.

 

Θα παρατηρήσουμε πως όταν ένας επαρχιώτης πάει επίσκεψη ή για ψυχαγωγία στο χωριό του από την πόλη, συμπεριφέρεται αλαζονικά και διακατέχεται από τον αέρα ενός παντογνώστη νεόπλουτου. Όταν όμως επιστρέφει στην πόλη από το χωριό, η επαφή με την ωμή πραγματικότητα και οι στερήσεις του κόβουν τα φτερά και δείχνει κάπως ταπεινωμένος. Ας θυμηθούμε και την παροιμία: «Πρώτος στο χωριό, έσχατος στην πόλη». Ακόμη και οι τοπικοί σύλλογοι που σχηματίζονται από τους συχωριανούς στην πόλη, όπου έχουν πάει ως εσωτερικοί μετανάστες, ζουν και δρουν όσο και οι ιδρυτές τους.

Θα επαναλάβω ξανά και ξανά ότι από τα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς ο Έλληνας έχει αφομοιώσει δύο τινά: Στον ανώτερό του φέρεται σαν ραγιάς, ενώ στον κατώτερό του συμπεριφέρεται σαν αγάς. Ας βγάλουμε τον Τούρκο από μέσα μας για να απελευθερωθούμε, όπως το ήθελαν οι Άγιοι του Ιερού Αγώνα. Δεν πρέπει να αποδεχόμαστε την εύκαμπτη στάση, ούτε τη σιωπή των πονηρών. Ωστόσο, η αχαλίνωτη ξενομανία, σε κάποιους τομείς της καθημερινής ζωής έχει καταντήσει πολιτιστικός ραγιαδισμός του χειρίστου είδους. Αποτέλεσμα αυτής της ξενομανίας έχει το τίμημα να μη μας δουν οι ξένοι (ντροπή ), να μας δουν οι ξένοι (επίδειξη), να μας έλθουν οι ξένοι (παρασιτισμός και εξάρτηση). Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία οδεύει προς αμετάκλητη αλλοτρίωση όπου δικαιώνεται ο οκνηρός και ο σελέμης.

Ας συμφιλιώσουμε μέσα μας τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη με τον Άρη Βελουχιώτη, τον Ναπολέοντα Ζέρβα με το γερο- Μίχο, τον παπά με τον αντάρτη. Ας γονατίσουμε στο Μέγα Σπήλαιο όπου η πηγή της Αγίας Κόρης. Ας αποδεχτούμε τη Λίμνη Τσιβλού, που έπνιξε ένα ολόκληρο χωριό και στέρησε από ένα άλλο το νερό. Πέρασαν πια τα χρόνια εκείνα που βλέπαμε να κουκουλώνουμε το μελλοθάνατο για να μη δει τον δήμιό του κι ο καταδότης κουκουλωνόταν για να μην τον αναγνωρίσει ο μελλοθάνατος. Κι οι δυο τους κρύβονται πίσω από το προσωπείο του θανάτου. Ας μην ξεχνάμε τις ευθύνες των υπαιτίων της κακομοιριάς που έλεγε (για να μας παραπλανήσουν) λέγοντάς μας πως οι κατακτητές, αν δεν τους πείραζες, δεν σε πείραζαν, όπως συμβαίνει με το σκύλο. Όμως αφού μας κατακρεούργησαν και μας πυρπόλησαν, εμείς επειδή είμαστε καλοί άνθρωποι, πολιτισμένοι και λίγο Ευρωπαίοι, δεν απαιτούμε καμία αποζημίωση κι ούτε τα κλεμμένα να μας επιστρέψουν: Οι μόνοι εμείς στην Ευρώπη με τέτοια άτολμη, προδοτική στάση. Κι οι κατακτητές κάγχασαν μεγάλα, κατά την καβαφική ρήση. Τα κρανία των δολοφονηθέντων σε κατάλληλη σειρά στο Μουσείο θα δημιουργήσουν μια πιο πιστή και ιερή κατάσταση για τις σεβαστές κάρες τους και όχι τα 1.300 πολυέξοδα ψευτοκάντηλα χωμένα σε μια σπηλιά.

 

Ας καταπραϋνθεί ο τρελός στο συναίσθημα κι ψυχρός στο μυαλό κι ας αποβάλουμε την έμμονη σκέψη του ότι δεν ξέρω ποιος είσαι, αλλά ξέρω ποιος δεν είσαι, ενώ από το άλλο μέρος, υδροβιοποιούμε την ταυτότητά μας. Σκεπτόμαστε αμέριμνα καθώς και η σκέψη διαμορφώνεται από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Στο νέο τρόπο ζωής ζούμε με τους λαμπτήρες και όχι με το φως του ήλιου. Σκέψεις ατημέλητες που διαμορφώνονται από τις εξαρτήσεις μας και όχι από το αίμα και την φαιά ουσία του μυαλού μας, ενώ η γλώσσα μας κινείται μεταξύ χαλαρότητας και χλιαρότητας ακολουθώντας πιστά τον τρόπο ζωής που υιοθετήσαμε από άγνοια. Πάει εκείνος ο σταράτος, ο γήινος λόγος. Η σημερινή εκφορά του μοιάζει με πλαστικοί ουσία. Από την επαρχία μαθαίναμε πως ο πολιτικός λόγος της κουλτούρας είναι η υπεράσπιση της Ελευθερίας, Καθήκον των ανθρώπων της κουλτούρας είναι να σπέρνουν αμφιβολίες και όχι να συλλέγουν βεβαιότητες, έτσι που οι σκεπτόμενοι να δημιουργούν τις κρίσεις και δεν τις επιλύουν. 

Τέλος, η ελληνικότητα εκφράζεται με την καλλιέργεια του τρόπου ζωής και της στάσης απέναντι στους νεκρούς. Η ελληνικότητα είναι συνείδηση και αίσθημα ταυτοχρόνως και όχι απώλεια ταυτότητας. Παρ΄ όλα αυτά, πολλοί είναι εκείνοι που επιμένουν περισσότερο στην έννοια της Νεοελληνικής συνείδησης, ενώ λίγοι υιοθετούν την έννοια της εθνικής ταυτότητας. Η συνείδηση νοείται αυτοαναφορικά και κάτι που έχουμε ενστερνιστεί, που διαιωνίζεται, δεν αμφισβητείται και δεν σταχτιάζει όπως έχει συμβεί με τη μνήμη που στηρίζεται κυρίως στην άγνοια. Η ελληνικότητα λοιπόν προκύπτει ως έννοια για να γεφυρωθεί η διάσταση συνείδησης και να λειτουργήσει ως ταυτότητα. Η συνείδηση, λοιπόν είναι ένας εσωστρεφής συσπειρωτικός και αμυντικός μηχανισμός αυτοεπιβεβαίωσης. Ενώ η ταυτότητα είναι μια εξωστρεφής διαδικασία που συνεπάγεται ετερότητα και πολιτιστικό διάλογο σαν μέθοδος διαπίστωσης προς τον έξω κόσμο.

Ας γίνει ο τόπος μας όχι μόνο τόπος πολιτικής δράσης για τη σωτηρία της φυλής  και της πατρίδας μας, αλλά και μήτρα θεωρίας και πνευματικότητας. Τόσο ο Αρίσταρχος, το τέλειο εκείνο τηλεσκόπιο τοποθετημένο στην Αϊτοράχη του Χελμού για να εξερευνά και να μελετά το σύμπαν, 

 όσο τα δυό μοναστήρια (Αγία Λαύρα, Μέγα Σπήλαιο), θα μπορούσαν να γίνουν διαπανεπιστημιακά κέντρα ερεύνης και μελέτης απ' όπου πιθανόν να ξεφυτρώσουν, ως πανελλαδικές και εξωελληνικές πλέον εστίες, μορφές όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός.

 

Η πολιτική της καλλιέργειας να γίνει μια πολιτισμική πολιτική. Ο πολιτικός συντηρητισμός και το ακατάσχετο αίτημα για ατομική ευδαιμονία οδηγούν στην κοινωνική απάθεια και στη λαγνεία της κατανάλωσης. Ας θυμηθούμε πως οι εξουσιαστές (πολιτικοί, έμποροι, ηδονιστές) αναζητούν την απ'ολαυση της χρηματικής, της σεξουαλικής, της κοινωνικής ισχύος πάνω στους άλλους, που δεν είναι παρά απολαύσεις παροδικές. Ο ναρκισσισμός, η ανομία οδηγούν στην αδυναμία να υλοποιηθούν οι επιθυμίες, οπότε καταλήγουμε στον αυνανισμό και στον «Καποδίστρια».

ΠΗΓΗ: http://www.epikoinonein.gr/media/kalavritoxoria.pdf

 

* Oμογενής πρώην καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας, κ. Γιώργος Γιάνναρης, από τις ΗΠΑ (ο κ. Γιώργος Γιάνναρης είναι μεταξύ άλλων και ο συγγραφέας του δίτομου έργου «Φοιτητικά κινήματα και ελληνική παιδεία 23 Ιουλίου 1774- 23 Ιουλίου 1974, οπού περιέχονται 150 σελίδες για το Πολυτεχνείο).

Παγκόσμια καπιταλιστική κρίση 2008 και εξής

Η παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση είναι μια κρίση – σταθμός

Εισήγηση του Φάνη Παπαδάτου*

 

 Η παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση είναι μια κρίση-σταθμός κι όχι μια τρέχουσα διακύμανση του καπιταλιστικού κύκλου. Είναι κρίση με μακροπρόθεσμες συνέπειες στην εξέλιξη της ταξικής πάλης και όχι εφήμερη τροποποίηση των δεδομένων της. Η προαναφερθείσα εκτίμηση για κρίση- σταθμό πηγάζει από ορισμένα κρίσιμα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της, που καταγράφονται τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο και σε εκείνα της πολιτικής και της ιδεολογίας.

Ειδικότερα:

α. Έχει ως επίκεντρο την καρδιά του καπιταλιστικού κόσμου (ΗΠΑ, Βρετανία, ΕΕ) κι όχι ανεπτυγμένες μεν καπιταλιστικά αλλά περιφερειακές χώρες, όπως γινόταν μέχρι πρότινος (π.χ. Χονγκ Κονγκ, Αργεντινή).

β. Έχει τρομακτικές τάσεις διεθνοποίησης, που συμπαρασύρουν ταχύτατα στη δίνη της όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Στην ουσία μιλάμε για ένα διεθνές φαινόμενο, στη βάση του οποίου βρίσκονται οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία 30 χρόνια στο διεθνές σύστημα του κεφαλαίου με τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, τη ροή κεφαλαίων στα διεθνή χρηματιστήρια, την κυριαρχία των πολυεθνικών – πολυκλαδικών μονοπωλίων, τις γεωστρατηγικές αλλαγές κ.λπ.

γ. Έχει ως επίκεντρο τομείς και φορείς (χρηματοπιστωτικό σύστημα, Γουόλ Στριτ, επενδυτικές τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες κ.λπ.) που ως χθες εμφανιζόντουσαν ως τα σύμβολα της υπεροχής και τα τεκμήρια ζωτικότητας του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, καθώς και ως οι φορείς που με τα προϊόντα τους (δάνεια κ.λπ.) μπορούν να εξασφαλίσουν την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών.

δ. Αν και στην πρώτη γραμμή των κρισιακών φαινομένων βρίσκεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα, εντούτοις η κρίση αγγίζει όλους τους τομείς της καπιταλιστικής παραγωγής και οικονομίας (τη λεγόμενη «πραγματική» οικονομία). Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: γιατί υπάρχει αξεδιάλυτη συνύφανση τραπεζικού – χρηματιστηριακού – βιομηχανικού τομέα (άρα οι τριγμοί στον ένα αντανακλούν στον άλλο), γιατί η μείωση των δανείων μειώνει την «καταναλωτική δυνατότητα» (άρα και τις πωλήσεις), γιατί πολλές επιχειρήσεις της «πραγματικής οικονομίας» έχουν πλέον αναπτύξει αυτοτελή χρηματοπιστωτικό βραχίονα, γιατί οι μετοχές αντανακλούν – πέραν των άλλων – προσδοκίες κερδοφορίας, που αν διαψευστούν οι μετοχές πέφτουν κ.λπ. Χαρακτηριστική η περίπτωση της General Motors ή του κατασκευαστικού τομέα.

ε. Έχει μεγάλη διάρκεια. Παρότι έχει περάσει περισσότερος από ενάμισι χρόνος από τις πρώτες εκδηλώσεις της στην αγορά ενυπόθηκων δανείων (στεγαστική πίστη), είναι άγνωστο αν βρίσκεται στην κορύφωσή της. Αστοί οικονομολόγοι μιλούν για διάρκεια 2-10 χρόνια.

στ. Σε επίπεδο οικονομικών δεικτών, εμφανίζει μεγάλο βάθος, καθώς οι χρηματιστηριακές απώλειες ξεπερνούν το 40-50% μόνο κατά τη διάρκεια του 2008, ενώ καταγράφονται αρκετές καταρρεύσεις χρηματοπιστωτικών -για την ώρα- κολοσσών κι άλλες αποτρέπονται χάρη στη σανίδα σωτηρίας που προσφέρει η κρατική παρέμβαση.

ζ. Εμφανίζει μεγάλη αντοχή σε όλες τις μέχρι τώρα προσπάθειες αντιμετώπισής της. Παρά το σχέδιο Πόλσον, τις κρατικές ενέσεις παροχής ρευστότητας, τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, η κατρακύλα συνεχίζεται και δεν αντιστρέφεται με τίποτα απ' όλα αυτά ή με τις καθησυχαστικές δηλώσεις Μπους, Μπερνάκι, Τρισέ, Ομπάμα κ.λπ.

η. Έχει έκδηλες ιδεολογικές και πολιτικές παραμέτρους. Κι αυτό γιατί τόσο η εκδήλωσή της όσο και -κυρίως- οι προωθούμενες αστικές μορφές υπέρβασής της θέτουν σε αμφισβήτηση από τη μια βασικά ως σήμερα δόγματα της αστικής (και δη της νεοφιλελεύθερης) φιλολογίας-ιδεολογίας (αντικρατισμός, ελεύθερη αγορά κ.λπ.), καθώς και από την άλλη βασικά δεδομένα (οργάνωση κοινωνικών συμμαχιών, μορφή κομματικού συστήματος κ.λπ.) στο αστικό πολιτικό σύστημα, στις μορφές αστικής κυριαρχίας και στον αστικό συνασπισμό εξουσίας. Επιπλέον γιατί δείχνουν ότι ο καπιταλισμός δεν είναι άτρωτος, δεν έχει απαλλαγεί από τις κρίσεις, δεν μπορεί να τις ξεπερνά βελτιώνοντας τη ζωή των εργαζομένων και των νέων. Κατά συνέπεια οι δεσμοί των εργαζομένων με την αστική ιδεολογία δοκιμάζονται. Επάνω σε αυτά τα ρήγματα δημιουργείται για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια τόσο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της εργατικής πάλης και τη διείσδυση της απελευθερωτικής – επαναστατικής ιδεολογίας σε πρωτοπόρα τμήματα της τάξης.

2. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της τρέχουσας κρίσης

Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της τρέχουσας κρίσης, πράγμα που της προσδίδει και δομικό χαρακτήρα, είναι ότι προσδιορίζεται από μία πολύ πιο έντονη απ' ότι σε άλλες παρόμοιες κρίσεις, τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει, αποτελώντας την κυριότερη αιτία της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που παρατηρείται. Αυτή η εντονότερη απ' ότι σε άλλες κρίσεις του καπιταλισμού (π.χ. πετρελαϊκή κρίση) τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει παρατηρείται ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 κάνοντας ιδιαίτερα δύσκολη (και το τελευταίο διάστημα ουσιαστικά αδύνατη) υπόθεση για τις αστικές τάξεις σε παγκόσμια κλίμακα τις προσπάθειες παράκαμψης του νόμου της αξίας.

Από αυτή την άποψη η συγκεκριμένη κρίση είναι κατά κύριο λόγο κρίση των μηχανισμών απόσπασης υπεραξίας και έρχεται σαν αποτέλεσμα της προσπάθειας του κεφαλαίου να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου της αξίας, (δηλαδή, του γεγονότος ότι στον καπιταλισμό η εργατική δύναμη δεν πληρώνεται στην αξία της αλλά πάντοτε ως απαραίτητος όρος για την κερδοφορία του κεφαλαίου είναι η απόσπαση απλήρωτης δουλειάς-υπεραξίας από τον εργαζόμενο), που οδηγεί στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους

Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 οι υψηλοί ρυθμοί συσσώρευσης που παρατηρήθηκαν, αρχικά στηρίχτηκαν κατά κύριο λόγο στην αύξηση της απόσπασης της λεγόμενης σχετικής υπεραξίας. Όμως, καθώς προχωρούσε η συσσώρευση οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου επιτείνοντας την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους πράγμα που όξυνε ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Στη συνέχεια, το κεφάλαιο στην προσπάθειά του να καθυστερήσει και να αντιστρέψει την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους άρχισε να υποκαθιστά σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό τις μεθόδους απόσπασης σχετικής υπεραξίας, με μεθόδους απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, χωρίς όμως η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας να χάνει τον δεσπόζοντα ρόλο της στα πλαίσια της οργανικής τους διαπλοκής.[1]

Όμως η χρήση των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας έχει όρια. Η αύξηση των ωρών εργασίας, η εντατικοποίηση της καθώς και η μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων προσκρούουν τόσο σε βιολογικούς όσο και σε κοινωνικούς περιορισμούς. Η αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων εξάλλου προσκρούει στο όριο της πλήρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού σε συνδυασμό με την αύξηση της τιμής της εργασιακής δύναμης πάνω από την αξία της, καθώς αυξάνεται η ζήτηση για εργατικά χέρια και μειώνεται ο εφεδρικός στρατός των ανέργων.

2.1. Ο ρόλος του πλασματικού κεφαλαίου

Περαιτέρω ιδιαίτερη μνεία σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο θα πρέπει να γίνει για την σημασία του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου[2], το οποίο παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην προώθηση και επιτάχυνση της διαδικασίας συσσώρευσης για το κεφάλαιο συνολικά, το βάθεμα της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, την διατήρηση και αύξηση της κερδοφορίας στην τρέχουσα συγκυρία. Από αυτή την άποψη πρέπει να τονιστεί η δυνατότητα της χρηματοπιστωτικής σφαίρας να συνεχίζει να παράγει κέρδη συμβάλλοντας στην διατήρηση ή και αύξηση της μάζας των κερδών ακόμα και όταν η διαδικασία της πραγματικής συσσώρευσης αντιμετωπίζει προβλήματα. Δηλαδή, ακόμα και όταν ο συνδυασμός τεχνικών απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας έχει φθάσει στα όρια του και ο νόμος της αξίας κάνει απειλητική την παρουσία του θέτοντας σε κίνδυνο την κερδοφορία του κεφαλαίου. Βέβαια, το τίμημα για αυτή την «διευκόλυνση» είναι η συγκάλυψη και το βάθεμα των αντιφάσεων στο επίπεδο της πραγματικής συσσώρευσης, που τελικά είναι και η σφαίρα όπου πρωτογενώς αποσπάται η υπεραξία, με τελικό αποτέλεσμα την επίταση των προβλημάτων υπερσυσσώρευσης που οδήγησαν και στην τρέχουσα ιστορικών διαστάσεων κρίση.

2.2. Η διαμόρφωση των αντιφάσεων που οδήγησαν στην τρέχουσα κρίση

Έτσι, καθώς επιχειρήθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά, να επιταχυνθεί η συσσώρευση (και να ξεπεραστούν τα προβλήματα που δημιουργούσε στην κερδοφορία η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) σιγά-σιγά οι τεχνικές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας άρχισαν να παίρνουν την σκυτάλη σε σχέση με τις τεχνικές απόσπασης σχετικής υπεραξίας με ότι αυτό συνεπάγεται για τις εργασιακές σχέσεις. Ο νέος συνδυασμός τεχνικών απόσπασης σχετικής και απόλυτης υπεραξίας, (με αυξημένη συμμετοχή των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας) μέσα σε ένα «περίβλημα» πλασματικού κεφαλαίου που πλέον είχε κάνει δυναμικά την εμφάνισή του έφερε μια νέα επιτάχυνση της διαδικασίας συσσώρευσης. Ως αποτέλεσμα οδήγησε στη δημιουργία της μεγαλύτερης μέχρι τότε χρηματιστηριακής φούσκας από την δεκαετία του 1920, που επηρέασε κατά κύριο λόγο τις τιμές των μετοχών της λεγόμενης «νέας οικονομίας», οι οποίες αποτελούσαν και την αιχμή του δόρατος της συσσώρευσης.

Στο πλαίσιο της «νέας οικονομίας» ήταν που για πρώτη φορά έγινε αντιληπτό ότι και ο νέος συνδυασμός τεχνικών απόσπασης σχετικής και απόλυτης υπεραξίας είχε όρια, καθώς η χρήση των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, πολύ σύντομα προσέκρουσε στους βιολογικούς και κοινωνικούς περιορισμούς που χαρακτηρίζουν την εφαρμογή τους. Έτσι χρειάστηκε να συμπληρωθούν με την εκτεταμένη χρήση του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου. Η φούσκα διογκώθηκε εξαιτίας της ταχύτητας επέκτασης της προσφοράς πιστωτικού χρήματος και συνδυάστηκε τόσο με την αύξηση του χρέους των νοικοκυριών σε δυσθεώρητα ύψη, όσο και με δραματική επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών. Όταν η φούσκα «έσπασε» (εξ' αιτίας των αυξήσεων της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της πτώσης του ποσοστού κέρδους που επιταχύνθηκε από την κρίση του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου) την άνοιξη του 2000, η αμερικανική οικονομία αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να εισέλθει σε βαθύτατη ύφεση. Όμως η ύφεση που ακολούθησε το 2001 δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη. Η αποφυγή της βαθιάς ύφεσης εξασφαλίστηκε μέσω μέτρων όπως ο συνδυασμός φοροαπαλλαγών και επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Από την πλευρά της νομισματικής πολιτικής, η κατάσταση αντιμετωπίστηκε με την ταχύτερη και πιο εκτεταμένη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην ιστορία των ΗΠΑ, ωθώντας τα πραγματικά επιτόκια σε αρνητικά επίπεδα για πρώτη φορά από το 1970. Αυτή όμως η επιτυχημένη αποφυγή της ύφεσης συνεπαγόταν το κόστος της διατήρησης όχι μόνο των ανισορροπιών που είχαν οδηγήσει σε αυτή, αλλά και το επιπλέον πρόβλημα της υπερβάλλουσας ρευστότητας στην οικονομία, (λόγω της παρατεταμένης διατήρησης χαμηλών επιτοκίων) που οδήγησε στην ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Έτσι, το τέλος της χρηματιστηριακής φούσκας διαδέχθηκε η φούσκα των ακινήτων ως το νέο προνομιακό πεδίο επέκτασης του χρηματικού κεφαλαίου σε συνθήκες χαμηλών επιτοκίων, προκειμένου να διατηρηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου. Αυτή ακριβώς η κατάσταση έκρυβε στο εσωτερικό της τους όρους μιας νέας κρίσης καθώς η συσσώρευση τώρα πια στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην αναστολή της λειτουργίας του νόμου της αξίας με την αλόγιστη επέκταση του πλασματικού-χρηματικού κεφαλαίου. Αυτή η κρίση, επίσημα τουλάχιστον φαίνεται να βρίσκεται σε εξέλιξη από το καλοκαίρι του 2007 και δεν είναι άλλη από την κρίση των λεγόμενων «δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης» ή των «δανείων των φτωχών». Η θρυαλλίδα που την πυροδότησε ήταν η αύξηση των προβλημάτων αποπληρωμής των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης. Τα δάνεια αυτά δίνονταν σε άτομα με ιδιαίτερα χαμηλό εισόδημα έχοντας προκαταβάλλει πολύ μικρό ποσοστό της αξίας του ακινήτου που αγόραζαν (5% ή και λιγότερο). Επιπλέον, δίνονταν με εγγύηση του ιδίου του ακινήτου και με υψηλότερα (και συνήθως κυμαινόμενα) επιτόκια λόγω της χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας των δανειζόμενων. Μέχρι πρόσφατα τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα στις ΗΠΑ μπορούσαν να χρηματοδοτούν την αποπληρωμή τέτοιων στεγαστικών δανείων με δύο τρόπους. Πρώτο, μέσω της αύξησης των ωρών εργασίας τους (οι ΗΠΑ είναι πρωταγωνιστής σε αυτή την κούρσα τα τελευταία χρόνια). Ο λόγος γι' αυτό είναι ότι κάτι τέτοιο αποδεικνύεται ιδιαίτερα προσοδοφόρο για το κεφάλαιο συνολικά, καθώς οι επιπλέον ώρες εργασίας συμβάλλουν στην απόσπαση επιπλέον υπεραξίας από τους εργαζόμενους. Δεύτερο, καθώς μέχρι πρόσφατα οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν, η εξυπηρέτηση αυτών των δανείων γινόταν πιο εύκολη (μέσω αναχρηματοδοτήσεων) ενώ πολλοί δανειολήπτες πωλούσαν τα ακίνητα που είχαν αγοράσει εισπράττοντας ποσά μεγαλύτερα από το συνολικό ποσό που έπρεπε να καταβάλουν προκειμένου να αποπληρώσουν τα δάνεια τους. Το πρόβλημα στην αμερικανική οικονομία εμφανίστηκε όταν η κεντρική τράπεζα άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια κάνοντας πιο δύσκολη των αποπληρωμή αυτών των δανείων, αλλά και λόγω προβλημάτων στο επίπεδο αυτού που στα αστικά οικονομικά ονομάζεται «πραγματική οικονομία» ή για τον Μαρξισμό αποτελεί το παραγωγικό κεφάλαιο. Φαίνεται δηλαδή, ότι ύστερα από μια αρκετά μακρά περίοδο καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που αύξησαν την συμμετοχή στην συσσώρευση των τεχνικών απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, αυξάνοντας δραματικά τον βαθμό εκμετάλλευσης και τα κέρδη, για μια ακόμη φορά η συσσώρευση παρουσιάζει σημεία κόπωσης. Μάλιστα, αμερικανοί μαρξιστές οικονομολόγοι σε πρόσφατες εμπειρικές μελέτες υποστηρίζουν ότι η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει ξαναρχίζει να ενισχύεται σε σχέση με τις προαναφερθείσες αντίρροπες δυνάμεις που κινητοποιήθηκαν από τις αναδιαρθρώσεις. Εξ' αιτίας των παραπάνω, τα υψηλότερα επιτόκια ενώ ωφελούν την πλευρά των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων του κεφαλαίου κάνουν πιο δύσκολα τα πράγματα για την πλευρά των παραγωγικών δραστηριοτήτων του, με το να αυξάνουν το κόστος των επενδύσεων του παραγωγικού κεφαλαίου. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την τάση για ύφεση της αμερικανικής οικονομίας στο σύνολο της, καθώς τελικά το παραγωγικό κεφάλαιο είναι αυτό που πρωτογενώς αποσπά την υπεραξία, μέρος της οποίας αναδιανέμεται μέσω της πληρωμής τόκων στο χρηματικό κεφάλαιο. Δηλαδή, το πρόβλημα στην κτηματαγορά προέκυψε γιατί συνολικά ο αμερικανικός καπιταλισμός ασθμαίνει και επομένως η εργατική τάξη και τα λαϊκά και μεσαία στρώματα δεν διαθέτουν επαρκή εισοδήματα.

2.3. Η διεθνής διάσταση της κρίσης των «δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης»

Πλέον, η κρίση στην αμερικάνικη κτηματαγορά έχει μετατραπεί σε κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτό έγινε όχι μόνο γιατί κινδυνεύουν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που έχουν χορηγήσει επισφαλή δάνεια (τα οποία άλλωστε δεν είναι παρά το 14% των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ) αλλά γιατί με βάση αυτά τα δάνεια το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (και όχι μόνο το αμερικάνικο) είχε ανοίξει σε διεθνή κλίμακα, πολλαπλασιαστικά μέσα από την δημιουργία ειδικών παραγώγων προϊόντων μια σειρά άλλες δραστηριότητες κερδοφορίας που τώρα και αυτές με την σειρά τους κινδυνεύουν. Δημιουργήθηκε δηλαδή μια κατάσταση ντόμινο. Οι τράπεζες (αμερικάνικες κατά βάση αλλά και ξένες) εξέδιδαν τα στεγαστικά δάνεια, τα οποία στη συνέχεια τιτλοποιούσαν πουλώντας τα σε διάφορους καπιταλιστές – κερδοσκόπους (περιλαμβανομένων και «ταμείων αντιστάθμισης κινδύνου» Hedge Funds). Περαιτέρω, η πώληση αυτών των τίτλων εξασφάλιζε ρευστό με το οποίο οι τράπεζες εξέδιδαν ακόμη περισσότερα στεγαστικά δάνεια. Το «αεροπλανάκι» παρουσίασε τις πρώτες «βλάβες» όταν παρουσιάσθηκαν τα προβλήματα στην αποπληρωμή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης και μια σειρά τράπεζες αναθεωρώντας τη στάση τους, έπαψαν να ρευστοποιούν τους τίτλους που είχαν πουλήσει στους διάφορους κερδοσκόπους. Ταυτόχρονα προέκυψαν ανησυχίες και για την κεφαλαιακή επάρκεια όχι μόνο των κερδοσκοπικών οργανισμών που αγόραζαν τέτοια προϊόντα αλλά και των τραπεζών αυτών καθαυτών που υπήρχε υπόνοια ότι είχαν χρηματοδοτήσει τέτοιους οργανισμούς. Ως αποτέλεσμα προκλήθηκε κρίση εμπιστοσύνης, και οι τράπεζες ουσιαστικά έπαψαν να δανείζουν η μία την άλλη βραχυκυκλώνοντας της κυριότερες διατραπεζικές αγορές (σε ΗΠΑ, Ευρώπη, και Βρετανία), πράγμα που επιδείνωσε τα πράγματα ακόμα περισσότερο.

Περαιτέρω, το πρόβλημα πέρασε και στις διεθνείς κεφαλαιαγορές γιατί οι τράπεζες είναι εισηγμένες σε αυτές και μάλιστα με σημαντική βαρύτητα. Επισημαίνεται ότι οι κίνδυνοι είναι τεράστιοι καθώς όταν μια τράπεζα αντιμετωπίσει πρόβλημα, τότε ενδεχομένως να κινδυνεύσουν και μια σειρά επιχειρήσεις που αυτή έχει δανειοδοτήσει (πολλές εκ των οποίων είναι επίσης εισηγμένες στα χρηματιστήρια) ακόμη και αν από μόνες τους δεν είχαν προβλήματα. Μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή βρίσκεται στο ότι, το διάστημα μέχρι και λίγο πριν από την εκρηκτική εκδήλωση της κρίσης (Ιούλιος 20007) είχε σημειωθεί μια άνοδος των χρηματιστηρίων λόγω ενός κύματος εξαγορών και συγχωνεύσεων επιχειρήσεων οι οποίες πραγματοποιούνταν μέσω κερδοσκοπικών οργανισμών. Η χρηματοδότηση και αυτού του τύπου των δραστηριοτήτων υπήρξε ανάλογη με αυτή των επισφαλών στεγαστικών δανείων. Οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί δανείζονταν από τις τράπεζες και οι τράπεζες τιτλοποιούσαν και πωλούσαν τα δάνεια αυτά σε τρίτους για να αντλήσουν ρευστότητα και να κάνουν επιπλέον δάνεια. Καθώς όμως αυξάνεται η ανησυχία για την επίπτωση που θα έχει η τυχόν εισδοχή των ΗΠΑ σε ύφεση για την παγκόσμια οικονομία φαίνεται ότι το κύμα εξαγορών αναστέλλεται, και οι τράπεζες γίνονται πιο επιφυλακτικές στις χρηματοδοτήσεις τους, ενώ οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί, που αυτοτροφοδοτούνταν μέσω των εξαγορών, αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρόβλημα. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα είναι η αναταραχή και η νευρικότητα στα χρηματιστήρια που παρατηρήθηκε πρόσφατα. Οι κεντρικές τράπεζες παρενέβησαν, αρχικά με χορήγηση ρευστότητας σε μια προσπάθεια να εξομαλύνουν την κατάσταση στην διατραπεζική αγορά, γεγονός που βραχυχρόνια τουλάχιστον φαίνεται να στέφθηκε από επιτυχία. Στην συνέχεια όμως η απότομη υποχώρηση των χρηματιστηριακών δεικτών και της οικονομικής δραστηριότητας προκάλεσε την έντονη δραστηριοποίηση του κράτους που αποκάλυψε τον ταξικό του χαρακτήρα οδηγώντας ειδικότερα τις κυριότερες κεντρικές τράπεζες στην κατεύθυνση της λεγόμενης πολιτικής μηδενικών επιτοκίων, αναδεικνύοντας τα όρια και τα αδιέξοδα της νομισματικής πολιτικής. Ο πρόδηλα δομικός χαρακτήρας της κρίσης μας οδηγεί στην εκτίμηση ότι όχι μόνο τα νομισματικά αλλά ακόμα και ο συνδυασμός τους με δημοσιονομικά μέτρα δεν πρόκειται να οδηγήσει στην επίλυση των προβλημάτων που έχουν προκύψει αν δεν υπάρξουν και νέα διαρθρωτικά μέτρα στην κατεύθυνση αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης που θα δώσει νέα υπεραξία για να καλυφθούν οι απώλειες. Φυσικά για άλλη μια φορά οι εργαζόμενοι θα κληθούν «ελλείψει άλλου καθίσματος να καθίσουν στο άδικο».

3. Η Ευρωπαϊκή Ένωση

Για να έρθουμε όμως πιο κοντά στα καθ' ημάς, τα παραπάνω σχετικά με την προοπτική των εργασιακών σχέσεων ισχύουν και για την Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία δοκιμάζεται εξ ίσου οδυνηρά αν και με μια διαφορά φάσης από την τρέχουσα κρίση. Μέχρι πολύ πρόσφατα (2005-2006) η ευρωπαϊκή οικονομία υστερούσε έναντι της αμερικανικής σε ότι αφορά τους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Η διαφορά μεταξύ της οικονομίας των ΗΠΑ και της Ευρώπης αποδόθηκε από τους κύκλους του κεφαλαίου της ΕΕ στην έγκαιρη εφαρμογή από το κεφάλαιο στις ΗΠΑ των νέων τεχνικών απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας με τρόπο που κατά το δυνατόν πιο έγκαιρα να αντισταθμίζει την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Αυτό συνεπάγεται την θεμελιακή μεταβολή των εργασιακών σχέσεων υπέρ του κεφαλαίου με την καταπολέμηση και ουσιαστική διάλυση των συνδικάτων αλλά και την αποδόμηση των στοιχείων εκείνων του κοινωνικού κράτους που μειώνουν την κερδοφορία του κεφαλαίου (συνταξιοδοτικό-ασφαλιστικό σύστημα-κοινωνικές παροχές) και την επαναλειτουργία τους με όρους που να ενισχύουν αντί να μειώνουν την κερδοφορία (π.χ. εισαγωγή της έννοιας της «ανταποδοτικότητας» στις κοινωνικές παροχές, που ουσιαστικά καταργεί την λεγόμενη «αλληλεγγύη των γενεών» του προηγούμενου συστήματος). Αξίζει να σημειωθεί ότι στις τρεις μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αλλά και η επένδυση σε νέες τεχνολογίες πολλές φορές κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990 ήταν η υψηλότερη σε παγκόσμια κλίμακα, εξαιτίας της ισχυρής παρουσίας μεταπολεμικά Αριστεράς και εργατικού κινήματος σε όλες του τις μορφές (κομμουνιστικό, σοσιαλδημοκρατικό-ρεφορμιστικό) δεν συνοδεύτηκε με ταυτόχρονη μεταβολή των εργασιακών σχέσεων και την αναμόρφωση του κοινωνικού κράτους με τρόπο επωφελή για το κεφάλαιο. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ΕΕ να «χάσει» σε ανταγωνιστικότητα έναντι των Αμερικανών ανταγωνιστών της. Παρ' όλα αυτά (και υπό το βάρος του ανταγωνισμού των κεφαλαίων) έστω και με κάποια καθυστέρηση βρίσκεται σε εξέλιξη μια γιγαντιαία προσπάθεια επαναδιευθέτησης τόσο των εργασιακών σχέσεων όσο και των στοιχείων του κοινωνικού κράτους υπέρ του κεφαλαίου κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ η οποία ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων της τρέχουσας κρίσης εκτιμούμε ότι πρόκειται να διευρυνθεί τόσο σε έκταση όσο και σε βάθος. Η συζήτηση κατ' επέκταση που διεξάγεται στην ΕΕ για την επέκταση του εργάσιμου χρόνου (στις 65 ώρες), τη διεύρυνση της περιόδου διευθέτησης στην κατεύθυνση περαιτέρω ελαστικοποίησης και για την μείωση των εργατικών μισθών με την οδηγία Μπολκενστάϊν, για παράδειγμα, μόνο τυχαία δεν είναι. Το ίδιο ισχύει και για τις προτάσεις της Κομισιόν για μοίρασμα της ανεργίας. Αντίθετα αποτελούν τη στρατηγική απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού για την υπέρβαση της κρίσης και το κατ' εξοχήν πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης την τρέχουσα ιστορική περίοδο.

Συμπερασματικά λοιπόν, και με αφορμή την τρέχουσα κρίση, μπορούμε να πούμε ότι στην παρούσα συγκυρία υπάρχει μια γενικευμένη τάση στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού για την ολοένα και σε μεγαλύτερο βαθμό στήριξη της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου κατά κύριο λόγο σε τεχνικές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, λόγω αδυναμίας μείωσης της υψηλής οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, αφού οι διαδικασίες υποτίμησης και καταστροφής υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου όταν υπάρχουν, φαίνεται να είναι πάρα πολύ αργές. Γι αυτό κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την προσφυγή στον πόλεμο, που θα σηματοδοτήσει την ακόμη πιο βίαιη και μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και δυνατοτήτων, ως μέσο υπέρβασης της κρίσης από τη μεριά του ιμπεριαλισμού και των αστικών τάξεων. Όμως τα περιθώρια αύξησης της υπεραξίας κάτω από δοσμένες τεχνολογικές συνθήκες (δηλαδή χωρίς αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου), είναι περιορισμένα. Η αύξηση των ωρών εργασίας, η εντατικοποίηση της καθώς και η μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων προσκρούουν τόσο σε βιολογικούς όσο και σε κοινωνικούς περιορισμούς. Η αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων εξάλλου προσκρούει στο όριο της πλήρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού σε συνδυασμό με την αύξηση της τιμής της εργασιακής δύναμης πάνω από την αξία της, καθώς αυξάνεται η ζήτηση για εργατικά χέρια και μειώνεται ο εφεδρικός στρατός των ανέργων. Γι' αυτό, ιστορικά η σημαντικότερη πηγή αυξήσεων της υπεραξίας, ειδικά μετά τα πρώτα στάδια ανάπτυξης του καπιταλισμού, υπήρξαν οι μεταβολές στις τεχνικές μεθόδους παραγωγής. Στο βαθμό που η αύξηση της υπεραξίας δεν στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην απόσπαση σχετικής υπεραξίας, τότε δεν μπορούμε να πούμε ότι μια κρίση υπερσυσσώρευσης ξεπεράστηκε.

Ακριβώς αυτή η αδυναμία του κεφαλαίου να ξεπεράσει σε παγκόσμια κλίμακα την κρίση υπερσυσσώρευσης που το μαστίζει και το αναγκάζει να στηρίζει την κερδοφορία του στις τεχνικές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας με καταστροφικές συνέπειες για τον άνθρωπο, υπογραμμίζει και την μεγάλη ανάγκη που υπάρχει σήμερα για αναδιοργάνωση και συντονισμό του εργατικού κινήματος σε παγκόσμια κλίμακα με σκοπό τουλάχιστον την άνοδο του επιπέδου της ταξικής πάλης, ανάγκη που για τους εργαζόμενους σήμερα φαίνεται να αποτελεί όρο επιβίωσης πολύ περισσότερο από ό,τι αποτελεί αδήριτη ανάγκη για το κεφάλαιο η αύξηση και το βάθεμα της εκμετάλλευσης σε παγκόσμια κλίμακα. Η πορεία αυτή φυσικά θα εξαρτηθεί σε κάθε χώρο εργασίας ξεχωριστά, μέσα σε κάθε χώρα.

4. Η περίπτωση της Ελλάδας

Τα παραπάνω αφορούν άμεσα και την Ελλάδα καθώς οι διάφορες οδηγίες περί της απελευθέρωσης των αγορών με προεξάρχουσα την αγορά εργασίας εφαρμόζονται με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια από τις ελληνικές κυβερνήσεις και ιδιαιτέρως από την τωρινή. Η υστέρηση που εμφανίζει το ευρωπαϊκό κεφάλαιο σηματοδοτεί την ανάγκη στήριξης και εδώ της κερδοφορίας σε τεχνικές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας (ιδιαίτερα ύστερα από το άνοιγμα και των χωρών της ανατολικής Ευρώπης στην εκμετάλλευση του κεφαλαίου) πράγμα που σημαίνει ότι για όσο διάστημα το επίπεδο της ταξικής πάλης και η οργάνωση της εργατικής τάξης θα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, αυτό θα εγγυάται και την σε απόλυτους και σχετικούς όρους χειροτέρευση των συνθηκών ζωής της.

Ειδικότερα οι τελευταίες εξελίξεις στο πλαίσιο της ελληνικής οικονομίας έχουν καταστήσει παραπάνω από σαφές ότι η άρχουσα τάξη και τα κόμματά της, όπως προκύπτει από τον κρατικό προϋπολογισμό του 2009 και το Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης 2008-2011, αλλά και από τις διακηρυγμένες θέσεις των εκπροσώπων του δικομματισμού, προσπαθούν να αξιοποιήσουν την οικονομική κρίση για να επιταχύνουν την επιβολή των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων. Βασική επιδίωξη είναι για μια ακόμα φορά να εμφανίσουν το δικό τους πρόβλημα σαν πρόβλημα ολόκληρης της κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο να «περάσουν» στο λαό ότι είναι «αναγκαίο κακό» η κοινωνικοποίηση των ζημιών και η ιδιωτικοποίηση των κερδών, ώστε να ανακάμψει ο περίφημος «επιχειρηματικός κόσμος» και να δουν υποτίθεται καλυτέρευση και οι εργαζόμενοι. Για του λόγου το αληθές επισημαίνουμε ότι οι φόροι για τις μεγάλες επιχειρήσεις το 2000 ήταν στο 48%, έπεσαν το 2004 στο 37% και στην πενταετία της ΝΔ μειώθηκαν στο 30%. Την ίδια στιγμή οι άμεσοι φόροι από 51% που ήταν το 2000 ανέβηκαν στο 62% το 2004 και έφτασαν στο 70% επί των κυβερνήσεων της ΝΔ. Τα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι και ο προϋπολογισμός του 2009 όπως άλλωστε και οι προηγούμενοι, είναι ταξικός και αντιλαϊκός.

Η φορολογική λεηλασία ωστόσο δεν θα επιλύσει τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού που οδηγούνται σε παροξυσμό λόγω της κρίσης, όπως δείχνει κι η απότομη επιδείνωση των όρων δανεισμού του ελληνικού δημοσίου. Η αύξηση των επιτοκίων στις νέες εκδόσεις ομολόγων του ελληνικού δημοσίου κατ' απαίτηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου επιτείνει όμως ακόμη παραπέρα το δημοσιονομικό πρόβλημα του ελληνικού καπιταλισμού. Ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε όχι λόγω των γενναίων κοινωνικών παροχών αλλά της αφειδώλευτων επιδοτήσεων προς το κεφάλαιο και των φοροαπαλλαγών. Πέρα για πέρα ενδεικτική είναι η μείωση των φορολογικών συντελεστών από το 35% στο 25% που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός στη Διεθνή ‘Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2004, ενώ με το φορολογικό νόμο του Αυγούστου του 2008 το ποσοστό αυτό μειώθηκε ακόμη περισσότερο. Η μαύρη τρύπα επομένως στα δημόσια οικονομικά δημιουργήθηκε από την ίδια την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή που μείωσε τη φορολογία του κεφαλαίου για να αυξήσει την κερδοφορία του. Τα 28 δισ. ευρώ που χαρίζει η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή στους τραπεζίτες επικαλούμενη την αντιμετώπιση της κρίσης αποτέλεσε την σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της δημοσιονομικής κρίσης.

Παρότι όμως η χρόνια δημοσιονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της πολιτικής αθρόων παροχών προς το κεφάλαιο που ακολούθησαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, η αστική τάξη επιχειρεί να στείλει τον λογαριασμό στους εργαζόμενους. Η συζήτηση για τον κίνδυνο προσφυγής στο ΔΝΤ για παράδειγμα και για το πολύ πιο πιθανό ενδεχόμενο κοινοτικής επιτήρησης λόγω υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος αν κάπου αποσκοπεί είναι στην προετοιμασία των εργαζομένων για ένα νέο εξοντωτικό πρόγραμμα λιτότητας διαρκείας!

Ακρογωνιαίοι λίθοι του θα είναι πρώτο, η μείωση των πραγματικών μισθών, δεύτερο, απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τρίτο, αναδιάρθρωση των αγορών ώστε να είναι ευκολότερη η διείσδυση των πολυεθνικών μονοπωλίων και τέλος μια νέα αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος πάνω στα χνάρια των προηγούμενων αντιλαϊκών νόμων Σιούφα Σουφλιά, Ρέππα και Πετραλιά και στην κατεύθυνση μείωσης των συντάξεων, αύξησης των εργατικών εισφορών και επιδείνωσης των όρων θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η κυβέρνηση μάλιστα στρώνει μεθοδικά το έδαφος για ένα νέο αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο υποχρηματοδοτώντας συστηματικά το ασφαλιστικό σύστημα.

5. Αντί επιλόγου

Απέναντι στην επερχόμενη αντιλαϊκή οικονομική καταιγίδα ο μοναδικός τρόπος για να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους οι εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των μισθωτών και χαμηλοαμειβόμενων ελευθεροεπαγγελματιών οικονομολόγων, είναι να παλέψουν μαζί με την υπόλοιπη εργατική τάξη για την ανατροπή της επίθεσης, τη διαφύλαξη και αποφασιστική διεύρυνση των κατακτήσεών τους, στο πλαίσιο ενός νέου, ταξικού εργατικού κινήματος.

Η πάλη αυτή γίνεται σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία και δυνατή καθώς η κρίση μπορεί να δημιουργεί νέες δυσκολίες (λόγω των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, της υπονόμευσης των συλλογικών συμβάσεων, της τεράστιας ανεργίας) αλλά από την άλλη δημιουργεί και νέες δυνατότητες. Στο έδαφος της κρίσης διαμορφώνονται νέες, αυξημένες μάλιστα δυνατότητες για αντεπίθεση και νίκη καθώς οι εργαζόμενοι συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα της ενότητας σε ένα ανώτερο ποιοτικά επίπεδο συντονισμένων πανεθνικών αγώνων με μορφές μαζικού πολιτικού εκβιασμού του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων του, σε ρήξη με τους μηχανισμούς και τους θεσμούς του αστικού κράτους για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών της. 

 

* Οικονομολόγου, στην εκδήλωση του ΝΑΡ για την Εργατική Πρωτομαγιά 2009. Πολιτική εκδήλωση διοργάνωσε το ΝΑΡ για την Πρωτομαγιά, την Πέμπτη 30 Απρίλη, στις 7.00 μ.μ. στο αμφιθέατρο της Νομικής, με Θέμα: «εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση»

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία καταχώρησης 06-05-2009-00:53:10,

http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=6576

 

Tο τρίγωνο της αδικίας…

Tο τρίγωνο της αδικίας…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 Μιλούμε για τους υπουργούς και τους λειτουργούς της, λεγόμενης, Δικαιοσύνης. Ενώ στην πραγματικότητα δεν πρόκειται, παρά για τους υπουργούς και λειτουργούς της Νομιμότητας.

Η οποία Νομιμότητα μπορεί, συχνά, να έχει μικρή ή και μηδαμινή σχέση με την αληθινή Δικαιοσύνη. Αν δεν βρίσκεται σε κατάφωρη αντίθεση και δεν έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με αυτήν.

Σχετικά, ιδιαίτερα, με τους λειτουργούς της, λεγόμενης, Δικαιοσύνης, η πραγματικότητα μας λέει ότι είναι εγκλωβισμένοι-για να μιλήσουμε χονδρικά- μέσα σε ένα «τρίγωνο αδικίας».

Η μία κορυφή του τριγώνου αυτού της αδικίας συνίσταται στο γεγονός ότι την ηγεσία των λειτουργών της ορίζει η εκάστοτε κυβέρνηση. Και, αν λάβουμε υπόψη το πόσο σέβονται τη δικαιοσύνη οι εκάστοτε κυβερνώντες, αντιλαμβανόμαστε και τα κριτήρια, με τα οποία γίνονται, σε μεγάλο βαθμό, και οι εκάστοτε επιλογές τους. Που είναι, προφανώς, κομματικά και ιδιοτελή.

Την άλλη κορυφή του «τριγώνου της αδικίας» χαρακτηρίζουν οι «χρυσές χειροπέδες». Που συνίστανται στην προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών. Γεγονός, που από καιρού εις καιρόν παίρνει σκανδαλώδεις διαστάσεις. Όταν εισπράττουν τερατώδεις αυξήσεις και υπέρογκα καθυστερούμενα…

Η προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών αιτιολογείται με την πρόφαση ότι πρέπει, τάχα, να μισθοδοτούνται προνομιακά, για να αποφασίζουν δικαιοκριτικά. Πράγμα, που αφήνει, κατά κάποιο τρόπο, να υπονοηθεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των υπαλλήλων, που δεν μισθοδοτείται προνομιακά, δικαιολογούνται να λειτουργούν και πλημμεληματικά…

Αλλά η πραγματικότητα φαίνεται να είναι διαφορετική. Αφού η προνομιακή μισθοδοσία φαίνεται να λειτουργεί ως αντικίνητρο για την απονομή ακριβοδίκαιης δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα, όταν οι άνθρωποι των λαϊκών τάξεων βρίσκονται σε αντιδικία με το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο. Όπου οι «χρυσές χειροπέδες» φαίνονται, σύμφωνα με πάμπολλα παραδείγματα, να υπαγορεύουν αποφάσεις που αλληθωρίζουν προς τα συμφέροντα των γαλαζοαίματων του κοινωνικού Libro d' oro…

Και βέβαια πίσω κι απ' τις «χρυσές χειροπέδες» βρίσκεται η πολιτικάντικη ιδιοτέλεια και αγυρτεία. Η οποία έχει συνδέσει σκανδαλωδώς την προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών με εκείνη των βουλευτών. Που σημαίνει ότι κάθε φορά, που παίρνουν αυξήσεις και καθυστερούμενα οι δικαστικοί λειτουργοί, παίρνουν ανάλογα και οι βουλευτές…

Και βέβαια την κορυφή του «τριγώνου της αδικίας» αποτελεί το ερεβώδες χάος της άδικης νομιμότητας, με βάση την οποία καλούνται να αποφασίζουν κάθε φορά οι δικαστικοί λειτουργοί. Που τους εξαναγκάζει, συχνά, να παίρνουν, όπως φαίνεται, υπό το κράτος συνειδησιακών συγκρούσεων, άδικες αποφάσεις.

Και βέβαια πίσω απ' την άδικη νομιμότητα και πάλι βρίσκονται οι άδικοι νομοθέτες. Που, ενώ έχουν εγκλωβίσει το λαό και τους δικαστικούς λειτουργούς μέσα στα τρίγωνα και τα τετράγωνα και τα πολύγωνα γκέτο της αδικίας, οι ίδιοι κουκουλώνουν τη δική τους αγυρτεία και παραλυσία με την κουκούλα της ασυλίας.

Και δεν μπορούν, λέει, μέχρι το 2013, να αλλάξουν το καθεστώς της δύσοσμης αυτής δυσνομίας, γιατί δεν τους το επιτρέπει, λέει, το Σύνταγμα. Που, όπως φαίνεται, οι ίδιοι, σαν τους φαρισαίους του Ευαγγελίου, συνέταξαν έτσι, ώστε να περιφρουρούν το δικό τους άδικο και να κλείνουν την πόρτα της δικαιοσύνης για το λαό. Για να προσθέτουν πλιάτσικο στο πλιάτσικο. Και, εντεύθεν, πλούτο στον πλούτο. Το δικό τους και του συναφιού τους. Και φτώχεια στη φτώχεια του λαού…

Κι ύστερα «κόπτονται», τάχα, για κράτος δικαίου. Και φλυαρούν ανόητα και ανούσια περί δικαιοσύνης. Και, με περισσή υποκρισία, μέμφονται τον έναν ή τον άλλο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό (τον κ. Σανιδά ή κάποιον άλλο), για να παραπλανούν και αποπροσανατολίζουν το λαό. Έτσι ώστε να παγιδεύεται και να μην μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι η ρίζα και η πηγή του κακού είναι- κατά κύριο λόγο- αυτοί οι ίδιοι…

 Πράγμα που, αν συνειδητοποιούσε ο λαός, όχι μόνο δεν θα τους χειροκροτούσε και δεν θα τους ζητωκραύγαζε και πολύ περισσότερο δεν θα τους ψήφιζε ποτέ, αλλά θα τους έστελνε «εδώ και τώρα» στον αγύριστο, με γιουχαΐσματα και  «βρεγμένη σανίδα»…

 

Παπα-Ηλίας, 07-05-2009

Φοιτητικό κίνημα Μαΐου – Ιουνίου 2006 Ι

Ένα σχόλιο για το φοιτητικό κίνημα του Μαΐου Ιουνίου 2006

 

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

 

Μιλάμε για ένα κίνημα με γνήσια κινηματικά χαρακτηριστικά.  Επειδή εγώ είμαι λίγο παλιός, μου θυμίζει χαρακτηριστικά του '70, όσον αφορά τη μαχητικότητά του, την ανεξαρτησία του, τις μαζικές συνελεύσεις και την πολυμορφία του.

Έχει όμως και αρνητικά, διότι δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν κοινή στρατηγική όλα τα ρεύματα. Υπάρχουν δηλαδή αποκλίνοντα ρεύματα μέσα σ' αυτό το κίνημα. Χαρακτηριστικό είναι οι διαφορετικές πορείες στη πόλη μας (Σ.Σ. Πάτρα) και αναφέρομαι στο ΠΑΜΕ.

Παρ' όλα αυτά το κίνημα έχει βάλει τη σφραγίδα του. Το ότι αναγκάστηκε η κυβέρνηση να μεταφέρει την ψήφιση του λεγόμενου νομοσχεδίου για το φθινόπωρο, είναι η πρώτη νίκη. Από εκεί και πέρα, επειδή το προσχέδιο, όπως είπε η Υπουργός, ουσιαστικά κρατά όλη τη ψυχή του των σχεδιασμών που είχε το Υπουργείο, χρειάζεται μια στρατηγική για το Φθινόπωρο, ώστε το κίνημα να πάρει γενικότερα πανεκπαιδευτικά και παλλαϊκά χαρακτηριστικά.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι η Υπουργός, ακολουθώντας και τον προηγούμενο Υπουργό του ΠΑΣΟΚ, είχε δεσμευτεί στο Μπέργκεν της Σουηδίας ώστε ως το 2007 να έχει ψηφιστεί το νομοσχέδιο αυτό.

Αυτό δείχνει ακριβώς τη βιασύνη που είχε για να το περάσει το καλοκαίρι. Αυτό ακριβώς δείχνει και τη νίκη του φοιτητικού κινήματος μέχρι τώρα.

 

Δημοσιεύτηκε: Περιοδικό "Εκτός Γραμμής", ΈΚΤΑΚΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, Φοιτητικό κίνημα 2006, σελ. 31.

 

ΥΓ Το νομοσχέδιο τελικά, με αρκετά στρογγυλέματα, ψηφίστηκε το Μάρτη του 2007, όταν η ΝΔ είχε χάσει την μάχη για αναθεώρηση του άρθρου 16, όπως βεβαίως και του υπόλοιπου συντάγματος.

Ο στάρετς Σέργιος & μοντέρνα "ψυχιατρική"

Ο στάρετς Σέργιος & μοντέρνα "ψυχιατρική"  
 
 
Του Φιλαλήθη
 
Εισαγωγικά  

Ήδη έχουμε υλοποιήση νύξεις για το θέμα των ρευμάτων αυτών που αυτοπαρουσιάζονται ως γνωρίζοντα τον άνθρωπο και την ψυχή του σε ικανό βαθμό, και κατά συνέπεια μπορούν να μας μιλήσουν για την θεραπεία του.

Βεβαίως, ο λόγος είναι για τις ποικίλες αποκαλούμενες ψυχοθεραπείες ή ψυχιατρικές ή ψυχολογίες. Τεράστιος ο πληθικός αριθμός τους και αλληλοαναιρούμενες.
Αλληλοαναιρούμενες και με ποικίλα φιλοσοφικά ρεύματα που εφαρμόζονται και στην, ας την ονομάσουμε έτσι, ”φιλοσοφική θεραπευτική” που ανέπτυξε ο Λ. Μαρίνωφ στο πασίγνωστο “Plato not Prozac”. Σε άλλες περιπτώσεις αξιόλογων ψυχολογικών ρευμάτων, έχουμε πραγμάτωση ή μεταφορά φιλοσοφικών ρευμάτων όπως του υπαρξισμού, που κυριαρχούσε κατά την δεκαετία του ‘60 κατά τον τρόπο περίπου που θεωρείται, ότι ”κυριαρχούσε” ο νιτσεϊσμός στο μεταίχμιο 19ου-20ου αιώνα.   Σημαντικότατη είναι η μάλλον εντός σιωπής ρήξι, ή καλλίτερα εντός αιδήμονος σιωπής ρήξη, των ψυχιατρικών αυτών με την κατ’εξοχήν “ψυχιατρική”, που είναι το “πνευματικόν ιατρείον” ή “πνευματικόν νοσοκομείον” που κατά τους Πατέρες, όπως τον Χρυσόστομο, συνιστά η Εκκλησία. Δηλαδή οι αξιωματικές, αυθαίρετες, αφετηριακές παραδοχές της ψυχιατρικής, που συνήθως βασίζονται σε τελείως ξεπερασμένο και δυτικό κοσμοείδωλο περασμένων αιώνων, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την Εκκλησία, τους Πατέρες, την ψυχολογία που αυτοί κατά την Χάριν ανέπτυξαν.
Είναι πολλά τα λεφτά-επιχειρηματική καινοτομία-entrepreunerial innovation κτο.

"Είναι πολλά τα λεφτά"-επιχειρηματική καινοτομία-
"entrepreunerial innovation" κτο.

 

Στην διαχρονία

Μέχρι πριν τρεις-τέσσερις δεκαετίες, το κυρίαρχο παράδειγμα στην ψυχανάλυση εθεωρείτο ο φροϋδισμός. Ήδη είχαν εμφανιστή πολύ αξιολογότερα υποδείγματα, όπως της (εφαρμοσμένης σε επιχειρησιακό επίπεδο) ανθρωπιστικής Τρίτης ψυχολογίας, όπως αυτή που ανέπτυξε ο συγκρητιστικά φιλοθρησκευτικός -τέτοιος υπήρξε και ο Jung, κατ’άλλους εν κρυπτώ ινδουϊστικών αρχών- τύπος A. Maslow. Ο πολύ μεγάλος της, ας πούμε, ριζικής φιλελεύθερης αντιψυχιατρικής T. Szasz, ιατρός ο ίδιος και καθηγητής πανεπιστημίου στις ΗΠΑ, έχει κυκλοφορήση ένα βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Heresies” ή “Αιρετικά” που… είχαμε την ευλογία, μάλλον, να έχη κυκλοφορήση και ελληνιστί προσφάτως από τις εξαίρετες, εν γένει, οφείλω να πω,  “Εναλλακτικές εκδόσεις”. Αιρετικός υπήρξε ο Szasz, διότι αμφισβητούσε τον φροϋδισμό, και ευρύτερα την “θρησκεία της νεύρωσης” που για αυτόν ήταν η ψυχιατρική. (Βεβαίως, η αναφορά είναι και στην Ιερά Εξέταση, την οποία μελετά συγκριτικά με το όλο ”κίνημα ψυχικής υγείας” στην “Βιομηχανία της τρέλας” και αποδεικνύει τις τρομερές τους αναλογίες και κοινή προέλευσι.)

Κατόπιν, όμως, ο φροϋδισμός και η ξενόφερτη εκείνη μόδα του ψυχαναλίσματος πέρασε λιγάκι στο περιθώριο, και έγινε …”alternative”. Συμπτωματικά, η δεκαετία του 1960 ήταν εκείνη στην οποία είχαμε το χαρακτηριστικό γιγάντωμα των επιχειρήσεων και τους εμμανείς κύκλους “συγχωνεύσεων και εξαγορών”. Αυτή η τάση ήταν που οδήγησε τον Galbraith σε μία  μεγάλη έως άκρα όξυνση της κριτικής του συστήματος και της “συμβατικής σοφίας” από την αντικαταναλωτική “Κοινωνία της αφθονίας” στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ως το “Νέον βιομηχανικόν κράτος” και την με παγκόσμια αναφορά ”Οικονομία και κοινό συμφέρον” του 1973.

Γέροντας Πορφύριος Καψοκαλυβίτης:άγιος, λόγιος περί τα ιατρικά και ιατρός, δριμύτατος κατακριτής της κοσμικής ψυχιατρικής
Γέροντας Πορφύριος Καψοκαλυβίτης: άγιος, λόγιος περί 
τα ιατρικά και ιατρός, δριμύτατος κατακριτής της 
κοσμικής ψυχιατρικής

Οι σύγχρονες τάσεις

Η τάση, βεβαίως, σήμερα, είναι μάλλον η βιολογική ή βιολογίζουσα, “φαρμακολογική”, όπως την ονομάζει ο π. Φάρος, ψυχιατρική.  Ο ψυχοθεραπευτής P. Breggin, συγγραφέας και αποκαλούμενος από ορισμένους ακαδημαϊκούς πολύ εύλογα “συνείδηση της αμερικάνικης ψυχιατρικής” , βλέπει μετά από το τέλος της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές του ‘70 την εκπώληση της επίσημης ψυχιατρικής στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες και στα περιοδικά που αυτές διατηρούσαν και χρηματοδοτούσαν, και με καταχωρήσεις που πρέπει, έπρεπε να κινούνται αυστηρά μέσα στο ψευδοεπιστημονικό αυτό ”υπόδειγμα”. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε μία άλλη θεωρητική, κοινωνική “επιστήμη” ή θεωρία, την οικονομική, το υπόδειγμα που επαναλαμβάνεται στα θεωρούμενα ως “πρωτοκλασσάτα” επιστημονικά περιοδικά είναι το νεοκλασσικό. Για όσους ξέρουν, το νεοκλασσικό υπόδειγμα της “Γενικής ισορροπίας”(”General  equilibrium theory”). Και, όπως εμείς οι φοιτητές γνωρίζουμε καλώς από εντός του πανεπιστημίου, εάν οι προτεινόμενες δημοσιεύσεις δεν ακολουθούν αυτό το υπόδειγμα και δεν επαναλαμβάνουν κάποιες λέξεις-κλειδιά, όπως της απορρύθμισης(ως πολιτικές προτάσεις), δεν δημοσιεύονται και έτσι δεν προάγεται κάποιος επαγγελματικά ή αξιολογητικά(στο εξωτερικό, ως τώρα). Την ίδια μομφή με δριμύτατο τρόπο απευθύνει ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Τέξας James Galbraith, ο οποίος φυσικά δεν είναι το είδος του ακραιφνούς καπιταλιστή που ονομάζουμε νεοκλασσικό. Αυτά, λοιπόν, είναι για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ λίγο -πολύ τετριμμένα και εγνωσμένα.

Το ανησυχητικό είναι, ότι έχουμε αυτήν την “diabolical rapture”, διαβολική συμμαχία, όπως θα έλεγε και ο Szasz, μεταξύ κρατικής εξουσίας και λεγόμενης “ψυχιατρικής” που “απειλεί την ανθρώπινη ελευθερία”, σε εποχές που ακούγεται συνεχώς από τα-τους εκμαυλιστές των ΜΜΕ, το αίτημα του χωρισμού “κράτους-εκκλησίας”, εννοείται δε εντέχνως και “από τα πάνω”, όπως λέμε… Σε αυτά τα αμαρτήματα είχε υποπέση και ο θεωρούμενος από κάποιους ως φονταμενταλιστής Χριστιανός(…) G.W. Bush, βεβαίως, ως γνωστόν. Και βέβαια είναι και η συνεχής προβολή των εν λόγω προσώπων ως “επιστημόνων”, ειδικών κτλ. Σίγουρο είναι, ότι από τις θέσεις τους έχουν παραπλανηθή και δηλητηριαστή χιλιάδες ακάτεχοι άνθρωποι, που ψάχνουν στα θολά ή βρώμικα νερά του αστικού υλισμού, του κοσμικού ελπιδεμπορίου και του marketing που χρησιμοποιεί ως βασικά καθότι τελεσφόρα εργαλεία του τις “επιστημονικές δημοσιεύσεις” σε ποικίλα περιοδικά. Οι “ειδικοί” του marketing και οι οικείες σχολές λένε τις μεγαλύτερες αλήθειες για το πώς λειτουργεί η οικονομία και τα διάφορα προϊόντα, έλεγε ο J.K. Galbraith στο τελευταίο του δοκίμιο, και εν προκειμένω αυτά τα εργαλεία τα αναφέρει και προτείνει ο Philip Kotler, μέντορας και εφευρέτης του marketing management σε βιβλίο του του 2008.

Αυτά ας θεωρηθούν πενιχρές σημειώσεις ή οφειλές διαφώτισης κατά δύναμιν για ένα τεράστιο θέμα που οι περ

ισσότεροι, ίσως, αγνοούν ή δεν ερευνούν. Σε αυτό, μεταξύ απείρων άλλων, τα ΜΜΕ, περιοδικός τύπος ή τηλοψία, αλλά και ιστοσελίδες εκλαϊκευμένης επιστήμης ακόμη και ενίοτε, όπως η wikipedia, κάνουν την προπαγανδιστική τους εργασία “πολύ καλά”, σίγουρα.

Οι startz


http://www.perizitito.gr/images/T/b107321.jpg" border="0" alt="Στάρετς Σέργιος" width="76" height="108" />

Στάρετς Σέργιος

Οι startzi, και ο στάρετς Σέργιος, και η κοσμική ”ψυχιατρική”

Ο στάρετς(1903-1987) Σέργιος είναι ένας αδάμας πραγματικός “γέροντα με υψηλή πνευματικότητα”(=στάρετς, στην ρώσσικη γλώσσα) της ρωσσικής διασποράς στη Γαλλία. Λόγιος επίσης, και με μεγάλη αποδοχή στους κύκλους των Χριστιανών Υπαρξιστών εν Γαλλία, μίλησε εκτενώς για τις ψυχιατρικές θεωρίες της εποχής του. Ο Jean -Claude Larchet, καθηγητής Φιλοσοφίας και Θεολογίας στο Στρασβούργο, με ανώτατες σπουδές σε ανθρωπιστικές επιστήμες και ψυχολογία, καταγράφει κάποιες ρήσεις του, που παραθέτουμε άνευ περιττολογιών…:

Στη βάση των ψυχικών ασθενειών βρίσκεται η υπερηφάνεια. Θεμέλιο των ψυχικών ασθενειών είναι η θεώρηση του εαυτού μας ως κέντρου των πραγμάτων. Όλοι οι ψυχικά ασθενείς έχουν ως κέντρο τον εαυτό τους. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για την ασθένειά τους. Η υπερηφάνεια, όπως και τα άλλα πάθη, έχουν στο άτομο ποικίλες προελεύσεις: την προσωπική βούληση, αλλά και την κληρονομικότητα, το οικογενειακό περιβάλλον, την κοινωνία, τις προσωπικές σχέσεις και την ιστορία του καθενός.

Κάθε πνευματικός πατέρας πρέπει να είναι ταυτόχρονα και ψυχίατρος. Κάθε ψυχική ασθένεια έχει στην βάση της πνευματικά προβλήματα.  Η πνευματικότητα καλύπτει και περιλαμβάνει τα πάντα.

Επομένως, μια πνευματική πράξη μπορεί να θεραπεύσει.

Ο ψυχίατρος που δεν είναι πνευματικός άνθρωπος μπορεί να ανακουφίσει τον ασθενή, να τον βοηθήσει να ξαναβρεί τον εαυτό του, να βελτιώσει τις σχέσεις του με τους άλλους. Αλλά κατά βάθος τον αφήνει άδειο, γιατί δεν του λέει πώς να βρει ένα νόημα στην ύπαρξή του. Κάτι που αντιθέτως κάνει ο πνευματικός πατέρας

Αντίθετα με ό,τι ισχυρίζεται ο Φρόυντ, η βάση των ψυχικών ασθενειών δεν είναι η σεξουαλικότητα, αλλά η υπερηφάνεια.

…]Να καταλάβουμε ότι όπως το σώμα αρρωσταίνει και πεθαίνει χωρίς τροφή, έτσι και η ψυχή αρρωσταίνει και πεθαίνει χωρίς την προσευχή. Η προσευχή είναι η τροφή της ψυχής.(Larchet, 2006, Ακρίτας, σσ. 167-169)

Ελπίζω, ότι τώρα κατανοείτε γιατί δεν σχολιάζω.

Στο μέλλον;

 ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ;

  

Δοκίμιο του Αθανασίου Δ. Καραμπούζη*

 

Ποιος ο ρόλος της πολιτικής στην έξοδο από την κρίση; Ποιες δύο αντίπαλες αντιλήψεις για τον ρόλο του καπιταλισμού εδράζονται στις πολιτικές μάχες που διεξάγονται; Και ποια θα είναι η μελλοντική φούσκα, που θα στηρίξει την ανάπτυξη των επόμενων γενιών;

Τέτοιας φύσεως ερωτήματα φιλοδοξεί ν’ απαντήσει το παρόν άρθρο, το οποίο έχει μάλλον σκωπτικό και θυμοσοφικό, παρά αμιγώς επιστημονικό χαρακτήρα. Με αναφορές σε οικονομολόγους που προέβλεψαν την κρίση, όμως, καθώς η παιχνιδιάρικη διάθεση δεν αναιρεί τη σοβαρότητα των θεμάτων…

ΔΙΑΣΩΣΗ Ή ΡΥΘΜΙΣΗ;

Μεγάλοι οικονομολόγοι, όπως ο νομπελίστας του 2008 Πωλ Κρούγκμαν, ήταν που έκαναν την αρχή στον χώρο των ιδεολογικών μαχών εν μέσω κρίσης. Η σύνοδος του G20 στο Λονδίνο, αρχές του 2009, τις επικύρωσε.

Στα πλαίσια, πάντα, του καπιταλιστικού συστήματος οι ευρωπαϊστές ηγέτες της κεντρικής Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία κυρίως…) υποστήριξαν θέσεις λιγότερο «κεϋνσιανές», αντίθετες από τις οικονομικές πολιτικές που επιτάσσει μια τέτοια κάμψη, υπερασπιζόμενοι ένα μοντέλο ασύδοτης ελευθερίας, που έχει το ίδιο καμφθεί από τις εξελίξεις. Στον αντίποδα οι αγγλοσάξονες ως διασώστες – ήρωες της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, δαπανούν τεράστια ποσά για το σκοπό τους και επισημαίνουν ότι αποτελεί μονόδρομο η χορήγηση κρατικής ρευστότητας σε τράπεζες και λοιπές νευραλγικές επιχειρήσεις για την περιβόητη «έξοδο» από την κρίση. Μέχρι εδώ όλα καλά λοιπόν.

Φυσικά και όχι.

Η «σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού» είναι η εξής: το όχι των ευρωπαίων φιλελεύθερων πολιτικών συνοδεύεται από το αίτημα για άμεση ρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και συναφή θέματα, όπως κατάργηση των φορολογικών παραδείσων παγκόσμια εποπτεία των αγορών κλπ. Θέλετε από πολιτική ιδιοτέλεια, θέλετε από απλή αναγωγή στα εθνικά τους συμφέροντα, οι ευρωπαίοι πολιτικοί (γενικεύοντας λίγο αυθαίρετα…) είναι πιο κοντά σε μια ευκταία λύση.

Γιατί;

Απλούστατα γιατί για να καρποφορήσει η κρατική ενίσχυση πρέπει πρώτα ρητά να διασφαλιστεί ότι η ροή του χρήματος θα έχει τελικό αποδέκτη τους καταναλωτές καθιστώντας ενεργή την τωρινή «αδρανή» ζήτηση. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι απλώς να μην περιπέσει το χρήμα σε αδράνεια, ενισχύοντας τους ισολογισμούς των τραπεζών (πρόβλημα που αντιμετώπισε και ο Ρούζβελτ παλιότερα), αλλά να κυκλοφορήσει στην αγορά. Δεν είναι ότι πρέπει να τιμωρηθούν απλώς τα χρυσά στελέχη των τραπεζών που τιτλοποιούσαν και πωλούσαν, χωρίς έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές, στις παράλληλες αγορές πλειοδοτικών οργανισμών, αγορές που πήραν σάρκα και οστά με την χρηματοπιστωτική καινοτομία των CDO (παραπέμπω σε σχετική βιβλιογραφία για περαιτέρω λεπτομέρειες). Το πρόβλημα εστιάζεται στην ρύθμιση, δηλαδή στην αποτροπή, μέσω ελέγχου, παρόμοιων καταστάσεων. Μόνο τότε διασφαλίζεται η σωστή ροή του χρήματος.

Αλλά πώς διασφαλίζεται η αμεροληψία του ελέγχου των αγορών;

Στο σημείο αυτό πρέπει να κάνω μια μικρή αναφορά στην σχέση της οικονομία με την πολιτική. Από καταβολής της, η οικονομική σκέψη (Άνταμ Σμιθ, Ρικάρντο κλπ) ενείχε έντονη πολιτική χροιά. Χαρακτηριστικό της εποχής, μέχρι και τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ο ακαδημαϊκός όρος «πολιτική οικονομία». Από το 1969 και έπειτα θεσπίστηκε ο θεσμός του Νόμπελ Οικονομικών που σηματοδότησε, και τυπικά πλέον, την ανεξαρτητοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας από την πολιτική της διάσταση, από τον κοινοβουλευτικό (δημοκρατικό) έλεγχο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αδυναμία χάραξης μακροοικονομικής πολιτικής με αυστηρό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και, φυσικά, κατάργηση, στην πράξη, της εποπτείας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, αφού δεν διασφαλίζεται το «αδιάφθορον» των εποπτικών αρχών μέσω της κρίσης των πολιτών (πάντα δια του κοινοβουλίου). Είναι λοιπόν αυτή η ασυδοσία πολλών μεγάλων επιχειρήσεων, που καταστρατηγούν τους κανόνες του ανταγωνισμού, συστήνοντας ατιμωρητί καρτέλ και άλλες ολιγοπωλιακές αγοραίες φόρμες, που μας οδήγησε στην παρούσα κάμψη. Τα πράγματα όμως μπαίνουν σε άλλη διάσταση όταν η εποπτεία δεν λειτουργεί στον χρηματοδότη της οικονομικής δραστηριότητας, το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έτσι φτάσαμε να μιλάμε ακόμη και για ενδεχόμενη ύφεση.

Τι πρέπει να γίνει;

Δεν αρκεί φυσικά η τιμωρία, ούτε η διοχέτευση ρευστότητας χωρίς τα παράλληλα εχέγγυα ρύθμισης. Αυτό που χρειάζεται είναι πρωτίστως, όσο τετριμμένο κι αν ακούγεται, πολιτική βούληση. Η παρούσες κυβερνήσεις που ασπάστηκαν την ακραία νεοφιλελεύθερη ιδεολογία (ασχέτως αν δηλώνουν σοσιαλιστές ή δεξιόφρονες), σίγουρα δεν την διαθέτουν. Το εκλογικό σώμα μένει να αποδείξει τα υγιή του αντανακλαστικά και να αναδείξει νέες δυνάμεις, ικανές για ένα νέο consensus μεταξύ των κοινωνικών φατριών, ένα νέο New Deal, που αυτή τη φορά θα διασφαλίζει την πολιτική του επιβίωση απέναντι στην πρόσκαιρη οικονομική ευφορία των καιρών στο μέλλον (όπως συνέβη με το προηγούμενο τη δεκαετία του 50’, με τη συναίνεση του αμερικανικού λαού, εξΟ νομπελίστας οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαναιτίας της αισθητής, μα πρόσκαιρης, ανάπτυξης.). Αυτό επιτυγχάνεται με δύσκολα μετατρέψιμους συνταγματικούς νόμους (έχω άγνοια της νομικής ορολογίας) που θα διέπουν τη λειτουργία των εποπτικών αγορών ανά κράτος και θα λογοδοτούν στους πολίτες, ενώ θα συντονίζονται σ’ ένα παγκόσμιο όργανο. Σίγουρα δεν περιμένουμε τον πολιτικό μεσσία να έρθει να μας γλιτώσει, εξ ολοκλήρου μόνος του, από τη οικονομική μας κόλαση. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα εναρκτήριο λάκτισμα, μια πρώτη θετική πρωτοβουλία στις βάσεις αυτές. Να τεθούν ξανά τα θεμέλια για υγιή ανάπτυξη, όχι σαν αυτοσκοπός, αλλά προς όφελος του ανθρώπου.

Ο νομπελίστας οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ…

 

«Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.» Κ.Π.Καβάφης

Οι μελέτες για την κρίση πληθαίνουν συνεχώς. Η παλιά ιδεολογία παλεύει για την επιβίωσή της. Νέοι οικονομολόγοι, λάτρεις της κριτικής, έρχονται στο προσκήνιο αμφισβητώντας τις καθεστηκυίες νεοφιλελεύθερες απόψεις.

Ανάμεσά τους μια φωνή εκ Γαλλίας, όχι τόσο νέα όσο επιτάσσει το ράλι των ιδεών επί ημερών μας, αλλά σταθερά από τα μέσα του 70’ να προειδοποιεί και να προκαλεί ειρωνικά, πολλές φορές σχόλια, εκ μέρους των ηττημένων πλέον ιδεολόγων της δεξιάς θεώρησης των πραγμάτων.

Είναι η σχολή της κανονικοποίησης. Οι εκπρόσωποί της προσπαθούν, αλιεύοντας στοιχεία από τις περιόδους κρίσεων κατά μήκος της ιστορική γραμμής του καπιταλισμού να αποδείξουν το πεπρωμένο των αδιάλειπτων κρίσεων και κρούσεων που τον διέπουν. Ένα πεπρωμένο που μοιάζει βγαλμένο από τις σελίδες του Μαρξ και επισημοποιεί τον οικονομικό κύκλο στην μισητή διάσταση της ύφεσης.

Στις μέρες μας επαληθεύονται. Η ύφεση ήρθε εκεί που όλα τα μακρομεγέθη ήταν στο ζενίθ τους (αν εξαιρούσαμε ίσως την ανεργία σε ορισμένες περιπτώσεις). Ήρθε εκεί που δεν την περίμενε κανείς. Φωνές προειδοποιητικές, όπως των Γάλλων, που προανέφερα, και ελαχίστων αμερικανών (Κρούγκμαν) ακούγονταν αστείες μπροστά στην υπερανάπτυξη των καιρών των «παχιών αγελάδων». Και όλοι αυτοί οι κύριοι, επισημαίνουν το αυτονόητο που είχε ξεχαστεί: καπιταλισμός και κρίσεις είναι φαινόμενα ιστορικά συνυφασμένα.

Ύστερα από κάθε κρίση το παρόν σύστημα «πιάνεται» από ένα τομέα της οικονομίας για να αναπτυχθεί υπέρμετρα και πάλι να καταλήξει σε νέα κρίση. Κι ο τομέας αυτός θα ονομάζεται φούσκα υπερεπενδύσεων. Συνέβη μετά το μεγάλο Κραχ του 1929 και ονομάστηκε Β Παγκόσμιος Πόλεμος. Συνέβη και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ενώ ονομάστηκε το 2000 φούσκα της τεχνολογίας και για να ξεπεραστεί μπήκαμε σε μια νέα φούσκα, τη σημερινή, των ακινήτων. Είναι λοιπόν μονόδρομος η έξοδος από την νέα κρίση. Όλοι ψάχνουν έναν τομέα, σχετικά καινό και με προσδοκίες υπερκερδών. Ηλίου φαεινότερο ότι μιλώ για την μόδα της οικονομικής μας εποχής: τις πράσινες επενδύσεις. Επενδύσεις που είναι ικανές να συντηρήσουν μια ανάπτυξη δεκαετιών. Είναι εξάλλου ήδη γνωστές οι προθέσεις της νέας αμερικανικής ηγεσίας για περαιτέρω διευκόλυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες ενέργειες, με κυριότερες δράσεις την φορολογική και νομική διευκόλυνση. Και φυσικά κατά πόδας και η ο υπόλοιπος κόσμος, αν και τείνω να πιστεύω ότι την πρωτοκαθεδρία στον τομέα διατηρούσε και διατηρεί η βόρεια Ευρώπη, συν την ισπανική εξαίρεση. Παρ’ όλα αυτά, για φούσκα πρόκειται.

Προσωπικά είμαι υπέρμαχος ενός καπιταλισμού, που, έστω κι από επενδυτική ιδιοτέλεια, μπορεί να συνδράμει θετικά στον δύσμοιρο πλανήτη μας. Αλλά οφείλουμε να διαβάζουμε του ιστορικούς νόμους του καθεστηκώτος συστήματος και να προβλέπουμε τα λάθη του. Ο Καβάφης στο ποίημα τοΡώμη:Κολοσσαίου « Περιμένοντας τους βαρβάρους» μιλάει για μια νέα κατάσταση πραγμάτων τη οποία εναγωνίως προσμένουν τα νοήμονα όντα για να λυτρωθούν από την ανία τους. Ανία νομοθετική, οικονομική, κοινωνική, υπαρξιακή. Στη ύστερη ρωμαϊκή εποχή, μια εποχή παρακμιακή, κατά κοινή ομολογία. Στον σύγχρονο καπιταλισμό, οι νέοι επενδυτικοί τομείς, οι φούσκες του μέλλοντος, ως άλλοι βάρβαροι, αποκτούν πιστούς οπαδούς, που ταχέως αυξάνονται και επαληθεύουν τον ποιητή.

Μήπως πρόκειται για ακόμη μία εποχή παρακμής και ανοησίας στην ανώμαλη ιστορική γραμμή του ανθρώπινου γένους;

                   Ρώμη:Κολοσσαίο

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλιεττά, Μισέλ (2009): Η Οικονομική Κρίση. Μετάφραση: Παπαγιαννίδης, Δ., Α. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις.

Κρούγκμαν, Π. (2009): Η κρίση του 2008 και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης. Μετάφραση: Αλαβάνου Α. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Σόρος, Τζ. (2008): Η οικονομική κρίση του 2008 και η σημασία της. Μετάφραση: Φιλιππάτος, Α. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη.

 

Σημ. φιλαλήθους/philalethe00: Το άρθρο δημοσιεύεται κατ’ αίτησιν του φίλου Αθανάσιου. Βεβαίως δεν συμμερίζεται ο γράφων το σύνολο των απόψεων του αγαπητού λίαν φίλου. Είναι μέρος από ένα όλον δοκιμιογραφικής προσπάθειας που θα ολοκληρωθή με άλλες δύο δημοσιεύσεις, που “επίκεινται”.

*ο δοκιμιογράφος είναι φοιτητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Το κενό νοήματος που αναπαράγεται

Το κενό νοήματος που αναπαράγεται

 

Του Λευτέρη Κουσούλη *

 

Καθώς ο νέος χρόνος έχει ήδη ανατείλει και όπως κάθε νέος χρόνος, έτσι φέρνει κι αυτός μαζί του προοπτικές και ελπίδες. Οι ευχές όλων συνοδεύουν αυτές τις ημέρες (Σ.Σ.: γράφτηκε αρχές Γενάρη 2008). Μια ευχή που μας χρειάζεται όμως περισσότερο από κάθε άλλη, αν και δεν συνηθίζεται, είναι η ευχή να ξαναβρεί ο δημόσιος διάλογος τη θέση που του ανήκει στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

** Μα σήμερα δεν ανθεί, θα έλεγε κανείς, και μάλιστα πληθωρικά, η δημόσια συζήτηση; Στις εφημερίδες, στα ραδιόφωνα, στην τηλεόραση, παντού;

Και όμως, μια απουσία, μια απουσία ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου, χαρακτηρίζει -έπρεπε να πούμε σφραγίζει- την εποχή μας. Φανερά και αθέατα μέτωπα μένουν εκτός παρατήρησης, εκτός ενασχόλησης και κριτικής από το δημόσιο λόγο. Από τον πολιτικό λόγο σίγουρα, αλλά και από το σύνολο του δημόσιου λόγου.

** Την ίδια ώρα, ένας χείμαρρος λόγου, αναφορών, κριτικής και εικόνων κατακλύζει το μέσο επικοινωνίας που δεσπόζει σήμερα στο σύστημα ενημέρωσης, την τηλεόραση. Εκεί, στις οθόνες της, είτε το θέλουμε είτε όχι, επιχειρεί να υπάρξει αυτό που ονομάζουμε δημόσιος διάλογος στις μέρες μας.

** Αυτή η πραγματικότητα -λόγου και εικόνων- έχει μέσα της όλα τα στοιχεία της προσχηματικότητας. Και, τελικά, η κριτική που φέρει, ή προβάλλει ως τέτοια, είναι επιπόλαιη, επιδερμική και καταλήγει ανώδυνη. Λειτουργεί η κριτική αυτή σαν υποκατάστατο ενός ουσιώδους δημόσιου διαλόγου και, με το ύφος της άνεσης που δίνει ή που επιτρέπει η τηλεοπτική σκηνοθεσία των πραγμάτων, ιδεολογικοποιεί την απουσία του ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου.

** Στο κέντρο αυτού του φαινομένου δεν έχουν καμιά ελπίδα ύπαρξης το επιχείρημα, η ανάδειξη των πραγματικών στοιχείων της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης, η πραγματική συζήτηση, ένας διάλογος ουσίας. Ως εκ τούτου, αυτό που προκύπτει καθίσταται τελικά αδιάφορο. Στιγμιαία μόνο διέρχεται μπροστά στα μάτια του πολίτη-τηλεθεατή.
** Αυτή όλη η τηλεοπτική σκηνοθεσία, μαζί με την καυστικότητα του λόγου που διεκδικεί όλο και περισσότερο χρόνο, εκτοπίζοντας την ουσία του, τροφοδοτεί με τη σειρά της την αδράνεια. Και εντέλει την ακινησία. Αφήνει τους θεατές αμέτοχους, εξασφαλίζοντάς τους την ψευδαίσθηση της συμμετοχής. Συμμετέχουν, ασφαλώς, αλλά περιοριζόμενοι και αυτοπεριοριζόμενοι στο ρόλο του παρατηρητή.

Ακόμη και η διασκέδαση και η εντός αυτής κριτική αφαιρούν χρόνο από το λόγο και εκτοπίζουν τη σκέψη και τη δημόσια ανάπτυξή της, με τη μορφή του πραγματικού πολιτικού λόγου, της αντιπαράθεσης δηλαδή και της σύγκρουσης.

** Διαμορφώνουν όλα αυτά μια συνθήκη ανελευθερίας. Διαμορφώνουν συνθήκες εκτόνωσης, συνενοχής και εν τέλει της αυταπάτης ότι οι αποδέκτες της κριτικής δεν είναι συντελεστές του αδιεξόδου -για το οποίο εν τω μεταξύ κατά βάθος γίνεται λόγος. Με τον τρόπο αυτό «αθωώνονται» οι πραγματικοί πρωταγωνιστές.


** Γίνεται συχνά λόγος για «αριστοφανισμό». Παραμερίζοντας την υπερβολή, θα παρατηρούσαμε ότι, αν το δεχθούμε αυτό, ο αριστοφανισμός εδώ αποτελεί εκδήλωση μιας κοινωνίας σε αδιέξοδο, σε ακινησία, μιας κοινωνίας εν τέλει ηττημένης.

Αυτό είναι αποτέλεσμα της εγκατεστημένης αδράνειας με την οποία τείνει να συμβιβαστεί και να την αποδεχτεί κατά βάθος ο μέσος άνθρωπος.

** Την ίδια στιγμή, η κοινωνία που μέσα της τα μικρά και μεγάλα προβλήματα παραμένουν και τα φανερά και αθέατα μέτωπα βρίσκονται σε ένταση, μάταια προσδοκά -μέσα από την πολιτική- δημόσια αντιπαράθεση επί της ουσίας. Αυτή δεν έρχεται. Κανείς δεν θέλει την ευθύνη της. Κανείς δεν αναδέχεται το κόστος της.

Τα ουσιαστικά μέτωπα συζητούνται επιδερμικά, ή πάλι «ανοίγονται» μόνο και μόνο για να «κλείσουν»: Ασφαλιστικό; Καταταλαιπωρημένες δημόσιες επιχειρήσεις;

Εθνικό Σύστημα Υγείας που μαραζώνει και καταλήγει να προσβάλλει; Παιδεία που εγκαταλείπεται; Ασφάλεια του κοινού πολίτη; Ατυχήματα στους δρόμους που θερίζουν ζωές; Περιβάλλον που το θυμόμαστε μόνο τις ώρες των μεγάλων πυρκαγιών ή της εκφώνησης πανηγυρικών ευκαιρίας;

** Κάτω από όλα αυτά υπάρχει ένα κενό. Ένα κενό περιεχομένου. Ένα κενό νοήματος. Η απουσία της δημόσιας αντιπαράθεσης τροφοδοτείται από τα υποκατάστατά της. Αυτά με τη σειρά τους αλληλοτροφοδοτούνται και έτσι το κενό αναπαράγεται.


** Η μη αναζήτηση νοήματος διαμορφώνει μια ιδανική συνθήκη απαλλαγής των πολιτικών πρωταγωνιστών από αυτή την ευθύνη. Ευθύνη που είναι σύμφυτη με το ρόλο τους και τη θέση που διεκδικούν στα δημόσια πράγματα. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα και το κλίμα, ευδοκιμούν οι προσπάθειες ευκαιριακής εκμετάλλευσης στο επίπεδο του θεάματος και άρνησης της ουσίας.

** Η πραγματική απουσία δημόσιου διαλόγου εμπεριέχει, τελικά, μια περιφρονητικότητα προς τον πολίτη και οδηγεί στην απαξίωση της πάντα υπαρκτής προσδοκίας του για πολιτικό περιεχόμενο.

Κάτω από όλα αυτά ελλοχεύει η απώλεια ταυτότητας του καθημερινού ανθρώπου, αφού τα σημεία αναφοράς γύρω από τα οποία θα όφειλε να συγκροτείται η συλλογική μας πορεία δεν αποτελούν πια αντικείμενο συζήτησης. Η υποχώρηση της πολιτικής ουσίας άφησε ανοιχτό το δρόμο σε αυτούς που δεν έχουν τίποτα να πουν και να γράψουν πάνω στις, ξεδιπλωμένες στις οθόνες, φανταχτερές σημαίες της εποχής μας.

* Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΥΣΟΥΛΗΣ είναι πολιτικός επιστήμονας.

ΠΗΓΗ: ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 06/01/2008, 

http://archive.enet.gr/online/online_text/c=110,dt=06.01.2008,id=80830672