Κριτήρια της ιστορικής έρευνας, ανάλυσης, κλπ

Σκέψεις για τα κριτήρια της ιστορικής έρευνας, ανάλυσης και ερμηνείας

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Κατά κοινή παραδοχή όλων των καλών ιστορικών όλων των εποχών (πλην κάποιων βαλκάνιων και ελλήνων «κριτικών» ιστοριογράφων) η καλή ιστοριογραφία είναι κατά βάση θουκυδίδεια (Romilly- Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη). Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων: Ο Θουκυδίδης «τείνει στην απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή», θέτει τα Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας.

Οφείλει τη μεγάλη αξία του στο γεγονός πως κατόρθωσε: να «βλέπει τη λεπτομέρεια σε συνάρτηση με το σύνολο, παραθέτει και αξιολογεί «μόνο εκείνες τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάποιο σημαντικό σκοπό, εξετάζει ό,τι έχει γνώρισμα καθολικό, παραθέτει «προθέσεις» ή «γνώμες» διαχρονικής αξίας και ανεξαρτήτως των ατομικών περιπτώσεων. Εστιάζει την προσοχή του με αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας και με τρόπο που μας επιτρέπει «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα  πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα. Αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες.

Κατά τη μετέπειτα  πρωτοχριστιανική περίοδο, ο Διονύσιος, επίσκοπος της Κορίνθου, καταγγέλλει σε επιστολή του ότι η Εκκλησία πλαστογραφεί συνεχώς τα αρχικά «Ευαγγέλια», μία πρακτική που οι χριστιανοί από την εμφάνισή τους έχουν αναγάγει σε επιστήμη (για μία λεπτομερέστερη παρουσίαση του φαινομένου  ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το  μνημειώδες έργο των Foote – Wheeler), ενώ ήδη έχει γίνει θλιβερή πραγματικότητα η εγγενής χριστιανική πολυδιάσπαση σε αυτοτιτλοφορούμενους «καθολικούς», «γνήσιους», «ορθόδοξους» από τη μία πλευρά και σε «αιρετικούς» από την άλλη, μία πολυδιάσπαση την οποία θα περιγελάσει  ο φιλόσοφος Κέλσοςστο ξεκίνημά τους ήσαν ολιγάριθμοι και είχαν ενιαία πίστη, αλλά στην συνέχεια πλήθυναν και εξαπλώθησαν και έκτοτε διασπώνται σε διάφορες αιρέσεις… και αλληλοκατηγορούνται σε βαθμό που αν υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσά τους αυτό είναι μόνο το όνομα, το οποίο βέβαια ντρέπονται να το εγκαταλείψουν αν και κατά τα άλλα βρίσκονται μεταξύ τους σε μία διαρκή αντιπαλότητα…», «Αληθής Λόγος», σελ. 57 – 58) αλλά και πολύ αργότερα ο Βολταίρος: «δεν είχαν προλάβει να τελειώσουν με το κήρυγμα του Χριστού και κατηγορούσαν ο ένας τον άλλον πως ήσαν αντίχριστοι… και φυσικά δεν υπήρξε ούτε μία από αυτές τις θεολογικές αντιδικίες που να μην στηριζόταν σε απάτες και παραλογισμούς».

Ένας  Σύριος, ο μαθητής του Ιουστίνου και αυτοαποκαλούμενος «βαρβαροφιλόσοφος» Τατιανός, τον οποίο ο Geffcken (105 – 107) αποκαλεί «ανατολίτη εχθρό της μόρφωσης» που «ψεύδεται προς τους άλλους και προς τον εαυτό του», στρατεύεται και αυτός στην Ρώμη κατά του «ειδωλολατρικού» πολιτισμού και στο έργο του «Προς Έλληνας» βομβαρδίζει με ύβρεις τους Έλληνες και τους Ρωμαίους που προφανώς θεωρεί ως κατεξοχήν αντιπρόσωπους του κόσμου που ο Τζεσούα  θέλει να καταστρέψει. Οι θεσμοί, η Επιστήμη, η Τέχνη, τα ήθη, η Θρησκεία είναι όλα… «γελοία», «ανόητα» και οι άνθρωποι που τα τιμούν «αλαζόνες», «ατάλαντοι», «επιπόλαιοι», «χαμένα κορμιά», οι μεγάλοι φιλόσοφοι είναι «υπερφίαλοι» και «πολυλογάδες».

Βεβαίως   το έθνος και κάθε έθνος θα πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό το αληθές (Δ. Σολωμός). Έβρισκα πάντοτε περίεργο πόσοι ασπάζονται δημοσίως και ενθέρμως την παραπάνω φράση ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να μας αποδείξουν πως τα έθνη δεν υπάρχουν (ακυρώνοντας έτσι τις δυο από τις τρείς θεμέλιες λέξεις της φράσεως).  Στην προσπάθεια τους να δείξουν ότι είμαστε ένας λαός εθισμένος (αν όχι βασισμένος) στο ψεύδος, την απάτη και την λαθροχειρία ανατέμνουν ακούραστα όλους τους «εθνικούς μύθους», τους οποίους καταγγέλλουν (με αποδείξεις) ως ψέμματα. Ως προς αυτό βρίσκονται πιο πίσω και από τους πλέον πρωτόγονους λαούς, αφού αντίθετα με τους τελευταίους αγνοούν ότι ο μύθος δεν είναι ψέμα. Ο μύθος είναι πέραν της αλήθειας και του ψέματος. Είναι πίσω ακόμα και από τους ηθικολόγους παραμυθάδες ως προς τούτο: αντί να σκεφτούν ποτέ να εξετάσουν αν ο μύθος έχει μια θετική ηθική ή άλλη επιρροή, περιορίζονται στην καταγγελία του σαν ψέμα. Το τι σκέφτεται ένας λαός το δείχνει το περιεχόμενο των ιστοριών που πιστεύει, όχι η εγκυρότητα τους.

Το σημαντικό κατά τους μυθοδιώκτες διαφωτιστές μας δεν είναι ότι ο τάδε που παρουσιάζεται ως ήρωας αποτελεί θετική επιρροή: το σημαντικό είναι πως στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα απλό κλεφτρόνι. Είναι σαν να κατηγορούν όποιον θαυμάζει έναν κινηματογραφικό ήρωα επειδή ο ηθοποιός που τον υποδύεται είναι παλιάνθρωπος. Αγνοούν το προφανές: ότι, δηλαδή, το έθνος το οποίο βλακωδώς οικτίρουν για την ηρωοποίηση του αυτή δεν θαυμάζει ένα (έστω υπαρκτό) κλεφτρόνι: θαυμάζει έναν (έστω ανύπαρκτο) ήρωα. Επομένως, «έχει την καρδιά του στην σωστή θέση» για να δανειστούμε μια έκφραση από τους αγγλοσάξονες φίλους μας. O Τσέστερτον το θέτει ως εξής: "Η λατρεία των ηρώων είναι σαφώς μια ευγενική και ανθρώπινη τάση: ο ήρωας μπορεί να είναι σκάρτος, η λατρεία του ποτέ."

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια  3ου Γυμνασίου Τρικάλων.

Email: ailiadi@sch.gr, http://blogs.sch.gr/ailiadi/, http://www.matia.gr,  (Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη) http://users.sch.gr/ailiadi.

Η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας

Η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας

 

Του Κώστα Βεργόπουλου*


 

Το δόγμα περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας διατυπώθηκε από τον Γερμανό υπουργό Σόιμπλε: η υπερχρέωση μιας χώρας οδηγεί αφεύκτως σε παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στους πιστωτές. Η διατύπωση προκαλεί με τον κυνισμό της.

Ωστόσο, το δόγμα δεν ήταν άγνωστο στην οικονομική ιστορία ούτε στην ιδιαίτερη ιστορία μας από το 19ο αιώνα. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες ήσαν ταυτόχρονα και πιστωτές. Τα αισθήματα δεν απέκλιναν ποτέ από τις υλικές βλέψεις. Στη σημερινή παγκόσμια σκηνή δεν υπάρχει υπερχρεωμένη χώρα που να μην παραδίδεται βορά στις λέσχες πιστωτών. Για όσους πίστευαν ότι με την εταιρική σχέση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτι αλλάζει, η υπόμνηση του Γερμανού υπουργού είναι απομυθοποιητική: να μην ανησυχεί κανείς, δεν αλλάζει απολύτως τίποτα.

Οι οφειλέτες συνεχίζουν να παραδίδονται ολοσχερώς στο κυριαρχικό έλεος των πιστωτών. Ακόμη και αν η Ευρώπη ανελάμβανε καθ’ ολοκληρίαν τα χρέη των περιφερειακών χωρών-μελών, τίποτα δεν θα την εμπόδιζε να επιβάλει, σε αυτές, τις κυριαρχικές επιλογές των πιστωτών. Ο νόμος του πιστωτή δεν έχει παύσει να ισχύει, ακόμη και μεταξύ εταίρων, ακόμη και αν τα χρέη δεν οφείλονται προς τρίτες χώρες, αλλά συνάπτονται μεταξύ εταίρων στο αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα και εγχείρημα. Στο κάτω κάτω, παραμένει αυτονόητο ότι τα ελλείμματα στην οικονομία συνεπάγονται ελλείμματα στην εθνική κυριαρχία.

Ωστόσο, ενώ η Ευρώπη δεν καινοτομεί ως πιστώτρια δύναμη, ακόμη και έναντι των υπερχρεωμένων χωρών-μελών της, θα μπορούσε τουλάχιστον να εξασφαλίζει κάποιο πρόγραμμα απεμπλοκής από την τρέχουσα κρίση, με ρεαλιστικότερους, λυσιτελέστερους και αποτελεσματικότερους όρους, από ό,τι μέχρι σήμερα έχει γίνει στην ιστορία του διεθνούς χρέους. Αντ’ αυτού, η υπό ενοποίηση ήπειρος όχι μόνον δεν καινοτομεί ούτε σε αυτό το πεδίο, αλλά υστερεί ακόμη και από τη μέχρι σήμερα διεθνή πρακτική: η υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο έναντι των πιστωτών της.

Αυτό οφείλεται στο ότι το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα αχρηστεύει τα εργαλεία προσαρμογής μιας χώρας στο διεθνή περίγυρό της. Η υποτίμηση του νομίσματος έχει καταστεί αδύνατη, καθ' ότι άνευ αντικειμένου, ενώ παράλληλα η δημοσιονομική πολιτική εξουδετερώνεται, λόγω της αξίωσης για συνταγματική απαγόρευση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Μοναδική εναπομένουσα οδός προσαρμογής για κάθε χώρα είναι πλέον η εκ των άνω διοργάνωση «ανταγωνιστικής ύφεσης», με την προσδοκία ότι η πτώχευση θα «σωφρονίσει» τους σπάταλους και οκνηρούς οφειλέτες.

Είναι δύσκολο σε υπερχρεωμένη χώρα να αρνηθεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Ωστόσο, εάν αυτό επιδεινώνει την κρίση σε όλους, τότε στερείται νοήματος, ακόμη και για τους πιστωτές. Η χώρα μας έχει την ιστορική τύχη και ατυχία ότι οι πιστωτές είναι ταυτόχρονα και εταίροι μας: αφ' ενός, αξιώνουν με κάθε μέσο την αποπληρωμή, αφ' ετέρου, επικαλούμενοι εταιρική σχέση, δυσχεραίνουν την προσαρμογή και ανάκαμψη της οικονομίας μας. Η τελική κατάληξη δεν είναι καλύτερη, αλλά χειρότερη από το 1930: τότε, η παγκόσμια οικονομία καταβυθίστηκε, στο μέτρο που εξαπολύθηκε παντού φαύλος κύκλος νομισματικών «ανταγωνιστικών υποτιμήσεων». Κάθε χώρα επεδίωκε την αναβάθμιση μέσω της κατατρόπωσης των εταίρων, μέχρις ότου αλληλοκατατροπώθηκαν όλες μαζί. Άραγε γίνεται σήμερα κάτι διαφορετικό; Ενώ το νομισματικό εργαλείο αποφεύγεται, χρησιμοποιείται η ύφεση ως δήθεν οδός προς απόκτηση διεθνούς ανταγωνιστικότητος, εις βάρος και πάλι των εταίρων. Ταυτόχρονα, το αυτό πράττουν οι τελευταίοι.

Η Γερμανία καθήλωσε το εργασιακό κόστος από το 2001, προκειμένου να κερδίζει ανταγωνιστικότητα εις βάρος των εταίρων. Η ίδια σήμερα επιβάλλει σε ολόκληρη την Ευρώπη τις επιλογές της. Εάν σήμερα η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή οικονομία οδηγούνται εκ των άνω σε κατάρρευση, αυτό δεν είναι άσχετο με την επιβολή της ύφεσης σε όλες τις χώρες μαζί ως δήθεν μονόδρομου προς βελτίωση της εθνικής ανταγωνιστικότητος εις βάρος των εταίρων. Η επιδείνωση του χρέους χρησιμοποιείται σήμερα ως εργαλείο για την επιβολή υφεσιακών επιλογών, που δεν βελτιώνουν, αλλά αποσταθεροποιούν και συρρικνώνουν τα εισοδήματα.

Από την τραγική εμπειρία του 1930, χρησιμοποιείται σήμερα το αρνητικό σκέλος της, ενώ αγνοείται το θετικό δίδαγμά της: όσο οι πολιτικές υπαγορεύονται από τις αγορές, η κρίση δεν αντιμετωπίζεται, αλλά βαθαίνει. Μόνον η υιοθέτηση αντικυκλικών πολιτικών, η αποκατάσταση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων των κρατών επισπεύδει την απεμπλοκή από την κρίση. Με την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, ο Σόιμπλε προσβλέπει σε «φλουρί κωνσταντινάτο». Δεν υποψιάζεται ότι, χωρίς περιεχόμενο, η εθνική κυριαρχία δεν είναι παρά «άδειο πουκάμισο».

 

* kvergo@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011,  http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=304400

Δάσκαλε που δίδασκες και νόμους δεν εκράτεις

Δάσκαλε που δίδασκες και νόμους δεν εκράτεις

 

Του Κωνσταντίνου Δ. Γεώρμα*


 

Αυτό που η Ιστορία θα καταγρά­ψει για την παρούσα κρίση είναι ασφαλώς η διγλωσσία των κυρί­αρχων ελίτ (των πολιτικών υπαλλήλων των τραπεζών, όπως αναλύουν συχνά άλλες στήλες αυτής της εφημερίδας). Έτσι, με έκπληξη ανακαλύψαμε ότι η κ. Μέρκελ και ο κ. Σόιμπλε άλλα μας επιβάλλουν να πράξουμε και άλλες πολιτικές προωθούν στην ίδια τη χώ­ρα τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ μας επιβάλλονται περικοπές επιδομά­των, δημοσιονομική λιτότητα και περι­ορισμοί κρατικών επιδοτήσεων, οι Γερ­μανοί έκαναν τα αντίθετα!

Ας δούμε λοιπόν πού στηρίχθηκε η «επιτυχία της γερμανικής οικονομίας» μετά την κρίση του 2008.

1. Αύξησαν, έστω και λίγο, το επίδο­μα ανεργίας.

2. Μείωσαν τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που σχετίζονται με το επίδομα ανεργίας.

3. Ενίσχυσαν με προσωπικό τις Δημό­σιες Υπηρεσίες Απασχόλησης, έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών λό­γω της κρίσης.

4. Ενίσχυσαν τις δαπάνες για κατάρ­τιση, και μάλιστα με δύο πακέτα: ένα για τους προσωρινά εργαζόμε­νους, έτσι ώστε να μην εγκαταλείψουν τις επιχειρήσεις όπου εργάζονταν, και ένα δεύτερο επικεντρωμένο σε εργα­ζόμενους με χαμηλές δεξιότητες και εργαζόμενους μεγάλης ηλικίας.

5. Παρ’ όλη τη μικρή μείωση των μι­σθών, διατήρησαν τις συντάξεις στο ίδιο επίπεδο. Υπολογίζεται ότι κανονικά αυτές έπρεπε να έχουν μειωθεί κατά 2%.

6. Αύξησαν το επίδομα θέρμανσης από 91 ευρώ σε 142 ευρώ.

7. Αύξησαν το επίδομα παιδιού, με συνέπεια να ωφεληθούν από αυτό 15 εκατομμύρια ωφελούμενοι.

Βέβαια, το σημαντικότερο ήταν ότι οι άνθρωποι έθεσαν στόχους και προ­χώρησαν στην άμεση υλοποίησή τους με σαφή σχεδιασμό.

Αποφάσισαν ότι βασικό ζητούμενο είναι να παραμείνουν οι άνθρωποι στη θέση εργασίας τους, σχεδιάζοντας γι’ αυτό μία σειρά από μέτρα. Το κυριότε­ρο ήταν η μείωση του χρόνου εργασί­ας, με παράλληλη παραμονή των ερ­γαζομένων στη θέση εργασίας τους. Με αυτό τον τρόπο ενίσχυσαν το, ήδη υφιστάμενο, πρόγραμμα περιορισμέ­νου χρόνου εργασίας. Είναι ο γνωστός νόμος που είχε εισαχθεί με μεγάλες αντιδράσεις από τη συμμαχική κυβέρ­νηση.

Στη σημερινή του εκδοχή, ο νόμος προέβλεπε τη μείωση των ωρών απα­σχόλησης, ενώ η κυβέρνηση, με τη σειρά της, μέσω των Δημόσιων Υπηρεσιών Απασχόλησης κάλυπτε το 67% των μισθολογικών απωλειών (λόγω της μείωσης του χρόνου εργασίας) και από 50% έως 100% των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Επί­σης, επέκτεινε το χρονικό όριο επι­δότησης στους 24 μήνες (μόνο στην Ελλάδα τα προγράμματα έχουν τον «μακροπρόθεσμο σχεδιασμό» του πεντάμηνου – μπας και προλάβουμε να βολέψουμε περισσότερους ημετέρους…).

Επειδή η γερμανική επιχειρηματι­κή τάξη δεν διαθέτει τα αρπακολλατζίδικα χαρακτηριστικά της δικής μας – όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία, μέ­σα από την κρίση πολλές επιχειρήσεις κοιτάνε πώς θα βγάλουν περισσότερα εις βάρος των εργαζομένων -, στο πρό­γραμμα συμμετείχαν επιχειρήσεις που είχαν πραγματικά προβλήματα.

Μέτρα στήριξης

Στην Ελλάδα, οι υπηρεσιακοί του υπουργείου Εργασίας (ξέρετε, αυτοί οι κακοί δημόσιοι υπάλληλοι!) έχουν κα­ταθέσει προτάσεις για τέτοιο πρόγραμ­μα από το… 2008! Αλλά, οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου, απασχολη­μένες καθώς είναι από τις εμφανίσεις στα ΜΜΕ και σε άλλες δραστηριότητες, έθεταν συνεχώς κωλύματα στην υλο­ποίησή του. Με επιμονή κάποιων έχει προχωρήσει κάτι, αλλά τα αποτελέσμα­τα αναμένονται ακόμη.

Στη Γερμανία, παράλληλα με τα αντικυκλικά μέτρα κοινωνικής προστασίας – διότι, όπως είναι γνωστό, η κοινωνική προστασία συνιστά αυτόματο σταθε­ροποιητή, και γι’ αυτό πρέπει να είναι ανεπτυγμένη – υπήρξαν και δράσεις για την προώθηση της μεταποίησης. Οι χρηματοδοτήσεις για την ενίσχυση των επιχειρήσεων ήταν 115 δισ. ευρώ. Από αυτά:

  15 δισ. ευρώ πήγαν στις μικρομε­σαίες επιχειρήσεις.

  Περίπου 22 δισ. ευρώ πήγαν στη στήριξη των εξαγωγών.

5 δισ. ευρώ πήγαν στην επιδότηση για αγορά καθαρών αυτοκινήτων.

Το μέτρο είχε βέβαια στόχο να βοη­θηθούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες της χώρας και όχι να επιβαρυνθεί περαιτέ­ρω το ισοζύγιο πληρωμών βοηθώντας τους εμπόρους – όπως, δηλαδή, έγινε στην Ελλάδα. Επίσης, όλα αυτά επιβά­ρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό!

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις

Ασφαλώς, για το γεγονός ότι η Γερ­μανία έχει σήμερα ανεργία γύρω στο 7% παίζουν ρόλο και άλλοι πα­ράγοντες. Η λειτουργία του κράτους είναι ένας από αυτούς. Ο άλλος έχει να κάνει με τη λειτουργία των επι­χειρήσεων.

Εδώ, θα αναφερθώ σε ένα μόνο ση­μείο. Στη Γερμανία, σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη έχουν παίξει οι μι­κρομεσαίες οικογενειακές επιχει­ρήσεις. Όπως γράφει και ο Ράτνερ, αυτές οι επιχειρήσεις συνδυάζουν τη σταθερότητα της οικογενειακής δομής με την παραγωγή προϊόντων πολύ εκλεπτυσμένων και με υψη­λή, ενίοτε, παραγωγική αξία. Έτσι, αυτές οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παράγουν προϊόντα που είναι δύ­σκολο να παραγάγουν οι αναδυόμε­νες αγορές.

Οι επιχειρήσεις αυτές – αντίθετα απ’ ό,τι κάνουν οι αντίστοιχες δικές μας – απασχολούν Γερμανούς εργαζόμε­νους. Επίσης – πάλι σε αντίθεση με τις δικές μας – επενδύουν σημαντικό μέρος των κερδών τους στην κα­τάρτιση του προσωπικού τους! Ειρήσθω εν παρόδω, σε έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Κατάρτιση, οι Έλληνες μικρομεσαίοι επιχειρηματίες είχαν απαντήσει ότι δεν θέλουν κατάρτιση του προσωπι­κού τους διότι οι υπάλληλοί τους θα ήξεραν περισσότερα από αυτούς! Τέλος, αυτές οι (γερμανικές) οικογε­νειακές επιχειρήσεις επενδύουν στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και όχι σε βραχυπρόθεσμα κέρδη (1).

 

Σημείωση: 1. Δύο είναι οι κύριες πηγές για το κείμενο αυτό. ILO, «Studies on Growth with Equity ». International Labour Organization-International Institute for Labour Studies , 2011. Επίσης: Steven Rattner , «The Secrets of Germany’s Success », Volume 4, Number 90, July/August 2011. Επίσης, μπορείτε να δείτε τις εκπομπές του Steve Evans στο BBC.

 

* Ο Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας είναι Δρος Κοινωνιολογίας – συγγραφέας.

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 25-08-11), http://www.topontiki.gr/article/20927

Κάτω τα χέρια από το πανεπιστημιακό άσυλο

Κάτω τα χέρια από το πανεπιστημιακό άσυλο!


Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Το προετοίμασαν από καιρό. Με άρθρα και επιφυλλίδες στις εφημερίδες. Με απευθείας συνδέσεις και τηλεοπτική διεκτραγώδηση των «καταστροφών». Με ερωτήσεις και παρεμβάσεις στη Βουλή. Με τερατολογίες και ανυπόστατα ψεύδη. Κοινός τόπος ένας: το πανεπιστημιακό άσυλο πρέπει να καταργηθεί.

Είναι προφανές ότι το πανεπιστημιακό άσυλο ενοχλούσε. Όχι τόσο για τα επεισόδια ή τις καταστροφές που επικαλούνται οι πολέμιοί του. Άλλωστε, η εμπειρία έχει δείξει ότι πολύ μεγαλύτερες καταστροφές και βίαιες συγκρούσεις έχουν γίνει σε χώρους εκτός ασύλου• μια βόλτα στα γήπεδα μπορεί να το αποδείξει. Αυτό που ενοχλούσε ήταν υπήρχαν χώροι όπου μπορούσε να αναπτυχθεί, χωρίς δικαίωμα παρέμβασης των δυνάμεων καταστολής, συλλογική δράση, ανατρεπτική ιδεολογική αναζήτηση και μαχητική κινηματική παρέμβαση. Ενοχλούσε το γεγονός ότι από τη μεταπολίτευση και μετά συνδικάτα, πολιτικές πρωτοβουλίες, κινήματα μπορούσαν να κάνουν συνελεύσεις μέσα στα πανεπιστήμια, να καταφεύγουν για να αποφύγουν τη αποδεδειγμένα δολοφονική βία των δυνάμεων καταστολής, να πραγματοποιούν εκδηλώσεις, διαμαρτυρίες, να στεγάζουν απεργίες πείνας.

Ενοχλούσε το γεγονός ότι το πανεπιστημιακό άσυλο επέτρεπε την απρόσκοπτη δράση του φοιτητικού κινήματος. Εγγυόταν την διεξαγωγή συνελεύσεων, επέτρεπε τις καταλήψεις, προστάτευε από τον κίνδυνο να εμφανιστεί με την παραμικρή κινητοποίηση ο εισαγγελέας ή ο διοικητής του οικείου αστυνομικού τμήματος «για τα περαιτέρω». Μπορούσε έτσι το φοιτητικό κίνημα όχι μόνο να οργανώνει μεγάλους και συχνά νικηφόρους αγώνες, όπως ήταν αυτός που ανέτρεψε τον ν. 815 ή το κίνημα ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Μπορούσε, και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο για τις κυρίαρχες δυνάμεις, να διαμορφώνει ένα παράδειγμα συλλογικής νικηφόρας ριζοσπαστικής δράσης που ακολουθούσαν κι άλλοι κλάδοι και κινήματα.

Σήμερα, είναι προφανές ότι τα επίσημα κόμματα επιδιώκουν να ξεμπερδεύουν με την ενοχλητική «ανορθογραφία» που ήταν το μαχόμενο φοιτητικό και ευρύτερα πανεπιστημιακό κίνημα. Γι’ αυτό και σκύλιασαν κυριολεκτικά για την κατάργηση του ασύλου. Ο νόμος δεν επιδιώκει μόνο την πλήρη άλωση του πανεπιστημίου από τις δυνάμεις της αγοράς αλλά και την πειθάρχηση του φοιτητικού κινήματος. Η καθιέρωση ανώτατου χρόνου σπουδών στέλνει σαφές μήνυμα: μην ασχολείστε με το συνδικαλισμό, μην κινητοποιείστε, μην δραστηριοποιείστε πολιτικά, γιατί δεν θα πάρετε πτυχίο.

Αναδεικνύεται μια βαθύτερη αντιδραστική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος. Σε μια χώρα όπου η εικόνα του τανκ που εισβάλλει στο Πολυτεχνείο στοιχειώνει ακόμη τη συλλογική συνείδηση και το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73» αντηχεί στις πλατείες της πάνδημης αγανάκτησης, η επιδίωξη είναι να ξεμπερδεύουν οριστικά με το δημοκρατικό κινηματικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης. Γι’ αυτό ομονόησαν στη Βουλή, σε μια επίδειξη συναίνεσης, «σοσιαλιστές», «φιλελεύθεροι» και κοινοβουλευτικώς αναβαπτισμένοι νοσταλγοί της επταετίας. Γιατί ξέρουν ότι η επιχείρηση οικονομικής και ηθικής ταπείνωσης της κοινωνίας, η καταρράκωση κάθε έννοιας εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, η εκρηκτική εκτίναξη της ανεργίας σωρεύουν εκρηκτικά υλικά. Αναζητούν έτσι κινήσεις προληπτικής τρομοκράτησης και καταστολής. Και βέβαια κάθε άλλο παρά συμβολική θα είναι η εφαρμογή: ήδη εξαγγέλλονται αιτήματα αστυνομικής παρέμβασης για κάθε «παράπτωμα», από τις καταλήψεις έως και τη στέγαση… ανατρεπτική ιστοσελίδων.

Στο χέρι μας είναι να βγουν γελασμένοι. Όπως κάποτε ανατράπηκε η χούντα των συνταγματαρχών, έτσι πρέπει σήμερα να ανατραπεί και η δικτατορία των αγορών. Αυτή τη φορά τα τεθωρακισμένα της «μεταρρύθμισης» θα αναγκαστούν να κάνουν αναστροφή μπροστά στις πύλες των αγωνιζόμενων πανεπιστημίων.

 

ΠΗΓΗ: 31-8-2011, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=43665

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙΙ

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

…. ο αντίθετος δρόμος της Αργεντινής και συμπεράσματα για την Ελλάδα – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ

Η προσέγγιση της κρίσης από την Αργεντινή ήταν εντελώς διαφορετική, από αυτήν της Ουρουγουάης. Επομένως θεωρούμε σκόπιμη μία μικρή αναφορά, έτσι ώστε να συμπεράνουμε ποια από τις δύο χώρες ακολούθησε το σωστότερο δρόμο – κρίνοντας αποκλειστικά και μόνο εκ του αποτελέσματος για τους Πολίτες (η έννοια «σωστό» δεν έχει απολύτως κανένα νόημα, εάν δεν εξετάζεται από την πλευρά του ποιόν ωφελεί και ποιόν ζημιώνει).     

Το Δεκέμβρη του 2001 η Αργεντινή κήρυξε στάση πληρωμών (άρθρο μας), η οποία αφορούσε τόσο τους εγχώριους, όσο και τους ξένους ιδιοκτήτες των ομολόγων της. Το συνολικό ποσόν, το οποίο όφειλε να αναδιαρθρωθεί, ήταν της τάξης των 100 δις $ (περί τα 70 δις €) – αν και η πρόταση αναδιάρθρωσης προς τους πιστωτές της δεν έγινε έως το 2004 και δεν ολοκληρώθηκε ούτε το 2005. Τελικά, οι ιθύνοντες της Αργεντινής πρότειναν στους δανειστές την εξόφληση ενός μέρους των απαιτήσεων τους, αναγκάζοντας τους «είτε να δεχθούν, είτε να το αφήσουν» (take it or leave it offer).   

Το 75% των δανειστών της Αργεντινής συμφώνησε να αποδεχθεί την πρόταση της κυβέρνησης, η οποία προέβλεπε διαγραφή χρεών (haircut) ύψους περί το 65% (μέσω επέκτασης του χρόνου αποπληρωμής, μείωσης της ονομαστικής αξίας και δόσεις με χαμηλά επιτόκια). Η διαμάχη μεταξύ της Αργεντινής και του 25% των πιστωτών της, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν την πρόταση της κυβέρνησης, συνέχισε μέχρι το 2010, όπου η Αργεντινή κατάφερε να ολοκληρώσει μία επόμενη συμφωνία – ενώ απομένουν ακόμη 7,5 δις $ χρέους, στις χώρες που εκπροσωπούνται από «το κλαμπ του Παρισιού».

Στην περίπτωση της Αργεντινής πρόκειται προφανώς για ένα «πιστωτικό γεγονός», το οποίο ενεργοποιεί τα CDS – ενώ η S&P αξιολόγησε της Αργεντινή με SD (Επιλεκτική χρεοκοπία), όπως ακριβώς την Ουρουγουάη  (Ελλάδα) και η Fitch με DD, ήδη από το 2001. 

Μετά την αναδιάρθρωση χρέους, η Ουρουγουάη εισήλθε αμέσως σε πορεία ανάπτυξης, επιτυγχάνοντας μέσους ρυθμούς αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ, της τάξης του 8% μεταξύ των ετών 2004 και 2008. Παραδόξως, η οικονομία της Αργεντινής αναπτύχθηκε ανάλογα βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στις υψηλότερες τιμές των εμπορευμάτων. Κατά τη διάρκεια λοιπόν της ίδιας χρονικής περιόδου, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της Αργεντινής ήταν 8,5% – παρά την «οικονομική ανεπάρκεια» των κυβερνητικών στελεχών της, καθώς επίσης την απομόνωση της από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Επομένως, η μορφή της αναδιάρθρωσης, είτε αυτή της Ουρουγουάης (soft), είτε αυτή της Αργεντινής (hard), δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, όσον αφορά την εξέλιξη των δύο χωρών – ενώ η Αργεντινή, σε αντίθεση με την Ουρουγουάη, κατάφερε τελικά να μειώσει στο μισό το δανεισμό της, με τεράστια οφέλη τόσο για τον προϋπολογισμό (τόκοι δανείων), όσο και για τους Πολίτες της.

Όσον αφορά δε τις αγορές, σε τελική ανάλυση κρίνουν και δανείζουν ανάλογα με τη προβλεπόμενη μελλοντική εξέλιξη της χώρας και όχι με βάση τις ζημίες τους από το παρελθόν – οπότε μία χώρα, η οποία επιλέγει το δύσκολο δρόμο (λιτότητα, ύφεση κλπ.), χωρίς καμία ελπίδα επιτυχίας όπως η Ελλάδα, είναι πολύ πιο δύσκολο να επανέλθει στις αγορές, από μία άλλη που επιλέγει ριζικές λύσεις (haircut κλπ.), οι οποίες εξασφαλίζουν τη μελλοντική της ανάπτυξη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σχεδόν για τρία ολόκληρα χρόνια ασχολούμαστε με την οικονομική ενημέρωση, στο βαθμό που μπορούμε – με όλα τα τυχόν λάθη ή τις παραλείψεις μας. Σκοπός μας δεν είναι η απόδοση ευθυνών, οι κατηγορίες η/και η κριτική κανενός (θα ήταν μάλλον ανόητο), αλλά απλά και μόνο η ανάλυση όλων όσων συμβαίνουν ή έχουν συμβεί με κάποιες, ή δυνατόν «εποικοδομητικές» προτάσεις – αφού πιστεύουμε απόλυτα ότι, η γνώση είναι δύναμη, ενώ η άμεση Δημοκρατία απαιτεί πλήρη ενημέρωση των Πολιτών μίας χώρας (η οποία πρέπει να επιδιώκεται σε όλους τους «τομείς γνώσης» και όχι μόνο στα οικονομικά).

Περαιτέρω θεωρούμε ότι, η άμεση Δημοκρατία είναι η μοναδική λύση μας απέναντι στην παντοδυναμία του απολυταρχικού καπιταλισμού (κινεζικός δρόμος), ο οποίος διαδέχθηκε τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», καθώς επίσης απέναντι στην «δριμύτητα» του μονοπωλιακού καπιταλισμού – αυτού δηλαδή που προωθεί το «δυτικό» κυρίως Καρτέλ, σε πλήρη συνεργασία με τις αχόρταγες, ανεξέλεγκτες χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες δεν «συμπεριφέρονται» σύμφωνα με το «αόρατο χέρι» του A. Smith (αδυνατώντας προφανώς να λειτουργήσουν με τους κανόνες της ζήτησης και της προσφοράς, χωρίς αυτό να προϋποθέτει συνωμοσίες).

Στα πλαίσια τώρα της παραπάνω ανάλυσης της κρίσης της Ουρουγουάης, έχουμε την άποψη ότι, η μοναδική πλέον επιλογή της Ελλάδας είναι η ανάπτυξη ή η στάση πληρωμών – χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση. Εάν δεν εξασφαλιστεί άμεσα η ανάπτυξη για τη χώρα μας, με οποιονδήποτε εφικτό διακανονισμό αποπληρωμής των υποχρεώσεων της (άρθρο μας), οφείλουμε να προβούμε γρήγορα σε στάση πληρωμών, παραμένοντας δυστυχώς υποχρεωτικά στο χώρο του Ευρώ – διαφορετικά είναι πλέον φύσει αδύνατον να επιβιώσουμε (αν και δεν βλέπουμε σοβαρές προοπτικές επιβίωσης του Ευρώ, κρίνοντας από τις «ικανότητες» του περιπλανώμενου Ευρωθιάσου και τα συνεχή «ήξεις αφίξεις» της ανατολικογερμανίδας καγκελαρίου). 

Τέλος, τόσο η αισιόδοξα προβλεπόμενη (άρθρο μας – Πίνακας Ι) επιδείνωση της ύφεσης, όσο και οι εγκληματικές ιδιωτικοποιήσεις κάτω από τις σημερινές συνθήκες (με το χρηματιστήριο στο ναδίρ και τις αξίες «καταρρακωμένες»), απειλούν να μας οδηγήσουν δεκάδες χρόνια πίσω – εάν δεν μας καταδικάσουν σε μία νέα «κατοχή» της Ελλάδας, από τους συνήθεις δυτικούς εισβολείς και νεοαποικιοκράτες.

Όσον αφορά δε τις τράπεζες, η καταβαράθρωση των τιμών των μετοχών τους είναι η καλύτερη τεκμηρίωση σε σχέση με το τι πρόκειται να συμβεί σύντομα – κρίνοντας από την εμπειρία της Ουρουγουάης, από την ριζική αναδιάρθρωση που ακολούθησε, η οποία καταδίκασε χιλιάδες τραπεζοϋπαλλήλους στην ανεργία, καθώς επίσης από τις μάλλον «σκοτεινές» προθέσεις κάποιων «εταίρων» μας.

Εκτός αυτού, η απίστευτη μείωση της ονομαστικής αξίας της μετοχής της Alpha Bank, για παράδειγμα, από 4,70 € στα 0,30 € (σημερινή τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής 1,90 €), ταυτόχρονα με τον τεράστιο περιορισμό των Ιδίων Κεφαλαίων της κατά 2,5 δις € (στο 1,1 δις €), δεν προϊδεάζει για τα καλύτερα – ενώ μάλλον τεκμηριώνει ότι, έχουμε εισέλθει στην «τελική ευθεία». Προφανώς δε, η σημερινή κατάσταση επηρεάζει, μεταξύ άλλων, σε μεγάλο βαθμό τα δημόσια και τα άλλα ταμεία (συνταξιοδοτικά κλπ.), με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον τους.    

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙ

 ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

  το ξέσπασμα της καταιγίδας, η διαχείριση της, η αναδιάρθρωση των τραπεζών με τη βοήθεια του ΔΝΤ,… – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η κρίση ξεκίνησε το Δεκέμβριο του 2001, όταν η κυβέρνηση της Αργεντινής επέβαλλε στους κατοίκους της ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωσε» τις καταθέσεις τους (το γνωστό «corralito»). Εκείνη τη στιγμή, οι δύο μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες της Ουρουγουάης αντιμετώπισαν προβλήματα ρευστότητας, λόγω της μεγάλης έκθεσης τους στην Αργεντινή. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι δύο αυτές τράπεζες («υπεύθυνες» για το 20% των συνολικών καταθέσεων εντός του συστήματος) ανήκαν σε οικονομικούς ομίλους της Αργεντινής – οπότε ήταν εξαιρετικά ευαίσθητες στις εκεί συνθήκες.

Ειδικά η BGU, η νούμερο δύο τράπεζα της Ουρουγουάης σε όρους ενεργητικού, ήταν υποκατάστημα της μεγαλύτερης ιδιωτικής τράπεζας της Αργεντινής (Galicia) – ενώ είχε επικεντρώσει τις δραστηριότητες της σχεδόν αποκλειστικά στη λήψη καταθέσεων Αργεντινών υπηκόων, καθώς επίσης στο δανεισμό Αργεντινών, ιδιωτών και επιχειρήσεων. Όταν λοιπόν η Αργεντινή επέβαλλε ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωμα» καταθέσεων, η BGU αφενός μεν απομονώθηκε από τα περιουσιακά της στοιχεία στην Αργεντινή, αφετέρου αντιμετώπισε εκροή καταθέσεων, εκ μέρους των Αργεντινών (οι νέες εστίες πυρκαγιάς στην Α. Ευρώπη, επίσης στην Τουρκία, οφείλουν να προσεχθούν ιδιαίτερα από τις Ελληνικές τράπεζες).

Μόνο τον Ιανουάριο του 2002, η BGU έχασε το 15% των συνολικών καταθέσεων της, αντιμετωπίζοντας αμέσως τεράστια προβλήματα ρευστότητας – με αποτέλεσμα η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης να υποχρεωθεί να σταματήσει τη λειτουργία της (απόσυρση αδείας στις 13. Φεβρουαρίου). Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί και στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο ή στη Μ. Βρετανία, σε περίπτωση ραγδαίας επιδείνωσης της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης ή των Η.Π.Α.

Η BC τώρα, η μεγαλύτερη τότε ιδιωτική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία ήταν επίσης εκτεθειμένη στην οικονομία της Αργεντινής, λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους της χώρας που κατείχε (ομόλογα), καθώς επίσης λόγω των δανείων της στον αργεντινό όμιλο εταιρειών BGdeN, του οποίου αποτελούσε υποκατάστημα, αντιμετώπισε ανάλογα προβλήματα ρευστότητας (μετά από κάποιες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της, μεσολάβησε η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία τελικά την «αναδιάρθρωσε»). Τις επόμενες εβδομάδες, έως το Μάρτιο του 2002, καθώς η οικονομική κρίση της Αργεντινής εξελισσόταν, το 12% των συνολικών καταθέσεων «εγκατέλειψε» την Ουρουγουάη (Πίνακας Ι). Παρά το ότι λοιπόν οι Αρχές βοηθούσαν τις τράπεζες, παρέχοντας τους ρευστότητα, ενώ είχε ανακοινωθεί επί πλέον από το ΔΝΤ ένα πρόγραμμα δανεισμού τους, η αρνητική δημοσιοποίηση των προβλημάτων άσκησε μεγάλες πιέσεις στο νόμισμα της χώρας, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αυξήσει τα περιθώρια διακύμανσης του από το 6% στο 12% – επιδεινώνοντας εξ αυτού τη θέση των τραπεζών.

Αν και ακολούθησε η υποτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ουρουγουάης, η οποία ως συνήθως συνοδεύεται από την αντίστοιχη μείωση της αξιολόγησης των τραπεζών, ενώ οι καταθέσεις μειώνονταν διαρκώς, η κυβέρνηση συνέχισε να ενισχύει τις τράπεζες – ακόμη και όταν η τρίτη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της χώρας αντιμετώπισε με τη σειρά της προβλήματα ρευστότητας. Εν τούτοις, όταν τον Ιούλιο τα επιτόκια δανεισμού της Ουρουγουάης (spreads) αυξήθηκαν υπερβολικά (έως και 20%, όσο περίπου τα ελληνικά σήμερα – 25% το Νοέμβριο του 2002), τα συναλλαγματικά της αποθέματα μειώθηκαν δραματικά (80%) και αφέθηκε ελεύθερη η ισοτιμία του νομίσματος (πέζο), το οποίο υποτιμήθηκε αμέσως κατά 27%, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να ανακοινώσει το κλείσιμο των τραπεζών – για πέντε ημέρες (bank holidays).    

Στα τέλη Ιουλίου του 2002, το 38% των καταθέσεων είχε εγκαταλείψει το σύστημα, το πέζο είχε υποτιμηθεί κατά 57%, ενώ οι περισσότερες τράπεζες ήταν πρακτικά χρεοκοπημένες. Το 67% των καταθέσεων ήταν στα χέρια της κυβέρνησης, είτε στις κρατικές τράπεζες, είτε στις «κρατικοποιημένες», ενώ το 51% των καταθέσεων κατοίκων του εξωτερικού είχαν φύγει από τη χώρα. Την 1η Αυγούστου, μετά το κλείσιμο των τραπεζών, χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν τα συνδικάτα σε μία τετράωρη γενική απεργία, η οποία κατέληξε σε λεηλασίες καταστημάτων και σε οδομαχίες, στις φτωχές περιοχές του Montevideo. Η κυβέρνηση αντέδρασε με την αποστολή χιλιάδων αστυνομικών, οι οποίοι τελικά απεκατέστησαν την ηρεμία. Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, στις 16 Απριλίου του 2002, περί τους 100.000 διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί ξανά στην πρωτεύουσα της χώρας, με στόχο να διαμαρτυρηθούν για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της. Επίσης, στις 12. Ιουνίου μία 24ωρη γενική απεργία είχε νεκρώσει εντελώς τη χώρα – για πρώτη φορά μετά το 1984, όπου η τότε στρατιωτική κυβέρνηση ήταν λίγο πριν την πτώση της. Τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και οι επιχειρηματίες απαιτούσαν πολιτικά μέτρα για την διατήρηση του κοινωνικού κράτους, της εθνικής βιομηχανίας και της ανάπτυξης της οικονομίας – διαμαρτυρόμενοι ταυτόχρονα για την αύξηση των φόρων (οι ομοιότητες με την Ελλάδα είναι προφανείς).       

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Στις αρχές Αυγούστου του 2002, το ΑΕΠ της Ουρουγουάης βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση (12% σε ετήσια βάση), οι επιχειρήσεις έκλειναν η μία μετά την άλλη και η ανεργία είχε εκτοξευθεί στα ύψη – το νόμισμα έχανε συνεχώς σε αγοραστική αξία και το δημόσιο χρέος, σε όρους δολαρίου, ξεπερνούσε πλέον τα ασφαλή επίπεδα. Ο άνθρωποι είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η επιδρομή εναντίον των τραπεζών (bank run) είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να διακόψει τη λειτουργία τους – με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Οι ξένες εφημερίδες έγραφαν ότι, η Ουρουγουάη θα χρειαζόταν ένα θαύμα για να αποφύγει την οριστική χρεοκοπία, δίνοντας πιθανότητες 1% σε κάτι τέτοιο.

Ειδικοί εκ μέρους των Η.Π.Α. (U. S. Treasury) είχαν καταφθάσει επειγόντως στη χώρα, με σκοπό να βοηθήσουν στην εύρεση λύσης. Η αιτία της μη ενασχόλησης του ΔΝΤ με το πρόβλημα της Ουρουγουάης, ήταν η απαίτηση του να βοηθήσει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι, η χώρα θα κήρυσσε στάση πληρωμών και θα μετέτρεπε όλα τα χρηματικά αποθέματα της (καταθέσεις) σε ομόλογα – ληστεύοντας προφανώς τους Πολίτες της, για να πληρώσει τους πιστωτές της. Η κυβέρνηση δεν συμφώνησε με τέτοιες μεθόδους, προτιμώντας να ζητήσει τη βοήθεια του U. S. Treasury – το οποίο είχε την απαιτούμενη εμπειρία, ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τις κυβερνήσεις και των δύο χωρών.  Το ζητούμενο ήταν ουσιαστικά να σταματήσει η «τραπεζική επιδρομή», έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ένα διάλειμμα στο σύστημα πληρωμών της χώρας – το οποίο θα εμπόδιζε τη μεγέθυνση της ζημίας που είχε προκαλέσει στην οικονομία της η κρίση της Αργεντινής. Αντίθετα με το ΔΝΤ, η επιτροπή των οικονομολόγων των δύο χωρών πίστευε ότι, η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης θα έπρεπε να αναβληθεί για αργότερα – αφού θα είχε σταθεροποιηθεί η οικονομία της.

Παράλληλα θεωρήθηκε πως η επιδρομή στις τράπεζες οφειλόταν στην πεποίθηση των καταθετών σε σχέση με το ότι, η κεντρική τράπεζα δεν είχε τόσα χρήματα, όσες οι καταθέσεις τους (εύλογη, αφού καμία τράπεζα δεν διατηρεί τις καταθέσεις στα θησαυροφυλάκια της, αλλά μόλις το 2% στην κεντρική). Έτσι, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποσύρουν τα χρήματα τους το δυνατόν γρηγορότερα – πριν εξαντληθούν δηλαδή τα αποθέματα των τραπεζών. Αποφασίσθηκε λοιπόν ότι, η λύση ήταν η εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων – η κάλυψη τους δηλαδή κατά 100% με δολάρια. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατον για την κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, επειδή δεν μπορούσε να δανεισθεί ένα τέτοιο ποσόν. Έτσι, η επιτροπή απευθύνθηκε στο ΔΝΤ για τη χρηματοδότηση, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες να πείσει το Ταμείο για την επιτυχία του σχεδίου της. Στόχος της ήταν ένα δάνειο ύψους 1,5 δις $ – οπότε, εάν το ΔΝΤ συμφωνούσε να δώσει 500 εκ. $, τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν από την Παγκόσμια Τράπεζα, ως συνήθως σε συνεργασία με την IDB (InterAmerican Development Bank).  Το ΔΝΤ, όπως και οι δύο υπόλοιποι οργανισμοί, συμφώνησαν τελικά ενώ, επειδή η επιτροπή θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδίου της το άμεσο άνοιγμα των τραπεζών, ζητήθηκε δάνειο από το U. S. Treasury (bridge loan), έως ότου οι τρεις οργανισμοί ολοκληρώσουν τις απαραίτητες διαδικασίες έγκρισης. Έτσι, οι τράπεζες άνοιξαν πολύ γρήγορα, η επιδρομή των καταθετών δεν συνεχίσθηκε, η κρίση τελείωσε και η ανάπτυξη επανήλθε το 2003 (αύξηση του ΑΕΠ κατά 11% το 2004).

Αργότερα, το Μάιο του 2003, η κυβέρνηση της Ουρουγουάης συνεργάσθηκε με τους πιστωτές της, με στόχο την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της. Η «προσφορά» των νέων «ομολόγων ανταλλαγής» ανακοινώθηκε στις 10 Απριλίου και ολοκληρώθηκε στις 29 Μαΐου, με την αποδοχή του 93% των πιστωτών. Από τα 5,4 δις $ δηλαδή αναδιαρθρώθηκαν τελικά τα 5 δις $, ενώ το ΔΝΤ υπολόγισε τον περιορισμό της αξίας των ομολόγων, λόγω της χρονικής τους μετάθεσης, στο -20%. Ουσιαστικά συμφωνήθηκε η αύξηση του χρόνου αποπληρωμής των ομολόγων του δημοσίου κατά πέντε έτη, χωρίς να μειωθεί η ονομαστική τους αξία (δεν υπήρξε διαγραφή χρέους – haircut) και χωρίς να υπάρξει καμία αλλαγή στα επιτόκια. Το χρέος προς το ΔΝΤ αποπληρώθηκε και η χώρα επανήλθε στις χρηματοπιστωτικές αγορές τον ίδιο χρόνο, μετά από πολύ σύντομη απουσία. Τέλος, παρά το ότι τα CDS υπήρχαν εκείνη την εποχή, δεν χρησιμοποιούνταν σε μεγάλη έκταση, οπότε δεν έγινε καμία συζήτηση σχετικά με το εάν η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης αποτελούσε πιστωτικό γεγονός ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, η S&P αξιολόγησε την αναδιάρθρωση σαν SD (Selective DefaultΕπιλεκτική Χρεοκοπία), όπως την Ελληνική, ενώ η Fitch σαν χρεοκοπία (DDD) – ενώ τα επιτόκια δανεισμού της χώρας, παρά το ότι μειώθηκαν δραστικά, παρέμειναν έκτοτε σχεδόν διπλάσια, σε σχέση με αυτά πριν από την κρίση.

Η ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Σε σχέση με την εξυγίανση των τραπεζών, είναι σημαντικό να τις διαχωρίσει κανείς σε τρεις ομάδες, λόγω της φύσεως των προβλημάτων και των ιδιαιτεροτήτων τους: στις κρατικές (BROU και BHU), στις ιδιωτικές, στις οποίες επενέβη το δημόσιο (Banco Comercial, Banco MondevideoCaja Obrera και Banco de Credito), καθώς επίσης στις υπόλοιπες ιδιωτικές.

Οι κρατικές τράπεζες

Η BROU: Σαν αποτέλεσμα της κρίσης, η BROU έχασε περί το 66% των συνολικών καταθέσεων της εντός του 2002 – γεγονός που επιδείνωσε σημαντικά τη ρευστότητα της, ενώ έφερε στο φως τα προβλήματα του Ισολογισμού της, καθώς επίσης πολλά διαχειριστικά ελαττώματα, προερχόμενα από την «ελλειμματική εταιρική διακυβέρνηση» της. Με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, η τράπεζα υποχρεώθηκε σε ένα δραστικό πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο συμπεριελάμβανε τα εξής: 

(α)  Το 2003 ιδρύθηκε μία εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού (Asset Management Company), με την εγγύηση του κράτους και με στόχο την κατηγορία των δανείων 4 και 5 (τα επισφαλή δάνεια στην Ουρουγουάη ονομάζονται δάνεια κατηγορίας 4 και 5 μέσα στο βιβλίο των τραπεζών, αντιπροσωπεύοντας τις δύο πιο επικίνδυνες κατηγορίες μεταξύ συνολικά πέντε). Σύμφωνα με το πρόγραμμα, τα δάνεια αυτά όφειλαν αφενός μεν να «αποσβεσθούν» λόγω πλήρους αδυναμίας είσπραξης τους, αφετέρου να «καλυφθούν» χρηματοπιστωτικά, εντός μίας περιόδου 5 ετών. Η τράπεζα υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τη μεταφορά αυτών των δανείων προς την εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού, μέχρι το Δεκέμβρη του 2004.    

(β)  Η κυβέρνηση κάλυψε ένα ομόλογο δανεισμού της BROU (αφορούσε ένα εγγυημένο από το κράτος ομόλογο ύψους 776 εκ. $, το οποίο είχε εκδώσει η δεύτερη δημόσια τράπεζα, η BHU, η οποία δεν μπορούσε πλέον να το εξυπηρετήσει), ενώ η BHU υποσχέθηκε να το αποπληρώσει στο μέλλον.

(γ)  Η τράπεζα υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει μελλοντικά την εμπορική της δραστηριότητα, απασχολούμενη μόνο με προϊόντα βασιζόμενα στο πέζο (καθόλου με προϊόντα άλλων νομισμάτων).

(δ)  Το κόστος λειτουργίας της εξορθολογίστηκε, με στόχο τη μείωση του κατά 15% εντός των δύο επομένων ετών (απολύσεις προσωπικού κλπ.)

(ε)  Το τμήμα ρίσκου (credit risk management) και παροχής δανείων της τράπεζας, υποχρεώθηκε να περιορίσει ριζικά το ποσοστό των επισφαλειών στο μέλλον.

Η BHU: Τέλη του 2001, οι περισσότερες καταθέσεις της BHU (77%) ήταν σε δολάρια, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των δανείων της (94%) ήταν σε πέζος – «αναφερόμενες» σε οφειλέτες, τα εισοδήματα των οποίων (μισθοί κλπ.) ήταν σε πέζος. Όπως ήταν φυσικό, όταν ξέσπασε η κρίση και υποτιμήθηκε σημαντικά το εθνικό νόμισμα, η μεγάλη έκθεση της τράπεζας σε δάνεια είχε σαν αποτέλεσμα να φτάσει στο χείλος της χρεοκοπίας. Με τη βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας (το ΔΝΤ είχε αναλάβει τη μία κρατική τράπεζα, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα την άλλη), η BHU αναδιαρθρώθηκε ριζικά – υποχρεούμενη να μετατραπεί σε ένα μη τραπεζικό ίδρυμα, το οποίο δεν επιτρεπόταν πλέον να λαμβάνει νέες καταθέσεις (με εξαίρεση τις προθεσμιακές «καταθέσεις ταμιευτηρίου»). Εκτός αυτού, απαγορεύθηκε στην τράπεζα να παρέχει δάνεια υψηλότερα από το ποσόν των 50 εκ. $ συνολικά. Παράλληλα, η BHU αναγκάσθηκε να μειώσει δραστικά το κόστος λειτουργίας της, καθώς επίσης να δημιουργήσει συνθήκες απόλυτης διαφάνειας στον Ισολογισμό της.

Οι ιδιωτικές, «διασωθείσες» από το κράτος τράπεζες

Τον Ιανουάριο του 2003 η κυβέρνηση «εκκαθάρισε» τις δύο τράπεζες (Banco Comercial και Banco MontevideoCaja Pbrera), δημιουργώντας εξ αυτών μία καινούργια: τη Nuevo Banco Comercial (NBC). Τέλη Φεβρουαρίου η νέα αυτή τράπεζα εξέδωσε ομόλογα (CDs), για να χρηματοδοτήσει την εξαγορά των στοιχείων του Ενεργητικού των δύο «εκκαθαρισμένων» τραπεζών – με τα έσοδα εξ αυτών να οδηγούνται στη «μερική εξυπηρέτηση» των καταθέσεων των δύο προηγουμένων τραπεζών. Η τράπεζα άνοιξε τέλη Μαρτίου, ενώ μέχρι τα τέλη του έτους έγινε η τρίτη μεγαλύτερη της χώρας, αντιπροσωπεύοντας το 9,5% των συνολικών καταθέσεων του συστήματος. Από την άλλη πλευρά η τρίτη ιδιωτική τράπεζα, την οποία είχε διασώσει το κράτος, η Banco de Credito, τέθηκε τελικά σε εκκαθάριση, έκλεισε δηλαδή το Φεβρουάριο του 2003, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της. Επειδή τώρα η BCU ανήκε στις JP Morgan Chase, Dresdner Bank και Credit Suisse First Boston, ενώ έχασε το συνολικό Ενεργητικό της ύψους 800 εκ. $ όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να την κλείσει, η Ουρουγουάη καταδικάσθηκε τον Ιανουάριο του 2005 από το διεθνές εμπορικό επιμελητήριο, με έδρα το Παρίσι, σε αποζημίωση ύψους 120 δις $ προς τις τρεις ξένες τράπεζες-μετόχους.

Οι λοιπές ιδιωτικές τράπεζες

Ο τομέας αυτός του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, αποτελούμενος από ένα μικρό δίκτυο κυρίως ξένων τραπεζών, αφέθηκε ουσιαστικά στην τύχη του – υποχρεούμενος να προσπαθήσει με δικά του μέσα να ανταπεξέλθει με την κρίση. Στην πραγματικότητα, οι ιδιωτικές τράπεζες που κατάφεραν να ανταπεξέλθουν με τα προβλήματα τους, ήταν οι μεγάλοι κερδισμένοι της κρίσης – ενώ δεν έγιναν σημαντικές αναδιαρθρώσεις ή μειώσεις στα μεγέθη τους. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται στη δομή της τραπεζικής αγοράς, μετά τον Ιούνιο του 2004:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Η τραπεζική αγορά της Ουρουγουάης, τον Ιούνιο του 2004, σε εκ. $

Τράπεζα

Ενεργητικό

Ποσοστά επί συνόλου

 

 

 

BROU

4.941

42%

BHU

1.202

10%

NBC

1.057

9%

Σύνολο κρατικών τραπεζών

7.200

61%

 

 

 

Ιδιωτικές τράπεζες

4.568

39%

 

 

 

Γενικό σύνολο

11.768

100%

Πηγή: BHU – ΔΝΤ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ, οι κρατικές τράπεζες αντιπροσώπευαν στα τέλη Ιουνίου του 2004 περί το 61% του συνολικού Ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, με την κρατική BROU να παραμένει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της αγοράς – αντιπροσωπεύοντας το 45% των συνολικών καταθέσεων, καθώς επίσης το 50% των συνολικών δανείων του συστήματος. Αν και οι συνολικές καταθέσεις τον Ιούνιο του 2004 ήταν μόλις το 61% των αντίστοιχων το Δεκέμβριο του 2001 («χάθηκε» δηλαδή το 39%), ανέκτησαν τα επίπεδα του Ιουλίου του 2002 – όπου είχαν κλείσει η τράπεζες (bank holiday). Όσον αφορά τις καταθέσεις των ξένων, έχουν μειωθεί πλέον στο 38%, σε σχέση με το επίπεδο τους πριν από την κρίση.   

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Ι

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

Οι ιδιαιτερότητες του Ελληνικού χρέους, η Ουρουγουάη πριν από την κρίση, …  – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

 Ανάλυση

Πρέπει να αγαπάμε την αρετή – καλό όμως είναι να γνωρίζουμε πως δεν είναι παρά ένα τέχνασμα, επινοημένο από τους ανθρώπους, για να κάνουν βολική τη συμβίωση τους. Αυτό που αποκαλούμε ηθική δεν είναι παρά ένα εγχείρημα απόγνωσης των ομοίων μας, ενάντια στην παγκόσμια τάξη – η οποία είναι η πάλη, η σφαγή και η τυφλή σύγκρουση των αντίθετων δυνάμεων” (Anatole France).

Ουσιαστικά, στη σύνοδο κορυφής της 21ης Ιουλίου αποφασίσθηκε η αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους (εάν φυσικά εφαρμοσθεί – άρθρο μας), μεταξύ άλλων η μείωση του σε ποσοστό της τάξης του 21%. Επειδή τώρα αρκετοί συγκρίνουν τη συγκεκριμένη «διαδικασία» που επιλέχθηκε, με την αντίστοιχη επιτυχημένη στην περίπτωση της Ουρουγουάης, θεωρούμε σκόπιμη μία μικρή ανάλυση της κρίσης της λατινοαμερικανικής χώρας – η οποία, κατά την άποψη μας, ήταν εντελώς διαφορετική.

Πριν συνεχίσουμε οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, τόσο η αναδιάρθρωση, όσο και η στάση πληρωμών (Αργεντινή), έχουν άμεση σχέση με τα μεγέθη μίας χώρας –  καθώς επίσης με τα ποσά, απόλυτα ή σχετικά (ως προς το ΑΕΠ κλπ.). Για παράδειγμα, το συνολικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι της τάξης των 360 δις € ή 165% του ΑΕΠ της (υπολογίζουμε με ΑΕΠ μικρότερο των 220 δις €, λόγω της τεράστιας ύφεσης που βιώνει η χώρα μας).

Απέναντι σε αυτό, οι συνολικές απώλειες πιστώσεων που έχουν καταγραφεί από την Moodys, από το 1983 έως σήμερα, για 28 ολόκληρα έτη δηλαδή και για όλες τις χώρες, από στάσεις πληρωμών κλπ., δεν υπερβαίνουν τα 126 δις € (182 δις $) – ενώ ακόμη και αυτό το μέγεθος δεν είναι αντιπροσωπευτικό, αφού μεσολάβησαν οι απώλειες δύο μεγάλων χωρών: της Αργεντινής και της Ρωσίας. Επομένως, το μέγεθος του χρέους της Ελλάδας, τριπλάσιο σχεδόν από όλα τα υπόλοιπα μαζί, δεν είναι καθόλου αμελητέο – όσον αφορά την επίδραση του στο παγκόσμιο σύστημα, ειδικά στο ευρωπαϊκό.

Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει κανείς να αναλύσει διεξοδικά τους ιδιοκτήτες των ομολόγων – των δημοσίων χρεών δηλαδή μίας χώρας, τα οποία πρόκειται να αναδιαρθρωθούν. Ειδικότερα, τα ομόλογα των αναπτυσσομένων χωρών, όπως της Ουρουγουάης ή της Αργεντινής, αγοράζονται κυρίως από επενδυτικά κεφάλαια υψηλού ρίσκου, από hedge funds, καθώς επίσης από ιδιώτες επενδυτές. Αντίθετα, τα ομόλογα των ανεπτυγμένων, βιομηχανικών κρατών (στις οποίες ανήκει η Ελλάδα, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη), ευρίσκονται στην κατοχή τραπεζών, ασφαλειών, συνταξιοδοτικών ταμείων κλπ. – κυρίως για λόγους ρευστότητας και περιορισμού του ρίσκου.

Εάν λοιπόν οι τράπεζες δεν κρατήσουν τα ομόλογα αυτά μέχρι τη λήξη τους, καθώς επίσης εάν δεν γίνεται αποτίμηση τους στις τρέχουσες αξίες, αλλά σε πολύ χαμηλότερες, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, οι ζημίες τους περιορίζουν άμεσα τα κεφάλαια τους – οπότε, οι κίνδυνοι χρεοκοπίας τους αυξάνονται ραγδαία, ενώ οφείλουν να αντιμετωπίζονται με άμεσες αυξήσεις κεφαλαίων.

Περαιτέρω, η αναδιάρθρωση έχει άμεση σχέση με το εάν μία χώρα αντιμετωπίζει απλά προβλήματα ρευστότητας ή ευρίσκεται σε αδυναμία πληρωμών (insolvent). Κατά την άποψη πολλών, εάν το δημόσιο χρέος μίας χώρας ξεπερνά το 120% του ΑΕΠ της, ενώ «μαστίζεται» ταυτόχρονα από δίδυμα ελλείμματα (άρθρο μας), δεν είναι σε θέση να εξοφλεί τις υποχρεώσεις της – οπότε χρεοκοπεί αργά ή γρήγορα. Τυχόν αναδιάρθρωση λοιπόν θα πρέπει, αφενός μεν να μειώνει δραστικά τα χρέη της (στο 80% του ΑΕΠ της ή ακόμη λιγότερο), αφετέρου να δημιουργεί τις προϋποθέσεις επίλυσης των προβλημάτων της, τα οποία προκαλούνται, μεταξύ άλλων, από τα δίδυμα ελλείμματα.

Τέλος όταν μία χώρα, όπως η Ελλάδα σήμερα, δεν έχει τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος της ή κάποιας άλλης μορφής νομισματική πολιτική (αύξηση της ποσότητας χρήματος, μείωση των βασικών επιτοκίων κλπ.), ακόμη και μία  αναδιάρθρωση της τάξης του 50% (για παράδειγμα, μέσω της έκδοσης Ευρωομολόγων και ανταλλαγής τους, όπου ένα ασφαλές Ευρωομόλογο θα ανταλλάσσεται με δύο επικίνδυνα Ελληνικά), είναι αδύνατον να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα – εάν δεν συνοδεύεται από άλλες ενέργειες, όπως ένα σχέδιο επαναβιομηχανοποίησης τύπου «Μάρσαλ» κλπ. 

Όπως φαίνεται λοιπόν, η αναδιάρθρωση χρέους μίας ανεπτυγμένης οικονομίας, η οποία ανήκει ταυτόχρονα σε μία νομισματική ένωση συγκοινωνούντων δοχείων, με τεράστια προβλήματα συνοχής, με ανεπαρκή πολιτική ηγεσία και με πολλές εστίες πυρκαγιάς, με έναν επικίνδυνο εσωτερικό εχθρό (άρθρο μας) και σε συνθήκες διεθνούς κρίσης, είναι μία πάρα πολύ δύσκολη διαδικασία – πόσο μάλλον αφού εκλείπει εντελώς η οποιαδήποτε εμπειρία.

Επομένως, για όλους τους παραπάνω λόγους, η Ελλάδα δεν πρέπει να συγκρίνεται με καμία άλλη χώρα – φυσικά, σε καμία περίπτωση με την Ουρουγουάη, η οποία απλά αναδιάρθρωσε χρέη ύψους 5,7 δις $ (περί τα 4 δις €, όσο δηλαδή το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ελλάδας για ένα μήνα!), επεκτείνοντας το χρόνο αποπληρωμής τους στα πέντε μόλις έτη – χωρίς να αλλάξει το επιτόκιο ή την ονομαστική τους αξία. 

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Η Ουρουγουάη θεωρούταν η Ελβετία της Λατινικής Αμερικής, αφού αποτελούσε το μεγαλύτερο τραπεζικό «off shore» κέντρο της περιοχής, ειδικά για τους κατοίκους της Βραζιλίας και της Αργεντινής – σαν αποτέλεσμα της «ευέλικτης» τραπεζικής νομοθεσίας της, καθώς επίσης της γενικής εμπιστοσύνης στην Οικονομία και στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της (όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την Ελβετία, για την οποία κανείς δεν αμφιβάλλει, αν και μάλλον θα έπρεπε).  

Στα τέλη λοιπόν του 2001, με την παγκόσμια κρίση τότε στο αποκορύφωμα της (Ασία, Ρωσία, Μεξικό, Βραζιλία, Αργεντινή κλπ.), ο τραπεζικός τομέας της Ουρουγουάης θεωρούταν από τους περισσότερους σαν απόλυτα υγιής – παρά το ότι η ύφεση είχε αρχίσει από το 1999, εξασθενώντας σημαντικά την κερδοφορία των τραπεζών, λόγω της κρίσης των γειτονικών χωρών. Ειδικά τα δημόσια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας, εκ των οποίων τα δύο μεγαλύτερα (BROU, BHU) συγκέντρωναν το 40% του συνολικού Ενεργητικού, φαίνονταν να έχουν σωστή κεφαλαιακή διάρθρωση, καθώς επίσης αρκετή ρευστότητα.

Παράλληλα λειτουργούσαν περίπου 30 ιδιωτικές τράπεζες, κυρίως ξένης ιδιοκτησίας, καθώς επίσης μερικές τοπικές επενδυτικές τράπεζες και ταμιευτήρια. Μεταξύ αυτών, κυριαρχούσαν δύο (BGU, BC), το συνολικό ενεργητικό των οποίων αντιπροσώπευε το 20% του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης. Ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα ήταν εξαιρετικά ευαίσθητο σε εξωτερικούς «κραδασμούς», αφού χαρακτηριζόταν από πολύ υψηλές καταθέσεις σε δολάρια, από ξένους κυρίως καταθέτες. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός της δομής του συστήματος:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ανάλυση των τραπεζικών καταθέσεων της Ουρουγουάης σε δολάρια, από το Δεκέμβριο του 2001 έως το Δεκέμβριο του 2002

Καταθέσεις

Δεκ-01

Μαρ-02

Ιουν-02

Σεπ-02

Δεκ-02

 

 

 

 

 

 

Συνολικές

15.403

13.475

10.744

8.007

8.374

Ξένο συνάλ.

13.970

12.261

9.824

7.458

7.747

Τοπικό νόμισμα

1.433

1.214

920

549

627

Κάτοικοι

7.413

6.953

5.958

5.250

5.431

Ξένοι

6.557

5.308

3.866

2.208

2.315

Πηγή: ΔΝΤ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

Σημείωση: Με κριτήριο τη μείωση των καταθέσεων στην Ουρουγουάη κατά περίπου 7 δις $ μέσα σε ένα έτος (-37,7% του ΑΕΠ της), οι καταθέσεις στην Ελλάδα θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 80 δις € – μία πολύ «αμυδρή» πιθανότητα μεν, λόγω του Ευρώ, η οποία όμως οφείλει μάλλον να εξετασθεί, έστω «εγκυκλοπαιδικά», από τις τράπεζες μας.

Όπως διαπιστώνεται από τον Πίνακα Ι, το Δεκέμβριο του 2001 οι συνολικές καταθέσεις ήταν 15,4 δις $ – το 83% δηλαδή του ΑΕΠ της Ουρουγουάης τότε (18,55 δις $ – όταν το Ελληνικό ΑΕΠ σήμερα είναι περί τα 320 δις $ και οι καταθέσεις 260 δις $, ήτοι το 81%). Από τις συνολικές καταθέσεις, το 90% ήταν σε ξένο συνάλλαγμα (13,97 δις $), με το 47% να ανήκουν σε ξένους, μη κατοίκους της χώρας. Στα πλαίσια αυτά, η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης δεν επέβαλλε ειδικούς κανόνες, όσον αφορά τις καταθέσεις σε συνάλλαγμα των ξένων, τον περιορισμό των αναλήψεων ή όποιους άλλους – ενώ η επίβλεψη των κρατικών τραπεζών εκ μέρους της ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Τα συνολικά δάνεια που παρείχε το τραπεζικό σύστημα στα τέλη του 2001 ήταν της τάξης των 11,5 δις $, εκ των οποίων τα 8,6 δις $ (75%) ήταν σε ξένο συνάλλαγμα – κυρίως σε δολάρια. Παραδόξως δε, τα 6,1 δις $ (ή το 71% αυτών των δανείων) είχαν δοθεί σε κατοίκους της χώρας, παρά το ότι κανένας από αυτούς δεν είχε εισοδήματα σε συνάλλαγμα ή από άλλες χώρες.

Στα τέλη του 2001, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των κρατικών τραπεζών είχαν φτάσει στο 39,1% των συνολικών – έναντι 5,6% μόλις των ιδιωτικών. Το κόστος λειτουργίας δε των κρατικών τραπεζών ήταν πολύ υψηλό, ενώ τα κέρδη τους κατά πολύ χαμηλότερα, από τα αντίστοιχα των ιδιωτικών – ειδικά της BHU, η οποία ήταν ο κυριότερος «παροχέας» στεγαστικών δανείων της χώρας.

Από δημοσιονομικής πλευράς, η ύφεση που ξεκίνησε το 1999, δημιουργούσε τεράστια ελλείμματα στον ήδη προβληματικό προϋπολογισμό της Ουρουγουάης (από 38% του ΑΕΠ το 1998, στο 58% του ΑΕΠ το 2001, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των τραπεζών) – με τη χρηματοδότηση τους να γίνεται με τη σύναψη ξένων δανείων (σε συνάλλαγμα). Λίγο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, το συνολικό δημόσιο χρέος ήταν 10,7 δις $ (57,7% του ΑΕΠ), εκ των οποίων το 83% σε ξένο συνάλλαγμα (για σύγκριση, «μόλις» το 30% του συνολικού δανεισμού της Τουρκίας σήμερα είναι σε ξένο συνάλλαγμα).

Περαιτέρω, το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ της Αργεντινής το ίδιο έτος ήταν 51% και της Βραζιλίας, το 1999, μόλις 44% («ονειρεμένα» μεγέθη, σε σχέση με το 160% της Ελλάδας ή το 130% της Ιταλίας). Το χρέος της Ουρουγουάης αυξήθηκε στο 93% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2002 και στο 108% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2003 – σαν αποτέλεσμα της κρίσης, της μείωσης του ΑΕΠ (ύφεση), κυρίως δε της υποτίμησης του νομίσματος της, η οποία πλησίασε τα επίπεδα του 50% (η υποτίμηση είναι ένας από τους βασικούς λόγους που αυξήθηκαν και τα δημόσια χρέη ως προς το ΑΕΠ, τόσο της Αργεντινής, όσο και της Βραζιλίας – επίσης ένας από τους λόγους που θα χαρακτήριζαν έγκλημα την επιστροφή της χώρας μας στη δραχμή, χωρίς την παροχή πολλαπλάσιας αξίας ανταλλαγμάτων).  

Συμπερασματικά λοιπόν, στα τέλη του 2001 η οικονομία της Ουρουγουάης υπέφερε από μία εκτεταμένη κρίση των κρατικών τραπεζών, από την εξάρτηση της από το ξένο συνάλλαγμα, καθώς επίσης από μειωμένη ανταγωνιστικότητα, η οποία προκαλούσε μεγάλα ελλείμματα – λόγω της υποτίμησης των νομισμάτων των βασικών εμπορικών εταίρων της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο τραπεζικός τομέας της χώρας ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος σε εξωτερικά σοκ, καθώς επίσης στην (ενδεχόμενη τότε), υποτίμηση του εθνικού νομίσματος.

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Τι σημαίνει τελικά “ανοικτό πανεπιστήμιο”;

Τι σημαίνει τελικά “ανοικτό πανεπιστήμιο”; “Ανοίξαμε και σας περιμένουμε”;


Του Δημήτρη Πατέλη*



Το τελευταία χρόνια μεθοδεύεται (από ταγούς, ιθύνοντες, προθύμους και αφελείς) μια πρωτοφανής ιδεολογική και νοηματική λαθροχειρία. Οι φοιτητικές και πανεπιστημιακές κινητοποιήσεις βαφτίστηκαν αίφνης «κλειστό πανεπιστήμιο». Η λαθροχειρία αυτή εντάσσεται στο σύνολο των προπαγανδιστικών τρικ του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος προτιμά εύηχους όρους για τις βρώμικες επιπτώσεις της στρατηγικής του:

“απελευθέρωση τιμών” αντί για αισχροκέρδεια, “ελαστικοποίηση” και “ευελιξία” αντί για κατάργηση συλλογικών κεκτημένων και διεκδικήσεων, “δημοσιονομική πειθαρχία” αντί για αναδιανομή πόρων υπέρ του κεφαλαίου και κατά της εργασίας, “εξυγίανση” αντί για ξεπούλημα, “μεταρρύθμιση” – αντί για αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση, “διασφάλιση ποιότητας” αντί για αγοραία αξιολόγηση, κ.ο.κ.

Όμως, κλειστό πανεπιστήμιο δεν είναι το αγωνιζόμενο πανεπιστήμιο, χώρος ελεύθερης έρευνας και παιδείας, προνομιακός χώρος κριτικού αναστοχασμού, που ανοίγεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και οικοδομεί δεσμούς με την εργαζόμενη πλειοψηφία.

Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το αποστειρωμένο πανεπιστήμιο των «μεταρρυθμίσεων», με φαλκιδευμένο το άσυλο, όπου ιδιωτικές εταιρείες security (αλλά και τα ΜΑΤ, όταν το ζητήσουν οι πρυτάνεις) θα αποτρέπουν έμπρακτα τις όποιες κινητοποιήσεις και τη διακίνηση “επικίνδυνων” ιδεών, θα προστατεύουν την απρόσκοπτη έρευνα για λογαριασμό των επιχειρήσεων, την διανομή ευρωπαϊκών κονδυλίων και την ανέλιξη σε θέσεις ευθύνης στον κρατικό μηχανισμό και τις επιχειρήσεις (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα καθηγητή του ΕΜΠ που ταυτόχρονα ήταν και στο payroll της Ericsson και στην ελέγχουσα την Ericksson ΑΔΑΕ). Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο με δυσδιάκριτα έως ανύπαρκτα τα όρια μεταξύ εργαστηρίου ΑΕΙ και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο που προχωρά στην κατανομή πόρων, χώρων και αξιωμάτων βάσει της αγοραίας αξιολόγησης μελών ΔΕΠ, τμημάτων και τομέων. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο με απόκρυφες ροές κονδυλίων έρευνας, με σκοτεινές διαπλοκές στην έρευνα για παραγωγή οπλικών συστημάτων. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που αναπαράγει καθεστώτα δουλικής εκμετάλλευσης και εργασιακού μεσαίωνα σε εργαστήρια και υπηρεσίες του (προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και άλλων εργαζομένων, με ή χωρίς συμβάσεις, με αναθέσεις σε εργολάβους, κ.ο.κ.), ενώ αδυνατεί να έχει σε πλήρη λειτουργία ακόμα και τη βιβλιοθήκη του.

Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που ανέχεται την πραξικοπηματική ανάδειξη αρχών. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι το πανεπιστήμιο της διάχυσης της διαφθοράς, της συνενοχής, της αναξιοπρέπειας, της υποταγής και του φόβου. Κλειστό πανεπιστήμιο είναι αυτό που ανέχεται τη στοχοποίηση των μη υποτακτικών.

Όπως έχουν επισημάνει συνάδελφοι (π.χ. ο Π. Σωτήρης), υπό το σύνθημα “ανοικτό πανεπιστήμιο” ενεργοποιείται ένας ιδιότυπος συνασπισμός εξουσίας που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες εντός των ΑΕΙ πρωτίστως γύρω από την επιθετική προώθηση μιας στρατηγικής επιβολής και εδραίωσης του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου». Πρόκειται για ένα συνασπισμό με ισχυρό υλικό συνδετικό ιστό ιδιοτελών συμφερόντων, που αρέσκεται μεν να αυτοπροβάλλεται ως δήθεν “ακαδημαϊκών αρχών” και υπεράνω κομμάτων και ιδεολογιών (αρκεί να τα έχουν καλά με τους εκάστοτε κρατούντες), αλλά λειτουργεί πλέον ως “διακομματικός” επιθετικός πόλος καθεστωτικού καιροσκοπισμού, με την προσήκουσα σε ορισμένου τύπου “εκσυγχρονισμένους” πανεπιστημιακούς επιθετική ιδεολογία…

Αυτό αφορά την «αποτελεσματικότητα» στη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, στην προσέλκυση πόρων, στην εξυπηρέτηση ποικιλοτρόπως των απαιτήσεων του κυβερνητικού έργου για «ειδικούς», στους δεσμούς με επιχειρηματικά κέντρα και εκδοτικά συγκροτήματα. Σε αυτό το πεδίον δόξης λαμπρόν αναδεικνύονται σήμερα οι νέοι ακαδημαϊκοί μανδαρίνοι, που αδημονούν να απαλλαγούν από τους «αναχρονισμούς» προηγούμενων περιόδων και την ενοχλητική ανορθογραφία τόσο του φοιτητικού κινήματος, όσο και μιας αγωνιστικής στάσης της ΠΟΣΔΕΠ, την οποία σπεύδουν εν όψει συνεδρίου να αλώσουν με πανστρατιά για να την εξουδετερώσουν.

Εξυπακούεται ότι όλοι αυτοί κατά κανόνα περιφρονούν τη μαζικότητα των φοιτητικών συνελεύσεων και απέχουν, συνήθως, από τις διαδικασίες των συλλόγων μελών της ΠΟΣΔΕΠ.

Αδυνατούν να αρθρώσουν επιστημονικά συγκροτημένο λόγο περί των μείζονος σημασίας ζητημάτων της επιστήμης , της παιδείας και της κοινωνίας (περί άλλων γαρ μεριμνούν και τυρβάζουν) και ως εκ τούτου, αποφεύγουν συστηματικά την υποβολή των απόψεών τους στη βάσανο της συλλογικής συζήτησης, του δημόσιου επιστημονικού διαλόγου (όπως κατέστη σαφές και με την ουσιαστική απουσία τους από την σχετική Ημερίδα 14.5.08 στο Πολυτεχνείο Κρήτης). Οι φορείς και θιασώτες αυτού του συνασπισμού αρκούνται σε μυρικασμούς αγοραίων στερεοτύπων και συνθηματολογίας πολιτικών υπαλλήλων, προτιμούν συνήθως την ασφαλή προβολή-προπαγάνδα των ιδεολογημάτων τους από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Ο συνασπισμός αυτός συσπειρώνει τους φορείς της ψοφοδεούς νομιμοφροσύνης και της θεσμολαγνίας της πανεπιστημιακής γραφειοκρατίας.

Έχω ξανααναφερθεί στη θλιβερή εικόνα των δήθεν οργάνων συνδιοίκησης: πυραμιδωτά δομημένων με όλο και πιο επιλεκτική σύνθεση έως τη σύγκλητο, βάσει της υπακοής και υποταγής στη διοίκηση. Χειραγωγικές πρακτικές, επιλογή, ιεράρχηση και διατύπωση θεμάτων κατά το δοκούν, ώστε να εκβιαστούν τα όργανα να εγκρίνουν απλώς προειλημμένες αποφάσεις. Όλο και πιο πολλές αποφάσεις αρμοδιότητας Συγκλήτου λαμβάνονται από το Πρυτανικό Συμβούλιο με την επίκληση λόγων «ανωτέρας βίας». Χαρακτηριστική είναι π.χ. η απόπειρα σύγκλησης συγκλήτου παραμονές Χριστουγέννων (23.12.08, χωρίς να έχουν ειδοποιηθεί οι συγκλητικοί τουλάχιστον 48 ώρες πριν, όπως προβλέπεται νομίμως), με αποφασιστικής σημασίας θέματα στην ημερήσια διάταξη, ώστε να ληφθούν αποφάσεις ερήμην των άμεσα ενδιαφερομένων «ενοχλητικών» φοιτητών.

Πως λειτουργεί λοιπόν το “ανοικτό πανεπιστήμιο”; Τα τελευταία χρόνια τα διοικητικά όργανα του Ιδρύματος έχουν σχεδόν ολοσχερώς αναχθεί σε μηχανισμούς άκριτης έγκρισης-διεκπεραίωσης άνωθεν προειλημμένων αποφάσεων με το εξής στερεότυπο σχήμα: τίθεται προς έγκριση η χ πρόταση βάσει του ψ νόμου. Εάν κάποιοι απ’ τους εκπροσώπους των φοιτητών, είτε των καθηγητών (μελών ΔΕΠ, ΕΤΕΠ και ΕΕΔΙΠ), αποτολμούν να αρθρώσουν λόγο πέραν των προειλημμένων αποφάσεων, να αντιτάξουν στις τελευταίες τις πραγματικές ανάγκες της πανεπιστημιακής κοινότητας, της επιστήμης και της κοινωνίας, η απάντηση είναι αυτοματοποιημένη: «είναι νόμος του κράτους, εμείς δεν νομοθετούμε, είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι και οφείλουμε να τηρούμε το νόμο»! Αυτά τα επιχειρήματα προτάσσονται από τους φορείς της θεσμολάγνου νομιμοφροσύνης του “ανοικτού πανεπιστημίου”, επί παντός ζητήματος ήσσονος ή μείζονος σημασίας, ακόμα και αν το θέμα αφορά νόμους εκτελεστικούς της μη ολοκληρωμένης άρσης του άρθρου 16 του Συντάγματος, ακόμα και αν είναι οι τελευταίοι πρακτικά ανεφάρμοστοι και ανόητοι (βλ. π.χ. τη μη ολοκλήρωση της διανομής συγγραμμάτων κατά το τρέχον εξάμηνο). Σαν να είναι οι νόμοι θέσφατα εξ αποκαλύψεως που τίθενται υπεράνω της κρίσης των άμεσα ενδιαφερομένων και όχι κανόνες διευθέτησης ανθρώπινων σχέσεων βάσει συγκυριακών συσχετισμών δυνάμεων και συμφερόντων. Εάν αντιμετωπίζονται έτσι τα θέσμια στο Πανεπιστήμιο, τι θα γίνεται στην υπόλοιπη κοινωνία;

Αυτή η ψοφοδεής νομιμοφροσύνη και η θεσμολαγνία παραμένει παγερά αδιάφορη για τα μείζονα προβλήματα εντός και εκτός του πανεπιστημίου, για τις στοιχειώδεις αρχές επιστημονικής και παιδαγωγικής δεοντολογίας. Κάποιοι προτρέπουν συχνά πυκνά σε «δυναμικές» κινήσεις αντικατάληψης όποτε κινητοποιούνται οι φοιτητές…

Δεν ανέχονται το «κλειστό Πανεπιστήμιο» λόγω κινητοποιήσεων, ενώ αισθάνονται μακάρια άνεση στην ασφυκτικά κλειστή κοινωνία της ωμής εκμετάλλευσης και καταστολής, της αμεσότερης υπαγωγής έρευνας και παιδείας στο κεφάλαιο. Για ποιο «ανοικτό πανεπιστήμιο» κόπτονται κάποιοι, όταν σφυρίζουν αδιάφορα στον νεοφιλελεύθερο στραγγαλισμό του δημόσιου Πανεπιστημίου; Ανοικτό σε τι, για ποιόν, σε ποια κατεύθυνση; Τι είναι το Πανεπιστήμιο; Μαγαζί για τις όποιες αγοραίες διαθέσεις επιτηδείων, με προσωπικό που διαλαλεί «ανοίξαμε και σας περιμένουμε»;

Σε ορισμένους κύκλους πανεπιστημιακών, κάθε αναφορά στους φοιτητές, στο φοιτητικό κίνημα κ.ο.κ., γίνεται μετά βδελυγμίας, σα να είναι μιάσματα απεχθή, εμπόδια για την εδραίωση-επέκταση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Έχω ακούσει μέλη της διοίκησης του Ιδρύματος να αποκαλούν «γάγγραινα» τους φοιτητές. Δημιουργείται η αίσθηση ότι εάν υπήρχε δυνατότητα απαλλαγής από τους φοιτητές και το πανεπιστημιακό άσυλο με κάποιας μορφής ψεκασμό, θα είχε χρησιμοποιηθεί από αυτούς τους «δασκάλους» προ πολλού… Το μίσος που τους διακατέχει για τους νέους μας και τις κινητοποιήσεις τους είναι τέτοιο, που ενώ έσπευσαν να καταδικάσουν τις δίκαιες κινητοποιήσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας (ως πλειοψηφία του Δ.Σ.) δεν βρήκαν τίποτε να πουν για το δολοφονικό αυταρχισμό των οργάνων καταστολής, σα να ευελπιστούν σε παρόμοιες «λύσεις» των προβλημάτων ανυπακοής που αντιμετωπίζουν… Κατά τα λοιπά, σπεύδουν να παραδώσουν μαθήματα δημοκρατίας και συλλογικής δράσης άνθρωποι που δυσκολεύονται να συγκροτηθούν σε σώμα γενικής συνέλευσης ως Σύλλογος ΔΕΠ!

Χαρακτηριστικό αυτού του συνασπισμού είναι ένα βασικό και στρατηγικό λάθος, που κατέστη κραυγαλέο μετά το νεανικό ξέσπασμα οργής και αγανάκτησης του Δεκεμβρίου του 2008: αδυνατεί να κατανοήσει τη χρεοκοπία των νεοφιλελεύθερων αγοραίων δογμάτων (μεσούσης της οικονομικής κρίσης) από τα οποία εμφορείται, το κοινωνικό βάθος του νεανικού κινήματος εντός και εκτός Πανεπιστημίου, την κλίμακα της πλειοψηφικής απόρριψης της «μεταρρύθμισης» από το φοιτητικό σώμα, το εύρος της απονομιμοποίησης της κυρίαρχης στρατηγικής για τη λειτουργία των ΑΕΙ με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, τόσο από τους φοιτητές, όσο και από μεγάλο μέρος των διδασκόντων και της κοινωνίας.

Επομένως αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι όχι μόνο δεν έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα για την άσκηση ηγεμονικού ρόλου απέναντι στο φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα, αλλά αντίθετα πολιορκείται από μια πλειοψηφική κοινωνική απαίτηση στην οποία θα αναγκαστεί, αργά ή γρήγορα να υποκύψει και να λογοδοτήσει.

 

* Ο Δημήτρης Πατέλης είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος της πολιτικής επιτροπής του Ε.ΠΑ.Μ.

 

ΠΗΓΗ: http://www.ilhs.tuc.gr/gr/dim_utop_83.htm, [ΟΥΤΟΠΙΑ, τ.83, 1-2.2009, σ.10-13, http://www.u-topia.gr/issues/83/10]. Το είδα: Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/08/blog-post_6638.html

Πύρινα Μέτωπα

Πύρινα Μέτωπα

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη


Αθήνα, 26.08.2011. Πάλι η Ελλάδα καίγεται και αναρωτιέται ο Έλληνας πολίτης, που οφείλονται αυτές οι φωτιές. Πολλοί βρίσκουν την εύκολη λύση, που για μένα αποτελεί άλλοθι, και για την πολιτεία και για τους ίδιους: Οι εμπρηστές. Αυτή είναι η στερεότυπη απάντηση.

Βεβαίως είναι και οι εμπρηστές, όπως όταν κάηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος για να φύγει ο Καραμανλής, όμως για μένα που γυρίζω στα βουνά και τα φαράγγια της πατρίδας μας και ξέρω κάθε γωνιά του ορεινού όγκου, ως ορειβάτης, η κύρια αιτία για τις πυρκαγιές είναι η αδιαφορία της πολιτείας και φυσικά ο ίδιος ο Έλληνας πολίτης.

Το γιατί είναι εύκολο να το αποδείξω: (Για αστεία μάλιστα λέω ότι, αν γινόταν αντάρτικο, θα ήμουν ο καλύτερος οδηγός βουνού).

Υπάρχουν 1.200.000 αυθαίρετα, που στατιστικά και επίσημα είναι αναγνωρισμένα. Στην ουσία είναι βέβαια περισσότερα. Από αυτά υπολογίζεται ότι 120.000 είναι χτισμένα παράνομα, μέσα σε δασικές εκτάσεις.

Συνέχεια

«Κούρεμα»; Ποιο κούρεμα;

«Κούρεμα»; Ποιο κούρεμα;

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα (*)

Η κυβέρνηση καθώς και η μεγάλη πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης διαφήμισαν τη «συμφωνία των Βρυξελλών» σαν σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία (Ξανά; Αυτή δεν σώθηκε με το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο;) και σαν απόδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αργεί, αλλά τελικά λειτουργεί (υποτίθεται προς όφελος των χειμαζόμενων μελών της).

Συνέχεια