Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου Ι

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου – Μέρος Ι

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν στην Ελλάδα με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που την παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από την διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέση της Γερμανίας εντός της ΕΕ.

Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα.

Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνή καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω του μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα με όχημα τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα (μείωση αμοιβών, μεγαλύτερη εργασιακή ευελιξία, αύξηση του ορίου απολύσεων, μείωση των συντάξεων). Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στα ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.


2. Το Γενικότερο Πλαίσιο

 

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια την δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), που μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με εντελώς διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Αντιφάσεις που σχετίζονταν με τα διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά κάθε χώρας, τους άνισους ρυθμούς κεφαλαιακής συσσώρευσης, τις άνισες επιδόσεις στο διεθνή ανταγωνισμό που οδήγησαν όχι μόνο σε αποκλίσεις στους ρυθμούς πληθωρισμού, στην αύξηση του ΑΕΠ και στη διόγκωση του δημόσιου χρέους αλλά, κυρίως, στη διαφορετικότητα της διεθνούς εξειδίκευσης των εθνικών παραγωγικών συστημάτων (de Grauwe 2009).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερων ανταγωνιστικών κεφαλαίων σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων να αυξάνονται. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός, σχηματισμός της ΕΕ επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη δυσχέρανση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβει γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.
Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

 

3. Μύθος 1:Yπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας, η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας

 

Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονται από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μ.ο της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο μο των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.

Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά η πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία διαπιστώνει πως το δικό της χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2% . Η κατάσταση, δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο μο της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α).

Επιπρόσθετα μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις. προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις. ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).

Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα, όμως, είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι πως χώρες πολύ πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία παρουσιάζουν επίσης και υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με τ’ ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάσης, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με τ’ ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό χρέος ενώ η Πορτογαλία δεν έχει υψηλό χρέος και το έλλειμμά της είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην παράγραφο 6 αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η διαπλοκή της με την κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.


4. Μύθος 2: Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί τα τελευταία χρόνια οι έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

 

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα.

Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του μ.ο των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες.

Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στην μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.

Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008. Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να γίνει κατανοητό το γεγονός της μαζικής προσφυγής στον ιδιωτικό δανεισμό. Ένα σημαντικό τμήμα των ελλήνων μη μπορώντας να ικανοποιήσει τις καταναλωτικές του ανάγκες με τον τρόπο της προηγούμενης γενιάς, προσέφυγε στις τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν ο δανεισμός των νοικοκυριών, ύστερα και από την απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης το 2003, να αυξηθεί κατακόρυφα, 28% ετησίως για την περίοδο 2002- 2007. Ως ποσοστό του ΑΕΠ η συνολική δανειακή επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε στο 50% στο τέλος του 2009 από 34,7% στο τέλος του 2005 (Μητράκος- Συμιγιάννης 2009: 7).

Ένας άλλος δείκτης που αποτυπώνει τις κοινωνικές ανισότητες είναι η φορολογία όπου οι έμμεσοι φόροι συνεισφέρουν κατά 66% στα φορολογικά έσοδα, οι μισθωτοί κατά 12%, οι μεγάλες επιχειρήσεις κατά 10%, οι μικρές επιχειρήσεις κατά 4% και οι επαγγελματίες κατά 3% (Κυπριανίδης- Μηλιός 2010: 10) Αλλά και στους πιο «αναλογικούς» άμεσους φόρους η κατάσταση δεν εμφανίζεται δικαιότερη: σε σχέση με τη φορολόγηση του εισοδήματος το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).

Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από της στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο¬λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στην Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε¬στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στην Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στην Δανία 37,1%, στην Πορ¬τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε -25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25. (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009: 93).

Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).

Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων…

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=2057

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΙ

Η ΤΡΑΠΕΖΑ:

Ο τραπεζικός νόμος του Peel, το μέγεθος και η ποσότητα του χρήματος, η σημασία των επιτοκίων, ο κεντρικά κατευθυνόμενος χρηματοπιστωτικός κλάδος, η εξέλιξη του πολέμου, καθώς επίσης ο φόβος μίας «σοβιετικού τύπου» Ευρώπης – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα δύσκολα μπορεί να διαφοροποιηθεί από τον τρόπο που θέλουμε να τα δούμε….Η καπιταλιστική «ανάπτυξη» δεν είναι σύμφυτη στον ίδιο τον καπιταλισμό (ο καπιταλισμός δεν είναι συνώνυμο της ελεύθερης αγοράς). Είναι η δυναμική της κοινωνίας, στα χέρια μίας καπιταλιστικής ελίτ μίας ομάδας δηλαδή, στην οποία ανήκουν οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από τα προσόντα της διάνοιας και της θέλησης άνω του κανονικού. Έτσι η ιστορία – για την ακρίβεια, η ιστορία ως μέσο καταγραφής των αλλαγών και των εξελίξεων – είναι η ιστορία της επίδρασης των ελίτ, επάνω στην αδρανή μάζα της κοινωνίας” (J. Schumpeter).

Μέχρι στιγμής, η παραγωγή του χρήματος είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας των κεντρικών με τις εμπορικές τράπεζες – επίσης ο καθορισμός των επιτοκίων, αφού οι κεντρικές τράπεζες αποφασίζουν μόνο για το εκάστοτε βασικό επιτόκιο.  Πρόκειται λοιπόν για μία κεντρικά κατευθυνόμενη, «κομμουνιστική» διαδικασία, η οποία δεν υπάγεται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς.

Εάν τώρα οι εμπορικές τράπεζες υποχρεώνονταν στην κατά 100% κάλυψη των πιστώσεων προς τους πελάτες τους, εάν δηλαδή απαιτούταν η παροχή εγγυήσεων εκ μέρους τους όχι μόνο για τα μετρητά, αλλά και για τα λογιστικά χρήματα, όπως είχε ζητήσει ο υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού (M.Friedman), τότε οι κεντρικές τράπεζες θα είχαν τον απόλυτο έλεγχο επί των ποσοτήτων (παραγωγής) χρήματος.

Κατ’ επέκταση, όποια χώρα ή όποια ελίτ-ομάδα κατόρθωνε να επιβάλλει στις εμπορικές τράπεζες την παραπάνω υποχρέωση, έχοντας ή αποκτώντας τον έλεγχο της κεντρικής, θα μπορούσε να αναδειχθεί στον απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού – αφού, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο M.A. Rothschild, αυτός που εκδίδει και ελέγχει τα χρήματα ενός κράτους (πόσο μάλλον μίας οικονομικής ζώνης), δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το ποιος ψηφίζει τους νόμους του.

Προφανώς δε, όπως συμπεραίνεται από την «απαίτηση» του M.Friedman, ο απώτερος σκοπός της νεοφιλελεύθερης «σχολής» δεν είναι βέβαια η ελεύθερη αγορά, αλλά η κεντρικά κατευθυνόμενη – όχι όμως από το «λαό», όπως πρεσβεύει ο κομουνισμός, αλλά από μία προνομιακή ελίτ, μέσω της εγκατάστασης μονοπωλιακών δομών σε μία Οικονομία (κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα).     

ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ

 

Σε μία χρηματιστηριακή αγορά, όσο μεγάλη και αν είναι,  οι μετοχές των εταιρειών που διαπραγματεύονται δημόσια, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Τον πρώτο ρόλο διαδραματίζουν στην πραγματικότητα τα χρηματιστηριακά παράγωγα, τα οποία αποτελούν την «κορωνίδα» της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας – με συναλλαγές οι οποίες λαμβάνουν χώρα εκτός των χρηματιστηρίων, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Το συνολικό ποσόν σήμερα των χρηματιστηριακών παραγώγων υπολογίζεται στα 600 τρις $ – ένα μέγεθος δεκαπλάσιο του παγκοσμίου ΑΕΠ. Κανένας άλλος τομέας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό – ενώ τίποτα δεν απειλεί περισσότερο τον κόσμο, από αυτόν τον συγκεκριμένο «κλάδο». Πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει καμία κρατική Αρχή, η οποία να επιβλέπει την τεράστια αγορά των παραγώγων – πολύ περισσότερο να την ελέγχει.

Το μεγαλύτερο «κομμάτι» της «σκιώδους» αυτής αγοράς ευρίσκεται στα χέρια ελάχιστων τραπεζών – οι οποίες αγωνίζονται με κάθε τρόπο για να αποφύγουν τη διαφάνεια ή/και τη δημιουργία συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού, δαπανώντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε «αμυντικά lobbies» (με στόχο να μην επιβληθούν ρυθμιστικοί κανόνες από την Πολιτεία).

Πρόκειται λοιπόν για ένα επόμενο, σκοτεινό τραπεζικό μονοπώλιο, το οποίο δεν λειτουργεί με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, όπως επίσης δεν λειτουργεί και η παραγωγή χρήματος. Στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί εμφανίζονται τα έσοδα ορισμένων μεγάλων τραπεζών, μόνο από τις προμήθειες για τη συμμετοχή τους στις εξαγορές εταιρειών, καθώς επίσης για την εισαγωγή επιχειρήσεων στα χρηματιστήρια:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Προμήθειες των μεγαλύτερων επενδυτικών τραπεζών το 2010

 

ΤΡΑΠΕΖΑ

ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΣΕ ΔΙΣ $

 

 

J.P. Morgan Chase

4,14

Morgan Stanley

3,67

Goldman Sachs

3,60

Bank of America – Merrill Lync

2,91

Deutsche Bank

2,69

UBS

2,62

Credit Suisse

2,56

Πηγή: FTD

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, τέσσερις αμερικανικές τράπεζες, μία γερμανική και δύο ελβετικές κυριαρχούν στην αγορά, η οποία έτσι έχει αποκτήσει μία αρκετά «ολιγοπωλιακή» δομή.  

Συνεχίζοντας, οι συναλλαγές μέσω παραγώγων είναι στην ουσία στοιχήματα, τα οποία αφορούν προβλέψεις, σε σχέση με την μελλοντική εξέλιξη των τιμών των μετοχών, του συναλλάγματος, των πρώτων υλών, των εμπορευμάτων κλπ. Προφανώς δεν προβλέπουν μόνο, αλλά επηρεάζουν ταυτόχρονα τις αγορές, στις οποίες δραστηριοποιούνται.

Παρά το ότι λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 οφειλόταν στα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης, τα παράγωγα ήταν αυτά που τελικά προκάλεσαν τα καταστροφικά αποτελέσματα που βιώσαμε – ενώ αποφύγαμε την κατάρρευση του συστήματος την τελευταία στιγμή, με τη βοήθεια των κρατών και των χρημάτων των πολιτών τους.

Γνωρίζοντας τώρα ότι, μόλις πέντε μεγάλες τράπεζες κυριαρχούν στην τεράστια αυτή αγορά (οι τέσσερις πρώτες αμερικανικές του Πίνακα Ι, καθώς επίσης η HSBC), συμμετέχοντας στο 96% σχεδόν των συναλλαγών που διενεργούνται εκεί, συνειδητοποιούμε ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία ακόμη μορφή τραπεζικού μονοπωλίου, η οποία λειτουργεί εκτός των πλαισίων της ελεύθερης αγοράς.

Τέλος, παρά το ότι η κυβέρνηση των Η.Π.Α. προσπαθεί να επιβάλλει κανόνες στη συγκεκριμένη αγορά, με τη βοήθεια της δημιουργίας μίας «υπηρεσίας» ως ενδιαμέσου διαπραγματευτή (Clearinghouse), ο οποίος θα μπορεί να ελέγχει και να εγγυάται τις συναλλαγές παραγώγων, οι τράπεζες, γνωρίζοντας ότι οι διαφανείς συναλλαγές αποφέρουν ελάχιστα, έχουν τοποθετηθεί εχθρικά απέναντι στις προθέσεις της κυβέρνησης. Έτσι, μη έχοντας τη δυνατότητα να εμποδίσουν τη δημιουργία του συγκεκριμένου οργανισμού, προσπαθούν να τον ιδιωτικοποιήσουν, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του οι ίδιες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όπως διαπιστώνεται, ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αφού πρώτη συνθηκολόγησε η Ελλάδα, χωρίς δυστυχώς να δώσει την παραμικρή μάχη, ενώ πιθανότατα άνοιξε την κερκόπορτα της ζώνης του Ευρώ στο ΔΝΤ, ακολούθησε η Ιρλανδία. Το πρόσφατο, άτυχο κατά την άποψη μας «θύμα», είναι η Πορτογαλία, την οποία μάλλον θα διαδεχθεί σύντομα το Βέλγιο (με κριτήριο τις πρόσφατες δηλώσεις του ΔΝΤ) – αργότερα η Ισπανία, η Ιταλία κλπ.

Όπως κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου ακουγόταν στα ραδιόφωνα η εισβολή της Γερμανίας στην Αυστρία, στην Πολωνία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία κλπ, έτσι και σήμερα ενημερωνόμαστε από τα ΜΜΕ – εν πρώτοις για την «πτώση» των χωρών της Α. Ευρώπης, στην οποία τότε δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία.

Λίγο αργότερα όμως, όταν ακολούθησαν τα κράτη της Ευρωζώνης, παράλληλα με τις ευρύτερες, διεθνείς «συρράξεις» (μέσα στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης), όπως τις βίαιες συναλλαγματικές μάχες, τις εξεγέρσεις των πεινασμένων, την επέλαση της Κίνας κλπ, άλλαξε εντελώς η εικόνα.     

Αντίθετα βέβαια με την εποχή του 2ου παγκοσμίου πολέμου, ο «επιτιθέμενος σήμερα, το Καρτέλ ουσιαστικά, δεν είναι τόσο εμφανής – ευρισκόμενος πολύ καλά κρυμμένος πίσω από τα όπλα μαζικής καταστροφής που διαθέτει: την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, τις εταιρείες αξιολόγησης, τα Hedge Fund, τις επενδυτικές τράπεζες κλπ.

Έχοντας αναλύσει στο παρελθόν όλους αυτούς τους «οργανισμούς», με επί πλέον «κριτήριο» το σύμφωνο ανταγωνιστικότητας που προωθείται σήμερα στην ΕΕ (κεντρικές αποφάσεις για μισθούς, φόρους, συντάξεις κλπ), θεωρούμε ότι αυτό που μάλλον επιδιώκεται τελικά, είναι η εγκατάσταση μίας κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας «σοβιετικού τύπου» στην Ευρώπη, με πρωτεύουσα τη Γερμανία – στην οποία θα ηγούνται οι διεθνείς τράπεζες και το ευρύτερο Καρτέλ.

Εν τούτοις, έχοντας την άποψη ότι, η εξέλιξη δεν είναι ποτέ γραμμική, ενώ ακόμη και οι πλέον σωστά οργανωμένες συνωμοσίες σπάνια επιτυγχάνουν το στόχο τους, θεωρούμε ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει – με την ελπίδα της «αλλαγής πορείας», έστω την τελευταία στιγμή, να παραμένει αμετακίνητη στη θέση της. Η ανοχή έχει τα όρια της, η αδιαμαρτύρητη υποταγή στους κυρίαρχους του σύμπαντος επίσης, ενώ δεν είναι δυνατόν να έχουν αδρανοποιηθεί εντελώς, να έχουν εξουδετερωθεί καλύτερα όλοι οι υγιείς, ανθρώπινοι μηχανισμοί αντίδρασης, αντίστασης και αυτοπροστασίας.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 9. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

                                     

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2326.aspx

Η ΤΡΑΠΕΖΑ Ι

Η ΤΡΑΠΕΖΑ:

Ο τραπεζικός νόμος του Peel, το μέγεθος και η ποσότητα του χρήματος, η σημασία των επιτοκίων, ο κεντρικά κατευθυνόμενος χρηματοπιστωτικός κλάδος, η εξέλιξη του πολέμου, καθώς επίσης ο φόβος μίας «σοβιετικού τύπου» Ευρώπης – Μέρος Ι 

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

“Εάν συνειδητοποιήσουμε ότι, η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά, ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε. Ίσως δε κάποια στιγμή να πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χρήματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» ισοτιμίες”. 

Ο ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ PEEL

 

Ήδη από το 1844, έτος στο οποίο υιοθετήθηκε ο «τραπεζικός νόμος του Peel» στη Μ. Βρετανία (19. Ιουλίου), είχε γίνει διεθνώς αποδεκτό το ότι, η ουσιαστική αιτία πίσω από όλους τους «ανοδικούς και καθοδικούς οικονομικούς κύκλους», ήταν η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση – η αύξηση δηλαδή των πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών, η οποία δεν βασιζόταν στις πραγματικές αποταμιεύσεις των Πολιτών.

Εκείνη την εποχή, στην οποία δεν υπήρχαν ακόμη οι κεντρικές τράπεζες, τα εμπορικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξέδιδαν χρήματα, κυρίως χαρτονομίσματα ή λογιστικές «υποσχετικές», σε ποσότητες οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τα αποθέματα χρυσού που διατηρούσαν στα θησαυροφυλάκια τους. Με στόχο λοιπόν να καταπολεμηθεί αυτή η «διαστρέβλωση», ο νόμος του Peel υποχρέωσε τις τράπεζες να καλύπτουν κατά 100% τα νομίσματα που εξέδιδαν, μέσω των καταθέσεων τους (εγγυήσεις) – γεγονός που συμφωνούσε με τις βασικές αρχές του Ρωμαϊκού Δικαίου, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η πλαστογραφία, η χωρίς αντίκρισμα δηλαδή «έκδοση» χρημάτων.

Εν τούτοις, ο τραπεζικός νόμος του Peel περιορίσθηκε στα «τραπεζογραμμάτια» (μετρητά), χωρίς να λάβει υπ’ όψιν του τα λογιστικά χρήματα – τις «υποσχετικές» δηλαδή μελλοντικών πληρωμών (δάνεια, καταθέσεις κλπ), οι οποίες συνέχισαν να μην έχουν πραγματικό αντίκρισμα. Το αποτέλεσμα του νόμου ήταν δυστυχώς να μεταφέρουν οι τράπεζες το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών τους, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα – για τα οποία η υποχρέωση κάλυψης τους (fractional reserve) ήταν και είναι ελάχιστη (άρθρο μας). 

Έτσι λοιπόν συνεχίσθηκε η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση, η παραγωγή δηλαδή ακάλυπτων χρημάτων από τις τράπεζες, καθώς επίσης οι «ανοδικοί και καθοδικοί οικονομικοί κύκλοι» – αφού ο νόμος του Peel απλά «μετέβαλλε» τον τρόπο των συναλλαγών, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα. Η αποτυχία του συγκεκριμένου νόμου, ο οποίος θεσπίσθηκε με στόχο την ριζική αντιμετώπιση της τότε οικονομικής κρίσης (1844), χωρίς ποτέ να επιδιωχθεί η διόρθωση του, είχε σαν αποτέλεσμα να συνεχίζονται έκτοτε οι οικονομικές κρίσεις (φούσκες, υφέσεις, διασώσεις τραπεζών κλπ) στον πλανήτη – γεγονός που συμβαίνει μέχρι σήμερα.

Αργότερα ιδρύθηκαν οι κεντρικές τράπεζες (πρώτη η Fed το 1913), οι οποίες λειτούργησαν ως το τελευταίο καταφύγιο, ως οι «πιστωτές ανάγκης» δηλαδή των εμπορικών τραπεζών (lender of last resort), έχοντας σαν  βασικό αντικείμενο τη διάσωση τους – με τη βοήθεια της παροχής ρευστότητας σε περιόδους κρίσεων (κάτι ανάλογο ουσιαστικά με το ΔΝΤ, όσον αφορά τη «διάσωση» κρατών).

Οι δραστηριότητες δε των κεντρικών τραπεζών επεκτάθηκαν και στη διάσωση του δημοσίου τομέα τους, κρίνοντας τουλάχιστον από το ότι, στις 17. Νοεμβρίου του 2004, ο λογαριασμός (λογιστική εγγραφή) «US Treasury» της Fed αντιστοιχούσε στο 89,3% του συνολικού ενεργητικού του συστήματος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι, τα συνολικά «κεντρικά χρήματα» των Η.Π.Α., στα οποία συμπεριλαμβάνονται επίσης τα μετρητά που ευρίσκονται στην κυκλοφορία, είναι καλυμμένα σχεδόν εξ ολοκλήρου από το δημόσιο χρέος της υπερδύναμης (!) 

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η κεντρική τράπεζα μίας χώρας είναι υπεύθυνη για την προμήθεια του τραπεζικού συστήματος με «κεντρικά» και μετρητά χρήματα – όπου τα «κεντρικά χρήματα» δημιουργούνται αφενός με την έγκριση δανείων προς τις εμπορικές τράπεζες (έναντι εγγυήσεων), αφετέρου δε με την αγορά συναλλάγματος, πολύτιμων μετάλλων, αξιόγραφων ή άλλων στοιχείων του ενεργητικού, από τις εμπορικές τράπεζες ή τα χρηματιστήρια. Όταν όμως απαιτείται επί πλέον ρευστότητα (τύπωμα χρημάτων) από το σύστημα, όπως συμβαίνει σήμερα (quantitative easing), τότε οι εμπορικές τράπεζες λαμβάνουν χρήματα από την κεντρική, απλά και μόνο με την λογιστική εγγραφή τους στο λογαριασμό που διατηρούν στην κεντρική.      

Συνεχίζοντας, «ο ιστός της αράχνης» ολοκληρώθηκε αργότερα (1930), όταν ιδρύθηκε η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) – στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετέχουν κεντρικές τράπεζες και κάποιοι «ανώνυμοι» ιδιώτες, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διάσωση των κεντρικών τραπεζών, σε περίπτωση ανάγκης. Στο τέλος, καταργήθηκε ο κανόνας του χρυσού (1971), με αποτέλεσμα να «εγκατασταθούν», να λειτουργούν δηλαδή διεθνώς «πλαστά» χρηματοπιστωτικά συστήματα – αφού δεν στηρίζονται σε πραγματικά χρήματα.

Πρόσφατα δε οι τράπεζες, με πιθανό στόχο την πλήρη «εξαέρωση» όλων των υποχρεώσεων τους, την παροχή εγγυήσεων δηλαδή για τα νομίσματα που εκδίδουν, επιδιώκουν να καταργήσουν εντελώς τα μετρητά χρήματα – όπως τουλάχιστον συμπεραίνεται ελεύθερα από την («πιλοτικά» στην Ελλάδα) απαίτηση της αποκρατικοποιημένης Πολιτείας να μην επιτρέπει πλέον συναλλαγές μετρητοίς, άνω των 3.000 €, δήθεν για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

 

Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

 

Όπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρεία, «Στα πλαίσια της διαδικασίας παραγωγής και ανταλλαγής αγαθών, τα χρήματα οφείλουν να φροντίζουν για την πληρωμή των αγαθών, για τις τιμές τους  (προσδιορισμός της αξίας τους), καθώς επίσης για τη διαχρονική διατήρηση της αξίας των αγαθών, των προϊόντων και των υπηρεσιών δηλαδή, σε χρήμα». Για να μπορούν όμως τα πάσης φύσεως χρήματα να ανταποκρίνονται στις λειτουργίες τους, ο υπεύθυνος για την «παραγωγή» τους θα πρέπει να εξασφαλίζει τις παρακάτω προϋποθέσεις:      

(α)  Να είναι το χρήμα υποχρεωτικά αποδεκτό από όλους όσους συναλλάσσονται μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας χρήματα με προϊόντα και υπηρεσίες

(β)  Να υπάρχει μία διαχρονικά σταθερή αγοραστική αξία του χρήματος, έτσι ώστε να μπορεί, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιηθεί αποταμιευτικά.

(γ) Να υφίσταται ένας υπεύθυνος, ο οποίος να εγγυάται απόλυτα για τα χρήματα που διακινούνται στην εκάστοτε αγορά.  

Αυτός τώρα που εξασφαλίζει τις παραπάνω προϋποθέσεις, «ο παραγωγός του χρήματος» δηλαδή στις σύγχρονες Οικονομίες, δεν είναι άλλος από το κράτος – δια μέσου της Κεντρικής Τράπεζας του η οποία, σε συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες, φροντίζει να «τυπώνει» το απαραίτητο χρήμα, καθώς επίσης να εγγυάται για τη σωστή λειτουργία του.

Το συνολικό «μέγεθος» τώρα του χρήματος που κυκλοφορεί σε μία Οικονομία, είναι το γινόμενο (πολλαπλασιασμός) της ποσότητας του χρήματος που υπάρχει, επί την ταχύτητα της ημερήσιας κυκλοφορίας του – η οποία συνήθως θεωρείται σταθερή. Εάν δηλαδή έχουμε 100 €, τα οποία διακινούνται πέντε φορές την ημέρα, τότε το μέγεθος του χρήματος είναι 100Χ5 = 500 €.

Περαιτέρω, η «αγοραστική αξία» του χρήματος υπολογίζεται πάντοτε από τη ποσότητα των διαθεσίμων αγαθών, σε σχέση με το συνολικό «μέγεθος» του χρήματος που κυκλοφορεί (ποσότητα επί ταχύτητα).

Για παράδειγμα, εάν σε μία οικονομία η αγοραστική αξία του χρήματος παραμένει διαχρονικά σταθερή, τότε το ποσοστό αύξησης της παραγωγής χρήματος επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του, συμβαδίζει με το ποσοστό αύξησης της παραγωγής αγαθών. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, έχουμε τόσα χρήματα στην αγορά, όσα και προϊόντα (ΑΕΠ).  

Εάν όμως διαπιστωθεί ότι, η μέση ετήσια αγοραστική αξία του χρήματος μειώνεται, τότε αυτό σημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη οικονομία η μέση ετήσια παραγωγή η/και η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνεται γρηγορότερα, από ότι αυξάνει η μέση ετήσια παραγωγή αγαθών (πληθωρισμός). Είναι δυνατόν όμως να αυξάνεται η ποσότητα χρήματος από την κεντρική τράπεζα μίας χώρας, χωρίς να χάνει το χρήμα την αγοραστική αξία του βραχυπρόθεσμα, χωρίς να επακολουθεί πληθωρισμός δηλαδή, εάν μειώνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του από τους Πολίτες – οι οποίοι «κινούν βραδύτερα» τα χρήματα που έχουν στη διάθεση τους, διαθέτοντας τα όχι τόσο συχνά στην κατανάλωση (όπως μάλλον συμβαίνει σήμερα στις Η.Π.Α.).  

Ολοκληρώνοντας, από την παραπάνω μικρή περιγραφή τεκμηριώνεται ότι, η «διαχείριση» των ποσοτήτων του χρήματος σε μία Οικονομία είναι αποκλειστικό, «μονοπωλιακό» δηλαδή προνόμιο των τραπεζών – επομένως είναι μία ουσιαστικά κεντρικά κατευθυνόμενη διαδικασία, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάγεται στις αρχές της ελεύθερης αλλά της κεντρικά κατευθυνόμενης αγοράς (κομμουνισμός).

 

ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

 

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα σημερινά χρήματα είναι στην πραγματικότητα «ακάλυπτα» – αφού δημιουργούνται «μονοπωλιακά» από τις τράπεζες και την πίστωση (άρθρο μας), χωρίς να έχουν κανενός είδους αντίκρισμα. Το επιτόκιο τώρα, είναι ουσιαστικά το κέρδος που «χρεώνεται», για τη χρησιμοποίηση των δανειακών χρημάτων – με το «φυσιολογικό επιτόκιο» να ορίζεται ως αυτό που εξισορροπεί τις αποταμιεύσεις με τις επενδύσεις, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διαχρονική σταθερότητα σε μία Οικονομία.

Ένα τέτοιο «φυσιολογικό επιτόκιο» όφειλε προφανώς να «επέκειτο» στους κανόνες τις ελεύθερης αγοράς, όπου το εκάστοτε μέγεθος του θα καθοριζόταν από την ισορροπία της ζήτησης με την προσφορά. Δηλαδή, εάν η ζήτηση για δανειακά χρήματα αυξανόταν (τα δάνεια πρέπει να έχουν στόχο τις επενδύσεις και ποτέ την κατανάλωση), υπερκαλύπτοντας την προσφορά (αποταμιεύσεις), τότε το επιτόκιο θα αυξανόταν ανάλογα, μέχρι το σημείο που η περεταίρω αύξηση του θα μείωνε τη ζήτηση – αφού οι επενδύσεις θα ήταν πια ασύμφορες.

Εν τούτοις, το επιτόκιο σήμερα δεν καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά, αλλά από τις κεντρικές τράπεζες (βασικό). Επομένως, η διαμόρφωση του είναι κεντρικά κατευθυνόμενη και μονοπωλιακή – όπως αυτή της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν στις εκάστοτε Οικονομίες οι οποίες, τουλάχιστον όσον αφορά το χρήμα, είναι ουσιαστικά «κομμουνιστικές» (ερμηνεύοντας οικονομικά τον κομμουνισμό, ως ένα κεντρικά κατευθυνόμενο σύστημα).

Τα αποτελέσματα των κεντρικά κατευθυνόμενων επιτοκίων όσον αφορά τα δάνεια, τα οποία συνάπτονται με ένα τεχνητά χαμηλό επιτόκιο, είναι οι λανθασμένες επενδυτικές τοποθετήσεις – αφού εμφανίζονται συμφέρουσες λόγω του ότι το επιτόκιο είναι τεχνητά χαμηλό, ενώ με ένα «φυσιολογικό επιτόκιο» δεν θα γινόταν. Το γεγονός αυτό επεξηγεί παράλληλα την υπερχρέωση της Ελλάδας, η οποία ουσιαστικά προκλήθηκε από τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια του δανεισμού της, λόγω της εισόδου της στην Ευρωζώνη – επίσης άλλων χωρών (Ιρλανδία, Ισπανία κλπ), οι οποίες επένδυσαν στην αγορά των ακινήτων, στηριζόμενες στα τεχνητά χαμηλά επιτόκια των τραπεζών.

Οι λανθασμένες λοιπόν επενδύσεις, λόγω των αδικαιολόγητα χαμηλών επιτοκίων,  οδηγούν τελικά σε «φούσκες» – οι οποίες «εκρήγνυνται», όταν οι κεντρικές τράπεζες αναγκασθούν να αυξήσουν τα επιτόκια, προς την κατεύθυνση του φυσιολογικού, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο υπερπληθωρισμός. Η υπερχρέωση ενός κράτους είναι ουσιαστικά επίσης μία «φούσκα», η οποία εκρήγνυται όταν αδυνατεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του – συνήθως λόγω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού του, πέρα από τα «όρια» της αντοχής του (φοροδοτική ικανότητα των Πολιτών του κλπ). Στον Πίνακα Ι που ακολουθεί φαίνεται η διαχρονική υπερχρέωση των Η.Π.Α.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

Έτος

Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

 

 

 

 

1981

1,0

32,5%

-0,08

1985

1,8

43,8%

-0,21

1990

3,2

55,9%

-0,22

1995

4,9

67,0%

-0,16

2000

5,6

57,3%

+0,24

2005

7,9

63,5%

-0,32

2009

11,9

83,4%

-1,41

2010*

13,8

94,0%

-1,42

2011*

15,1

100,0%

-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης

Πηγή: Spiegel, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70. 

 

Από τον Πίνακα Ι τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, του κυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. – από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα (ως γνωστόν, «απελευθέρωσε» τις αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα το Κεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ). Στην εποχή του δόθηκε τεράστια σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του – ενώ πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα.

 Κλείνοντας, όταν κανείς αντιληφθεί ότι, η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε από την επεκτατική πιστωτική πολιτική της Fed, η οποία αύξησε την ποσότητα του χρήματος (κατά 10% περίπου ετήσια από το 2001 – διπλασιασμός σε επτά έτη) και διατήρησε τεχνητά χαμηλά τα επιτόκια, επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με μία ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ποσότητας των χρημάτων (quantitative easing), καθώς επίσης με ακόμη πιο «επιθετικά» χαμηλά, τεχνητά επιτόκια, καταλήγει εύκολα στο συμπέρασμα ότι, «υποδαυλίζεται» μία ακόμη μεγαλύτερη κρίση η οποία θα έχει ασύγκριτα πιο καταστροφικά αποτελέσματα.   

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η ΕΚΤ, η οποία πλέον ακολουθεί την ίδια «μονόπλευρη» πολιτική χρήματος με την Fed, καθώς επίσης με τις Τράπεζες της Ιαπωνίας και της Αγγλίας, αύξησε επίσης την ποσότητα χρήματος (Μ3) στην Ευρωζώνη κατά 116% (από 4,4 τρις € στην αρχή του 1999, στα 9,5 τρις € τέλη Απριλίου του 2009).    

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2326.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ΙΑΠΩΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Η ΙΑΠΩΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Ιαπωνία είναι η χώρα της Άπω Ανατολής, ο λαός της οποίας θα μπορούσε να παραβληθεί κατά τα χαρακτηριστικά του με τον λαό της Γερμανίας. Είναι πειθαρχικός εις το έπακρο και φιλόπατρις, γι’ αυτό και επιρρεπής προς αποδοχή στρατοκρατικών καθεστώτων. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνδυάζει με την άκρα εργατικότητα, αποτέλεσμα της οποίας είναι η ραγδαία οικονομική ανάκαμψη μετά από περιόδους κρίσεων και καταστροφών.

Τις αρετές αυτές οι λαοί, που προαναφέραμε, τις καλλιεργούν μαζί με φοβερές κακίες, τις οποίες εκδήλωσαν ως στρατιωτικοί σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Η άγριες και εγκληματικές ενέργειες των στρατευμάτων τους προς τους λαούς που κατέκτησαν και προς τους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αποτελούν τις πιό μελανές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Τα εγκλήματα των Ιαπώνων δεν μας είναι πολύ γνωστά, καθώς η Ευρώπη εντελώς κατεστραμμένη από τον πόλεμο φρόντισε να γιατρέψει τις δικές της πληγές και δεν έστησε τα αυτιά της για ν’ ακούσει τις κραυγές πόνου των λαών της Ασίας. Πέραν αυτού ο πόλεμος εκείνος έληξε με τη φρικτή εικόνα της ολοσχερούς καταστροφής δύο ιαπωνικών πόλεων υπό τα πλήγματα νέου και τρομακτικού όπλου, της ατομικής βόμβας! Η ενέργεια εκείνη των ΗΠΑ δεν θα δικαιωθεί ποτέ ενώπιον της ιστορίας, διότι έγινε προς επίδειξη πυγμής όχι μόνο προς τους Ιάπωνες, που ετοιμάζονταν να συνθηκολογήσουν, αλλά και προς τους “συμμάχους” Σοβιετικούς!

Η ολοσχερώς κατεστραμμένη Γερμανία τάχιστα μετεβλήθη σε “ατμομηχανή” της ευρωπαϊκής οικονομίας με την αμέριστη συμπαράσταση των ισχυρών νικητών, των ΗΠΑ δηλαδή, οι οποίοι απέβλεπαν με την ανάπτυξη εκείνη να αντιρροπήσουν το ολοένα ογκούμενο κίνδυνο εξάπλωσης του κομμουνισμού. Στην οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας προσφέρθηκε η χώρα μας θυσία κατά δύο τρόπους. Με το να διαταχθεί να μην διεκδικήσει τις οφειλόμενες από τη Γερμανία πολεμικές αποζημιώσεις και με το να στείλει τον εργατικό της ανθό, ώστε να συμβάλει με την εργασία του στην ανάπτυξη χώρας που παρέλυσε την δική μας οικονομία με την εισβολή και επί τετραετία κατοχή της. Δεν γνωρίζουμε αν οι ΗΠΑ ενίσχυσαν οικονομικά την Ιαπωνία, η οποία μεταπολεμικά σύρθηκε στο άρμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Εκείνο πάντως το οποίο ζήσαμε ήταν η αλματώδης ανάπτυξη, η οποία έφερε τη χώρα στην κορυφή της παγκόσμιας οικονομίας! Έφθασε η Ιαπωνία στο σημείο να καταφέρει δεινά πλήγματα, μέσω της εξαγωγής βιομηχανικών προϊόντων, στη νικήτριά της, τις ΗΠΑ. Από την άλλη όμως διαπιστώσαμε ότι η χώρα εγκαταλείποντας με γοργό ρυθμό τις παραδόσεις της προσδέθηκε και στο πολιτιστικό άρμα των ΗΠΑ σφιχτότερα από κάθε άλλη χώρα, “εχθρό” ή “σύμμαχο”.

Στάθηκε όμως αιτία μια φυσική καταστροφή να οδηγήσει τη μεγάλη Ιαπωνία στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης, όπως επισημαίνουν αρκετοί σχολιαστές. Το οικονομικό “θαύμα” στις σύγχρονες δυτικού τύπου οικονομίες θεμελιώνεται στην εξασφάλιση άφθονης ενέργειας για την λειτουργία των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Η Ιαπωνία, φτωχή σε ενεργειακούς πόρους χώρα, μη θέλοντας να είναι εξαρτημένη από εισαγωγές ενέργειας κατέστρωσε και έθεσε σε εφαρμογή μεγαλεπήβολο σχέδιο ενεργειακής αυτάρκειας με την εγκατάσταση πυρηνοηλεκτρικών σταθμών. Αντί να καταδικάσει τη χρήση πυρηνικής ενέργειας για οποιονδήποτε σκοπό, ως πρώτη παθούσα εξ αυτής, την έθεσε ως θεμέλιο της ανάπτυξής της! Και ήλθε η θλιβερή στιγμή ενός ισχυρότατου σεισμού, όχι πάντως επάνω από τα επίπεδα πρόβλεψης των σεισμολόγων, και τα ανθρώπινα μέτρα προστασίας έναντι των φυσικών δυνάμεων, που είχαν ληφθεί με προσοχή και επιμέλεια, δείχθηκαν ανεπαρκή. Τα σύγχρονα ΜΜΕ μετέδωσαν κατ’ επανάληψη στιγμές φρίκης από την τραγωδία που έζησε ο λαός της Ιαπωνίας. Το ελάχιστο συναίσθημα που μας απόμεινε, καθώς αυτό θεωρείται πλέον ως τροχοπέδη κατά την πορεία προς την οικονομική ανάπτυξη, το διαθέσαμε προς στιγμήν για τη νοερή συμπαράσταση προς τους πάσχοντες συνανθρώπους μας. Μετά επανήλθαμε στην ασφαλή βάση της λογικής και θέσαμε το ερώτημα: Και τί το θαλασσινό θα τρώμε τώρα, που ο τροφοδότης Ειρηνικός ωκεανός έχει μολυνθεί από τη διαφυγούσα ραδιενέργεια; Μάλιστα οι πλέον λογικοί Γάλλοι βρήκαν πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαφημίσουν τους δικούς τους πυρηνικούς σταθμούς, τους οποίους, κατά τους ισχυρισμούς τους, αν εγκαθιστούσαν οι Ιάπωνες θα είχε αποφευχθεί η διαρροή! Ο θάνατός σου η ζωή μου!

Τί θα τρώει ό λαός της Ιαπωνίας κατά τα προσεχή έτη; Η χώρα είναι άκρως πυκνοκατοικιμένη. Θα επαρκέσει για τη διατροφή του πληθυσμού η καλλιεργούμενη μη μολυνθείσα επιφάνεια (αν υπάρχει εγγυημένα τέτοια); Θα διατραφεί αυτός αποκλειστικά με εισαγόμενα γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα; Θα καταφέρει να διατηρήσει από την άλλη η χώρα τις αγορές της ή θα δει τις εξαγωγές της να μειώνονται με έντονους ρυθμούς; Είναι οι σύγχρονες αγορές όμοιες με εκείνες των προηγουμένων δεκαετιών ή η Ιαπωνία θα δοκιμαστεί από τον ανταγωνισμό των αναδυομένων ασιατικών δυνάμεων, της Κίνας και της Ινδίας; Θα αποδεχθεί ο άκρως καταναλωτικός σύγχρονος Ιάπων, που έμαθε να ταξιδεύει σ’ όλη την έκταση του πλανήτη ζωσμένος με πλήθος ηλεκτρονικών συσκευών, έναν τρόπο ζωής με βάση την ολιγάρκεια; Επαρκή στοιχεία, για το πόσο βοήθησε η Ιαπωνία κατά τις δεκαετίες που πέρασαν τους φτωχούς και καταφρονεμένους του κόσμου, δεν διαθέτουμε. Το 2009 είχε ανακοινωθεί βοήθεια ύψους 20 δισεκατομ. δολλαρίων. Ανακοινώθηκε από την άλλη ότι σε 220 δισεκατομ. δολλάρια θα ανέλθει το κόστος της αποκατάστασης των ζημιών. Αυτό μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε το τρομακτικό κόστος για την αποκατάσταση ανεκτού βιοτικού επιπέδου στις λεηλατημένες χώρες του τρίτου Κόσμου και την ανάσχεση της υποβάθμισης του λεηλατημένου περιβάλλοντος, για την οικονομική ανάπτυξη κατά τα δυτικά πρότυπα. Άλλωστε δεν συντελέστηκε και σοβαρή πρόοδος μετά την υπογραφή της συνθήκης στην ιαπωνική πόλη Κιότο.

Το ισχυρό όπλο των Ιαπώνων, το οποίο για μία ακόμη φορά θα τεθεί σε ενέργεια, είναι η πειθαρχία και η εργατικότητα. Με αυτά θα επιτύχει ασφαλώς πολλά. Είναι όμως δυνατό να επανέλθει στην πρότερη κατάσταση; Και τί θα σημάνει σε περίπτωση αδυναμίας ανάκαμψης; Θα εκδηλωθεί εσωστρέφεια με τάση προς επάνοδο στις πατρογονικές αξίες και τον παραδοσιακό πολιτισμό; Είναι αυτό δυνατόν χωρίς την ανάδυση πολιτικών δυνάμεων που θα οδηγήσουν, με την πάροδο του χρόνου, την χώρα σε καθεστώς στρατοκρατίας, κατά το προηγούμενο της χιτλερικής Γερμανίας; Ο χρόνος θα το δείξει.

Η Γερμανία από την άλλη εκδηλώνει την έπαρσή της ως εκ του δικού της οικονομικού θαύματος, αφού, αν και ηττημένη στους δύο μεγάλους πολέμους, σέρνει στο άρμα της τους νικητές αυτών, που οδηγούνται στο δρόμο που πορεύτηκε πρώτη η χώρα μας με την άφρονα πολιτική των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεών της και τον άφρονα καταναλωτισμό του λαού της. Θα καταφέρει η Γερμανία και οι ισχυροί συνοδοιπόροι της του Βορρά να αντέξουν την πίεση εκ του ανταγωνισμού των ασιατικών δυνάμεων στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, της νόμιμης απάτης; Και οι λοιποί, μεταξύ των οποίων και εμείς, θα παραμένουμε μοιρολατρικά υποταγμένοι στις θελήσεις των οικονομικά ισχυρών, οι οποίοι έχουν περιβληθεί με τρομακτικές εξουσίες, τις οποίες οι πολιτικοί παρέδωσαν στα πλαίσια της αθλιότερης πολιτικής διαπλοκής της ιστορίας; Ίσως να συμβούν εξελίξεις, τις οποίες ούτε οι ισχυροί ούτε οι ανίσχυροι είμαστε σε θέση σήμερα να φανταστούμε. Ως τότε όμως εμείς ως λαός κάτι πρέπει να κάνουμε. Εμείς πειθαρχία δεν διαθέταμε ποτέ, αυτό είναι μεγάλη αλήθεια. Γι’ αυτό δεν ενεχόμαστε για εγκλήματα, με τα οποία βαρύνονται άλλοι λαοί. Είναι όμως μύθος να διατυμπανίζεται ότι είμαστε οκνηροί. Διαθέτουμε φιλότιμο, όσο ελάχιστοι λαοί, και διάθεση προόδου χωρίς εκμετάλλευση των άλλων. Ότι πάθαμε το πάθαμε, γιατί στρέψαμε την πλάτη στις παραδόσεις μας. Εμπρός για νέα αρχή. Το κράτος που έστησαν οι τότε ισχυροί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους αποδείχθηκε μεταπρατικό! Ο ελληνισμός κατά τη μακρόχρονη δουλεία στηρίχτηκε στις κοινότητες, που συνιστούσαν κοινωνία προσώπων. Ας επανέλθουμε όσο είναι καιρός στις παραδόσεις και στην ολιγάρκειά μας. Δεν είμασταν γουρούνια, όπως μας αποκαλούν πλέον οι οικονομικά ισχυροί. Αυτοί, δια των δικών μας εκπροσώπων των συμφερόντων τους μας κατάντησαν έτσι.

 

                                                            “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 11-4-2011

Κρίση νομιμοποίησης κράτους και θεσμών

«Κρίση νομιμοποίησης κράτους και θεσμών»

 με αφορμή ομώνυμη εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ

 

Του Νικήτα Χιωτίνη*

 

 

Στις 7 Απριλίου 2011, σε μια εκδήλωσε του ΕΛΙΑΜΕΠ (Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής), με τρόπο ιδιαίτερα αποκαλυπτικό τέθηκε ένα κρίσιμο για τη σημερινή Ελλάδα ζήτημα. Αυτό της «κρίσης νομιμοποίησης» κράτους και θεσμών (της).

Η σημαντικότητα αυτής της αποκαλυπτικής εκδήλωσης συνίσταται στο ότι αφ΄ενός ετέθη αυτό το κρίσιμο ζήτημα, αφ’ ετέρου αποκαλύφθηκε η άποψη μεγάλης μερίδας της σημερινής ελληνικής διανόησης και η επιρροή που αυτή ασκεί σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Αν όχι όλες, τουλάχιστον οι περισσότερες μέχρι τώρα εκδηλώσεις του ΕΛΙΑΜΕΠ νομίζω πως κατατείνουν στα ίδια συμπεράσματα περί της πολιτικής που οφείλει να ακολουθήσει η σημερινή Ελλάδα, αυτή υπήρξε κατά τη γνώμη μου η αποκαλυπτικότερη.

Στην ανωτέρω εκδήλωση τέθηκαν από τον κύριο και αποκαλυπτικότερο (και ειλικρινέστατο) εισηγητή, η έννοια του Κράτους, η έννοια της Πολιτικής, η έννοια της Διακυβέρνησης, ο ρόλος του λαού και της κοινωνίας και ο στόχος της σημερινής Ελλάδας (ο στόχος δηλαδή που κατά τη γνώμη του πρέπει να έχει η σημερινή Ελλάδα). Οι υπόλοιποι εισηγητές – και οι αρεστοί ερωτώντες από το κοινό – απλώς συμφώνησαν με τον εισηγητή αυτόν, διανθίζοντας το πάνελ και αιτιολογώντας την δήθεν συζήτηση[i].

Στην εκδήλωση λοιπόν αυτή «δια βοής» επικυρώθηκαν σαν βεβαιότητες  οι παρακάτω απόψεις :

1. Πολιτική είναι ο τρόπος διακυβέρνησης.

2. Υπάρχει το «κράτος» και ο λαός. Το κράτος ως έννοια δεν συζητείται, είναι κάτι δεδομένο, είναι αυτό που όρισε η Δύση. Ο ομιλητής  όμως δεν προσπαθεί μήτε καν να το ορίσει, να ορίσει τουλάχιστον το κράτος υπό την δυτική έννοιά του, ούτε θέτει ανάλογο ζήτημα. Από τους υπόλοιπους εισηγητές τίθεται ως εμπεριέχον νόμους που πρέπει απαρεγκλίτως να είναι σεβαστοί. Βία και ανυπακοή (από πλευράς κοινωνίας) στηλιτεύονται μετά βδελυγμίας.

3. Η (νέο)ελληνική κοινωνία ανέκαθεν βρισκόταν σε προστριβή με το «κράτος» της. Μάλιστα σκωπτικώς ανέφερε  πως η κοινωνία θέλει να γίνει κράτος- αυτό πρόκειται περί «ανατροπής», ανέφερε χαρακτηριστικά –  και οικτίρει το γεγονός  ότι ο λαός  θέλει να γίνει θεσμός.  Στα ανωτέρω πρέπει να επισημάνουμε και την επίκληση από τους υπόλοιπους εισηγητές «ηγετών με πυγμή», προφανώς για να εμποδίσουν τις ανωτέρω «εκτροπές».

4. Η Ελλάς είναι Ανατολική χώρα, που θέλει και πρέπει να γίνει Δυτική

Στα ανωτέρω όμως έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής – πιστεύοντας πως με τον τρόπο αυτόν προσεγγίζουμε καλλίτερα τους λόγους  της  «κρίσης νομιμοποίησης κράτους και θεσμών» που διανύουμε, αλλά και οδηγούμαστε προς ουσιαστικότερη  διερεύνηση  των εννοιών της Πολιτικής, του Κράτους και των Θεσμών :

1. Πολιτική δεν είναι ο τρόπος διακυβέρνησης, τουλάχιστον δεν είναι μόνον ο τρόπος διακυβέρνησης. Η Πολιτική πράξη λ.χ. της ανέγερσης της Ακροπόλεως των Αθηνών,  της κατασκευής της Αγίας Σοφίας, των μεγάλων Αρχιτεκτονικών Έργων στο Παρίσι, κ.λ.π. – δεν έγιναν για λόγους «διακυβέρνησης», με τον τρόπο που εννοούμε σήμερα τον όρο αυτόν, ή τουλάχιστον όχι μόνο για τέτοιους λόγους. Ο Περικλής στον Επιτάφιο δεν εννοούσε  έτσι την Πολιτική, ούτε ήταν έτσι η Πολιτική στο συντριπτικώς μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ανθρώπου, αν όχι όλης, συμπεριλαμβανομένου της σημερινής εποχής. Η Πολιτική υπήρξε – και θεωρούμε πως εξακολουθεί να είναι –  η έκφραση συλλογικών στόχων  που δεν ήταν και δεν είναι μόνο οικονομικοί, υπήρξε (και εξακολουθεί να είναι)  λειτουργία υπερβαίνουσα την «διακυβέρνηση» με την έννοια που σήμερα δίνουμε στον όρο αυτόν[ii]. Μια απλή αναδρομή στην Ιστορία, θα ήταν γι’ αυτό αποκαλυπτική. Το επιστημονικό λάθος στο οποίο περιέπεσε ο εισηγητής της εκδηλώσεως του ΕΛΙΑΜΕΠ είναι κατάδηλον, αν όχι σκοπίμως πραχθέν.

2. Επίσης τεράστιο επιστημολογικό λάθος, η μη προσπάθεια ερμηνείας της έννοιας του «κράτους» και η αναφορά σε αυτό σαν να είναι κάτι το θεόσταλτο. Επειδή καταδήλως – το ανέφερε στη συνέχεια ύστερα από μια ερώτηση –  εννοούσε το από την Εσπερία εισαχθέν, θα έπρεπε να ορίσει τουλάχιστον αυτό, αντί να το αφήσει έρμαιο απόψεων, που επέτρεψε την επίκληση  «ηγετών με πυγμή», την αδήριτο ανάγκη να επιβληθούν πάση θυσία οι νόμοι, τελικώς να ενοχοποιήσουμε το λαό για όλα τα κακά και κυρίως για το ότι  δεν το σέβεται και δεν   νομιμοποιεί το «κράτος και τους θεσμούς»  και εκτρέπεται σε «ανυπακοή ή βία».

3. Ορθώς ανέφερε πως η ελληνική κοινωνία βρισκόταν σε προστριβή με το κράτος (της), πολύ κακώς όμως ειρωνεύτηκε την κοινωνία «που θέλει να γίνει κράτος» και το λαό που «θέλει να γίνει θεσμός»: πρόκειται σαφώς περί σκόπιμης αντιεπιστημονικής εκτροπής του ζητήματος. Ναι μεν η κοινωνία δεν είναι ή δεν είναι ακριβώς, κράτος, ούτε ο λαός είναι ή δεν είναι ακριβώς θεσμός, αλλά και το κράτος και οι θεσμοί προήλθαν απ’ ευθείας από τις κοινωνίες και τους λαούς τους, σε όλο τον κόσμο, σε Ανατολή και Δύση, εκτός από μερικά νεώτερα κράτη που δημιουργήθηκαν ως προτεκτοράτα και πεισμόνως κάποια δυνατά κράτη,  θέλουν να τα διατηρήσουν ως τέτοια. Τα κράτη όμως, τα Δυτικά – για να έρθουμε στα κατά τους εισηγητές του ΕΛΙΑΜΕΠ πρότυπα – δεν δημιουργήθηκαν από μόνα τους, σαν κανονιστική αρχή που στάλθηκε  από το Θεό.  Τα  κράτη αυτά δημιουργήθηκαν από τις κοινωνίες και τους λαούς, ως λειτουργικά εργαλεία ανάπτυξής τους και έκφρασής τους. Πέρασαν από διάφορα στάδια, φεουδαρχία, βασιλεία, αστικές τάξεις και συνδυασμούς όλων αυτών, αναλόγως των εκάστοτε συνθηκών και των εκάστοτε (συλλογικών) κοινωνικών στόχων. Έτσι φτάσαμε στα νεωτερικά έθνη-κράτη, που μάλιστα διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς τη δομή τους και τον τρόπο λειτουργίας τους για την εξυπηρέτηση και ανάπτυξη του κράτους τους και των στόχων των λαών τους. 

Στην Ελλάδα επεβλήθη ένα συγκεκριμένο είδος κράτους ή η Ελλάδα βρέθηκε στην ανάγκη υιοθέτησης αυτού του συγκεκριμένου είδους κράτους. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν διαμορφώθηκε αυτό όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, με αποτέλεσμα την μειωμένη λειτουργικότητά του και την διαρκή «προστριβή» του με την νέο-ελληνική κοινωνία ή με τις νέο-ελληνικές κοινωνίες. Οι λόγοι γι΄αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ερευνηθούν. Είναι ιδιαιτέρως υγιές φαινόμενο οι κοινωνίες να διεκδικούν λόγο και ρόλο. Έτσι δημιουργήθηκαν και έτσι πρέπει να δημιουργούνται τα κράτη. Βεβαίως και δεν αμφισβητούμε τη μέχρι τώρα εξέλιξη της χώρας μας, έστω και με αυτό το επιβληθέν – η επιλεγέν –  κράτος. Αλλά απαιτείται πλέον εξέλιξή του, δηλαδή προσαρμογή του στα καθ’ υμάς. Απαιτείται συλλογική χειραφέτησή μας, τα παγκόσμια παραδείγματα, συμπεριλαμβανομένου αυτά των ευρωπαϊκών κρατών, είναι ιδιαιτέρως χρήσιμα.

Η σύγχρονη Ελλάδα έχει δώσει άλλωστε, συχνά όμως με πισωγυρίσματα,  τέτοια δείγματα (προσπάθειας χειραφέτησής της).  Θα έλεγα ότι και ο σημερινός «Καλλικράτης» – η σημαντικότερη διοικητική μεταρρύθμιση από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους- μπορεί να λειτουργήσει θετικά προς αυτήν την κατεύθυνση.  Όσον αφορά τώρα στον αποτροπιασμό των ομιλητών απέναντι στην «ανυπακοή», θα ήθελα να τους θυμίσω πως η αυτή υπήρξε στη βάση της φιλελεύθερης στροφής των κοινωνιών και της διαμόρφωσης των συγχρόνων κρατών[iii]. Ακόμα άλλωστε και η «βία» έχει πολλάκις δικαιωθεί: θυμηθείτε τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, αλλά και τον Αλέκο Παναγούλη που θεωρήθηκε ήρωας επειδή προσπάθησε να σκοτώσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, θυμηθείτε και τον Μαρξ που διαβεβαίωνε πως «η βία είναι η μαμή της Ιστορίας», αλλά και το ότι η νεώτερη ελληνική υπόθεση προχώρησε πολλάκις με «βίαιους» τρόπους, όποτε αυτό χρειαζόταν (αλλά δυστυχώς και όταν δεν χρειαζόταν). 

4. Ας έρθουμε τώρα στη διακήρυξη και στη δια βοής αποδοχή της, πως «η  Ελλάδα είναι Ανατολική χώρα, που θέλει και πρέπει να γίνει Δυτική».  Εδώ θα έλεγα, επικαλούμενος τη νεώτερη Ιστορία της – από το Μακρυγιάννη μέχρι τον Ίωνα Δραγούμη και από τον Περικλή Γιαννόπουλο μέχρι τον Σεφέρη, τον Ελύτη, το Μίκη Θεοδωράκη και πάμπολλους άλλους, ανθισμένους στις επαρχίες και στα χωριά της, αλλά επικαλούμενος και τα οράματα της Δύσης γι’ αυτήν – αυτά που δημιούργησαν το φιλελληνικό ρεύμα του 19ου αιώνα, που βρήκε σε αυτήν διέξοδο από το οντολογικό κενό στο οποίο είχε περιπέσει η Ευρώπη – ότι η Ελλάδα δεν ανήκει ούτε «εις την Δύσιν» αλλά ούτε και στην Ανατολή.  Η Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα, στην Ιστορία της και στο παγκόσμιο εκτόπισμά της και φέρει οικουμενική πρόταση νοήματος, το μόνο ικανό να συνομιλήσει με τα αντίστοιχα του διαμορφούμενου νέου θεάτρου της Ιστορίας, αυτά της Άπω Ανατολής και στις οποίες οικουμενικές προτάσεις στηρίχτηκε και στηρίζεται η ανθρωπότητα. Ομιλεί σχεδόν αυτούσια την πιο αρχαία γλώσσα, γλώσσα που φέρει τα πιο βαθιά νοήματα, οι περισσότεροι επιστημονικοί όροι έχουν ελληνικά ονόματα, οι σημερινές ανακαλύψεις ονοματίζονται με ελληνικές λέξεις, υπήρξε «η μαμή της Ευρώπης» – χρησιμοποιώ λόγια του J. Attali – και αποτελεί, για να μιλήσουμε με όρους γεωπολιτικής, τη πύλη προς την Ευρώπη, για τις αναπτυσσόμενες με ξέφρενο ρυθμό χώρες της Ανατολής που σύντομα θα κυριαρχήσουν.

Τελειώνοντας θα ευχόμουν το ΕΛΙΑΜΕΠ, που απολαμβάνει ιδιαιτέρου κύρους και επιρροής, να αποφύγει να διολισθήσει σε «Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής» με την έννοια της πολιτικής των εξωτερικών χωρών που ασκούνται στην Ελλάδα και να επικεντρωθεί στην  πολιτική που ασκείται από την Ελλάδα έναντι των εξωτερικών της χωρών.

 

* Ο Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων/καθηγητής ΤΕΙ Αθήνας



[i] Εισηγητές ήσαν οι Απόστολος Δοξιάδης, Χαρίδημος Τσούκας και Στέλιος Ράμφος. Τη συζήτηση συντόνιζε ο Δημήτρης Μητρόπουλος. Υπήρχαν κάμερες που κατέγραφαν τις ομιλίες, που φαντάζομαι να δημοσιευθούν, αν κάνω κάπου λάθος ζητώ συγγνώμη από τους εισηγητές.

[ii] Δες «Πολιτική και Πολιτισμός», Νικήτα Χιωτίνη, δικτυακός τόπος ΚΕΠ-κίνηση Μίκη Θεοδωράκη, Άρθρα—απόψεις. http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=336

[iii] Δες Γιώργος Πολίτης: «Tο Δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής και η φιλοσοφία του John Locke», εκδόσεις Έννοια, Aθήνα, 2004

21ος αι.: Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ

Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Κατρίνα, Μεξικό, θερμοκήπιο και τώρα Φουκουσίμα, συνδυάζονται με οικονομική κρίση και πόλεμο για να εγκαινιάσουν τον «21ο αιώνα των καταστροφών». Θέλετε να πληροφορηθείτε τι συμβαίνει ή μπορεί να συμβεί τώρα στην Ιαπωνία; Θέλετε να μάθετε τα βασικά στοιχεία του πυρηνικού ζητήματος; Μη διαβάζετε εφημερίδες, αφήστε τις ιδιοτελείς ανοησίες των εξ επαγγέλματος απατεώνων «πολιτικής» και «ενημέρωσης», ενίοτε και της επιστήμης, όταν γίνεται θεραπαινίδα του εγωϊσμού και της εξουσίας.

Δείτε την ταινία «’Ονειρα» του Ακίρα Κουροσάβα. Γυρισμένη το 1990, προβλέπει την έκρηξη των έξη αντιδραστήρων της Φουκουσίμα και όσα συμβαίνουν ή μπορεί να συμβούν στη χώρα του Ανατέλλοντος, που κινδυνεύει να γίνει Δύοντος Ηλίου. Μην κυττάτε μόνο τα πλάνα. Σκεφτείτε τους διαλόγους. Πέντε-δέκα φράσεις. Συνοψίζουν, με τη δωρική λιτότητα που χαρακτήριζε ακόμα την έκφραση των προσωκρατικών Ιώνων, θάλεγε κανείς, την «εξίσωση των πυρηνικών».

«Προφήτη» λένε τώρα τον ποιητή του γιαπωνέζικου κινηματογράφου. Σωστό και παραπλανητικό. Ο Κουροσάβα δεν είναι μάγος, δεν κάνει μεταφυσική, ούτε την αντιπαραθέτει στον Ορθό Λόγο, την Επιστήμη, το διαφωτιστικό πρόταγμα, όπου πολλοί ψάχνουν τις αιτίες πρωτοφανών απειλών. Ο σκηνοθέτης γίνεται «μάγος» αντιπαραθέτοντας, με τα καλλιτεχνικά μέσα, τον ορθολογισμό στον κοινωνικό παραλογισμό (το Εμείς στο Εγώ). Δεν ξέρει περισσότερα για τους κινδύνους της ατομικής ενέργειας από τους χιλιάδες, εξαιρετικά καταρτισμένους επιστήμονες, που πληρώνονται αδρά για να συμβουλεύουν την παντοδύναμη πυρηνική βιομηχανία και τις κυβερνήσεις. ‘Εγινε «προφήτης» γιατί, θεμελιώδης γνώση και μεγάλο «ταλέντο», συνδυάστηκαν με μια ανώτερη μορφή «ηθικής», «συναισθηματικής» νοημοσύνης και ανεξαρτησίας.

Το «περίσσευμα συνείδησης» που διαθέτει τον κάνει εκπρόσωπο ενός ανώτερου τύπου ανθρώπου, που, ευτυχώς, παράγεται ακόμα και στις πιο σκοτεινές ιστορικές περιόδους, όπως η σημερινή, αλλά και καταστρέφεται διαρκώς και ανελέητα από τον κρατούντα, προϊστορικό πολιτισμό του Εγώ, του Χρήματος και της Βίας. Αυτός ο πολιτισμός, αντανάκλαση και διαμορφωτής συνάμα του συστήματος οικονομικο-κοινωνικών σχέσεων, προκάλεσε την πυρηνική καταστροφή της Ιαπωνίας, αγνοώντας τους κινδύνους για τους ανθρώπους, εν ονόματι της διαρκούς αναζήτησης μεγαλύτερων περιθωρίων κέρδους. (Αυτός προκάλεσε και την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, με τους σοβιετικούς γραφειοκράτες σε διαρκή προσπάθεια αύξησης της δύναμης του συστήματος που εκπροσωπούσαν, χωρίς μηχανισμούς ελέγχου και αποτελεσματικής συμπερίληψης του κόστους).

Αν προτιμάτε πιο «παληομοδίτικες», «μαρξιστικές» εκφράσεις, μπορούμε να μιλήσουμε για τον καπιταλισμό, ως σύστημα παραγωγής και διανομής και των ιδεών που το συνοδεύουν. Ιδίως μάλιστα στην τωρινή φάση, του «καπιταλισμού της καταστροφής», που χαρακτηρίζεται από πλήρη επικράτηση του χρηματιστικού κεφαλαίου που, χάνοντας και τα όποια, ενδεχομένως «προοδευτικά» χαρακτηριστικά διέθετε στο παρελθόν, τείνει να γίνει κύριος μηχανισμός καταστροφής της ανθρωπότητας. Την πιο τρανή απόδειξη την έδωσε η πορεία του γεν μετά την καταστροφή. Θα περίμενε κανείς να υποτιμηθεί, ως αντανάκλαση της συμφοράς που έπληξε την Ιαπωνία. Στην πραγματικότητα ανατιμήθηκε, για μια σειρά καθαρά κερδοσκοπικούς λόγους, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες σε σπάνια παρέμβαση. «Οργανωτής» του κόσμου μας, με τρόπο που επαληθεύει εκπληκτικά έναν άλλο «προφήτη», τον Μαρξ του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και των Γκρούντρισσε, η «Αυτοκρατορία του Χρήματος» κερδίζει από τις καταστροφές, τις χρεωκοπίες χωρών και κοινωνιών, τους πολέμους που εξαπολύει. Κι αφού κερδίζει, προκαλεί τέτοια φαινόμενα.

Αν η οικονομική κρίση απέδειξε ξανά την αδυναμία «αυτορρύθμισης» της αγοράς, στην οποία θεμελιώνεται ο «φιλελευθερισμός», η πυρηνική καταστροφή αποδεικνύει την αδυναμία «αυτορρύθμισης», σε συνθήκες μάλιστα «καπιταλισμού της καταστροφής», μακράν του κοινωνικού ελέγχου, της «τεχνόσφαιρας». Ορισμένα μάλιστα είδη τεχνολογίας, όπως η πυρηνική, είναι γενικά αδύνατο να ρυθμισθούν και πρέπει να καταργηθούν, εκτός ίσως μερικών πολύ περιορισμένων χρήσεων. Ούτε υπάρχει, ούτε πρόκειται να βρεθεί τεχνολογία (γιατί προσκρούει σε νόμους της φύσης, θα ήταν «λυδία λίθος») που να επιτρέπει την ασφαλή αποθήκευση πυρηνικών αποβλήτων για χιλιάδες ή εκατομμύρια χρόνια! Ακόμα και το πιο ασφαλές σύστημα αργά ή γρήγορα θα υποστεί σφάλμα ή «ατύχημα», οι συνέπειες όμως ακόμα και μιας πυρηνικής καταστροφής υπερβαίνουν κατά πολύ το οποιοδήποτε «όφελος».

Το ίδιο ισχύει και πολύ ευρύτερα, για την ίδια την έννοια της «ανάπτυξης», όπως τουλάχιστο ορίζεται από το σύστημά μας. ‘Όχι μόνο είναι όλο και πιο εμφανείς οι αρνητικές πτυχές της (π.χ. τι νόημα έχει να μετράμε ως αύξηση του ΑΕΠ το άθροισμα της ρυπαίνουσας και της αντιρρυπαντικής βιομηχανίας;), αλλά είναι και προφανές ότι φτάσαμε στα όρια που θέτουν οι φυσικές παράμετροι του πλανήτη. Το παγκόσμιο κλίμα είναι «ευαίσθητη», «ασταθής» ισορροπία, γεγονός που μας στερεί και από τη δυνατότητα πειραματισμού. Σχετικά περιορισμένη μετακίνηση από το σημείο ισορροπίας, μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες ανεπίστρεπτες μεταβολές που θα καταστήσουν ακατοίκητο τον πλανήτη. ‘Αλλωστε, η ανθρωπότητα ανέπτυξε τον τελευταίο μισό αιώνα, τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζεται για μια «καλή ζωή» τουλάχιστο 12 δισεκατομμυρίων πάνω στη Γη, υπό τον όρο ότι θα αλλάξει ο τρόπος παραγωγής και διανομής και ένα μουρλό καταναλωτικό πρότυπο. Είναι ο τρόπος οργάνωσης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που εμποδίζει την αξιοποίησή αυτών των παραγωγικών δυνάμεων ή τις στρέφει σε καταστροφικές διεξόδους.

Είναι ευκολότερο να διασπάσεις το άτομο, παρά μια προκατάληψη, έλεγε αστειευόμενος (;) ο ‘Αλμπερτ Αϊνστάιν. Οι φυσικοί του 20ού αιώνα ήταν ο Προμηθέας της εποχής μας. Μας έδωσαν τη φωτιά της αποκάλυψης, όχι όμως τη σοφία που χρειάζεται για τη χρήση της. Δεν είναι μόνο η ατομική ενέργεια, είναι επίσης η βιοχημεία που επεμβαίνει βάναυσα στις βαθύτερες διαδικασίες της ζωής, η πληροφορική που μας απειλεί με νέο ολοκληρωτισμό, ο αυτοματισμός που θα μας απειλήσει ίσως με «δικτατορία των ρομπότ» και πολλά άλλα. Οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες δημιουργούν στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση ότι γίνονται Θεοί. Στην πραγματικότητα τους αποβλακώνουν, γιατί αλλάζουν δραματικά το περιβάλλον τους και αυξάνουν κατακόρυφα τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το είδος, χωρίς να συνοδεύονται από συνακόλουθη διανοητική και, κυρίως, ηθικοσυναισθηματική ωρίμανση. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ ήταν μια χαρά προσαρμοσμένος στο περιβάλλον του γι’ αυτό και μπόρεσε να γίνει Σάπιενς, Προμηθέας, Αϊνστάιν. Τώρα όμως, ο Νεάντερνταλ ή Σάπιενς, που βασικά είμαστε ακόμα, μοιάζει με επικίνδυνο ηλίθιο αντιμέτωπος με τα κατασκευάσματά του.

Αν είναι τρομερά επικίνδυνη η ραδιενέργεια της Φουκοσίμα, ακόμα πιο επικίνδυνες είναι οι τεράστιες ποσότητες ηλιθιότητας που διασπείρουν αυτές τις μέρες οι πολιτικοί μας και η κοινωνική αδράνεια. Δέστε την αλαζονεία, την απίστευτη ανοησία του αρχοντοχωριάτη γείτονα Ερντογάν, που υποστηρίζει στα σοβαρά ότι η χώρα του, η Τουρκία, θα φτιάξει ασφαλέστερους αντιδραστήρες από την Ιαπωνία και συγκρίνει πυρηνική ενέργεια και υγραέριο της κουζίνας! Τα ίδια λένε Κινέζοι και Ρώσοι, ακόμα και ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών που πήγε στους βιομηχάνους και τους είπε ότι μόνο για λόγους προεκλογικής σκοπιμότητας πάρθηκαν τα τελευταία μέτρα Μέρκελ.

Προ ετών συνάντησα κάπου τον Σταύρο Δήμα, τότε Ευρωπαίο Επίτροπο Περιβάλλοντος, καταχαρούμενο γιατί έβαλε στην ατζέντα φιλόδοξους στόχους για τις εκπομπές αερίων. Τούπα εντάξει, αλλά χρειαζόμαστε αποτέλεσμα, όχι μόνο διακηρύξεις. Αν οι Αμερικανοί δεν δέχονται, δεν πρέπει να βάλουμε δασμούς στα προϊόντα τους; Μα τι λες, απάντησε κατάπληκτος, σημαίνει εμπορικό πόλεμο. Για το σύστημα, οι «κίνδυνοι» εμπορικού πολέμου είναι μεγαλύτεροι από αυτούς επιβίωσης της ανθρωπότητας.

Χρειαζόμαστε ρύθμιση οικονομίας, κοινωνίας και τεχνολογίας και μάλιστα επειγόντως. Απελπισμένος για το δρόμο που τραβάει το έθνος του, ένας Ισραηλινός συγγραφέας αναζήτησε παρηγοριά στη σκέψη ότι οι λαοί, όπως και τα άτομα μπορούν να δράσουν λογικά. Αφού όμως πρώτα δοκιμάσουν όλους τους άλλους τρόπους. Το δυσάρεστο στην περίπτωση που εξετάζουμε είναι ότι οι απειλούσες καταστροφές μπορεί νάναι ανεπίστρεπτες.

Παραδόξως, η ιαπωνική καταστροφή προσφέρει σπάνια συνηγορία υπέρ της δημοκρατίας, της οποίας η αξία ή δυνατότητα αμφισβητούνται στις μέρες μας. Δεν εννοούμε ασφαλώς την κοινοβουλευτική ολιγαρχία, στα πλαίσια της οποίας, οι πολιτικοί που είναι αρμόδιοι για την επίβλεψη των πυρηνικών εργοστασίων, προσλαμβάνονται από τις πυρηνικές βιομηχανίες μετά το τέλος της πολιτικής τους καριέρας. Εννοούμε μια πολύ βαθύτερη δημοκρατία ενεργών πολιτών, που διαχειρίζονται οι ίδιοι την κοινωνία τους σε κάθε επίπεδο.

Μερικοί, έστω κι αν ντρέπονται να το βροντοφωνάξουν, πιστεύουν ότι μια παγκόσμια δικτατορία, ένας νέος ολοκληρωτισμός, είναι απαραίτητα για τη διαχείριση τέτοιων κινδύνων. Αν το 1789, οι Γάλλοι έκοψαν το κεφάλι του βασιλιά τους για να θεμελιώσουν τη δημοκρατία, οι σύγχρονοι Αυτοκράτορες του Χρήματος, οι Ρότσιλντ, οι Ροκφέλλερ, οι Γκόλντμαν Σαχς και οι πολιτικοί-υπάλληλοί τους επιδιώκουν να κόψουν το κεφάλι των κοινωνιών, αποτρέποντας την εμφάνιση ιδεών και προσώπων που θα εκφράσουν τις ανάγκες τους. Από τους Μεδίκους έως τους Σαϊεντολόγους, η άρχουσα τάξη του κόσμου μας έκανε στροφή 180 μοιρών περί τον άξονά της. ‘Εχει δίκηο όπως την περιγράφει, ως δύναμη σκοτεινής αποσύνθεσης, χωρίς αίσθηση ιστορικής αποστολής, ένας άλλος «προφήτης», ο Στάνλει Κιούμπρικ, στα «Μάτια ερμητικά κλειστά».

Το σοβιετικό σύστημα όμως ήταν στρατιωτικά οργανωμένο, όπως και η παγκόσμια πυρηνική βιομηχανία. Η Ιαπωνία είναι η πιο «πειθαρχική» κοινωνία του κόσμου. Είναι άραγε τυχαίο ότι εκεί συνέβησαν οι δύο σημαντικότερες πυρηνικές καταστροφές; ‘Ισως, μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία αυτοδιαχειριζόμενων ατόμων αποδεικνυόταν μια πιο ασφαλής, η μόνη ασφαλής λύση.

Ο ‘Ερικ Χομπσμπάουμ έκανε λόγο για τον «αιώνα των άκρων», των πολέμων και των επαναστάσεων, περιγράφοντας τον «μικρό» (1914-1991) εικοστό αιώνα. Ο μέλλων Χομπσμπάουμ θα χρειαστεί, γράφοντας για τον 21ο αιώνα, να μιλήσει για «αιώνα των καταστροφών». Ακριβέστερα, δεν θα υπάρχει Χομπσμπάουμ. Οι καταστροφές που προμηνύονται και ήδη συμβαίνουν, μπροστά στα μικροσκοπικά, από έκπληξη, πανικό, ιδιοτέλεια, ματάκια μας, έχουν μεγάλη διαφορά συγκρινόμενες με τις καταστροφές του παρελθόντος, περιλαμβανομένων των παγκοσμίων πολέμων. Δεν θέτουν σε κίνδυνο μόνο τον πολιτισμό, αλλά την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου γένους.

Μόνο συνείδηση της επερχόμενης καταστροφής ίσως προκαλέσει το θαύμα που χρειάζεται. Η ιστορία μετακινεί τώρα το ζήτημα της επιβίωσης των ανθρώπων από τη σφαίρα της θρησκείας, της μεταφυσικής, της μελλοντολογίας στη σφαίρα του πολιτικού. Αν όχι εμείς, τα παιδιά ή τα εγγόνια μας, θα προλάβουν να δουν αν ο 21ος θα είναι πρώτος ή τελευταίος αιώνας του ανθρώπινου γένους.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 3 Απριλίου 2011, http://konstantakopoulos.blogspot.com/2011/04/blog-post.html

Για την ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα

ΤO ΜΕΓΑ  ΖΗΤOΥΜΕΝO: Η ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα

 

Του Hλία Φιλιππίδη

 

 

1. Από το Ελλαδικό πρόβλημα στο μέγα ζητούμενο.

 Από το 2007, δηλαδή προτού ξεσπάσει η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και όταν ακόμη το πρόβλημα περιοριζόταν στην ποιότητα του πολιτικού μας συστήματος, έθετα ως αφετηρία των σκέψεών μου, σε άρθρα και ομιλίες, τις παρακάτω διαπιστώσεις: α. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακολουθία σκανδάλων ή μια γενικότερη κυβερνητική κρίση, που μπορεί να ξεπερασθεί με την αντικατάσταση μερικών μελών της Κυβερνήσεως ή έστω με την άνοδο στην εξουσία ενός άλλου κόμματος, αλλά πρόκειται για μια συνολική ποιοτική κατάρρευση του πολιτικού μας συστήματος. Πρόκειται για μια παρακμή του πολιτικού μας συστήματος.

β. Αναζητώντας τις αιτίες αυτής της παρακμής, προκύπτει το ερώτημα πόσο πίσω πρέπει να πάει ο αναλυτής, για να εντοπίσει τις ρίζες του κακού.

γ. Το πρώτο γενικό ερώτημα, που άρχισε να τίθεται από το 2008 και μετά, είναι αν πρόκειται για το τέλος της Μεταπολιτεύσεως. Υπήρχε γενικώς η αίσθηση ότι (όπως έγραψα), «κάτι τελειώνει, αλλά το νέο δεν έχει έλθει ακόμη».

δ. Βεβαίως και ζούμε την κατάρρευση του καθεστώτος της Μεταπολιτεύσεως. Όμως, το πελατειακό σύστημα δεν καθιερώθηκε για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση. Στη συνέχεια, μπορούμε να θέσουμε σε αμφισβήτηση το συνολικό αναπτυξιακό πρότυπο της Μεταπολεμικής περιόδου, το οποίο στηρίχθηκε στο μοναδικό όραμα της «ευημερίας» και σε υπανάπτυκτα μικροαστικά ψευδοδιλήμματα μεταξύ πόλεως και υπαίθρου, παραδόσεως και αναπτύξεως. Ήταν μια σκόπιμη πρόταση πρακτικής συγκλίσεως μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, η οποία πρόταση διατηρούσε το πλεονέκτημα της νίκης για τους νικητές και καλούσε όλους τους Έλληνες να συναντηθούν στο επίπεδο του πλέον χαμηλού και αντιπνευματικού ιδεολογικού κοινού παρονομαστή της μικροαστικής και εγωκεντρικής ιδιοτέλειας.

Αυτή η πολιτική τελειοποιήθηκε στην «Αλλαγή». Ως κοινός εχθρός Δεξιών και Αριστερών υποδείχθηκε η παράδοση, το μέλλον και η αξιοκρατία. Ως κοινός θεός αναδείχθηκε το βόλεμα, η ήσσων προσπάθεια, η αυθαιρεσία και τέλος η αρπαχτή. Γενικώς, θεοποιήθηκαν το παρόν και το ατομικό συμφέρον. Έτσι, τέθηκαν στο περιθώριο ή έφυγαν στην εξορία της μεταναστεύσεως και οι τρεις μεγάλες κινητήριες δυνάμεις του Ελληνισμού: το ελληνικό πνεύμα, το ελληνικό δαιμόνιο και το ελληνικό κοινοτικό πνεύμα. Oι Έλληνες έμαθαν να ζουν χωρίς την ποιότητα, χωρίς την έφεση της δημιουργίας, χωρίς πνευματική ανάταση, χωρίς κοινωνική ευθύνη και χωρίς αναφορά στο μέλλον. Γι’ αυτό, και όταν ήλθε το μέλλον μας, εκδικήθηκε σκληρά. Δεξιά και Αριστερά συμφώνησαν ότι το πνεύμα της κοινότητας θα πρέπει να αντικατασταθεί από την κομματική ταυτότητα και ο διαχρονικός ενωτικός θεσμός του καφενείου θα πρέπει να διχοτομηθεί σε «πράσινα» και «μπλε» καφενεία. Αυτή ήταν η «επιμήκυνση» του Εμφυλίου.

Τα τελικά μας συμπεράσματα είναι:

α. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα αποτελούν ένα μπερδεμένο κουβάρι χωρίς αρχή και τέλος. Βεβαίως, οι κορυφές των προβλημάτων προβάλλουν μέσα από το πολιτικό μας σύστημα. Όμως, οι ρίζες τους βρίσκονται μέσα στην κοινωνία μας και ο κορμός τους διαπερνά ολόκληρο το ελλαδικό μόρφωμα. Προτείνουμε αυτόν τον όρο, για να χαρακτηρίσουμε ολόκληρο το κοινωνικό, θεσμικό και πολιτικό οικοδόμημα που θεμελιώθηκε από τον Καποδίστρια και έφθασε αγκομαχώντας μέχρι τις ημέρες μας, ως άλλος μαραθωνοδρόμος, για να μας φέρει όχι το μήνυμα της νίκης, αλλά να επαναλάβει τη ρήση του Χαριλάου Τρικούπη: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Η γνώμη μας ήταν και είναι ότι στις ημέρες μας καταρρέει ολόκληρο το Ελλαδικό μόρφωμα, αυτό που με τόσες ελπίδες και τόσες θυσίες άρχισαν να κτίζουν οι πρόγονοί μας το 1828, με πρώτο αρχιτέκτονα τον Καποδίστρια.

β. Η πορεία του Ελληνισμού από το 1821 μέχρι σήμερα έχει δύο πλευρές: μία θετική και μία αρνητική. O απολογισμός της αρνητικής πλευράς περικλείεται σε μία και μόνο διαπίστωση: αποτύχαμε να δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο αστικό κράτος και αυτή μας η αποτυχία υπονομεύει το μέλλον της συνολικής μας ιστορικής υποστάσεως.

γ. Δεν αρκεί να ξεπεράσουμε αυτήν την κρίση, για να εξασφαλίσουμε το μέλλον του Ελληνισμού. Εξ άλλου, δεν θα μπορέσουμε να την ξεπεράσουμε, εάν δεν διεισδύσουμε βαθύτερα στο Ελλαδικό πρόβλημα και δεν ανοίξουμε τα δύο μεγαλύτερα μέτωπα, που είναι η ανασύνταξη (και όχι επανίδρυση) του Ελλαδικού κράτους και η ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα.

 

2. Η ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα.

 

Νομίζω ότι αρχίζει να γίνεται κατανοητό ότι ο Έλληνας, ο μέσος Έλληνας, ο απλός Έλληνας δεν είναι μόνο ο τελικός αποδέκτης όλων των προβλημάτων του Ελλαδικού μορφώματος αλλά, όπως φαίνεται, και η βαθύτερη αιτία τους. Η πρώτη διάγνωση μας λέει ότι ο Έλληνας είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, αρκεί την ευθύνη γι’ αυτό και τη χώρα του να την έχουν άλλοι… Γιατί αυτό; Δεν είναι έξυπνος ο Έλληνας; Δεν το καταλαβαίνει; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, πολύ απλή:

O Έλληνας είναι ένα πανέξυπνο ον, αλλά διαθέτει ένα υπερτροφικό «εγώ» και δεν σκέπτεται ούτε συλλογικά, ούτε το μέλλον. O Χρήστος Γιανναράς βλέπει το πρόβλημα στην πολιτική και κοινωνική του διάσταση και εντοπίζει την αιτία στο έλλειμμα της «κατά κεφαλήν καλλιέργειας» (πολύ πετυχημένος όρος!) των σημερινών Ελλήνων, τους οποίους επικριτικά και υποτιμητικά χαρακτηρίζει ως «Νεοέλληνες» και το κράτος τους ως «ελλαδικό κρατίδιο». Προχωρεί μία βαθμίδα βαθύτερα και αποδίδει αυτό το ποιοτικό έλλειμμα και την όλη ελλαδική μιζέρια στην αποτυχία μας να δημιουργήσουμε μια κοινωνία «κοινότητας», όπου η κοινότητα δεν νοείται μόνο κοινωνιολογικά, αλλά και μεταφυσικά, ως μέθεξη αξιών και κυρίως ουσίας, με αναφορά στο ανθρώπινο πρόσωπο. O Γιανναράς αναγνωρίζει ότι η μοίρα του Έλληνα είναι δύσκολη, μέχρι και τραγική. Δεν υπάρχει μέσος όρος για τον Έλληνα. Το βάρος του ελληνο-ορθόδοξου πολιτισμού του τον υποχρεώνει ή να ίπταται ή να σέρνεται. Η πεζότητα τον γελοιοποιεί. O ελληνικός τρόπος ζωής πρέπει να είναι ταυτόχρονα και οικουμενική πρόταση για την καταξίωση του ανθρώπου. O Στέλιος Ράμφος προσεγγίζει το πρόβλημα φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά. Μη έχοντας εγκαταλείψει τις πλατωνικές του ρίζες, ανοίγει έναν δρόμο στην ελληνική σκέψη, που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε «κριτικό εγκόσμιο ιδεαλισμό». O ιδεαλισμός του Ράμφου δεν είναι μεταφυσικός, αλλά εγκόσμιος, διότι δεν είναι απόλυτος, αλλά σχετικός. Ακολουθεί έναν δρόμο που είναι γνωστός ως ιστορία των ιδεών. Αυτή η μέθοδος συνδυάζει την ιστορική εξέλιξη του πολιτισμού με την εννοιοκρατία. Έτσι, με αναφορά στην έννοια του χρόνου, ο Ράμφος αντιπαραβάλλει δύο πολιτισμούς: τον βυζαντινό και τον δυτικο-ευρωπαϊκό.

Είναι αλήθεια ότι ο Έλληνας έχει πρόβλημα επαφής με την πραγματικότητα και αυτό το πρόβλημα ο Ράμφος το αποδίδει στον εσχατολογικό προσανατολισμό του βυζαντινού πολιτισμού. Όμως, η σκέψη του Ράμφου έχει, κατά τη γνώμη μας, δύο προκλητικές ελλείψεις: η μία αφορά την ιστορική διάσπαση της σκέψεώς του και εντοπίζεται στο ότι βλέπει το Ελλαδικό πρόβλημα σε δύο μόνο διαστάσεις, δηλαδή αυτή του Νεώτερου Ελληνισμού και του Βυζαντίου. Ενώ, στην πραγματικότητα, είναι ένα πρόβλημα τριών διαστάσεων: περιλαμβάνει και την αρχαία Ελλάδα. Η άλλη έλλειψη αφορά τη σχετικοποίηση του ιδεαλισμού του και την ταύτισή του με τον Δυτικό πολιτισμό. Λείπει από τη σκέψη του Ράμφου η αναζήτηση του «παστώ», δηλαδή η ανθρωποκεντρική εκτίμηση της Ιστορίας όχι ως έσχατου, αλλά ως «τέλους».

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει: πού πάει ο κόσμος;

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 01 Απρίλιος 2011, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/842/to-mega-zetoumeno-anthropologike-anataxe-tou-ellena-tou-hlia-philippide.html

Ποιος φοβάται τη ρήξη με την ΕΕ;

Ποιος φοβάται τη ρήξη με την ΕΕ;

Για τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις του αριστερού ευρωπαϊσμού

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Η επιστροφή της συζήτησης για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση

Η όξυνση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, η εκτίναξη της κρίσης χρέους στους περιφερειακούς σχηματισμούς της ΕΕ, η απειλή αποσταθεροποίησης του συστήματος του ευρώ, για πρώτη φορά θέτουν σε αμφισβήτηση την ίδια τη βιωσιμότητα του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Γι’ αυτό το λόγο και τόσο σε επίπεδο τοποθετήσεων διανοουμένων και αναλυτών, όσο και σε επίπεδο μαζικών συλλογικών τοποθετήσεων είδαμε το τελευταίο διάστημα να αποκτούν ξεχωριστή σημασία και απήχηση τα αιτήματα που αφορούν τη ρήξη με την ΟΝΕ, το ευρώ, την ΕΕ.

Από την άλλη, μεγάλο μέρος των δημόσιων τοποθετήσεων, ιδίως από το χώρο του Συνασπισμού αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ, κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: μια προσπάθεια προκαταβολικά να απορριφθεί οποιαδήποτε σκέψη για ανάδειξη αιτημάτων που αφορούν τη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση.

Το ενδιαφέρον αυτής της επιχειρηματολογίας είναι ότι δεν αναπαράγει τόσο την κλασική τοποθέτηση της ανανεωτικής Αριστεράς για τον αυταπόδεικτα θετικό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως διαδικασίας θεσμικού εκσυγχρονισμού και ως ανάδειξης αντίπαλου δέους στις ΗΠΑ. Αντίθετα, προσπαθεί να διατυπωθεί από τη σκοπιά μιας αντίληψης που τουλάχιστον διακηρυκτικά διεκδικεί να είναι ταξική και διεθνιστική.

Ειδικότερα, αυτή η επιχειρηματολογία στρέφεται σε δύο κατευθύνσεις: στο επίπεδο των άμεσων επιπτώσεων και στο επίπεδο της στρατηγικής. Στο επίπεδο των επιπτώσεων υποστηρίζεται ότι οποιαδήποτε ρήξη σήμερα με την ΟΝΕ, εγκατάλειψη του ευρώ και υιοθέτηση κοινού νομίσματος θα οδηγήσει στην ραγδαία οικονομική επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων καθώς θα υποτιμηθεί το νέο εθνικό νόμισμα και θα ακριβύνουν τα εισαγόμενα προϊόντα, ενώ θα υπάρξει και αύξηση της ανεργίας καθώς θα έχουμε φυγή κεφαλαίων και μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η αύξηση του πληθωρισμού θα εξανεμίσει τις καταθέσεις των εργαζομένων, ενώ σύντομα θα έχουμε και κατάρρευση του αναγκαστικά πληθωριστικού νομίσματος. Σε πιο στρατηγικό επίπεδο υποστηρίζεται ότι σήμερα δεν μπορούν να υπάρξουν διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στο επίπεδο των εθνικών κρατών, παρά μόνο σε επίπεδο ευρύτερων περιφερειακών ενώσεων.

Όλα αυτά διανθίζονται με μια πολεμική ενάντια στους υποστηρικτές της αντίθετης άποψης. Υποστηρίζεται έτσι ότι όσοι μιλούν για έξοδο από το ευρώ αναπαράγουν μια αστικά ηγεμονευόμενη εκδοχή οικονομικής πολιτικής, που δεν βλέπει ταξικές σχέσεις και συγκρούσεις αλλά μόνο την «εθνική οικονομία». Η ρήξη με την ΟΝΕ παρουσιάζεται ως αίτημα αύξησης των εξαγωγών, μείωσης των εισαγωγών και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Συνολικά, η ρήξη με την ΕΕ παρουσιάζεται ως παραλλαγή ενός οικονομικού και πολιτικού εθνικισμού που συγκαλύπτει τον ταξικό ανταγωνισμό και αναπαράγει την ιστορική απόκλιση της Αριστεράς προς μια εκδοχή οικονομισμού, παραγωγισμού και κρατισμού.

Τελικά τι είναι η ΕΕ;

Εκτιμώ ότι απέναντι σε αυτή την επιχειρηματολογία χρειάζεται να επανέλθει η συζήτηση στην πραγματική της βάση. Καταρχάς χρειάζεται να έχουμε μια εκτίμηση για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και τη συγκρότηση της ΕΕ. Κατά τη γνώμη μου επιβάλλεται να επιμείνουμε να την αντιμετωπίζουμε όχι ως μια νομοτελειακή ολοκλήρωση μιας διαδικασίας θεσμικού εκσυγχρονισμού, αλλά ως μια ταξική στρατηγική. Εξαρχής η οικοδόμηση της ΕΕ αφορούσε την προσπάθεια των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων να διαμορφώσουν έναν ενιαίο οικονομικό χώρο (πολύ πέρα από μια «ενιαία αγορά») και να δοκιμάσουν εκτεταμένες μορφές οικονομικού συντονισμού, με στόχο να βελτιώσουν τη θέση τους και έναντι των εργαζομένων και έναντι των ανταγωνιστών τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Παρότι αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει και τη μερική απεμπόληση στοιχείων εθνικής κυριαρχίας, εντούτοις δεν αποτελεί διαμόρφωση υπερκράτους, κύρια γιατί οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, παρά τη σχετική κοινότητα συμφερόντων τους, δεν διαμορφώνουν ένα υπερεθνικό συνασπισμό εξουσίας, ενώ αντίστοιχα ούτε οι εργατικές τάξεις και συνολικά οι υποτελείς τάξεις συγκροτούνται σε υπερεθνικό επίπεδο. Όμως, αυτή η μερική απεμπόληση στοιχείων εθνικής κυριαρχίας, επέτρεπε να επιβάλλονται πιο εύκολα αλλά και να νομιμοποιούνται πλευρές μιας επιθετικής αστικής ταξικής στρατηγικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υποχρεωτική «απελευθέρωση», δηλ. ιδιωτικοποίηση, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και άλλων υποδομών.

Το ευρώ ως ταξική στρατηγική

Το θέμα τώρα του κοινού νομίσματος αποτέλεσε την πιο επιθετική εκδοχή οικονομικού συντονισμού μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ύπαρξη κοινού νομίσματος εξαρχής προβλήθηκε, ήδη από τη δεκαετία του 1970, ως βασική πλευρά της διαμόρφωσης ενός ενιαίου οικονομικού χώρου: η κινητικότητα κεφαλαίων και εμπορευμάτων και η δυνατότητα επενδύσεων θεωρήθηκε ότι προϋποθέτουν την εξάλειψη των νομισματικών διακυμάνσεων. Το δε κοινό νόμισμα, με Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θεωρήθηκε ότι θα ήταν πολύ αποτελεσματικότερο από την απλή επιδίωξη σταθερών ισοτιμιών, καθώς θα απέκλειε προκαταβολικά τον κίνδυνο κερδοσκοπικών επιθέσεων σε επιμέρους νομίσματα. Σημαντική πλευρά του σχεδίου για το κοινό νόμισμα ήταν και η επιδίωξη να παίξει το ευρώ το ρόλο διεθνούς νομίσματος αναφοράς, δηλ. παγκόσμιου χρήματος και να υποκαταστήσει το δολάριο σε αυτό το ρόλο.

Σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση της ΟΝΕ, το μόνο που θα απειλούσε το κοινό νόμισμα θα ήταν μεγάλες αποκλίσεις στον πληθωρισμό και τα ελλείμματα, καθώς θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποσταθεροποιητικές ανοδικές τάσεις επιτοκίων. Αυτό που δεν μπορούσαν να προβλέψουν, όμως, ήταν μια συγκυρία δομικής καπιταλιστικής κρίσης και το ενδεχόμενο κρίσης του κρατικού χρέους, που αποδείχτηκε ακόμη πιο αποσταθεροποιητικό από τις αποκλίσεις στα «κριτήρια» σύγκλισης.

Για να κατανοήσουμε το ρόλο του ευρώ ως ταξικής στρατηγικής πρέπει να δούμε το ρόλο των συναλλαγματικών ισοτιμιών μέσα στο διεθνές σύστημα. Ο ανταγωνισμός στη διεθνή αγορά ουδέποτε ήταν αδιαμεσολάβητος και στηριζόμενος απλώς στις διαφορές παραγωγικότητας και την εξειδίκευση στα «συγκριτικά πλεονεκτήματα». Ιστορικά προϋπέθετε και την ύπαρξη κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αυτές έχουν ως αποτέλεσμα σχηματισμοί με χαμηλότερη μέση παραγωγικότητα να επιβιώνουν μέσω του μηχανισμού προστασίας που προσέφεραν οι διακυμάνσεις των ισοτιμιών (μέσω υποτίμησης), όπως και άλλοι μηχανισμοί προστασίας όπως οι δασμολογικοί και μη δασμολογικοί φραγμοί και οι άμεσες και έμμεσες επιδοτήσεις. Ο Klaus Busch ονόμασε στη δεκαετία του 1970 αυτή τη λειτουργία των συναλλαγματικών ισοτιμιών «τροποποίηση του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά». Αυτό επέτρεπε την οικοδόμηση συμμαχιών (με μερίδες της αστικής τάξης αλλά και μικροαστικά στρώματα), την προσέλκυση επενδύσεων (ως υποκατάσταση εισαγωγών), την ενίσχυση της θέσης των επιμέρους αστικών τάξεων μέσα στην παγκόσμια αγορά. Από την άλλη, άλλες μερίδες του κεφαλαίου, ιδίως το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αλλά και οι μεγάλοι διεθνοποιημένοι όμιλοι, καθώς και οι ηγεμονικοί σχηματισμοί, όπως οι ΗΠΑ, υποστήριζαν την ανάγκη απελευθέρωσης του εμπορίου και άρσης αυτών των προστατευτικών μηχανισμών (έστω και εάν οι ίδιοι εφάρμοζαν «προστατευτικές» πολιτικές π.χ. η υποτίμηση του δολαρίου ή οι αμερικανικές επιδοτήσεις). Σε αυτό το φόντο επανέρχονταν διαρκώς το αίτημα σταθερών ισοτιμιών ή της πρόσδεσης σε κάποιο νόμισμα και μάλιστα αποτέλεσε μια από τις βασικές συνταγές του ανοίγματος στην «παγκοσμιοποίηση» στη δεκαετία του 1990. Βέβαια, όπου αυτή η πολιτική εφαρμόστηκε, οδήγησε σε οριακές εκδοχές νομισματικής αποσταθεροποίησης με κορυφαίο παράδειγμα την Ασιατική κρίση του 1997-98 ή τα προβλήματα στις οικονομίες της Λατινικής Αμερικής όπως η Αργεντινή.

Ωστόσο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια σχετικά ευνοϊκή οικονομική συγκυρία από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και η πολιτική απόφαση των ηγεμονικών σχηματισμών να προχωρήσουν αποφασιστικά, επέτρεψε την κρίσιμη τομή που δεν ήταν η – ευάλωτη όπως έδειξε η έξοδος της Βρετανίας το 1992 από το ΕΝΣ – λογική των σταθερών ισοτιμιών, αλλά το κοινό νόμισμα.

Πώς, όμως, λειτουργεί το κοινό νόμισμα; Στο βαθμό που στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε πραγματικές διαφορές παραγωγικότητας, το κοινό νόμισμα λειτουργεί ως μηχανισμός νομισματικής ανατίμησης για τους λιγότερο παραγωγικούς σχηματισμούς και νομισματικής υποτίμησης για τους περισσότερο παραγωγικούς σχηματισμούς. Με αυτό τον τρόπο, το ενιαίο νόμισμα κάνει ακόμη πιο έντονες τις τάσεις ανισόμετρης ανάπτυξης που διαπερνούν την Ευρώπη, ως αποτέλεσμα των διαφορών παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας και οικονομικής ισχύος ανάμεσα στους σχηματισμούς. Γι’ αυτό και το ευρώ σαφέστατα ενισχύει τη θέση των ηγεμονικών σχηματισμών και ιδίως της Γερμανίας, που μπορούσε να συσσωρεύει σημαντικά πλεονάσματα. Είναι, δηλαδή, και ένας μοχλός για την παγίωση της ηγεμονικής θέσης σχηματισμών όπως η Γερμανία και για την ενίσχυση ιεραρχιών μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Ταυτόχρονα, κάνοντας ακόμη πιο έντονες τις διαφορές παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας που ούτως ή άλλως υπάρχουν, το κοινό νόμισμα διαμορφώνει και μια συνθήκη ιδιαίτερα μεγάλης πίεσης για αναδιαρθρώσεις, για ένταση της εκμετάλλευσης, για αύξηση της παραγωγικότητας, για μείωση του μισθολογικού κόστους. Είναι μια έκθεση στον ανταγωνισμό χωρίς προστατευτικό μηχανισμό. Αυτός είναι ο λόγος που και τα αστικά κράτη των μη ηγεμονικών σχηματισμών, όπως η Ελλάδα, επέλεξαν να στηρίξουν τη στρατηγική του κοινού νομίσματος. Το ευρώ μπορεί να φέρνει «δυσκολίες» σε μερίδες του κεφαλαίου, αλλά συνολικά ασκεί πίεση για την συνολικότερη αναβάθμιση των κεφαλαίων τους, δηλαδή την ένταση του εκμεταλλευτικού ρόλου τους. Διαμορφώνει κατά κάποιο τρόπο ένα «ατσάλινο κλουβί του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού. Είναι κλασική περίπτωση λειτουργίας του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη, που προσπαθεί να προάγει μια στρατηγική για συνολικό κεφαλαιοκρατικό συμφέρον, έστω και σε σύγκρουση με επιμέρους ατομικούς κεφαλαιοκράτες. Δεν είναι τυχαίο ότι και στην Ελλάδα ήδη από το 1986, είχαμε πολιτική πραγματικής ανατίμησης του εθνικού νομίσματος («σκληρή δραχμή», καθώς ο ρυθμός διολίσθησης ήταν μικρότερος από τη διαφορά πληθωρισμού με τους αναπτυγμένους ευρωπαϊκούς σχηματισμούς).

Άρα λοιπόν η πολιτική του κοινού νομίσματος εξέφραζε και μια βαθιά ταξική στρατηγική για την έκθεση των σχηματισμών στις πιέσεις από το διεθνή ανταγωνισμό με άρση παραδοσιακών προστατευτικών μηχανισμών, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να πιεστούν να προχωρήσουν σε όλες εκείνες τις αναδιαρθρώσεις αλλά και τις τομές στη μισθολογική πολιτική που θα εξασφαλίσουν την εντονότερη παρά ποτέ εκμετάλλευση των εργατικών τους τάξεων.

Καπιταλιστική ανάπτυξη και ευρωπαϊκή ενοποίηση

Το ευρώ όπως και συνολικά οι πολιτικές της ΕΕ, επομένως, δεν «βλάπτουν» την «εθνική οικονομία». Αυτός ήταν ένας μύθος της Αριστεράς που προσπαθούσε να πείσει ότι είναι μια «εθνική δύναμη» και εσφαλμένα αντί να καταγγείλει την ένταση της εκμετάλλευσης που θα έφερνε η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, κινδυνολογούσε για την επαπειλούμενη κατάρρευση – που ποτέ δεν ερχόταν… – της  εθνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Το ευρώ και η ΕΕ, σε γενικές γραμμές, ευνόησαν την «εθνική» καπιταλιστική οικονομία και τη θέση σημαντικού τμήματος των ελλήνων κεφαλαιοκρατών, έστω και συγκυριακά. Αυτό δείχνουν άλλωστε οι «αναπτυξιακές δυναμικές» από τα μέσα στης δεκαετίας του 1990 έως το ξέσπασμα της κρίσης. Αντίθετα, αποδεδειγμένα έβλαψαν την εργατική τάξη, εφόσον συνέβαλαν στις ιδιωτικοποιήσεις, στις εκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις, στις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, στην ένταση του ποσοστού εκμετάλλευσης.

Προφανώς και αυτή η ωφέλεια για τους καπιταλιστές είχε τα χαρακτηριστικά ενός στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης, την κρίση του οποίου διαπιστώνουμε άλλωστε σήμερα, και το οποίο άφηνε πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες ανεκμετάλλευτες, υπερεκμεταλλευόταν άλλες, και σίγουρα δεν οδηγούσε στην πραγματική κοινωνική ευημερία. Στην καλύτερη περίπτωση οδηγούσε στην υπερεπένδυση σε συγκεκριμένους κλάδους όπως οι κατασκευές (που ενισχύθηκαν και από τη μείωση των επιτοκίων και τις ροές από την ΕΕ για υπερκοστολογημένα «μεγάλα έργα»), σε έναν καταναλωτικό ηδονισμό που στηριζόταν στη διόγκωση της καταναλωτικής πίστης και την υπερεργασία, στη προνομιμοποίηση κλάδων όπως ο εφοπλισμός ή οι υπηρεσίες που σε μεγάλο βαθμό εξαρτιόνταν από την διεθνή οικονομική συγκυρία. Αντίστοιχα, η αγροτική παραγωγή σε κρίσιμα προϊόντα υποχώρησε ή έγινε χαμηλότερης ποιότητας, ολόκληροι ισχυροί άλλοτε κλάδοι όπως η κλωστοϋφαντουργία οδηγήθηκαν στην απαξίωση, η οποία επέκταση του εκπαιδευτικού μηχανισμού έγινε σε αγοραία και τεχνοκρατική κατεύθυνση.

Όμως, η κριτική του  στρεβλού προτύπου καπιταλιστικής συσσώρευσης που κυριάρχησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 δεν γίνεται για να διεκδικήσουμε μια υποθετική βέλτιστη συνθήκη καπιταλιστικής ανάπτυξης που θα αξιοποιούσε τις παραγωγικές δυνάμεις. Γίνεται από τη σκοπιά ενός πραγματικού αιτήματος αναβάθμισης των δυνάμεων της εργασίας σε ρήξη με τη λογική του κεφαλαίου, από τη σκοπιάς μιας άλλης ριζικά αντικαπιταλιστικής λογικής για το πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε –με όρους συλλογικού κοινωνικού σχεδιασμού και αυτοδιαχείρισης – τις παραγωγικές δυνατότητες αυτής της χώρας.

Και αυτό σημαίνει ότι η σημερινή εμφανής κρίση του ελληνικού καπιταλιστικού αναπτυξιακού υποδείγματος δεν σημαίνει ότι το ευρώ ή η ΕΕ γενικά κι αφηρημένα διαλύουν την οικονομία. Αναδεικνύουν την κρίση ενός καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης και διαμορφώνουν όρους για τη μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης, το πιο πιθανό – εάν δεν υπάρξουν αντιστάσεις και ανατροπές – μετά από μια μακρά περίοδο καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων και ολόπλευρης μισθολογικής και κοινωνικής υποτίμησης της εργατικής δύναμης. Είναι μια προοπτική που για τις δυνάμεις του κεφαλαίου μπορεί να είναι «δημιουργική καταστροφή», αλλά για τις δυνάμεις της εργασίας συνιστά πραγματική κοινωνική παρακμή.

Μπορεί να υπάρξει μια «καλή» Ευρωπαϊκή Ένωση;

Προφανώς και θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια διαφορετική λειτουργία του ευρώ και μια άλλη αρχιτεκτονική της ΟΝΕ και της ΕΕ, που θα στηριζόταν σε εκτεταμένες αναδιανεμητικές δαπάνες, εξίσωση των μισθών σε όλη την Ευρώπη, επενδύσεις στην κάλυψη του παραγωγικού χάσματος κ.ο.κ. Όμως, αυτό θα σήμαινε μια Ευρώπη που θα έκανε επίθεση στα ίδια τα συμφέροντα των ευρωπαίων καπιταλιστών, επιβάλλοντάς τους τεράστιο οικονομικό κόστος. Όμως, ούτε οι ευρωπαίοι καπιταλιστές έδειξαν ποτέ αυτή τη διάθεση, ούτε τα κράτη-εκπρόσωποί τους την ανάλογη βούληση. Αυτό σημαίνει ότι ένα «καλό ευρώ» (κατά την έκφραση του Κ. Λαπαβίτσα) σε μια Ευρώπη της αναδιανομής αποτελεί αφελή εκδοχή ουτοπίας. Ακόμη και όταν μια τέτοια τοποθέτηση δεν αρθρώνεται από τη σκοπιά ενός αφελούς αριστερού ευρωπαϊσμού αλλά από τη σκοπιά ενός πολιτικά έντιμου διεθνισμού της δυνατότητας πανευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής ρήξης, αυτό που παραβλέπεται είναι ότι η ΕΕ όσο και εάν βάθυνε τα στοιχεία καπιταλιστικής ολοκλήρωσης ποτέ δεν έπαψε να είναι ένα βαθιά ανταγωνιστικό πεδίο, άρα με έντονο το στοιχείο της άνισης ανάπτυξης και των ιεραρχικών συσχετισμών. Η προσπάθεια για ένα «καλό ευρώ» θα ήταν δομικά ατελέσφορη.

Η επικαιρότητα της ρήξης με το ευρώ και την ΕΕ

Σε αυτό το φόντο, το αίτημα για ρήξη με την ΟΝΕ, έξοδο από το ευρώ και αποδέσμευση από την ΕΕ δεν διατυπώνεται ως αίτημα για μια καλύτερη «καπιταλιστική ανάπτυξη». Διατυπώνεται ως αίτημα απαλλαγής της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων από ένα μηχανισμό επιβολής των πιο σκληρών αντιλαϊκών πολιτικών. Εκφράζει την προσπάθεια ρήξης με τον «υπαρκτό ιμπεριαλισμό» και την ειδική εκδοχή διεθνοποίησης του κεφαλαίου που εκφράζει η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση. Αποτελεί απόπειρα υπονόμευσης της θέσης των δυνάμεων του κεφαλαίου και ενίσχυσης της θέσης των λαϊκών τάξεων.

Υποστηρίζεται ότι όσοι λέμε ρήξη με το ευρώ βασιζόμαστε στην αυταπάτη ότι στη σημερινή συνθήκη της διεθνοποίησης θα μπορούσαμε να έχουμε υποτίμηση του νομίσματος, ενίσχυση των εξαγωγών και καπιταλιστική ανάπτυξη και μας καταγγέλλουν ότι παραβλέπουμε την αύξηση του – εισαγόμενου – πληθωρισμού, την αναγκαστική παύση πληρωμών και προς την εργατική τάξη και διαμόρφωση οικονομικού χάους που θα δώσει στις αστικές δυνάμεις την πρωτοβουλία. Με έναν τρόπο κατηγορούμαστε ότι έχουμε και δεξιές αυταπάτες και ανευθυνότητα απέναντι στην εργατική τάξη.

Σε αυτή την κριτική έχουμε να απαντήσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον, η ρήξη με το ευρώ αλλά και συνολικά την ΕΕ αποσκοπεί ακριβώς στο να απαλλαγούμε από ένα σύνολο θεσμικών υποχρεώσεων που οδηγούν στην ένταση της εκμετάλλευσης: την υποχρεωτική λιτότητα, τις υποχρεωτικές περικοπές δαπανών και τα πλαφόν στα ελλείμματα, την πίεση για εσωτερική υποτίμηση, τις υποχρεωτικές ιδιωτικοποιήσεις. Όσο παραμένουμε μέσα σε αυτό το σύστημα, ιδίως σε μία συνθήκη κρίσης χρέους, τόσο θα οδηγούμαστε σε αλλεπάλληλα Μνημόνια, ιδίως από τη στιγμή που είναι ανέφικτο να έχουμε ένα «καλό ευρώ».

Δεύτερον, η ρήξη με το ευρώ και την ΟΝΕ για εμάς συνδέεται αλληλένδετα με τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, άρα περνάει μέσα από τη συνολική ανατροπή των όρων έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό και διαπλοκής με τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, τη ριζική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία, την επανοικειοποίηση σημαντικού μέρους του συνολικού κοινωνικού πλούτου, τη μερική τουλάχιστον απαλλοτρίωση των καπιταλιστών και την επιβολή μορφών ρύθμισης και ελέγχου κοινωνικού σημαντικών πλευρών της οικονομικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια, τα συγκεκριμένα μέτρα είναι ταυτόχρονα ο τρόπος για να αποφευχθούν «τεχνικά» τυχόν άμεσα καταστροφικά ενδεχόμενα (φυγή κεφαλαίων, έξοδος καταθέσεων, κατάρρευση του νέου νομίσματος, ντε φάκτο σύστημα δύο «παράλληλων» νομισμάτων) αλλά και η σαφής κατάδειξη ότι η τομή με την ΕΕ δεν είναι «οικονομοτεχνικό» ζήτημα για την καλύτερη λειτουργία του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά πολιτική ρήξη με τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Τρίτον, όλα αυτά προφανώς και εμπνέονται και από τη ριζική ανταγωνιστικότητα ανάμεσα στο καπιταλιστικό πρότυπο ανάπτυξης και τις δυνατότητες πραγματικής κοινωνικής ανάπτυξης που θα έδινε η αμφισβήτηση των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης. Παρότι η έξοδος ευρώ, η διαγραφή του χρέους και η ρήξη με την ΕΕ δεν παραπέμπονται, τουλάχιστον στην οπτική που προκρίνουμε, στο… μακρινό σοσιαλιστικό μέλλον, αλλά προτείνονται ως άμεσες αναγκαίες πολιτικές τομές, είναι σαφές ότι εμπνέονται από μια δυναμική κοινωνικού μετασχηματισμού.

Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: με όρους ποσοτικούς αυτή η διαδικασία το πιο πιθανό είναι να μην έχει το στοιχείο της οικονομικής μεγέθυνσης. Αντίθετα, ποσοτικά θα τείνει περισσότερο προς την «αποανάπτυξη». Αλλά από τη σκοπιά της πραγματικής κοινωνικής ευημερίας θα είναι τομή. Προφανώς και τα εισαγόμενα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων και των καυσίμων θα είναι ακριβότερα, η δυνατότητα φτηνών καταναλωτικών δανείων θα περιοριστεί ριζικά και το πιο πιθανό είναι σε πραγματικούς όρους οι μισθοί να μην εκτιναχθούν. Όμως, το πρότυπο κοινωνίας που οραματιζόμαστε δεν είναι η κατοχή οθόνης plasma και δύο αυτοκινήτων μεσαίου κυβισμού ανά οικογένεια. Το πρότυπό μας οφείλει να είναι μια ευημερία που να μετριέται με την ποιότητα της δημόσιας και πλήρως δωρεάν παιδείας, την πλήρη πρόσβαση σε δωρεάν παροχές υγείας, τη μείωση του χρόνου εργασίας την ανάπτυξη εκτεταμένου συστήματος δημόσιων συγκοινωνιών, την πολιτιστική αναγέννηση, την διατροφική επάρκεια και αυτάρκεια, την προστασία του περιβάλλοντος, τον κοινωνικό σχεδιασμό και την πραγματική αξιοποίηση των συλλογικών παραγωγικών δυνάμεων, την προσπάθεια για ένταξη σε διεθνείς συναλλαγές με κριτήριο την αμοιβαιότητα, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και όχι τον εξαναγκασμό του κέρδους.

Προφανώς και σε όλες τις τομές θα υπάρξουν και ρήξεις με συγκεκριμένα συμφέροντα, τόσο τα συμφέροντα των ηγετικών μερίδων της αστικής τάξης όσο όμως και των μη ηγετικών αλλά και μικροαστικών στρωμάτων που αναπαράγονταν σε αυτό το συγκεκριμένο καθεστώς συσσώρευσης. Στρώματα «επενδυτών» ή «αποταμιευτών» ή «καταθετών» θα θιχτούν και μπορεί να δουν απαξίωση μέρους των ατομικών τους περιουσιακών στοιχείων και αυτό να ενισχύει και έναν καλλιεργούμενο πανικό απέναντι σε ριζοσπαστικές λύσεις Όμως, για το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών στρωμάτων η εξέλιξη θα είναι πραγματικά λυτρωτική απέναντι στο φαύλο κύκλο λιτότητας και υπερχρέωσης.

Ποιος απομονωτισμός;

Υπάρχει βέβαια και το επιχείρημα ότι τυχόν έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ (όπως και διαγραφή του χρέους) θα οδηγούσε σε μια ιδιαίτερα οδυνηρή απομόνωση της χώρας από το διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Πέραν της αυτονόητης διαπίστωσης ότι υπάρχουν χώρες που μπορούν και επιβιώνουν χωρίς το ευρώ, μια τέτοια τοποθέτηση θα σήμαινε ότι θα αποδεχόμασταν ότι δεν μπορεί να επιβιώσει μια κοινωνία έξω από τις διαδικασίες καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Πολύ περισσότερο θα σήμαινε ότι αποδεχόμαστε ως νομοτέλεια την έκθεση των κοινωνιών στις πιέσεις για ένταση της παραγωγικότητας (και του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού χαρακτήρα της παραγωγής) που αναπαράγει η εμπλοκή στις διαδικασίες της διεθνοποίησης.  Βέβαια, τέτοιες ενστάσεις αντανακλούν και μια πιο στρατηγική τοποθέτηση: είναι η θέση ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε έναν μεμονωμένο σχηματισμό, ακριβώς επειδή η ιμπεριαλιστική απομόνωση θα οδηγήσει σε συνθήκες ανέχειας που θα διακυβεύσουν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Όμως, αυτό παραβλέπει τον αναγκαστικά άνισο – και άρα σε επίπεδο εθνικών κοινωνικών σχηματισμών – χαρακτήρα που θα είχε οποιαδήποτε διαδικασία επαναστατικής ρήξης. Άλλωστε, μια τέτοια ρήξη στην πραγματικότητα θα ήταν η μόνη δυνατότητα να αποσταθεροποιηθούν και άλλοι σχηματισμοί και άρα να υπάρξουν όροι διαφορετικών διεθνών σχέσεων στη βάση της αλληλεγγύης και της συνεργασίας.

Αντί επιλόγου

Ο βασικότερος κίνδυνος από την υποτίμηση ή άρνηση των στόχων ρήξης με το ευρώ και της ΕΕ είναι να οδηγηθούμε σε αναγκαστικό συντονισμό με τις πιο επιθετικές αστικές στρατηγικές. Γι’ αυτό το λόγο και πραγματικός εγκλωβισμός στα αδιέξοδα της καπιταλιστικής «εθνικής» οικονομίας, θα ήταν να παραμείνουμε μέσα στην αυταπάτη ότι δεν υπάρχει ζωή έξω από την ΕΕ. Η λογική ότι δεν μπορεί να υπάρξει ρήξη με την ΕΕ από τη σκοπιά των δυνάμεων της εργασίας αναπαράγει ακριβώς τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο περί της απουσίας εναλλακτικών λύσεων, θεωρεί αναπόδραστη την καπιταλιστική διεθνοποίηση και αποδέχεται ότι οποιαδήποτε εκδοχή φιλολαϊκής πολιτικής θα πρέπει αναγκαστικά να συμφιλιώνεται με τον εξαναγκασμό των πιέσεων από τις διεθνείς αγορές. Με αυτόν τον τρόπο, δεν θα έκανε τίποτε άλλο παρά να αναπαράγει μια βαθιά ηττοπαθή λογική, σύμφωνα με την οποία δεν μπορούμε να ανατρέψουμε τις βασικές επιλογές του αντιπάλου, παρά μόνο να προσπαθήσουμε να τις μετασχηματίσουμε εκ των έσω. Ουσιαστικά, όχι μόνο δεν θα έβλεπε την πραγματική δυνατότητα να υπάρξουν «αδύναμοι κρίκοι» σήμερα, αλλά και θα προλείαινε το έδαφος για την πλήρη συμμόρφωση με τη δυναμική της κυρίαρχης πολιτικής και θα αναπαρήγαγε το αρχέτυπο του αριστερού ρεφορμισμού ήδη από τον καιρό του Μπερνστάιν: την αντιμετώπιση των αστικών ταξικών στρατηγικών ως αντικειμενικών – και άρα σε τελική ανάλυση προοδευτικών… – δυναμικών…

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/blog.php?id=2090

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ: Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

 

omada politon ilioupolis

 

Η σύναψη της δανειακής σύμβασης με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια σύγχρονη μορφή δουλείας. Με το δάνειο που πήρε η Ελλάδα παραιτήθηκε από κάθε έννομο συμφέρον κατά των δανειστών της καθώς και από την εδαφική κυριαρχία της.

Η αφαίμαξη του ελληνικού λαού έχει ξεκινήσει εδώ κι ένα χρόνο. Και είναι μόνο η αρχή. Το πακέτο των οικονομικών μέτρων που απαιτούν να πληρώσουμε την τριετία 2012-2014 ανέρχεται στα 22 δις ενώ μέχρι το 2015 θα φθάσει τα 27,5 δις συνολικά. Η Ελλάδα ήδη εφαρμόζει το σκληρότερο πρόγραμμα λιτότητας από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ έχοντας ρίξει με βίαιο τρόπο το βιοτικό επίπεδο όλων των εργαζόμενων και με χιλιάδες άνεργους να προστίθενται  στη λίστα των ανέργων μέρα με τη μέρα.

 

Με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο το δημόσιο θα μπορεί και μάλιστα αναδρομικά να πληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του με την έκδοση ομολόγων ή άλλων τίτλων δανεισμού. Αυτό σημαίνει ότι η αναδιαπραγμάτευση του χρέους είναι ήδη μια πραγματικότητα που συμβαίνει άτυπα, άσχετα αν η ελληνική κυβέρνηση την αρνείται μέχρι στιγμής. Ταυτόχρονα, η επιμήκυνση του χρέους ή το λεγόμενο «κούρεμα» που συζητείται ότι θα γίνει σύντομα, όχι μόνο δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα του χρέους συνολικά, αλλά θα δώσει χρόνο για προετοιμασία των ευρωπαϊκών τραπεζών κυρίως των γαλλικών και των γερμανικών για την βαθμιαία απεξάρτησή τους από το ελληνικό χρέος φορτώνοντάς το στις πλάτες του ελληνικού λαού και του λαού της Ευρώπης.

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης σαν ο πιο αδύναμος κρίκος μιας ραγδαίας εξελισσόμενης παγκόσμιας κρίσης. Το ελληνικό χρέος είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένο σε τράπεζες και μια ενδεχόμενη πτώχευση θα προκαλέσει ανεξέλεγκτες επιπτώσεις στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Από τα 320 δις. χρέος, περίπου τα 100 δις. τα κατέχουν εγχώριοι δανειστές, ενώ το υπόλοιπο ξένοι. Ο μεγαλύτερος όγκος των κατόχων είναι οι ευρωπαϊκές τράπεζες με κυριότερες τις γαλλικές και τις γερμανικές.

Η μορφή που πήρε η παγκόσμια οικονομική κρίση το 2007 – η μεγαλύτερη μετά το κραχ του ’29 – ήταν μέσα από τη χρεοκοπία τραπεζών με αποκορύφωμα τη χρεοκοπία της Lehman Brothers στην Αμερική.  Για να σωθεί το τραπεζικό σύστημα, ένα μέρος γύρω στα 2,3 τρις δολάρια των τραπεζικών χρεών που διαγράφηκαν,  μετακύλησε στα ανεπτυγμένα κράτη που ανέλαβαν αυτά την ευθύνη να σώσουν τις τράπεζες αυξάνοντας έτσι ισόποσα το δημόσιο χρέος τους.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δάνεισαν τότε τις ιδιωτικές τράπεζες στην Ευρώπη με χαμηλά επιτόκια για να μπορέσουν να ανακάμψουν. Αυτές με τη σειρά τους δάνεισαν τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Η Ελλάδα καθώς και οι περιφερειακές χώρες της Ευρώπης με χαμηλή ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τις χώρες του κέντρου και κυρίως με την Γερμανία  απέκτησαν ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών λόγω της μεγάλης εισαγωγής χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Ήταν τότε που το χρέος εκτινάχτηκε στα ύψη.

Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί για αδυναμία πληρωμής των συντάξεων και των μισθών είναι απάτη. Την τελευταία δεκαετία το ελληνικό κράτος δανείστηκε 490 δις ευρώ. Απ’ αυτά το 97% πήγε στην αποπληρωμή δανείων, ενώ μόνο το 3% απ’ αυτά πήγε στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος. Το δάνειο των 110 δις ευρώ δεν πηγαίνει για να καλύψουμε τα ελλείμματα αλλά κυρίως για να ξεπληρώσουμε τους τόκους των προηγούμενων δανείων τα οποία μέρα με τη μέρα αυξάνονται  γεωμετρικά. Το κυνήγι της φοροδιαφυγής και ο νόμος που ψηφίζεται για να φυλακίζονται όσοι χρωστούν στο δημόσιο συνοδεύονται από τον εκφοβισμό  οποιουδήποτε διαταράσσει την αποπληρωμή του χρέους.

Η χρηματοπιστωτική κρίση είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το χρέος είναι συνυφασμένο με την ύπαρξη του τραπεζικού συστήματος. Οι τράπεζες δεν κερδίζουν μόνο από τους τόκους. Το μεγαλύτερο κέρδος τους είναι από την πώληση χρέους. Δημιουργούν χρήμα από τα χρέη. Όταν παίρνουμε δάνειο από μια τράπεζα, τα χρήματα δεν υπάρχουν αρχικά. Δημιουργούνται από το πουθενά μέσα από τη συμφωνία του δανεισμού. Όσο περισσότερα χρέη δημιουργούνται τόσο περισσότερα χρήματα κυκλοφορούν. Πάντοτε, όμως, τα χρέη είναι περισσότερα από τα χρήματα που κυκλοφορούν. Το επιπλέον χρήμα που κυκλοφορεί χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή το πλασματικό χρήμα, πρέπει να καταστρέφεται κατά περιόδους. Έτσι όποιες και αν είναι οι αδυναμίες της κάθε χώρας, η χρεοκοπία είναι συνυφασμένη με τη λειτουργία του συστήματος και δεν είναι μια κακή συγκυρία.

Δεν υπάρχει ούτε μια χώρα στον πλανήτη που να μην χρωστά. Η χώρα με το μεγαλύτερο χρέος είναι η Ιαπωνία με 200% επί του ΑΕΠ, η Ιταλία με 119%, η Γαλλία με 84%, η Βρετανία με 77,5%, η Γερμανία με 76,5%, η Αμερική με 64%. Σήμερα κυκλοφορούν παγκόσμια 700 τρις δολάρια χωρίς αξία που ισοδυναμούν  με 10 φορές το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν όλου του πλανήτη. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ομόλογα 46 τρις δολάρια, όταν το ΑΕΠ όλης της Ευρωζώνης είναι 9,2 τρις.  Αυτό σημαίνει ότι το πλασματικό κεφάλαιο που κυκλοφορεί απαιτεί να πάρει αξία ρίχνοντας το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων. Αυτό γίνεται μέσα από πρωτοφανή άγρια μέτρα λιτότητας που συνοδεύονται από αφαίρεση δημοκρατικών ελευθεριών παγκόσμια.

Το δημόσιο χρέος αποτελεί αυτή τη στιγμή το κυριότερο μέσο εκμετάλλευσης των εργαζόμενων από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Οι τράπεζες είναι ο πυλώνας του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Το ζητούμενο δεν είναι ποιος κατέχει τις τράπεζες αλλά αυτή καθεαυτή η λειτουργία των τραπεζών. Το να εθνικοποιηθούν οι τράπεζες κάτω από δημόσιο έλεγχο δεν λύνει το πρόβλημα. Ο ρόλος των τραπεζών είναι να πουλούν χρήμα και αυτό πρέπει να σταματήσει. Το χρήμα άλλωστε χρειάζεται  μόνο για την ανταλλαγή προϊόντων και δεν πρέπει να είναι μέσο πλουτισμού.

Η απαγόρευση πώλησης χρήματος είναι το πρώτο μέτρο που  θα πρέπει να παρθεί. Αυτό είναι ένα κομβικό σημείο. Θα πρέπει να δημιουργηθούν ταυτόχρονα τρεις κρατικές τράπεζες που θα δίνουν άτοκα δάνεια: μια Αγροτική, μια Επενδυτική και σαφώς η Τράπεζα της Ελλάδας που θα εποπτεύει και θα υλοποιεί την κυβερνητική πολιτική. Αυτές οι τράπεζες θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη του αγροτικού και βιομηχανικού τομέα, του εμπορίου, των υπηρεσιών, κ.λπ. Θα πρέπει να δοθούν άτοκα δάνεια μόνο σε επιχειρήσεις που ο αριθμός των εργαζομένων είναι ο ίδιος με των μετόχων, δηλ. οι μέτοχοι να είναι και οι εργαζόμενοι για να φτιαχτούν οικονομικές μονάδες στον αγροτικό τομέα, τη βιομηχανία και το εμπόριο. Αυτό σημαίνει ότι δεν εθνικοποιείς καμία ιδιωτική μονάδα.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε πάρα πολλά γύρω από ένα τέτοιο μοντέλο χωρίς να έχουμε αγκυλώσεις και χωρίς δόγματα, ξεκινώντας από τις ανάγκες του σήμερα και όχι επιβάλλοντας στην πραγματικότητα τις έτοιμες ιδέες μας. Δεν μας λείπει η αύξηση της παραγωγής των προϊόντων. Πρέπει να είμαστε ΑΠΟΛΥΤΑ καθαροί ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι άχρηστο, επικίνδυνο και έχει φτάσει στο σημείο να μας καθοδηγεί χωρίς να έχει καμία υπόσταση στην παραγωγή και στις ανάγκες του ανθρώπου. Απόλυτη λοιπόν αποδέσμευση της παραγωγής από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Αν δεν το κάνουμε αυτό, θα βρίσκει τρόπο το χρηματιστικό κεφάλαιο να εισχωρεί στην αγορά και όταν λέμε εμείς αγορά εννοούμε την πραγματική αγορά προϊόντων και όχι ομολόγων (γιατί έχουν χαθεί οι επιστημονικές έννοιες των πραγμάτων). Οι φόβοι για φυγή κεφαλαίων δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα γιατί ούτως ή άλλως δεν μπορεί να υπάρξει έλεγχος της ροής των κεφαλαίων. Ό,τι και να κάνουμε θα υπάρξει φυγή. Ήδη τα περισσότερα κεφάλαια που δεν χρησιμοποιούνται ή δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στο άμεσο μέλλον βρίσκονται σε διάφορους χρηματιστικούς παραδείσους του εξωτερικού. Ο σκοπός μας είναι τα αγαθά που παράγουμε να τα ανταλλάσουμε μέσω του χρήματος με άλλα αγαθά. Σαφώς για ζητήματα παραγωγής μπορούμε  και πρέπει να πούμε πολλά.

Και εδώ μπαίνουν αλληλένδετα ζητήματα δημοκρατίας, αντιπροσώπευσης, άμεσης δημοκρατίας, κ.λπ. Άλλωστε το είδος της δημοκρατίας βγαίνει μέσα από τον τρόπο που πρέπει να ικανοποιούνται οι ανθρώπινες ανάγκες σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Η αυτοοργάνωση είναι ένα καίριο ζήτημα προς συζήτηση με ό,τι προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίσουμε αρχικά.  Όλα αυτά όμως είναι θέματα για ανάπτυξη.

Η πολιτική αυτή πρέπει να συνοδευτεί και με μια ριζική λύση στο πρόβλημα του εξωτερικού χρέους. Για να μπορέσουμε να απελευθερωθούμε από τον βραχνά του εξωτερικού χρέους πρέπει να κηρυχθεί άμεση παύση πληρωμών. Ούτε ένα ευρώ από τα κρατικά ταμεία να μην φύγει στο εξωτερικό και ταυτόχρονα να ξεκινήσει η αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Θα πρέπει να υποστηριχτεί η πρόταση για σχηματισμό μιας διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους και να υπάρξει απόλυτη διαφάνεια στο άνοιγμα όλων των συμβάσεων χρέους και στην αποκάλυψη του πώς δημιουργήθηκαν. Εδώ μπαίνει για συζήτηση ποιο χρέος απ’ αυτά που δεν είναι πληρωμένα ή που δεν θεωρείται  απεχθές πρέπει να αποπληρωθεί ή όχι. Δεν πρέπει να αναγνωριστεί κανένα χρέος που έχει υπερβεί το αρχικό κεφάλαιο, δηλαδή σταματά η πληρωμή των τόκων. Όλα αυτά βέβαια μπορούμε να τα συζητήσουμε με πολύ καλούς οικονομολόγους μας που ασχολούνται με αυτό το θέμα με πολύ σοβαρό και εποικοδομητικό τρόπο ακόμα κι αν έχουν μεταξύ τους διαφορετικές προσεγγίσεις. Η βοήθειά τους θα είναι σημαντική. Δεν πρέπει να θεωρείται ταμπού κανένα νόμισμα καθώς και η παραμονή μας ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα είναι προς συζήτηση.  Γενικά όμως, δεν θα πρέπει να επιδιωχθεί η οικονομική και πολιτική απομόνωσή μας. Αυτό θα πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα.

Η οικονομική κρίση με διαφορετική μορφή χτυπάει όλη την Ευρώπη. Γι’ αυτό και είναι ένα μεγάλο ζήτημα το πώς μπορεί να ξεκινήσει ένας διάλογος πάνω σ’ αυτούς τους προβληματισμούς και με τους λαούς των υπόλοιπων χωρών ξεκινώντας βέβαια από τους άμεσα πληγέντες ιρλανδούς, πορτογάλους και ισπανούς.

 

ΠΗΓΗ: 11 Μαρτίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/42173

ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΙΣ ΣΧΟΛΕΙΩΝ: Στοίχημα και ευκαιρία

ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΙΣ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

Στοίχημα και ευκαιρία για το Συνδικαλιστικό Κίνημα

 

Του Βασίλη Δημόπουλου*


 

Είναι γνωστό ότι το θέμα που κυριαρχεί για τρεις και πλέον μήνες στην εκπαιδευτική επικαιρότητα είναι οι συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων. Το Υπουργείο έχει ήδη ανακοινώσει ότι από την επόμενη σχολική χρονιά θα υπάρχουν 1056 σχολεία λιγότερα σε Α/βάθμια και Β/βάθμια Εκπ/ση. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Το Υπουργείο στο πλαίσιο της πολιτικής του μνημονίου των περικοπών και των δομικών αλλαγών που προωθεί στην Εκπ/ση ξεκίνησε από το Νοέμβριο το σχέδιο αλλαγής του σχολικού χάρτη, όπου βασικές τακτικές του κινήσεις ήταν:

– Πριν τον «Καλλικράτη» οποιαδήποτε κατάργηση ή ίδρυση σχολικής μονάδας έπρεπε να προταθεί από τη Νομαρχιακή Επιτροπή Παιδείας (ΝΕΠ), που ήταν συλλογικό όργανο με συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων φορέων. Εκμεταλλευόμενο το Υπουργείο το θεσμικό κενό που υπήρχε, έδωσε εντολή «εν κρυπτώ» σε μονοπρόσωπα όργανα της Διοίκησης να υποβάλλουν προτάσεις.

 Όταν το θέμα διέρρευσε από δημοσιεύματα και άλλους κύκλους της Διοίκησης ΟΛΜΕ και ΔΟΕ κήρυξαν τρίωρη στάση και διαμαρτυρία πανελλαδικά στις Περιφέρειες Εκπ/σης. Η ηγεσία του Υπουργείου κάλεσε την ίδια μέρα και ώρα στο Υπουργείο τους Περιφερειακούς Δ/ντές για οδηγίες και με Δελτίο Τύπου παραδέχεται μεν ότι θα γίνου συγχωνεύσεις, αλλά προβάλλει «παιδαγωγικούς» λόγους.

– Δεν κάνει κανένα διάλογο με τις Εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες, τους συλλόγους γονέων και τις τοπικές κοινωνίες. Η «διαβούλευση» μέσω του διαδικτύου που ανακοίνωσε, διήρκεσε  μόνο τρεις μέρες (αλλά δεν ελήφθησαν οι οποίες παρατηρήσεις υπόψη).

– Για να παραπλανήσει τη κοινή γνώμη και να αποκρύψει τους πραγματικούς λόγους των ενεργειών τους σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις τους οι ιθύνοντες του Υπουργείου επικαλούνταν ακραία παραδείγματα σχολείων με λιγοστούς μαθητές.

– Στέλνει ειδική επιστολή και κατόπιν καλεί όλους τους Δημάρχους της χώρας σε ένα αμφιθέατρο, τους ανακοινώνει τις αποφάσεις του και αυτό το «βαπτίζει» διάλογο του Υπουργείου με την Τοπική Αυτοδιοίκηση!

Όλα όμως τα κόλπα του Υπ. και οι ισχυρισμοί του για δήθεν αποφάσεις για το καλό των μαθητών με παιδαγωγικά κριτήρια  καταρρέουν όταν το Υπ. Ανακοινώνει ποια σχολεία καταργούνται ή συγχωνεύονται. Εκπαιδευτικοί, γονείς, μαθητές και τοπικοί εκπρόσωποι αντιλαμβάνονται καθαρά τους στόχους αυτής της πολιτικής και το έντονο αντιλαϊκό και αντιεκπαιδευτικό χαρακτήρα της.

Αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι το Υπ. στοχεύει στο κλείσιμο των σχολείων του χωριού και της γειτονιάς και στη δημιουργία σχολείων – μαμούθ με απώτερους στόχους:

– Να μειώσει τις δαπάνες λειτουργίας των σχολείων.

– Να αυξήσει τους μαθητές ανά τμήμα και έτσι να μειώσει απαιτούμενο εκπ/κό προσωπικό.

– Να βάλει σε εφαρμογή τις αλλαγές που προωθεί στο Λύκειο με τις πολλές κατευθύνσεις και τα επιλεγόμενα μαθήματα, πράγμα που απαιτεί για να υλοποιηθεί μεγάλα σχολεία.

– Να αποδεσμευτεί μελλοντικά από την υποχρέωση χρηματοδότησης του Δημόσιου σχολείου και να το μεταθέσει στους γονείς και τους χορηγούς. Και προκειμένου οι χορηγοί  να ενδιαφερθούν  θα πρέπει να έχουν  εξασφαλίσει μεγάλη «πελατεία» , άρα  πολυπληθή σχολεία.

– Να κατηγοριοποιήσει τα σχολεία σε σχολεία «πάρκινγκ» των υποβαθμισμένων συνοικιών και σε σχολεία πρότυπα των «βορείων» προαστίων…

– Και τέλος να συνεχίσει τις συγχωνεύσεις και τα επόμενα χρόνια.

Γι’ αυτό και η αντίδραση υπήρξε άμεση και δυναμική με καταλήψεις σχολείων, πορείες, συγκεντρώσεις, μέχρι και παρεμβάσεις στις μαθητικές παρελάσεις (με κορυφαία στο Νιοχώρι Ηλείας).

Στην αποκάλυψη των πραγματικών προθέσεων αυτής της πολιτικής  συνέβαλλαν αρκετές ΕΛΜΕ, σύλλογοι δασκάλων, συνάδελφοι αγωνιστές από τους συλλόγους διδασκόντων και αρκετοί εκπρόσωποι γονέων. Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και το Δ. Σ. της Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας. Εξέδωσε έγκαιρα ενημερωτική επιστολή προς όλους τους γονείς, μίλησε σε αρκετές συνελεύσεις γονέων και ΜΜΕ, έκανε παραστάσεις στους δημάρχους της περιοχής και προώθησε προς συζήτηση το θέμα στο Δημοτικό Συμβούλιο Πάτρας απ’ όπου απέσπασε δύο φορές θετικά ψηφίσματα.

Βέβαια δεν έλλειψαν και οι «πρόθυμοι» συνδικαλιστές ή οι «πρόθυμοι» τοπικοί παράγοντες που συμπορεύτηκαν με το Υπουργείο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ηγεσία της Ομοσπονδίας Γονέων στην Πάτρα και το Δήμαρχο Αμαλιάδας.

Η ένταση και η διάρκεια της αντίδρασης  έφεραν σε δύσκολη θέση την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου  που δεν πρέπει να την περίμενε. Αρχικά χρησιμοποίησε απειλές για παράταση μαθημάτων και συκοφαντίες σε βάρος συναδέλφων αγωνιστών. Τελικά αναγκάστηκε σε μερική αναδίπλωση και ανακοίνωσε ότι θα επανεξετάσει περιπτώσεις συγχωνεύσεων.

Τώρα που γράφονται αυτά, εν αναμονή της απεργιακής κινητοποίησης στις 30/3/11 δεν είναι γνωστή η τελική απόφαση του Υπ. πανελλαδικά και τοπικά για να γίνει αποτίμηση. Εξάλλου, όπως γράψαμε και πιο πάνω, το θέμα θα έχει συνέχεια και τα επόμενα χρόνια και τα συνολικά συμπεράσματα θα βγουν σε βάθος χρόνου. Αλλά έως τώρα ένα πράγμα είναι βέβαιο: ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικοί βρέθηκαν μαζί στην ίδια πλευρά της μάχης.

Για πρώτη φορά οι γονείς δεν έβλεπαν στις ενέργειες των εκπαιδευτικών συντεχνιακές λογικές, δεν μας αντιμετώπισαν με καχυποψία και επιζητούσαν την ενημέρωση από μας. Προσωπικά ενθυμούμαι σε πόσο εχθρικό περιβάλλον βρέθηκα σε μια συνέλευση γονέων κατά την δίμηνη απεργία το ’97 και το αντιδιαστέλλω με τις πρόσφατες συναντήσεις με γονείς.

Και εδώ ακριβώς είναι το κλειδί της ευθύνης μας ως συνδικαλιστικό κίνημα και ως εκπαιδευτικών. Αυτή η προσέγγιση με τους γονείς, μαθητές και τοπική κοινωνία πρέπει να συνεχιστεί και να επεκταθεί και σε άλλα θέματα που έχουμε μπροστά μας, όπως οι αλλαγές στο Λύκειο ή την Τεχνική Εκπαίδευση. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα που έχουμε ως διδάσκοντες, ότι ζούμε τα προβλήματα του σχολείου και αντιλαμβανόμαστε το DNA  του «Νέου Σχολείου» και σε κάθε Σχολείο να γίνει ενημερωτική συζήτηση με γονείς.

Άλλο θέμα πρόσφορο για συντονισμό με τους γονείς είναι και το θέμα της μεταφοράς των μαθητών που αργά ή γρήγορα από τους υπερχρεωμένους Δήμους θα μεταφερθεί στις οικογένειες.

Και μόνο έτσι, πάνω σε πραγματικά γεγονότα, δημιουργώντας συμμαχίες, μπορούμε να αποτρέψουμε το προωθούμενο σχολείο της αγοράς, τους χορηγούς, την αύξηση του ωραρίου μας και τη θεσμική αξιολόγηση. Και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό το συντομότερο δυνατό απ’ όλους τους συναδέλφους και τη συνδικαλιστική ηγεσία. Ίδωμεν…

 

*Βασίλης Δημόπουλος, Μέλος του ΔΣ Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας, 29-3-2011