Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή κυριαρχία

Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή κυριαρχίαΖούμε μια δομική κρίση του καπιταλισμού

 

Του Γιώργου Ρούση [Συνέντευξη στο http://cyprusnews.eu]

 

 

Ζούμε μια δομική κρίση του καπιταλισμού

– Από την ώρα που εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα μέχρι σήμερα, έγιναν αρκετές παρεμβάσεις από διανοουμένους. Ορισμένοι τάχθηκαν ακόμη και με ανοιχτή επιστολή υπέρ των μέτρων, κάποιοι άλλοι στάθηκαν, εξαρχής, απέναντι και κάποιοι τρίτοι προτίμησαν τη σιωπή. Επηρεάζουν την κοινή γνώμη οι παρεμβάσεις αυτές ; Οφείλουν να παρεμβαίνουν και πώς οι διανοούμενοι σε τέτοιες περιόδους;

– Γ. Ρούσης: Η ερώτηση τίθεται με όρους καθαρά ιδεαλιστικούς γιατί οι διανοούμενοι δεν είναι μια ενιαία κατηγορία ανθρώπων.

Συνεπώς, δεν μπορώ ν' απαντήσω εγώ για λογαριασμό των διανοουμένων γενικώς, γιατί υπάρχουν οι διανοούμενοι της αστικής τάξης, υπάρχουν οι διανοούμενοι που έχουν μια θολούρα και εκφράζουν απόψεις συγκεχυμένες, υπάρχουν και οι οργανικοί διανοούμενοι και οι διανοούμενοι της εργατικής τάξης.

Δεν μπορούμε να δώσουμε μια απάντηση. Θα ήταν σαν να λέμε ποια ήταν η στάση της κοινωνίας γενικώς, η οποία ήταν μια στάση αντιφατική. Αναμενόμενο είναι η στάση των διανοουμένων, όπως και της ίδιας της κοινωνίας, να είναι αντιφατική απέναντι στην κρίση. Υπήρχαν διανοούμενοι που στήριξαν τα μέτρα και δεν καταλάβαιναν, ή έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν τίποτε για το από πού προέρχεται η κρίση, άλλοι που σιωπούσαν γιατί δεν τους ενδιέφερε ή γιατί δεν είχαν άποψη, και άλλοι, και δεν ήταν λίγοι από ό,τι τυχαίνει να γνωρίζω, που αντιστάθηκαν και είπαν ότι είναι απαράδεκτα τα μέτρα και μπήκαν σε μια προσπάθεια ερμηνείας των βαθύτερων αιτίων της κρίσης.

Η στάση των διανοουμένων επηρέασε, όπως πάντοτε επηρεάζει η στάση της διανόησης διότι από την υπόλοιπη κοινωνία θεωρούνται ως άνθρωποι που κατέχουν τη γνώση. Και από αυτήν την άποψη δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλονται οι υποτιθέμενοι τεχνοκράτες ή διανοούμενοι στα κανάλια, στις τηλεοράσεις, στις εφημερίδες για να προωθήσουν κατά κύριο λόγο την κυρίαρχη αντίληψη πραγμάτων για τον μονοδιάστατο σύγχρονο λόγο που θέλει να μην υπάρχει άλλη διέξοδος παρά τα μέτρα που παίρνονται απέναντι στην κρίση.

Νομίζω ότι επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και ο λόγος των διανοουμένων εκείνων που αντιστάθηκαν και έδωσαν σαν διέξοδο την έξοδο από το ευρώ, την κατάργηση των πληρωμών του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και μια σειρά άλλων μέτρων που κατά την αντίληψή μας θα μας βγάλουν από την κρίση. Πρέπει όμως να είμαστε ξεκάθαροι και να λέμε ότι η κυρίαρχη αντίληψη και στο επίπεδο της διανόησης και στο επίπεδο της κοινωνίας συνεχίζει να είναι αυτή της κυρίαρχης τάξης.

Υποδεέστερες της αναγκαιότητας οι αντιδράσεις

– Ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, πολλά χρόνια τώρα, έχετε επαφή με την νεολαία. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις στην ιστορική πορεία της χώρας, που δεν αφορούσαν απαραίτητα το πανεπιστήμιο, η νεολαία, και ιδιαίτερα η σπουδάζουσα νεολαία, πρωτοστατούσε μαζικά στις αντιδράσεις και στο λαϊκό κίνημα. Δεν βλέπουμε να γίνεται κάτι τέτοιο σήμερα, ούτε στο ζήτημα του νομοσχεδίου για τα πανεπιστήμια ούτε στις κινητοποιήσεις ενάντια στο μνημόνιο. Γιατί;

-Γ. Ρούσης: Από το Δεκέμβριο του 2008, από την υπόθεση της δολοφονίας του Αλ. Γρηγορόπουλου και μετά, η νεολαία παίζει σημαντικό ρόλο στις κινητοποιήσεις. Είναι λογικό οι νέοι άνθρωποι να είναι πιο μαχητικοί από ό,τι οι παλιότερες γενιές. Αν ψάξει κανείς την ιστορία θα δει ότι και στην Κομμούνα (του Παρισιού 1871) συμμετείχαν νέοι άνθρωποι για την εποχή τους, και στη ρώσικη επανάσταση ήταν νέοι άνθρωποι.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι της άποψης του Μαρκούζε ότι οι επαναστάσεις θα γίνουν από φοιτητές και νέους. Αλλά είναι λογικό, πέρα από την ταξική εκπροσώπηση των κινημάτων, να κυριαρχούν οι νέοι. Και εδώ συνέβει αυτό, ασχέτως αν, επαναλαμβάνω, οι αντιδράσεις και στα πανεπιστήμια για το νομοσχέδιο αλλά και γενικότερα στην κοινωνία, δεν ήταν αυτές που θα έπρεπε να είναι σε σύγκριση με το εύρος της επίθεσης.

Για την έλλειψη αυτή, ας μην κοροϊδευόμαστε, ευθύνονται όλες οι αριστερές παρατάξεις. Ειδικά στα Πανεπιστήμια η ευθύνη βαραίνει, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο την ΚΝΕ λόγω της δύναμης που έχει στα Πανεπιστήμια το ΚΚΕ, αλλά στην κοινωνία γενικότερα ευθύνονται όλες οι αριστερές παρατάξεις. Και η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ που είναι εγκλωβισμένη στο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ και βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση, και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά η οποία, δεν έχω καταλάβει κατά πόσο θέλει ή δεν θέλει ένα πολιτικό αριστερό μέτωπο.

Ο δικομματισμός μοιάζει ν' αλλάζει όψη και μορφή

– Προσφάτως, κατά τη διαδικασία ψήφισης του δεύτερου Μνημονίου παρατηρήσαμε σοβαρές ρήξεις στα δύο κόμματα του δικομματισμού. Γράφτηκαν και ειπώθηκαν αρκετά στα ΜΜΕ για το θέμα, με εκτιμήσεις περί διαμόρφωσης ενός κεντροδεξιού ή και ενός κεντροαριστερού αντιμνημονιακού πόλου εντός κοινοβουλίου. Η Αριστερά, γενικά, παρουσιάζεται να αυξάνει τα ποσοστά της, αν και δεν φαίνεται να καρπώνεται την υπάρχουσα δυσαρέσκεια τουλάχιστον σε αντίστοιχο βαθμό με το εύρος της δυσαρέσκειας αυτής. Μια πρώτη δική σας εκτίμηση;

 – Γ. Ρούσης: Καταρχήν, το προϊόν των αποτελεσμάτων των σφυγμομετρήσεων είναι αντιφατικό. Για παράδειγμα, ναι μεν οπισθοχωρεί ο δικομματισμός, αλλά δεν εξαφανίζεται εντελώς, ενώ δεν ξέρω πόσο θα υποχωρήσει τελικά μέχρι τις εκλογές. Και να διευκρινίσω κάτι: ο δικομματισμός για μένα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχουν δύο κόμματα που τον εκφράζουν. Μπορεί να είναι δύο ή πέντε ή οκτώ και να εκφράζουν πανομοιότυπη πολιτική άποψη.

Το λέω αυτό, γιατί παράλληλα με την οπισθοχώρηση των δύο παραδοσιακών κομμάτων του δικομματισμού, εμφανίζονται ενισχυμένα νέα κόμματα, που κατά τη γνώμη μου ανήκουν πλήρως ιδεολογικοπολιτικά στο δικομματισμό. Έτσι το να εξαφανιστεί, παραδείγματος χάριν, πλήρως το ΠΑΣΟΚ και στη θέση του να έρθει μια νέα σοσιαλδημοκρατία, τύπου Δημοκρατικής Αριστεράς, που μισο-αστεία, μισο-σοβαρά, εγώ ονομάζω κόμμα «πασόκων με πολιτικά», δεν μου λέει τίποτε. Μια τέτοια εξέλιξη εμένα δεν μου λέει εξαφάνιση του δικομματισμού αλλά αναπαραγωγή του κάτω από άλλες όψεις και άλλες μορφές. Άρα το ότι έχει δεχτεί πλήγμα ο δικομματισμός, δεν είναι απόλυτο.

Επίσης, παραδείγματος χάριν, το να χάσει κάποιες ψήφους ο Καρατζαφέρης και να πάνε στη «Χρυσή Αυγή», είναι το ίδιο αρνητικό με το να έπαιρνε ο Καρατζαφέρης του ψήφους. Η αύξηση, γενικά, της αριστεράς, δηλαδή του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ του οποίου ένα τμήμα έχει πράγματι αντιμνημονιακή – αντικαπιταλιστική στάση, από μόνη της δεν αποτελεί θετική πτυχή.

Όσον αφορά τις αντιμνημονιακές αντιδράσεις από άλλους χώρους, κατ' εμένα η αντίδραση ενάντια και μόνο στο μνημόνιο είναι ή αφελής ή ύποπτη. Αφελής από την άποψη ότι δεν διερευνά ποιες είναι οι αιτίες της κρίσης και άρα στέκεται μέχρι εκεί, ύποπτη στο βαθμό που θέλει να λειτουργήσει ως κυματοθραύστης ριζικότερων αντιδράσεων και να περισώσει το σύστημα. Και είμαι βέβαιος ότι στο γενικότερο αντιμνημονιακό μπλοκ υπάρχουν και δυνάμεις που επιχειρούν εσκεμμένα να λειτουργήσουν ως άμυνα του συστήματος. Στέκονται μόνο στο μνημόνιο υπό την έννοια της κατάργησης του μνημονίου προκειμένου να γίνει μια καλύτερη διαχείριση του χρέους κλπ.

Όλα αυτά δεν οφείλονται πάντα και μόνο σε ανεπάρκεια ανάλυσης των αιτιών της κρίσης, που, κατά την ταπεινή μου αντίληψη, είναι δομική κρίση του καπιταλισμού. Δεν είναι μόνο ελληνική κρίση, δεν είναι μια κρίση μόνο στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά είναι μια κρίση στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής. Και συνεπώς, δεν μπορεί ν' αντιμετωπιστεί παρά μόνο με την αλλαγή του τρόπου παραγωγής.

Θα μου πείτε αυτό δεν είναι κάτι άμεσο και δεν μπορεί να γίνει αύριο. Τι πρέπει να κάνουμε, δεν μπορούμε να περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία της επανάστασης, που αν θα γίνει θα φέρει αυτήν την αλλαγή στον τρόπο παραγωγής. Η γνώμη μου είναι ότι αυτό μπορεί να λυθεί στο ενδιάμεσο, όχι με κάποιο μεταβατικό στάδιο, αλλά με έναν πόλεμο θέσεων τέτοιο που θα ενισχύει με κάθε τρόπο τις δυνάμεις της συνολικής ανατροπής, ξεκινώντας από την υπεράσπιση των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που πλήττονται, για να πάω στο ελάχιστο, μέχρι την προώθηση επαναστατικών στόχων. Για να το πω διαφορετικά με όρους πλατωνικούς, θα πρέπει να υπερασπίσουμε τις δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα για να μπορέσουμε αύριο να τα ξεπεράσουμε με πιο εύκολο τρόπο.

Όσο για το αν καρπώνεται η αριστερά τη λαϊκή δυσαρέσκεια… Εγώ δεν θεώρησα ποτέ ότι φταίει η αριστερά για το γεγονός ότι δεν καρπώνεται τις αντιδράσεις για τα μέτρα που λαμβάνονται. Δεν πιστεύω ότι η κύρια ευθύνη γι αυτό βαραίνει την αριστερά. Κύρια υπεύθυνο για αυτό το φαινόμενο είναι το καπιταλιστικό σύστημα, που αλλοτριώνει, ή αν θέλετε να το πούμε πιο χυδαία αποβλακώνει, τους ανθρώπους, μεταξύ όλων των άλλων κακών που φέρνει, όπως η εκμετάλλευση, οι πόλεμοι, η οικολογική καταστροφή. Δεν το λέω εγώ αυτό. Το έχουν πει οι κλασικοί του μαρξισμού και μετέπειτα μεγάλοι μαρξιστές στοχαστές. Το σύστημα αλλοτριώνει τους ανθρώπους και τους ωθεί να ενσωματωθούν σε αυτό και όχι στο να το ανατρέψουν. Ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις να θέλουν να βελτιώσουν τη θέση τους μέσα στο σύστημα αλλά όχι να το ανατρέψουν.

Αυτό συμβαίνει γιατί κυρίαρχη ιδεολογία και στους εργαζόμενους και σε μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης είναι η αστική ιδεολογία, στο βαθμό που δεχόμαστε, όχι μηχανιστικά, απόλυτα και γραμμικά βεβαίως, την αντίληψη ότι οι σχέσεις παραγωγής είναι που διαμορφώνουν και την κυρίαρχη ιδεολογία. Άρα δεν φταίει μόνο ούτε κυρίως η αριστερά για το ότι η ιδεολογία της δεν έχει ανταπόκριση στα πλαίσια της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Φταίει το ίδιο το σύστημα και ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής.

Επιπλέον, έχω την αίσθηση ότι το ίδιο σύστημα, πέραν από τον τρόπο παραγωγής, προβάλλει τη δική του ιδεολογία και έχει χίλια δύο μέσα για να το κάνει. Μέσω τηλεοράσεων, ΜΜΕ, πανεπιστημίων, σχολείων κλπ.

Κατά τρίτο λόγο φταίει και η ίδια η αριστερά γιατί δεν έχει έναν σύγχρονο επαναστατικό λόγο, δεν έχει μια σύγχρονη επαναστατική προοπτική, και κυρίως διότι δεν εμφανίζεται μετωπικά και δεν συνεργάζεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ν' αποτελέσει άμεσα εναλλακτική λύση.

Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή βούληση

– Πολύς λόγος γίνεται περί αντισυνταγματικότητας και του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου αλλά και σειράς μέτρων, περί νομιμότητας ή μη της παρούσας με εκλεγμένης κυβέρνησης υπό τον κ. Παπαδήμο να λάβει τόσο σημαντικές αποφάσεις. Ποιο είναι το σχόλιό σας;

– Γ. Ρούσης: Στο βαθμό που παραβιάζονται αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις και με την ευρύτερη έννοια το ίδιο το αστικό σύνταγμα, το οποίο εγώ θέλω να ξεπεραστεί -δεν μου είναι επαρκές- τα προστατεύουμε όχι ως αυτοσκοπό, αλλά γιατί μας είναι χρήσιμα για να τα υπερβούμε. Άρα, στο βαθμό που θεωρούμε ότι δεν τηρήθηκε το σύνταγμα με την ψήφιση των μνημονίων, και πιστεύω ότι όντως συνέβει κάτι τέτοιο, προστατεύουμε το σύνταγμα όχι για να καταγγείλουμε απλώς ότι δεν τηρήθηκε αλλά για να αποτελέσει τη βάση που θα ξεπεράσουμε.

Επίσης, πέρα από το τυπικό μέρος της υπόθεσης, υπάρχει και ένα ουσιαστικό. Είναι σαφές ότι τα μέτρα που πάρθηκαν, βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τη βούληση του κόσμου. Άρα δεν μ' ενδιαφέρει μόνο τυπικά να πω ότι παραβιάζεται το σύνταγμα. Παραβιάζεται ευθέως η λαϊκή κυριαρχία. Παραβιάζεται και με έναν άλλο τρόπο η λαϊκή κυριαρχία, καθώς είναι σαφές πλέον επίσης ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από το ελληνικό κοινοβούλιο αλλά επιβάλλονται στην ελληνική κυβέρνηση και στο ελληνικό κοινοβούλιο, (κακώς τα αποδέχονται βέβαια και η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο), από κέντρα που δεν έχουν εκλεγεί από τον ελληνικό λαό.

Συνεπώς, έχουμε μια σαφή και ουσιαστική, και όχι τυπική, παραβίαση της υποτιθέμενης λαϊκής κυριαρχίας. Και λέω «υποτιθέμενης» γιατί ποτέ δεν ήταν και δεν μπορεί να είναι πραγματική η λαϊκή κυριαρχία υπό αστικό καθεστώς. Άρα είναι ξεκάθαρο ότι και ουσιαστικά και τυπικά πρέπει ν' αντιπαρατεθούμε σε αυτήν την παραβίαση.

Όσο μειώνεται η «συναίνεση», θ' αυξάνεται ο καταναγκασμός

– Πολλές συζητήσεις έχουν πυροδοτήσει και τα όσα συνέβησαν εκτός Βουλής στις 12 Φεβρουαρίου, την ημέρα ψήφισης του δεύτερου μνημονίου. Οι εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας έκαναν το γύρο του κόσμου, πολύ μελάνι χύθηκε περί προβοκάτσιας, περί ξεσπάσματος οργής, περί μιας πρόγευσης από το μέλλον μας, ενώ αντίθετα καμία εικόνα από το πλήθος των διαδηλωτών δεν μεταδόθηκε. Ποια είναι η γνώμη σας;

– Γ. Ρούσης: Έχω μια ιδιαίτερη γνώμη επί του προκειμένου. Σαφώς υπήρχαν μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις ενός μεγάλου πλήθους κόσμου, το οποίο δεν χρησιμοποίησε βία, ή μάλλον δεν αντέδρασε βίαια στην βία της εξουσίας. Και μάλιστα, μεγάλο τμήμα του κόσμου αυτού προσπάθησε, παρά την κατάσταση που δημιουργήθηκε, να παραμείνει στη συγκέντρωση.

Επίσης, οι δυνάμεις καταστολής αναίτια και χωρίς κανένα λόγο επιτέθηκαν στον κόσμο χωρίς να υπάρξει καν πρόφαση, γιατί για να υπάρξει καταστολή δεν χρειάζεται πάντα να υπάρχουν «ζηλωτές». Μπορεί οι «Ρωμαίοι» να καταστέλλουν και χωρίς τους «ζηλωτές». Υπήρξε μια επίθεση στον κόσμο με σκοπό να διαλυθούν οι συγκεντρώσεις και να αποτραπεί να κατέβει και άλλος κόσμος στο δρόμο, γιατί κατέβαινε μαζικά κόσμος. Άρα το κύριο είναι η μαζικότητα του κόσμου και η κρατική καταστολή.

Εγώ διαφωνώ με σύμπασα την αριστερά από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, μείον αναρχικών, μέχρι το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, ότι όλοι όσοι έκαιγαν τράπεζες, συγκρούονταν με την αστυνομία κλπ, ήταν προβοκάτορες. Είναι μέγα λάθος αυτό. Άσχετα από το πώς χρησιμοποιήθηκε η αντίδραση αυτή, υπάρχει σήμερα σημαντικό κομμάτι της νεολαίας, το οποίο όλο και θα αυξάνεται κατά τη γνώμη μου, που αντιδρά με αυτόν τον τρόπο: έρχεται σε σύγκρουση, χρησιμοποιεί βία και θεωρεί ιδεολογικά ότι απέναντι στη βία της εξουσίας θα πρέπει να χρησιμοποιείται βία. Πιστεύω ότι η βία καθεαυτή δεν είναι αρνητικό φαινόμενο, πχ η επαναστατική βία. Διαφωνώ όμως στη χρήση της στη συγκεκριμένη περίπτωση διότι δεν θεωρώ ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για να χρησιμοποιηθεί μαζικά η βία. Θα ήταν αυτοκτονία, δηλαδή, μια μετωπική επίθεση διότι οι επαναστατικές δυνάμεις δεν είναι ώριμες για κάτι τέτοιο και θα τις κατασπαράξουν. Δεν διαφωνώ όμως με το ίδιο το μέσο.

Πιστεύω δε ότι φαινόμενα σαν αυτά που ζήσαμε στις 12 Φεβρουαρίου θα αυξάνονται ολοένα περισσότερο. Θα αυξάνονται ευθέως ανάλογα με την ανικανότητα της υπόλοιπης αριστεράς να δώσει μια διέξοδο στην κρίση. Όσο συρρικνώνεται η κοινωνική συναίνεση προς το σύστημα, και συρρικνώνεται επειδή πλήττεται η αντικειμενική βάση πάνω στην οποία στηριζόταν αυτή η συναίνεση, πχ μια ορισμένη καλοπέραση, μια ορισμένη εργατική αριστοκρατία, και με δεδομένο ότι το κάθε κράτος, η κάθε εξουσία, στηρίζεται σε δύο πόλους, στον καταναγκασμό και στη συναίνεση, όσο συρρικνώνεται η δεύτερη, θ' αυξάνεται ο πρώτος. Σε αυτήν την αύξηση του καταναγκασμού, του αυταρχισμού, των αντιδημοκρατικών μέτρων εντάσσεται και η επίθεση κατά των διαδηλώσεων. Θα υπάρξει περισσότερη αστυνομική βία, ακόμη και μέτρα που θα απαγορεύουν τις διαδηλώσεις. Θα συρρικνωθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες γιατί δεν έχει άλλο τρόπο το σύστημα να συντηρηθεί, εφόσον μειώνεται η συναίνεση και αυξάνεται ο καταναγκασμός. Άρα, σε αυτήν την κατάσταση θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι ν' απαντήσουμε. Δεν μπορεί να καθόμαστε και να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα αυτήν τη βία.

 

ΠΗΓΗ: Συνέντευξη του καθηγητή Γιώργου Ρούση  στο http://cyprusnews.eu  στα πλαίσια της έρευνας για την κρίση στην Ελλάδα, via contramee. Το είδα, 2-4-2012, http://www.aristerovima.gr/blog.php?id=3273

 

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ η Αιγυπτία

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ [Η Αιγυπτία]

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η Εκκλησία κατά την τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τιμά τη μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Η οσία Μαρία είναι γνωστή κυρίως μέσα από τη λαϊκή φράση «μας παριστάνει την οσία Μαρία». Με τη φράση αυτή ο λαός μας, ο κατά κανόνα καλοπροαίρετος αλλά συνάμα και απληροφόρητος περί τα θέματα της πίστης του, προβάλλει άκρως αντιευαγγελική θέση.

Η οσία υπήρξε πόρνη της Αλεξάνδρειας, της μεγαλόπολης αυτής της Αιγύπτου, από την εφηβική της ηλικία και επί δεκαεπτά έτη. Η περιέργεια ή κάποιος άλλος λόγος την παρακίνησε να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα μαζί με προσκυνητές και άλλους ταξιδιώτες. Το συναξάρι της δεν παραλείπει να αναφέρει ότι τα ναύλα και τα άλλα έξοδα του ταξιδίου της εξασφάλισε ασκώντας και εν πλω το επάγγελμά της. Το ταξίδι της αυτό θα αποτελούσε για τη Μαρία εφήμερη διέξοδο από την τραγική καθημερινότητα που βιώνουν οι περιφρονημένες ακόμη και σήμερα, όπως και τότε, γυναίκες της αγοραίας ικανοποίησης του γενετησίου ενστίκτου. Όμως συνέβη κάτι το συνταρακτικό! Η Μαρία συγκλονίστηκε από την αδυναμία της να εισέλθει στον ναό της Αναστάσεως του Σωτήρος, σε αντίθεση με το πλήθος των προσκυνητών που εισέρχονταν. Τι άραγε συνέβαινε;

Ήταν τόση η αμαρτωλότητά της, ώστε μόνο αυτήν ο Θεός έκρινε ανεπιθύμητη; Είναι αντίληψη προς την οποία ρέπουμε όλοι εμείς που κατηγοριοποιούμε τους αμαρτωλούς κατατάσσοντας στην κατώτερη στάθμη πόρνες και τελώνες παραβλέποντας ότι αυτοί δεν ήσαν ασυνήθεις συνομιλητές του Σωτήρα μας Χριστού. Και ήταν η συνάφεια εκείνη αρκετή για να εκτοξεύουν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι βαρειές κατηγορίες κατά του Θεανθρώπου. Από την άλλη μήπως ήταν το εμπόδιο παρέμβαση στερητική της ελευθερίας της πόρνης, προκειμένου αυτή να συνέλθει και να πορευθεί το υπόλοιπο της ζωής της με μετάνοια; Σε κάθε περίπτωση παρέμβασης του Θεού στη ζωή ενός προσώπου οξεία εγείρεται η καταγγελία των κριτικά ισταμένων, προασπιστών δήθεν της ελευθερίας του προσώπου, το οποίο όμως δια της φιλοσοφίας τους αρνούνται. Ο Θεός παρεμβαίνει συχνά στη ζωή μας, η παρέμβαση όμως αυτή δεν έχει αιτιώδη συνέπεια. Άλλοι λαμβάνουν το μήνυμα και μετανοούν, άλλοι όμως απαξιούν ακόμη και να το αναγνώσουν. Η οσία Μαρία ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Γιατί όμως ο Θεός της έδωσε αυτή την ευκαιρία; Γιατί έκρινε πως στη Μαρία, σε αντίθεση με την επιπόλαια ανθρώπινη κρίση, «πιστών» και «απίστων», παρά την φοβερή ηθική κατρακύλα, είχε διασωθεί κάτι από την αρχική εικόνα του Πλάστου. Μ' αυτό ακριβώς αρχίζει και το απολυτίκιο της οσίας: «Εν σοι μήτηρ ακριβώς διεσώθη το κατ' εικόνα». Η πρώην πόρνη μετανοημένη αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Πορεύεται στην έρημο ανατολικά του ποταμού Ιορδάνη και ζει οσιακά επί σαραντεπτά έτη. Μόνο περί το τέλος του βίου της ήλθε σε κοινωνία με τον ασκητή Ζωσιμά, από τον οποίο έλαβε τα άχραντα Μυστήρια και γνωστοποίησε σ' αυτόν τα του βίου της. Η Εκκλησία προβάλλει και άλλες πρώην πόρνες και μετέπειτα όσιες, όπως την Πελαγία και την Ταϊσία! Ασφαλώς είναι πολύ περισσότερες οι άγνωστες.

Γιατί επικράτησε μεταξύ του λαού η φράση «παριστάνει την οσία Μαρία»; Προφανώς επειδή μας είναι τρομακτικά δύσκολο να κατανοήσουμε το περί μετανοίας κήρυγμα του Ευαγγελίου. Κινούμαστε, ιδίως οι «πιστοί», με τη βεβαιότητα της σωτηρίας μας, καθώς έχουμε γαλουχηθεί με τα νάματα της πίστης από τη βρεφική ηλικία. Αισθανόμαστε εν πολλοίς ότι με την εν γένει συμπεριφορά μας έχουμε υποχρεώσει τον Θεό, ο οποίος οφείλει να ανταποδώσει τις «θυσίες» που έχουμε υποστεί για χάρη Του. Είμαστε οι «πρεσβύτεροι» γυιοί, που αγανακτούμε, επειδή ο Πατέρας ανατρέποντας την ανθρώπινη δικαιοσύνη δέχεται τόσο φιλόφρονα τον άσωτο υιό. Είμαστε οι εργάτες της γης, που αγανακτούμε, επειδή αμειβόμαστε, εμείς που σηκώσαμε τον κάματο της ημέρας και τον καύσωνα, το ίδιο μ' εκείνους που προσήλθαν στον αγρό λίγο πριν από τη δύση του ηλίου. Βέβαια η οσία Μαρία δεν άργησε τόσο πολύ να μετανοήσει. Υπάρχουν άλλες περιπτώσεις που προσβάλλουν βάναυσα το περί δικαίου ανθρώπινο αίσθημα. Η χαρακτηριστικότερη είναι αυτή του ληστή, που συσταυρώθηκε με τον Κύριο. Είναι ο μόνος, για τον οποία η μέλλουσα κρίση αποτελεί παρελθόν, σύμφωνα με τον λόγο του σταυρωμένου Κυρίου. Και εξασφάλισε τον Παράδεισο με ένα «μνήσθητι» λίγο πριν παραδώσει την ψυχή του! Ποιος; Ο στυγερός εγκληματίας! Πόσο αδύναμοι είμαστε να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της λέξης πρώην μπροστά από τη λέξη πόρνη, τελώνης, φονιάς! Η ανθρώπινη δικαιοσύνη μετά βίας περιορίζει το μέγεθος της ποινής σε περίπτωση μεταμέλειας (πολύ διαφορετικής από τη μετάνοια) και καλής διαγωγής κατά τη διάρκεια της κράτησης. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν διαγράφεται η πράξη του ενόχου, πράξη που σημαδεύει ανεξίτηλα την ύπαρξή του ως το τέλος του βίου. Ο Χριστός, ως υπέρτατος Κριτής των πράξεων και παραλείψεων των πλασμάτων Του, διαγράφει όλες τις αμαρτίες μας, αρκεί με συντριβή να τις αποθέσουμε επάνω Του. Αυτό είναι που προκαλεί διαχρονικά όχι μόνο απίστους αλλά και «πιστούς». Εμείς θέλουμε να πέφτει στα μάτια μας ο συνάνθρωπός μας, καθώς έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η πτώση του συμβάλλει στη δική μας ανύψωση! Σε τελευταία ανάλυση η συγκατάβαση του Πλάστη προς το πλάσμα Του μας είναι ανυπόφορη. Αυτή η ηθική, η οποία καλλιεργήθηκε κυρίως στον προτεσταντικό κόσμο τείνει να μας κυριεύσει και να μας αφανίσει. Πόσες φορές είδαμε στη λογοτεχνία τους σκηνές αφάνταστης σκληρότητας έναντι άγαμης μητέρας. Πόσο συνέβαλε η αρρωστημένη αυτή ηθική στην τρομακτική αύξηση των εκτρώσεων, αφού οι αποδέκτες της θεωρούν πρωτεύουσα τη γνώμη της κοινωνίας και δευτερεύουσα την εντολή του Θεού!

Η έλευση του Χριστού δεν έθεσε τέρμα στις κακίες του παλαιού κόσμου. Η πορνεία βρίσκεται σήμερα σε τρομακτική έξαρση! Στις φτωχές χώρες του πλανήτη είναι οι ίδιοι οι γονείς που προάγουν τα παιδιά τους, κορίτσια και αγόρια, προς εξασφάλιση των προς το ζην ή τα παραδίδουν σε προαγωγούς, προκειμένου να απαλλαγούν από δάνειο που στέκονται ανήμποροι να αποπληρώσουν. Σε άλλες χώρες οι προαγωγοί φυλακίζουν τα θύματά τους, τα οποία με όνειρα μεταναστεύουν για καλύτερη ζωή, έχοντας φροντίσει να αποσπάσουν απ' αυτά το διαβατήριο και άλλα έγγραφα. Και όλοι οι καθώς πρέπει των «χριστιανικών» χωρών κάνουν πως αγνοούν το πρόβλημα, που αποτελεί μάστιγα για όλες τις χώρες, ανεπτυγμένες και υπανάπτυκτες. Και όμως ανάμεσα στις τραγικές αυτές υπάρξεις που βιώνουν την αγριότερη μορφή καταπίεσης, τον διαρκή βιασμό, κάποιες καταφέρνουν και σήμερα να διασώζουν το «κατ' εικόνα», σε αντίθεση προς τους βιαστές τους. Το διασώζουν χάρη στην παρρησία προς τον Κύριο των μετανοημένων πρώην πορνών Μαρίας, Πελαγίας, Ταϊσίας και πλήθος άλλων.

                                                                                   

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 2-4-2012

Το πρόβλημα της παράδοσης – Καραγκιόζης

Το πρόβλημα της παράδοσης – [Η προφορική παράδοση με αφορμή τον καραγκιόζη]

 

Του Γιάννη Κιουρτσάκη

 

Το ζήτημα δεν είναι τόσο ποια πράγματα τελείωσαν, αλλά με τι αντικαθιστούμε, εμείς που ζούμε, όπως κάθε πράγμα της ζωής, μέσα στη φθορά και την αλλαγή, τα πράγματα που νομίζουμε τελειωμένα.

Γιώργος Σεφέρης

 

ΑΣ ΑΡΧΙΣΩ μ' ένα επεισόδιο του Καραγκιόζη, που μου αρέσει να μνημονεύω. Ο Μπαρμπαγιώργος, που δεν ξέρει γράμματα και θέλει να στείλει γράμμα στο χωριό του, πάει να βρεί τον διορισμένο από το σεράι γραμματικό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ανηψιό του: τον εξίσου αγράμματο αλλά θεομπαίχτη Καραγκιόζη που, όπως συνήθως, δήλωσε μιάν ιδιότητα με την οποία δεν έχει καμία σχέση και ανέλαβε «επισήμως και δημοσίως» καθήκοντα γραμματικού.

  • Έκπληξη του Μπαρμπαγιώργου, ανάμικτη με θαυμασμό για το «γραμματιζούμενο ανιψίδι του», αλλά και με δυσοίωνα προαισθήματα για κάποιο επικέιμενο «χ' νέρι». Αλλά ο αμαθής βλάχος, αντικρίζοντας τον ψευτογραμματικό, καθώς η επιστολή που σχεδιάζει να στείλει περιέχει ένα λυπητερό, καταπώς αισθάνεται, μήνυμα – το μήνυμα ότι το «π'δί τον Μητρούση τον πήραν αστρακαθιώτη (= στρατιώτη) και τον φράγκεψαν και του δώσαν μια καραμούζα να γυρίζει στα παζάρια και να κάνει τάρ τάρ τάρ» – απαιτεί, λοιπόν, το γράμμα αυτό να πάει «κλαφτό και μοιριολογιστό», ακριβώς όπως το υπαγορεύει και προστάζει τον ανηψιό του να κλαίει κι αυτός την ώρα που γράφει, ώστε να ολοκληρωθεί η «κλαφτή» διαβίβαση. Φυσικά, ο Καραγκιόζης, που έτσι κι αλλιώς «γράφει» στα κουτουρού, σαν γνήσιος «γραμματοτυφλός» που είναι (ο χαρακτηρισμός δικός του), όχι μόνο δεν κλαίει αλλά σκάει στα γέλια. Καθώς όμως ο μπάρμπας του αγριεύει, σκαρφίζεται, για να ξεφύγει, ένα τέχνασμα: να βάλει τον αδαή χωριάτη να μιλήσει δήθεν στο τηλέφωνο – «τηλέφωνο» που δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα χωνί παλιού γραμμοφώνου – ενώ ο ίδιος θα μιμείται από την άλλη άκρη του χωνιού τη φωνή της θειά-Γιωργούλας, της παραλήπτριας του γράμματος. Θάμβος του Μπαρμπαγιώργου, καθώς ακούει δίπλα του τη θειά-Γιωργούλα, δίχως να τη βλέπει θάμβος μπροστά στα πράματα και τα θάματα που βγάζει κείνη η «Ογρωπή»: ως τη στιγμή που ανακαλύπτει το «χ' νέρι» – και η σκηνή τερματίζεται με το ξυλοφόρτωμα που φαντάζεστε[1]
  • Έλεγα πως το επεισόδιο αυτό μου αρέσει να το μνημονεύω. Και τούτο γιατί, κάθε φορά που το ξανασκέφτομαι, μένω με τη σειρά μου έκθαμβος μπροστά στα πράγματα που μπορεί να κουβαλάει ένα λαϊκό θέατρο – πράγματα που κι εγώ και κάμποσοι άλλοι προσπαθήσαμε να μελετήσουμε, ξεκινώντας από το παράδειγμα του Καραγκιόζη ή κάποιο ανάλογο, χωρίς, ωστόσο, πιστεύω, ο εκτενής θεωρητικός μας λόγος να εξαντλήσει ποτέ όλα όσα με άκρα πυκνότητα και οικονομία μας λέει μια τέτοια σκηνή. Συνοψίζω: από τη μια, ο αγράμματος βοσκός, ο πρωτόγονος χωρικός που η φιγούρα εξεικονίζει μόνη της έναν κόσμο: τον κόσμο του αγροτικού πολιτισμού, της προφορικής παράδοσης, της αμιγώς προφορικής επικοινωνίας. Από την άλλη, ο παμπόνηρος κατεργάρης της πόλης, ο Καραγκιόζης, που παίζει εδώ αδιαίρετα τον ρόλο του αγύρτη, του τσαρλατάνου, και εκείνον του δημόσιου υπάλληλου του σεραγιού, δηλαδή την ανίκανη και διαφθαρμένη γραφειοκρατία ενός υπανάπτυκτου και υποδιοικούμενου κράτους που εξεικονίζει έτσι πιο πλατιά τον κόσμο της νεοελληνικής πόλης, όπως αυτός εμφανιζόταν στην εποχή της ακμής του Καραγκιόζη – κι ίσως όχι μόνο σ' αυτήν. Από τη μια, η αμεσότητα της προφορικής επικοινωνίας που, καθώς κινητοποιεί όλες μαζί τις αισθήσεις, δίνει στον κάθε συνομιλητή τη δυνατότητα να μεταδώσει όχι απλώς μια πληροφορία, αλλά τον καημό του, τον πόνο του, την ψυχή του να βάλει στον λόγο του ολόκληρο τον εαυτό του όχι μόνο με όσα λέει, αλλά και με τον τρόπο που τα λέει, με τον ρυθμό και τον τόνο της φωνής του, με το βλέμμα και την έκφραση του προσώπου του, με τις χειρονομίες του ή ακόμα μ' ένα τραγούδι, όπως είναι το μοιρολόγι. Από την άλλη, η γραφή που, κατά τα φαινόμενα, παίρνει αυτόν τον ολοζώντανο λόγο, αυτήν την πολυεπίπεδη επικοινωνία και τους φυλακίζει σ' ένα άψυχο και επίπεδο φύλλο χαρτιού, φορτωμένο με τα αφηρημένα σχήματα που λέγονται γράμματα που φτωχαίνει, με άλλα λόγια, αυτήν την έκφραση κι αυτήν την επικοινωνία, όσο τουλάχιστον ο Μπαρμπαγιώργος δεν γίνεται συγγραφέας: όσο δεν κατορθώνει όχι απλώς να μάθει γράμματα, αλλά και να κατακτήσει το στοιχειώδες εκείνο ύφος γραφής, χάρη στο οποίο ο καημός του, που εκδηλώνεται τόσο σπαρταριστά στον προφορικό του λόγο, θα περνούσε κάπως στο γράμμα του. Όμως, για την ώρα, όχι μόνο δεν διακρίνουμε τέτοια προοπτική, αλλά και τα γράμματα στα οποία υποτίθεται ότι μετατρέπονται τα λόγια του Μπαρμπαγιώργου δεν είναι παρά οι άθλιες μουντζούρες, του οποίου θύμα πέφτει και πάλι ο ταλαίπωρος βλάχος. Εκείνο που παίζεται μπροστά μας είναι η εκμετάλλευση του αγράμματου κόσμου της υπαίθρου από τους δήθεν γραμματισμένους αστούς, τους κάθε λογής ψευτο-επιστήμονες ή μισο-επιστήμονες της νεοελληνικής πόλης και είναι, ακόμα γενικότερα, η αλλοτρίωση που προκαλεί στις ανθρώπινες σχέσεις ο νεωτερικός πολιτισμός όταν εισβάλλει βίαια σε μια παραδοσιακή κοινωνία. Ένα δράμα που παίζεται επίσης σε αμέτρητες παραλλαγές και στη σκηνή της ζωής μας – στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να επανέλθω.

Τώρα ας θυμηθούμε πρόχειρα και επί τροχάδην λίγα ακόμα καραγκιοζίστικα δρώμενα. Ας θυμηθούμε πώς αυτός ο «λουμποδύτ' ς», ο Καραγκιόζης, δεν βρίσκει άλλον προστάτη, κάθε φορά που αντιμετωπίζει την εξουσία και τα όργανά της, από αυτόν ακριβώς τον εξαπατημένο βλάχο – το αίμα του. Ας θυμηθούμε την παροιμιώδη φράση του τελευταίου, όταν αντικρίζει το ανιψίδι του στα χέρια του Βεληγκέκα: «Έχει και μπάρμπα το π' δί!». Οικογενειακό και εθνικό φιλότιμο, συγγενική αλληλεγγύη, σχέσεις προστασίας, στενοί δεσμοί του χωριού με τη μόλις σχηματισμένη νεοελληνική πόλη: όλα αυτά τα βιώματα, όλες αυτές οι σχέσεις, όλες αυτές οι ιδεολογικές αξίες και οι ψυχικές στάσεις του νεοελληνικού κόσμου θησαυρισμένες σε μια μικρή φράση και με μεγαλύτερη πληρότητα απ' ό,τι στην πιο πετυχημένη ηθογραφία… Ας θυμηθούμε στην παράγκα του Καραγκιόζη: αυτό το ετοιμόρροπο κι όμως παράξενα ανθεκτικό κατάλυμα, το οποίο αποτυπώνει όχι μόνο την αντίθεση φτώχειας και πλούτου, υπηκόων και εξουσίας, έτσι που στέκει απέναντι στο φανταχτερό και μεγαλόπρεπο σεράι του πασά, ούτε μόνο το ήθος της παλιάς νεοελληνικής αστικής φτωχογειτονιάς, αλλά επίσης – και ίσως πάνω απ' όλα – την εγγενή προσωρινότητα και τη μόνιμη ανασφάλεια όλης μας της κοινωνικής υπόστασης……………………………………………………………………………………

  • Εκείνο δηλαδή που υποστηρίζω είναι απλά ότι αυτό το «πρωτογενές», καθώς λέμε, θέατρο μεταφέρει κρίσιμες εμπειρίες του τόπου μας, ότι κατορθώνει να πιάσει στα δίχτυα του κάτι από το ασύλληπτο νεοελληνικό γίγνεσθαι και να το μετουσιώσει σε συμβολική εικόνα, μεταδίδοντας έτσι κάθε βράδυ στους θεατές του μια βαθιά – ανεπίγνωστη έστω – γνώση για τον κόσμο όπου ζούν, μιαν οξύτατη ευαισθησία απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα κάτι που τόσο σπάνια πετυχαίνουν τα μαζικά θεάματα τα οποία ονομάζουμε σήμερα λαϊκά – παρά τα πλούσια μέσα που επιστρατεύουν και παρά τον υποτιθέμενο ρεαλισμό τους. Κι αυτή η διαπίστωση γεννάει ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε τώρα.

Τι είναι λοιπόν εκείνο που επέτρεψε σ' αυτό το «απλοϊκό» θέατρο να φορτιστεί με τόση αλήθεια; Πράγμα ακόμη πιο θαυμαστό: πώς αυτό το ξένο πολιτισμικό προϊόν – αφού ο Καραγκιόζης ήρθε στον τόπο μας από την Τουρκία και διαμορφώθηκε ως ολοκληρωμένο ελληνόφωνο θέαμα, με το τυπικό σκηνικό και τα τυπικά πρόσωπα που ξέρουμε, μόνο γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα – πώς αυτό το προϊόν μπόρεσε να γίνει ένας τόσο πιστός καθρέφτης του νεοελληνικού κόσμου, μια τόσο γνήσια έκφραση νεοελληνικού πολιτισμού;

  • Τέτοια ερωτήματα με παρακίνησαν εδώ και χρόνια να μελετήσω τον Καραγκιόζη[2]. Και η πιο ικανοποιητική σχετική απάντηση που μπόρεσα να βρώ εί – ναι ότι αυτό το θέατρο στάθηκε δημιούργημα πολλών ανθρώπων – προϊόν συλλογικής επεξεργασίας. Αν, δηλαδή, ο Καραγκιόζης αποκαλύπτεται ομοούσιος με την κοινωνία και τον πολιτισμό μας, αυτό πρέπει να οφείλεται πρώτα στο γεγονός ο ίδιος είναι ένα απόσταγμα κοινών εμεπιριών, αξιών, και στάσεων που μετάγγισε στάλα στάλα στις παραστάσεις του η ίδια η νεοελληνική κοινότητα ένα έργο ομαδικό. Και όταν λέμε ομαδικό, λέμε κατ' ανάγκην παραδοσιακό: έργο που παραδίδεται από τον ένα τεχνίτη στον άλλο κι από τη μια γενιά στην άλλη, ώστε να γίνει κοινό κτήμα.

  • Αυτή είναι σχηματικά η ιδέα που δοκίμασα άλλοτε να αναπτύξω: ότι η ομαδική δημιουργία του Καραγκιόζη δεν είναι παρά η άλλη όψη του γεγονότος πως έχουμε να κάνουμε με μια παράδοση και μάλιστα με παράδοση προφορική: με έργα που παραδίδονται από στόμα σε στόμα μέσω μιας πρακτικής μαθητείας και χωρίς τη μεσολάβηση της γραφής ακριβώς όπως γίνεται και με το δημοτικό τραγούδι, τα παραμύθια, τις διηγήσεις, τις παροιμίες, με όλα τα είδη του παραδοσιακού λαϊκού λόγου, καθώς και της μουσικής. «Ο Καραγκιόζης δεν γράφεται, λέγεται» είπε κάποτε στον Βάρναλη ο Μόλλας. Και τούτο είναι αποφασιστικό για την εμφάνιση της συλλογικής επεξεργασίας που υπαινίχθηκα. Πρώτο, ένα έργο, που δεν καθηλώνεται σε γραπτό κείμενο, αλλά κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, διαφοροποιείται κατ' ανάγκην από τους διαδοχικούς ερμηνευτές του, οι οποίοι – έστω και άθελά τους – το παραλλάσουν ακατάπαυστα κι επομένως το αναδημιουργούν και όποιος είναι λίγο εξοικειωμένος με τον Καραγκιόζη ξέρει καλά πώς ο λόγος κάθε παράστασης είναι διαφορετικός από τον λόγο όλων των προηγούμενων παραστάσεων – ακόμα κι όταν μιλάμε για παράσταση του ίδιου έργου, παιγμένη από τον ίδιο καραγκιοζοπαίχτη, στη διάρκεια της ίδιας βραδιάς. Δεύτερο, αυτή η αέναη δημιουργία έχει εξ αρχής μια διάσταση συλλογική, καθώς ο καραγκιοζοπαίχτης – και κάθε προφορικός τεχνίτης – πλάθει την παράσταση και τον λόγο του όχι κλεισμένος στο γραφείο, αλλά μέσ' από ένα συνεχή διάλογο με το κοινό που έχει μπροστά του, το οποίο επηρεάζει έτσι καθοριστικά, με τον έλεγχο και τις παραγγελίες του, τη δουλειά του τεχνίτη. Τρίτο, καθώς αυτός ο διάλογος επαναλαμβάνεται από παράσταση σε παράσταση, το αρχικό δημιούργημα μεταμορφώνεται ασταμάτητα σ' ένα νέο έργο που τείνει να ανταποκριθεί ολοένα και πιο ικανοποιητικά στις ανάγκες και στα γούστα της ευρύτερης πολιτισμικής κοινότητας. Και τέταρτο, καθώς το έργο αυτό συντηρείται όχι σ' ένα τυπωμένο βιβλίο ή χειρόγραφο, αλλά αποκλειστικά μεσ' από τις αλλεπάλληλες ζωντανές εκτελέσεις του, μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως ό,τι επιζει από τις αμέτρητες καινοτομίες των τεχνιτών, ό,τι καθιερώνεται ως παράδοση είναι μονάχα εκείνο που άρεσε στην ευρύτερη κοινότητα, εκείνο που συγκράτησε η συλλογική μνήμη και, επομένως, ενέκρινε η ομάδα………………….. μιά τέτοια δημιουργία συντελείται πάντα μέσα στο αυστηρό πλαίσιο μιάς παράδοσης, στηρίζεται πάντα σε μια παράδοση, η οποία βρίσκεται πίσω και από τους αυτοσχεδιασμούς κάθε καραγκιοζοπαίχτη και από τη συνεργασία του παραδοσιακού κοινού του Καραγκιόζη……………………

 Να λοιπόν που ο Καραγκιόζης οδηγεί σ' ένα γενικότερο στοχασμό γύρω από την παράδοση – κι όχι μόνο την προφορική. Γιατί η προφορική παράδοση αποτελεί, όπως ελπίζω θα φανεί λίγο λίγο, τη μήτρα κάθε παράδοσης, τον αναπαλλοτρίωτο πυρήνα της ίδιας της έννοιας του παραδοσιακού.

  • Συνήθως, όταν μιλάμε για παράδοση, σκεφτόμαστε κάτι στατικό, που ταυτίζεται πάνω κάτω με την προσκόλληση στο παρελθόν, τη συντήρηση, την αντίσταση στην πρόοδο σκεφτόμαστε την άρνηση της αλλαγής, την απολίθωση των παραδεδομένων προτύπων, την αναγωγή τους σε αυθεντία. Και πράγματι, υπάρχει στις λεγόμενες παραδοσιακές κοινωνίες ένας υπερτονισμός του παρελθόντος: υπερτονισμός που αντανακλά πρίν απ' όλα αντικειμενικές ανάγκες, αφού μιλάμε για κοινωνίες κατά κανό – [25] να αναλφάβητες, χωρίς συγκροτημένη επιστήμη και με στοιχειώδη τεχνολογία επομένως, για κοινωνίες που έχουν πολύ μικρή ικανότητα να ανανεώσουν μόνες τη γνώση τους και είναι γι' αυτό υποχρεωμένες – αν δεν θέλουν να πάνε πίσω – να στηρίξουν πριν απ' όλα τη ζωή τους στα προηγούμενα, στις αναγνωρισμένες πρακτικές, στη γνώση των παλαιών, με μια λέξη στη παράδοση.

Από την άλλη μεριά, όταν μελετάμε με ποιο συγκεκριμένο τρόπο διαμορφώθηκε λ.χ. ο νεοελληνικός Καραγκιόζης ή το δημοτικό τραγούδι, αποκομίζουμε μιαν αίσθηση που δεν είναι λιγότερο δικαιολογημένη από την πρώτη μας εντύπωση. Προτού γίνει κοινό κτήμα, η παράδοση είναι μια ενέργεια, όπως το δείχνουν δύο πασίγνωστοι στίχοι, οι οποίοι προσεγγίζουν καλύτερα από κάθε ορισμό το παραδοσιακό ήθος:

Σ' αυτόν τον κόσμο πού' μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα

Σ' εμάς τον παραδώκανε, κι άλλοι τον καρτερούνε

  • Αυτή η αδιάκοπη αναπροσαρμογή του παραδεδομένου ορίζει ουσιαστικά την προφορική παράδοση – και κάθε παράδοση ………………………………… η παράδοση δεν αποτελεί απλώς μιαν πολιτισμική κληρονομιά, όπως αγαπάμε να το διακηρύσσουμε στις μέρες μας αποτελεί προπάντων τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιοποιούν αυτήν την κληρονομιά – τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, εκφράζεται, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της στο παρόν μια κοινότητα ανθρώπων. Με δυό λόγια: όχι απλώς μιαν περιουσία – το έχειν αυτής της κοινότητας – αλλά μιαν ουσία – το ίδιο της το είναι.

 

Σημειώσεις

 

[1] Πρόκειται για «κλασική» σκηνή του έργου  Ο Καραγκιόζης γραμματικός, όπως παίζεται ακόμα σήμερα από τους περισσότερους καραγκιοζοπαίχτες.

[2] Από τα δύο βιβλία μου που στρέφονται γύρω από το θέατρο σκιών, αναφέρομαι εδώ αποκλειστικά στο Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Κέδρος 1983. Το πρόβλημα της παράδοσης, σελίδες 13-27, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2003.

 

ΠΗΓΗ: http://mesaellada.wordpress.com/2010/11/22/το-πρόβλημα-της-παράδοσης-η-προφορική/. Το είδα: Σάββατο, 28 Ιανουάριος 2012,

http://www.antifono.gr/portal/…CF%82.html 

Η Κυριακή των αντεξουσιαστών

Η Κυριακή των αντεξουσιαστών

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Στη συνείδηση πολλών η Εκκλησία είναι ταυτισμένη με το καταστημένο. Και – σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό – όχι αδίκως. Για λόγους πολλούς και διάφορους, που δεν είναι το παρόντος να τους αναφέρουμε. Και όμως!…

Η Εκκλησία του Χριστού είναι κάθετα και διαμετρικά αντίθετη με το καταστημένο. Απόδειξη;

Η ευαγγελική περικοπή της αυριανής Κυριακής (Ε΄ Κυριακής των Νηστειών). Που σαφέστατα αποδεικνύει ότι ο Χριστός είναι αντεξουσιαστής και συνεπώς και το Ευαγγέλιό του σαφέστατα αντεξουσιαστικό.

Βέβαια μια τέτοια τοποθέτηση εξοργίζει πολλούς εκπροσώπους της Εκκλησίας, που έχουν εναρμονιστεί με τις δομές του κατεστημένου. Αλλά το περίεργο είναι ότι εξοργίζει και τους αντεξουσιαστές.

Γιατί τους κάνει – κατά πάσα πιθανότητα – να αισθάνονται κάπως σαν κατηχητόπουλα. Πράγμα που τους φαίνεται εξαιρετικά μειωτικό, για τον επαναστατική και ανεξάρτητη επιλογή της ζωής τους και της συμπεριφοράς τους. Είτε όμως αρέσει είτε δεν αρέσει και στους μεν και στους δε, το Ευαγγέλιο είναι αυτό, που είναι. Και το γράμμα, αλλά και το πνεύμα των γραφομένων του είναι, όπως προαναφέραμε, σαφέστατα αντεξουσιαστικό.

Τι μας λέει το Ευαγγέλιο στη συγκεκριμένη περίπτωση; Οι μαθητές, μας λέει, του Χριστού εμφορούνταν, όπως και το κατεστημένο της κάθε εποχής, από τη δίψα για εξουσία, πλούτο, δόξες και τιμές. Και μάλιστα οι δυο απ' αυτούς – ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης – έβαλαν τη μητέρα τους να μεσολαβήσει, προκειμένου να καταλάβουν, όταν ο Χριστός θα γινόταν, όπως ονειρεύονταν, βασιλιάς, τις ανώτερες θέσεις. Μια και, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ανίψια του Χριστού. Αφού, η μητέρα τους, η Σαλώμη, ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ, από τον προηγούμενο γάμο του.

Τους πήραν όμως είδηση οι υπόλοιποι μαθητές, οι οποίοι αγανάκτησαν και άρχισαν να διαμαρτύρονται. Και ο Χριστός, που κατάλαβε την αιτία της διαμαρτυρίας τους, τους κάλεσε και τους είπε: Οι άρχοντες του κατεστημένου κατεξουσιάζουν και καταληστεύουν το λαό. Και έχουν το απύθμενο θράσος να παρουσιάζονται από πάνω και ως ευεργέτες και σωτήρες του λαού.

Εσείς όμως σε καμιά περίπτωση δεν θα κάμετε το ίδιο, αλλά το τελείως αντίθετο. Το κατεστημένο θέλει τους εξουσιαστές στην κορφή της κοινωνικής πυραμίδας και το λαό, από κάτω. Έτσι ώστε ο λαός, ανάλογα με την άδικη κοινωνική ιεράρχηση, να συνθλίβεται και να κατακλέβεται, χωρίς να μπορεί να διαμαρτυρηθεί.

Στη δική μας όμως την κοινωνική πυραμίδα ο λαός θα είναι πάνω και κάτω όσοι θέλουν να τον υπηρετούν. Ανώτεροι μεταξύ σας δεν θα είναι αυτοί, που περισσότερο θα καταπιέζουν και θα ληστεύουν το λαό, αλλά εκείνοι, που θα τον υπηρετούν. Γιατί κι εγώ δεν ήρθα να γίνω βασιλιάς και εξουσιαστής και εκμεταλλευτής του λαο

ύ. Ούτε να δεχτώ τις υπηρεσίες κανενός. Αλλά να υπηρετήσω το λαό. Και να προσφέρω ακόμη και τη ζωή μου για χάρη του….

Συγκρίνετε, τώρα, αν θέλετε, το ιδανικό του Χριστού, με τα «ιδανικά» των εκμεταλλευτών και ληστάρχων, που μας κυβερνούν. Απ' τους οποίους μερκοί μεγαλοαπατεώνες έχουν και το απύθμενο θράσος να παρουσιάζονται και ως υπερασπιστές της ορθοδοξίας….

Κι ακόμη περισσότερο συγκρίνετε το ιδανικό του Χριστού με το παπικό ή το δεσποτικό καθεστώς της Εκκλησίας. Το οποίο έχει τόση σχέση με το Χριστό, όση είχαν και οι πάσης φύσεως τύραννοι δια μέσου των αιώνων.

Και οι μεν τύραννοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι δεν πίστευαν στη διδασκαλία του Χριστού και πολύ περισσότερο δεν σκόπευαν να την εφαρμόσουν. Αλλά επεδίωκαν το τελείως αντίθετο. Όπως και οι άρχοντες της εποχής του Χριστού. Όπως και οι ξαδιάντροποι πολιτικοί κανίβαλοι της δικής μας εποχής…

Αλλά το θράσος των εκπροσώπων της δεσποτοκρατίας ξεπερνάει κάθε όριο, γιατί παρουσιάζονται σαν εκπρόσωποι του Χριστού. Για να μπορούν έτσι, εκμεταλλευόμενοι τη θρησκευτική ευαισθησία του λαού, να τον καταπιέζουν και να τον εκμεταλλεύονται αποτελεσματικότερα.

Αλλά και να προσφέρουν χείρα βοηθείας και στους εκάστοτε ομογάλακτους αδελφούς τους. Τους κοσμικούς, δηλαδή, εξουσιαστές και εκμεταλλευτές και τυράννους. Τους οποίους ορκίζουν, προκειμένου να τηρούν τη βάρβαρη και ληστρική, σε βάρος του λαού, νομιμότητά τους.

Αλλά και τους βλέπουμε, κάποτε, να συμπαρακάθονται και στα υπουργικά τους συμβούλια. Για να γίνονται έτσι τα ανήθικα ηθικά τους στηρίγματα. Προκειμένου να πείθουν το λαό να σκύβει ολοένα και περισσότερο κάτω απ' το μαστίγιο της νομικής οικονομικής και αστυνομικής αρπακτικότητας και βίας.

Αντεξουσιαστής, λοιπόν, είναι ο Χριστός και σαφέστατα αντεξουσιαστικό το Ευαγγέλιό του. Αλλά δεν είναι αναρχικός.

Αναρχική – στον υπέρτατο μάλιστα βαθμό – είναι η άρχουσα αναρχία. Όπως του Λουκά, του Αντωνάκη, του Βαγγέλαρου και των δορυφόρων τους. Που, τώρα, έχει φορτώσει στο σβέρκο μας το ναζιστικό καθεστώς του 4ου ράιχ! Προκειμένου να λεηλατήσει την πατρίδα μας και τη ζωή μας.

Γιατί η άρχουσα αναρχία δεν έχει και δεν σέβεται καμιά απ' τις αρχές εκείνες, που χαρακτηρίζουν τις ευνομούμενες κοινωνίες. Και ιδιαίτερα της αρχές της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Που αποτελούν την πεμπτουσία της αντεξουσιαστικής κοινωνίας του Ευαγγελίου!


παπα-Ηλίας, 31-03-2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/03/31/….D/ 

Μέρες και ένσημα ευρωφροσύνης

Μέρες και ένσημα ευρωφροσύνης

Του Παναγιώτη Μαυροειδή

Στις κρίσιμες κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις, η πρώτη προϋπόθεση και η μεγάλη ανάγκη,  είναι η σαφήνεια. Όσοι έχουν ταχθεί υπέρ των μνημονίων, υπέρ της τρόικας, υπέρ του κοινωνικού κανιβαλισμού σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, δεν μασάνε τα λόγια τους, ούτε κρατάνε τα προσχήματα.

‘’Ευρώπη ή χάος;»

Συνέχεια

ΦΑΚΕΛΟΣ "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ"

ΦΑΚΕΛΟΣ «Χρυσή Αυγή»

 

Από το Ramnousia

 

Την Χρυσή Αυγή που σήμερα όλοι λίγο-πολύ ξέρουμε, την συνοψίσαμε όσο πιο περιληπτικά γίνεται στο βίντεο που ακολουθεί:

http://www.youtube.com/watch?v=DMAyqI4Wbyw&feature=player_embedded#t=0s

Στο άρθρο αυτό όμως, γίνεται μια εκτενής παρουσίαση παλαιών ντοκουμέντων που αφορούν τη ναζιστική αυτή οργάνωση. Πρόκειται για μια μεγάλη έρευνα, με ντοκουμέντα που ξεκινούν χρονολογικά από το 1982 και φτάνουν μέχρι το πρόσφατο παρόν. Τα περισσότερα από αυτά είναι γνωστά μόνο στο παλιό κοινό της Χρυσής Αυγής, δηλαδή στα πολύ λίγα άτομα που είχαν προμηθευτεί τα περιοδικά και τις εφημερίδες της, όταν είχαν εκδοθεί προ τριακονταετίας.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για αρχειακό υλικό που δεν έχει βγει στο φως του διαδικτύου και που βοηθάει να κατανοηθεί ποιό ακριβώς είναι το ιδεολογικό και θρησκευτικό υπόβαθρο της οργάνωσης αυτής.

Στα επίμαχα αποσπάσματα των άρθρων που δημοσιεύουμε, για να μην υπάρχουν υπόνοιες ότι αλλοιώνουμε το νόημα, λόγω αποσπασματικής παρουσίασης κ.λπ., από κάτω ακριβώς θα παρατίθεται ένας σύνδεσμος που θα οδηγεί σε ολόκληρο το (σαρωμένο) άρθρο ή σελίδα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η εγκυρότητα των όσων παρουσιάζουμε.

Τίτλος παγανιστικού άρθρου στο περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1982


Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΩΝ

 
Προτού μπούμε στα "πικάντικα" ιδεολογικά θέματα, ξεκινάμε με τις επίσημες θρησκευτικές προτιμήσεις της οργάνωσης, όπως αυτές παρουσιάζονται από διάφορα μέλη της, αλλά ακόμα και από τον ίδιο τον Μιχαλολιάκο. Αυτό γίνεται με αφορμή την πρόσφατη ακαριαία αλλαξοπιστία της Χρυσής Αυγής, που ξάφνου βαπτίστηκε χριστιανή ορθόδοξη, μιας και οι … πατριώτες που προσπαθεί να πείσει να την ψηφίσουν είναι, στο ήθος κυρίως, χριστιανοί ορθόδοξοι. Έτσι είδαμε, τις προάλλες, στα εγκαίνια των γραφείων της στη Λούτσα, τέσσερις ολόκληρους παπάδες να διαβάζουν χριστιανορθόδοξα ευχολόγια μπροστά από ένα με σταυρωμένα χέρια νεοναζιστικό ποίμνιο.

 Είδαμε και τον Μιχαλολιάκο, σε μια συνέντευξη που παρεχώρησε στο ιστολόγιο Hellas-Orthodoxy, να καυχιέται πως έχει πολλούς μοναχούς υποστηρικτές στο Άγιον Όρος. Ας δούμε όμως τώρα πόσο ανταποκρίνονται οι πραγματικές θρησκευτικές πεποιθήσεις της Χρυσής Αυγής στις χριστιανορθόδοξες επιταγές.

http://www.youtube.com/w atch?v=yACNUuDskp4&feature=player_embedded#t=0s

Στο 6ο τεύχος του περιοδικόυ "Χρυσή Αυγή", που εκδόθηκε για τους μήνες Αύγουστος-Σεπτέμβριος του 1982, βλέπουμε τον Μιχαλολιάκο να αναζητεί τον μυθολογικό τραγόμορφο Πάνα (αυτός κι αν είναι προϊόν φυλετικής καθαρότητας), ο οποίος μάλιστα δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει παρά να εμφανίζεται συνεχώς στους τσοπάνηδες της γενέτειράς του Αρκαδίας.

 Περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" [Αυγ.-Σεπ. 1982]. Όλο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Να λοιπόν και η απάντηση στο ερώτημα "γιατί ο Μιχαλολιάκος δεν έχει πάει ως τώρα στο Άγιον Όρος". Επειδή ασφαλώς έψαχνε με τη γκλίτσα του στα βοσκοτόπια της Αρκαδίας τον Μέγα Πάνα. Και αυτό διότι η αναγέννησις του Ελληνισμού σημαίνει επιστροφή στο 12θεο. Απλά και χριστιανικά.

 

Πάμε στο ίδιο τεύχος πάλι, σε ένα άρθρο-ωδή στον Παγανισμό, που δεν κολακεύει και τόσο τον Χριστιανισμό:

 

 


Περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" [Αυγ.-Σεπ. 1982]. Όλο το άρθρο,εδώ.

Ενώ σε ένα άλλο άρθρο υμνείται ο – από χριστιανικής απόψεως – καταραμένος βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουλιανός (ο παραβάτης), διότι προσεπάθησε να σταματήσει την χριστιανική παρακμή ανασταίνοντας τους ωραίους Θεούς των Ελλήνων.

Περιοδικό "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" [Αυγ.-Σεπ. 1982]. Όλο το άρθρο, εδώ.


Στο περιοδικό "ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ", της νεολαίας της Χρυσής Αυγής, που εκδόθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 2000, στο άρθρο "Φωνή από το παρελθόν" υπενθυμίζονται τρεις ημερομηνίες παγανιστικών εορτών, ενώ παράλληλα λοιδορείται ο Χριστιανισμός.

Ολόκληρη η έρευνα και η Πηγή: ΦΑΚΕΛΟΣ "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" – RAMNOUSIA

PSI: Οι τράπεζες μεγάλοι κερδισμένοι

Οι τράπεζες μεγάλοι κερδισμένοι – Δανειακή σύμβαση υποτέλειας

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Με την πληρωμή των συμβολαίων ασφάλισης πιστωτικού κινδύνου (CDS) ύψους 2,5 δισ. ευρώ την Δευτέρα 19 Μαρτίου ολοκληρώθηκε επί τη ουσίας η ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων. Τυπικά το θέμα δεν έχει λήξει καθώς η διαδικασία ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί με τους κατόχους ελληνικών ομολόγων που διέπονται από διεθνές δίκαιο.

Συνέχεια

Η υλιστική ηθική και η απουσία του Θεού

Η υλιστική ηθική και η απουσία του Θεού

 

Του Γιώργη Παπανικολάου

 

Είναι γνωστό ότι μέχρι και σήμερα, ένα μεγάλο κομμάτι της φιλοσοφικής σκέψης αφορά τη δυνατότητα αντίληψης της παρουσίας του Θεού στην ανθρώπινη βιωματική διαδρομή. Είναι επίσης γνωστό πως οι θετικές επιστήμες, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο, πάντοτε έψαχναν και πειραματίζονταν προσπαθώντας να φτάσουν σε κάποιες αποδείξεις για την ύπαρξη ή μη της Υπέρτατης Νόησης. Αυτές οι προσπάθειες εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα, παρ' όλη τη τεράστια πρόοδο και τα επιτεύγματα σε όλους τους τομείς, όπως τη δημιουργία τεχνητής νόησης, τη δημιουργία εμβρύων (τεχνητή γονιμοποίηση, κλωνοποίηση), τη δημιουργία ειδών με επιλεγμένες και αυξημένες δυνατότητες (μετάλλαξη κτλ.).

Ο άνθρωπος, με τη νοητική του ικανότητα, ανακάλυψε κι «έσπασε» γενετικούς κώδικες και μυστικά που παρέχουν βάσιμες προσδοκίες για  μεγάλη αύξηση του προσδόκιμου ορίου ζωής, και τα διαστημικά ταξίδια για τον εποικισμό άλλων πλανητών είναι υπόθεση του προβλέψιμου μέλλοντος. Παράλληλα, και στα πλαίσια των ερευνών που αφορούν περισσότερο τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών, έγιναν ανακαλύψεις που παρέχουν δυνατότητες ολοκληρωτικής καταστροφής της ζωής και του πλανήτη. Κι ενώ το ανθρώπινο ον έφτασε σε επιτεύγματα και ανακαλύψεις που, αγγίζοντας κάποιες «Θεϊκές» ιδιότητες, τουλάχιστον θα μπορούσαν να δώσουν κάποιες σαφείς απαντήσεις για την ύπαρξη ή μη της Υπέρτατης Νόησης, εντούτοις, εξακολουθεί και τώρα να υπάρχει η προβληματική που υπήρξε απ' την αρχή της φιλοσοφικής σκέψης. Προφανώς ένας απ' τους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι γιατί όλες οι ανακαλύψεις και οι λύσεις των προβλημάτων που αγγίζουν τις «Θεϊκές» ιδιότητες, παραπέμπουν σε νέα προβλήματα και σε νέους κώδικες και μυστικά, αποδεικνύοντας πως ο χαρακτηρισμός της μοναδικότητάς τους είχε να κάνει με την ανάπτυξη και τη πρόοδο της ανθρώπινης αντιληπτικής και κατανοητικής ικανότητας. Πάνω σ' αυτές τις δυνατότητες στηρίχτηκαν τα επιχειρήματα για την ύπαρξη ή μη του Θείου, που οδήγησαν σε αντίθετα συμπεράσματα και θεωρίες.

Απ' τη μια λοιπόν έχουμε τη θεώρηση των πραγμάτων που καταλήγει σε μια καθαρά υλιστική – μηχανιστική αντίληψη, που κρίνει ότι δεν υπάρχει ο σχεδιασμός ενός υπέρτατου όντος για τη δημιουργία και τη πορεία του Σύμπαντος, αλλά τα πάντα άρχισαν κι εξελίσσονται μέσα από τις προϋπάρχουσες δυνατότητες των αυθύπαρκτων πρωταρχικών στοιχείων. Η αρχή της εκδήλωσης αυτών των δυνατοτήτων οφείλεται στο τυχαίο γεγονός κάποιου συνδυασμού των αυθύπαρκτων πρωταρχικών στοιχείων, κι έκτοτε τα πάντα κινούνται και μεταλλάσσονται υπακούοντας στον βασικό και πρωταρχικό νόμο της εξέλιξης, που δημιουργεί συνεχώς καινούργια δεδομένα, που με τη σειρά τους οδηγούν σε καινούργιες αναγκαίες προσαρμογές.

Απ' την άλλη έχουμε μια καθαρά Θεολογική αντίληψη της δημιουργίας του Κόσμου, που θεωρεί ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν κι εξακολουθούν να δημιουργούνται και να πορεύονται μόνο με τον σχεδιασμό και την παρέμβαση του Υπέρτατου Όντος. Δηλαδή, ο Θεός έκφρασε τη βούλησή του κι έδωσε ύπαρξη σε οτιδήποτε μπορεί να συμπεριληφθεί σ' αυτό που ο άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται σαν κτίση και δημιουργία.

Κι ενώ η υλιστική – μηχανιστική αντίληψη των πραγμάτων φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο σε μια λογική και ρεαλιστική εξήγηση του φαινόμενου της δημιουργίας, εν τούτοις δεν γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, που εξακολουθεί να διακατέχεται ή τουλάχιστον να αποδέχεται την μεταφυσική και υπερβατική αντίληψη της Θεολογικής ερμηνείας. Μια εξήγηση γι' αυτό είναι ότι η υλιστική θεωρία, παρ' όλο που πλησιάζει περισσότερο στη λογική και πρακτική αντίληψη των πραγμάτων, δεν παύει να υστερεί στη λύση της αναζητούμενης σκοπιμότητας του υπαρκτικού γεγονότος. Δηλαδή, το τυχαίο γεγονός, που αποτελεί τη γενεσιουργό και ουσιώδη αρχή της δημιουργίας, αποστερεί απ' την αρχή την ύπαρξη κάποιου σκοπού στη διαδοχική εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Κόσμος υπάρχει κι εξελίσσεται απλά για να υπάρχει και να εξελίσσεται. Η αρχή και το τέλος του δεν μπορούν να εμπεριέχουν κανένα υπαρξιακό νόημα.

Αλλά το γεγονός της συνείδησης του ανθρώπου, που μόνο αυτός έχει γνώση της ύπαρξής του και της ύπαρξης του Κόσμου, βάζει το ερώτημα του σκοπού αυτής της ύπαρξης.

Ποιος είναι ο λόγος που ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα της αντίληψης των πραγμάτων, μέχρι το σημείο να διερωτάται και ν' αγωνιά για τον σκοπό και τη τύχη της ύπαρξής του;

Γιατί ο άνθρωπος να μην αρκείται μόνο στην αντίδραση του ένστικτου της αυτοσυντήρησης, πράγμα που ισχύει για όλα τα υπόλοιπα όντα που διαβιούν μαζί του στον πλανήτη;

Αυτό το ερώτημα είναι τόσο καίριο, που η δυνατότητα της δημιουργίας του δεν μπορεί να αφεθεί στο τυχαίο γεγονός!

Απ' την άλλη, αν δεχτούμε ότι υπάρχει ο Μεγάλος Δημιουργός του Κόσμου, θα αποτελούσε την έκφραση μιας υπέρτατης σαδιστικής εκδήλωσης το να δοθεί μόνο στον άνθρωπο, κατ' εξαίρεση απ' όλα τα υπόλοιπα όντα του πλανήτη, η συνείδηση του θανάτου, χωρίς να υπάρχει και η διέξοδος που μπορεί να οδηγήσει στην αιτιολόγηση και στη δικαίωση της δημιουργίας του.

Αυτή λοιπόν την αναζητούμενη διέξοδο δίνει κατ' αρχήν η Θεολογική θεώρηση του Κόσμου.

Έτσι, βρίσκεται η ισορροπία μεταξύ της ενέργειας και του αποτελέσματος, έστω κι αν αυτό επιτυγχάνεται με τον λογικά οξύμωρο τρόπο που αποδέχεται πως το κτιστό δημιουργήθηκε απ' το άκτιστο.

Αυτή η μεταφυσική και υπερβατική ερμηνεία και αποδοχή της δημιουργικής σχέσης μεταξύ του άκτιστου και του κτιστού, υπονοεί σαφέστατα και την ύπαρξη της δυνατότητας μιας αμφίδρομης σχέσης μεταξύ του Δημιουργού και του δημιουργήματος.

Πάνω σ' αυτή τη δυνατότητα της σχέσης βρήκε διέξοδο η ανθρώπινη υπαρξιακή αναζήτηση, κι έτσι οικοδομήθηκε η έννοια της θρησκείας με τις διάφορες εκδοχές της, που οριοθέτησε τα πλαίσια της βιωματικής διαδρομής κι έδειξε τον τρόπο μετουσίωσης της θνησιγενούς ύλης σε αθάνατο πνεύμα.

Αν δεχτούμε πως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ενστερνίστηκε αυτή την έννοια της θρησκείας, τότε, σαν λογική συνέπεια του γεγονότος αυτού, θα' πρεπε η κοινωνία να είχε οργανωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε η καθημερινή νοητική καλλιέργεια να προσβλέπει στην ανάπτυξη της σχέσης και στην προσέγγιση με τον Δημιουργό. Όμως αυτό που έγινε, κι εξακολουθεί να γίνεται, ήταν ακριβώς το αντίθετο.

Έτσι ο άνθρωπος, που πραγματικά πιστεύει στην ύπαρξη και στη δυνατότητα της σχέσης του με το Υπέρτατο Όν, βρίσκεται εγκλωβισμένος σ' έναν αντιθετικό τρόπο ζωής, που επιβάλλεται απ' όλες τις μορφές εξουσίας και τον αποπροσανατολίζει από τον μοναδικό στόχο και σκοπό της σύντομης ζωής του. Όμως, μέσα απ' όλες τις δυσκολίες της βιωματικής διαδρομής του, όπου βρίσκεται αναγκασμένος να παλεύει για την ικανοποίηση των συνεχώς αυξανόμενων υλικών αναγκών, είναι φορές που παράλληλα αναζητά και προσπαθεί να διαπιστώσει και να επιβεβαιώσει τη παρουσία και το ενδιαφέρον του Δημιουργού για το δημιούργημά του.

Αυτή η αναζήτηση της παρουσίας του Θεού στην ανθρώπινη καθημερινότητα, που έχει να κάνει με την αγωνία της υπαρξιακής του πορείας, αποκτά καταγγελτικό χαρακτήρα όταν διαπιστώνεται ή απουσία Του.

Πολλοί ερευνητές, συγγραφείς και διανοητές, στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας, έχουν επισημάνει και καταγγείλει την έλλειψη της παρουσίας και τη σιωπή του Θεού σε στιγμές τραγικές για τους ανθρώπους. Αυτή η καταγγελτική αναφορά της απουσίας του Θεού αποτελεί τη βάση της αμφισβήτησής Του, και οδηγεί στην αποδοχή της μοναδικότητας του υλιστικού – μηχανιστικού νόμου της εξέλιξης.

Ο συγγραφέας και διανοητής Νίκος Δήμου, στο δοκίμιό του «Η σιωπή του Θεού και η προπαγάνδα της πίστης», γράφει:

«Ο Θεός σιωπά. Η σιωπή του Θεού είναι το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας – αλλά και Θεολογίας – του περασμένου αιώνα. Ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς και στη Ρουάντα, στην Καμπότζη και στην Σρεμπρένιτσα. Άφησε να εκτυλιχτούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να μας δώσει ούτε ένα «σημείον». Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για το χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση.

Ο Θεός σωπαίνει – είτε λέγεται Θεός, είτε Αλλάχ, είτε Ιεχωβάς, είτε αποκαλείται με άλλο όνομα, από τα πολλά που του δίνουν οι άνθρωποι.

Βλέπει το κακό να συμβαίνει και όχι μόνο δεν το σταματάει (αυτός ο Παντοδύναμος), αλλά ούτε καν αντιδρά είτε για να το δικαιολογήσει, είτε για να εκφράσει τη συμπαράστασή του.

Κι όμως στη Χριστιανική θρησκεία τα κύρια επίθετα του Θεού είναι Πανάγαθος, Ελεήμων και Φιλάνθρωπος, και στη Μουσουλμανική «Αλ Ραχμάν» (Ο Οικτίρμων) και «Αλ Ραχίμ» (Ο Συμπονετικός)».

Πιο κάτω, αναλύοντας τη φράση «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν», αναφέρει:

«Ότι σοφία ενυπάρχει μέσα στην οργάνωση και στην δομή των όντων – από το απλό λουλούδι μέχρι τον περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο – είναι αναμφισβήτητο. Δεν γνωρίζουμε αν είναι η συνειδητή σοφία ενός Δημιουργού, Σχεδιαστή (οι Τέκτονες τον ονομάζουν Μέγα Αρχιτέκτονα του σύμπαντος) ή η αυτόματη (με τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους) εξελικτική μηχανική ευφυΐα των Δαρβινιστών.

Σίγουρα όμως αυτή η σοφία δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα. Τίποτα μέσα στη φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση. Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων.

Η ύπαρξη του πόνου και του κακού στον κόσμο δεν συμβιβάζεται με την παρουσία ενός Πανάγαθου και Παντοδύναμου Θεού.

Η αρχαία διάζευξη (αν δεν μπορεί να εκριζώσει το κακό δεν είναι Παντοδύναμος – αν δεν το θέλει δεν είναι Πανάγαθος) ισχύει πάντα.

Οι αφελείς θεωρίες ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να πράττει και άρα δεν είναι υπεύθυνος γι' αυτόν (είμαι άραγε ελεύθερος να μην πονώ και να μην πεθάνω;) δεν πείθουν κανένα – παρά μόνο όσους παραιτούνται από την λογική».

Όλα αυτά που αναφέρει ο Νίκος Δήμου δεν είναι παρά η ουσία των όσων κατά καιρούς έχουν γραφτεί και ακουστεί σαν ερωτήματα, διαπιστώσεις και συμπεράσματα από τους απολογητές της υλιστικής – μηχανιστικής αντίληψης του κόσμου, που θεωρεί πως οποιαδήποτε άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί μόνο με την εγκατάλειψη της λογικής.

Ωραία λοιπόν, ας προσπαθήσουμε κι εμείς να δούμε πάλι τα πράγματα χωρίς να εγκαταλείψουμε αυτή τη λογική, που σημαίνει δηλαδή ότι αποκλείουμε την οποιαδήποτε αναφορά στις εξ' αποκαλύψεως «αλήθειες» και «παρουσίες». Ταυτόχρονα όμως έχουμε σκοπό  να διερευνήσουμε λίγο και την «υφή» αυτής της λογικής.

Πριν αποδεχτούμε τη διαπίστωση ότι ισχύει η αρχαία διάζευξη, που αναμφισβήτητα με τη καταγγελία για υπευθυνότητα του Θεού, αν όχι για τη δημιουργία αλλά, τουλάχιστον για την ανοχή και τη διατήρηση του κακού, βάζει σε αμφισβήτηση τις βασικές ιδιότητες του Υπέρτατου Όντος (την Παντοδυναμία και την Παναγαθότητα) – δηλαδή την ουσία της ύπαρξής του – θα διερευνήσουμε τη λογική συνέπεια και συμβατότητα των εννοιών, σύμφωνα με όσα μπορεί να αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος νους.

Αμέσως λοιπόν δημιουργούνται τα παρακάτω λογικά ερωτήματα:

Η Παντοδυναμία του Θεού μπορεί να υπάρχει και να λειτουργεί ανεξάρτητα από την Παναγαθότητά Του;

Η Θεϊκή Υπέρτατη Δύναμη μπορεί να δρα μεμονωμένα και ξέχωρα από την Θεϊκή Υπέρτατη Αθωότητα και Αγαθότητα;

Η έννοια της Παντοδυναμίας, που περιέχει την απεριόριστη δυνατότητα καταλυτικής δράσης είτε για τη δημιουργία (το καλό) είτε για τη καταστροφή (το κακό), σαν βασική Θεϊκή ιδιότητα, λογικά, πρέπει να υπόκειται στην απόλυτη σύνδεση και αλληλεπίδραση με την άλλη βασική ιδιότητα, δηλαδή την Υπέρτατη Αγαθότητα – Αθωότητα.

Η έννοια της Υπέρτατης Αγαθότητας, που εκφράζεται σαν δράση της Απόλυτης Καλοσύνης, λογικά, δεν μπορεί να έχει καμία συμβατότητα με τη δυνατότητα δράσης που έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή και κατ' επέκταση το κακό.

Άρα, το λογικό συμπέρασμα είναι πως η επίκληση του Θεού για την κατάλυση του κακού δεν μπορεί να εισακουστεί, παρά μόνο σαν επίκληση προστασίας απέναντι στο κακό.

Η έννοια της τιμωρίας, ακόμα κι αυτού του κακού, που λίγο ή πολύ εμπεριέχει την έννοια της εκδικητικότητας, δεν είναι συμβατή με την έννοια του Πανάγαθου, του Ελεήμονα και του Συμπονετικού Θεού της Υπέρτατης Αγάπης.

Είναι προφανές λοιπόν πως όπου οι απολογητές της θρησκείας προσδίδουν στον Θεό τις ιδιότητες του τιμωρού και του εκδικητή, το κάνουν με σκοπό την επιβολή της εξουσίας τους στο όνομα του Θεού.

Ο Θεός της Υπέρτατης Αγάπης, που είναι Παντοδύναμος μόνο για το καλό, δεν απαιτεί τίποτα και δεν τιμωρεί κανέναν, παρά μόνο δέχεται ότι μπορεί να είναι συμβατό με την ύπαρξή Του.

Έτσι, σύμφωνα με την εννοιολογική συνάφεια και τη λογική συμβατότητα των βασικών ιδιοτήτων του Θεού, όπως μπορεί να τις αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος, γίνεται φανερό πως δεν μπορεί να υπάρξει η παρουσία Του εκεί όπου υπάρχει το κακό, κι ότι το κακό δεν μπορεί να υπάρξει εκεί όπου υπάρχει η παρουσία του Θεού.

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, έρχεται σαν λογική συνέπεια η καταγγελλόμενη απουσία, σιωπή και αδράνεια του Θεού εκεί όπου βρίσκεται, «μιλάει» και συντελείται το κακό.

Αυτή η σιωπή και η έλλειψη αντίδρασης, δεν οφείλεται στην αδιαφορία του Θεού μπροστά στις τραγικές καταστάσεις που προκύπτουν από τη δράση του κακού, αλλά οφείλεται στο γεγονός της αναπόφευκτης απουσίας Του, που έχει να κάνει με το ασύμβατο τόσο της παρουσίας Του εκεί όπου δρα το κακό, όσο και της οποιασδήποτε κίνησης καταστροφής και κατάλυσης.

Πέρα από κάθε λογική λοιπόν, ο άνθρωπος, που τις περισσότερες φορές αυτός ο ίδιος είναι που καλλιεργεί τις συνθήκες για τη δράση του κακού, επικαλείται τη Θεία παρουσία την ώρα που συντελείται το κακό για να το εξαλείψει. Ενώ δηλαδή οι άνθρωποι έχουν οργανώσει τις κοινωνίες τους έτσι, που ο συνεχής ανταγωνισμός μεταξύ τους έχει σαν συνέπεια τους συνεχείς προσωπικούς ή και πολλές φορές συνολικούς πολέμους, επικαλούνται τη παρουσία και τη βοήθεια του Θεού για την εξάλειψη του κακού που οι ίδιοι προκάλεσαν, προετοιμαζόμενοι ταυτόχρονα για τον επόμενο πόλεμο.

Αυτή η συμπεριφορά του δημιουργήματος απέναντι στον δημιουργό δείχνει έναν εγωισμό και μια απαίτηση που ξεπερνούν τα όρια της λογικής, γιατί, ενώ το δημιούργημα έχει κλείσει τον δρόμο επικοινωνίας με τον Δημιουργό, ταυτόχρονα τον καλεί σε βοήθεια χωρίς να έχει φροντίσει για την απελευθέρωση της διόδου επικοινωνίας, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αποκατάστασης της σχέσης.

Με ποια λογική λοιπόν καταγγέλλεται η απουσία και η σιωπή του Θεού μπροστά στις ανθρώπινες τραγωδίες, όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι αποκόπτουν την ουσιαστική δυνατότητα επαφής με Αυτό στο οποίο απευθύνουν την επίκληση για βοήθεια;

Η ηθική φιλοσοφία του Άγγλου φιλόσοφου Thomas Hobbes (1588 – 1679), υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι αγαθή, αλλά καθορίζεται ουσιαστικά από εγωιστικά κίνητρα ή την ορμή της αυτοσυντήρησης, που αποτελεί μια απλή και αυτόνομη αρχή για την εξήγηση όλων των βουλητικών εκδηλώσεων.

Για τον άνθρωπο, ως φυσικό ον, δεν υπάρχει άλλος γνώμονας για την εκτίμηση των πραγμάτων παρά μόνο η ωφέλεια ή η ζημιά που προκύπτει από αυτά. Αν δυο άνθρωποι επιθυμούν το ίδιο πράγμα γίνονται εχθροί και στη πορεία για την απόκτησή του προσπαθούν να καταστρέψουν ή να υποτάξουν ο ένας τον άλλον.

Αυτή η καθαρά υλιστική αντίληψη της ανθρώπινης φύσης, που της προσδίδει μόνο τις λειτουργίες των ενστίκτων, θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη μιας ανώτερης ρυθμιστικής αρχής (Κράτος), που να βάζει και να τηρεί κανόνες που προσεγγίζουν την ηθική των νόμων της φύσης, για να περιορίζει την αλληλοεξόντωση και να προωθεί την επίτευξη του ανώτατου υλικού σκοπού.

Η φυσιοκρατική και ωφελιμιστική ηθική του T. Hobbes, που έβαλε σε δεύτερη μοίρα την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και ευαγγελίστηκε ένα κράτος «θηριοδαμαστή», έθεσε πολλά ερωτήματα στην ηθική προβληματική κι έτσι προώθησε την φιλοσοφική σκέψη με τις νέες θεωρίες, που ήρθαν σαν συνέχεια και αντίδραση στη δική του θεωρία. Ο John Locke (1632 – 1704), ο J.J. Rousseau (1712 – 1778), οImmanuel Kant (1724 – 1804) και άλλοι, συμπλήρωσαν ή και αντέκρουσαν την θεωρία του Hobbes.

Στον εγωισμό, τον ωφελιμισμό και στην απουσία του Θείου, αντιτάσσουν την πνευματικότητα, που εκφράζεται με τον καλό χαρακτήρα και παραπέμπει σε μια ηθική αίσθηση που πηγάζει από την παρουσία του Θείου στην ανώτερη συνείδηση του ανθρώπου.

Έτσι δημιουργούνται οι δυνατότητες για βουλητικές εκδηλώσεις που ξεφεύγουν ή και πολλές φορές υπερβαίνουν την ορμή της αυτοσυντήρησης και αποτελούν έννοιες που πηγάζουν από τις Θεϊκές ιδιότητες.

Η αλληλεγγύη, η αμοιβαιότητα και η αυτοθυσία, που αποτελούν εκδηλώσεις του αλτρουισμού και της κοινωνικότητας, η αντίληψη της αρμονίας, της ισορροπίας και της μουσικότητας των ήχων, των χρωμάτων, του φωτός, του λόγου και του Έρωτα, του υλικού και του άϋλου, που έχουν να κάνουν με την αίσθηση του Ωραίου, παραπέμπουν σε ανθρώπινες δυνατότητες που οδηγούν στην αγαλλίαση και προσιδιάζουν σε εκφάνσεις της Παναγαθότητας του Υπέρτατου Όντος.

Κι ενώ ο άνθρωπος γνωρίζει πως, μέσω της υλικής του υπόστασης, έχει τις δυνατότητες να ενεργεί πνευματικά μέχρι του σημείου της έκστασης και της υπέρβασης αυτής της υπόστασης, παρ' όλ' αυτά, έχει οργανώσει έτσι την καθημερινότητά του, που η πνευματική διαβίωση και ανάπτυξη να περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο σ' αυτά που εξυπηρετούν την ύλη. Η μη επιλογή της πορείας πραγμάτωσης της σχέσης με τον Θεό και η επικράτηση στην πράξη της ωφελιμιστικής ηθικής, οφείλεται στην ευκολία αποδοχής και στη δυσκολία αντίστασης σε βουλητικές εκδηλώσεις που πηγάζουν από την ορμή της αυτοσυντήρησης, και ειδικότερα στην ικανοποίηση του εγωισμού, σαν άμεση ανάγκη έκφρασης και προβολής της ατομικότητας, που βρίσκει την ηδονή σε μια συνεχόμενη αναζήτηση απόκτησης δόξας, δύναμης και εξουσίας.

Η ιστορική πορεία του ανθρώπινου είδους, μέσα από τις διάφορες εκδοχές οργάνωσης των κοινωνιών, έχει σαν κοινή συνισταμένη την αποδοχή της ουσίας τους ωφελιμιστικής ηθικής του Hobbes. Η ανάγκη της υπαρξιακής αναζήτησης εκφράζεται και εξαντλείται μέσα από την γενικότερη αποδοχή και συμμετοχή σε τελετές και εκδηλώσεις μιας θρησκείας, που τις περισσότερες φορές δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώνει την αναμφισβήτητη εξουσία των απολογητών της ή και να χρησιμοποιείται σαν στήριγμα για την άσκηση βίας κατά αλλόθρησκων – και πολλές φορές ομόθρησκων – κοινωνιών, εξυπηρετώντας συμφέροντα που έχουν να κάνουν με την έκφραση μιας καθαρά υλιστικής αντίληψης των πραγμάτων.

Οι αντίθετες φωνές, που με ποικίλους τρόπους καταγγέλλουν αυτό το σύστημα και υποστηρίζουν την εναλλακτική πρόταση της ηθικής που αφορά την ανώτερη συνείδηση του ανθρώπου, δεν φιμώνονται και δεν καταπνίγονται, αλλά, τουναντίον προβάλλονται επανειλημμένα σε διάφορα φόρουμ και σε κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης, φτάνοντας ακόμα και στη βράβευση ατόμων και φορέων.

Το σύστημα είναι τόσο σίγουρο για τις στέρεες βάσεις του, που δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται τις όποιες καταγγελίες ή προτάσεις αλλαγής, έστω κι αν αυτές στρέφονται κατά της ουσίας των επιλογών του.

Η δυναμική της ικανοποίησης των απαιτήσεων της ύλης έχει τέτοια ένταση, που η συνεχής εξέλιξη και μεγέθυνση αυτών των απαιτήσεων δεν αφήνει πολλά περιθώρια για άλλον σοβαρό προβληματισμό, παρά μόνο για την αντιμετώπιση της καθημερινής πάλης στη προσπάθεια ικανοποίησης των όλο κι αυξανόμενων απαιτήσεων. Έτσι, η συνεχής προβολή κι επανάληψη των αντίθετων απόψεων χωρίς κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, επιβεβαιώνει τη δύναμη του συστήματος και συντελεί στο ξεθύμασμα των προσδοκιών και στην απαξίωση των εννοιών.

Κι ενώ η ανθρωπότητα διανύει την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η πολιτική της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτή εφαρμόζεται, προωθεί κι εξαπλώνει σ' ολόκληρο το πλανήτη τις πιο σκληρές εκφάνσεις της ωφελιμιστικής ηθικής, που έχουν σαν επακόλουθο όλα τα τραγικά και τρομακτικά στη προοπτική τους αποτελέσματα.

Η ανάγκη του συστήματος για τη συνεχή δημιουργία νέων απαιτήσεων, αναγκάζει τους ανθρώπους να ενεργούν σαν ακρίδες και να απομυζούν συνεχώς τους ζωτικούς χυμούς του πλανήτη, που αντιστέκεται και παλεύει για να κρατήσει τις ισορροπίες του.

Κι ενώ οργανώσεις και μεμονωμένα άτομα, με αναγνωρισμένο πνευματικό και επιστημονικό κύρος, φωνάζουν επισημαίνοντας τον παραλογισμό που οδηγεί σε μια φανερή πλέον προοπτική αφανισμού του ανθρώπινου είδους, όχι μόνο οι παντός είδους ηγήτορες που κινούν τα νήματα δεν κάνουν τίποτε, μια και οι ίδιοι είναι οι εκφραστές του συστήματος, αλλά, υπάρχουν συγκροτημένες φωνές που «εγκαλούν» το Υπέρτατο Όν, για ότι αφήνει να συμβαίνει και για ότι θα επιτρέψει να συμβεί στο μέλλον.

Αν αυτό δεν αποτελεί μια έκφραση παραλογισμού, σίγουρα είναι μια εκδήλωση απελπισίας!

Οι «εγκαλούντες» παραμένοντας πιστοί στο δόγμα της υλιστικής – ωφελιμιστικής ηθικής, αμφισβητούν την ύπαρξη της δυνατότητας του ανθρώπινου όντος να αποφασίζει ελεύθερα για την υπαρξιακή του πορεία, συναρτώντας την έννοια της ελευθερίας με τη δυνατότητα επιλογής για το σταμάτημα της φυσικής φθοράς και την αθανασία της υλικής υπόστασης. Αφού λοιπόν δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, θεωρούν πως ο άνθρωπος είναι δέσμιος της φυσιολογίας της ύλης και, σαν δημιούργημα, ανεύθυνος για τα δεινά που υφίσταται στον σύντομο βίο του, τα περισσότερα από τα οποία είναι επακόλουθα των ιδιοτήτων που διέπουν την υπόστασή του, είτε αυτή είναι δημιούργημα τυχαίο, είτε οφείλεται στη βούληση του Υπέρτατου Όντος.

Αυτή η απλουστευμένη και ισοπεδωτική διατύπωση σχετικά με την υφή και τη σκοπιμότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι καίριας και κρίσιμης σημασίας, γιατί αποτελεί και την ουσία στήριξης του συστήματος της ωφελιμιστικής ηθικής που επικρατεί σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η αποστασιοποίηση από οποιαδήποτε ευθύνη για την επικράτηση του κακού στον πλανήτη, είναι τουλάχιστον κοντόφθαλμη και υποκριτική, γιατί δεν παίρνει καθόλου υπόψη την πνευματικότητα του ανθρώπινου όντος και τις δυνατότητες που απορρέουν απ' αυτή.

Η μοιρολατρική αντίληψη και εμμονή στην ικανοποίηση των απαιτήσεων κι απολαύσεων της ύλης στο διηνεκές, βάζει σε υποδεέστερη μοίρα την πνευματική – νοητική οντότητα, που την θέλει να λειτουργεί συμπληρωματικά και για λογαριασμό της υλικής. Αυτή η διατύπωση του αιτήματος της αιώνιας ζωής, παρ' όλο που φαίνεται παράλογη γιατί αντίκειται στους γνωστούς φυσικούς νόμους, εν τούτοις, είναι συνεπής στην εγωιστική προβολή του πανίσχυρου ένστικτου αυτοσυντήρησης της υλικής οντότητας, που βάζει σε πρώτη προτεραιότητα τη συνέχιση της απτής ικανότητας να μπορεί να αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της.

Αυτή η προσκόλληση στην ύλη και στις απαιτήσεις της, διαπερνά και διαποτίζει την αντιληπτική ικανότητα του ανθρώπου στην πνευματική αναζήτηση του Θείου.

Σχεδόν κατά κανόνα όλες οι κλήσεις και επικλήσεις προς το Υπέρτατο Όν, που γίνονται με τον τρόπο και τις διαδικασίες που προβλέπονται από την κάθε θρησκευτική εκδοχή, εμπεριέχουν μια μορφή παρακλητικής απαίτησης στη πρόσκληση της Υπέρτατης Δύναμης να προστρέξει σε βοήθεια, για την εξάλειψη του κακού και των δεινών που υφίσταται ο άνθρωπος. Επί της ουσίας δηλαδή, το δημιούργημα ζητά απ' τον Δημιουργό να έρθει κοντά του και να το βοηθήσει, χωρίς αυτό το αίτημα να πηγάζει από μια πραγματική άδολη σχέση αγάπης, αλλά απευθύνεται σαν «έγκληση» εκπλήρωσης κάποιας μονομερούς υποχρέωσης.

Οι γονυκλισίες, οι νηστείες και οι οποιεσδήποτε ενέργειες που προβλέπονται από το τελετουργικό της κάθε θρησκευτικής εκδοχής, δεν είναι ικανές από μόνες τους να συνδέσουν ή να διατηρήσουν τη σχέση με τον Θεό, αν δεν υπάρχει το πραγματικό γεγονός της σχέσης αγάπης που πραγματώνεται σε τρόπο ζωής.

Έτσι λοιπόν, σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται το σχιζοφρενικό φαινόμενο που απ' τη μια οι περισσότερες κοινωνίες έχουν τη θρησκεία σαν ένα από τα βασικά κι επίσημα προσδιοριστικά – συστατικά τους στοιχεία, κι απ' την άλλη εφαρμόζουν και πραγματώνουν σε τρόπο ζωής την υλιστική – ωφελιμιστική ηθική.

Το ότι υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων που, σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης, ενεργούν με τρόπο που προωθεί την ανάπτυξη της πνευματικής σχέσης με τον Θεό, φανερώνοντας χαρίσματα που πηγάζουν από την ηθική αίσθηση της ανώτερης συνείδησης, αυτό μπορεί να μην έχει τη δύναμη να εκτρέψει τη γενικότερη πορεία των πραγμάτων, αλλά φανερώνει και αποδεικνύει τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής.

Όπως λέει και ο Kant η ελευθερία του ανθρώπου συνίσταται στη δυνατότητα να υπερβεί τη πίεση των εξωτερικών συνθηκών και να πράξει σύμφωνα με τις ηθικές αρχές που πηγάζουν από τη καθαρή νόηση. Αν δεν υπάρχει ελευθερία, τότε η ηθική πράξη είναι αδύνατη και ο άνθρωπος είναι έρμαιο των εγωιστικών και ωφελιμιστικών ροπών του.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν, δεν είναι εάν υπάρχει η δυνατότητα της ελεύθερης έκφρασης βούλησης για την επιλογή ενός άλλου τρόπου ζωής, αλλά κατά πόσο μπορεί αυτή η δυνατότητα να αξιολογηθεί από έναν άνθρωπο, που οι βασικές αρχές του ωφελιμιστικού συστήματος είναι πλέον καταγραμμένες στα γονίδιά του. Όμως, η ελπίδα υπάρχει ακόμα, γιατί όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα έκφρασης βούλησης, μπορεί να καταλάβει πως η πραγματική ωφέλεια βρίσκεται στη πλήρη αποδοχή της ηθικής αίσθησης που πηγάζει από την ανώτερη συνείδησή του.

Η συνεχόμενη, συστηματική και δημιουργική καλλιέργεια του πνεύματος, θα δώσει τη πραγματική διάσταση τη ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη και τη δυνατότητα αποκατάστασης και επανασύνδεσης μιας πραγματικής σχέσης επικοινωνίας του δημιουργήματος με τον Δημιουργό του. Η κατανόηση του εσώτερου και ταυτόχρονα ανώτερου εαυτού, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για το φινίρισμα και την υπέρβαση των ωμών αισθημάτων που προέρχονται απ' τα ένστικτα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την αξία των συναισθημάτων που πηγάζουν απ' αυτό που συνιστά τη βασική οντολογική διαφορά του ανθρώπινου είδους. Αυτή η αλλαγή θα επιφέρει και την αλλαγή σε όλη τη κλίμακα αξιών του συστήματος που επικρατεί σήμερα, και η καλοσύνη και η αγάπη θα είναι σε μόνιμη βάση το μοναδικό πρίσμα εξέτασης όλων των προβλημάτων της ανθρώπινης καθημερινότητας σε παγκόσμιο επίπεδο. Μπορούμε να φανταστούμε τις θετικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν στον πλανήτη όταν καλυφτεί από μια τεράστια θετική ενέργεια, που θα προκύψει όταν τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων θα σκέπτονται και θα ενεργούν μόνο με αγάπη και καλοσύνη. Έτσι θα ανοίξει η δίοδος επικοινωνίας και θα δημιουργηθούν οι ευνοϊκές συνθήκες για την ανταπόκριση του Θεού στην ειλικρινή πρόσκληση του ανθρώπου.

Αν συμβεί αυτό, θα πρόκειται για την μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου γένους!

Ουτοπία Έ; Σύμφωνοι!!

Με τα δεδομένα που υπάρχουν σήμερα πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ουτοπίες, μια κι αυτές οι σκέψεις μοιάζουν το λιγότερο αφελείς.

Όμως, εδώ μπορούμε να θυμίσουμε πως οι μεγαλύτερες και σοβαρότερες επαναστάσεις έγιναν για τη πραγμάτωση μιας ουτοπίας!

Αλλά σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν δεχτούμε πως ο θάνατος σημαίνει τη πλήρη απώλεια της υλικής και πνευματικής ανθρώπινης υπόστασης, με την ολοκληρωτική επιστροφή στην ανυπαρξία, η ουτοπική πρόταση για την ουσιαστική αλλαγή του συστήματος αξιών, πιστεύουμε πως είναι η μόνη ριζική πρόταση για να βγει ο άνθρωπος από τα διαμορφωμένα και τα διαμορφούμενα αδιέξοδα της ζωής του.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 26 Φεβρουάριος 2012, Αντίφωνο

Στο Ειδικό Δικαστήριο των Εκλογών…

Στο Ειδικό Δικαστήριο των Εκλογών…

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)

 

Κεραυνός του Αλμούνια, αλλά στα ΜΜΕ της Διαπλοκής το θέμα εξαερώθηκε ή πέρασε στα ψιλά, μόνον ο Real FM χθες, η «Αυριανή» και οι εφημερίδες της Αριστεράς του έδωσαν την προβολή που θα έπρεπε.

Απ' όσα λοιπόν δήλωσε ο πρώην επίτροπος, οι χειρισμοί Παπακωνσταντίνου στην αριθμητική του ελλείμματος δεν έγιναν κάτω από κάποιον ευρωπαϊκό καταναγκασμό αλλά εξ ιδίας βουλήσεως του ανδρός – τόμπολα!

Εξ αυτού προκύπτουν δύο τινά:

α) Το «δίδυμο της συμφοράς», Γιωργάκης και Παπακωνσταντίνου, διόγκωσαν επίτηδες το έλλειμμα που τους παρέδωσε η Ν.Δ., ώστε στη συνέχεια να φανεί ότι οι ίδιοι θα μπορούσαν να το μειώσουν δραστικά, ή

β) το διόγκωσαν σκοπίμως, στε η κρίση χρέους να μετατραπεί σε κρίση δανεισμού, η χώρα να οδηγηθεί εκτός αγορών (κι εντός φρενοκομείου) σε καθεστώς Κατοχής και συνεπώς λεηλασίας.

Στην πρώτη περίπτωση η Ελλάδα πληρώνει την κουτοπονηριά δύο βλακών. Στη δεύτερη, η Ελλάδα πάλι πληρώνει την (κουτο)πονηριά δύο βαλτών. Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο! Πάντως ο Ταλεϋράνδος για τέτοιες περιπτώσεις έλεγε ότι «αυτό είναι χειρότερο από έγκλημα, είναι λάθος».

Σε μιαν ευνομούμενη χώρα το εν λόγω δίδυμο θα παραπεμπόταν στο Ειδικό Δικαστήριο. Αλλά όχι μόνον του. Θα το ακολουθούσαν στο ίδιο εδώλιο όλοι όσοι στη συνέχεια εξεβίασαν τους Έλληνες και τους τρομοκράτησαν τόσο, ώστε να περάσουν (μάλιστα στα όρια της νομιμότητας) το Μνημόνιο 1 και το Μνημόνιο 2, με όλα τα γνωστά αποτελέσματα που έχουν κάνει, ώς τώρα, την Ελλάδα Ζιμπάμπουε και την πάνε για Ανθυποτανζανία.

Λέει τώρα η κυρία Μέρκελ ότι η «Γερμανία δεν ξόδεψε ούτε ένα σέντσι για τη "διάσωση" (τα εισαγωγικά δικά μας) της Ελλάδας». Κι όχι μόνον αλλά ότι προσέτι έχει κερδίσει (πάντα η Γερμανία) γύρω στα 15 δισ. ευρώ, έως τώρα, απ' την ίδια υπόθεση.

Θα έπρεπε να έχει γίνει σεισμός.

Κι όμως! Τα δύο εντολοδόχα κόμματα (αυτά που εκτελούν τις εντολές της Τρόικας) μην έχοντας καμίαν απολύτως διαφορά μεταξύ τους (καιρό τώρα, αλλά επ' εσχάτοις νυμφεύθησαν κιόλας εις σάρκαν μιαν) – μην έχοντας λοιπόν ούτε διαφορές ούτε καν προεκλογικό πρόγραμμα προσανατολίζουν τη συζήτηση – σε προεκλογική περίοδο- σε μπαρούφες. Όπως η «απελευθέρωση» των ταξί απ' τους ταξίτζηδες ή η δημιουργία «κλειστών εγκαταστάσεων» (ο ευφημισμός του Στρατοπέδου Συγκέντρωσης) καθ' άπασαν την επικράτεια. Περί τα 30 σε 52 νομούς!

Μάλιστα, μετέρχονται τα ίδια μέσα για να εξαγοράσουν, να εκμαυλίσουν – τα λεφτά! Όπως έκαναν με τις αγροτικές επιδοτήσεις, τσάκισαν τη γεωργική παραγωγή κι απορφάνεψαν την ύπαιθρο. Το ίδιο και τώρα – με βρώμικα λεφτά επιχειρούν να εξαγοράσουν συνειδήσεις, να γεμίσουν τις επαρχίες με κρατούμενους, δεσμοφύλακες, οργανωμένο έγκλημα, απανθρωπιά, ρατσισμό, διάλυση του κοινωνικού ιστού.

Το σχέδιο Χρυσοχοΐδη

– για μιαν ακόμα φορά ο μοιραίος αυτός άνθρωπος- εκτός από πρόχειρο, απλώς προεκλογικό και ανεφάρμοστο, δεν είναι παρά ένα ακόμα χτύπημα στη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας που καθημερινώς πληγώνεται ο αυτοσεβασμός της, η αξιοπρέπειά της και κάθε προσπάθεια να ξανασηκώσει κεφάλι προς λύσεις έντιμες, παραγωγικές, ελπιδοφόρες.

Η μιζέρια της διαχείρισης της ανθρώπινης μιζέριας από δεσμοφύλακες (μέσα) και μαφιόζους (έξω) – αυτό είναι το σχέδιο Χρυσοχοΐδη.

Και κατά τούτο μοιάζει και ταιριάζει με όλες τις λογικές και τις πρακτικές που μας εξέφεραν ως εδώ. Είτε από κουτοπόνηρους ίτε από εκτελεστές «συμβολαίων θανάτου».

Βρώμικα λεφτά για μίζες και από μίζες.

Βρώμικα λεφτά από επιδοτήσεις.

Βρώμικα λεφτά για φοροφυγάδες.

Βρώμικα λεφτά για Διαπλεκόμενους.

Βρώμικα λεφτά για Στρατόπεδα Συγκέντρωσης.

Βρώμικα λεφτά από πετσοκομμένους μισθούς, διπλοπετσοκομμένες συντάξεις και από ειδεχθώς επαχθείς φορολογήσεις.

Βρώμικα λεφτά για ένα παράνομο κι ανήθικο χρέος.

Βρώμικα λεφτά από μια σκλαβωμένη, «ευέλικτη» κι ατιμασμένη εργασία.

Βρώμικα λεφτά απ' το ξεπούλημα και τη λεηλασία της πατρίδας.

Πολλή βρώμα, ρε παιδιά! ακόμα και ο Βεσπασιανός που δεν του μύριζαν τα χρήματα, θα πλάνταζε, θα πάθαινε ασφυξία.

Κυρίες και κύριοι, όλοι κατά βάθος γνωρίζουμε τι συμβαίνει (κι όχι μόνον τι έχει συμβεί) στη χώρα μας. Εν πρώτοις Ειδικό Δικαστήριο.

Ας γίνουν οι εκλογές.

Υστερα, βλέπουμε…

 

ΠΗΓΗ: Πρώτη καταχώρηση: 29/03/2012, http://www.enikos.gr/stathis/28118,Sto_Eidiko_Dikasthrio_twn_Eklogwn.html

ΑΝΑΠΤΥΞΗ, Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΥΣΗ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ, Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΥΣΗ:

Στην Ελλάδα σήμερα καίγονται χρήματα, οργιάζει η ανεργία, βυθίζεται στα χρέη το δημόσιο και καταδικάζονται χιλιάδες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία – γεγονός που σημαίνει ότι, βιώνουμε μία δεύτερη αποικιοκρατική εποχή, με θύμα την εθνική μας κυριαρχία

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Η υπερβολικά υψηλή ανεργία είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ύφεσης – της αδυναμίας ανάπτυξης δηλαδή ενός κράτους. Μόνιμη ή προσωρινή, επιδεινούμενη ή όχι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανεργία αποτελούσε πάντοτε μάστιγα – ενώ η δυνατότητα εξάλειψης της ήταν ανέκαθεν μέρος των ισχυρισμών περί της (δήθεν) ανωτερότητας του κομμουνιστικού καθεστώτος.  (J. Schumpeter).

Ο κοινωνικός καπιταλισμός, η μικτή οικονομία καλύτερα, (στην οποία οι κοινωφελείς, οι στρατηγικές και οι κερδοφόρες μονοπωλιακές επιχειρήσεις ανήκουν στο κράτος, ενώ όλες οι υπόλοιπες στους ιδιώτες), σε συνθήκες ήρεμης ανάπτυξης και σε «περιβάλλον» άμεσης δημοκρατίας, όπου οι Πολίτες συμμετέχουν μέσω δημοψηφισμάτων τόσο στις αποφάσεις, όσο και στον έλεγχο του κράτους, μπορεί να εγγυηθεί την καταπολέμηση της ανεργίας – όπως επίσης τη δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων και την ελευθερία.  

Αντίθετα το άκρο αντίθετο του κομμουνισμού, ο νεοφιλελευθερισμός, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να ανήκουν στους ιδιώτες (με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε τεράστιες γραφειοκρατικές οργανώσεις «μονοπωλιακής μορφής» εις βάρος της ελεύθερης αγοράς και της ατομικής πρωτοβουλίας), δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα – πόσο μάλλον όταν επιβάλει μια πολιτική λιτότητας στις εισοδηματικά ασθενέστερες τάξεις, σε συνθήκες ύφεσης, η οποία συνήθως εκβάλλει σε μεγάλες αναταραχές, σε κοινωνικές εξεγέρσεις, στην αύξηση της εγκληματικότητας, στην αναβίωση δικτατορικών καθεστώτων κλπ.   

Ανάλυση

Έχοντας την άποψη ότι, οφείλουμε να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το παρελθόν, σχεδιάζοντας με «αισιόδοξη προσοχή» πλέον το μέλλον, καθώς επίσης γνωρίζοντας πως η γνώση είναι δύναμη, θεωρούμε σκόπιμη την αναφορά μας στην ανάπτυξη – αφού, χωρίς ανάπτυξη, είναι αδύνατον να ξεφύγουμε τόσο από τη μάστιγα της ανεργίας, όσο και από την παγίδα του χρέους, στην οποία πιθανότατα οδηγηθήκαμε σκόπιμα (άρθρο μας).

Άλλωστε όλες οι προηγούμενες δυνατότητες και επιλογές μας, οι οποίες ήταν πάρα πολλές, έχουν πλέον σε μεγάλο βαθμό «αναιρεθεί» από τα γεγονότα. Μεταξύ αυτών, η τυχόν επιστροφή μας στο εθνικό νόμισμα αφού, με κριτήριο το νέο μνημόνιο και την καινούργια δανειακή σύμβαση (αμφότερα καταστροφικά, εάν όχι εγκληματικά και προδοτικά), δεν θα μπορούσαμε πια να μετατρέψουμε το δημόσιο χρέος σε δραχμές – με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη τόσο η βιωσιμότητα, όσο και η διαχείριση του (αν και ποτέ δεν είμαστε υπέρ της εξόδου της χώρας μας από την Ευρωζώνη – την οποία δεν είναι λογικό να καταδικάζουμε επειδή μία και μόνο χώρα, η πρωσική Γερμανία δηλαδή, δεν συμπεριφέρεται ως οφείλει).    

Παράλληλα βέβαια έχει χαθεί και η δυνατότητα σωστής εφαρμογής του σεναρίου του δολαρίου ή του ελβετικού φράγκου (του ρωσικού ρουβλίου ίσως όχι ακόμη) – πάντοτε φυσικά υπό την προϋπόθεση της μη αθέτησης της πληρωμής των οφειλών εκ μέρους του κράτους. Ακόμη και η Ισλανδία, η οποία καταπολέμησε με επιτυχία την κρίση χρέους, εξετάζει τη σύνδεση του νομίσματος της με κάποιο άλλο – με το καναδικό δολάριο στην προκειμένη περίπτωση. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, σαν αποτέλεσμα της υποτίμησης της κορώνας με το ξέσπασμα της κρίσης, το δημόσιο χρέος της Ισλανδίας αυξήθηκε, σε όρους δολαρίου, από το περίπου 50% του ΑΕΠ στο 130% – σε χρόνο μηδέν. 

Περαιτέρω οι τράπεζες μας, από τις υγιέστερες της Ευρώπης κάποτε, αντιμετωπίζουν επίσης μεγάλα προβλήματα – από τα οποία πολύ δύσκολα θα ξεφύγουν, εάν δεν επιστρέψει η Ελλάδα άμεσα στην ανάπτυξη. Για παράδειγμα πρόσφατα, μόλις στις 22 Φεβρουαρίου, η Alpha Bank έλαβε εγγύηση εκ μέρους του κράτους, για τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση της με ένα ομόλογο ύψους 2 δις € – το οποίο λήγει στις 22 Μαΐου! Δύο ημέρες αργότερα, η Εθνική τράπεζα δανείσθηκε 3 δις €, επίσης με την εγγύηση του δημοσίου – ενώ η Πειραιώς 2,087 δις € στις 5 Μαρτίου.       

Τέλος, έχει επίσης χαθεί η δυνατότητα της εσωτερικής χρηματοδότησης, μέσω της έκδοσης εθνικών ομολόγων – έτσι όπως την είχαμε παρουσιάσει το Οκτώβριο του 2009, αλλά και πρόσφατα (άρθρο μας). Η διαδικασία της ανταλλαγής ομολόγων, ιδιαίτερα η καταναγκαστική διαγραφή των απαιτήσεων των μικροεπενδυτών, οι οποίοι είχαν εμπιστευθεί το Ελληνικό Δημόσιο, τοποθετώντας στα ομόλογα του τις όποιες αποταμιεύσεις τους, έχει πλέον «κάψει» τη συγκεκριμένη δυνατότητα, για πάρα πολλά χρόνια – επίσης την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές, την αξιοπιστία της, την εικόνα της στο εξωτερικό (τουρισμός) και τόσα πολλά άλλα, για τα οποία θα έπρεπε κάποτε να τιμωρηθούν παραδειγματικά όλοι οι υπεύθυνοι (άρθρο μας).

Αν σκεφθεί κανείς δε ότι δεν κερδίσαμε απολύτως τίποτα (από τα 107 δις € της διαγραφής, πάνω από τα 50 δις € ήταν δικά μας, ενώ τα υπόλοιπα θα διατεθούν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών – 48 δις € – καθώς επίσης των ασφαλιστικών ταμείων, οπότε θα αυξήσουν ξανά το δημόσιο χρέος), τότε θα καταλάβει καλύτερα το μέγεθος της «εσχάτης προδοσίας» απέναντι στην πατρίδα μας.     

Ενδεχομένως βέβαια, αυτά που ακόμη δεν έχουν χαθεί είναι τα νέα γεωπολιτικά μας πλεονεκτήματα – τα οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς (Ι. Μάζης), είναι πάρα πολλά, για πρώτη φορά στην Ιστορία μας. Εν τούτοις, ο τομέας αυτός δεν ανήκει στο δικό μας γνωστικό πεδίο, οπότε θα ήταν ανόητο να προσπαθήσουμε να τα αναλύσουμε. Πάντως, με κριτήριο το ότι οι πολύ μεγάλες οικονομικές κρίσεις καταλήγουν σε σημαντικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, δεν θα μας έκανε καθόλου εντύπωση, μεταξύ άλλων, η τυχόν υιοθέτηση κοινών «θρησκευτικών νομισμάτων» – όπως για τις ισλαμικές χώρες, για τις ορθόδοξες κλπ.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΕΕ

Είναι γνωστό ότι η λιτότητα χωρίς ανάπτυξη είναι πολύ πιο καταστροφική, από την ανάπτυξη χωρίς λιτότητα – ιδιαίτερα επειδή «καίγονται» χρήματα (πιστωτική συρρίκνωση), προκαλείται τεράστια ανεργία, περιορίζεται σε επικίνδυνο βαθμό η ιδιωτική κατανάλωση και καταδικάζεται στη χρεοκοπία η πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στα πλαίσια αυτά, η πολιτική της ΕΕ, η οποία θεωρούσε για πάρα πολλά χρόνια ότι, οι ενσωματωμένες, ελεύθερες  αγορές, σε συνδυασμό με ένα σταθερό, κοινό νόμισμα, θα αποτελούσαν εγγύηση για την ανάπτυξη, αποδείχθηκε εντελώς εσφαλμένη.

Η διοίκηση της ΕΕ επικεντρώθηκε σε μία οικονομική πολιτική, η βάση της οποίας ήταν η προσφορά – θεωρώντας ότι η αυξημένη ανταγωνιστικότητα, έτσι όπως αυτή αποτυπώθηκε στη συνθήκη της Λισαβόνας, θα εξασφάλιζε την ανάπτυξη της Ευρώπης. Δεν δόθηκε λοιπόν καμία σημασία στην αναδιανομή των εισοδημάτων, καθώς επίσης στην προθυμία χρέωσης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών – παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζήτηση, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη της ΕΕ να παραμένει «αναιμική» για πολλά χρόνια.

Όταν επιτέλους άρχισε να αναπτύσσεται δυναμικά η Ευρώπη, στηρίχθηκε κυρίως στην αυξημένη ζήτηση, η οποία όμως ήταν δυστυχώς το αποτέλεσμα της υπερκατανάλωσης μέσω δανείων με χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης των επενδύσεων σε μη παραγωγικές δραστηριότητες (ακίνητα κλπ.), εκ μέρους  των εισοδηματικά ασθενέστερων κρατών της – γεγονός που σταμάτησε απότομα, με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΕ ΤΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟ

Από την πλευρά της προσφοράς, η ανάπτυξη είναι το αποτέλεσμα της αύξησης του χρόνου εργασίας ή/και της υψηλότερης παραγωγικότητας – η οποία όμως διαφέρει από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, η αύξηση της παραγωγικότητας σε μία βιομηχανική χώρα, όπως η Γερμανία, είναι σχετικά εύκολη – αφού απαιτούνται απλά νέες επενδύσεις σε σύγχρονα μηχανήματα.

Αντίθετα, η αύξηση της παραγωγικότητας σε χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία στηρίζεται στις υπηρεσίες (τουρισμός κλπ.), είναι κατά πολύ πιο δύσκολη – αφού οι επενδύσεις δεν «αριστοποιούν» την ανθρώπινη εργασία. Ακριβώς για το λογο αυτό απαιτείται σήμερα μία συνεχής μείωση των αμοιβών των εργαζομένων (από το ΔΝΤ), επειδή στη χώρα μας οι μισθοί συμμετέχουν πολύ περισσότερο στο τελικό προϊόν (υπηρεσίες), από ότι στα βιομηχανικά κράτη.

Τα περισσότερα «προϊόντα» τώρα, τα οποία προέρχονται από την ανάπτυξη μέσω της αύξησης της προσφοράς, μπορεί τότε μόνο να βρουν την αντίστοιχη ζήτηση, εάν αυξάνεται ανάλογα η αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών (εισοδήματα), ή εάν μειώνονται οι τιμές πώλησης – έτσι ώστε, με την ίδια αγοραστική δυνατότητα, με τον ίδιο μισθό καλύτερα, να μπορεί κανείς να αγοράζει περισσότερα προϊόντα.

Στην τελευταία περίπτωση, όταν μειώνονται δηλαδή οι τιμές των προϊόντων, χωρίς να αυξάνονται τα εισοδήματα, δεν έχουμε καθόλου ονομαστική ανάπτυξη (πόσο μάλλον όταν μειώνονται οι μισθοί, όπως απαιτεί σήμερα το ΔΝΤ από την Ελλάδα, παράλληλα με τον περιορισμό των τιμών – μία, μεσοπρόθεσμα, εξαιρετικά υφεσιακή συνταγή, «δολοφονική» για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ). Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας είναι οι επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας ή/και αυξάνουν την παραγωγικότητα, να μην πραγματοποιούνται (αφού οι επιχειρήσεις δεν προσβλέπουν σε αύξηση των κερδών τους).

Αντίθετα, σε κανονικές συνθήκες δηλαδή, οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται από πιστώσεις (δάνεια), με τις οποίες αυξάνεται η ποσότητα χρήματος στην εκάστοτε αγορά και δημιουργείται ζήτηση – η οποία στηρίζεται σε μία αυξημένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Επομένως, η ανάπτυξη προϋποθέτει την αύξηση των δαπανών, οι οποίες υπερκαλύπτουν τα έσοδα – να καταναλώνει ή να επενδύει λοιπόν κανείς, περισσότερα από όσα εισπράττει, προσβλέποντας στην κάλυψη του κενού από τη μελλοντική ανάπτυξη (αυξήσεις μισθών κλπ.).   

 

Κάτι τέτοιο είναι όμως τότε μόνο εφικτό, εάν οι ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων είναι πρόθυμοι να πάψουν να αποταμιεύουν ή/και να πουλήσουν μέρος των περιουσιακών στοιχείων τους, καταναλώνοντας ή επενδύοντας – επίσης, όταν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στην αγορά, αυτοί δηλαδή οι οποίοι δεν έχουν χρήματα, είναι πρόθυμοι να δανειστούν, για τους ίδιους σκοπούς.

Παράλληλα βέβαια, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος θα πρέπει να είναι πρόθυμος να  παρέχει περισσότερες πιστώσεις, από τις καταθέσεις που έχει στη διάθεση του – αφού διαφορετικά θα μπορούσαν να διατεθούν μόνο όλα τα έσοδα του, όπως επίσης οι αποταμιεύσεις των καταθετών του. Η αιτία είναι το ότι, μία σταθερή ή βραδύτερη από την προσφορά (προϊόντων, υπηρεσιών κλπ.) αύξηση της ποσότητας χρήματος, οδηγεί σε μείωση των τιμών – εμποδίζοντας τη διεξαγωγή επενδύσεων.  

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των επενδύσεων εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα, μειώνει την ανάγκη επενδύσεων εκ μέρους του δημοσίου – με αποτέλεσμα να περιορίζεται το δημόσιο χρέος, αυξανομένου του ιδιωτικού, οπότε να γίνεται συνεχώς καλύτερη η σχέση τους. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου το δημόσιο χρέος είναι στο 170% του ΑΕΠ (προ διαγραφής), ενώ το ιδιωτικό στο 160% (250% στην Ιταλία), η εξισορρόπηση μεταξύ τους (80% δημόσιο και 250% ιδιωτικό), θα έλυνε αμέσως το πρόβλημα της χώρας – χωρίς φυσικά να οδηγηθεί στα νύχια του ΔΝΤ και της Γερμανίας.    

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ

Κατά κανόνα, χρεώνονται τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά μίας χώρας, για να επενδύσουν ή για να καταναλώσουν. Εάν όμως δεν το κάνουν, τότε δεν απομένει άλλος από το δημόσιο ή/και το εξωτερικό.

Τα ελλείμματα τώρα (πλεονάσματα) του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, είναι το σύνολο των τριών εγχώριων τομέων – του δημοσίου, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Στη Γερμανία, ο μοναδικός σχεδόν τομέας, λίγο πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ο οποίος εμφάνιζε πλεονάσματα (έσοδα μεγαλύτερα από τις δαπάνες), ήταν ο εξαγωγικός. Στα πλαίσια αυτά σωστά αναφέρεται ότι, η γερμανική ανάπτυξη χρηματοδοτήθηκε από τις αδύναμες χώρες, κυρίως αυτές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, καθώς επίσης από τα φτωχά νοικοκυριά των Η.Π.Α. – μέσω της αύξησης του δανεισμού τους, μεταξύ των ετών 2002 και 2008 (subprimes).

Εν τούτοις, επειδή τα πάντα ισορροπούν στη φύση, η «μονοσήμαντη» ανάπτυξη μέσω των εξαγωγών και εις βάρος των άλλων κρατών, είναι συνδεδεμένη με πολλά άλλα προβλήματα. Το σημαντικότερο όλων είναι ίσως ο δανεισμός των ελλειμματικών χωρών από τις πλεονασματικές, ο οποίος συνήθως  καταλήγει σε απώλεια χρημάτων – όπως συνέβη με τα αμερικανικά νοικοκυριά, οι ζημίες των οποίων τελικά επιβάρυναν τη Γερμανία, μέσω της Lehman Brothers (θεωρείται ως η μεγαλύτερη και μάλιστα νόμιμη ληστεία όλων των εποχών). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, στον οποίο αναφέρονται οι απαιτήσεις των Γερμανικών τραπεζών απέναντι σε άλλες χώρες, είναι χαρακτηριστικός: 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξωτερικές απαιτήσεις (δάνεια) των γερμανικών τραπεζών σε δις €, στις «ελλειμματικές» χώρες του Νότου, με ημερομηνία καταγραφής τέλη Αυγούστου 2010

Χώρες

Συνολικά

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Δημόσιο

 

 

 

 

 

Ισπανία

146.755

62.963

63.439

20.353

Ιταλία

133.296

48.138

45.664

39.494

Ιρλανδία*

114.707

43.025

69.318

2.364

Πορτογαλία

28.685

13.130

9.862

5.693

Ελλάδα

27.990

2.451

7.614

17.925

 

 

 

 

 

Ευρώπη

1.524.366

 

 

 

Λοιπός κόσμος

928.625

 

 

 

Γενικό σύνολο**

2.452.991

 

 

 

Πηγή: Bundesbank. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 185,7 δις €, οπότε το χρέος της απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες ήταν περίπου 62% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας (ΑΕΠ 2008 στα 242,9 δις €) ήταν μόλις 11,5% του ΑΕΠ. 

** Τεράστιο ποσόν, περίπου όσο το ΑΕΠ της. Ας μην ξεχνάμε εδώ και τα χρέη της ΕΚΤ απέναντι στην Bundesbank από το target II, τα οποία υπολογίζονται στα 500 δις €.

Η μοίρα λοιπόν των πλεονασματικών χωρών, αυτών δηλαδή που δεν στηρίζουν την ανάπτυξη τους στην εσωτερική αγορά, αλλά στις εξαγωγές, όπως η Γερμανία, είναι να δανείζουν τις ελλειμματικές – αφενός μεν για να πουλούν τα προϊόντα τους, αφετέρου για να επενδύουν τα πλεονάσματα τους. Σε περιόδους όμως κρίσης, όπως στη σημερινή, αυτός που συνήθως ζημιώνεται στο τέλος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά ο δανειστής – γεγονός που πολύ σωστά τρομοκρατεί τη Γερμανική κυβέρνηση, παρά τα όσα ανακριβή ανακοινώνει στους Πολίτες της.   

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, ένα μέρος φυσικά αυτών των δανείων θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεύθυνο – αφού στηριζόταν σε υπερβολικές προσδοκίες ανάπτυξης. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα και με κριτήριο το συνολικό χρέος της, δημόσιο και ιδιωτικό, το οποίο είναι από τα χαμηλότερα διεθνώς (η τρίτη λιγότερο χρεωμένη οικονομία, μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ), ο μοναδικός σχεδόν υπαίτιος της υπερχρέωσης ήταν ο δημόσιος τομέας – ενώ ο ιδιωτικός παρέμεινε ελάχιστα χρεωμένος (Πίνακας II).

ΠΙΝΑΚΑΣ II: Συνολικά χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ

Χώρα

Σύνολο

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Νοικοκυριά

Δημόσιο

 

 

 

 

 

 

Η.Π.Α.

376

94

90

92

100

Ελλάδα

333

22

74

71

166

Γερμανία

321

98

80

60

83

Πηγή: MM (IMF), 2011. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Παρά τους ισχυρισμούς λοιπόν πως οι Έλληνες κατανάλωναν δανειζόμενοι πολύ περισσότερα, από όσα εισέπρατταν, ότι δηλαδή ζούσαν πάνω από τις δυνατότητες τους, ο Πίνακας ΙΙ αποδεικνύει την αυθαιρεσία αυτών των συμπερασμάτων – κατά μέσον όρο φυσικά και χωρίς να θεωρούμε ότι δεν υπήρχαν εξαιρέσεις. Ειδικά όσον αφορά τις τράπεζες, το χρέος των οποίων ήταν πριν από τη διαγραφή των ομολόγων του δημοσίου μόλις 22% του ΑΕΠ, θα μπορούσε εύκολα να συμπεράνει κανείς ότι ήταν οι υγιέστερες της Ευρωζώνης.

ΧΡΕΩΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ανάπτυξη απαιτεί την αύξηση του δανεισμού, τα χρέη δηλαδή – χωρίς όμως να εξελιχθεί σε υπερχρέωση. Εν τούτοις, το μέγεθος της υπερχρέωσης είναι σε άμεση εξάρτηση με την ανάπτυξη.

Εάν αναπτύσσεται σωστά η οικονομία μίας χώρας (εάν αυξάνεται το ΑΕΠ της με υψηλότερο ρυθμό από τα χρέη της), τότε μεγεθύνονται τα εισοδήματα – καθώς επίσης οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεν προκαλείται καμία γενική υπερχρέωση, ακόμη και αν κάποιοι από τους συμμετέχοντες χρεοκοπούν. Ειδικότερα, όταν το ΑΕΠ μίας χώρας αυξάνεται, τότε ο δημόσιος τομέας της έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να δανείζεται, χωρίς να αυξάνει η σχέση του χρέους ως προς το ΑΕΠ και χωρίς να «υποφέρει» ο προϋπολογισμός, υπό το βάρος των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους. Επομένως, είναι εύλογο να προσπαθεί ένα κράτος να αναπτύσσεται, μέσω της αύξησης του δανεισμού του. 

Στα πλαίσια αυτά, το οικονομικό εργαλείο «πρώτης επιλογής» είναι η πολιτική των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας. Όσο χαμηλότερα είναι τα επιτόκια δανεισμού εκ μέρους της, τόσο πιο πρόθυμα είναι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να δανείζονται, με στόχο την κατανάλωση και τις επενδύσεις – αφού τόσο πιο εύκολη είναι η εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων. Όταν το κόστος χρηματοδότησης είναι χαμηλό, είναι πολύ πιο εύκολη η κερδοφορία μίας επιχείρησης – ενώ οι επενδύσεις γίνονται, με κριτήριο το προσδοκόμενο κέρδος να είναι υψηλότερο από το επιτόκιο των καταθέσεων.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, τα χαμηλά επιτόκια προκαλούν υπεραισιόδοξες και κερδοσκοπικές συμπεριφορές. Σαν αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας, τόσο τα νοικοκυριά, όσο και οι επιχειρήσεις υπερεκτιμούν τις δυνατότητες τους να έχουν «πλεονασματικούς προϋπολογισμούς», με αποτέλεσμα να υπερχρεώνονται και να δυσκολεύονται ή να αδυνατούν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Ο «δείκτης» τώρα, μέσω του οποίου διαπιστώνεται μακροοικονομικά η υπερβολική πιστωτική επέκταση, δεν είναι άλλος από το ύψος του πληθωρισμού – ο οποίος όμως συνήθως, πριν από την εκάστοτε κρίση, διαπιστώνεται περισσότερο στην αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και λιγότερο στις τιμές των προϊόντων.

Ο πληθωρισμός δείχνει ότι, η αύξηση της προσφοράς προϊόντων και υπηρεσιών, δεν είναι ανάλογη με την αύξηση της ζήτησης. Το γεγονός αυτό οφείλεται συνήθως στο ότι, οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν σημαντικά στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών, για την κάλυψη της ζήτησης – είτε επειδή θεωρούν ότι δεν στηρίζεται σε υγιείς βάσεις, ότι είναι βραχυπρόθεσμη δηλαδή, είτε επειδή δεν καλύπτεται το χρηματοπιστωτικό κόστος, είτε για άλλους λόγους.  

Παράλληλα όμως ο πληθωρισμός διευκολύνει την εξυπηρέτηση των χρεών, επειδή τα ονομαστικά εισοδήματα (μισθοί κλπ.), καθώς επίσης οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων, αυξάνονται ανάλογα (σπιράλ μισθών-τιμών). Εάν στην περίπτωση αυτή η κεντρική τράπεζα αντιδράσει με αυστηρότερη νομισματική πολιτική (αύξηση των επιτοκίων, μείωση της ποσότητας χρήματος), έτσι ώστε να σταθεροποιηθούν οι τιμές, τότε οδηγείται μία σειρά επιχειρήσεων και νοικοκυριών στη χρεοκοπία.

Ένα κύμα χρεοκοπιών όμως θέτει σε κίνδυνο τις τράπεζες – με αποτέλεσμα να αναγκάζεται το κράτος, σε συνεργασία με την κεντρική τράπεζα, να τις διασώσει, να τις ανακεφαλαιοποιήσει ή/και να αυξήσει τη ρευστότητα τους (Ιρλανδία, Ισπανία). Το γεγονός αυτό με τη σειρά του αυξάνει το δημόσιο χρέος του κράτους, δυσκολεύει την εξυπηρέτηση του κλπ. – με τελικό αποτέλεσμα να κινδυνεύει ολόκληρη η οικονομία, η οποία εισέρχεται σε έναν οδυνηρό καθοδικό σπειροειδή κύκλο ύφεσης (περιορίζονται οι επενδύσεις και η κατανάλωση, μειώνεται το ΑΕΠ, αυξάνεται ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ, μεγεθύνονται τα ελλείμματα του προϋπολογισμού κοκ.).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τα κράτη είναι υποχρεωμένα και πρέπει να δανείζονται, έτσι ώστε να προβαίνουν στη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων, στα πλαίσια μίας αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής (Keynes). Ο λόγος είναι ότι τα κράτη, όταν έρχονται αντιμέτωπα με την «αποχή» του ιδιωτικού τομέα από τις επενδύσεις και την κατανάλωση, οφείλουν να εξισορροπούν τον περιορισμό της ζήτησης, έτσι ώστε να σταθεροποιούν την ανάπτυξη.

Εάν δεν το κάνουν, είτε επειδή δεν θέλουν (όπως η Γερμανία, η οποία επιμένει στην πολιτική λιτότητας), είτε επειδή δεν μπορούν (όπως η Ελλάδα, λόγω της υπερχρέωσης του δημοσίου), τότε οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις κατευθύνονται στο εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται μεν η περαιτέρω χρέωση ή υπερχρέωση του δημοσίου, αλλά τόσο οι ιδιώτες επενδυτές, όσο και οι τράπεζες, οι οποίες μεταφέρουν τις καταθέσεις των πελατών τους στο εξωτερικό, εξαρτώνται πλέον από τη φερεγγυότητα των ξένων δανειζόμενων – ενώ παράλληλα επιταχύνουν και επιδεινώνουν την ύφεση στη χώρα τους (φαύλος κύκλος).   

Ολοκληρώνοντας, σχεδόν όλες οι δαπάνες του δημοσίου αυξάνουν άμεσα ή έμμεσα τα εισοδήματα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Η μείωση τους λοιπόν οδηγεί στην ύφεση – ενώ η αύξηση τους δημιουργεί ανάπτυξη, ακόμη και αν είναι μόνο ονομαστική (πληθωρισμός). Η ανάπτυξη όμως αυξάνει τα φορολογικά έσοδα του κράτους και μειώνει τις κοινωνικές δαπάνες – με αποτέλεσμα να εισέρχονται στα κρατικά ταμεία περισσότερα χρήματα, με τη βοήθεια των οποίων εξυπηρετούνται τα δημόσια χρέη.

Επομένως, εάν ένα κράτος υποχρεώνεται, ειδικά εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης, σε μία «μονοσήμαντη» πολιτική λιτότητας, τότε καταδικάζεται στη χρεοκοπία τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός του τομέας. Κατ' επέκταση, ο μοναδικός σκοπός μιας ανάλογης πολιτικής λιτότητας δεν μπορεί να είναι άλλος από τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας του συγκεκριμένου κράτους, καθώς επίσης από τη μετατροπή του σε προτεκτοράτο των δανειστών του – όπου ο ορισμός του προτεκτοράτου είναι η απώλεια της πολιτικής και δημοσιονομικής του ανεξαρτησίας.  

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 18. Μαρτίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2556.aspx