Το μπόλιασμα της τεχνοκρατίας από τη φιλοσοφία*
Του Γιάννη Στρούμπα
Στην απόπειρα μείωσης του ελληνικού χρέους μέσα από την ανταλλαγή των παλιών ομολόγων με νέα, η εθελοντική συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών ανήλθε στο 85,8%, ποσοστό που αυξήθηκε στο 95,7% με την ενεργοποίηση των ρητρών συλλογικής δράσης (CACs) (9/3/2012, http://www.nooz.gr/economy/elikse-i-pro8esmia-gia-to-psi). Η ενεργοποίηση των ρητρών συλλογικής δράσης σημαίνει πως ορισμένοι κάτοχοι ομολόγων υποχρεώνονται, παρά τη θέλησή τους, να συμμετέχουν στην απομείωση του χρέους.
Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε από την Ένωση Παραγώγων (International Swap and Derivatives Association) πιστωτικό γεγονός, εφόσον «περιορίζεται το δικαίωμα όλων των κατόχων των συγκεκριμένων ομολόγων να πληρωθούν» (9/3/2012, http://www.nooz.gr/economy/pistotiko-gegonos-gia-tin-ellada). Έτσι ενεργοποιούνται πλέον τα ασφάλιστρα κινδύνου έναντι της ελληνικής χρεοκοπίας (CDS), άρα όσοι είχαν επιχειρήσει να κερδοσκοπήσουν ποντάροντας στη χρεοκοπία της Ελλάδας δικαιώνονται.
Το κερδοσκοπικό παιχνίδι είναι ένα από τα ζητήματα που συζητούνται στον τόμο «Η βαθιά ελληνική κρίση», όπου ο Θανάσης Νιάρχος, σε ρόλο διαμεσολαβητή και συντονιστή, φέρνει σε επαφή έναν λογοτέχνη, τον Βασίλη Βασιλικό, κι έναν οικονομολόγο, τον Γιάννη Στουρνάρα, προκειμένου να συζητήσουν πάνω στο επίμαχο θέμα της οικονομικής κρίσης με τρόπο εύληπτο από το ανειδίκευτο οικονομικά αναγνωστικό κοινό. Τα οικονομικά ζητήματα που προσκομίζονται προς συζήτηση είναι ποικίλα, θα άξιζε όμως η ανατροπή της φυσικής τους ροής στον διάλογο των δύο αντρών, ώστε να προβληθεί εμφαντικά η παρουσίαση του κερδοσκοπικού παιχνιδιού, τόσο λόγω της ευόδωσής του τον Μάρτιο του 2012, όσο κι επειδή τίθεται από νωρίς στον διάλογο Βασιλικού – Στουρνάρα, ήδη προτού αυτό καρποφορήσει για τους κερδοσκόπους.
Η παρουσίαση των κερδοσκοπικών κινήσεων από τον Στουρνάρα είναι ένα από τα δυνατότερα σημεία του τόμου, αφού ο οικονομολόγος πετυχαίνει ευσύνοπτα και με επάρκεια να εξηγήσει τι διακυβεύεται. Πρόκειται για μία αρρωστημένη «επενδυτική» πραγματικότητα, καθώς αφορά ασφαλιστήρια συμβόλαια στην προοπτική κατάρρευσης της Ελλάδας, τα οποία όμως συνάπτονται από πρόσωπα που δεν κατέχουν ελληνικά ομόλογα! Τα συγκεκριμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια είναι τα λεγόμενα «γυμνά CDS». Ο Στουρνάρας τα χαρακτηρίζει ως έναν από τους παραλογισμούς του καπιταλισμού, εφόσον λογικό θα ήταν να έχει κανείς το δικαίωμα της ασφάλισης για προϊόντα που κατέχει, κι όχι για προϊόντα που δεν κατέχει! Η ασφάλιση για ανύπαρκτους τίτλους ιδιοκτησίας, εν προκειμένω για τα ελληνικά ομόλογα, συνιστά στην ουσία τζόγο, όχι επένδυση. Εκλαϊκεύοντας, ο Στουρνάρας παραλληλίζει τον διεξαγόμενο τζόγο με την υποθετική δυνατότητα να συνάψει κανείς ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το σπίτι ενός τρίτου, το οποίο δεν του ανήκει. Στην περίπτωση αυτή θα είχε, βεβαίως, κάθε λόγο να πυρπολήσει το ξένο σπίτι, για να καρπωθεί τα λεφτά της ασφάλισης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την περίπτωση των ελληνικών ομολόγων.
Ο Στουρνάρας θεωρεί κάθε επένδυση στην καταστροφή του άλλου ως το πιο μελανό κι ανήθικο στοιχείο του καπιταλισμού. Στη χρεοκοπία της Ελλάδας έχουν επενδυθεί 8 δισεκατομμύρια ευρώ παγκοσμίως, γι' αυτό και οι τζογαδόροι έχουν κάθε λόγο να παράγουν φήμες για την εξώθηση της Ελλάδας στη χρεοκοπία. Το ερώτημα για έναν υγιή νου είναι, φυσικά, γιατί επιτρέπεται αυτού του είδους η αρρωστημένη «επένδυση». Όπως εξηγεί ο Στουρνάρας, η απαγόρευση των γυμνών ασφαλιστήριων συμβολαίων ισχύει -ορθώς- μόνο στη Γερμανία και, δυστυχώς, όχι πανευρωπαϊκά, επειδή τα λόμπι που κερδίζουν από τα συμβόλαια αυτού του είδους είναι πια πανίσχυρα, χρηματοδοτούν κράτη και κόμματα και τα ελέγχουν, επιβάλλοντας τα συμφέροντά τους επί των πολιτικών συστημάτων, που αποδεικνύονται επίορκα, διαπλεκόμενα και διεφθαρμένα.
Με τις επενδύσεις σε ομόλογα συνδέεται και το πρόβλημα με την ανάδειξη των οίκων αξιολόγησης σε υπερεξουσίες. Το δικαίωμα της αξιολόγησης οι οίκοι το παίρνουν από την ίδια τη λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς, όπως εξηγεί ο Στουρνάρας. Όποιος επιθυμεί να επενδύσει σε ομόλογα χρειάζεται κάποια αξιολόγηση αυτών. Την αξιολόγηση την προσφέρουν οι σχετικοί οίκοι. Το παράδοξο όμως της υπόθεσης είναι πως οι οίκοι που προβαίνουν στις αξιολογήσεις δεν πληρώνονται από τους πελάτες τους αλλά από τη χώρα ή την εταιρεία που αξιολογούν! Αν η στάση τους αυτή συνδεθεί και με τα κερδοσκοπικά παιχνίδια σε σχέση, για παράδειγμα, με τη χρεοκοπία της Ελλάδας ή τη διάλυση του ευρώ, προκύπτει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει περιθώρια να παραμένει εξαρτημένη από τις αξιολογήσεις των οίκων κι αδρανής. Θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ιδρύσει και τους δικούς της οίκους αξιολόγησης.
Η κρίση της Ελλάδας, επομένως, οφείλεται σε κινήσεις που σημειώνονται στη διεθνή οικονομική σκηνή, δεν πρέπει όμως να προσπερνιούνται και οι ελληνικές ευθύνες, που απορρέουν από την προβληματική λειτουργία του ελληνικού κράτους με την κυριαρχούσα σ' αυτό κομματικοκρατία. Ο Στουρνάρας επισημαίνει στρεβλώσεις στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπως είναι η αλόγιστη επέκταση του κράτους με το ένα εκατομμύριο δημόσιους υπαλλήλους, η ανισορροπία στους μισθούς, η αναξιοκρατία, η έλλειψη μέτρησης αποτελεσμάτων, η σύσταση δημόσιων οργανισμών με μοναδικό τους στόχο την τοποθέτηση διευθυντών και κομματικών ψηφοφόρων. Πρόβλημα αποτελεί και η φοροδιαφυγή, καθώς το 30% του ελληνικού εθνικού προϊόντος δεν αναφέρεται πουθενά.
Η εξειδικευμένη γνώση του Στουρνάρα σε οικονομικά θέματα του επιτρέπει να προβαίνει σε εύστοχες ως επί το πλείστον επισημάνσεις· η πολιτική συμπόρευσή του ωστόσο με τις κυβερνήσεις του κ. Κώστα Σημίτη συχνά θολώνει τις κρίσεις του, οι οποίες εκτροχιάζονται κι αστοχούν. Όταν ερμηνεύει, για παράδειγμα, τη μεταφορά της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, με την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers στις Η.Π.Α., ως προϊόν της ελληνικής αδυναμίας λόγω της αλόγιστης επέκτασης του κράτους και της απώλειας κάθε ελέγχου στα δημοσιονομικά του κράτους κατά την περίοδο 2004-2009 (κυβερνήσεις Νέας Δημοκρατίας), προβαίνει σε μία υπεραπλούστευση που επιλέγει να αγνοεί πως οι διεθνείς δρομολογημένες εξελίξεις από τα καπιταλιστικά κέντρα θα οδηγούσαν ούτως ή άλλως σε επίθεση εναντίον της Ελλάδας, ασχέτως των δικών της επιμέρους κινήσεων. Όταν πάλι μιλά για τα λάθη του Ανδρέα Παπανδρέου, τα οποία θα έπρεπε να τα διορθώσει ο γιος του κ. Γιώργος Παπανδρέου από τη θέση του πρωθυπουργού που κατείχε μέχρι πρότινος, υιοθετεί απλώς ένα βολικό ερμηνευτικό σχήμα της μεταπολίτευσης, που αποδίδει στον Ανδρέα Παπανδρέου όλα τα δεινά του τόπου, υποπίπτοντας μάλιστα και σε αντιφάσεις, εφόσον δέχεται ότι μεταξύ πατέρα και γιου Παπανδρέου υπήρξαν οι εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις του κ. Σημίτη αλλά και η συντριβή των δημοσιονομικών που προκλήθηκε επί κυβερνήσεων του κ. Κώστα Καραμανλή.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αστοχίας του Στουρνάρα λόγω των προσωπικών του πολιτικών επιλογών είναι η ερμηνεία του για το σκάνδαλο του ελληνικού χρηματιστηρίου την πρώτη δεκαετία του 2000, το οποίο λίγο-πολύ το αποδίδει στην απληστία των Ελλήνων, που αποπειράθηκαν να γίνουν πλούσιοι «μέσα σε δύο ώρες», και κατηγόρησαν στη συνέχεια την τότε κυβέρνηση για το σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας. Ο Στουρνάρας, έχοντας θητεύσει σε καίρια οικονομικά πόστα επί κυβερνήσεων του κ. Σημίτη, αδυνατεί να αποστασιοποιηθεί από τη γραμμή επιχειρηματολογίας της τότε κυβέρνησης, και την καθαγιάζει απαλλάσσοντάς την από κάθε ευθύνη. Όμως η κυβέρνηση του κ. Σημίτη φέρει αναμφίβολα βαρύτατες ευθύνες για το χρηματιστηριακό σκάνδαλο, γιατί καλλιέργησε την τάση των πολιτών να «επενδύσουν» στο χρηματιστήριο, εξωθώντας με δημόσιες δηλώσεις προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση όχι μόνο τους ιδιώτες αλλά ακόμη και τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία θα 'πρεπε να «αξιοποιήσουν» τα κεφάλαιά τους τοποθετώντας τα στο χρηματιστήριο. Έτσι, παρά την επίγνωση της επερχόμενης χρηματιστηριακής κατάρρευσης, ο κ. Σημίτης επέλεξε για ψηφοθηρικούς λόγους να διατηρήσει μία επίπλαστη ευφορία τονώνοντας το χρηματιστήριο με κεφάλαια των ασφαλιστικών ταμείων, παγιδεύοντας τους ιδιώτες κι εγκληματώντας σε βάρος των ταμείων. Την πραγματικότητα τούτη ο κ. Στουρνάρας δεν δικαιούται να την προσπερνά χρεώνοντας απλοϊκά τις αρνητικές εξελίξεις στην «απληστία» του Έλληνα.
Είναι εμφανές πως στη συνομιλία Βασιλικού – Στουρνάρα πρωτοστατεί στην ερμηνεία των εξελίξεων ο Στουρνάρας, ως αρμοδιότερος επί οικονομικών ζητημάτων. Εκείνος όμως που διακρίνεται για την ευστοχία των παρατηρήσεών του και των κατευθύνσεων που δίνει στη συζήτηση, παρά την επιλογή του να μην κρατήσει στον παρόντα διάλογο ρόλο πρωταγωνιστικό, είναι ο Βασίλης Βασιλικός. Ο Βασιλικός επιβεβαιώνει με τις επισημάνσεις του την ικανότητά του να τοποθετεί τα γεγονότα σε περιβάλλοντα διεθνή και να τα συσχετίζει με ιστορικές εξελίξεις, οι οποίες φωτίζουν τις διαχρονικές επιδιώξεις των παραγόντων που εμπλέκονται σ' αυτές. Έτσι, στην ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία («τρόικα») που εποπτεύει σήμερα την ελληνική κυβέρνηση, ο Βασιλικός βλέπει τις τρεις «εγγυήτριες» δυνάμεις που επόπτευαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος γύρω στα 1840. Τη σύγχρονη ελληνική κρίση, πάλι, την εντάσσει σε χορεία εξωτερικών επεμβάσεων που αντιμετώπισαν την Ελλάδα σαν πειραματόζωο, όπως συνέβη με τον ελληνικό εμφύλιο ή την αμερικανοκίνητη χούντα των συνταγματαρχών. Την ουσιώδη μεταφορά στην ερμηνεία της κρίσης από το εσωτερικό στο εξωτερικό ο Βασιλικός την ανακινεί, με τις εύστοχες ερωτήσεις του για τους οίκους αξιολόγησης, τον ρόλο τους στις οικονομικές εξελίξεις και την απόπειρα της καπιταλιστικής τάξης να κατεδαφίσει τα συστήματα κοινωνικών πολιτικών προς όφελός της. Ακόμη και η εναλλακτική λύση υπέρβασης της κρίσης μέσα από τη συνεργασία της Ελλάδας με άλλες ισχυρές κρατικές οντότητες και πέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως η Κίνα, από τον Βασιλικό προτείνεται.
Ο εμπνευστής του διαλογικού εγχειρήματος στον παρόντα τόμο Θανάσης Νιάρχος, έχοντας δώσει εξαρχής τη γραμμή της εκλαΐκευσης που θα συμβάλει στη διαφώτιση των αναγνωστών, γνωρίζει καλά, μετά την ένωση των πνευματικών δυνάμεων Βασιλικού – Στουρνάρα, πώς να τηρεί στάση διακριτική, ώστε να μην παρεμποδίζει τη ροή της συνομιλίας. Άλλωστε η τοποθέτηση ενός λογοτέχνη με φιλοσοφικό υπόβαθρο πλάι στον τεχνοκράτη οικονομολόγο, έρχεται να επιβεβαιώσει την πεποίθηση καί των δύο συνομιλητών πως στα δημόσια πράγματα είναι απαραίτητη η παρουσία ανθρώπων με φιλοσοφικό υπόβαθρο που θα μπολιάσουν την απόλυτη τεχνοκρατία. Κι η φιλοσοφική τούτη προσέγγιση βρίσκεται εξάλλου στο τελικό αισιόδοξο μήνυμα που εκπέμπει ο Βασιλικός, όταν επισημαίνει πως απέναντι στην καταστροφολογία οι Έλληνες επέδειξαν μία τρομερή ψυχραιμία.
Βασίλης Βασιλικός – Γιάννης Στουρνάρας, «Η βαθιά ελληνική κρίση. Με τη ματιά ενός λογοτέχνη και ενός οικονομολόγου», επιμ. Θανάσης Θ. Νιάρχος, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2011, σελ. 112.
|
«[…] ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: Μιλήσατε για την καπιταλιστική κοινωνία και έχω ένα άλλο ερώτημα να κάνω, σε σχέση με μια κριτική που δημοσιεύτηκε στο ιταλικό Il Fatto Quotidiano και τη μεταφράσανε στην Εποχή. Τίτλος "The enigma of capital and the crises of capitalism" του David Harvey. Θα σας πω ποιο σημείο… ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ: Ιστορικός είναι ο David Harvey; ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: Κοινωνιολόγος. Γράφει το άρθρο: "Όποιος χρησιμοποιεί το youtube, είναι πιθανόν να γνωρίζει τον γεωγράφο και κοινωνιολόγο David Harvey, χάρη στα κινούμενα σχέδιά του για την κρίση του καπιταλισμού που είχαν μεγάλη επιτυχία. Πάνω από 12.000.000 επισκέψεις. Πριν από λίγο καιρό τα σχέδια μεταφράστηκαν και στα ιταλικά". Αυτός είναι. Και λέει εδώ ένα πράγμα με το οποίο εγώ συμφωνώ απολύτως. Μιλάει πάντα για την καπιταλιστική οικονομία και αναφέρει έναν δισεκατομμυριούχο των Ηνωμένων Πολιτειών, τον Warren Buffett, με τον εξής τρόπο: Έχει πει ο τελευταίος ότι "υπάρχει ταξική πάλη, είναι αλήθεια, αλλά η τάξη μου, η πλούσια τάξη, είναι αυτή που διεξάγει τον πόλεμο και πάντα νικάει". Ξεκινώντας από αυτό παρατηρεί ο Harvey ότι "σε μεγάλο μέρος των εξελιγμένων καπιταλιστικών οικονομιών, με τη δικαιολογία της κρίσης υπερβολικού χρέους, η καπιταλιστική τάξη άρχισε να κατεδαφίζει ό,τι απομένει απ' τα συστήματα κοινωνικών παροχών μέσα από μια πολιτική λιτότητας. Κατ' αυτό τον τρόπο, επανεντάσσονται στη λογική του κέρδους υπηρεσίες και παροχές που αποσπάστηκαν απ' αυτήν πριν από δεκαετίες". Και συνεχίζει ο Harvey, "κάποιες σημαντικές περιοχές δημόσιας παρέμβασης, αρχής γενομένης από την κοινωνική πρόνοια και τα δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα, πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν και πάλι. Και αυτή η κρίση προσφέρει αυτή την ευκαιρία. Η σημερινή έμφαση στα προγράμματα λιτότητας δεν είναι επομένως παρά ένα από τα πολλά βήματα προς την εξατομίκευση του κόστους της κοινωνικής αναπαραγωγής". […]» |
* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. Φύλλου 339, 16/3/2012.
Ο «Α», επιχειρώντας να φωτίσει το ζήτημα της οικονομικής κρίσης, προβαίνει σε μια σειρά βιβλιοπαρουσιάσεων, που έχουν ως στόχο τους την πολύπλευρη προσέγγιση του θέματος από ποικίλες οπτικές. Τα τελικά συμπεράσματα ας διαμορφωθούν στο τέλος αυτής της πορείας από τους αναγνώστες.



Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, ο πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη “
Συνεπώς, ο ΣΚΑΪ εμφανίστηκε σε πλήρη διαφωνία με τη ρήση του Κωνσταντίνου προς το γιο του Αλέξανδρο: “Υιέ μου, μη λησμονήσης ποτέ, ότι οι Έλληνες μόνον εις εαυτούς τους πρέπει να στηρίζωνται, όπως γίνωσιν ελεύθεροι”. Δικαίωμά του. Όπως, δικαίωμά του να συμφωνεί πλήρως με τον Βρετανό ΥπΕξ, λόρδο του Castlereagh, που επιθυμούσε να καταστήσει τους Έλληνες ένα “ξεπεσμένο, άψυχο έθνος”, συνεπώς, πλήρως “ακίνδυνο”. Η λιγότερο γνωστή αυτή δήλωση -σε σχέση με την αντίστοιχη, πολύ μεταγενέστερη του Kissinger- παρουσιάζει ενδιαφέρον, αφού επαληθεύεται ως πολιτική της βρετανοκρατίας (1833-1945) και της αμερικανοκρατίας (1945-2008). Ένα έθνος χάνει την ψυχή του και ξεπέφτει, όταν διαλύεται το ηθικό του πλαίσιο αναφοράς (έθνος > ήθος). Εκεί στόχευσε και ο διάδοχος του Castlereagh, ο George Canning, εκεί στόχευσε όλη η αποικιοκρατική πολιτική (τεράστιο το know-how από την Ινδία), εκεί στόχευσε και η πολιτική των δανείων (είχε ήδη εφαρμοστεί στη Ν. Αμερική) που δέσμευσε τη χώρα με τον δανεισμό του 1824-25, έναν δανεισμό που (με την κατάλληλη πολιτική υποβοήθηση) οδήγησε σε μια ατέλειωτη αλυσίδα εθνικών δανείων. Εκεί στόχευσε και ο ΣΚΑΪ, παρουσιάζοντας την Επανάσταση του 1821, όχι απλώς στερούμενη αυτοθυσίας και ιδανικών, αλλά ως μουσουλμανική εθνοκάθαρση, στηριγμένη στο θρησκευτικό φανατισμό! Δηλαδή, η θρησκευτική ηγεσία κρίθηκε ένοχη ως “απούσα” και ο μέσος-κατώτερος κλήρος κρίθηκε ένοχος ως “παρών-μακελάρης”. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο εξύμνησης του δυτικού παράγοντα, εμφανίστηκε και η ελληνική σημαία στα χέρια ενός φιλέλληνα αξιωματικού που πέφτει ένδοξα στη μάχη του Πέτα. Τίποτα ιδιαίτερο μέχρι εδώ. Το ξεχωριστό συνίσταται στο ότι δύο μόνο μάχες αναφέρθηκαν και αναπαραστάθηκαν οπτικά: το Πέτα και τα Δερβενάκια. Και φυσικά, κανένας ντόπιος επαναστάτης δεν κρατούσε σημαία στις δυο μοναδικές μάχες. Ούτε καν τη σημαία της Επιδαύρου. Κάπως έτσι χτίζεται η νέα Ιστορία ενός νέου Έθνους, που επιδιώκεται -σε πρώτη φάση- να ταυτιστεί πλήρως με το κράτος. Το θέμα που ανακύπτει δεν είναι απλώς η παραβίαση του Συντάγματος, ως προς το ρόλο της παιδείας. Δεν τίθεται μόνο θέμα καλλιέργειας της ηττοπάθειας και εμπέδωσης της υποταγής στον Έλληνα. Τίθεται ένα ευρύτερο θέμα: να καταρρακωθεί το ανθρώπινο ήθος, να καταστεί ο πολίτης λειτουργικώς αναλφάβητος και ως άψυχος διεθνοραγιάς πλέον, να συναινεί στον αυτοεξευτελισμό και στην εξαθλίωσή του. Τίθεται, ή μάλλον έχει ήδη τεθεί, και τώρα εμπεδώνεται η νέα ηθική όλων των “νόμιμων” πράξεων κάποιας Goldman Sachs, κάποιων κυβερνήσεων, κάποιων “διαιτητών”, όπως οι Moody’s-Fitch-S&P και ο ΟΗΕ, κάποιων ΜΚΟ, κάποιων πρέσβεων καλής θελήσεως… Νόμιμη διαδικασία, άρα και ηθική, είναι π.χ. το CDS, δηλαδή το ποντάρισμα πάνω στην ανθρώπινη εξαθλίωση, που συχνά οδηγεί στο θάνατο. Είπαμε, δικαίωμα του ΣΚΑΪ η πολιτική άποψη, ακόμα και η πιο απάνθρωπη (τι σόι κοινωνία “ανεκτικότητας” είμαστε). Όμως, η οικειοποίηση του Πανεπιστημίου και η συνειδητή κακοποίηση της επιστήμης, όχι μόνον δεν είναι δικαίωμα, αλλά συνιστά βαρύ παράπτωμα έναντι της ακαδημαϊκής κοινότητας και κακουργηματική ασέλγεια έναντι της κοινωνίας, ακόμα και στην κοινωνία της “ανεκτικότητας”.
Το “1821” του ΣΚΑΪ, ως μνημείο ελλείψεων-αντιφάσεων-επιστημονικής κακοποίησης, μάς βοήθησε τελικά να επανεξετάσουμε το όραμα των Υψηλαντών, που αποτελούσε το κόκκινο πανί για την ευρωπαϊκή πολιτική του 18ου-19ου αιώνα· και την αποικιοκρατική (παγκοσμιοποιητική) και την σταθεροποιητική – κεντροευρωπαϊκή. Ένα καίριο σημείο είναι τούτο: αν υπήρχαν δυο απόψεις για τον ελληνικό πολιτισμό, αυτές που συγκρούστηκαν κατά την Επανάσταση, τότε ποιος οργάνωσε και ξεκίνησε την Επανάσταση; Η μια άποψη; Η άλλη; Και οι δυο μαζί; Σ’ αυτό το ζήτημα ουσίας, ο -ευαίσθητος στην κατάρριψη των μύθων- ΣΚΑΪ προτίμησε την πλάγια μέθοδο. Προτίμησε να πει έμμεσα ότι τη δημιούργησε η “εκσυγχρονιστική” πτέρυγα, δηλαδή το κοσμικό έθνος, που γεννήθηκε 10-20 χρόνια πριν την Επανάσταση στο θεωρείο της πεφωτισμένης γκιλοτίνας! Γιατί όμως να μιλήσει πλάγια και δειλά (άλλαξε και τον υπότιτλο της τηλεοπτικής σειράς στο παρά πέντε), αν μπορούσε να αποδείξει ότι η Επανάσταση ήταν έργο των “εκσυγχρονιστών”; Από μετριοπάθεια μήπως; Επιβεβαιώνεται κάτι τέτοιο στην όλη του προσέγγιση; Γιατί να καταφερθεί με πολλαπλά ψευδή στοιχεία εναντίον της Εκκλησίας; Αν όντως η Αγ. Λαύρα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη, ας μας υποδείξουν οι ιστορικοί του ΣΚΑΪ τα σημεία όπου υψώθηκαν τα κοσμικά λάβαρα, τα πρόσωπα που τα ύψωσαν και τις προεργασίες μέσω των οποίων οδηγηθήκαμε στο 1821. Τελικά, ήταν ψέματα αυτά που μάθαμε παλιά στο δημοτικό ή, στα όποια παγιωμένα ψέματα (από την αντίπερα της “Λαύρας” πλευρά), έγινε απόπειρα να προστεθούν κι άλλα, πολύ χοντρύτερα; Αρκεί να παρακολουθήσει κάποιος την παρουσίαση των Κλεφταρματολών και του Πατριαρχικού ρόλου, για να σχηματίσει μια πρώτη εντύπωση. Αρκεί να δει πώς πρόβαλε το “άνομο” 1821 στο σήμερα. Γιατί, εκεί που βγάζει κάποιος το καπέλο στο ΣΚΑΪ, είναι η ειλικρινής παραδοχή του λόγου για τον οποίο έφτιαξε το “1821”.
Οι αντιφάσεις και οι αυτοαναιρέσεις στην παρουσίαση του ΣΚΑΪ ήταν τόσο πολλές, ώστε να καταρρέει άμεσα η αιτιολογία του “πολύπλευρου επιστημονικού λόγου” (που κι αν ακόμα ήταν πρόθεση και γινόταν ισομερώς, θα μετέτρεπε την ιστορία σε στατιστική). Η απαρίθμηση όλων των αντιφάσεων θα έφτιαχνε ένα γιγαντιαίο, επιστημονικό -πλην βαρετό- έργο. Να πούμε δυο λόγια για ένα σημείο που ξεχωρίζει: το “συνταγματικό”. Το μέγα επιχείρημα απόδειξης της “προοδευτικής” μαυροκορδατικής πολιτικής κατά το 1821, που έρχεται να υποστηρίξει το πολιτικό “σήμερα”. Η μαυροκορδάτεια συνταγή μεταφερμένη στο σήμερα, με την ευθεία -ενίοτε- απειλή για την αυστηρή εφαρμογή της “νομιμότητας” συμπλέει με την τύφλωση και κώφωση που δείχνουν οι πολιτικοί (ιστορικοί) του ΣΚΑΪ στη δυσαρμονία της κυβέρνησης των δανείων με τη λαϊκή βάση. Τι “δεν είδε” ο ΣΚΑΪ; Μα, αυτό που και ο ίδιος έκανε: απειλές των δανειστών προς τους δανειζομένους, απειλές και τρόμος από τους εντόπιους κυβερνώντες με ένα και μόνο επιχείρημα: “στην αντίθετη περίπτωση, το χάος”. Κι αν στο σήμερα υπονοείται ή δειλά λέγεται “ο λαός δεν γνωρίζει, ο λαός παρασύρεται από τους λαϊκιστές των εύκολων συνθημάτων”, τότε εμφανίζεται μια ακόμα μεγαλύτερη αντίφαση: η ιστορική συκοφάντηση και η καταδίκη της καποδιστριακής διακυβέρνησης, επειδή συνειδητά παρέκαμψε το μαυροκορδάτειο σύνταγμα (η καταδίκη αυτή έχει σήμερα επανασυσκευαστεί από την ίδια “προοδευτική” ιστορική γραμμή ως αόριστη αποδοχή, με καταγραφή “σοβαρών επιφυλάξεων”). Και την αντίφαση αυτή συνοδεύει η κατάρρευση εκείνου του “συντάγματος”, του οποίου η προσχηματικότητα αποκαλύπτεται, ακόμα και μόνο από τα εξωτερικά, κοινά στοιχεία, μεταξύ της ανέγερσης του 1822 και της κατεδάφισης του 2012: το “σύνταγμα” αυτό συνδέεται με τα δάνεια, εμφανίζεται και εξαφανίζεται με τη διαδικασία του “κατεπείγοντος”.
Το ότι ο Θ. Βερέμης είναι υπέρμαχος της πολιτικής των δανείων και του ευρώ – βρόγχου είναι γνωστό. Το ότι μιλά υπέρ αυτών με το γνωστό επιχείρημα “δεν υπάρχει καλύτερη λύση”, επίσης. Είναι αυτός ο πάγιος, δογματικός λόγος που προσπαθεί με ελλιπή ή ψευδή στοιχεία να τεκμηριώσει την “αδύναμη Ελλάδα” από το 1821 (το 22 ο Κολοκοτρώνης “απέτυχε”, δυστυχώς, να φέρει τη δυτική βοήθεια, κάτι όμως που “κατάφερε” το 27 ο Καραϊσκάκης). Το ότι οι “πονηροί-τεμπέληδες Έλληνες” (όλοι μαζί) ξεγέλασαν την Κομισιόν, καλώντας τη Goldman Sachs να κρύψει το χρέος μέσω swap, το ότι ξεγελούσαν στη συνέχεια επί χρόνια την ανυποψίαστη Γιούροστατ, παραποιώντας κάθε χρόνο τα στοιχεία του προϋπολογισμού είναι κάτι αληθινό και σοβαρό· τόσο, όσο και η ευθύνη του Μπακόλα για την ήττα στη μάχη του Πέτα. Το ότι ο Θ. Βερέμης εντοπίζει και αναλύει την ατομική ευθύνη του πολίτη, όχι όμως του πολιτικού, που πρώτα φτιάχνει το νόμο-προσωπική ασπίδα και ύστερα δικαιολογείται ότι “δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση, αλλά πάντως, φταίνε οι προηγούμενοι” είναι θράσος ή σουρεαλισμός; Το ότι ο Θ. Βερέμης εντοπίζει το σύμπτωμα “δεν μαθαίνουν Ιστορία οι μαθητές του ελληνικού σχολείου”, αδυνατώντας όμως να εντοπίσει την ευθύνη, ενώ και Πανεπιστημιακός υπήρξε και πρόεδρος του Εθνικού (!) Συμβουλίου Παιδείας, τι συνιστά; Θράσος; Σουρεαλισμό; Τι είδους πολιτική επιστήμη είναι αυτή, που χαρακτηρίζει ως “δημοκρατία” την ολιγαρχική, υποκριτική, ρουσφετοκρατική, δυναστική κομματοκρατία και αποδίδει ατομικές ευθύνες στους πολίτες που ανταλλάσσουν την ψήφο τους με διορισμό, αλλά όχι στους πολιτικούς που μεταφέρουν βαλίτσες κομματικού/ατομικού χρήματος και διατηρούν ένα καθεστώς υποτέλειας;
Και ο “συνταγματικός” σουρεαλισμός: οι σημερινοί πολιτικοί μιλούν υπέρ του μονόδρομου “δανεισμός – ευρωζώνη” προειδοποιώντας “αν χρεοκοπήσουμε, θα υποστούμε τεράστια δεινά” (ενδιαφέρονται δηλαδή για μας, αφού οι Ελβετικές & Κεϊμάνιες κασέλες αναμένουν πάντα τον επιθεωρητή Κλουζώ). Όταν οι πολιτικοί λένε ότι φτάσαμε ως κράτος στο “μη παρέκει”, ανεξάρτητα από το πόσο αυτό αληθεύει ως δυνατότητα δανεισμού, ομολογούν ταυτόχρονα την αποτυχία του κληρονομικού πολιτικού μας συστήματος, δηλαδή των γονιών τους, των συγγενών τους, ακόμα και των ιδίων (Υφυπουργός Πολιτισμού, Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υπουργός Εξωτερικών ο Γ.Α.Π. στο διάστημα 1985-2004). Ταυτόχρονα, όχι απλώς δεν παραιτούνται, όχι μόνο δεν ζητούν ταπεινά συγγνώμη, αλλά μεθοδεύουν, εκβιάζουν, απαιτούν να συνεχίσουν να αποφασίζουν οι ίδιοι και προς την ίδια κατεύθυνση! [Η αποδοχή αυτής της παράκρουσης από τους πολίτες θα αποδείξει σε μεγάλο βαθμό το πόσο πέτυχε η διάλυση της παιδείας από το 1980. Πόσο πέτυχε η διάλυση της συλλογικής συνείδησης και η υποκατάσταση του άγραφου, ηθικού πλαισίου από τον πολιτικό νόμο, κάτι που μας ώθησε προς τον ατομισμό]. Την ίδια στιγμή, η λαϊκή δυσαρμονία αποσιωπάται, δηλαδή ο πολίτης υποχρεώνεται σε “σωτηρία”, η έκφραση διαφορετικής άποψης βαφτίζεται “λαϊκισμός” και δεν λαμβάνεται υπόψη, ο ΠτΔ σφυρίζει -κατά το Σύνταγμα, πάντα- αδιάφορα, οι βουλευτές το παραδέχονται πλέον και δημόσια ότι εκβιάζονται και ότι δεν γνωρίζουν τι ψηφίζουν, άρα η Βουλή χάνει τελείως το λόγο ύπαρξής της, η -κατά Μοντεσκιέ- ανεξάρτητη δικαιοσύνη σιωπά μπροστά στην μαζική καταπάτηση των θεσμών και τα ΜΜΕ εξακολουθούν να περιγράφουν μια άλλη χώρα (σιωπούν, χαζογελούν, μαγειρεύουν, προπαγανδίζουν, τρομοκρατούν και αναφέρουν την κομματική πειθαρχία ως να προβλέπεται κι αυτή στο άρθρο 60 του Συντάγματος). Για το καλό μας! Αυτά τα ωραία συμβαίνουν στη χώρα, μετά από 190 χρόνια πιστής εφαρμογής της δυτικής θεσμικότητας. Ή όχι; Εκτός κι αν ο Γ.Α.Π. παραιτήθηκε αυτοβούλως, εκτός κι αν νόμος και ήθος δίνουν το δικαίωμα να εκλέγεσαι με το Α πρόγραμμα και να εφαρμόζεις το αντίθετο Β, λέγοντας -όπως στο δημοτικό σχολείο- “δεν κατάλαβα, δεν ήξερα, νόμιζα, ένα παιδί μου είπε”.
Πού βρίσκονται οι ευθύνες σύμφωνα με αυτή τη “συνταγματική” λογική; μα…, στους πολίτες, που δεν πλήρωσαν φόρους ή ζήτησαν ρουσφέτι και όχι σε όσους πολιτικούς παρείχαν ρουσφέτια, παρακίνησαν προς τη διαφθορά, αδιαφόρησαν για τη φοροδιαφυγή, συρρίκνωσαν με κάθε τρόπο την εθνική οικονομία, συνήργησαν στην καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, συνήργησαν στην καταλήστευση του μικροεπενδυτή μέσω του χρηματιστηρίου, πήραν μίζες από τις κρατικές προμήθειες, εκχώρησαν παθητικά ή ενεργητικά τον εθνικό πλούτο, κορόιδεψαν, δίχασαν και κατασυκοφάντησαν τους πολίτες, πήραν δάνεια και τα ξόδεψαν στο κομματικό κράτος… Αλλά κι αυτά μοιάζουν με επί μέρους πλημμελήματα μπροστά στον υπέρτατο, διαγραφόμενο κεντρικό στόχο: όπως το κράτος (κάποτε), έτσι και το έθνος (σήμερα) πρέπει να υποταχθεί στις “αγορές”. Τουτέστιν, ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ = ιδιωτικά μονοπώλια βασικών πόρων και υπηρεσιών, ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ / ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ = εγκαθίδρυση της ατομιστικής κοινωνίας, επιβολή της ηθικής της τοκογλυφίας, δυναστικό κράτος, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ = όχι συγκεντρώσεις (όχι στο κάπνισμα, 23% στο σουβλάκι), ναι στην κάνναβη στο μπαλκόνι, ηλεκτρικό ρεύμα μόνο μετά την πληρωμή φόρων. Διερευνώντας το 1821, κυρίως όμως το πλαίσιο του διαφωτισμού μέσα στο οποίο λειτούργησε, μπορούμε να δούμε αν η σημερινή τρομοκρατία του εντόπιου κοινοβουλευτικού φασισμού έχει τις ιστορικές της καταβολές στην τρομοκρατία της Επανάστασης των ιακωβίνων, των γκουλαγκ της Επανάστασης των μπολσεβίκων και στη θηριωδία του ναζισμού. Αν, δηλαδή, η πλήρης διαστρέβλωση της Ιστορίας χρησιμοποιήθηκε και παλιότερα, αν κατάφερε η Ιστορία, όχι απλώς να υπερτονίσει και να υποβαθμίσει κατά βούληση, αλλά να βαφτίσει το άσπρο – μαύρο και αντίθετα.
Αλήθεια, μια που είδαμε τον κεντρικό ιστορικό του “1821”, εκτός από το να διαπιστώνει τη διαχρονική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, να διαρρηγνύει και τα ιμάτιά του σχετικά με την (αντίστοιχη της “ανομίας” των κλεφταρματολών) σημερινή “ανομία” των πολιτών, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: αν συγκρίνουμε τα σημερινά δημόσια και ιδιωτικά διόδια με τους δερβενατζήδες επί Αλή Πασά και συγκρίνουμε την κάθε περίπτωση σε σχέση με το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει, τι συμπέρασμα βγάζουμε για την κατάχρηση εξουσίας επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επί Αστικής Κοινοβουλευτικής “Δημοκρατίας”; Τι συμπέρασμα βγάζουμε για την εξέλιξη των δικαιωμάτων του πολίτη δύο και πλέον αιώνες μετά την 








