Οι Επιστήμες Αγωγής είναι «Χαρούμενες»

Οι Επιστήμες Αγωγής είναι «Χαρούμενες» Επιστήμες

 

Του Γιώργου Μαυρογιώργου*

 

 Το χειμερινό εξάμηνο 2011-12, είχα την ευκαιρία να διδάξω σε Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Νηπιαγωγών, του Τμήματος Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου, το μάθημα «Εισαγωγή στις Επιστήμες της Αγωγής», σε πρωτοετείς φοιτήτριες  και το Χριστόδουλο.  Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διδάσκεις σε πανεπιστήμιο, σε πρωτοετείς φοιτήτριες, με δεδομένη την απαξίωση των σπουδών, την αποσύνδεση των σπουδών από το δικαίωμα στην εργασία και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας  πτυχιούχων. Δεν είναι εύκολο να διδάσκεις σε  Τμήμα, που από ό, τι φαίνεται, δεν είναι  πρώτη επιλογή.

Γιατί, λοιπόν, οι πρωτοετείς φοιτήτριες στο Πρόγραμμα Νηπιαγωγών,  να είναι  «όλο αυτιά» ενεργητικής ακρόασης σε μάθημα «μαύρης παιδαγωγικής» που  επιβάλλει τον πειθαναγκασμό και την υποχρεωτική φυσική παρουσία για ένα πτυχίο χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα; Θεωρούμε ότι η «Εισαγωγή στις Επιστήμες της Αγωγής» είναι απόπειρα ακαδημαϊκού «προσανατολισμού», συμβουλευτικής, ευαισθητοποίησης και «προσηλυτισμού» πρωτοετών φοιτητριών σε ένα πρόγραμμα σπουδών διάρκειας τεσσάρων ετών.

Διεκδικήσαμε να «πάρουν στα σοβαρά» τις σπουδές τους και να μπουν, από το πρώτο έτος, σε μια ουσιαστική σχέση με μαθήματα «δημιουργικής αϋπνίας» και εγρήγορσης.  Κι εννοώ  μαθήματα άσκησης  στη διαφωνία, την αμφιβολία, το σεβασμό  στο λάθος, σε ερωτήσεις  που αφυπνίζουν τη σκέψη για γνώση.  Μαθήματα που  γίνονται ξυπνητήρι διακριτικής απόσυρσης της αυθεντίας του δασκάλου. Μαθήματα αντοχής στην αποκαθήλωση της κοινοτυπίας και του απλοϊκού. Μαθήματα έμμονης περιέργειας,  αμφισβήτησης και συναγερμού μπροστά σε εμπρηστικό υλικό που «βάζει φωτιές».

Από πολύ ενωρίς στα μαθήματά μας, καταλήξαμε σε ένα άτυπο «συμβόλαιο». Συμφωνήσαμε ότι είμαστε  δεσμευμένοι  ώστε να απολαύσουμε και να χαρούμε τις σπουδές. Χωρίς να διεκδικούμε την πατρότητα της «Χαρούμενης Επιστήμης» απ τον Νίτσε, δώσαμε στο μάθημα τον τίτλο «Επιστήμες της Αγωγής: Χαρούμενες Επιστήμες»! Έτσι κι αλλιώς, η σπουδή του παιδιού και της εξελικτικής και δυναμικής του σχέσης με το σχολείο και τη γνώση, εμπεριέχει τη χαρά. Αυτή, ωστόσο, δε χαρίζεται. 

Ήταν χαρά που αποφύγαμε το μαρτύριο της βιβλιογραφικής ανηδονικής απομνημόνευσης  φορμαλιστικών  ορισμών,  αφορισμών, εννοιών και όρων. Η απομνημόνευση  ταλαιπωρεί  τη μνήμη και υποθάλπει την «αμνησία». Δε δώσαμε προτεραιότητα στους πλατωνικούς διαλόγους και ιδέες, αν και θυμηθήκαμε  το «Μένονα» για να ανιχνεύσουμε τη σωκρατική  θέση του «λάθους»  στη μάθηση ή τη θέση του λάθους στην ιστορία των επιστημών. Δε λέω, ανοίξαμε και το «Φαίδρο» για να εντοπίσουμε τις απαρχές της κριτικής που γίνεται σήμερα για τη βίαιη εισβολή των τεχνολογιών στην εκπαίδευση.

Με χαρά αποδεσμευτήκαμε από τις καθιερωμένες προσεγγίσεις  εγχειριδίων «Εισαγωγής» στους επιμέρους κλάδους των Επιστημών της Αγωγής, αν και οριοθετούσαμε  τις θεμελιώδεις θεωρητικές και μεθοδολογικές τους προκείμενες κάθε φορά που έρχονταν για συζήτηση επιλεγμένα «παραδειγματικά» πεδία της εκπαίδευσης. Μας  ενθουσίασε η πρωτοβουλία «Φιλοσοφία για Μικρά Παιδιά»  και το project «Μικροί  Πλάτωνες» σε  νηπιαγωγείο στο Παρίσι. Αυτά σιγά-σιγά μας εξοικείωναν με την ιδέα ότι οι θεωρητικές αναζητήσεις, η εμβάθυνση κι ο στοχασμός δεν  είναι   αινιγματικά και απρόσιτα εγχειρήματα αλλά ότι προσφέρονται για όσες σπουδάζουν με χαρά Επιστήμες Αγωγής της προσχολικής  ηλικίας.

Ο «Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σαιντ- Εξυπερύ μας έδωσε την εναρκτήρια ευκαιρία για να αισθανθούμε το συγκλονιστικό αίτημα και την παράκληση της αλεπούς προς το «Μικρό Πρίγκιπα»: «Σε παρακαλώ… ημέρωσέ με»! Ψάχναμε την απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα του Πρίγκιπα: «Τι πάει να πει ημέρωσέ με» για να πλησιάσουμε, μετά από πολλά, στην άποψη της αλεπούς: «Να ημερώνεις σημαίνει να δημιουργείς δεσμούς»! Δεσμούς, δεσμεύσεις και σχέσεις με τις συμφοιτήτριες/τές,  με τους καθηγητές/τριές τους, με τη γνώση, με τη σπουδή. Εσωτερικές δεσμεύσεις για μια «πρώτη επαφή και γνωριμία» με εκδοχές παιδαγωγίας και «ψυχαγωγίας», σχέσης, επικοινωνίας, διδασκαλίας,  μάθησης, κ.α.

Ακούσαμε το γνωστό τραγούδι "Another Brick in the Wall" των Pink Floyd. Μια ομάδα φοιτητριών εμπνεύστηκε να μελετήσει και να παρουσιάσει με μεράκι – κι ας ήταν σε power point – τις απόψεις του Ίλλιτς, για «Κοινωνία χωρίς σχολεία». Μια άλλη ομάδα παρουσίασε την εκδοχή Πόστμαν για την «εκπαίδευση ως μέσο ανατροπής του κατεστημένου». Μια τρίτη ομάδα μας μίλησε για τη θεωρία της «αντιαυταρχικής εκπαίδευσης» του Νήλ.  Όλα αυτά  σε συνδυασμό μας έφεραν, συχνά, σε εμπειρίες «ιδεοθύελλας».

 Τα γνωστά προγράμματα παιδαγωγικής αισιοδοξίας, το High Scope και το Head Start μας έκαναν να εμπιστευτούμε το νηπιαγωγείο και το σπίτι  για έγκαιρη προληπτική αντισταθμιστική  παιδαγωγική. Αυτά μας έπεισαν ότι οι σπουδές για την προσχολική ηλικία και το νηπιαγωγείο μπορούν να «πιάσουν τόπο». Στο κάτω-κάτω, αν είναι δύσκολο να εργαστείς ως νηπιαγωγός, οι σπουδές δεν «πάνε χαμένες». Έχουν προσωπική και κοινωνική αξία: οι σημερινοί φοιτητές και φοιτήτριες θα είναι οι μελλοντικοί ενημερωμένοι και ευαισθητοποιημένοι γονείς.

Κι αν όλα αυτά αναφέρονται στο μέλλον, υπάρχει μια άλλη πτυχή που είχε να κάνει με το παρελθόν: οι πρωτοετείς έρχονται στο πανεπιστήμιο έχοντας τουλάχιστον δώδεκα χρόνια σχολικής ζωής. Τώρα, όσες/οι σπούδαζαν «Επιστήμες της Αγωγής» είχαν το προνόμιο  να «ξεσκονίσουν» τα βιώματα και τις αντιλήψεις που έφερναν μαζί τους, σπουδάζοντάς τα, σε μια  αποκαλυπτική  οπτική και προοπτική.

Τόσο το περιεχόμενο όσο και οι παιδαγωγικές διευθετήσεις που υιοθετήσαμε ενσωμάτωναν το αίτημα μιας ενημερωμένης ενεργητικής συμμετοχής. Οι φοιτήτριες μελετούσαν και συμμετείχαν υποψιασμένες πάνω σε συγκεκριμένα θέματα μέσα από κείμενα μελέτης. Καμιά εργασία η δραστηριότητα δεν ήταν υποχρεωτική. Ακόμα και η συμμετοχή στις τελικές εξετάσεις! Υπήρχε μια ρητή δέσμευση από τη μεριά του διδάσκοντα: «Δεν έχει νόημα να γίνεται κάτι, εκτός και έχει νόημα γι' αυτήν που το κάνει». Στην τελευταία μας συνάντηση, οι φοιτήτριες μου έδωσαν συμπληρωμένο το «Ερωτηματολόγιο αυτοαξιολόγησης» και το «Ημερολόγιο Σπουδής» που γράφανε κατά τη διάρκεια των δώδεκα εβδομάδων του εξαμήνου. Η Μαριλένα γράφει: «Σκεφτόμουν αυτό που είχατε πει, ότι δηλαδή αυτό το Ημερολόγιο δε θα το κάνουμε για σας, αλλά για μας, και επιπλέον δε θα το θεωρήσουμε ως δουλειά. Τελειώνοντας, λοιπόν, κατάλαβα ότι αυτό το έκανα για μένα, και με βοήθησε πολύ. Σας ευχαριστώ για τη συνεργασία». Η Μαριλένα, κατά πώς φαίνεται, έγραφε το ημερολόγιο τα βράδια, γι' αυτό και ευχόταν «καληνύχτα». Με αυτά και μ αυτά, συμπληρώσαμε εικοσιτέσσερις συναντήσεις, χωρίς να έχουμε εξαντλήσει τις δυνατότητές μας για χαρά στη σπουδή… Αυτό είναι το δικό μου «Ημερολόγιο χαράς». Τις ευχαριστώ! Ιδιαιτέρως, ευχαριστώ και την αγαπητή συνάδελφο και πρόεδρο του Τμήματος. Ξέρει καλά  και τη χαρά των Επιστημών της Αγωγής.  


* Ο Γιώργος Μαυρογιώργος είναι άμισθος αντιπρόεδρος του Επιστημονικού Συμβούλιου στο ΠΙ/ΚΕΕΑ

 

ΠΗΓΗ: 6-4-2012, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=61560

Η Ύβρις της «Χρυσής Αυγής»

Η Ύβρις της «Χρυσής Αυγής» (κοινώς, η Διαθήκη των δωσιλόγων)…

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)

 

Προσωπικώς δεν πιστεύω ότι η «Χρυσή Αυγή» θα  μπει στη Βουλή. Άλλωστε δεν χρειάζεται, τη βρώμικη δουλειά χάριν του Συστήματος της Διαφθοράς και της Διαπλοκής την κάνουν συστημικά κόμματα του δικομματισμού. Όχι, οι Δυνατοί δεν χρειάζονται μελανοχίτωνες στη Βουλή, τουλάχιστον όχι ακόμα. Τουλάχιστον όχι όλοι.

Χρειάζονται απλώς μια «Χρυσή Αυγή» εκτός Βουλής (και μόνον σε μεγάλη ανάγκη εντός) ως μπαμπούλα, ως «χρήσιμο φόβητρο», που μάλιστα, τροφοδοτώντας τη θεωρία του «κινδύνου εκ των δύο άκρων» σκοπό έχει να αποδυναμώνει την Αριστερά.

 Η συκοφαντική ταύτιση των «δύο άκρων» παρ' ότι είναι τελείως αντίθετα μεταξύ τους, έχει μακράν προϊστορία στην αστική προπαγάνδα. Αλλά, αν δεν θέλουν οι αστικές δυνάμεις, τουλάχιστον όχι όλες, τους ναζί της «Χρυσής Αυγής» στο Κοινοβούλιο, θέλει να μπει σε αυτό η «Χρυσή Αυγή»

Προς τούτο η φρασεολογία αυτής της οργάνωσης, όπως κάθε φασιστικής οργάνωσης στην πρώιμη φάση της, στρέφεται κατά τις «σαπίλας του κράτους», κατά της «διαφθοράς στην κοινωνία» και κατά της δημοκρατίας της ίδιας ως πολιτεύματος «κλεφτών κι απατεώνων».

Ακριβώς τα ίδια έλεγαν εναντίον των αστών οι Γερμανοί ναζί την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϋμάρης, ώσπου πήραν την εξουσία με την ψήφο του λαού κι έγιναν οι καλύτεροι υπηρέτες των αστών. Οι πιο αιμοσταγείς και οι πιο αισχροί σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.

Σε κάποιους πολίτες που δεν ξέρουν τι ακριβώς είναι η «Χρυσή Αυγή», η ρητορική της και η σημειολογία της εναντίον του καπιταλισμού φαντάζει φιλολαϊκή, ακόμα κι αριστερή. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Οπως απέδειξαν οι φασίστες του Μουσολίνι και οι Ναζί του Χίτλερ σφάζοντας «φιλολαϊκά» εκτός από τους άλλους λαούς εν τέλει και τους δικούς τους.

Για τους φασίστες, ο λαός είναι μια μάζα άξια περιφρόνησης, χρήσιμη μόνον για να τους φέρει στην εξουσία. Το τελευταίο που έκανε ο Χίτλερ πριν να πάει στον Διάολο, ήταν οι φιλιππικοί του εναντίον των Γερμανών (με 12.000.000 νεκρούς ήδη) που δεν στάθηκαν άξιοι του πεπρωμένου του. Οχι του πεπρωμένου τους (γελοίο κι αυτό ου μην και μεταφυσικό) αλλά του πεπρωμένου… του!

Οι τελευταίες διαταγές του Χίτλερ (μάλιστα επί μήνες) αφορούσαν στην καταστροφή της ίδιας της Γερμανίας, την εκθεμελίωσή της. Το φόλκστουρμ, ο «ολοκληρωτικός λαϊκός πόλεμος» του Γκαίμπελς δεν φανέρωνε κανένα ηρωισμό, αλλά την εκδικητική μανία των ναζί εναντίον του γερμανικού λαού, που δεν κατάφερε ο έρμος να αποδείξει ότι ήταν υπεράνθρωποι – οι ναζί βεβαίως.

Όντως, οι ναζιστές άνθρωποι δεν ήταν. Αλλά ούτε θεοί. Θηρία ήταν. Τέρατα.

Μάλιστα τέρατα αγροίκα. Οταν οι ναζί και οι νεοναζί της «Χρυσής Αυγής» μιλούν για το έθνος δεν μιλούν στη βάση του «εκάστοτε πολιτικού προσδιορισμού περί το συνανήκειν» (που είναι ένα έθνος), αλλά στη βάση του αίματος, της φυλετικής συνέχειας.

Τόσον πρωτόγονοι είναι. Και για αυτό είναι ρατσιστές. Διότι πιστεύουν στο «αίμα» (κάτι στο οποίο θα μπορούσαν αν πιστεύουν οι σκίουροι, αλλά όχι οι άνθρωποι).

Οι Έλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι ρατσιστές (παρά τις φιλότιμες «προσπάθειες» του κράτους με το μεταναστευτικό να γίνουν), δεν έκαναν ποτέ πογκρόμ εναντίον των αλλοεθνών, ούτε γενοκτονίες.

  «Ποιος θυμάται τη γενοκτονία των Αρμενίων απ' τους Τούρκους;», έλεγε ο Χίτλερ και προχώρησε στη γενοκτονία των Εβραίων. Πιστεύουν σήμερα οι «Χρυσαυγίτες» επίγονοι του Χίτλερ ότι έχουμε ξεχάσει;

Οι «Χρυσαυγίτες» μιλούν (και επιτίθενται) εναντίον των μεταναστών, όπως ο Χίτλερ κατά των Εβραίων. Ωσπου ύστερα να μαντρώσει, τους κομμουνιστές, τους σοσιαλδημοκράτες, τους ομοφυλόφιλους, τους χριστιανούς, τους τρελούς, τους τσιγγάνους, τους Σλάβους, τους πάντες.

Όχι, οι «Χρυσαυγίτες» δεν είναι πατριώτες, είναι εθνικιστές. Δεν αγαπούν την Ελλάδα, μισούν τους «άλλους». Είναι απλώς οι επίγονοι αυτών που τη διαμέλισαν. Δεν έχουν σχέση με τα ελληνικά γράμματα, είναι ανελλήνιστοι. Κυρίως αυτό!

Ο φασισμός και ο ναζισμός είναι η άρνηση του ανθρωπισμού των ελληνικών γραμμάτων. Ο δε «φιλελληνισμός» του Χίτλερ, η «λατρεία» του για τη μιλιταριστική, όπως νόμιζε, Σπάρτη (πριν εν τέλει να ανακηρύξει τους σύγχρονους Ελληνες «υπάνθρωπους») βασίζεται στην πομπώδη κενότητα εκείνου που θαυμάζειαγνοεί το περιεχόμενο. το κέλυφος, αλλά κάτι σαν τους λαϊφοστυλάδες που θαυμάζουν τους μπρατσαράδες κι από μυαλό, κουκούτσι.

Οι «Χρυσαυγίτες» είναι τόσο Ελληνες κατά την παιδεία, όσον ο Κόναν ο Βάρβαρος. Οσο για την εξιδανίκευση του αρχαιοελληνικού κόσμου στην οποίαν καταφεύγουν για να ντοπάρονται, αυτό και μόνον δείχνει, ότι από τον αρχαιοελληνικό κόσμο δεν έχουν καταλάβει γρυ. Η (όποια) «εξιδανίκευση» χρειάζεται μόνον στους αμόρφωτους που θέλουν να πιστεύουν σε κάτι – σε έναν φύρερ, στο «πεπρωμένο του αίματος» (ή μήπως των κοπράνων), στο υπεράνθρωπον της αφεντομουτσουνάρας τους. Αυτός είναι εν τέλει ο αταβισμός του φασισμού: να μπορεί το θηρίο να πιστεύει ότι είναι θεός. Όμως, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος ούτε θηρίο είναι ούτε θεός. Είναι ον πολιτικό.

Τι δουλειά λοιπόν έχουν οι Ελληνες με τον ναζισμό; Για ανάλυση αίματος (μη μας περιμένει καμιά αρρώστια) πάμε στα μικροβιολογικά εργαστήρια, όχι στις κάλπες. Πόσω μάλλον για να υπερψηφίσουμε «υπεράνθρωπους» που το «καθαρό τους» αίμα, τους επιτρέπει (!!!) να χύσουν το «βρώμικο» αίμα των άλλων.

Ελληνες είμαστε συμπατριώτες μου και η «Χρυσή Αυγή» μια Υβρις εναντίον των ελληνικών γραμμάτων, της λαϊκής μας παράδοσης, των ποιητών μας, των ηρώων και των αγίων μας…

Η ψήφος είναι ιερή, είναι όπλο, δεν είναι για πέταμα…

 

Το θάρρος του Μπουένος Άιρες

Το θάρρος του Μπουένος Άιρες

 

Του Κώστα Λαπαβίτσα*

 

Από την αρχή της ελληνικής κρίσης, η Αργεντινή λειτούργησε ως σημείο αναφοράς και φόβητρο. Οι υπερασπιστές των Μνημονίων ισχυρίζονται συχνά ότι προστατεύουν την Ελλάδα από την κατάντια της Αργεντινής. Ατυχέστατες αναφορές έγιναν ακόμη και από επίσημα χείλη προκαλώντας ενόχληση στο Μπουένος Άιρες. Για τους εκεί ιθύνοντες είναι εμφανές ότι η Ελλάδα ακολουθεί την πορεία της χώρας τους προς το χάος κατά το 1998-2001 εφαρμόζοντας την ‘ορθόδοξη' συνταγή του ΔΝΤ και της ΕΕ.

Υιοθετεί τρομακτική λιτότητα, επιδιώκει να δημιουργήσει δημοσιονομικά πλεονάσματα, αποδίδει προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του χρέους και προσβλέπει στην ανάπτυξη μέσω χαμηλών μισθών και ξένων επενδύσεων.

Ακόμη και το PSI έχει το αργεντίνικο προηγούμενό του.  Τον Ιούνιο του 2001 η Αργεντινή έκανε το περιβόητο μεγκακάνχε, δηλαδή εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων με πρωτοβουλία των δανειστών της. Μαζί με το εξίσου περιβόητο μπλιντάχε, δηλαδή θωράκιση με νέα δάνεια από το ΔΝΤ, το μεγκακάνχε υποτίθεται ότι θα έλυνε την κρίση, χωρίς ακρότητες όπως η επιθετική αθέτηση πληρωμών. Η ‘λύση' δεν κράτησε ούτε έξι μήνες, καθώς η ύφεση έγινε βαθύτερη και η χώρα έφτασε στην κοινωνική κατάρρευση. Ο εμπνευστής της, ο Ντομίνγκο Καβάλο, ο άνθρωπος που ουσιαστικά κατέστρεψε την Αργεντινή κατά τη δεκαετία του 1990, έχει σήμερα μηδαμινή αξιοπιστία στη χώρα του.

Η Αργεντινή έκανε παύση πληρωμών τον Δεκέμβριο του 2001, ενώ κατόπιν ήρε την πρόσδεση του πέσο με το δολάριο και εγκατέλειψε το πρόγραμμα του ΔΝΤ. Ακολούθησαν μήνες βαθιάς κρίσης, καθώς η οικονομία ήταν εξουθενωμένη μετά από τρία χρόνια ‘σωτηρίας'. Αλλά η ανάκαμψη ήρθε και η χώρα μπήκε σε ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης. Δέκα χρόνια μετά, το ΑΕΠ είναι σχεδόν διπλάσιο, το Μπουένος Άιρες σφύζει από ζωή, η χώρα παραμένει ανοιχτή και με έντονη διεθνή παρουσία. Παράλληλα, η κατανομή του εισοδήματος έχει βελτιωθεί σημαντικά καθώς το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ ανέβηκε από περίπου 30% το 2001 στο 50% το 2011.

Η Αργεντινή αντιμετωπίζει τώρα νέα προβλήματα, παρότι η ανάπτυξη για το 2011 ήταν και πάλι ταχύτατη, με ρυθμό 8,9%. Τα εξωτερικά πλεονάσματα περιορίζονται, εμφανίστηκε δημοσιονομική στενότητα, ο πληθωρισμός κινείται στο 15-20% και υπάρχει μεγάλη διαρροή κεφαλαίων. Ο δευτερογενής τομέας χρειάζεται άμεσα παραγωγική ανασυγκρότηση. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι η χώρα ψάχνει για ριζοσπαστικές λύσεις, μακριά από τις αποτυχημένες πολιτικές του ΔΝΤ. 

Η Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή και οι Περονιστές έχουν κάνει στροφή προς τα αριστερά. Αντιλαμβάνονται ότι ο πληθωρισμός πρέπει να ελεγχθεί μέσω της ανάπτυξης και χωρίς να χαθούν τα κέρδη στην κατανομή του εισοδήματος. Η κεντρική τράπεζα, υπό την διοίκηση της ξεχωριστής Μερσέντες ντελ Ποντ, στοχεύει πλέον στην υψηλή απασχόληση και όχι μόνο στη σταθερότητα των τιμών. Η χώρα σκέφτεται σοβαρά να υιοθετήσει βιομηχανική πολιτική για ανάπτυξη στηριγμένη στις εγχώριες πηγές, με έλεγχο του πιστωτικού συστήματος. Θα υπάρξει οπωσδήποτε σύγκρουση με τον τραπεζικό τομέα, τους γαιοκτήμονες και άλλους συντηρητικούς κύκλους, αλλά οι προοπτικές είναι θετικές για τα λαϊκά στρώματα. 

Η Ελλάδα δεν είναι πράγματι Αργεντινή. Έχει πολύ υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και μετέχει στην ΟΝΕ, ένα νομισματικό πλαίσιο πολύ πιο δεσμευτικό από την πρόσδεση του πέσο με το δολάριο, γεγονός που κάνει την ύφεση βαθύτερη. Η συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ από το 2008 μέχρι το τέλος του 2012 πιθανόν να αγγίξει το ποσοστό της συνολικής μείωσης του ΑΕΠ της Αργεντινής σε όλη τη διάρκεια της κρίσης της. Για την Ελλάδα φυσικά έπεται συνέχεια, χωρίς να έχει εκλείψει το φάσμα της εξόδου από το ευρώ. Η ΟΝΕ επέτρεψε επίσης στις ελληνικές τράπεζες να έχουν συνεχή πρόσβαση σε ρευστότητα από την ΕΚΤ, ενώ οι τράπεζες της Αργεντινής δεν είχαν αντίστοιχη δυνατότητα.

Η ουσιαστικότερη όμως διαφορά είναι ότι η ΕΕ λειτουργεί καταναγκαστικά επί του ελληνικού πολιτικού συστήματος, το οποίο τρέμει και στην ιδέα της εξόδου από την ΟΝΕ. Η πειθάρχηση στην πολιτική του Βερολίνου είναι πλήρης, χωρίς ίχνος ανεξαρτησίας. Το πολιτικό σύστημα θα προτιμήσει να μεταβάλει την Ελλάδα σε χώρα φτωχών, παρά να έρθει σε ρήξη με την ΕΕ.

Ακριβώς γι' αυτό το λόγο, οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας πιθανώς θα είναι πιo ραγδαίες και ριζοσπαστικές απ' ότι στην Αργεντινή. Η συνταγή της τρόικας εντείνει την οικονομική διάλυση και ωθεί προς την κοινωνική έκρηξη. Όταν θα φτάσει η ώρα της κρίσεως, οι δυνάμεις που θα βάλουν την Ελλάδα σε τροχιά ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης θα χρειαστεί να πάνε πιό πέρα από το Νέστορ Κίρχνερ και την Κριστίνα Φερνάντες.

 

* Ο κ. Κώστας Λαπαβίτσας είναι καθηγητής Οικονομικών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

 

ΠΗΓΗ: Hμερομηνία δημοσίευσης: 01-04-12, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_01/04/2012_477661

 

ΟΧΙ στο κρεματόριο των δολοφόνων!….

ΟΧΙ στο κρεματόριο των δολοφόνων!….

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Το τσίρκο των προδοτών του πολιτικού υπόκοσμου ατίμασε, με την αποπομπή του λαού και την παράλληλη καγκελόφραχτη δική του αποκρουστική παρουσία, την 25η Μαρτίου. Και απομένει να ιδούμε, αν θα επαναλάβει την ασέβειά του και απέναντι στην Έξοδο του Μεσολογγίου.

Πάντως, ανεξαρτήτως της στάσης τους, τόσο η 25η Μαρτίου, όσο και η Έξοδος βρίσκονται πολύ ψηλά, για να τις μολύνουν οι δοσίλογοι με τις οποιεσδήποτε επαίσχυντες επιλογές τους.

Και παραμένουν, πάντοτε, γεγονότα ύψιστου παραδειγματισμού για όλες τις γενιές των Ελλήνων. Ιδιαίτερα μάλιστα, καθώς το ηθικό και εθνικό απαύγασμά τους έχει συνταιριαστεί με την μεγαλειώδη πνευματική δημιουργία του Διονύσιου Σολομού: Με τον «Ύμνο στην Ελευθερία» η 25η Μαρτίου και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» η Έξοδος.

Η Έξοδος με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», που έρχονται να ταιριάξουν και με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα: Καθώς η Ελλάδα θυμίζει «αλωνάκι» και το «φτωχό καλυβάκι», με το οποίο ο Σολομός παρομοιάζει το πολιορκημένο Μεσολόγγι…

Κι εκείνο το «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου», που θυμίζει την τωρινή συγχορδία των εχθρών της Ελλάδας: Γερμανών, Γάλλων, Αμερικανών, Εβραίων και λοιπών μαφιόζων. Που έπλεξαν και πλέκουν το δίχτυ της πολύμορφης ασφυξίας ολοτρίγυρα μας. Όπου η διεθνής των τοκογλύφων και η ντόπια των εφιαλτών τρόικα θυμίζουν τον Ιμπραήμ και τον Κιουταχή!

Που, προ πολλού, προσχεδίασαν και με υπέρμετρο ζήλο πάνω από δυόμισι χρόνια πραγματοποιούν, όχι μόνο την πολιορκία, αλλά και τη δολοφονία της πατρίδας μας και του λαού της!

Ακόμη και η «περιπαίχτρα η σάλπιγγα» του χορτάτου Αράπη θυμίζει τον τωρινό διασυρμό και την τρομοκρατία, σε βάρος μας, εκ μέρους των εβραιοκίνητων ντόπιων και διεθνών Μ Μ Εξαπατήσεως και εξαχρειώσεως: Την οποία ακομπανιάρει, όπως φαίνεται, και η λεγόμενη ελληνική Δικαιοσύνη. Η οποία αθωώνει τον οχετό των ύβρεων κατά της Ελλάδας και των Ελλήνων! Και λιβανίζει, έτσι το θράσος και την «ύβρη» των μεγαλύτερων κακούργων της νεότερης ιστορίας σε βάρος της ανθρωπότητας. Αυτές και πάμπολλες άλλες αναλογίες και παραλληλισμούς θα μπορούσε κάποιος να βρει ανάμεσα στους τότε και στους τωρινούς «Ελεύθερους Πολιορκημένους».

Σε κάθε όμως περίπτωση μας μένει η πικρή γεύση ότι τότε προδότες δεν ήταν, τουλάχιστο, επίσημοι. Κι αν υπήρχαν, ήταν κρυφές και επονείδιστες εξαιρέσεις. Ενώ σήμερα, αλίμονο, τα αποβράσματα τα κοινωνίας, η αφρόκρεμα της πολιτικής αλητείας βρίσκονται στην εξουσία.

Οι οποίοι, αφού εξαπάτησαν το λαό, με τον πιο άνανδρο τρόπο, έχουν επιβάλει με όλα τα δόλια και ανέντιμα μέσα το δολοφονικό – για την Ελλάδα και τους Έλληνες –  κρεματόριό τους. Και το πλέον χείριστο: Ότι ένα σημαντικό μέρος του λαού, πέρα από κάθε συνείδηση, όπως λένε οι αμφιβόλου πάντοτε αξιοπιστίας δημοσκοπήσεις, ακολουθούν τους δολοφόνους αυτούς…

Και για μια ακόμη φορά προβάλλει η οδυνηρή απορία:

Σίγουρα οι δολοφόνοι δεν έχουν ούτε ντροπή ούτε συνείδηση. Αλλά εκείνοι, τουλάχιστο, που, με ελαφρά συνείδηση, τους ακολουθούν, δεν έχουν ίχνος φιλότιμου! Δεν ντρέπονται την ιστορία μας! Δεν ντρέπονται τους αγώνες των προγόνων για τη σωτηρία και την ελευθερία της πατρίδας! Δε ντρέπονται τους Μεσολογγίτες, που έφαγαν γάτες και ποντίκια, για να μην υποκύψουν στη σκλαβιά και τον εξανδραποδισμό; Και έφτασαν σε τέτοιο σημείο αυτοθυσίας, ώστε να επιχειρήσουν την θρυλική Έξοδο. Για να πεθάνουν ή να ζήσουν ελεύθεροι!…

Είναι δυνατόν ύστερα από τέτοιο ρεσιτάλ πολιτικής αλητείας να επιμένουν να σύρονται πίσω απ' το ληστρικό και διεφθαρμένο αυτό σκυλολόι; Δεν κατανοούν ότι είναι εξίσου προδότες με κείνους. Και πως οι άθλιες δικαιολογίες, που βρίσκουν και εφευρίσκουν, τους καθιστούν ολοένα και περισσότερο ευτελείς και γελοίους!

Η μόνη διέξοδος γι' αυτούς και για όλους μας είναι ν' ακολουθήσουμε το παράδειγμα των Μεσολογγιτών. Να εγκαταλείψουμε το κρεματόριο των δολοφόνων. Και να μην κοιτάξουμε πίσω μας. Όπως ο Λωτ, όταν εγκατέλειπε τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Η φωνή εκείνη, που κάλεσε το λαό της Εξόδου να γυρίσει πίσω ήταν ιδιαίτερα καταστροφική. Γιατί οδήγησε, όσους γύρισαν πίσω, στο θάνατο και τον εξανδραποδισμό.

Το ίδιο καταστροφικές είναι και οι προδοτικές φωνές, που μας καλούν – με τη μία ή την άλλη πρόφαση – να γυρίσουμε πίσω στα κόμματα του δοσιλογισμού και της διαφθοράς!… Ως πότε θα αυτοκτονούμε για χάρη τους! Καιρός να εφαρμόσουμε το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος. Και να πραγματοποιήσουμε την με κάθε μέσο ανατροπή τους. Μακριά, λοιπόν, απ' την προδοσία και την ατίμωση!

Ανήκουμε στη γενιά των Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων. Στη Γενιά των Μεσολογγιτών, των υπερασπιστών της Αλαμάνας και του Μανιακιού, του '40 και της Εθνικής αντίστασης!

Και σε καμιά περίπτωση στη γενιά των δοσίλογων και των γερμανοτσολιάδων. Κατ' εικόνα και ομοίωση του αρχαίου, αλλά και των τωρινών εφιαλτών!…

 

παπα-Ηλίας, 5-4-2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/05/….BD/ 

Ό Όρκος του Στρατιώτη

Ό Όρκος του Στρατιώτη

 

Του Ηλία Σταμπολιάδη*


Μας έδειξαν στην τηλεόραση έναν καλοστεκούμενο, συνοφρυωμένο, ασπρομάλλη κύριο, που είπαν ότι είχε το θεσμικό ρόλο. Εμείς δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε για να δούμε διότι η αστυνομία άφηνε μόνο τους επωνύμους, ενώ εμείς δεν ήμαστε. Ο ρόλος του ήταν να φυλάει το Σύνταγμα, όχι βέβαια την πλατεία διότι αυτή τη φύλαγε η αστυνομία, αλλά τις αρχές πολιτικής διακυβέρνησης της χώρας, όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο σε μία χώρα κομματικής δικτατορίας που οι κομματάρχες της θεωρούν σαν μονόδρομο να υπακούουν στους ξένους δανειστές, στους οποίους έχουν παραδώσει τη διαχείριση της χώρας.

Τον ασπρομάλλη κύριο περιστοίχιζαν τρεις ένστολοι κύριοι, φορτωμένοι με μετάλλια ανδρείας που η ηλικία τους μαρτυρούσε ότι δεν τα είχαν κερδίσει στον τελευταίο παγκόσμιο ή εμφύλιο πόλεμο και μάλλον ήταν άκαπνοι. Ο πρώτος με στολή χρώματος χακί θύμιζε τα βουνά και τις πεδιάδες της πατρίδας μας, ο δεύτερος με μπλε σκούρο ίδιος η θάλασσα του Αιγαίου και του Ιονίου και ο τρίτος γρι γαλάζιο σαν τον ουρανό. Μπροστά τους πέρασαν τα στρατευμένα παιδιά και τα αδέλφια μας που δεν μπορούσαμε να τα δούμε και να τα χειροκροτήσουμε και στο τέλος ο ασπρομάλλης κύριος κάτι ψέλλισε στα μικρόφωνα των δημοσιογράφων, αυτοί μπόρεσαν να πλησιάσουν γιατί είναι έμπιστοι.

Ο λόγος του ασπρομάλλη έμοιαζε με αναφορά στους αγώνες των ηρών του 1821 και παρότρυνε τους Έλληνες να τους μιμηθούν, ενώ ο τόνος της φωνής του έδειχνε ότι φοβόταν μη τυχόν συμβεί κάτι τέτοιο, αν και η αστυνομία είχε πάρει τα μέτρα της με ελεύθερους σκοπευτές αμολημένους στις ταράτσες των γύρω κτιρίων. Το κάθε έθνος έχει το στρατό του που το προστατεύσει από τους εχθρούς του και απορεί κανείς τι σχέση έχουν αυτοί που παρίσταναν τις κεφαλές των ενόπλων μας δυνάμεων με το ρόλο που προστάτη όταν οι εχθροί είναι ήδη εντός των πυλών και αυτοί ομιλούν για αγώνες.

Οι σημερινοί εχθροί είναι φαινομενικά άοπλοι και είτε είναι ξυπόλητοι, είτε είναι πάμπλουτοι με αόρατα και αντιφατικά όπλα. Αφενός μεν χρησιμοποιούν σαν όπλο τα μονομερή δικαιώματα του ανθρώπου, που τα στερούν από τους γηγενείς και αφετέρου το αποικιοκρατικό δίκαιο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Εμείς εξ αιτίας της χούντας πήγαμε στο άλλο άκρο και διαστρέψαμε την έννοια του στρατιώτη σαν προστάτη του έθνους από τους εισβολείς, ένοπλους ή ξυπόλυτους, και τον αντικαταστήσαμε με τη σκούπα της αστυνομίας. Εν ονόματι της υλικής ευδαιμονίας και της ατομικής τάχα ελευθερίας μας προτρέπουν να χάσουμε τη συλλογική εθνική μας συνείδηση και τελικά ο καθένας χωριστά να γίνει θύμα του ατομικισμού του και να αφεθεί μόνος και απροστάτευτος στα προβλήματα της ζωής. Μαθαίνουν τους πολίτες ότι δικαιούνται τα πάντα στη ζωή χωρίς να τους μάθουν να τα κερδίζουν με την παραγωγική τους εργασία αλλά με την ανοχή και την υποτέλεια τους στις δυνάμεις της εξουσίας.

Αυτή μας η κατάντια είναι η αιτία που δεν ξεσηκωθήκαμε επί τόπου και ανεχθήκαμε να εξελιχθεί αυτή η φαρσοκωμωδία πατριωτισμού μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη. Όπως έγραψα και στο βιβλίο μου, η Ελλάδα προδίδεται και πρέπει να αντισταθούμε. Δυστυχώς ο εχθρός έχει αλλάξει τακτική και όπλα. Δεν έχει τανκς αλλά το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την προπαγάνδα της παγκοσμιοποίησης. Χρησιμοποιεί τους πεινασμένους του πλανήτη και με το πρόσχημα της ανθρωπιάς μας επιβάλουν ένα παράγοντα εργατικού ανταγωνισμού, αλλά κυρίως ένα παράγοντα αλλοίωσης της εθνικής, πολιτισμικής και θρησκευτικής μας συνείδησης. Είμαστε μπροστά σε μία ανίερη συμμαχία της αριστεράς με το κεφάλαιο στο θέμα του εθνομηδενισμού.

Δυστυχώς δεν φάνηκε ακόμη ο αρχηγός που θα οδηγήσει αυτό το έθνος στην ολοκλήρωση της επανάστασης του 1821. Δεν πιστέψαμε ότι αυτός που περιμένουμε είναι ανάμεσα μας και όχι από πάνω μας και δεν του δημιουργούμε τις προϋποθέσεις να αναδειχθεί. Το μόνο που μας έχει μείνει είναι οι θεσμοί, που όμως δεν λειτουργούν, ενώ κάποιοι έχουν ορκιστεί να τους τηρούν και δεν το κάνουν. Το σίγουρο είναι ότι με τη στάση τους αυτή εξωθούν το λαό να αναζητήσει λύση εκτός του θεσμικού συστήματος διότι αυτό δεν έχει τη δυνατότητα εξέλιξης και ανανέωσης του.

* Ο Ηλίας Σταμπολιάδης είναι Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης

1-4-2012

Η τακτική να υποτάσσεται στη στρατηγική

Η τακτική να υποτάσσεται στη στρατηγική

 

Του Γίωργου Ρούση [Συνέντευξη στον Λεωνίδα Βατικιώτη]

 

Η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί ένα ελάχιστο πρόγραμμα μετωπικής δράσης, πρώτο βήμα στο πλαίσιο μιας στρατηγικής που στόχο έχει το σοσιαλισμό, υποστηρίζει ο αγωνιστής της Αριστεράς και καθηγητής Πάντειου Πανεπιστημίου Γιώργος Ρούσης στη συνέντευξη που ακολουθεί. Από την άλλη, η απορριπτική απάντηση του Ριζοσπάστη εντάσσεται σε μια λογική άρνησης ακόμη και της πιο στοιχειώδους συνεργασίας των αριστερών δυνάμεων.

– Πώς κρίνεις την πρόταση για κοινή δράση που κατέθεσε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην υπόλοιπη Αριστερά;

 

– Καταρχάς να ξεκαθαρίσω ότι οι απαντήσεις μου πρέπει να εκληφθούν ως αυτό που είναι, δηλαδή ως απαντήσεις ενός ανένταχτου κομματικά αριστερού – κομμουνιστή, που υποστηρίζει το μετωπικό εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όχι βεβαίως ως απαντήσεις ενός στελέχους της, που δεν είμαι. Θεωρώ ότι η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμβάλλει σε μια πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της επίθεσης του κεφαλαίου, με δεδομένες τόσο τις πραγματικές διαφορές ανάμεσα στις συνιστώσες της Αριστεράς, όσο και τη μέχρι τώρα στάση τους στο ζήτημα ενός αντικαπιταλιστικού μετώπου. Τέλος, από άποψη περιεχομένου, ανταποκρίνεται στο χαρακτηρισμό της κρίσης ως συστημικής κρίσης του καπιταλισμού και ως εκ τούτου κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Βεβαίως, δεν πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης, ούτε για μια πρόταση σοσιαλιστικής εξουσίας, αλλά για ένα ελάχιστο πρόγραμμα μετωπικής δράσης, πρώτο βήμα στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ενός επαναστατικού πολέμου θέσεων, που για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις συνιστώσες της, στόχο έχει το σοσιαλισμό.

 

– Ο Ριζοσπάστης όμως έγραψε ότι βρίθει αντιφάσεων με πιο χαρακτηριστική την αποκοπή της τακτικής από την στρατηγική.

 

– Το πιο τραγικό είναι ότι ορισμένοι σύντροφοι τόσο από το ΚΚΕ, όσο και προσκείμενοι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το πρώτο πράγμα που βρήκαν να μου πουν όταν συζητήσαμε την απάντηση του ΚΚΕ μέσω του Ριζοσπάστη, ήταν ότι έβρισκαν θετικό το ότι το ΚΚΕ απάντησε και το ότι η απάντηση αυτή δεν περιείχε υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Δυστυχώς, έχουμε φθάσει στο σημείο να θεωρούμε το αυτονόητο -τον ευπρεπή διάλογο ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς- ως κατάκτηση.

Τώρα, επί της ουσίας της απάντησης του ΚΚE. Νομίζω ότι αυτή εντάσσεται σε μια εκ μέρους του λογική άρνησης κάθε έστω και στοιχειώδους συνεργασίας με άλλες αριστερές δυνάμεις, σε μια λογική «το μοναστήρι να 'ναι καλά», η οποία αντικειμενικά αποδυναμώνει το λαϊκό κίνημα. Έτσι αναζητούνται διαφορές ακόμη κι εκεί που δεν υπάρχουν και ακριβώς γι' αυτό το λόγο, το όλο σκεπτικό που αναπτύσσεται δεν μπορεί παρά να είναι και ανορθολογικό.

Παραθέτω τρία ενδεικτικά παραδείγματα: Πρώτο, στο ίδιο το απαντητικό άρθρο του Ριζοσπάστη παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥA: «Εθνικοποίηση κρατικοποίηση όλων των τραπεζών και των μεγάλων στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και λαϊκό έλεγχο». Στην τελευταία παράγραφο της απάντησης αυτό μεταφράζεται: H ΑΝΤΑΡΣΥΑ λέει «έξοδο από την ΕΕ, αλλά με τα μονοπώλια ακλόνητα στην παραγωγή».

Δεύτερο, στο ίδιο κείμενο παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή η δυνατότητα για μια πολιτική ή εκλογική ενότητα με τις δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ … Αυτό όμως δεν εμποδίζει την κοινή δράση μέσα στο μαζικό κίνημα για την ανατροπή της επίθεσης με συγκεκριμένους αντικαπιταλιστικούς στόχους πάλης». Παρόλ' αυτά, λίγο πιο κάτω κατηγορείται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι αυτό που προτείνει «δεν είναι ενότητα», όπως η ίδια διατείνεται ότι είναι.

Τέλος, και ίσως αυτό είναι το κυριότερο, το ΚΚΕ δηλώνει ότι αρνείται την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διότι αυτή «βάζει ζήτημα ανατροπής της κυβέρνησης, πολιτικούς στόχους εντός του συστήματος», λες και το ίδιο το ΚΚΕ όταν π.χ. ζητά εκλογές, συμμετέχει στη Bουλή ή διεκδικεί άμεσα αιτήματα ή στηρίζει και ορθότατα την πάλη διαφόρων κλάδων εργαζομένων ή ακόμη όταν κάκιστα συμμετείχε στην κυβέρνηση Τζαννετάκη κ.λπ. κ.λπ. το πράττει εκτός του συστήματος ή λες και ανάμεσα στο όλα ή τίποτα, υπάρχει το απόλυτο κενό και δεν υπάρχει η δυνατότητα αντικαπιταλιστικής γέφυρας προς το σοσιαλισμό, όπως το ίδιο προτείνει στο πρόγραμμα του, αλλά φαίνεται να αναιρεί στα μουλωχτά.

Παρά όμως την άρνηση αυτή του ΚΚΕ, υποστηρίζω ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να επιμείνει σε αυτήν τη μετωπική κατεύθυνση και προς το ΚΚΕ και προς τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς και βεβαίως ταυτόχρονα να επιδιώκει να υλοποιήσει από τα κάτω αυτό το αγωνιστικό μέτωπο.

 

– Θέτοντας θέμα εξόδου έστω από ευρώ δεν αποκλείονται εξαρχής δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί είναι απαραίτητο να τεθεί το θέμα της αποχώρησης από την ευρωζώνη για να νικήσουν οι Χαλυβουργοί ή για να ανακληθεί το χαράτσι στα ακίνητα;

 

– Είναι σαφές νομίζω ότι η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ δεν τίθενται από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως προϋποθέσεις για συμμαχίες σε επί μέρους αγώνες ή αιτήματα, πόσω μάλλον οικονομικού χαρακτήρα, όπως αυτά που αναφέρεις. Ούτε τίθεται ως προϋπόθεση για επί μέρους ζητήματα, όπως για παράδειγμα εκείνα της υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, που βεβαίως για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει νόημα ως βήμα στην πορεία υπέρβασης και ουσιαστικοποίηση τους. Επίσης πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι από μόνη της, δίχως τα υπόλοιπα στοιχεία της πρότασης, αυτή η έξοδος δεν οδηγεί πουθενά.

Από την άλλη είναι αλήθεια ότι αποκλείονται με αυτήν την πρόταση ορισμένες -όχι πια όλες- δυνάμεις του πολυτασικού ΣΥΡΙΖΑ, όμως το μέτωπο δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά από τη μια στοχεύει να μας απαλλάξει αρχικά από τη θηλιά που μας έχουν κρεμάσει, έτσι ώστε να μπορούμε να κινηθούμε στοιχειωδώς ελεύθερα, από την άλλη δεν μπορεί να μην στρέφεται εναντίον εκείνων οι οποίοι είναι βασικοί υπεύθυνοι της σημερινής μας κατάστασης, όπως είναι η ευρωζώνη και ο ιμπεριαλιστικός οργανισμός που είναι η ΕΕ.

 

– Αποκλείοντας η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το θέμα του ενιαίου ψηφοδελτίου στις εκλογές από την επιστολή της δεν υπολείπεται των προσδοκιών της κοινωνίας που θέλει την κοινή κάθοδο της Αριστεράς στις εκλογές;

 

– Ο ρόλος ενός Αριστερού κόμματος ή ενός μετώπου όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν είναι απλώς να εκφράζει ως έχουν τις «προσδοκίες της κοινωνίας» ή ακόμη την αυθόρμητη βούληση των αριστερών, αλλά παίρνοντας υπόψη του αυτή τη βούληση και γενικότερα το επίπεδο συνειδητότητας των λαϊκών δυνάμεων, να επιδιώκει να το ανυψώσει και να αναδείξει την εν δυνάμει επαναστατικότητα που εμπεριέχει.

Επί του προκειμένου, θεωρώ ότι η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανταποκρίνεται στην υπάρχουσα κατάσταση της Αριστεράς και αποτελεί συμβολή στη μετωπική στρατηγική. Με την υπάρχουσα λοιπόν κατάσταση, η όποια πρόταση εκλογικής συνεργασίας, θα αποτελούσε εμπαιγμό για τον ίδιο τον κόσμο που προσδοκά την κοινή κάθοδο στις εκλογές, διότι εκ των πραγμάτων αυτή είναι μη υλοποιήσιμη, τουλάχιστον στη βάση ενός προγράμματος σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

 

Η ανασύσταση της σοσιαλδημοκρατίας ανάχωμα του κεφαλαίου – Τα μέσα να μην μετατραπούν ξανά σε σκοπό

 

– Κυβερνητική Αριστερά: Το τελευταίο χαρτί του κεφαλαίου για να επανασυγκολήσει το πολιτικό σύστημα και ταφόπλακα των επαναστατικών δυνατοτήτων ή προϋπόθεση για την νομοθετική ακύρωση Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων κι επίσης μεταβατικό στάδιο για την επαναστατική εξουσία;

 

– Δεν ξέρω ποιο είναι το τελευταίο χαρτί του κεφαλαίου, διότι δυστυχώς διαθέτει ακόμη αρκετά χαρτιά. Υποστηρίζω πάντως ότι η προσπάθεια ανασύστασης μιας μη αντικαπιταλιστικής Αριστεράς ή διαφορετικά, μιας σοσιαλδημοκρατίας κεϋνσιανού τύπου στην εποχή μας μπορεί να λειτουργήσει ως ένα από τα αναχώματα του κεφαλαίου.

Από την άλλη, κυβερνητική Αριστερά κάθε άλλο παρά σημαίνει μόνον αντιμνημονιακή και στο βαθμό που πρόκειται για μια αντικαπιταλιστική κυβέρνηση, αυτή μπορεί να αποτελέσει βήμα -όχι στάδιο- προς μια επαναστατική εξουσία.

 

– Γιατί προκηρύσσουν τώρα εκλογές, ενώ έχουν ακόμη ενάμιση χρόνο για να δοκιμάσουν κάθε πιθανό κυβερνητικό συνδυασμό; Τι περιμένουν να αλλάξει;

 

– Μέσω των εκλογών επιδιώκουν να διαμορφώσουν μια όσο το δυνατόν ευρύτερη πολιτική συναίνεση με δόλια αποσπασμένη λαϊκή βούληση, για να εφαρμόσουν τα σχέδια τους. Σε μας εναπόκειται και με την ψήφο μας -όχι μόνον ούτε κυρίως- να τους χαλάσουμε αυτά τα σχέδια.

 

– Δύο χρόνια σχεδόν μετά την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου κανείς πλέον δεν μπορεί να αποκλείσει να δεχθούμε στην Ελλάδα μια στρατηγική ήττα. Να περάσουν δηλαδή όλα αυτά τα μέτρα, παρά τις ηρωικές αντιστάσεις, όπως πέρασαν στη Χιλή το 1973 και σε ΗΠΑ, Αγγλία το 1980-1981. Ενώ λοιπόν μας καταργούν συλλογικές συμβάσεις, συντάξεις και πάνε τους μισθούς στα 400 ευρώ, εσύ γράφεις βιβλίο για τον κομμουνισμό. Τι σημασία μπορεί να έχει και ποιον ενδιαφέρει σήμερα μια τέτοια συζήτηση μπροστά στο δράμα που ζουν εκατομμύρια άνθρωποι και η ίδια η Αριστερά;

 

– Επιμένω να υποστηρίζω ότι η εφικτή αντικειμενικά σήμερα απάντηση στην αποπομπή ζωντανής εργασίας που αποτελεί το βασικό παράγοντα της κρίσης (τάση πτώσης μέσου ποσοστού κέρδους και υπερσυσσώρευση κεφαλαίου) και που αποτελεί κατάρα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, μπορεί να μετατραπεί σε ευλογία για την ανθρώπινη χειραφέτηση, δηλαδή σε κομμουνισμό. Και αυτή η στρατηγική προοπτική πρέπει να αναδεικνύεται συνεχώς και επίμονα, έτσι ώστε η τακτική να υποτάσσεται στη στρατηγική και τα μέσα να μην ξαναμετατραπούν σε αυτοσκοπό. Αυτό επιδιώκω με το βιβλίο μου Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς.

Βεβαίως, όπως συνάγεται από όσα ανέφερα προηγουμένως, μακριά από μένα η αντίληψη ή όλα ή τίποτα, που στην ουσία σημαίνει τίποτα και η οποία στην πραγματικότητα προβάλλεται ως πρόσχημα διατήρησης μιας σεχταριστικής «καθαρότητας».

 

 

Τι δεν καταλαβαίνεις;… [Για τους μισθούς]

Τι δεν καταλαβαίνεις;… [Για τους επερχόμενους μισθούς]

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου

 

«Δεν καταλαβαίνω τη συζήτηση που μας συγκρίνει με μισθούς Βουλγαρίας», αναφωνούσε με τίμια απορία – μα και με απροσποίητη ενόχληση – ο πρώην υπουργός Οικονομικών και νυν Περιβάλλοντος, ο Γ. Παπακωνσταντίνου, μιλώντας πριν λίγες μέρες σε τηλεοπτικό σταθμό.

Άρα, λοιπόν, τέτοιο θέμα, όπως επέμεινε ο κύριος υπουργός, όχι μόνο δεν τίθεται, αλλά και κακώς συζητείται…

Δεν θα ισχυριστούμε ότι ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι ψεύτης. Ας του… πιστώσουμε, δηλαδή, πως ενδεχομένως να αγνοεί το γεγονός ότι:

Είναι ο συνάδελφός του στην κυβέρνηση (τυγχάνει και κυβερνητικός εκπρόσωπος, μάλιστα) ο Παντελής Καψής, ο οποίος – από το ίδιο κανάλι που ο Παπακωνσταντίνου απορούσε με τη συζήτηση περί μισθών Βουλγαρίας – στην ερώτηση «θα πάτε τους μισθούς στα 300 ευρώ;» εκείνος απαντούσε: «Γιατί, ξέρετε εσείς κάποια άλλη λύση;»…

Όταν συνεπώς ο Παπακωνσταντίνου πληροφορηθεί κάποτε τη δήλωση Καψή, και εφόσον η συζήτηση περί μισθών Βουλγαρίας του φαίνεται τόσο… ακαταλαβίστικη (του Παπακωνσταντίνου), δεν έχει παρά να σηκώσει το ακουστικό του τριψήφιου υπουργικού του τηλεφώνου, να πάρει τον Καψή, για να του δώσει (ο Καψής) να την… καταλάβει.

*

Δεν θα ισχυριστούμε, επίσης, ότι ο Παπακωνσταντίνου είναι υποκριτής και φαρισαίος. Άνθρωπος είναι κι αυτός, μπορεί να του ξέφυγε, μπορεί το μάτι του και το αυτί του να μην πήραν χαμπάρι την εικόνα της Λαγκάρντ (η οποία μεταδόθηκε στα ΜΜΕ δεκάδες φορές).

Μπορεί με δυο λόγια να μη γνωρίζει ο καλός υπουργός ότι ήταν η Λαγκάρντ, η διευθύντρια του ΔΝΤ, εκείνη η οποία κάλεσε τους Έλληνες εργαζόμενους να ζήσουν με μισθούς Κροατίας.

Εδώ, βέβαια, ας βάλουμε μια υποσημείωση: Ίσως ο Παπακωνσταντίνου τις συζητήσεις που μας συγκρίνουν με μισθούς Κροατίας να τις… καταλαβαίνει και να μην του προκαλούν αρνητικά συναισθήματα. Πιθανώς, η αλλεργία του να φουντώνει μόνο με τις άλλες συζητήσεις. Εκείνες που μιλούν για μισθούς Βουλγαρίας.

Λογικό: Άλλο Κροατία, άλλο Βουλγαρία. Μην το κάνουμε τώρα «τι Λοζάνη, τι Κοζάνη»…

*

Εντούτοις, παρά την καλόπιστη διάθεσή μας, παρ' ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να θεωρούμε τον Παπακωνσταντίνου ψεύτη, υποκριτή και φαρισαίο (σσ: βλέπετε εσείς κανένα λόγο για κάτι τέτοιο;), δεν κρύβουμε ότι μπήκαμε στον πειρασμό να τον θεωρήσουμε… αδιάβαστο, όπως ο άλλος συνάδελφός του, ο Χρυσοχοΐδης (που όση αμέλεια έδειξε στην ανάγνωση του μνημονίου με την τρόικα, τόση επιμέλεια επιδεικνύει να γράφει στα παλιά του τα παπούτσια κάθε μνημόνιο ανθρωπιάς στο θέμα των μεταναστών).

Ο Παπακωνσταντίνου έχει φυσικά τα ελαφρυντικά του:

Το δεύτερο μνημόνιο στο οποίο προχώρησαν οι «σωτήρες» του τόπου ανέρχεται σε πολλές εκατοντάδες σελίδες. Έτσι δεν αποκλείεται η σελίδα 427 του μνημονίου να του ξέφυγε.

Και να που – κατά μια διαβολεμένη σύμπτωση – ακριβώς σε αυτή τη σελίδα είναι, στην σελίδα 427 του μνημονίου, όπου αναφέρονται όλα όσα… δεν καταλαβαίνει ο Παπακωνσταντίνου και συγκεκριμένα τα εξής:

*

«Τα μέτρα αυτά (σσ: μειώσεις μισθών κλπ) θα δώσουν τη δυνατότητα μείωσης της απόκλισης στο επίπεδο του κατώτατου μισθού σε σχέση με τους ανταγωνιστές μας (Πορτογαλία, Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη)»!

*

Να επομένως από πού ξεκινάει η συζήτηση περί μισθών Βουλγαρίας (που ο Παπακωνσταντίνου… δεν την καταλαβαίνει): Από το γεγονός ότι ο Παπακωνσταντίνου και οι όμοιοί του, όχι μόνο το… συζητούν να μας πάνε σε μισθούς Βουλγαρίας (Ρουμανίας, Λετονίας, Αλβανίας κλπ), όχι μόνο το σκέφτονται, αλλά το αποφάσισαν κιόλας!

Το ψήφισαν! Το έκαναν νόμο του κράτους με ισχύ μέχρι το… 2042!

Και τώρα τι κάνουν; Με το πιο αθώο ύφος του ανήξερου, ζητούν την ψήφο του λαού ώστε να τους λυθούν τα χέρια για να διαπράξουν αμέσως μετά τις εκλογές ένα προειλημμένο έγκλημα. Ένα έγκλημα που, όμως, οι ίδιοι εκείνοι που το αποφάσισαν, ισχυρίζονται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ότι… δεν το έχουν καταλάβει!

 

ΠΗΓΗ: Τετάρτη 4 Απρίλη 2012, Σελίδα 3, http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=6782581

Λύκειο: ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΝΕΟΕΛΛ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ


ΤΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΗΣ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ

 

Του Τάσου Χατζηαναστασίου*


 

Το νέο αναλυτικό πρόγραμμα για το μάθημα της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας αποτελεί ένα τερατούργημα το οποίο οδηγεί στην κατάργηση της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης και στην αντικατάστασή της από μία σειρά από δραστηριότητες αμφιβόλου παιδαγωγικής αξίας, οπωσδήποτε όμως, εντελώς άσχετες με τον τίτλο του μαθήματος!

Στοιχηματίζω μάλιστα ότι αν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, η «επαναστατική» αυτή πρωτοβουλία θα περιελάμβανε και την κατάργηση των σχολικών εγχειριδίων που αποτελούν τρία (ένα για κάθε τάξη του Λυκείου) πολύ καλογραμμένα και αντιπροσωπευτικά ανθολόγια της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τον 9ο μ.Χ. αι. έως τις μέρες μας.
Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσω να εξηγήσω τους λόγους της τόσο αρνητικής τοποθέτησής μου απέναντι στο νέο πρόγραμμα αφού πρώτα επισημάνω το γεγονός ότι μία τόσο σημαντική αλλαγή, μία τέτοιας έκτασης ανατροπή της «παραδοσιακής» προσέγγισης, θα έπρεπε πρώτα γίνει αντικείμενο ευρύτατης συζήτησης με τους εκπαιδευτικούς, στη συνέχεια να επιχειρηθεί η πιλοτική εφαρμογή της στα πειραματικά σχολεία και εφόσον κριθεί σκόπιμο να εφαρμοστεί καθολικά, να προηγηθεί οπωσδήποτε η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Κανένα από τα παραπάνω, αυτονόητα για οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, βήματα δεν ακολουθήθηκαν. Αντίθετα, και σε αυτόν τον τομέα, οι κυβερνώντες ακολούθησαν την τακτική του αιφνιδιασμού, όπως άλλωστε έπραξαν και με τις υπόλοιπες βίαιες ανατροπές που επέβαλαν στους μισθούς, στο ασφαλιστικό, στις εργασιακές σχέσεις, στο φορολογικό και τέλος στο… διορισμό της ίδιας της ελέω Τρόικας κυβέρνησης… Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε ότι το αναλυτικό πρόγραμμα εφαρμόζεται κατά παγκόσμια πρωτοτυπία πρωθύστερα, χωρίς να έχει ψηφιστεί ο νόμος που καθιερώνει το «Νέο Λύκειο»! Νομικά δηλαδή, είναι όλα στον αέρα και το πιθανότερο είναι οι μαθητές να έχουν διδαχθεί με βάση το νέο αναλυτικό πρόγραμμα αλλά να εξεταστούν στο τέλος με βάση το παλιό!
Καταρχήν, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η πιστή εφαρμογή αυτού του αναλυτικού προγράμματος είναι πρακτικά αδύνατη, διότι οι απαιτήσεις του ξεπερνούν τις δυνατότητες της σχολικής ζωής και κυρίως αυτές των μαθητών να ανταποκριθούν. Εκτός αν πιστεύει το Υπουργείο ότι οι μαθητές θα απασχολούνται στο σπίτι αποκλειστικά σχεδόν με το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και μάλιστα χωρίς κίνητρο αφού ακόμα και η αξιέπαινη προτροπή να διαβάζουν βιβλία στο σπίτι, αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να επιβληθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν προβλέπεται να ελέγχεται από το διδάσκοντα κατά την αξιολόγηση του μαθητή. Αφήνω, τέλος, το γεγονός η μεταρρύθμιση αυτή εφαρμόζεται κυριολεκτικά στου κασίδη το κεφάλι, αφού όχι μόνο οι σχολικές βιβλιοθήκες που θα στήριζαν μια τέτοια προσπάθεια δεν υπάρχουν ή έστω δε λειτουργούν εξαιτίας των περικοπών στην παιδεία, αλλά ούτε και τα βιβλία έχουν διανεμηθεί σε όλα τα σχολεία και σε όλους τους μαθητές!

Σύμφωνα με το έως τώρα ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα, οι μαθητές της Α΄ τάξης έρχονταν σε επαφή με συγκεκριμένα κείμενα από τον 9ο αι. έως τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή (από τους Παλαμά και Δροσίνη έως και τον Καβάφη) στα οποία και εξετάζονταν στο τέλος του σχολικού έτους απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικές με το συγγραφέα, την τεχνική του και την ερμηνεία του έργου του. Από φέτος όμως θα διδάσκονται πλέον τρεις θεματικές ενότητες μέσα από μία ποικιλία κειμένων και στο τέλος θα εξετάζονται σε άγνωστα κείμενα απαντώντας σε ερωτήσεις εντελώς άσχετες με το συγγραφέα, τη σχολή που ανήκει και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου!
Η πρώτη ενότητα αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων και προτείνονται κείμενα από όλο το φάσμα της νεοελληνικής αλλά και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που εμπεριέχεται στα σχολικά εγχειρίδια που όπως είπαμε διατηρούνται εξ ανάγκης. Ακόμη όμως και αυτή η εντελώς αυθαίρετη και μονομερής κοινωνιολογικού τύπου προσέγγιση των κειμένων – που προφανώς γράφτηκαν κάτω από άλλες συνθήκες και για άλλο σκοπό από αυτά που έχουν υπόψη τους οι συντάκτες του αναλυτικού προγράμματος – δεν αφήνεται στην κρίση του διδάσκοντα, παρά ελέγχεται και ως προς την επιλογή των «κατάλληλων» κειμένων από τη… λογοκρισία του ιερατείου της «προοδευτικής» διανόησης: από τα προτεινόμενα κείμενα έχουν επιμελώς εξαιρεθεί κείμενα της δημοτικής μας παράδοσης, που περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο της Α΄ Λυκείου, στα οποία οι γυναίκες εμφανίζονται «αντρειωμένες» ([της Πάργας]) να «κάνουν πόλεμο» για να υπερασπιστούν τη σωματική και εθνική τους αυτοδιάθεση ([Της Δέσπως]). Αυτά τα γυναικεία πρότυπα ανήκουν, φαίνεται, στα μη εγκεκριμένα. Από την άλλη μεριά, η γοητεία κειμένων όπως το λαϊκό αριστούργημα «Του νεκρού αδερφού» ή ο «Ερωτόκριτος», καταστρέφεται παντελώς από την υποχρέωση να εξεταστούν από τη σκοπιά των σχέσεων των δύο φύλων. Αναρωτιέται κανείς αν στο πρώτο από τα ποιήματα που αναφέραμε ο ρόλος του δασκάλου είναι βοηθήσει τους μαθητές να αγανακτήσουν για… την καταπίεση της Αρετής από την κοινωνία του 9ου αι., που όμως οι μαθητές -και οι φιλόλογοι- δε γνωρίζουν αφού δεν την έχουν διδαχθεί, αντί να απολαύσουν μαζί του τα μαγευτικά στοιχεία της λαϊκής παράδοσης: τη δύναμη της κατάρας της μάνας, τα πουλάκια που μιλάνε με ανθρωπινή ομιλία, την αντιμετώπιση της ζωής και του θανάτου για να αναφέρουμε ορισμένα καθώς και την ποιητική τεχνική και σκηνοθεσία του λαϊκού δημιουργού.
Η δεύτερη ενότητα αφορά τη μελέτη των χαρακτηριστικών της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποιητικής δημιουργίας χωρίς όμως να γίνεται καμία αναφορά στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Αυτή όμως η προσέγγιση φανερώνει πλήρη άγνοια των συνθηκών που ίσχυσαν σε διαφορετικό τόπο και χρόνο και από τις οποίες γεννήθηκε αυτό το πλούσιο ποιητικό έργο, με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα τις Σχολές της Κρήτης και των Επτανήσων. Γενικότερα όμως αναπαράγει έναν εντελώς ξεπερασμένο διαχωρισμό που πιθανά να εξυπηρετούσε κάποτε. Χαρακτηριστική αυτής της αντίληψης η προτεινόμενη άσκηση για την αξιολόγηση των μαθητών στην οποία οι μαθητές καλούνται να σχηματίσουν πίνακα στον οποίο θα ταξινομήσουν τις πιο «ποιητικές» και τις πιο «καθημερινές» λέξεις! Εκτός από παιδαριώδης, η άσκηση αυτή είναι και εντελώς ανόητη. Ποιος σε τελική ανάλυση αποφασίζει για την ποιητικότητα μιας λέξης; Σε ό,τι δε αφορά ειδικά τη νεοελληνική ποιητική παράδοση, πού προτείνουν οι «ειδικοί» να εντοπίσουμε τη διαφορά μεταξύ των δύο ποιητικών παραδόσεων; Στην ομοιοκαταληξία; τα θέματα; τη γλώσσα; την τεχνοτροπία; Αρκεί να πούμε ότι τα δημοτικά τραγούδια είναι παραδοσιακά και η Γενιά του Τριάντα μοντέρνα; Δε θα ήταν σωστότερο να διατηρηθεί ο διαχωρισμός σε ρεύματα και σχολές με ξεχωριστή αναφορά στις ιδιαίτερες δημιουργικές περιπτώσεις όπως αυτές του Καβάφη, του Παπαδιαμάντη κ. ά. που είναι τόσο παραδοσιακοί όσο και μοντέρνοι; Ποια παιδαγωγική και επιστημονική αναγκαιότητα υπαγορεύει την αντιμετώπιση της ποίησης με αυτό τον αναχρονιστικό τρόπο που επιβάλλει σήμερα το Υπουργείο;
Η τρίτη θεματική ενότητα αφορά το θέατρο, που όμως στην πραγματικότητα αποτελεί από μόνη της ξεχωριστό διδακτικό αντικείμενο, αυτό της Θεατρικής Παιδείας και Αγωγής, αφού πρόκειται για ένα σύνθετο είδος και δεν αφορά αποκλειστικά τη λογοτεχνία. Η απασχόληση των μαθητών επομένως με μία τόσο δημιουργική δραστηριότητα, όπως το θέατρο, μολονότι επιθυμητή και αξιέπαινη, δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος ενός αντικειμένου με άλλα χαρακτηριστικά και άλλους στόχους. Αφιερώνοντας όμως ένα τρίμηνο στο Νεοελληνικό Θέατρο, υποβαθμίζουμε και το Θέατρο και τη Λογοτεχνία. Κι αν αυτό δεν αποτελεί συνειδητό στόχο, είναι οπωσδήποτε δείγμα μεγάλης προχειρότητας.
Έχουμε επομένως μία ριζική ανατροπή της λογικής του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που οδηγεί στην πρακτική και ουσιαστική κατάργησή της χωρίς να υπάρχει καμία πειστική εξήγηση για τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την εντελώς αυθαίρετη επιλογή θεματικών ενοτήτων άσχετων μεταξύ τους ειδολογικά αφού, για παράδειγμα, το θέατρο αποτελεί μία αυτοτελή μορφή τέχνης ενώ οι σχέσεις των δύο φύλων μία από τις – πολλές – κοινωνικές αντιθέσεις.
Κοντολογίς η μόνη αναγκαιότητα που εξυπηρετεί η λογική των θεματικών ενοτήτων είναι αυτή της κατάργησης της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, η γνωριμία με τους κοινούς της τόπους, τις αξίες της, τη συσχέτισή της με τη νεοελληνική ιδεολογία και ταυτότητα. Ειδικά το τελευταίο, αποφεύγεται επιμελώς όπως αποφεύγει ο διάολος το λιβάνι. Κι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως αυτό αποτελεί τον απώτερο σκοπό του Υπουργείου: τη συστηματική αποστέρηση των μαθητών από βασικά στοιχεία της εθνικής τους ταυτότητας. Σύμφωνα με το θεωρητικό μέρος του κειμένου του αναλυτικού προγράμματος, βασικός σκοπός του είναι η καλλιέργεια των αξιών της «πολυπολιτισμικής κοινωνίας». Η εμμονή αυτή ωστόσο, είναι και εσφαλμένη και υποκριτική. Εσφαλμένη διότι εάν θέλουμε να συμβάλουμε στην καλλιέργεια της αξίας της ανεκτικότητας και του σεβασμού του πολιτισμού των άλλων λαών, θα πρέπει πρώτα να έχουμε εξασφαλίσει ότι το ελληνικό σχολείο έχει γνωρίσει στους νέους τον ελληνικό πολιτισμό, τις αξίες και τα χαρακτηριστικά του, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Διαφορετικά, δε μιλάμε για διάλογο μεταξύ πολιτισμών αλλά για την παντελή απουσία οποιουδήποτε πολιτισμού, που, όπως ήδη έχει συμβεί σε άλλες χώρες, οδηγεί μαθηματικά στη βαρβαρότητα της τυφλής, φασιστικής και ρατσιστικής βίας μεταξύ φυλετικά διαχωρισμένων συμμοριών. Γιατί το κενό της καλλιέργειας της εθνικής συνείδησης από το δημόσιο σχολείο, θα αναλάβουν να το καλύψουν όσοι επενδύουν στην περιθωριοποίηση και τη χειραγώγηση της νεολαίας μέσα από ιδεολογίες που ουδεμία σχέση έχουν με τον ελληνικό πολιτισμό, π.χ. Χρυσή Αυγή, αρχαιολάτρες, κ.ά. Η εγκατάλειψη επομένως αυτού του καθήκοντος από τη δημοκρατική πολιτεία, ευνοεί τελικά την εκτροπή του εθνισμού σε επιθετικό εθνικισμό. Το παράδειγμα της πολυπολιτισμικής και δήθεν διεθνιστικής εκπαίδευσης για δεκαετίες στη Γιουγκοσλαβία είναι χαρακτηριστικό: όχι μόνο απέτυχε να καλλιεργήσει την ανεκτικότητα, αλλά αντίθετα ευθύνεται απόλυτα για το μίσος με το οποίο η μία εθνότητα στράφηκε εναντίον της άλλης. Τέλος, η εμμονή στην πολυπολιτισμικότητα είναι υποκριτική καθώς αποτελεί το άλλοθι για την καταπίεση της εθνικής ταυτότητας της πλειοψηφίας του πληθυσμού στο όνομα της δήθεν ευαισθησίας για την εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα των μειονοτήτων, των μόνων που φαίνεται πως δικαιούνται να την εκφράζουν. Εν τέλει, η «πολυπολιτισμικότητα» αποτελεί το κατεξοχήν ιδεολόγημα της παγκοσμιοποίησης όπου το διεθνές κεφάλαιο, που προφανώς δεν έχει πατρίδα καθώς θεωρεί εμπόδιο στα σχέδιά του το εθνικό κράτος, στρέφεται εναντίον των εθνικών ταυτοτήτων προκειμένου να διαλύσει κάθε δυνατότητα του ατόμου να αντιδράσει συλλογικά.
Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερή πιστεύω η λογική αλλά και οι προθέσεις του Υπουργείου αναφορικά με το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ούτε περίμενε κανείς πως θα κινούνταν σε μία διαφορετική λογική από αυτήν που επιβάλλει σήμερα την αμάθεια στην Παιδεία και τη γενικότερη εξαθλίωση σε όλους τους τομείς της πνευματικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής στο οικόπεδο Ελλάδα. Το ερώτημα είναι πότε επιτέλους οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικοί θα αντισταθούν μαζικά συλλογικά και αποφασιστικά. Ειδικά όμως για τους τελευταίους, το ερώτημα είναι πότε θα αντιληφθούν ότι η επίθεση στο εισόδημα και τις εργασιακές σχέσεις εντάσσεται στην ίδια λογική με την επίθεση σε βασικά στοιχεία της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Γιατί αν διαπραχθεί και πάλι το γνωστό λάθος να επιχειρηθεί ο διαχωρισμός τους, τότε θα έχουμε παίξει για άλλη μια φορά το ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου. Αλήθεια, αυτός ο ρόλος μας αξίζει συνάδελφοι;

 

* Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι φιλόλογος στο 1ο ΕΠΑΛ Ναυπλίου

 

ΠΗΓΗ: 27-3-2012, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=60611

Περί «Βουλής και βουλευτών» συνέχεια…

Περί «Βουλής και βουλευτών» συνέχεια…

 

Του Νικήτα Χιωτίνη*

 

Σε προηγούμενο κείμενό μας στο φιλόξενο «Ποντίκι», είχαμε αναφερθεί στο ψευδεπίγραφο της Βουλής και των βουλευτών. Ψευδεπίγραφο, γιατί καταδήλως δεν είναι τόπος που «βουλεύονται»: απλώς μεταφέρονται σε αυτήν, προς «ψήφιση», οι νόμοι που προτείνουν τα κόμματα ή οι εξωτερικοί εντολείς τους (καλή ώρα τώρα) και που πρέπει επί ποινή διαγραφής των «βουλευτών» να ψηφιστούν.

Τους νόμους μάλιστα αυτούς τους ψηφίζουν και οι συνταγματικώς αναρμόδιοι προς τούτο υπουργοί (αναρμόδιοι γιατί το Σύνταγμα επιτάσσει διάκριση των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική, οι δε υπουργοί ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία). Ψευδεπίγραφο και ως προς τους «βουλευτές», γιατί, στην πλειονότητά τους τουλάχιστον, δεν βουλεύονται (ενίοτε ούτε καν διαβάζουν τι ψηφίζουν, κατά ομολογία τους).

Τελικώς ο κοινοβουλευτισμός είναι χαμένη υπόθεση; Βεβαίως όχι. Είναι σαφώς το καλύτερο μέχρι στιγμής πολιτικό σύστημα, οι δε αδυναμίες του δεν οφείλονται σε αυτό. Οφείλονται σε αυτούς που το λειτουργούν. Φαντάζεστε πώς θα ήταν τα πράγματα αν ο κοινοβουλευτισμός λειτουργούσε σωστά; Αν οι βουλευτές ήταν οι ειδικοί που θα διαβουλεύονταν, αν οι υπουργοί ήταν οι κατάλληλοι να ηγούνται της εφαρμογής των νόμων και των ειδικών αντικειμένων των υπουργείων τους (πολιτισμός, παιδεία, περιβάλλον κ.λπ.), αν τα κόμματα λειτουργούσαν με όραμα την εξυπηρέτηση συλλογικών στόχων και όχι προσωπικών φιλοδοξιών και αν δεν λειτουργούσαν ως εντολοδόχοι άλλων κέντρων; Θυμάμαι κάποιον «Νέστορα» της δημοσιογραφίας, που απαντώντας σε σχετική ερώτηση είχε πει – από τηλεοράσεως – πως γνωστός μεγαλοεκδότης εφημερίδων «δεν θα δεχόταν ποτέ να γίνει από δήμαρχος κλητήρας», δηλαδή να γίνει Πρόεδρος Δημοκρατίας (!)[1]

Τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν; Βεβαίως και μάλιστα αμέσως, αν:

1. Δεν ψηφίσουμε αυτούς που καταδήλως απέτυχαν. Αυτούς που απέτυχαν είτε ως μέλη κομμάτων είτε ως άτομα.

2. Δεν ψηφίσουμε με οδηγό την αναγνωσιμότητά τους από την τηλεόραση ή από τα άλλα ΜΜΕ. Να μελετήσουμε τις ιδιότητές τους και τις γνώσεις τους, δηλαδή τα βιογραφικά τους και την κοινωνική παρουσία τους και προσφορά τους. Είναι βέβαιο πως υπάρχουν στην Ελλάδα προσωπικότητες με γνώσεις και κοινωνική προσφορά, που δεν θα δεχόντουσαν ποτέ να γίνουν ανδρείκελα.

3. Δεν επιδείξουμε (και πάλι) μνήμη χρυσόψαρου. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα ξεχάσουμε τις απίστευτες ψευτιές που μας σέρβιραν, την κατάδηλη αδυναμία τους να χειριστούν καταστάσεις και την παραδοχή τους πως αυτοί μόνοι τους δεν μπορούν στα δύσκολα (που οι ίδιοι δηλ. έκαναν δύσκολα) – γιατί αυτό δήλωσαν με την προσφυγή τους σε «τεχνοκράτες», κινούμενοι στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας.

Τα τελευταία συμβαίνοντα στο χώρο της Παιδείας είναι εύγλωττα. Διαμαρτύρονται «βουλευτές» και υπουργοί (εν ενεργεία και παλαιοσυνταξιούχοι) ότι δεν μπορεί να αλλάξει νόμος που ψηφίστηκε από 250 βουλευτές. Όμως ο νόμος αυτός αδυνατεί να εφαρμοστεί. Αν δεν εφαρμόζεται γιατί δεν τον αποδέχεται η πανεπιστημιακή κοινότητα, τότε ευθύνονται αυτοί οι 250, γιατί δούλεψαν αυθαιρέτως και αλαζονικώς – και μη μου πείτε πως η τότε υπουργός Παιδείας ήταν η απολύτως ειδική στο ζήτημα της Παιδείας, περισσότερο δηλ. από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές, ούτε και οι 250. Αν πάλι η μη δυνατότητα εφαρμογής του δεν οφείλεται στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά οφείλεται σε «συμφέροντα» και «δυναμικές μειοψηφίες», πάλι οι 250 φταίνε που δεν μπορούν να τον υλοποιήσουν. Ψήφισαν θριαμβευτικώς άρση του ασύλου. Γιατί τότε δεν καλούν αστυνομία και ειδικές δυνάμεις καταστολής να επιβάλουν το σωστό που αποφάσισαν; Γιατί βεβαίως θα αγανακτήσουν και οι πέτρες. Τότε τι ψήφισαν; Εγκλώβισαν την Παιδεία σε αδιέξοδο. Θα ξαναψηφίσουμε, αν όχι τους 250, τουλάχιστον αυτούς τους άσχετους και αλαζόνες που πρωτοστάτησαν για την ψήφισή του και για την εν συνεχεία αδέξια και αδιέξοδη πορεία του; Βεβαίως δεν είναι μόνο η Παιδεία. Ουκ έστιν αριθμός των αδιεξόδων που το σημερινό πολιτικό προσωπικό έχει δημιουργήσει. Θα του τα συγχωρήσουμε;

Ζητάω πολλά; Μπορούμε να αποκαταστήσουμε το κοινοβουλευτικό μας σύστημα, άμεσα και απλά: με την ψήφο μας. Μη επιδεικνύοντας μνήμη χρυσόψαρου. Σε τελική ανάλυση δεν μπορούμε πλέον να υπολογίζουμε σε ρουσφέτια, να και ένα καλό της «κρίσης».

 

 * O Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων-Καθηγητής ΤΕΙ

 

[1]   Δεν μπορώ να γράψω ονόματα, φαντάζομαι όμως πως είναι γνωστά.

 

ΠΗΓΗ: ΤΡΙΤΗ, 03 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012, http://topontiki.gr/article/33193

Διόδια: Κερδοσκοπία ιδιωτών εις βάρος πολιτών

Διόδια: Κερδοσκοπία ιδιωτών εις βάρος πολιτών

 

Της Στεφανίας Λυγερού

 

 

Νομοθέτησαν πάλι οι έχοντες και την πίτα και το μαχαίρι. Την όποια παρανομία τους την κάνουν αυτοστιγμεί νόμιμη, καταθέτοντας απλά ένα.. νομοσχέδιο.

Σε μία έννομη διακυβέρνηση, όταν μία ιδιωτική εταιρεία αναλαμβάνει την κατασκευή ενός δημόσιου έργου, η εταιρεία χρηματοδότης κομίζεται κέρδη μέχρι του ποσού απόσβεσης της κατασκευής, άντε να βγάλει και το κάτι τίς της. Μετά την αποπληρωμή, η επένδυση μένει στην χώρα και τα όποια έσοδα μπαίνουν στα ταμία της χώρας.

(Να σημειωθεί κι ότι το ποσό που πρέπει να καταβάλλει ο πολίτης ως κόμιστρο δεν μπορεί να είναι άσχετο με τον πληθωρισμό. Οι δρόμοι είναι δημόσιο αγαθό, είναι ΠΑΡΑΝΟΜΗ η κερδοσκοπία στη καμπούρα των πολιτών, και φυσικά ένα δημόσιο αγαθό ΔΕΝ εμπορευματοποιείται, δεν πωλείται σε ιδιώτες!!)

Εδώ (όπου οι κυβερνώντες δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούν στους νόμους, απυρόβλητο) οι κατασκευάστριες εταιρείες δρόμων έχουν βγάλει πεντάκις το ποσό της αρχικής επένδυσης και παρόλα αυτά συνεχίζουν ακάθεκτες να μας τα παίρνουν χοντρά, καθότι οι αγιογδύτες νομοθέτες μας έχουν παραδώσει την εκμετάλλευση των διοδίων ΕΠ' ΑΟΡΙΣΤΟΝ στους «επενδυτές»!!

Το ίδιο παράνομο καθεστώς ισχύει για κάθε «επένδυση βοήθεια στον τόπο» που έχουν συμφωνήσει ΟΛΟΙ οι κυβερνώντες, από την περίοδο της μεταπολίτευσης και μέχρι σήμερα. Κατά τον ίδιο τρόπο τα ‘χουν τακιμιάσει και με την κατασκευάστρια εταιρεία ανεμογεννητριών στην Κρήτη. Ενώ την παρουσιάζουν ως μία επένδυση που θα ωφελήσει τον τόπο, οι επενδυτές μετά την αποπληρωμή τους ΔΕΝ θα φύγουν!! Γιατί απλούστατα δεν υπάρχει αποπληρωμή!! Η παραχώρηση είναι μόνιμη!!!

Παραχωρούν περιουσία πολιτών σε ιδιώτες για ΜΟΝΙΜΗ εκμετάλλευση, με τα κέρδη να τα κομίζονται ιδιωτικές εταιρείες!! Αυτούσια τα κέρδη!!!

Έχουν το θράσος να ξεπουλάν τη διέλευσή μας (άκουσον, άκουσον), τον ήλιο μας, τον άνεμό μας (τον αέρα που αναπνέουμε) σε ιδιώτες, όχι για προσωρινή εκμετάλλευση, αλλά για ΜΟΝΙΜΗ!!!!!!!

Για τις παράνομες επενδύσεις η λύση είναι μόνο μία: Σταματάμε όποιο έργο/επένδυση έχουν συμφωνήσει οι παράνομοι κυβερνώντες, κηρύττοντας ΠΟΛΕΜΟ!! (Με πόλεμο σταμάτησαν την «επένδυση» ΧΥΤΑ οι κάτοικοι της Κερατέας, με πόλεμο σταμάτησαν την «επένδυση» εξόρυξης χρυσού οι κάτοικοι της Ολυμπιάδας στη Χαλκιδική).

Για τα διόδια η λύση είναι: ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ, ας μας κόβουν κλήσεις. Οι κλήσεις πάνε στη φορολογική δήλωση. Έχουμε κάθε δικαίωμα να μην υποβάλλουμε φορολογική δήλωση στην κυβέρνηση, διότι είναι παράνομη, διότι δεν έχει ΚΑΜΙΑ λαϊκή εντολή!!! Για να μας τα πάρουν πρέπει να μας πάνε δικαστικώς. Στο δικαστήριο πρέπει να αποδείξουν ότι δεν κυβερνούν παράνομα.  Κι εδώ είναι που… ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΠΑΙΡΝΕΙ!!! Οι έχοντες και την πίτα και το μαχαίρι ΔΕΝ μπορούν να «νομοθετήσουν» ΜΟΝΟ επί του άρθρου 1 του Ελληνικού Συντάγματος που ορίζει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Ελληνικό λαό και υπάρχουν και ασκούνται υπέρ αυτού, διότι το άρθρο 1 του Ελληνικού Συντάγματος είναι ΜΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΜΟ!!!!

 

Στεφανία Λυγερού, 2-4-2012