Γιατί με απέλυσαν από το Σκάι 100,3

Γιατί με απέλυσαν από το Σκάι 100,3

 

Tου Άρη Χατζηστεφάνου


 

To πρωί της 31ης Μαρτίου η διεύθυνση του Ρ/Σ ΣΚΑΪ 100.3 μου ανακοίνωσε την απόλυσή μου. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια προσπάθεια πολιτικής φίμωσης καθώς οι πληροφορίες που παρουσίαζα στην εκπομπή δεν ταίριαζαν με τη φιλοκυβερνητική και φιλομνημονιακή γραμμή που επιχειρούσε να επιβάλλει η διεύθυνση.

Η προσπάθεια περιθωριοποίησης της εκπομπής μου ξεκίνησε πριν από χρόνια με τη διακοπή του τηλεοπτικού Infowar. Συνεχίστηκε με τη διακοπή των δεύτερων μεταδόσεων της ραδιοφωνικής εκπομπής αλλά και τις συνεχείς ακυρώσεις της μετάδοσης τις Κυριακές – θυμίζω ότι στα πρώτα χρόνια σε περίπτωση εκδηλώσεων και δράσεων του σταθμού η εκπομπή απλώς άλλαζε ώρα.

Αρκετά ακόμη περιστατικά έδειχναν ποιο ήταν το πραγματικό «ενδιαφέρον» του σταθμού για τη δημοσιογραφική μου δουλειά: Το βράδυ της επιδρομής στον Στόλο της Ελευθερίας, όταν επιχείρησα να επικοινωνήσω με το σταθμό για να μεταδώσω την έναρξη της επίθεσης από τον ισραηλινό στόλο, ο σταθμός αρνήθηκε να με βγάλει στον αέρα για περίπου μία ώρα ώστε να μη διακοπεί η αναμετάδοση… ενός αγώνα μπάσκετ.

Πολιτικά χαρακτηριστικά όμως είχε και η στοχοποίησή μου για το γεγονός ότι αρνήθηκα να υπογράψω την παράνομη ατομική σύμβαση εργασίας με μείωση αποδοχών κατά 10%. Οι εργαζόμενοι που αρνηθήκαμε να υπογράψουμε, ακολουθώντας και την προτροπή της ΕΣΗΕΑ, γνωρίζαμε ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν η ώρα των εκδικητικών απολύσεων. Η απόφασή μας δεν αφορούσε τις οικονομικές μας αποδοχές αλλά την καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο απολύσεις στο ραδιόφωνο αφορούν εργαζόμενους που δεν είχαν υπογράψει την παράνομη σύμβαση. Παρά το γεγονός βέβαια ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση δέχθηκαν τότε τις ατομικές συμβάσεις, ο ιδιοκτήτης του σταθμού αθέτησε την προσωπική του υπόσχεση και συνεχίζει τις μαζικές απολύσεις.

Τις τελευταίες ώρες ο σταθμός επιχειρεί να με παρουσιάσει ως «οικονομικό βάρος» παρά το γεγονός ότι οι αποδοχές μου για το ραδιόφωνο παραμένουν στάσιμες από το 2006 και κυμαίνονταν στο επίπεδο της συλλογικής σύμβασης. Θυμίζω επίσης ότι σχεδόν το σύνολο των αποστολών που πραγματοποιούσα στο εξωτερικό για τις ανάγκες της εκπομπής γίνονταν με δικά μου έξοδα και εξοπλισμό και πως στο παρελθόν μού ανατέθηκε για ένα χρόνο η επιμέλεια όλων των εκπομπών για τα 20 χρόνια του ΣΚΑΪ χωρίς αμοιβή.

Για όλους αυτούς τους λόγους αρνούμαι να αποδεχτώ την παράνομη, εκδικητική και πολιτικά υποκινούμενη απόλυσή μου.

Η προσπάθεια πολιτικής φίμωσης της εκπομπής μου δεν θα περάσει. Οι συνάδελφοι με τη στήριξη και της ΕΣΗΕΑ προχωρούν σε απεργιακές κινητοποιήσεις απέναντι στις παράνομες και καταχρηστικές απολύσεις αλλά και το κλίμα φόβου που επιχειρεί να επιβάλλει η διεύθυνση του σταθμού.

Οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στους ακροατές του σταθμού και στους συναδέλφους που βρέθηκαν με συγκινητικό τρόπο στο πλευρό μου από την πρώτη στιγμή. Σε αυτούς οφείλω και την πορεία μου στο χώρο της δημοσιογραφίας από την πρώτη ημέρα που συνεργάστηκα με το ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ το 1996.

 

Με αξιοπρέπεια, Άρης Χατζηστεφάνου, Δημοσιογράφος

 

ΠΗΓΗ: Σάβ 02/04/201, http://www.tvxs.gr/news/….85

Το τρίγωνο της αδικίας…

Το τρίγωνο της αδικίας…

 

του παπα Ηλία Υφαντή


 

Μιλούμε για τους υπουργούς και τους λειτουργούς της, λεγόμενης, Δικαιοσύνης. Ενώ στην πραγματικότητα δεν πρόκειται, παρά για τους υπουργούς και λειτουργούς της Νομιμότητας. Η οποία Νομιμότητα μπορεί, συχνά, να έχει μικρή ή και μηδαμινή σχέση με την αληθινή Δικαιοσύνη. Αν δεν βρίσκεται σε κατάφωρη αντίθεση και δεν έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με αυτήν.

Σχετικά, ιδιαίτερα, με τους λειτουργούς της, λεγόμενης, Δικαιοσύνης, η πραγματικότητα μας λέει ότι είναι εγκλωβισμένοι-για να μιλήσουμε χονδρικά- μέσα σε ένα «τρίγωνο αδικίας».

Η μία κορυφή του τριγώνου αυτού της αδικίας συνίσταται στο γεγονός ότι την ηγεσία των λειτουργών της ορίζει η εκάστοτε κυβέρνηση. Και, αν λάβουμε υπόψη το πόσο σέβονται τη δικαιοσύνη οι εκάστοτε κυβερνώντες, αντιλαμβανόμαστε και τα κριτήρια, με τα οποία γίνονται, σε μεγάλο βαθμό, και οι εκάστοτε επιλογές τους. Που είναι, προφανώς, κομματικά και ιδιοτελή.

Την άλλη κορυφή του «τριγώνου της αδικίας» χαρακτηρίζουν οι «χρυσές χειροπέδες». Που συνίστανται στην προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών. Γεγονός, που από καιρού εις καιρόν παίρνει σκανδαλώδεις διαστάσεις. Όταν εισπράττουν τερατώδεις αυξήσεις και υπέρογκα καθυστερούμενα…

Η προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών αιτιολογείται με την πρόφαση ότι πρέπει, τάχα, να μισθοδοτούνται προνομιακά, για να αποφασίζουν δικαιοκριτικά. Πράγμα, που αφήνει, κατά κάποιο τρόπο, να υπονοηθεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των υπαλλήλων, που δεν μισθοδοτείται προνομιακά, δικαιολογούνται να λειτουργούν και πλημμεληματικά…

Αλλά η πραγματικότητα φαίνεται να είναι διαφορετική. Αφού η προνομιακή μισθοδοσία φαίνεται να λειτουργεί ως αντικίνητρο για την απονομή ακριβοδίκαιης δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα, όταν οι άνθρωποι των λαϊκών τάξεων βρίσκονται σε αντιδικία με το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο. Όπου οι «χρυσές χειροπέδες» φαίνονται, σύμφωνα με πάμπολλα παραδείγματα, να υπαγορεύουν αποφάσεις που αλληθωρίζουν προς τα συμφέροντα των γαλαζοαίματων του κοινωνικού Libro d’ oro…

Και ασφαλώς πίσω κι απ’ τις «χρυσές χειροπέδες» βρίσκεται η πολιτικάντικη ιδιοτέλεια και αγυρτεία. Η οποία έχει συνδέσει σκανδαλωδώς την προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών με εκείνη των βουλευτών. Που σημαίνει ότι κάθε φορά, που παίρνουν αυξήσεις και καθυστερούμενα οι δικαστικοί λειτουργοί, παίρνουν ανάλογα και οι βουλευτές…

Και βέβαια την κορυφή του «τριγώνου της αδικίας» αποτελεί το ερεβώδες χάος της άδικης νομιμότητας, με βάση την οποία καλούνται να αποφασίζουν κάθε φορά οι δικαστικοί λειτουργοί. Που τους εξαναγκάζει, συχνά, να παίρνουν, όπως φαίνεται, υπό το κράτος συνειδησιακών συγκρούσεων, άδικες αποφάσεις.

Ασφαλώς, πίσω απ’ την άδικη νομιμότητα βρίσκονται οι άδικοι νομοθέτες. Που, ενώ έχουν εγκλωβίσει το λαό και τους δικαστικούς λειτουργούς μέσα στα τρίγωνα και τα τετράγωνα και τα πολύγωνα γκέτο της αδικίας, οι ίδιοι κουκουλώνουν τη δική τους αγυρτεία και παραλυσία με την κουκούλα της ασυλίας.

Που, βέβαια, οι ίδιοι, σαν τους φαρισαίους του Ευαγγελίου, συνέταξαν. Έτσι, ώστε να περιφρουρούν το δικό τους άδικο και να κλείνουν την πόρτα της δικαιοσύνης για το λαό. Για να προσθέτουν πλιάτσικο στο πλιάτσικο. Και, εντεύθεν, πλούτο στον πλούτο. Το δικό τους και του συναφιού τους. Και φτώχεια στη φτώχεια του λαού…

Κι ύστερα «κόπτονται», τάχα, για κράτος δικαίου. Και φλυαρούν ανόητα και ανούσια περί δικαιοσύνης. Και, με περισσή υποκρισία, μέμφονται τον έναν ή τον άλλο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό για να παραπλανούν και αποπροσανατολίζουν το λαό. Έτσι ώστε να παγιδεύεται και να μην μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι η ρίζα και η πηγή του κακού είναι- κατά κύριο λόγο- αυτοί οι ίδιοι…

Πράγμα που, αν συνέβαινε ο λαός, θα τους έστελνε «εδώ και τώρα» στον αγύριστο, με γιουχαΐσματα και «βρεγμένη σανίδα»…

 

παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 1-4-2011

 

Υ.Γ. Το «τρίγωνο της αδικίας» είχε πρωτοδημοσιευτεί στο διαδίκτυο πριν δύο, περίπου χρόνια (7-5-2009). Αναδημοσιεύεται, τώρα, λόγω της πρόσφατης «βατραχομυομαχίας» μεταξύ του Υπουργού και και λειτουργών της, λεγόμενης, Δικαιοσύνης. Προκειμένου να προωθηθεί η εκδίκαση των σκανδάλων, ως προς τους μη πολιτικούς. Όταν για τους πολιτικούς έγινε η γνωστή εμετική γαργάρα της παραγραφής….

«ΑΛΕΚΙΣΜΟΣ»: ΕΣΧΑΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΠΑΡΑΣΙΤΙΣΜΟΥ

«ΑΛΕΚΙΣΜΟΣ»: ΤΟ ΕΣΧΑΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΙΤΙΣΜΟΥ

ή ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΟΝΤΟΙ ΣΤΟ «ΚΑΛΣΟΝ» ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*


 

Ορίζουμε στην κοινή νοηματοδότηση τον λαϊκισμό ως την ψευδεπίγραφη εκδοχή της λαϊκότητας, ως την κατ’ επίφαση λαϊκότητα, αυτού που δείχνει δηλαδή λαϊκό, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Ο λαϊκισμός πάντα εδράζεται σε ένα «στημένο» ψεύδος, που εξωθεί σε απλουστευτικά και εκβιαστικά διλήμματα, ανάμεσα σε ασπρόμαυρες (μανιχαϊστικές) εκδοχές.

Για να λύσει υπέρ του τα διλήμματα που θέτει – στις πιο ακραίες εκδηλώσεις του – επιχειρεί την ενεργοποίηση των βασικών ανθρώπινων ενστίκτων – όπως αυτό της αυτοσυντήρησης –  και απλώνει ένα ισχυρό ενοχοποιητικό δίχτυ για να «συλλάβει» αυτούς που δεν φαίνονται διατεθειμένοι να αποδεχτούν έναν από τους δύο όρους του παιχνιδιού του.

Όμως το πιο ενδιαφέρον στον λαϊκισμό βρίσκεται εν τέλει στην αποτελεσματικότητα του να «πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες» φορώντας τη μάσκα του λαϊκού, ιδιαίτερα όταν και ο «Λαός είναι μαραζιάρης» και ευεπίφορος στην πρέζα της λουστραρισμένης παπαριάς. Ο υπαινιγμός είναι μάλλον εμφανής. Το μεταπολιτευτικό – τουλάχιστον – πολιτικό σύστημα  θεμελιώθηκε στην ολόπλευρη προώθηση του λαϊκισμού ως εργαλείου λαϊκής χειραγώγησης, από το ένα μάλιστα άκρο του πολιτικού συστήματος ως το άλλο.

Ώσπου φτάνει ένας καιρός – σαν τώρα – που το μασκοκαλσόν του λαϊκισμού χάνει πέντε-έξι χιλιάδες πόντους και από τις δεκάδες τρύπες ξεπροβάλλει το αξύριστο μπουτάκι της γκόμενας που το ‘παιζε – για 30 και πλέον χρόνια – λαϊκιά.

Εδώ είμαστε. Το πολιτικό σύστημα παίζει τα ρέστα του και η τρανσέξουαλ που κρυβόταν κάτω απ’ το καλσόν σκούζει και τσιρίζει για να αποδείξει εκ νέου τη θηλυκότητα της. Και ποιός φταίει; Το καλσόν! Ο παρασιτισμός στον επιθανάτιο ρόγχο του, καταγγέλλει τον λαϊκισμό ως υπεύθυνο για τον θάνατο του!

Έτσι και ο κος Αλέκος – ο φερόμενος στους κύκλους του ως αποτελεσματικός ή εκσυγχρονιστής ή έντιμος ή ορθολογιστής ή εξευρωπαϊστής -, στην συνέντευξη του στον άλλο Αλέκο, τον Alexis, κάνει κυριολεκτικά τον Αλέκο.  Τ’ ακούς Αλέκο;

Για την βεβαιωμένη χρεοκοπία της χώρας, φταίει ο μεταπολιτευτικός λαϊκισμός. Για την ακρίβεια ο ανατολίτικος λαϊκισμός. Διότι ως γνωστόν δεν υπάρχει δυτικός λαϊκισμός. Ο λαϊκισμός ενδημεί μόνον στην ανατολή και μάλιστα στην καθ’ ημάς Ανατολή. «Ή θ’ αποφασίσουν αυτές οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής προοπτικής και όχι οι δυνάμεις οι οποίες κουβαλάνε το πνεύμα του ανατολισμού στη χώρα μας, ή θ’ αποφασίσουν οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες έχουν ξεκάθαρο προσανατολισμό για την πορεία τη χώρας, είναι σωτήριο και δεν υπήρχε άλλη λύση, να γίνουμε μια πλήρως ευρωπαϊκή χώρα και να λειτουργούμε με τακτοποιημένο τρόπο θεσμικό και οργανωμένο όπως αυτές οι χώρες ή θα μείνουμε μια χώρα της καθ’ ημάς Ανατολής όπου θ’ αναπτύσσονται όλα αυτά.»

Η καθ’ ημάς Ανατολή, λοιπόν, φταίει για τη χρεοκοπία, διότι οι δυνάμεις της ασκούσαν την πολιτική εξουσία στο μεταπολιτευτικό πανηγύρι και δεν επέτρεψαν οι άθλιες τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας!

«Οι δυνάμεις που διαχειρίζονται σήμερα την κρίση είναι οι δυνάμεις που έφεραν τη χρεοκοπία. Και είναι αντίνομο να λέμε, κάποιος ο οποίος οδήγησε μία χώρα στη χρεοκοπία και θα τη σώσει. Δε γίνεται αυτό το πράγμα», λέει ο κυρ Αλέκος. Λογικότατο υποστηρίζω κι εγώ. Την έχει ψυλλιαστεί τη δουλειά ο κυρ Αλέκος και αναζητά άλλες δυνάμεις απ’ αυτές που δημιούργησαν το πρόβλημα. Και ποιές είναι αυτές; Μα «είναι άλλες εκείνες οι δυνάμεις, μπορεί να είναι και κρυμμένες, είναι οι δυνάμεις εκείνες του ευρωπαϊκού προσανατολισμού που έχουν πεποίθηση ότι αν δεν εκσυγχρονιστεί συνολικά η χώρα να λειτουργήσει όχι σαν ένα κράτος της Ανατολής αλλά σαν ένα κράτος της Δύσης επιτέλους, να γίνει ένα δυτικό κράτος, ένα πρόβλημα και μια διαμάχη, ένα δυισμός ο οποίος κατατρέχει τη χώρα από την επανάσταση και μπορούσα να σας πω, πριν την επανάσταση, από την εποχή ακόμα και του Αδαμάντιου Κοραή, δηλαδή «πού ανήκουμε, Ανατολή ή Δύση;»

Μα Αλέκο, τί λές; Ακούς τι λές Αλέκο; Οι Γραικογάλλοι του Αδαμάντιου δεν είναι στο γκοβέρνο τόσα χρόνια τώρα; Και παρ’ όλα αυτά δεν καταφέραμε να συστήσουμε κράτος εφάμιλλον των καλυτέρων ευρωπαϊκών! Δεν καταφέραμε να γίνουμε φερ’ ειπείν  Πορτογαλία, ή Ιρλανδία, ή Ισλανδία ή Ισπανία ή Βέλγιο ή Ιταλία – εντός ολίγου -! Χώρες βρε αδερφέ που δεν έχουν χρεοκοπήσει διότι αυτές δεν είχαν το πρόβλημα του λαϊκισμού της καθ’ ημάς Ανατολής! Αυτές οι σοβαρές χώρες είχαν λύσει το δίλημμα Ανατολής – Δύσης. Ε κυρ Αλέκο; Το είχαν λύσει το δίλημμα! Ακούς Αλέκο;

Αλλά μήπως και η δυτική μητρόπολη το έχει λύσει το πρόβλημα; Διότι είπε με πόνο ψυχής ο κύριος Υπουργός ότι είχε φέρει  «από τις ΗΠΑ, όποιος το θυμάται, με μια σύμβαση που έκανα με το αμερικάνικο Δημόσιο, το IRS, το περίφημο IRS των Ηνωμένων Πολιτειών, να μας βοηθήσει να οργανώσουμε αυτές τις Υπηρεσίες. Δε φαντάζεστε τι τράβηξαν αυτοί οι άνθρωποι διότι δεν τους έδιναν στοιχεία, τους έστηναν 3-4 ώρες έξω από τα γραφεία».

Έχεις δίκιο κυρ Αλέκο. Είναι να ντρέπεσαι για αυτόν το Λαό! Τέτοια ανατολίτικη αγένεια ! Άφησαν οι άνθρωποι της δουλειές τους με την Λίμαν Μπράδερς, την Ένρον, την AIG και την Γκόλμαν Ζαξ, άφησαν και τα ζαξ ντόνατς κι ήρθαν εδώ στους ανατολίτες που βάζουν κρεμμύδι στα μακ ντόναλτς, ήρθαν να τους βάλουν σε μια σειρά και εκείνοι τους έστηναν και στα ραντεβού! Λαουτζίκος αγαπητέ μου υπουργέ! 

Άλλωστε αυτός ο Λαός έφαγε και τα λεφτά! «Όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε μια ελλιπής διαχείριση του δημοσίου χρήματος στη βάση μιας κατασπατάλησης. Δανειστήκαμε ως λαός».

Ως λαός ναι και καταναλώσαμε, γιατί δεν είναι μόνο αυτά που δανειστήκαμε, βάλτε και εκείνα που πήραμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση που ήταν δισεκατομμύρια κι αυτά, πήγαν κατ’ αρχάς για την διόγκωση, υπερδιόγκωση του ελληνικού κράτους, πήγαν σε κατασπατάληση, πήγαν σε κατανάλωση δημόσια και ιδιωτική. Και βεβαίως ένα μέρος τα έφαγε και η αδιαφάνεια». Ναί, ένα μέρος, ένα μικρό δηλαδή μέρος,  τα έφαγε και μια γκόμενα που είχα παλιά και την φωνάζαμε αδιαφάνεια, γιατί φορούσε πάντα λευκό παντελόνι που όταν είχε περίοδο έκανε διαφάνεια! Η πολιτική ελίτ, δεν ερχότανε στην παρέα μας και έτσι δεν έφαγε τίποτα, γιατί πάντα ήτανε απασχολημένη με κάτι υποβρύχια, με κάτι ψυγεία και κατσαρολικά siemens, με κάτι τηλεφωνικά κέντρα, κάτι συμφορά και άϊ, κάτι δομημένα ομόλογα και άλλα τέτοια που κάθε φορά που τα αναφέραμε η αδιαφάνεια – ναι αυτή με την περίοδο – μας έλεγε να πάμε τα στοιχεία στον εισαγγελέα! Αλλά πού να τα θυμάσαι τώρα αυτά εσύ Αλέκο!  Είχαμε στην παρέα και άλλη μία κολλητή, την οικονομική ελίτ, που είχε πάει και εθελόντρια στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Κι’ αυτήν δεν έφαγε τίποτα, γιατί έτρεχε μέρα νύχτα πάνω κάτω μ’ ένα χιουντάϊ που της είχανε κάνει χορηγία. Αυτή, Αλέκο, αν θυμάσαι, είχε μια ξαδέρφη που τη φωνάζατε «6.000 μονάδες» ή «Γενικό Δείκτη» και μετά μια μέρα την κοροϊδεύατε την κοπέλλα «εγκλωβισμένη». Τα είχε φτιάξει λέει μ’ έναν Κρητικό, κάποιον Νεον-άκη, που την έφτυσε μετά και καταλαβαίνεις πικράθηκε το κορίτσι. Ούτε αυτή έφαγε τίποτα. Μας το είχε πεί και ένας θείος της ο Γιάννος, αν θυμάσαι! Αλλά πού να θυμάσαι Αλέκο! Εδώ κι εγώ δεν θυμάμαι τώρα.

Ναι και για όλα αυτά φταίει το ανατολίτικο πνεύμα μας. Αυτό οδήγησε σε «αποξήρανση της παραγωγικής βάσης της χώρας». Αυτό και όχι η πολιτική των κυβερνήσεων Σημίτη που «κατάφερε» μέσα σε μια δεκαετία την απομείωση της αγροτικής παραγωγής από 17% του ΑΕΠ σε μόλις 3%, ακολουθώντας τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Πολύ κοινή ρε Αλέκο αυτή η ΚΑΠ. Πολύ κοινή. Σαν την εξωτερική σας πολιτική που κατάντησε τελικά και την ίδια τη χώρα εντελώς κοινή. Αλλά πού να θυμάσαι τώρα Αλέκο τις βραχώδεις νύχτες και τους Μεγάλους Τραγουδιστές με τη Δεσποινίδα Κατεχάκη.      

Είναι βλέπεις κι’ αυτό το μεταβυζαντινό πρότυπο, που δεν βοηθάει το άτιμο στη μνήμη. «Υιοθετούμε μεταβυζαντινό πρότυπο, όπως κυκλοφορούσε ο συμπατριώτης μας ο Κωλέττης στο Παρίσι ως Πρέσβης, φράκο από πάνω, φουστανέλα από κάτω. Αυτό τον δυισμό τον πληρώνουμε. Όμως οι δυνάμεις οι οποίες κυριάρχησαν, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, μετρημένες. Δηλαδή στα 190 χρόνια οι δυνάμεις εκείνες του ρεαλισμού, της ευρωπαϊκής προοπτικής, οι δυνάμεις του εκσυγχρονισμού, των δομών, οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες ανήκαν στην αντιπέρα όχθη του λαϊκισμού, ήταν ας τις ονομάσουμε, αντιλαϊκιστικές δυνάμεις εκείνες, ήταν πολύ λίγες και πολύ μικρά τα διαστήματα»

Ναι, Αλέκο, δεν είναι το Οθωμανικό πρότυπο, μην έχουμε και καμιά παρεξήγηση με την φίλη και γείτονα χώρα. Άσε που κατά Βερέμη, Alexis κ.λπ.το Οθωμανικό πρότυπο μια χαρά ήτανε. Είναι το μεταβυζαντινό που φταίει, γιατί αυτήν την Ανατολή πρέπει να απαξιώσουμε. Την Ελληνική Ανατολή. Διότι – το ξέρουμε πια ότι – εκεί βρίσκεται το πρόβλημα ενός ανεμπόδιστου εκδυτικισμού. Εκεί είναι το μοναδικό εμπόδιο στην οριστική εκποίηση της πατρίδας στην δυτική αποικιοκρατία. Στο αντιστασιακό ήθος της Ελληνικής Ανατολής.

Γι’ αυτό, πέρα από τις πλάκες, γίνεται τώρα εμφανές το τελευταίο χαρτί του μεταπολιτευτικού παρασιτισμού. Ο «άσος» στο κουρελιάρικο μανίκι της κομματοκρατίας που ρούφηξε το μεδούλι του τόπου, δεν είναι άλλος από την επείγουσα συγκρότηση ενός μετώπου των ελίτ-αλήτ και των ξένων αφεντικών τους που θέτει το δικό του πρόταγμα  του «ορθολογισμού, του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του εκσυγχρονισμού» ενάντια στην πιθανότητα αφύπνισης του Έθνους και του Λαού.

Γι’ αυτό ακριβώς οι δυνάμεις αυτές, θα ανασύρουν από το σκουληκιασμένο σεντούκι της ιστορίας τους, το πιο αποκρουστικό πρόσωπο τους φορώντας το μονταρισμένο μασκο-καλσόν του «ορθολογισμού, του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του εκσυγχρονισμού».

Γι’ αυτό ακριβώς οι δυνάμεις αυτές, θα καταγγείλουν κάθε γνήσια και αυθεντικά λαϊκή προσπάθεια σαν ανορθόλογη, ανατολίτικη, αντιευρωπαϊκή, οπισθοδρομική και λαϊκίστικη, επιχειρώντας να στριμώξουν το λαό μας, για μια ακόμη τελευταία φορά, στα ψευτοδιλήμματα τέτοιου τύπου. Και δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα να δείξουν το πιο απάνθρωπο πρόσωπο τους, κατηγορώντας την ανθρωπιά ως λαϊκισμό και τη συλλογική αλληλεγγύη ως ανατολίτικο εθνικισμό.

Είναι που θυμάμαι ακόμη την απάντηση του αρμόδιου Υπουργού Υγείας κου Αλέκου Παπαδόπουλου σε ερώτηση δημοσιογράφου σε σχέση με το θάνατο ενός 4χρονου αγοριού από τη Μυτιλήνη. Το «ευρωπαϊκό κράτος των αντιλαϊκιστικών δυνάμεων» που κατείχε τότε την εξουσία δεν κατόρθωσε ούτε να αποδεσμεύσει από την αντ-Εθνική Τράπεζα το σημαντικό ποσό που είχε συγκεντρώσει η αλληλεγγύη του «ανατολίτικου» Λαού μας, ούτε από το ομόλογο των 10δις ευρώ που μόλις είχε εκδοθεί, περίσσευε κάτι για την μεταφορά του βρέφους στην Αμερική για θεραπεία, ούτε το «εκσυγχρονισμένο» Ε.Σ.Υ μπορούσε να διασφαλίσει την υγεία ενός παιδιού 4 χρονών.

«Άλλη ερώτηση» είχε απαντήσει τότε ο αρμόδιος ορθολογιστής, ευρωπαϊστής και εκσυγχρονιστής κος υπουργός, θεωρώντας την ερώτηση λαϊκιστική! Τέτοια ανθρωπιά, ο σημερινός κήνσορας του εκσυγχρονισμού! Είναι που θυμάμαι ακόμη, εκείνη την «περίεργη» φιλολογία ότι όντας υπουργός οικονομικών διέγραψε – λέει – χρέος του ΑΝΤ1 προς το ΙΚΑ, ύψους 24 δις. δραχμών.

Σήμερα, επανέρχεται  δίχως μια στοιχειώδη μεταμέλεια, ζητώντας «ριζική αναμόρφωση, να πεταχτεί ό,τι υπάρχει μέχρι σήμερα» και αναδεικνύοντας τον πανικό του πολιτικού συστήματος, φαίνεται να δρομολογεί την «απόσυρση» αυτής της κυβέρνησης και την ανάδειξη των «αρίστων» εφεδρειών που θα φέρουν σε πέρας τη δυσάρεστη δουλειά. Διαβάζοντας μάλιστα, πίσω από τις λέξεις του κ. Υπουργού, είναι φανερή η προσπάθεια συναρμολόγησης και συνεύρεσης με διάφορα σαπιόξυλα του καταρρέοντος σκηνικού, αφού όπως λέει, την «προοδευτική σκέψη τη συναντάει κανείς οριζόντια παντού».

Ευτυχώς όμως και το νέο μασκο-καλσόν θα ξελουρίσει όπως λένε και στο χωριό μου, εν μία νυκτί αυτή τη φορά. Και θα ξημερώσει. Δεν μπορεί θα ξημερώσει!

Γιατί, όπως αυτή είναι η τελευταία μονοκομματική κυβέρνηση, έτσι και ο Αλεκισμός ή Alexism κατά το ευρωπαϊκότερον, θα είναι το έσχατο στάδιο του νεοελληνικού παρασιτισμού.

 

* ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, Οικονομολόγος, antonisandroulidakis@gmail.com

Η συρρίκνωση της ανώτατης εκπαίδευσης

Η συρρίκνωση της ανώτατης εκπαίδευσης

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Δόθηκαν στη δημοσιότητα το πόρισμα και τα πρακτικά του ΕΣΥΠ για την ανώτατη εκπαίδευση. Συνολικά, προλειαίνει το έδαφος για το νέο νόμο του Υπουργείου Παιδείας, καθώς αναπαράγει τα βασικά σημεία του περιβόητου «Κειμένου Διαβούλευσης» του Υπουργείου για την κατάργηση του αυτοδιοίκητου των πανεπιστημίων, τη διοίκηση μέσω διορισμένων μάνατζερ, την επιβολή νέου εξεταστικού φίλτρου μέσω του «προπαρασκευαστικού έτους».

Εντυπωσιάζει, όμως στα πρακτικά του ΕΣΥΠ η έμφαση στην ανάγκη περιορισμού του προσφερόμενου διδακτικού έργου των πανεπιστημίων. «Πληθωρικά» είναι τα προγράμματα σπουδών κατά τον πρόεδρο του ΕΣΥΠ Α. Λυκουργιώτη, με «μεγάλο αριθμό επιλεγόμενων μαθημάτων» και «υπερβολικό χρόνο που αφιερώνεται σε διαλέξεις». «Υπερφορτωμένα» τα προγράμματα σπουδών κατά το Δ. Ματθαίου, πρόεδρο του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας. Πρέπει να περιοριστούν τα μαθήματα επιλογής υποστήριξε ο Θ. Παπαθεοδώρου, πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Περιορισμό του αριθμού των μαθημάτων στα προγράμματα σπουδών ζήτησε η εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ (αλλά και τέως αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου) κ. Χ. Βιτσιλάκη.

Και βέβαια τα εύκολα θύματα θα είναι τα θεωρητικά μαθήματα, ιδίως όσα αφορούν τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Δεν είναι τυχαίο ότι και σε άλλες χώρες προηγήθηκαν των περικοπών εκτεταμένες δυσφημιστικές εκστρατείες για το πόσο άχρηστα, αντιπαραγωγικά ακόμη και… αντιεμπορικά είναι αυτά τα μαθήματα. Αλλά για ποια ποιότητα μόρφωσης θα μιλάμε εάν εξορίσουμε τη λογοτεχνία, την αρχαιολογία τη φιλοσοφία, την κοινωνική θεωρία, τις σπουδές φύλου, τα μαθήματα ξένων πολιτισμών;

Και τι θα αντικαταστήσει τα μαθήματα που θα περικοπούν; Ένα μείγμα από ιστοσελίδες, πακέτα εκπαιδευτικού λογισμικού, μαγνητοσκοπημένες διαλέξεις, προετοιμασία εργασιών, «εργασία στο σπίτι και στη βιβλιοθήκη», συνολικά η καταφυγή στην τεχνολογία και η αντιγραφή πρακτικών της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

Όμως, λιγότερα προσφερόμενα αντικείμενα (και λιγότεροι διδάσκοντες) σημαίνουν μικρότερο επιστημονικό εύρος και βάθος και τμήματα με περιορισμένο ερευνητικό έργο.  Νέες επιστημονικές κατευθύνσεις δεν θα αναπτύσσονται, νέα αντικείμενα δεν θα προσφέρονται. Όλα αυτά συνεπάγονται υποβάθμιση των σπουδών, υποβάθμιση της επιστημονικής κατάρτισης των φοιτητών και τελικά υποβάθμιση των πτυχίων. Αυτό θα είναι ακόμη πιο έντονο στα περιφερειακά πανεπιστήμια, όπου στις αντικειμενικές δυσκολίες και το μειωμένο σχετικά κύρος σε σχέση με τα κεντρικά θα προστεθεί και η αποψίλωση από ένα σημαντικό μέρος των μαθημάτων, ιδίως αυτά που μπορεί να τους έδιναν επιστημονικό βάθος και πρωτοτυπία.

Όλα αυτά συνεπάγονται επιπλέον μετάλλαξη των πανεπιστημίων. Αντί για την προσφορά υψηλού επιπέδου και μεγάλου εύρους μαθημάτων, φαίνεται να κυριαρχεί η αντίληψη του «εκπαιδευτηρίου μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», που απλώς προσφέρει, με τρόπο τυποποιημένο και μηχανικό, μια βασική κατάρτιση, λειτουργώντας είτε ως προθάλαμος των μεταπτυχιακών, είτε ως βάση για επάλληλους κύκλους κατάρτισης – επανακατάρτισης.

Άλλωστε, η επιλογή συρρίκνωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης έγινε σαφής και από το πώς παρουσιάζεται πλέον το θέμα των συγχωνεύσεων ιδρυμάτων και της μετάβασης από το τμήμα στη σχολή. Πλέον, η έμφαση δεν είναι στα υποτιθέμενα ακαδημαϊκά κριτήρια και τις διεπιστημονικές «συνέργειες», αλλά στην εξοικονόμηση πόρων. Τα δημοσιεύματα για την κατάργηση δεκάδων πανεπιστημιακών τμημάτων και ΤΕΙ στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της… υστέρησης εσόδων, είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικά.

Ένα μείγμα νεοφιλελεύθερου κυνισμού και κακοχωνεμένου τεχνοκρατισμού μεθοδεύει την ουσιαστική συρρίκνωση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό.

 

ΠΗΓΗ: 30-3-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=27807

Στήνουν με βιασύνη το σχολείο της αγοράς

Στήνουν με βιασύνη το σχολείο της αγοράς

(δηλαδή το σχολείο  της αμάθειας)

 

Του Ευτύχη Παπαδοπετράκη*


 

Τα τελευταία 35 χρόνια το ελληνικό σχολείο υφίσταται συνεχείς μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο κάθε που άλλαζε κυβέρνηση αλλά και κάθε που άλλαζε ο ένοικος του υπουργείου παιδείας. Η ταχτική αυτή του συστήματος είχε άμεση σχέση με ένα κίνημα παιδείας που ζητούσε εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης και προσαρμογή στο σύγχρονο κόσμο (εκσυγχρονισμό).

Τα δύο αυτά αιτήματα ήταν κοινά σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες[1], ενώ στην Ελλάδα προβάλλονταν επιπλέον το αίτημα για εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση και αυτό για αξιοπρεπείς μισθούς  στους λειτουργούς της παιδείας. Όλες, χωρίς εξαίρεση, οι μεταρρυθμίσεις πρόβαλαν την ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων, ενώ στη χώρα μας η κυβερνητική προπαγάνδα διατυμπάνιζε την κατάργηση της παραπαιδείας και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Κι’ όμως, τα αποτελέσματα ήταν ακριβώς τα αντίθετα:

Εκδημοκρατισμός! Πρόκειται για το απόλυτο ψεύδος, αφού τα όποια ίχνη εκδημοκρατισμού θα έπρεπε να ανιχνεύονται σε μια τάση για εξίσωση ευκαιριών ανεξάρτητα από κοινωνική προέλευση. Για την Ευρώπη το παράδειγμα της Γαλλίας είναι χαρακτηριστικό: «το ποσοστό φοιτητών λαϊκής καταγωγής στην ΕΝΑ (Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης), στην ENS (Ecole Normal Supérieur), και στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, από 15,4% που ήταν το διάστημα 1966-1970, κατέβητε στο 7%  στο διάστημα 1989-1993»[2]. Στην Ελλάδα, είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Παν/μιου της Πάτρας: Το 1981-82 στους 1000 φοιτητές που είχαν εισαχθεί το 27% ήταν εργατο-αγροτικά στρώματα, παιδιά λαϊκών οικογενειών. Μετά από 14 χρόνια το ποσοστό είχε πέσει στο 7%. Η δημοκρατία δόθηκε στα επιφαινόμενα.

Για την αναγκαία προσαρμογή στο σύγχρονο κόσμο ή εκσυγχρονισμό; Εδώ έχουμε τη μισή αλήθεια, σημειώνει ο Μισεά για την Ευρώπη. Κάτι ανάλογο, με διαφορά φάσης γύρω στα 10 χρόνια, έγινε και στη χώρα μας, η οποία βγαίνοντας από μια φασιστική δικτατορία του κεφαλαίου, προφανώς έκανε βήματα αστικού εκσυγχρονισμού.

Η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, δόθηκε όχι όμως ως ενιαία. Ταυτόχρονα υπονομεύτηκε μένοντας πρακτικά στα χαρτιά αφού η μαθητική διαρροή παρέμεινε και στο Δημοτικό και κατά τη μετάβαση προς το γυμνάσιο γύρω στο 6+6%. Επίσης υπονομεύτηκε από το μέρος των μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν τη πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τις «νέες» μεθόδους διδασκαλίας των γλωσσικών μαθημάτων,  που εισήγαγε η επάρατη ΝΔ με υπουργό παιδείας το Γ. Ράλλη, λίγο πριν έλθει το εξίσου επάρατο Πασόκ στη κυβέρνηση (και ο οίκος Παπανδρέου στην εξουσία). Έτσι, με  εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, διαπιστώθηκε, πριν βγει η δεκαετία, ότι ο αναλφαβητισμός στην Ελλάδα είχε μεγαλώσει.

Στο αίτημα, τέλος, για αξιοπρεπείς μισθούς  στους λειτουργούς της παιδείας το Πασόκ έκανε, κατά την πρώτη δεκαετία της διακυβέρνησής του, δύο κομβικής σημασίας κινήσεις. Με την πρώτη κατάργησε την ιδιότητα του λειτουργού από τους Δασκάλους και τους Καθηγητές, τους έκανε απλούς δημόσιους υπάλληλους και τους ενέταξε συνδικαλιστικά στην ΑΔΕΔΥ. Αυτό από πολλούς, ιδιαίτερα τις τότε συνδικαλιστικές ηγεσίες, θεωρήθηκε μεγάλη κατάκτηση γιατί αποκαθιστούσε ένα είδος ενότητας του κινήματος της παιδείας με το εργατικό κίνημα, αφού τα έφερνε πιο κοντά. Μια ενότητα πέρα για πέρα θετική και ευκταία. Όμως η συγκεκριμένη ήταν μια ενότητα τεχνητή-δοτή, μέσω της οποίας το Πασόκ, αφού ήλεγχε πλήρως το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα, ποδηγέτησε και το κίνημα των εκπαιδευτικών. Η δεύτερη, ακόμη πιο ύπουλη, δεν ήταν παρά η αποποινικοποίηση στη πράξη του ιδιαίτερου, της εξατομικευμένης δηλαδή παραπαιδείας, προς την οποία έκλινε πονηρά το μάτι η ηγεσία του Υπουργείου παιδείας, ενώ ταυτόχρονα άφηνε ανικανοποίητο το αίτημα για αξιοπρεπείς μισθούς. Άνοιγε έτσι σταδιακά, αλλά συστηματικά, το χώρο της παιδείας στην αγορά, ενώ ταυτόχρονα συνέβαλε σημαντικά στον εκμαυλισμό του συνδικαλιστικού κινήματος των καθηγητών. 

Ένα γενικό χαρακτηριστικό αυτών των μεταρρυθμίσεων ήταν ότι ούτε μία δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συστηματικής μελέτης του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στο σύνολό του, ώστε οι όποιες αλλαγές, μικρές ή μεγάλες, να εστιάζουν στις αδυναμίες και τα προβλήματα που η μελέτη αυτή θα είχε αναδείξει. Ήταν όλες εισαγόμενες από τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου τα αποτελέσματά ήταν ήδη γνωστά!! Ιδού πως περίγραφε ο Κρίστοφερ Λας την παρακμή του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος ήδη από  το 1979: «Η σύγχρονη κοινωνία, αν και κατάφερε να δημιουργήσει ένα χωρίς προηγούμενο επίπεδο τυπικής εκπαίδευσης, παρήγαγε ταυτόχρονα νέες μορφές αμάθειας. Ολοένα και πιο δύσκολα οι άνθρωποι χειρίζονται τη γλώσσα τους με άνεση και ακρίβεια, ολοένα και λιγότερο θυμούνται τα βασικά γεγονότα της ιστορίας της χώρας τους, ολοένα και πιο δύσκολα είναι σε θέση να κάνουν λογικές αφαιρέσεις ή να κατανοούν γραπτά κείμενα εκτός από τα υποτυπώδη».[3] Οι μεταρρυθμίσεις και εκεί έγιναν στο όνομα των προβλημάτων αυτών, όμως μια εικοσιπενταετία μετά, η παρακμή έχει βαθύνει ακόμα περισσότερο:  «Το φάντασμα του ιστορικού αναλφαβητισμού πλανιέται πάνω από τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Το δείγμα ήταν 14.000 φοιτητές από 50 κολέγια και πανεπιστήμια: Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ύστερα από τέσσερα χρόνια σπουδών, με κόστος για κάθε φοιτητή 200.000 δολάρια κατά μέσο όρο, οι απόφοιτοι γνωρίζουν για την αμερικανική ιστορία μόλις 1,5% περισσότερα απ’ ό,τι οι πρωτοετείς. Σε αρκετά από τα πιο ακριβά και φημισμένα πανεπιστήμια (Μπράουν, Τζορτζτάουν, Γέιλ), οι τεταρτοετείς γνωρίζουν λιγότερα και από τους πρωτοετείς, δηλαδή έχουν ξεχάσει και αυτά που έμαθαν στο Λύκειο. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται με τον όρο αρνητική μάθηση» [4]!

Η Ευρώπη ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Στην Αγγλία για παράδειγμα, που πρωτοστάτησε σε εκδόσεις περιοδικών για τη διδακτική των μαθηματικών, η μαθηματική παιδεία υποβαθμίστηκε. Μια έρευνα της οργάνωσης Reform για την υποβάθμιση της σημασίας των Μαθηματικών στη σύγχρονη εκπαίδευση, που έγινε από ομάδα μαθηματικών με επικεφαλής τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μπάκιγχαμ Τζον Μαρκς και μελέτησε στοιχεία για τις επιδόσεις μαθητών στα Μαθηματικά από το 1951 έως και το 2006, είναι εντελώς αποκαλυπτική. Έδειξε ότι το περιεχόμενο των διδασκόμενων Μαθηματικών έγινε πιο ευρύ και ρηχό, με ιδιαίτερη έμφαση στην Αριθμητική, ενώ Άλγεβρα και Γεωμετρία αντικαταστάθηκαν σταδιακά από ύλη, που οδηγεί τους μαθητές σε ασαφή και ατελή αντίληψη των αρχών των Μαθηματικών. Την ίδια ώρα, οι ερωτήσεις έγιναν πιο απλές, ενώ οι μαθητές δεν καλούνται πια να χρησιμοποιήσουν την κρίση τους. Η έκθεση καταλήγει αναφέροντας: «Η συνάφεια της ύλης με την καθημερινή ζωή αντικατέστησε τη δυσκολία, σύμφωνα με εσφαλμένη αντίληψη ότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τα Μαθηματικά πιο προσιτά. Η μεγάλη δε σημασία που αποδίδεται στη βαθμολόγηση έκανε τα διαγωνίσματα Μαθηματικών να στηρίζονται σε ερωτήσεις, των οποίων η απάντηση δεν απαιτεί κρίση». Έτσι «στη σύγχρονη Βρετανία, είναι απόλυτα θεμιτό να δηλώνεις άσχετος στα Μαθηματικά, ενώ όλοι θα ντρέπονταν να ομολογήσουν ότι δεν ξέρουν να διαβάζουν. Χρειαζόμαστε μία πολιτιστική επανάσταση, που θα μεταμορφώσει τα Μαθηματικά από ενασχόληση “φυτών” σε δραστηριότητα δημοφιλών μαθητών», σχολιάζει η Ελίζαμπεθ Τρας, υποδιευθύντρια της Reform και μία από τους συντάκτες της παραπάνω έκθεσης.

Ανάλογες διαπιστώσεις έχουν γίνει και για το Γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα: Η Λιλιάν Λυρσά, ερευνήτρια των επιστημών της εκπαίδευσης αναφέρει ότι «Το 1983, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Νίκαιας πραγματοποίησε μια έρευνα μεταξύ 12.000 μαθητών της 6ης τάξης. Απ’ αυτούς το 22,48% δεν ήξερε να διαβάζει και το 71,59% δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει μιαν άγνωστη λέξη με βάση τα συμφραζόμενα». Προσθέτοντας με νόημα ότι,  «όπως μια θάλασσα χάνεται στην αμμουδιά, το πρόβλημα εξαφανίστηκε, χάρη στο μαγικό ραβδί των ΜΜΕ και της πολιτικής προπαγάνδας. Πάνω στα χαλάσματα της διδασκαλίας, της γραφής και της ανάγνωσης, χτίζεται με βιασύνη το μαζικό σχολείο» [5].

Σε σχέση με τις μεταμορφώσεις του Ελληνικού σχολείου, από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, έχει περάσει, χονδρικά, από τρεις φάσεις: Από το προβιομηχανικό Χερμπαρτιανό σχολείο που εγκαθίδρυσαν οι Βαυαροί, με μια μικρή στάση στο σχολείο, του όποιου, κοινωνικού κράτους (1963-1985), έχει ήδη διαβεί το κατώφλι προς το σχολείο της αγοράς. Και ενώ οδεύει προς το σχολείο της αγοράς και της πληροφορίας (η πληροφορία δε συνιστά γνώση αν και αποτελεί προϋπόθεσή της), ταυτόχρονα είναι και η ιστορία του, με την έννοια ότι επιζούν, και λόγω αδράνειας και λόγω ενσυνείδητης αντίστασης λειτουργών του, πολλά από τα θετικά, αλλά και από τα αρνητικά, του παρελθόντος του.  Από τη σκοπιά της ουσίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δεν είναι καθόλου υπερβολή να συνοψίσουμε τις μεταμορφώσεις αυτές λέγοντας ότι: το νεοελληνικό σχολείο, από κολαστήριο του σώματος έχει ήδη περάσει στο σχολείο κολαστήριο του πνεύματος, δηλαδή της νόησης. Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό του σχολείου της αγοράς.

Η τελευταία πράξη του δράματος, δηλαδή αυτού του μετασχηματισμού, προγραμματίζεται με τις επερχόμενες σαρωτικές αλλαγές σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης.

Είναι αλήθεια πως το έντονα μιλιταριστικό βαυαρικό σχολείο είχε ανάγκη από ένα στρατηγό, ένα αφέντη και πρωθιερέα  με το βούρδουλα στο χέρι, με τον ίδιο τρόπο που το σημερινό σχολείο της αγοράς έχει ανάγκη από το μαθητή-πελάτη. Κι’ αφού «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» το σημερινό σχολείο δεν μπορεί παρά να είναι μαθητοκεντρικό!! Από τη μια ακρότητα στην άλλη. Από το ένα λάθος στο αντίθετό του που είναι δύο φορές λάθος. Η αντίθεση δασκάλου – μαθητή, αντανάκλαση της κυρίαρχης αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας που διαπερνά την ταξική κοινωνία του καιρού μας, δε λύνεται με την υποβάθμιση, την καταστροφή, του ενός πόλου, απλώς κουκουλώνεται μεταμφιεζόμενη. Από τη σκοπιά της μαθησιακής διαδικασίας στο μεν δασκαλοκεντρικό μοντέλο ο δάσκαλος κατέχει όλη τη γνώση και, ως σύγχρονο Αιγυπτιακό ιερατείο, την παρέχει σε όποιους θέλει, κατά κανόνα στους κοινωνικά ημέτερους που έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν.  Στο δε μαθητοκεντρικό, o μαθητής πελάτης αγοράζει από το προϊόν που λέγεται εκπαίδευση τόση όση του επιτρέπει το πορτοφόλι του. Δεν αγοράζει όμως ούτε από τη λαϊκή ούτε από κανένα μπακάλικο. Αγοράζει από Σούπερ Μάρκετ, δηλαδή παίρνει μόνος του από το ράφι. Στην επίσημη γλώσσα, ο μαθητής

i)                   καταστρώνει το προσωπικό του πρόγραμμα σπουδών,  με εξαίρεση τα τρία  υποχρεωτικά μαθήματα, ενώ αργότερα ως φοιτητής χωρίς καμιά εξαίρεση!

ii)                  «ανακαλύπτει» μόνος του τη γνώση, ή παρέα με κάποιους συμμαθητές του, όπως απαιτεί η «συνεργατική μάθηση», με τους οποίους ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι σε συνεχή ανταγωνισμό και μάλιστα με πνεύμα επιχειρηματικότητας, καθότι «ανακάλυψη», «συνεργατική μάθηση» «ανταγωνισμός και επιχειρηματικότητα» προβλέπονται από τα αναλυτικά προγράμματα.

Τα δύο αυτά σημαίνουν κατάργηση των δομημένων προγραμμάτων σπουδών. Πρόκειται για την πιο βαθειά και ταυτόχρονα πιο αντιδραστική τομή των νέων μέτρων. Η λεγόμενη απόλυτη ελευθερία στην κατάρτιση του ατομικού προγράμματος σπουδών, είναι στην ουσία η δια βίου σκλαβιά της αμάθειας. Με άλλα λόγια, η κατάργηση των δομημένων προγραμμάτων σπουδών σε συνδυασμό με τη διαθεματικότητα η οποία βαθαίνει[6] και την ανορθολογική αλληλουχία της ύλης, οδηγεί όχι απλά στην απόλυτη αμάθεια αλλά στην καταστροφή της κοινής λογικής. Η συνταγή είναι δοκιμασμένη. Ιδού πως περιγράφει ο Μισεά αντλώντας από το παράδειγμα του μαζικού σχολείου της Γαλλίας: αν διδάξουμε ένα μαθητή ότι «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί» και ότι «Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος» τότε σε φυσιολογικές συνθήκες ο μαθητής θα συμπεράνει ότι «Ο Σωκράτης είναι θνητός», ο ρόλος λοιπόν του σύγχρονου καπιταλιστικού σχολείου είναι στο να αποτρέψει το μαθητή από το να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Για τον Μισεά ο ρόλος αυτός έχει ανατεθεί στις λεγόμενες επιστήμες της αγωγής: «Ο ρόλος των επιστημών της εκπαίδευσης λοιπόν συνίσταται ακριβώς στο να καταστρέφει αυτές τις φυσιολογικές συνθήκες ώστε να πετύχει από το μαθητή τον πολιτικά χρησιμοποιήσιμο παραλογισμό»[7]

Ο καθείς και τα συμπεράσματά του.

 

* Ο Ευτύχης Παπαδοπετράκης είναι καθηγητής Στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας

 

Σημειώσεις

[1] Ζαν Κλωντ Μισεά, Η εκπαίδευση της αμάθειας, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2002, σ. 34

[2] Antoine Prost : Lenseingnement sestil democratise ?, (Έχει εκδημοκρατιστεί η διδασκαλία😉 Paris 1992. (βλ. Μισεά σ. 34)

[3] Μισεά, σ. 11

[4] Μαριάννα Tζιαντζή, Καθημερινή 17 Δεκεμβρίου 2006 (πηγή www.americancivicliteracy.org)

[5] Μισεά, σ. 13

[6] Σε συνέντευξή η υπουργός της Αμάθειας κ. Διαμαντοπούλου περιέγραψε το βάθεμα της διαθεματικότητας, αναφέροντας ότι σε ένα μάθημα που εξελίσσεται, για παράδειγμα των Μαθηματικών με θέμα τα συστήματα εξισώσεων, θα παρεμβαίνουν και καθηγητές άλλων ειδικοτήτων, για να παρουσιάσουν και τα άλλα συστήματα που υπάρχουν. Δηλαδή ο Βιολόγος για να πει για το οικοσύστημα, το αναπνευστικό σύστημα, το κυκλοφορικό σύστημα κλπ, ο κοινωνιολόγος για να πει για τα κοινωνικά συστήματα (που τελειώνουν με το καπιταλιστικό!!) κλπ, κλπ…

[7] Μισεά σελ. 41.

2η φάση πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης

Το αθέατο τέλος ενός χειμώνα

Προς τη δεύτερη φάση της πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης

 

Του Στάθη Κουβελάκη*


 

Σε περιόδους κρίσης συμβαίνει η στιγμή μιας μεγάλης καμπής να μη σημαδεύεται από ένα εντυπωσιακό γεγονός αλλά περισσότερο από τη συσσώρευση πολλών μικρών, από την ανάδυση στην επιφάνεια σχετικά υπόγειων διαδικασιών και τάσεων. Και τότε αρχίζει και γίνεται συνείδηση ότι τα πράγματα έχουν πλέον μπει σε μια διαφορετική τροχιά.

Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει με την τροπή που αρχίζει και παίρνει η ελληνική κρίση. Κάτι που ίσως δείχνει ότι δεν τελειώνει μόνο ο χειμώνας ως εποχή του έτους αλλά και ως φάση της πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης που άρχισε με την επιβολή του Μνημόνιο.

«Όταν ο εχθρός προελαύνει, υποχωρώ. Όταν ο εχθρός ξαποσταίνει, τον παρενοχλώ. Όταν ο εχθρός εξαντλείται, τον σφυροκοπώ. Όταν ο εχθρός υποχωρεί, τον καταδιώκω». Μάο

Για να το πούμε με δυό λόγια: μέχρι τον προηγούμενο μήνα, ο χρόνος λειτουργούσε υπέρ της κυβέρνησης. Τα μέτρα περνούσαν, με περιορισμένες, ίσως και κάτω του αναμενόμενου, απώλειες και αντιδράσεις. Η κατάσταση δεν ήταν εύκολη αλλά παρέμενε υπό έλεγχο. Αυτός ακριβώς ο έλεγχος είναι που φαίνεται να έχει πλέον χαθεί. Εδώ και μερικές βδομάδες γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι η κυβέρνηση και τα εσωτερικά και διεθνή της στηρίγματα προσπαθούν κυρίως να κερδίσουν χρόνο. Που σημαίνει ότι έχουν χάσει τον έλεγχό του. Δεν έχουν βέβαια ηττηθεί, κάθε άλλο, αλλά στενεύουν τα περιθώρια πρωτοβουλιών που διαθέτουν. Εν τέλει, όποιος χάνει τον έλεγχο του χρόνου χάνει και τον πόλεμο.

Οι ενδείξεις πληθαίνουν που δείχνουν ότι μια καινούργια περίοδος πολιτικο-κοινωνικής αναμέτρησης, πιο αμφίρροπης και ανοιχτής από την προηγούμενη, έχει αρχίσει. Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε ορισμένα από τα προβλήματα που τίθενται στη νέα φάση στο φως μιας υπόθεσης εργασίας που είχαμε διατυπώσει πριν από μερικούς μήνες, αυτής του «παρατεταμένου πολέμου» ως ενδεδειγμένη στρατηγική κατεύθυνση για το εργατικό και λαϊκό κίνημα στην αναμέτρησή του με την μνημονιακή λαίλαπα.

Γιατί αλλάζουμε φάση;

 Ας προσπαθήσουμε κατ’αρχήν να αποσαφηνίσουμε τους λόγους της συντελούμενης μεταβολής της συγκυρίας. Τρεις παράγοντες πρέπει εδώ να ληφθούν υπ’όψη:

Πρώτον, η διαρκής επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Το γεγονός ότι ήταν απόλυτα προβλέψιμη δεν την καθιστά λιγότερο εντυπωσιακή. Η βουτιά της ελληνικής οικονομίας (-4,6% του ΑΕΠ το 2010) είναι πρωτοφανής για τα μεταπολεμικά δεδομένα της χώρας αλλά και για τα σημερινά, εν μέσω διεθνούς κρίσης. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας εκτινάσσει στα ύψη την ανεργία και τη φτώχεια και οδηγεί σε απόγνωση την κοινωνία. Ταυτόχρονα οδηγεί σε κάμψη των κρατικών εσόδων και σε διόγκωση του ύψους του χρέους ως προς ένα συρρικνούμενο ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, γίνεται πλέον ευρύτατα κατανοητό ότι με τίποτε δεν μπορεί να αποπληρωθεί το χρέος. Γι αυτό βεβαίως και τα ελληνικά χρεώγραφα βυθίζονται όλο και πιο βαθειά στην κατηγορία «σκουπίδια» συμπαρασύροντας μαζί τους τις ελληνικές τράπεζες, που κατέχουν ένα υπολογίσιμο μέρος τους (γύρω στο 20%). Και μπορεί μεν οι γαλλο-γερμανικές τράπεζες να έσπευσαν να ξεφορτωθούν τα δικά τους τους μήνες που πέρασαν, κυρίως προς την ΕΚΤ, το πρόβλημα όμως παραμένει ή μάλλον οξύνεται: ποιός και πως θα πληρώσει τη ζημία που δημιουργεί η μαζική απαξίωση αυτών των χαρτιών, αύριο των αντίστοιχων της Ιρλανδίας και των υπόλοιπων χωρών της περιφέρειας, και που υπονομεύουν πλέον άμεσα τους πυλώνες της ΟΝΕ, χωρίς να τιναχτεί στον αέρα η ίδια η ευρωζώνη και η ΕΕ όπως την ξέρουμε;

Το προφανές αδιέξοδο της οικονομικής στρατηγικής, ακόμη και από την ίδια τη σκοπιά των στόχων του Μνημονίου (μείωση του βάρους του χρέους, εσωτερική υποτίμηση με στόχο την ανάπτυξη μέσω της ανάκτησης ανταγωνιστικότητας), έχει καθοριστική επίπτωση στην αντιμέτωπισή της από την κοινωνία: αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο που εξηγεί την συντελούμενη μεταβολή. Βεβαίως τα κυβερνητικά μέτρα ουδέποτε υπήρξαν δημοφιλή ή αντιληπτά ως δίκαια. Εν απουσία όμως εναλλακτικών λύσεων και προτάσεων ήταν ανεκτά, εν μέρει ίσως και αποδεκτά, από σημαντικές κοινωνικές μερίδες ως αναγκαίο κακό, προκειμένου να αποφευχθεί κάτι ακόμη χειρότερο (η «χρεωκοπία της χώρας» κλπ). Τώρα αυτή η μίνιμουμ ορθολογική νομιμοποίηση μοιάζει όλο και λιγότερο αξιόπιστη. Γι αυτό ακριβώς και ανοίγουν διάπλατα πλέον οι θύρες για τις ανορθολογικές της μορφές, με προεξάρχουσα την ξενοφοβία, και τη δημιουργία αντανακλαστικών φόβου απέναντι σε διάφορες κατασκευασμένες «εσωτερικές» και «εξωτερικές» απειλές, με τον «λαθρομετανάστη» να βρίσκεται στο σημείο τομής των δύο (ως «εισβολέας» που αντιμετωπίζεται χτίζοντας τείχη, και ως δυνάμει ο οποιοσδήποτε διπλανός μας «αλλοδαπός»). Παρ’όλα αυτά δεν πρέπει να μας ξεφεύγει η ορθολογική ως ένα βαθμό πλευρά των ξενοφοβικών/ρατσιστικών προτάσεων σε συνθήκες οξυμένης κρίσης και κατάρρευσης του κοινωνικού κράτους, δηλαδή η ιδέα της διαφύλαξη όσων παροχών και δυνατοτήτων αξιοπρεπούς απασχόλησης απομένουν στους κατέχοντες την ιθαγένεια δια του ενεργού αποκλεισμού όλων όσων θεωρείται ότι δεν ανήκουν στο «εθνικό σώμα». Αυτό που η γαλλική ακροδεξιά έχει εδώ και καιρό κωδικοποιήσει ως «εθνική προτίμηση» αποτελεί μια μορφή οικονομικής πρότασης, που φαντάζει μάλιστα πολύ πιο ρεαλιστική από άλλες, και ηθικο-πολιτικά απολύτως συμβατή με τα σημερινά πλαίσια του κράτους-έθνους: γιατί να είναι άδικο να αποκλείονται και από κάτι επιπλέον, ακόμη και από τα πάντα, όσοι είναι ούτως ή άλλως ήδη αποκλεισμένοι από πολιτικά δικαιώματα;

Γι αυτό και αυτή η προσέγγιση έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με κάθε λογική συλλογικής δράσης σε ταξική κατεύθυνση, αλλά για αυτό επίσης (κάτι που διαφεύγει εντελώς σε όσους την απορρίπτουν απλά και μόνο για ηθικούς/ανθρωπιστικούς λόγους) μόνο μια ταξική τοποθέτηση μπορεί να απαντήσει στο πρόβλημα, δηλαδή στην ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών ζωής της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αυτή η διαχωριστική γραμμή θα παίξει αναμφίβολα έναν αυξανόμενο ρόλο στην ερχόμενη περίοδο, και θα «επικαθορίζει» τις υπόλοιπες αντιθέσεις. Με αυτήν την έννοια, είναι αξιοθαύμαστα σωστή η δήλωση του εκπροσώπου των μεταναστών απεργών πείνας Αμπντούλ Χαντζί, αμέσως μετά τη λήξη της απεργίας, σύμφωνα με την οποία «ο αγώνας των τριακοσίων (…) είναι μία νίκη των τριακοσίων και όλης της εργατικής τάξης».

Έτσι ερχόμαστε στον τρίτο παράγοντα μεταβολής της συγκυρίας, την κινηματική ανάκαμψη, μετά από την εξάμηνη κοιλιά που ακολούθησε την 5η Μάη. Μια ανάκαμψη που δεν είναι απλή συνέχεια αυτού που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη άνοιξη αλλά η εξέλιξή του, με μια σειρά καινούργια χαρακτηριστικά. Στο μέτωπο των απεργιών κατ’ αρχήν η αντιστροφή της τάσης άρχισε με την γενική απεργία της 15ης Δεκέμβρη, και συνεχίστηκε, αισθητά ενισχυμένη, με αυτήν της 23ης Φλεβάρη. Εν τω μεταξύ είχαμε και τις πρώτες περιπτώσεις κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων, ειδικά στις συγκοινωνίες με επαναλαμβανόμενες σε πυκνούς ρυθμούς απεργίες και στάσεις, αλλά και τη διεύρυνση του κοινωνικού μετώπου σε κατηγορίες εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες, με κορυφαίο παράδειγμα την κινητοποίηση των γιατρών. Μια κινητοποίηση σταθμός για τα δεδομένα του κλάδου, με μαζικές και δυναμικές δράσεις (καταλήψεις υπουργείου, πορείες) και τονισμένα τα στοιχεία αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική, υπεράσπισης της ευρύτερης κοινωνικής αποστολής της δημόσιας υγείας καθώς και της ενότητας με τις υπόλοιπες κατηγορίες μισθωτών. Οι διαφαινόμενες κινητοποιήσεις στα σχολεία είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσουν παρόμοια πορεία, καθιστώντας δυνατή τη σύγκλιση εκπαιδευτικών, γονέων και μαθητών.

Το άλλο γεγονός της περιόδου ήταν αναμφισβήτητα η ανοδική πορεία των κινημάτων «δεν πληρώνω» και των φαινόμενων ανυπακοής, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την παρατεταμένη σύγκρουση κατοίκων και δυνάμεων καταστολής στην Κερατέα. Με αρχή το κίνημα των διοδίων, και συνέχιση με την άρνηση πληρωμής εισιτηρίων στις μεταφορές και δυνατότητα επέκτασης σε άλλους χώρους, το κίνημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στο βαθμό που αναδυκνύει καινούργιες πρακτικές και μορφές δράσης. Διαχέεται στον αστικό και περιαστικό χώρο, και είναι σε θέση να οργανώσει τόσο εντυπωσιακές συμβολικές ενέργειες όσο και καθημερινές μορφές αντίστασης «χαμηλής έντασης», αμφισβητώντας ταυτόχρονα ευθέως το κράτος και την νομιμότητα που αυτό θέλει να επιβάλει. Αυτή η αυθόρμητη πολιτικοποίηση και ικανότητα αμφισβήτησης των επιτρεπτών ορίων της συλλογικής δράσης συνοδεύεται όμως και από μια εξ’ ίσου δυναμική δυνατότητα σύγκλισης με τα υπόλοιπα μέτωπα των κοινωνικών αντιστάσεων. Τα πρώτα δείγματα φάνηκαν στις μεταφορές, με την «συνενοχή» τσαμπατζήδων και οδηγών, και στην συγκέντρωση και πορεία της 23ης Φλεβάρη, με τη συμμετοχή των μπλοκ των διαφόρων τοπικών επιτροπών και κινήσεων. Είναι φανερό ότι τα κινήματα που σχετίζονται με τα θέματα του αστικού χώρου και των δημόσιων αγαθών που είδαμε να αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια, ειδικότερη μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, έχουν μπει σε μια καινούργια φάση, με πολλά ανοιχτά ακόμη ζητήματα προς επίλυση (τα συνήθη για κάθε νέο κίνημα: μορφές συντονισμού, συμμαχίες και πολιτικοί στόχοι).

Ανακεφαλαιώνοντας, ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων οδηγεί σε μια εντεινόμενης κρίσης στρατηγικής του κυρίαρχου μπλοκ και σε μια αλλαγή κλίματος στους «από κάτω». Η αγανάκτηση και ο θυμός όλο και λιγότερο προσκρούουν σε προσδοκίες βελτίωσης της κατάστασης, έστω και σε ένα αυστηρά ατομικό επίπεδο , ενώ μια μεγαλύτερη εμπιστοσύνη αρχίζει να εμφανίζεται στις δυνατότητες και την ίδια την ηθική νομιμοποίηση της ατομικής και συλλογικής αντίδρασης. Η ατμόσφαιρα στις μεγάλες πορείες αλλάζει, τα συνθήματα είναι όλο και πιο πολιτικά, υποδηλώνουν τη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου της συνολικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και το «κόμμα του Μνημονίου». Οταν συναντιώνται στους δρόμους πρακτικές όπως καταλήψεις δημόσιων κτιρίων, διάθεση αναμέτρησης με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, μαζικές πορείες, πράξεις ανυπακοής και απεργίες, δυναμική αμφισβήτηση όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά της πολιτικής ελίτ και του συστήματος, μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για έναν «κύκλο οριακά εξεγεργιακό» σύμφωνα με την εύστοχη διαπίστωση του Π. Σωτήρη . Η διάρκεια και η προοπτική όμως αυτής της συνάντηση είναι συνάρτηση των σύνθετων, στρατηγικού χαρακτήρα, προβλημάτων που θέτει κάθε παρόμοια αλλαγή φάσης.

Ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος ως χρονικότητα

 Η υπόθεση εργασίας που είχαμε διατυπώσει τον προηγούμενο Σεπτέμβρη για την εμπνευσμένη από το Μάο στρατηγική του «παρατατεμένου λαϊκού πολέμου» βασιζόταν στις εξής διαπιστώσεις:

1. Η δυσαναλογία ανάμεσα στην ισχύ ενός διαρκώς επιτεθέμενου αντιπάλου και την αδυναμία των λαϊκών δυνάμεων καθιστούσε αδύνατη τόσο μια γρήγορη αντεπίθεση όσο και τη κλασσική στατική άμυνα του «πολέμου θέσεων», που προϋποθέτει οχύρωση και καλά οργανωμένα χαρακώματα. Ο παρατεταμένος πόλεμος είναι ένα είδος επιθετικής άμυνας, που συνδυάζει διαφορετικές μορφές δράσης με κύριο χαρακτηριστικό τη γρήγορη εναλλαγή επίθεσης και αναδίπλωσης και στόχο τη μεγιστοποίηση των απωλειών του αντιπάλου και την άσκηση διαρκούς πίεσης με στόχο την αποσταθεροποίησή του. Πρόκειται για ένα στοίχημα πάνω στο χρόνο, που αποφεύγει, ειδικά στις πρώτες φάσεις του, τις μεγάλες μετωπικές συγρούσεις και επιδιώκει το διαρκές «μαρκάρισμα» του αντιπάλου από έναν ευκίνητο μαχητή, που επιτυγχάνει όμως να κάνει όλο και αισθητό το αθέατο βάρος του.

2. Η στρατηγική αυτή πρόταση προσπαθούσε να απαντήσει στην διπλή αδυναμία των κλασσικών κεντρικών πρωταγωνιστών των κοινωνικών αγώνων, πρώτα και κύρια των συνδικάτων, τόσο να κλιμακώσουν τους αγώνες στην προοπτική μιας γρήγορης επιθετικής κορύφωσης όσο και να οργανώσουν επιμέρους κινητοποιήσεις διαρκείας αμυντικού χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος ενσωματώνει την ανάγκη πολλαπλασιασμού των μετώπων, σε μια διαλεκτική «εξωτερικών» και «εσωτερικών» γραμμών, που στοχεύει όχι μόνο στην αποφυγή της περικύκλωσης αλλά, δια μέσω της διαρκούς εναλλαγής κινήσεων ανάμεσα στα «μετώπισθεν» και στις μετωπικές γραμμές, στη σταδιακή αντιστροφή των θέσεων μεταξύ του (ισχυρού) επιτεθέμενου και του (αδύναμου) αμυνόμενου, με τον πρώτο να βρίσκεται ανεπαίσθητα αλλά όλο και πιο βαθειά περικυκλωμένος από την διαρκή εναλλαγή κινήσεων του δεύτερου . Με αυτήν την έννοια προκαταλάμβανε σωστά το ξεδίπλωμα των μορφών κοινωνικού ανταρτοπολέμου και ανυπακοής της τελευταίας περιόδου. Για να το πούμε διαφορετικά, το «παρατεταμένο» εδώ δεν αναφέρεται μόνο σε μια έννοια «αντικειμενικής» διάρκειας αλλά και στην άρθρωση διαφορετικών χρονικοτήτων, που αντιστοιχούν σε διαφορετικές μορφές ή επίπεδα πάλης και που διατηρούν το καθένα μια σχετική αυτονομία.

3. Η ιδέα του παρατεταμένου λαϊκού πολέμου αποτελεί λοιπόν και ένα συμπέρασμα που βγαίνει από την εμπειρία του Δεκέμβρη του 2008. Σημαίνει ότι οι εξεγερσιακές μορφές δράσης τείνουν να αποτελέσουν πλέον τμήμα κάθε κοινωνικής σύκρουσης μεγάλης εμβέλειας, ειδικά στο βαθμό που σηματοδοτούν τη συμμετοχή στη συλλογική δράση στρωμάτων που βρίσκονται εκτός των παραδοσιακών οργανωτικών σχημάτων. Ταυτόχρονα όμως προσκρούουν ως τέτοιες και σε συγκεκριμένα όρια. Στην περίπτωση του Δεκέμβρη, όπως έχουν τονίσει οι Λ. Κοτρωνάκη και Σ. Σεφεριάδης, «κομβική χρονικότητα απετέλεσε η σταδιακή εξάντληση της αδιαμεσολάβητης οργής ως επαρκούς πολιτικού κινήτρου για την κλιμάκωση των δράσεων. Η ενδεχομενικότητα αυτή στάθηκε και βασική αιτία αναστροφής της εξεγερσιακής διάχυσης» . Για να έχουν λοιπόν αποτέλεσμα, άρα προοπτική, οι πολύμορφες εξεγερσιακές δράσεις πρέπει να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο σχέδιο, με καθορισμένους στόχους και επιλογή συγκεκριμένων μέσων προς επίτευξή τους. Ενα σχέδιο που, συνοπτικά, ανοίγει σε δύο δυνατότητες: είτε μια γρήγορη διάχυση των δράσεων, οριζόντια (στην κοινωνία, στο χώρο) και κάθετη (κατά μέτωπο αντιπαράθεση με το κυρίαρχο μπλοκ), και τη συνακόλουθη μετατροπή τους σε γενικευμένη εξέγερση (αλά Τυνησία ή Αίγυπτος), είτε την άρθρωσή τους με άλλες μορφές αγώνα, που υπακούουν σε διαφορετικές συλλογικές πρακτικές, μορφές παρέμβασης στον κοινωνικό ιστό και υποκειμενικής συγκρότησης, άρα και διαφορετικούς, άνισα αναπτυσσόμενους ρυθμούς.

4. Υπάρχουν, κατά την άποψή μας, βάσιμοι λόγοι για να υποθέσουμε ότι σε μια κατάσταση όπως η ελληνική, η αναμέτρηση δεν θα έχει τη μορφή που παίρνει η αντιπαράθεση με ένα αυταρχικό κράτος, με βασικά στηρίγματα τους μηχανισμούς ασφάλειας και ελάχιστες δυνατότητες νόμιμης δράσης, αλλά αυτήν μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, που θα κινητοποιεί μια πολύμορφη «κοινωνία των πολιτών», με ισχυρές οργανωτικές αποκρυσταλλώσεις, προϊόν μακρού ιστορικού χρόνου, εναντίον ενός κυρίαρχου μπλοκ εξ’ ίσου σύνθετου, ενός κράτους με πολλαπλές γραμμές άμυνας και μορφές απόσπασης κοινωνικής συναίνεσης. Παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος σημαίνει λοιπόν ότι η αναγκαία και συντελούμενη κλιμάκωση δε θα είναι ούτε ένα «ελληνικό Ταχρίρ», ούτε βέβαια απλό κοινοβουλευτικό παιχνίδι, αλλά συνδυασμός και εναλλαγή πολλαπλών μορφών και επιπέδων πάλης, εντός των οποίων θα ενεργοποιούνται διαρκώς ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας και θα αμφισβητούνται/μετασχηματίζονται τα δεδομένα πλαίσια πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης. Πρόκειται για μια διαδικασία που στερείται ίσως μιας κεντρικής στιγμής αναμέτρησης, όπου παίζεται συνολικά ο συσχετισμός, αλλά περιλαμβάνει διαδοχικές φάσης κορύφωσης, με σαφή εξεγερσιακά χαρακτηριστικά, και τελικό στόχο την ανατροπή του συνολικού συσχετισμού δύναμης, με δυό λόγια μια «πολιτική τομή σφραγισμένη από την καταλυτική παρουσία του λαϊκού παράγοντα» .

 

Ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος ως τάση

 

Αυτή η στρατηγική υπόθεση παρουσίαζε όμως δύο προβλήματα, ή μάλλον κατέληγε σε δύο αιτούμενα.

1. Το πρώτο είναι η δυνατότητα άσκησης παρατεταμένου αγώνα τέτοιου τύπου χωρίς την τεράστια ενδοχώρα της κινέζικης υπαίθρου, που επέτρεπε την αναδίπλωση και την ανασυγκρότηση των δυνάμεων. Εδώ πρέπει όμως να σκεφτούμε το ζήτημα του χώρου ως κάτι το τρισδιάστατο, με καθοριστικό το ρόλο του στρατηγικού βάθους. Η συγκρότηση χωρικών τόπων ως εστιών «ζύμωσης και ανεφοδιασμού της διεκδικητικής ενέργειας, (…) διευκολύνσης της πολιτικής επικοινωνίας ανάμεσα σε φυσικά πρόσωπα και ομάδες· και ανάδειξης χωρικά προσδιοριζόμενης κουλτούρας διαμαρτυρίας» δεν σημαίνει αναγκαστικά πολλαπλασιασμό «κόκκινων βάσεων» ή «απελευθερωμένων ζωνών» αλλά κυρίως ικανότητατα διείσδυσης σε βάθος στον κοινωνικό ιστό και δημιουργίας μορφών αυτο-οργάνωσης με σταθερότητα και αντοχή. Η άνοδος των κινηματικών μορφών στις οποίες αναφερθήκαμε προηγούμενα υποδηλώνουν την ύπαρξη μιας τέτοιας δυνατότητας ως αναδυόμενης τάσης της συγκυρίας. Αποδεικνύουν ότι μπορούν να αναπτυχθούν μορφές αμφισβήτησης και διεύρυνσης των δεδομένων πλαισίων συλλογικής έκφρασης και δράσης, που εμπεριέχουν έως και εξεγερσιακές όψεις, έξω π.χ. από το μικρόκοσμο των Εξαρχείων, με στοιχεία διάρκειας και ικανότητες επέκτασης σε σχετικά παρθένα έως τώρα κοινωνικά εδάφη. Στο επόμενο διάστημα, ένα κίνημα εναντίον των συγχωνεύσεων σχολείων με εγκάρσια διάρθρωση που ενώνει εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς, μπορεί να ανοίξει ενός τέτοιου τύπου διευρυμένο μέτωπο, δίνοντάς του εξαιρετική ικανότητα κοινωνικής διείσδυσης και συσπείρωσης δυνάμεων.

2. Ερχόμαστε τώρα στο απόλυτα καθοριστικό πρόβλημα του γενικού συντονισμού των λαϊκών δυνάμεων. Τα γραπτά του Μάο στα οποία αναφερόμαστε προϋποθέτουν με απόλυτη σαφήνεια την ύπαρξη ενός στρατιωτικού και πολιτικού επιτελείου. Ελλείψει κάποιας μορφής συντονισμού, η στρατηγική προσέγγιση καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, εως και καθαρά μεταφορική. Στις συνθήκες της παρούσας κοινωνικής αναμέτρησης, κάτι τέτοιο βάζει ένα απαγορευτικό όριο στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων: όταν όρος για να αποσυρθεί ένα επιμέρους νομοσχέδιο είναι ουσιαστικά να ανατραπεί η κυβέρνηση και το μνημονιακό πλαίσιο, η απουσία στρατηγικής κατεύθυνσης οδηγεί στην αναπαραγωγή του κατακερματισμού, στην αποθάρρυνση και, εν τέλει, στην αποδιοργάνωση της ίδιας της άμυνας. Είναι λοιπόν ή ίδια η μορφή της σύγκρουσης που οδηγεί άμεσα στην ανάγκη ύπαρξης ενός κέντρου που να θέτει υπό αίρεση το διαχωρισμό του πολιτικού με το κοινωνικό. Ξεκινώντας από την υπάρχουσα διάταξη δυνάμεων, αυτό το στρατηγικό κέντρο δε θα μπορούσε παρά να είναι ένα ευρύτατο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο, εντός του οποίου καθοριστικό ρόλο καλείται να παίξει ένας αριστερός φορέας με συγκεκριμένη προγραμματική πρόταση παρέμβασης στα κεντρικά επίδικα της συγκυρίας (χρέος, ευρώ/ΕΕ, ρόλος τραπεζών, αναδιανομή). Σίγουρα απέχουμε πολύ από ένα τέτοιο στόχο, τόσο στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο όσο και στους επιμέρους κοινωνικούς χώρους. Σημαντικό ανασχετικό ρόλο παίζει εδώ η γραμμή αυστηρής περιχαράκωσης και σεκταριστικής άρνησης κάθε ενότητας στη δράση του ΚΚΕ, που επηρεάζει σημαντικά οργανωμένα και δυνάμει μαχητικά τμήματα εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

3. Παρ’ όλα αυτά όμως, αυτό το οποίο παρατηρούμε είναι η πραγματικότητα του παρατεταμένου λαϊκού πολέμου ως τάση της συγκυρίας, με «από τα κάτω» διαμορφώσεις, που εκτείνονται και σε ενδιάμεσες βαθμίδες, και με ατελείς και αποσπασματικές εκφράσεις σε πολιτικό επίπεδο. Στις πρώτες (τις «από τα κάτω») μπορούμε να εντάξουμε πρώτα και κύρια την κινηματική ανάπτυξη στην οποία αναφερθήκαμε προηγούμενα καθώς και τις εξελίξεις στο χώρο των συνδικάτων, με τη μετατοπίση σε αγωστικότερες κατευθύνσεις ομοσπονδιών και σωματείων, ειδικότερα στο δημόσιο και στις ΔΕΚΟ, την εντεινόμενη κρίση στο χώρο του κυβερνητικού συνδικαλισμού καθώς και το προωθητικό ρόλο της πρωτοβουλίας πρωτοβάθμιων σωματείων. Στις δεύτερες, σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής, εντάσσονται οι άχαρες και βασανιστικές αλλά απαραίτητες διαδικασίες εσωτερικής διαφοροποιήσης εντός της αριστεράς (αλλά και πέρα απ’αυτήν, ειδικότερα στο ΠΑΣΟΚ) δυνάμεων που αντιδρούν στην αμηχανία και τα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγήσει η κυρίαρχη εως τώρα γραμμή, γραμμή αναχωρητισμού και σεκταρισμού στο ΚΚΕ, ευρωπαϊστικής αγκίστρωσης στο ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, με τη συγκρότηση του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος δείχνει να ξεφεύγει από τη λογική της περιχαράκωσης και της ρητορικής επαναστατικολογίας και να αρχίζει να αποκτά μια ευρύτερη απήχηση. Τα εμπόδια παραμένουν όμως πολύ σημαντικά στο βαθμό ειδικά που το δομικό πια πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, που αποτελεί τον κορμό της εκτός ΚΚΕ αριστεράς, δεν είναι τόσο πρόβλημα πολιτικής γραμμής, που ως τέτοια επιδέχεται αλλαγή (μέσω εσωτερικών διαδικασιών και της πίεσης της κατάστασης), όσο πρόβλημα πολιτικής παραλυσίας, που καθηλώνει αυτό το χώρο σ’ένα ατελείωτο και φθοροποιό τακτικισμό. Μια παραλυσία που απορρέει από την τεχνητή διαιώνιση οργανωτικών πλαισίων και συνδιαλλαγών μεταξύ (και εντός) μηχανισμών που ακυρώνει πλέον τη δυνατότητα παραγωγής πολιτικής και ουσιαστικής υπέρβασης των αντιθέσεων.

4. Ως αποτέλεσμα αυτών των αντιφατικών διαδικασιών, τίθεται πλέον όλο και πιο πιεστικά ένα κομβικό διπλό αίτημα: στο επίπεδο των κοινωνικών αγώνων, και ενώ η επίτευξη της μίνιμουμ ενότητας στη δράση παραμένει ένα κρίσιμο διακύβευμα, αφορά τη συγκρότηση ενός αυτόνομου κέντρου, όχι σε λογική διάσπασης αλά ΠΑΜΕ αλλά ως εστία συντονισμένων πρωτοβουλιών και σχεδιασμού που στοχεύουν σε έναν διαφορετικό βηματισμό των κινητοποιήσεων και στην απεμπλοκή τους από την αναγκαστική αναμονή της επόμενης 24ωρης απεργίας της ΓΣΕΕ.

Στο πολιτικό επίπεδο, αποφασιστική και άμεση σημασία αποκτά η σύγκλιση σ’ ένα μετωπικό φορέα των αριστερών δυνάμεων που δεν αρκούνται στο γενικό αντιμνημονιακό λόγο και προτάσσουν τα μεταβατικά αιτήματα που ορίζουν με τρόπο απτό και συγκεκριμένο τη ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική: παύση πληρωμών με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, ρήξη με την ΟΝΕ και έξοδο από το ευρώ, εθνικοποίηση των τραπεζών και αναδιανομή εισοδήματος. Παρά τις δυσκολίες που ενέχει μια παρόμοια υπέρβαση, η αποκρυστάλλωση σ’αυτή τη βάση ενός πολιτικού μπλοκ αποτελεί προϋπόθεση για ένα ξεκαθάρισμα του τοπίου με πολιτικούς όρους και τον τερματισμό της προαναφερθείσας παραλυσίας. Και στο βαθμό που αυτή η πρόταση είναι σε θέση να προκαλέσει ανακατατάξεις μεγάλης εμβέλειας σε ένα πολιτικό τόξο που εκτείνεται από το κοινωνικό ΠΑΣΟΚ έως τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής, μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζεται ήδη ως το ανομολόγητο φάντασμα που πλανάται πάνω στο σημερινό πολιτικό σκηνικό.

Σύμφωνα με τον Μάο, η δεύτερη φάση του παρατεταμένου λαϊκού πολέμου χαρακτηρίζεται από τον κυρίαρχο ρόλο του ανταρτοπολέμου συνεπικουρούμενου του πολέμου κινήσεων, με στόχο την αποτροπή της σταθεροποίησης του αντιπάλου. Είναι μια φάση που επιβάλλει την αποφασιστική επιτάχυνση των δράσεων και βάζει στο επίκεντρο την ανατροπή του βηματισμού ενός αντιπάλου που αρχίζει και εμφανίζει σημάδια κόπωσης, και, γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ερωτοτροπεί ανοιχτά με την ιδέα της φυγής προς τα εμπρός. Από την έκβαση αυτής της φάσης εξαρτάται, από τη δική μας πλευρά, τόσο η δυνατότητα αντιμετώπισης ενός τέτοιου ενδεχόμενου, όσο, και κυρίως, κάθε σκέψη για αντεπίθεση και τη δημιουργία των όρων της νέας νίκης.

ΠΗΓΗ: "Εποχή", 25.3.2011. Το είδα: http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9390

«Παιδαγωγισμός» και κυνισμός

Εκπαιδευτική πολιτική, «παιδαγωγισμός» και κυνισμός:

Η περίπτωση της συγχώνευσης σχολικών μονάδων

 

Του Γιώργου Μαυρογιώργου*


 

Μεγάλη ένταση παρατηρείται, τον τελευταίο καιρό, στο περιεχόμενο και στις μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας που εκδηλώνονται, με αφορμή τη συνολική ανασυγκρότηση που επιχειρείται στην εκπαίδευση, κάτω από την ασφυκτική «επιτήρηση» των εγχώριων και διεθνών δανειστών. Οι πολιτικές συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας και κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζομένων, που υπαγορεύονται ή που ασκούνται στο όνομα του «μνημονίου, έχουν στο επίκεντρο και την εκπαίδευση  σε όλες τις βαθμίδες της.

Οι «δυνάμεις της αγοράς» επιβάλλουν πολιτικές που μετατρέπουν και την εκπαίδευση σε αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Έχουν φιλοξενηθεί πολύ ενδιαφέρουσες αναλύσεις, σε αυτή την ιστοσελίδα και σε ορισμένα περιοδικά, που  αναδεικνύουν τα πολύ σημαντικά ζητήματα που διακυβεύονται με τις επιχειρούμενες  αλλαγές. Σε αυτό το κείμενο, θα καταπιαστούμε ενδεικτικά με την υπόθεση της «συγχώνευσης» σχολικών μονάδων και την αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων. Σκοπός μας είναι να αναδείξουμε πτυχές ενός ιδιότυπου «παιδαγωγικού μυστικισμού» που κυριαρχεί στη θεμελίωση των σχετικών επιλογών.

Δεν είναι πρώτη φορά που οι πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας καταφεύγουν, τα τελευταία χρόνια, στην «παιδαγωγική»(!). Αυτές τις ημέρες η Υπουργός δήλωνε, για το θέμα των «συγχωνεύσεων», ότι «έχει γίνει σοβαρή και οργανωμένη δουλειά και …όπου υπάρχουν τεκμηριωμένες και ήρεμες προσεγγίσεις και όπου τα επιχειρήματα είναι παιδαγωγικά»,τα ζητήματα θα αντιμετωπιστούν.  Καταβάλλεται, δηλαδή, προσπάθεια ώστε η θεωρητική θεμελίωση των μέτρων, που εισηγούνται οι εξουσιαστικοί φορείς, να γίνεται με συστηματική αναφορά σε συγκεκριμέ­νους παιδαγωγικούς όρους και ψυχολογικές προϋποθέσεις. Τα κείμενα που δίνουν στη δημοσιότητα και οι δηλώσεις, δηλαδή, δεν είναι απλώς ρυθμιστικές και κανονιστικές προτάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Εμπεριέχουν θεωρητικές αναφορές συγκεκριμένης παιδαγωγικής και ψυχολογι­κής προσέγγισης.

 Το «Νέο Σχολείο» π.χ.  και το πρόταγμα «πρώτα ο μαθητής» παραπέμπουν στο ρεύμα της «Νέας»,τότε, «Αγωγής». Το ίδιο και η πολιτική επιλογή των «συγχωνεύσεων» ή των «συνενώσεων». Αυτή προβάλλεται ως αναγκαία «για παιδαγωγικούς λόγους». Με άλλα λόγια, οι αλλαγές προβάλλονται ως παιδαγωγικές και όχι ως πολιτικές επι­λογές. Έχουμε, δηλαδή, ένα είδος παιδαγωγίζουσας και ψυχολογί­ζουσας εκπαιδευτικής πολιτικής που συγκαλύπτει τις πραγματικές αφετηρίες και προεκτάσεις των μέτρων που προωθεί. Η έξαρση που σημειώνεται, τελευταία, ίσως, να οφείλεται στο γεγονός ότι το Υπουργείο Παιδείας έχει καταληφθεί από «παιδαγωγούντες» ή/και «ψυχολογίζοντες» συμβούλους και ομάδες ειδικών στα υπό «συγχώνευση» (κι αυτά!) συμβουλευτικά όργανα (ΠΙ, ΚΕΕ, ΟΕΠΕΚ).Βέβαιο είναι ότι αυτός ο «παιδαγωγικός μυστικισμός» επιστρατεύεται  για ιδεολογική νομιμοποίηση των μέτρων.

Εκείνο που μπορεί να επισημάνει κανείς  είναι ότι κατά τη σχετική συζήτηση τα εκπαιδευτικά ζητήματα μάλλον απλοποιούνται και αποστεώνονται από τις κοινωνικοπολιτικές τους  παραμέτρους, με αφοριστικές γενικεύσεις και “λύσεις”, με την επίκληση απλοϊκών και υπεραπλουστευτικών εκδοχών. Σε περιόδους  έντονης γενικευμένης κρίσης, όπου εκδηλώνονται βίαιες επιθέσεις στις εργασιακές σχέσεις,  στο κράτος πρόνοιας και στις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων, αυτού του είδους οι ισχυρισμοί αποκτούν τα χαρακτηριστικά «ρύπων» που αλλοιώνουν και συσκοτίζουν την πραγματικότητα.

Δε θα ασχοληθούμε με όλες τις πτυχές του θέματος της συγχώνευσης σχολικών μονάδων. Ας σημειώσουμε, πάντως, πως δεν υπάρχει συγχώνευση ή συνένωση, χωρίς να προϋποθέτει κατάργηση σχολικών μονάδων. Ουσιαστικά, καταργούνται σχολικές μονάδες και δημιουργούνται νέες, με νέα κοινωνική σύνθεση μαθητικού πληθυσμού, με νέα σύνθεση διδακτικού προσωπικού, σε νέες συνθήκες γεωγραφικής «εντοπιότητας» και εγγύτητας, με νέους ποσοτικούς προσδιορισμούς, κ. α. Στο σύνολό τους αυτά αλλάζουν  και αλλοιώνουν δραματικά τα χαρακτηριστικά των σχολικών μονάδων που καταργούνται. Ας αφήσουμε τις υποδομές, τις οργανωτικές διευθετήσεις, τις αποστάσεις, τις μετακινήσεις, κ.α. Φαίνεται ότι στο θέμα των μετακινήσεων το Υπουργείο αντλεί από το παράδειγμα των ιδιωτικών σχολείων, όπου οι μαθητές κάθε μέρα «περιφέρονται» με λεωφορεία στους δρόμους των μεγαλουπόλεων, πριν πάνε για «μάθημα».

Στη σχετική  συζήτηση κομβικό σημείο είναι και η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων. Είναι φανερό ότι οι επιχειρούμενες συγχωνεύσεις – και οι μελλοντικές που θα ακολουθήσουν – θα τραβήξουν στα άκρα  την προβλεπόμενη αναλογία 1:25-30. Θα εστιάσουμε την ανάλυσή μας στην ανάδειξη  της παραπλάνησης που επιχειρείται, με την επίκληση  «παιδαγωγικών λόγων».

Η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων 1:25-30: αυθαίρετη και «τυφλή»

 Οι συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων ,ανάμεσα σε άλλα, οριοθετούνται με βάση και την αναλογία 1:25-30. Πρόκειται, προφανώς, για μια επινόηση που υπακούει σε λογιστικές/διαχειριστικές λογικές που έχουν να κάνουν αποκλειστικά με το κόστος εκπαίδευσης  ανά μαθητή. Γίνεται, μάλιστα, επίκληση αντίστοιχων ευρωπαϊκών στατιστικών για λόγους συγκριτικής νομιμοποίησης, ερήμην άλλων σημαντικών δεικτών που έχουν να κάνουν με τις  συνιστώσες των εκπαιδευτικών συστημάτων των άλλων χωρών. Θεωρούμε πως είναι, έτσι κι αλλιώς, κοινωνικά και πολιτισμικά «τυφλός» ένας δείκτης αναλογίας διδασκόντων-διδασκομένων, όταν  προκύπτει από μια  απλή διαίρεση του αριθμού των φερομένων ως εγγεγραμμένων μαθητών δια του αριθμού των φερομένων ως διορισμένων/ εργαζομένων εκπαιδευτικών. Αλήθεια, πώς  συνδέεται αυτή η πολιτική των συγχωνεύσεων με τη χρηματοδοτούμενη δράση «Ζώνες Εκπαιδευτικής προτεραιότητας»; Έχουμε υπόψη έρευνα που έχει γίνει στην Ελλάδα με καταληκτικό συμπέρασμα ότι «Τα μικρά σχολεία  προσφέρονται για μεγάλες προσδοκίες» (2002).Σε δύο διαδοχικές μελέτες για λογαριασμό της ΟΥΝΕΣΚΟ (1989,1994),με αντικείμενο τα μονοθέσια και ολιγοθέσια σχολεία στην Ελλάδα, είχαμε προτείνει την προστασία των μικρών σχολείων και την ουσιαστική ενίσχυση της λειτουργίας, τους με ειδικά προγράμματα, εκπαιδευτικό υλικό, τη δημιουργία εκπαιδευτικών δικτύων και την αξιοποίηση της εκπαιδευτικής τεχνολογίας.

Για να επανέλθουμε στο ειδικότερο θέμα που μας απασχολεί, θα υποστηρίζαμε την άποψη ότι η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων δε μπορεί να είναι υπόθεση μιας απλής και γενικευμένης  διαίρεσης. Κάθε σχολική μονάδα έχει τα δικά της φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά: τη γεωγραφική της θέση, τον  αριθμό μαθητών, την κοινωνική και πολιτισμική τους σύνθεση, δείκτες διαρροής και εγκατάλειψης, σχολικής υπο-επίδοσης, σχολικής αποτυχίας, τακτικής φοίτησης, σκασιαρχείου, κ.α. Αυτοί είναι οι σημαντικοί δείκτες που, σε επίπεδο σχολικών μονάδων, ορίζουν, την αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων σε ένα σχολείο που έχει «Πρώτα το Μαθητή».Κι αυτή η αναλογία προκύπτει, με τη συνεκτίμηση όλων αυτών των παραμέτρων, και είναι προγραμματικά  κυμαινόμενη/ρευστή/δυναμική και όχι μαθηματική/στατική και κοινωνικά «τυφλή». Γιατί, άραγε, όλη αυτή η μεγάλη συζήτηση για την «αυτοαξιολόγηση»των σχολικών μονάδων; Αντί για αυτή, δε θα μπορούσαν οι σχολικές μονάδες ,με βάση τα φυσιογνωμικά τους χαρακτηριστικά, να καταγράφουν τις ανάγκες τους, να προγραμματίζουν το έργο τους και να διαμορφώνουν την «εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική», διεκδικώντας και εξασφαλίζοντας αντίστοιχη αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων; Και η υπόθεση αυτή δεν ενδιαφέρει αποκλειστικά τους εκπαιδευτικούς. Πρωτίστως, ενδιαφέρει τους γονείς και τους μαθητές.

Να κάνουμε την παιδαγωγική πιο πολιτική;

 Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, και αυτή η πρόταση εμπεριέχει τη στρατευμένη πολιτική παιδαγωγική της. Μια παιδαγωγική που αναγνωρίζει ότι η εργασία των εκπαιδευτικών σε ένα σχολείο που συνεχώς αλλάζει είναι όλο και πιο περίπλοκη και σύνθετη. Το σχολείο δεν είναι «νέο» επειδή το Υπουργείο Παιδείας έβγαλε από τη ναφθαλίνη το σλόγκαν Τρίτση του 1987. Το σημερινό σχολείο έχει προκύψει, μετά από πολλούς αγώνες και διεκδικήσεις για την κατάργηση των εξεταστικών φραγμών, τις αλλαγές στη μορφή και στο περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το σχολείο είναι νέο λόγω των ευρύτερων κοινωνικών αλλαγών που έχουν μπει στο σχολείο «απ το παράθυρο» Είναι πιο μαζικό, από πριν, και επιτρέπει, έτσι, στις κοινωνικές αντιφάσεις να αποτυπώνονται όλο και πιο έντονα στις καθημερινές πρακτικές. Κοινωνική διάκριση, αποκλεισμός, διαρροή και εγκατάλειψη σχολείου, διάκριση φύλων, υπο-επίδοση, απαξίωση των τίτλων σπουδών, κίνητρα, πολυπολιτισμική  σύνθεση της τάξης, υποχρεωτική παρακολούθηση κ.α. συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ανοιχτό σε συγκρούσεις, σε διλήμματα και σε αντιφάσεις πεδίο παιδαγωγικής πράξης. Οι άτακτες μετακινήσεις πληθυσμών (μετανάστευση) έχουν συντελέσει ώστε η σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού να έχει πολυπολιτισμικό χαρακτήρα. Αυτή η εξέλιξη αναδεικνύει, με υψηλό βαθμό προτεραιότητας, νέα κοινωνιολογικά, παιδαγωγικά και διδακτικά ζητήματα για τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στο σχολείο. Η μαζικοποίηση της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με την συντελούμενη αποσύνδεση(υποβάθμιση) των τίτλων σπουδών από την απασχόληση  έχουν συντελέσει ώστε να είναι αντικειμενικά ξεπερασμένες παλαιότερες θεωρίες και πρακτικές κινήτρων, ενθάρρυνσης και ενίσχυσης των μαθητών/τριών κτλ.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό,  αναδεικνύουν προτεραιότητες για μια άλλη παιδαγωγική: την παιδαγωγική της αισιοδοξίας, την παιδαγωγική της άμβλυνσης των διάφορων μορφών διάκρισης, την παιδαγωγική του τακτ, του σεβασμού και της αναγνώρισης του άλλου, την παιδαγωγική της μέριμνας, της έγνοιας, της φροντίδας, την παιδαγωγική της θετικής αξιολόγησης και θετικής διάκρισης, κ.τ.ο. Σ’ αυτό το πεδίο ο εκπαιδευτικός καλείται να ενσωματώνει στα τυπικά και συμβατικά του μαθήματα εμπειρίες πολύμορφου εγγραματισμού, αγωγής ελεύθερου χρόνου, αγωγής υγείας, αγωγής περιβάλλοντος και του ενεργού πολίτη, αγωγής κοινωνικής αλληλεγγύης, αγωγής επικοινωνίας και συνεργασίας, αγωγής ειρηνικής συνύπαρξης, κ.ά. Όλα αυτά προϋποθέτουν την κατανόηση της συνολικής κοινωνικής λειτουργίας του σχολείου στις νέες συνθήκες και αντίστοιχες συλλογικές μορφές παρέμβασης. Για να μπορούν μαθητές και εκπαιδευτικοί να ανταποκρίνονται  σε αυτές τις συνθήκες και όρους, η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων δε μπορεί να υπακούει στους μηχανιστικούς μαθηματικούς υπολογισμούς μιας διαχείρισης που επιχειρείται, με το πρόσχημα του «μνημονίου», και να αποτελεί κριτήριο των συγχωνεύσεων.

Αν σκεφτούμε το ζήτημα κι από τη μεριά των εκπαιδευτικών, ο μεγάλος αριθμός μαθητών κατά τμήμα προσδιορίζει σε σημαντικό βαθμό την εντατικοποίηση των όρων εργασίας τους. Όσο πιο πολύ εντατικοποιείται η εργασία των εκπαιδευτικών (με τις αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές αλλαγές, αιφνιδιασμός αλλαγών, από-ειδίκευση, επανειδίκευση, αριθμός μαθητών κατά τάξη, κοινωνική σύνθεση μαθητών τάξης, νέες ανάγκες, κ.α.) άλλο τόσο είναι εκτεθειμένοι στην παγίδα μιας διαδικασίας που ευνοεί την τυπική διεκπεραίωση του έργου τους, στην απόσυρση και την αποκαρδίωση. Από αυτή την άποψη, η αντίθεση και η πάλη των εκπαιδευτικών ενάντια στις επιχειρούμενες αλλαγές θεμελιώνονται και επιστημονικά και πολιτικά. Αντιστέκονται σε πολιτικές που, στο σύνολό τους και σε συνδυασμό, αλλοιώνουν τη δομή και το περιεχόμενο του σχολείου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα αναπτύσσεται η παιδαγωγική σχέση, τις συνθήκες και όρους εργασίας τους, τις εργασιακές σχέσεις.

Σε επιμορφωτικό σεμινάριο εκπαιδευτικών, πριν λίγα χρόνια, προσπαθούσαμε να τεκμηριώσουμε την άποψη ότι η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων είναι από τις πιο σημαντικές παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σχέση διδασκαλίας – μάθησης, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως είναι το περιεχόμενο των  εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και ο ίδιος ο δάσκαλος. Καθηγήτρια σε επαρχιακό λύκειο υποστήριξε με πολλή δραματικό τρόπο: «Έχω 5 μαθητές στην Α τάξη. Αν και είναι πολύ μικρός ο αριθμός δεν μπορώ να κάνω μάθημα!  Τους εξηγώ για το ρήμα… Όταν τους ζητάω να μου πουν ένα παράδειγμα ρήματος που να τελειώνει σε – ω, μου απαντούν: εγώ, κυρία…».

Ρωτήσαμε τους άλλους συναδέλφους της ομάδας, εάν αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα στις δικές τους τάξεις των 25 μαθητών, και η απάντησή τους ήταν αρνητική! Πολύ σύντομα, ωστόσο, μετά από συζήτηση, καταλήξαμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:

1. Στις τάξεις των 25 μαθητών/τριών, υπάρχουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο οι αντίστοιχοι «5»(που δεν ξέρουν τι είναι ρήμα), μόνο που δεν γίνονται  «ορατοί»…Είναι αυτοί που χάνονται στο πλήθος των 25.Το μάθημα «γίνεται» με τους άλλους 10-15 και «καλύπτεται η ύλη»… Οι 25-30 μαθητές στην τάξη κάνουν τους όποιους μαθητές έχουν δυσκολίες «δυσδιάκριτους», εκτός κι αν επιδίδονται σε επιχειρήσεις ιδιότυπου «ανταρτοπόλεμου».

2. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Λυκείου, το  πρόβλημα δεν ήταν η αναλογία 1:5 που δε βοηθούσε στο να γίνει το μάθημα.  Ήταν η μεταφορά των «εκκρεμοτήτων» από τάξη σε τάξη, στο εννιάχρονο σχολείο που προηγήθηκε. Είχαν κυριαρχήσει πολιτικές ακώλυτης προαγωγής, χωρίς πολιτικές για  ουσιαστική έγκαιρη προληπτική αντισταθμιστική παιδαγωγική παρέμβαση υπέρ των μαθητών που συναντούν δυσκολίες στην απόκτηση των θεμελιωδών γνώσεων και ικανοτήτων για την επόμενη βαθμίδα.. Άραγε, στα «γκρουπάδικα» των φροντιστηρίων ποια είναι η αναλογία;

Ο κυνισμός της σπατάλης και των περικοπών και η διέξοδος

 Συνήθως, στο ζήτημα  της συγχώνευσης και  αναλογίας διδασκόντων-διδασκομένων γίνεται αναφορά σε λόγους ορθολογικής οικονομικής διαχείρισης και περιστολής δαπανών. Εδώ έχουμε να  κάνουμε κάποιες επισημάνσεις:

1Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το 2006, σε ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προτείνει συντονισμένες προσπάθειες για συστηματική σύνδεση αποδοτικότητας και ισότητας, μια και «είναι, ουσιαστικά, αλληλοενισχυόμενοι στόχοι». Όπως αναφέρεται, «οι επενδύσεις στην εκπαίδευση αργούν να αποφέρουν καρπούς». Επομένως, οι χρηματοδοτικές προτεραιότητες απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Στην έκθεση τονίζεται ιδιαίτερα ότι «η προσχολική εκπαίδευση έχει τα υψηλότερα ποσοστά απόδοσης σε όλη τη διά βίου μαθησιακή πορεία…και ότι τα αποτελέσματα αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου». Κι αλλού: «Η έλλειψη επενδύσεων σε μικρή ηλικία συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερες διορθωτικές δαπάνες σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής, κάτι που είναι λιγότερο αποδοτικό από οικονομική πλευρά. Αυτό μπορεί να σημαίνει αυξημένες δαπάνες για τις πολιτικές καταπολέμησης της εγκληματικότητας, της πρόνοιας, της ανεργίας, της υγείας, κ.α.

Η Ευρωπαική ΄Ενωση ανακαλύπτει, με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, τα δεδομένα που έχουν τεκμηριωθεί από την πολύ γνωστή μακροχρόνια έρευνα του High/Scope Perry Preschool Project, που συμπληρώνει 45 χρόνια. Το 2005, τα υποκείμενα των δύο ομάδων της έρευνας (πειραματικής και ελέγχου) ήταν στα 40 τους χρόνια. Η τελευταία έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης έχει δοθεί στη δημοσιότητα. Είχαν προηγηθεί και άλλες εκθέσεις στις ηλικίες 3 έως 11 και, ακολούθως, στα 14,15,19 και στα 27. Σύμφωνα με την έκθεση, το εμπλουτισμένο πρόγραμμα προσχολικής εκπαίδευσης που παρακολούθησαν το 1962-64 τα νήπια, είχε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: ήταν διάρκειας 2 ετών, 2,5 ώρες την ημέρα, τακτική εβδομαδιαία συνεργασία με τους γονείς, αυθόρμητες δραστηριότητες των νηπίων με νηπιαγωγούς που είχαν πολύ καλές σπουδές και ήταν σε διαρκή επιμόρφωση. Η αναλογία διδασκόντων-διδασκομένων ήταν 1:5

Το σημαντικό εύρημα που επιβεβαιώνεται από όλα τα μέχρι τώρα στάδια του προγράμματος είναι ότι ένα υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικό πρόγραμμα προσχολικής εκπαίδευσης ,σε παιδιά που προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, συμβάλλει αποφασιστικά στην υποστήριξη της διανοητικής και κοινωνικής τους ανάπτυξης, τη σχολική επιτυχία, τις παραπέρα σπουδές, την οικονομική τους ευρωστία και τη δραστική μείωση εγκληματικών και άλλων αντικοινωνικών συμπεριφορών. Μάλιστα, η ανάλυση της σχέσης κόστους-απόδοσης δείχνει ότι ένα δολάριο επένδυσης στην προσχολική εκπαίδευση αποδίδει μακροπρόθεσμα εφταπλάσια. Είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με έναν ιδιότυπο απολογισμό «χρηματιστηρίου». Εκείνο, ωστόσο, που μπορούμε να κρατήσουμε είναι ότι  δαπάνες που περικόπτονται από την εκπαίδευση αντικειμενικά καταβάλλονται ετεροχρονισμένα (στο μέλλον) στην άσκηση πολιτικών που έρχονται εκ των υστέρων να αντιμετωπίσουν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα..

2. Μέσα στη δίνη των περικοπών του «μνημονίου»,είναι ευδιάκριτο ότι όσοι συμμετέχουν στην υπόθεση διαμόρφωσης και άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής για την εκπαίδευση ενδιαφέρονται μάλλον για τη νόμιμη σπατάλη και την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων του ΕΣΠΑ. Καταφεύγουν στη διαβούλευση, την έρευνα και την εκπόνηση νέων αλλεπάλληλων μελετών αμφίβολης εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Για να περιοριστούμε σε παραδείγματα: Το ΠΙ και ο ΟΕΠΕΚ, είχαν εκπονήσει σχετικά πρόσφατα (Κυβέρνηση ΝΔ:2007-08) μελέτες «ανίχνευσης επιμορφωτικών αναγκών»(κατά βαθμίδα και ειδίκευση).Μάλιστα, πολλοί από τους ειδικούς των μελετών αυτών είναι και σύμβουλοι, σήμερα,στο Υπουργείο Παιδείας. Το ερώτημα είναι: γιατί ανατέθηκαν νέες μελέτες για την ανίχνευση των επιμορφωτικών  αναγκών; Μήπως η σκοπιμότητά τους προέκυψε από τη σύλληψη της ιδέας του λεγόμενου «μείζονος προγράμματος επιμόρφωσης»; Ποια είναι η μήτρα για την οργανωτική «πατέντα» αυτού του προγράμματος, με τόσο υψηλό προϋπολογισμό; Γιατί απαιτείται χρηματοδότηση μελέτης για τη συγχώνευση του ΟΕΠΕΚ, του ΚΕΕ και του ΠΙ; Ποια είναι η δυσκολία για τη συγχώνευση οργανισμών (ΟΕΠΕΚ, ΚΕΕ) που δε διαθέτουν ούτε έργο ούτε παράδοση ούτε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό; Γιατί διατίθενται  κοινοτικοί πόροι για μια κατ ευφημισμόν «εξωτερική αξιολόγηση της εισαγωγικής επιμόρφωσης»; Η «έκθεση εξωτερικής αξιολόγησης», που φιλοξενείται στην ιστοσελίδα του ΟΕΠΕΚ για την εισαγωγική επιμόρφωση του 2009-10,καταλήγει, μετά από 400 περίπου σελίδες «παραδοτέου», στο καταπληκτικό καταληκτικό συμπέρασμα ότι «το ΠΕΚ είναι ένας δυναμικός θεσμός» που μπορεί να αναλάβει την υπόθεση της επιμόρφωσης! Γιατί χρειάζεται εξωτερική αξιολόγηση και για το έτος 2010-11;

Μάλλον, τα κοινοτικά κονδύλια εξακολουθούν, όπως και στο παρελθόν, να αποτελούν το πεδίο νόμιμης σπατάλης που αγγίζει τα όρια του κυνισμού, χωρίς να υπάρχουν προϋποθέσεις για ουσιαστικό μετασχηματισμό δομών και περιεχομένου στην εκπαίδευση. Ποια είναι τα αποτελέσματα των κονδυλίων των Α΄ και Β΄ΕΠΕΑΕΚ; Στη σημερινή συγκυρία, φαίνεται ότι τα κονδύλια του ΕΣΠΑ. (χρηματοδότηση σπατάλης) και οι πολιτικές  που συνδέονται με το «Μνημόνιο» (περικοπές δαπανών) συνιστούν ένα  δίδυμο εκπαιδευτικής πολιτικής που ,αν και αντιφατικό, έρχεται να πλήξει καίρια  δημοκρατικές κατακτήσεις στην εκπαίδευση.

Φαίνεται ότι ο αυταρχικός λαϊκισμός,  ο κυνισμός και ο παιδαγωγισμός διαμορφώνουν προϋποθέσεις ,κάτω από τις οποίες δοκιμάζεται βάναυσα η κοινή γνώμη, καθώς δυσκολεύεται να ανιχνεύσει τις αφετηρίες και τις κοινωνικές προεκτάσεις που έχουν οι αλλαγές που δρομολογούνται. Μήπως,  είναι αυτά και προϋποθέσεις για αφύπνιση και τη διαμόρφωση  μιας κοινωνικής  δυναμικής «μετώπου παιδείας» για την ανατροπή αυτών που σχεδιάζονται; Οι εξελίξεις θα  δείξουν.

* Ιστοσελίδα: http://pep.uoi.gr/gmavrog,           email: gmavrog@cc.uoi.gr

 

Βιβλιογραφία

 Μπρούζος, Α.(2002).Μικρά σχολεία, Μεγάλες προσδοκίες. Τυπωθήτω, Αθήνα.

 High/ Scope Perry Preschool Project http://www.highscope.org/Content.asp?ContentId=282

 UNESCO (1989)“Case Study on Methods of Running One-Teacher Schools and Multi-Grade Classes in Greece”(με τη συνεργασία Κοντογιώργου, Β. και Νταλάκα,Θ.).

 UNESCO (1994)  “Modalities of Administration of Schools with one-Teacher and Multigrade Classes in Greece”, Case Study (με τη συνεργασία  Γέπη, Γ.).

 

ΠΗΓΗ: 26/03/2011,  http://www.alfavita.gr/artro.php?id=27467

Από πού πάνε για τον Παράδεισο;

Η Ζωή Μετά: Από πού πάνε για τον Παράδεισο;

 

Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου*


 

Ποτέ δεν με ένοιαξε το ερώτημα. Το είπε και ο Νίτσε: δεν έχει σημασία η αιώνια ζωή, αλλά η αιώνια ζωτικότητα. Να το θέσω καλύτερα: δεν με ενδιαφέρει η αιώνια επιβίωση ενός κομματιού της ύπαρξής μου, της ψυχής μου, στο χρόνο. Διότι αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω αιώνια ύπαρξη, ότι θα έχω σωματικότητα: ότι θα μπορώ να χαίρομαι, να αγαπώ, να απολαμβάνω ψυχοσωματικά τους άλλους…

 

Το γεγονός αυτό, ότι η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μόνο η ψυχή, είναι άλλωστε και η ανθρωπιστική επανάσταση του χριστιανισμού. Πριν από αυτόν ο Πλάτωνας θεωρούσε το σώμα τάφο της ψυχής και ο Σωκράτης χαιρόταν πριν πεθάνει γιατί έτσι θα ελευθερωνόταν η ψυχή του… 

Σε αντίθεση, λοιπόν, με αυτό, στον χριστιανισμό από τον 1ο κιόλας αιώνα το λεγόμενο "κατ' εικόνα" ίσχυε και για το σώμα, που οντολογικά ήταν ίσο πια με την ψυχή. Ο χριστιανισμός μίλησε για το "όλον" αυτού, την πρώτη ολιστική προσέγγιση του ανθρώπου. Αν και η βιβλική έννοια της ψυχής σημαίνει όντως το "όλον", σε ολόκληρη τη Δύση μέσω του Αυγουστίνου δυσκολεύτηκε πολύ να περάσει αυτή η διάσταση. Στη Δύση επικράτησε το cogito ergo sum, όχι π.χ. το ερωτεύομαι άρα υπάρχω.

Όμως, ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα: ολόκληρος. Γι' αυτό άλλωστε και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν προκαλέσει τη μήνι των φιλοσόφων, οι οποίοι τους αποκαλούσαν υλιστές. Και αυτό, αλήθεια, είναι ο χριστιανισμός: ένας ιερός υλισμός. Δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Και το σώμα είναι τόσο σημαντικό που αξίζει να αναστηθεί. Διότι αν δεν αναστηθεί το σώμα, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: ή δεν το έφτιαξε ο Θεός, ή δεν είναι αρκετά Θεός για να μπορεί να το σώσει…


Αυτό πώς θα συμβεί;


Με το θάνατο αυτό που είμαστε διαλύεται. Το σώμα, ως βαριά δομή, φθείρεται – η ψυχή ως λεπτή δομή και υλικό εκμαγείο του σώματος διατηρείται, διότι μόνο έτσι, μέσω του Θεού, μπορεί να "αναδημιουργηθεί" ο ίδιος άνθρωπος: αυτή είναι η περίφημη Ανάσταση Νεκρών. Αυτό μας το έδειξε ο Χριστός μέσω αυτού που γιορτάζουμε σήμερα, της Ανάστασής Του, αφού αυτός έχει δύο φύσεις: την ανθρώπινη που βίωσε τον πραγματικό θάνατο, και τη θεία, που ζωοποιεί και ο Θεός γίνεται η υπόσταση του φυσικού όντος το όποιο έτσι αφθαρτίζεται. 

Η Ανάσταση όλων θα συμβεί – το θέμα είναι αν αυτό θα σημαίνει και μετοχή στο Θεό (αυτό που λέμε Παράδεισο: την υπέρτατη δοτικότητα) ή απλή γνώση του Θεού χωρίς μετοχή, αυτό που λέμε Κόλαση. Και φυσικά τότε δεν είναι ο Θεός αυτός που κολάζει αλλά ο άνθρωπος που διαλέγει αυτή την υπέρτατη φιλαυτία. Αυτά, τώρα, δεν είναι ιδεολογήματα. Την πληρότητα της Χάριτος ο πιστός την κατακτά βλέποντας την ομορφιά, τη βεβαιότητα πέραν του θανάτου. Διότι ο χριστιανισμός πέραν από ιερός υλισμός είναι ένας εμπειρισμός…
Ορθόδοξη Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αποκαλείται το σύνολο των αυτοκέφαλων και αυτόνομων χριστιανικών Εκκλησιών που διοικούνται κατά συλλογικό τρόπο από Συνόδους, έχουν αποδεχτεί το περιεχόμενο των αποφάσεων των επτά πρώτων Οικουμενικών Συνόδων και παραμένουν σε πλήρη κοινωνία μεταξύ τους. Ως αφετηρία τους αξιώνουν τον Ιησού Χριστό και τους Αποστόλους του, μέσω της συνεχούς αποστολικής διαδοχής.

Σήμερα ο συνολικός αριθμός των ορθοδόξων υπολογίζεται περίπου σε 300 εκατομμύρια χριστιανούς. Οι όροι ορθόδοξος – ορθοδοξία έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά, στον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο, προκειμένου να υποδείξουν τις κοινότητες, ή τα άτομα, που διατήρησαν την αληθινή πίστη, σε αντιδιαστολή με εκείνους που κηρύχτηκαν αιρετικοί. 
«Ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα, ολόκληρος – ψυχή τε και σώματι». 

 

* Ο  π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι καθηγητή στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης.

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Εψιλον, Κυριακή 19 Απριλίου 2009,   ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΑΒΑΖΗ (marilena@cavasi.com)| ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΡΕΖΙΑΣ, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=36193

Βαστίλλη…

Βαστίλλη…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Πολλές απ’ τις ευαγγελικές περικοπές αρχίζουν, συνήθως, με τη φράση: «τω καιρώ εκείνω»… Και ίσως κάποιοι από μας, που ακούμε τα περιστατικά του καιρού εκείνου, ενδόμυχα, να λέμε: Κι εμάς, σήμερα, τι μας ενδιαφέρει το τι έγινε «τω καιρώ εκείνω»; Κι όμως η πραγματικότητα φωνάζει πως κάποια πρόσωπα και περιστατικά προσφέρονται και με το παραπάνω μάλιστα για σύγκριση με πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής μας…

Κι ας πάρουμε για παράδειγμα τον δαιμονισμένο κωφάλαλο του Ευαγγελίου της 4ης Κυριακής της Μεγάλης Σαρακοστής (Κατά Μάρκον, Θ. 17-31). Που το δαιμόνιο του στέρησε την ακοή και την ομιλία. Κι όμως…

Όσο αξιολύπητος και να ήταν, βρισκόταν, εντούτοις, σε πλεονεκτικότερη θέση από εμάς, τους πολίτες του 21ου αιώνα. Γιατί το δαιμόνιο του στέρησε την ικανότητα της ομιλίας, αλλά παράλληλα και την ικανότητα της ακοής.

Ενώ εμείς είμαστε καταδικασμένοι, απ’ την παγκόσμια διαβολοκυβέρνηση να βλέπουμε και ν’ ακούμε, τα φοβερά, που διαδραματίζονται και διεκτραγωδούνται γύρω μας, χωρίς όμως έχουμε το δικαίωμα να εκφράζουμε τη σκέψη μας και τα συναισθήματά μας.

Και το χειρότερο είναι το ότι η άκρως φασιστική και αφύσικη αυτή κατάσταση παγιώνεται και ως καθεστώς θεσμικό και νομικό:

Κακουργούν, για παράδειγμα, κάποιοι σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης. Και σου μοστράρουν την κακουργία τους με όλη την ένταση και σε όλη την έκταση των αργυρώνητων ΜΜΕ. Κι όμως εμείς δεν δικαιούμαστε να βγάλουμε ούτε άχνα από το στόμα μας….

Γιατί οι αξιότιμοι αυτοί κακούργοι, έχουν υπαγορεύσει, όπως φαίνεται, σε κυβερνήσεις ανδρεικέλων νόμους-φίμωτρα.

Που σημαίνει ότι τη δική τους αδυσώπητη και ακατάσχετη μισανθρωπία, σε βάρος των λαών της Γης, πρέπει να τη δεχόμαστε και να τη δοξολογούμε ως ευλογία Θεού.

Γιατί διαφορετικά μπορούν την έκφραση τη δικής μας δίκαιης δυσφορίας και της ιερής μας αγανάκτησης, να τη βαφτίζουν ρατσισμό εχθροπάθεια ή, όπως αλλιώς τους καπνίσει. Και, φυσικά, εν ονόματι των ρατσιστικών σε βάρος των λαών, χαλκευμένων νόμων τους, μπορούν να επιβάλλουν πρόστιμα και φυλακίσεις….

Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις κάποιων αρμοδίων. Που βρίσκονται σε δυσαρμονία με το γράμμα, αλλά κυρίως με το υφέρπον πνεύμα των νόμων αυτών…

Άλλο παράδειγμα:

Κάποια ακριβοπληρωμένα – απ’ τους διεθνείς και ντόπιους λήσταρχους – φερέφωνα λούζουν και χτενίζουν, με το ΑΠΛΥΤΟ φως τους, τους εργοδότες τους και τα κακουργήματά τους.

Και βέβαια ο λαός δεν έχει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί και να φωνάξει, για την κατάφωρη διαστροφή της αλήθειας και την κακοποίηση της πραγματικότητας.
Γιατί, έτσι και το κάμει, οι ανάγωγοι αυτοί τραβάνε σε όποιον μιλήσει μερικές αγωγές. Και του ζητούνε – στη φτήνια – κάποια εκατομμυριάκια. Που ασφαλώς τα διαθέτουν οι λήσταρχοι εργοδότες τους. Αλλά που, βέβαια, δεν τα διαθέτουν εναγόμενοι…

Και σε μεγάλη συνάφεια με τα παραπάνω βρίσκεται και ο διαβόητος νόμος «περί προσωπικών…λερωμένων». Σύμφωνα με τον οποίο ο κάθε εγχώριος ή διεθνής αλήτης μπορεί να μεθοδεύει την οποιαδήποτε βρωμιά, σε βάρος της πατρίδας σου, της θρησκείας σου ή και του εαυτού σου. Αλλά εσύ δεν έχεις το δικαίωμα να μιλήσεις για τα έργα και τις ημέρες και την ταυτότητά του.

Και πιο πέρα, ας μη λησμονούμε τα νομοθετικά «αριστουργήματα» των, κατεξοχήν, διαβόητων, περί ασυλίας βουλευτών και περί…ανευθυνότητας υπουργών, νόμων. Που κάποιοι με παχυδερμία ρινόκερων και αδιαντροπιά πιθήκων θεσμοθέτησαν. Έτσι ώστε να μπορεί η συμμορία τους εν ονόματι της ασυλίας να δίνει ρεσιτάλ ληστρικής αλητείας…

Και μ’ όλα τούτα και πάμπολλες άλλες αδιαφανείς και αφανείς μεθοδεύσεις υψώνουν – για να θυμηθούμε και τον Καβάφη – γύρω μας αδυσώπητα τείχη. Με τα οποία μεταβάλλουν ολόκληρες χώρες σε απέραντες Βαστίλες. Για να περιφρουρούν τη δική τους ασυδοσία και προδοσία και να επιβάλλουν στους λαούς το καθεστώς της αλαλίας.

Κι ύστερα απ’ όλα αυτά περιμένουν κάποιοι αιθεροβάμονες να μας βγάλουν απ’ το βάραθρο της οικονομικής χρεοκοπίας οι ολοσχερώς πολιτικά χρεοκοπήσαντες. Που έχουν, ωστόσο το απύθμενο θράσος να μιλούν για δημοκρατία και δικαιοσύνη.

Όταν τις ερπύστριες των τανκς τις αντικατέστησαν με τις ερπύστριες των φασιστικών και ληστρικών νόμων. Με τους οποίους κατεδάφισαν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των λαών…

Όπως προβλέπει το καθεστώς της παγκόσμιας διαβολοκυβέρνησης. Της οποίας οι αρχισυνάγωγοι προηγούνται, σε δαιμονική εφευρετικότητα, παρασάγγες ακόμη κι απ’ τον ίδιο το Διάβολο….


παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 31-03-2011

Τι αποφάσισε η Σύνοδος Κορυφής και τι …

Τι αποφάσισε η Σύνοδος Κορυφής και τι πρόκειται να γίνει

 

του Νίκου Στεριανού


 

Κορυφαίο γεγονός των τελευταίων ημερών- όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο- υπήρξε η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 24 και 25 του Μαρτίου. Η Σύνοδος αυτή έγινε κάτω από το βάρος της πολιτικής κρίσης στην Πορτογαλία και της αυξημένης πίεσης των αγορών στις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου. 

Συγκεκριμένα, την περασμένη Πέμπτη (24/3), μια μέρα μετά την πτώση της Κυβέρνησης Σόκρατες, οι διεθνείς οίκοι FITCH και  STANDARD & POOR’S υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της Πορτογαλίας ενώ η MOODY’S INVESTOR SERVICE προχώρησε σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας 30 ισπανικών τραπεζών. Την ίδια ώρα τα spreads των ομολόγων αυτών των χωρών και της Ελλάδας έπαιρναν και πάλι την ανιούσα.

 

Μια μέρα πριν, την Τετάρτη 23/3 ο γνωστός επενδυτής Τζ. Σόρος δημοσίευε στην βελγική οικονομική εφημερίδα Λ’ ΕΚΟ ένα άρθρο που έφερε τον τίτλο «Διχασμένη ξανά η Ευρώπη;». Στο άρθρο αυτό ο Τζ. Σόρος ούτε λίγο ούτε πολύ ομολογεί πως η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγκαλιάζει το σύνολο της οικονομικής και πολιτικής της ζωής, είναι δηλαδή καθολική και συνεπώς καθόλου εύκολη στην αντιμετώπισή της.

«Η κρίση του ευρώ, όπως αποκαλείται- λέει ο Σόρος-, αντιμετωπίζεται ως αμιγώς συναλλαγματική κρίση, ενώ ταυτόχρονα είναι δημοσιονομική ή ακόμη και τραπεζική κρίση… Η αλήθεια είναι πως η κρίση που ταλανίζει την Ευρώπη δεν είναι μόνο οικονομική και χρηματοοικονομική αλλά, κατά συνέπεια, και πολιτική». Και προσθέτει: «Ουσιαστικά, η λύση που σκοπεύει να εφαρμόσει η Ευρώπη υπαγορεύεται από τη Γερμανία, η οποία διαθέτει τα δημόσια πιστωτικά κεφάλαια που απαιτούνται για κάθε λύση. Η προσπάθεια της Γαλλίας να επηρεάσει το αποτέλεσμα προσέκρουσε τελικά στην εξάρτησή της από τη στενή συμμαχία που διατηρεί με τη Γερμανία για εξασφάλιση της κορυφαίας αξιολόγησης (AAA) για το χρέος της». Σύμφωνα με τον Σόρος «όταν τέθηκε σε ισχύ το ευρώ, εκτιμάτο ότι θα φέρει σύγκλιση μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών. Αντί για σύγκλιση, όμως, έφερε απόκλιση», ενώ στην παρούσα φάση «η Γερμανία διασώζει τα υπερχρεωμένα κράτη με σκοπό να προστατέψει το δικό της τραπεζικό σύστημα». Η κατάληξη της Γερμανικής συνταγής, κατά τον αμερικανό επενδυτή, δεν θα είναι καθόλου ευχάριστη για τα αδύναμα ευρωπαϊκά κράτη. «Αυτό που θα βιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση- αναφέρει ο Σόρος- θα είναι ακόμη χειρότερο από μία ‘‘χαμένη δεκαετία’’: θα βιώσει μια χρονική απόκλιση, καθώς οι πλεονασματικές χώρες θα προχωρούν δυναμικά μπροστά, ενώ οι ελλειμματικές χώρες θα μένουν πίσω εξαιτίας της υπέρογκης δανειακής τους επιβάρυνσης… Οι κανονισμοί που θα τεθούν σε ισχύ στα τέλη Μαρτίου, οι οποίοι αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της Ευρώπης δύο ταχυτήτων, θα προκαλέσουν αίσθημα αγανάκτησης, το οποίο διακυβεύει την πολιτική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Η προοπτική της Ευρώπης δύο ταχυτήτων θα υπονομεύσει την πολιτική συνοχή της Ευρώπης – και μαζί με αυτή την ικανότητά της να ενεργεί με ομοφωνία όταν χρειάζεται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, παράλληλα με την εφαρμογή του μηχανισμού επίλυσης κρίσεων της ΕΕ, θα πρέπει να αναγνωριστεί και η ανάγκη για ένα επόμενο βήμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Διαφορετικά, τα ελλειμματικά κράτη δεν θα έχουν λόγο να ελπίζουν, θεωρώντας ότι ακόμη και εάν προσπαθήσουν σκληρά δεν θα καταφέρουν να βγουν μια μέρα από τη δύσκολη θέση».

Στην πραγματικότητα, αυτό που λέει ο Σόρος είναι πως οι ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιούν την Ένωση για να ξεπεράσουν την κρίση τους σε βάρος των πιο αδύναμων χωρών. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή ιδιομορφία στην παρούσα κατάσταση, την οποία ο Σόρος αντιμετωπίζει αποσπασματικά χωρίς να την εντάσσει στην παγκόσμια διάστασή της, όπως άλλωστε θα όφειλε, αφού η κρίση δεν είναι μόνο ευρωπαϊκή. Κυρίως είναι παγκόσμια. Παρόλα αυτά έχει δίκιο. Πάντα οι ισχυροί του κόσμου φόρτωναν την κρίση τους στις πλάτες των λιγότερων ισχυρών και των εντελώς ανίσχυρων, τους οποίος και καταλήστευαν. Οι κίνδυνοι που εμπεριέχει μια τέτοια πρακτική δεν είναι καθόλου αμελητέοι. Όμως άλλη λύση, σε καταστάσεις κρίσεων, ο καπιταλισμός δεν έχει αναδείξει πλην της περίπτωσης εκείνης που λαοί παίρνουν την τύχη τους στα χέρια τους. Ας δούμε όμως τι μας λέει για όλα αυτά η τελευταία Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. και οι αποφάσεις που λήφθησαν.

Η Σύνοδος Κορυφής και η Κρίση: Αποφάσεις υπό αναβολή…

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 24 και 25 Μαρτίου επικύρωσε τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης (11 Μαρτίου) για τη δημιουργία του μόνιμου Ευρωπαϊκού ΜηχανισμούΣταθερότητας (ESM) και την τροποποίηση του προσωρινού Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Επικύρωσε επίσης το «Σύμφωνο για το Ευρώ» στο οποίο προσχώρησαν και έξι κράτη- μέλη εκτός Ευρωζώνης (Πολωνία, Δανία, Λεττονία, Λιθουανία, Ρουμανία και Βουλγαρία).  Επίσης, υιοθετήθηκε η αναθεώρηση του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ) και η τροποποίηση της συνθήκης της Λισσαβόνας ώστε να προβλέπεται σ’ αυτήν η δημιουργία του μόνιμου μηχανισμού σταθερότητας (ESM) από το 2013. Στη συνέχεια, μέχρι τον Ιούνιο, τα εθνικά Κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να υπερψηφίσουν την αναθεώρηση της συνθήκης της Λισσαβόνας και να εγκρίνουν την τροποποίηση του προσωρινού Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) που στο πλαίσιο αυτό, μέχρι τότε – και εφόσον εγκριθεί η τροποποίηση -, θα αυξήσει τα κεφάλαια που θα διαθέτει, από τα 250 δισ. ευρώ που είναι σήμερα, στα 440 δισ. ευρώ.  Για τον μόνιμο μηχανισμό σταθερότητας (ESM), μετά από αίτημα της Γερμανίας, αποφασίστηκε το κεφάλαιο του – που το 2013 θα ανέρχεται στα 700 δισ. ευρώ – να καταβληθεί σε πέντε ετήσιες δόσεις.

Όλα αυτά στην πραγματικότητα υποδηλώνουν πως μέχρι τις αρχές του Καλοκαιριού τα πάντα είναι ρευστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Γιάννης Πρετεντέρης το απέδωσε αυτό με απόλυτη σαφήνεια στο άρθρο του στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ αν και το όλο θέμα της Συνόδου πέρασε υποτονικά στον Τύπο. «Να το πούμε- γράφει- με απλά λόγια: το πολυτραγουδισμένο ‘‘Σύμφωνο για το Ευρώ’’ και οι πρόσφατες ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το χρέος αναβλήθηκαν ως τον Ιούνιο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρούνται εξασφαλισμένες. Υπάρχουν χώρες που αντιδρούν και Κοινοβούλια που πρέπει να πειστούν. Όπως υπάρχουν και εθνικές εκλογές που θα μεσολαβήσουν – στη Φινλανδία, ενδεχομένως στην Πορτογαλία και βλέπουμε… Έτσι, ο Μάρτιος έγινε Ιούνιος. Ακόμη και αν ξεπεραστούν τελικά οι δυσκολίες, αυτή τη στιγμή η υπόθεση είναι λιγότερο στο τσεπάκι και περισσότερο στον αέρα, με ό,τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοια καθυστέρηση. Εν τω μεταξύ η Πορτογαλία χτυπάει την πόρτα του μηχανισμού στήριξης. Ενώ τα spreads του ελληνικού χρέους που είχαν καμφθεί μετά τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου επέστρεψαν στα προηγούμενα επίπεδα».

…και μέτρα σε βάρος των ασθενέστερων

Αναμφιβόλως τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τελική κατάληξη στις προαναφερόμενες αποφάσεις θα είναι το ναυάγιο. Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυροί της Ευρώπης έχουν ουσιαστικά καταλήξει και έχουν επιβάλλει ό,τι ακριβώς τους χρειάζεται στην παρούσα φάση για τον πλήρη έλεγχο πάνω στις οικονομίες των ασθενέστερων χωρών, τις οποίες και θα απομυζήσουν ως το μεδούλι. Το Σύμφωνο για το ευρώ, για παράδειγμα, στο οποίο προσχώρησαν – όπως προαναφέραμε – και άλλες έξι χώρες εκτός ευρώ, προβλέπει την παραχώρηση αποκλειστικά εθνικών προνομίων για χάραξη και εφαρμογή κοινής πολιτικής στους τομείς μισθών, συντάξεων και απασχόλησης. Επίσης προβλέπει τη νομοθετική υιοθέτηση ανωτάτων ορίων για έλλειμμα, το χρέος και τις δαπάνες. Τα κράτη- μέλη θα καθορίζουν τα ίδια τις δεσμεύσεις που θα αναλαμβάνουν κάθε χρόνο, ενώ οι εφαρμογή των συμφωνηθέντων θα εξετάζεται κάθε Μάρτιο από τους αρχηγούς κρατών της Ευρωζώνης με βάση έκθεση της Κομισιόν.

Επίσης το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), στο πλαίσιο της Ε.Ε. αναθεωρείται σημαντικά και πλέον περιλαμβάνει αυστηρότερες κυρώσεις, οι οποίες θα επιβάλλονται ακόμη και προληπτικά, ενώ ιδιαίτερο βάρος θα δίνεται στο δημόσιο χρέος, το υπερβολικό τμήμα του οποίου (άνω του 60% του ΑΕΠ) θα πρέπει να μειώνεται κατά 1/20 κάθε χρόνο. Η σημαντικότερη καινοτομία του ΣΣΑ είναι ότι για πρώτη φορά θα ελέγχεται η μακροοικονομική κατάσταση των κρατών- μελών και θα είναι υποχρεωτική η λήψη μέτρων για τη διόρθωση ανισορροπιών όπως η απώλεια ανταγωνιστικότητας. Μπορεί τα κράτη – μέλη να μην δέχτηκαν την επιβολή αυτόματων κυρώσεων όταν παραβιάζουν το ΣΣΑ, αλλά αυτό πολύ λίγη σημασία έχει επί του παρόντος.

Τέλος, οι προβλέψεις για τον μόνιμο μηχανισμό σταθερότητας (ESM) είναι πολύ επώδυνες για τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας ή αλλιώς για την δεύτερη ταχύτητα κρατών της Ε.Ε. Αν διαπιστώνεται ότι ένα κράτος – μέλος έχει χρέος που δεν είναι βιώσιμο μετά την εφαρμογή προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, θα απαιτείται η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα προκειμένου να δοθούν δάνεια. Τα δάνεια των ιδιωτών πιστωτών θα θεωρούνται, εξ ορισμού, μειωμένης εξασφάλισης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, «τα δύο αυτά στοιχεία (σ.σ. εμπλοκή ιδιωτών- δάνεια μειωμένης εξασφάλισης) πρόκειται να αυξήσουν το κόστος δανεισμού για την ευρωπαϊκή περιφέρεια, ενώ το προσεχές διάστημα θα πρέπει να αναμένεται υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητάς τους». Με άλλα λόγια το γδάρσιμο των λαών των υπερχρεωμένων χωρών που δεν μπορούν να διαχειριστούν το χρέος τους δεν πρόκειται να έχει όρια ή όπως ηπιότερα το έγραψε ο Σόρος «τα ελλειμματικά κράτη δεν θα έχουν λόγο να ελπίζουν, θεωρώντας ότι ακόμη και εάν προσπαθήσουν σκληρά δεν θα καταφέρουν να βγουν μια μέρα από τη δύσκολη θέση».

 Εδώ ακριβώς είναι που περνάμε στην υπόθεση της Ελλάδας. Ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε ικανοποιημένος από τις αποφάσεις της Συνόδου της 24ης και 25ης Μαρτίου, προφανώς γιατί επιβεβαιώθηκαν οι αποφάσεις της 11ης Μαρτίου στο σκέλος που αφορούσαν αποκλειστικά τη χώρα μας. Όπως, όμως γράψαμε στο προηγούμενο σημείωμα μας, εκείνες οι αποφάσεις αφορούσαν αποκλειστικά την εξασφάλιση των συμφερόντων των δανειστών μας οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να τις αλλάξουν. Γι’ αυτό χάρηκε ο πρωθυπουργός;

Όποιος αντέξει – Η ελληνική περίπτωση

Όπως και να ‘χει, από τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση προσέδεσε τη χώρα στο άρμα των ισχυρών της Ευρώπης και δέχτηκε να πάει όπου την πάνε, έξοδος από το τούνελ δεν υπάρχει. Θα μας ξεζουμίσουν μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Γι’ αυτό και τα δύσκολα- τα περισσότερο δύσκολα- τώρα θα κάνουν την εμφάνισή τους κι όποιος αντέξει. Για να δώσουμε μια εικόνα της πραγματικότητας που έχουμε μπροστά μας προτιμήσαμε να αφήσουμε αυτή η εικόνα να ξετυλιχθεί όπως ακριβώς περιγράφεται στο ρεπορτάζ του Σωτήρη Νίκα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ.

Διαβάζουμε: «Ανεξαρτήτως των αποφάσεων της Συνόδου, η Ελλάδα, έχοντας την υποχρέωση να βρει κεφάλαια άνω των 290 δισ. ευρώ έως το 2015, για να καλύψει τις ανάγκες της, ανέλαβε και μία σειρά από δεσμεύσεις – σε όλα τα επίπεδα – για να επαναφέρει τα δημόσια οικονομικά της σε βιώσιμη τροχιά. Υπολογίζεται ότι οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του ελληνικού χρέους ανέρχονται στα 231,1 δισ. ευρώ έως το 2015. Εάν σε αυτό το ποσό προστεθούν και τα ελλείμματα που θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν, καθώς και διάφορες άλλες ανάγκες, τότε το συνολικό ποσό φτάνει στα 293,6 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας έως το 2015 ανέρχονται στο 127% του ΑΕΠ. Γεγονός το οποίο δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για την ελληνική οικονομία, παρά τις όποιες διευκολύνσεις έχουν ήδη παρασχεθεί από την Ευρώπη και αναμένεται να παρασχεθούν και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)… Για τον ίδιο λόγο είναι πολύ σημαντική και η απόφαση της Ευρώπης να δώσει τη δυνατότητα στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης (EFSF) να αγοράζει κρατικά ομόλογα απευθείας από τις χώρες της Ευρωζώνης που τα εκδίδουν. Για να γίνει, όμως, αυτό πράξη η Ελλάδα έχει αναλάβει μία σειρά υποχρεώσεων που θα πρέπει να φέρει εις πέρας έως το 2015. Οι δεσμεύσεις αυτές έχουν να κάνουν με την προώθηση νέων μέτρων που θα μειώσουν το έλλειμμα και την υλοποίηση γενναίων αποκρατικοποιήσεων (κυρίως η αξιοποίηση των ακινήτων) που θα μειώσουν το χρέος. Και όλα αυτά έως το 2015… Αυτήν την εβδομάδα αναμένεται να οριστικοποιηθούν τα μέτρα ύψους 22 δισ. ευρώ που θα περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο Στρατηγικής (ΜΔΠΣ) 2012- 2015 για να μειωθεί το έλλειμμα στο 1% του ΑΕΠ το 2015. Πριν, όμως, ληφθούν τα μέτρα αυτά, η κυβέρνηση θα πρέπει να βρει και 1,8 δισ. ευρώ για φέτος, ώστε να επιτύχει τον στόχο μείωσης του ελλείμματος στα 17 δισ. ευρώ το 2011… Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να περιοριστεί δραστικά το Δημόσιο. Αυτό σημαίνει νέες μειώσεις σε καταναλωτικές δαπάνες (τηλεπικοινωνίες, επιχορηγήσεις, στεγαστικές δαπάνες κ. λπ.), αλλά και νέες μειώσεις σε μισθούς (μέσω της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου). Το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι θα καταφέρει να επιτύχει τους στόχους, λαμβάνοντας υπόψη ότι θα αποχωρήσουν από το Δημόσιο περίπου 150.000 εργαζόμενοι (μείωση συμβασιούχων, μετατροπή του κανόνα της 1 πρόσληψης για κάθε 5 αποχωρήσεις σε 1 πρόσληψη για κάθε 7 αποχωρήσεις, κλείσιμο φορέων κ. λπ.). Ωστόσο, εάν δεν λειτουργήσει αυτός ο έμμεσος τρόπος μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων, τότε δεν αποκλείεται να ενεργοποιηθεί και ο άμεσος τρόπος που δεν είναι άλλος από τις απολύσεις. Την ώρα που η κυβέρνηση θα πρέπει να μειώνει τον δημόσιο τομέα λαμβάνοντας νέα μέτρα, θα πρέπει να τον μειώνει και μέσω των αποκρατικοποιήσεων. Οι πολιτικές διαφωνίες για την πώληση των μεγάλων ΔΕΚΟ (ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ κ.λπ.) έχουν ουσιαστικά ‘‘παγώσει’’ τις όποιες αποφάσεις γι’ αυτές και τις έχουν μεταθέσει για το 2012 και μετά. Στην παρούσα φάση θα προχωρήσει η αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας. Για το 2011- 2012 αναμένονται έσοδα της τάξης των 6 – 7 δισ. από τις αποκρατικοποιήσεις και άλλα τόσα μέσα στο 2013, ώστε να φτάσουν τα 15 δισ. Εξ αυτών, τα περίπου 10 δισ. θα προέλθουν από τα ακίνητα, ενώ από τα 50 δισ. που θα πρέπει να έρθουν έως το 2015, τα 30 δισ. τουλάχιστον αναμένονται από τα ακίνητα».

Αν όλα τα παραπάνω ακούγονται ανατριχιαστικά, το βέβαιο είναι πως η πραγματικότητα που έρχεται θα ξεπεράσει κάθε υπόθεση και φαντασία. Το ερώτημα, επομένως που τίθεται είναι ποιος θα τα κάνει όλα αυτά; Υπάρχει πολιτική ηγεσία που θα φέρει σε πέρας αυτή την αποστολή; Αυτός είναι ο μόνιμος πονοκέφαλος του ελληνικής καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Και δεν κρύβεται. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ στο κύριο άρθρο της με τίτλο «Έντιμη λύση» ζητεί να ξεκαθαρίσουν τώρα τα πράγματα με την σημερινή κυβέρνηση. «Τώρα που τελείωσε η κρίσιμη Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε.- γράφει-, καλό θα ήταν ο τόπος να αποκτήσει και πάλι κυβέρνηση… Ο κ. Παπανδρέου πρέπει να αποφασίσει αν μπορεί επιτέλους να σχηματίσει μια ολιγομελή, αποφασισμένη κυβέρνηση… Αν βλέπει ότι το φορτίο που έρχεται δεν αντέχεται από το κόμμα του και τον ίδιο, η έντιμη λύση είναι είτε ο σχηματισμός μιας ευρύτερης κυβέρνησης με τη συμμετοχή εξωκοινοβουλευτικών, που μπορούν να χειρισθούν τα δύσκολα που έρχονται, είτε οι εκλογές».

Ο διευθυντής  όμως της εφημερίδας Αλέξης Παπαχελάς στο ίδιο, κυριακάτικο φύλλο με άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Ο κύκλος των χαμένων», πάει ακόμη βαθύτερα, γίνεται περισσότερο αποκαλυπτικός: «Όπως πάνε τα πράγματα – γράφει -, κάποια στιγμή θα χρειασθεί να στοιχηθούμε, ως κοινωνία. Το μέλλον της χώρας για τα επόμενα 4-5 χρόνια θα είναι εξαιρετικά επίπονο και δύσκολο. Δεν υπάρχει καμία ‘‘μαγική λύση’’. Ακόμη κι αν σβήσουμε το σύνολο του χρέους μας, η επόμενη μέρα θα είναι φοβερά δύσκολη, με πολύ περισσότερο κόσμο να ‘‘ματώνει’’ σε σχέση με τα όσα ζούμε σήμερα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιον δρόμο μπορούμε να ακολουθήσουμε για να μην πονέσουμε, γιατί τέτοιος δρόμος απλώς δεν υπάρχει. Το κεντρικό δίλημμα γύρω από το οποίο θα χρειασθεί να πάρουμε όλοι μας θέση είναι αν μας ενδιαφέρει, έπειτα από όλο τον ‘‘πόνο’’ και την προσπάθεια, να εξευρωπαϊσθεί πραγματικά η χώρα ή όχι. Δεν είναι απλό ερώτημα και δεν επιδέχεται μονολεκτικές απαντήσεις… Εδώ είναι και το ‘‘ζουμί’’ της ιστορίας. Πρέπει να αποφασίσουμε, και ενδεχομένως να μην αργήσει η ώρα της απόφασης, τι θέλουμε. Ίσως να μην αντέχουμε να αλλάξουμε τόσο όσο απαιτούν οι περιστάσεις και να επιλέξουμε να είμαστε μια χώρα στην περιφέρεια της Ευρώπης, ενδεχομένως εκτός ευρώ, με χωματερές, ένα τριτοκοσμικό κράτος, διαφθορά και ό,τι άλλο… καλό μας κάνει να διαφέρουμε από την υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν μπορώ να φαντασθώ πώς θα μοιάζει αυτός ο δρόμος. Φαντάζει βολικός για τους βολεμένους, αλλά είναι πραγματικά ο δρόμος προς την κόλαση. Ο άλλος δρόμος έχει και αυτός πόνο, κόπο, αλλά αν τον βαδίσουμε συντεταγμένα και με όραμα, μπορεί να ξετυλίξει την απίστευτη δημιουργικότητα και το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Έλληνα. Χρειάζεται όμως μια ηγεσία, και δεν εννοώ μόνο πολιτική, που θα το πιστέψει, θα το εξηγήσει, δεν θα φοβηθεί και θα τολμήσει… Το κρίμα είναι πως αυτή η κοινωνία έχει δείξει ασύλληπτη ωριμότητα και αντοχή έως τώρα, πράγμα που δείχνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της καταλαβαίνει πως τα πάντα πρέπει να αλλάξουν. Για να γίνει, όμως, αυτό χρειάζεται ένας Καποδίστριας, ένας Ελευθέριος Βενιζέλος ή ένας Κωνσταντίνος Καραμανλής με ένα στρατό αποφασισμένων Tαλιμπάν τεχνοκρατών δίπλα τους. Δεν φαίνονται πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η χώρα πάντοτε στάθηκε τυχερή και βρήκε φωτισμένες, ιστορικές ηγεσίες σε κρίσιμες στιγμές. Καμιά φορά, βέβαια, χρειάστηκε και μια καταστροφή για να τις ανακαλύψει…».

Τι μας ζητάνε; Καταλαβαίνουμε τι μας ζητάνε; Ή για να το πούμε αλλιώς: πόσα περισσότερα πρέπει να πουν και να κάνουν για να γίνει κατανοητό ότι αυτά που σχεδιάζονται έξω από την Ελλάδα και μέσα σ’ αυτήν, αυτά που επιβάλλονται κι αυτά που πρόκειται να επιβληθούν, οδηγούν το λαό και τη χώρα σε θανάσιμο κίνδυνο και στον πλήρη εξανδραποδισμό;.-

 

ΠΗΓΗ: 27 Μαρτίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/47708