ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΗΓΕΤΗΣ

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΗΓΕΤΗΣ

Η ελληνική αριστερά ενώπιον των ευθυνών της


Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Για τρίτη φορά στην ιστορία της, η ελληνική Αριστερά βρίσκεται αντικειμενικά ενώπιον μιας ιστορικής και πιθανώς τελευταίας ευκαιρίας, και πρόκλησης συνάμα, να διεκδικήσει την κατά Γκράμσι ηγεμονία του έθνους της στον ύψιστο αγώνα που καλείται να δώσει για την ίδια του την επιβίωση ο ελληνικός λαός, αλλά και να αποδείξει ότι είναι αυτό που δηλώνει. Αναδεικνυόμενη σε κύρια εθνική δύναμη, διεκδικώντας όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά και την εξουσία, μόνη της ή σε συμμαχία. Οι προηγούμενες δύο τέτοιες καταστάσεις στην Ελλάδα εμφανίστηκαν το 1941 και το 1974. Από τον τρόπο που θα χειρισθεί την τωρινή κρίση, θα κριθεί όχι μόνο το μέλλον, αλλά η ίδια η ύπαρξη της αριστεράς.

Η προοπτική αριστερής ανόδου τρομοκρατεί τα κέντρα της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας τραπεζικής εξουσίας. Αντιδρώντας σε επιστολή που του απηύθυνε ο Αλέξης Τσίπρας, ο επικεφαλής του Εurogroup Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, πρωθυπουργός μιας λιλιπούτειας χώρας-πλυντηρίου, προέβη σε νέο εκβιασμό, πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά δεδομένα της Δυτικής Ευρώπης. Λέγοντας ότι, αν διακόψουν οι ‘Ελληνες το πρόγραμμα της καταστροφής τους, ψηφίζοντας κόμματα της αρεσκείας τους, θα χάσουν την υποτιθέμενη βοήθεια προς αυτούς. Χωρίς μάλιστα κανείς από αυτούς που παριστάνουν τον πρωθυπουργό και τους πολιτικούς μας να διανοηθεί να υπερασπιστεί τη χώρα και τη δημοκρατία.

Τρομοκρατημένοι δεν είναι μόνο από την Ελλάδα, είναι και από τη Γαλλία. Μέχρι τώρα, το πρόγραμμα του νέου, χρηματοπιστωτικού ολοκληρωτισμού, εξελίσσεται κανονικά και χωρίς προβλήματα, γιατί δεν ξεσηκώνονται οι ευρωπαϊκοί λαοί και γιατί οι τράπεζες κατάφεραν να κάνουν τη δική τους κρίση, κρίση της Ευρώπης, ενδοευρωπαϊκό «πόλεμο». Γι' αυτό οι πανικόβλητες και σπασμωδικές επεμβάσεις ακόμα και στη Γαλλία, για να μην εκλεγεί ο Ολλάντ.

Αυτό που τρομοκρατεί Μέρκελ και τράπεζες, είναι αυτό ακριβώς που περιμένουν οι ‘Ελληνες. Μπορεί οι τηλεοράσεις μας να κάνουν ότι μπορούν για να εμπεδώσουν τα αισθήματα πένθους, ήττας και κατάθλιψης, υπό την καθοδήγηση των ξένων μάνατζερ του ψυχολογικού πολέμου, μπορεί να κατάφεραν να δημιουργήσουν σε πλατιά στρώματα μια εικονική αίσθηση πραγματικότητας, ξεχνάνε όμως ότι, τελικά, εκτός από το ψέμμα και την προπαγάνδα, και η αλήθεια είναι τρομερό όπλο. ‘Ολο και περισσότεροι ‘Ελληνες συνειδητοποιούν ότι δεν μπορεί κάποιος να τους σώζει στέλνοντας ασπρομάλληδες γέροντες να συνωθούνται πεινασμένοι για μια λαγάνα την Καθαρά Δευτέρα. Θα την πληρώσουν άσχημα αυτή την εικόνα εθνικού εξευτελισμού, της ντροπής που πρέπει να συνέχει κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο, αν είναι αξιοπρεπής, οι Παπαδήμιοι, οι Σαμαράδες, οι Βενιζέλοι και οι όμοιοί τους που, χορτάτοι και καλοζωϊσμένοι, χωρίς καμμιά επαφή και καμιά διάθεση επαφής με τον ελληνικό λαό, δεν κάνουν ολημερίς άλλη δουλειά από το να μεταφράζουν τις οδηγίες Πιστωτών και Προστατών.

Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θέλει επανάσταση, δεν θέλει τις τραγωδίες και τους κινδύνους της αναταραχής, των εμφύλιων συγκρούσεων. Κάθε λογικός άνθρωπος θέλει να λύνονται τα προβλήματα ειρηνικά και δημοκρατικά, να διατηρεί η κοινωνία και το έθνος συνεκτικό το πλαίσιο της ύπαρξής του, ιδίως σε τόσο κρίσιμες στιγμές. Είναι γι' αυτό ιστορική η ευθύνη της ελληνικής άρχουσας τάξης, του πολιτικού και κρατικού προσωπικού γιατί, στην πιο κρίσιμη στιγμή της νεώτερης ιστορίας μας, διάλεξαν να περάσουν στο στρατόπεδο των εχθρών της Ελλάδας, δεν έδωσαν εγκαίρως στους ‘Ελληνες πολίτες, τη δυνατότητα τουλάχιστο να διαλέξουν οι ίδιοι το δρόμο που θα πάρουν. Ο Παπαδήμιος, με την προσωπική του περιουσία θα πληρώσει τα ομόλογα που δίνει στο αγγλικό δίκαιο; Ο Σαμαράς θα πληρώσει μήπως κι αυτός με την περιουσία του τις τερατώδεις υποχρεώσεις της δανειακής σύμβασης που ετοιμάζεται να επικυρώσει, το χρέος που αυξάνει και παγώνει σε ευρώ; Τους έχει δώσει κανείς το δικαίωμα να πουλήσουν τη χώρα τους, επαγγελματίες πολιτικοί ανάξιοι να κερδίσουν ένα ευρώ δουλεύοντας;

Όλο και μεγαλύτερα τμήματα του ελληνικού λαού, συνειδητοποιώντας την άβυσσο που σπρώχνει το έθνος, μια από τις πλέον διεφθαρμένες και ανίκανες πολιτικές ηγεσίες όλης της Ευρώπης, ζητάνε πιεστικά λύση. Αρχίζουν και τις βρίσκουν μόνα τους, ματαιώνοντας την είσπραξη παράνομων φόρων, οργανώνοντας την περίθαλψη των πιο ανήμπορων, πετώντας τα αρπαχτικά των μεσαζόντων έξω από την διακίνηση τροφίμων. Απαγορεύουν αυθόρμητα, ακόμα και σε ανθρώπους-σύμβολα, που αγάπησαν, και γι' αυτό τους πονάει περισσότερο η προδοσία, όπως ο Νταλάρας, ακόμα και τη δημόσια εμφάνιση. Παίρνουν με το ζόρι πίσω τα σύμβολα των μεγάλων εθνικών αγώνων που έδωσε ο ελληνικός λαός και δεν τιμούν οι άρχοντές τους. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στα 1965, επί Αποστατών για να ξαναβρούμε παρόμοιο φαινόμενο στην ελληνική ιστορία.

Κυρίως ζητάνε, όλο και πιο πιεστικά, από όσους πολιτικούς και όσες δυνάμεις λένε ότι αντιστρατεύονται αυτή την πορεία, όχι μόνο την αριστερά, να τους δώσει επιτέλους την ηγεσία που χρειάζονται, τις ιδέες και τα προγράμματα, την οργάνωση και τις συμμαχίες που ανταποκρίνονται στην απειλή μιας εθνικής καταστροφής που είναι τώρα ante portas, και που σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Τους ζητάνε τα όπλα για να πολεμήσουν.

Σε δυο πρόσφατες συγκεντρώσεις αποθέωσαν τον Τσίπρα όταν τους είπε «δεν θέλουμε νάμαστε κόμμα διαμαρτυρίας, θέλουμε την εξουσία». Αλλά μούδιασαν διαβάζοντας ότι κατεβαίνουν στις εκλογές «ΣΥΡΙΖΑ και συνεργαζόμενοι». Και το όνομα μόνο δεν παραπέμπει στην αναγκαία ευρύτητα νικηφόρου ψηφοδέλτιου. Για το άλλο «κόμμα της αριστεράς», αν οι όροι έχουν διατηρήσει σχέση με το περιεχόμενο, το ΚΚΕ, ο καθένας που κάτι νοιώθει και ξέρει, καταλαβαίνει την έκταση της απελπισίας των ανθρώπων που αφιέρωσαν ανιδιοτελώς όλη τους τη ζωή στο κόμμα τους, για να το βλέπουν να κάνει ποδαρόδρομους στα Χαυτεία όταν μισό με ένα εκατομμύριο οδηγείται από ένστικτο στη Βουλή, να αρνείται την παραμικρή συνεργασία, να χαρακτηρίζει «χαφιέδες ή αφελείς» όσους διαφωνούν μαζί του, «ιμπεριαλιστική» τη Ρωσία, ανόητους όσους πάνε να πετάξουν τους μεσάζοντες έξω από τη διακίνηση προϊόντων. Τόσο τρομαγμένη μοιάζει η ηγεσία τους απ΄όσα έρχονται που, αψηφώντας το γελοίο, ξαναδιέγραψε από το Κόμμα μετά θάνατον τον αρχηγό του ΕΛΑΣ, που οι ίδιοι οι εξολοθρευτές του, οι Εγγλέζοι, ονόμασαν «πολεμική μεγαλοφυία».

Άγαλμα πρέπει να κάνει η τρόικα στην ηγεσία για τη συμβολή της στο πέρασμα των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων. Τέτοια υπερεπαναστατική πολιτική είχαμε να δούμε από την εποχή της Βαϊμάρης, όταν το γερμανικό ΚΚ έδωσε την εξουσία στον Χίτλερ, ή την αποχή του 1946!

Μερικοί λένε ότι τους ενδιαφέρει δήθεν η «εργατική τάξη», με την οποία συνήθως ούτε είχαν, ούτε θέλουν να έχουν σχέση, όχι το «έθνος». Μπορεί κάποιος να είναι ευαίσθητος στην καταπίεση της τάξης και αναίσθητος στην καταπίεση του έθνους; Γιατί δεν ρωτάνε την ίδια την «τάξη», τους φτωχούς ‘Ελληνες, αν χρειάζονται κράτος και έθνος, αν νοιώθουν ‘Ελληνες, αν θέλουν όσοι μιλάνε εξ ονόματός τους να υπερασπίζονται την Ελλάδα διεθνώς; Αυτοί προπάντων έχουν ανάγκη από κράτος που λειτουργεί, από ΙΚΑ, από προστασία του νόμου, από δικαιώματα. Είναι απίστευτη η εφευρετικότητα του γραφειοκράτη που δεν θέλει να αγωνιστεί προσευχόμενος «απελθέτω από εμού το ποτήριον τούτο».

Το 1917, ο Λένιν έγραφε: Σε μια επαναστατική κατάσταση, το Κόμμα είναι εκατό φορές πιο αριστερά από το Πολιτικό Γραφείο, οι εργάτες εκατό φορές πιο αριστερά από το Κόμμα. Ο ίδιος μίλησε για συμμαχίες «με τον διάβολο και με τη γιαγιά του εν ανάγκη», όρισε τους Μπολσεβίκους ως μόνο ρεύμα ικανό να «διεισδύει σε όλα τα στρώματα, να τα επηρεάζει και να επηρεάζεται από αυτά» και συνόψισε την τακτική του στο «χτυπάμε μαζί, βαδίζουμε χωριστά».

Αυτά τάλεγε κάποιος πούθελε να νικήσει και νίκησε. Ο ελληνικός λαός δεν ενδιαφέρεται για τις ιδεολογικές ταξινομήσεις των δυνάμεων, από που έρχονται, αλλά για το που πάνε. Θα ανταμείψει όσους πολεμήσουν στον πόλεμο που τον αναγκάζουν. Θα καταδικάσει στη λήθη τους άλλους, έστω συμπαθείς.

ΠΗΓΗ: Επίκαιρα, 8 Μαρτίου 2012. Και: Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012, http://konstantakopoulos.blogspot.com/2012/03/blog-post_15.html

Τόσοι προδότες; ή τόση νοθεία!…

Τόσοι προδότες; ή τόση νοθεία!…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Απορία προκαλούν κάποιες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης: Όχι, βέβαια, σχετικά με τις αντιμνημονιακές πολιτικές δυνάμεις. Που κάποιες έχουν πολλαπλές μάλιστα αδυναμίες. Μεταξύ των οποίων φοβερότερη είναι η κατάρα της ασυνεννοησίας…

Σε τρόπον ώστε, σε τελική ανάλυση, να συγκαταλέγονται και αυτές στους στυλοβάτες των μνημονίων της προδοσίας και των σχετικών, σκοτεινών συνεπειών τους.

Αφού, εγκλωβισμένες καθεμιά τους στο γκέτο της ιδιοτέλειας και της μωροφιλοδοξίας τους, περιμένουν να σπεύσουν οι άλλοι να φιλήσουν – όπως του πάπα – την παντούφλα τους. Ή, διαφορετικά, είναι ευχαριστημένες με το να έχουν εξασφαλισμένο – a priori – το θρίαμβο του.. .τίποτα!…

Η απορία υπάρχει για τις προτιμήσεις του κοπαδιού των ψηφοφόρων, σχετικά με τα κόμματα της προδοσίας. Αφού, όπως λέγεται, τα κόμματα του δοσιλογισμού συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό-σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κόμματα- του κοπαδιού των ψηφοφόρων.

Και μπαίνει το ερώτημα: Επιτέλους μπορεί να υπάρχουν, σ' αυτό τον τόπο των τόσων αγώνων για τη δημοκρατία και την ελευθερία τόσοι πολλοί προδότες;

Γιατί, βέβαια, αυτοί, που υποστηρίζουν το καθεστώς της προδοσίας είναι αντάξιοι αυτού του χαρακτηρισμού. Όσο κι εκείνοι, που ψήφισαν τα προδοτικά μνημόνια και τις ληστρικές δανειακές συμβάσεις.

Και η μόνη εξήγηση, που μπορεί να δώσει κάποιος για την άκρως αντεθνική και αντιπατριωτική συμπεριφορά τους είναι ότι κάποιοι απ' αυτούς μπορεί να είναι μεταξύ εκείνων οι οποίοι «τα έφαγαν μαζί» με τα, πάσης φύσεως, παχύδερμα της εξουσίας…

Και φοβούνται μήπως, σε περίπτωση, που ξεφύγει η εξουσία απ' το κατεστημένο της προδοσίας, κληθούν να πληρώσουν για τις ρεμούλες τους. Και να επιστρέψουν τα κλεμμένα.

Ή, διαφορετικά, είμαστε αναγκασμένοι να πιστέψουμε ότι πρόκειται, σε μεγάλο βαθμό, για ένα μεγάλο ποσοστό ανίατα ηλιθίων!

Πράγμα, που θα ήταν εν μέρει κατανοητό, αν δεν είχε προηγηθεί το σαφάρι του διωγμού και της καταλήστευσης σε βάρος της συντριπτικής πλειονότητας των εργαζομένων στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα. Και σχεδόν του συνόλου του λαού.

Με το πετσόκομμα των μισθών και των συντάξεων. Με την καταλήστευση των εργασιακών δικαιωμάτων. Με τις αθρόες απολύσεις. Με την υποταγή της χώρας σε καθεστώς νομικού και οικονομικού και αστυνομικού φασισμού.
Και το πάντων χείριστο την υποταγή και το ξεπούλημα της χώρας στα ξένα και εχθρικά προς την Ελλάδα και το λαό της συμφέροντα!

Όμως η λογική αδυνατεί να παραδεχτεί ότι μπορεί, όπως προαναφέραμε, να υπάρχει, σ' αυτόν τον τόπο, ένα τόσο μεγάλο ποσοστό προδοτών και ηλιθίων φασιστών. Και μας αναγκάζει να γινόμαστε καχύποπτοι….

Και να υποθέσουμε ότι κάτι άλλο μπορεί να συμβαίνει. Και ότι κάποιες σφυγμομετρήσεις φαίνεται να προετοιμάζουν το έδαφος για το σαφάρι της νοθείας, που θα γίνει, σχετικά με την έκδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Πάντα-εννοείται-με τη βοήθεια του παρακράτους της ηλεκτρονικής διαβολοκυβέρνησης.

Κι αυτό το γνωρίζουμε καλύτερα από κάθε άλλον εμείς οι μπλόκερς. Που διαρκώς δεινοπαθούμε απ' τις, σε βάρος μας δολιοφθορές εκ μέρους του ηλεκτρονικού παρακράτους.

Γιατί βέβαια οι διεθνείς προστάτες του πολιτικού αληταριού, που με τόσες απάτες και κακουργίες μας έφεραν ως εδώ, δεν θα αφήσουν στη μέση το δολοφονικό, σε βάρος της πατρίδας μας και του λαού της έργου.

Αυτοί, που έκαψαν τη μισή Ελλάδα και ένα σωρό ανθρώπους και κατέστρεψαν επανειλημμένα το κέντρο της Αθήνας και χρησιμοποίησαν τόσες απάτες, προκειμένου να επιβάλλουν το καθεστώς του δοσιλογισμού, δεν θ' αφήσουν εύκολα ημιτελές το σχέδιό τους.

Ούτε θ' αφήσουν απροστάτευτους τους προδότες, που εξυπηρετούν τα σχέδιά τους. Γιατί-σε αντίθεση με το παραδοσιακό ρητό- ανήκουν σ' αυτούς που αγαπούν, όχι μόνο την προδοσία, αλλά και τους προδότες!….

Και πιθανώς να πούνε κάποιοι: Ε, και, λοιπόν, τι νόημα έχει να πάμε να ψηφίσουμε; Δεν είναι προτιμότερο να συμβιβαστούμε με τη σκέψη πως ο, τι κι αν κάνουμε, είμαστε a priori καταδικασμένοι! Και να παραιτηθούμε απ' οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης…

Όχι βέβαια! Αντίθετα μάλιστα! Πρέπει όλοι ανεξαιρέτως να συμμετάσχουμε στην εκλογική διαδικασία. Και να μην ακούμε τις φωνές εκείνων, που μας λένε να απέχουμε. Γιατί σε τελική ανάλυση αποβλέπουν στην επικράτηση των κομμάτων της προδοσίας.

Να συμμετάσχουμε με μοναδικό στόχο και σκοπό να στείλουμε στον αγύριστο το καθεστώς αυτό, το -από καταβολής του ελληνισμού- από κάθε άποψη, απαίσιο και χείριστο:

Να «μαυρίσουμε», οριστικά και αμετάκλητα, τους εφιάλτες, που μέχρι τώρα έκαμαν, από κάθε πλευρά, κατάμαυρη τη ζωή μας!

 

παπα-Ηλίας, Μαρτίου 15, 2012, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/03/15/…B1/ 

«Κούρεμα» με μεθόδους καμόρας

«Κούρεμα» με μεθόδους καμόρας

 

Του Γιώργου Κατερίνη*

 

Η υπόθεση της ανταλλαγής ομολόγων και το «κούρεμα» του χρέους, έχουν ένα μεγάλο θύμα: τα ασφαλιστικά ταμεία. Τα καταληστευμένα ασφαλιστικά ταμεία χρησιμοποιούνται άλλη μια φορά ως πηγή άντλησης κεφαλαίων, τα οποία θα γεμίσουν τα άδεια ταμεία τραπεζών. Η νέα ληστεία ενδέχεται να φθάσει τα 11-12 δισ. ευρώ, χρήματα που θα λείψουν από τους συνταξιούχους, τις παροχές των εργαζομένων, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Και να σκεφτεί κανείς ότι όλο το ελληνικό χρέος που θα «παραγραφεί» είναι 107 δισ. ευρώ.

Τα ασφαλιστικά ταμεία, εδώ και χρόνια, καταθέτουν υποχρεωτικά τα αποθεματικά τους στην Τράπεζα της Ελλάδος σε ένα κοινό κεφάλαιο για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, που διαχειρίζεται αποκλειστικά η Τράπεζα. Κάπου 16 δισ. ευρώ αποθεματικά των ασφαλισμένων υπολογίζεται ότι υπάρχουν αυτή τη στιγμή στο κοινό κεφάλαιο της Τράπεζας της Ελλάδος, τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται τοποθετημένα σε ομόλογα. Με την ολοκλήρωση της ανταλλαγής ομολόγων θα μάθουμε και τον ακριβή αριθμό, αν και από εκπροσώπους των ασφαλιστικών οργανισμών εκφράζονται φόβοι ότι οι πραγματικές απώλειες θα ξεπερνούν το ποσοστό του κουρέματος που είναι 53,5%.

Η μεθοδολογία της συμμετοχής των ασφαλιστικών οργανισμών στο PSI θυμίζει καλά οργανωμένο μαφιόζικο χτύπημα. Το κοινό κεφάλαιο, που βρίσκεται στα χέρια της Τράπεζας της Ελλάδος, θεωρείται… ιδιωτικό και εντάσσεται στη διαδικασία του «κουρέματος». Τα πλεονάσματα των ταμείων που αποταμιεύονταν υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος εξομοιώνονται με τις επενδύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα που έχουν κάνει τα διάφορα funds. Η αυτόματη μείωση της περιουσίας των ταμείων σε λιγότερο από το μισό είναι γεγονός.

Δεν αρκούσε όμως αυτό για να ολοκληρωθεί η ληστεία. Άλλα 6,5 δισ. ευρώ που είχαν τοποθετηθεί από τις ίδιες τις διοικήσεις των ασφαλιστικών ταμείων, σε μια λογική «καλύτερης απόδοσης», σε ομόλογα συνυπολογίζονται στο μέγεθος του «χρέους» και απαιτείται η «εθελοντική» συμμετοχή τους στο PSI. Οι διορισμένες διοικήσεις των ταμείων εκβιάστηκαν μέχρι την τελευταία στιγμή να αποφασίσουν τη συμμετοχή τους, κάτι που απέδωσε περίπου κατά το ήμισυ, αφού πολλά ταμεία αρνήθηκαν τελικά να συμμετάσχουν κάτω από το βάρος αποφάσεων πολλών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Η επόμενη μέρα βρίσκει το ασφαλιστικό σύστημα στερημένο από τεράστια κεφάλαια που είναι απαραίτητα για τις τρέχουσες συνταξιοδοτικές, προνοιακές και άλλες ανάγκες του. Οι ήδη μειωμένες συντάξεις, είναι βέβαιο ότι θα υποστούν και νέες μειώσεις κάτω από το βάρος της χρεοκοπίας των ταμείων. Χιλιάδες ασφαλισμένοι θα στερηθούν παροχές, ενώ τα επικουρικά ταμεία βρίσκονται υπό κατάρρευση. Η μείωση του ελληνικού χρέους, απογυμνώνει την κοινωνική ασφάλιση από πόρους που αποτελούν αποταμιεύσεις ετών. Το περίφημο PSI βυθίζει στη φτώχεια και τη χρεοκοπία εκατομμύρια ασφαλισμένους.

Οι «αντεθνικά» σκεπτόμενοι ασφαλισμένοι

«Τι μήνυμα στέλνουμε στο εξωτερικό; Γιατί το ασφαλιστικό ταμείο της Σουηδίας και της Αυστρίας να συμμετέχει στο PSI και να υπάρχουν αντιρρήσεις από τα Ελληνικά;» (δηλώσεις Ευ. Βενιζέλου).  «Παράλογη και μυωπική» η απόφαση έξι ασφαλιστικών ταμείων να μην συμμετάσχουν στο PSI (δηλώσεις Λ. Παπαδήμου).

Οι… αφελείς απορίες του Ευ. Βενιζέλου, συγκαλύπτουν τη διαχρονικά ληστρική συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων έναντι της κοινωνικής ασφάλισης. Τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, που διαχειρίζονται ένα μικρό μέρος των αποθεματικών τους που βρίσκεται σε ομόλογα (αφού το μεγαλύτερο μέρος τους που διαχειρίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος θα κουρευτεί υποχρεωτικά), θα πρέπει να αισθανθούν εθνικό τους καθήκον τη διάσωση των κεφαλαίων που έχουν επενδύσει κερδοσκοπικά ασφαλιστικοί οργανισμοί (ιδιωτικοί και κοινωνικοί) άλλων χωρών.

Η απόφαση που πήραν οι διοικήσεις ορισμένων ασφαλιστικών ταμείων, κάτω από την πίεση συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά και μπροστά στον οφθαλμοφανή κίνδυνο να μείνουν με άδεια ταμεία, εκνεύρισε την κυβέρνηση που μέχρι την τελευταία στιγμή προσπαθούσε να πιέσει με απειλές κι εκβιασμούς για συμμετοχή στο «εθελοντικό κούρεμα». Πιέσεις που έπιασαν σε μεγάλο βαθμό, αφού στα περισσότερα ασφαλιστικά ταμεία διαμορφώθηκαν πλειοψηφίες υπέρ του PSI με ενεργή ανάμειξη ή «ενεργή» ανοχή κορυφαίων συνδικαλιστικών οργανώσεων (π.χ. ΓΣΕΕ) και συνδικαλιστικών εκπροσώπων που συμμετέχουν στις διοικήσεις των ταμείων.

Τώρα που ο «εθνικός στόχος» του PSI επετεύχθη, εκείνο που μένει είναι τα άδεια κατά 12 δισ. ευρώ ταμεία των ασφαλιστικών οργανισμών. Οι ελληνικές τράπεζες, δεν ανησυχούν, αφού λίγες ώρες πριν κλείσει το PSI, τσίμπησαν ως μποναμά 30 δισ. ευρώ για την ανακεφαλαιοποίησή τους.

 

* E-mail: ergasia@edromos.gr

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 09 Μάρτιος 2012, http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=7856:…

Δυο κυβερνησούλες, μια σταλίτσα η κάθε μία!

Δυο κυβερνησούλες, μια σταλίτσα η κάθε μία!

Οι κυβερνήσεις Τζανετάκη Ζολώτα στον (έμμεσο) απολογισμό του ΚΚΕ

 

Του Παναγιώτη Μαυροειδή


 

Στο Ριζοσπάστη της 4ης Μάρτη σε άρθρο με  τίτλο ’’Να ξετινάξουμε τις ψευτιές και τα κάλπικα διλήμματα‘’, ο αρθρογράφος επιχειρεί να ανασκευάσει σειρά επιχειρημάτων εκπροσώπων του αστικού πολιτικού συστήματος σε ότι αφορά τις αιτίες της παρούσας κρίσης. 

Αναπτύσσονται σε αυτό, σειρά εύστοχων  σκέψεων που αποδομούν την προπαγάνδα των απολογητών των μνημονίων, της ΕΕ και των μέτρων εξανδραποδισμού των εργαζομένων υπέρ του ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Ξαφνικά, πέφτει η βόμβα:

‘’Φτάνουν οι άθλιοι στο σημείο να χρεώνουν στο ΚΚΕ και στους εργατικούς αγώνες τις συνέπειες του δικού τους συστήματος και της δικής τους πολιτικής διαχείρισης, όπως το κλείσιμο εργοστασίων, την ανεργία, το προσαρμοσμένο στις ανάγκες των καπιταλιστών κράτος, τις καταστάσεις εκφυλισμού των Πανεπιστημίων που συνεπάγεται η (από χρόνια) παράδοσή τους στις πολυεθνικές και τα μονοπώλια. Κάποιοι θυμήθηκαν ακόμα και την τρίμηνη συγκυβέρνηση του '89 ή τη βραχύχρονη οικουμενική που ακολούθησε, για να πουν ότι το ΚΚΕ άσκησε κυβερνητική εξουσία (!) και άρα έχει και αυτό ευθύνη για το σημερινό δράμα του λαού. Είναι αδίστακτοι και σάπιοι, καθρέφτης του συστήματος που υπηρετούν’’. (όλες οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).

Πρώτα πρώτα, είναι απορίας άξιον από πότε ο χαρακτήρας μιας κυβέρνησης κρίνεται από την ..διάρκεια της. Πράγματι, η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΣΥΝ, με πρωθυπουργό τον Τζ. Τζανετάκη (με μαχητική τότε συνηγορία της Α. Παπαρήγα, όπως και ολόκληρης της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ), είχε λίγους μήνες ζωής (Ιούλιος-Νοέμβριος 1989). Αρκούσαν όμως για να δημιουργηθεί το πλαίσιο της ιδιωτικής τηλεόρασης και να δοθούν σε μια νύχτα οι συχνότητες στους σημερινούς βαρόνους των ΜΜΕ. Αλλά και για να καεί ένα μεγάλο ιστορικό αρχείο της σύγχρονης ιστορίας, οι φάκελοι των αγωνιστών της Αριστεράς την περίοδο από την κατοχή έως την πτώση της χούντας το '74.

Το σπουδαιότερο ωστόσο, δεν βρίσκεται στις αποφάσεις αυτής της παρά- φύσει σύμπραξης, αλλά στο πολιτικό ιδεολογικό μήνυμα που εξέπεμψε. Η μέχρι τότε πιο σκληροτράχηλη Αριστερά της Ευρώπης, το ΚΚΕ, αποφάσιζε να συγκυβερνήσει με τη ΝΔ, συνεχιστή της πιο αυταρχικής Δεξιάς της Γηραιάς Ηπείρου! Η ιδεολογική καταβαράθρωση της κομμουνιστικής Αριστεράς στα μάτια των οπαδών της, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας, ήταν το βασικό  αποτέλεσμα. Πρώτο θύμα αυτής της πρώτης πράξης ένταξης της αριστεράς στον πολιτικό κορμό του πολιτικού συστήματος, η ΚΝΕ, που αποκεφαλίζεται, ενώ χιλιάδες μέλη της, όπως και μέλη του ΚΚΕ, αποχωρούν.

Οι εκλογές εκείνου του  Νοεμβρίου και πάλι δεν αναδεικνύουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, όπως και τον Ιούνιο. Ο ενιαίος ΣΥΝ, με την καθοδήγηση της ηγεσίας του ΚΚΕ διαπραγματεύεται και συμφωνεί με τα αστικά κόμματα στη δημιουργία "οικουμενικής κυβέρνησης" και των τριών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΝ) με πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Ξ.  Ζολώτα. Ο ισχυρισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι δήθεν είχε συνεργαστεί με τη ΝΔ  για να τιμωρήσει τους "κλέφτες του ΠΑΣΟΚ", καταρρέει, μιας και  ξαφνικά βρίσκεται να… συγκυβερνά και μαζί τους! Και αυτή η κυβέρνηση, θα έχει σύντομη θητεία (23 Νοεμβρίου 1989 – 11 Απριλίου 1990), αλλά θα ‘’προκάμει’’ να κατακυρώσει διεθνή χαριστικό διαγωνισμό για την ψηφιοποίηση του ΟΤΕ,  υπέρ της Siemens, ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο για τη συναινετική διαπλοκή και όσα έκτοτε ακολούθησαν.

Στις νέες εκλογές του Απριλίου του 1990 η ΝΔ σχηματίζει επιτέλους αυτοδύναμη κυβέρνηση και έτσι ο Συνασπισμός της Αριστεράς αποβάλλεται από τους υπουργικούς θώκους ως άχρηστος πλέον καταλύτης, ο οποίος εκπλήρωσε τον προορισμό του και τώρα δεν αξίζει τίποτα. Υπό το κράτος της αποτυχίας και χωρίς πλέον τον συνεκτικό ιστό της εξουσίας τα δύο στρατόπεδα του ενιαίου Συνασπισμού αλληλοσπαράσσονται. Όχι μόνο διαλύεται ο ενιαίος Συνασπισμός, αλλά διασπάται σχεδόν στη μέση και η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ το 1991!

Καθώς παράλληλα καταρρέει και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» η κυβερνητική περιπέτεια της Αριστεράς τη μετατρέπει σε πολιτικά ερείπια. Όταν τα δύο κομμάτια της εμφανίζονται ενώπιον του εκλογικού σώματος το 1993, τα αποτελέσματά τους είναι αποκαρδιωτικά: ο ΣΥΝ παίρνει 2,94% και μένει εκτός Βουλής παρά την ενίσχυσή του με τη μισή ΚΕ του ΚΚΕ και δεκάδες χιλιάδες οπαδούς του, ενώ το ίδιο το ΚΚΕ παίρνει μόλις 4,54% – ένα ποσοστό τόσο χαμηλό που μόνο κατά τη δεκαετία του… 1930 (!) είχε σημειώσει τελευταία φορά.

Με την ευκαιρία, κοινό χαρακτηριστικό όλων  των  κυβερνήσεων ‘’ευρύτερης συνεργασίας’’  στην ελληνική πολιτική ιστορία, ήταν ο βραχύβιος χαρακτήρας τους.

Από τις επτά κυβερνήσεις «ευρύτερης συνεργασίας» που σχηματίστηκαν στην μεταπολεμική Ελλάδα, οι τέσσερις  συγκροτήθηκαν κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Σε χρονολογική σειρά  είναι οι παρακάτω:

η κυβέρνηση ‘’εθνικής ενότητας’’ του Γεωργίου Παπανδρέου, αμέσως με την Κατοχή. (18 Οκτωβρίου 1944 – 3 Ιανουαρίου 1945, με την συμμετοχή και της αριστεράς, την οποία κατέσφαξε σε συνεργασία με τους άγγλους)

  η «επτακέφαλος κυβέρνησις» του Δημητρίου Μάξιμου (24 Ιανουαρίου 1947–29 Αυγούστου 1947. Συγκροτήθηκε απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής με σκοπό την αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής απειλής»)

  η μεταβατική κυβέρνηση συνεργασίας Ιωάννη Παρασκευόπουλου του Κέντρου με την ΕΡΕ, τις παραμονές του χουντικού πραξικοπήματος. (22 Δεκεμβρίου 1966 –3 Απριλίου 1967)

η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. (24 Ιουλίου 1974–21 Νοεμβρίου 1974, με συμμετοχή όλων των προδικτατορικών δεξιών και κεντρώων κομμάτων).  

η κυβέρνηση Τζανή Τζανετάκη. (2 Ιουλίου 1989–11 Οκτωβρίου 1989, με αρχιτέκτονες τον τότε πρόεδρο της ΝΔ Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τους ηγέτες της αριστεράς Χαρίλαο Φλωράκη και Λεωνίδα Κύρκο).

η οικουμενική κυβέρνηση Ξενοφώντα Ζολώτα. (23 Νοεμβρίου 1989–11 Απριλίου 1990, με συμμετοχή, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΝ).

η συγκυβέρνηση του δοτού Λ. Παπαδήμου, με στήριξη ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ (αρχικά ολόκληρου του ΛΑΟΣ, τώρα των ουρών του που ..κόπηκαν).

Και αυτή η τελευταία ‘’κυβερνησούλα’’, αν πρέπει να την κατατάξουμε με το κριτήριο της διάρκειας, θα είναι ‘’βραχύβια’’, αλλά θανατερή. 

Ας σημειώσουμε δύο σημαντικά στοιχεία αυτής της ιστορίας των βραχύβιων κυβερνήσεων συνεργασίας.

Στις πέντε από τις επτά κυβερνήσεις συνεργασίας, ηγήθηκαν τραπεζίτες! Τρείς διοικητές της Τράπεζας της Ελλάδας (Λ. Παπαδήμος, Α. Διομήδης, Ξ. Ζολώτας),ένας υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Ι. Παρασκευόπουλος) και ένα μέλος της διοίκησης της τελευταίας (Δ. Μάξιμος). Αυτό δείχνει κάποια πράγματα για το ρόλο και τη δύναμη του τραπεζικού κεφαλαίου, αλλά και τον καθαγιασμό που καταλαμβάνει στη λαϊκή συνείδηση.

Στις τρείς από τις επτά κυβερνήσεις συνεργασίας, συμμετείχε η αριστερά. Να λοιπόν που η αριστερά, έχει …κυβερνητική εμπειρία. Καθόλου ευκαταφρόνητη συγκομιδή, αλλά όχι και τόσο τιμητική.

Η αντίληψη ότι για την κρίση και τα προβλήματα ‘’φταίνε όλοι’’ και φυσικά και η αριστερά, είναι μια πρόστυχη θεωρία, που σκοπό έχει να αθωώσει τους βασικούς ενόχους και βασικά τον αστικό κόσμο, λασπώνοντας τους πάντες. 

Ο κόσμος της  αριστεράς ήταν  πάντα μαχόμενος στο πλευρό του λαού. Τα τραγικά λάθη, οι αδυναμίες ή ανεπάρκειες  των ηγεσιών της κατά καιρούς, δεν ακυρώνουν αυτή τη βασική διαπίστωση.

Η αριστερά έχει ευθύνες άλλης ποιότητας και έτσι πρέπει να συζητούνται. Να συζητούνται όμως. Χωρίς φόβο για αυτοκριτική  και αναθέματα στις κριτικές.  Αν όσοι κάνουν κριτική για τη συμμετοχή της αριστεράς σε συγκυβερνήσεις με τα αστικά κόμματα είναι ‘’αδίστακτοι και σάπιοι’’, καήκαμε…

 Όσο η αρνητική εμπειρία και τα λάθη, αξιολογούνται ανοιχτά και αναιρούνται, πάμε μπροστά. Όσο καταχωνιάζονται στην ηρωοποίηση και στη διαστρέβλωση, μετατρέπονται σε μεγαλύτερα λάθη. Και δεν είναι στιγμές για τέτοια.


ΠΗΓΗ: Sat, 2012-03-10, http://aristeroblog.gr/node/560

Τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς… ΙΙ

Τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς… (σημειώσεις για ένα εναλλακτικό παραγωγικό πρότυπο) – Μέρος ΙΙ

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι 4. κοινωνικές συμμαχίες

Όλα αυτά απαιτούν και μια νέου τύπου συμμαχία ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και άλλα κοινωνικά στρώματα. Δείξαμε ήδη με ποιο τρόπο μπορεί να υπάρξει μια πλατιά συμμαχία με τα μικρομεσαία αγροτικά στρώματα στην κατεύθυνση ενός σύγχρονου συνεταιριστικού κινήματος που θα βάζει διαρκώς αναβαθμισμένες μορφές συλλογικής διαχείρισης και οργάνωσης, σε ρήξη με τη λογική της ατομικής αγροτικής «επιχειρηματικότητας» που σήμερα προτείνεται. Αντίστοιχα, οι δυνάμεις της διανοητικής εργασίας μπορούν να αποτελέσουν κομμάτι μιας συλλογική προσπάθειας εναλλακτικής ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι υπερβαίνουν τον ελιτισμό και λειτουργούν με συνείδηση ότι είναι τμήμα του συλλογικού εργαζομένου.

Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να δούμε και άλλα στρώματα. Σήμερα η κυρίαρχη πολιτική ετοιμάζεται να συντρίψει σημαντικό μέρος των αυτοαπασχολούμενων και των μικρών επιχειρήσεων, ιδίως μέσα από μια παρατεταμένη ύφεση. Τα στρώματα αυτά μπορούν να αποτελέσουν κομμάτι μιας ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας, υπό την προϋπόθεση ότι αποδέχονται και στοιχεία μετασχηματισμού του ρόλου τους: θα τους δοθεί η δυνατότητα επιβίωσης, απαλλαγής από μορφές ανταγωνισμού που τους αποδιαρθρώνουν, ένταξη σε εμπορικά δίκτυα που δεν θα μετακυλούν τεράστιο κόστος στους καταναλωτές, ορθολογική φορολόγηση, αλλά και ταυτόχρονα θα πρέπει να αποδεχτούν ότι δεν θα μπορούν να στηρίζονται ούτε στην υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, ούτε στην αξιοποίηση του προνομιακού ρόλου τους έναντι του καταναλωτή.

5. Ο μετασχηματισμός των παραγωγικών σχέσεων

Κομμάτι όλης αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί παρά να είναι ένα αίτημα μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων. Αυτό θα είναι και σε τελική ανάλυση το καθοριστικό πεδίο που θα διαμορφώνει ένα διαφορετικό υλικό συσχετισμό δύναμης μέσα στην παραγωγή. Γιατί είναι προφανές ότι η τυπική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας δεν συνιστά και μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων, κάτι που καταγράφηκε και ως όριο των περισσότερων αποπειρών σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αυτό σημαίνει ότι τα βήματα προς την ενίσχυση της δημόσιας ιδιοκτησίας και της έμφασης στην αυτοδύναμη ανάπτυξη πρέπει να συνδυαστούν με μεγάλους πειραματισμούς με μη καπιταλιστικές μορφές οργάνωσης της εργασίας που να στηρίζονται στη συλλογικότητα, την αμφισβήτηση ιεραρχιών και αυθεντιών και την απόπειρα υπέρβασης της διάκρισης διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας. Ένας τέτοιος πειραματισμός για νέες μη εκμεταλλευτικές και μη ιεραρχικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής, που δίνει μια άλλη πιο στρατηγική διάσταση στην αναγκαία εργατική δημοκρατία μέσα στην παραγωγή, απαιτεί και τομές εκτός παραγωγής, κύρια σε ό,τι αφορά την κοινωνικοποίηση της γνώσης και της τεχνογνωσίας και τη διάχυση του «μυστικού της γνώσης». Η σύγχρονη εργατική δύναμη, πολύ πιο «διανοητική» στην ίδια την οντολογία της, με τις αυξημένες γνωσιακές και επικοινωνιακές δεξιότητες, μπορεί να παίξει πρωτοπόρο ρόλο σε αυτό τον πειραματισμό.

6. Ο επαναπροσδιορισμός της ευημερίας

Όλα αυτά απαιτούν επαναπροσδιορισμό της ευημερίας. Πολλές φορές η Αριστερά την όρισε ποσοτικά, ως μια δίκαια κατανεμημένη οικονομική μεγέθυνση. Εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό, αλλά για την ποιότητα της δημόσιας και δωρεάν παιδείας και υγείας, τη μείωση του χρόνου εργασίας την ανάπτυξη εκτεταμένου συστήματος δημόσιων συγκοινωνιών, τη μείωση του άγχους της ανασφάλειας και του κοινωνικοοικονομικού στρες, την πολιτιστική αναγέννηση, την προστασία του περιβάλλοντος, την ουσιαστική κοινωνικότητα που να σπάει την αλλοτρίωση και την εξατομίκευση. Ένα τέτοιο πρότυπο μπορεί στους οικονομικούς δείκτες να μοιάζει «αποανάπτυξη», να μην περιλαμβάνει την εύκολη πρόσβαση σε διάφορα καταναλωτικά φετίχ, αλλά θα ανοίξει δρόμους μιας πραγματικά καλύτερης ζωής.

7. Επιτακτικές απαντήσεις και μεγάλες δυσκολίες

Μια τέτοια προσπάθεια εντάσσεται σαφώς στον ορίζοντα της αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης και μιας σύγχρονης σοσιαλιστικής προοπτικής. Αυτό δεν σημαίνει δογματική αναπαραγωγή «έτοιμων» επαναστατικών συνταγών. Πόσω μάλλον που εάν μιλάμε για μια «συγκεκριμένη ουτοπία», δηλ. για το οριακό ενδεχόμενο σημερινών εξελίξεων και τομών, δεν θα μιλάμε για μια «αποκαλυπτικού τύπου» επαναστατική εξουσία, όπου ύστερα από ένοπλη εξέγερση και εμφύλιο πόλεμο θα γίνει σοσιαλιστική ανοικοδόμηση πάνω σε ερείπια, αλλά για μια πολύ πιο σύνθετη, άνιση και αντιφατική διαδικασία. Είναι πιθανό ο συνδυασμός πολιτικής και οικονομικής κρίσης να οδηγήσει στην αναγκαστική απόφαση για τομές όπως η έξοδος από το ευρώ και στη συνύπαρξη αντιφατικών κυβερνητικών μορφών με μορφές αυτοοργάνωσης, αυτοδιαχείρισης εργατικού ελέγχου και λαϊκής εξουσίας «από τα κάτω». Θα είναι, επομένως, μια σύνθετη διαδικασία που στα πρώτα βήματα θα φαντάζει ταυτόχρονα ως διαχείριση και μετασχηματισμός του υπάρχοντος. Σήμερα, τα αναγκαία μέτρα για να αποφύγουμε την καταστροφή περιλαμβάνουν ταυτόχρονα αποφάσεις που μπορούν να τις πάρουν ακόμη και αστικές κυβερνήσεις υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος και πολύ τολμηρές μορφές ρήξης με τον «υπαρκτό καπιταλισμό».

Σε αντίθεση με προηγούμενα πειράματα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού που συχνά είχαν να αντιμετωπίσουν είτε μικρό βαθμό προηγούμενης καπιταλιστικής ανάπτυξης, είτε τις επιπτώσεις προηγούμενων καταστροφικών εμφυλίων πολέμων, εμείς μιλάμε για διαδικασίες μετασχηματισμού σε κοινωνίες με σχετικό βάθος των καπιταλιστικών σχέσεων, των αστικών θεσμών, της καπιταλιστικής «δύναμης της συνήθειας» (Λένιν). Η «υπόσχεσή» της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι ατέρμονες θυσίες, θα πρέπει να υπάρχουν αποτελέσματα βελτίωσης, θα πρέπει κι η επιβίωση και μια σχετική ευημερία εξ αρχής να είναι εφικτά.

Όμως, η μεγάλη δυσκολία είναι η άρθρωση ενός εναλλακτικού «κοινωνικού λογισμού», μιας διαφορετικής κοινωνικοποίησης των επιμέρους πρακτικών, που να στηρίζεται στην δημοκρατία, την αυτοδιαχείριση και το συλλογικό σχεδιασμό και να υπερβαίνει την αγορά ως τρόπο συντονισμού επιμέρους ιδιωτικών εργασιών, χωρίς να αναπαράγει τις στρεβλώσεις ενός κεντρικού «σχεδίου» που απλώς επιβάλλεται στο όνομα της κοινωνίας. Χρειάζεται να συναρθρώσουμε τις απαιτήσεις επιβίωσης και εγγύησης ενός ορισμένου επιπέδου διαβίωσης, με το συλλογικό σχεδιασμό, με την συνάρθρωση κοινωνικών συμμαχιών, με το μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Για να το πούμε διαφορετικά, μια σύγχρονη διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού θα πρέπει ταυτόχρονα να σέβεται τις αναγκαιότητες που οδήγησαν τον Λένιν στη λογική της ΝΕΠ (διατήρηση και μορφών εμπορευματικής ανταλλαγής, διαλεκτική αντιμετώπιση των κοινωνικών συμμαχιών, ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού) και να δοκιμάζει πρακτικές όπως αυτές που δοκιμάστηκαν στην κινεζική Πολιτιστική Επανάσταση (αμφισβήτηση του καταμερισμού εργασίας, πειραματισμός με την οργάνωση της παραγωγής, κοινωνικοποίηση της τεχνογνωσίας).

Όμως, ένα εναλλακτικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης απαιτεί και άλλης κλίμακας συλλογικότητα, πρωτοβουλία και αλληλεγγύη σε όλες τις όψεις της ζωής, υπέρβαση παραδομένων στερεότυπων, κοινωνικών ιεραρχιών, έμφυλων διακρίσεων, μια άλλη ηθική της στράτευσης και της αλληλεγγύης, μια τομή στις ιδεολογικές πρακτικές, στη συλλογική αυτοσυνείδηση και συγκρότηση των ίδιων των λαϊκών μαζών, αυτό που βολονταρίστικα ορίστηκε ως ο «νέος άνθρωπος» στα συνθήματα του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος.

8. Οι αναγκαίες προϋποθέσεις

Όλα αυτά έχουν  τρεις κρίσιμες απαιτήσεις. Η πρώτη αφορά το θέμα της εξουσίας. Οι τομές αυτές απαιτούν προφανώς και ξεδίπλωμα λαϊκών δυναμικών από τα κάτω, μέσα από ένα ρωμαλέο εργατικό και λαϊκό κίνημα που πραγματικά να πειραματίζεται με νέες μορφές αλλά  απαιτούν και την παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας για να εγγυηθεί ρήξεις και να εξασφαλίσει τη συνέχεια των πειραματισμών. Ακόμη και εάν στοχαστούμε μια ιδιότυπη συνθήκη «δυαδικής εξουσίας», όπου μια κυβέρνηση υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος θα έκανε αναγκαστικές παραχωρήσεις, ενώ το κίνημα θα βάθαινε τις δικές του μορφές «εξουσίας από τα κάτω», σίγουρα το ερώτημα τελικά του ποια κοινωνική συμμαχία ορίζει την πολιτική (και κυβερνητική) εξουσία θα παραμένει κεντρικό. Μια κυβέρνηση που θα εκπροσωπεί μια λαϊκή συμμαχία και την Αριστερά, μαζί με γενναίες θεσμικές τομές, μια πραγματική «συντακτική εθνοσυνέλευση» των κοινωνικών αναγκών και της ρήξης με το «θεσμικό κεκτημένο» του  νεοφιλελευθερισμου, μπορεί να αποτελέσει κομμάτι μιας εφικτής σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Για να μπορεί, όμως, πραγματικά να θέσει με πρωτότυπους όρους το θέμα της κατάληψης εξουσίας θα πρέπει να στηρίζεται καθοριστικά σε όλες τις μορφές λαϊκής και εργατικής αντιεξουσίας, κοινωνικού και εργατικού ελέγχου, αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης σε κάθε επίπεδο, όλο τον πλούτο μιας διεργασίας «από τα κάτω» που οφείλει να ξεκινήσει να δοκιμάζεται από τώρα και να έχει ορίζοντα το μετασχηματισμό και τη σταδιακή απονέκρωση των αστικών κρατικών μηχανισμών.

Η δεύτερη αφορά το ζήτημα της συλλογικής γνώσης και «κοινωνικής τεχνογνωσίας». Γι’ αυτό χρειάζεται να στηριχτούμε στη συλλογική επινοητικότητα, δημιουργικότητα και εμπειρία των λαϊκών μαζών. Από τον απλό τεχνίτη που ξέρει πώς να γίνει καλά μια επισκευή χωρίς μεγάλο κόστος, στον συλλογικό εργαζόμενο του κατασκευαστικού κλάδου που έχοντας την εμπειρία του μεγάλου φαγοποτιού των μεγάλων έργων ξέρουν πώς να γίνουν πραγματικά χρήσιμες, φθηνότερες και φιλικές προς το περιβάλλον δημόσιες υποδομές, στο κίνημα των υγειονομικών που μπορούν να πουν πολλά για την πρωτοβάθμια υγεία, την πρόληψη, και την απαλλαγή από όλο το βάρος της ιδιωτικοποιημένης «περίθαλψης», στους εκπαιδευτικούς που παλεύουν για μια πραγματικά δημόσια εκπαίδευση, που ξέρουν ότι δεν χρειαζόμαστε πανάκριβους διαδραστικούς πίνακες αλλά πάλη ενάντια στις σύγχρονες μορφές ημιμάθειας, στο δυναμικό που πειραματίζεται με μορφές κοινωνικοποιημένης γνώσης όπως το ελεύθερο λογισμικό, έχουμε τους ανθρώπους που μπορούν να εμπλακεί σε μια τέτοια συλλογική δημιουργική προσπάθεια κοινωνικού πειραματισμού.

Η τρίτη αφορά το ερώτημα ενός νέου διεθνισμού. Ξέρουμε καλά ότι όσο ο πειραματισμός στον οποίο ελπίζουμε παραμένει μέσα σε ένα περιβάλλον καπιταλιστικής διεθνοποίησης θα δέχεται διαρκώς πιέσεις και θα αντιμετωπίζει προβλήματα. Όμως, μια πορεία κοινωνικού μετασχηματισμού στην Ελλάδα, μέσα στην ελπίδα που γεννά ο παγκόσμιος κύκλων αγώνων και εξεγέρσεων  αλλά και μέσα στην πιθανότητα μια τομή στην Ελλάδα να σημαίνει και τομές συνολικά στην Ευρώπη, πιστεύουμε ότι δεν θα είμαστε μόνοι. Και ανάμεσα σε σχηματισμούς που πειραματίζονται με την κοινωνική μετάβαση πολύ πιο εύκολα μπορούν να αναπτυχθούν διεθνείς σχέσεις και συναλλαγές που να στηρίζονται στην αμοιβαιότητα, την ισοτιμία και την αλληλεγγύη.

Απέναντι στην καταστροφή που ανοίγεται μπροστά μας απαιτείται να κάνουμε και άλματα στη σκέψη μας. Η συζήτηση πρέπει να ανοίξει συλλογικά. Το «γκρίζο δέντρο της θεωρίας» ας μπολιαστεί από τη συλλογική εμπειρία των αγωνιζόμενων ανθρώπων.

 

ΠΗΓΗ: (Μια πρώτη και συντομότερη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στο τεύχος 29 του περιοδικού Εκτός Γραμμής). Το είδα: http://aristerovima.gr/blog.php?id=3202

PSI & λοιπά: Επιζήμια κι εξευτελιστική η συμφωνία ΙΙ

Επιζήμια κι εξευτελιστική η συμφωνία δανεισμού των 130 δισ. ευρώ – Μέρος ΙΙ

 

Του Λεωνίδα Βατικιώτη


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι  Θέλουν τις ΔΕΚΟ οι Τροϊκανοί

Η κριτική που ασκείται για την μη εφαρμογή των οδηγιών των Μνημονίων (που κατά την άποψη του γράφοντος θα ήταν ευχής έργο από κάθε άποψη: για να ξεπερασθεί η κρίση, να διαφυλαχθούν οι κοινωνικές κατακτήσεις, να μην αμφισβητηθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού που υπονομεύονται κατά πρωτοφανή τρόπο και πολλούς άλλους λόγους) ισχύει σε ένα και μόνο θέμα: Στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων όπου έχουν γίνει λιγότερα απ’ όσα για παράδειγμα προβλέπονταν στο Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο το οποίο ψηφίσθηκε τέλη Ιουνίου του 2011, με την Βουλή περικυκλωμένη από εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές και την αστυνομία να επιδίδεται σε όργιο καταστολής, θυμίζοντας τις πιο μαύρες παραδόσεις της.

Η ελληνική δημόσια διοίκηση ωστόσο πολύ σωστά έπραξε και έστω με τη μέθοδο της κωλυσιεργίας αρνήθηκε να υλοποιήσει το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων. Γιατί πίσω από την πίεση για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας δεν κρύβεται το ενδιαφέρον των δανειστών μας να μειωθεί το δημόσιο χρέος άλλα το ιδιοτελές τους συμφέρον να «βάλουν στο χέρι» τις ΔΕΚΟ. Μια μάτια να ρίξει κάποιος στις τιμές τους όπως φαίνονται στον πίνακα που παραθέτουμε, κι οποίες βρίσκονται στο ναδίρ λόγω της γενικής πτώσης των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο, καταλαβαίνει ποιο είναι το μυστικό αντικείμενο του πόθου των πιστωτών μας. Φαίνεται πως εύκολα κανείς μπορεί να γίνει ιδιοκτήτης μιας ΔΕΚΟ, να ελέγξει δηλαδή ένα μειοψηφικό μεν άλλα κρίσιμο πακέτο μετοχών με την τιμή που έχει μια καλή βίλα στη Μύκονο. Που θα ξαναβρούν τέτοια ευκαιρία οι ευρωπαίοι «εταίροι μας»;

Χρηματιστηριακή αξία των προς ιδιωτικοποίηση εισηγμένων εταιρειών (τιμές σε εκ. ευρώ της 10ης Φεβρουαρίου 2012)

Αγροτική Τράπεζα                          588

ΔΕΗ                                                1.020

Εθνική τράπεζα                           2.500

Ελληνική Βιομ. Ζάχαρης                 33

Ελληνικά  Πετρέλαια                 1.800

ΕΥΑΘ                                                137

ΟΛΘ                                                  120

ΟΛΠ                                                 292

ΟΠΑΠ                                          2.290

Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο          212

Οι τιμές προέρχονται από το Ημερήσιο Δελτίο Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών

 

Πέρα για πέρα δικαιολογημένη επομένως η επιμονή που δείχνουν οι Τροϊκανοί στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων στο νέο Μνημόνιο, όπου από την 3η σελίδα κιόλας αναφέρεται: «Η κυβέρνηση εφαρμόζει το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων με σκοπό την είσπραξη 50 δισεκατομμυρίων ευρώ μακροπρόθεσμα. Οι συνολικές εισπράξεις από αποκρατικοποιήσεις από τον Ιούνιο του 2011 θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 4,5 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2012, 7,5 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2013, 12,2 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2014 και 15 δισ. ευρώ μέχρι το 2015».

Το πρόγραμμα ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας θα επιβαρύνει τις συνθήκες ζωής της πλειοψηφίας καθώς υπηρεσίες που με ένα ανεκτό σχετικά κόστος ως σήμερα προσφέρονταν στην κοινωνία πλέον θα γίνουν απροσπέλαστες έτσι ώστε να στηριχθεί η ιδιωτική κερδοφορία. Προς επίρρωση το άρθρο 2.2 του Μνημονίου όπου αναφέρεται κατά λέξη: «Τα τιμολόγια του ΟΑΣΑ, του ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα αυξηθούν κατά τουλάχιστον 25% ενώ τα επιχειρησιακά τους σχέδια θα επικαιροποιηθούν πλήρως». Έτσι δεν αναμένονται μόνο νέες ανατιμήσεις φωτιά στα εισιτήρια λεωφορείων και τρένων που έχουν ήδη αυξηθεί θίγοντας υπέρμετρα τα πιο φτωχά στρώματα, αλλά επίσης αναμένονται πιο αραιά δρομολόγια και κατάργηση πολλών δρομολογίων που κρίνεται ότι έχουν οριακή βιωσιμότητα. Το αποτέλεσμα θα είναι σταδιακά να γίνει ανυπόφορη η ήδη δραματική κατάσταση των μέσων μαζικής μεταφοράς που πρέπει να πούμε ότι όφειλαν να είναι ζημιογόνα και να ζουν από την κρατική επιχορήγηση για να παρέχουν υψηλής ποιότητας, γρήγορες, φθηνές και ασφαλείς μετακινήσεις.

Βρετανικό δίκαιο: Ραγιαδισμός και υποτέλεια

Το Μνημόνιο ωστόσο και η Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης που το συνοδεύει θα μείνουν στην ιστορία ως μνημεία ξενοδουλείας επειδή υπάγουν τα νέα ομόλογα στο αγγλικό δίκαιο και σε εκείνο του δουκάτου του Λουξεμβούργου. Αναφέρεται κατά λέξη στο άρθρο 13 του Μνημονίου:

«1. Η παρούσα σύμβαση και κάθε εξωσυμβατική αξίωσή που γεννάται σε σχέση με αυτήν διέπονται και θα ερμηνεύονται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο.

2. Τα μέρη υποχρεούνται να υπαγάγουν κάθε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με τη νομιμότητα, εγκυρότητα, ερμηνεία ή έκκληση της παρούσας σύμβασης στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίου του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου».

Η αναγνώριση ως αρμόδιου δικαίου αυτού της Αγγλίας και του Λουξεμβούργου στο Μνημόνιο και τελικά της Αγγλίας (σύμφωνα με την ανακοίνωση Τύπου που εξέδωσε το υπουργείο Οικονομικών στις 21 Φεβρουαρίου – στα αγγλικά μάλιστα κι αυτή γραμμένη) δεν προκαλεί οργή μόνο για τον συμβολισμό που εμπεριέχει η κίνηση στο βαθμό που ένα κυρίαρχο κράτος, όπως υποτίθεται πως είναι η Ελλάδα, παραιτείται θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Συνιστά επίσης πρόκληση και λόγω των συγκεκριμένων, αρνητικών συνεπειών στην περίπτωση που εξέλθουμε της νομισματικής ενοποίησης, είτε κατόπιν δικής μας απόφασης, είτε  κατόπιν γερμανικής εντολής, όπως είναι και το πιθανότερο να συμβεί. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι πιστωτές θα έχουν διασφαλιστεί και ο ελληνικός λαός θα συνεχίσει να εξυπηρετεί ένα χρέος χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τους όρους του, με την ίδια ευκολία που θα το έκανε αν για παράδειγμα τα νέα ομόλογα διέπονταν από το ελληνικό δίκαιο, οπότε θα αρκούσε ένας νόμος που θα άλλαζε το νόμισμα αποπληρωμής τους.

Οι συνταγματολόγοι καταδικάζουν

Τόσο η συναφής με τα παραπάνω ρήτρα παραίτησης από τις ασυλίες της εθνικής κυριαρχίας που υπάρχει στο Μνημόνιο όσο και πολλές άλλες πλευρές του επικρίθηκαν με έγκυρο τρόπο και εμπεριστατωμένα από πέντε καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου που κατά τη διάρκεια όλης αυτής της μαύρης διετίας έχουν συμβάλει τα μέγιστα με τις γνώσεις τους στην αποκάλυψη των νομικών και συνταγματικών οργίων που συνόδευσαν την ένταξη της Ελλάδας στο σφαγείο του ΔΝΤ και της ΕΕ (Γ. Κασιμάτης,  Α. Δημητρόπουλος, Γ. Κατρούγκαλος, Η. Νικολόπουλος και Κ. Χρυσόγονος). Η επιστολή που συνέταξαν τελείωνε με το εξής: «Η ψήφιση του νομοσχεδίου συνιστά συνεπώς εκτροπή  από τη συνταγματική, την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομιμότητα». Σε άλλα σημεία της ιδιαίτερης σημασίας κοινής τους δήλωσης αναφέρεται:

1. Η παρούσα Βουλή εκλέχθηκε τον Οκτώβριο του 2009 κάτω από εντελώς διαφορετικές πολιτικές προϋποθέσεις και η λαϊκή εντολή προς αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 41 του Συντάγματος, ήταν διαμετρικά αντίθετη από όσα προβλέπει τώρα το κατατεθειμένο κείμενο.  Λείπει, συνεπώς, η δημοκρατική νομιμοποίηση για την ψήφισή του.

2. Το περιεχόμενο του κειμένου, που καλείται να ψηφίσει η Βουλή είναι προϊόν οικονομικού και πολιτικού εκβιασμού, εκ μέρους των εκπροσώπων των δανειστών, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου (άρθρο 52 της Διεθνούς Σύμβασης της Βιέννης του 1969).

3. Το κείμενο που κατατέθηκε για ψήφιση δεν αποτελεί κατά το Σύνταγμα ούτε  σχέδιο νόμου, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνει διατάξεις νομοθετικού περιεχομένου ούτε σχέδιο νόμου κυρωτικού διεθνούς σύμβασης, δεδομένου ότι δεν περιέχει το υπογεγραμμένο κείμενο της διεθνούς σύμβασης. Πρόκειται για κείμενο προγράμματος, που επιχειρείται να δεσμεύσει ανεπίτρεπτα επί δεκαετίες το μέλλον της χώρας. Παρουσιαζόμενο, συνεπώς, ως δεσμευτικό κείμενο νόμου, παραβιάζει την αντιπροσωπευτική αρχή και την κατά το Σύνταγμα άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας (άρθρο 26 Σ).

4. Το κείμενο επιχειρείται να υπερψηφιστεί κατά παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος, στο βαθμό που επιβάλλεται κομματική πειθαρχία χωρίς προηγούμενη εσωτερική ψηφοφορία και απόφαση συλλογικών κομματικών οργάνων.

5. Η πρόβλεψη ότι οι νέες δανειακές συμβάσεις θα ισχύουν από την υπογραφή τους, χωρίς κύρωση από την Βουλή, παραβιάζει τα άρθρα 28 παρ. 2 και  36 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς και το διεθνές δίκαιο.

6.  Οι συνταγματικές και οι διεθνούς δικαίου εγγυήσεις σεβασμού και προστασίας της εθνικής κυριαρχίας προσβάλλονται επιπλέον:

(α) Με την επανάληψη – όπως και στη Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης της 10.5.2010 – της  ρήτρας παραίτησης από τις ασυλίες της εθνικής κυριαρχίας,

(β) με τον υπερδανεισμό της χώρας και την άμεση στέρηση της δυνατότητας ικανοποίησης των βασικών αναγκών του ελληνικού λαού και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των ελλήνων πολιτών,

(γ) με τη σώρευση «επαχθούς» δανεισμού και

(δ) με την εφαρμογή του αγγλικού δικαίου και όχι του δημοσίου διεθνούς δικαίου που διέπει τις διεθνείς συμβάσεις των κρατών. Συνεπώς, το κείμενο που καλείται η Βουλή να ψηφίσει παραβιάζει στον πυρήνα τους τις συνταγματικές εγγυήσεις της εθνικής κυριαρχίας,  της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής (άρθρο 1 του Συντάγματος).

Τα μέτρα που προβλέπει το προς ψήφιση κείμενο ότι θα επιβληθούν στον ελληνικό λαό παραβιάζουν τις αρχές της ισότητας των βαρών, του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρα 4 παρ. 5 και  25 παρ. 1 του Συντάγματος) και τις εγγυήσεις των κοινωνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων (άρθρα 22 και 23 του Συντάγματος). Παραβιάζουν επίσης θεμελιώδεις εγγυήσεις  της Συνθήκης της Λισαβόνας (του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) και του διεθνούς δικαίου, καθώς και εγγυήσεις του διεθνούς εργατικού δικαίου.

Μεταβατική η συμφωνία για τα 130 δις. ευρώ

Η συμφωνία που υπογράφτηκε στο Eurogroup την Τρίτη 21 Φεβρουαρίου, με την οποία άνοιξε ο δρόμος για την χορήγηση του νέου δανείου των 130 δισ. ευρώ επιβεβαίωσε και με το παραπάνω τις διαφωνίες των συνταγματολόγων. Συνολικά πρόκειται για μια συμφωνία εξόχως επιζήμια και βλαπτική για τα συμφέροντα της Ελλάδας, η οποία συνοδεύεται από όρους απαράδεκτους που μόνο ένας δοτός πρωθυπουργός θα μπορούσε να δεχθεί κι η οποία σύντομα θα αποδειχθεί μεταβατική και αναποτελεσματική. Δεν λύνει δηλαδή το πρόβλημα του δημόσιου χρέους παρότι το αρχικό σχέδιο για κούρεμα ύψους 50% άλλαξε κι έγινε 53,5% ώστε να πραγματοποιηθεί ο στόχος μείωσης του δημόσιου χρέους κατά 100 δις. ευρώ.

Προϋπόθεση όμως γι’ αυτή τη ρύθμιση δεν είναι μόνο η αιματηρή λιτότητα, το αγγλικό δίκαιο και η εντελώς απαράδεκτη επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων αλλά και άλλοι εξ ίσου απεχθείς όροι όπως: Πρώτο η έλευση στην Αθήνα ενισχυμένης σε σχέση με σήμερα και μόνιμης αντιπροσωπείας που θα εγκατασταθεί σε κρίσιμα υπουργεία και υπηρεσίες. Δεύτερο, η δημιουργία ενός κλειστού λογαριασμού στον οποίο θα τοποθετούνται τα χρήματα από το εξωτερικό που κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Οι δύο αυτοί όροι δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι βαθαίνουν το καθεστώς κηδεμονίας κι επιτήρησης που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα με τον διορισμό των Ράιχενμπαχ και Φούχτελ κι από άτυπο αυτό το καθεστώς γίνεται πλέον και τυπικό. Οι γκαουλάιτερ που θα διορίσει η Μέρκελ στην Αθήνα θα λειτουργούν σαν δύναμη κατοχής υπηρετώντας τα συμφέροντα των πιστωτών σε βάρος κάθε έννοιας δημοσίου συμφέροντος. Σε αυτό το πλαίσιο οποιαδήποτε στιγμή τα δημόσια έσοδα δεν επαρκούν για την αποπληρωμή ομολόγων δεν θα έχουν κανένα δισταγμό να απολύουν 1.000 ή 2.000 δημόσιους υπαλλήλους αν απαιτείται ή να κλείνουν σχολεία όπως έκαναν και οι παππούδες τους, Ναζί κατακτητές.

Παρόλα αυτά ακόμη κι οι προβλέψεις που διατυπώνονται για μείωση του δημόσιου χρέους στο 120% του ΑΕΠ το 2020 είναι όνειρα θερινής νυκτός. Οι θριαμβολογίες των υπουργών και των αξιωματούχων της ΕΕ (που πρέπει να ομολογήσουμε πως ήταν πιο συγκρατημένες) γρήγορα θα αποδειχθούν κενό γράμμα. Ο λόγος είναι απλός: όπως ακριβώς η λιτότητα (που καταδικάζει το ΑΕΠ σε συρρίκνωση) οδήγησε σε αποτυχία τους μέχρι τώρα στόχους διαχείρισης του χρέους (όπως μετριέται ως ποσοστό του ΑΕΠ) έτσι και τώρα η παρατεταμένη λιτότητα θα οδηγήσει σε ναυάγιο το στόχο μείωσης του στο 120% το 2020. Στόχος που, ειρήσθω εν παρόδω, απέχει σημαντικά από το να χαρακτηριστεί ως όριο βιωσιμότητας για ένα δημόσιο χρέος. Σε αυτό το επίπεδο ήταν το φθινόπωρο του 2009 στην Ελλάδα και στο ίδιο επίπεδο ήταν το καλοκαίρι του 2011 στην Ιταλία, ανοίγοντας και στις δυο περιπτώσεις τον Ασκό του Αιόλου. Γιατί το 2020 να είναι διαφορετικά; Πολύ περισσότερο γιατί να πάρουμε στα σοβαρά τις προβλέψεις τους για μετά από οκτώ χρόνια όταν μέχρι στιγμής έχουν αποτύχει παταγωδώς να προβλέψουν πολύ πιο απλά μεγέθη όπως η εξέλιξη της ανεργίας και του ΑΕΠ;

Η αποτελεσματικότητα του πακέτου διάσωσης αμφισβητήθηκε από όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης: «Η Ελλάδα απέφυγε τη χρεοκοπία με τη συμφωνία διάσωσης της τελευταίας στιγμής – ως προς το παρόν. Μακροπρόθεσμες ωστόσο αμφιβολίες για την ικανότητά της να αποπληρώσει τα κλιμακούμενα χρέη της παραμένουν, αυξάνοντας τα ερωτήματα για το κατά πόσο θα χρειαστούν τελικά ακόμη περισσότερα χρήματα διάσωσης», έγραφε χαρακτηριστικά η International Herald Tribune από την πρώτη της σελίδα, την επομένη της συμφωνίας, Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012. Στο ίδιο κλίμα ήταν και το σχετικό άρθρο στην αγγλόφωνη ηλεκτρονική σελίδα του Spiegel στις 21 Φεβρουαρίου: «Πολλοί οικονομολόγοι είναι επίσης σκεπτικοί για τις προοπτικές της Ελλάδας να επιστρέψει στην οικονομική μεγέθυνση. Η χώρα βρίσκεται στο πέμπτο έτος ύφεσης και τα μέτρα λιτότητας αναμένεται να κάνουν ακόμη πιο δύσκολη κάθε πιθανή ανάκαμψη. Επίσης παραμένει ασαφές κατά πόσο η Αθήνα θα τα καταφέρει ακόμη και με ένα μειωμένο χρέος»!

Όλε αυτές οι παλινωδίες (που αποδεικνύουν ότι μόνο η μονομερής παύση πληρωμών μπορεί να αποδειχθεί τελεσφόρα και συμφέρουσα) έχουν καταδικάσει πέρα από την οικονομία και την πολιτική σε ένα πρωτοφανές τέλμα. Για την ακρίβεια όλο το πολιτικό σύστημα, που πλέον συμπεριλαμβάνεται στα θύματα των συνταγών του ΔΝΤ και της ΕΕ. Οι διαγραφές σχεδόν 50 βουλευτών από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, επειδή δεν ψήφισαν το Μνημόνιο μένοντας έτσι πιστοί στις αρχές τους αντίθετα με τις ηγεσίες των κομμάτων τους, αποτέλεσε τη χαριστική βολή στα δύο κόμματα εξουσίας που ούτως ή άλλως στις δημοσκοπήσεις δοκιμάζονταν οι αντοχές τους. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για το ΠΑΣΟΚ που έχει κατρακυλήσει στην πέμπτη θέση, αλλά και για τη ΝΔ που αδυνατεί να πετύχει αυτοδυναμία. Η στροφή μάλιστα του Α. Σαμαρά σε φιλομνημονιακές θέσεις, όσο κι αν του έδωσε ανέλπιστο «μπόνους» την μεταγραφή των Μ. Βορίδη και Ά. Γεωργιάδη, ροκανίζει μακροπρόθεσμα την καρέκλα του στην αρχηγία του κόμματος, καθώς η ισχύς του τον πρώτο ένα – ενάμισι χρόνο μετά την εκλογή του δεν απέρρεε από πουθενά αλλού πέρα από του δεσμούς που είχε δημιουργήσει με την λαϊκή, αντιμνημονιακή Δεξιά.

Σε αυτό το πλαίσιο το νέο Μνημόνιο και το νέο δάνειο εξελίσσονται σε σημείο τομής όχι μόνο για την κοινωνία και την οικονομία αλλά και την πολιτική.


ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο NEXUS, Μάρτιος 2012. Το είδα: 09/03/2012, http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2012/03/09/…b1/ 

Ο ΠΟΥΤΙΝ ΚΑΙ Η ΡΩΣΙΑ

Ο ΠΟΥΤΙΝ ΚΑΙ Η ΡΩΣΙΑ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η επιλογή του Πούτιν υπήρξε το μοιραίο σφάλμα του Γιέλτσιν, ενός από τους πλέον αθλίους ηγέτες μεγάλης χώρας κατά την πρόσφατη ιστορία. Ο Γέλτσιν προδότης της χώρας του λόγω του διεφθαρμένου χαρακτήρα και όχι εκ συνειδητής επιλογής, λόγω συμπλεγμάτων ή παθών εκδίκησης, είχε οδηγήσει την μεταπολιτευτική Ρωσία στην εξαθλίωση. Από την εποχή του αναφέρομε δύο χαρακτηριστικά στοιχεία:

Την μεταβίβαση του δημοσίου πλούτου της χώρας στους ολιγάρχες με αδιαφανείς διαδικασίες και εξευτελιστικές αποζημιώσεις και τα συσσίτια προς διατροφή των πεινασμένων ανέργων στις πλατείες, ακόμη και στην Ερυθρή πλατεία της Μόσχας. Οι εβραϊκής καταγωγής τραπεζίτες και οι δυτικοί σύμμαχοί τους «έτριβαν» τα χέρια τους από ικανοποίηση θεωρώντας ότι η «αρκούδα» δεν θα ήταν δυνατόν πλέον να ξανασηκώσει κεφάλι. Και όμως το ξανασήκωσε και μάλιστα πολύ σύντομα.

Ασφαλώς το επίτευγμα οφείλεται στον πατριωτισμό του ρωσικού λαού, η ιστορία όμως δικαίως θα στεφανώσει τον Πούτιν. Κανένας λαός δεν έγραψε ιστορία χωρίς ηγέτη. Ο Πούτιν, όταν αισθάνθηκε να σταθεροποιείται στην εξουσία εξαπέλυσε αποφασιστική, άγρια, αν προτιμάτε, επίθεση κατά των ολιγαρχών, που δεν ήσαν διατιθεμένοι να θέσουν τον πλούτο που άρπαξαν υπό την αυστηρή επιτήρηση της Πολιτείας. Πολύς ο λόγος στον δυτικό τύπο, τον «υπερασπιστή» της διαφάνειας, για να θυμηθούμε τον ολίγιστο Γκορμπατσώφ, και της δημοκρατίας, κάτω από την οποία στενάζει κυριολεκτικά ο πλανήτης μας. Όχι πως είναι αναληθή τα καταγγελλόμενα σε βάρος του Πούτιν. Στις μυστικές υπηρεσίες του προηγουμένου καθεστώτος θήτευσε αυτός επί σειράν ετών και κατέχει πλήθος μεθόδων αντιμετώπισης των διαφωνούντων. Το ερώτημα που δεν τίθεται, ώστε να απαντηθεί είναι ποιοι πέφτουν θύματα εκ του διωγμού; Ποιοι είναι, δηλαδή, οι αντιφρονούντες. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε ότι πέρα από τους επωφεληθέντες από τη διάλυση της κρατικής μηχανής είναι και κάποιοι δημοσιογράφοι καλοπληρωμένοι από τη Δύση, ώστε να ασκούν αντιπολίτευση και να θολώνουν προς τον λαό την εικόνα του Πούτιν. Έγινε λόγος ακόμη και για εκτελέσεις αντιπάλων και δεν έχουμε λόγους να εκφράσουμε αντιρρήσεις. Ας μας πουν όμως ποιους από αυτούς θα στέψει η ιστορία ως ήρωες που έπεσαν στη μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Αν στο εντυπωσιακό ποσοστό του 64%, που έλαβε ο Πούτιν, προστεθεί το 17% των κομμουνιστών, δεν απομένει σημαντικό περιθώριο στους δυτικόφρονες, ώστε να προσβλέπουν σε προσέγγιση προς την εξουσία.

 Ο Πούτιν κατάφερε να ανορθώσει την οικονομία της χώρας με τη βοήθεια των απλήστων για κέρδη δυτικών, οι οποίοι εκτίναξαν στα ύψη την τιμή των καυσίμων παραβλέποντας ότι η Ρωσία είναι σημαντικός εξαγωγέας και κύριος τροφοδότης της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι όταν άρχισαν να εξυφαίνουν τα άθλια παιχνίδια απομόνωσης της Ρωσίας με τον προσεταιρισμό στη ζώνη επιρροής τους χωρών που συνορεύουν με την «αρκούδα», που ξύπνησε από τη σύντομη χειμέρια νάρκη, προσέκρουσαν στην αποφασιστικότητα του Πούτιν, η οποία ξάφνιασε τους πάντες. Κατά τον «πειραματικό» πόλεμο, που εξανάγκασαν οι ΗΠΑ να εξαπολύσει ο άφρων υπηρέτης τους Σαακασβίλι, έλαβαν αυτοί την πρώτη απάντηση. Οι Ευρωπαίοι στη συνέχεια δεν υπέκυψαν στις πιέσεις να προχωρήσουν στην αποδοχή ένταξης της Ουκρανίας και Γεωργίας στο ΝΑΤΟ. Έτσι και μεις πετύχαμε μικρή «νίκη» με το να παραμείνει και η FYROM εκτός συμμαχίας – συμμορίας. Ακολούθησε τέλος η αναστολή εγκατάστασης βαλιστικών πυραύλων σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, προκειμένου να αναχαιτίζονται δήθεν οι πύραυλοι που θα τολμούσε να εκτοξεύσει το Ιράν, για να πλήξει δυτικούς στόχους. Βέβαια η Ρωσία δεν πήρε μόνο, αλλά και έδωσε. Παρείχε διευκολύνσεις στο ΝΑΤΟ στον πόλεμο που διεξάγει στο Αφγανιστάν και ο οποίος, όλα δείχνουν, θα έχει την κατάληξη της επιχείρησης των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, όπως και της άλλης της ΕΣΣΔ στην πολύπαθη χώρα αυτή χώρα της Ασίας. Η Ρωσία είναι πολύ προσεκτική έναντι του Ιράν παρά τα πολλά κοινά συμφέροντά τους. Προσεκτικές είναι ακόμη και οι κινήσεις της στη Συρία, αν και είναι πασιφανές ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελε ανατροπή του υπάρχοντος εκεί καθεστώτος.

Η Ρωσία είναι ομόδοξη χώρα. Αυτό είναι αρκετό, ώστε να εκδηλώνει ο λαός μας έντονη τη συμπάθεια προς τον ρωσικό λαό. Αυτό μας οδηγεί φορές στο να στηρίζουμε υπερβολικές ελπίδες και σήμερα, όπως και στο παρελθόν στο «ξανθό Γένος». Η Ρωσία ευνόησε την οργάνωση και κινητοποίηση των εγκατεστημένων στο έδαφός της Ελλήνων, ώστε αυτοί να προετοιμάσουν την επανάστασή τους, ουδεμία όμως ουσιαστική βοήθεια προσέφερε κατ’ αυτήν. Ο τσάρος απέταξε ευθύς από τον ρωσικό στρατό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και κράτησε παγερή στάση έναντι του Καποδίστρια, στον οποίο όφειλαν τόσα και η Ρωσία και άλλες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία και Ελβετία). Ο φόβος τότε να ψυχρανθούν οι σχέσεις με τα άλλα μέλη της «Ιερής» λεγόμενης συμμαχίας τηρούσε τον τσάρο επιφυλακτικό. Και αν κατά καιρούς εκδήλωνε η τσαρική αυλή συμπάθεια προς την Ελλάδα, πρωτίστως απέβλεπε στα δικά της συμφέροντα και στον μακρόπνοο στόχο του ελέγχου των «Στενών» και της καθόδου στο Αιγαίο. Όταν διαπίστωσε ότι η μικρή Ελλάδα κατέστη άθυρμα της βρετανικής διπλωματίας, έστρεψε το ενδιαφέρον της προς τους ομόδοξους Σλάβους της Βαλκανικής, από τους οποίους μόνο οι Σέρβοι αναγνωρίζουν ευγνωμώνως τη ρωσική βοήθεια. Οι Βούλγαροι τόσο στο παρελθόν (19ος αιώνας), όσο και σήμερα σέρνονται προς τη Δύση ακολουθώντας μας σταθερά στην κατάντια μας!

Τα όνειρα των Ρώσων δεν έπαψαν να υφίστανται. Ο ενεργειακός αγωγός, που τελικά ακυρώθηκε με την παρασπονδία των Βουλγάρων, ώστε να μην είναι πολύ έκδηλη η δική μας υποτέλεια, δεν ήταν έργο χωρίς πολιτική σημασία. Ασφαλώς και θέλουν βάσεις στο Αιγαίο οι Ρώσοι, γι’ αυτό άλλωστε και ήσαν πρόθυμοι να μας δανείσουν, ώστε να αποφύγουμε τη μεθοδευμένη προσφυγή μας στο ΔΝΤ. Εμείς όμως δουλόφρονες στο έπακρο υποταχθήκαμε πλήρως στους δημίους μας.

Ο Πούτιν δεν είναι άγιος ούτε εκπληρωτής προφητειών, όπως κάποιοι επιχειρούν να προβάλουν στο διαδίκτυο. Είναι όμως ελπιδοφόρος κατά το ότι κατόρθωσε όχι μόνο να ανορθώσει τη χώρα του, αλλά να την κάνει πλέον σεβαστή στους ισχυρούς της γης. Θα ήταν τόση η κατάντια μας, αν δεν είμασταν κολλημένοι σαν στρείδια στο άρμα των δυτικών, στους οποίους ανήκουμε από τη μοιρασιά του 1944; Δεν θα δανειζόμασταν με πλέον ευνοϊκούς όρους από τη Ρωσία; Δεν θα επωφελούμασταν από την τεράστια αγορά Ρωσίας και Ουκρανίας προς διάθεση των αγροτικών μας προϊόντων, από τα οποία μικρές μόνο ποσότητες διατίθενται στις δυτικές αγορές; Τελικά οι ισραηλινές και αμερικανικές εταιρείες θα αξιοποιήσουν με μεγαλύτερο όφελος για τη χώρα μας τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων απ’ ότι ρωσικές και σκανδιναβικές; Μας παρέχουν μεγαλύτερες εγγυήσεις οι πρώτοι έναντι της επιθετικότητας των γειτόνων μας;

Τα ερωτήματα φαίνονται δικανικά δεδομένης της εξάρτησής μας από τη Δύση. Μήπως όμως η αποδοχή της «μοίρας» μας είναι το χειρότερο «εφόδιο» προς αντιμετώπιση της κρίσης που μας μαστίζει; Αποκλείεται να δούμε το οικοδόμημα της σύγχρονης Βαβέλ, την ΕΕ, να εγκαταλείπεται ημιτελές υπό την πίεση των εξαπατημένων από το όραμα της ειρηνικής συνύπαρξης λαών; Αποκλείεται τότε και στη χώρα μας να ξεπροβάλει ένας ηγέτης, όχι άγιος ή προφήτης, ένας ηγέτης σαν τον Καποδίστρια, σαν τον Πλαστήρα, που θα αγαπά την πατρίδα μας και θα αναλάβει να την απελευθερώσει από τους δημίους της οικονομικούς και πολιτικούς; Και ο Πούτιν απρόβλεπτος υπήρξε.                    

 

                                                «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»,12-3-2012

Το ελπιδοφάγο σκαθάρι του Νίκου

Το ελπιδοφάγο σκαθάρι του Νίκου

 

Tου Λευτέρη Κουσούλη


 

Στο σημείωμά μου με τίτλο «Σώστε τους φοίνικες» ο φίλος Νίκος, με το σχόλιό του θέλησε να μας υπενθυμίσει, ότι περίπου αυτά τα ζητήματα στην εποχή της κρίσης που ζούμε είναι χωρίς σημασία.

Πέρα από την αντίρρησή του στην επιλογή του θέματος, η τελευταία πρόταση στο σχόλιό του μου δίνει αφορμή για κάποιες σκέψεις πάνω στην ελπίδα.

Γράφει ο Νίκος: «Πιστέψτε με, στεναχωριέμαι και για το δικό σας πρόβλημα κύριε Λευτέρη – αναφέρεται στην επισήμανσή μου να σωθούν οι φοίνικες – μα έχω τα δικά μου ελπιδοφάγα και ονειροφάγα σκαθάρια που με τρώνε».

Νομίζω ότι καταλαβαίνω για ποια σκαθάρια μιλάει ο Νίκος. Για τα σκαθάρια των προβλημάτων που ιδιαίτερα σήμερα, αιχμαλωτίζουν τον καθημερινό άνθρωπο, του αφαιρούν την ικμάδα και τον καθηλώνουν στην καθημερινή στέρηση. Επίτρεψέ μου, όμως, αγαπητέ Νίκο, εμπνεόμενος από τη συναρπαστική σου περιγραφή, να μιλήσω για τα πραγματικά ελπιδοφάγα σκαθάρια, όπως εγώ τα βλέπω.

Το πρώτο που απειλεί την ελπίδα είναι το εμπόριο της ελπίδας. Ο χειρότερος εχθρός της ελπίδας που κανένα τοξικό δηλητήριο δεν μπορεί να σκοτώσει είναι η πλασματική ελπίδα. Είναι η κενή ελπίδα. Η ελπίδα που στήνεται συστηματικά πάνω στην παραπλάνηση. Που προσπερνάει περιφρονητικά κάθε αλήθεια. Που αγνοεί κάθε πραγματική συνθήκη. Που αρνείται να ερμηνεύσει και να κατανοήσει. Που είναι στρατευμένη σε ένα εξουσιαστικό σχέδιο. Που, αγνοώντας τους πραγματικούς ανθρώπους και τα πραγματικά προβλήματα στο Περιστέρι, στο Σουφλί ή στην Τρίπολη, επιβάλλεται και κυριαρχεί.

Και δεν είναι μόνο αυτό, αγαπητέ Νίκο. Υπάρχει κάτι χειρότερο και βαρύτερο. Πέρα από την ψεύτικη, την κενή και την παραπλανητική ελπίδα, υπάρχει η αποπλανητική ελπίδα. Που στήνει με μεγαλύτερη τέχνη το αόρατο δίχτυ της αιχμαλωσίας, ικανό να πιάσει κάθε συνείδηση, που δε βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση και δε μάχεται για την ελευθερία της.

Από το κουτί της Πανδώρας και αφού όλα τα δεινά είχαν ελευθερωθεί, είχε μείνει τελευταίο, το δεινότερο δεινό. Η ελπίδα. Η αποπλανητική ελπίδα. Γιατί η άλλη, η πραγματική, η θεμελιωμένη στη βούληση και την ελευθερία είναι αυτή που δημιουργεί και ανατρέπει. Και γι’ αυτή δεν υπάρχει κανένα  ονειροφάγο και ελπιδοφάγο σκαθάρι. Στο πραγματικό πεδίο της ελπίδας καμιά απειλή δεν είναι ικανή να την μετατρέψει από δύναμη σε δεινό.

Γι’ αυτό, αγαπητέ φίλε Νίκο – επίτρεψέ μου να σε αποκαλώ έτσι – στα ψεύτικα ονειροφάγα και ελπιδοφάγα σκαθάρια, το αντίδοτο είναι η θεμελιωμένη και συνειδητή ελπίδα.

 

12-3-2012

 

Σημείωση: Δημοσιεύτηκε και στο http://aixmi.gr/ σήμερα.

Τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς… Ι

Τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς…

(σημειώσεις για ένα εναλλακτικό παραγωγικό πρότυπο) – Μέρος Ι

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Εισαγωγή

Σήμερα έχει γίνει πια σαφές ότι απέναντι στην πραγματικότητα της κρίσης και της κοινωνικής καταστροφής που επιφυλάσσουν τα μέτρα των Μνημονίων η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς το γενικό όχι στα μέτρα ή η πρόσκληση απλώς για ένα μέτωπο αντίστασης. Αυτό που απαιτείται είναι η διατύπωση μιας εναλλακτικής πρότασης που να μπορέσει να ανασυγκροτήσει την αυτοπεποίθηση των λαϊκών μαζών ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς.

1. Η κρίση του κυρίαρχου προτύπου ανάπτυξης και η πρόκληση μιας εναλλακτικής στρατηγικής

Άλλωστε, έχει γίνει πια σαφές ότι στην Ελλάδα δεν βιώνουμε απλώς την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Ζούμε την κρίση ενός ολόκληρου «αναπτυξιακού παραδείγματος» που στηρίχτηκε στην πρόσδεση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, την επέκταση στα Βαλκάνια, τα υπερκοστολογημένα έργα, την επισφάλεια, τη διαμόρφωση «μεσαίων στρωμάτων» προσκολλημένων στον «εκσυγχρονισμό», το χαμηλό μισθολογικό κόστος και την υπερεκμετάλλευση της μεταναστευτικής εργασίας, την αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, την τροφοδότηση του καταναλωτικού ευδαιμονισμού από το φτηνό δανεισμό και τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές. Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στη διαμόρφωση των υλικών όρων της τωρινής κρίσης, αλλά και στην ένταση της εκμετάλλευσης, την καταστροφή του περιβάλλοντος και την εμπέδωση ενός εξατομικευμένου καταναλωτικού ευδαιμονισμού σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Η απάντηση των αστικών δυνάμεων είναι η συλλογική ενοχή μαζί τα φάγαμε») και η τεράστια υποτίμηση της εργατικής δύναμης, για να γίνουμε χώρα φτηνού εργατικού δυναμικού και προσανατολισμού στις εξαγωγές, παραβλέποντας ότι ανάπτυξη μέσω εξαγωγών και χαμηλού κόστους εργασίας, σε ένα περιβάλλον άρσης προστατευτικών μηχανισμών, συνεπάγεται βίαιη επιδείνωση των όρων εργασίας, των κοινωνικών συνθηκών και του περιβάλλοντος. Ουσιαστικά, το όραμά τους είναι η μετατροπή της Ελλάδας σε μια μεγάλη «Ειδική Οικονομική Ζώνη»  φτηνής εργασίας, εργοδοτικής αυθαιρεσίας, άρσης κάθε εργασιακού, περιβαλλοντικού, αρχαιολογικού περιορισμού στη βούληση των επενδυτών. Ελπίζουν ότι το σοκ μιας βίαιης αλλαγής των όρων εργασίας και ζωής, ακόμη και εάν προκαλεί αρχικά οργή και αγανάκτηση, τελικά θα οδηγήσει στην αποκαρδίωση και έναν εξατομικευμένο επιβιωτισμό και άρα την αναγκαστική προσαρμογή στη νέα συνθήκη.

Απέναντι σε μια τέτοια πραγματική αλλαγή κοινωνικού υποδείγματος, οι ορθές οριοθετήσεις όπως είναι η παύση πληρωμών στο χρέος, η έξοδος από το ευρώ και η ρήξη με την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών και η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος της εργασίας, δεν αρκούν. Απέναντι στην ιδεολογική τρομοκρατία ότι αυτά σημαίνουν καταστροφή, πρέπει να πούμε ότι «υπάρχει ζωή μετά το ευρώ» και να δώσουμε συγκεκριμένες απαντήσεις πάνω στο τι, πώς και από ποιους μπορεί να παράγεται και να καταναλώνεται σε αυτή τη χώρα.

2. Η ρήξη με τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η πρόκληση της αυτοδύναμης ανάπτυξης

Αφετηρία μας είναι ότι η ρήξη με τους μηχανισμούς της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της προτεραιότητας της καπιταλιστικής κερδοφορίας μπορεί να δώσει δυναμική για μια αυτοδύναμη κοινωνική ανάπτυξη. Αυτό δεν είναι απομονωτισμός, αλλά διαπίστωση ότι κάθε προσπάθεια ανάπτυξης μέσω διεθνούς ανταγωνιστικότητας, θα συνεπάγεται την εσωτερίκευση πιέσεων για μεγαλύτερη καπιταλιστική παραγωγικότητα, για αναδιαρθρώσεις στην οργάνωση εργασίας και βέβαια για μονόπλευρο προσανατολισμό προς τους εξαγωγικούς κλάδους, με αποτέλεσμα την απαξίωση άλλων σημαντικών τομέων και την αυξημένη αναπαραγωγή καπιταλιστικών κοινωνικών μορφών.

Ως προς το ερώτημα της δυνατότητας επιβίωσης σε συνθήκη μειωμένων συναλλαγών με το εξωτερικό, πρέπει να τονίσουμε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει και ορυκτό πλούτο και σημαντικότατο παραγωγικό δυναμικό σε κλάδους όπως τα τρόφιμα, η κλωστοϋφαντουργία, η επεξεργασία υλικών με υψηλή προστιθέμενη αξία, η αμυντική βιομηχανία (με όλες τις δυνατότητες που έχει για μη στρατιωτική χρήση), η φαρμακοβιομηχανία, η χημική βιομηχανία, η ναυπηγική. Ακόμη και χωρίς τεράστιες τομές και επενδύσεις η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να καλύπτει μεγάλο μέρος των διατροφικών αναγκών της, των αναγκών σε ένδυση, των περισσότερων δομικών υλικών (είτε ως πλήρη παραγωγή είτε ως σημαντική επεξεργασία), σημαντικού μέρους των φαρμάκων και του υγειονομικού υλικού, έχει υποδομές για την παραγωγή οχημάτων δημόσιας χρήσης, σιδηροδρομικού υλικού, πλοίων όλων των κατηγοριών, επισκευής αεροσκαφών, διαθέτει σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες και σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.

Η έμφαση στην συλλογική αξιοποίηση τέτοιων παραγωγικών δυνατοτήτων σε συνδυασμό με μια νομισματική πολιτική που δεν θα αναπαράγει τον παραλογισμό του ευρώ, θα ανακόψει την διαβρωτική είσοδο φτηνών εισαγωγών και την πίεση για μείωση του κόστους εργασίας και επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, ενώ θα επιτρέψει και εξαγωγές, με έμφαση στην ποιότητα των προϊόντων, το άνοιγμα σε άλλες συναλλαγές εκτός των ορίων της ΕΕ. Επιπλέον, θα επιτρέψει πολιτική διαχείριση των εξαγωγών και γενικά των διεθνών συναλλαγών μέσα από διακρατικές συμφωνίες, ιδιαίτερα κρίσιμες για την προμήθεια καυσίμων και μέρους των τροφίμων.

Η ανάγκη για διατροφική ποιότητα και επάρκεια απαιτεί διαφορετική κατάσταση στην αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή. Ένα σύγχρονο συνεταιριστικό κίνημα, με κατάλληλη δημόσια ενίσχυση, που θα διεκδικήσει το σπάσιμο των σημερινών εμπορικών κυκλωμάτων και την άμεση πρόσβαση στον καταναλωτή, παράλληλα με την έμφαση σε ποιοτικά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, μπορεί σήμερα να καλύψει σημαντικές ανάγκες, να ρίξει το κόστος για τον καταναλωτή και ταυτόχρονα να βελτιώσει το αγροτικό εισόδημα χωρίς την καταφυγή στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.

Είναι εφικτό να μπουν φραγμοί στην ανεξέλεγκτη τουριστική μονοκαλλιέργεια, μετάβαση από τη σημερινή επένδυση και στο μαζικό εμπορευματοποιημένο και στον «υψηλού εισοδήματος» τουρισμό, προς την έμφαση στον τουρισμό ως κοινωνικό δικαίωμα, στη συνύπαρξη με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, στην ανάδειξη της ίδιας της ποιότητας ζωής και του πολιτισμού και όχι τεχνητών τουριστικών παραδείσων σε κίνητρο για να επισκεφτεί κανείς τη χώρα.

Η αλλαγή του ενεργειακού προτύπου είναι επιτακτική ιδίως από τη στιγμή που θα πρέπει να περιορίζεται και η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Πρωτίστως, χρειάζεται μείωση των ενεργειακών αναγκών, αποκέντρωση, η προσπάθεια εξοικονόμησης ενέργειας, αποφυγή ενεργειοβόρων δραστηριοτήτων. Αυτά μόνο σε ένα ριζικά τροποποιημένο περιβάλλον κοινωνικής συμμετοχής και δημόσιας ιδιοκτησίας μπορούν να προχωρήσουν. Σε αυτό το πλαίσιο όντως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό πεδίο δημόσιας επένδυσης, αλλά με όρους δημοκρατικού σχεδιασμού, ομαλής κατανομής μέσα στο χώρο, σεβασμού στο περιβάλλον, συζήτησης και απόφασης των ίδιων των κατοίκων.

3. Δημόσια ιδιοκτησία, αυτοδιαχείριση, δημοκρατικός σχεδιασμός

Σε αυτό το φόντο, η στροφή προς τη δημόσια ιδιοκτησία θα ανοίξει δρόμους μετασχηματισμού. Η υποχρεωτική ιδιωτικοποίηση και «απελευθέρωση» των υποδομών σήμαινε απλώς ένα μεγάλο πάρτι για τους «επενδυτές». Η δράση του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος αποτέλεσε βασικό παράγοντα της κρίσης. Η δημόσια ιδιοκτησία και ο κοινωνικός και εργατικός έλεγχος των τραπεζών και όλων των στρατηγικών επιχειρήσεων που αφορούν τις κοινωφελείς υποδομές είναι αποφασιστικό εργαλείο για την απασχόληση, για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη μείωση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών, την προστασία του περιβάλλοντος, την απαλλαγή από τη υπερβολή χρήση του ΙΧ, την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως οι διαρκείς αυξήσεις των τιμών ή η απομόνωση ολόκληρων περιοχών, επειδή οι εφοπλιστές ή οι αεροπορικές εταιρίες δεν τις κρίνουν συμφέρουσες. Προϋπόθεση η επιστροφή στην πλήρη δημόσια ιδιοκτησία να μην είναι απλώς μια τυπική υπόθεση, αλλά να συνδυάζεται με νέες μορφές εργατικού και λαϊκού ελέγχου ως προς τις προτεραιότητες και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Αντίστοιχα, η δημόσια ανάληψη των έργων υποδομής και η εθνικοποίηση του κατασκευαστικού κλάδου που άνθισε απομυζώντας δημόσια δαπάνη, μπορεί να προσφέρει εξοπλισμό αλλά και εργατικό δυναμικό με τεράστια εμπειρία και γνώση για την κατασκευή αναγκαίων έργων.

Σε κάθε επίπεδο κυρίαρχη κατεύθυνση πρέπει να είναι η αυτοδιαχείριση, η αυτοδιεύθυνση, και ο κοινωνικός και εργατικός έλεγχος. Αυτό αποκτά στις μέρες μας ξεχωριστή επικαιρότητα. Μέσα σε μια διαδικασία ρήξης πολλές επιχειρήσεις θα κλείσουν ή θα τις διεκδικήσουν οι εργαζόμενοι, ιδίως εάν αναλογιστούμε και τα χρέη τους. Η ανάληψή τους, χωρίς αποζημίωση των ιδιοκτητών, από τους εργαζομένους τους θα ανοίξει νέες δυνατότητες για την παραγωγή χρήσιμων αγαθών, ιδίως εάν διαμορφώσουμε εναλλακτικά δίκτυα διανομής προϊόντων. Ένα κύμα αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων μαζί με την επέκταση ενός δημόσιου τομέα εθνικοποιημένων επιχειρήσεων με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, θα ανοίξει δρόμους συνολικότερης αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.

Σε αντίθεση με ορισμένη κριτική κομματιών της Αριστεράς, πρέπει να επιμείνουμε ότι η αυτοδιαχείριση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντίθετη στο συλλογικό κοινωνικό σχεδιασμό, αλλά ως οργανικό στοιχείο μιας σύγχρονης εκδοχής σχεδιασμού. Άλλωστε, αυτοδιαχείριση σημαίνει συλλογική απόφαση, επαφή και επικοινωνία με δίκτυα αλληλεγγύης και υποστήριξης και αυτό εκ των πραγμάτων βάζει το ζήτημα μιας άλλης ανώτερης μορφής κοινωνικοποίησης.

Η αποκέντρωση οφείλει να είναι βασική πλευρά της διαδικασίας. Η μείωση των ενεργειακών αναγκών, η ισόρροπη προς το περιβάλλον ανάπτυξη, η υπεράσπιση τοπικών παραγωγικών δυνατοτήτων, η ανάπτυξη μη εμπορευματικών δικτύων διανομής, απαιτούν μία νέα έμφαση στο τοπικό επίπεδο και εξασφάλιση της παραμονής των ανθρώπων στις περιοχές τους.

Επιπλέον, μια πολιτική αναδιανομής πλούτου προς αναγκαίες κοινωνικές δραστηριότητες θα δώσει και μια άλλη διάσταση στην αναβαθμισμένη παροχή δημόσιας υγείας, παιδείας, πρόνοιας, πολιτισμού, ενημέρωσης. Η υπέρβαση των σημερινών ελλειμμάτων και ταξικών ανισοτήτων στην πρόσβαση, η συλλογική εμπιστοσύνη στο μεγάλο και πολύτιμο δυναμικό που υπάρχει σε αυτούς τους χώρους, το σπάσιμο όλων των μορφών άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες αλλαγές. Αυτό δεν πρέπει να το δούμε μόνο ως επένδυση σε εξοπλισμό ή προσωπικό, αλλά και ως μια διαφορετική κατεύθυνση: έμφαση στην πρόληψη, την πρωτοβάθμια υγεία και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και όχι στην «επισκευή» της εργατικής δύναμης (άλλωστε ξέρουμε ότι καθαυτή η μετάβαση σε μια δικαιότερη κοινωνία με μικρότερο άγχος θα βελτιώσει την υγεία), προτεραιότητα στη βελτίωση της πρόσβασης στην παιδεία και την κοινωνικοποίηση της γνώσης (αναγκαία συνθήκη και του μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων) και όχι σε μεμονωμένους πόλους «Αριστείας», μαζική πρόσβαση και ενίσχυση του Πολιτισμού και της έρευνας.

Όλα αυτά απαιτούν μια άλλης κλίμακας πολιτική σχεδιασμού. Το σπάσιμο όλων των απαγορεύσεων της ΕΕ για εθνικές ενισχύσεις θα επιτρέψει, υπό την προϋπόθεση ότι μιλάμε και για την εξουσίας μιας ευρύτερης λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας, στοχευμένη ενίσχυση παραγωγικών κλάδων, στροφή προς τη δημόσια ιδιοκτησία ως στοιχείο σχεδιασμού, διαμόρφωση πραγματικών αναπτυξιακών σχεδίων και όχι απλώς «ευκαιριών για επένδυση», πραγματικά δημόσια επένδυση και όχι διασπάθιση κοινωνικού πλούτου.

Μια τέτοια διαδικασία κεντρικού δημοκρατικού σχεδιασμού απαιτεί ολόπλευρες μορφές συζήτησης και δημοκρατίας και μέσα στην κοινωνία, ανοιχτή και δημόσια αντιπαράθεση για την προοπτική του τόπου, εκπροσώπησης των αντιθεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και στην κορυφή. Αντίστοιχα, «από τα κάτω» και σε τοπικό επίπεδο η ύπαρξη ενός κινήματος αυτοδιαχείρισης, μη εμπορευματικών δικτύων ανταλλαγής και διανομής, μπορεί να διαμορφώσει στοιχεία «τοπικών σχεδίων» με βάση δημοκρατικές διαδικασίες. Αλλά και μέσα στις αμιγώς δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες η κατοχύρωση μορφών εργατικού και λαϊκού ελέγχου θα δώσει άλλες δυνατότητες για το σχεδιασμό και τον προσανατολισμό με βάση κοινωνικές ανάγκες. Ποιος μπορεί να οργανώσει καλύτερα ένα νοσοκομείο; Ο διορισμένος μάνατζερ που κυρίως θέλει να εξυπηρετήσει συμφέροντα του ιατροφαρμακευτικού κυκλώματος ή η συνέλευση των γιατρών και των άλλων εργαζομένων που θα είναι στρατευμένη στην υπόθεση της λαϊκής υγείας;

 

ΠΗΓΗ: (Μια πρώτη και συντομότερη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στο τεύχος 29 του περιοδικού Εκτός Γραμμής). Το είδα: http://aristerovima.gr/blog.php?id=3202

 

 Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ ΙΙ

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ:

Οι πολίτες της χώρας επέβαλλαν δημοψηφίσματα, με τη συνδρομή του Προέδρου της Δημοκρατίας, την οποία εξασφάλισαν με διαδηλώσεις, καθώς επίσης με τη συλλογή υπογραφών, ενώ οδήγησαν στα Δικαστήρια όλους τους υπευθύνους της κρίσης – αναφορά στο PSI – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗ Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ

Στην περίπτωση των τραπεζών, φάνηκαν καθαρά τα μεγάλα ελαττώματα και οι παραλείψεις της χρηματοπιστωτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού τα εγγυητικά κεφάλαια για τις καταθέσεις των ιδιωτών, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή οδηγία, ήταν μόλις 47 εκ. € – ένα αστείο ποσόν, σε σχέση με τις δραστηριότητες των τραπεζών της χώρας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αφού αντιστοιχούσε μόλις το 1% των μέσων τραπεζικών καταθέσεων (4,7 δις €). Δηλαδή τα κεφάλαια, τα οποία όφειλαν να διατηρούν οι τράπεζες ως εγγύηση για τις αποταμιεύσεις των πελατών τους, ήταν μόλις το 1% των καταθέσεων, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία – η οποία, όπως φαίνεται, προβλέπει την κατάρρευση μίας μόνο τράπεζας κάποιας χώρας και όχι του συνόλου του τραπεζικού συστήματος. 

Ορισμένες όμως Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Μ. Βρετανία και η Ολλανδία, επειδή είχαν διαπιστώσει πως τα εγγυητικά κεφάλαια για τις καταθέσεις των Πολιτών τους ήταν πολύ χαμηλά, τα είχαν αυξήσει. Και στις δύο αυτές χώρες δραστηριοποιούταν η Ισλανδική Landsbanki, μέσω της διαδικτυακής θυγατρικής της Icesave. Η τράπεζα αυτή, λόγω του ότι προσέφερε ασυναγώνιστα επιτόκια στους πελάτες της, είχε καταφέρει να προσελκύσει 300.000 Βρετανούς καταθέτες και περισσότερους από 125.000 Ολλανδούς. Όταν λοιπόν χρεοκόπησε, οι κυβερνήσεις της Μ. Βρετανίας και της Ολλανδίας υποχρεώθηκαν να αποζημιώσουν τους Πολίτες τους, στο ύψος των εγγυήσεων, τις οποίες οι ίδιες είχαν θεσπίσει – με αποτέλεσμα να απαιτήσουν στη συνέχεια τα χρήματα αυτά από την Ισλανδία. 

Στην αρχή του 2009 ξεκίνησαν λοιπόν οι διαπραγματεύσεις της Ισλανδίας, με τη Βρετανία και την Ολλανδία – αν και πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως τέτοιες, αφού ουσιαστικά επρόκειτο για εντολές των δύο Ευρωπαϊκών χωρών. Κατ’ επακόλουθο, η τελική συμφωνία ήταν εντελώς ασύμφορη για την Ισλανδία, αφού η Μ. Βρετανία απαίτησε αποζημίωση ύψους 2,4 δις στερλίνες, ενώ η Ολλανδία 1,3 δις € – ποσά που ουσιαστικά αντιστοιχούσαν στο 31% του ΑΕΠ της χώρας (για παράδειγμα, στην Ελλάδα οι αποζημιώσεις αυτές θα ήταν, συγκριτικά, 68 δις € περίπου). Για κάθε Ισλανδό Πολίτη το ποσόν αυτό θα σήμαινε μία επιβάρυνση της τάξης των 11.000 €, συν τόκους 5,55% από την 1η Ιανουαρίου του 2009 – ένα επιτόκιο υψηλότερο από αυτό που πλήρωναν οι δύο «αντίδικες» χώρες για τα δάνεια τους.

Όπως φάνηκε λοιπόν, τόσο η Ολλανδία, όσο και η Μ. Βρετανία, δεν ήθελαν μόνο να εξοφληθούν οι απαιτήσεις τους αλλά και να κερδίσουν επί πλέον – χρεώνοντας με τοκογλυφικά επιτόκια την Ισλανδία (κάτι ανάλογο συνέβη με τα δάνεια των χωρών της Ευρωζώνης προς την Ελλάδα, το 2010). Ο μοναδικός συμβιβασμός τους με την Ισλανδία ήταν η καθυστέρηση της πληρωμής (περίοδος χάριτος) τόκων και χρεολυσίων έως το 2016 – ενώ έως το 2024 όφειλαν να αποπληρωθούν όλοι οι τόκοι και τα χρεολύσια.   

  

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΜΟΦΗΦΙΣΜΑ

 

Η συμφωνία είχε αποφασισθεί από την κυβέρνηση, η οποία είχε εκλεγεί τον Απρίλιο του 2009 – μία κυβέρνηση συνεργασίας των Σοσιαλδημοκρατών και του Αριστερού-Πράσινου κινήματος, η οποία ισχυριζόταν ότι όφειλε να σεβαστεί τις υποσχέσεις του προηγούμενου συντηρητικού πρωθυπουργού, από το Φθινόπωρο του 2008 (είχε εγγυηθεί την πλήρη εξόφληση των οφειλών των τραπεζών). Η νέα πρωθυπουργός επιθυμούσε να προωθήσει γρήγορα τη σύμβαση με τη Μ. Βρετανία και με την Ολλανδία, επειδή δεν ήθελε να δυσκολέψει τις συζητήσεις για την είσοδο της χώρας της στην Ευρωζώνη. Έτσι, έφερε βιαστικά τη συμφωνία στη Βουλή, όπου τελικά εγκρίθηκε με 33 ψήφους υπέρ και 30 κατά, με την αιτιολογία ότι «το κράτος έχει συνέχεια, οπότε πρέπει να τηρούνται οι προηγούμενες δεσμεύσεις». 

Εν τούτοις, οι Πολίτες της χώρας είχαν εντελώς διαφορετική άποψη – με αποτέλεσμα να διαδηλώνουν συνεχώς εναντίον της συμφωνίας. Παράλληλα, 56.000 Ισλανδοί (το 23% των συνολικών ψηφοφόρων της χώρας), κατέθεσαν έγγραφη διαμαρτυρία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, απαιτώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος αποδέχθηκε την επιθυμία των Πολιτών, αρνούμενος να υπογράψει το νόμο που είχε ψηφισθεί από τη Βουλή – διευκολύνοντας έτσι τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, για πρώτη φορά μετά το 1944, όπου είχε επιτευχθεί η ανεξαρτησία της Ισλανδίας. 

Όπως φάνηκε λοιπόν, παρά το ότι σε μία κοινοβουλευτική δημοκρατία, στην οποία η εκτελεστική εξουσία είναι η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός, ενώ η νομοθετική το κοινοβούλιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αυτός που τελικά επικυρώνει τις αποφάσεις όλων των υπολοίπων. Επομένως, η εξουσία που απορρέει από τη θέση του δεν είναι τόσο περιορισμένη, όσο μας παρουσιάζεται – γεγονός που σημαίνει πως οι ευθύνες του είναι κατά πολύ μεγαλύτερες, από αυτές όλων των υπολοίπων (ιδιαίτερα εάν τυχόν υπογράφει μνημόνια υποτέλειας, εις βάρος της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας του και των συνταγματικών δικαιωμάτων των Πολιτών της).   

Συνεχίζοντας, το απρόσμενο αυτό γεγονός σήμανε αμέσως συναγερμό στα οχυρά του διεθνούς τοκογλυφικού κεφαλαίου. Απλά και μόνο η είδηση ότι, οι φορολογούμενοι μίας χώρας θα επιτρεπόταν να αποφασίζουν μόνοι τους, εάν και κάτω από ποιες προϋποθέσεις θα αναλάμβαναν τα χρέη του κράτους τους, δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στις παγκόσμιες χρηματαγορές. Φυσικά, οι εταιρείες αξιολόγησης υποτίμησαν αμέσως την πιστοληπτική ικανότητα της Ισλανδίας – ενώ η κυβέρνηση συνεργασίας τάχθηκε υπέρ της συμφωνίας, με στόχο να επηρεάσει την απόφαση του δημοψηφίσματος.

Αντίθετα, η συντηρητική αντιπολίτευση τοποθετήθηκε εναντίον της συμφωνίας, συνεπικουρούμενη από κάποια διατεταγμένα ΜΜΕθέλοντας με αυτόν τον τρόπο να πείσει ότι, τα δύο αριστερά κόμματα ήταν ανίκανα να κυβερνήσουν (ελπίζοντας ίσως ότι το «Όχι» θα απομόνωνε την Ισλανδία από τη διεθνή κοινότητα, οπότε θα προκαλούσε την κατάρρευση της κυβέρνησης). Όπως θα δούμε δε στη συνέχεια, η αντιπολίτευση τάχθηκε υπέρ της δεύτερης συμφωνίας – γεγονός που μας θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τη χώρα μας και τα άθλια «παιχνίδια εξουσίας» της δικής μας πολιτικής. 

Εν τούτοις, οι ελεύθεροι Πολίτες της Ισλανδίας δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα πολιτικά παιχνίδια των κομμάτων – ψηφίζοντας «ΟΧΙ» επειδή πίστευαν εύλογα ότι, η αντιμετώπιση της χώρας τους από τους δανειστές της ήταν εντελώς άδικη. Έτσι λοιπόν, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος (06.03.2010) ήταν σε συντριπτικό βαθμό (93,2%) εναντίον της συμφωνίας – ενώ μόλις το 1,8% ήταν υπέρ. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τη Μ. Βρετανία και την Ολλανδία να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων – αφού δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να μην σεβαστούν την επιθυμία των Πολιτών της Ισλανδίας, μετά από μία τόσο εντυπωσιακή πλειοψηφία.

 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ

 

Η νέα συμφωνία με τους «δανειστές», η οποία επιτεύχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν αρκετά πιο συμφέρουσα από την πρώτη – αφού η αποπληρωμή θα ξεκινούσε το 2016, ενώ τα ποσά των τοκοχρεολυσίων δεν θα ξεπερνούσαν ποτέ το 5% των δημοσίων εσόδων της Ισλανδίας (για σύγκριση, στην Ελλάδα μόνο οι τόκοι αντιστοιχούν στο 30% περίπου των δημοσίων εσόδων). Ο χρόνος αποπληρωμής επιμηκύνθηκε έως το έτος 2046 (από το 2023 της προηγούμενης), ενώ το επιτόκιο μειώθηκε στο 3% (τυχόν περαιτέρω συγκρίσεις με την Ελλάδα, όπου, για παράδειγμα, τα ετήσια τοκοχρεολύσια δεν θα ξεπερνούσαν τα 3 δις €, θα ήταν εξαιρετικά απογοητευτική για την πολιτική ηγεσία και τις διαπραγματευτικές της «ικανότητες»).  

Αυτή τη φορά η Βουλή, η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση κυρίως,  αποφάσισε με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της συμφωνίας. Εν τούτοις, επειδή ο έντιμος Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνήθηκε ξανά να την επικυρώσει, δεν υπέγραψε δηλαδή τον ανάλογο νόμο, διενεργήθηκε ένα νέο δημοψήφισμα – στο οποίο το 59,77% ψήφισε ξανά αρνητικά (ΟΧΙ), ενώ το 40,22% θετικά, με την  κυβέρνηση να θεωρεί το αποτέλεσμα ως δική της ήττα.

Μετά το δεύτερο «ΟΧΙ» των Ισλανδών, τόσο οι Βρετανοί, όσο και οι Ολλανδοί αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν ξανά – ανακοινώνοντας ότι θα ακολουθήσουν πλέον τη δικαστική οδό, μέσω του αρμόδιου Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (EFTA) του Λουξεμβούργου. Η Ισλανδία, μαζί με το Λιχτενστάιν, τη Νορβηγία και την Ελβετία, είναι ένα από τα εναπομείναντα κράτη-μέλη της EFTA, η οποία είχε ιδρυθεί το 1960 ως το «αντίπαλο δέος» της ΕΕ (κάποτε ανήκαν επίσης η Δανία, η Φιλανδία, η Αυστρία, η Σουηδία και η Μ. Βρετανία).

Η επιτροπή ελέγχου της EFTA, η οποία έχει έδρα τις Βρυξέλες, τοποθετήθηκε υπέρ της Μ. Βρετανίας και της Ολλανδίας, απαιτώντας από την Ισλανδία να πληρώσει τα χρέη της τράπεζας της (Icesave), απέναντι στους πελάτες της στις δύο χώρες – όπου όμως το Κοινοβούλιο της Ισλανδίας απάντησε ότι, δεν είχε σε καμία περίπτωση καταπατήσει τις υποχρεώσεις της χώρας, οι οποίες απέρρεαν από την Ευρωπαϊκή συμφωνία (94/19/EG).

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση της Ισλανδίας δεν είχε ποτέ αρνηθεί να αποζημιώσει τους ξένους ιδιώτες-καταθέτες των χρεοκοπημένων τραπεζών της, για τη ζημία που τους προκλήθηκε. Αντίθετα, οι απαιτήσεις τους έχουν τοποθετηθεί σε προτεραιότητα, σε σχέση με αυτές των ξένων τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών – ενώ για το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιηθεί η περιουσία της πτωχευμένης Landsbanki, η οποία υπολογίζεται στα 594 δις κορώνες.

 

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Το πλέον σημαντικό όπλο της Ισλανδίας, σε σχέση με την, επιτυχή όπως φαίνεται σήμερα, καταπολέμηση της τραπεζικής κρίσης, ήταν αναμφίβολα η ύπαρξη εθνικού νομίσματος. Η υποτίμηση της κορώνας κατά 50% απέναντι στο Ευρώ, ακρίβυνε κατά πολύ τις εισαγωγές, ενώ δημιούργησε δυσκολίες στις ξένες εταιρείες. 

Αρκετές πολυεθνικές, όπως για παράδειγμα η McDonalds, εγκατέλειψαν τη χώρα – γεγονός φυσικά εξαιρετικά θετικό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και για τα έσοδα του κράτους, αφού η φοροαποφυγή των πολυεθνικών αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους «ιούς» του συστήματος (ειδικά των μικρότερων κρατών της Ευρωζώνης, οι επιχειρήσεις των οποίων δεν έχουν τη δυνατότητα να επεκταθούν στις άλλες χώρες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντισταθμιστεί η φοροαποφυγή των πολυεθνικών, καθώς επίσης η εξαγωγή των κερδών στα κράτη που έχουν την έδρα τους – μέσω του γνωστού μας transfer pricing).  

Οι ακριβές τιμές των εισαγομένων προϊόντων συνέβαλλαν φυσικά στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, όπως επίσης στην αύξηση των εξαγωγών και του τουρισμού – λειτουργώντας ακριβώς όπως στα «οικονομικά εγχειρίδια». Έτσι, παρά το ότι η μείωση του ΑΕΠ ήταν της τάξης του -6,8% το 2009, το 2010 περιορίσθηκε στο -1,1%, ενώ το 2011 ακολούθησε η ανάπτυξη (περί το 2,3%).

Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού μειώθηκε στο 9,3% το 2009 (από 13,5% το 2008), στο 5,7% το 2010 και στο 2,9% το 2011. Φυσικά σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η Ισλανδία ήταν ανέκαθεν πλούσια, όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Κατάταξη διεθνώς, κατά κεφαλήν ΑΕΠ και σε δολάρια

Κατάταξη

Χώρα

ΑΕΠ κατά κεφαλή

 

 

 

21

Ισλανδία

43.226

19

Γερμανία

44.556

22

Μ. Βρετανία

39.606

24

Ιταλία

37.046

30

Ελλάδα

27.875

Πηγή: ΔΝΤ, προβλέψεις 2011. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Τρία χρόνια αργότερα, παρά το ότι η χώρα δανείσθηκε από το ΔΝΤ (χωρίς όμως να εφαρμόσει την υφεσιακή πολιτική του, έτσι όπως αυτή ασκείται στην Ελλάδα), η κρίση αποτελεί παρελθόν. Δυστυχώς για όλους μας η Ελλάδα, όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, καθώς επίσης όλα τα άλλα «θύματα» που θα ακολουθήσουν, δεν έχει την πολυτέλεια του εθνικού νομίσματος – ενώ τυχόν μονομερής επιστροφή της, ειδικά μετά την ψήφιση του δευτέρου μνημονίου υποτέλειας, θα ήταν εξαιρετικά επώδυνη (για λόγους που έχουμε αναλύσει επαρκώς, σε αρκετά άρθρα μας, χωρίς φυσικά να διεκδικούμε το αλάνθαστο).

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 11. Μαρτίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2551.aspx

 

 Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ