ΑΕΙ: Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΙΙΙ

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:

Συμπεράσματα από την Βρετανική και Αυστραλιανή Εμπειρία με την «Αξιολόγηση» του Πανεπιστημιακού Έργου – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Γιάννη Βαρουφάκη


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

9. Ιεράρχηση των Ιδεών στο Πλαίσιο της Κυρίαρχης Ιδεολογίας. Η ανάγκη μέτρησης, η οποία πολύ σύντομα επισκιάζει όλες τις άλλες ανάγκες των πανεπιστημιακών, φέρνει στο προσκήνιο εκ των έσω το αίτημα για μεγαλύτερη συγκρισιμότητα των «μέτρων». Η συγκρισιμότητα με τη σειρά της απαιτεί τη δημιουργία κλίμακας περιοδικών και εκδοτικών οίκων. Π.χ. δεν είναι δυνατόν ένα άρθρο σε περιοδικό το οποίο απορρίπτει το 95% των άρθρων που του στέλνονται να έχει την ίδια «αξία» με ένα άρθρο σε περιοδικό που εκδίδεται από φίλους του συγγραφέα οι οποίοι σπάνια απορρίπτουν άρθρα που τους στέλνονται.

Μια τέτοια κλίμακα ουσιαστικά αποτελείται από «σκιώδεις σχετικές τιμές», π.χ. ένα άρθρο στην American Economic Review έχει αξία ίση με δέκα άρθρα στο Australian Journal of Political Economy. Στις θετικές επιστήμες μια τέτοια ιεράρχηση, όσο επώδυνη ή αυθαίρετη και αν είναι, μπορεί να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια ενώ, αντίθετα, στις κοινωνικές επιστήμες η ιεράρχηση αντανακλά την κυρίαρχη ιδεολογία[22].

Όπως είναι φυσικό, η αιρετική σκέψη δεν φιλοξενείται στα περιοδικά που «μαζεύουν» τους περισσότερους «πόντους». Άρα δεν «αξιολογείται» ποτέ ως σημαντική από τις φόρμουλες «αξιολόγησης». Αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Οι πραγματικοί αιρετικοί διασκεδάζουν και δημιουργούν καλύτερα στο περιθώριο (π.χ. ένας Σωκράτης, ένας Διογένης, ή ένας Wittgenstein ίσως να τρόμαζαν με την ιδέα ότι θα εκπροσωπούσαν την κυρίαρχη σκέψη). Το πρόβλημα είναι ότι η ιεράρχηση των ιδεών στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης μέτρησης των «αξιών» οδηγεί στην αυτο-λογοκρισία. Η αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους, προς το Τμήμα το οποίο δεν θα επιβιώσει εάν οι δημοσιεύσεις των μελών του «αξιολογηθούν» με χαμηλό βαθμό, αποτελεί κίνητρο να θεραπεύεται η κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτός είναι ο μηχανισμός που τίθεται εν κινήσει από την «αξιολόγηση», καθιερώνει την πανεπιστημιακή ημι-αγορά που στηρίζεται στην αυτοματοποιημένη ιεράρχηση των ιδεών και, τελικά, οδηγεί στην υποχώρησή τους.

10. De facto εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων. Από νομικής πλευράς, τα πανεπιστήμια παραμένουν δημόσια. Όμως οι αποφάσεις για το τι διδάσκεται, πότε διδάσκεται, το περιεχόμενο των πτυχίων, την σχετική αξία γνωστικών αντικειμένων, την έρευνα κλπ, λαμβάνονται στο πλαίσιο της ζήτησης και της προσφοράς οι οποίες μετρούνται στη βάση των λογιστικών μονάδων ή σκιωδών σχετικών τιμών που προκύπτουν από το σύστημα αξιολόγησης.

Σταδιακά, λόγω της ανεπάρκειας των πόρων που διαθέτει το κράτος για τα πανεπιστήμια, η ημι-αγορά αυτή συνδέεται όλο και περισσότερο με την αγορά εκτός πανεπιστημίων και οι σκιώδεις τιμές συντονίζονται με τη διαδικασία καθορισμού των ανταλλακτικών τιμών προϊόντων, εργασίας και κεφαλαιουχικών αγαθών.

11. Υποχώρηση όλων των ιδεών. Οι ορθοδοξίες του παρόντος είναι οι αιρέσεις του παρελθόντος. Οι Adam Smith, Friedrich von Hayek, Robert Nozick και οι υπόλοιποι θεωρητικοί της ελευθερίας του κεφαλαίου ήταν, στην εποχή τους, αιρετικές φωνές οι οποίες σήμερα μετεξελίχθηκαν σε κυρίαρχη ιδεολογία. Σήμερα, οι αιρετικές φωνές στην Αυστραλία και την Βρετανία αυτο-πνίγονται. Ο,τιδήποτε κείται εκτός του μεσαίου, κυρίαρχου, banal (ιδεολογικού) χώρου εξαφανίζεται από την πανεπιστημιακή κοινότητα με τη βούληση των ίδιων των «αιρετικών».

Τέσσερα παραδείγματα: (α) Νεοκλασικός οικονομολόγος σε Βρετανικό πανεπιστήμιο βγαίνει από το γραφείο του περιχαρής και με προσκαλεί στο pub να γιορτάσουμε την αποδοχή ενός άρθρού του από περιοδικό το οποίο «αξιολογείται» με καλό βαθμό στο RAE. Τον ρωτώ ποιο είναι το αντικείμενο που διαπραγματεύεται το άρθρο και μου απαντά, με τη συνοδεία χαρακτηριστικής γκριμάτσας: «Ποιος νοιάζεται; Μια σαχλαμάρα είναι». [23] Σήμερα, πέντε χρόνια αργότερα, είναι πρόεδρος του Τμήματος.

(β) Μαρξιστής οικονομολόγος σε άλλο Βρετανικό πανεπιστήμιο, Πρόεδρος του Τμήματος εκείνη την εποχή, μου εκμυστηρεύτηκε ότι πίεζε δύο νεότερους Μαρξιστές συναδέλφους του να αφήσουν κατά μέρος την Μαρξιστική μέθοδο και να προσπαθήσουν να δημοσιεύσουν άρθρα νεοκλασικού περιεχομένου για να ενισχυθεί ο βαθμός RAE του Τμήματος.

(γ) Συνάδελφος σε τρίτο Βρετανικό πανεπιστήμιο της νεο-Αυστριακής (νεο-δεξιάς) σχολής διηγούνταν πώς αναγκάστηκε, για τους ίδιους λόγους, να ματαιώσει τα σχέδια του να συγγράψει βιβλίο με το οποίο θα απαντούσε στους «αριστερούς» επικριτές του.

(δ) Στο Πανεπιστήμιο του Sydney το 2000 ο Πρόεδρος του Τμήματος, παγκοσμίως γνωστός ιστορικός της οικονομικής σκέψης, αναγκάστηκε να καταργήσει μάθημα ιστορίας της οικονομικής σκέψης, όχι επειδή του το επέβαλλε κάποιος εκ των άνω, αλλά γιατί, δεδομένης της φόρμουλας «αξιολόγησης» του διδακτικού έργου, οι βαθμοί που συνέλεγε το Τμήμα από αυτό το μάθημα δεν δικαιολογούσαν, από οικονομικής άποψης, τη συνέχισή τους. Ουσιαστικά, αντικαταστάθηκε από μαθήματα marketing.

5. Συμπεράσματα για την Ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα

Η «αξιολόγηση», και με ευθύνη των πανεπιστημιακών, είναι προ των πυλών. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει ούτε τη θέληση ούτε τις απαιτούμενες αντιστάσεις για να την αποτρέψει. Δεδομένων των δικαιολογημένων παραπόνων που έχει η κοινωνία από τα πανεπιστήμια, και την γενική εντύπωση ότι οι καθηγητές προσφέρουν πολύ λιγότερα από όσα πρέπει και μπορούν, η λύση δεν μπορεί να είναι η άρνηση. Κάτι τέτοιο θα μας απομονώσει ακόμα περισσότερο από την κοινωνία η οποία, πράγματι, δικαιούται να γνωρίζει ποια είναι η ποιότητα του έργου που επιτελείται στα δημόσια πανεπιστήμια.

Ως τακτική, η στείρα άρνηση θα αποβεί καταστροφική, μιας και θα οδηγήσει στην ακύρωση οποιασδήποτε δυνατότητας έχουμε να επηρεάσουμε τη μορφή που θα πάρει το σύστημα «αξιολόγησης». Όπως και στη Βρετανία τη δεκαετία του 1980, η κοινωνία θα εκλάβει μια άρνησή μας ως συντεχνιακή και υστερόβουλη αντίδραση και θα εξουσιοδοτήσει το Υπουργείο να επιβάλλει το σύστημα «αξιολόγησης» της αρεσκείας του.

Συνεπώς είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι ο εχθρός που πρέπει να πολεμήσουμε πάση θυσία δεν είναι η αξιολόγηση αλλά η φτηνιάρικη «αξιολόγηση» βάσει ποσοτήτων και σκιωδών σχετικών τιμών που εφευρίσκει και επιβάλλει ένα λογιστικό σύστημα σαν αυτά της Βρετανίας και της Αυστραλίας. Η επιχειρηματολογία μας πρέπει να τονίζει την ποιοτική διάσταση της αξιολόγησης: «Θέλετε Κε Υπουργέ να αξιολογήσετε το διδακτικό μου έργο; Καμία αντίρρηση. Στείλτε τρεις γνώστες του αντικειμένου των διαλέξεών μου να παρακολουθήσουν πέντε διαλέξεις μου και να τις βαθμολογήσουν. Θέλετε Κε Υπουργέ να αξιολογήσετε το ερευνητικό μου έργο; Να σας στείλω μια πρόσφατη εργασία μου που εγώ θεωρώ ότι είναι το καλύτερο δείγμα δουλειάς μου τα τελευταία χρόνια, και εσείς με τη σειρά σας να τη στείλετε σε δύο-τρεις ειδικούς για βαθμολόγηση.»

Εδώ θα κριθεί το «παιχνίδι». Τα συστήματα αξιολόγησης που περιέγραψα παραπάνω είναι φτηνά από την άποψη ότι βασίζονται σε δείκτες που υπολογίζονται με χαμηλό κόστος και με λογιστικές μεθόδους. Όπερ μεθερμηνευόμενο, βασίζονται στην ποσοτικοποίηση ποιοτικών μεγεθών η οποία, με τη σειρά της, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον καθορισμό σκιωδών σχετικών τιμών κάθε ιδέας, κάθε άρθρου, κάθε μαθήματος. Η αυταρχική ιεράρχηση της γνώσης, η διχόνοια μεταξύ συναδέλφων, η αναποτελεσματικότητα και, εν τέλει, η υποχώρηση των ιδεών γίνονται έτσι αναπόφευκτες. Για να μπει φραγμός σε αυτού του είδους την «αξιολόγηση» είναι απαραίτητο να αρθρωθούν επιχειρήματα που θα εμποδίσουν τους πολιτικούς και τους γραφειοκράτες να εισαγάγουν συστήματα «αξιολόγησης» βασισμένα στην αυτοματοποιημένη μέτρηση. Θα πρέπει να πείσουμε την κοινωνία ότι, όταν προσπαθείς να μετρήσεις με αυτοματοποιημένο τρόπο, δηλαδή μηχανιστικά και «αντικειμενικά», κάτι που ούτε μετρήσιμο ούτε αντικειμενικό είναι (π.χ. την αξία της Αριστοτελικής, Μαρξικής ή νεοφιλελεύθερης σκέψης), τότε κινδυνεύεις να το καταστρέψεις, να το ευτελίσεις[24]. Ότι η πραγματική αξιολόγηση (και όχι αυτή την οποία περικλείω σε εισαγωγικά σε τούτο το άρθρο) σημαίνει σκληρή δουλειά, ώρες ολόκληρες διαβάσματος των πονημάτων των πανεπιστημιακών, ατελείωτες παρακολουθήσεις των διαλέξεών τους από ειδικούς. Με άλλα λόγια, ότι η πραγματική αξιολόγηση θα κοστίσει. Αν το κράτος προτίθεται να καταβάλει το κόστος αυτό, εμείς ως πανεπιστημιακοί θα συναινέσουμε. Διαφορετικά θα βρεθούμε στην αντίπερα όχθη.

Πρόβλεψή μου είναι ότι το Υπουργείο δεν θα θελήσει να καταβάλει το τεράστιο κόστος μιας πραγματικής αξιολόγησης. Ότι θα προτιμήσει τη φτηνή, μηχανιστική της έκδοση όπως ακριβώς στη Βρετανία και την Αυστραλία (όπου το κόστος το καταβάλει η ίδια η πανεπιστημιακή κοινότητα). Το εάν θα τα καταφέρει ή όχι θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο η πανεπιστημιακή κοινότητα θα πείσει την κοινωνία ότι (α) ενδιαφέρεται πραγματικά για μια σοβαρή αξιολόγηση, και (β) η μηχανιστική έκδοση θα έχει τραγικά αποτελέσματα όσον αφορά τη δυνατότητα των ελληνικών πανεπιστημίων να βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να σκέφτονται εικονοκλαστικά, ελεύθερα και δημιουργικά. Σε αυτή μας την προσπάθεια πρέπει να μελετήσουμε την αγγλοσαξωνική εμπειρία που παρέθεσα σύντομα εδώ. Να κυκλοφορήσουν στις εφημερίδες μας, να συζητηθούν στα παράθυρα των τηλεοράσεων, στα ραδιόφωνα, οι φωνές συναδέλφων από τις χώρες αυτές. Φωνές που κατακλύζουν τα ειδικά περιοδικά (π.χ. το Times Higher Education Supplement, το London Review of Books, το ένθετο του Guardian της Τρίτης, το Australian Higher Education Review) και που αναφέρονται με απελπισία στα αποτελέσματα της φτηνιάρικης «αξιολόγησης». Να πείσουμε ότι οι φωνές αυτές δεν είναι ο θρήνος εκείνων που ξεβολεύτηκαν. Πως είναι ο θρήνος των καθηγητών που πονούν για την απώλεια ακόμα και της ελπίδας να «απελευθερώσουν» τους φοιτητές τους από τις προκαταλήψεις.

Αν αποτύχουμε, το αποτέλεσμα θα είναι παρόμοιο με εκείνο στη Βρετανία και την Αυστραλία: Ο βαθύς κυνισμός θα αποδειχθεί ο μεγάλος κερδισμένος της ύπουλης εμπορευματοποίησης των δημόσιων πανεπιστημίων που θα έχει εισαχθεί μέσα από τις σκιώδεις τιμές των ιδεών και των μαθημάτων· τιμές οι οποίες προέκυψαν από την «αξιολόγηση». Όπως και σε εκείνες τις χώρες, έτσι και εδώ, ο κυνισμός αυτός, μαζί με την υποχώρηση των ιδεών, γρήγορα θα ξεφύγει από τα στενά όρια του πανεπιστημίου και θα δηλητηριάσει την κοινωνία[25].

Παραπομπές

[22] Τα θέματα και οι «ανακαλύψεις» που δημοσιεύονται σε περιοδικά όπως το Nature ή στο Science ενδιαφέρουν όλους του φυσικούς. Συνεπώς μια δημοσίευση σε ένα εξ αυτών μπορεί να αξιολογηθεί σε σχέση με μια άλλη δημοσίευση σε κάποιο άλλο περιοδικό, μικρότερου βεληνεκούς, ανάλογα με τη σχετική αναγνωσιμότητα των δύο περιοδικών ή τα ποσοστά απόρριψης άρθρων. Αντίθετα, στις κοινωνικές επιστήμες, π.χ. την ψυχολογία, τη φιλοσοφία ή την οικονομική, υπάρχουν «μειοψηφίες» οι οποίες δεν ενδιαφέρονται για τα θέματα που απασχολούν τις «πλειοψηφίες» και τα κυρίαρχα περιοδικά τους. Και βέβαια, σε αυτούς τους επιστημονικούς χώρους, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η «πλειοψηφία» βρίσκεται κοντύτερα στην «αλήθεια» από μια «μειοψηφία».

[23] Τα ακριβή του λόγια ήταν: «Who cares? Just a piece of rubbish.»

[24] Στο γνωστό του βιβλίο, ο R.M. Titmuss (1970). The Gift Relationship, London: Allen and Unwin, εξηγεί πως η πληρωμή αιμοδοτών έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της προσφορά αίματος – σε σχέση με την προσφορά που παρατηρείται σε εθελοντική βάση (δίχως πληρωμή). Πρόκειται για ένα παράδειγμα όπου η προσπάθεια να οριστεί τιμή (δηλαδή να ποσοτικοποιηθεί/μετρηθεί η αξία του) για ένα αγαθό που έως πρότινος δεν είχε ανταλλακτική αξία (δηλ. τιμή) το απαξίωσε. Κάτι ανάλογο παρατήρησα στο Πανεπιστήμιο του Sydney. Μερικοί συνάδελφοι προσφέραμε προχωρημένες βραδινές τάξεις σε ενδιαφερόμενους φοιτητές χωρίς να είναι μέρος των καθηκόντων μας. Γιατί; Περισσότερο από καλοήθη εγωϊσμό (μας άρεσε να μας αγαπούν και να μας είναι υπόχρεοι) και λιγότερο από πραγματικό αλτρουϊσμό. Κάποια στιγμή, κληθήκαμε από το σύστημα «αξιολόγησης» να δηλώσουμε κάθε μας δραστηριότητα με αντάλλαγμα κάποιους «πόντους» για κάθε τι που κάναμε (οι οποίοι καταχωρούνταν στο λογιστικό σύστημα αξιολόγησης). Μετά από λίγο πάψαμε να προσφέρουμε αυτές τις τάξεις. Γιατί; Γιατί η μέτρηση και καταγραφή, ξάφνου, εξάλειψαν την ηθική αμοιβή που παίρναμε προηγουμένως προσφέροντας «δωρεάν» το χρόνο μας (εκτός προγράμματος και συστήματος). Οι φοιτητές έπαψαν να θεωρούν τον χρόνο μας «προσφορά» μόλις έμαθαν ότι παίρνουμε «πόντους» για αυτές τις τάξεις. Έτσι η «υλική» αμοιβή εξάλειψε την ηθική (η οποία προέκυπτε από την ελαφριά ευγνωμοσύνη εκ μέρους των φοιτητών για την προσπάθειά μας) χωρίς όμως να μπορεί να την υποκαταστήσει. Πράγματι, η νέα υλική αμοιβή (δηλ. οι λογιστικοί «πόντοι» που μαζεύαμε) δεν ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει τις επί πλέον ώρες δουλειάς μας (αντίθετα με τη ηθική ικανοποίηση που, πριν την «αξιολόγηση», την οποία εισπράτταμε από τους φοιτητές και για την οποία άξιζε τον κόπο η νυχτερινή, δωρεάν εργασία). Όπως και στην περίπτωση της αιμοδοσίας, έτσι και στην παιδεία, η μέτρηση των πάντων και η εισαγωγή σκιωδών τιμών (και λογιστικά καθορισμένων αμοιβών) απειλεί να μειώσει την προσφορά σημαντικών αγαθών.

[25] Σε αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί να προσθέσω την άποψη ότι, μπροστά σε αυτή την προοπτική, θέματα όπως το νομοσχέδιο για τα Τ.Ε.Ι., η νομιμοποίηση ή όχι ιδιωτικών πανεπιστημίων κλπ, είναι ήσσονος, ακόμα και αμελητέας, σημασίας

 

ΠΗΓΗ: 23-8-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=42910

ΑΕΙ: Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΙΙ

 

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:

Συμπεράσματα από την Βρετανική και Αυστραλιανή Εμπειρία με την «Αξιολόγηση» του Πανεπιστημιακού Έργου – Μέρος ΙΙ

 

Του Γιάννη Βαρουφάκη


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

3. Τα Συστήματα Αξιολόγησης Σήμερα στη Βρετανία και την Αυστραλία – μια σύντομη περιγραφή

Το Βρετανικό σύστημα «αξιολόγησης», είκοσι χρόνια μετά την εισαγωγή του, έχει αλλάξει πλήρως το πανεπιστημιακό τοπίο. Από το 1991, και κάθε πέντε χρόνια, τα Τμήματα αναλώνουν όλη τους την ενέργεια στη λεγόμενη Άσκηση Ερευνητικής Αξιολόγησης – το γνωστό Research Assessment Exercise (RAE) [10]. Το 1991, 1996 και φέτος ομάδες «αξιολογητών» επισκέφτηκαν όλα τα Τμήματα και κατέγραψαν δημοσιεύσεις, νέους διδακτορικούς τίτλους, ερευνητικά προγράμματα και ο,τιδήποτε άλλο απαιτεί η λίστα που είχαν φέρει μαζί τους.

Βάσει κριτηρίων, τα οποία αλλάζουν από RAE σε RAE[11]  αλλά και που σε πολλές περιπτώσεις είναι αδιαφανή[12], τελικά το κάθε Τμήμα βαθμολογήθηκε με βαθμό από 1 έως 5. Συναισθήματα πανικού διακατέχουν τους συναδέλφους μας λίγο πριν την ανακοίνωση του βαθμού του Τμήματός τους ο οποίος καθορίζει άμεσα το 50% του προϋπολογισμού του Τμήματος. Ένας βαθμός κάτω από εκείνον της προηγούμενης πενταετίας μπορεί να σημάνει και την συρρίκνωση του Τμήματος κατά 20% με 30%, κάτι που είναι αδύνατον να συμβεί δίχως απολύσεις ή πρόωρες συνταξιοδοτήσεις[13].

Είναι προφανές ότι όσοι ελέγχουν τους κανόνες του «παιχνιδιού της αξιολόγησης» ασκούν τεράστια εξουσία ως προς την παραγωγή γνώσης και ιδεολογίας. Παραδείγματος χάριν, από το 1996 έως σήμερα, η συγγραφή ερευνητικών βιβλίων βαθμολογείται με ελάχιστους πόντους, σε σχέση με την δημοσίευση ολιγοσέλιδων άρθρων σε συγκεκριμένα περιοδικά. Αποτέλεσμα είναι κραταιοί εκδοτικοί οίκοι (π.χ. Cambridge University Press, Verso, Routledge) να δυσκολεύονται να πείσουν πανεπιστημιακούς να συγγράψουν βιβλία πέραν εγχειριδίων ή αναδημοσιεύσεων ήδη δημοσιευμένων άρθρων[14]. Περαιτέρω η συγκεκριμένη, και πολλές φορές αυθαίρετη, επιλογή των κριτηρίων βαθμολόγησης των άρθρων και των περιοδικών καθοδηγεί καθοριστικά τις επιλογές των συναδέλφων ως προς το ερευνητικό τους πεδίο αλλά και ως προς την μέθοδο ανάλυσής τους (με στόχο, βέβαια, την επιλογή μεθόδων και τομέων που να μεγιστοποιεί τις πιθανότητες δημοσίευσης σε περιοδικά που πριμοδοτεί το RAE).

Συνάδελφος που τυχαίνει να προεδρεύει σε Τμήμα Οικονομικών σε ένα από τα Κολλέγια του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου περιγράφει την πανεπιστημιακή ζωή ως κάτι που «συμβαίνει» μεταξύ των RAE. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοεί. Ακόμα, δεν χρειάζεται να έχει κανείς εξειδικευτεί στην κοινωνιολογία της γνώσης για να συνειδητοποιήσει τι σημαίνουν όλα αυτά για τις κοινωνικές επιστήμες, όπου η «αξιολόγηση» των ιδεών δεν εκφράζει κάποιες εργαστηριακά επαληθεύσιμες αλήθειες. Από πέρυσι, αρχές του 2000, στο RAE προστέθηκε και μια δεύτερη διαδικασία «αξιολόγησης» των Βρετανικών Πανεπιστημίων, αυτή τη φορά του διδακτικού έργου των Τμημάτων. Αν και είναι λιγότερο καθοριστική για την επιβιωσιμότητα ενός Τμήματος, η προσθήκη μιας δεύτερης διαδικασίας «αξιολόγησης» σε εκείνη του RAE διόγκωσε ακόμη περισσότερο το διοικητικό έργο που είναι υποχρεωμένα να διεκπεραιώνουν τα Τμήματα. Οι Βρετανοί συνάδελφοί μας υπομένουν μια σειρά από αγγαρείες που διόλου δεν σχετίζονται με την έρευνα ή τη διδασκαλία αλλά από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή τους· ακόμα και τα κονδύλια των μισθών τους.

Κάθε Τμήμα, συναισθανόμενο τη σημασία που έχει η «αξιολόγηση», περιστρέφεται γύρω από συνεχείς διαβουλεύσεις με στόχο την αύξηση των δύο δεικτών του, προγραμματίζει από νωρίς τον προϋπολογισμό του έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να προσλάβει την κατάλληλη στιγμή (ανάλογα με τους όλο και εξελισσόμενους κανόνες του RAE) άτομα με τα κατάλληλα βιογραφικά (προσφέροντας ως δέλεαρ παχυλούς μισθούς ή και θέσεις δίχως διδακτικές υποχρεώσεις), συντάσσει και αναλύει βιογραφικά και ερωτηματολόγια για τα μελλοντικά σχέδια των μελών ΔΕΠ, και βέβαια ορίζει δύο υπεύθυνους, έναν για κάθε μια από τις δύο διαδικασίες «αξιολόγησης». Είναι μάλιστα κοινό μυστικό ότι ο υπεύθυνος για τις επιδόσεις του Τμήματος στο RAE είναι ο άνθρωπος-κλειδί των τυχών του Τμήματος (σε πολλές περιπτώσεις σημαντικότερος και από τον/την πρόεδρο) [15].

Πέρα από τις δύο αυτές διαδικασίες ενεργητικής «αξιολόγησης», τα Βρετανικά πανεπιστήμια υπόκεινται και στην παθητική «αξιολόγηση» της ημι-αγοράς που καθορίζει τη ροή των φοιτητών προς τα πανεπιστήμια. Σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου το Υπουργείο ανακοινώνει στα Τμήματα πόσους φοιτητές θα του στείλει ανά έτος, στην Βρετανία κάθε Τμήμα αποφασίζει μόνο του πόσους φοιτητές θα δεχθεί, εισπράττοντας για κάθε έναν ένα προκαθορισμένο ποσό από τον κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι το μέρος του προϋπολογισμού ενός τμήματος το οποίο δεν καθορίζεται από το βαθμό του σε μια από τις δύο «αξιολογήσεις» καθορίζεται από τη «ζήτηση» των προσφερόμενων μαθημάτων. Πρόκειται λοιπόν για μια καθαρά αγοραία «αξιολόγηση» στο βαθμό που τα έσοδα του Τμήματος προσδιορίζονται στο πλαίσιο μιας ημι-αγοράς,[16] όπου οι αγοραστές-φοιτητές αποφαίνονται για την αξία του κάθε πτυχίου-μαθήματος.

Στην Αυστραλία, το αντίστοιχο σύστημα που εφαρμόστηκε το 1989 διαφέρει από το Βρετανικό ως εξής: Κατ’ αρχήν η «αξιολόγηση» του ερευνητικού έργου παίζει πολύ μικρότερο ρόλο στη χρηματοδότηση ενός Τμήματος από όσο στη Βρετανία. Αντί για το 50% του προϋπολογισμού, καθορίζει μόνο το 10% με 15% και, συνεπώς, η «διαδικασία» αξιολόγησης είναι σαφώς λιγότερο «τραυματική» για τα Τμήματα απ’ αυτήν στη Βρετανία, παρόλο που γίνεται κάθε χρόνο (αντί ανά πενταετία).[17]  Από την άλλη μεριά, η «αξιολόγηση» του διδακτικού έργου, καθώς και η παθητική αξιολόγηση στο πλαίσιο της ημι-αγοράς, «οδηγεί» το σύστημα με την ίδια ορμή και αποφασιστικότητα που παρατηρούμε και στη Βρετανία. Το Αυστραλιανό σύστημα ημι-αγοράς χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια ποσοτικοποίησης και των ποιοτικών μεγεθών, κάτι που δεν ισχύει στη Βρετανία.

Π.χ. Ο προϋπολογισμός ενός Τμήματος αυξομειώνεται αυτόματα (δηλαδή δίχως συγκεκριμένη, πολιτική απόφαση του Υπουργείου) από χρόνο σε χρόνο ανάλογα όχι μόνο με τον αριθμό των φοιτητών του Τμήματος (όπως στη Βρετανία) αλλά και με (α) τον μέσο όρο βαθμολογίας (στις αντίστοιχες των πανελληνίων εξετάσεων) των νεο-εισερχόμενων φοιτητών, (β) με έναν δείκτη ικανοποίησης των φοιτητών (ο οποίος προκύπτει από ερωτηματολόγια), (γ)με το αντίστροφο του μέσου χρόνου φοίτησης, και τέλος (δ) με τον λόγο μεταπτυχιακών προς προπτυχιακούς φοιτητές. Φυσικά, το ειδικό βάρος κάθε κριτηρίου αλλάζει από καιρού εις καιρόν και, με κάθε αλλαγή, αυξάνονται οι καρδιακές παθήσεις των Αυστραλιανών συναδέλφων!

4. Αποτελέσματα της «Αξιολόγησης»

Εμπειρίες είκοσι και πλέον ετών είναι δύσκολο να αποτυπωθούν και να μεταφερθούν ικανοποιητικά. Ίσως προτιμότερη είναι η επιγραμματική παρουσίαση έντεκα βασικών παρατηρήσεων:

1. Ποιοτική αναβάθμιση του χώρου. Κτίρια, εγκαταστάσεις υποδομής, συστήματα πληροφορικής, αίθουσες διδασκαλίας αναβαθμίστηκαν


2. Εγρήγορση. Τόσο οι καθηγητές όσο και το βοηθητικό προσωπικό (π.χ. γραμματεία) καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες, πολλές φορές σε βαθμό δουλικότητας, για να ικανοποιούν τους φοιτητές-πελάτες. Οι παρατηρήσεις 1 και 2 εξηγούνται από τις συνθήκες ημι-αγοράς κάτω από τις οποίες λειτουργούν πλέον τα Τμήματα. Η ελευθερία των Τμημάτων να δεχθούν «όσους φοιτητές θέλουν» (σε σταθερή τιμή ανά φοιτητή) τα οδήγησε σε έναν αμείλικτο ανταγωνισμό μεταξύ τους για την κατανομή των πανεπιστημιακών πόρων με αποτέλεσμα υπηρεσίες και συμπεριφορές που θέλγουν τους φοιτητές.

3. Συντόμευση του χρόνου αποφοίτησης. Στην Αυστραλία, τα «πρόστιμα» της φόρμουλας «αξιολόγησης» για τους αιώνιους φοιτητές ήταν μεγάλα και τα Τμήματα έδωσαν μεγάλη έμφαση στην συντόμευση του μέσου χρόνου σπουδών τόσο των προπτυχιακών όσο και των μεταπτυχιακών φοιτητών[19]. Στη Βρετανία, όπου δεν υπήρχαν μεγάλα περιθώρια καθυστέρησης για τους προπτυχιακούς φοιτητές, παρατηρήθηκε συντόμευση κατά 18 μήνες του μ.ο. εκπόνησης διδακτορικής διατριβής

4. Ξεκάθαροι κανόνες του παιχνιδιού. Από τη στιγμή που η «αξιολόγηση» πλέον βασίζεται λίγο-πολύ σε ένα αυτοματοποιημένο σύστημα (αφού βεβαίως λήξει η πολιτική διαδικασία επιλογής των ποσοτικών κριτηρίων που σχηματίζουν τους δείκτες), είναι γνωστό τι πρέπει να κάνει ένα τμήμα για να αυξήσει τα κονδύλια του (ή για να μην του περικοπούν) κατά Χ λίρες ή δολάρια. Δεν εξαρτάται πλέον μια τέτοια αύξηση (ή μείωση) από τις σχέσεις προέδρου Τμήματος με το Υπουργείο ή με κάποιο άλλο κέντρο εξουσίας. Αυτό το γεγονός, επηρεάζει και την «αξιολόγηση» του ατόμου. Όπως είναι γνωστό τι πρέπει να κάνει ένα Τμήμα για να επιτύχει μια συγκεκριμένη «αξία», το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση ενός συναδέλφου. Στη Βρετανία, παραδείγματος χάριν, πανεπιστημιακοί από τη Βόρεια Αγγλία των οποίων η προφορά στο παρελθόν (που αντικατοπτρίζει την κοινωνική τάξη από την οποία προέρχονται) θα αποτελούσε εμπόδιο στην εξέλιξή τους (ιδίως σε αριστοκρατικά ή αριστοκρατίζοντα πανεπιστήμια του νότου), τώρα πλέον βαδίζουν στα σίγουρα γνωρίζοντας ότι η «αξία» τους υπολογίζεται αυτομάτως από τη φόρμουλα του RAE.

5. Υποχώρηση της δύσκολης γνώσης. Τα «δημοφιλή» μαθήματα παραγκωνίζουν συστηματικά τα «στρυφνά» και τα «δύσκολα». Λογικό είναι. Όταν το σύστημα «οδηγείται» από τις προτιμήσεις των «πελατών», είναι αναγκασμένο να παραδεχτεί ότι ο «πελάτης» έχει δίκιο, ακόμα και όταν σφάλει οικτρά. Έτσι, τα τελευταία δέκα χρόνια στη Βρετανία και την Αυστραλία, η πανεπιστημιακή ημι-αγορά, ωθούμενη από τις προτιμήσεις των νέων, μεταφέρει συνεχώς κονδύλια, φοιτητές και διδακτικό προσωπικό από γνωστικά αντικείμενα όπως η φιλοσοφία, τα οικονομικά, η ιστορία, η μηχανολογία σε προγράμματα «λάϊτ» (π.χ. marketing, business studies, cultural studies). Οι προκαταλήψεις των φοιτητών μας από τον δαίμονα που θα εξορκίζαμε μετατράπηκαν στο αφεντικό που πρέπει να υπηρετούμε.

6. Η δημιουργία μιας «επιχειρηματικής τάξης» μέσα στα πανεπιστήμια. Όταν η «αξιολόγηση» κρίνει την επιβιωσιμότητα ενός «οργανισμού», λογικό είναι ο οργανισμός αυτός να επενδύει όσο μπορεί στην προσπάθεια αύξησης των δεικτών του. Από το υστέρημά τους, τα Τμήματα προσέλαβαν managers με στόχο την οργάνωση της προσπάθειας για καλύτερους δείκτες. Αρχικά, οι managers προσελήφθησαν για να παίξουν ρόλο επικουρικό σε σχέση με τον Πρόεδρο του Τμήματος. Κατόπιν κάποιοι ακαδημαϊκοί μετεξελίχθησαν σε managers. Αργότερα, τα Τμήματα άρχισαν να στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα για να προσλάβουν πραγματικούς (δηλαδή, μη-πανεπιστημιακούς) managers.[20]

7. Τυποποίηση διδακτικής ύλης. Φανταστείτε τον αντίκτυπο του ακόλουθου συνδυασμού συγκυριών: (α) Μιας νέας επιχειρηματικής τάξης εντός των πανεπιστημίων, (β) καθηγητών που πιέζονται να δημοσιεύουν σε συγκεκριμένα περιοδικά, συγκεκριμένο αριθμό άρθρων, και (γ) ολιγοπωλιακών εκδοτικών οίκων οι οποίοι πασχίζουν να κατακτήσουν το ποθητό ποσοστό της διεθνούς αγοράς προσφέροντας διδακτικά πακέτα αποτελούμενα από βιβλία, προγράμματα σε CD-ROM και Powerpoint τα οποία προβάλλουν τα περιεχόμενα των βιβλίων στις οθόνες των αμφιθεάτρων, αλλά και ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο όπου φοιτητές (του Πανεπιστημίου που έχει συμβληθεί με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο) βρίσκουν χρήσιμο υλικό και on line φροντιστηριακή βοήθεια. [21]  Είναι πολύ δύσκολο ένας δάσκαλος να πει όχι σε αυτό το πακέτο μόνο και μόνο επειδή χάνεται η κριτική προσέγγιση στη γνώση. Υπό την πίεση των managers και των διαδικασιών αξιολόγησης, κάποια στιγμή θα ενδώσει.

8. Φαύλος κύκλος διχασμού και αναποτελεσματικότητας. Οι «φόρμουλες αξιολόγησης» καθιστούν όχι μόνο δυνατή αλλά και αναγκαία τη μέτρηση της παραγωγικότητας του μέλους ΔΕΠ. Ακόμα και εγώ ο ίδιος έπιανα τον εαυτό μου να αναρωτιέμαι πόσους «πόντους» προσέφερα στο Τμήμα. Εάν οι δικοί μου «πόντοι» ξεπερνούσαν τον μέσο όρο, ήταν πολύ εύκολο να αρχίσω να νιώθω ότι αξίζω περισσότερα προνόμια (και ίσως χρήματα) δεδομένου ότι αύξησα τον μέσο όρο του Τμήματος και, συνεπώς, προσέθεσα δολάρια στον προϋπολογισμό του. Αλλά και να κατάφερνα να ξεπεράσω αυτόν τον πειρασμό, συνάδελφοι με «παραγωγικότητα» κάτω του μέσου όρου ένιωθαν ότι τους κοίταζα με μισό μάτι. Με άλλα λόγια, η μέτρηση που φέρνει η «αξιολόγηση» σπέρνει (α) το σπόρο του αιτήματος για πληρωμές bonus και διαφοροποίηση μισθών/προνομίων και, συνεπώς, (β) τη διχόνοια. Κι εδώ ξεκινάει ο φαύλος κύκλος της αναποτελεσματικότητας: Η δυνατότητα μέτρησης/σύγκρισης της «παραγωγικότητας» δίνει το κίνητρο σε όλους να «τρέχουν», να δείχνουν ότι «παράγουν». Όλοι ξοδεύουν τεράστια ενέργεια στη διαδικασία «αξιολόγησης». Αντί να γράφουν βιβλία, γράφουν πολλά σύντομα άρθρα. Αντί να γράφουν άρθρα γράφουν και ξανα-γράφουν τα βιογραφικά τους και, προπάντων, συμπληρώνουν ερωτηματολόγια (ή συντάσσουν corporate research plans). Ο ανταγωνισμός που οδηγεί στη βελτίωση των δεικτών ενισχύει τα αιτήματα για περισσότερη μέτρηση και τις συγκρούσεις για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να μετριέται. Το αποτέλεσμα είναι ότι όλη αυτή η δουλειά αφήνει ελάχιστα περιθώρια για να διαβάσει κάποιος ένα βιβλίο το οποίο δεν θα έχει άμεσο «παραγωγικό» αποτέλεσμα.

Παραπομπές

[10] Bλ. την επίσημη ιστοσελίδα του RAE: www.rae.ac.uk

[11] Π.χ. στο RAE του 1996 μετρούσαν όλα τα δημοσιευμένα άρθρα του κάθε μέλους ΔΕΠ. Όσο περισσότερα τόσο καλύτερα. Το αποτέλεσμα ήταν ένας πληθωρισμός άρθρων καθώς νέα περιοδικά εμφανίζονταν και τα παλαιά αύξαναν τις εκδόσεις τους από τρεις σε τέσσερις, πέντε ή έξι το χρόνο (ένα περιοδικό, μάλιστα, έγινε μηνιαίο!).

[12] Δεν ήταν λίγες οι φορές που δύο Τμήματα με αντίστοιχες «επιδόσεις» έπαιρναν διαφορετικό βαθμό δίχως οι επιτροπές «αξιολόγησης» να εξηγούν τους λόγους.

[13] Να σημειωθεί ότι στη Βρετανία και την Αυστραλία έπαυσε να ισχύει η μονιμότητα (tenure) των καθηγητών. Π.χ. καθηγητές μπορούν πλέον να υποχρεωθούν στην πρόωρη συνταξιοδότηση ή ακόμα και στην απόλυση εάν η ζήτηση των μαθημάτων που διδάσκουν πέσει κάτω από κάποιο όριο. Παρόλο που σπάνια έχει προκύψει απόλυση βάσει αυτής της θεσμικής αλλαγής, το νομικό δικαίωμα των πανεπιστημίων να απολύουν, σε συνδυασμό με την «αξιολόγηση», έχουν μεταβάλλει το κλίμα στα πανεπιστήμια.

[14] Ιδίως οι νέοι ερευνητές ούτε καν που διανοούνται να ασχοληθούν με κάποια «μεγάλη ιδέα» η οποία θα τους απασχολήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και θα εκφραστεί υπό τη μορφή βιβλίου.

[15] Για μια γενική ιδέα του αντίκτυπου του RAE στη Βρετανική πανεπιστημιακή κοινότητα ο αναγνώστης μπορεί να απευθυνθεί στο άρθρο Academics Divided: The RAE and the academic labour process, στην ιστοσελίδα www.leeds.ac.uk/educaol/documents/000000681.htm.

Παράδειγμα του πως οι συζητήσεις των γενικών συνελεύσεων των Τμημάτων ασχολούνται κατά κόρον με το RAE δίνεται στα πρακτικά ενός Τμήματος στη σελίδα www.lancs.ac.uk/users/law/news/welcome.htm. Για περισσότερα τέτοια παραδείγματα, η μηχανή αναζήτησης www.google.com αναφέρει περίπου 2800 ιστοσελίδες που αντιστοιχούν στις «λέξεις» research assessment exercise.

[16] Την ονομάζω ημι-αγορά επειδή (α) λειτουργεί μεν ως αγορά, δεδομένου ότι τα «έσοδα» και οι «ποσότητες» καθορίζονται από τη ζήτηση και την προσφορά, όμως (β) το κράτος μεσολαβεί μεταξύ «αγοραστών» και «πωλητών» προσδιορίζοντας τις τιμές, αλλά όχι τις ποσότητες (όπως γίνεται στην Ελλάδα) εκ των προτέρων. Μέχρι το 1998 οι φοιτητές δεν πλήρωναν δίδακτρα στη Βρετανία. Το κράτος απλώς μεσολαβούσε έτσι ώστε η φοιτητική ζήτηση να μετατρέπεται αυτομάτως σε εισόδημα για τα Τμήματα. Από το 1998 εισήχθη ένα σύστημα διδάκτρων το οποίο αποτελεί αντιγραφή του συστήματος το οποίο εισήγαγε ο Εργατικός Υπουργός Παιδείας της Αυστραλίας το 1989. (Πρόκειται για ένα σύστημα που επιτρέπει σε όσους φοιτητές δεν έχουν να πληρώσουν τη δυνατότητα να «δανειστούν» από το κράτος και έτσι να αποφοιτήσουν με ένα χρέος προς την κοινωνία το οποίο αποπληρώνουν αργότερα μέσω της φορολογίας.) Η εισαγωγή διδάκτρων δεν αλλοίωσε το σύστημα ημι-αγοράς μιας και οι φοιτητές τα πληρώνουν στο κράτος το οποίο εξακολουθεί να καθορίζει τις τιμές αλλά όχι τις ποσότητες.

[17] Ταυτόχρονα, είναι και λιγότερο αυταρχική, π.χ. δεν κάνει έντονους και αυθαίρετους διαχωρισμούς μεταξύ επιστημονικών περιοδικών, ενώ επιβραβεύει με αρκετούς πόντους τα βιβλία και τις μονογραφίες.

[18] Για όσους ενδιαφέρονται για την Αυστραλιανή πραγματικότητα, παραπέμπω στον S. Marginson (1997). ‘Competition and Contestability in Australian Higher Education 1987-1997’, Australian Universities’ Review, 40(1).
[19] Αυτό έγινε με δύο τρόπους. Πρώτον, μέσω διδάκτρων που οδήγησαν τους αιώνιους φοιτητές εκτός πανεπιστήμιων και, δεύτερον, μέσω διοικητικών μέτρων τα οποία απέπεμπαν φοιτητές οι οποίοι, αδικαιολόγητα, κοβόντουσαν σε ένα βασικό μάθημα δύο φορές.

[20] Μέσα σε μερικά χρόνια από την δημιουργία της ημι-αγοράς, η οποία χτίστηκε στη βάση της «αξιολόγησης», η επιλογή του Προέδρου, ή και του Κοσμήτορα, γίνεται με κριτήρια καθαρά επιχειρηματικά. Πρώτα ερωτάται ο/η υποψήφιος για το τι business plan έχει να προτείνει και κατόπιν για την ακαδημαϊκή του/της δραστηριότητα. Ήδη υπάρχουν Τμήματα δημοσίων πανεπιστημίων που διοικούνται, ουσιαστικά, από μη-πανεπιστημιακούς.

[21] Από φροντιστές που πληρώνει ο εκδοτικός οίκος και μπορεί να είναι τεταρτοετείς φοιτητές σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του κόσμου.

 

ΠΗΓΗ: 23-8-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=42910

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

ΑΕΙ: Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ Ι

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:

Συμπεράσματα από την Βρετανική και Αυστραλιανή Εμπειρία με την «Αξιολόγηση» του Πανεπιστημιακού Έργου – Μέρος Ι

 

Του Γιάννη Βαρουφάκη

 

 

1. Εισαγωγή – και δύο προβλέψεις

Με δεδομένη την επιθετική διείσδυση της αγοράς σε ολοένα και ευρύτερο πεδίο κοινωνικών δραστηριοτήτων, είναι θεμιτό να προσδοκούμε πως, αργά ή γρήγορα, το επόμενο λάφυρο της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» θα είναι το Πανεπιστήμιο. Όσοι πρεσβεύουν την μεταρρύθμιση της πανεπιστημιακής παιδείας με γνώμονα τη λογική της αγοράς δεν έχουν παρά να περιμένουν. Το παρόν άρθρο δεν απευθύνεται σε αυτούς αλλά σε όσους θεωρούν μια τέτοια προοπτική εφιαλτική[1].

Τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές τούτες, ο δημόσιος διάλογος περί ανώτατης παιδείας ορίζεται από την αντιπαράθεση μεταξύ του Υπουργείου και ενός φαινομενικά συμπαγούς μετώπου αντιπάλων της κυβερνητικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αν και το φλέγον ζήτημα των ημερών είναι το νομοσχέδιο για τη θεσμική αναβάθμιση των Τ.Ε.Ι., οι «αντιφρονούντες» (από τους φοιτητικούς συλλόγους μέχρι πολλούς από τους πρυτάνεις) συχνά μέμφονται το υπουργείο ότι το επίμαχο νομοσχέδιο είναι το πρώτο στάδιο προσχεδιασμένης υποβάθμισης της δημόσιας πανεπιστημιακής παιδείας (ιδίως του πρώτου πτυχίου) και εμπορευματοποίησής της[2]. Ως αιχμή του δόρατος εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής, οι «αντιφρονούντες» χρησιμοποιούν το σύνθημα-αίτημα της «αξιολόγησης» των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.[3] Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου· να προειδοποιήσει όσους απαιτούν την «αξιολόγηση» Σχολών και Τμημάτων πως, άθελά τους, αντί να υπερασπίζονται το Πανεπιστήμιο, ίσως προετοιμάζουν το έδαφος για την έμμεση, ύπουλη εμπορευματοποίησή του. Όχι μόνο η «αξιολόγηση» δεν επιβραδύνει τα (υπαρκτά ή ανύπαρκτα) σχέδια για την υποβάθμιση των πανεπιστημιακών πτυχίων, αλλά δύναται να επισπεύσει την απαξίωσή τους τόσο στον χώρο της αγοράς εργασίας όσο και στη σφαίρα των ιδεών.

Οι παραπάνω σκέψεις δεν προέκυψαν αυθόρμητα. Τα τελευταία είκοσι χρόνια στις χώρες που αναφέρονται στον υπότιτλο (Βρετανία και Αυστραλία) εφαρμόστηκαν συστήματα «αξιολόγησης» του ερευνητικού και διδακτικού έργου τα οποία άλλαξαν εκ βάθρων την πανεπιστημιακή εμπειρία τόσο για τους φοιτητές όσο και για τους καθηγητές. Ο αντίκτυπος από την «αξιολόγηση» των πανεπιστημίων δεν περιορίστηκε στα όριά τους αλλά επηρέασε συστηματικά τη συνολική παραγωγή της ιδεολογίας (κυρίαρχης και μη) των κοινωνιών αυτών. Δεδομένης αυτής της σωρευμένης εμπειρίας, δεν θα ήταν εύλογο πρυτάνεις και φοιτητικοί σύλλογοι, προτού απαιτήσουν, εδώ και τώρα και με μια φωνή, την «αξιολόγηση», να ρίξουν μια ματιά στα αποτελέσματά της εκεί που εφαρμόστηκε; Και δεν θα ήταν ειρωνικό εάν στην Ελλάδα η «αξιολόγηση» που σήμερα απαιτούν οι αντίπαλοι της έμμεσης εμπορευματοποίησης αποτελέσει την κρυφή δίοδο από την οποία θα εισέλθει νικηφόρα η de facto εμπορευματοποίηση;

Θέτω τα ερωτήματα αυτά επειδή τα «μαντάτα» από τις δύο χώρες στις οποίες αναφέρθηκα κάθε άλλο παρά ευχάριστα είναι. Επειδή έτυχε να ζήσω από κοντά τις τεκτονικές αλλαγές που ακολούθησαν την «αξιολόγηση» και στις δύο περιπτώσεις (στη Βρετανία τη δεκαετία του 1980 και στην Αυστραλία τη δεκαετία του 1990), ελπίζω ο αναγνώστης να ανεχθεί την κατάθεση των παρακάτω συμπερασμάτων ενός αυτόπτη μάρτυρα (δηλαδή, κάποιου που εκφράζεται με όλη τη σιγουριά και προκατάληψη εκείνου που ήταν «εκεί»).

Βέβαια, ακόμα και ο ανεκτικότερος από τους αναγνώστες θα αναρωτηθεί γιατί πρέπει η εμπειρία των συγκεκριμένων αγγλοσαξωνικών χωρών να μας αφορά άμεσα (και όχι, π.χ., εκείνη της Γαλλίας). Η απάντηση είναι πως η εμπειρία αυτών των δύο χωρών αποτελεί για την εποχή μας τη λογική κατάληξη των συστημάτων «αξιολόγησης». Όπως και σε άλλες περιπτώσεις όπου οι εφορμήσεις της αγοράς βασίστηκαν σε αγγλοσαξωνικές αλχημείες (π.χ. η ιδιωτικοποίηση κοινωφελών οργανισμών) έτσι, και στην περίπτωση της «αξιολόγησης» των πανεπιστημίων, το αγγλοσαξωνικό μοντέλο σταδιακά υιοθετείται και στην υπόλοιπη Ευρώπη (π.χ. Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία, ακόμα και στη Γαλλία), αν όχι στον υπόλοιπο κόσμο (π.χ. Ινδία, Hong Kong, Ν. Α. Ασία) [4]. Συνεπώς, αξίζει να το μελετήσουμε συστηματικά. Ως πρόκριμα αυτών που θα ακολουθήσουν, θα ξεκινήσω με δύο προβλέψεις προερχόμενες, πιστεύω φυσιολογικά, από τη Βρετανο-αυστραλιανή εμπειρία:

Πρόβλεψη 1: Η «αξιολόγηση» θα καθιερωθεί και οποιαδήποτε αντίσταση εκ μέρους της πανεπιστημιακής κοινότητας σε αυτήν θα αποδειχθεί αναποτελεσματική. Πρόβλεψη 2: Εφόσον η «αξιολόγηση» που θα υιοθετηθεί βασιστεί στην αυτοματοποιημένη μέτρηση ποσοτήτων (οι οποίες θα «προσεγγίζουν» ποιοτικά μεγέθη), το βασικό αποτέλεσμα θα είναι η υποχώρηση των ιδεών, όλων των ιδεών («συντηρητικών» και «προοδευτικών»), αρχικά στα πανεπιστήμια αλλά, αργότερα, μέσω ασταμάτητων αλυσιδωτών αντιδράσεων, στην κοινωνία γενικότερα.

Στο αμέσως επόμενο μέρος, αιτιολογώ την πρώτη πρόβλεψη. Κατόπιν, αφού αναφερθώ σύντομα στα συστήματα αξιολόγησης στην Βρετανία και την Αυστραλία, θα παραθέσω ορισμένα συμπεράσματα από αυτή την εμπειρία τα οποία, φυσιολογικά, οδηγούν στη δεύτερη πρόβλεψη.

2. Η Ακαταμάχητη Γοητεία της «Αξιολόγησης»

Ήδη είναι φανερό ότι η αξιολόγηση» έχει γοητεύσει τους πάντες. Καθηγητές πανεπιστημίων, φοιτητικές οργανώσεις, γονείς, ΜΜΕ, πολιτικοί εγκαλούν τον υπουργό Παιδείας επειδή άφησε την «αξιολόγηση» έξω από το νομοσχέδιο για τα Τ.Ε.Ι. Ο ίδιος υπόσχεται ότι θα μας προσφέρει την πολυπόθητη «αξιολόγηση» σε επόμενο νομοσχέδιο μέσα σε μερικούς μήνες[5]. Η πρόθεσή του δεν πρέπει να αμφισβητείται. Ανεξάρτητα από την στάση των πανεπιστημιακών, δεν υπάρχει περίπτωση υπουργός Παιδείας να προωθήσει σύστημα «αξιολόγησης» των πανεπιστημίων και να μην κερδίσει την μάχη των εντυπώσεων. Εύλογα θα επιχειρηματολογήσει στα ΜΜΕ, και δευτερευόντως στη Βουλή, ότι αν είναι να ξοδέψει έστω και μια δραχμή επί πλέον για ένα πανεπιστημιακό Τμήμα, ο άρρωστος που δεινοπαθεί στο ΕΣΥ δικαιούται να γνωρίζει γιατί αυτή η δραχμή δεν ξοδεύτηκε για την υγεία αλλά δαπανήθηκε για την προικοδότηση του συγκεκριμένου Τμήματος. Αναμφίβολα, ένα τέτοιο επιχείρημα κατατροπώνει από μόνο του οποιαδήποτε διαφωνία. Τόσο ο άρρωστος όσο και, γενικότερα, ο φορολογούμενος δικαιούται να ζητήσει από εμάς αποδεικτικά στοιχεία ότι οι επί πλέον δραχμές που θα μας δοθούν (ή και αυτές που ήδη μας δίδονται) δεν θα εξαφανιστούν σε κάποια τσέπη δίχως αντίκρισμα στο εκπαιδευτικό ή ερευνητικό μας έργο – ότι δεν θα πάει χαμένη. Όποιο μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας εναντιωθεί στην «αξιολόγηση» του έργου μας, θα χαρακτηριστεί άπληστος τεμπέλης, ή στην καλύτερη περίπτωση εκκεντρικός.

Η εμπειρία στη Βρετανία τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης Thatcher είναι ενδεικτική. Καθηγητές του Cambridge και της Οξφόρδης, με βαθιά αριστοκρατικές προφορές και διεθνή φήμη ως κορυφές στους επιστημονικούς τους τομείς, εμφανίζονταν στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο επιχειρηματολογώντας εναντίον της «αξιολόγησης» του έργου τους. Πάσχιζαν να εξηγήσουν ότι για να είναι αντάξιο του όρου, ένα σύστημα «αξιολόγησης» πρέπει να παρέχει εγγυήσεις για την ποιότητα, την «αξία» αν θέλετε, των «αξιολογητών». Όμως τέτοιες εγγυήσεις κοστίζουν και έρχονταν σε αντίθεση με τη δεδηλωμένη κυβερνητική βούληση για «αποτελεσματικότερη» χρήση των διαθέσιμων πόρων. «Ποιος και με ποια κριτήρια θα κρίνει τους κρίνοντες;» αναρωτιόντουσαν. Όσο όμως γλαφυρότερα εξέφραζαν τους φόβους τους ότι η «αξιολόγηση» θα ήταν μηχανιστική, και συνεπώς παραπλανητική, τόσο αποτύγχαναν στο να προσεταιριστούν την κοινή γνώμη. Τα ερωτήματά τους έσκαγαν αναποτελεσματικά στον κυματοθραύστη της «αξιολόγησης» καθώς ο υπουργός χαμογελούσε ακούγοντάς τους και απαντούσε σχεδόν μονολεκτικά.

Ρωτούσαν οι αντιφρονούντες καθηγητές: «Ποιος θα κρίνει την ποιότητα της δουλειάς ενός φιλόσοφου σαν τον Wittgenstein[6];» «Η ιστορία» απαντούσε ο υπουργός. « Ποιος θα εγγυηθεί ότι το σύστημα αυτό δεν θα χρησιμοποιηθεί για να σιγήσουν οι «ενοχλητικές» φωνές;» «Η απήχηση που έχουν στην κοινωνία, η ελεύθερη αγορά των ιδεών», επέμενε ο Κος Joseph. «Πως είναι δυνατόν να λειτουργήσει η «αξιολόγηση» σε ένα κλάδο όπου οι επιστήμονες είναι χωρισμένοι σε ομάδες χαρακτηριζόμενες από έντονες μεταξύ τους διαφωνίες; [7]  Και σε κλάδους όπου οι ειδικοί είναι τρεις-τέσσερις, ποιος θα αξιολογήσει ποιον;» «Δεν είναι δικό μου ζήτημα», ξέφευγε ο ιδεολογικός guru της Κας Thatcher. «Και εάν η «αξιολόγηση» ενός Τμήματος φιλοσοφίας του δώσει χαμηλό βαθμό, θα το κλείσετε Κε Υπουργέ; Είναι ποτέ δυνατόν πανεπιστήμιο που σέβεται τον εαυτό του να μην έχει τμήμα φιλοσοφίας;», ρώταγε τον υπουργό γνωστός κοινωνιολόγος του Cambridge. Στην τελευταία ρητορική ερώτηση, ο Keith Joseph έδωσε μια αριστουργηματική απάντηση: «Ε, εάν δεν νοείται πανεπιστήμιο δίχως Τμήμα φιλοσοφίας, ας το ονομάσετε κάτι άλλο!» Το Πανεπιστήμιο, εννοείται.

Μάταιες οι προσπάθειές τους. Η χαλύβδινη θέληση του υπουργού Keith Joseph ενισχύθηκε σημαντικά από το γεγονός ότι η κοινή γνώμη κατέγραψε τις ενστάσεις των πανεπιστημιακών ως μια κακοφωνία, ως μια αγωνιώδη αντίδραση των καθηγητών που ξάφνου βρέθηκαν να απειλούνται με ένα σύστημα επίβλεψης της δουλειάς τους το οποίο θα τους «ξεβόλευε» και θα τους εξανάγκαζε να δουλέψουν περισσότερο. Μέσα σε δύο χρόνια από την εκλογική νίκη των συντηρητικών, ο Keith Joseph είχε βάλει τις βάσεις για (α) τη δημιουργία μιας ημι-αγοράς, όπου το 50% των κονδυλίων θα καθοριζόταν από τη φοιτητική ζήτηση για τα πτυχία των Τμημάτων, και (β) την «αξιολόγηση» του ερευνητικού έργου των Βρετανικών πανεπιστημίων, η οποία και θα καθόριζε το υπόλοιπο 50% του προϋπολογισμού ενός Τμήματος. Όσον αφορά το (β) σκέλος, επρόκειτο για ένα μεγαλεπήβολο στόχο μέτρησης του ερευνητικού έργου κάθε Τμήματος με στόχο την διανομή περισσότερων πόρων στα παραγωγικότερα τμήματα και, ταυτόχρονα, την μείωση των πόρων στο σύνολό τους.

Πολύ γρήγορα, η «αξιολόγηση» του Keith Joseph θεωρήθηκε δεδομένη και επεκτάθηκε με ζήλο από τους διαδόχους του στο Υπουργείο Παιδείας, τόσο τους συντηρητικούς όσο και τον σημερινό υπουργό των Εργατικών, τον David Blunkett. Απόδειξη ότι το αγγλοσαξωνικό υπόδειγμα «αξιολόγησης» δεν είναι κύημα των συντηρητικών και μόνο είναι η περίπτωση της Αυστραλίας όπου το 1989 εισήχθη ένα αντίστοιχο σύστημα «αξιολόγησης» από τον John Dawkins, υπουργό Παιδείας των Εργατικών. Η περίπτωση της Αυστραλίας αξίζει να μελετηθεί σήμερα στην Ελλάδα γιατί το σύστημα «αξιολόγησης» εφαρμόστηκε εκεί στο πλαίσιο πανεπιστημιοποίησης των Colleges of Advanced Education, δηλαδή των Αυστραλιανών Τ.Ε.Ι. Χρησιμοποιώντας το πρόσχημα ότι η ανωτατοποίηση των εν λόγω τεχνολογικών ιδρυμάτων καθιστούσε την «αξιολόγηση» αναγκαία, εισήχθη, με την ανοχή των πανεπιστημιακών, μια εκδοχή του Βρετανικού συστήματος. Σήμερα, δώδεκα χρόνια αργότερα, τα πανεπιστήμια της Αυστραλίας είναι αγνώριστα λόγω ακριβώς εκείνης της «αθώας» κίνησης του Κου Dawkins. Μπορεί στην Ελλάδα η «αξιολόγηση» να συζητείται για εντελώς διαφορετικούς λόγους[8] από εκείνους που απασχόλησαν τους Βρετανούς την εποχή που η «αξιολόγηση» εισαγόταν για πρώτη φορά στα δικά τους πανεπιστήμια. Στην Αυστραλία όμως οι συνθήκες έμοιαζαν ιδιαίτερα με την σημερινή ελληνική συγκυρία. Θα ήταν ανόητο να μην ωφεληθούμε τουλάχιστον από το μάθημα που δίδαξε η ιστορία τους Αυστραλούς συναδέλφους μας[9].

Παραπομπές

[1] Π.χ. Σε όσους πιστεύουν ότι η ανταλλακτική αξία των ιδεών μόνο από ατύχημα συμβαδίζει με την γνωσιολογική της αξία και, συνεπώς, ότι η εμπορευματοποίηση της πανεπιστημιακής διαδικασίας οδηγεί στην υποχώρηση των ιδεών οι οποίες, ανεξάρτητα της σημασίας τους για τους ανθρώπους, δεν είναι εξαργυρώσιμες σε κάποια αγορά.

[2] Αναφέρομαι εδώ στην κατηγορία που εκτοξεύεται εναντίον του Υπουργείου ότι το πρώτο πτυχίο υποβαθμίζεται με στόχο την παραγωγή δεύτερης ποιότητας, φτηνών στελεχών επιχειρήσεων – πιθανώς με την συγχρηματοδότηση τέτοιων πτυχίων από το κράτος και τις επιχειρήσεις. Οι συναντήσεις των Υπουργών Παιδείας της Ε.Ε. στην Γένοβα και την Πράγα θεωρούνται, από πολλούς, ως σημαντικές στιγμές στην διάπλαση αυτής της πολιτικής σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.

[3] Το απλό σκεπτικό είναι: Ανωτατοποίηση ναι, αλλά μόνο αφού η αξιολόγηση δείξει ότι το εν λόγω Τ.Ε.Ι. την αξίζει. Όχι απλή, φτηνή και ανούσια αλλαγή των ταμπελών των ιδρυμάτων τεχνολογικής εκπαίδευσης.

[4] Ο λόγος που η Βρετανο-αυστραλιανή περίπτωση ενδείκνυται ως σημαντική για την συγκομιδή εμπειριών (σε αντίθεση με την Βορειο-αμερικανική η οποία δεν θα συζητηθεί εδώ) είναι ότι και εκεί (όπως και εδώ) η «αξιολόγηση» αφορούσε αμιγώς δημόσια ιδρύματα. Σημ. Όλα τα Βρετανικά πανεπιστήμια (εκτός του Buckingham) και όλα τα Αυστραλιανά (εκτός του Bond) είναι δημόσια.

[5] Ίσως η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που η πανεπιστημιακή κοινότητα ασκεί κριτική στο υπουργείο για την καθυστέρηση ενός συστήματος που θα επιτρέπει στο κράτος να την επιβλέπει και, ανάλογα με τα κριτήρια που εκείνο αποφασίζει, να της επιβάλλει προτεραιότητες!

[6] Ο οποίος, σημειωτέων, αν και ίσως ο σημαντικότερος φιλόσοφος του 20ου αιώνα, είχε ελάχιστους φίλους μεταξύ των συναδέλφων του και δημοσίευσε μόλις δύο ισχνά, σε όγκο, βιβλία.

[7] Π.χ. σε έναν νεο-αναπτυσσόμενο κλάδο των θετικών επιστημών ή σε μια κοινωνική επιστήμη όπως η οικονομική όπου συνάδελφοι από διαφορετικές σχολές σκέψης διαφωνούν ακόμα και για το ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει η επιστήμη τους.

[8] Δηλαδή αναφορικά με την αναγνώριση κάποιων Τ.Ε.Ι. ως αντάξια της πανεπιστημιακής ταμπέλας.

[9] Για τους ανυπόμονους αναγνώστες, το μέγα μάθημα που πήραν οι συνάδελφοι στην Αυστραλία ήταν το εξής: Ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους εισάγεται αρχικά η «αξιολόγηση», ένα τέτοιο σύστημα προσφέρει στον εκάστοτε υπουργό την ευχέρεια να κάνει ότι ακριβώς ποθούσε ο Κος Joseph εν έτει 1980, δηλαδή να χρηματοδοτεί τα πανεπιστήμια (Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι.) ανάλογα με την «παραγωγικότητά» τους όπως αυτή καταγράφεται από μια διαδικασία αυτοματοποιημένης «αξιολόγησης». Περαιτέρω, να εισαχθεί ένα σύστημα αποτίμησης της γνώσης το οποίο την αξιολογεί με κριτήρια που προσομοιώνουν αυτά της αγοράς.

 

ΠΗΓΗ: 23-8-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=42910

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Αριστερά στο ύψος των περιστάσεων…

Σκέψεις για μια Αριστερά στο ύψος των περιστάσεων

 

Του Γιώργου Ρούση*


 

Μέρος πρώτο

Ορισμένα πράγματα είναι τόσο αυτονόητα, που όταν δεν συμβαίνουν είναι πολύ δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς για ποιο λόγο. Ένα από αυτά είναι η κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς για επί μέρους ζητήματα στην αντιμετώπιση των οποίων είναι σύμφωνες, και ακόμα σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, η δημιουργία ενός Πολιτικού Αντικαπιταλιστικού Αντιιμπεριαλιστικού Αριστερού Μετώπου. Και συνειδητά δεν κάνω λόγο για ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς και αρκούμαι στις επί μέρους συνεργασίες και στο Μέτωπο, έχοντας επίγνωση των πραγματικών διαφορών τους, των ιστορικών διαφορών, των αγκυλώσεων που χαρακτηρίζουν πολλές από αυτές.

Εκείνο που υποστηρίζω είναι ότι η κρισιμότητα των στιγμών απαιτεί μια Αριστερά στο ύψος των περιστάσεων, μια Αριστερά που δεν μπορεί να συνεχίσει να ομφαλοσκοπεί ενώ ο κόσμος χάνεται.

Την απαιτεί διότι οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και το τσουνάμι της κρίσης και της συνεπαγόμενης επίθεσης του κεφαλαίου δεν θα περιμένει να τα βρουν οι διάφοροι μικρόκοσμοι της αριστεράς.

Την απαιτεί, διότι όπως σοφά λέει ένας αγαπημένος σύντροφος «πιστέψαμε ότι είχαμε χρόνο», ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαμε, και πόσω μάλλον δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο κάτω από τις παρούσες συνθήκες.

Και για να είμαι ευθύς εξαρχής ξεκάθαρος, όταν κάνω λόγο για Αριστερά, επειδή στο οδόφραγμα των επικείμενων μαχών, όπως άλλωστε σε όλα τα οδοφράγματα, δεν μπορεί να υπάρχουν παρά μόνον δυο πλευρές, καλό είναι να διευκρινιστεί ποιοι δεν ανήκουν στην αριστερή.

Και αυτοί είναι πρώτα απ’ όλους εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες που απροκάλυπτα μετατράπηκαν σε νεοφιλελεύθερους, και μας καλούν να δεχτούμε ως «σωτήριες πιέσεις» όλα τα κελεύσματα του λησταρχείου της Τρόικα, δηλαδή εκείνων που ο Μπρεχτ, στο «Ρομάντζο της Πεντάρας», θεωρούσε ότι οι απλοί φονιάδες και κακοποιοί δε φτάνουν ούτε στο νύχι τους.

Είναι επίσης εκείνοι που έχουν το θράσος να καλούν σε αντιμνημονιακό μέτωπο, ενώ είτε ψήφισαν το μνημόνιο-κάτι σαν να καλούσαν σε αντιπολεμικό μέτωπο οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες ενώ είχαν ψηφίσει τα πολεμικά κονδύλια- όσο και εκείνοι που από ανώτερες πολιτικές θέσεις συνέβαλαν να φθάσουμε σε αυτό.

Είναι τέλος εκείνοι οι οποίοι πιο έντεχνα, και συνεπώς πιο επικίνδυνα, εμφανίζονται ως κεντροαριστεροί .

Πρόκειται για εκείνους οι οποίοι στην απέλπιδα προσπάθεια τους να διασώσουν το καπιταλιστικό σύστημα, προβάλλουν και πάλι ως διέξοδο από την κρίση την επιστροφή στον Κεϋνσιανισμό.

Όμως ο γνωστός κεντρισμός του Κέυνς , ανάμεσα στο πιο δεξιό Χάγιεκ και τον πιο αριστερό Λάσκι, ο οποίος εκφράστηκε πρόσφατα και από τον Ομπάμα, στην «αριστερή» κριτική του προς τους Ευρωπαίους, σήμερα δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει υπέρ της διατήρησης ενός τελειωμένου συστήματος. Και θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι όσοι υποστηρίζουν αυτές τις απόψεις, ανήκουν και εκείνοι στο μπλοκ της αστικής εξουσίας, που έχει ανάγκη τόσο τους ανοιχτούς υποστηριχτές τύπου Καρατζαφερο-Λοβέρδου όσο και τους μεταμφιεσμένους.

Η Αριστερά, αν θέλει να διατηρήσει τα θεμελιακά της αντικαπιταλιστικά-αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά , αλλά και να διασφαλίσει την παραδοσιακή ηθική στάση που ιστορικά την χαρακτηρίζει, θα πρέπει αντί να φλερτάρει μαζί τους, και να επιδιώκει τη δημιουργία «κεντροαριστερών» σχηματισμών, να ξεκαθαρίσει ότι αυτοί ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο .

Σ’ ένα πρώτο λοιπόν από τα κάτω επίπεδο, η Αριστερά καλείται να ανοίξει ένα διάλογο για όλα τα ζητήματα που απασχολούν το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας , ένα διάλογο που θα αντικαταστήσει τους παράλληλους μονόλογους των συνιστωσών της, τους συχνά διανθισμένους από ύβρεις αντί επιχειρημάτων.

Επίσης θα πρέπει να σμιλεύει για επί μέρους ζητήματα κοινές δράσεις των συνιστωσών της και ευρύτερες λαϊκές από τα κάτω αντιδράσεις, απαραιτήτως αναγκαίες για την επίτευξη του οποιουδήποτε στόχου της. Τέτοια επί μέρους ζητήματα μπορεί να είναι για παράδειγμα, η μη μετατροπή της ΔΕΗ σε φοροεισπρακτικό μηχανισμό και ο συντονισμός της μη πληρωμής του τελευταίου χαρατσιού στην ακίνητη περιουσία1, κάτι για με το οποίο από τις ξεχωριστές τους ανακοινώσεις φαίνεται να συμφωνούν όλες οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Επίσης θα μπορούσε να είναι η κοινή στάση για τη μη εφαρμογή του πανεπιστημιοκτόνου νόμου, ή ακόμη κοινές αντιδράσεις απέναντι σε επί μέρους μνημονιακά μέτρα, και μια σειρά άλλα ζητήματα.

Σε τέτοιες δράσεις είναι βέβαιο ότι όχι μόνον δεν αποκλείεται, αλλά θα πρέπει να επιδιώκεται η συνεργασία με δυνάμεις πέρα από την Αριστερά, με ανένταχτες δυνάμεις, με δυνάμεις που απεγκλωβίζονται από τα αστικά κόμματα, με μέχρι σήμερα απολίτικες δυνάμεις, που αυθόρμητα για πρώτη φορά συμμετέχουν στους λαϊκούς αγώνες, με επί μέρους θεματικά κινήματα . Όμως ο διάλογος και οι κοινές επί μέρους δράσεις δεν αρκούν. Χρειάζεται πέρα από αυτά η άμεση συγκρότηση κι’ ενός πολιτικού αριστερού αντικαπιταλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού ριζοσπαστικού Μέτωπου . Σε αυτό το Μέτωπο θα είναι αφιερωμένο το σχόλιο της επομένης Κυριακής.

1.Κάτι που σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει, όπως δήλωσε ο Σαμαράς (από άγνοια περί την αριστερή θεωρία, αλλά και των θέσεων του ΚΚΕ, χειρότερη από μαθητή δημοτικού, ή ανάγοντας τη διαστρέβλωση σε επιχείρημα) ότι έρχεται σε αντίθεση με τη δήθεν θέση του ΚΚΕ ενάντια στο να ΄χει κάποιος το δικό του σπίτι.

ΠΗΓΗ Ι: Μέρος Ι, Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=312608

 

Μέρος Δεύτερο

Πέρα από το διάλογο και τις επιμέρους κοινές δράσεις των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, και σε συνδυασμό με αυτά, αυτή καλείται να συγκροτήσει ένα πολιτικό αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό ριζοσπαστικό μέτωπο. Αυτό σημαίνει κάτι παντελώς διαφορετικό από τη συμπαράταξη γύρω από μία εκ των συνιστωσών της αριστεράς, ή από την ταύτιση του αυθόρμητου κινήματος σε παράγοντα ικανό από μόνο του να επιφέρει την κοινωνική αλλαγή, ή από μέτωπα με μόνο οικονομικό ή συνδικαλιστικό περιεχόμενο.

Ενα τέτοιο μέτωπο είναι αναγκαίο για την οργάνωση μιας αποτελεσματικής αντίστασης, αποτελεί τη μοναδική εναλλακτική λύση απέναντι στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας και προωθεί την υπόθεση της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής αλλαγής στο πλαίσιο του πολέμου θέσεων, μέσα από τον οποίο θα οδηγηθούμε σε αυτήν.

Η λογική ή όλα ή τίποτα, η ταύτιση της στρατηγικής με την τακτική, η απαξίωση ακόμη και θετικών για το λαϊκό κίνημα μεταρρυθμίσεων και η άρνηση συμμετοχής σε μια αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική κυβέρνηση στην πραγματικότητα αποτελούν εμπόδιο παρά προωθούν τον σοσιαλιστικό ριζοσπαστικό μετασχηματισμό. Βεβαίως εξυπακούεται η υπαγωγή των μέσων σε αυτόν τον τελικό σκοπό και η αξιολόγησή τους με βάση τη συμβολή τους σε αυτόν.

Το μέτωπο αυτό μπορεί να προέλθει από το συνδυασμό πρωτοβουλιών «από τα κάτω», ανένταχτων αριστερών και συντρόφων που συμμετέχουν στις διάφορες συνιστώσες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, με πρωτοβουλίες των ίδιων των συνιστωσών της δηλαδή του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των εκτός αυτής σχηματισμών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, του Αριστερού Ρεύματος του Συνασπισμού, των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής και βεβαίως του ΚΚΕ.

Αυτό προϋποθέτει: Το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ να αποφασίσει άμεσα τουλάχιστον να έχει μια σχετικά αυτοτελή παρουσία και να διαφοροποιείται δημόσια ως τέτοιο από τις «κεντροαριστερές» -μη αντικαπιταλιστικές-τοποθετήσεις της ηγεσίας του ΣΥΝ. Το ΝΑΡ, σεβόμενο την κατάκτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις, δίχως κομπασμούς, σε μια παραπέρα ολοκληρωμένη πολιτική μετωπική πρωτοβουλία. Οι ανένταχτοι αριστεροί να συμμετέχουν ενεργά και όχι ως παρατηρητές στο όλο εγχείρημα. Και -ίσως το πιο δύσκολο- το ΚΚΕ να αναλογιστεί τις ευθύνες του και να εγκαταλείψει την τακτική του απομονωτισμού που ακολουθεί.

Προϋποθέτει τελικά όλοι να κατανοήσουμε την κρισιμότητα των στιγμών και να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, αντί να ομφαλοσκοπούμε.

Το προγραμματικό περιεχόμενο ενός τέτοιου μετώπου πρέπει να οριοθετείται από τον σαφή αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα και θα μπορούσε να συμπυκνώνεται σε ορισμένους βασικούς άξονες αντίστασης, αλλά και άμεσων θετικών μέτρων που θα μπορούσε να πάρει μια αριστερή ριζοσπαστική εξουσία στηριγμένη στο λαϊκό κίνημα, μια εξουσία υπόθεση αυτού του κινήματος.

Τέτοια άμεσα μέτρα και προγραμματικοί άξονες, ξεκινώντας από την αποτίναξη της θηλιάς που μας έχουν κρεμάσει, μπορεί να είναι:

 – Παύση πληρωμών από τον λαό του χιλιοπληρωμένου ιμπεριαλιστικού χρέους.

 – Άμεση αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ, ρήξη με την Ε.Ε. με βραχυπρόθεσμη στόχευση την αποδέσμευση από αυτήν, αλλά και από το ΝΑΤΟ.

 – Άμεση αντίσταση ενάντια σε αντιλαϊκά μέτρα και όπου είναι εφικτό (όπως με το νόμο για τα ΑΕΙ ή τα διάφορα χαράτσια) οργανωμένη άρνηση εφαρμογής ή πληρωμής τους με προοπτική την κατάργησή τους.

  Αντίσταση στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και υπεράσπιση και διεύρυνση του δημόσιου τομέα, με πρώτες και καλύτερες τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας. Ενταξή τους σε μια σχεδιοποιημένη οικονομία, μόνη ικανή να λύσει και το θεμελιώδες πρόβλημα της ανεργίας, και υποβολή τους σε λαϊκό έλεγχο.

 – Δήμευση της περιουσίας όλων όσοι βαρύνονται με κλοπή δημόσιου πλούτου.

 – Επιστροφή όλων όσων μας πήραν σε συνδυασμό με τη λήψη άμεσων μέτρων βελτίωσης των συνθηκών ζωής όλων όσοι επλήγησαν από τα πρόσφατα αντιλαϊκά μέτρα.

 – Υπεράσπιση, διεύρυνση, ουσιαστικοποίηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.

 – Λιγότερη δουλειά και δουλειά για όλους, δίχως μείωση των αποδοχών τους.

  Λήψη μέτρων για την προστασία των φτωχών ανέργων όπως η διαγραφή των χρεών τους απέναντι σε τράπεζες, ΔΕΚΟ, εφορίες…

 – Δραστική αύξηση της φορολόγησης του μεγάλου κεφαλαίου και παράλληλη δραστική μείωση της φορολόγησης των εργαζομένων.

– Άμεση καθιέρωση της απλής αναλογικής, της υποχρεωτικής εναλλαγής των βουλευτών και του ανώτερου πολιτικού προσωπικού, αμοιβή τους με έναν μέσο εργατικό μισθό, θεσμοθέτηση μορφών άμεσης δημοκρατίας.

 – Δραστική μείωση των στρατιωτικών δαπανών.

– Διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας και δήμευση της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας.

– Κατάργηση κάθε αντιπεριβαλλοντικής νομοθεσίας.

 – Πάλη ενάντια στον «Καλλικράτη» και την ερήμωση της υπαίθρου, με προοπτική την αναδιάρθρωση της δομής της τοπικής αυτοδιοίκησης.

– Βελτίωση της δημόσιας διοίκησης μέσω της συμμετοχής σε αυτήν τόσο των απασχολουμένων σε αυτήν όσο και εκείνων στους οποίους απευθύνεται.

– Διάλυση όλων των ειδικών δυνάμεων που στόχο έχουν την καταστολή του λαϊκού κινήματος.

– Συνεργασία σε παγκόσμιο, και δη πανευρωπαϊκό επίπεδο, με όλες ανεξαιρέτως τις αντίστοιχες αντικαπιταλιστικές δυνάμεις…

Σε ένα τέτοιο μέτωπο, ηγεμονικό ρόλο καλείται να κατακτήσει ένας σύγχρονος κομμουνιστικός πόλος-κόμμα, με τα χαρακτηριστικά του οποίου θα ασχοληθούμε την επόμενη Κυριακή.

 

* Ο Γιώργος Ρούσης είναι Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, grousis@ath.forthnet.gr

 

ΠΗΓΗ ΙΙ: Μέρος ΙΙ, Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=314638

Ράκος αποκαθημένης…

Ράκος αποκαθημένης…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

Θυμάστε μήπως εκείνον το δεληκανή υπουργό κι εκείνον το στρουμπουλό πρωθυπουργό, της προηγούμενης κυβέρνησης, που δεν ήξεραν ότι το νόμιμο δεν είναι και ηθικό;

Την αλήθεια και πραγματικότητα αυτή «αγνοούν», ασφαλώς, πολύ περισσότερο οι τωρινοί στρουμπουλοί και δεληκανήδες ασύδοτοι, σε βάρος του λαού, λήσταρχοι και ξεπουλητάδες, σε βάρος της πατρίδας μας, πολυπρονομιούχοι αφεντάδες! Που φτάνουν στο σημείο, τόσο αυτοί, όσο και τα υπηρεσιακά ή τα δημοσιογραφικά τους φερέφωνα, ν’ αντιμετωπίζουν την απεγνωσμένη άμυνα του λαού απέναντι στο όργιο της κανιβαλικής τους αυθαιρεσίας με τη λάσπη της παρανομίας.

Είναι παράνομοι, λένε, για παράδειγμα, αυτοί, που, εκεί στη Βέροια, επανασυνδέουν το ηλεκτρικό ρεύμα, στις φτωχές οικογένειες, που τους το έκοψε η ΔΕΗ, επειδή αδυνατούσαν να το πληρώσουν.

Κι ακόμη ήταν παράνομοι οι έφεδροι καταδρομείς, που την 1η Οκτωβρίου πήγαν να καταθέσουν στεφάνι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Κλπ, κλπ, κλπ… Ενώ η επίδειξη βαρβαρότητας και κτηνωδίας σε βάρος του λαού, που διαμαρτύρεται, για την καταλήστευσή του, είναι καθόλα νόμιμη…

Και ασφαλώς είναι απειράριθμα τα παραδείγματα, που, επιβεβαιώνουν, στις μέρες μας, το γεγονός ότι η νομιμότητα έχει, κατά κανόνα, ταυτιστεί με τον αμοραλισμό, το πλιάτσικο, την απανθρωπιά, την προδοσία….

Που σημαίνει ότι οι νόμοι, για παράδειγμα, που στηρίζουν το τοκογλυφικό τραπεζικό καθεστώς είναι εγκληματικοί. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι νόμοι και οι άνθρωποι, που σπρώχνουν τους συνανθρώπους τους στην απόγνωση και την αυτοκτονία, ουσιαστικά τους δολοφονούν. Αλλά δολοφονική, κατά κανόνα, είναι και η νομιμότητα, που στηρίζει, στο σύνολό του, το απάνθρωπο και τοκογλυφικό, στη βάση του, καπιταλιστικό καθεστώς.

Οι νομοθέτες του οποίου δεν έχουν καμιά σχέση με τη λογική και τη σοφία πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί, δια μέσου των αιώνων, ο ελληνικός πολιτισμός. Η οποία σοφία, όπως είναι γνωστό, στην περίπτωση του Σόλωνα, έφτασε μέχρι τη λυτρωτική λύση της σεισάχθειας.

Για να μην πάμε και στο Ευαγγέλιο, που καταδικάζει απερίφραστα αυτού του είδους τη νομιμότητα. Τη νομιμότητα της πολύμορφης αρπαγής και της πολυεπίπεδης, ενορχηστρωμένης, απάτης και υποκρισίας. Ακόμη και ο προφήτης Ησαΐας, οχτακόσια χρόνια προ Χριστού, χαρακτηρίζει αυτού του είδους τη νομιμότητα ως βρώμικο κουρελόπανο («ράκος αποκαθημένης»).

Και βέβαια ο Χριστός χλευάζει την απύθμενη υποκρισία των υπερασπιστών της πανάθλιας αυτής νομιμότητας. Η οποία έχει ταυτίσει την κακουργία με τη νομιμότητα κι από το άλλο μέρος την ανθρωπιά και την ευεργεσία με την παρανομία και το έγκλημα. Και επισημαίνει ακόμη ο Χριστός ότι, σε κάθε περίπτωση, υπέρτατος νόμος είναι ο άνθρωπος. Και, συνεπώς, νόμιμο είναι ο, τι υπηρετεί τον άνθρωπο. Ενώ ο, τι τον υπονομεύει είναι παράνομο και εγκληματικό.

Και είναι προφανές ότι, για να μη μολυνθεί το κοινωνικό σύνολο απ’ τις «επικίνδυνες» και «ολέθριες» αυτές αντιλήψεις και ιδέες του Χριστού, τον σταύρωσαν μεταξύ των κακούργων. Οι νομιμόφρονες κακούργοι της εποχής του.
Όπως ακριβώς κάνουν και οι ομόφρονες και ομογάλακτοι των τότε φαρισαίων σύγχρονοι νομοθέτες και νομιμόφρονες…. Που δολοφονούν και σταυρώνουν την Ελλάδα και τους Έλληνες.

 

π. Ηλίας, 7-10-2011

Εθνική λύση ή διάλυση

Εθνική λύση ή διάλυση

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Βρισκόμαστε εν μέσω θύελλας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και κυρίως στις χρηματιστικές αγορές, όπου η κίνηση των χρηματιστηρίων σημειώνει διαρκώς αρνητικά ρεκόρ πιάνοντας πάτο. Τόσο στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ όσο και στην Ασία, όπου μέχρι πρόσφατα στηρίζονταν όλες οι ελπίδες «ανάκαμψης» της παγκόσμιας οικονομίας.

Οι χρηματαγορές έχουν αισίως φτάσει πολύ κοντά στο επίπεδο του φθινοπώρου του 2008, όταν είχε ξεσπάσει το μεγάλο κραχ μετά την κατάρρευση της lehman Brothers. Από τις 26 Ιουλίου έως σήμερα τα χρηματιστήρια έχουν χάσει πάνω από 9 τρισ. δολάρια κεφαλαιοποίησης, κυρίως από τις τραπεζικές μετοχές της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Μόνο μια εβδομάδα νέων αρνητικών ρεκόρ χωρίζει τις διεθνείς αγορές χρήματος από ένα νέο μεγάλο κραχ. Κι αυτή τη φορά όλα δείχνουν ότι θα είναι πολύ χειρότερο από το προηγούμενο.

«Να φοβάστε!»

Το«Economist» (1.10) εκδηλώνειτον διάχυτο πανικό λέγοντας: «Να φοβάστε! Η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να κατευθύνεται προς μια μαύρη τρύπα, εκτός κι αν οι πολιτικοί ενεργήσουν πιο τολμηρά». Πρόκειται για την πιο μακάβρια αποκαθήλωση της ελεύθερης αγοράς και της θεολογικής λογικής που τη θέλει να λειτουργεί πάντα ορθολογικά. Αρκεί να μην παρεμβαίνουν το κράτος και οι πολιτικοί.

Μα, αν οι ελεύθερες και παγκοσμιοποιημένες αγορές είναι κάτι το απόλυτα αναγκαίο και λειτουργικό, τότε γιατί όλα εξαρτώνται από το πώς θα ενεργήσουν οι πολιτικοί; Πόσα και πόσα διδακτορικά και νόμπελ Οικονομίας, ή σωστότερα οικονομικής θεολογίας, αποδεικνύονται σήμερα σαβούρα, άξια μόνο για σκουπιδοτενεκέδες, καθώς οι αγορές και οι θιασώτες τους έχουν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους στους πολιτικούς και στην τόλμη των ενεργειών τους…

Μόνο που είναι πλέον πολύ αργά. Τα κράτη σήμερα, ακόμη και τα πιο ανεπτυγμένα, δεν έχουν ούτε επαρκή μέσα ούτε την αναγκαία οικονομική επιφάνεια για να παρέμβουν διορθωτικά στις αγορές. Δεν διαθέτουν πια ούτε τη ρευστότητα που είχαν όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, μια και τη διοχέτευσαν στη στήριξη των τραπεζών και των χρηματαγορών διεθνώς. Το αποτέλεσμα ήταν να συσσωρευτούν μεγαλύτερα χρέη και να διογκωθούν ακόμη περισσότερο οι τραπεζικές «φούσκες».

Από την άλλη, η κατάργηση της εθνικής ρύθμισης οδήγησε σε μια τρομακτική υποβάθμιση της κυρίαρχης πολιτικής. Οι αγορές δεν έχουν ανάγκη από πολιτικούς ηγέτες, αλλά από πολιτικούς διαχειριστές, ικανούς να εκτελούν εντολές και να πειθαρχούν απόλυτα στις απαιτήσεις τους. Τώρα ωρύονται για «κρίση πολιτικής ηγεσίας». Και δεν έχουν άδικο.

Οι πολιτικοί των αγορών δεν διαθέτουν ούτε ανάστημα ούτε καν ανεξαρτησία σκέψης και δράσης, τέτοια που θα τους βοηθούσε να λειτουργήσουν παρεμβατικά στην κρίση του δικού τους συστήματος. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ιδιότυπο είδος αργυρώνητων πολιτικών, που ξέρουν μόνο από ίντριγκα και διαπλοκή. Πώς να ενεργήσουν σήμερα με τόλμη, όταν φτιάχτηκαν ευθύς εξαρχής για να ενεργούν πάντα μέσα σε εξ αρχής δεδομένα και προκαθορισμένα πλαίσια;

Και καθώς η παγκόσμια κρίση της οικονομίας και της πολιτικής του κυρίαρχου συστήματος θα σπρώχνει τους θιασώτες του σε περισσότερες εκκλήσεις και ενέργειες για ακόμη πιο ισχυρές δομές «παγκόσμιας διακυβέρνησης», τότε περισσότερο θα βαθαίνει η πρωτοφανής ύφεση, πηγαίνοντας από κραχ σε κραχ, με μεσοδιαστήματα απατηλής «ανάκαμψης». Όχι της οικονομίας, ούτε βέβαια της κοινωνίας, αλλά των αγορών και της κερδοσκοπίας, που τώρα πια έχει μεταβληθεί σε βασική κινητήρια δύναμη τους.

Η… πολεμική «λύση»!

Κι αυτό διότι, αν κάτι έχουν διδάξει οι παγκόσμιες ιστορικές κρίσεις, σαν αυτήν που βιώνουμε σήμερα, είναι ότι δεν μπορούν να δοθούν διεθνείς λύσεις. Πρέπει αναγκαστικά να δοθεί λύση σε εθνικό επίπεδο. Οι παγκόσμιες κρίσεις δεν μπορούν να βρουν τη λύση τους σε διεθνές επίπεδο, εκτός αν ξεσπάσει παγκόσμια σύρραξη με τη μια ή την άλλη μορφή. Δεν συνέβη ποτέ και δεν πρόκειται να συμβεί σήμερα. Εκτός κι αν αυτοί που την αναζητούν σήμερα, ψάχνουν την ευκαιρία για να γεννηθούν νέες πολεμικές συρράξεις.

Ορισμένοι δεν το κρύβουν. Όπως, π.χ., ο Πολ Κρούγκμαν, ο οποίος δεν κρύβει την άποψη του ότι μόνο ένας νέος πολεμικός παροξυσμός θα μπορούσε να λυτρώσει την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία από την κρίση. Έτσι, στα τέλη Σεπτεμβρίου, σε μια ανοιχτή ομιλία του στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, ο Κρούγκμαν ισχυρίστηκε ότι «αυτό που χρειαζόμαστε είναι στην πραγματικότητα ένα οικονομικό ισοδύναμο του πολέμου». Και συνέχισε: «Αυτό που πραγματικά έφερε το τέλος στη Μεγάλη Ύφεση ήταν το τεράστιο πρόγραμμα δημοσίων δαπανών, αλλιώς γνωστό ως Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος» («Hulfngion Post», 28.9).

Ο ίδιος λίγο νωρίτερα, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής, είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Εάν εμείς ανακαλύψουμε ότι, ξέρετε, οι εξωγήινοι σχεδιάζουν να επιτεθούν στη Γη και χρειαζόμαστε μια μαζική συγκέντρωση πόρων για την αντιμετώπιση της εξωγήινης απειλής και πραγματικά έπαιρναν δευτερεύουσα θέση ο πληθωρισμός και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, αυτή η ύφεση θα μπορούσε να ξεπεραστεί σε 18 μήνες».

Και συνέχισε: «Και αν μετά, ξαφνικά, ανακαλύψουμε ότι κάναμε λάθος, ότι δεν υπάρχουν εξωγήινοι, θα ήμασταν καλύτερα…». Ένας άλλος παρευρισκόμενος τον διέκοψε λέγοντας: «Δηλαδή μας λέτε ότι χρειαζόμαστε έναν' Ορσον Γουέλς;». Ο Κρούγκμαν απτόητος του απάντησε: «Υπήρχε ένα επεισόδιο της "Ζώνης του Λυκόφωτος" [τηλεοπτική εκπομπή], όπου οι επιστήμονες επινόησαν μια ψεύτικη απειλή από εξωγήινους με σκοπό να πετύχουν την παγκόσμια ειρήνη… Αυτή τη φορά τη χρειαζόμαστε για να πετύχουμε μια δημοσιονομική ενίσχυση» (CNN, 14.8).

Πολιτικό αδιέξοδο

Μπορεί όλα αυτά να είναι ένα ατυχέστατο και πολύ κακόγουστο αστείο, αλλά όσο επιμένει η παγκόσμια κρίση, όσο οι αγορές βιώνουν το πλήρες οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο, μπορεί ο παραλογισμός να εμφανιστεί ως η μόνη βιώσιμη διέξοδος. Ειδικά για όσους επιμένουν ότι μόνο σε διεθνές επίπεδο μπορεί να αναζητηθεί λύση.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Την εποχή του Κέυνς πρυτάνευε επίσης η ίδια λογική, ότι οικονομική διεθνοποίηση και η αλληλεξάρτηση των οικονομιών αποτελεί το μοναδικό ελιξήριο για την ανάπτυξη και την ειρήνη. Στην κορύφωση όμως της παγκόσμιας κρίσης, δηλαδή το 1933, ο Κέυνς είχε αρκετή ανεξαρτησία σκέψης για να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα:

«Μεγάλωσα, όπως και οι περισσότεροι Άγγλοι, με σεβασμό στο ελεύθερο εμπόριο, όχι μόνο ως οικονομική θεωρία, την οποία ένα ορθολογικό και μορφωμένο πρόσωπο δεν θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητήσει, αλλά σχεδόν ως μέρος του ηθικού νόμου, θεωρούσα ότι διαφοροποιήσεις από αυτό αποτελούν ταυτόχρονα ηλιθιότητα και προσβολή. Σκεφτόμουν ότι οι ακλόνητες πεποιθήσεις περί ελεύθερου εμπορίου της Αγγλίας, που διατηρούνταν για σχεδόν εκατό χρόνια, είναι η εξήγηση τόσο απέναντι στον άνθρωπο όσο και απέναντι στα επουράνια της οικονομικής υπεροχής της…

Όμως δεν φαίνεται σήμερα προφανές ότι μια μεγάλη συγκέντρωση της εθνικής προσπάθειας για να κατακτηθεί το εξωτερικό εμπόριο, ότι η διείσδυση της οικονομικής δομής μιας χώρας από τους πόρους και την επιρροή των ξένων καπιταλιστών, ότι μια στενή εξάρτηση της δικής μας οικονομικής ζωής από τις διακυμάνσεις των οικονομικών πολιτικών των ξένων χωρών απότελούν εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις της διεθνούς ειρήνης. Είναι πιο εύκολο, υπό το πρίσμα της εμπειρίας και της διορατικότητας, να υποστηρίξει κανείς το αντίθετο.

Η προστασία των συμφερόντων μιας χώρας στο εξωτερικό, η κατάκτηση νέων αγορών, η άνοδος του οικονομικού ιμπεριαλισμού, όλα αυτά μόλις και μετά βίας μπορούν να αποφευχθούν ως αναπόσπαστο μέρος μιας κατάστασης πραγμάτων η οποία αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διεθνή εξειδίκευση και στη μέγιστη γεωγραφική διάχυση του κεφαλαίου οπουδήποτε κι αν βρίσκεται η έδρα της ιδιοκτησίας του.

Ενδεδειγμένες εγχώριες πολιτικές μπορούν συχνά να είναι πιο εύκολο να αποδώσουν, αν, για παράδειγμα, το φαινόμενο που είναι γνωστό ως "φυγή των κεφαλαίων" θα μπορούσε να αποκλειστεί. Το διαζύγιο ανάμεσα στην ιδιοκτησία και την πραγματική ευθύνη της διαχείρισης είναι σοβαρή υπόθεση στο εσωτερικό μιας χώρας, όταν, ως αποτέλεσμα των πολυμετοχικών εταιρειών, η ιδιοκτησία κατακερματίζεται μεταξύ αμέτρητων ατόμων που αγοράζουν το συμφέρον τους για σήμερα, το πωλούν αύριο και τους λείπει συνολικά τόσο η γνώση όσο και η ευθύνη απέναντι σε ό,τι προς στιγμήν τους ανήκει.

Όμως, όταν η ίδια αρχή εφαρμόζεται διεθνώς, είναι, σε περιόδους έντασης, ανυπόφορη – είμαι ανεύθυνος προς ό,τι μου ανήκει και εκείνοι που λειτουργούν ό,τι μου ανήκει είναι ανεύθυνοι απέναντι μου. Μπορεί να υπάρχει κάποιος χρηματοοικονομικός υπολογισμός, ο οποίος δείχνει να είναι συμφέρον ότι η αποταμιεύσεις μου θα πρέπει να επενδυθούν σε οποιαδήποτε περιοχή του κατοικήσιμου πλανήτη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη οριακή απόδοση του κεφαλαίου ή το υψηλότερο επιτόκιο.

Αλλά η εμπειρία λέει ότι η συσσώρευση μεγάλης απόστασης ανάμεσα στην ιδιοκτησία και τη λειτουργία της κάνει κακό στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και είναι πιθανό ή βέβαιο ότι μακροπρόθεσμα θα δημιουργήσει εντάσεις και εχθρότητες που θα μηδενίσουν τον χρηματοοικονομικό υπολογισμό… Ως εκ τούτου, γι' αυτούς τους σοβαρούς λόγους, τείνω προς την πεποίθηση ότι, όταν η μετάβαση ολοκληρωθεί, ένας μεγαλύτερος βαθμός εθνικής αυτάρκειας και οικονομικής απομόνωσης μεταξύ των χωρών από ό,τι υπήρχε το 1914 μπορεί να εξυπηρετήσουν την υπόθεση της ειρήνης.

Σε κάθε περίπτωση η εποχή του οικονομικού διεθνισμού δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής όσον αφορά την αποφυγή του πολέμου. Και αν οι φίλοι του ανταπαντούν πώς οι ατέλειες της επιτυχίας του ποτέ δεν του έδωσαν μια δίκαιη ευκαιρία, είναι λογικό να επισημάνει κανείς ότι μια μεγαλύτερη επιτυχία είναι ελάχιστα πιθανή τα επόμενα χρόνια». («The Yale Review», Vol. 22, σ. 755, 58).


* Το κείμενο του Δ. Καζάκη δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 6/10/2011.

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/10/blog-post_2071.html

Εκτός ευρώ και εντός ΕΕ;

Εκτός ευρώ και εντός ΕΕ; Και ποιος θα κρεμάσει την κουδούνα στου γάτου την ουρά?

 

Του Παναγιώτη Μαυροειδή (με τη συμβολή του Αισώπου)

 

 

Η κρίση χρέους, μορφή εκδήλωσης της κρίσης της ευρωζώνης και της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και όπλο για τον κοινωνικό κανιβαλισμό της κοινωνικής πλειοψηφίας, φέρνει στην επιφάνεια και οξύνει τα στρατηγικά αδιέξοδα της κοινοβουλευτικής αριστεράς. Θα πούμε ‘’χαίρε κρίση!’’ στο τέλος αυτής της περιπέτειας; Μένει να το δούμε…

Το ΚΚΕ μπροστά στην ‘’πρόκληση του 1992’’: αποδοχή του δρόμου για την ΕΕ

Το Μάρτη του 1988 το ΚΚΕ ενόψει της Ενιαίας Αγοράς και της «πρόκλησης του 1992» όπως ονομάστηκε η διαδικασία που οδήγησε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τη μετεξέλιξη της ΕΟΚ σε ΕΕ, διαπίστωνε πως «η αληθινή πρόκληση, συνεπώς, που δημιουργεί το 1992 είναι να μετατρέψουμε την πορεία προς αυτό σε μια πορεία μάχης για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας μας. Να συνδέσουμε οργανικά τη μάχη για το 1992 με τον αγώνα για την αλλαγή και το σοσιαλισμό». Το αίτημα της αποδέσμευσης και της εξόδου από την ΕΟΚ απουσίαζε. Βλ. «Οι Θέσεις του ΚΚΕ για την ενιαία εσωτερική αγορά και το 1992» στο Από το 12ο στο 13ο συνέδριο του ΚΚΕ. Ντοκουμέντα, Αθήνα 1990, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σ.68.

ΣΥΝ:  Ναι στην συνθήκη του Μάαστριχτ-Ναι στην  ΕΕ

Η διάσπαση του ΣΥΝ και του ΚΚΕ λίγα χρόνια αργότερα αλλάζει τα πράγματα. Το ΚΚΕ καταψηφίζει την  Συνθήκη του Μάαστριχτ για την δημιουργία της ΕΕ.   Ο εναπομείνας Συνασπισμός, αποτελούμενος πλέον από την ΕΑΡ και τους  αποχωρήσαντες από ΚΚΕ (Φαράκος, Δραγασάκης και άλλους),  δεν ψήφισε απλά τη συνθήκη, αλλά  έπαιξε και  σημαντικό πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο για την κάμψη των αντιστάσεων μέσα στην αριστερά και το λαό. Ας δούμε λίγο τα λεγόμενα του τότε, όπως αυτά διατυπώθηκαν στην σχετική  Απόφαση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου για το ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ:

‘’Η συνθήκη του Μάαστριχτ θεσμοθετεί την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθιερώνει την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, ενισχύει τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διευρύνει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα με την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, προβλέπει κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική για την ασφάλεια.

Η συνθήκη απέτρεψε την αποδιοργάνωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και έδωσε ισχυρή ώθηση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Είναι βέβαια ένας συμβιβασμός ανάμεσα σ’ αυτούς που θέλουν την Ευρώπη μια απλή ελεύθερη αγορά για την διακίνηση προϊόντων και κεφαλαίων και τις δυνάμεις που προωθούν μια Ευρωπαϊκή Ένωση με ομοσπονδιακή μορφή με ανάπτυξη της δημοκρατίας και ενίσχυση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας. Γι’ αυτό η Συνθήκη θα αντιμετωπίζει διαρκώς τις προσπάθειες των πρώτων που θέλουν να εμποδίσουν την εφαρμογή της, που θέλουν την ακύρωση της και τις επιδιώξεις των δεύτερων που προωθούν την υπέρβασή της. Οι κοινωνικοί, οι πολιτικοί, οι γενικότεροι αγώνες των λαών στην Ευρώπη γενικά και στο κάθε κράτος μέλος θα αναπτυχθούν τη δεκαετία που διανύουμε γύρω από την πολιτική μορφή τη θεσμική συγκρότηση και το κοινωνικό περιεχόμενο που θα πάρει η Ευρωπαϊκή Ένωση.’’

Δεν ήταν απλά μια γνώμη, αλλά και ..επιτακτική ανάγκη, ακόμη και για ..εθνικούς λόγους (κατά το ΣΥΝ), να βρεθεί η Ελλάδα εξ αρχής εντός ΕΕ: ‘’Η Ελλάδα πρέπει να θέσει ως στόχο να ευρεθεί μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τη δημιουργία της. Λόγοι οικονομικοί και κοινωνικοί, εθνικοί και γεωπολιτικοί επιβάλλουν να μην περιθωριοποιηθούμε, να μην βρεθούμε στο “δεύτερο ή τρίτο κύμα” διεύρυνσης της Ένωσης, οπότε θα βρεθούμε να “ανταγωνιζόμαστε” με άλλες χώρες, περιλαμβανομένων των Βαλκανικών. Αντίθετα, στην Ένωση μπορούμε να παίξουμε σημαντικό σταθεροποιητικό και ειρηνευτικό ρόλο στα Βαλκάνια για το καλό όλων. Γι’ αυτούς τους λόγους ο ΣΥΝ θα ψηφίσει την κύρωση της συμφωνίας του Μάαστριχτ.’’

Ο ΣΥΝ θεωρούσε πως η συνθήκη του Μάαστριχτ είχε στοιχεία … συμβιβασμού, αλλά δεν  την ανέχτηκε απλά, δεν την ψήφισε με κρύα καρδιά: Αντίθετα, την έθεσε  ως ορόσημο στη δράση του. ‘’Ο ΣΥΝ θα ψηφίσει την κύρωση της συμφωνίας και θα επιδιώξει να την μετατρέψει σε αφετηρία για τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας’’. Και μετά μιλάμε μόνο για το Σημίτη…

Η μεγάλη κρίση του 2009-2011: κάποτε έρχεται η ώρα του λογαριασμού

Η ΕΕ, με μοχλό το ζήτημα του χρέους και δουλικό (αλλά και επωφελούμενο) συνεργάτη την αστική τάξη της Ελλάδας και την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, βάζει μπροστά την μηχανή των μνημονίων. Ποιο θα είναι το τέλος αυτής της πορείας, αν δεν ανατραπεί; Τα χειρότερα είναι μπροστά μας και όχι πίσω μας. Η αυριανή Ελλάδα, θα είναι ΜΕΣΑ στην ΕΕ, θα έχει ΕΥΡΩ, αλλά θα έχει κοινωνικά καταβυθισμένο το λαό της και υποθηκευμένη την προοπτικής μιας ανάπτυξης ικανής να τον θρέψει με όρους αξιοπρέπειας:

– εξανδραποδισμός των λαϊκών εισοδημάτων με μισθούς 300-700 ευρώ

– διάλυση των δημόσιων κοινωνικών πολιτικών

– ξεπούλημα της λαϊκής περιουσίας, με ιδιωτικοποίηση και υποθήκευση των δημόσιων επιχειρήσεων

– ανεργία 30-40%

– περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων

– νέο κύμα ξενιτιάς, ιδιαίτερα για την νεολαία 

– Ξεχειλίζει η αγανάχτηση, περισσεύει η πολιτική αμηχανία

Παρά την έλλειψη πολιτικής προετοιμασίας από την αριστερά και το εργατικό κίνημα, την ύπνωση που προκάλεσαν για χρόνια όχι μόνο οι αστικοί μύθοι για την ΕΕ-παράδεισο, αλλά και οι μεγάλες αυταπάτες της κοινοβουλευτικής αριστεράς για την ΕΕ-πεδίο ταξικής πάλης, ο κόσμος βγαίνει στο δρόμο. Καταριέται, μάχεται, συγκρούεται. Αλλά έχει και αναπάντητα πολιτικά ερωτήματα. Πολλές φορές λυγίζει κάτω από το βάρος τους. Δεν πρέπει να αποφευχθεί η χρεωκοπία με κάθε  θυσία; Η έξοδος από το ευρώ, δεν θα σημάνει χτύπημα  των καταθέσεων και ακρίβεια; Δεν θα είναι οπισθοδρόμηση αν βρεθούμε εκτός ΕΕ;

Η ώρα της δικαίωσης ή της μεγάλης αναξιοπιστίας για την αριστερά;

Τα πολιτικά ερωτήματα, θέλουν πολιτικές απαντήσεις. Η αριστερά όμως εξακολουθεί να τραυλίζει. Δικαιώνοντας την επιχειρηματολογία του αντιπάλου, όπως έγινε με την γνωστή δήλωση της Παπαρήγα ότι ‘’η έξοδος από το ευρώ θα είναι καταστροφή’’. Ενισχύοντας την πολιτική ταλάντευση του κόσμου, όταν ο Τσίπρας δηλώνει πως “η ΕΕ είναι το όπλο μας ενάντια στο ΔΝΤ’’. Σκορπίζοντας την σύγχυση με μια πληθώρα θολών  αναλύσεων και πολιτικών προτάσεων, που αποσυνδέουν το ρόλο του ευρώ από την ΕΕ. Με τον ίδιο τρόπο που πολλές φορές αποσυνδέεται  το ζήτημα του χρέους από την καπιταλιστική κρίση. Ή και η ίδια η πάλη για τη διαγραφή του χρέους με τον λογιστικό έλεγχο του.

Αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ τώρα!

Κατά την γνώμη μας, ιδιαίτερη και πολύ σοβαρή όψη αυτής της ατολμίας της αριστεράς να θέσει αποφασιστικά το ζήτημα της ΕΕ, με όρους καθολικής υπεράσπισης της κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα και αντικαπιταλιστικής προοπτικής, είναι ο ΦΟΒΟΣ και ο ΔΙΣΤΑΓΜΟΣ να τεθεί σε πρώτη γραμμή το ζήτημα της ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗΣ από την ΕΕ. Η έξοδος από την ΕΕ, είναι όρος για την επιβίωση του λαού, της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας και την ανατροπή της κοινωνικής καταστροφής που βρίσκεται σε εξέλιξη.  Δεν μπορεί να σταθεί ουδέτερα ως ‘’σωτηρία της χώρας’’.  Η αστική τάξη είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ΕΕ, την έχει ανάγκη, δικαιολογία και στήριγμα. Θα παλέψει με λύσσα μια προοπτική εξόδου. Η αποδέσμευση συνδέεται και θέτει επί τάπητος το ζήτημα μιας συνολικά διαφορετικής επιλογής  και κριτηρίων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης έξω από τα κριτήρια του καπιταλισμού και της αγοράς.

Περισσότερο από ποτέ σήμερα, δημοκρατία και ελευθερία σημαίνει δικαίωμα του λαού στην ΑΝΑΤΡΟΠΉ μιας καταστροφικής πορείας, επιβολή της λαϊκής θέλησης με εξέγερση και επανάσταση ενάντια στο σκοτάδι και την εκμετάλλευση. Βία, ανελευθερία και σκοταδισμός είναι η επιβολή της  εξουσίας της εθνικής και υπερεθνικής ολιγαρχίας και των πολιτικών υπηρετών της σε ΕΕ και κυβερνήσεις. Περισσότερο από ποτέ σήμερα, εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία, σημαίνει ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΛΑΙΚΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ για μια άλλη πορεία, ενάντια στην μπότα της ΕΕ, του ΔΝΤ. Ενάντια στην ελληνική αστική τάξη που μας αλυσοδένει. Ενάντια στον αστικό πολιτικό κόσμο (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ κ.λ.π.), που υπηρετεί αυτή τη πορεία.

Η έξοδος από την ΕΕ, είναι  προϋπόθεση για μια άλλη πορεία κοινωνικής απελευθέρωσης σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Είναι συμβολή σε μια νέα διεθνοποίηση, σε μια συνεργασία ανάμεσα στις χώρες και τους λαούς της περιοχής σε ισότιμη βάση. Η αποδέσμευση από την ΕΕ,  είναι δρόμος για την επαναστατική ανατροπή και τη λαϊκή εξουσία και όχι μηχανιστικό αποτέλεσμα της όπως …διαφεύγει το ΚΚΕ. Η συγκρότηση της Πρωτοβουλίας ενάντια στο ευρώ και την ΕΕ, αποτελεί ένα σοβαρό βήμα που μπορεί να συμβάλλει στην παραπάνω πολιτική κατεύθυνση.

Εντός ΕΕ και εκτός ευρώ;

Οι θετικές διεργασίες σε μια αντι-ΕΕ κατεύθυνση και σε υπέρβαση παλιότερων λαθεμένων τοποθετήσεων στον ευρύτερο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν ως αποτέλεσμα και μια τοποθέτηση για έξοδο από το ευρώ, αλλά με παραμονή στην ΕΕ. Ασφαλώς πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό. Υπάρχουν δυνάμεις, που είναι υπέρ της εξόδου από την ΕΕ και   βάζουν το ζήτημα αυτό από μια σκοπιά τακτικής. Ως στοιχείο απαγκίστρωσης δυνάμεων από τη λογική του ευρωπαϊσμού. Είναι μια λογική προβληματική. Δεν αποτελεί αποτελεσματική τακτική, αλλά δογματικό και ατελέσφορο τακτικισμό, που εξορίζει την συζήτηση για την ουσία του ζητήματος, αποθεώνοντας τον μέσο όρο και τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Υπάρχουν και δυνάμεις που υπερασπίζουν αυτή τη θέση στην ουσία της. Ονειρεύονται μια Ελλάδα με δικό της νόμισμα ως όπλο, αλλά  μέσα στην ΕΕ, φέρνοντας σαν παραδείγματα την Σουηδία ή την Αγγλία. Είναι μια τοποθέτηση, εξαιρετικά λαθεμένη.

Δεν θέτει το ουσιαστικό ζήτημα του ρόλου της ΕΕ και του λεγόμενου ‘’ευρωπαϊκού δρόμου’’. Εντοπίζει τα προβλήματα αυτής της επιλογής του κεφαλαίου στο νόμισμα, στο εργαλείο. Διατηρεί τη βασική οπτική της  ‘’ευρωπαϊκής αριστεράς’’ για παραμονή στην ΕΕ. Έχουμε και τη πίτα ολάκερη και το σκύλο χορτάτο… ΕΕ σημαίνει συνθήκη του Μάαστριχτ. Σημαίνει ελευθερία κίνησης εμπορευμάτων και κεφαλαίου. Ποια λοιπόν θα είναι η ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και ο έλεγχος κεφαλαίων που υποτίθεται θα κάνεις με το ξεχωριστό  (αδύνατο) νόμισμα;

ΕΕ σημαίνει ένα σύνολο οδηγιών, κατευθύνσεων, αντι- κοινωνικών πολιτικών σε όλους τους τομείς. Στην ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, στην ιδιωτικοποίηση της παιδείας, στην ‘’απελευθέρωση’’ των αγορών (δηλαδή την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων). Αυτά που πάνε; Η τοποθέτηση αυτή, αντιλαμβάνεται τη σημερινή κρίση ως κρίση ρύθμισης του χρέους, ως τεχνικό ζήτημα που θα επιλυθεί με τεχνικούς νομισματικούς όρους. Δεν συγκροτείται με όρους ταξικούς και συμφερόντων της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας. Αδυνατεί να δει την κρίση της ίδιας της ΕΕ, ως μορφής της καπιταλιστικής διεθνοποίησης στο πλαίσιο του καπιταλιστικού και ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.  

Ποιος θα κρεμάσει την κουδούνα στου γάτου την ουρά?

Αντι επιλόγου, προτιμούμε να παραθέσουμε ένα γνωστό Αισώπειο μύθο μελοποιημένο εξαιρετικά από τους αδερφούς Κατσιμίχα.

Σ’ ένα υπόγειο στην πλατεία Αβησσυνίας
συγκεντρωθήκαν τα ποντίκια μια φορά
για να σκεφτούν πώς θα γλυτώσουν μια για πάντα
από του γάτου τον αιώνιο βραχνά.

Το συζητάγανε ημέρες και ημέρες
μα τελικά δεν καταλήξανε πουθενά
και είχαν όλοι πια συνειδητοποιήσει
ότι κομπλάρισε η συνέλευση γερά.

Τότε πετάγετ’ ένας νεαρός και λέει:
«βρήκα τη λύση του προβλήματος, παιδιά,
θα πλησιάσουμε την ώρα που κοιμάται
και θα του δέσουμε κουδούνα στην ουρά».

Κι όλοι φωνάξαν: «μπράβο, αυτό είναι, συμφωνούμε»
και πέρασε η πρότασή του παμψηφεί
μα ένας γέρος ποντικός τους λέει: «δικαίωμα»
και θέτει την εξής ερώτηση:

«Άμα μου λύσετε αυτή την απορία,
τότε δε θα ‘χω αντίρρηση καμιά.
Ποιος από σας τολμάει το γάτο να ζυγώσει
να του κρεμάσει την κουδούνα στην ουρά;
»

Και από τότε έχουν περάσει χίλια χρόνια
και ακόμα ο γάτος τα ποντίκια κυνηγά
που πα να πει ότι δε βρέθηκε κανένας
να του κρεμάσει την κουδούνα στην ουρά.

Όλες οι λύσεις είναι φίνες και ωραίες
τότε και μόνο όταν είναι εφικτές.
Μα σαν δεν έχεις κότσια να τις εφαρμόσεις
άσε καλύτερα καθόλου μην τις λες.

Η διάθεσή μας ίσως είναι πράγματι λίγο μελαγχολική και η γεύση μας γλυκόπικρη, με όλο αυτό τον ορυμαγδό των  προβληματικών και μισών τοποθετήσεων της αριστεράς για την ΕΕ. Γιατί εκτός από τα παραπάνω, όλοι ξεχνούν να αναφερθούν ή υποτιμούν απίστευτα να συνεισφέρουν στο ερώτημα:  ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΑ ΚΑΝΕΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ;  Με πιο κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο;

Με το σημερινό εργατικό κίνημα μήπως; Πως θα συγκροτηθεί ένα άλλο εργατικό και ευρύτερο κοινωνικό εργατικό κίνημα με πολιτικό ρόλο και στόχευση, που θα έχει την ικανότητα ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ, με σκληρό αγώνα, μια άλλη πορεία;  Για να μη πούμε με αίμα και επανάσταση… Συμβάλλει η αριστερά σε αυτό και πώς; Γιατί δεν γίνεται συζήτηση για αυτό;

Με ποια αριστερά; Είναι επαρκής η σημερινή αριστερά;  Δεν πρέπει να μπει το ζήτημα της αναγέννησης, της συγκρότησης μιας αριστεράς με  ταξικό και κοινωνικό καθορισμό και αναφορά; Με  ανατρεπτικά στοιχεία στη δράση της που θα ζει και θα αναπνέει μέσα στην ταξική πάλη;  Με στρατηγικά  στοιχεία στη φυσιογνωμία της, ικανή να σηκώσει στους ώμους της τα καθήκοντα μιας επαναστατικής εργατικής απάντησης στον καπιταλισμό και την κρίση του;

Υπόρητα, υφέρπει η άποψη πως η επιβολή της εναλλακτικής λύσης της αριστεράς θα είναι μια αριστερή κυβέρνηση. Και ατμομηχανή για τη μεγάλη αυτή στιγμή θα είναι η σημερινή αριστερά, μέσω της ανασύνθεσης και της ενότητας των κομματιών της. Σπουδαίο το ερώτημα για τη δυνατότητα και τα όρια  μιας τέτοιας κυβέρνησης  και πολλές και διαφορετικές απαντήσεις υπάρχουν για αυτό. Υπαρκτό και γόνιμο το ερώτημα του ρόλου της σημερινής αριστεράς, παρά τις μεγάλες αδυναμίες της. Αν μείνουμε όμως σε αυτά και αν προτάξουμε αυτά τώρα,  έχουμε ξεχάσει το γάτο να χορεύει…

ΠΗΓΗ: 03/10/2011, http://aristeroblog.wordpress.com/2011/10/03/…603

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΣΥΡΡΑΞΕΩΝ ΙΙ

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΣΥΡΡΑΞΕΩΝ:

… η αδυναμία των κυβερνήσεων να χρηματοδοτήσουν τις βασικές ανάγκες των πληθυσμών τους – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι ΟΙ Η.Π.Α.

Το έλλειμμα του ετήσιου προϋπολογισμού των Η.Π.Α. ανήλθε στα 134,2 δις $ τον Αύγουστο του 2011 – αυξημένο κατά 48% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγουμένου έτους (2010). Το δημόσιο χρέος της υπερδύναμης ξεπέρασε το 92% του ΑΕΠ της το 2010. Εάν προσθέσει κανείς τα χρέη των επί μέρους Πολιτειών, θα φτάσει ίσως στο 120% του ΑΕΠ – με συνεχώς αυξητική πορεία ενώ, όταν σε μία χώρα το δημόσιο χρέος ξεπερνάει το 80% του ΑΕΠ της, οι κίνδυνοι ύφεσης πολλαπλασιάζονται.  

Περίπου 43,8 εκατομμύρια Αμερικανοί πολίτες ζουν ήδη κάτω από το όριο της φτώχειας – «μόλις» 39,8 εκ. το 2010 και 34,2 εκ. το 2009, γεγονός που σημαίνει ότι, ο απόλυτος αριθμός τους αυξάνεται ραγδαία. Όσο για τα υπόλοιπα προβλήματα της χώρας, καθώς επίσης για τους κινδύνους που εμπερικλείουν, έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στο άρθρο μας «Η μητέρα των κρίσεων». Το σημαντικότερο ίσως όλων είναι το ότι, ακόμη και όταν αναπτύσσεται η οικονομία της, η ανεργία δεν υποχωρεί (ανάπτυξη εντάσεως ανεργίας). Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί είναι αρκετά αποκαλυπτικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

 

Έτος

Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

 

 

 

 

1981

1,0

32,5%

-0,08

1985

1,8

43,8%

-0,21

1990

3,2

55,9%

-0,22

1995

4,9

67,0%

-0,16

2000

5,6

57,3%

+0,24

2005

7,9

63,5%

-0,32

2009

11,9

83,4%

-1,41

2010*

13,8

94,0%

-1,42

2011*

15,1

100,0%

-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης. Πηγή: Spiegel. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70. 

Από τον Πίνακα ΙΙ τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, του κυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. – από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα (ως γνωστόν, «απελευθέρωσε» τις αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα το Κεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ.). Στην εποχή του δόθηκε τεράστια σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του – ενώ πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα.

Η ΚΙΝΑ

Από την άλλη πλευρά, η Κίνα έχει ξεκινήσει έναν συναλλαγματικό πόλεμο σε δύο μέτωπα, εναντίον του αμερικανικού δολαρίου (ήδη το γουάν αποκαλείται Redback, σε αντιπαράθεση με το δολάριο, το οποίο ονομάζεται από πολλούς Greenback): Στο πρώτο μέτωπο, η Κίνα επιταχύνει την ανατίμηση του δικού της νομίσματος (γουάν), ενώ στο δεύτερο τη διεθνοποίηση του. Ο ρυθμός δε με τον οποίο οι Κινέζοι προωθούν το νόμισμα τους σαν εναλλακτική λύση για τις παγκόσμιες συναλλαγές, λόγω των προβλημάτων των δύο βασικών ανταγωνιστών τους (ευρώ και δολάριο), είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακός – ενώ πρόσφατα συμφώνησε με τη Μ. Βρετανία να χρησιμοποιήσει το Λονδίνο σαν «offshore» κέντρο για την διεύρυνση των συναλλαγών με το γουάν. Περαιτέρω, οι κεντρικές τράπεζες της Ταϊλάνδης και των Φιλιππίνων αναφέρουν ήδη αγορές ομολόγων, τα οποία εκδίδονται στο Χονγκ Κονγκ σε γουάν – ενώ οι Κινέζοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι, η αγορά ομολόγων είναι απαραίτητη για τη διεθνοποίηση ενός νομίσματος (η αύξηση των γουάν-ομολόγων το 2011 είναι της τάξης του 200%). Από την πλευρά της ανατίμησης του γουάν (7% εντός ενός έτους, σε  σχέση με το δολάριο), η Κίνα δεν φαίνεται να φοβάται ότι η υψηλότερη ισοτιμία του θα μειώσει τις εξαγωγές της – αφού, παρά την αδύναμη οικονομική ανάπτυξη παγκοσμίως, οι εξαγωγές της αυξήθηκαν κατά 24,5% τον Αύγουστο, δηλαδή κατά 4% περισσότερο σε σχέση με τον Ιούλιο.

Παράλληλα δε με την ανατίμηση του γουάν εντείνεται και η χρησιμοποίηση του για τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές. Στο πρώτο τετράμηνο του 2007 το 7% των παγκοσμίων συναλλαγών της Κίνας (24 δις $), διαπεραιώθηκαν σε γουάν – από 0% το τετράμηνο του προηγουμένου έτους. Χωρίς να επεκταθούμε λοιπόν σε περισσότερες λεπτομέρειες, η Κίνα σχεδιάζει την ανάδειξη του νομίσματος της σε παγκόσμιο αποθεματικό, για τις επενδύσεις και το εμπόριο – σε μία εποχή κατά την οποία οι επενδυτές αναζητούν εναγωνίως εναλλακτικές λύσεις για το δολάριο. Η ανατίμηση δε του γουάν έχει τεράστια πλεονεκτήματα για την οικονομία της, αφού περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις – επειδή οι εισαγωγές καυσίμων και πρώτων υλών γίνονται συνεχώς φθηνότερες. Ταυτόχρονα αυξάνεται η αγοραστική δύναμη των πολιτών της, οι οποίοι καταναλώνουν περισσότερο, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η χώρα από τη χαμηλή, παγκόσμια ανάπτυξη. Περαιτέρω, η Κίνα έχει τοποθετήσει το 60% των συναλλαγματικών αποθεμάτων της (συνολικά 3.300 δις $) σε δολάρια των Η.Π.Α. – με αποτέλεσμα, κάθε υποτίμηση του δολαρίου κατά 1%, η οποία προκαλείται από την «αύξηση της ρευστότητας» εκ μέρους της Fed (τύπωμα χρημάτων), να κοστίζει στην Κίνα ζημίες ύψους 20 δις $. Επομένως, όσο πιο γρήγορα η Κίνα μειώσει τις τοποθετήσεις σε δολάρια, τόσο λιγότερο θα ζημιωθεί – αφού δεν φαίνεται να αλλάζει πολιτική η Fed για τα επόμενα έτη, ενώ η πρώτη εκτύπωση χρημάτων, μετά την κρίση του 2008, είχε δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην ανερχόμενη υπερδύναμη (άρθρο μας). 

Κλείνοντας, το πόσο σύντομα θα μπορούσε το γουάν να αντικαταστήσει το δολάριο, με τρομακτικές συνέπειες για την Αμερικανική οικονομία (αύξηση των επιτοκίων δανεισμού της κλπ.), είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να απαντηθεί. Εάν όμως κρίνει κανείς με βάση την ιστορία, το δολάριο αντικατέστησε τη βρετανική στερλίνα, δέκα χρόνια μετά την ανάκτηση της οικονομικής «πρωτοκαθεδρίας» εκ μέρους των Η.Π.Α. (από τη Μ. Βρετανία τότε). Εν τούτοις, επειδή η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από υψηλότερους ρυθμούς, θα μπορούσε να συμβεί σε λιγότερο από πέντε χρόνια – αν και πολύ δύσκολα, αφού το δολάριο αποτελεί το 85% των νομισματικών συναλλαγών παγκοσμίως, το ευρώ το 40% και το γουάν μόλις το 1% (οι συναλλαγές αυτές υπολογίζονται στο 200%, επειδή μετρούν και οι δύο θέσεις – αγορές 100% και πωλήσεις 100%, σύνολο 200%). Σε κάθε περίπτωση, όποτε και εάν τελικά συμβεί, μάλλον δεν πρόκειται να το επιτρέψει η υπερδύναμη, χωρίς να αντισταθεί – οπότε η πολεμική (στρατιωτική) αντιπαράθεση μεταξύ Κίνας και Η.Π.Α. δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί, ενδεχομένως πριν καν απειληθεί σοβαρά το δολάριο, καθώς επίσης πριν προλάβει η Κίνα να εξοπλισθεί στρατιωτικά.   

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΑΡΤΕΛ

Πρόκειται για ένα ακόμη μέτωπο του πολέμου, αν και από εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. Χωρίς όμως καμία αμφιβολία, η κρίση χρέους της Ευρωζώνης έχει τεκμηριώσει το γεγονός ότι, η Πολιτική έχει ηττηθεί κατά κράτος από τις αγορές – έχει κατά κάποιον τρόπο αποκρατικοποιηθεί, αφού υποτάσσεται σχεδόν ολοκληρωτικά στις απαιτήσεις του «χρηματοπιστωτικού καρτέλ». Είναι άλλωστε εμφανές πως, όταν το συγκεκριμένο «καρτέλ» απαιτεί έκτακτα δάνεια, διασώσεις κρατών ή αγορές επικίνδυνων ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες ή από τις διάφορες χώρες, με τη βοήθεια των φορολογουμένων πολιτών τους, κανένας δεν φέρνει αντίρρηση – ενώ τα όποια μέτρα ανακοινώνονται από την Κομισιόν, λειτουργούν αυξητικά στην κερδοφορία των επενδυτικών κεφαλαίων (επομένως ανάλογα αυξητικά στη φορολόγηση των πολιτών), τα οποία χρεώνουν όλο και υψηλότερα επιτόκια (πρόσφατα, 5,6% στην Ιταλία). Ο πόλεμος αυτός λοιπόν, στον οποίο εμπλέκεται η Πολιτική από τη μία πλευρά και το «χρηματοπιστωτικό καρτέλ» από την άλλη, φαίνεται να έχει ήδη τελειώσει εις βάρος την πολιτικής – παρά το ότι κάποιοι πολιτικοί ηγέτες έχουν προσπαθήσει να ελέγξουν το τέρας, το οποίο οι ίδιοι εξέθρεψαν. Ειδικότερα, ο κανόνας που δυστυχώς επικράτησε μετά το 1980, όταν τα παιδιά του Σικάγου ανέλαβαν την εξουσία, ήταν η πλήρης απελευθέρωση των αγορών, καθώς επίσης η ιδιωτικοποίηση των πάντων. Στα πλαίσια αυτά, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ υπέγραψε το 1994 έναν νόμο, ο οποίος επέτρεπε στα χρηματοπιστωτικά ινστιτούτα να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη τη χώρα του. Ο ίδιος (B.Clinton), το 1999, κατάργησε την υφιστάμενη από εξήντα χρόνια πριν νομοθεσία, η οποία απαγόρευε την ένωση των επενδυτικών με τις εμπορικές τράπεζες (GlassSteagall Act). Παράλληλα, από την αρχή της δεκαετίας του 1990 η κεντρική τράπεζα της χώρας (Fed) καθιέρωσε μία νομισματική πολιτική,  η οποία πλημμύρισε τις «αγορές» με φθηνό χρήμα. Το ίδιο συνέβη και στη Γερμανία, καθώς επίσης σε πολλές άλλες χώρες της Δύσης, με αποτέλεσμα να γίνει τόσο μεγάλο το τέρας, ώστε να ελέγχει πλέον αυτό την πολιτική – ζητώντας στη συνέχεια, μετά την χρεοκοπία της Lehman Brothers, να τρέφεται από τις σάρκες των φορολογουμένων πολιτών.

Περαιτέρω, γνωρίζοντας ότι οι αγορές δεν έχουν καμία απολύτως ηθική (πως θα μπορούσαν άλλωστε, αφού αποτελούνται από ένα σύνολο ατόμων, τα οποία έχουν σαν αποκλειστικό στόχο το κέρδος;), δεν μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα συμπεριφερθούν με καλοσύνη στα όποια θύματα τους – σε υπερχρεωμένες χώρες, σε ανήμπορους οφειλέτες ή όπου αλλού. Είναι λοιπόν ανόητο να τις κατηγορεί κανείς, αντί να απαιτεί από την πολιτική να τις ελέγξει – με τη βοήθεια του κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου. Για να το επιτύχει όμως η πολιτική, θα έπρεπε να κερδίσει πίσω την εξουσία που παρέδωσε η ίδια στο «νεοφιλελεύθερο κτήνος» – κάτι που μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί, κρίνοντας από το ότι, ακόμη και η αποφασισμένη, ελάχιστη συμμετοχή των αγορών στη διαγραφή μέρους των χρεών της Ελλάδας, περιορίσθηκε ήδη στο 8,3% (από 21%). Η αιτία είναι ότι οι τιμές των εγγυημένων από την Ευρώπη ομολόγων, τα οποία εκδίδονται από το μηχανισμό σταθερότητας EFSF, με σκοπό τη χρηματοδότηση των υπερχρεωμένων κρατών (θα δίνονται σε αντάλλαγμα για τα παλαιά ομόλογα της κάθε χώρας), έχουν ήδη εμφανίσει άνοδο της τιμής τους! Παράλληλα, η χρηματοδότηση άλλων κρατών, όπως της Ιταλίας, της Ισπανίας κλπ., τα οποία δεν έχουν υπαχθεί ακόμη στο μηχανισμό στήριξης, έχει αυξηθεί σε βαθμό που όχι μόνο υπερκαλύπτει το 8,3% που θα κοστίσει η Ελλάδα αλλά, επί πλέον, αποδίδει τεράστια κέρδη. Επομένως, ο αγώνας είναι ήδη τελειωμένος, ενώ η σημερινή τουλάχιστον πολιτική έχει ηττηθεί κατά κράτος – παρά τα μεγάλα λόγια περί απαγόρευσης των ανοιχτών πωλήσεων, περιορισμού της μόχλευσης (leverage), «τεμαχισμού» των υπερβολικά μεγάλων τραπεζών (too big to fail), φορολόγησης των συναλλαγών κλπ.

Ακόμη περισσότερο, τα όπλα μαζικής καταστροφής του χρηματοπιστωτικού κτήνους γίνονται όλο και ισχυρότερα – όπως το «Delta One», με τη «βοήθεια» του οποίου ζημίωσε ένας τριαντάχρονος, μαύρος χρηματιστής από την Γκάνα την UBS, ένα από τα δύο μεγαλύτερα «αεροπλανοφόρα» της Ελβετίας, με περίπου 2 δις φράγκα (ενδεχομένως το πρώτο «χτύπημα» των Hedge funds, μετά την δέσμευση του φράγκου στο ευρώ – μία αναγκαστική ενέργεια της κεντρικής τράπεζας της χώρας για να μην καταστραφεί η πραγματική οικονομία της, η οποία όμως θα κοστίσει τεράστια ποσά, με πολύ αμφίβολα αποτελέσματα). Το «αστείο» σε όλη την υπόθεση, εάν μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο, είναι ότι η ζημία προκλήθηκε (εάν ισχύουν οι πληροφορίες των ΜΜΕ), από κερδοσκοπική τοποθέτηση, χωρίς ασφάλεια (hedging) στο ελβετικό φράγκο – πριν ανατιμηθεί ξαφνικά κατά 10%. Πρόκειται λοιπόν για μία ακόμη απόδειξη της διαπίστωσης ότι, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια δεν έχουν ούτε πατρίδα, ούτε ηθικούς ενδοιασμούς – γεγονός που τα καθιστά πολύ πιο επικίνδυνα, από όσο όλοι εμείς πιστεύουμε. Οι αποφάσεις λοιπόν των (σκιωδών) κυβερνήσεων, με βάση τις οποίες οι πολίτες τους οφείλουν να φορολογούνται περισσότερα για να εξοφλείται το «κτήνος», όσο έντιμες και αν ακούγονται, είναι μάλλον «παραπλανητικές» – αφού έτσι δεν τιμολογείται το ρίσκο, ενώ εκτρέφεται το χρηματοπιστωτικό θηρίο με τις σάρκες των θυμάτων του.             

ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΚΑΙ ΦΤΩΧΟΙ

Όπως φαίνεται, οι πλούσιοι στον πλανήτη γίνονται αφενός μεν πλουσιότεροι και ισχυρότεροι, αφετέρου πολύ λιγότεροι. Ταυτόχρονα, οι φτωχοί περισσεύουν, μεταξύ άλλων λόγω της καταστροφής της μεσαίας τάξης στις χώρες που δραστηριοποιούνται οι σύνδικοι του διαβόλου ενώ γίνονται ακόμη φτωχότεροι. Αργά ή γρήγορα λοιπόν έχουμε την άποψη ότι θα ξεσπάσει η μάχη των μαχών – αφού προηγηθούν όλες όσες έχουμε ήδη αναφέρει, ή κάποιες από αυτές.  Εάν μέχρι τότε η παγκόσμια ελίτ (το Καρτέλ δηλαδή, καθώς επίσης το χρηματοπιστωτικό κτήνος) έχει καταφέρει να κατασκευάσει όπλα, ικανά να αποτρέψουν την εξέγερση των πεινασμένων, χωρίς να αυτοκαταστραφεί η ίδια ή/και να οχυρώσει τις περιοχές διαμονής της με τρόπο που να εξασφαλίζει την επιβίωση της, σε συνδυασμό με την υποταγή των υπηκόων της, είναι κάτι που πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να το προβλέψει.  Η πιθανότητα να προηγηθεί η Ελλάδα και σε αυτήν τη μάχη, πριν ακόμη συμβούν όλες όσες αναφέραμε στο κείμενο μας, δεν είναι εντελώς αμελητέα – αν και θα ήταν άδικο για τη χώρα μας, αφού οδηγείται χωρίς «αναπόφευκτη» αιτία στη χρεοκοπία, μέσα από απίστευτα λανθασμένες πολιτικές, καθώς επίσης από τον εχθρό της Ευρώπης (εάν όχι ολόκληρου του πλανήτη). «Οι Θεοί διψούν», όπως έγραψε ο Anatole France, υπενθυμίζοντας ότι η πλέον αιματηρή λαϊκή εξέγερση στη σύγχρονη Ιστορία, η Γαλλική Επανάσταση, ξεκίνησε ένα χρόνο μετά την επίσημη χρεοκοπία της χώρας – από τους Πολίτες της.   

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 18. Σεπτεμβρίου 2011,viliardos@kbanalysis.com.  Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2429.aspx

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΣΥΡΡΑΞΕΩΝ Ι

ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΣΥΡΡΑΞΕΩΝ:

Η βασική αιτία των πολέμων, εμφυλίων και μη, καθώς επίσης των εσωτερικών αιματηρών επαναστάσεων… – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Περίληψη: Μετά από ορισμένες, σχετικά ανησυχητικές αναφορές των διεθνών ΜΜΕ, αναλύεται η απόφαση των κεντρικών τραπεζών σε σχέση με την αύξηση της ρευστότητας στο σύστημα, η βόμβα της Ανατολικής Ευρώπης, ειδικά για τις τράπεζες στην Αυστρία, τα τεράστια προβλήματα των Η.Π.Α., οι επιθέσεις της Κίνας, οι οποίες θα μπορούσαν να καταλήξουν σε παγκόσμια πολεμική σύρραξη, οι αντιπαραθέσεις της πολιτικής με το χρηματοπιστωτικό κτήνος, καθώς επίσης η μάχη των μαχών: οι φτωχοί εναντίον των πλούσιων.

Η ελπίδα μας είναι να μην ξεκινήσει από την Ελλάδα, αν και δυστυχώς ενέργειες όπως η χθεσινή (διακοπή ταξιδιού του πρωθυπουργού) «δηλώνουν» το αντίθετο – αφού δημιουργούν συνθήκες πανικού στους πολίτες, πολύ επικίνδυνες για τις τράπεζες (Bank run), την κοινωνική γαλήνη, την ειρήνη και τη Δημοκρατία. “Οι μεγάλες πολιτικές αδυναμίες της Ευρώπης, όπως η ανικανότητα λήψης άμεσων αποφάσεων για την αποφυγή κινδύνων, πόσο μάλλον η εφαρμογή τους στην πράξη, συνιστούν μεγάλη απειλή για τη διεθνή ανάπτυξη, καθώς επίσης για την οικονομική σταθερότητα. Η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με την επιταχυνόμενη διάλυση της, με τον προστατευτισμό, όπως επίσης με μία επιδείνωση της κρίσης στον τραπεζικό τομέα” (E. Nielsen-ΜΜ).  “Η Ολλανδία, σε συνεργασία με την Αυστρία, προετοιμάζονται μυστικά για το ενδεχόμενο μίας Ελληνικής χρεοκοπίας, αφού θεωρούν ότι δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί, εάν δεν διαγραφούν χρέη ύψους 50%” (die Presse.com). “Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης ανησυχεί, λέγοντας ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν λαϊκές εξεγέρσεις στην πόλη του, ανάλογες με αυτές που απειλούν την Ευρώπη, καθώς επίσης τη Βόρεια Αφρική και την εγγύς Ανατολή, εάν δεν καταπολεμηθεί άμεσα η αυξανόμενη ανεργία” (CNNmoney).  “Η ευρωπαϊκή κρίση χρέους κλιμακώνεται συνεχώς, μεγάλες χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, απειλούνται επίσης με χρεοκοπία, οι τράπεζες είναι αντιμέτωπες με πιέσεις λόγω της μείωσης της αξίας των ομολόγων, ενώ ο διατραπεζικός δανεισμός έχει σταματήσει εντελώς. Όλο και περισσότερες τράπεζες υποτιμούνται από τις εταιρείες αξιολόγησης, η εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στην Ευρωζώνη περιορίζεται συνεχώς, η Ελλάδα δεν έχει πλέον ελπίδες να αποφύγει τη στάση πληρωμών, το ευρώ χάνει διαρκώς, τα δημόσια χρέη αυξάνονται αντί να μειώνονται και τα χρηματιστήρια «κλυδωνίζονται». Η ΕΚΤ αγοράζει όλο και περισσότερα επικίνδυνα ομόλογα, τα πακέτα στήριξης αυξάνονται διαρκώς, ο πληθωρισμός επίσης, η απαισιοδοξία των ευρωπαϊκών λαών επιδεινώνεται, οι κοινωνικές αναταραχές πολλαπλασιάζονται, οι λαοί φτωχαίνουν, ενώ η πρόσφατη συνάντηση των υπουργών οικονομικών της Ευρωζώνης, με τον Αμερικανό συνάδελφο τους, κατέληξε σε πλήρη αποτυχία” (Tagesschau.de). “Η φαρμακοβιομηχανία Roche σταμάτησε την τροφοδοσία των νοσοκομείων της Ελλάδας με φάρμακα – λόγω προβλημάτων πληρωμής εκ μέρους τους, συνολικού ύψους 1,9 δις €. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει στην έλλειψη σημαντικών φαρμάκων, με καταστροφικά επακόλουθα για πολλούς ασθενείς. Αντίστοιχες ενέργειες απειλούν και την Ισπανία – ενώ πολλά κρατικά νοσοκομεία της Πορτογαλίας και της Ιταλίας δεν πληρώνουν επίσης τους λογαριασμούς τους” (Spiegel).           

Ανάλυση

Όπως έχουμε περιγράψει στην ανάλυση μας «υποθετικό σενάριο χρεοκοπίας», μετά την ανακοίνωση της στάσης πληρωμών από την Ελλάδα, επικρατεί το χάος στις χρηματαγορές, ενώ: “μάταια προσπαθεί η ΕΚΤ να ελέγξει την κατάσταση, από κοινού με τη Fed, με την Τράπεζα της Αγγλίας, με την Τράπεζα της Ιαπωνίας, με την Τράπεζα των Τραπεζών κλπ. – αφού η ευαίσθητη δομή του χρηματοπιστωτικού συστήματος καταστρέφεται, όταν παύει να υπάρχει εμπιστοσύνη. Παράλληλα η Γερμανία κάνει ότι μπορεί για να βοηθήσει – υποσχόμενη ποσά που ξεπερνούν κατά δεκάδες φορές το δάνειο που κάποτε αρνήθηκε στην Ελλάδα, πριν ακόμη εισβάλλει το ΔΝΤ στην Ευρωζώνη. Δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα, αφού στις αγορές η ποσότητα των χρημάτων που απαιτούνται για την εξυγίανση ενός κράτους (ή μίας επιχείρησης), είναι ανάλογη με την επιλογή της σωστής χρονικής στιγμής (timing) – η οποία έχει περάσει ανεπιστρεπτί”. Ευτυχώς για όλους μας, δεν χρειάσθηκε να φτάσουμε σε αυτό το «κρίσιμο» σημείο, για να καταλάβουν όλοι οι εμπλεκόμενοι την τεράστια καταστροφή που θα προκαλούσε μία τέτοια εξέλιξη. Έτσι λοιπόν, αφενός μεν η Γερμανία αναγκάσθηκε να συναινέσει στη μη χρεοκοπία της Ελλάδας, από κοινού φυσικά με τη Γαλλία, αφετέρου όλες μαζί οι σημαντικές κεντρικές τράπεζες της Δύσης αποφάσισαν, μετά από την απαιτητική «προτροπή» των Η.Π.Α., να επέμβουν στις αγορές – αυξάνοντας τη ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο JC. Trichet, από τις πρωτοβουλίες του οποίου συμπεραίνουμε την, μη δημοκρατική φυσικά, «Αρχή ενός ανδρός» στην Ευρωζώνη (αγορά ομολόγων Ιταλίας, Ισπανίας χωρίς την ανάγκη καμίας έγκρισης των Ευρωπαίων πολιτικών, γραπτές «εντολές» προς τους πρωθυπουργούς των χωρών του Νότου κλπ.), ήταν από τους βασικούς συντελεστές της απόφασης – η οποία προφανώς λήφθηκε κατά τη διάρκεια της σύσκεψης των κεντρικών τραπεζιτών στη Βασιλεία (Global Economy Meeting), στην έδρα δηλαδή της τράπεζας των τραπεζών, η οποία διενεργείται ανά δύο μήνες με απόλυτη μυστικότητα, αφού δεν μαθαίνει κανείς ποτέ τι ακριβώς συζητήθηκε.  Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν φαίνεται ότι οι τραπεζίτες πήραν και εδώ τα ηνία από την πολιτική, αφού επιλέχθηκε από τις κεντρικές τράπεζες ο πληθωρισμός για την επίλυση του προβλήματος της υπερχρέωσης, αντί της λιτότητας που είχε «προκρίνει» η πολιτική – με κύριο «εισηγητή» τη Γερμανία (άρθρο μας). Η ανάπτυξη, ο βασιλικός δρόμος δηλαδή σε σχέση με την επίλυση της υπερχρέωσης, θεωρήθηκε σαν ένα επόμενο στάδιο, το οποίο προϋποθέτει την αύξηση της ρευστότητας στην αγορά – εφόσον όμως οι τράπεζες «μεταφέρουν» τα νέα χρήματα στην πραγματική οικονομία, δανείζοντας τις επιχειρήσεις. Είναι όμως εφικτό να γίνει κάτι τέτοιο ή, μήπως, πρόκειται για μία ακόμη «ένεση κορτιζόνης»; Στο άρθρο μας «το ελιξίριο του καπιταλισμού» είχαμε αναφέρει τα εξής: “Όταν χορηγείς σε κάποιον αυξημένες ενέσεις κορτιζόνης, ο πόνος εξαφανίζεται «ως δια μαγείας» και δεν αισθάνεται πλέον καμία ενόχληση. Επίσης, όταν ένας αθλητής παίρνει «διεγερτικά», η απόδοση του πολλαπλασιάζεται και μπορεί να επιτύχει απίστευτες επιδόσεις. Αντίστοιχα, όταν σε μια υπερχρεωμένη επιχείρηση, στην Οικονομία ευρύτερα, «προσθέσεις» αφειδώς ρευστότητα, δημιουργείς μία απατηλή εικόνα ευφορίας, η οποία εξαφανίζει αμέσως όλα τα συμπτώματα της αρρώστιας. Το κοινό σημείο και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις είναι το ότι η μαγική «θεραπεία», αφενός μεν διαρκεί όσο και η «επίδραση» των φαρμάκων, αφετέρου δε επιδεινώνει την «ασθένεια», η οποία ενίοτε γίνεται θανατηφόρα. Έτσι λοιπόν, ο «ασθενής» θεραπεύεται βραχυπρόθεσμα, ενώ ουσιαστικά τοποθετείται  στον «ορό» – αφού δεν μπορεί πια να «λειτουργήσει», χωρίς τη συνεχώς αυξανόμενη ποσότητα των χορηγουμένων φαρμάκων. Στο τέλος, δεν πεθαίνει από την αρρώστια, αλλά από τα ίδια τα φάρμακα που υποχρεώθηκε να καταναλώσει”.

Σε επόμενο κείμενο μας δε (Ο μεταλλαγμένος ιός σε πορεία αυτονόμησης), είχαμε τονίσει, σε σχέση με την τότε διοχέτευση επί πλέον ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες, μέσω των εμπορικών, τα παρακάτω: “Δεν υπάρχει καμία εγγύηση για την επιτυχία του σχεδίου αύξησης της ρευστότητας (τύπωμα νέων χρημάτων), πολύ περισσότερο αφού οι προηγηθείσες προσπάθειες της Ιαπωνίας δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας, μεταξύ των ετών 2001 και 2006, επένδυσε 25 τρις γεν σε κρατικά ομόλογα, χωρίς να καταφέρει να ξεφύγει από την ύφεση. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο της Nomura, όταν η κεντρική τράπεζα μίας χώρας, η οποία έχει ήδη μηδενίσει τα επιτόκια της, καταφεύγει σε τέτοιες μεθόδους, «μοιάζει με έναν μανάβη, ο οποίος δεν μπόρεσε να πουλήσει τα 100 μήλα που είχε στο κατάστημα του και τα έκανε 1.000 για να τα καταφέρει». Οι εμπορικές τράπεζες δηλαδή δεν έχουν κανέναν εμφανή λόγο να πάρουν την επί πλέον ρευστότητα που τους προσφέρεται από τις κεντρικές τράπεζες, αφού δεν πήραν ούτε την προηγούμενη. Για παράδειγμα, ένα κατάστημα που δεν μπόρεσε να πουλήσει τα προϊόντα του (η κεντρική τράπεζα εν προκειμένω), δεν πρόκειται να τα πουλήσει αυξάνοντας τα, αφού δεν υπάρχει κανένας λόγος να αλλάξουν συμπεριφορά οι πελάτες του (οι εμπορικές τράπεζες εδώ), βλέποντας ότι διαθέτει μεγαλύτερες ποσότητες”. Η εξέλιξη έκτοτε (αρχές του 2009) μάλλον δικαίωσε τις προβλέψεις μας, αφού όχι μόνο δεν καταπολεμήθηκε η κρίση «Lehman Brothers» του συστήματος αλλά, αντίθετα, επεκτάθηκε από τις τράπεζες στα κράτη – ενώ τα διάφορα προβλήματα (ανάπτυξη κλπ.), μετά από μία μικρή περίοδο απατηλής «νηνεμίας», επανήλθαν επαυξημένα. Επομένως, είναι καλύτερα να αποφύγουμε τα βιαστικά συμπεράσματα και την υπέρμετρη αισιοδοξία, περιμένοντας υπομονετικά να δούμε τις εξελίξεις – ειδικά όσον αφορά τη χώρα μας, για τις δυσκολίες της οποίας είναι μεν θετικός ο πληθωρισμός, αλλά όχι αρκετός. Περαιτέρω, αν και υποθέτει κανείς με σχετική βεβαιότητα ότι η ανθρωπότητα έχει ωριμάσει, έχοντας διδαχθεί αρκετά από τους πολέμους του παρελθόντος, ειδικά από τους δύο τελευταίους (παγκόσμιους), δεν μπορεί να μην διακρίνει κάποια απειλητικά σύννεφα – τόσο επάνω από την Ευρώπη, όσο και στον υπόλοιπο πλανήτη. Ο «σχηματισμός» τους φαίνεται να οφείλεται στη συνεχώς επιδεινούμενη κρίση χρέους, αφού οι εντελώς ερασιτεχνικές λύσεις, οι λύσεις «με μισή καρδιά» καλύτερα που υιοθετούνται κάθε φορά, όχι μόνο δεν έχουν αποτέλεσμα αλλά, αντίθετα, λειτουργούν «διεγερτικά» – «ντοπάροντας» κατά κάποιον τρόπο τόσο τις αγορές, όσο και τις αντιπαλότητες μεταξύ κρατών και πολιτών. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί αποτυπώνει τα χρέη των κρατών της Ευρωζώνης, έτσι όπως διαμορφώθηκαν το Μάιο του 2001:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Δημόσιο χρέος, σε σχέση με το ΑΕΠ

Χώρα

Χρέος προς ΑΕΠ

 

 

Ελλάδα

157,7%

Ιταλία

120,3%

Ιρλανδία

112,0%

Πορτογαλία

101,7%

Βέλγιο

97,0%

Γαλλία

84,7%

Γερμανία

82,4%

Αυστρία

73,8%

Ισπανία

68,1%

Μάλτα

68,0%

Ολλανδία

63,9%

Κύπρος

62,3%

Φιλανδία

50,6%

Σλοβακία

44,8%

Σλοβενία

42,8%

Λουξεμβούργο

17,2%

Πηγή: Eurostat, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Το μέσο ποσοστό των χρεών της Ευρωζώνης, σε σχέση με το ΑΕΠ, διαμορφώθηκε στο 87,7% – αρκετά υψηλότερα από το προηγούμενο έτος. Αν και στον Πίνακα Ι διακρίνει κανείς κάποια κράτη με χαμηλό χρέος, η εικόνα είναι μάλλον απατηλή – αφού δεν εμφανίζεται ούτε το ιδιωτικό χρέος, ούτε ενδεχόμενες διασώσεις τραπεζών. Για παράδειγμα, το δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας ήταν της τάξης του 30% πριν τη διάσωση των τραπεζών της –  φτάνοντας σήμερα στο 112% (μετά από τη διάσωση). Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, ίσως να είναι σκόπιμη μία ανάλυση, σχετικά με το τι ακριβώς συμβαίνει στα διάφορα πεδία των οικονομικών μαχών ανά τον κόσμο, αφού δεν είναι εντελώς απίθανο να καταλήξουν σε επαναστάσεις ή/και σε στρατιωτικές συρράξεις – αν και δύσκολα πιστεύουμε ότι μπορεί να συμβούν όλα αυτά  στη σημερινή, σύγχρονη και πολιτισμένη εποχή.

ΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

Όλος ο πλανήτης ασχολείται σχεδόν καθημερινά με την διαρκώς κλιμακούμενη, ανατροφοδοτούμενη δυστυχώς κρίση χρέους της Ελλάδας, δίνοντας την εντύπωση ότι ευρίσκεται πραγματικά στο κέντρο των παγκοσμίων εξελίξεων – μία πολύ μικρή χώρα, της οποίας τόσο το ΑΕΠ, όσο και το δημόσιο χρέος είναι ένα ελάχιστο ποσοστό αυτού της Ευρωζώνης, πόσο μάλλον του πλανήτη. Η μεγάλη αυτή «δημοσιότητα», όπως επίσης οι εσφαλμένοι τρόποι επίλυσης των προβλημάτων της Ελλάδας εκ μέρους της κυβέρνησης της, των «εταίρων» της και του ΔΝΤ, αφενός μεν «επιδεινώνουν» υπερβολικά τους βασικούς δείκτες της οικονομίας της (έλλειμμα προϋπολογισμού, έλλειμμα εξωτερικού ισοζυγίου, χρέος, ύφεση, ανεργία, χρηματιστηριακές αποτιμήσεις, τράπεζες κλπ.), αφετέρου τρομοκρατούν τους δανειστές της – ενώ παράλληλα δημιουργούν συνθήκες πανικού στους πολίτες της, προφανώς με καταστροφικά αποτελέσματα.  Τυφλωμένος λοιπόν ο πλανήτης από την Ελληνική «πυρκαγιά», η οποία είναι μάλλον αδύνατον να μην επεκταθεί στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στο Βέλγιο κλπ., παρασύροντας τελικά ολόκληρη τη Δύση, δεν συνειδητοποιεί αυτά που συμβαίνουν στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπως για παράδειγμα στην Αυστρία – στην ευρύτερη περιοχή της οποίας, όπως και στην ίδια, «εγκυμονεί» η επόμενη χρηματοπιστωτική καταστροφή. Η αιτία είναι τα δάνεια των αυστριακών τραπεζών προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, κυρίως αυτά σε ελβετικό φράγκο και σε ευρώ (άρθρο μας). Όπως φαίνεται, σχεδόν το 70% των ιδιωτών, οι οποίοι έχουν συνάψει αυτού του είδους τα δάνεια σε συνάλλαγμα από τις αυστριακές τράπεζες, δεν είναι σε θέση να πληρώνουν τις δόσεις τους – με αποτέλεσμα οι μετοχές των τραπεζών να καταρρέουν.  Στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση της Ουγγαρίας (στην οποία οι αυστριακές τράπεζες έχουν δανείσει περί τα 5 δις € σε ιδιώτες – περίπου σε 1,3 εκ. ανθρώπους, εκ των οποίων ήδη οι 800 χιλ. δεν πληρώνουν τις δόσεις τους), προωθεί την ψήφιση ενός νόμου, ο οποίος ουσιαστικά καταλύει την ελεύθερη αγορά. Ειδικότερα, οι αυστριακές τράπεζες είχαν δανείσει τους Ούγγρους σε ελβετικά φράγκα (λιγότερο σε ευρώ), όταν η ισοτιμία του φράγκου, σε σχέση με το ευρώ, ήταν πολύ χαμηλή (1,50:1,00). Όταν όμως το ελβετικό φράγκο ανατιμήθηκε κατά περίπου 40% σε σχέση με το ευρώ (πολύ περισσότερο σε σχέση με το φιορίνι), η κατάσταση για τους δανειολήπτες έγινε εκρηκτική. Έτσι η κυβέρνηση της Ουγγαρίας, με στόχο να διευκολύνει την αποπληρωμή των δανείων στους πολίτες της, θέλησε να επιβάλλει σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος της τόσο με το φράγκο (180 φιορίνια αντί 240), όσο και με το ευρώ (250 φιορίνια αντί 280), καθώς επίσης σταθερά χαμηλά επιτόκια – φυσικά μόνο για τα υφιστάμενα δάνεια των πολιτών της. 

Το κόστος στην περίπτωση αυτή θα επιβάρυνε τις αυστριακές τράπεζες, ενώ φυσικά θα κατέλυε τους (καπιταλιστικούς) κανόνες που διέπουν την ιδιοκτησία (οι τράπεζες ισχυρίζονται ότι πρόκειται για τη «δήμευση» της περιουσίας τους από το κράτος). Με αυτόν τον παράδοξο τρόπο λοιπόν, η Ουγγαρία «οπισθοδρομεί» στην κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία (κομμουνισμός), τρομάζοντας στο έπακρο τους ξένους επενδυτές και καταργώντας τους νόμους τους – ενώ η απόφαση θα ληφθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο έχουν καταφύγει οι αυστριακές τράπεζες. Ουσιαστικά λοιπόν φαίνεται να έχει ξεκινήσει η «μάχη του χρέους» στην Ευρώπη, αφού την Ουγγαρία θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες χώρες της Α. Ευρώπης, στις οποίες δραστηριοποιούνται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα «δυτικές» τράπεζες. Η πυρκαγιά δε μάλλον θα κλιμακωθεί, αφού ήδη επεκτείνεται και στον ιδιωτικό τομέα των δανειοληπτριών χωρών της Ευρωζώνης, οι πολίτες των οποίων αδυνατούν να εξοφλήσουν τα χρέη τους, αφού οι χώρες τους έχουν καταδικαστεί σε υφεσιακές πολιτικές λιτότητας, οι οποίες παράγουν φτώχεια, ανεργία κλπ.  – όπως στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία και σε όλες τις άλλες.  Σε τελική ανάλυση λοιπόν, οι πολίτες της μίας χώρας της Ευρώπης θα θέλουν τα χρήματα τους από κάποια άλλη, η οποία τους τα οφείλει (διακρατικά δάνεια, πιστώσεις ξένων τραπεζών σε ιθαγενείς ιδιώτες κλπ.), αλλά δεν θα τα παίρνουν – είτε επειδή η χώρα χρεοκοπεί, είτε επειδή οι επιχειρήσεις της κλείνουν, είτε επειδή οι ιδιώτες δεν μπορούν να πληρώσουν τα δάνεια που πήραν από τις ξένες τράπεζες. Επομένως, οι κυβερνήσεις των χωρών-δανειστών θα αυξάνουν υπερβολικά τους φόρους, επιβαρύνοντας τους δικούς τους πολίτες με τα χρέη των άλλων χωρών. Το αποτέλεσμα θα είναι να τεθεί σε λειτουργία ένας εξαιρετικά καταστροφικός σπειροειδής κύκλος βίαιων εθνικών αντιπαραθέσεων, ο οποίος πολύ εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αιματηρές εσωτερικές εξεγέρσεις των επί μέρους λαών, καθώς επίσης σε μεταξύ τους πολεμικές συρράξεις. Ας μην ξεχνάμε ότι, η βασική αιτία των πολέμων, εμφυλίων και μη, καθώς επίσης των αιματηρών επαναστάσεων, ήταν ανέκαθεν η αδυναμία των κυβερνήσεων να χρηματοδοτήσουν τις βασικές ανάγκες των πληθυσμών τους. Όταν παύουν δηλαδή να υπάρχουν χρήματα για την Υγεία, για την Παιδεία, για τις κοινωνικές παροχές, για την ενέργεια (θέρμανση, κίνηση, ηλεκτρισμός) και για τα δημόσια έργα, τότε καταστρέφονται όλα όσα έχουν απομείνει σε ένα κράτος (ή σε μία ήπειρο) με τη διεξαγωγή πολέμων – οπότε, αφού τελειώσει ο πόλεμος, επικρατεί η νηφαλιότητα, γίνεται αποδεκτό το χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο και όλα ξεκινούν από την αρχή. Όσον αφορά δε τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί να επιβληθεί η τάξη και η υποταγή στις ασθενέστερες χώρες από τις ισχυρότερες, οι καταστάσεις στη Λιβύη, στο Ιράκ, στην Τουρκία, στην Κύπρο κλπ. είναι αρκετά «εύγλωττες» – ενώ, όπως έχει πει χαρακτηριστικά ο Καναδός οικονομολόγος κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της τότε Γιουγκοσλαβίας, “Όταν σε μία χώρα εμποδίζεται η εισβολή του ΔΝΤ, τότε ακολουθεί η επίθεση του ΝΑΤΟ”. 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 18. Σεπτεμβρίου 2011,viliardos@kbanalysis.com.  Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com). ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2429.aspx

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Στη Χώρα της Πλατείας Κλαυθμώνος

Στη Χώρα της Πλατείας Κλαυθμώνος

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου


 

Κάποτε ήταν οι «εργαζόμενοι – ρετιρέ». Και επί ΠΑΣΟΚ και επί ΝΔ έτσι τους αποκάλεσαν. Τους διέσυραν και τους έβαλαν απέναντι στους «μη προνομιούχους». Βάφτισαν τα δικαιώματα σε «προνόμια»! Και τα αφαίρεσαν. Από τους «μη προνομιούχους»…

*

Μετά ήταν οι αγρότες. Οι «τεμπέληδες». Που «άραζαν στα καφενεία». Που τους έχουν αποκαλέσει και επί ΠΑΣΟΚ και επί ΝΔ, από «μπαταχτσήδες» μέχρι «γαϊδούρια». Που «κάθονταν και έτρωγαν τις επιδοτήσεις». Μέσα σε δυο δεκαετίες ξεκλήρισαν τον κύριο όγκο της αγροτιάς…

*

Στην πορεία του «κοινωνικού αυτοματισμού» (αυτή είναι η κωδική ονομασία του «διαίρει και βασίλευε» που είχε δώσει ο Ρέππας ήδη από το 1997) εμφανίστηκαν οι ναυτεργάτες. Που όταν διεκδικούν δουλειά, «πλήττουν τον τουρισμό» και «διασύρουν τη χώρα». Σήμερα, που οι Ελληνες εφοπλιστές κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ναυτιλίας στον κόσμο, το 90% των Ελλήνων ναυτεργατών της δεκαετίας του '80 είναι άνεργοι. Και οι υπόλοιποι, μαζί με τους ξένους συναδέλφους τους, εργάζονται σε καθεστώς γαλέρας. Επιστρατευμένοι και επί ΝΔ και επί ΠΑΣΟΚ…

*

Εξίσου μιαροί με τους ναυτεργάτες ήταν οι λιμενεργάτες. Αυτοί που «αμείβονται σαν Κροίσοι»! Οι συκοφαντίες κράτησαν όσο χρειαζόταν. Μέχρι, δηλαδή, να ξεπουλήσουν τα λιμάνια…

*

Κατόπιν τα βάλανε με τους συνταξιούχους. Αυτούς που το '95, επί Αντρέα Παπανδρέου, τους έδερναν έξω από το Μαξίμου και που επί Σημίτη ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, ο Γκαργκάνας, και ο σημερινός διοικητής του ΙΚΑ, ονόματι Σπυρόπουλος, έλεγαν ότι «έπιναν καφέ στη Μύκονο» (σ.σ.: οι συνταξιούχοι!) και ότι – για λόγους «πατριωτισμού» – η χώρα πρέπει να ανατρέψει το μοντέλο του «εύπορου συνταξιούχου»! Από αυτόν το συνταξιούχο, τον …«εύπορο», οι «σωτήρες» κόψανε πλέον και τα τελευταία ψίχουλα…

*

Στο στόχαστρο δεν άργησαν να μπουν οι μαθητές και οι φοιτητές. Αυτά τα παλιόπαιδα. Τα ανεπρόκοπα. Τα …υποκινούμενα. Βάλανε τους γονείς, και επί ΝΔ και επί ΠΑΣΟΚ, να στραφούν ενάντια στα παιδιά. Τα παιδιά ενάντια στους καθηγητές. Τους καθηγητές ενάντια στον εαυτό τους. Σήμερα οι φοιτητές λογίζονται σαν εξαρτήματα του «χορηγού» του Πανεπιστημίου. Οι μαθητές δεν έχουν βιβλία, σε σχολεία που δεν έχουν δασκάλους. Οι δάσκαλοι παραμένουν αιώνια «εργασιακώς έφεδροι» χωρίς ελπίδα να πιάσουν ποτέ δουλειά – όταν από τα σχολεία λείπουν δάσκαλοι! Και οι γονείς; Εφτασαν να πληρώνουν μέχρι και τις φωτοτυπίες…

*

Στη συνέχεια ήταν οι φορτηγατζήδες κι από κοντά οι ταξιτζήδες. Στο πρόσωπό τους εντοπίστηκαν οι ένοχοι κάθε κακοδαιμονίας. Τα κακά δαιμόνια οσονούπω ξορκίζονται. Διά του ξεκληρίσματός τους…

 *

Αργότερα ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι μεταξύ τους. Γιατί να παίρνει ο εργαζόμενος της ΕΑΣ λιγότερα από τον εργαζόμενο στην «Ολυμπιακή» και γιατί ο εργαζόμενος στην «Ολυμπιακή» να παίρνει περισσότερα από τον εργαζόμενο στη ΔΕΗ. Τώρα στο δρόμο του αφανισμού των εργαζομένων της «Ολυμπιακής» τους ακολουθούν οι εργαζόμενοι της ΕΑΣ, της ΔΕΗ και όλου του δημόσιου τομέα…

*

Δεν υπάρχει επαγγελματική κατηγορία που να μην έχει στοχοποιηθεί τόσο από τις  κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όσο και από αυτές τις ΝΔ. Από γιατρούς, δικηγόρους και τραγουδιστές, μέχρι υδραυλικούς, ελεύθερους επαγγελματίες και … συμβασιούχους! Στους μόνους που ποτέ – μα ποτέ! – δεν βρήκαν, ούτε οι «πράσινοι» ούτε οι «γαλάζιοι», κάποιο προνόμιο περιττό και αντικοινωνικό για να το κόψουν είναι στους βιομήχανους. Τους τραπεζίτες. Τους εφοπλιστές. Τους μεγαλοεργολάβους…

*

Τώρα ξαναπαίζουν το αγαπημένο τους έργο: Εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα (των εκατοντάδων χιλιάδων απολύσεων, των 500 ευρώ μηνιάτικο, και των υπό κατάργηση συλλογικών συμβάσεων!) ενάντια σε εργαζόμενους του δημόσιου τομέα (των λεηλατημένων μισθών, δώρων, επικουρικών, επιδομάτων και των απολύσεων).

*

Πενήντα χρόνια μετά το ταξίδι του ανθρώπου στο διάστημα, σε μια εποχή που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων θα μπορούσε να έχει καταστήσει αυτονόητη την εκπλήρωση του αιτήματος για μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους,στη χώρα της πλατείας Κλαυθμώνος, δηλαδή στη χώρα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, απολύουν δημοσίους υπαλλήλους. Ποιοι;

Αυτοί που από την εποχή του … Κωλέττη έστησαν ένα δημόσιο τομέα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση της δικής τους αθλιότητας, για να υπηρετούν μέσω αυτού του δημόσιου τομέα τα μονοπώλια, τους κεφαλαιοκράτες, τους εργολάβους και για να εξυπηρετούν, φυσικά, το δικό τους το κομματικό, το πολιτικό, το ρουσφετολογικό, το αναξιοκρατικό πελατολόγιο.

*

Η κυβέρνηση απολύει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους! Και τι λέει; Ότι, τώρα, οι άνεργοι του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να … χαρούν (!) γιατί απολύονται και εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα! Ότι, τώρα, οι εξανδραποδισμένοι του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να χειροκροτήσουν. Να χειροκροτήσουν όχι γιατί η κυβέρνηση έκανε κάτι για να τους βγάλει από την ανεργία, τη φτώχεια, την ανέχεια και τη συμφορά. Αλλά γιατί η κυβέρνηση ρίχνει κι άλλους στη φτώχεια, κι άλλους στην ανέχεια, κι άλλους στη συμφορά, κι άλλους στην ανεργία! Αυτό η κυβέρνηση το λέει «πατριωτισμό», «σωτηρία», «κοινωνική δικαιοσύνη»! 

***

Είναι πρόδηλο: Οι άνθρωποι που σήμερα συμπληρώνουν δυο χρόνια στην κυβερνητική καρέκλα οδεύουν ολοταχώς προς τον πάτο (αν υπάρχει πάτος στην περίπτωσή τους και στον πολιτικό τους κανιβαλισμό).

*

Συκοφαντούν τον ελληνικό λαό ως υπεύθυνο της ίδιας του της φτώχειας, καθότι «όλοι μαζί τα φάγαμε». Υβρίζουν και απολύουν το δημόσιο υπάλληλο, διότι είναι «κοπρίτης». Κατηγορούν το μισθωτό ότι είναι «ασυνείδητος» και μάλιστα «κατά συρροήν», γιατί διαμαρτύρεται για τα χαράτσια.

Ελεεινολογούν τον εποχούμενο σαν «τζαμπατζή» επειδή αρνείται να δεχτεί τη ληστεία των εργολάβων στα διόδια. «Λιντσάρουν» τον απεργό με την κατηγορία της «δολιοφθοράς» και τους διαδηλωτές με την κατηγορία του «σαμποτάζ» της … σωτηρίας της χώρας. Οι εργαζόμενοι σε κάθε τομέα της οικονομίας πριν ακόμα προλάβουν να αντιδράσουν στα μέτρα που τους εξαθλιώνουν «προπηλακίζονται» ως «εκβιαστές» του κοινωνικού συνόλου.

*

Το «ιδεολογικό» τους τροπάρι είναι χυδαίο και ύπουλο. Συκοφαντούν τους εργάτες στους εργάτες! Αλλά λένε ψέματα – και το ξέρουν – ότι υπάρχουν «ευνοημένοι» μεταξύ των εργατών. Η αλήθεια είναι καταγεγραμμένη σε όλους τους δείκτες της φτώχειας που μαστίζει το σύνολο της εργατιάς. Όλοι οι εργάτες, και του ιδιωτικού και του δημόσιου, είναι βαριά εκμεταλλευόμενοι, είναι καταχρεωμένοι, είναι ανήμποροι να τα βγάλουν πέρα, τρέχουν και δε φτάνουν.

*

Αυτός ο καθολικός πόλεμος ενάντια σε κάθε τμήμα της κοινωνίας δεν μπορεί να πάρει παρά μόνο καθολική απάντηση μέσα από ένα κοινό μέτωπο εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων, φτωχής αγροτιάς, βιοτεχνών, μικρεμπόρων, που σημαίνει λαϊκή συμμαχία, συμπόρευση, συστράτευση και αλληλεγγύη ανάμεσα σε όλα τα στρώματα που υφίστανται την εκμετάλλευση.

*

Είναι πρόδηλο: Πάνω στο σβέρκο της κοινωνίας έχει κατακαθίσει μια τάξη που μέσω της κυβέρνησης – και με τη συνεπικουρία των ξετσίπωτων στα ΜΜΕ – προωθεί τα συμφέροντά της με τον πιο χυδαίο, με τον πιο τραμπούκικο ιδεολογικά τρόπο.

*

Για να γίνει κατορθωτό να στήσουν το «κοινωνικό απαρτχάιντ» της επόμενης μέρας, για να επέλθει αυτή η «τελική λύση» όσον αφορά στα δικαιώματα των εργαζομένων, η κυβερνητική «γραμμή» έχει αποτινάξει κάθε πρόσχημα: «Κοινωνικός αυτοματισμός», «διαίρει και βασίλευε», κομμάτιασμα της κοινωνίας, διαπόμπευση κάθε κοινωνικού στρώματος που αντιστέκεται, ξεμονάχιασμα κάθε κοινωνικής ομάδας, εξανδραποδισμός, τελικά, όλου του λαού!

*

Για να επιτελέσουν το έργο που τους ανατέθηκε, χρησιμοποιούν κάθε λογής πολιτική παλιανθρωπιά και ιταμότητα: Καταστολή, λάσπη, ύβρεις, ψεύδος, τρομοκρατία, καταστροφολογία, διάλυση των κοινωνικών αρμών με πρώτους εκείνους της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας.

*

Θέλουν να βάλουν τον έναν να «φάει» τον άλλον! Ο ιδιωτικός υπάλληλος το δημόσιο υπάλληλο. Ο φορτηγατζής τον αγρότη. Ο αγρότης το λιμενεργάτη. Ο εργάτης το συμβασιούχο. Ο ιδιωτικός υπάλληλος το δημόσιο υπάλληλο, για να μπορέσουν οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές να μας «φάνε» ευκολότερα και όλους μαζί!

*

Τέτοιοι είναι και έτσι μας κυβερνούν! Και απέναντι σε κάτι τέτοιους, ή θα ισχύσει το «ένας για όλους και όλοι για έναν» ή δε θα μείνει όρθιος κανένας! Γιατί η κυβερνητική «πριονοκορδέλα» αφορά τους πάντες. Και όποιος νομίζει ότι θα την αποφύγει κοιτώντας την πάρτη του, είναι βαθιά νυχτωμένος.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη 04.10.2011. Το είδα: http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=4968:sti-xora-tis-plateias-klaythmonos&catid=71:dr-kinitopoiisis&Itemid=278