Τι μας έμαθε ο Θανάσης

Τι μας έμαθε ο Θανάσης


Του Νίκου Γ. Ξυδάκη  –   [Το βλέμμα*]


 

Γράφτηκαν τόσα πολλά για τον Θανάση Βέγγο, που θα ήταν περιττό να προσθέσουμε άλλα, για τις αρετές του ανδρός και του καλλιτέχνη. Προφανώς, η πάνδημη αγάπη οφείλεται στη σπάνια ταύτιση προσωπικού ήθους και ταλέντου, στην ειλικρίνεια και την αλήθεια που εξέπεμπε ο καλός άνθρωπος, ο άνθρωπός μας. Προφανές, αλλά όλο και σπανιότερο. Λιγότερο προφανές, αλλά σημαντικότερο είναι αυτό που ενσάρκωσε ο Θανάσης.

Το λέω συνοπτικά: τον μεταπολεμικό επιβιωτή, τον Ευρωπαίο άνθρωπο της ανοικοδόμησης, τον Ελληνα σε κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης, τον διαρκώς εφευρέτη και μαχητή. Πίσω από τη μάσκα του κλόουν υπάρχει ασφαλώς μελαγχολία. Γνωστό. Ο Θανάσης ήταν όμως ένας ξεχωριστός κλόουν, δικής του επινοήσεως. Η μελαγχολία του δεν ήταν ατομική, ήταν κοινωνική, ήταν η μελαγχολία του κοινού του. Αφενός. Και κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, ήταν μια μελαγχολία καταφάσκουσα, δοξαστική της ζωής. Πιο χαρακτηριστική ταινία του, σε αυτή την κατεύθυνση, είναι το «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου», του 1972. Είναι μια ταινία που μου θύμιζε τις λαμπρότερες παραδόσεις του ιταλικού νεορεαλισμού: λαϊκή, διαυγής, πικρή, ειλικρινής, με κοινωνικό και υπαρξιακό πυρήνα, γυρισμένη σε πραγματικούς τόπους, με ρεαλισμό αδρό και χωμάτινο, όχι καρικατουρίστικο ή εξωραϊστικό.

Ο σοφέρ Θανάσης τρέχει και δεν φτάνει, σε έναν φιλμικό κόσμο που ανασυνθέτει απολύτως πειστικά τα ελληνικά χρόνια από το ‘50 έως το ‘70· τα χρόνια του σκληρού μεροκάματου, του δοσά, του πρώην δωσίλογου ή μαυραγορίτη που έγινε αφεντικό και εργοδότης, της επιβίωσης, του αυθαίρετου τσαρδιού (και όχι του μεταγενέστερου «εξοχικού») στα γκρεμά του Περάματος και των Τουρκοβουνίων, στο όρος Αιγάλεω και στους γυμνούς αττικούς λόφους. Ο Θανάσης τρέχει ν’ αποκαταστήσει την ανύπαντρη αδελφή, χρεώνεται στον τοκογλύφο αφεντικό του, τρέχει πίσω από τη ζωή, να την προλάβει. Και αγαπάει: μια γυναίκα χωρίς μοίρα, σαν αυτόν. Αρχίζει σαν συμπόνια για την ξεσπιτωμένη και εξελίσσεται σε έρωτα και κοινό αγώνα. Ο Θανάσης πέφτει μαζί της, σηκώνεται, ξαναπέφτει, σηκώνεται πάλι. Ο λεηλατημένος εργάτης, ο στραγγισμένος, ορμάει με φτυάρι και μυστρί, αρπάει τσιμεντόλιθους και χτίζει έναν οικίσκο στα κατσάβραχα, ένα αυθαίρετο στην άκρη της πόλης, πέρα και από τις συνοικίες, μια φωλιά στη μεθόριο του κόσμου.

Ελάχιστες ελληνικές ταινίες έχουν δείξει έτσι αδρά και γυμνά την αγωνία του μεταπολεμικού επιβιωτή, με διαρκή κλαυσίγελω, με ένταση, με τέτοια πίστη ζωής. Το υπαρκτό παράλογο του βίου συμφύρεται με το σχόλιο για την κοινωνική αδικία, η πικρή κωμωδία με το μελόδραμα, το ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία. Είναι η στιγμή που η ελληνική κωμωδία αποκολλάται από την ηθογράφηση της αναδυόμενης μικροαστικής ζωής, αυτού του προτύπου λάιφστάιλ, με τους εύθυμους τύπους και τους χορτάτους αστούς των νεότευκτων πολυκατοικιών, και στρέφεται στη γυμνή ζωή των λαϊκών μεροκαματιάρηδων, των θαμπών ηρώων. Στον ακτήμονα φορτηγατζή Θανάση, που χτίζει το τσαρδί με τα ίδια του τα χέρια, δεν χωρούν ευφυολόγηματα και χωρατά, κωμικές καταστάσεις από παρεξηγήσεις και μικρομπερμπαντιές, δεν χωρούν καν οι έξυπνες ατάκες του Τσιφόρου και του Σακελλάριου. Ο προλετάριος τσιρκολάνος Θανάσης κουβαλάει όλη την Ελλάδα στους ώμους του, βογγώντας και γελώντας, κυνηγημένος και ριγμένος, αδικημένος, με σφιγμένα δόντια και πρωτογενές χαμόγελο. Είναι άνθρωπος, δεν είναι τύπος, δεν είναι χαρακτήρας· όπως δεν είναι τύποι οι ήρωες του Ροσελίνι ή του Βιτόριο ντε Σίκα, δεν είναι τύπος ο Τοτό στο «Κλέψας του κλέψαντος» του Μονιτσέλι.

Σε αυτή την κορυφαία του ταινία, μα και σε άλλες ταινίες, μπουρλέσκ, πικρές, τρελές, αυτοσχέδιες, καταγόμενες ταυτοχρόνως από τους αδελφούς Μαρξ, τον νεορεαλισμό, την πικρή ιταλική κωμωδία και το λαϊκό μελόδραμα, ο ακαταπόνητος, υπερκινητικός, θυελλώδης, συμπονετικός Θανάσης εκφράζει τον ακαταπόνητο, υπερκινητικό, θυελλώδη, συμπονετικό Ελληνα του καιρού του. Εζησαν με τον ίδιο τρόπο: κυνηγημένοι, ριγμένοι, αδικημένοι, μα πάντα ακούραστοι, πάντα όρθιοι μετά την πτώση, πάντα απέραντα αισιόδοξοι κατά βάθος, με μελαγχολικό βλέμμα και πηγαίο γέλιο, αποτροπαϊκό, γέλιο που εξορκίζει το κακό.

Ο καλός άνθρωπος, ο λαοφίλητος, που του φωνάζανε όλοι στο δρόμο «γεια σου Θανάση!» έδωσε ουσία και υπόσταση στην έννοια του λαϊκού: το ζωγράφισε αφελές και πηγαίο, ταπεινό και βαθύ, άμεσο και ειλικρινές. Αληθές. Δεν ντρεπόταν γι’ αυτό που ήταν, δεν καυχιόταν γι’ αυτό που έγινε, δεν ξέχασε τη γειτονιά του, το Νέο Φάληρο και το Μοσχάτο. Κατά τούτο, ήταν άνθρωπος άλλου καιρού, άλλου ήθους· δεν είναι του παρόντος, της ξιπασιάς, της καγκουριάς και του νεοπλουτισμού. Αυτή την αλήθεια του Θανάση, του αναγκεμένου μα μηδέποτε παραιτημένου Ελληνα, θα τη χρειαστούμε στα χρόνια που έρχονται, χρόνια πόνου και ανοικοδόμησης.

 

ΠΗΓΗ: Hμερομηνία :  8/5/11, Copyright:  http://www.kathimerini.gr, http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_12_08/05/2011_441187

 

* http://vlemma.wordpress.com/

Ποδόσφαιρο και κουζίνα

Ποδόσφαιρο και κουζίνα

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Κατά το παρελθόν ήταν παγιωμένη η άποψη ότι οι γυναίκες ασχολούνται με την κουζίνα και οι άνδρες με το ποδόσφαιρο. Για κάποιο διάστημα, ίσως στα πλαίσια του φεμινιστικού κινήματος, άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον για το κατ’ εξοχήν ανδρικό άθλημα και γυναίκες. Σχηματίστηκαν μάλιστα και γυναικείες ποδοσφαιρικές ομάδες. Οι άνδρες φαίνεται να έχουν περάσει στην αντεπίθεση διεκδικώντας την ουσιαστική τους συμμετοχή στα δρώμενα της κουζίνας.

Ίσως αυτό έχουν διαπιστώσει οι υπεύθυνοι των προγραμμάτων των τηλεοπτικών σταθμών και έχουν καθιερώσει πλήθος εκπομπών μαγειρικής. Δεν μπορώ να φανταστώ τη μαζική εναλλαγή ενδιαφερόντων, ώστε οι άντρες να αποτραβηχθούν από τα γήπεδα ή από τη με φανατισμό παρακολούθηση ποδοσφαιρικών αγώνων από την τηλεόραση και να παραχωρήσουν τη θέση τους στις γυναίκες, οι οποίες θα παραδώσουν ως εκ τούτου τα σύνεργα της μαγειρικής στους άνδρες. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο ίσως να ετίθετο τέρμα στη βία των γηπέδων, η οποία εντείνεται με γοργό ρυθμό, καθώς η γυναικεία φύση δεν έχει τη ροπή προς την αγριότητα που χαρακτηρίζει τον άνδρα. Δεν είμαι όμως πρόθυμος να δεχθώ ότι οι άνδρες θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις μαγειρικές επιδόσεις του γυναικείου φύλου. Πάντως ποδόσφαιρο και κουζίνα παρέχουν σημαντική εκτόνωση στον Έλληνα, τον πιεσμένο από την οικονομική, όπως μονοδιάστατα την αντιλαμβάνεται, κρίση.

Το ποδόσφαιρο είναι άθλημα που προσφέρει θέαμα και καλλιεργεί το ομαδικό πνεύμα. Γι’ αυτό και κατέχει επαξίως τη θέση του πλέον δημοφιλούς. Όμως, όπως και πολλά άλλα, από καιρό κίνησε το ενδιαφέρον εκείνων που θεωρούν τα πάντα ως επιχείρηση. Έτσι το ποδόσφαιρο κατέστη από δεκαετίες επαγγελματικό. Οι ποδοσφαιριστές και οι προπονητές τους είναι οι πλέον πλουσιοπάροχα αμειβόμενοι εργαζόμενοι και συνάμα οι πλέον δημοφιλείς! Στο παρασκήνιο κάποιοι παράγοντες κρατούν για τον εαυτό τους τα κέρδη. Είναι άκρως εντυπωσιακό το ότι όχι μόνο δεν αγανακτούμε όταν οι ποδοσφαιρικές ομάδες – επιχειρήσεις δαπανούν τρομακτικά ποσά κατά την περίοδο των μεταγραφών, αλλά απεναντίας ζητωκραυγάζουμε ενθουσιωδώς, επειδή ο ομάδα μας θα καταστεί ισχυρότερη έναντι των άλλων. Και ενώ είναι επιχειρήσεις οι ομάδες, το κράτος εξακολουθεί να τις ενισχύει οικονομικά από το δημόσιο ταμείο, όπως έγινε γνωστό από τις πρόσφατες απειλές διακοπής των χορηγήσεων σε περίπτωση επανάληψης σκηνών βίας, όπως αυτές κατά τον τελικό του κυπέλλου Ελλάδος αγώνα! Το θλιβερό είναι ότι οι παράγοντες της πολιτικής είναι σταθεροί υποστηρικτές των ομάδων και μέσω αυτής της υποστήριξης συμβάλλουν στη διόγκωση των κερδών των επιχειρηματιών του ποδοσφαίρου και των ψήφων τους. Ασφαλώς και γνωρίζουν ότι εναντίωση προς τα συμφέροντα των ομάδων θα τους οδηγούσε σε σύγκρουση με τους οπαδούς τους με ανυπολόγιστο πολιτικό κόστος. Από την άλλη οι επιχειρηματίες γνωρίζουν ότι όσο πιό φανατικοί οι οπαδοί τους, τόσο μεγαλύτερη και η πίεση που μπορούν να ασκούν σε περίπτωση που η Πολιτεία αποφασίσει να κόψει τις χορηγήσεις για λόγους λιτότητας. Έτσι σε κλίμα θλιβερής συμπαιγνίας πολιτικών – επιχειρηματιών γιγαντώθηκε το κίνημα των φανατικών των γηπέδων που προκαλούν καταστροφές εντός αλλά και εκτός και θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των άλλων που ο φανατισμός δεν τους επιτρέπει να αρκεστούν στην παρακολούθηση του θεάματος από τη μικρή οθόνη.

Στους οπαδούς αυτούς (ο όρος φίλαθλοι είναι ατυχής) έχει καλλιεργηθεί εντέχνως η συνείδηση ότι η αγαπημένη ομάδα πρέπει να εξέρχεται νικήτρια με κάθε τρόπο, όπως δωροδοκία αντιπάλων ή διαιτητών, σκληρό παιχνίδι αλλά και άσκηση ψυχολογικής βίας προς τους αντιπάλους από τους οπαδούς της εξέδρας. Οι οπαδοί είναι είδος πιστών ακραίας θρησκευτικής παραφυάδας, η οποία το μόνο που ζητά είναι η έξαψη του φανατισμού. Οι οπαδοί, που συναγωνίζονται τους αναρχικούς στη γραφή συνθημάτων στους τοίχους, αποκαλούν τις ομάδες τους θεούς ή θρησκεία! Βέβαια ουδείς “προοδευτικών” αντιλήψεων τολμά να διακηρύξει ότι το ποδόσφαιρο είναι το όπιο του λαού, καθώς συχνά συγκάθεται με οπαδούς στις εξέδρες. Είναι πράγματι το όπιο ενός λαού προδομένου, μπροστά στον οποίο ορθώνονται ολούθε αδιέξοδα και στον οποίο παρέχεται η ευχέρεια της εκτόνωσης με την τυφλή βία στα γήπεδα. Ο οπαδός είναι σε θέση να μείνει νηστικός όχι όμως και να μην εξασφαλίσει εισιτήριο εισόδου στο γήπεδο! Ο οπαδός αδιαφορεί για την ανεργία, για την κοινωνική αδικία, για την κατάρρευση της χώρας. Του αρκεί να θριαμβεύει η ομάδα!

Είναι καιρός η Πολιτεία που εξαγγέλλει περικοπές των συντάξεων των χαμηλοσυνταξιούχων, που περικόπτει τις δαπάνες για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και καταργεί τις γλίσχρες παροχές προς τους πολύτεκνους να διαχωρίσει τη θέση της από τους πλουτοκράτες επιχειρηματίες των ομάδων. Τέρμα επί τέλους στις χορηγήσεις. Τέρμα στην παρουσία αστυνομικών στα γήπεδα. Ας φροντίζουν οι αρμόδιοι των ομάδων για την ασφάλεια με ιδιωτικούς αστυνομικούς. Ας υποχρεωθούν να διαθέτουν όλοι οι εισερχόμενοι ειδική ασφάλεια ζωής με ευθύνη των ομάδων. Ας αξιοποιηθούν επί τέλους τα στοιχεία των εικονολήψεων για τις αυστηρές τιμωρίες των πρωτεργατών των εκτρόπων. Ας τιμωρούνται παραδειγματικά οι ομάδες, οπαδοί των οποίων επιμένουν στην άσκηση βίας. Ας πληρώνουν επαυξημένη τη δαπάνη για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών. Βέβαια η Πολιτεία δεν θα πράξει ουδέν από τα προτεινόμενα, διότι είναι συνένοχη με τους επιχειρηματίες και η κατάσταση αυτή ευνοεί το σάπιο σύστημα.

Ας συντονίσουμε τη μικρή οθόνη σε κάποια εκπομπή μαγειρικής, όπου όλα κυλούν ήρεμα και “δημιουργικά”. Κατ’ αρχήν δεν είναι κακό το αυξημένο ενδιαφέρον για την κουζίνα ακόμη και ανδρών. Η γυναίκα ως εργαζόμενη κατά κανόνα έχει την ανάγκη του άνδρα για την παρασκευή του φαγητού, συνεπώς αυτός οφείλει να γνωρίζει τουλάχιστο τα βασικά της μαγειρικής. Έκείνο όμως που οφείλω να σημειώσω είναι ότι και στις εκπομπές αυτού του είδους παραβλέπεται, κατά κανόνα, το ουσιώδες και επιδιώκεται ο εντυπωσιασμός μέσω της πρωτοτυπίας και της πολύπλοκης μαγειρικής προς ικανοποίηση της γεύσης ου φαίνεται να έχει υποστεί “κόπωση”! Η πρόταση για χρήση σπανίων και μάλιστα εισαγομένων ειδών είναι συνήθης και δεν είναι σπάνια η εκδήλωση γαστριμαργικών επιθυμιών. Όμως, αν το φαγητό καταστεί απόλαυση, όπως στους κύκλους των κατεχόντων, τότε έχομε εκμαυλισμό των συνειδήσεων δι’ άλλης οδού.

Ουδείς από τους εμφανιζόμενους δασκάλους της μαγειρικής, σεφ επί το ελληνικότερο, εξέφρασε ποτέ την ανησυχία του, επειδή οι Έλληνες έχουν κατακτήσει “επαξίως” την πρώτη πανευρωπαϊκά θέση στην παιδική παχυσαρκία! Για να μην τους αδικούμε αρκετοί προβάλλουν και παραδοσιακές ελληνικές συνταγές, δεν υπερτονίζουν όμως την ανάγκη επανόδου μας στη μεσογειακή διατροφή, η οποία προβάλλεται πλέον παγκοσμίως από τους ασχολούμενους σοβαρά με τη διατροφή. Σε τελευταία ανάλυση οι εκπομπές στοχεύουν στη γαστριμαργία και όχι στην θεώρηση του φαγητού ως μέσου για την επιβίωση. Μήπως πιστεύουν οι ιθύνοντες των τηλεοπτικών σταθμών, κάποιοι από τους οποίους δεν είναι άμοιροι των ποδοσφαιρικών δρωμένων στη χώρα, και οι πολιτικοί μας ότι ίσως οι εκπομπές θα παρέχουν στο προσεχές μέλλον ψευδαίσθηση ικανοποίησης στον μέσο Έλληνα, όταν αυτός δεν θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει όχι βέβαια το πασχαλινό ή χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αλλά το φτωχότερο της καθημερινής; Μήπως πιστεύουν ότι το πολύ που θα έχουν να κάνουν οι παρακολουθούντες είναι να σπάσουν τον δέκτη της τηλεόρασης, οπότε θα αναγκαστούν να αγοράσουν άλλο;

Θα ήταν παράλειψη, αν δεν γράφαμε κάτι και για τους “παραδοσιακούς”, πιστούς μάλιστα, οι οποίοι τηρούν ακόμη τις νηστείες της Εκκλησίας. Κατά την περίοδο των νηστειών σπεύδουν να καταστήσουν τα ποικίλα προϊόντα της σόγιας, που δεν γνωρίζουμε πλέον αν είναι γενετικά τροποποιημένη, για να μην αισθανθούν την έλλειψη κρέατος και γαλακτοκομικών υπερακοντίζοντες σε κωμικότητα τους προτεστάντες. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της κατάπτωσης από την πνευματική κατάσταση στην τυπολατρεία.

Μήπως είναι καιρός να αρχίσουμε να κατανοούμε ότι η κρίση δεν είναι οικονομική και μόνο;

                                                                               

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 9-5-2011

Συνταγματική κατοχύρωση Δημόσιας Περιουσίας

Αξιοποίηση της Δημόσιας Περιουσίας  – Συνταγματική κατοχύρωση και προβληματισμοί

 

Του Χρήστου Λαδά*

 

Η «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας» (αν πίσω από αυτή την έννοια δεν προαλείφεται η πώληση της έναντι πινακίου φακής σε πολυεθνικά consortia) αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα με ποικίλες ιδεολογικό πολιτικές προεκτάσεις. Άτομα ή κοινωνίες που πρόσκεινται ιδεολογικά στο φιλελευθερισμό αντιμετωπίζουν την έννοια του δημοσίου εχθρικά ως τροχοπέδη για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Στην Αμερική για παράδειγμα η διακυβέρνηση Μπους άνοιξε το δρόμο στην πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας και στην εκχώρηση και εκμετάλλευση δημόσιων πυλώνων συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας στον ιδιωτικό τομέα.

Από την άλλη συστήματα διακυβέρνησης που διάκεινται θετικά στο σοσιαλισμό ακόμα και στον φιλελεύθερο σοσιαλισμό διατηρούν υπό τον κρατικό έλεγχο τη δημόσια περιουσία εκχωρώντας το management της διαχείρισης του σε ιδιώτες. Αυτό το παράδειγμα ακολουθούν τα Σκανδιναβικά κράτη. Σε άλλες χώρες ωστόσο όπως για παράδειγμα στα περισσότερα κράτη της Λατινικής Αμερικής το κράτος έχει τον πλήρη έλεγχο της δημόσιας περιουσίας. Στη Βενεζουέλα ο Ούγκο Τσάβες κρατικοποίησε τις εταιρείες εξόρυξης και εκμετάλλευσης πετρελαίου ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κατά την άσκηση της κυβερνητικής τους πολιτικής κινούνται σήμερα οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις στη Χιλής, στην Αργεντινή και στον Ισημερινό. Έτσι αναλόγως της κουλτούρας μιας κοινωνίας και της συστημικής διακυβέρνησης της το ζήτημα της αξιοποίησης ή του τρόπου εκμετάλλευσης της δημόσιας περιουσίας διαφέρει και ποικίλλει.

Η «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας» όμως δεν είναι ένα ζήτημα μόνο ιδεολογικό για ένα κράτος και για μία κοινωνία. Είναι και ζήτημα νόμων και θεσμών. Εννοώ ότι υπάρχουν κανόνες και νόμοι που ρυθμίζουν την τύχη της ή την αντιμετώπιση της. Υπάρχουν περιπτώσεις μάλιστα όπου η σημερινή ελίτ ή η κυρίαρχη ιδεολογία σε μία χώρα μπορεί να έχει διαμορφωμένες τάσεις υπέρ μιας συγκεκριμένης άποψης όσον αφορά την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας αλλά οι θεσμοί να μην το επιτρέπουν. Για παράδειγμα στη Χιλή σήμερα και από την εποχή του πραξικοπήματος του Πινοτσέτ και υπό την εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε αυτή τη χώρα ιδιωτικοποιήθηκαν και οι δημόσιες επιχειρήσεις διάθεσης νερού στη χώρα. Με άλλα λόγια η διάθεση και η διανομή του νερού στη Χιλή ανήκει σήμερα σε ιδιωτικές εταιρείες. Η σημερινή σοσιαλιστική κυβέρνηση της Χιλής θέλει να κρατικοποιήσει τη διάθεση και τη διανομή του νερού για να το επιτύχει όμως χρειάζεται να προβεί σε συνταγματική αναθεώρηση και δεν μπορεί να επιτύχει την απαιτούμενη πλειοψηφία αφού η αντιπολίτευση εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ της εκμετάλλευσης αυτού του δημόσιου αγαθού από ιδιώτες.

Στην Ελλάδα πάντως υπάρχει σαφής αναφορά στο άρθρο 106 του Συντάγματος. Παρ’ όλ’ αυτά αν και ακούω διάφορες δηλώσεις πολλών (ακόμα και του Προέδρου της Δημοκρατίας) δεν ακούω τίποτα για το Σύνταγμα, για τις αρχές και τους κανόνες δικαίου που επιβάλλει για την τύχη της δημόσιας περιουσίας. Στην δημόσια περιουσία δεν περιλαμβάνονται βέβαια μόνο ακίνητα και εκτάσεις που ανήκουν στο ελληνικό δημόσιο και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στην έννοια της δημόσιας περιουσίας και της «αποκαλούμενης» αξιοποίησης της περιλαμβάνεται και η εκμετάλλευση επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, η εκμετάλλευση των υποδομών της χώρας, του οδικού δικτύου, των λιμανιών, των αεροδρομίων, των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης, ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών, ακόμα και επιχειρήσεων που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών στους τομείς της εθνικής ασφάλειας. Για να μην ξενίσει κανέναν το τελευταίο σημειώνω ότι η ιδιωτική εταιρεία Frontex έχει αναλάβει από κοινού και υπεργολαβικά με τον ελληνικό στρατό την ασφάλεια των συνόρων στον Έβρο. Το κτίσιμο του φράχτη και η αποτροπή των λαθρομεταναστών που θα επιχειρούν να τον προσπεράσουν θα πραγματοποιείται από κοινού με ιδιωτικές εταιρείες security και τον ελληνικό στρατό.

Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας έχει (προ) αποφασιστεί και ήδη αποτελεί συμβατική υποχρέωση της χώρας στο μνημόνιο. Υπάρχει σαφής και ευθεία αναφορά για την ιδιωτικοποίηση δημόσιων ακινήτων αλλά και επιχειρήσεων. Υπάρχουν χρονοδιαγράμματα και στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν, χρήματα που πρέπει να προσπορίσουμε στους δανειστές μας (ΕΕ, ΔΝΤ, ευρωπαϊκά κράτη) για την ομαλή εξέλιξη των δανειοληπτικών μας υποχρεώσεων. Ούτως ή άλλως η κυβέρνηση, αλλά και η αξιωματική αντιπολίτευση, τάσσονται υπέρ της σμίκρυνσης του κράτους και υπέρ της λειτουργίας των νόμων της ελεύθερης αγοράς στην κοινωνία και στην οικονομία μας. Η προσφυγή για οικονομική βοήθεια από το εδρεύον στην Ουάσινγκτον Δ.Ν.Τ. (δύο μήνες μόλις μετά τις εκλογές κατά τον Στρος Καν από τον πρωθυπουργό της χώρας) δεν αποτελεί μόνον ανάγκη αλλά και πολιτική επιλογή για την κυβέρνηση που διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας.

Είναι σαφές από την προϊστορία του Δ.Ν.Τ. ότι σε αντίθεση με το καταστατικό του χάρτη και τις διατυπωμένες αρχές του,  όταν προσφέρει «βοήθεια» σε μία χώρα, δεν την προσφέρει απλά αλλά παρεμβαίνει στους θεσμούς της και τη λειτουργία της.  Η παροχή της οικονομικής βοήθειας δηλαδή συσχετίζεται με την υιοθέτηση ενός πολυδαίδαλου πακέτου μέτρων που «αναδιαρθρώνουν» την οικονομία υπέρ του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Τα χρήματα προσφέρονται σε δόσεις και υπό τον όρο της εφαρμογής νομοθετικών και εκτελεστικών μέτρων που απελευθερώνουν τελείως το εμπόριο, την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών. Το κοινωνικό κράτος καταργείται ως πολυέξοδο και εκ διαμέτρου αντίθετο με την ανάπτυξη ενώ η φορολογία αγριεύει ώστε να εξευρεθούν οι πόροι για την κάλυψη των δανειακών αναγκών. Το κράτος θεωρείται κάτι αντίρροπο και εχθρικό προς την ανάπτυξη. Πρέπει να σμικρυνθεί έως να εξαφανιστεί ώστε ελεύθερη η αγορά να αυτορυθμιστεί και βάσει των κανόνων της προσφοράς και της ζήτησης να εξυγιάνει την οικονομία.

Η αξιοποίηση λοιπόν της δημόσιας περιουσίας έχει προαποφασιστεί και αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή από τα δύο μεγάλα κόμματα σήμερα. Το κράτος υποχωρεί και εκχωρεί κυριαρχικές του δομές στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία. Όσο μάλιστα οι «στόχοι» κάλυψης των δανειακών υποχρεώσεων δεν επιτυγχάνονται – και κανένα κράτος το οποίο έχει δανειστεί από το Δ.Ν.Τ. δεν έχει επιτύχει να καλύψει τους στόχους –  τότε το ούτως ή άλλως ανεπιθύμητο κράτος προσφέρεται προς πώληση ή προς εκμετάλλευση στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Εκχωρεί δηλαδή κυριαρχικές δομές και ρόλους του στην ιδιωτική πρωτοβουλία για την κάλυψη των τοκοχρεωλυσίων και του δανεισμένου κεφαλαίου. Περαιτέρω σε καθεστώς ανάγκης αλλά και πανικού για τους στόχους που δεν επιτυγχάνονται και για την ανάγκη εκταμίευσης κάποιας επόμενης δόσης, η δημόσια γη πωλείται ή εκμισθώνεται έναντι πινακίου φακής και με αποικιοκρατικούς όρους για χρονικό διάστημα έως 100 ετών. Ταυτόχρονα οι δημόσιες υπηρεσίες και οι δομές του κράτους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, η ύδρευση, οι επικοινωνίες, οι μεταφορές, το οδικό δίκτυο, ακόμα και η ασφάλεια όπως προείδαμε παραδίδονται προς εκμετάλλευση σε μεγάλους, πολυεθνικούς επιχειρηματικούς ομίλους.

Τι λέει το Σύνταγμα για όλα αυτά;

Το άρθρο 106 παρ.  2 του Συντάγματος αναφέρει: Η ιδιωτική οικονομική  πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης  αξιοπρέπειας,  ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας.

Συγκρατώ και επαναλαμβάνω τον απαγορευτικό κανόνα συνταγματικού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη: «H ιδιωτική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της εθνικής οικονομίας».

Αναρωτιέμαι: Γιατί ποτέ κανείς από τους έγκριτους συνταγματολόγους μας δεν έχει μιλήσει ποτέ για αυτό; Ο κ. Βενιζέλος ας πούμε που είναι και Υπουργός Εσωτερικών! Ή ο κ. Μανιτάκης. Θα άκουγα με ενδιαφέρον τις απόψεις τους ως νομικός αλλά και ως έλληνας πολίτης. Δεν χρειάζεται άλλωστε να θεωρείσαι συνταγματολόγος για να διαβάζεις και να καταλαβαίνεις ελληνικά.

Η «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας» από την ιδιωτική επιχειρηματική πολυεθνική πρωτοβουλία δεν είναι ένα θέμα όμως που αφορά μόνο την κυβέρνηση στην Ελλάδα. Αφορά και τους έλληνες πολίτες. Η δημόσια περιουσία άλλωστε είναι και εθνική. Η ύπαρξη της βασίζεται και αποτελεί κατάκτηση του κράτους και των πολιτών του ενώ και η διατήρηση της διασφαλίζεται με τα λεφτά των ελλήνων φορολογουμένων. Για να μη βιαστεί κανείς όμως να φωνάξει λαϊκίστικα περί ξεπουλήματος του έθνους υπογραμμίζω ότι η δημόσια περιουσία στην οποία περιλαμβάνεται και ο υποθαλάσσιος πλούτος δεν έχει τύχει αντικείμενο σεβασμού ούτε από τους έλληνες πολίτες. Αλλιώς πως μπορεί να εξηγήσει κανείς γιατί τα δάση μας καίγονται συστηματικά και ανηλεώς επί δεκαετίες για να γίνουν βίλες ή γιατί οι θάλασσες μας μολύνονται συστηματικά από τα απόβλητα εκατοντάδων αυθαίρετων ξενοδοχείων εδώ και δεκαετίες επίσης χωρίς να γίνεται τίποτα ή χωρίς να μιλά κανείς;; Στις μέρες μας μάλιστα η κυβέρνηση ψάχνει συνταγματικές φόρμουλες για να νομιμοποιήσει τα αυθαίρετα αφού η νομιμοποίηση τους θα προσφέρει κάποια ελάχιστα έσοδα στον πακτωλό των οφειλόμενων εκατομμύριων ευρώ που οφείλουμε.

«Η αξιοποίηση λοιπόν της δημόσιας περιουσίας» που σήμερα έχει καταστεί ανάγκη αλλά συνιστά και πολιτική του κράτους οφείλεται στην έλλειψη προστασίας της και από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και από εμάς τους ιδίους ως πολίτες αυτής της χώρας . Όλοι είχαμε ευθύνη και προστασία να την προστατέψουμε. Όλοι πρέπει να αισθανόμαστε υπεύθυνοι για το γεγονός ότι σε λίγο θα έχει παραδοθεί προς εκμετάλλευση σε γαλλικούς, γερμανικούς, αμερικάνικους, κινέζικους ή αραβικούς πολυεθνικούς κολοσσούς για την εξυπηρέτηση του 1/5 του χρέους μας. . .

Τι αναφέρει όμως το Σύνταγμα για όλα αυτά;

Το Σύνταγμα που αποτελεί την ιδεολογική magna charta του πολιτεύματος αναφέρεται στην δημόσια περιουσία και την προστασία της κατά τρόπο σαφή. Η επόμενη παράγραφος του ιδίου άρθρου του Συντάγματος (106 παρ.3) αναφέρει: 

3. Με την επιφύλαξη   της προστασίας  που παρέχεται  από το άρθρο 107 ως προς την επανεξαγωγή  κεφαλαίων  εξωτερικού, μπορεί  να ρυθμίζονται με νόμο τα σχετικά  με την εξαγορά  επιχειρήσεων ή την αναγκαστική συμμετοχή σ` αυτές  του Κράτους ή άλλων  δημόσιων φορέων, εφόσον  οι επιχειρήσεις αυτές  έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου  ή ζωτική σημασία  για την  αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, ή έχουν ως κύριο  σκοπό  την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο.

Υπογραμμίζω: Το κράτος ή άλλοι δημόσιοι φορείς έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν αναγκαστικά και να αγοράζουν μάλιστα όταν χρειάζεται επιχειρήσεις που έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου  ή ζωτική σημασία  για την  αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, ή έχουν ως κύριο  σκοπό  την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο.

Αναρωτιέμαι σε συνδυασμό και με τη συνταγματική αναφορά για τον περιορισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο του Συντάγματος: Οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης που θα ιδιωτικοποιηθούν, η κατασκευή δρόμων που γίνονται από ιδιώτες και με επιβολή διοδίων σαν το φόρο της δεκάτης, η εκμετάλλευση των αεροδρομίων, των λιμανιών, του οδικού δικτύου και τόσων άλλων ζητημάτων κοινής ωφέλειας δεν έχουν ζωτική σημασία για τον εθνικό μας πλούτο; Δεν έχουν ως κύριο σκοπό οι εταιρείες που εκμεταλλεύονται όλα τα ανωτέρω την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο; Όταν το Σύνταγμα επιβάλλει την αναγκαστική εξαγορά επιχειρήσεων «που έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου  ή ζωτική σημασία  για την  αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, ή έχουν ως κύριο  σκοπό  την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο» δεν αποτελεί πλήρως συνταγματική παρέκκλιση ή παρεκτροπή η ιδιωτικοποίηση όλων αυτών των φορέων; Ποια είναι η άποψη του κ. Προέδρου της Δημοκρατίας που μίλησε για ιστορική ανάγκη ιδιωτικοποίησης του εθνικού μας πλούτου και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας; Έχει τελικά καμία σημασία το Σύνταγμα σε αυτή τη χώρα;

Συνεχίζω αφού είναι σαφές ότι η ιδιωτικοποίηση όλων των επιχειρήσεων και των υποδομών «που έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου  ή ζωτική σημασία  για την  αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, ή έχουν ως κύριο  σκοπό  την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο» έχει αποφασιστεί.

Πως πρέπει να λάβει χώρα; Ποιος θα καθορίσει το τίμημα; Με ποια κριτήρια;

Το άρθρο 106 παρ. 4 του Συντάγματος αναφέρει:

Το τίμημα της εξαγοράς ή το αντάλλαγμα  της αναγκαστικής συμμετοχής  του Κράτους ή άλλων  δημόσιων φορέων  καθορίζεται απαραιτήτως  δικαστικώς και πρέπει να είναι πλήρες,  ώστε  να ανταποκρίνεται στην αξία  της επιχείρησης  που εξαγοράζεται  ή της συμμετοχής σ`  αυτή.

Υπογραμμίζω: Το τίμημα καθορίζεται δικαστικώς. Πρέπει να είναι πλήρες ώστε  να ανταποκρίνεται στην αξία  της επιχείρησης  που εξαγοράζεται  ή της συμμετοχής σ’  αυτή.

Αναρωτιέμαι: Ποιος θα καθορίσει το τίμημα της εξαγοράς μιας επιχείρησης που εκμεταλλεύεται ένα λιμάνι ή ένα αεροδρόμιο ή που ως στόχο έχει την κατασκευή ενός οδικού δικτύου; Στην Ελλάδα ήδη η COSCO ή άλλες εταιρείες έχουν αγοράσει ελληνικούς οργανισμούς λιμένος. Η εκμετάλλευση του διεθνούς αερολιμένα «Ελευθέριος Βενιζέλος» ήδη επεκτάθηκε για την γερμανική εταιρεία που είχε την εκμετάλλευση του και για τα επόμενα χρόνια. Ποιος έμαθε ή καθόρισε το τίμημα; Πάντως ΌΧΙ τα Δικαστήρια. Δεν υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις για αυτά τα θέματα στην Ελλάδα. Υπάρχουν συμβάσεις παραχώρησης που ούτε καν δίδονται στη δημοσιότητα. Γιατί; Ποιος δίδει εξουσία σε αυτή τη χώρα στον Υπουργό Οικονομικών ή σε ένα κομματικό παράγοντα ή σε ένα κομματικό διοικητικό συμβούλιο μιας εταιρείας κοινής ωφέλειας που διορίζεται από την κυβέρνηση να καθορίζει την τιμή πώλησης μιας δημόσιας ή δημοτικής εταιρείας ή μιας δημόσιας έκτασης; Πάντως όχι ο νόμος, όχι το Σύνταγμα ούτε το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Στο Συνταγματικό και στο διοικητικό δίκαιο υπάρχουν οι αρχές της αναγκαιότητας, της νομιμότητας και της διαφάνειας.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω η «αναγκαιότητα» όπως προβάλλεται σήμερα της ιδιωτικοποίησης ή της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας από τον ιδιωτικό τομέα αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική αρχή της απαγόρευσης της επέκτασης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε επιχειρήσεις  που αφορούν ευρέως το κοινωνικό σύνολο. Σύμφωνα με το Σύνταγμα το κράτος και ο δημόσιος τομέας έπρεπε να τις αγοράζει και να συμμετέχει αναγκαστικά σε αυτές. Όχι να τις εκπλειστηριάζει. Ακόμα όμως και στην πολιτική επιλογή του εκπλειστηριασμού τους όπως και της πώλησης ή της εκμετάλλευσης των δημοσίων εκτάσεων το τίμημα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το Σύνταγμα δικαστικώς. Τούτο ισχύει βέβαια για όλες τις μορφές «αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας» είτε αυτή λαμβάνει χώρα δια της πώλησης μετοχών του δημοσίου σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας σε ιδιώτες (π.χ. ΔΕΗ, ΟΣΕ), είτε λαμβάνει χώρα με μίσθωση, είτε και με απευθείας πώληση. Σημειώνω ότι στη δημόσια περιουσία περιλαμβάνονται και τα υποθαλάσσια κοιτάσματά μας σε πετρέλαιο.

Οι παρεκτροπές και οι παρεκκλίσεις από το Σύνταγμα είναι δεδομένο ότι θα συνεχιστούν με πολιτική ευθύνη. Αναρωτιέμαι όμως αν θα θιγούν τα ανωτέρω ζητήματα πολιτικά ή θεσμικά από τους αρμόδιους.

Από εμάς τους ίδιους λίγη αυτοκριτική δεν θα έβλαπτε. Πως αντιμετωπίσαμε εμείς τη δημόσια γη, τα δάση μας, τις θάλασσες μας όλα αυτά τα χρόνια; Πόσο θεμιτό είναι  να φωνάζουμε τώρα; Έστω και τούτη την ύστατη ώρα όμως οι δημοκρατικές δυνάμεις αυτής της χώρας, η νομοθετική και ιδίως η δικαστική εξουσία αφού αυτήν βαραίνει ευθέως σύμφωνα με το Σύνταγμα η ευθύνη προστασίας και εφαρμογής των νόμων για τη δημόσια περιουσία ας αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σε διαφορετική περίπτωση ο Ροβεσμπιέρος είχε διατυπώσει την αρχή ότι όταν το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολιτών διαρραγεί τότε ο λαός πρέπει να επαναστατήσει. Τούτο βέβαια προϋποθέτει έναν λαό και πολίτες τίμιους και θαρραλέους…

Όσον αφορά το έρημο το Σύνταγμα και τις αρχές του σε αυτή τη χώρα μάλλον αποδεικνύεται ότι αποτελεί ένα κείμενο που δεν παράγει κανόνες δικαίου αλλά ευχές. Γι’ αυτό ίσως κάπως διεισδυτικά ο συνταγματικός νομοθέτης είχε διατυπώσει το 1952 ως ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος την αρχή ότι «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Σήμερα πλέον η ευχή αυτή πρέπει να διαβάζεται ως ομολογία αποτυχίας από όλους μας.

 

* Ο Χρήστος Λαδάς είναι δικηγόρος, ladaslaw@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: 1 Μαΐου 2011, http://filologos10.wordpress.com/2011/05/01/….83/

Ο Κ. Σημίτης στο παζάρι της αναδιάρθρωσης…

Τι ζητά ο Σημίτης στο παζάρι της αναδιάρθρωσης;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

«Η αναδιάρθρωση του χρέους θα απελευθερώσει δυνάμεις»  είπε ο κ. Κ. Σημίτης στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα της Κυριακής» (17/4/2011). Ο πρώην πρωθυπουργός  υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους το ταχύτερο δυνατόν,  σε συνεννόηση ασφαλώς με τους ευρωπαίους εταίρους  της, και τόνισε ότι «μια καλά προετοιμασμένη αναδιάρθρωση»  μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική ώστε «τα  επόμενα 15-20 χρόνια να είναι μια περίοδος στην οποία  θα ξαναχτίσουμε με αισιοδοξία μια σταθερή οικονομία  και θα επανενταχθούμε στην ευρωπαϊκή εξέλιξη».

Παραλλήλως, αντιτάχτηκε σε καλλιεργούμενες φήμες περί τραπεζικών κλυδωνισμών και επισήμανε με έμφαση ότι  «από την αναδιάρθρωση δεν κινδυνεύουν οι καταθέσεις». Εκτίμησε ότι ακόμη και αν η Ελλάδα υποστεί μια  20ετή δοκιμασία σκληρής λιτότητας για να αποφύγει την  αναδιάρθρωση, τίποτε δεν εγγυάται ότι θα επιτύχει την  αποπληρωμή του δημοσίου χρέους, αφού, όπως υπογραμμίζει,  «είναι επιπόλαιο να ελπίζουμε ότι τα επόμενα 20 χρόνια δεν θα προκύψουν οικονομικές αναταραχές, νομισματικές κρίσεις, ανατιμήσεις του  πετρελαίου» που θα έχουν ως αποτέλεσμα «να αναπαράγονται οι κρίσεις».

Σύμφωνα με τον κ. Σημίτη η αναδιάρθρωση τώρα από την Ελλάδα, θα αποτρέψει μια αναγκαστική και καταστροφική αναδιάρθρωση το 2013: «Η αναδιάρθρωση θεωρείται αναγκαία, ιδίως από οικονομολόγους και ερευνητικά κέντρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κύριο επιχείρημά τους είναι ότι η αποπληρωμή του ελληνικού χρέους προϋποθέτει επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας οι οποίες είναι αμφίβολο αν θα επιτευχθούν. Εξαρτάται, για παράδειγμα, από την πραγματοποίηση πλεονασμάτων από το Δημόσιο σε ύψος και σε διάρκεια που δεν έχουν επιτευχθεί έως τώρα σε άλλες χώρες της Ένωσης. Πιστεύουν λοιπόν ότι ή θα πρέπει να περικοπεί το χρέος ή να επιμηκυνθεί κατά πολύ ο χρόνος εξόφλησής του και να μειωθεί δραστικά το επιτόκιο. Αναδιάρθρωση μπορεί να επιβληθεί στη χώρα το 2013 από το Εurogroup. Αν ζητήσουμε τη βοήθεια του νέου μηχανισμού στήριξης και το χρέος μας κριθεί μη βιώσιμο, η αναδιάρθρωση θα αποτελέσει τότε όρο της χρηματοδότησής μας. Η αναδιάρθρωση μπορεί να έχει πολύ αρνητικές συνέπειες και δεν είναι σκόπιμη όταν η χώρα είναι απροετοίμαστη και σε αδυναμία να ελέγξει τις επιπτώσεις. Μια καλά προετοιμασμένη αναδιάρθρωση θα βελτιώσει ουσιαστικά τη θέση μας».

Αυτά λέει σήμερα ο κ. Σημίτης. Και αξίζει να σταθούμε γιατί ο αρχιτέκτονας της «ισχυρής Ελλάδας» που αποδείχτηκε φούσκα, δεν ήταν πάντα τόσο ένθερμος υποστηρικτής της αναδιάρθρωσης του χρέους. Όταν ήταν υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου το 1985 είχε πάλι φουντώσει το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους μέσα από διαπραγματεύσεις με τους δανειστές της χώρας. Πώς απαντούσε τότε ο κ. Σημίτης; «Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ζητήσει αναδιαπραγμάτευση του εξωτερικού δημόσιου χρέους της χώρας, γιατί η αναδιαπραγμάτευση θα ήταν άσκοπη ενέργεια, και αν το ζητούσαμε οι ξένες τράπεζες θα μας επέβαλαν κάποιους όρους και η χώρα θα εξετίθετο σ’ ορισμένες πιέσεις. Αντίθετα η καλύτερη λύση θα ήταν η αναχρηματοδότηση του χρέους, η σύναψη νέων δανείων για την εξυπηρέτηση των παλαιών.» (Τα Νέα, 27/11/1985)

Αξίζει να θυμηθούμε ότι το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας το 1984 ήταν μόλις το 49,4% του ΑΕΠ, ενώ το 1985 ανήλθε στο 58,3% του ΑΕΠ. Η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους αντιστοιχούσε το 1984 στο 5,5% του ΑΕΠ, ενώ το 1985 στο 6,8% του ΑΕΠ. Το 80% του δημόσιου χρέους εκείνη της εποχή ήταν εσωτερικό δραχμικό και αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από δανειακές συμβάσεις με τράπεζες. Με άλλα λόγια η χώρα είχε μεγάλη ελευθερία κινήσεων στην διαχείριση του χρέους. Τι έκανε λοιπόν αδύνατη την αναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους τότε και την αναδιάρθρωσή του; Και πώς γίνεται σήμερα εγκλωβισμένοι στο ευρώ με ένα δημόσιο χρέος ολοκληρωτικά ελεγχόμενο από τις απρόσωπες αγορές κεφαλαίου και σε ύψος 2,5 φορές μεγαλύτερο απ’ ότι το 1985, να έρχεται πάλι ο κ. Σημίτης και να θεωρεί την αναδιάρθρωση και μάλιστα με πρωτοβουλία της ίδιας της Ελλάδας ως πιο πρόσφορη λύση; Ξέρει τι λέει ή απλά αρέσκεται να φλυαρεί για λόγους πολιτικής και οικονομικής σκοπιμότητας; Και τέλος πάντων πότε επιτέλους θα νιώσουν την ανάγκη οι αρχιτέκτονες της σημερινής χρεοκοπίας να απολογηθούν για ότι έλεγαν και κυρίως για ότι έπρατταν ως κυβερνώντες τόσα χρόνια;

Αλήθεια, αυτή η σύναψη νέων δανείων για την εξυπηρέτηση των παλαιών δεν αποτελεί την συνταγή της σημερινής χρεοκοπίας; Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος που βρίσκεται σ’ έναν φαύλο κύκλο σύναψης διαρκώς νέων δανείων για να πληρώσει τα παλιότερα, να γλυτώσει την χρεοκοπία; Χρειάζεται πολύ σκέψη, ή ιδιαίτερη ευφυΐα για να καταλάβει κανείς ότι αυτή ακριβώς η συνταγή μας έχει φέρει στο σημερινό αδιέξοδο;

Αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε ότι την ίδια εποχή ο ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος σημείωνε στο Βήμα (15/9/1985): «Ανεξάρτητα από το ακριβές ύψος του εξωτερικού χρέους, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι το χρέος αυξάνεται τελευταίως πολύ ταχύτερα από το εθνικό εισόδημα, ότι το προϊόν του χρησιμοποιείται, όπως είπαμε, κατά ένα μεγάλο μέρος, μέχρι 75% για την εξυπηρέτηση των παλαιότερων δανείων και το απομένον υπόλοιπο, ανεπαρκές άλλωστε, χρησιμοποιείται για καταναλωτικούς σκοπούς και όχι για παραγωγικές επενδύσεις…» Στο ίδιο μήκος κύματος λίγο νωρίτερα και ο πρώην διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Ξενοφών Ζολώτας, ο οποίος παρατηρούσε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» (8/11/1984): «Κάθε νέα δανειακή επιβάρυνση με τις παρούσες συνθήκες θα αποτελέσει για το μέλλον περιοριστικό παράγοντα της καταναλώσεως και της αποταμιεύσεως και σοβαρό, ανασχετικό παράγοντα αναπτύξεως για την οικονομία

Όμως ο κ. Σημίτης τότε είχε τον δικό του χαβά: Συνάπτουμε νέα δάνεια για να πληρώσουμε τα παλιά. Κι αυτό γιατί ήξερε πολύ καλά το πόσο δεμένος ήταν ο ίδιος και η κυβέρνησή του με τις τράπεζες. Γι’ αυτό και προδίκαζε τότε ότι τυχόν αναδιαπραγμάτευση του χρέους θα οδηγούσε σε χειρότερους όρους και εκβιασμούς.

Σήμερα με το δημόσιο χρέος στα 150% του ΑΕΠ, με την εξυπηρέτηση του χρέους να υπερβαίνει το 35% του ΑΕΠ, χωρίς εθνικό νόμισμα και αιχμάλωτοι των διεθνών αγορών κεφαλαίου με πάνω από το 90% των νέων δανείων να πηγαίνουν στην πληρωμή παλιότερων δανείων, ο κ. Σημίτης έρχεται να μας προτείνει την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και την αναδιάρθρωσή του! Πραγματικά, το θράσος του εν λόγω κυρίου δεν έχει όρια.

Ο πρώην πρωθυπουργός στοιχειοθετεί το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της αναδιάρθρωσης έναντι των ευρωπαϊκών κέντρων που αντιδρούν στην  προοπτική αυτή όταν καταδεικνύει ότι η συσσώρευση  και η συνακόλουθη αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους  των περιφερειακών χωρών της Ένωσης δεν οφείλονται   μόνο στις λανθασμένες πολιτικές τους αλλά και «στις  ανισορροπίες που προκαλεί το χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Βορρά και Νότου». Εκτιμά ότι για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του χάσματος αυτού και να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απαιτούνται «κοινοτική  αλληλεγγύη και διευκόλυνση των οφειλετριών χωρών».  Ταυτόχρονα ο κ. Σημίτης απαντά στις κατηγορίες που  διατύπωσε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Μαρκ  Ρος στο «Βήμα της Κυριακής», σχετικά με το αν το swap  της Goldman Sachs βοήθησε την Ελλάδα να αποκρύψει  μέρος του χρέους της και έτσι να ενταχθεί στην ΟΝΕ. «Ο  Ρος παραποιεί χονδροειδώς τα γεγονότα» λέει ο πρώην πρωθυπουργός, εξηγεί με λεπτομέρειες την τότε συμφωνία και υπενθυμίζει ότι το 2001, έτος που έγινε το  swap, η Ελλάδα ήταν ήδη μέλος της ΟΝΕ

Αυτό όμως που δεν μας εξηγεί ο κ. Σημίτης είναι γιατί, αφού όλα καλώς έγιναν με το swap της Goldman Sachs, τότε μάθαμε γι’ αυτό μόλις τον Φεβρουάριο του 2010; Γιατί το συγκεκριμένο swap δεν δόθηκε στη δημοσιότητα όταν έγινε; Γιατί εξακολουθεί η κυβέρνηση να μην δίνει τη συγκεκριμένη σύμβαση στη δημοσιότητα; Γιατί δεν μας ξεκαθαρίζει ο κ. Σημίτης, η κυβέρνηση, ο κ. Τρισέ, ή όποιος δύναται, πόσες συμβάσεις swap έχουν γίνει και τι περιλαμβάνουν; Γιατί ο κ. Τρισέ αρνείται να δώσει τις συμβάσεις των ελληνικών swap στη δημοσιότητα επικαλούμενος ότι «θα κλονισθεί η εμπιστοσύνη του επενδυτικού κοινού στις αγορές»; Τι άλλο εκτός από μαφιόζικη πρακτική ομερτά υποδηλώνει αυτή η στάση;

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Crash, Μάιος, 2011

 

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 7-5-2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/05/blog-post_07.html

Αμετανόητος Προμηθέας – του Γιάννη Ποτ.

Αμετανόητος Προμηθέας

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Απ’ τις γαρδένιες στα γιασεμιά

Περιπολούσε το ολόγιομο

                                           φεγγάρι

Όταν ξαφνικά ένοιωσα την απουσία του

Έλειπε και πάλι το συκώτι μου

Επιταχύνθηκε η μαρμαρυγή

                                         των αστεριών

Θόλωσε το φεγγάρι

Καθώς πλήρωνα με τα σπλάχνα μου

                                           το τίμημα

Ύβρις μου η αμφισβήτηση

                             της τάξης του ουρανού

Η φωτιά που ελευθέρωσα,

                             πυρπόλησε τα νέφη

Ανατράπηκαν οι προαιώνιες ισορροπίες

Καθώς φωτίστηκε το σκοτάδι

                                        της αμάθειας

 

Με την ηδονή της προσφοράς

 βάλσαμο

                                        στα σωθικά μου

Άφησα το φεγγάρι αιχμάλωτο

                             στην τροχιά του

Να μετράει τους κύκλους

                         της αέναης ακινησίας του,

Και με το βάρος της έλλειψης

                                         στα σωθικά μου,

αφέθηκα στην αγκαλιά του μορφέα

 

Φυγάδευσα τον Ενεστώτα

                                      στον Αόριστο

Καβάλησα το παιδικό μου ποδήλατο

Και δραπέτευσα στις γειτονιές

                                       των παιδιών

Ώσπου στο καλντερίμι του ουρανού

Άκουσα τον ασύμμετρο καλπασμό

                    των αλόγων του Φαέθοντα

Και κάπου στο βάθος αφουγκράστηκα

τον αμείλικτο κεραυνό του Δία

Να επαναφέρει στην πορεία του

το εξοστρακισμένο άρμα  του Ήλιου

 

Όλα πια, στη θέση τους

Κι εγώ αρτιμελής αλλά αμετανόητος

                                                Προμηθέας

έστησα τον πάγκο μου στην αγορά,

για να προσφέρω και πάλι

                     το αναγεννημένο συκώτι μου

προσάναμμα στην πυρπόληση

                       της νέας τάξης των θεών

 

                               13 Απριλίου 2010

Πυρηνική Ενέργεια τέλος!

Πυρηνική Ενέργεια τέλος!

 

Του Hρακλή Kανακάκη*

 

Μετά την πυρηνική καταστροφή του 1986 στο Τσερνομπίλ, που στοίχισε στην Oυκρανία περισσότερα από 120 δις δολλάρια, ανθρώπινες ζωές, μη αναστρέψιμες βλάβες στην υγεία πολιτών της και ανεπανόρθωτη μόλυνση στο περιβάλλον (ακόμη καταγράφουν θανάτους, λευχαιμίες, καρκίνους, τερατογενέσεις), το φιλοπυρηνικό λόμπι λούφαξε, αναδιπλώθηκε. Ξαπόστασε για λίγο και, στη συνέχεια, πέρασε στην αντεπίθεση, με τις πλάτες πολιτικών και επιστημόνων και με τη στήριξη των ΜΜΕ. Το μαύρο χρήμα, όταν ρέει αφειδώς, βρίσκει πάντα «πρόθυμους». Παθήματα που δεν έγιναν μαθήματα.

Με τη σύγχρονη τεχνολογία και τις νέες προδιαγραφές ασφάλειας, έλεγαν πυρηνικές διάνοιες, δεν μπορεί να συμβεί ατύχημα ούτε και στις σεισμογενείς χώρες και προέβαλαν ως σχετικό παράδειγμα την Ιαπωνία. Από κοντά, οικονομολόγοι επιχειρηματολογούσαν για το πόσο συμφέρει η πυρηνική ενέργεια. Αναλυτές της γεωστρατηγικής για το πόση ισχύ δίνει σε μια χώρα η απεξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες κ.λπ. Κλιματολόγοι για το πόσο καθαρή και «πράσινη είναι. Και ήρθε η πυρηνική τραγωδία στη Φουκουσίμα, ως άλλη «Χιροσίμα», να προκαλέσει πλανητική αγωνία για να παραδώσει μια χώρα 127 εκατομμυρίων στον τρόμο, στην απόγνωση, στην αρρώστια και στο θάνατο. Για να επιβεβαιωθεί ότι η φύση είναι δυνατότερη και από τα πιο καλά οργανωμένα σχέδια και από τον αρτιότερο προληπτικό σχεδιασμό. Ότι θερίζουμε συμφορές, όταν δεν βλέπουμε το παρελθόν ως σχολείο, που δίνει μαθήματα και μας φέρνει στα μέτρα μας.

Τα πυρηνικά ατυχήματα, μέχρι σήμερα, λειτουργούν όπως το κουδούνι του ξυπνητηριού. Μας αφυπνίζουν για λίγο και μετά βυθιζόμεθα στον εφησυχασμό. Αυτό έγινε με το ατύχημα του 1979 στον πυρηνικό σταθμό Θρι Μάιλ Άιλαντ, στην Πενσυλβάνια των H.Π.A. και το 1986 στο Τσερνομπίλ, στην Oυκρανία. Θα έχουμε και τώρα μία από τα ίδια, με τους πυρηνικούς αντιδραστήρες της Φουκουσίμα ή θα έχουμε την αρχή του τέλους της πυρηνικής ενέργειας; Τα οικονομικά συμφέροντα της πυρηνικής βιομηχανίας είναι κολοσσιαία, για να παραιτηθεί εύκολα. Πράσινη, συμφέρουσα και ασφαλής; Ανοησίες! «Πράσινη» και καθαρή η πυρηνική ενέργεια δεν είναι, ούτε αποτελεί λύση στην ενεργειακή κρίση και στις κλιματικές αλλαγές. Πράσινη, όχι, γιατί δεν είναι ανακυκλώσιμη. Καθαρή είναι μόνον οπτικά, γιατί δεν φαίνεται. Τα αποτελέσματα από την παρουσία της ραδιενέργειας είναι τρομακτικά και γίνονται αισθητά καθυστερημένα και σε βάθος δεκάδων, εκατοντάδων ή και χιλιάδων χρόνων. O πυρηνικός αντιδραστήρας και οι βοηθητικές του μονάδες απελευθερώνουν στην ατμόσφαιρα, σε σχέση με ένα συμβατικό εργοστάσιο ίσης θερμοηλεκτρικής ισχύος, μεγαλύτερα ποσά θερμότητας. Άρα δεν είναι λύση στο κλιματικό πρόβλημα. Αλλά ούτε το κόστος παραγωγής της πυρηνικής κιλοβατώρας είναι χαμηλό.

Oι υπέρμαχοι της πυρηνικής ενέργειας παραβλέπουν ότι έπειτα από τριάντα χρόνια ζωής κάθε αντιδραστήρα, πρέπει να διαλύεται και να γίνεται ο ίδιος απόβλητο. Έτσι, δεν συνυπολογίζουν στους κοστολογικούς παράγοντες τη δαπάνη αποσυναρμολόγησης του παλιού αντιδραστήρα και διαχείρισης της διάλυσής του, που φθάνει έως και το 50% του κόστους ενός νέου αντιδραστήρα. Oύτε και τα υπέρογκα ασφάλιστρα, που καταβάλλονται για τη μεταφορά του φορτίου. Ίσως, γιατί προτιμάται η λύση της «ανάθεσης» σε Μαφίες, που τα τακτοποιούν στο βυθό θαλασσών και ωκεανών. Το Σεπτέμβριο του 2009, οι Ιταλικές Αρχές εντόπισαν στα νερά της Καλαβρίας πλοίο φορτωμένο με βαρέλια γεμάτα πυρηνικά απόβλητα αγνώστου προελεύσεως, που είχε βυθίσει η Μαφία. Αλλά και οικονομικώς συμφέρουσα να ήταν, το διακύβευμα είναι τόσο μεγάλο, που επιβάλλεται να απορριφθεί η πυρηνική ενέργεια. Μήπως είναι ασφαλής; Η πραγματικότητα, χωρίς παραμορφωτικούς φακούς, βοά περί του αντιθέτου. Εκτός από τα μεγάλα πυρηνικά ατυχήματα, σημειώνονται και εκατοντάδες μικρά στα 450 πυρηνικά εργοστάσια που λειτουργούν στον κόσμο (άλλα 62 είναι υπό κατασκευήν). Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν σημειωθεί πάνω από χίλια ατυχήματα, χωρίς ποτέ να μάθουμε τι έχει υποστεί το περιβάλλον και η υγεία των ανθρώπων.

Αργά ή γρήγορα, η αλήθεια βγαίνει στο φως, γιατί ακόμη δεν ισχύει το: «ό,τι δεν το παίζει η τηλεόραση δεν είναι και είδηση». Μόνο στις ΗΠΑ, σύμφωνα με έκθεση της μη κρατικής, μη κερδοσκοπικής «Ένωσης Επαγρυπνούντων Επιστημόνων» της, εντός του 2010 14 φορές οι Αμερικανοί έφθασαν στο χείλος πυρηνικής τραγωδίας. Και το πιο ασφαλές σύστημα, κάποια στιγμή, υφίσταται βλάβη και τότε οι συνέπειες υπερβαίνουν κατά πολύ το οποιοδήποτε όφελος. Μη ασφαλής είναι, επιπροσθέτως, και γιατί δεν έχει βρεθεί μέθοδος αδρανοποίησης των πυρηνικών αποβλήτων. Ό,τι γίνεται είναι προσωρινό. Το θάψιμο σε στέππες, ερήμους ή περιοχές παγετώνων ενέχει κινδύνους, αφού η τοξικότητά τους διατηρείται εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια. Ποιος μπορεί να αισθάνεται σίγουρος από τους 250.000 τόνους αποβλήτων, που έχουν συσσωρευθεί μέχρι σήμερα; Εγκληματική η εμμονή της Τουρκίας.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε κλοιό πυρηνικών εργοστασίων και μάλιστα γηρασμένων, που αποτελούν πρωτίστως κίνδυνο για τις χώρες στις οποίες ανήκουν, αφού οι επιπτώσεις είναι ευθέως ανάλογες της εγγύτητας στην πυρηνική εγκατάσταση. Δυστυχώς όμως, η ραδιενέργεια δεν έχει σύνορα και ο πυρηνικός όλεθρος ξεπερνά τα εθνικά όρια. Κατά τούτο, είναι εγκληματική ενέργεια, σήμερα, που έχουμε πάθει και παθαίνουμε, να μη μαθαίνουμε. Να παρατείνεται ο βίος των παλαιωμένων αντιδραστήρων με επισκευές και παρεμβάσεις αμφίβολης αποτελεσματικότητας, με αποκλειστικό γνώμονα το κέρδος. Να εμμένει η Τουρκία, με περισσό θράσος, στην κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στο Ακούγιου, το οποίο, μάλιστα, βρίσκεται μάλιστα πάνω σε σεισμογενές ρήγμα, γνωστό για τη δραστηριότητά του και για τις ισχυρές δονήσεις που δίνει.

Με τον πυρηνικό τρόμο στη Φουκουσίμα εν εξελίξει, η επιχειρηματολογία του αντιπυρηνικού κινήματος έχει ενισχυθεί, ενώ κερδίζει έδαφος η λογική να ξαναδούμε τη ζωή μας χωρίς την πυρηνική ενέργεια. O στόχος είναι απολύτως εφικτός. Το 17% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τους πυρηνικούς σταθμούς μπορεί να αντικατασταθεί με εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Μέχρι τότε, οι λαοί μπορούν να επιβάλλουν το κλείσιμο των γηρασμένων εργοστασίων και να ματαιώσουν τα σχέδια εγκατάστασης νέων, ­ με αγώνα, ­ με την εκλογική αποδοκιμασία των πολιτικών δυνάμεων, που διάκεινται ευνοϊκά στην πυρηνική ενέργεια, ­ με τον αυτοπεριορισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.

 

* Ο Hρακλής Kανακάκης είναι αρθογράφος στη εφημ. «Χριστιανική» και Δ/ντής Δημοτικού Σχολείου.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 26 Απρίλιος 2011, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/844/purenike-energeia-telos.html

Από τον κοινοτισμό στη Φιλία IΙ

Από τον κοινοτισμό στη Φιλία – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Ξυδιά*


 

τι πόλιν λευθέραν τε εναι δε

κα μφρονα κα αυτ φίλην

Πλάτωνος Νόμοι, 693b

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

– Β –

Εν τω μεταξύ, εν μέρει εξ αιτίας της φυσικής κόπωσης κι εν μέρει εξ αιτίας διαφορετικών προσανατολισμών, είχαν αρχίσει στην παρέα μας να εκδηλώνονται κεντρόφυγες τάσεις. Είχαμε φτάσει στα 1991. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1995, οι τέσσερεις από τους έξι της αρχικής παρέας ξαναβρεθήκαμε μεταξύ μας με σκοπό να μελετήσουμε τα περί Φιλίας στον Αριστοτέλη.

Μεταξύ άλλων θεωρήσαμε αναγκαία μια εισαγωγική μελέτη των συναφών έργων του Πλάτωνα, οπότε ανέλαβα να παρουσιάσω στην ομήγυρη τον Λύση. Στον σχετικά παραμελημένο αυτόν διάλογο, θέμα του οποίου είναι η φιλία, βρήκα τις βάσεις για μια εναλλακτική τοποθέτηση – ή μάλλον, για μια ριζική αντιστροφή – όλων αυτών των ζητημάτων που είχε θέσει ο Tönnies στο ‘Κοινότητα και Κοινωνία’.

Ο Πλάτων βλέπει στη φιλία έναν ιδιαίτερο δεσμό που – όπως η ‘κοινότητα’ του Tönnies – αναπροσδιορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις στη βάση της οικειότητας. Διερευνώντας όμως τα χαρακτηριστικά αυτού του δεσμού ο Πλάτων προχωρά σε μια σειρά ανατροπών, παράδοξων τόσο για τη δική μας κοινή αίσθηση όσο και για τον Tönnies. Κατ’ αρχάς απορρίπτει τη φυσική συγγένεια ως πρωτογενή αφετηρία της οικειότητας. Η οικειότητα που οδηγεί στην ευδαιμονία, λέει, δεν βασίζεται στις φυσικές σχέσεις (όπως π.χ. η φυσική αγάπη των γονιών για τα παιδιά τους).[5] Επομένως άλλη είναι η οικειότητα που μας ενδιαφέρει. Οικείος και φίλος γίνεται κάποιος σε κάποιον όταν ο δεύτερος αναγνωρίσει στον πρώτο ότι είναι καλύτερος απ’ αυτόν ως προς κάτι που του είναι ζωτικό (209c). Τότε του εκχωρεί το δικαίωμα να ενεργεί – σε σχέση με αυτό το κάτι – ελεύθερα και επί του ιδίου και επί των κτήσεών του, κάνοντας ό,τι επιθυμεί. Κι έτσι ο πρώτος γίνεται πραγματικά άρχων και ελεύθερος (210b), ενώ ο δεύτερος έχει το όφελος ότι η ζωή του και τα πράγματά του τυγχάνουν της φροντίδας ενός καλύτερου απ’ αυτόν τον ίδιο. Αυτή είναι η βάση της οικειότητας και της φιλίας για τον Πλάτωνα.

Σπεύδω να πω ότι για το θέμα που συζητούμε δεν έχει καμία σημασία αν αυτό που περιγράφει ο Πλάτων ως φιλία ταιριάζει με τη δική μας γενική αίσθηση για το τι είναι φιλία (θα χρειαζόταν γι’ αυτό μια άλλη συζήτηση). Εδώ αρκεί να συμφωνήσουμε ότι έχουμε πράγματι να κάνουμε μ’ έναν δεσμό που ορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις σε μια προοπτική ευδαιμονίας, ομόλογη όσο και διαφορετική από την προοπτική της αυθεντικότητας που είδαμε στον κοινοτισμό. Ας σταθούμε λίγο σ’αυτό. Κατ’ αρχάς είναι σαφές ότι ο δεσμός της φιλίας που περιγράφει εδώ ο Πλάτων είναι δεσμός πολιτικός, αφού εμπεριέχει τις έννοιες της ελευθερίας και της εξουσίας (ελεύθερος και άρχων). Κι εδώ προχωράμε σε μια δεύτερη ανατροπή. Ο Πλάτων δεν αντιλαμβάνεται εξουσία και ελευθερία σαν ανεξάρτητα πράγματα, αλλά σαν τις δυο όψεις του πολιτικού δεσμού για τον οποίο μιλάμε. Ελεύθερος δεν είναι απλώς αυτός που κάνει ό,τι θέλει στον εαυτό του και στα δικά του πράγματα, αλλά αυτός που του εκχωρείται από τους άλλους το δικαίωμα να άρχει επ’ αυτών. Αυτή η ελευθερία-εξουσία δεν είναι αυτονόητο δικαίωμα του καθενός (όπως η εξατομικευτική ελευθερία της ‘κοινωνίας’) αλλά είναι πνευματικό κατ’ αρχήν επίτευγμα, προϋποθέτοντας σωφροσύνη ή φρόνηση. Ο Πλάτων μας μιλά εδώ για μια συνάντηση ψυχών, σε μια σχέση ασύμμετρη, που προϋποθέτει την ηθελημένη προσχώρηση και των δύο πλευρών – αυτού που κατέχει την πνευματική αυτή αρετή και αυτού που είναι σε θέση να την αναγνωρίσει ως ωφέλιμη για τον ίδιον. Από μια άποψη η σχέση αυτή μοιάζει με την ‘κοινωνία’ του Tönnies, αφού υπάρχει ένα είδος ‘ανταλλαγής’. Εδώ όμως τα δύο μέρη δεν προσέρχονται απλώς για να ανταλλάξουν τα αγαθά τους ή για να συνενώσουν αθροιστικά τις δυνάμεις τους και μετά να ξαναποσυρθούν στον ιδιαίτερο χώρο τους, αλλά παραμένουν ενωμένοι στον κοινό λόγο που αρθρώνεται από το ελευθέρως άρχειν του ενός και το ελευθέρως άρχεσθαι του άλλου.

Ποια είναι η γενετική βάση του κοινού λόγου – της ‘ομολογίας’ των ‘φίλων’ – σ’ αυτή τη ‘φιλική’ σχέση άρχοντος και αρχομένου; Υπάρχει μια φυσιολογία ή οντολογία της πλατωνικής φιλίας, αντίστοιχη μ’ αυτή που μας προτείνει ο Tönnies για την ‘κοινότητά’ του; Ασφαλώς και υπάρχει (παρά τις ενδεχόμενες αντιρρήσεις πολλών από τους σχολιαστές του διαλόγου).[6] Αντί της αντίθεσης μεταξύ της ‘φυσικής’ και της ‘λογικής’ θέλησης έχουμε εδώ τη συνθετική λειτουργία του ‘φιλείν’ ως μια διαρκή μετάβαση από τη ‘φυσική’ έλξη στον ‘κοινό λόγο’. Σ’ αυτή την πορεία οι δύο φίλοι δεν ανακαλύπτουν απλώς τη δεδομένη, υποτίθεται, φύση τους για να ευθυγραμμιστούν οργανικά μαζί της. Μέσω του κοινού λόγου, τη δημιουργούν οι ίδιοι με τη βελτίωσή τους (με τον συντονισμό τους προς το κάλλος και την αλήθεια). Βρίσκουμε λοιπόν εδώ μια άλλη έννοια ‘αυθεντικότητας’ που όχι μόνο δεν είναι αντίθετη προς την ελευθερία και τον λόγο, αλλά προϋποθέτει και τα δύο ως μοναδική μέθοδο εναρμόνισης προς μια ‘φύση’ που δεν πρέπει απλώς να την ανακαλύψουμε, σαν να ήταν ένα οργανικό δεδομένο, αλλά που οφείλουμε να συμβάλουμε στη δημιουργία της – μια ‘φύση’ που δεν μας ωθεί όπισθεν (μέσω απρόσωπων φυσικών ορμών), αλλά μας έλκει άνωθεν (μέσω της συγκίνησης που γεννούν ένα βλέμμα ή μια σκέψη). Ο δεσμός της φιλίας γίνεται έτσι ένας κανόνας και οδοδείκτης ότι η δημιουργική δια του λόγου κίνηση προς αυτή μας τη ‘φύση’ δεν είναι αυθαίρετη.

Με τον τρόπο αυτό ο Πλάτων κλείνει τους λογαριασμούς του με την οικειότητα των φυσικών δεσμών και της παράδοσης και αναθεμελιώνει την κοινότητα στη βάση της φιλίας, ως ελεύθερου διαπροσωπικού δεσμού που ορίζει μια κοινή πολιτική αρχή για όλες τις κλίμακες και όλα τα επίπεδα: τους κατά φύση συγγενείς, τους γείτονες, τους συμπολίτες και εν τέλει όλη την ανθρωπότητα, περιλαμβάνοντας ομοεθνείς και αλλοεθνείς, άντρες και γυναίκες (209c-210b). Επ’ αυτής της πολιτικής αρχής σχηματίζεται το έδαφος ενός εμπειρικά θεμελιωμένου πολιτικού ορθολογισμού, που δεν υπόκειται σε φυσικούς, γεωγραφικούς ή πολιτιστικούς περιορισμούς. Θα μπορούσαμε με δική μας ευθύνη να προεκτείνουμε αυτή την ιδέα προς διάφορες κατευθύνσεις. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να φανταστούμε μια γενικευμένη κοινότητα που συγκροτείται με συνεκτικό ιστό την καθολική φιλία-οικειότητα προς τον σοφό ή τη σοφία (210d)· ή ένα πολιτικό πλαίσιο αμοιβαίων αλληλεξαρτήσεων φιλίας, όπου ο καθένας εκχωρεί στους άλλους το δικαίωμα να γίνονται απέναντί του άρχοντες και ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν επ’ αυτού κατά το μέτρο και στους τομείς που τους αναγνωρίζει ότι είναι καλύτεροί του (αν δεν κάνω λάθος, προς αυτή την κατεύθυνση κινείται ο Αριστοτέλης). Ο ίδιος ο Πλάτων στο τελευταίο του έργο, στους Νόμους, θέτει την αρχή της φιλίας-οικειότητας («κοινά τα φίλων», 739c) ως βάση του ιδεωδέστερου των πολιτευμάτων, επιχειρώντας εκεί την αναλυτική έκθεση ενός συστήματος πολιτικών θεσμών που θα βασιζόταν στην αρχή της φιλίας, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψη του ότι οι πραγματικοί άρχοντες δεν μπορεί να είναι οι ιδεώδεις σοφοί.[7]

* * *

Εδώ κλείνει ουσιαστικά και ο δικός μου κύκλος που άνοιξε το 1987 ως αναζήτηση της κοινότητας. Εξακολουθώ να βλέπω με συμπάθεια τον κοινοτισμό, εκτιμώντας την κριτική του οξύτητα και πολλές αξιόλογες πρακτικές ιδέες. Δεν βλέπω όμως σ’ αυτόν μια πραγματική δυνατότητα εξόδου από τον κυρίαρχο τρόπο του σκέπτεσθαι, αλλά μάλλον μια αμήχανη έκφραση των αντιφάσεών του. Η ‘κοινότητα’ (των κοινοτιστών) δεν είναι το αντίπαλο δέος, αλλά η αντεστραμμένη εικόνα της ‘κοινωνίας’. Δεν ξέρω αν ο δρόμος της φιλίας όπως τον εξέθεσα παραπάνω θα αποδειχθεί περισσότερο γόνιμος. Γνωρίζω όμως τι θα απαντούσε ο Πλάτων σε κάποιον που θα επέμενε να αντιπαραβάλλει την αυθεντικότητα στον ορθολογισμό του συμφέροντος: ‘Μα η αυθεντικότητα είναι το μόνο συμφέρον, φίλε μου’ – θα του έλεγε – δείχνοντας έτσι τη δυνατότητα μιας ελευθερίας που δεν είναι αυθαιρεσία και αποχωρισμός αλλά ελπίδα ουσιαστικής συνεύρεσης, και μιας εξουσίας που δεν είναι επιβολή και οικειοποίηση αλλά δημιουργική μέριμνα. Έχω μάλιστα την εντύπωση ότι μια τέτοια αντιστροφή θα ήταν πολύ κοντά στο συνθετικό πνεύμα του Καραβίδα, αλλά και στη μύχια ελπίδα του Tönnies πως η ‘κοινότητα’ μπορεί να ξαναβρεθεί στο μέλλον μέσα από την οδό της ‘κοινωνίας’.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

 [5] Όλα αυτά λέγονται στο κείμενο με τον ιδιαίτερο τρόπο της πλατωνικής σκηνοθεσίες και της σωκρατικής ειρωνείας. Ο Σωκράτης π.χ. απορεί όταν μαθαίνει ότι οι γονείς του Λύση, του νεαρού συνομιλητή του, τον περιορίζουν, για λόγους παιδαγωγικούς, και δεν τον αφήνουν να κάνει ό,τι επιθυμεί; Αλλά και τι άλλο να κάνουν οι γονείς όταν ξέρουν ότι οι επιθυμίες του παιδιού τους δεν βασίζονται στη φρόνηση; Έτσι, μέσα από παράδοξη αντιμετώπιση των σχέσεων του Λύση με τους γονείς του ο Πλάτων αναθεωρεί το πλαίσιο της οικειότητας. Άλλο η φυσική γονεϊκή αγάπη και οικειότητα, κι άλλη αυτή που αρμόζει στον ελεύθερο πολίτη και οδηγεί στην ευδαιμονία. Η δεύτερη προϋποθέτει τη φρόνηση του αγαπημένου. Η αγάπη εδώ δεν είναι ένα αίσθημα, αλλά μια σχέση που κατακτάται.

[6] Την απάντηση στο ερώτημα αυτό ο Πλάτων δεν τη δίνει ευθέως. Τη σκιαγραφεί μέσα από την αδιέξοδη φαινομενικά διερεύνηση διαφόρων ερωτημάτων (του είδους: ‘φίλοι’ γίνονται οι ‘όμοιοι’ ή οι ‘αντίθετοι’; και τι επιθυμούμε πραγματικά; το άμεσο αντικείμενο της επιθυμίας μας ή κάτι άλλο χάριν του οποίου αγαπούμε και επιθυμούμε όλα τα υπόλοιπα; και τι είναι αυτό; είναι το αγαθόν ή ό,τι μας είναι οικείο;) … αλλά και μέσα από τη σκηνική ανάπτυξη της αφήγησης, που μας παραπέμπει σε πράγματα γνωστά από τον Φαίδρο και το Συμπόσιο: Για να έλθω στη συντροφιά σας – λέει π.χ. ο Σωκράτης στην αρχή του Λύση – πρέπει να μου πείτε ποιος είναι ο ωραίος (204b). Μας λέει μ’ άλλα λόγια πως η ψυχική συνάντηση των φίλων εκκινεί από μια πρωταρχική έλξη του ενός προς τον άλλο. Επ’ αυτής της πρωταρχικής προ-γλωσσικής ‘ομολογίας’, αφετηρία της οποίας είναι το κάλλος (η ομορφιά), οικοδομείται στη συνέχεια ο φιλικός δεσμός μέσα από μια διαδικασία διαλεκτικού διαλόγου ως κοινής ζήτησης της αληθείας.

[7] Πολλοί έχουν επισημάνει ότι οι Νόμοι είναι μια δεύτερη, αναθεωρητική προσπάθεια του Πλάτωνα να μιλήσει για τα θέματα που αφορούν τη συγκρότηση της πόλεως με έναν τρόπο πιο μετριοπαθή απ’ αυτόν της Πολιτείας. Θεωρούν όμως ότι η μετριοπάθεια των Νόμων βασίζεται σ’ ένα είδος εμπειρισμού του Πλάτωνα, σε μια πιο ρεαλιστική εκ μέρους του στάση, που δεν βασίζεται σ’ ένα συνεκτικό θεωρητικό πυρήνα. Αυτό όμως είναι λάθος. Διότι υπάρχει μια ισχυρή πολιτική αρχή επί τη βάσει της οποίας αναπτύσσεται το πολιτικό σύστημα των Νόμων, κι αυτή είναι η φιλία. Όπως σιγά-σιγά συνειδητοποίησα – χάρη στην ισχυρή ερμηνευτική γραμμή που μου είχε προσφέρει ο Λύσις και στο συνεχή διάλογο που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια με τον Σπύρο Μπενετάτο – η φιλία είναι μαζί με τη δικαιοσύνη δυο παράλληλοι άξονες γύρω από τους οποίους διαρθρώνεται όλη η πολιτική θεωρία του Πλάτωνα. Φιλία και δικαιοσύνη είναι για τον Πλάτωνα δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δεν μπορεί να υπάρχει φιλία χωρίς δικαιοσύνη, ούτε δικαιοσύνη χωρίς φιλία. Η θέση αυτή διέπει ολόκληρο το πλατωνικό έργο. Αν δει όμως κανείς τα πράγματα κάπως πιο προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι έχει μεγάλη διαφορά ποια από τις δύο όψεις θα πάρουμε ως αφετηρία. Στην Πολιτεία, φερ’ ειπείν, που έχει ως αφετηριακή αρχή τη δικαιοσύνη, ο Πλάτων μοιάζει να οδηγείται σε ένα συμπαγές σύστημα, που έχει κατηγορηθεί από πολλούς ως η ρίζα κάθε μετέπειτα ολοκληρωτισμού. Αντίθετα στους Νόμους, που σκοπός του νομοθέτη είναι, είτε το σωφρονείν, είτε η φρόνηση, είτε η φιλία – που, σύμφωνα με τον ίδιο τον Πλάτωνα, είναι ένα και το αυτό (βλ. 693b, 693c και 701d) – συγκροτείται ένα πιο ανεκτικό και πιο φιλάνθρωπο σύστημα. Νομίζω ότι δεν θα έχουμε μια πλήρη εικόνα της πολιτικής σκέψης του Πλάτωνα, αν δεν ξαναδιαβάσουμε τους Νόμους υπό το πρίσμα του Λύση.

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cogito, τ. 1 (Ιούλιος 2004), σελ. 45-49. Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το αφιέρωμα στη φιλία που είχε κάνει το φιλοσοφικό περιοδικό Cogito στο πρώτο του τεύχος (Ιούλιος 2004, σελ. 20-52).

 

Πηγή: Αντίφωνο. Κατά την αναδημοσίευση του κειμένου στο Αντίφωνο έγιναν μερικές μικρές διορθώσεις και προσετέθησαν ορισμένες ακόμα επεξηγηματικές σημειώσεις. Βλ. το ίδιο άρθρο χωρίς τις διορθώσεις και προσθήκες στο Scribd στα ελληνικά, και σε αγγλική μετάφραση.

 

* Άλλα άρθρα του Β. Ξυδιά για τον κοινοτισμό (με χρονολογική σειρά):

«Πρόσωπο και κοινότητα. Ο άνθρωπος και το κοινωνικό γεγονός», Λεβιάθαν, τ. 11, 1991, σελ. 159-166.

«Η κοινότητα ως έννοια κριτική στην πολιτική σκέψη των νεώτερων χρόνων (σπουδή στον Ferdinand Tönnies)», Νέα Κοινωνιολογία, τ. 13, 1991-92, σελ. 64-74.

«Από την κοινότητα που χάθηκε σ’ αυτήν που μέλλει να κερδηθεί», Σύναξη, τ. 55, 1995, σελ. 41-49.

«Η ιδέα της ελληνικής κοινότητας στον Π. Γιαννόπουλο και τον Ι. Δραγούμη», Άρδην, τ. 2, 1996, σελ. 75-77.

«Μια σύντομη ιστορία του κοινοτισμού», Άρδην, τ. 9, 1997, σελ. 72-78.

«Χωρίς κοινότητα», Άρδην, τ. 10, 1997, σελ. 57-60.

«Από την πόλη στην εκκλησία», Αναλόγιον, τ. 3, 2002, σελ. 23-31.

Από τον κοινοτισμό στη Φιλία I

Από τον κοινοτισμό στη Φιλία – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Ξυδιά*


 

τι πόλιν λευθέραν τε εναι δε

κα μφρονα κα αυτ φίλην

Πλάτωνος Νόμοι, 693b

 

Θα ήθελα σ’ αυτό εδώ το άρθρο να διηγηθώ πώς έφτασα στην πλατωνική φιλία αναζητώντας εναλλακτική πρόσβαση στα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο κοινοτισμό. Πώς δηλαδή βρήκα στην περί φιλίας αντίληψη του Πλάτωνα τη δυνατότητα θεμελίωσης των πολιτικών σχέσεων στον ελεύθερο διαπροσωπικό δεσμό μεταξύ πολιτών-φίλων. 

Όχι στο μεμονωμένο πολίτη-άτομο (‘φιλελευθερισμός’), ούτε σε μια συλλογική ταυτότητα που προηγείται όσων μετέχουν σ’ αυτήν (‘κοινοτισμός’). Η πολιτική αυτή αρχή της φιλίας αποτελεί τη βάση για την ταυτόχρονη ικανοποίηση σημαντικών αιτημάτων του νεωτερικού και μετανεωτερικού ανθρώπου, όπως η ελευθερία, η κοινωνικότητα και η αυθεντικότητα [1].

Το 1987 μια παρέα έξι φίλων ξεκινήσαμε να ερευνήσουμε από κοινού τί θα μπορούσε να σημαίνει ‘κοινότητα’ στις μέρες μας. Αναζητούσαμε στην κοινότητα μια διέξοδο από τον «οχλικό» (έκφραση του Καραβίδα) ατομικισμό των συγχρόνων κοινωνιών. Διέξοδο διαφορετική από τον κολεκτιβισμό, μαρξιστικού ή άλλου τύπου. Ξεκινώντας τη μελέτη μας από τον Κωνσταντίνο Καραβίδα – τον χαρισματικό αυτόν στοχαστή του ελληνικού κοινοτισμού – γρήγορα συνειδητοποιήσαμε πως την κοινότητα δεν θα τη βρούμε στηριγμένοι «σε κάποιον αόριστο ιστορικό τάχα ρομαντισμό για τα παλαιά κοινοτικά μας σχήματα, ούτε και σε όνειρα για τη μελλοντική διάρθρωση του κόσμου»[2]. Προσπεράσαμε έτσι την ιδέα της παραδοσιακής κοινότητας, όπως και τις διάφορες φουτουριστικές κατασκευές που βασίζονται στην ιδέα της αυτοδιαχειριζόμενης ομάδας με το μικρό μέγεθος και την άμεση δημοκρατία. Έτσι κι αλλιώς αυτές οι τελευταίες δεν έχουν κατ’ ουσίαν καμία σχέση με τον οργανικό δεσμό που ως φιλοκοινοτιστές αναζητούσαμε στην κοινότητα· έχουν περισσότερο να κάνουν με διάφορες ριζοσπαστικές εκδοχές του διαφωτιστικού ιδεώδους της δικαιοσύνης, της ισότητας κ.τ.ό. Αλλά και η παραδοσιακή κοινότητα δεν μάς οδηγούσε πολύ μακρύτερα από το φολκλόρ. Εμάς μάς ενδιέφερε μια έννοια κοινότητας που θα μπορούσε να είναι εν ισχύ στις μέρες μας· που σημαίνει ότι θα έπρεπε να είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμβατή με την ατομικότητα, τη μεγάλη κλίμακα και το σύνθετο χαρακτήρα των συγχρόνων κοινωνιών, προσδίδοντάς τους ασφαλώς διαφορετικό χαρακτήρα. Ο Καραβίδας μάς είχε δείξει πως οι απαιτήσεις αυτές δεν ήταν αντιφατικές, αφού η πραγματική κοινότητα – αυτή που υπήρξε, που υπάρχει και που θα υπάρξει στο μέλλον – δεν είναι ένα φορμαλιστικό μοντέλο, αλλά ένα «πονηρό ζώο» που μπορεί να επιβιώνει σε όλες τις ιστορικές συνθήκες και να συμβιώνει με τα πιο διαφορετικά κοινωνικά και πολιτειακά συστήματα, λαμβάνοντας διαφορετικές κάθε φορά μορφές.

Έχοντας λοιπόν αυτό το πρόβλημα να λύσουμε, το ζητούμενο δεν ήταν να περιγράψουμε τις κατά περίπτωση ‘κοινοτικές δομές’, αλλά να κατανοήσουμε το γενεσιουργό τους αίτιο, το ‘κοινοτικό πνεύμα’. Σ’ αυτή την προσπάθεια ο Καραβίδας δεν μας φάνηκε επαρκής μέχρι τέλους. Παρά το οξυδερκές του βλέμμα και τις πρωτότυπες παρατηρήσεις του για το τί είναι και τί δεν είναι κοινότητα, ανήγαγε εν τέλει την αιτία της (ελληνικής) κοινότητας στη γεωγραφία ή στο ‘πνεύμα του τόπου’. Κι αυτό που μας ενοχλούσε σ’ αυτόν τον γεωγραφικό ντετερμινισμό δεν ήταν τόσο ο περιορισμός των εστιών κοινοτισμού σε λίγες μόνο προνομιούχες περιοχές της γης. Ήταν, πολύ περισσότερο, η ιδέα πως η κοινότητα μπορεί και να θεμελιώνεται σε έναν παράγοντα που αναιρεί το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Αναλογιστήκαμε έτσι ότι η ελευθερία δεν ήταν απλώς μια περιγραφική ιστορική συνθήκη που οφείλαμε να σεβαστούμε, αλλά μια θεμελιώδης οντολογική προϋπόθεση που έδινε νόημα και αξία στο ερώτημα που μας απασχολούσε. Αναζητήσαμε λοιπόν άλλες πηγές.

Ήμασταν ήδη ενήμεροι για τη διαμάχη που είχε εν τω μεταξύ ξεσπάσει στην Αμερική μεταξύ φιλελευθέρων και κοινοτιστών. Ήταν ασφαλώς το σημαντικότερο γεγονός εκείνης της περιόδου στο χώρο της πολιτικής και ηθικής φιλοσοφίας. Εγώ τοποθετήθηκα εξ αρχής στην πλευρά των κοινοτιστών. Αποδεχόμουν την κριτική τους κατά του αφηρημένου, εξωεμπειρικού τρόπου με τον οποίο οι φιλελεύθεροι αντιλαμβάνονταν τη δικαιοσύνη. Βρήκα πολύ χαριτωμένη την έννοια του ‘αποψιλωμένου εγώ’ με την οποία ο M. Sandel έδειχνε το κενό της φιλελεύθερης αντίληψης του ατόμου ως αφηρημένου ‘φορέα δικαιωμάτων’. Συμμεριζόμουν την αποστροφή του γι’ αυτό το ‘άτομο’ που δεν είναι παρά ψιλή έννοια· ένα νομικό φάντασμα χωρίς σάρκα και οστά, που φιλοδοξεί να εικονίσει τον άνθρωπο βγάζοντάς τον έξω από τις ζωτικές σχέσεις δια οποίων ο καθένας αναδύεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Από την άλλη μεριά υπήρχαν και πράγματα που δεν μου ταίριαζαν. Δεν μπορούσα, για παράδειγμα, να αποδεχθώ τον ηθικό σχετικισμό ορισμένων· την ιδέα δηλαδή ότι αυτό που είναι ηθικά αποδεκτό για μας, εδώ και τώρα, μπορεί να μην έχει καμία σχέση μ’ αυτό που είναι αποδεκτό για κάποιους άλλους, κάπου αλλού ή σε άλλη εποχή. Υπήρχαν βέβαια και άλλοι, όπως ο Ch. Taylor, που υποστήριζαν ότι ο πολιτιστικός πλουραλισμός δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε ηθικό σχετικισμό· και επομένως, ότι στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης μπορούν να υπάρξουν οικουμενικές αξίες που θα κάνουν όχι απλώς εφικτή, αλλά και επιθυμητή την κοινή συμβίωση όλων των ανθρώπων θεμελιώνοντας ένα κοινό πανανθρώπινο αίσθημα δικαίου, το οποίο θα μπορούσε να πάρει διαφορετικές μορφές σύμφωνα με τις διαφορετικές παραδόσεις και συλλογικές ταυτότητες. Έτσι καταλάβαινα γι εγώ το νόημα ενός σύγχρονου κοινοτισμού· όχι ως θεωρητική δικαίωση ενός πνευματικού απομονωτισμού, αλλά ως μια κλιμακωτή απόπειρα της ανθρωπότητας να προσεγγίσει το καθολικό αγαθό μέσα από τη διαδοχή επάλληλων ή παράλληλων προσεγγίσεων βασισμένων στη σωρευμένη πνευματική εμπειρία των επιμέρους παραδόσεων.

Όλα αυτά ήταν βέβαια πολύ ενδιαφέροντα. Πολύ περισσότερο που μέσα απ’ αυτή την αντιπαράθεση έβλεπε κανείς να ανακεφαλαιώνεται ολόκληρη η φιλοσοφία των νεωτέρων χρόνων και να τίθενται εξ αρχής όλα τα κλασικά ερωτήματα. Έτσι μερικοί από την παρέα μας στράφηκαν σ’ αυτή τη συζήτηση. Και θα είχα ίσως κι εγώ ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, αν δεν με απέτρεπαν ορισμένες ενστικτώδεις αμφιβολίες, όπως για παράδειγμα η εντύπωση ότι η ‘κοινότητα’ στην οποία αναφέρονταν οι κοινοτιστές είχε περισσότερο να κάνει με τη γενική αντίθεση μεταξύ ‘ατομικότητας’ και ‘συλλογικότητας’ κι όχι με την ειδική έννοια της ‘κοινότητας’ ως οργανικού δεσμού, που βρισκόταν στο επίκεντρο του δικού μας ενδιαφέροντος. Ένιωθα επίσης ότι οι κοινοτιστές δεν είχαν τρόπο να βγουν έξω από τα όρια της σκέψης με την οποία αντιπαρετίθεντο (μου φαίνονταν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην καντιανή μεταφυσική και σ’ έναν εμπειρισμό θετικιστικού τύπου). Αυτό επιβεβαιώθηκε νομίζω και από την μετέπειτα πορεία της αντιπαράθεσης, που, στα χρόνια που ακολούθησαν, κατέληξε σε ένα κάπως χλιαρό αποτέλεσμα: στην εύρεση ενός ‘μέσου’ σημείου σύγκλισης με τους μετριοπαθείς φιλελεύθερους επί ευρύτερων θεμάτων πολιτικής και ηθικής. Για μένα όμως το ερώτημα της ‘κοινότητας’ ως οργανικού δεσμού παρέμενε ενεργό – μέχρι τελικής πτώσεως.

Με αυτές τις σκέψεις άφησα κατά μέρος τις μεταμοντέρνες θεωρίες και αναζήτησα μια πιο κλασική προσέγγιση. Τη βρήκα στο βιβλίο Κοινότητα και Κοινωνία [3] του Γερμανού κοινωνιολόγου Φερδινάνδου Τένις (Ferdinand Tönnies, 1856-1936)· έργο ιδρυτικό για τον σύγχρονο κοινοτισμό, αφού σ' αυτό αντιδιαστέλλονται για πρώτη φορά η ‘κοινότητα’ προς την ‘κοινωνία’[4] με τον ιδιαίτερο τρόπο της κοινοτιστικής σκέψης. Μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν τους δύο αυτούς όρους ως συνώνυμους, ή για να δηλώσουν απλές διαφορές μεγέθους, βαθμού συνοχής κ.τ.ό. Ο Tönnies τούς χρησιμοποίησε μ’ έναν τρόπο ριζικά καινούργιο, όχι απλώς για να περιγράψει διαφορετικά κοινωνικά μορφώματα, αλλά για να μιλήσει για τη θεμελιώδη διαφορά που κατ’ αυτόν διαπερνά όλες τις μορφές ανθρώπινης συμβίωσης από την αυγή της ανθρωπότητας ως τις μέρες μας.

Σε αντίθεση προς τις ‘ολιστικές’ θεωρίες (Marcel Mauss, Louis Dumont κ.ά.) ο Tönnies δεν βλέπει την κοινότητα σαν συλλογική οντότητα, σαν συλλογικό υποκείμενο. Θέτει στη βάση του θεωρητικού του οικοδομήματος – όσο κι αν αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο – τους ανθρώπους όπως αυτοί κατανοούνται στο πλαίσιο της νεωτερικής συνθήκης, ως ατομικές κατ’ αρχήν υπάρξεις. Αυτά τα ‘άτομα’, λέει ο Tönnies, αυτοπροσδιορίζονται ανάλογα με το εσωτερικό κίνητρο, τον τύπο της θελήσεως που τα οδηγεί κατά περίπτωση να συγκροτούν δεσμούς με άλλους ανθρώπους. Έτσι ‘κοινότητα’ και ‘κοινωνία’ είναι στον Tönnies δυο διαφορετικοί τύποι κοινωνικότητας, δυο ιδεότυποι κοινωνικού δεσμού. ‘Κοινότητα’ είναι κάθε δεσμός που πηγάζει από τη ‘φυσική θέληση’ των ανθρώπων να είναι μαζί εξ αιτίας κάποιου πηγαίου συνδέσμου, ζωτικού για την ύπαρξή τους. ‘Κοινωνία’ είναι κάθε δεσμός που βασίζεται στη ‘λογική θέληση’ για συνεργασία προς επίτευξη ενός κοινού στόχου που προκύπτει από υπολογισμό. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για σχέσεις ειρηνικής συνύπαρξης και αμοιβαίας αλληλεγγύης. Όμως στη μια περίπτωση μετράει ο ίδιος ο δεσμός, η σχέση, η από κοινού ύπαρξη· στην άλλη μετρά ο σκοπός, το κοινό όφελος. Από την αλληλοδιαπλοκή και τη σύμμειξη των δύο αυτών καθαρών ιδεοτύπων προκύπτουν όλες οι πραγματικές σχέσεις και δομές κοινωνικής συνύπαρξης και αλληλεγγύης που συναντάμε στην ιστορία και στην καθημερινή ζωή. Ακολουθώντας έτσι μια διαδοχή επιπέδων ή αναβαθμών, που ξεκινά από τις σχέσεις αίματος (πατέρας-υιός, σχέσεις αδελφών), περνά στη φυσική εγγύτητα (συνοικίες, χωριά) και φτάνει στη διανοητική-πνευματική εγγύτητα (έθνη, θρησκείες), βρίσκουμε διαφορετικές μορφές κοινότητας τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη κλίμακα, σε τοπικό ή οικουμενικό επίπεδο, από τη στοιχειώδη σχέση δύο ανθρώπων ως τις πιο σύνθετες και πολύπλοκες υπερεθνικές δομές. Με τον τρόπο αυτό ο Tönnies κατόρθωσε να μιλήσει για το ‘κοινοτικό πνεύμα’ σ’ ένα πλαίσιο διιστορικό, πέρα από επιμέρους παραδόσεις, χωρίς φορμαλιστικούς περιορισμούς (μικρό μέγεθος, χωρική εγγύτητα κλπ). Κι αυτό το έκανε μ’ ένα βηματισμό θεωρητικά συνεκτικό, συμβατό με τη βασική συνθήκη της νεωτερικότητας (την ατομικότητα), ανακεφαλαιώνοντας σε μια δική του προοπτική τα κλασικά φιλοσοφικά δίπολα ‘φυσικού και συμβατικού’, ‘βούλησης και λόγου’.

Με τον τρόπο όμως αυτόν ο Tönnies μάς έφερε μπροστά σε ένα δίλημμα, ανάμεσα στο αίτημα της αυθεντικότητας και σ’ αυτό της ελευθερίας. Και νά πώς! Ο Tönnies είδε στην ‘κοινότητα’ το βασίλειο της επιζητούμενης από τον σύγχρονο άνθρωπο αυθεντικότητας. Χαμένοι καθώς είμαστε σ’ έναν πολυδαίδαλο κόσμο εξωγενών συμβάσεων και ρόλων, η ‘φυσική θέληση’ είναι ο τρόπος σύνδεσης τού καθενός μας με την οργανική φυσική του κατάσταση. Όμως συντονισμός με τη ‘φυσική θέληση’ είναι το να αφήνεται κανείς να κατακυριευτεί από δυνάμεις που τον υπερβαίνουν. Μπορεί οι δυνάμεις αυτές να ανταποκρίνονται σε ό,τι αρμόζει περισσότερο στη φύση του, να τον ευθυγραμμίζουν με την αυθεντική του προοπτική, αλλά πάντως υφίστανται και λειτουργούν ερήμην της δικής του δημιουργικής ενέργειας. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει νόημα να μιλάμε για ελευθερία. Αν θέλουμε ελευθερία, ο μόνος δρόμος είναι η ‘λογική θέληση’. Εκεί που ο καθένας ορίζει, χωρίς άλλους προσδιορισμούς, τους δικούς του σκοπούς και στόχους. Ασφαλώς αυτό είναι ένα είδος αυθαιρεσίας· αποτέλεσμα αποκοπής από την οργανική μας φύση. Κι είναι αυτή η ελευθερία-αυθαιρεσία που οδήγησε στην εξατομίκευση, στον κατακερματισμό και στη μαζοποίηση που επικρατεί στις σύγχρονες κοινωνίες. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει τρίτος δρόμος· το δίλημμα είναι ξεκάθαρο και αναπόφευκτο. Ή θα προτιμήσουμε τη χαμένη μας αυθεντικότητα, εγκλωβιζόμενοι όμως στην οργανική μας φύση, ή θα επιλέξουμε την ελευθερία ως δημιουργική όσο και αυθαίρετη και επικίνδυνη έξοδο από τη φύση. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, ο Tönnies αναγνώρισε ότι η φυσική μας κατάσταση είναι το τίμημα που θα έπρεπε να καταβάλουμε για να κερδίσουμε τη λογικότητα. Επέλεξε την ελευθερία, ελπίζοντας ότι μέσω αυτής της οδού θα μπορούσε στο μέλλον να ανακαλυφθεί ξανά η δυνατότητα της ‘κοινότητας’ – εν ετέρα μορφή.

Εγώ όμως δεν ήμουν καθόλου διατεθειμένος να αποδεχθώ το δίλημμα. Κι είχα από νωρίς σχηματίσει τη γνώμη ότι το αδιέξοδο του Tönnies δεν είχε τόσο να κάνει με το ιδιαίτερο θεωρητικό σχήμα του, όσο με τις βαθύτερες προϋποθέσεις της σκέψης του. Με τον τρόπο δηλαδή που κατανοούσε θεμελιώδεις έννοιες, όπως η κοινωνία, η φύση, η θέληση κλπ. Έβλεπα στο φόντο του Tönnies την αμηχανία ενός τρόπου του σκέπτεσθαι που μάς φέρνει στον Hobbes κι ακόμα πιο πίσω στον Ιερό Αυγουστίνο. Ξεκίνησα να μελετώ πιο συστηματικά Πλάτωνα και Αριστοτέλη, με την πεποίθηση ότι στη δική τους σκέψη υπάρχει μια άλλη θεμελίωση αυτών των ίδιων εννοιών, που θα μας επέτρεπε να δούμε με διαφορετικό τρόπο το πρόβλημα που έθετε ο Tönnies.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Χρησιμοποιώ εδώ τον όρο αυθεντικότητα με τη γενικότερη έννοια της “originality” και όχι με την ειδική σημασία της “authenticity” όπως την αναλύει ο Ch. Taylor στο The ethics of authenticity.

[2]  Κ. Δ. Καραβίδα, Μακεδονικοί Ύμνοι, Β’ έκδοση, 1945, σ. 93.

[3] Gemeinschaft und Gesellschaft, 1887.

[4] Στις αγγλόφωνες μεταφράσεις του βιβλίου του Tönnies ο όρος ‘gesellschaft’ έχει αποδοθεί κατά καιρούς με διάφορες έννοιες, που του δίνουν κάπως διαφορετική ερμηνεία, όπως ‘κοινωνία’, ‘συνεταιρισμός’ ή ‘πολιτική κοινωνία’. Κατά τη γνώμη μου ο όρος ‘κοινωνία’ (όπως συνήθως τον χρησιμοποιούμε στην κοινωνιολογία και στην καθημερινή γλώσσα) εκφράζει καλύτερα το νόημα, το αίσθημα και ιδιαίτερα την αντιδιαστολή στην οποία ο Tönnies θα ήθελε να εστιάσει.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cogito, τ. 1 (Ιούλιος 2004), σελ. 45-49. Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το αφιέρωμα στη φιλία που είχε κάνει το φιλοσοφικό περιοδικό Cogito στο πρώτο του τεύχος (Ιούλιος 2004, σελ. 20-52).  

 

Πηγή: Αντίφωνο. Κατά την αναδημοσίευση του κειμένου στο Αντίφωνο έγιναν μερικές μικρές διορθώσεις και προσετέθησαν ορισμένες ακόμα επεξηγηματικές σημειώσεις. Βλ. το ίδιο άρθρο χωρίς τις διορθώσεις και προσθήκες στο Scribd στα ελληνικά, και σε αγγλική μετάφραση.

 

* Άλλα άρθρα του Β. Ξυδιά για τον κοινοτισμό (με χρονολογική σειρά):

«Πρόσωπο και κοινότητα. Ο άνθρωπος και το κοινωνικό γεγονός», Λεβιάθαν, τ. 11, 1991, σελ. 159-166.

«Η κοινότητα ως έννοια κριτική στην πολιτική σκέψη των νεώτερων χρόνων (σπουδή στον Ferdinand Tönnies)», Νέα Κοινωνιολογία, τ. 13, 1991-92, σελ. 64-74.

«Από την κοινότητα που χάθηκε σ’ αυτήν που μέλλει να κερδηθεί», Σύναξη, τ. 55, 1995, σελ. 41-49.

«Η ιδέα της ελληνικής κοινότητας στον Π. Γιαννόπουλο και τον Ι. Δραγούμη», Άρδην, τ. 2, 1996, σελ. 75-77.

«Μια σύντομη ιστορία του κοινοτισμού», Άρδην, τ. 9, 1997, σελ. 72-78.

«Χωρίς κοινότητα», Άρδην, τ. 10, 1997, σελ. 57-60.

«Από την πόλη στην εκκλησία», Αναλόγιον, τ. 3, 2002, σελ. 23-31.

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Εν κρυφώ και το γαϊτανάκι της αναδιάρθρωσης

Το γαϊτανάκι της αναδιάρθρωσης και οι κρυφές επιδιώξεις

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Θα γίνει τελικά αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους; Θα γίνει, αλλά αφού πρώτα εξαντληθούν όλοι οι άλλοι τρόποι εξόντωσης και εξάντλησης της ελληνικής οικονομίας. Παρά τον ορυμαγδό των σεναρίων, η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα είναι η τελευταία λύση που θα επιλεγεί από τους «προστάτες» μας και τις αγορές.

Κι αυτή δεν θα είναι μια λύση διεξόδου, ή έστω προσωρινής ανακούφισης, αλλά μια έσχατη λύση όπου μια εντελώς εξουθενωμένη οικονομία θα οδηγηθεί σε μια επιχείρηση συνολικής αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους με πιο πιθανό αποτέλεσμα την επίσημη πτώχευση τύπου Αργεντινής 2001.

Εν τω μεταξύ ο ελληνικός λαός θα χάσει τα πάντα, το κράτος θα ιδιωτικοποιηθεί στο σύνολό του και η χώρα θα ξεπουληθεί κομμάτι-κομμάτι σε ότι πιο αδίστακτο διαθέτει η εσωτερική και η διεθνής αγορά. Όσο προχωρά η εφαρμοζόμενη πολιτική των μνημονίων, τόσο πιο αδύνατη γίνεται μια ομαλή αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Πρώτα και κύρια λόγω του απόλυτου μεγέθους του, αλλά και του γεγονότος ότι αποτελείται κατά κύριο λόγο από ελεύθερα διαπραγματεύσιμα ομόλογα. Πιο συγκεκριμένα τα διαθέσιμα ομόλογα και οι βραχυπρόθεσμοι τίτλοι που έχουν εκδοθεί από το ελληνικό δημόσιο έως 31/12/2010 ανέρχονταν σε 285,7 δις ευρώ σε σύνολο δημόσιου χρέους 340,2 δις ευρώ. Με άλλα λόγια το 84% του συνολικού δημόσιου χρέους της χώρας είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμα ομόλογα.

Από αυτά θα πρέπει να πληρωθούν την επόμενη πενταετία με βάση την ημερομηνία λήξης τους, τα εξής: Το 2011 πάνω από 40 δις ευρώ. Το 2012 πάνω από 32 δις ευρώ. Το 2013 γύρω στα 36 δις ευρώ. Το 2014 κοντά στα 48 δις ευρώ. Το 2015 γύρω στα 28 δις ευρώ. Σύνολο πενταετίας 184 δις ευρώ. Με άλλα λόγια μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια θα πρέπει να εξοφληθεί το 54% του δημόσιου χρέους της 31/12/2010. Κι αυτό χωρίς να υπολογίζονται οι πληρωτέοι τόκοι, οι οποίοι στην πενταετία θα ξεπεράσουν αθροιστικά τα 95 δις ευρώ. Όπως επίσης χωρίς να υπολογίζεται και η αποπληρωμή του δανείου που έχει συνάψει η ελληνική κυβέρνηση με τις χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ, δηλαδή τα 110 δις ευρώ.

Αν λοιπόν το δημόσιο χρέος σταμάταγε να αυξάνεται στις 31/12/2010, το ελληνικό κράτος θα αντιμετώπιζε ληξιπρόθεσμες οφειλές στην επόμενη πενταετία της τάξης των 279 δις ευρώ, εκ των οποίων τουλάχιστον τα 104 δις θα πρέπει να πληρωθούν μέσα στη διετία 2011-2012. Έναντι αυτών των υποχρεώσεων η χώρα έχει λαμβάνειν ακόμη από τον «μηχανισμό στήριξης» άλλα 78 δις ευρώ. Από πού μπορεί να εξασφαλίσει το ελληνικό κράτος τα υπόλοιπα 200 δις ευρώ που πρέπει να καταβάλει κατά κύριο λόγο στους κατόχους των ομολόγων του την επόμενη πενταετία; Από τις περικοπές των κρατικών δαπανών και την αύξηση των φορολογικών εσόδων; Μα με αυτά είναι ζήτημα αν μπορεί να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο παρά το μαγείρεμα το στοιχείων και τις απανωτές «αναθεωρήσεις» συνεχίζει να καλπάζει. Επισήμως κινείται στο 10,5% του ΑΕΠ για το 2010, αλλά ανεπίσημα βρίσκεται ανάμεσα στο 12-13%. Κι όπως πάει η κατάσταση μέσα στο 2011, μάλλον θα επιδεινωθεί περεταίρω. Πράγμα απολύτως φυσιολογικό αν σκεφτεί κανείς την ύφεση της ελληνικής οικονομίας που διαρκώς βαθαίνει.

Μήπως μπορεί να βρει τα επιπλέον δις με προσφυγή στις αγορές κεφαλαίου; Μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο φαίνεται αδιανόητο για τα αμέσως επόμενα χρόνια. Αφήστε που ακόμη κι αν υπήρχε η δυνατότητα προσφυγής στις αγορές κεφαλαίου, ακόμη κι αν άνοιγαν οι αγορές για την Ελλάδα, το μόνο που θα κατόρθωνε το ελληνικό δημόσιο θα ήταν να φορτωθεί με ακόμη μεγαλύτερες, με ακόμη πιο δυσβάσταχτες υποχρεώσεις. Μπροστά στο αδιέξοδο, η ελληνική κυβέρνηση, μετά από «προτροπή» της τρόικας, έχει επιλέξει την έκδοση τρίμηνων και εξάμηνων έντοκων γραμματίων. Όμως αυτή η πρακτική από μόνη της προσθέτει τουλάχιστον 10-12 δις ευρώ στις ετήσιες υποχρεώσεις της χώρας. Κι έτσι επιδεινώνει το όλο πρόβλημα.

Είναι δυνατόν αυτό να συνεχιστεί; Όχι, και το γνωρίζουν όλοι. Το γνώριζαν εξαρχής, πριν καν επιβληθεί το μνημόνιο.

Θα προσέξατε ότι στην παραπάνω παράθεση των υποχρεώσεων της χώρας έως το 2015, δεν συμπεριλάβαμε την εξόφληση των 110 δις ευρώ του λεγόμενου «μηχανισμού στήριξης». Ο λόγος είναι απλός. Ακόμη κι αν μας τα χάριζαν τα δανεικά που μας έδωσαν με το αζημίωτο ευρωζώνη και ΔΝΤ και πάλι ο λογαριασμός του δημόσιου χρέους δεν βγαίνει. Το λέμε αυτό για να καταλάβετε πόσο μεγάλη ανοησία είναι η συζήτηση της λεγόμενης επιμήκυνσης των υποχρεώσεων από την δανειακή σύμβαση του μνημονίου. Όσο κι αν επιμηκυνθεί η εξόφληση των 110 δις ευρώ, με όποιους όρους και να γίνει, η ουσία και το αδιέξοδο δεν αλλάζει.

Οι προβλέψεις χρηματοδοτικής στήριξης του ΔΝΤ (σε δις ευρώ)

 

2010

2011

2012

2013

2014

2015

Δανειακή σύμβαση

31,5

46,5

24,0

8,0

0,0

0,0

ΕΕ

21,1

35,6

17,4

5,8

0,0

0,0

ΔΝΤ

10,4

10,9

6,6

2,2

0,0

0,0

Έκτακτη χρηματοδότηση

31,5

78,0

102,0

103,8

75,2

36,3

ΕΕ

21,1

56,7

74,1

75,4

54,6

26,3

ΔΝΤ

10,4

21,3

27,9

28,4

20,6

10,0

ΠΗΓΗ: IMF, Country Report No. 11/68, Μάρτιος 2011

 

Οι ανάγκες χρηματοδοτικής στήριξης της Ελλάδας υπερβαίνουν κατά πολύ τα προβλεπόμενα από την δανειακή σύμβαση διευκόλυνσης που υπέγραψε η κυβέρνηση τον Μάιο του 2010. Το ΔΝΤ στην Τρίτη ενδιάμεση Έκθεση των ελεγκτών του, που δημοσιοποίησε τον περασμένο Μάρτιο, παραθέτει μια εκτίμηση των πραγματικών αναγκών χρηματοδοτικής στήριξης της Ελλάδας έως το 2015 και με βάση τα πιο αισιόδοξα σενάρια του μνημονίου. Η εκτίμηση παρατίθεται στον πίνακα και προβλέπει μια έκτακτη χρηματοδότηση της Ελλάδας από το 2011 έως το 2015 σημαντικά υψηλότερη από τα προβλεπόμενα της υπάρχουσας δανειακής σύμβασης. Έτσι η χρηματοδοτική στήριξη της Ελλάδας έως το 2015 προβλέπει ένα πρόσθετο κονδύλι της τάξης των 316,8 δις ευρώ συνολικά από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Πέρα από τα ήδη προβλεπόμενα των 110 δις ευρώ. Σ’ αυτό καλείται να συμβάλει η μεν ΕΕ κατά 308,2 δις ευρώ (έναντι 80 δις ευρώ που προβλέπεται από την υπάρχουσα δανειακή σύμβαση) και το δε ΔΝΤ κατά 118,6 δις ευρώ (έναντι 30 δις ευρώ της δανειακής σύμβασης).

Η έκθεση του ΔΝΤ δεν διευκρινίζει με ποιον τρόπο και πώς μπορεί να παρασχεθεί η πρόσθετη χρηματοδοτική στήριξη στην Ελλάδα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι εκτιμήσεις αυτές αναδεικνύουν το πλήρες αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Κι αυτό γιατί ακόμη και αν υπήρχε η προθυμία εκ μέρους ΕΕ και ΔΝΤ για την επιπλέον χρηματοδότηση της Ελλάδας, είναι αδύνατον να βρεθούν οι απαραίτητη πόροι. Από που θα βρεθούν τα 427 δις ευρώ που απαιτούνται; Από τον ήδη εξανεμισμένο κρατικό κορβανά των μελών της ΕΕ, ή από το ΔΝΤ; Ιδίως όταν σκεφτεί κανείς ότι πίσω από την Ελλάδα, ακολουθεί η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, ενώ υποψήφιες για «διάσωση» είναι η Ισπανία και το Βέλγιο. Προς το παρών.

Μα καλά δεν τα γνώριζαν όλα αυτά πριν επιβληθεί το μνημόνιο; Τα γνώριζαν. Πρόκειται για απλά μαθηματικά, που όσο κι αν αναρωτιέται κανείς για το επίπεδο ευφυΐας των πρωτοκλασάτων υπουργών της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, είναι σίγουρο ότι έχουν μάθει μέτρημα. Έστω και με τα δάχτυλα.

Όμως το μνημόνιο και η δανειακή σύμβαση διευκόλυνσης που υπέγραψε η κυβέρνηση τον περασμένο Μάιο, έχουν τελείως διαφορετική σκοπιμότητα. Με αυτά έδεσαν χειροπόδαρα την Ελλάδα προκειμένου να την προσφέρουν θυσία στον βωμό των αγορών και των κερδοσκοπικών ορέξεων των μεγάλων αρπακτικών της. Έτσι πίστευαν ότι διασφαλίζουν το ευρώ και περιορίζουν δραστικά το «μίασμα» της κρίσης χρέους για να μην εξαπλωθεί προς τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Προκειμένου να διασωθεί το ευρώ δεν συνιστά μεγάλη απώλεια η θυσία της Ελλάδας ως άλλης Ιφιγένειας. Όσο για τον λαό της, ποιος τον υπολόγισε ποτέ για να τον υπολογίσει τώρα. Μια ακόμη «παράπλευρη απώλεια» της κρίσης και του πολέμου των αγορών.

Με την επιβολή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, τόσο η ΕΕ, όσο και το ΔΝΤ, είχαν το εξιλαστήριο θύμα που ήθελαν. Αφενός για να επιβάλουν ένα πρωτοφανές καθεστώς δουλοπαροικίας του χρέους, όπου μισθοί, συντάξεις, εισοδήματα, εργασία, δημόσια περιουσία, φυσικός πλούτος και εθνικό έδαφος υποθηκεύτηκαν και στην πράξη κατασχέθηκαν υπέρ τρίτων. Αφετέρου, ολόκληρη η χώρα βρέθηκε κυριολεκτικά στο έλεος των ισχυρών της ευρωζώνης για να την κομματιάσουν και να την ρίξουν βορά στα αρπακτικά της αγοράς. Θυμηθείτε ότι το Πάσχα πέρυσι, πανικόβλητοι οι παρατηρητές της αγοράς έβλεπαν τα spread να ξεπερνούν τις 400 μονάδες βάσης και την κυβέρνηση να καλεί σε βοήθεια την ΕΕ και το ΔΝΤ. Φέτος το Πάσχα τα spread αισίως έπιασαν τις 1400 μονάδες βάσης εν μέσω μιας γενικευμένης επίθεσης των αγορών εναντίον της υποτίθεται προστατευμένης και υποστηριζόμενης Ελλάδας.

Η κρίση χρέους εξέθεσε την Ελλάδα σε μια άγρια κερδοσκοπική επίθεση διαμέσου των αγορών. Στην αρχή είχε επικεντρωθεί κυρίως στα CDS. Ένας από τους επίσημους λόγους που η κυβέρνηση επικαλέστηκε για την αποδοχή του μνημονίου ήταν και η θωράκιση έναντι των κερδοσκοπικών επιθέσεων. Όμως η ένταξη στον «μηχανισμό στήριξης» εξέθεσε ακόμη περισσότερο την χώρα σε κερδοσκοπικές επιθέσεις. Σήμερα η κύρια μορφή κερδοσκοπίας με τα ελληνικά ομόλογα είναι η λεγόμενη «ανοικτή πώληση».

Ανοικτή πώληση (short selling) είναι μία τεχνική που χρησιμοποιείται από τους επενδυτές με σκοπό να κερδίσουν από την πτώση των τιμών περιουσιακών στοιχείων (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κοκ). Οι επενδυτές δανείζονται περιουσιακά στοιχεία που δεν κατέχουν, από άλλους επενδυτές, τα πουλάνε και σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή θα αναγκαστούν να τα αγοράσουν πάλι για να τα επιστρέψουν στο δανειστή. Ο δανειστής δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο γιατί θα πάρει πίσω τις μετοχές του συν μία μικρή απόδοση για την διάρκεια που τις είχε δανείσει. Ο short seller ελπίζει να κερδίσει από την πτώση των τιμών των χρεογράφων, επωφελούμενος την διαφορά στις τιμές μεταξύ ημερομηνίας αγοράς-πώλησης. Για παράδειγμα: Επενδυτής δανείζεται από άλλον επενδυτή, ομόλογα που δεν κατέχει, και τα πουλάει απευθείας, με την υποχρέωση να τα επιστρέψει στον δανειστή σε 6 μήνες.

· Αν οι τιμές πέσουν, ο short seller θα έχει κέρδη ίσα με τη διαφορά μεταξύ τιμής πώλησης και τιμής επαναγοράς, μείον το κόστος συναλλαγής, την αμοιβή και την απόδοση των μερισμάτων προς τον δανειστή.

·  Αν οι τιμές αυξηθούν ο short seller μπορεί να έχει απεριόριστη ζημία.

Οι τιμές των ομολόγων μπορούν να ανέβουν ή να πέσουν απεριόριστα αλλά ο επενδυτής είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει τις μετοχές που δανείστηκε σε οποιαδήποτε τιμή μπορεί να αγοράσει. Άρα οι απώλειες μπορεί να είναι τεράστιες, γι' αυτό το short selling είναι μία επενδυτική τεχνική πολύ υψηλού ρίσκου. Μια τεχνική που προσφέρεται ιδιαίτερα για συνθήκες κρίσης.

Με την Ελλάδα εγκλωβισμένη στον «μηχανισμό στήριξης», τα ελληνικά ομόλογα έγιναν ιδανικός στόχος «ανοιχτών πωλήσεων». Οι ευρωπαϊκές τράπεζες που κατέχουν τον κύριο όγκο του δημόσιου χρέους της Ελλάδας ενίσχυσαν και ενισχύουν διαρκώς αυτήν την πρακτική, δανείζοντας σε short seller επενδυτές ελληνικά ομόλογα με σίγουρο κέρδος. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι παρά τον τζίρο πωλήσεων ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν εν πολλοίς να κατέχουν τον ίδιο όγκο στην κατοχή τους. Έτσι έχει στηθεί ένα απίστευτο φαγοπότι κυρίως με τα ελληνικά ομόλογα έως 5ετούς διάρκειας με «ανοιχτές πωλήσεις» στην δευτερογενή αγορά. Αυτό επιτρέπει και στους μεγάλους κατόχους ελληνικών ομολόγων να διατηρούν τα χαρτοφυλάκιά τους, χωρίς να είναι αναγκασμένοι να πουλήσουν με χασούρα και ταυτόχρονα να κερδίζουν σημαντικά από το δανεισμό ομολόγων σε short seller επενδυτές. Η τακτική αυτή ωθεί διαρκώς όλο και πιο χαμηλά τις αξίες των ελληνικών ομολόγων και εκτινάσσει τα επιτόκια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Ιανουάριο του 2011 όσον αφορά τις τιμές των τίτλων αναφοράς, η τιμή του 3ετούς ομολόγου ήταν 83,78 στα τέλη του μηνός από 81,37 στα τέλη Δεκεμβρίου, του 10ετούς ομολόγου σε 70,97 από 66,01 και του 30ετούς ομολόγου σε 57,20 από 52,91. Η μικρή αύξηση αυτή αποτέλεσε μια καλή εκκίνηση για «ανοιχτές πωλήσεις». Μέσα σ’ ένα μήνα η τιμή του 3ετούς ομολόγου υποχώρησε σε 82,56 στα τέλη Φεβρουαρίου, του 10ετούς ομολόγου σε 69,52 και του 30ετούς ομολόγου σε 55,94. Αυτή η πτώση στις τιμές αναφοράς έδωσε την ευκαιρία στους κερδοσκόπους να αποκομίσουν μέσα από την «ανοιχτή πώληση» ελληνικών ομολόγων γύρω στα 140 εκατ. ευρώ κέρδη.

Τον επόμενο μήνα η τιμή του 3ετούς ομολόγου υποχώρησε σε 81,90 στα τέλη Μαρτίου από 82,56 στα τέλη Φεβρουαρίου, του 10ετούς ομολόγου σε 65,28 από 69,52 και του 30ετούς ομολόγου σε 54,55 από 55,94. Η υποχώρηση αυτή έδωσε την δυνατότητα στους κερδοσκόπους των «ανοιχτών πωλήσεων» να αποκομίσουν γύρω στα 100 εκατ. ευρώ κέρδη.

Το παιχνίδι όμως χόντρυνε όταν στις 14 Απριλίου, ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Σόιμπλε βγήκε και για πρώτη φορά δήλωσε ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί τελικά να αναδιαρθρώσει το χρέος της. Από τότε ζούμε έναν πραγματικό παροξυσμό σεναρίων και δημοσιευμάτων που θέλουν την αναδιάρθρωση να είναι επικείμενη. Πέρα από τις πολιτικές σκοπιμότητες, η σεναριολογία αυτή διευκολύνει τα μέγιστα στο κερδοσκοπικό παιχνίδι των «ανοιχτών πωλήσεων», όπου το τελευταίο διάστημα πρωτοστατούν κυρίως Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες με πελάτες τους επιχειρηματίες, που οι ίδιες οι τράπεζες τους προτείνουν να «σορτάρουν» ελληνικά ομόλογα.

Η κερδοσκοπία αυτή το τελευταίο διάστημα έχει επικεντρωθεί κυρίως στα 2ετή ομόλογα των οποίων στις 27 Απρίλη η επιτοκιακή απόδοση εκτινάχθηκε στο 25,95%, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το φράγμα των 25%. Ενώ η επιτοκιακή απόδοση του 10ετούς ομολόγου έφτασε στο 16,34%, φτάνοντας την υψηλότερη τιμή εντός της ευρωζώνης για ένατη συνεχή ημέρα. Τραπεζίτες, επενδυτές και πολιτικοί αποκομίζουν περιουσίες ολόκληρες «σορτάροντας» τα ελληνικά ομόλογα, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να πάρει νέα πρόσθετα μέτρα περικοπών, λιτότητας και ύφεσης.

Το ζητούμενο για τους κερδοσκόπους και τις αγορές δεν είναι να αναγκάσουν την Ελλάδα σε άμεση αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά να πιέσουν το ΔΝΤ και κυρίως την ΕΕ σε πρόσθετη χρηματοδοτική στήριξη, που θα επιτρέψει να συνεχιστεί αυτό το παιχνίδι της κερδοσκοπίας. Ήδη το ΔΝΤ έχει ανακοινώσει επίσημα την πρόθεσή του να εντάξει την Ελλάδα στον μηχανισμό της Εκτεταμένης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης. Χωρίς όμως να δώσει λεπτομέρειες για τον τρόπο και τους όρους μιας τέτοιας κίνησης. Αναμένεται σύντομα, ίσως και πριν από την σύνοδο κορυφής του Ιουνίου, κάτι ανάλογο να πράξει και η ΕΕ στα πλαίσια μιας ενδεχόμενης επιμήκυνσης της υπάρχουσας χρηματοδοτικής στήριξης. Κάτι που θα εμφανιστεί μάλλον ως επιβράβευση της συμμόρφωσης της Ελλάδας, αλλά και της αποδοχής των όρων του συμφώνου ευρώ και της «οικονομικής διακυβέρνησης» με βάση την οποία χάνεται μια δια παντός η εθνική κυριαρχία της χώρας και μετατρέπεται επίσημα σε διοικητική περιφέρεια των κεντρικών οργάνων της Ένωσης.

Η χώρα έχει δρόμο να διανύσει ακόμη μέχρι τον πάτο. Οι κερδοσκόποι, οι δανειστές και οι εκπρόσωποί τους, ντόπιοι και ξένοι, δεν έχουν πάρει ακόμη όλα όσα επιδιώκουν να πάρουν. Αυτό το νόημα έχουν και οι δηλώσεις που αποκλείουν την αναδιάρθρωση του χρέους για την Ελλάδα. Όπως δήλωσε στις 27/4 η Μαρία Φέκτερ, υπουργός οικονομικών της Αυστρίας, «δεν είμαι φίλος μιας αναδιάρθρωσης του χρέους γιατί θα άρει την πίεση από την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση των μεταρρυθμίσεων και αυτό δεν είναι προς το συμφέρον μας… Ο καλύτερος τρόπος είναι να συνεχίσουμε να πιέζουμε για μεταρρυθμίσεις.» Αυτό που εννοεί με τις «μεταρρυθμίσεις» είναι, αφενός, η εκποίηση των πάντων και, αφετέρου, η υποβάθμιση της ζωής και της εργασίας των Ελλήνων πολιτών σε αβίωτο βαθμό.

Να γιατί οι «μεταρρυθμίσεις» θα συνεχιστούν. Να γιατί η λιτότητα, οι περικοπές και η ύφεση θα βαθύνουν όσο δεν παίρνει άλλο. Όχι γιατί το επιβάλει η υπερχρέωση της Ελλάδας, αλλά γιατί την απομυζούν με κάθε τρόπο τα κυκλώματα των κερδοσκόπων και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Crash, τεύχος Μαΐου, 2011

 ΠΗΓΗ: Σάββατο, 7 Μαΐου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/05/blog-post.html

Ένα θολό στα ελληνικά μυαλό

Ένα θολό στα ελληνικά μυαλό

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*


 

Το ΕΣΡ έχωσε κι άλλο πρόστιμο στο «ράδιο αρβύλα»! Μιαν εκπομπή ευγενική ακόμα κι όταν κάνει χοντρή πλάκα ή απλώς χαβαλέ, αλλά και ανατρεπτική, όταν η σάτιρά της απογειώνεται. Καθηγητές του Πολυτεχνείου διώκονται προκειμένου να διακοπεί η ηλεκτρονική έκδοση του Indymedia – ενός χώρου διακίνησης ιδεών από αντιεξουσιαστές, αναρχικούς κι άλλες συλλογικότητες. Τα συνήθη…….. «Μεσαίωνας», αλλά τεχνολογικώς απ' το μέλλον!  

Τα πιο σύγχρονα – φουτουριστικά – μηχανήματα επικοινωνίας, όπως τα iPad και iPhone κατασκευάζονται με τις πιο καθυστερημένες σχέσεις εργασίας – σχέσεις που έχουν επιστρέψει στο παρελθόν, πριν από το οκτάωρο, με πενιχρούς μισθούς, βάρδιες απ’  τις 8 το πρωί ως τις 8 το βράδυ, εκεί στην Κίνα, στη Βουλγαρία, παντού. Χάι τεκ(νολογία) από εκατομμύρια εργάτες σκλάβους που δουλεύουν για το φαγητό τους – η μαγεία της ελεύθερης αγοράς και του ανταγωνισμού… Επικοινωνία επί την κοινωνίαν…

Έχω χαζέψει; Με συγχωρείτε για το προσωπικόν της ερώτησης (άλλωστε εύκολη η απάντηση – μεγάλο, και πάλι, το δίκιο σας), όμως όταν ένας πρωθυπουργός συλλαμβάνεται ψευδόμενος για ένα τόσο σοβαρό θέμα όπως το σχέδιο προσφυγής στο ΔΝΤ, όταν συλλαμβάνεται να έχει εξαπατήσει με τον πιο σκαστό τρόπο τον λαό του οποίου την εμπιστοσύνη ζήτησε, όταν, τέλος, ο ίδιος και το μισό του Υπουργικό Συμβούλιο συλλαμβάνονται να ψεύδονται εν τω άμα και καπάκι περί το Ελληνικό, τότε δεν τίθεται θέμα πολιτικής ευθύνης;

Τότε αυτός ο Πρωθυπουργός δεν πρέπει να απολογηθεί στο Κοινοβούλιο και στον Λαό; Δεν πρέπει να δώσει εξηγήσεις; Τι συμβαίνει; ισχύει το «είπαμε και καμμιά μαλακία για να περνάει η ώρα» και πάμε παρακάτω;


*****

Όταν ένας Πρωθυπουργός προχωρά σε κατ’ ευθείαν ανάθεση έργου αξίας δισεκατομμυρίων σε «φίλο του», τι γίνεται; Μένουν τα κεραμίδια στη θέση τους; Δεν τρίζουν τα μάρμαρα του Κοινοβουλίου; Τι είδους κοινοβουλευτισμό έχουμε; μια μηντιακή τυραννίδα; Ως φαίνεται, ναι!

……………………………….

Όλα τα παραπάνω σε πολλές εφημερίδες- φυλλάδες ου μην και πατσαβούρες, δεν υπήρχαν ούτε ως μονόστηλα! Πρόκειται περί τραγωδίας!

Ένα σύστημα ΜΜΕ, μύλος! Μύλος που όλα τα αλέθει, όλα τα χωνεύει, αλλά κι ένας λαός που, ως επί το πλείστον Συβαρίτης και Αβδηρίτης, όλα τα μασάει – όσα, αυτοί που του τα φάγανε, του σερβίρουν. Κουτόχορτο κι άλλα τέτοια εδέσματα πράσινης ανάπτυξης…

Τι συμβαίνει πια σε αυτήν τη χώρα;

Δηλώνει ο Υπουργός (ανδρείκελο) Εξωτερικών (του Προτεκτοράτου) κ. Δρούτσας ότι η Ελλάδα δεν προχωρά στην ανακήρυξη ΑΟΖ στο Αιγαίο για να μη στενοχωρηθούν οι αγάδες της Αγκυρας, και δεν κουνιέται φύλλο!

Τι διάολο; έχουμε χαζέψει; Μας υπέσκαψαν τόσον το στήθος;

Ποιος άλλος Ελληνας Πρωθυπουργός θα είχε κάνει τέτοια πράγματα και δεν θα τον είχε πάρει «ο κόσμος με τις πέτρες»; Ενας χρόνος Μνημόνιο!

Ένας χρόνος Κατοχής! Μια κυβέρνηση δωσιλόγων και ανδρεικέλων.  Δεν γνωρίζω να υπάρχει στην Ελλάδα ανάλογο ιστορικό προηγούμενο από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, τη εξαιρέσει της χούντας. Μέσα σε έναν μόνο χρόνο επί Παπανδρέου του Γ' του Δόσωνος οι Ελληνες έχασαν στον πολιτισμό της εργασίας το πλείστον όσων οι ίδιοι και οι συνάνθρωποί τους σε όλον τον πλανήτη με αγώνες και αίμα επί εκατό έτη κατακτούσαν.

Πρόκειται περί κοινωνικής πανώλης και πολιτικής πανούκλας. Μνέσκουμε στα σπίτια μας και στην αγορά ταπεινωμένοι. Περιμένοντας μόνον το χειρότερο.

Με τους νέους μας χωρίς προσδοκίες, φιλοδοξίες, χωρίς ορίζοντα, χωρίς προοπτικές – με πολλούς ήδη να στρέφονται προς την ξένη… Γιατί;

Διότι αυτοί που μας ξεχαρβάλωσαν, μας κυβερνούν ακόμη! Διότι στην Πνύκα έχουν ανέβει Ρωμαίοι, Οθωμανοί και Γερμανοί – τους ανέβασαν ο Γιωργάκης και οι εντιμότατοι φίλοι του. Διότι οι πεμπτοφαλαγγίτες απ' τα ΜΜΕ σαρώνουν την επικράτεια με τα ραδιογωνιόμετρά τους – ποιαν επικράτεια; μια χώρα χωρίς την ιδίαν αυτής ασυλία; που ως άλλη Πέργαμο ο Ατταλός της την εκχωρεί πεσκέσι στη Ρώμη;

Τι άλλο δηλαδή πρέπει να κάνει αυτός ο μοιραίος Γιωργάκης, βαλτός ή ευήθης, για να τον πάρει ο Χορός της Τραγωδίας μας με τις Πέτρες του Αναθέματος;

 

*ΣΤΑΘΗΣ Σ. 6.V.2011 stathis@enet.gr 

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 6 Μαΐου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=272945