Πολιτικής Θεολογίας νέες εκδόσεις!!! (Β')

 Πολιτικής Θεολογίας νέες εκδόσεις!!! (Β' μέρος)

 

Του φιλαλήθους/philalethe00

 

Πολιτικής θεολογίας συνέχεια. Το τρίτο βιβλίο που θα σχολιάσουμε είναι το “Εξουσία και κόλαση…!” (εκδ. Θαβώρ, Φεβρουάριος 2009) του πολυγράφου και ενημερωμένου λίαν π. Β. Μπακογιάννη.

Η πολιτική θεολογία της Ορθοδοξίας είναι πράγματι μία τόσο σημαίνουσα υπόθεση και δεν είναι σωστό να αμελήται. Έχει ειπωθή, συγκεκριμένα από τον Σ. Παπαθεμελή, σε εισαγωγή σε βιβλίο με το “Ευαγγέλιο των Σαντινίστας” ενός εκ των δύο αφών Καρντενάλ, υπουργών- ιερέων στην επανασταστική κυβέρνησι των Σαντινίστας (!), ότι στην Ορθόδοξη Ανατολή έχει αναπτυχθή η δική μας θεολογία της απελευθέρωσης(liberation theology) πολύ πριν το 1968, οπότε ο Γκ. Γκουτιέρεζ κήρυξε στην Λίμα του Περού τον όρο, για να σηματοδοτήση την έννοια της “θεολογίας της επανάστασης”, επί “Τουρκοκρατίας”.  Αυτό δεν είναι τόσο ακριβές. Ο Αντόνιο Φραγκόζο στο βιβλίο του “Ευαγγέλιο και κοινωνική επανάσταση” (1976, εκδ. Μήνυμα), ΡΚαθολικός Επίσκοπος, κάνοντας λόγο για την βατικάνεια στήριξι, σε πιο ειρηνιστική μορφή, των θέσεών του αναφέρεται σε κάποια εγκύκλιο του Πάπα Παύλου του 6ου που μιλάει για “βαθειές, πολύ βαθειές” και “επείγουσες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις”. Όμως, τονίζει ο Φραγκόζο στο προειρηθέν, αυτές οι θέσεις του Παύλου δεν προέρχονται από τον …ίδιο. Προέρχονται από τους Πατέρες(sic!) του 4ου και 5ου αιώνα! Το ίδιο και ο πασίγνωστος αρχιεπίσκοπος Χ. Καμάρα αναφέρεται στον Ορθόδοξο Πατέρα των αιώνων αυτών, και του λατινικού χώρου Αμβρόσιο Μεδιολάνων, για να υποστηρίξη, ότι η γη ανήκει σε όλους και απαγορεύεται αυστηρά εκ Θεού να έχη κάποιος τάδε στρέμματα, υπερεπαρκή, και ο άλλος να είναι …ακτήμων.

Εξεικονίζεται ο στασιάσας στην Πύλη "Αλή Πασάς των Ιωαννίνων" (-1822)

 

Έτσι, επιτέλους προσεγγίζεται η πηγή των υδάτων και πάλι της ρηξικέλευθης σκέψης με επαναστατική ζύμη, που είναι η Πατερική σκέψη της μετοχής στις Άκτιστες ενέργειες, που διατυπώθηκε σε εποχές που άλλοι που σήμερα παριστάνουν τους υπερεπαναστάτες δεν θα τολμούσαν ούτε να ανοίξουν το στόμα τους, Imperium Romanum ακόμη εν πολλοίς, και παρά τον Μ. Κων/νο, νομικώς γαρ…!

Αναφορές του έργου

O συγγραφέας αναφέρεται σε μία ιδιαίτερη ποικιλία υποθεμάτων που συνδέονται με το θέμα που πραγματεύεται, από υποδείγματα πολιτικών ηγετών βάσει της Ορθόδοξης πολιτικής θεολογίας έως τον ενάρετο χριστιανικά τρόπο διοίκησης από τους πολιτικούς και τους ποιμένες, όπου και παραθέτει κάποιους σπάνιους λόγους του ι. Χρυσοστόμου περί εκλογής ποιμένων και περί αναξίων ποιμένων.

Αναφορές κάνει στον Χριστοκράτη Ιερώνυμο Σαβοναρόλα (1452-1498) που θέλησε να κυβερνήση την πολι(τεια) της Φλωρεντίας, όπου και εξελέγη ο ίδιος ο Χριστός, ώστε να κυβερνήση, κάτι που αναφέρεται ως σήμερα σε σχετική επιγραφή,παμψηφεί, αλλά εντέλει, τα κατεστημένα φάνηκαν σκληρά, ώστε οι διάφορες ομάδες συμφερόντων τον θανάτωσαν σκληρά πριν της διθυραμβικής αποκατάστασης του και της μετάνοιας και της ανέγερσης ανδριάντα προς τιμήν του… Δεύτερον, στον Ν. Πλαστήρα, τρίτον δε στον Μ. Κωνσταντίνο  βάσει ιδιαίτερα του Horst, τον οποίο και αποδεικνύει ένα θαύμα της Ιστορίας που συνέτριψε εν τινί μέτρω τον ζυγό των αδικουμένων κατά τον λόγο του Θεού και την Π. Διαθήκη, και νομοθέτησε φιλελεύθερα πολιτικά, και δίκαια κοινωνικά σε τόσες περιοχές του δικαίου της πολιτείας… Ακόμη, αναφέρεται στην ιερότητα του δημοσίου χρήματος και στο με πόσο δέος θα πρέπη κάποιος να το μεταχειρίζεται, κάτι που δεν συμβαίνει, ενώ ο μόνος που το επισημαίνει δεν είναι οι πολιτικοί, αλλά ο Δ. Κουφοντίνας, κάτι που συμφωνεί με τον λόγο του ι. Χρυσοστόμου περί χρήσης του χρήματος και “περίσκεψης” σχετικής…! Στο βιβλίο τούτο, που γράφεται οντως με τον γνωστό στους αναγνώστες του ζηλωτικό και χαριέντα, θα έλεγα, τρόπο του π. Βασίλειου, κυριαρχεί η ιδέα της αναξιότητος των πολιτικών αρχόντων, ιδιαίτερα της σήμερον. Ενώ η δουλειά τους είναι να είναι ταπεινοί διάκονοι του λαού – κάτι που, σημειώνουμε εμείς, υπερβαίνει ακόμη και την αναρχική άποψη για άμεση εκπήγαση της εξουσίας από τον Λαό, καθώς ο “βασιληάς”(πρέπει να) είναι υπόδουλος τρόπον τινά στον διακονούμενο λαό…! – υστερούν σε δικαιοσύνη και έλεος. Ο συγγραφέας μας ενθυμίζει κάποιες λησμονημένες διατάξεις των (“θεόπνευστων”, ενν.) Ιερών Κανόνων περί πολλών που αφορούν το θέμα μας. Π.χ. σε κάποια σελίδα μας γράφει για τον Κανόνα που ορίζει τον ποιμενάρχη που αδιαφορεί για τα προς το “ζην” των ιερέων που βρίσκονται χαμηλότερα σε “αξίωμα” να λογίζεται ως φονέας και να καθαιρήται!!!

Επι-διορθώσεις

Οπωσδήποτε, σε τόσα αδαμάντινα ρήματα, θα εντοπιστούν και οι ανακρίβειες. Επισημαίνουμε κάποια, καθώς είναι συχνή και έχει γίνη αγκάθι που γδέρνει και την γνησιότητά μας την χριστιανική, αλλά και σκάνδαλο. Η αναφορά είναι στα γνωστά ρηθέντα του Απ. Παύλου στην προς Ρωμαίους.

Λέει ο συγγραφέας: “Ενώ θα περίμενε κανείς τον Παύλο να συμβουλέψει τους χριστιανούς να δείξουν καταφρόνηση σε ένα τέτοιο ανάξιο φορέα της εξουσίας, αυτός του συμβούλεψε να του δείξουν υπακοή!

Στον πρόδρομο του Αντιχρίστου(σ.σ. εννοεί τον Νέρωνα).

Αλλά όποιος δεν θα υπάκουε θα υφίστατο τις συνέπειες της απείθειάς του! (σ.φ.: ενν. “τιμωρία” από την κοσμική εξουσία)”.

Ο Μπερντιάγεφ αναφέρεται σε αυτήν την ιδέα ως βασική πλάνη που έχει εισχωρήση στην Εκκλησία, ήτοι η παρερμηνεία της Προς Ρωμαίους. Ο θιασώτης της πολιτικής ανυπακοής Χ. Ντ. Θορώ αναφέρεται πρώτα-πρώτα στην επιστολή του Παύλου, λέγοντας, ότι δεν μπορεί να εννοή όλες τις εξουσίες. Ο “χριστιανός επαναστάτης” π. Γρηγόριος Πετρώφ στην απολογία του μιλάει κι αυτός για τις Ρωμαϊκές Αρχές που θανάτωσαν τον Παύλο. Λέει, πώς είναι δυνατόν αυτοί να επιτελούν το έργο του Θεού;

Όλους αυτούς τους δικαιώνει, όπως έχουμε ξαναπή κάπου, ο ι. Χρυσόστομος, βασικότατος ερμηνευτής του Απ. Παύλου. Αυτός αναφέρει(απαντά σε ρητορική ερώτησι που θέτει σε λόγο του), ότι δεν το είπε αυτό ο Παύλος για κάθε άρχοντα,  αλλά για την εξουσία ως θεσμό, και με συγκεκριμένη αποστολή (συμπληρώνουμε εμείς βάσει του Παύλου), γενικώς. Πάντως, έχει συμπληρώση, ότι από τους κακούς άρχοντες προτιμότερη είναι η αναρχία που συνήθως, βέβαια, αναρχοκαπιταλιστικά, οδηγεί στο να καταπίνη ο δυνατός και πλούσιος τον φτωχό και τον αδύνατο…

Επιλεγόμενα

Αυτά τα πενιχρά θέλαμε να καταθέσουμε από την μεριά μας. Ελπίζουμε να μελετηθή από πολλούς, όσους περισσότερους γίνεται. Τα τραίνα φεύγουν το ένα μετά το άλλο, ο χρόνος του καθενός μας “τρέχει” και βλέπουμε να ασχολούνται διάφοροι (που θα έπρεπε να ενδιαφέρωνται… άμεσα…) με ό,τι ανούσιο, σκοτώνοντας τον χρόνο, που βέβαια έχει το θεμελιώδες ιδίωμα, ότι δεν αναπληρώνεται

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

 

Δοκίμιο του Αθανασίου Δ. Καραμπούζη**

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Η δύναμη της φιλοσοφίας πάνω στις σύγχρονες επιστήμες είναι αδιαμφισβήτητη απ' όλες τις απόψεις. Αυτή είναι που καθορίζει τη μορφή τους, θέτει όρια σ' αυτές, τις εξελίσσει και εξελίσσεται μαζί τους. Ο κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με τέτοιου είδους μελέτες ονομάζεται επιστημολογία. 

Εκ πρώτης όψεως, μια τέτοια συζήτηση μοιάζει να εκφυλίζεται a priori σε καθαρά θεωρητικούς στοχασμούς, αποκομμένους από την πραγματικότητα, αποκομμένους από το ίδιο το πεδίο της επιστημονικής σκέψης. Στις φυσικές επιστήμες τα πράγματα είναι λιγότερο θολά, καθώς έχουν να κάνουν λίγο ως πολύ με μια δοσμένη πραγματικότητα (αν και οι επιστημολογικές προσεγγίσεις αποτελούν κι εκεί χώρους διαμάχης). Εν τούτοις στις κοινωνικές- οικονομικές επιστήμες αποκτά τον χαρακτήρα στιβαρής άποψης- ιδεολογίας – που οικοδομεί θεωρίες, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν την καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτές οι αντιθέσεις και θεωρησιακές συγκρούσεις εντός της επιστημονικής κοινότητας αποτελούν την κριτική των οικονομικών θεωριών. Επομένως η επιστημολογική μελέτη καθίσταται sine qua non προϋπόθεση για την συνεπή μελέτη της επιστήμης της οικονομίας και των ευρύτερων κοινωνικών σχέσεων στο ιστορικό τους πλαίσιο. 

Η ερώτηση- θεμέλιο που τίθεται στη βάση όλων αυτών των αναζητήσεων είναι η ύπαρξη αντικειμενικής αλήθειας ή όχι. Το παρόν πόνημα εξετάζει και τις δύο απόψεις με την καλύτερη δυνατή αμεροληψία, καθώς μια απλή ιστορική αναδρομή δεν είναι ο σκοπός μου. Περισσότερο μια συνοπτική παρουσίαση των θεωριών που επηρεάζουν μέχρι τις μέρες μας τις κοινωνικο- οικονομικές συζητήσεις, ανά την υφήλιο, στην ιστορική τους διάσταση και με κριτική διάθεση.  

Η αρχή, «το κινούν αίτιο», γίνεται με τον Λογικό Θετικισμό και συνεχίζει με τους επιγόνους του, τον Karl Popper, Thomas Kuhn, Imre Laktos, για να κλείσει με την παράθεση των μεταμοντέρνων απόψεων, από την δεκαετία του '70, του Paul Feyerabend και άλλων «αναρχικών» μέχρι των ημερών μας, που υποστηρίζουν την μη ύπαρξη αντικειμενικότητας στην επιστήμη (εν αντιθέσει με τους προαναφερθέντες φιλοσόφους). Στη ροή του κειμένου παραθέτω αρκετές φορές, κατ' αντιδιαστολή με τις άνωθι θεωρήσεις, την μαρξιστική αντίληψη για τις κοινωνικές επιστήμες, χωρίς να αφιερώνω όμως ξεχωριστή ενότητα. Στο τέλος καταγράφω συμπεράσματα, απόσταγμα της ενασχόλησής μου με τον τομέα, ανάμικτα με προσωπικές απόψεις για την φύση των κοινωνικών επιστημών, σε σύνδεση με την παγκόσμια κρίση του 2008, καθώς και βιβλιογραφία προς βοήθεια του ενδιαφερόμενου (για πρωτογενές υλικό και αναλύσεις) αναγνώστη. 

 

ΛΟΓΙΚΟΣ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ 

 

Ο Λογικός θετικισμός είναι ένα φιλοσοφικό κίνημα, που γεννήθηκε στην καρδιά της Ευρώπης. Ο λεγόμενος «Κύκλος της Βιέννης» δραστηριοποιήθηκε στη δεκαετία 1920-30, όταν το corpus των βασικών συγγραφέων επιδόθηκε στην ενοποίηση όλων των κοινοτήτων (φιλοσοφικών) που προσιδίαζαν στο εμπειρισμό. Η ίδια η Βιέννη αποτελεί ήδη από το 1985, με τον Ernst Mach, προπύργιο της εμπειρικής φιλοσοφίας. Άλλοι πρωτοπόροι της εμπειρικής σκέψης, όπως οι Boltzmann και Adolf Stöhr αποτέλεσαν τη φιλοσοφική «μαγιά», το υπόβαθρο για το έργο του Moritz Schlick. Για πρώτη φορά συγκροτείται  ρεύμα υπό την καθοδήγησή του. Το μεγαλύτερο μερίδιο στην επιρροή για τη διαμόρφωση του Κύκλου ως συμπαγές κίνημα, όμως,  αποδίδεται στον Wittgenstein. Το έργο του, Tractatus logico-philosophicus , αποτέλεσε καταλύτη για τις εξελίξεις. Πλέον οι μεγάλοι του Θετικισμού έχουν σαν βάση της ερμηνείας των επιστημών (και συνεπώς της κοσμοαντίληψής των) αυτή την οπτική για τη γλώσσα που εισήγαγε ο Wittgenstein. Κατόπιν, στα 1930, εκδίδεται για πρώτη φορά από τους Carnap και Reichenbach το περιοδικό Erkenntnis, με σκοπό την προώθηση των ιδεών του ρεύματος και την συσπείρωση των οπαδών του.

Κατά τον Viktor Kraft, κοινή αφετηρία και συνισταμένη των Θετικιστών φιλοσόφων είναι η απόρριψη κάθε είδους Μεταφυσικής ως τρόπου γνώσης και η εξύψωση της επιστήμης και του ορθολογισμού. Στην πραγματικότητα ο Κύκλος της Βιέννης συνεχίζει μια μακρά παράδοση, που θέλει την λογική ως την μόνη προϋπόθεση για την κατανόηση του κόσμου, και, που ανάγεται στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Οι κλασσικοί άγγλοι εμπειρικοί (Bacon, Locke, Hume, Mill) ήταν αυτοί που επηρέασαν βαθύτατα τους Θετικιστές, οι οποίοι ονομάζονται και Νεοεμπειριστές. Η βάση της φιλοσοφίας των κλασσικών αυτών έγκειται στην αρχή της επαγωγής. Ο μόνος νόμος, η μόνη αλήθεια είναι αυτή που καθορίζεται από τα στοιχεία που συλλέγονται από την πραγματικότητα.  

Παράδειγμα

Προκείμενες προτάσεις (στοιχεία): Ο ήλιος λάμπει. Ο ήλιος έλαμπε χθες. Ο ήλιος έλαμπε προχθές, κλπ. Συμπέρασμα: Ο ήλιος θα λάμπει αύριο.  

Εδώ γίνεται φανερή η χρησιμότητα του επιστημονικού νόμου: η βελτίωση της ζωής του ανθρώπινου είδους μέσω της πρόβλεψης ενός ανασφαλούς μέλλοντος. Το νόημα αυτό του κάθε επιστημονικού νόμου έχει, άσχετα με την μεθοδολογία που ακολουθεί ο επιστήμονας (παραγωγική, επαγωγική), πάντα στόχο τέτοιου είδους προβλέψεις.  

Στις απλοϊκές μεθόδους των άγγλων εμπειριστών προσέθεσαν πληθώρα μεθόδων, χάρη στην αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας και στην πνευματική παρακαταθήκη της συμβολικής λογικής (Peano, Russell) στις παρυφές του 20ου αιώνα.

Ο θεμελιώδης φιλοσοφικός άξονας του Θετικισμού, γύρω από τον οποίο περιφέρεται η όλη φιλολογία του, είναι η εμπειρική τεκμηρίωση της επιστήμης, θεώρηση που τη διαχωρίζει από τη μεταφυσική και της προσδίδει τον χαρακτήρα της μόνης και απόλυτα ορθής γνώσης (επιστήμη που δεν τεκμαίρεται με βάση την αντικειμενική πραγματικότητα είναι μεταφυσική). Σ αυτή τη βάση, λοιπόν, μια θεωρία είναι επιστημονική εφ’ όσον επαληθεύεται εμπειρικά. Η επιστήμη έχει εδώ στατική δομή ενώ το περιεχόμενο των επιστημονικών θεωρημάτων και πορισμάτων είναι αδιάφορο. Η λογική δομή μιας επιστημονικής πρότασης είναι η πεμπτουσία του Θετικισμού.       

Αυτή η λογική δομή είναι που καθορίζεται από την αντίληψή τους για τη γλώσσα. Ο νομιναλισμός τους αφορά στον καθορισμό, όχι μόνο αληθών και ψευδών προτάσεων, αλλά και προτάσεων με ή χωρίς νόημα. Έτσι όπως μια λογική, έτσι και μια επιστημονική πρόταση είναι ανάξια συζήτησης εφ’ όσον δεν περιέχει νόημα, το οποίο πηγάζει απ’ τα εμπειρικά δεδομένα.  Με άλλα λόγια ο καθορισμός μιας επιστήμης είναι ο καθορισμός του συνόλου των προτάσεων με νόημα που την συνθέτουν.  

Παράδειγμα

Πρόταση χωρίς νόημα: Ο χρόνος είναι μεγάλος.

Πρόταση με νόημα: Ο χρόνος είναι απόλυτο μέγεθος.  

Η 2η πρόταση, ανεξαρτήτως αν είναι αληθής η ψευδής, αποτελεί επιστημονική πρόταση. Η διερεύνηση της αληθείας της αφορά το περιεχόμενο και όχι τη δομή της και θα εξαρτηθεί από τα εμπειρικά δεδομένα για την επαλήθευση ή απόρριψή της. 

Περνώντας τώρα στο οικονομικό πεδίο, διαπιστώνουμε ότι η κυρίαρχη συνεισφορά του Θετικισμού είναι η συζήτηση για την θετική και την κανονιστική οικονομική, διάκριση επίκαιρη μέχρι τις μέρες μας.

Επιχειρώντας μια σύντομη προσέγγιση (καθώς έχει χυθεί άπλετο μελάνι επί του ζητήματος) μπορούμε να θεωρήσουμε ως θετική οικονομική  την ανάλυση της συμπεριφοράς των οικονομούντων ατόμων στη βάση συλλεχθέντων δεδομένων. Κατ’ ουσίαν, αυτό που ενδιαφέρει είναι το αν οι προτάσεις που διατυπώνονται είναι επαληθεύσιμες από τα πραγματικά στοιχεία. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα γεγονότα ενώ οι σχέσεις αιτίου-αιτιατού υπόκεινται σε διαρκή έλεγχο. Μπορούμε να πούμε ότι απαντά στο ερώτημα «τι είναι…» 

Παραδείγματα

– Το ποσοστό ανεργίας αυξάνεται όσο μειώνεται το επίπεδο τιμών των προϊόντων.

– Η τιμή του γάλακτος αυξήθηκε τα τελευταία 3 χρόνια κατά 1 €.

 Είναι προφανής η δυνατότητα ελέγχου επαλήθευσης των παραπάνω οικονομικών προτάσεων. 

 

Τον διαχωρισμό αυτό πρώτος ξεκίνησε ο John Neville Keynes το 1891 αλλά έγινε πλήρως αποδεκτός χάρη σ’ ένα δοκίμιο του Milton Friedman το 1953. Τα τελευταία χρόνια η επαληθευσιμότητα σαν βασικός όρος για την επιστημονικότητα των προτάσεων κερδίζει έδαφος, χάρη στην αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας, καθώς τα οικονομετρικά μοντέλα, το κατεξοχήν πρακτικό εργαλείο στα χέρια των κοινωνικών επιστημόνων, σχεδιάζονται πλέον εύκολα και ταχύτατα και ο έλεγχος επαλήθευσης καθίσταται ρουτίνα. Φυσικά μέχρι την οικονομική κρίση των ημερών μας, όπου οι κανονικές επιστημονικές νόρμες τείνουν να αμφισβητούνται.

Κι εδώ υπεισέρχεται η κανονιστική οικονομική. Θα μπορούσαμε να την ορίσουμε, επιφανειακά ως την «ανάμιξη της ιδεολογίας στο επιστημονικό πεδίο», κάτι που απεύχονταν οι Θετικιστές (και εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις). Είναι αυτή η παραγωγική λογική που παίρνει προτεραιότητα εδώ, με το ανθρώπινο μυαλό να κανονίζει τους οικονομικούς νόμους και να «εξαναγκάζει» τα στοιχεία, αν μου συγχωρείτε την έκφραση, να αλλάξουν και να προσαρμοστούν στο καθορισμένο πλαίσιο. Είναι η επιστήμη του «πως θα έπρεπε να είναι…». 

Παράδειγμα

Η τιμή του γάλακτος πρέπει να είναι στα 0,80 € για να μπορούν όλα τα στρώματα να εξασφαλίζουν τις απαραίτητες ποσότητες. 

Εδώ διαφαίνεται ότι τα στοιχεία θα πρέπει να συμβιβαστούν μ’ ένα κατασκεύασμα της ανθρώπινης διάνοιας. Που φυσικά δεν θα υπόκειται σε έλεγχο επαλήθευσης επ’ ουδενί τρόπω. Η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα «χειραγωγείται» από το προϊόν του μυαλού.  

Η προσέγγιση αυτή στην επιστημολογία είναι γνωστή ως κονστρουκτιβισμός. Η επιστημονική αλήθεια, δηλαδή, κυρίως η κοινωνικο-οικονομική, κατασκευάζεται (construct) από τους επιστήμονες και δεν προϋπάρχει αυτούσια. Κύριοι εκφραστές αυτής της άποψης είναι ο Karl Marx και οι επίγονοί του, αν και οι τελευταίοι τείνουν να επιδοκιμάζουν ως ένα βαθμό τη χρήση οικονομετρικών μεθόδων στην επαλήθευση των παραχθέντων πορισμάτων. Στη Δύση, ο νομπελίστας οικονομολόγος Amartya K. Sen, στο βιβλίο του Collective Choice and Social Welfare (1970), αναλύει εκτενώς τις δύο προσεγγίσεις, κάνοντας αρκετά ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. 

Χαρακτηριστικότερο απ’ όλα είναι το παράδειγμα της θεωρίας της αξίας για να καταδειχθεί η αγεφύρωτη απόκλιση των δύο απόψεων. Ενώ οι πρώτοι οικονομολόγοι και ο Marx υποστηρίζουν συγκεκριμένες (και διαφορετικές, ως γνωστόν) θέσεις για την «εσωτερική» αξία των οικονομικών αγαθών, η θεωρία της αγοράς, κυριαρχούσα σήμερα, δέχεται την ανταλλακτική αξία ως την μόνη αμιγώς επιστημονική θεωρία, καθώς οι νόμοι της ζήτησης και προσφοράς, που καθορίζουν την ανταλλακτική αξία ενός αγαθού, είναι, απλούστατα, επαληθεύσιμοι. Και επιβεβαιώνεται έτσι η βασική αρχή του Θετικισμού στην οικονομική επιστήμη. 

Κλείνοντας αυτή την ενότητα, θα ήθελα να κάνω ορισμένες επισημάνσεις, σχετικά με την εφαρμογή του Λογικού Θετικισμού στην οικονομική επιστήμη. Ο Κύκλος της Βιέννης μικρή έως ελάχιστη επιρροή είχε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία, καθώς παρέμεινε ένα περιθωριακό ρεύμα. Μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και την μετανάστευση των Γερμανών εκπροσώπων του στην Αμερική βρήκε ευήκοα ώτα στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Η αιτία μπορεί να αναζητηθεί σε μια σειρά από ιστορικά γεγονότα: 1ον  η παράδοση του εμπειρισμού στην Αγγλία και η διάδοσή της ως κυρίαρχης κοσμοαντίληψης και στον Νέο Κόσμο, 2ον η οικονομοκεντρική θεώρηση της ανάπτυξης στην Αμερική του 50’, με την εκτόξευση της κατανάλωσης και την θεώρησή της ως πυλώνα της οικονομικής μεγέθυνσης, 3ον μιας μεγέθυνσης που προσλάμβανε τα χαρακτηριστικά της ισχύος και  του πλούτου της αναδυόμενης αμερικανικής υπερδύναμης και 4ον η ανάγκη σαφούς ιδεολογικής διαφοροποίησης από το αντίπαλον δέος, το ανατολικό μπλοκ, με τις κονστρουκτιβιστικές του αντιλήψεις, που διέτρεχαν κάθε έκφανση της επιστήμης, της γνώσης και του ανθρώπινου γίγνεσθαι. Χάρη σε αυτές τις αιτίες, ιστορικής, περισσότερο, φύσεως, ο Λογικός Θετικισμός μεσουράνησε στην δυτική οικονομική σκέψη του 20ου αιώνα, και καθορίζει ακόμη και στις μέρες μας τις απόψεις μεγάλου τμήματος της επιστημονικής κοινότητας. 

 

Ο KARL POPPER ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΨΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑΣ 

 

Από τα πρώτα του βήματα ο Λογικός Θετικισμός συνάντησε την αμφισβήτηση από πάσα κατεύθυνση σχετικά με το εμπειρικό κριτήριο, ως απόλυτο μέγεθος. Την ίδια εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Karl Popper συνδέθηκε στενά με τον Κύκλο της Βιέννης και θεωρήθηκε αυθαίρετα από πολλούς διανοητές (π.χ. η σχολή της Φρανκφούρτης) ότι συμμερίζεται πλήρως τις απόψεις των Λογικών Εμπειριστών και ανήκει στις τάξεις τους. Στην πραγματικότητα όμως, ο ίδιος απέρριψε τη βασική τους θεώρηση για το κριτήριο της επαλήθευσης (verification), αντιπροτείνοντας το κριτήριο της διαψευσιμότητας και συνεχίζοντας σε παράλληλο δρόμο με τους προκατόχους του, ως προς την εξάρτηση της επιστήμης από τα στοιχεία.

Ο Popper, έχοντας περάσει από πολλά στάδια της ευρωπαϊκής διανόησης (κάποια περίοδο διατέλεσε σφοδρός υπέρμαχος του Μαρξισμού και μέλος της αυστριακής σοσιαλιστικής νεολαίας), ανέπτυξε ένα οξύ φιλοσοφικό κριτήριο και το ανήγαγε σε αυτοσκοπό της θεωρίας του. Εφαλτήριο για τη διαφοροποίηση του σε σχέση με τους Θετικιστές αποτέλεσε η ασυμμετρία μεταξύ επαλήθευσης και διάψευσης, που την τελευταία υποστήριξε σθεναρά στα ογκώδη έργα του. Χρησιμοποίησε τον λογικό νόμο modus tollens για να καταδείξει αυτή την ασυμμετρία: 

Αν p και q είναι λογικές προτάσεις, τότε ισχύει η σχέση: (p→ q) → (-q→ -p). Δηλαδή, εφ’ όσον το q είναι άμεση απόρροια του p, τότε ενδεχόμενη άρνηση του q συνεπάγεται διάψευση του αρχικού p. Σε αντίθεση τώρα, καθώς η σχέση (p→ q) είναι μονόδρομη, η επιβεβαίωση αληθείας του q δεν συνεπάγεται απαραίτητα και αληθές p.

Συνεπώς η επαγωγή ακυρώνεται στην πράξη, καθώς δεν υφίσταται πεπερασμένος αριθμός παρατηρήσεων που να επιβεβαιώνει μια επιστημονική πρόταση. Εδώ υπεισέρχεται η έννοια της διάψευσης, η οποία εύκολα επιτυγχάνεται με μία μόνο αρνητική παρατήρηση. Έτσι το κριτήριο της διαψευσιμότητας μιας επιστημονικής θεωρίας αποκτά απόλυτη δυναμική. 

Τα ερώτημα λοιπόν «τι είναι επιστήμη;» το απαντά ο Popper ως εξής: επιστημονική είναι μια θεωρία, η οποία υπόκειται συνεχώς στον έλεγχο διαψευσιμότητας. Δεν υφίσταται, κατ’ αυτό τον τρόπο, απόλυτη επιστημονική αλήθεια, καθώς κάθε θεωρία κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να διαψευσθεί. Είναι έγκυρη μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Αυτή η επιφυλακτικότητα εξηγείται από την αγωνιώδη προσπάθεια εγκατάλειψης κάθε δογματισμού στο πεδίο της επιστήμης και την αντικατάστασή του από την κριτική δυνατότητα, εξυψώνοντας, όμως, όπως και οι Θετικιστές, τα εμπειρικά δεδομένα στη σφαίρα του απόλυτου. 

Στην οικονομική, αυτή η εφαρμογή των ιδεών του Popper επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την σύγχρονη σκέψη και εξακολουθεί να καθορίζει πολιτικές ακόμη και σήμερα. Στην βιβλιογραφία, αναφέρεται ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η ποσοτική θεωρία του χρήματος, η βάση της μονεταριστικής θεώρησης του Milton Friedman. Μία ποσοστιαία μεταβολή της ποσότητας χρήματος συνεπάγεται και αντίστοιχη ποσοστιαία μεταβολή στο επίπεδο τιμών. Μπορούμε γενικά να πούμε ότι εκφράζεται η αιτιατή σχέση ποσότητας κυκλοφορούντος χρήματος και πληθωρισμού.

Σε μια τέτοια μαθηματική σχέση, λοιπόν, που επαληθευόταν προσωρινά από τις μετρήσεις, ο Popper θα διατεινόταν ότι η θεωρία δεν διαψεύστηκε, χωρίς να σημαίνει ότι έχει γίνει οριστικά αποδεκτή, καθώς κάποιο ενδεχόμενο οικονομετρικό υπόδειγμα με καλύτερα ποιοτικά στοιχεία (καλύτερη εξειδίκευση, χαμηλότερου βαθμού προβλήματα διαταρακτικού όρου και συντελεστών κλπ) θα μπορούσε να διαψεύσει τις αρχικές υποθέσεις της θεωρίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει δύο πράγματα: 1ον, ότι πρόκειται για αμιγώς επιστημονική θεωρία, αφού υπόκειται σε έλεγχο διαψευσιμότητας και ,2ον, ότι τη δεχόμαστε με επιφύλαξη εξαιτίας της πιθανότητας αναίρεσής της στο μέλλον. 

Εξαιτίας αυτής της «ανασφάλειας» που αποπνέει η επιστημολογική θεωρία του Popper, αντιπροτείνονται ορισμένες χαρακτηριστικές τεχνικές για την ισχυροποίηση των επιστημονικών θεωριών. Συγκεκριμένα υποστηρίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των θεωριών, με την έννοια ότι η μέχρι στιγμής αδιάψευστη επιστημονική θεώρηση είναι και πρέπει να είναι η επικρατούσα. Επίσης δίνει μεγάλη έμφαση στις ad hoc προσθήκες στις θεωρίες, για να βελτιώσουν πτυχές τους που δεν αναιρούνται από τον έλεγχο διαψευσιμότητας.  Η μόνη περίπτωση, έτσι, να παρέλθει η ισχύς μιας επικρατούσας θεωρίας είναι να μορφοποιηθεί μια γενικότερη θεωρία, που θα περιλαμβάνει την προηγούμενη σαν υποσύνολο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γενικής Θεωρίας του Keynes, η οποία μόνο γενική δεν ήταν(!), αφού περιλήφθηκε σαν υποπερίπτωση στην Νεοκλασικής Θεωρίας. Γενικά, η  επιστημονική εξέλιξη και πρόοδος μέσω του ανταγωνισμού αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ποππεριανής φιλοσοφίας.  
 

 

ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ THOMAS KUHN 

 

Η θετικιστική και ποππεριανή επιστημολογία μεσουρανούσε στην περίοδο 1940-1960,με την επιστημονική επαγωγή να αποτελεί τον απόλυτο κυρίαρχο στη μεθοδολογία που χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες. Στις αρχές της δεκαετίας, όμως, του 60΄ επέρχεται η ρήξη με τις θέσεις αυτές, σαν πρώτη αντίδραση στη λογική του άκρατου εμπειρισμού και της μαθηματικής λογικής στην ερμηνεία του ρόλου των επιστημών. Ο Thomas Kuhn δημοσιεύει το ρηξικέλευθο έργο του Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων και ένα νέο ρεύμα είναι ήδη γεγονός *. Οι οπαδοί του υποστηρίζουν την δυναμική της ίδιας της ιστορίας στη διαμόρφωση της επιστήμης, με τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, σε αντιδιαστολή με την τυπική λογική των Θετικιστών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι σχετικιστές, όπως ονομάζονται αυθαίρετα, καθώς ουδέποτε υπήρξαν συγκροτημένη ομάδα, στις θεωρήσεις τους εμπεριέχουν την ανθρώπινη δημιουργικότητα, σε επίπεδο ατόμου και όχι κοινωνίας (μαρξιστική θεώρηση). Οι επιστημονικές θεωρίες είναι ιστορικές οντότητες με δικαίωμα τόσο στην αλήθεια όσο και στο λάθος. Αυτή είναι και η προσφορά τους, κατά τους σχετικιστές: η βελτίωση του ανθρώπου και όχι η ανακάλυψη της απόλυτης αλήθειας. 

Στο έργο του ο Kuhn εισάγει μια νέα έννοια- θεμέλιο για την επιστημολογική του ανάλυση, το paradigm. Ο ίδιος το ορίζει σαν «ένα τρόπο να βλέπει κανείς τον κόσμο και να ασκεί επιστήμη σ’ αυτόν». Στην ουσία, πρόκειται για ένα σύνολο αξιωμάτων το οποίο γίνεται αποδεκτό από το μεγαλύτερο κομμάτι της επιστημονικής κοινότητας. Η όποια έρευνα εστιάζει στη δημιουργία νέων πορισμάτων, στην επέκταση του οικοδομήματος, χωρίς να αμφισβητούνται οι βασικές υποθέσεις. Ο λόγος, κατά τον Kuhn, για τον οποίο επιβάλλεται να υπάρχει ενιαίο υπόδειγμα, είναι ότι αποτελεί τον μόνο οργανωμένο τρόπο μια θεωρία να προσελκύσει οπαδούς. Το πώς ανατρέπεται η καθεστηκυία τάξη στην επιστήμη περιγράφεται λίγο παρακάτω. 

Ο Kuhn εισάγει ένα νέο ολόκληρο μοντέλο ανάπτυξης μιας επιστημονικής θεωρίας, στη βάση της έννοιας  paradigm. Από το προεπιστημονικό στάδιο, και με τη βοήθεια ενός νέου paradigm και της επιστημονικής κοινότητας που το προωθεί, οδηγούμαστε στη φυσιολογική επιστήμη. Εδώ αναπτύσσεται η επιστημονική έρευνα στις δεδομένες βάσεις του υποδείγματος. Η έρευνα παίρνει και εμπειρική μορφή για την καλύτερη τεκμηρίωση των προϊόντων της (βλέπουμε ότι ο Kuhn συμμερίζεται τη χρησιμότητα του εμπειρισμού, χωρίς να τον ανάγει σε απόλυτο κριτήριο).

Σ’ αυτό το σημείο όμως υπεισέρχεται η έννοια της ανωμαλίας. Όταν αυτή εμπειρική έρευνα φέρει μη αναμενόμενα συμπεράσματα, με βάση τις a priori υποθέσεις, τότε είναι ένα πρώτο σημάδι περαιτέρω ελέγχου. Πολλές ανωμαλίες μπορεί να οδηγήσουν σε αμφισβήτηση του αρχικού υποδείγματος. Αυτό και πάλι είναι σχετικό όμως, καθώς το πλήθος των ανωμαλιών που οδηγεί στη ανατροπή είναι θολά καθορισμένο και εξαρτάται από τις κρίσεις των ερευνητών. (Στην πραγματικότητα η σχετικότητα μιας επιστημονικής θεωρίας έγκειται στην υπερβολική αξία που προσδίδεται στην επιστημονική κοινότητα, που είναι το νέο κριτήριο ελέγχου της επιστήμης, κατά τον Kuhn.) Η συσσώρευση πολλών τέτοιων νεφών, πάντως, οδηγεί σε περίοδο κρίσης, με χαρακτηριστικό την ύπαρξη της ιδιόρρυθμης επιστήμης. Ο όρος αυτός υποδηλώνει τη συγκρουσιακή συνύπαρξη περισσότερων του ενός paradigm, σε μια ιστορική περίοδο που χαρακτηρίζεται από ρωγμές σε θεμελιώδεις δομές και πλήρη αμφισβήτηση.

Εδώ υπεισέρχεται η κεντρική έννοια του έργου που είναι η επιστημονική επανάσταση. Υπάρχουν κάποια αόρατα «στεγανά», όπως προανέφερα, ένα άγνωστο πλήθος ρωγμών στη παραδοσιακή αντίληψη, που όταν ξεπεραστεί έχουμε οριστική ρήξη. Η περίοδος, κατά την οποία η επιστημονική επανάσταση λαμβάνει χώρα, χαρακτηρίζεται από αναρχία στην κοινότητα των επιστημόνων και τη δημιουργία πολλών και διαφορετικών τάσεων, με αξιωματικές διαφορές. Καμία επιστημονική επιχειρηματολογία δεν ευδοκιμεί εδώ. Η κριτική σκέψη παραχωρεί τη θέση της στην πειθώ (με όποια μέσα, πολλές φορές) και κατά συνέπεια στην απλή πεποίθηση- πίστη- ότι μια θεωρία είναι σωστότερη από μια άλλη, χωρίς ίχνος ερευνητικής διεργασίας, χωρίς κριτήρια επαλήθευσης, που τις περισσότερες φορές είναι προϊόν απλής δημαγωγίας της επιστημονικής κοινής γνώμης. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα σφυρηλατείται η νέα θεώρηση των πραγμάτων, που δεν αποκλείεται να είναι λανθασμένη σε σχέση με κάποια άλλη αντιπρόταση, καθώς είναι πολύ πιθανόν να κυριάρχησε με πλάγιους τρόπους, λίγο ως πολύ.

Ο κύκλος συνεχίζεται αέναα με τη δημιουργία της νέας επιστημονικής κοινότητας, που οικοδομεί τα θεωρήματα και πορίσματα της καινής φυσιολογικής επιστήμης κ.ο.κ. 

Στην οικονομική επιστήμη, οι ανωμαλίες στη βασική θεωρία, που προανέφερα, τείνουν να ονομάζονται παράδοξα. Ένα παράδοξο οξύνει την αμφισβήτηση στην καθιερωμένη θεωρία, αλλά δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για την ανατροπή της. Το πιο πιθανόν είναι ο ερευνητής (που ενστερνίζεται, φυσικά, πλήρως την φυσιολογική θεώρηση) να καταλήξει στην ανεπάρκεια των εκτιμητικών μεθόδων σαν αιτιολογία για την εμφάνιση ενός παραδόξου, παρά σε αδυναμία ερμηνείας από το ισχύον υπόδειγμα.

Το πιο γνωστό παράδοξο είναι αυτό του W. Leontief, το οποίο διαψεύδει τις υποθέσεις του κλασικού υποδείγματος της Θεωρίας του Διεθνούς Εμπορίου, των σουηδών οικονομολόγων Heckscher- Ohlin. Η εν λόγω θεωρία (ισχύουσα, σε γενικές γραμμές, μέχρι και τις μέρες μας) υποστηρίζει ότι μια χώρα, όπου αφθονεί ο συντελεστής παραγωγής «εργασία» , εξάγει εργασία και εισάγει αυτό που της λείπει, δηλαδή κεφάλαιο, και αντιστρόφως. Ο Leontief, με τη μήτρα εισροών- εκροών, απέδειξε ότι οι ΗΠΑ εξάγουν εργασία και εισάγουν κεφάλαιο, παρόλο που η οικονομία τους είναι εντάσεως κεφαλαίου. Φυσικά μία μόνο τέτοια ανωμαλία στο αρχικό υπόδειγμα δεν στάθηκε ικανή να το ανατρέψει. Έτσι  η βασική θεώρηση του υποδείγματος παραμένει κυρίαρχο δόγμα, που καθορίζει το διεθνές εμπόριο μέχρι σήμερα. Ίσως η κρίση του 2009 οδηγήσει αυτή τη φορά σε πληθώρα παραδοξοτήτων και εισέλθουμε σε φάση γενικευμένης αμφισβήτησης των κανόνων του εμπορίου, το οποίο ενισχύει πολλές στρεβλώσεις, ενώ οι βασικές υποσχέσεις του στον Τρίτο Κόσμο, περί πλουτισμού του κάθε έθνους, έχουν μείνει μέχρι σήμερα μετέωρες, χωρίς ιδιαίτερα σημαντικά βήματα προς την εξάλειψη της φτώχειας, της πείνας και των άλλων «παραδόξων», που ταλαιπωρούν απ’ αρχής την ανθρωπότητα. 

____________________________________________________________

*   Αν και ουδέποτε υπήρξε συγκροτημένο ρεύμα. Τα «μέλη» προέρχονται από διαφορετικές φιλοσοφικές παραδόσεις και από το 70’ ακολουθούν διαφορετικούς διανοητικούς δρόμους. Οι απόψεις τους έχουν απλά μια κοινή συνισταμένη, που αφορά 1) στην ιστορική ιδιότητα και,

2) στην υποκειμενικότητα της επιστήμης, αφού υπεισέρχεται ο ατομικός παράγων. 

 

ΤΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ LAKATOS 

 

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 60’, δύο βασικές θεωρήσεις της επιστήμης είχαν αποκρυσταλλωθεί: η διαψευσιμότητα (γνήσιο τέκνο του εμπειρισμού) του sir Karl Popper και η ιστορική και επαναστατική πτυχή των επιστημών (πάντα σε επίπεδο ατομικό, σε αντίθεση ,με την μαρξιστική αντίληψη της εξέλιξης της επιστήμης) του Thomas Kuhn. Τα πράγματα δείχνουν άλλη μια φορά να ανατρέπονται στο επιστημολογικό πεδίο χάρη στον Ούγγρο μαθηματικό και φιλόσοφο Imre Lakatos, στα τέλη του 60’ και στις αρχές του 70’.

Ήταν αυτός που προσπάθησε να συγκεράσει τις δύο αντίπαλες τάσεις, ενώ θεωρείται και θεμελιωτής της Οικονομικής σαν επιστήμης, με όρους φιλοσοφικούς, που εισάγει στο επιστημολογικό του υπόδειγμα. 

Αυτό που ονόμαζε «επιστημονική θεωρία» ο Popper ή «παράδειγμα» ο Kuhn, είναι στην ουσία διακλαδώσεις που ανάγονται σ’ ένα κοινό κορμό, ένα σκληρό πυρήνα που λέγεται ερευνητικό πρόγραμμα. Μια επιστημονική κοινότητα ενώνεται κάτω από αυτό το κοινό σύστημα αξιών και αξιωμάτων και αποκτά πίστη σ’ αυτές τις «αρχέγονες» υποθέσεις. Η περαιτέρω επιστημονική διεργασία (έλεγχοι, θεωρήματα, πορίσματα) ονομάζεται ευρετική. Αρνητική ευρετική είναι το σύνολο των προς αποφυγήν δρόμων της επιστημονικής έρευνας, ενώ θετική χαρακτηρίζονται οι αποδεκτοί (με βάση την προκαθορισμένη από την κοινότητα μεθοδολογία, κάτι που επιβάλλει η θεώρηση του Lakatos) μέθοδοι κτίσης του ευρύτερου οικοδομήματος της επιστημονικής θεωρίας. Αυτό το οικοδόμημα χαρακτηρίζεται ως το σύνολο των βοηθητικών υποθέσεων, το οποίο στόχο έχει (όπως και η επιστημονική κοινότητα που το αναπτύσσει) την προστασία του ερευνητικού προγράμματος από ενδεχόμενους καταστροφικούς γι’ αυτό ελέγχους. Και εξηγούμαι. 

Το υπέρτατο καθήκον των επιστημόνων είναι η προάσπιση των υποθέσεων που ασπάζονται. Έτσι εφευρίσκουν, βάσει αυτών, νέα πορίσματα και θεωρήματα, επεκτείνοντας την προστατευτική ζώνη, όσο δύνανται περισσότερο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πιθανές απορρίψεις των υποθεωρήσεων αυτών δεν συνεπάγονται οπωσδήποτε αδυναμία του αρχικού υποδείγματος. Έτσι, αναπτύσσονται καινούργια ad hoc βοηθητικά θεωρήματα που επαληθεύονται πλέον από τα εμπειρικά δεδομένα, που έκαναν τη «ζημιά». Εδώ διαφαίνεται και μια βασική διαφορά με την ποππεριανή φιλοσοφία, που απέρριπτε κάθε σκέψη για υιοθέτηση ad hoc υποθέσεων.

Η διάφορα, σε σχέση με τον Kuhn τώρα, έγκειται στην έννοια του «παραδείγματος». Κατά τον Lakatos, μπορούν την ίδια ιστορική περίοδο να κυριαρχούνε πάνω από ένα ερευνητικά προγράμματα, με τους δικούς τους πιστούς οπαδούς, ενώ ακόμη και στο ίδιο πρόγραμμα, στην προστατευτική του ζώνη, ενδέχεται να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις. Σε αντίθεση με τον Kuhn, που πρεσβεύει το ότι ένα «παράδειγμα» είναι ο απόλυτος κυρίαρχος μιας χρονικής περιόδου.  

Επίσης, όταν αναφερόμαστε σ’ αυτή την προστατευτική ζώνη ενός προγράμματος, πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή καθορίζει την βιωσιμότητα και την κυριαρχία του. Ένα πρόγραμμα με επιτυχημένη ανάπτυξη της ζώνης χαρακτηρίζεται ως προοδευτικό και είναι πολύ πιθανόν να μπορεί επί μακρόν να ανταπεξέρχεται στην «απειλή» των εμπειρικών δεδομένων. Σε αντίθετη περίπτωση, λέμε ότι είναι εκφυλισμένο. Η επιστημονική επανάσταση συντελείται ακριβώς όταν ένα ερευνητικό πρόγραμμα ερμηνεύει καλύτερα την πραγματικότητα από ένα άλλο. Σύντομα το τελευταίο εγκαταλείπεται, ίσως όμως μόνο προσωρινά, καθώς πολλές θεωρίες ξαναέρχονται στο προσκήνιο κάποια χρόνια αργότερα, όταν βελτιώνονται από τους εναπομείναντες οπαδούς και, φυσικά, οι συνθήκες ευνοήσουν την επανεμφάνισή τους.

Στην πραγματικότητα, ενώ η λογική του Popper επιτάσσει να απορρίπτουμε ένα πρόγραμμα που έχει διαψευστεί ή να το υπερασπίζεται η πιστή του επιστημονική κοινότητα (σε περιόδους φυσιολογικής επιστήμης), κατά τον Kuhn, το ερευνητικό πρόγραμμα «θυσιάζει» κομμάτια της προστατευτικής ζώνης του, προκειμένου να «επιβιώσει» και φυσικά όσο πιο προοδευτικό είναι, τόσο πιο αποτελεσματικά ανθίσταται. Αν δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί επαρκώς σε κάποιο νέο πρόγραμμα, τότε προσθέτει διαρκώς ad hoc υποθέσεις στην ζώνη του, οι οποίες μόνο πρόσκαιρα επεξηγούν και προβλέπουν τα εμπειρικά δεδομένα. Το πρόγραμμα σταθερά πλέον εκφυλίζεται. 

Ο Σπύρος Λάτσης, γόνος της γνωστής οικογένειας ελλήνων εφοπλιστών, υπήρξε στενός φίλος του Lakatos και ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε τη μεθοδολογία του στον οικονομικό τομέα με το κλασικό άρθρο του (case study, συγκεκριμένα) στο περιοδικό The British Journal for the Philosophy of Science, στο οποίο καταφερόταν εναντίον της μεθοδολογίας του Milton Friedman, αποδεικνύοντας, στη βάση των αρχών του Lakatos, ότι επρόκειτο περί ψευδοεπιστήμης. Ποτέ δεν κατόρθωσε η μεθοδολογία που ακολούθησε ο Friedman να προβλέψει κάποια από τα νέα δεδομένα που ήρθαν στην επιφάνεια, μέχρι τον Αύγουστο του 72’, οπότε και εξεδόθη το άρθρο.

Παρ’ ολ’ αυτά, ο μονεταρισμός εξελίχθηκε σε κυρίαρχο δόγμα, με την αυτορρύθμιση των αγορών σαν βασική πολιτική έκφρασή του στη δεκαετία του 80’ (Ρέιγκαν στην Αμερική, Θάτσερ στην Αγγλία), ενώ ο κεϋνσιανισμός εκφυλίστηκε. Το σίγουρο είναι ότι η κατεύθυνση προς την αυτορρυθμιζόμενη αγορά και τη μικρότερη κρατική παρέμβαση συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 90’, ακόμη και από τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις του βορείου ημισφαιρίου, ενώ τα αποτελέσματα είναι εμφανή μέχρι τη σημερινή κρίση, όπου η αντίληψη των ηγετών στρέφεται προς περισσότερο κεϋνσιανές  πολιτικές, ενώ η επιστημονική κοινότητα βρίσκεται σε αναταραχή, σε περίοδο «επαναστατική» (για να μην ξεχνάμε τον Kuhn!). Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι το νόμπελ οικονομίας για το 2008 δόθηκε στον Paul Krugman, πολέμιο της μη εποπτευόμενης αγοράς και υπέρμαχο περισσότερο κρατικών δράσεων (γενικεύοντας λίγο παραπάνω)… 
 
Ρούμπενς: Οι τέσσερις φιλόσοφοι.

 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ Ή ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ 

 

 

Το 1975 εξεδόθη ένα βιβλίο το οποίο αποτέλεσε τομή στον τομέα της φιλοσοφίας της επιστήμης, με συνακόλουθες απορρίψεις και επιδοκιμασίες στην νέα οπτική (όπως και η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, άλλωστε): το Against Method του Paul Feyerabend.

Κι ενώ μέχρι πρότινος οι μεγάλοι επιστημολόγοι, λίγο ως πολύ αποδέχονταν την παντοδυναμία των εμπειρικών μεθόδων του Λογικού Θετικισμού, ο Feyerabend μοιάζει να απομακρύνεται περαιτέρω, ασπαζόμενος ένα ιδιότυπο είδος φιλοσοφικού αναρχισμού.

Αυτό που κάνει, επί της ουσίας, είναι να απορρίπτει κάθε μορφή μεθοδολογίας (επαλήθευση, ανάλυση υπό το πρίσμα παρελθουσών θεωριών- ιστορικός παράγοντας κλπ) και να αντιπροτείνει σαν μόνο εργαλείο επιστημονικής προόδου την ανθρώπινη δημιουργικότητα και φαντασία των ερευνητών. Θεωρεί εμπόδιο στα ανθρώπινα αυτά χαρακτηριστικά κάθε είδους συστημική προσέγγιση και παροτρύνει τους επιστήμονες να χρησιμοποιούν όποια μέθοδο τους εξυπηρετεί, έστω και μακράν ξεπερασμένη (“anything goes”).

Στη συνέχεια, επηρεασμένος εμφανώς από την εσωτερική φιλοσοφία του Kierkegaard και την άρνηση της απόλυτης αλήθειας από τους αρχαίους έλληνες σοφιστές, ο Feyerabend εισάγει την ρητορική και κοινωνιολογική θεώρηση της επιστήμης. Διατείνεται ότι καμία αντικειμενικότητα δεν υπάρχει κι ότι όλα στηρίζονται στην ρητορική δεινότητα του επιστήμονα, στο πόσο πειστικά είναι τα επιχειρήματα του ακόμη, ίσως, και σε πιο ανορθόδοξες μεθόδους πειθούς (επίθεση στο ήθος του αντιπάλου, λχ…).  

Στο οικονομικό πεδίο, που η επιστημονική έρευνα διεξάγεται με άλλους όρους, λιγότερο ποσοτικούς, σαφώς έχουμε ποικίλα παραδείγματα «ιστορικής αναλήθειας» θεωριών. Παροιμιώδης είναι η διαμάχη μεταξύ των Ricardo-Malthus για την ύπαρξη ή μη των κρίσεων υπερπαραγωγής. Ο πρώτος υποστήριζε ότι υπερπαραγωγή υπάρχει μόνο σε μερικούς κλάδους κι όχι συνολικά σε μια οικονομία ενώ οι δυνάμεις της αγοράς τείνουν να εξαλείψουν τέτοιες τάσεις. Ο Malthus προσέδωσε σημαντικό κοινωνικό ρόλο στους γαιοκτήμονες, θεωρώντας ότι οι υπερπροσφορά αγαθών απορροφάται από τους τελευταίους μέσω της μη παραγωγικής κατανάλωσης που κάνουν κι έτσι το σύστημα ισορροπεί. Καθώς ο Ricardo υπήρξε πειστικότερος, με πιο αληθοφανή επιχειρήματα, επικράτησε η άποψή του εκείνη την περίοδο. Ένα αιώνα αργότερα ο Keynes, με τη θεωρία της ενεργού ζήτησης, επανέφερε το θέμα στο προσκήνιο, με νέα επιχειρηματολογία, υποστηρίζοντας τις θέσεις του Malthus, με αποτέλεσμα (μέχρι και σήμερα) να θεωρείται αληθέστερη η άποψη αυτή.  

Γενικά ο Paul Feyerabend αμφισβήτησε την ίδια την ύπαρξη αντικειμενικής αλήθειας, γεγονός που τον κατέστησε πιο ακραίο από τους Λογικούς Θετικιστές στην πολεμική του εναντίον του ρόλου της ιδεολογίας στην επιστήμη, ιδιαίτερα στο κοινωνικο-οικονομικό πεδίο που τα όρια είναι εμφανώς δυσδιάκριτα. Και φυσικά, αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη μιας κοινότητας των επιστημόνων, εξαίροντας το άτομο σαν αυθύπαρκτη οντότητα (κατά Kierkegaard) με τις μεγαλειώδεις νοητικές του ικανότητες, αλλά απορρίπτοντας την κοινωνία σαν δημιουργό της ανθρώπινης εξέλιξης, μέσω των επιστημών. 

Η φυγή αυτή προς τον επιστημονικό αναρχισμό από την δεκαετία του ’70 έως και τις μέρες μας διατηρείται σε λανθάνουσα θέση, στο περιθώριο των επιστημονικών και φιλοσοφικών συζητήσεων, καθώς την πλειονότητα των φιλοσόφων και επιστημόνων, από καταβολής της ανθρώπινης σκέψης, απασχολεί η αναζήτηση των αιτίων πίσω από τη βιτρίνα της πραγματικότητας, του αιτιατού, κάτι το οποίο απορρίπτουν οι αναρχιστές θεωρητικοί.

Στη σύγχρονη εποχή, πάραυτα, τους έχει δοθεί ένα σημαντικό όπλο που ονομάζεται θεωρία του χάους, των παιγνίων, των φρακτάλ κλπ, μαθηματικής και σεβαστής (στον ποσοτικό μας κόσμο) υπόστασης. Κορυφαίοι μαθηματικοί, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Benoit Mandelbrot, έχουν παρεισφρήσει στην οικονομικό- κοινωνικό διάλογο, επιδιώκοντας την εφαρμογή των άναρχων μοντέλων με τη χρήση ποσοτικών μεθόδων (με ομολογουμένως εντυπωσιακά αποτελέσματα…). Η εφαρμογή αυτή αφορά κυρίως στο χρηματοοικονομικό πεδίο, αυτό το οποίο χαρακτηρίζεται ως το ζωντανό εργαστήρι της οικονομικής. Η ρευστότητα του τομέα άλλωστε αποτελεί από μόνη της έδαφος πρόσφορο για ανάπτυξη χαοτικών μοντέλων. Το ζητούμενο είναι αν μπορούν τέτοια μοντέλα να μεταφερθούν στην πραγματική οικονομία. Αυτό που τους λείπει είναι, προφανώς η φιλοσοφική βάση, καθώς η οικονομική δραστηριότητα είναι στοχαστική- περιλαμβάνει μη ποσοτικούς παράγοντες όπως την ψυχολογία των καταναλωτών τις αντιδράσεις των συνδικάτων, κλπ, παράγοντες αφ ‘ενός μη μετρήσιμους, αφ ’ετέρου ερευνήσιμους. Δεν μπορούμε απλά να απορρίπτουμε την έρευνα σε τέτοιους τομείς, δεχόμενοι ένα χαοτικό μαθηματικό μοντέλο, απλά και μόνο διότι είναι στοχαστικές μεταβλητές.  

Αυτό το φιλοσοφικό- θεωρητικό υπόβαθρο επιχειρεί να κτίσει ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής, πρόεδρος του Soros Fund Management και συγγραφέας George Soros. Και προτείνει την έννοια της ανακλαστικότητας.

Η οικονομική δραστηριότητα, υποστηρίζει, επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις προσδοκίες των ανθρώπων, αλλά και αντιστρόφως: οι ίδιες οι οικονομικές πράξεις μας επιδρούν στον τρόπο σκέψης μας, στους πόθους και τις ανάγκες μας. Απόλυτη γνώση κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν δύναται να υπάρξει στις κοινωνικές επιστήμες, οπότε και η ίδια η ευημερία του ανθρώπινου γένους αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός.         

Αυτή η ανακλαστικότητα, λοιπόν, είναι ο ανασταλτικός παράγων στην μελέτη       οικονομικών και κοινωνικών φαινομένων, καθώς δεν μπορούμε να απεκδυθούμε τον ανθρώπινό μας μανδύα, τις προσδοκίες μας, τις ανάγκες μας και να μελετήσουμε αμερόληπτα. Είναι αδύνατον κάτι τέτοιο για ανθρώπινα όντα.  

Στην εποχή μας, με τη βοήθεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, μερίδα του επιστημονικού κόσμου, μεγαλύτερη από ποτέ, έχει στραφεί σε τέτοιες μεταμοντέρνες αναρχιστικές απόψεις, εμφανώς απογοητευμένοι από την ανεπάρκεια των καθεστώτων οικονομικών μοντέλων. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι πρέπει να κρατάμε ορισμένα points από τέτοιες θεωρήσεις αλλά να τις απορρίπτουμε στο σύνολο τους. Δεν είναι υγειές να παραδεχόμαστε ότι η ζωή μας δεν επιδέχεται βελτίωση, στον τομέα της ικανοποίησης των αναγκών μας τουλάχιστον, ασπαζόμενοι ένα δόγμα άρνησης της προόδου. Τα αίτια για όλα τα οικονομικά φαινόμενα υφίστανται κάπου εκεί έξω και είναι αρκετά πολύπλοκα να τα συλλάβει ο ανθρώπινος νους, αλλά με επιμονή και εργασία περιμένουν να αποκαλυφθούν. Ας απορρίψουμε την εύκολη λύση της απόρριψης, λοιπόν. 
 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΚΡΙΣΕΙΣ 

 

Καλή η ιστορική αναδρομή αλλά ποία η απότοκος; 

Η αντίληψη του ανθρώπινου έλλογου όντος σήμερα έχει αληθώς, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αναγάγει την ιστορική κριτική σε αλάνθαστο έλεγχο των προϊόντων του ανθρώπινου νου. Είναι μέσα από την ιστορία που ξεπροβάλλουν οι κρούσεις και οι συγκρούσεις ιδεολογιών (αξιωματικών δογμάτων) και καθορίζεται ο βαθμός αληθείας τους.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει κάτι τέτοιο από τις κοινωνικές επιστήμες.

Η κρίση που βιώνουμε επί των ημερών συγγραφής της παρούσας μελέτης είναι χαρακτηριστική της νεφελώδους κατάστασης που επικρατεί. Αντιλήψεις, χθονίως ριζωμένες στα μυαλά των ιθυνόντων πολιτικών, ιντελεκτουαλιστών και ποικίλων άλλων κομβικών στην ιστορία προσώπων, κλονίζονται συθέμελα, νέες έρχονται στο προσκήνιο, παλιές αναμοχλεύονται, με αποτέλεσμα την χαώδη κατάσταση στον χώρο των οικονομικών ιδεών. Ιδεών που παίρνουν σάρκα και οστά στη καθημερινότητα των συναλλαγών μας.  

Για ποια σταθερότητα και ποια αλήθεια μπορούμε να κάνουμε λόγο σήμερα λοιπόν; 

Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι η άρνηση της αλήθειας, κατά το δοκούν των αναρχιστών διανοητών. Δεν είναι σοβαρή λογική να σταυρώσουμε τα χέρια μας και να περιμένουμε την εξέλιξη των πραγμάτων, ένα αιτιατό χωρίς ανθρώπινο αίτιο, κατά την άποψή των. Η ανθρώπινη συμπεριφορά, κοινωνική και οικονομική πρέπει και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης. Και το αίτιο, όπως και το αποτέλεσμα, είναι ανθρώπινης προέλευσης, άρα υπό μελέτη.  

Το μεγάλο ζητούμενο είναι κατά πόσο είναι ανιδιοτελής η αναζήτηση της αλήθειας. Θα επανέλθω εδώ στους Kuhn και Lakatos και θα επισημάνω τον ρόλο που έπαιξαν στην ανάδειξη των επιστημονικών κοινοτήτων ως κινητήριας δύναμης στον χώρο των ιδεών, δίπλα στις έννοιες της παραγωγικής σκέψης και του εμπειρικού ελέγχου.  Αυτό που δεν ομολόγησαν ποτέ, αν και προσωπικά έχω λόγους να πιστεύω ότι το σκεφτόντουσαν σοβαρά (…), είναι ποια κίνητρα μπορεί να έχουν οι κοινωνικοί επιστήμονες για να υποστηρίξουν το τάδε ή το δείνα δόγμα. Γιατί τείνω να θεωρώ ότι η πρόοδος του ανθρωπίνου είδους αυτό καθ’ αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο.

Εδώ εισάγονται τα όπου γης συμφέροντα με δυναμικό τρόπο στη επιστημονική κοινότητα. Εξ’ άλλου η ίδια η καπιταλιστική οικονομική λογική επιτάσσει το ίδιον συμφέρον υπέρ πάντων. Γιατί οι επιστήμονες, πολίτες του κοινού μας κόσμου, να απέχουν από τέτοιες ιδιοτέλειες;

Ο Paul Krugman έθεσε πολύ εύστοχα ορισμένα θέματα, σχετικά με το πόσο η δημοσιότητα που μπορεί να πάρει μια επίθεση κερδοσκοπίας σ’ ένα νόμισμα, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την τιμή του, πιο πολύ απ’ ότι φανταζόμαστε (αναφέρει ενδεικτικά την επίθεση του Soros στην στερλίνα, αρχές του ’90). Ακόμη γράφει για τους οίκους αξιολόγησης και την παντοδυναμία που διαθέτουν στις αγορές. Δράσεις των οποίων την αμεροληψία ουδείς δύναται να διασφαλίσει.

Παρόμοια κατάσταση επικρατεί στην Λίστα των Οικονομολόγων με τη Μεγαλύτερη Επιρροή. Καμία διασφάλιση. Κανένας έλεγχος.

Κι εδώ είναι το σημείο που η κατάσταση ξέφυγε απ’ τον έλεγχο. Ανεξέλεγκτη εξουσία επί της αγοράς και του συστήματος γενικότερα. Εξουσία που διαθέτουν λίγα και λαμπρά μυαλά, αλλά που πολλές φορές διακατέχονται από ιδιοτελή κίνητρα. Δεν μπορεί όλη η παγκόσμια να τους υποδέχεται σαν γκουρού στα τραπέζια των συζητήσεων και να επαφίεται στον δικό τους αυτοέλεγχο. Φυσικά αυτά, τα οποία ισχυρίζομαι, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποδειχθούν. Παρ’ ολ’ αυτά μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κρίση αποδίδεται σε τέτοια περιστατικά. 

Τι πρέπει να κάνουμε; 

Η τετριμμένη έννοια της δημοκρατίας καλείται να δώσει τη λύση και πάλι. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να χαλιναγωγηθεί η ακόρεστη επιθυμία των αγορών για πληροφόρηση μέσω ελεγκτικών μηχανισμών, η λειτουργία των οποίων θα διέπεται από το κατάλληλο νομικό πλαίσιο και θα απαιτείται ενισχυμένη πλειοψηφία στη βουλή για ανατροπή του. Έτσι θα έχουμε την ελπίδα ότι τέτοια φαινόμενα θα εκλείψουν.

Συνοψίζοντας και για να μην εκφυλιστεί το άρθρο σε απλή περιγραφή της κρίσης του 2008-09, θέλω να τονίσω την συμβολή του ελέγχου (δημοκρατικού) και στην επιστημονική κοινότητα. Η υπεραξία των λόγων ορισμένων ειδημόνων σε σχέση με άλλους δεν μπορεί παρά να είναι πρόσκαιρη και να ανατραπεί από άλλους γκουρού κλπ. Ενδεχομένως αυτή η βαρύτητα να αφορά ομάδα επιστημόνων κι όχι μεμονωμένα άτομα, ή ακόμη και σχολές σκέψης. Σε βάρος της οικονομίας, όπως αποδεικνύεται. Εάν αυτοί οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζονται σαν μεσσίες, λόγω μείωσης της «ζήτησής» τους από την αγορά, χάριν των δημοκρατικών ελεγκτικών μέτρων, τότε θα μειωθεί το ίδιον όφελος από την υποστήριξη της μιας ή της άλλης άποψης. Αυτό με τη σειρά του θα τους οδηγήσει σε ορθότερες κρίσεις και απόψεις, προς την μόνη δέουσα κατεύθυνση της επιστήμης: την πρόοδο των ανθρώπων. 
 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
 

 

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ 

 

Blaug, M.  (1980): The Methodology of Economics, or How Economists Explain. Cambridge: Cambridge University Press. 

Bledin, J., & Shewmake, S. (2004): Research programs, model-building and actor-network- theory: Reassessing the case of the Leontief Paradox, Journal of Economic Methodology 11:4, 455-476. 

Carnap, R.  (e-form): Testability and meaning, Philosophy of Science. 

Feyerabend, P.  (1975): Against Method. London: Verso Books. 

Friedman, M.  (1970): Essays in Positive Economics. Chicago: University of Chicago Press. 

Giere, R.  (1977): History and Philosophy of Science: Intimate Relationship or Marriage of Convenience, British Journal of the Philosophy of Science. 

Habermas, J.  (1968): Erkenntnis und Interesse. Frankfurt am Main: Suhrkamp Verlag. 

Keuth, H.  (2004): Karl Popper, Logik der Forschung. Berlin: Akademie Verlag. 

Kraft, V.  (1950): Der Wiener Kreis. Der Ursprung des Neopositivismus. Wien: Springer Verlag. 

Lakatos, I.  & Musgrave, A.  (1970): Criticism and the Growth of Knowledge. Cambridge: Cambridge University Press. 

Latsis, S.  (1976): Method and Appraisal in Economics. Cambridge:  Cambridge University Press. 

Polanyi, M.  (1958): Personal Knowledge.  Chicago: Chicago University Press. 

Popper, K.  (1959): The Logic of Scientific Discovery. London: Hutchinson Education. 

Popper, K.  (1972): Objective Knowledge. Oxford: Clarendon Press. 

 

ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ 

 

Κουν, Τ., Σ.  (1981): Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων. Μετάφραση: Γεωργακόπουλος, Γ. & Κάλφας, Β. Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα.  

Κρούγκμαν, Π.  (2009): Η κρίση του 2008 και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης. Μετάφραση: Αλαβάνου Α. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη. 

Μαντελμπρό, Μπ.  (2006): Ο Πίνακας του Χάους. Μετάφραση: Πισσία, Ε. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος ΤΡΑΥΛΟΣ. 

Μάρδας, Δ.  (2006): Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζυγός. 

Μπιτσάκης, Ε.  (1981): Η Φύση στη Διαλεκτική Φιλοσοφία. Μετάφραση: Μπιτσάκης, Ε. Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. 

Μπιτσάκης, Ε.  (1983): Καρλ Μαρξ: ο Θεωρητικός του Προλεταριάτου. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg. 

Πόππερ, Κ.  (2003): Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της. Μετάφραση: Παπαδάκη, Ει. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. 

Σόρος, Τζ.  (2008): Η οικονομική κρίση του 2008 και η σημασία της. Μετάφραση: Φιλιππάτος, Α. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη. 

Τσουλφίδης, Λ.  (2004): Ιστορία οικονομικής θεωρίας και πολιτικής. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

 Σημ.φ.: Το παρόν είναι το Β' μέρος μίας τριμερούς σειράς δοκιμίων που θα περατωθή με ένα επί πλέον.Το πρώτο μέρος που συνιστά το τρίτο στην σειρά δοκίμιο μπορεί να βρεθή εδώ.

**Ο δοκιμιογράφος είναι φοιτητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. 

Μετανάστες: αδιέξοδα ιμπεριαλισμού

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Τραγικά αδιέξοδα για τα θύματα του ιμπεριαλισμού

 

Τα 42 εκατομμύρια έφτασαν στα τέλη του 2008 οι ξεριζωμένοι από τις πατρίδες τους εξαιτίας των πολέμων, των συρράξεων και των διωγμών. Εκατομμύρια άνθρωποι, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά, θύματα των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, στο συνολικό αριθμό περιλαμβάνονται 16 εκατ. πρόσφυγες και αιτούν τες άσυλο, καθώς και 26 εκατ. εκτοπισμένοι στο εσωτερικό της χώρας τους. Το 2009 έχουν σημειωθεί ήδη νέοι εκτοπισμοί, ιδιαίτερα στο Πακιστάν, τη Σρι Λάνκα και τη Σομαλία. Ταυτόχρονα οι πρόσφυγες που ζουν μετέωροι εδώ και πέντε τουλάχιστον χρόνια, χωρίς να διαφαίνονται άμεσες λύσεις γι' αυτούς, φτάνουν τα 5,7 εκατομμύρια.

 "Έξω από τη Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής για αίτηση ασύλου. Περίπου ένας στους 100 παίρνει το προσφυγικό καθεστώς"

Παγκόσμια Μέρα Προσφύγων σήμερα, και τα τραγικά στοιχεία συμπληρώνουν τα απανωτά χτυπήματα που δέχεται το άσυλο, η φιλοξενία, η προστασία των προσφύγων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και τις οικογένειές τους. Η συνολική αντιμεταναστευτική και αντιπροσφυγική πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων εκφράζεται και με πρόσφατα μέτρα – «καταπέλτη» για τα θύματα του ιμπεριαλισμού. Στόχος, να παρεμποδίσουν τα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα οι ίδιες πολιτικές, οι ίδιες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, που τα δημιουργούν, να τα φέρουν στα μέτρα των καπιταλιστικών κερδών. Γι' αυτό το άσυλο χορηγείται με το σταγονόμετρο, γι' αυτό τους φυλακίζουν, γι' αυτό προετοιμάζονται νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε συνεργασία με τις χώρες προέλευσης.

Περίπου 1 στους 100 παίρνει άσυλο!

Στην Ελλάδα από τις 29.573 αιτήσεις και προσφυγές ασύλου που εξετάστηκαν το 2008, το προσφυγικό καθεστώς αναγνωρίστηκε σε μόλις 14 περιπτώσεις κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία και σε 344 κατά τη δευτεροβάθμια εξέταση, ενώ το ανθρωπιστικό καθεστώς (σ.σ. ανανεώνεται κάθε χρόνο) σε μόλις 21 άτομα.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι το πρόσφατο προτεινόμενο σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος καταργεί την εξέταση του αιτήματος ασύλου σε Β'βάθμια διαδικασία, παρά το γεγονός ότι στο Β' βαθμό χορηγείται και ο ελάχιστος αυτός αριθμός προσφυγικού ή ανθρωπιστι κού καθεστώτος.

 "Εκτοπισμένα παιδιά στο Πακιστάν, στην ουρά για το συσσίτιο…"

Σύμφωνα με στοιχεία των αστυνομικών και λιμενικών αρχών, 25.577 Αφγανοί συνελήφθησαν το 2008 στην Ελλάδα. Μόνο σε 6 Αφγανούς χορηγήθηκε το προσφυγικό καθεστώς. Οι ΣομαλοίΙρακινοί που συνελήφθησαν το 2008 έφτασαν τους 15.940 και μόλις οι 353 πήραν προσφυγικό ή ανθρωπιστικό καθεστώς. Οι συλληφθέντες Παλαιστίνιοι το 2008 ανήλθαν στους 4.593. Σε κανέναν Παλαιστίνιο δε χορηγήθηκε ούτε προσφυγικό ούτε ανθρωπιστικό καθεστώς. συλληφθέντες το 2008 έφτασαν τους 6.713, ενώ μόλις σε 5 από αυτούς χορηγήθηκε το προσφυγικό ή το ανθρωπιστικό καθεστώς. Οι

 

Νέο πακέτο μέτρων κατά του ασύλου από την ΕΕ

 

Το Μάη ψηφίστηκε στο Ευρωκοινοβούλιο νέο πακέτο μέτρων κατά των προσφύγων και του ασύλου, με τις πλάτες της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Το πακέτο αυτό εντάσσεται στη συνολική αντιδραστική πολιτική της ΕΕ για τη μετανάστευση και το άσυλο και περιλαμβάνει:

Την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης του Ασύλου, ενός διοικητικού μηχανισμού, που θα αποτελείται από διάφορους εμπειρογνώμονες με στόχο την υποστήριξη – κύρια σε γραφειοκρατικά ζητήματα – κρατών, τα οποία δέχονται ισχυρές «μεταναστευτικές πιέσεις». Η Υπηρεσία δεν αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών αίτησης και χορήγησης ασύλου, αλλά στη βελτίωση της συνεργασίας των κρατών – μελών για να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικότερα τους πρόσφυγες. Επιπλέον, η Υπηρεσία θα έχει στενή σχέση με τη FRONTEX.

Οι αιτούντες άσυλο δε θα κρατούνται σε φυλακές, αλλά σε ειδικά κέντρα κράτη σης. Αυτό στην πράξη σημαίνει δημιουργία …στρατοπέδων συγκέντρωσης, όπου και θα πηγαίνουν όσους κάνουν αίτηση ασύλου.

Ο Κανονισμός «Δουβλίνο 2» γίνεται πιο «αποτελεσματικός». Ωστόσο, η αντιπροσφυγική του ουσία παραμένει: Απαγορεύονται οι πολλαπλές αιτήσεις ασύλου ενός ατόμου σε διαφορετικά κράτη – μέλη.

 Προκειμένου να ελέγχει τις διαδικασίες του «Δουβλίνου 2», η ΕΕ, βελτιώνει τη λειτουργία του συστήματος Eurodac, μιας ψηφιακής βάσης δεδομένων, για την ταυτοποίηση των δακτυλικών αποτυπωμάτων, ώστε να εξασφαλίζεται, ότι κανένας πρόσφυγας ή μετανάστης δε θα κάνει αίτηση ασύλου σε πάνω από ένα κράτος – μέλος.

Την προστασία και στήριξη των προσφύγων απαιτεί με ανακοίνωσή της, με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα Προσφύγων, η Ελληνική Επιτροπή Διεθνούς Δημοκρατικής Αλληλεγγύης. Συγκεκριμένα απαιτεί: Καμία απέλαση, σύλληψη και απαγόρευση εισόδου, δημιουργία δομών υποδοχής στα σημεία εισόδου, πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, δημιουργία Κέντρων Στέγασης για τους αιτούντες άσυλο, τροποποίηση του Κανονισμού «Δουβλίνο 2» και κατάργηση της FRONTEX.

 

ΠΗΓΗ: Ριζοσπάστης, Σάββατο 20 Ιούνη 2009, Σελίδα 8,

http://www2.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=5141963&publDate=2009-06-20%2000:00:00.0

Ελληνισμός – Χριστιανισμός: Η συνάντηση …

Ελληνισμός – Χριστιανισμός: Η συνάντηση των δύο κόσμων*

 

Του Μητρ. Περγάμου  Ιωάννη   (Ζηζιούλα)**

 

Α. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Αντίθεση και αλληλεπίδραση

 

Το πρόβλημα των ιστορικών καταβολών του Χριστιανισμού δεν μας ενδιαφέρει εδώ σαν ερώτημα απόλυτο, αλλά μόνο στη σχέση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό στους τρεις πρώτους αιώνες. Έτσι το ερώτημα των ιστορικών καταβολών του Χριστιανισμού παίρνει για μας συγκεκριμένα την ακόλουθη σειρά: ποιος ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Ελληνισμός στην πρώτη ιστορική εμφάνιση του Χριστιανισμού;

Υπήρξε άραγε κάποια παρουσία του ελληνικού πνεύματος στο ιστορικό αυτό υπέδαφος, που έφερε στο φως της Ιστορίας τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες μαζί με την πίστη τους στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού; Ποια είναι ή σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στις ιστορικές καταβολές του τελευταίου;

Μετά τη δύση της λεγόμενης "Θρησκειολογικής Σχολής", που είχε τονίσει με ιδιαίτερη έμφαση τη σχέση του αρχικού Χριστιανισμού με τις μυστηριακές θρησκείες της εποχής του και ιδιαίτερα με τον Ελληνισμό, η σύγχρονη έρευνα έχει πλέον πεισθή ότι οι ιστορικές ρίζες του Χριστιανισμού δεν πρέπει να αναζητηθούν πρωταρχικά στον Ελληνισμό καθαυτό ή γενικά στο εξωβιβλικό θρησκειακό περιβάλλον της εποχής εκείνης, αλλά στον Ιουδαϊσμό των χρόνων εκείνων. Η αναγνώριση των πρώτων καταβολών του Χριστιανισμού έγινε κυρίως με την ανακάλυψη του εσχατολογικού χαρακτήρος, που φέρει ο αρχικός Χριστιανισμός και ιδιαίτερα η μορφή του Ιησού Χριστού, όπως μας παρουσιάζεται στα Ευαγγέλια. Η πεποίθηση αυτή της σύγχρονης έρευνας, που ξεκινά με τα έργα κυρίως των J. Weiss και Α. Schweitzer, έχει πλέον τόσο βαθιά εδραιωθή, ώστε κάθε προσπάθεια κατανοήσεως του προσώπου, των λόγων και του έργου του Ιησού Χριστού να συναρτάται αυτομάτως με την έρευνα του Ιουδαϊσμού των χρόνων εκείνων. Η πεποίθηση ότι o Ιησούς Χριστός ήταν "Ιουδαίος", ότι "η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστί" και ότι ο Χριστιανισμός ξεπήδησε στην Ιστορία σαν μια μορφή εκπληρώσεως των προσδοκιών του Ιουδαϊσμού της εποχής εκείνης, έχει σχεδόν πλήρως εκτοπίσει κάθε παλαιότερη προσπάθεια συσχετισμού του αρχικού Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό.

Το άμεσο, λοιπόν, υπέδαφος πού εξέθρεψε τον αρχικό Χριστιανισμό πρέπει να αναζητηθή στον Ιουδαϊσμό και όχι στον Ελληνισμό της εποχής εκείνης. Σημαίνει άραγε τούτο ότι πρέπει να αποκλεισθή κάθε παρουσία και σημασία του Ελληνισμού στις ιστορικές καταβολές του Χριστιανισμού;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι απλή· αποτελεί ένα από τα περιπλοκώτερα προβλήματα της Ιστορίας. Η αιτία της δυσκολίας συνίσταται σε τούτο: Από το ένα μέρος ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός αντιπροσωπεύουν για την εποχή εκείνη δύο πνευματικά και πολιτιστικά μεγέθη τόσο ασυμβίβαστα μεταξύ τους, ώστε αρκεί να διαπιστωθή η παρουσία του ενός για να αποκλεισθή αυτόματα η παρουσία του άλλου. Η αντίθεση μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού υπήρξε τόσο σφοδρή, ώστε να οδηγήση σε σκληρούς, μακροχρόνιους και πολλές φορές αιματηρούς αγώνες αλληλοεξοντώσεως. Από το άλλο όμως μέρος, μέσα σ' αυτή την εξοντωτική πάλη πραγματοποιόταν μια σταθερή και βαθιά διείσδυση του Ελληνισμού στον Ιουδαϊσμό και αντίστροφα. Ο Ελληνισμός που κυριαρχούσε πολιτιστικά στον ιστορικό χώρο του Ιουδαϊσμού της εποχής εκείνης προκαλούσε την αντίδραση του Ιουδαϊσμού, ακριβώς γιατί με την αναπόφευκτη διείσδυσή του γινόταν απειλητικός για την ίδια την υπόσταση του Ιουδαϊσμού. Έτσι αντίθεση και επίδραση ενεργούν ταυτόχρονα και κάνουν την ιστορική εικόνα πιο πολύπλοκη από όσο εμφανίζεται συνήθως στα μάτια επιπόλαιων ερευνητών.

Η ιστορική πραγματικότητα εμφανίζεται μάλιστα ακόμη πιο πολύπλοκη, αν σκεφθή κανείς ότι οι παράγοντες που συγκροτούν το θρησκευτικό περιβάλλον του αρχικού Χριστιανισμού δεν είναι μόνον ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός, αλλά και οι διάφορες ανατολικές θρησκείες της Αιγύπτου κλπ., καθώς και η περσική θρησκεία, που διαδραματίζει αποφασιστικότατο ρόλο στη διαμόρφωση τόσο του Ιουδαϊσμού, όσο και του Ελληνισμού της εποχής εκείνης. Από την άποψη, λοιπόν, τουλάχιστον της θρησκευτικής καταστάσεως της εποχής εκείνης οι όροι "Ιουδαϊσμός" και "Ελληνισμός" αποτελούν γενικεύσεις, που μπορούν να αποδειχθούν παραπλανητικές, αν δεν προσέξη κανείς πολύ. Οπωσδήποτε όμως παραμένει γεγονός ότι, παρά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων αυτών θρησκευτικών ρευμάτων, δεν παύει να ισχύη μια ουσιαστική διάκριση τόσο μεταξύ του Ιουδαϊσμού και του Ελληνισμού, όσο και των άλλων παραγόντων, που αναφέραμε προηγουμένως. Η διάκριση αυτή επιτρέπει να γίνη λόγος για ένα ιστορικό και θρησκευτικό περιβάλλον, που είναι βασικά "Ιουδαϊκό" και που σε αντιδιαστολή με τους άλλους παράγοντες, και ιδιαίτερα με τον Ελληνισμό, αποτελεί το περιβάλλον που οδηγεί στην εμφάνιση του αρχικού Χριστιανισμού.

Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να κατανοήσουμε τη σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στις ιστορικές καταβολές του τελευταίου, είναι ανάγκη να αρχίσουμε από τη σχέση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού στα χρόνια που προηγούνται της εμφανίσεως του Χριστιανισμού. Με τον τρόπο αυτό θα φθάσουμε στη σχέση Ελληνισμού και αρχικού Χριστιανισμού όχι απευθείας, αλλά δια μέσου του Ιουδαϊσμού, που αναγνωρίζεται πια ως το άμεσο ιστορικό περιβάλλον που γέννησε τον Χριστιανισμό.

 

Οι ελληνικές επιδράσεις στον εβραϊκό χαρακτήρα του ιουδαϊσμού

 

Ο Ελληνισμός επιδρά στον Ιουδαϊσμό των ελληνιστικών χρόνων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό, πολιτιστικό, φιλοσοφικό και θρησκευτικό) τόσο σε περιόδους θρησκευτικής ανοχής κυρίως τότε, όσο και σε περιόδους συγκρούσεων και διωγμού. Η γνώμη ότι ο Ιουδαϊσμός της Παλαιστίνης (από τον οποίο γεννάται ιστορικά ο Χριστιανισμός) σε σύγκριση με αυτόν της Διασποράς παρέμεινε ουσιαστικά ανέπαφος από τον Ελληνισμό, αποδεικνύεται εσφαλμένη. Μέσα στην καρδιά του Ιουδαϊσμού κυοφορούνται στους χρόνους που εξετάσαμε αλλοιώσεις του παραδοσιακού εβραϊκού χαρακτήρος του Ιουδαϊσμού μεγάλης σημασίας για ό,τι θα συμβή αργότερα. Οι βασικότερες από αυτές τις αλλοιώσεις σχετίζονται με την εισαγωγή της συστηματικής και θεωρητικής σκέψεως στον Ιουδαϊσμό με τη συστηματική θεώρηση του κόσμου και της Ιστορίας, που συνεπάγεται μια διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντος προς την κατεύθυνση της ενότητας και παγκοσμιότητας της Ιστορίας, μια κατεύθυνση που ήταν ήδη δυναμικά παρούσα στη βιβλική έννοια της δημιουργίας.

Παρ' όλα αυτά θα ήταν λάθος να νομισθή ότι η διείσδυση αυτή του Ελληνισμού εξαφάνισε εντελώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Ιουδαϊσμού. Η συσπείρωση γύρω από την torah και την προφητική παράδοση ήταν τόσο ισχυρή, ιδιαίτερα μετά την προσπάθεια του βίαιου εξελληνισμού των Ιουδαίων από τον Αντίοχο Δ΄, ώστε η επάνοδος στα αρχικά ουσιαστικά συστατικά της εβραϊκής θρησκείας να είναι δυνατή ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Έτσι νέες μορφές θεωρήσεως του κόσμου, όπως η Αποκαλυπτική, αντί να εξαλείψουν τελικά, διαιωνίζουν την αρχαία εβραϊκή νοοτροπία. Στις ημέρες της εμφανίσεως του Χριστιανισμού η εσχατολογική προσδοκία, που είχε καλλιεργήσει η Αποκαλυπτική, δίνει τη βάση για την ανάπτυξη της νέας πίστεως σε καθαρά εβραϊκάπροφητικά σχήματα σκέψεως. Η θεώρηση του κόσμου κάτω από το πρίσμα της Ιστορίας και όχι του αφηρημένου θρησκευτικού στοχασμού ή της κοσμολογίας παραμένει το σημείο συνδέσεως της νέας πίστεως, που θα αναπτυχθή γύρω από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, με τον παραδοσιακά εβραϊκό Ιουδαϊσμό μάλλον παρά με τον Ελληνισμό.

Εν τούτοις ο Ελληνισμός διαδραμάτισε έναν καίριο διπλό ρόλο σε όλη την εξέλιξη αυτή από τον Ιουδαϊσμό στον Χριστιανισμό. Από το ένα μέρος με την απειλητική παρουσία του και τη διείσδυσή του στον Ιουδαϊσμό συνετέλεσε στο να στενέψη η καρδιά του Ιουδαϊσμού σε μια αποκλειστικότητα εθνικιστική, που ταύτιζε τον Νόμο με το γράμμα των διατάξεών του και την εσχατολογική προσδοκία με τα στενά πολιτικά και εθνικά συμφέροντα των Ιουδαίων, ήταν μια στάση αυτοάμυνας και αυτοπροστασίας, που αναπτύχθηκε φυσικά μετά τις διεισδυτικές επιτυχίες του Ελληνισμού, και οδήγησε στην κατάσταση, στην οποία βρίσκουμε τον Ιουδαϊσμό στα χρόνια του Ιησού Χριστού. Από την κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τις απέραντες προσηλυτιστικές δυνατότητες που είχε ο Ιουδαϊσμός στον ελληνορωμαϊκό χώρο, ύστερα από το κύρος που του έδωσαν οι επιτυχίες του Μακκαβαϊκού πολέμου και η υπεροχή και έλξη της μονοθεϊστικής και ηθικής διδασκαλίας του, δημιουργήθηκε το δίλημμα της ιουδαϊκής θρησκείας μεταξύ ενός ανοίγματος προς τα "έθνη" και μιας συντηρητικής αυτοπροστασίας της εθνικής του ταυτότητος. Ο μεγάλος αριθμός των "προσηλύτων" στα χρόνια του Ιησού, που διστάζουν να κάμουν το τελικό βήμα της πλήρους εντάξεώς τους στον Ιουδαϊσμό, μαρτυρεί την τραγικότητα του διλήμματος αυτού, που δημιούργησε ο Ελληνισμός στον Ιουδαϊσμό της εποχής εκείνης. Από αυτή ακριβώς την αδυναμία του Ιουδαϊσμού ξεπήδησε η δυνατότητα του Χριστιανισμού. Παρεξηγημένος σαν μια απειλή κατά του Νόμου και της ιουδαϊκής αυτοσυνειδησίας, ο Χριστιανισμός, με το προφητικό του πνεύμα ανοίγεται πρώτα προς τους μισητούς Σαμαρείτες και έπειτα στους μη Ιουδαίους γενικά.

Η ιστορική ευκαιρία του Χριστιανισμού προπαρασκευάζεται έτσι από τον διχασμό που δημιουργείται στην καρδιά του Ιουδαϊσμού ανάμεσα στις οικουμενικές δυνατότητες που έκρυβε η βιβλική πίστη του και στην ανάγκη της αυτοπροστασίας και επιβιώσεώς του ως εθνικής ομάδος. Αυτή είναι η μεγάλη συμβολή (αρνητικά) του Ελληνισμού στην εμφάνιση του Χριστιανισμού: η πρόκληση μιας γόνιμης "κρίσεως συνειδήσεως" στον Ιουδαϊσμό, μιας κρίσεως που θα προκαλέση αργότερα και στον Χριστιανισμό το ίδιο "προκλητικό" ελληνικό πνεύμα. Έτσι, όπως θα δούμε, οι πρώτοι που θα αναγνωρίσουν και θα εγκολπωθούν τις δυνατότητες του Χριστιανισμού θα είναι οι Ελληνιστές Ιουδαίοι, αυτοί δηλαδή που πιο πολύ από κάθε άλλον ζουν τον εσωτερικό αυτό διχασμό του Ιουδαϊσμού.

Αλλά η συμβολή αυτή του Ελληνισμού στην εμφάνιση του Χριστιανισμού συνοδεύεται, σαν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, από κάτι πολύ πιο θετικό. Είδαμε πόσο σημαντική υπήρξε για τον Ιουδαϊσμό η τάση που απέκτησε κάτω από την επίδραση του ελληνικού πνεύματος να σκέπτεται "Οντολογικά", να συνδυάζη δηλαδή τα πρακτικά και ιστορικά διαφέροντα, που του κληροδότησε η εβραϊκή σκέψη, με το ερώτημα του όντος, του σταθερού σημείου αναφοράς της πραγματικότητος. Χάρη στο νέο αυτό στοιχείο που εισάγει ο Ελληνισμός, δύο τουλάχιστον θεμελιακές προϋποθέσεις δημιουργούνται για την εμφάνιση του Χριστιανισμού:

α) η ενότητα και παγκοσμιότητα της Ιστορίας, που θα χρησιμεύση ως υπέρβαση της εθνικιστικής στενότητος, που είχε κυριεύσει τον Ιουδαϊσμό, και ως αξιοποίηση της βιβλικής εννοίας της δημιουργίας με απέραντες δυνατότητες ιεραποστολής για τον Χριστιανισμό, και

β) η Χριστολογία, που χάρη στην ελληνική αυτή προεργασία θα αντικαταστήση την Οντολογία του Νόμου, του σταθερού αυτού σημείου αναφοράς της ιουδαϊκής συνειδήσεως, με την Οντολογία ενός προσώπου, του Ιησού Χριστού, που ταυτιζόμενος με τον ίδιο τον Θεό θα γίνη το σταθερό σημείο αναφοράς όλης της Ιστορίας. Έτσι η παρουσία της ελληνικής σκέψεως στις ιστορικές διεργασίες, που οδηγούν στην πρώτη Χριστολογία, αντιπροσωπεύει το βασικότερο θέμα που πρέπει να ελκύση την προσοχή μας.

 

Β. Η ΠΑΥΛΕΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗ

 Η θέση του Παύλου στο θέμα της σχέσεως Ελλήνων και Ιουδαίων

 

Όπως φαίνεται από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει στην "Προς Γαλάτας" επιστολή του, η διαμόρφωση της θέσεως του Παύλου στο θέμα της σχέσεως Ελλήνων και Ιουδαίων στον Χριστιανισμό αρχίζει από τη ριζική αναθεώρηση της ραββινικής θεολογίας των Φαρισαίων, την οποία είχε μελετήσει και στην οποία ανήκε και ο ίδιος πριν γίνη χριστιανός ("κατά νόμον Φαρισαίος"). Προσεκτική μελέτη της επιχειρηματολογίας του αυτής δείχνει ότι το καίριο σημείο διαφωνίας του με τη θεολογία των Φαρισαίων αφορούσε την ιδέα τους ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται έναντι του θεού μόνον αν τηρήση τον Νόμο και μάλιστα αν τον τήρηση ολόκληρο. Η ιδέα αυτή έφερε αυτόματα σε σύγκρουση τον Χριστιανισμό με τον Ιουδαϊσμό των Φαρισαίων, γιατί οι Ιουδαίοι που έγιναν Χριστιανοί μετέθεσαν τη βάση της δικαιώσεώς τους από τον Νόμο στο πρόσωπο του Μεσσία, του Χριστού.

Έτσι όλοι οι Χριστιανοί και όχι μόνον ο Παύλος ανοίγουν πια τον δρόμο για τη δικαίωση έναντι του θεού σε όλους όσοι δεν γνωρίζουν ή δεν τηρούν τον Νόμο, ολικά ή μερικά. Αυτό επιτρέπει στον Παύλο να θέση το καίριο ερώτημα (στον Πέτρο αλλά κατ' επέκταση και σε όλους τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς): "ει συ Ιουδαίος υπάρχων εθνικώς και ουχί ιουδαϊκώς ζης, πώς τα έθνη αναγκάζεις ιουδαΐζειν;" (Γαλ. 2, 14). Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αποφασιστικό σημείο στη σχέση Χριστιανισμού και εθνικών. Εφόσον η σωτηρία του ανθρώπου στηρίζεται πια στην πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και όχι στην τήρηση του Νόμου, η πόρτα ανοίγει αναπόφευκτα και σε όσους δεν τηρούν ή δεν γνωρίζουν καν τον Νόμο.

Αυτό φαίνεται να δημιουργή μια πλήρη εξίσωση Ιουδαίων και Ελλήνων έναντι του θεού. Έτσι μπορεί να διακήρυξη ο Παύλος ότι "ουκ έστι διαστολή Ιουδαίου τε και Έλληνος" και ότι στην κοινωνία της Εκκλησίας "ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην… πάντες γαρ υμείς είς έστε εν Χριστώ Ιησού". Ωστόσο υπάρχει πάντοτε, για τον Παύλο τουλάχιστον, μια διάκριση. Η διάκριση αυτή βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ όλοι Ιουδαίοι και Έλληνες είναι πια δικαιωμένοι και ίσοι έναντι του Θεού, οι επαγγελίες και ο ίδιος ο Μεσσίας προήλθαν από τους Ιουδαίους και όχι από τους Έλληνες. Με αλλά λόγια οι Ιουδαίοι προηγούνται στον Χριστιανισμό από τους Έλληνες, όχι μόνο χρονικά αλλά και ουσιαστικά, αφού με το να γίνουν χριστιανοί οι Έλληνες γίνονται ουσιαστικά "σπέρμα του Αβραάμ", όπως βιάζεται να προσθέση ο Παύλος αμέσως μετά τη διακήρυξη ότι είναι πια ίσοι εν Χριστώ. Γι' αυτό ακριβώς το κήρυγμα του Χριστού πρέπει να αρχίση πρώτα από τους Ιουδαίους ("Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι"). Γι' αυτό θα ευχόταν ο ίδιος να γίνη ανάθεμα, αρκεί να σωθούν οι Ιουδαίοι (Ρωμ. 9, 3). Γι' αυτό, για τον Παύλο τουλάχιστον, η Εκκλησία δεν είναι ολοκληρωμένη ωσότου εισέλθη και ο Ισραήλ σ' αυτήν. Τις ιδέες αυτές τις αναπτύσσει ο Παύλος διεξοδικά, στα κεφάλαια 911 της "Προς Ρωμαίους" επιστολής του. Απευθυνόμενος εκεί στους εθνικούς που έγιναν χριστιανοί βλέπει μπροστά του ένα συγκλονιστικό "μυστήριο" του ελέους του Θεού: η απείθεια των Ιουδαίων στο κήρυγμα περί Χριστού ανοίγει τον δρόμο στους μη Ιουδαίους να γίνουν δεκτοί στις επαγγελίες του Θεού που δόθηκαν στους Ιουδαίους. Τώρα όμως εδώ είναι ένα βαρυσήμαντο σημείο ο Ισραήλ θα σωθή πια μόνο περνώντας από τους εθνικούς ("τω υμετέρω ελέει ίνα και αυτοί Ιουδαίοι ελεηθώσι", Ρωμ. 11, 31).

Για κάποιον που πίστευε, όπως ο Παύλος, σε όλη του τη ζωή ότι ή σωτηρία του κόσμου βρίσκεται μόνο στον Ιουδαϊσμό, είναι συγκλονιστικό να σκεφθή ότι ο Ισραήλ τελικά θα σωθή περνώντας από μια κοινωνία, την Εκκλησία, που βασικά πια την αποτελούν οι Έλληνες εθνικοί: "Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού", αναφωνεί στο τέλος του 11ου κεφαλαίου. Το γεγονός της παρουσίας των Ελλήνων και μάλιστα κατά πλειονότητα στην Εκκλησία είναι για τον Παύλο η ανατροπή κάθε λογικής και κάθε σοφίας, όπως την είχε μάθει στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση. Γι' αυτό, όταν γράφεται η "Προς Εφεσίους" επιστολή, σε μια εποχή (αρχές ίσως του 60 μ.Χ.), που πιθανόν να είχε γίνει ήδη σαφές ότι βασικά η Εκκλησία συνδέεται πια ιστορικά με τον Ελληνισμό, το όλο θέμα της θέσεως των Ελλήνων μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή της ενότητος Ιουδαίου και Έλληνος σε ένα σώμα, χαρακτηρίζεται ως ανεξερεύνητο μυστήριο, ως η κατ' εξοχήν απόδειξη της επεμβάσεως του Θεού στην Ιστορία.

 

Ο Παύλος και οι ελληνικές κατηγορίες σκέψεως

 

Αν επιχειρήσουμε τολμηρότατο μέσα σε λίγες γραμμές να δώσουμε μια εικόνα του τρόπου με τον οποίο αφομοιώνονται και αλλοιώνονται στη σκέψη του Παύλου τόσο οι εβραϊκές, όσο και οι ελληνικές κατηγορίες σκέψεως, για να βγη από αυτές το νέο, το καθαρά χριστιανικό ή Παύλειο, θα πρέπει να θυμηθούμε τα γενικά πλαίσια της θεολογικής σκέψεως του Παύλου και να τοποθετήσουμε μέσα σ' αυτά τις ειδικές περιπτώσεις των όρων ή νοημάτων πού υφίστανται την αλλοίωση. Βασικά ο Παύλος βλέπει τον άνθρωπο και γενικά το θέμα της αλήθειας μέσα στα βιβλικά πλαίσια της δημιουργίας και της ιστορίας της σωτηρίας, όπως αυτά πραγματοποιούνται στο πρόσωπο του Χριστού και στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, στην Εκκλησία. Κάθε έννοια, είτε εβραϊκή είτε ελληνική είναι η προέλευσή της, περνά μέσα από το διυλιστήριο αυτό, όπου αποκτά τη νέα σημασία της. Αυτό συμβαίνει π.χ. με τη χρήση του όρου "συνείδησις" (και του ρηματικού τύπου "σύνοιδα"), που τον συναντούμε πολύ συχνά στις επιστολές του Παύλου. Η ελληνική σκέψη αρχίζει, χρονολογικά και ουσιαστικά, από την αντίληψη του ανθρώπου ως σκεπτομένου όντος που αποκτά με αυτό τον τρόπο "συνείδηση" του κόσμου αλλά και του εαυτού του, μαζί με όλες τις πολώσεις που περιλαμβάνονται στον τελευταίο και που οδηγούν στα ηθικά διλήμματα και στους "ελέγχους". Από εκεί οδηγείται η ελληνική σκέψη στην ηθική έννοια της συνειδήσεως, που επικρατεί ιδιαίτερα στους χρόνους λίγο πριν από την Καινή Διαθήκη.

Στην εβραϊκή νοοτροπία, αντίθετα, η βάση της γνώσεως γενικά βρίσκεται στον θεό και στον λόγο του, ο οποίος δημιουργεί τη συνείδηση όχι πια στον ανθρώπινο νου, αλλά στην "καρδίαν" του ανθρώπου, στον χώρο της υπακοής και της αγάπης. Ο Παύλος με έναν τρόπο δημιουργικό συνθέτει τις δύο αυτές έννοιες και τις αλλοιώνει τοποθετώντας τες σε νέο φως: η συνείδηση είναι βέβαια και γι' αυτόν γνώση και αυτογνωσία, που περιλαμβάνει "έλεγχον", δεν πηγάζει όμως από τον άνθρωπο και τις νοητικές του ικανότητες, αλλά από την κρίση του Θεού. Ο άνθρωπος γνωρίζει μόνο γιατί γνωρίζεται από τον Θεό. Κάτοπτρο αυτής της συνειδήσεως είναι ο Χριστός και οι σχέσεις του ανθρώπου μέσα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία. Έτσι φθάνει να πη ο Παύλος το πρωτότυπο αυτό, ότι η συνείδηση του ανθρώπου αξιολογείται ουσιαστικά, πραγματώνεται όχι από τον ίδιο ούτε απλώς από τον θεό, αλλά από τους άλλους, μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας (βλ. π.χ. Α΄ Κορ. 8, 7-13· Β΄ Κορ. 5, 11, και ιδιαίτερα Α΄ Κορ. 10, 29). Έτσι η όλη γνωσιολογία μεταφέρεται στον χώρο της αγάπης (Α΄ Κορ. 8,2-3) και η αγάπη από "πρακτική" και "συναισθηματική" κατηγορία γίνεται γνωσιολογική έννοια.

Με τον τρόπο αυτό η ελληνική σκέψη δεν απορρίπτεται: πρόκειται και πάλι για μια "συνείδηση" με γνωσιολογικό και κριτικό περιεχόμενο, που επιτρέπει τη χρήση του όρου και για τους εθνικούς (με την έννοια πού βρίσκουμε στην επιστολή προς Ρωμαίους 2, 15). Υφίσταται όμως μια βασική αλλοίωση που της αφαιρεί την ανθρωποκεντρικότητα και κάθε δυνατότητα αυτονομίας, που θα μπορούσε να της προσδώση πραγματικά και της προσέδωσε η ελληνική σκέψη. Της αφαιρεί επίσης κάθε αδιέξοδο και αρνητικότητα, που θα μπορούσε να της προσδώση η εβραϊκή αντίληψη περί θείας κρίσεως. Διαμορφωμένη στο πρόσωπο του Χριστού και στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή της χριστιανικής κοινότητος, η "συνείδηση" αποκτά κάτι το λυτρωτικό που βρίσκεται στην αγάπη.

Γενικά όλοι οι ανθρωπολογικοί όροι, όπως οι συναφείς μεταξύ τους σώμα-σαρξ-νους-πνεύμα κλπ., υφίστανται παρόμοιες αλλοιώσεις στη σκέψη του Αποστόλου. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται πια από αυτό που είναι καθαυτός, από την ουσία του (την υλική ή την πνευματική), αλλά από τη σχέση του με τον Θεό και με τους άλλους. Πρόκειται για μια αλλοίωση της όλης Οντολογίας που, όπως θα δούμε αργότερα, διαδραματίζει βασικό ρόλο στη φιλοσοφία των Πατέρων της Εκκλησίας. Μια τέτοια αλλοίωση επιτρέπει στον Παύλο να χρησιμοποιή ελληνικά ανθρωπολογικά σχήματα, όπως οι αντιθέσεις "σαρξ πνεύμα" κλπ., χωρίς να δέχεται ή να δημιουργή με αυτό τον τρόπο οντικές κατηγορίες και δυαλιστικά σχήματα (νεο)πλατωνικής ή άλλης φύσεως. Έτσι μια έννοια, όπως το "σώμα", γίνεται γι' αυτόν το "σκήνος" από το οποίο "ευδοκούμεν μάλλον εκδημήσαι… και ενδημήσαι προς Κύριον" κάτι πού τόσο εύκολα μπορεί να παρεξηγηθή νεοπλατωνικά αλλά συγχρόνως και η πιο ιερή και θετική οντολογική κατηγορία, το νήμα του Χριστού, της Εκκλησίας, της Ευχαριστίας, του κάθε πιστού, δηλαδή ο όρος που εκφράζει όχι μόνο την αδιαίρετη ακεραιότητα του ανθρώπου, αλλά και την αιώνια ζωή και σωτηρία του.

Η διεργασία αυτή που υφίσταται η ελληνική "σοφία" στη σκέψη του Παύλου επεκτείνεται ουσιαστικά σε όλη τη θεολογία του και είναι ανάλογη προς εκείνη που πραγματοποιείται γενικά στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες.

 

Γ. Η ΑΛΛΗΛΟΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ

Εκχριστιανισμός του ελληνισμού και εξελληνισμός του χριστιανισμού

 

Ο 2ος αι. ήταν κρίσιμος για τις σχέσεις Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Είχε γίνει πια σαφές ότι η ιστορική πορεία του Χριστιανισμού ήταν δεμένη οριστικά με τον Ελληνισμό. Ο δεσμός όμως αυτός δεν ήταν χωρίς κινδύνους για τον Χριστιανισμό. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος ήταν να εξελληνισθή τόσο πολύ ο Χριστιανισμός, ώστε να αποτελέση ουσιαστικά ένα παρακλάδι, μιαν "αίρεση" του Ελληνισμού. Στις αιρέσεις ο κίνδυνος αυτός δεν αποφεύχθηκε. Κοσμοθεωριακά στοιχεία του Ελληνισμού αντικατέστησαν βασικές θέσεις του Χριστιανισμού με αποτέλεσμα να αλλάξη ριζικά ο χαρακτήρας του τελευταίου. Στην περίπτωση των Απολογητών η αντικατάσταση αυτή ήταν μόνο μερική. Χάρη στην εκλεκτικότητα των χριστιανών αυτών στοχαστών, πολλές από τις βασικές κοσμοθεωριακές θέσεις του Ελληνισμού δεν βρήκαν τον δρόμο τους στον Χριστιανισμό. Οι Απολογητές επέμεναν στη διατήρηση βασικών άρθρων της πίστεως της Εκκλησίας και απέρριπταν κάθε ελληνική διδασκαλία πού ήταν αντίθετη σ' αυτά.

Αλλά η ελληνική σκέψη δεν ήταν κάτι που μπορούσε να περιορισθή σε συγκεκριμένα "θέματα" ή άρθρα πίστεως. Διαπερνούσε τα πάντα και αποτελούσε σε τελευταία ανάλυση υπόθεση μεθοδολογίας, αφορούσε δηλαδή στη στάση που παίρνει ο άνθρωπος γενικά απέναντι στον κόσμο και στους θεούς. Και στο σημείο αυτό, όπως είδαμε, οι Απολογητές, στην προσπάθεια τους να εναρμονίσουν τον Χριστιανισμό με την ελληνική φιλοσοφία, άφησαν τον Ελληνισμό να διαπεράση τη χριστιανική στάση απέναντι στον κόσμο κατά ένα τρόπο επικίνδυνο. Το φαινόμενο αυτό το ονομάσαμε ήπιο εξελληνισμό του Χριστιανισμού. Οι Απολογητές δεν ήταν οι ίδιοι αιρετικοί – και αυτό χάρη στην εκλεκτικότητα τους. Έριξαν όμως τα σπέρματα τρομερών αιρέσεων που ταλαιπώρησαν την Εκκλησία στον 3ο και τον 4ο αι.

Ο τρόπος, με τον όποιο αντιμετώπισε ή Εκκλησία τόσο τις πρώτες αιρέσεις που εξετάσαμε όσο και αυτές που προέκυψαν αργότερα από τον "ήπιο εξελληνισμό" του Χριστιανισμού από τους Απολογητές, συνδέεται ουσιαστικά με το όλο πρόβλημα της σχέσεως Ελληνισμού και Χριστιανισμού τον 2ο αι. Παράλληλα με την κίνηση τόσο του ακραίου όσο και του ήπιου εξελληνισμού του Χριστιανισμού, για τους οποίους αναφέραμε παραπάνω, αναπτυσσόταν τον 2ο αι. και μια αντίστροφη πορεία στη σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Ήταν η προσπάθεια του Χριστιανισμού να κατακτήση αυτός ουσιαστικά τον Ελληνισμό, να γίνη δηλαδή ένας εκχριστιανισμός του Ελληνισμού όχι στην επιφάνεια αλλά στην ουσία.

Το ενδιαφέρον στην ιστορία της εποχής που εξετάζουμε είναι ότι εκείνοι που έκαναν την πρώτη αυτή προσπάθεια εκχριστιανισμού του Ελληνισμού ήταν οι ίδιοι Έλληνες. Αυτό σημαίνει ότι ο εκχριστιανισμός αυτός δεν ήταν μια άρνηση του Ελληνισμού.

Ήταν μια μεταμόρφωση, στην οποία τα βασικά ερωτήματα και ενδιαφέροντα του ελληνικού πνεύματος ικανοποιήθηκαν με απαντήσεις που δεν ήταν πια "ελληνικές". Έτσι η μεγάλη αυτή μεταμόρφωση απέδειξε ότι ο Χριστιανισμός μπόρεσε να κάνη μια βαθιά διάκριση ανάμεσα στα ερωτήματα και στις απαντήσεις του ελληνικού πολιτισμού. Γιατί υπήρχαν πραγματικά ερωτήματα όχι μόνο βέβαια διανοητικά, αλλά κυρίως υπαρξιακά που μόνον οι Έλληνες με τον τρόπο της σκέψεώς τους ήταν σε θέση να προβάλουν. Μερικά από αυτά, όπως το κοσμολογικό, το Οντολογικό κλπ. Αλλά ακριβώς το ότι τέτοια ερωτήματα και αγωνίες τυπικά, και αποκλειστικά, ελληνικές, βρήκαν ικανοποίηση σε μια κοσμοθεωρία που στη βάση της την ιουδαϊκή δεν έθετε ποτέ τέτοιου είδους ερωτήματα, αυτό ακριβώς είναι το θαύμα που επιτέλεσαν οι Έλληνες Πατέρες. Το θαύμα αυτό, που απαιτούσε δημιουργική σκέψη σπάνια, ολοκληρώθηκε βέβαια και έδειξε το μεγαλείο του τον 4ο αι., στη "χρυσή" αυτή περίοδο των Πατέρων της Εκκλησίας. Αλλά η αρχή του, χωρίς την οποία ποτέ δεν θα υπήρχε η "χρυσή" εκείνη περίοδος, βρίσκεται στον 2ο αι.

 

Συμπεράσματα

 

Ο Χριστιανισμός έκανε πλήρη χρήση του ελληνικού πολιτισμού στα μέσα της εκφράσεώς του. Πήρε από τον Ελληνισμό τη γλώσσα και τις μορφές εκφράσεως, όπως όλοι οι κάτοικοι της ελληνορωμαϊκής οικουμένης στα χρόνια αυτά, χωρίς όμως να επιδοθή στην καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων. Η Ομιλητική και το κήρυγμα μόνο προς το τέλος του 2ου αι., και αυτό πολύ δειλά, αρχίζουν να καλλιεργούνται με βάση τα ελληνικά πρότυπα. Η υμνογραφία δεν παρουσιάζει και αυτή ανάπτυξη σε σημείο που να θεωρηθή συμβολή στην εξέλιξη της ελληνικής φιλολογίας. Μόνον η ελληνική πολιτική ζωή φαίνεται να έχη κάποια σχέση με την οργάνωση της Εκκλησίας. Εκείνο όμως που έχει καίρια σημασία στη σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στα χρόνια αυτά είναι η συνάντηση δύο κοσμοθεωριών και η γέννηση από τη συνάντηση αυτή ενός νέου κόσμου. Από το πρίσμα αυτό προπαντός είδαμε την ιστορική εξέλιξη του Χριστιανισμού στον χώρο του Ελληνισμού, γιατί αυτό κυρίως έκρινε και κρίνει και σήμερα ακόμη την ιστορική πορεία του Ελληνισμού.

Η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στο επίπεδο της κοσμοθεωρίας δημιούργησε συγκρούσεις, αλληλοεπιδράσεις, αλλά και ιστορικής σημασίας μεταμορφώσεις τόσο στον Ελληνισμό όσο και στον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός, έχοντας τις ιστορικές καταβολές του στον Ιουδαϊσμό, έφερε μαζί του μια θεώρηση του κόσμου που επικράτησε να την λέμε βιβλική. Σύμφωνα με τη θεώρηση, αυτή ο κόσμος δεν είναι αυθυπόστατος, ούτε αυτεξήγητος. Για να τον κατανοήσης και να ζήσης σωστά σ' αυτόν, πρέπει να πας πίσω από αυτόν, να προϋποθέτης ένα ον εντελώς ελεύθερο από τον κόσμο, τον Θεό, ο οποίος δεν ερμηνεύεται από τον κόσμο, αλλά ερμηνεύει αυτός ως προϋπόθεση τον κόσμο. Τόσο ελεύθερος είναι ο Θεός αυτός από τον κόσμο, ώστε η ελευθερία Του, η θέληση και η ενέργειά Του να δημιουργούν όντα. Οτιδήποτε δηλαδή μπορεί να λεχθή ότι υπάρχει είναι αποτέλεσμα της ελευθερίας και των επεμβάσεων του ελευθέρου αυτού Όντος στον χώρο και στον χρόνο. Έτσι η βιβλική σκέψη έφθασε στο σημείο να βλέπη τα πάντα από τη σκοπιά της Ιστορίας. Το ρήμα "είναι" στη βιβλική (την εβραϊκή) γλώσσα δεν αντιστοιχεί παρά στο "δραν", "συμβαίνειν" κλπ.

Μια τέτοια νοοτροπία ήταν φυσικό να συναντήση δυσκολίες στον ελληνικό χώρο. Όχι γιατί η ελληνική σκέψη ήταν «άθεη», κάθε άλλο. Από την κλασική ακόμη εποχή οι Έλληνες καλούσαν τη φιλοσοφία τους "θεολογία", ενώ στα χρόνια που εξετάσαμε εδώ είχαν καλλιεργήσει ακόμη περισσότερο τις θεολογικές πλευρές της σκέψεώς τους. Αλλά ο θεός των Ελλήνων ήταν πάντοτε δεμένος με τον κόσμο. Ουσιαστικά δεν ήταν αυτός η προϋπόθεση που ερμηνεύει τον κόσμο, αλλά το συμπέρασμα, στο οποίο φθάνουμε εξετάζοντας τον κόσμο (Πλάτων). Και όταν ακόμη ο Θεός δημιουργή τον κόσμο από τη θέλησή του, όπως στον "Τίμαιο" του Πλάτωνος, τον δημιουργεί από ύλη πού προϋπάρχει. Είναι ήδη γνωστό πως δημιουργός σημαίνει στην ουσία διακοσμητής. Είναι αδιανόητο για τον αρχαίο Έλληνα να προϋποθέσης ένα Θεό που δεν δεσμεύεται από το Είναι. Το Είναι είναι η προϋπόθεση της δράσεως και της ελευθερίας – όχι το αντίστροφο που υποδηλώνει η βιβλική νοοτροπία. Πρώτα υπάρχεις και ύστερα δρας ελεύθερα. Η ελευθερία που αυθαιρετεί απέναντι του κόσμου και της αρμονίας του είναι ύβρις που τιμωρείται ακριβά. Αυτό διδάσκει με συνέπεια η αρχαία τραγωδία.

Το πρόβλημα λοιπόν που δημιούργησε η είσοδος του Χριστιανισμού στον χώρο του Ελληνισμού ήταν βαθύτατο. Ήταν πρόβλημα ερμηνείας. Για να καταλάβη ένας Έλληνας, σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω, το κήρυγμα περί Χριστού, έπρεπε πρώτα να θέση το ερώτημα: τι είναι ο Χριστός. Για τον Ιουδαίο που γινόταν Χριστιανός τέτοιο ερώτημα ή δεν υπήρχε ή έπαιρνε την απάντησή του από την Ιστορία: ο Χριστός αντιπροσωπεύει μια ορισμένη επέμβαση και πράξη του Θεού στον Κόσμο αυτό είναι το Είναι του, δηλαδή μια θεία πράξη και συνεπώς ο Θεός ο ίδιος. Έτσι το πρόβλημα της ερμηνείας μεταβαλλόταν σε θέμα αλλαγής νοοτροπίας. Ο Έλληνας έπρεπε να μάθη να σκέπτεται ιστορικά και να ανάγη το Είναι στην ελευθερία, να αναστρέψη δηλαδή την κοσμοθεωρία του. Αλλά το πρόβλημα είχε και την αντίθετη πλευρά. Με το να θέτη το ερώτημα περί Χριστού περί κόσμου οντολογικά και όχι ιστορικά (με το να ερωτά δηλαδή τι είναι ο Χριστός ή κάποιο ον) ο Έλληνας υποχρέωνε τους κήρυκες του Χριστιανισμού να βρουν τρόπους να εκφράσουν την πίστη τους με οντολογικές κατηγορίες, χωρίς όμως να δεχθούν την ελληνική νοοτροπία, όπως την περιγράψαμε παραπάνω (χωρίς δηλαδή να δεσμεύσουν τον Θεό και την ελευθερία στην οντολογία). Εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη δυσκολία, αλλά και η μεγάλη δυνατότητα. Εδώ γεννιέται ο εκχριστιανισμένος Ελληνισμός.

Στην ιστορική αναδρομή πού κάμαμε, είδαμε τις αποτυχίες και τις επιτυχίες του Χριστιανισμού στο μεγάλο αυτό θέμα. Πολλοί χριστιανοί στοχαστές, στη συνάντηση αυτή των δύο κοσμοθεωριών, έκλιναν ολοκληρωτικά ή μερικά προς την πλευρά της ελληνικής κοσμοθεωρίας. Άλλοι όμως μετέτρεψαν τον κίνδυνο σε δυνατότητα. Παρέμειναν Έλληνες επιμένοντες να ρωτούν για το Είναι του κόσμου, του Χριστού και του Θεού· αλλά και βιβλικοί με το να ανάγουν το Είναι του κόσμου στην ελευθερία και να κρίνουν την ύπαρξη του κόσμου με το κριτήριο της Ιστορίας, και των εσχάτων. Και έτσι έγινε το θαύμα. Για πρώτη φορά στην Ιστορία ο Ελληνισμός έμαθε να ταυτίζη το Είναι με την ελευθερία και με την πράξη και να κάνη την προσωπική σχέση και την αγάπη όχι αποτέλεσμα του Είναι αλλά ταυτόσημη με αυτό. Συγχρόνως έμαθε και ο κόσμος όλος ότι οι δύο πολιτισμοί που επί αιώνες αντιμάχονταν αλλήλους, ο Ανατολικός Συριακός και ο Ελληνικός, και που υποχρεώθηκαν να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη στις ελληνιστικές και ρωμαϊκές πραγματικότητες της Ιστορίας, μπορούσαν πια ελεύθερα και σαν αποτέλεσμα μιας βαθιάς εσωτερικής συνθετικής διεργασίας να ζουν ως ένας άνθρωπος.

Το "ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος" που διεκήρυξε ο Παύλος δεν ήταν εύκολο να γίνη ιστορική πραγματικότητα. Σήμαινε μια βαθύτατη αλλαγή στην Ιστορία, της οποίας δημιουργοί ήταν οι Έλληνες Πατέρες. Η δημιουργική συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στα πρόσωπα των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας έκρινε έτσι οριστικά και ευεργετικά την πορεία όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της Παγκόσμιας Ιστορίας.

 

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται πλήρες στον Στ΄ τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού έθνους

 

** Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας είναι και τ.Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών

 

ΠΗΓΗ:   http://www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/keimena/zizioulas.htm

Οι μάσκες – του Γιάννη Ποτ.

Οι μάσκες

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

Να βάλω σκέφτηκα για σε  

Την πιο καλή μου μάσκα

Με το πλατύ χαμόγελο

Με το γραμμένο φρύδι

Με το μεταξωτό μαλλί

Το φιλντισένιο δέρμα

Αυτή που φεγγοβόλαγε

Με το αετίσιο βλέμμα

 

Ψάχνω μέσα μου βαθιά

Στα ράφια της καρδιά μου

Βρίσκω τις μάσκες στη σειρά

Σαρακοφαγωμένες

Με λυπημένα βλέμματα

Θολές, Ρυτιδιασμένες

Απ' όνειρα ανεκπλήρωτα

Βαριά βαλαντωμένες   

 

Θα βάλω κάποια απ' αυτές

Και αν μ' αγαπάς θα μείνεις

Τις μάσκες θωρεί ο έρωτας

Μα τις καρδιές γητεύει

 

                          15 Ιουνίου 2009, Γιάννης Ποταμιάνος

Της διαφθοράς…

Της διαφθοράς…

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Ρώτησε ο δημοσιογράφος κ. Τέρενς Κουΐκ – σε συνέντευξη – την ηθοποιό κ. Μάρω Κοντού, η οποία είχε διατελέσει και βουλευτίνα, σε ποιο ποσοστό πιστεύει ότι ανέρχεται η μεταξύ των βουλευτών διαφθορά:

– Περίπου στο 60 με 70%! αποκρίθηκε η ηθοποιός.

Που σημαίνει ότι είναι η πλειοψηφία. Γεγονός, που εξηγεί και όλο το τσουνάμι της κακονομίας, που μαστίζει το λαό:

Το βάθος της επιφάνειας

Το βάθος της επιφάνειας*

Ο «επιφανειακός»  ιδεολογικός φανατισμός ως βαθύτερο αίτιο βίαιων συγκρούσεων

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Την Πέμπτη 21/5/2009 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα πορεία διαμαρτυρίας από μουσουλμάνους μετανάστες. Σημειώθηκαν αψιμαχίες μεταξύ των διαδηλωτών και των αστυνομικών και φθορές σε οχήματα και καταστήματα. Η αντίδραση των μεταναστών αποδίδεται σε βίαιη ενέργεια αστυνομικού, ο οποίος φέρεται, κατά τη διενέργεια ελέγχου σε Ιρακινό το βράδυ της Τετάρτης 20/5/2009, να έσκισε σελίδες προερχόμενες από το Κοράνι.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 273, 16/6/2009.

Το περιστατικό δημιούργησε τεταμένη ατμόσφαιρα. Τα μέσα ενημέρωσης, ερμηνεύοντάς το, το συσχέτισαν με «βαθύτερους» λόγους που εξώθησαν τους μετανάστες στη διαμαρτυρία τους: τις αντίξοες συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάζονται να ζουν, τα κωλύματα που τους ορθώνονται για την εγγραφή τους στα δημοτολόγια και την απόκτηση «διοικητικής υπόστασης», τους παράγοντες που εμποδίζουν την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, την έλλειψη λατρευτικού χώρου για τις θρησκευτικές τους ανάγκες καθώς και νεκροταφείου για την τελευταία τους κατοικία.

Τα συγκεκριμένα προβλήματα είναι υπαρκτά και εύλογα ευνοούν την αναζήτηση των «βαθύτερων» αιτίων μιας οξείας αντίδρασης, ιδίως όταν αφορμάται από περιστατικά δυσανάλογα ως προς τη βαρύτητά τους σε σχέση με το ξέσπασμα που προκαλούν. Η αναζήτηση βαθύτερων αιτίων είναι και θεμιτή καί επιβεβλημένη όταν φωτίζει δυσδιάκριτες και ουσιώδεις πτυχές της πραγματικότητας. Επιπλέον ευνοείται κι από το γεγονός ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές βίαιων εκδηλώσεων – και δεν προχωράμε εδώ στη λογική του ελέγχου ποιοι από τους πρωταγωνιστές αυτούς εμφορούνται ειλικρινά από κάποια αντίστοιχη, π.χ. αναρχική ή αντιεξουσιαστική ή άλλη ιδεολογία, και ποιοι είναι απλώς, αν όντως είναι, παρακρατικοί προβοκάτορες – συνδέουν τα ξεσπάσματά τους με κοινωνικοπολιτικές διεκδικήσεις, καθώς τα επενδύουν άμεσα με ιδεολογικές αναφορές. Πολλές φορές ωστόσο οι επιχειρούμενες «εμβαθύνσεις» δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Εκφράζουν μόνο την αμηχανία και την αδυναμία του κοινού νου να αποδεχτεί ότι είναι δυνατό ο άνθρωπος να εκτροχιάζεται έστω και για λόγους όντως ασήμαντους.

Στην περίπτωση του ξεσπάσματος των μουσουλμάνων μεταναστών πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις δεν του προσδόθηκαν από τους ίδιους άμεσα. Η προέκταση επιχειρήθηκε, όπως σημειώσαμε, από τα μέσα ενημέρωσης. Μόνο κατόπιν των δημοσιογραφικών αναλύσεων ακολούθησαν και τα αντίστοιχα αιτήματα των μεταναστών, τη στιγμή που η πρωταρχική αντίδραση αφορούσε αποκλειστικά τις θρησκευτικές ελευθερίες. Όσο όμως κι αν η «επιφανειακή» εκδοχή φαντάζει κάποτε πολύ απλή για να 'ναι αληθινή, μέσα στην απλότητά της κρύβει αλήθεια. Αναφέραμε ήδη ότι δεν παραγνωρίζουμε πως τα προβλήματα των μεταναστών που παρατέθηκαν είναι υπαρκτά και σοβαρά. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζουμε και πως η θρησκοληψία, ο θρησκευτικός φανατισμός, γενικότερα κάθε ιδεολογικός φανατισμός, συνιστούν σοβαρότατους κι επαρκέστατους λόγους για την πρόκληση παρεκτροπών, χωρίς να κρύβεται κατ' ανάγκη πίσω τους μια άλλη «βαθύτερη» αιτία.

Η προσκόλληση σε ιδεολογίες φανατίζει πολλούς ανθρώπους, εξάπτει αντιπαλότητες, προκαλεί την απόρριψη της αντίπαλης τάσης, ευνοεί τον ρατσισμό. Βεβαίως ο φανατισμός δεν αφορά το σύνολο. Είναι λάθος να κατηγορείται μια κοινωνία για ρατσισμό επειδή λίγοι εκδηλώνονται ρατσιστικά. Γιατί ακόμη κι όταν ενσωματώνονται σε οχλοκρατούμενες μάζες, δεν παύουν να αποτελούν μικρό κομμάτι που δεν εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών του κοινωνικού συνόλου. Οι λίγοι όμως, όταν εκδηλώνονται με βίαιο τρόπο, δημιουργούν προβλήματα. Οι υλικές καταστροφές σε βάρος των ιδεολογικών αντιπάλων, πολύ περισσότερο η στοχοποίηση ανθρώπινων ζωών, αίρουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας και προκαλούν τρόμο. Η οργανωμένη δράση υπό τη σκέπη διάφορων ιδεολογιών λειτουργεί εμπρηστικά, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ιδίως εφόσον η «οργάνωση» επιτρέπει στους οπαδούς οποιουδήποτε δόγματος να ενεργούν σαν μάζα, δηλαδή απρόσωπα και αλόγιστα, συχνά σε κατάσταση εξαλλοσύνης. Η παραπάνω συμπεριφορά κυοφορείται στο θυμικό ενός όχλου που δρα αψυχολόγητα. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των οπαδών αθλητικών σωματείων, οι οποίοι φτάνουν στο σημείο να μεταφέρουν την ιδεολογική τους αντιπαράθεση κι έξω από τα γήπεδα, και μάλιστα οργανώνοντας κάποτε «ραντεβού θανάτου». Το ίδιο ισχύει για τους οπαδούς πολιτικών κομμάτων που συμμετέχουν σε μαζικές συγκεντρώσεις: αν τυχόν συναντηθούν, συγκρούονται με αγριότητα. Η πολιτική ιστορία του τόπου μας μάς δίνει παραδείγματα, και όχι μόνο: σε χώρες κυρίως της Ασίας ακόμη και σήμερα μέσα στα ίδια τα κοινοβούλια σημειώνονται γενικευμένες χειροδικίες.

Αντίστοιχα λειτουργούν συχνά και οι θρησκείες. Άλλωστε λατρευτικός χαρακτήρας προσδίδεται ακόμη και στις προηγούμενες περιπτώσεις, όταν η «ομαδάρα» ανυψώνεται σε «Θεό» ή ο πολιτικός ηγέτης περιβάλλεται από λατρεία. Οι θρησκείες παρέχουν πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια του φανατισμού, καθώς σ' αυτές δεν εμφιλοχωρούν μόνο ανθρωπιστικά μα και πολεμικά μηνύματα. Το Κοράνι προτρέπει τον ισλαμικό κόσμο τόσο να ανέχεται τις άλλες θρησκείες απορρίπτοντας κάθε καταναγκασμό, όσο όμως και να πολεμά τους «άπιστους» τιμωρώντας τους. Ο χριστιανισμός έχει να επιδείξει τις διδασκαλίες του Χριστού για αγάπη στο συνάνθρωπο, χρησιμοποιήθηκε όμως κι από τις επεκτατικές και πλιατσικολογικές σταυροφορίες ή, στη σύγχρονη εποχή, από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Φυσικά υπάρχουν θρησκευτικοί ηγέτες και θρησκευόμενοι που διακρίνονται από νηφαλιότητα και απεργάζονται φιλανθρωπίες. Υπάρχουν όμως και θρησκευτικοί ηγέτες που σπέρνουν λόγο διχαστικό, καθώς και «πιστοί» που φανατίζονται απ' το δόγμα. Ακόμη κι αν προσδιορίσουμε το ζήτημα στο στενό τοπικό μας πλαίσιο, θα σημειώσουμε παραδείγματα χριστιανών θρησκευτικών ταγών που τείνουν να υποκαταστήσουν τους πολιτικούς ηγέτες και να ποδηγετήσουν τους πιστούς σε ζητήματα εθνικά, όπως το μακεδονικό. Αντίστοιχα, μουσουλμάνοι ιερωμένοι στη δυτική Θράκη λειτουργούν σαν σπορείς του τουρκισμού, σε λατρευτικούς χώρους διακοσμημένους με τουρκικές σημαίες. Καί οι μεν καί οι δε κυκλοφορούν με τις «υπηρεσιακές» λιμουζίνες, σε μια προκλητική επίδειξη εξουσιαστικής δύναμης. Παράλληλα συναλλάσσονται με την πολιτική επιχειρώντας να πατρονάρουν κοινωνικές ομάδες που ελέγχονται από την επιρροή τους.

Χρειάζεται εδώ να τονίσουμε για μία ακόμη φορά ότι οι προηγούμενες διαπιστώσεις δεν αφορούν το σύνολο των ιερωμένων οποιασδήποτε θρησκείας. Οι περιπτώσεις τους ωστόσο είναι ιδιαίτερα προβληματικές, γιατί εξάπτουν τον φανατισμό. Όταν ο θρησκευτικός λειτουργός προβάλλει, για παράδειγμα, μία εθνική ιδέα, είναι σαν να ισχυρίζεται ότι ο Θεός εγκολπώνεται μόνο ένα έθνος, έναν «περιούσιο» λαό, με τον οποίο ταυτίζεται και τον οποίο προστατεύει απέναντι σ' όλους τους άλλους. Πώς είναι δυνατόν όμως τέτοιου είδους ιδεολογήματα να 'χουν σχέση με έναν πανανθρώπινο Θεό, Πανάγαθο, που αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους; Τα αντίστοιχα ιδεολογήματα υποθάλπουν τον ρατσισμό, γιατί υπονοούν – αν δεν το λένε μάλιστα ευθέως – ότι υπάρχουν φυλές «ανώτερες» και «κατώτερες», άρα υποδαυλίζουν καταστάσεις μετωπικών συγκρούσεων, που δυναμιτίζουν την ειρήνη των κοινωνιών. Και, δυστυχώς, ορισμένοι πιστοί δεν κινητοποιούνται από τα ανθρωπιστικά παρά από τα διχαστικά μηνύματα των θρησκειών.

Η επικινδυνότητα της κατάστασης οφείλεται στο γεγονός ότι, παρόλο που οι περισσότεροι άνθρωποι απορρίπτουν τον ρατσισμό, προτάσσουν τη φωνή της λογικής και δεν παρασύρονται από διχαστικά μηνύματα των διάφορων ιδεολογιών, οι λίγοι που τα υιοθετούν δημιουργούν με τη στάση τους ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Πόσοι από τους 700.000 μουσουλμάνους μετανάστες στην Αθήνα συμμετείχαν στην πορεία διαμαρτυρίας προκαλώντας υλικές φθορές; Ελάχιστοι. Πόσοι ιθαγενείς ανταπάντησαν με βίαιο τρόπο σ' αυτή τη διαμαρτυρία; Δύο ίσως μόνο ανεγκέφαλοι (ή προβοκάτορες) να 'ταν αρκετοί για να πυρπολήσουν, το βράδυ του Σαββάτου 23/5/2009 στην πλατεία Αττικής, αυτοσχέδιο τζαμί που λειτουργούσε σε ημιυπόγειο χώρο. Και στις δύο περιπτώσεις στις ακρότητες προέβησαν οι λίγοι. Όμως οι λίγοι αυτοί είναι υπεραρκετοί για να υποκινήσουν μίση και να διχάσουν.

Είναι εμφανές, συνεπώς, ότι η αδιάπτωτη προσήλωση σε ιδεολογίες αρκεί για να προκαλέσει πολεμικό κλίμα σε κοινωνίες. Βέβαια, πίσω απ' τον ιδεολογικό παροξυσμό υπάρχουν και σκοπιμότητες, υπάρχουν υποκινητές, άρα και «βαθύτερα» αίτια. Υπάρχουν όσοι επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν την εξουσιαστική τους επιρροή, πολιτική ή θρησκευτική. Υπάρχουν όσοι επιχειρούν να ελέγξουν την κοινή γνώμη. Για παράδειγμα, μεταξύ των οπαδών αθλητικών σωματείων κάποιοι χρηματίζονται από τις διοικήσεις τους για να ηγούνται ενός όχλου και να τον κατευθύνουν. Όσοι όμως φανατίζονται από εκείνους που υπόκεινται στις σκοπιμότητες, αδιαφορούν γι' αυτές: ο οπαδός που δεν ανήκει στην «αυλή» των αθλητικών σωματείων αναμφίβολα πιστεύει στην «ιδέα» της ομάδας του, χωρίς να περιμένει υλικά ανταλλάγματα. Γι' αυτό θα βρεθεί στο αεροδρόμιο μαζί με εκατοντάδες ομοϊδεάτες του να αποθεώνει το μεταγραφικό αστέρι κατά την πρώτη άφιξή του στον τόπο της νέας του ομάδας. Οι πιστοί, όποια κι αν είναι η θρησκεία τους κι όποιες οι στοχεύσεις των θρησκευτικών τους ταγών, αναμφίβολα λατρεύουν τον Θεό τους και υπηρετούν την ιδέα Του. Το ίδιο ισχύει για τους κομματικούς οπαδούς που συγκρούονται με μένος για την πολιτική τους ιδεολογία με τους ιδεολογικούς τους αντιπάλους, χωρίς κατ' ανάγκη να προσδοκούν ανταμοιβή με κάποιο ρουσφέτι. Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι ιδεολογικοί φανατισμοί, έστω κι αν αφορούν συγκεκριμένες ομάδες, έστω κι αν εκδηλώνονται ακραία υπό ιδιόρρυθμες συνθήκες, έχουν το ρόλο τους στην πρόκληση βιαιοτήτων. Συχνά το «βαθύτερο» αίτιο των εκτροπών και των εκτρόπων βρίσκεται πράγματι στην «επιφάνεια»: στην ιδεοληψία και στον φανατισμό που χαρακτηρίζει όχι απλώς τους αμαθείς, μα ακόμη κι ανθρώπους με «τρανταχτούς» τίτλους σπουδών και στέρεη οικονομική βάση, ιδίως όταν ενσωματώνονται ή απευθύνονται σε μάζες.

 

Γιάννης Στρούμπας

Προτάσεις ενσωμάτωσης Μεταναστών

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑΣ:

Προτάσεις ενσωμάτωσης Μεταναστών στην Ελληνική κοινωνία

 

Εισήγηση της Λίβια Νίκολιτς*

 

Αγρίνιο 21-04-2008  

Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι,


Στο πλαίσιο της σύντομης εισήγησής μου, θα προσπαθήσω να παρουσιάζω το Γραφείο Στήριξης Αλλοδαπών, και να εκθέσω ορισμένες απόψεις, εμπειρίες και προβληματισμούς μου, σχετικά με το ρόλο που είχα ως Πολιτισμική Διαμεσολαβήτρια πάνω από 15 μήνες στο γραφείο Αγρινίου για το νομό Αιτ/νίας  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑΣ.

Το καινοτόμο και πρωτοποριακό Έργο «Δημιουργία προτύπων για την προώθηση της Διαπολιτισμικότητας» (Οκτώβριος 2006 – Ιούνιος 2008) υλοποιήθηκε  στη Δυτική Ελλάδα, στα πλαίσια της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας  Equal ΙΙ και στόχευε στην καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, παράλληλα με την ενσωμάτωση των μεταναστών, προσφύγων, παλιννοστούντων και αιτούντων άσυλο στην αγορά εργασίας.

 Το έργο υλοποιήθηκε από το Δίκτυο «Ιω» μία σύμπραξη 12 φορέων που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, αναπτυξιακούς και κοινωνικούς φορείς των τριών νομών Ηλείας, Αχαΐας και Αιτωλοακαρνανίας, καθώς και φορείς εκπαίδευσης ενηλίκων. Για την επίτευξη των στόχων του Έργου, διενεργήθηκε κατάρτιση Πολιτισμικών Διαμεσολαβητών. Τα προγράμματα έλαβαν χώρα στον Πύργο(10 άτομα) και στην Πάτρα(20 άτομα). Επιλέχθηκαν 7 άτομα από την μεταναστευτική κοινότητα ή μικτής καταγωγής που είχαν πολύ καλή γνώση της ελληνικής, γιατί αποτέλεσαν τους ιδανικούς Διαμεσολαβητές. 

Οι Πολιτισμικοί Διαμεσολαβητές υπήρξαν οι «άνθρωποι-κλειδιά, οι ψυχές» των Επτά Γραφείων Στήριξης Μεταναστών που λειτούργησαν στα πλαίσια του Έργου αυτού.   

ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

Το γραφείο εξυπηρέτησε δωρεάν  τους Μετανάστες, Παλιννοστούντες, Αιτούντες άσυλο, Πρόσφυγες και παρείχε πληροφορίες:

– όσο αφορούσε τη διαδικασία νομιμοποίησης

– τους διευκόλυνε στις συναλλαγές με τις αρχές

– τους παρείχε εξατομικευμένη ενημέρωση, σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματά τους, εργασιακά, νομικά, ασφαλιστικά κ.α. ζητήματα.

– τους παρείχε συμβουλευτική εξατομικευμένη υποστήριξη

– σε οποίες περιπτώσεις χρειάσθηκε, δόθηκε Νομική υποστήριξη με σκοπό τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

– τους ενημέρωνε συστηματικά για τα υπάρχοντα προγράμματα, για εκμάθηση Ελληνικών, κατάρτισης και άλλα διάφορα θέματα κατά περίπτωση.

 Καταγραφή προβλημάτων: Τα προβλήματα των μεταναστών που έχω αντιληφθεί  μέσω της άμεσης επαφής μαζί τους, ήταν  πολλά, αλλά τα 90% από αυτά ήταν Νομικής φύσεως  που αφορούσε την έκδοση και ανανέωση της άδειας παραμονής, καθώς και η μη έγκυρη ενημέρωση σχετικά με τις Νομοθετικές αλλαγές, με αποτέλεσμα, πολλές φορές να χάνουν τις νόμιμες ευκαιρίες επανασύνδεσης με τα μέλη των οικογενειών τους.

Πιο συγκεκριμένα: Το γραφείο στήριξης αλλοδαπών στο Αγρίνιο, έχει εξυπηρετήσει 99 άτομα, από αυτά ανά ιθαγένεια είναι:

35 Αλβανοί,

35 Σέρβοι,

6 Ουκρανοί,2 Ρουμάνοι,

1 Λευκορώσος,

1 Μαροκινός,

1 Πορτογάλος και

1 Βορειοηπειρώτης.


Όσον αφορά τα προβλήματα των Μεταναστών,  για τους οποίους απευθύνθηκαν στο γραφείο  αναλυτικά, είναι τα ήτοι:

– Πληροφόρηση για διαδικασία και απόκτηση Ελληνικής υπηκοότητας,

– πληροφόρηση για απόκτηση άδειας παραμονής ως συζύγου Έλληνα πολίτη,

– πληροφόρηση για δικαίωμα αλλαγής τύπου άδειας παραμονής

– πληροφόρηση για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει μετά το διαζύγιο, για να αποκτήσει προσωπική άδεια παραμονής,

– πληροφόρηση όσο αφορά την ιατρική κάλυψη ασφαλισμένου του ΙΚΑ στην Σερβία, πληροφόρηση για ξανά είσοδος στην Ελλάδα μέσω βεβαίωσης,

– πληροφόρηση για απαιτούμενα δικαιολογητικά που πρέπει να καταθέσει για έκδοση άδειας παραμονής,

– πληροφόρηση για άδεια παραμονής για ειδικούς λόγους,

– πληροφόρηση για αγορά ακινήτου στην Ελλάδα,

– πληροφόρηση για δικαίωμα επαναεισόδου στην Ελλάδα λόγω απέλασης,

– πληροφόρηση για επιτρεπόμενες ημέρες να βρίσκεται κάποιος εκτός Ελλάδας,

– πληροφόρηση για δικαίωμα ανανέωσης άδειας παραμονής για επαγγελματική πρακτική, πληροφόρηση για την αναγνώριση Σέρβικου πτυχίου και για τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, πληροφόρηση για τα απαιτούμενα χαρτιά για έκδοση εποχιακής άδειας παραμονής,

– ενημέρωση για τη διαδικασία υιοθεσίας ενήλικου ατόμου,

– ενημέρωση για εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας,

– ενημέρωση για δικαίωμα αλλαγής τύπου άδειας παραμονής,

– ενημέρωση για διαδικασία έκδοσης άδειας παραμονής επί μακρόν διαμένοντα, ενημέρωση για απόκτηση άδειας για σπουδές κ.α.


Αξίζει να σημειωθεί, πως μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, κατάφερα να ακουστεί για αυτό το έργο και το ρόλο του Πολιτισμικού Διαμεσολαβητή, σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, ενδεικτικά αναφέρω(Αθήνα, Κρήτη, Σαντορίνη, Ρόδος, Πτολεμαϊδα, Θεσσαλονίκη, Κασσάνδρα  κ.α.). 

 

Εξίσου σημαντικό, είναι να αναφερθεί και η μη ομαλή ενσωμάτωση των μεταναστών στην Ελλάδα, ένας από τους σοβαρούς λόγους είναι η ανεπάρκεια γνώσης της ελληνικής γλώσσας, στην οποία πρέπει να δοθεί μεγάλη βαρύτητα, διότι μέσω της  γλώσσας η οποία είναι το εργαλείο έκφρασης πολιτισμού και ιστορίας του  κάθε έθνους, θα μπορέσει καλύτερα ο μετανάστης να εξοικειωθεί με τα χαρακτηριστικά της χώρας διαμονής του, να εκφράσει τα συναισθήματά του, αφενός να γνωρίζει τις υποχρεώσεις του και αφετέρου τα δικαιώματά του, γενικά να ενταχθεί ομαλά στην Ελληνική κοινωνία.


Προτάσεις ενσωμάτωσης Μεταναστών στην Ελληνική κοινωνία: 

– Για να γίνουν σωστές προσπάθειες ενσωμάτωσης των μεταναστών, πρέπει πρώτα από όλα να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματά τους, ως προς τη πολιτική τους δραστηριοποίηση,

– να γίνει τροποποίηση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων για την εγγραφή των παιδιών των μεταναστών στα δημοτολόγια των Δήμων όπου γεννιούνται, να γίνει τροποποίηση του Κώδικα Ιθαγένειας έτσι ώστε να είναι δυνατή η κτήση της ιθαγένειας με τη γέννηση και με Πολιτογράφηση των παιδιών που συμπληρώνουν 3 χρόνια στην Ελληνική Εκπαίδευση χωρίς την υποχρέωση καταβολής παραβόλου,

– να προωθηθούν μέτρα για την ένταξη των Μεταναστών και τη στήριξη των Μεταναστών δεύτερης γενιάς, μέσα από ενεργητικές πολιτικές που θα αποτρέψουν φαινόμενα αποκλεισμού και ρατσισμού

– την απόδοση της Ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των Μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα,

– την παροχή, τουλάχιστον, άδειας αόριστης διάρκειας στους μαθητές που φοιτούν στην Ελληνική Εκπαίδευση

– απλούστευση των διαδικασιών της Πολιτογράφησης και ενίσχυσης με κριτήρια, όπως η εργασία, η κατοικία, η κοινωνική συμπεριφορά και η προσφορά που μπορούν να δώσουν οι Μετανάστες με τις αξίες και τις δράσεις τους, και από ένα παθητικό αντικείμενο της κοινωνίας να μετασχηματιστεί σε κινητήρια δύναμη, συμβάλλοντας από κοινού με το γηγενής πληθυσμό, για ανάπτυξη τις ορισμένης περιοχής της κοινωνίας υποδοχής.

 

Επισήμανση:
την απόδοση της Ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των Μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα Πρόκειται για περίπου 200.000 παιδιά, νέες και νέους που, ενώ δεν έχουν γνωρίσει άλλη πατρίδα εκτός από την Ελλάδα και αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Τα παιδιά που είναι συμμαθητές των δικών σας παιδιών όταν ενηλικιωθούν «βαφτίζονται» μετανάστες προερχόμενοι από τη χώρα προέλευσης των γονιών τους. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, είτε θα εργαστούν πολύ γρήγορα για να έχουν ένσημα, είτε ότι θα απελαθούν ή πως θα ζήσουν στο γνωστό καθεστώς της «ημιπαρανομίας» όπως δυστυχώς ζουν πολλοί μετανάστες στη χώρα σας. 

Εδώ, πρέπει να κάνω ειδική αναφορά και υπογράμμιση για ακόμα ένα θέμα, κατά την προσωπική μου άποψη, μείζονος σημασίας, που προέκυψε από τέλος του έτος 2006.

Πρόκειται, για τα παιδιά των Μεταναστών ενώ έχουν τελειώσει την Α΄ και Β΄Εκπαίδευση ή ακόμα και ΙΕΚ, (κάτοχοι αδειών παραμονής από οικογενειακή συνένωση) δεν είχαν δικαίωμα να βγάλουν και να ανανεώσουν την κάρτα ανεργίας στο ΟΑΕΔ, βάσει γραπτού εγγράφου απ' το ΥΠ. Εργασίας. Η προϋπόθεση για να την βγάλουν, ήταν να είχαν ήδη κάπου εργαστεί σε κάποιο εργοδότη, το οποίο θα αποδεικνυόταν με την Αναγγελία λήξης εργασίας προς το ΟΑΕΔ.

Αναρωτιέμαι πράγματι, πως μπορούμε όλοι εμείς οι οποίοι διαμεσολαβούμε μεταξύ των Μεταναστών και εργοδοτών, να παρέμβουμε στους εργοδότες να μην κάνουν διακρίσεις προς τους απασχολούμενους Μετανάστες, όταν το ίδιο Κράτος και φορέας ανεύρεσης εργασίας, τους διακρίνει, δηλαδή τους βάζει εξαρχής στο περιθώριο, χωρίς να τους δοθούν  ευκαιρίες για αναζήτηση εργασίας, όπως και σε όλους τους υπόλοιπους πολίτες αυτής της χώρας.  

Επίσης, θα ήθελα να τονίζω ιδιαίτερα, όσο αφορά το απαιτούμενο χρόνο για την Πολιτογράφηση, πως είναι χρονικά (12 έτη) υπερβολικά μεγάλος, τουλάχιστον προς αυτούς τους Μετανάστες οι οποίο με την μόρφωσή τους, την κοινωνική τους δράση, για το Δημόσιο συμφέρον, μπορούν και θέλουν να συνεισφέρουν στην τοπικοί κοινωνία, αλλά και διεθνώς, να μπορεί να υπάρχει δυνατότητα, με λιγότερα χρόνια να καταθέσουν την αίτησή τους για την Πολιτογράφηση.   

Γιατί μέχρι σήμερα  δυστυχώς, οι Νόμοι 2910, 3386, 3536 καθώς και οι Ειδικές ρυθμίσεις της Μετανάστευσης, οδηγούν προς άλλη κατεύθυνση, δηλαδή, μόνο νομιμοποίηση αλλά όχι και πλήρη ενσωμάτωση, με αποτέλεσμα π.χ. κάποιος να διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα πάνω από πέντε χρόνια, και να μην έχει δικαίωμα ψήφου, ούτε καν στις Δημοτικές εκλογές, να μην μπορεί ο ίδιος να αποφασίζει για το δικό του μέλλον, για το μέλλον του τόπου στο οποίο ζει, αλλά το αφήνει στους άλλους, και αυτός από το Ισότιμο-Φορολογούμενο πολίτη, γίνεται ένας απλός παθητικός παρατηρητής της κοινωνίας, πολίτης κατώτερης τάξης.

Τα ζητούμενα που παραμένουν είναι οι ακατάλληλοι χώροι υποδοχής των μεταναστών στις δομές των Δήμων, που σε μεγάλο ποσοστό είναι τριτοκοσμικές, απάνθρωπες και που δεν αρμόζει σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο βασικός λόγος αντιμετωπίσεις μεταναστών με αυτό τον τρόπο, σίγουρα είναι η μη ύπαρξη μιας μακροπρόθεσμης Μεταναστευτικής Πολιτικής, καθώς και η έλλειψη υποδομών υποδοχής των προσφύγων, του μη εξειδικευμένου προσωπικού σε θέματα Μετανάστευσης, και γενικά η μη ύπαρξη ενός κοινωνικού κράτους, όπως είναι οι Δυτικές χώρες της Ευρώπης. 


Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ 


Όσο αφορά το ρόλο του Πολιτισμικού Διαμεσολαβητή, θα ξεκινήσω με την ερώτηση: τι είναι ο «Πολιτισμικός Διαμεσολαβητής; «Η Διεθνές εμπειρία δείχνει ότι οι ευθύνες ενός ολοκληρωμένου Πολιτισμικού Διαμεσολαβητή ιδανικά περιλαμβάνει τα εξής: 

– Λειτουργεί ως δεσμός επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών και της κοινότητας των μεταναστών ή της μειονότητας

– Διευκολύνει, μέσω της παροχής πληροφοριών, την πρόσβαση σε υπηρεσίες. Παρέχει υποστήριξη και ενθάρρυνση, έτσι ώστε οι ωφελούμενοι να προωθήσουν τις δικές τους ανάγκες και ενδιαφέροντα

– Παράγει υλικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο από τις υπηρεσίες, όσο και από την μειονοτική μεταναστευτική κοινότητα για την προώθηση της διαπολιτισμικής συνείδησης.

Θα συμφωνήσω με όλα τα παραπάνω αναφερόμενα και θα συμπληρώσω ότι,  το ρόλο του Πολιτισμικού Διαμεσολαβητή θα πρέπει να τον έχει αποκλειστικά και μόνο ο Μετανάστης, να είναι άνθρωπος με ευαισθησία και κατανόηση, να μπορεί να χρησιμοποιεί την εμπειρία του, από την παραμονή του σε χώρα άλλη από την χώρα καταγωγής του, και να συμβάλλει στην εξοικείωση των μεταναστών στο νέο πολιτισμικό περιβάλλον.

Εξίσου, πολύ σημαντικό είναι, να είναι σε θέση να δημιουργεί θεμέλια αμοιβαίου σεβασμού και κλίμα εμπιστοσύνης.   Κατά την προσωπική μου άποψη και εμπειρία, αυτή η καινοτομία όσο αφορά το θεσμό του Πολιτισμικού Διαμεσολαβητή είναι απολύτως απαραίτητη, αν όχι και επιβεβλημένη. Θα έπρεπε αυτός ο θεσμός να καθιερωθεί  και να γίνει ευρύτερα γνωστός στους εργοδότες μέσω Επιμελητηρίου, και άλλων εμπλεκόμενων φορέων, όχι σαν ανεύρεσης εργασίας, αλλά σαν φορέας υποδοχής και ομαλής ένταξης μεταναστών στην τοπική κοινωνία, ενισχυμένος με έναν  Νομικό και Κοινωνιολόγο. Η θεσμοθέτησή του πρέπει να καθιερωθεί από τους Κρατικούς φορείς, σε Νομαρχιακό επίπεδο ή επίπεδο Δήμου, με σκοπό την παροχή πληροφόρησης στους αλλοδαπούς προς αποφυγή ταλαιπωρίας τόσο των ίδιων, όσο και των υπηρεσιών.    

Συμπέρασμα: 
Η Πολιτισμική Διαμεσολάβηση είναι ένα λειτούργημα άμεσης προτεραιότητας για την αντιμετώπιση του κοινωνικοοικονομικού χάσματος μεταξύ αυτοχθόνων και αλλοεθνών που διαβιούν στην Ελλάδα. Υπάρχει δε περισσότερο όφελος από την οργάνωση μιας συντονισμένης προσπάθειας, παρά να αφεθεί στην αυτοπροαίρετη ιδιωτική πρωτοβουλία.

Προς αυτή τη κατεύθυνση πρέπει να πορευθούμε όλοι από κοινού, για να γίνει η Πολιτισμική Διαμεσολάβηση θεσμός σε όλη την Ελληνική Επικράτεια, προς όφελος των ομάδων στόχου και των φορέων.  

Τα οφέλη που μπορούν να αποκομίσουν τα άτομα των ομάδων στόχου είναι εξαιρετικά σημαντικά. Θα έχουν εύκολη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες θεσμικού, νομικού και κοινωνικού περιεχομένου που τους είναι απαραίτητες για την ομαλή τους ενσωμάτωση.

Θα απολαμβάνουν εξειδικευμένη συμβουλευτική στήριξη και πρακτική βοήθεια στις συναλλαγές τους με διάφορες υπηρεσίες. Θα ενταχτούν σε πολιτισμικές διαδικασίες με τον τοπικό πληθυσμό και κατά συνέπεια θα αποφύγουν τον αντίκτυπο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Αυτό θα αμβλύνει τις εντάσεις που δημιουργούνταν αναπόφευκτα λόγω της ιδιότητάς τους ως ξένων και θα τους επιτρέψει να διεκδικούν με αξιώσεις τα δικαιώματά τους.   

 

* Κλείνοντας την εισήγησή μου, θα ήθελα να σας πω λίγα λόγια για μένα και την οικογένειά μου.

Ονομάζομαι Λίβια Νίκολιτς, Σερβικής καταγωγής και μητέρα δύο παιδιών (μονογονεϊκή οικογένεια). Δυστυχώς, από τη Σερβία φύγαμε ,με το πιο βίαιο τρόπο που μπορεί να αναγκάσει έναν άνθρωπο για φυγή, και αυτό λόγω πολέμου. Είμαστε θύματα των ανελέητων ΝΑΤΟ-ικών βομβαρδισμών της χώρας μας, και περάσαμε εφιαλτικές μέρες και νύχτες στα καταφύγια. Πάθαμε συμφορές, διαλύθηκε το σπίτι και η οικογένειά μας. Τα μόνα πλούτη που έσωσα από αυτό το πόλεμο, ήτανε τα παιδιά μου, τις ζωές μας και δύο βαλίτσες στο χέρι. 

Συγκρίνοντας, τα πρώτα μου χρόνια στην Ελλάδα και τα δύσκολα βιώματά μου, παλεύοντας καθημερινά με την γραφειοκρατία, και που σε κάθε εμπόδιο προχωρούσα μόνη μου, μπορώ να πω πως η σημερινοί Μετανάστες που ζούνε στην Ελλάδα είναι πολύ τυχεροί που μπόρεσαν να εξυπηρετηθούν δωρεάν και με την βοήθεια του Πολιτισμικού Διαμεσολαβητή να λύσουν τα  γραφειοκρατικά τους εμπόδια.          
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Η Πολιτισμική Διαμεσολαβήτρια  του ΚΕΜΟΠ  Αγρινίου Λίβια Νίκολιτς

 

ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ:

Η Λίβια Νίκολιτς είναι κάτοχος και των τεσσάρων επιπέδων(Α, Β, Γ, Δ)του Πιστοποιητικού Επάρκειας Ελληνομάθειας του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας, αναλαμβάνει τη διερμηνεία και την μετάφραση από την ελληνική προς τη σερβική γλώσσα και αντίστροφα στα forum οικονομικών συνεργασιών, πολιτιστικών εκδηλώσεων, συζητήσεων κοινωνικού περιεχομένου μεταξύ των δύο χωρών (Σερβίας – Ελλάδας).

Επίσης, παραδίδει ταχύρυθμα ιδιαίτερα μαθήματα σερβικής γλώσσας για τους φοιτητές και επιχειρηματίες.   

Ε-mail: livianiko@yahoo.gr  Τηλ. 6984060092,  

 

ΠΗΓΗ: anaitolika.gr, (23-05-2008), ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ – ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

 http://www.anaitolika.gr/article.php?artro=2289

Ποντιακή διάλεκτος, Τουρκία, ΟΥΝΕΣΚΟ

Η ποντιακή διάλεκτος στην Τουρκία και ο Άτλαντας των γλωσσών της ΟΥΝΕΣΚΟ

 

Του Φάνη Μαλκίδη

 

Μετά την οθωμανική κατάκτηση του Εύξεινου Πόντου, ακολούθησε και ο βίαιος εξισλαμισμός των Ελλήνων. Οι πρώτοι εξισλαμισμοί ελληνικών πληθυσμών του Πόντου σημειώνονται στην περιοχή του Όφεως, ακολουθούν οι περιοχές των Σουρμένων, Αργυρούπολης, Τόνιας και άλλες. Ωστόσο ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων διατήρησαν τη γλώσσα τους, την ποντιακή διάλεκτο και εν μέρει χριστιανική θρησκεία τους κρυφά.

Το Φεβρουάριο του 1856 υπό την πίεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο Σουλτάνος υπέγραψε το Χάτι-Χουμαγιούν, με το οποίο κάθε Οθωμανός υπήκοος ήταν ελεύθερος να αλλάξει θρησκεία χωρίς να κινδυνεύει η ζωή του. Ωστόσο οι εξελίξεις με την άνοδο των Νεότουρκων και την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν επέτρεψαν διάσωση της γλώσσας, όπως θα έπρεπε καθώς και την μεταστροφή στην αρχική θρησκεία.

 Σύντομα το νεοτουρκικό κίνημα καθώς και το κεμαλικό οργάνωσε τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου καθώς και τη γενοκτονία των Ελλήνων της Θράκης και της Μικράς Ασίας (Ιωνίας), που στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Ο διωγμός του μεγαλύτερου μέρους των ελληνόφωνων του Πόντου ολοκληρώθηκε το 1924 και στον Πόντο έμειναν μόνο οι μουσουλμάνοι Ελληνόφωνοι, αφού η ανταλλαγή των πληθυσμών η οποία ακολούθησε τις διώξεις έγινε με βάση το θρήσκευμα.

Η διάλεκτος των Ελλήνων του Πόντου, η οποία συντηρείται μέχρι σήμερα παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν από την Τουρκία, είναι μια από τις σημαντικότερες ελληνικές διαλέκτους η οποία προέρχεται από τα ελληνιστικά χρόνια, με πλήθος λέξεων προέλευσης από την Ομηρική περίοδο. Σήμερα η ποντιακή διάλεκτος εξακολουθεί να μιλιέται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας όπου κατέφυγαν οι Πόντιοι μετά το διωγμό, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, όπου οι Πόντιοι έφυγαν σαν μετανάστες και φυσικά στην Τουρκία όπου ζουν συμπαγείς ποντιακοί πληθυσμοί. (Ο Ομέρ Ασάν, συγγραφέας του βιβλίου ο Πολιτισμός του Πόντου αναφέρεται σε 300.000 Ποντιόφωνους).

Η πρόσφατη δημοσίευση, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα των γλωσσών, από την UNESCO (Η εκπαιδευτική επιστημονική και πολιτιστική οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών) του ψηφιακού διαδραστικού 'Aτλαντα των γλωσσών του πλανήτη σε κίνδυνο (http://www.unesco.org/culture/ich/index.php?pg=00206 ), δημιουργεί νέα δεδομένα για την ποντιακή διάλεκτο. Ο 'Aτλαντας των παγκόσμιων γλωσσών σε κίνδυνο απαριθμεί 18 γλώσσες στην Τουρκία που αντιμετωπίζουν την εξαφάνιση, όπου μεταξύ των άλλων συμπεριλαμβάνεται η ποντιακή διάλεκτος στον κατάλογο των γλωσσών που κινδυνεύουν. Στη μελέτη της UNESCO, ο βαθμός στον οποίο μια γλώσσα αντιμετώπισε την εξάλειψη τέθηκε σε 5 κατηγορίες:

● επισφαλής

●  σίγουρα σε κίνδυνο

● σοβαρά σε κίνδυνο

● αυστηρά σε κίνδυνο

● εξαφανισμένη.

  Η UNESCO αναφέρει σχετικά ότι «Οι γλώσσες είναι εργαλεία αρχής της ανθρωπότητας για την έκφραση των ιδεών, των συγκινήσεων, της γνώσης, των μνημών. Οι γλώσσες είναι επίσης αρχικοί φορείς των πολιτιστικών εκφράσεων και της άϋλης πολιτιστικής κληρονομιάς, ουσιαστικοί στην ταυτότητα των ατόμων και των ομάδων. Η προστασία των διακυβευμένων γλωσσών είναι έτσι ένας κρίσιμος στόχος να διατηρήσει την πολιτιστική ποικιλομορφία παγκοσμίως».

Η Τουρκία όμως αντιδρά στην προσπάθεια διατήρησης της γλώσσας και ανάκτησης της ιδιαίτερης ταυτότητας των Ποντιόφωνων. Οι προσπάθειες εκ μέρους των νέων κυρίως Ποντίων να εκφράσουν με λόγια ή με γραπτά κείμενα την ποντιακή τους διάλεκτο, την ιστορία, την πολιτιστική ταυτότητα αυτού του λαού, βρίσκουν απέναντί τους την Τουρκία.

Στο άρθρο 42 του τουρκικού Συντάγματος αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Καμία γλώσσα εκτός από τον Τούρκο δεν θα διδαχθεί ως μητρική γλώσσα στους τουρκικούς πολίτες σε οποιαδήποτε ιδρύματα της κατάρτισης ή της εκπαίδευσης. Οι ξένες γλώσσες που διδάσκονται στα ιδρύματα της κατάρτισης και της εκπαίδευσης και των κανόνων να ακολουθηθούν από τα σχολεία που διευθύνουν την κατάρτιση και την εκπαίδευση σε μια ξένη γλώσσα θα καθοριστούν από το νόμο».

Από την άλλη πλευρά το δίκτυο για την εκπαίδευση και τα ακαδημαϊκά δικαιώματα δηλώνει ότι ενώ το άρθρο 42 άλλαξε τις 9 Αυγούστου 2002 για να επιτρέψει τη «εκμάθηση των διαφορετικών γλωσσών και των διαλέκτων που χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακά από τους Τούρκους πολίτες στις καθημερινή τους ζωή, αυτό το δικαίωμα υπόκειται στους πολυάριθμους περιορισμούς, αφού η εκπαίδευση μητρικών γλωσσών στην Τουρκία είναι περιορισμένη και θεωρείται ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας».

Τους περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης των εξισλαμισμένων Ποντίων που μιλούν σήμερα την ποντιακή διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας και ζουν σήμερα στην Τουρκία, έχει καταγγείλει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και προς τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) το 2002, η μη κυβερνητική οργάνωση «Διεθνής Ένωση για τα Δικαιώματα και την Απελευθέρωση των Λαών», με γραπτή έκθεσή της. Επίσης προφορική παρέμβαση στην 58η συνεδρίαση το 2002 της επιτροπής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα έγινε για το ίδιο θέμα και από η μη κυβερνητική οργάνωση «MRAP – Κίνηση ενάντια στο ρατσισμό – για τη φιλία ανάμεσα στους λαούς».

Η μη κυβερνητική οργάνωση περιγράφοντας αυτή την κατάσταση, επιθυμούσε να επιμείνει στην ανυπαρξία ελευθερίας έκφρασης των Ποντίων, στη σημερινή Τουρκία, ενώ η αναφορά έγινε και στη πληροφόρηση για τις συνθήκες ζωής αυτού του λαού, αφού διεθνής κοινότητα οφείλει να γνωρίζει αυτή την κατάσταση. Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε στην αναφορά της μη ανωτέρω κυβερνητικής οργάνωσης, οι παρεμβάσεις προς την κατεύθυνση της άρσης της διάκρισης εναντίον αυτού του λαού, αποτελούν ένα βήμα προς τη διαφύλαξη ενός ζώντος πολιτισμού, ο οποίος έχει εμπλουτίσει την ανθρωπότητα.

Η δημοσίευση του Άτλαντα της UNESCO αποτελεί μία σημαντική εξέλιξη για την Ποντιακή διάλεκτο, αφού για πρώτη φορά γίνεται αναφορά σ' αυτήν από όργανο του ΟΗΕ. Μάλιστα η αναφορά αυτή συμπίπτει με την προσπάθεια που γίνεται τα τελευταία χρόνια για διατήρηση της διαλέκτου και ανάκτησης της ταυτότητας ενός πληθυσμού, που βιώνει την τρομοκρατία και τις διώξεις και κάνει καθημερινές εκπτώσεις στην ποιότητα ζωής του.

 

Φάνης Μαλκίδης, 03.03.2009,  malkidis@gmail.com

Ὁ Κόντογλου καὶ ἡ καθ' ἡμᾶς Ἀνατολὴ

Ὁ Κόντογλου καὶ ἡ καθ' ἡμᾶς Ἀνατολὴ

                     Του Κωστή Μοσκώφ*

 

Ἡ καθ' ἡμᾶς Ἀνατολὴ εἶναι τὸ γέννημα τοῦ εὐτυχιμένου γάμου τοῦ κλασσικοῦ μας κόσμου μὲ τὸν κόσμο τῶν ἄλλων μεγάλων λαῶν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Γάμος ποὺ συντελέστηκε μὲ τὴν Ἀλεξανδρινὴ Διασπορά. Μέσα ἀπὸ τὸν γάμο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε πάλι – ὡς ἕνα ὂν διαφορετικὸ σὲ βασικὰ σημεῖα ἀπὸ τὸ ὁμοιόμορφό του παληό.

Ὁ ἄνθρωπος ἔτσι ἔπαψε νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος μάζα, τμῆμα μιᾶς συλλογικότητας, μὲ ἀνάπηρη ὕπαρξη, ὅπως ἦταν στὶς κοινωνίες τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, ἔγινε «πρόσωπο», στραμμένο στὸν Ἄλλο – καὶ στὸν Ὅλο Ἄλλο. Αὐτὸς εἶναι ποὺ θὰ ἀναφωνήσει μὲ τὸ στόμα ἑνὸς μεγάλου μας γέρο-ντα: «Τί χαρὰ τὸ βλέμμα τοῦ Ἄλλου!» Ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀλλοτρίωσή του στὴν ὕστερή του ὁλοκλήρωση θὰ ἀποκαλέσει τὸν Ἄλλο κόλασή του, αὐτὸ ὅμως εἶναι μιὰ σκοτεινὴ συνέχεια τῆς Ἱστορίας μας, ὅταν ἡ Μεγάλη Ἅλωση, ἡ Ἅλωση τῆς ψυχῆς μας, θὰ ἔχει συντελεστεῖ.

Ὁ Φώτης Κόντογλου εἶναι αὐτὸς ποὺ μέσα στὸν Λόγο – καὶ στὴν εἰκαστικὴ ἐκφορὰ τοῦ Λόγου – ἐκφράζει πιὸ ἄμεσα αὐτὴ τὴν συλλογική μας πραγματικότητα.Τὸ Ἀϊβαλί – ἡ αἰολικὴ γῆ, τὸ Μπογάζι, ἥλιος, πεῦκα, ἄνεμος, ὤχρα, ἐληά. Ἰδίως ὡστόσο τὰ μάτιατῶν ἀνθρώπων του, βαθὺ πηγάδι. Ποῦ εἶναι ὁ Κόντογλου σήμερα;Ἕνας πιὸ λόγιος, ἴσως πιὸ πονηρεμένος, ἀδελφὸς τοῦ Θεόφιλου;

Ὁ Φώτης Κόντογλου εἶναι μιὰ μεγάλη στιγμὴ ἀπὸ τὸ πρίν – ὅταν ξαφνικὰ ἀρχίσαμε πάλι νὰ βλέπουμε τὸ συλλογικό μας κορμὶ δίχως νὰ ντρεπόμαστε, ὅταν ἀρχίσαμε νὰ βλέπουμε τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρη, ὄχι μόνο τὸ λαγαρὸ κλασσικό μας ἀλλὰ καὶ τὸ μυροβόλο ἀλεξανδρινό, καὶ τὸ ὀρθόδοξο χριστιανικό – τῆς εὐσέβειας ἀλλὰ καὶ τοῦ μανικοῦ ἔρωτα – ὅταν χαρήκαμε λοιπὸν τὸ συλλογικό μας σῶμα στὴν ὁλότητά του, πρὶν ἀρχίσει νὰ μᾶς συντρίβει ἡ ἡγεμονία τῆς Δύσης, ἡ ἀκηδία – τὸ βόλεμα τῆς ψυχῆς… 

 

Κάιρο, 23-5-95, Ἀπὸ τὸ βιβλίο, «Φώτης Κόντογλους – Ἐν εἰκόνι διαπορευόμενος», ἐκδ. Ἀκρίτας.

 

Πηγή: Eλήφθη από το τ.203, Απριλίου 2009 του π. Πειραϊκή Εκκλησία

 

*Ο – προώρως αρπαγείς – Κ. Μοσκώφ (1939-1998): συγγραφέας πολλών βιβλίων, θεωρητικός του μαρξισμού, ιστορικός του εργατικού κινήματος, μελετητής της επιχώριας πνευματικής παράδοσης, στέλεχος του ΚΚΕ κ.π.α.