Το δίκαιο θα δεσπόζει οσονούπω

Το δίκαιο θα δεσπόζει οσονούπω

 

Της Στεφανίας Λυγερού

 

Μέχρι χθες το άδικο, το ευτελές, το χυδαίο, δέσποζε. Και το αστείο είναι ότι ενώ σε κανέναν δεν άρεσε αυτή η κατάσταση, ενώ κανείς δεν συμφωνούσε, ενώ κραύγαζε ότι ήταν λάθος, την τρώγαμε στη μάπα αδιαμαρτύρητα (κι ως εκ τούτου τη συντηρούσαμε) ως κάτι το θέσφατο! Σαν να μην μπορούσε να εφαρμοστεί το σωστό, σαν το σωστό να ήταν ουτοπία..

Ευτυχώς το άδικο μάς έπνιξε για να μας κάνει να μην μπορούμε να συμβιβαστούμε με κατιτίς λιγότερο από το απολύτως δίκαιο, κατιτίς λιγότερο από το απόλυτα σωστό.

Πώς επικράτησε η καφρίλα; Τέθηκε!

Πώς θα επικρατήσει το δίκαιο; (Το δίκαιο έχει μεγαλύτερη δύναμη από το άδικο. Για να περάσεις ως κανόνα το άδικο πρέπει να καταβάλλεις μεγάλες -μουλωχτές- προσπάθειες. Για να επιβάλλεις το δίκαιο αρκεί να το…) φανερώσεις!

Παράδειγμα.. Η οικογένεια του αείμνηστου Μητροπάνου αρνήθηκε κηδεία δημοσία δαπάνη…

Το σωστό ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ… ποιος θα τολμήσει από τούδε και στο εξής να απαιτήσει (και/για να διατηρήσει) το (μπαστακωμένο ως σωστό) λάθος;

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ούννοι ξαφνικά θα αποκτήσουν ήθος, όχι, οι ούννοι ούννοι θα παραμείνουν, απλώς δεν θα τους παίρνει.. Δεν θα αποτολμήσει ουδείς ξανά να απαιτήσει (πρωτίστως να ζήσει κι ως επακόλουθο αυτού) να κηδευτεί δημοσία δαπάνη.

Ο δίκαιος άνθρωπος, που μέχρι χθες ήταν απομονωμένος γιατί δεν μπορούσε να αντέξει το κακώς καμωμένο σύστημα, σήμερα θα βγει μπρος!! Αυτός θα φαίνεται και μαζί μ' αυτόν θα αναδεικνύεται/φανερώνεται και το σωστό.

Έτσι θα έρθουν τα πάνω κάτω και το δίκαιο θα δεσπόζει οσονούπω.

Κι όταν το δίκαιο δεσπόζει θα προκαλεί όνειδος, θα επισύρει την κατακραυγή, αυτός που δεν θα το τηρεί ευλαβικά. (Ο κάφρος θα αναγκαστεί να πράττει το σωστό ειδαλλιώς θα εξευτελίζεται, θα στιγματίζεται ώσπου να παραγκωνιστεί. Η σειρά του να μπει στην απομόνωση.)

 

Ας μιλήσουμε «συνολικά» με αφορμή τις εκλογές

Ας μιλήσουμε «συνολικά» με αφορμή τις εκλογές στις 6 Μάη 2012

 

Των Αντώνη Ναξάκη και Παναγιώτη Μπούρδαλα

 

Το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται εδώ και 30 χρόνια σε μια βαθιά κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης. Αδυναμίας δηλαδή των κεφαλαίων να επενδυθούν παραγωγικά και κερδοφόρα στην παραγωγή προϊόντων (υλικών και άϋλων).

Η κρίση αυτή εμφανίζεται ως κρίση χρέους και πήρε οξυμμένη μορφή μέχρι τώρα στη περιφέρεια του «παγκομιοποιημένου» καπιταλισμού (Ασία, πρώην Σοβιετική Ένωση, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική, κ.λ.π.). Σήμερα ξέσπασε με βιαιότητα μέσα στον πυρήνα των δυτικών χωρών (ΗΠΑ, Ευρωζώνη).

Βαθύτερη αιτία αυτής της κρίσης είναι η εξάντληση της κερδοφορίας του κεφαλαίου με βάση το παραγωγικό καπιταλιστικό παράδειγμα που αναδύθηκε στα μέσα του  20ου αιώνα. Η εμφάνιση αυτού του παραδείγματος στηρίχτηκε:

– Στην παγκόσμια χρήση των επιστημονικών αποτελεσμάτων της 2ης βιομηχανικής επανάστασης (ηλεκτρισμός, μηχανές εσωτερικής καύσης, χημική βιομηχανία, σταθερή τηλεφωνία, κ.λ.π.).

– Στις καταστροφές παραγωγικών μέσων, εργατικής δύναμης και υποδομών που πραγματοποίησαν οι δύο ιμπεριαλιστικοί παγκόσμιοι πόλεμοι του προηγούμενου αιώνα.

– Στην εμφάνιση ενός νέου τρόπου παραγωγής που ονομάστηκε τεηλορ-φορτντισμός (εργαλειομηχανές εν σειρά), μέθοδος που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 απογείωσε την παραγωγικότητα της εργασίας και την κερδοφορία του κεφαλαίου.

– Στο κοινωνικό συμβόλαιο (κευνσιανισμός) που αναγκάστηκε το κεφάλαιο (λόγω της ταξικής πάλης) να παραχωρήσει στις δυνάμεις της εργασίας, μέσω του οποίου αναπτύχτηκαν τα δημόσια συστήματα (παιδείας, υγείας, ασφάλισης, σύνταξης, κ.λ.π.) και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Το προηγούμενο λοιπόν καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικής ηγεμονίας λειτούργησε «καλά» για 30 χρόνια μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 το μοντέλο αυτό άρχισε να μπαίνει σε κρίση. Η καπιταλιστική απάντηση δεν άργησε. Αρχές της δεκαετίας του 1980 το καπιταλιστικό σύστημα διαμόρφωσε και συστηματοποίησε την αντίδρασή του. Σκοπός του ήταν η πλήρης ξεθεμελίωση του προηγούμενου μοντέλου και η έλευση ενός νέου που θα αποκαθιστούσε την «απρόσκοπτη» κερδοφορία του κεφαλαίου και όχι μόνο. Για τον σκοπό αυτό επιλέχτηκαν τα παρακάτω μέσα:

– Πλήρης και ανεμπόδιστη κυκλοφορία των κεφαλαίων χωρίς κανένα περιορισμό από εθνικά ή άλλα σύνορα. Η πορεία αυτής της κίνησης είναι που δημιούργησε την συνεχόμενη παγκόσμια κερδοσκοπική φούσκα και οδηγεί σήμερα τις κρίσεις χρέους.

– Κατάργηση των προστατευτικών δασμών στην κυκλοφορία κάθε είδους προϊόντων. Μέσω αυτού οι μικρές παραγωγές υλικών και άϋλων προϊόντων συντρίφτηκαν, όπως και οι χώρες βάσει των οποίων η μικρή παραγωγή συγκροτούνταν.

– Πλήρης απελευθέρωση του εμπορεύματος εργασία από κάθε προστασία. Για το σκοπό αυτό σπρώχτηκαν μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα φτηνής εργατικής δύναμης προς τη δύση, οδήγησαν και οδηγούν το εργατικό δίκαιο στις ατομικές συμβάσεις εργασίας (νομικό καθεστώς δουλοπαροικίας), και σπρώχνουν στην μετανάστευση την υψηλού επιπέδου εργασία (δέστε μετανάστευση πτυχιούχων από τη χώρα μας και απ' όλο τον  ευρωπαϊκό νότο).

– Πλήρης εμπορευματοποίηση όλων των μέχρι σήμερα δημόσιων υπηρεσιών, είτε είναι δωρεάν, είτε όχι: Παιδεία, Υγεία, Ασφάλιση, Σύνταξη, Ενέργεια, Νερό, Λιμάνια, Δρόμοι, κλπ. Με την έννοια «πλήρης εμπορευματοποίηση» εννοούμε την μετατροπή τους σε καπιταλιστικά προϊόντα που τίθενται σε παγκόσμια εμπορευματική κυκλοφορία.

Η υλοποίηση των παραπάνω πολιτικών, που εκπορεύεται από μια υπερεθνική ελίτ, χρειάζεται τα αντίστοιχα παγκόσμια όργανα (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΠΟΥ, Διεθνείς Οίκοι αξιολόγησης, ΕΕ, κ.λ.π.) για την συστηματοποίηση και επιβολή της. Έτσι το εθνικό κράτος, που σε μια άλλη φάση αποτελούσε όργανο ανάπτυξης του καπιταλισμού, σήμερα αποτελεί εμπόδιό της. Γι' αυτό τα εθνικά κράτη αποδυναμώνονται και μετατρέπονται σε αστυνομικά όργανα υλοποίησης των παραπάνω πολιτικών. Είναι φανερό πως σήμερα η απαίτηση για οικονομική και πολική αυτονομία σε επίπεδο εθνικού κράτους συναντάει και συμπληρώνει το παλιό αίτημα για άμεση δημοκρατία σε επίπεδο περιφέρειας, δήμου, κλπ. Με άλλα λόγια εάν δεν έχεις σχετική αλλά ουσιαστική αυτονομία, πολιτική και οικονομική, σε επίπεδο εθνικού κράτους, πως θα έχεις στα άλλα επίπεδα;

Το καπιταλιστικό σύστημα είναι φύσει επαναστατικό. Επαναστατικοποιεί συνεχώς και αδιαλείπτως τις παραγωγικές δυνάμεις με δύο στόχους:

α) Μετατρέπει στο διάβα του τα πάντα σε εμπορεύματα (υλικά και άϋλα). Με άλλα λόγια μετατρέπει όλες τις σχέσεις ανθρώπου με άνθρωπο και φύσης – ανθρώπου σε καπιταλιστικά εμπορεύματα που θα κυκλοφορούν ελεύθερα.

β) Δημιουργεί στην πορεία αυτή τέτοιες προϋποθέσεις, ώστε να μη μπορεί να συγκροτηθεί η εργασία ως συλλογικός αντίπαλός του (έτσι εννοούν το τέλος της ιστορίας).

Που στηρίζει όμως τις ελπίδες του το καπιταλιστικό σύστημα πως οι παραπάνω πολιτικές θα μπορέσουν τελικά να υλοποιηθούν παρά τις αντιδράσεις των δυνάμεων της εργασίας παγκόσμια; Όχι μόνο βέβαια στο γεγονός ότι οι κρίσεις-οξύνσεις εμφανίζονται ως ιός που σήμερα χτυπάει την Ευρώπη και πριν διαδοχικά Ασία, Λατινική Αμερική, Ανατολικές Χώρες, Βαλκάνια, κ.λ.π..

Η ελπίδα τους κρύβεται σε γρήγορη εφαρμογή σε βάθος και πλάτος (παγκόσμια) των αποτελεσμάτων της λεγόμενης τρίτης βιομηχανικής επανάστασης. Πληροφορική τεχνολογία, βιοτεχνολογία, νανομηχανική, νέοι τρόποι παραγωγής ενέργειας, κ.λ.π., καλούνται να δώσουν παραγωγική διέξοδο στα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια, συνεπικουρούμενα βέβαια με το σύνολο αναδιαρθρωτικών πολιτικών που πριν περιγράψαμε. Όλα τα παραπάνω, στο βαθμό που δεν επαρκούν, συνοδεύονται από τοπικούς (Ιράκ, Αφγανιστάν), περιφερειακούς (Βαλκάνια, Βόρεια Αφρική) πολέμους,  και σε τελευταία ανάλυση αν χρειαστεί, θα ενισχυθούν με ευρύτερο πόλεμο.

Βρισκόμαστε λοιπόν εν μέσω μιας παγκόσμιας αναδιάρθρωσης (αλλαγής παραδείγματος παραγωγής, κατανάλωσης και διαχείρισης του ανθρώπινου χρόνου) του καπιταλιστικού συστήματος, που στο διάβα της καταστρέφει τις δυνάμεις της εργασίας, κράτη, πολιτισμικές ταυτότητες και τεράστια τμήματα του ίδιου του κεφαλαίου.

Βεβαίως σ' αυτή την πορεία (πριν, σήμερα και αύριο) αναπτύσσεται έντονος ανταγωνισμός διάφορων ισχυρών  ιμπεριαλιστικών «μπλόκ». Αλλά ο ανταγωνισμός δεν αφορά την πορεία αλλαγής υποδείγματος του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά την κατάκτηση καλύτερων θέσεων για την επόμενη μέρα.

Είναι φανερό πως:

– Η ζωντανή εργασία δεν έχει κανένα συμφέρον να καταργηθεί ως συλλογικός αντίπαλος κανενός κοινωνικού συστήματος, πολύ δε περισσότερο έναντι ταξικών εκμεταλλευτικών συστημάτων.

– Οι λαοί δεν έχουν κανένα συμφέρον να απαλλοτριώσουν τις πολιτισμικές τους ταυτότητες έναντι οιουδήποτε τρόπου κοινωνικής οργάνωσης.

– Οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν έχουν κανένα συμφέρον να απεμπολήσουν το δικαίωμά τους να αυτοκαθορίζονται σε επίπεδο εθνικού κράτους, περιφέρειας, δήμου, κοινότητας, ομάδας πολιτών, κλπ.

Είναι φανερό πως η χώρα επιλέχτηκε μέσα από το στενό κύκλο χωρών της ΕΕ ως πειραματόζωο εφαρμογής του νέου καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Ολόκληρος ο δημόσιος και ιδιωτικός πλούτος, αγαθά και υπηρεσίες, εμπορευματοποιούνται και τίθενται ως εμπορεύματα προς χρήση – ιδιοκτησία στον παγκόσμιο χώρο εμπορευματικής κυκλοφορίας. Η εργασία επίσης, χωρίς καμιά προστασία και στη βάση ατομικών συμβάσεων, αποκτά καθεστώς δουλοπαροικίας, όχι στα πλαίσια του φεουδαρχικού τιμαρίου, αλλά στα πλαίσια του παγκόσμιου φεουδαρχικού χωριού. Νέου τύπου επιστάτες και προαγωγοί των φεουδαρχών αναπτύσσονται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Εταιρείες ενοικίασης εργαζομένων, είσπραξης φόρων, σύλληψης παραβατών, κατασχέσεων, κ.λ.π., είναι το νέο φρούτο που ενδημεί παντού. Αλλά και τα συναισθήματα, οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις, ακόμα και τα όνειρα πωλούνται και αγοράζονται με τον ίδιο τρόπο.

Το παραπάνω μοντέλο υποβοηθούμενο αποφασιστικά από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα παράγει και αναπαράγει συνεχώς διακριτά ατομικά προσόντα και δεξιότητες (προεπαγγελματικά και μεταεπαγγελματικά), που πιστοποιούνται διαρκώς και εκ των υστέρων, πράγματι μπορεί να επιφέρει αποφασιστικά χτυπήματα στη συλλογική εργατική δύναμη, τη μόνη αντίπαλο του καπιταλισμού (πλην των αντιφάσεών του).

Η αντιμετώπιση της παραπάνω εφιαλτικής εικόνας προφανώς δεν είναι κάτι εύκολο. Εξάλλου αυτό καταγράφεται στη σύγχυση, στον κατακερματισμό, στην αδυναμία και στην ανυποληψία των πολιτικών δυνάμεων (ιδιαίτερα της αριστεράς), αλλά και του συνόλου των εργαζομένων που θέλουν να την αντιπαλέψουν.

Με άλλα λόγια η δυνατότητα του καπιταλιστικού συστήματος στο να εξαπολύει μιας τέτοιας έκτασης και βάθους επίθεση ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας, στον άνθρωπο και γενικότερα τη φύση, δείχνει αντίστοιχη αδυναμία των αντιπάλων του. Επομένως όσοι προσπαθούν να εκφέρουν «λόγω και έργω» για την αντιμετώπιση της κατάστασης από την πλευρά των αντιπάλων του καπιταλισμού, πρέπει αφ' ενός να αισθάνονται την μικρότητά τους και αφ' ετέρου να αντιλαμβάνονται ότι χρειαζόμαστε τα στοιχειώδη (τα ελάχιστα), που όμως είναι αναγκαία και ικανά να βάλουν την ελληνική κοινωνία σε άλλο δρόμο, χωρίς να απαιτούν την επίλυση όλων των πιθανών προβλημάτων του άλλου δρόμου εκ των προτέρων.

Η αλλαγή της καθημερινότητας μέσω μιας ριζικής αλλαγής του τρόπου παραγωγής, κατανάλωσης και διαχείρισης του χρόνου είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους τους λαούς. Επομένως η κρίση ανεξάρτητα από τις οξύνσεις της ή τις υφέσεις της θα είναι στην ημερήσια διάταξη των ευρωπαϊκών (και όχι μόνο) κοινωνιών, ώστε να ολοκληρωθεί το νέο καπιταλιστικό παράδειγμα.

Καθήκον των πληττόμενων στρωμάτων κάθε χώρας είναι η ανατροπή των επιδιωκόμενων αλλαγών στην χώρα τους. Όπως το καπιταλιστικό σχέδιο αναπτύσσεται χρησιμοποιώντας λαούς ως πειραματόζωα και παραδείγματα για τους άλλους, έτσι και οι λαοί που δέχονται πρώτοι την επίθεση, με την αντίστασή τους, θα αποτελέσουν παράδειγμα για τους υπόλοιπους. Αντίσταση για τον ελληνικό λαό σήμερα και παράδειγμα για τους άλλους λαούς είναι να τσακίσει τα βασικά όπλα εξάπλωσης της καπιταλιστικής πολιτικής, δηλαδή να διαγράψει μονομερώς το κατασκευασμένο χρέος, να αποκτήσει κυριαρχία στο νόμισμα συναλλαγών του (έξοδος από την ΟΝΕ), να φρενάρει τη δυνατότητα του ΠΟΕ (Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου), της Παγκόσμιας Τράπεζας, κ.λ.π., να επιβάλλουν πολιτικές για τη χώρα.

Η αναγκαιότητα ενός παλλαϊκού μετώπου για να γίνει κάτι τέτοιο είναι πασίδηλη. Γιατί βεβαίως το να διαγράψεις το χρέος, να αποκτήσεις εθνικό νόμισμα, να εθνικοποιήσεις τις τράπεζες, να κάνεις ανακατανομή του πλούτου και δημόσιες επενδύσεις, δεν αποτελούν πολιτικές σοσιαλιστικού χαραχτήρα, πολύ δε περισσότερο πολιτικές ριζικής αλλαγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι πολιτικές που επιτρέπουν σε ένα λαό στοιχειωδώς να υπερασπίσει την ύπαρξή του.

– Στο κοινωνικό επίπεδο συμφέρον σήμερα για μια τέτοια πολιτική έχουν όλα τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις, πλην της απολύτως εξαρτημένης και κατά κύριο λόγο «μεταπρατικής» αστικής τάξης της χώρας και των οργάνων της (ΜΜΕ, πολιτικό σύστημα, κ.λ.π.).

– Στο πολιτικό επίπεδο είναι απολύτως απαραίτητη η ενότητα των πολιτικών δυνάμεων που μέσα από τους δικούς τους ξεχωριστούς δρόμους κατέληξαν στην ίδια αναγκαία και ικανή συνθήκη για να αλλάξει δρόμο η χώρα.

Άρα η ενότητα αφορά αυτούς που αποδέχονται το «ελάχιστα αναγκαίο και ικανό» και όχι την ψευδεπίγραφη και θολή «ενότητα της αριστεράς».  

Σε αυτό το σημείο πρέπει να παρατηρήσουμε πως η ελληνική πολιτική και κοινωνική σκηνή, εμφανίζει όλη της την τραγικότητα. Πολιτικά, σχηματισμοί όπως ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής, Αριστερό ρεύμα ΣΥΡΙΖΑ, ΕΠΑΜ, και χιλιάδες ανένταχτοι έχουν καταλήξει στα ίδια ελάχιστα προαπαιτούμενα, αλλά αδυνατούν να συγκροτήσουν Μέτωπο ακόμα και μεταξύ τους! Κοινωνικά, ο λαός αρνείται όλα τα μέτρα της καπιταλιστικής μετάλλαξης, αλλά θέλει το Ευρώ!

Είναι φανερό πως και σε επίπεδο πολιτικών υποκειμένων και σε επίπεδο λαού κινδυνεύουμε να γίνουμε μοιραίοι τριών χιλιάδων χρόνων ιστορίας. Με το τελευταίο εννοούμε πως, αν ο ελληνικός λαός αποδεχτεί τελικά την πορεία αλλοτρίωσής εντός μιας ΕΕ, όπου το ιμπεριαλιστικό κέντρο του Βορρά θα ελέγχει τις εξαθλιωμένες μάζες της Νότιας Ευρώπης, μεγάλου τμήματος της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, τότε κινδυνεύει με εξαφάνιση ο διαχρονικός πολιτισμός της Ανατολικής Μεσογείου, που έχει πολλά να δώσει ακόμα στην πορεία απελευθέρωσης του ανθρώπου.

Στο ερώτημα βέβαια όλων μας για το τι πρέπει να κάνουμε ώστε να απελευθερωθούμε από την θηλιά που μας έχουν φορέσει, έχουν εκφραστεί άλλες τρεις απόψεις, εκτός απ' αυτή που πριν αναλύσαμε.

– Η πρώτη είναι αυτή που εφαρμόζεται δύο χρόνια τώρα και στηρίζεται στο δόγμα της πιστής εφαρμογής των απαιτήσεων των δανειστών. Η άποψη αυτή πιστεύει πως κάποτε θα φτάσουμε τον «πάτο του πηγαδιού» και από εκεί και πέρα θα αρχίσει μια σταδιακή βελτίωση. Βέβαια η άποψη αυτή πιστεύει και  στηρίζει με κάθε τρόπο τις μέχρι τώρα συμμαχίες της χώρας με την ιμπεριαλιστική δύση.

– Η δεύτερη πιστεύει πως πρέπει να διατηρήσουμε την συμμαχία με την δύση σε όλα τα επίπεδα (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΠΟΕ, ΠΟΥ, ΔΝΤ, κ.τ.λ.), αλλά επειδή η Δύση και ιδιαίτερα η ΕΕ δεν μπορεί να μας εγκαταλείψει γιατί θα καταρρεύσει η ίδια, είναι δυνατόν να την εκβιάσουμε για μια βιώσιμη συμφωνία. Η άποψη αυτή θέλει την κατάργηση των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων και προτείνει στάση πληρωμών προς τους δανειστές για 3-5 χρόνια, και μετά την ανάκαμψη της χώρας, νέα διαπραγμάτευση μαζί τους. Πιστεύει μάλιστα ότι αυτά μπορούν να γίνουν εντός της ΟΝΕ και της ΕΕ. Η άποψη όμως αυτή αδυνατεί να απαντήσει ξεκάθαρα στο «τι πρέπει να κάνουμε» εάν οι δανειστές δεν υποχωρήσουν, αλλά αντίθετα περάσουν σε άμεσο εκβιασμό με όλα τα μέσα που διαθέτουν.

– Η τρίτη άποψη πιστεύει πως εδώ και τώρα πρέπει να φύγουμε από όλες τις συμμαχίες που έχουμε ως χώρα με την Δύση. Να διαγράψουμε το χρέος. Να κρατικοποιήσουμε τα μονοπώλια. Το κράτος να αναλάβει την παραγωγή και το μοίρασμα του πλούτου. Ένα σύστημα δηλαδή σχεδιοποιημένης κρατικής οικονομίας όπως στην πρώην Σοβ. Έν.. Η άποψη αυτή δεν παίρνει υπόψη της ότι το μοντέλο αυτό κατέρρευσε όπου εφαρμόστηκε, χωρίς να υπάρξει έως τώρα κριτική απάντηση, ούτε ένα νέο πειστικό όραμα για την αντικατάστασή του.

Η άποψη που εμείς αναπτύξαμε, θεωρεί πως η διαγραφή του χρέους, η έξοδος από την ΟΝΕ, η εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών, των βασικών τομέων της οικονομίας και η αναδιανομή του πλούτου, είναι τα απολύτως αναγκαία και ικανά για πορεία ανατροπής της «νέας κατοχής».

Μια τέτοια πολιτική θα απελευθερώσει τον δανεισμό της χώρας και τους τρόπους δανεισμού. Θα δώσει την δυνατότητα ανάπτυξης του πρωτογενή (αλλά και του δευτερογενή) τομέα, των εξαγωγών, αλλά και της εσωτερικής αγοράς. Έτσι θα αποκτηθεί στοιχειώδης οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία, απαραίτητος όρος ύπαρξής μας ως κρατική οντότητα. Απαντάει επίσης στο ερώτημα τι πρέπει να είναι η ΕΕ, ομοσπονδία ή συνομοσπονδία, με προφανή απάντηση υπέρ της συνομοσπονδίας.

Κατανοούμε βεβαίως πως το άνοιγμα του παραπάνω δρόμου θα μας φέρει σε σύγκρουση, όχι μόνο με την ΟΝΕ, αλλά και με την ΕΕ. Ξέρουμε όμως πως αυτό που γίνεται σήμερα στην ΕΕ δεν αφορά μόνο εμάς, αλλά είναι μια πορεία αποικειοποίησης των περισσοτέρων χωρών από το βόρειο ιμπεριαλιστικό κέντρο. Είναι σίγουρες λοιπόν οι γενικευμένες αντιδράσεις σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο.

Η μη προβολή της άμεσης διάλυσης αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχει να κάνει με έλλειψη κατανόησης για την αναγκαιότητα σύγκρουσής μας με αυτήν, αλλά με ζητήματα ανάπτυξης ευρύτερων συμμαχιών.

Είναι επίσης φανερό πως η άποψή μας δεν προβάλλει την εδώ και τώρα ανατροπή του καπιταλισμού. Αυτό είναι ένα ζήτημα ανοικτό εντός του δρόμου που προτείνουμε. Γιατί σήμερα δεν έχουν καν  αναγνωριστεί τα αίτια αποτυχίας στην προηγούμενη προσπάθεια (Σοβ.Έν. και αλλού), αλλά ούτε έχει διαμορφωθεί ένα νέο πειστικό όραμα για μια άλλη κοινωνία, ριζικά διαφορετική από την καπιταλιστική.

Μπαίνει τώρα ένα τελευταίο ερώτημα: Πως πρέπει να συμπεριφερθεί πολιτικά ο καθένας μας στις ερχόμενες εκλογές, ώστε να υπηρετηθεί ο στόχος ανοίγματος ενός νέου δρόμου για τη χώρα, διαφορετικού από εκείνου των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων;

Είναι φανερό πως η πρότασή μας για παλλαϊκό Μέτωπο με βάση τη διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την ΟΝΕ, κλπ, δεν υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό πως ούτε καν οι οργανώσεις που προβάλλουν αυτή την άποψη δεν κατάφεραν να μορφοποιήσουν ένα τέτοιο μετωπικό σχήμα. Μιλάμε εδώ για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το Αριστερό Ρεύμα – ΣΥΡΙΖΑ, το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής, το ΕΠΑΜ, τους ανένταχτους. Είναι λοιπόν φανερό πως η επιλογή μας σ' αυτή τη συγκυρία είναι επιλογή συμμετοχής στις εκλογές με κριτήριο ενίσχυσης των προϋποθέσεων για να ανοίξει μετά απ' αυτές ο δρόμος που περιγράψαμε και θεωρούμε δρόμο απόλυτα αναγκαίο, για να μπει φρένο  στη μετατροπή του κόσμου της εργασίας σε δουλοπάροικους και στην αποικιοποίηση της χώρας.

Σ' αυτό το σημείο οφείλουμε μια σημαντική επισήμανση για τη σημασία πλευρών που σ' αυτό το κείμενο δεν αναπτύχθηκαν. Ο ρόλος που επιφυλάσσει ο ελληνικός λαός για τον εαυτό του στη νέα μεγάλη σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τη μια, με τις δυνάμεις της εκμετάλλευσης και του σκοταδισμού από την άλλη, έχει τεράστια πανευρωπαϊκή και παγκόσμια σημασία. Ο λόγος είναι η σπουδαία γεωστρατηγική θέση της χώρας (σταυροδρόμι τριών Ηπείρων), ο μεγάλος γεωοικονομικός της ρόλος (π.χ. κοιτάσματα υδρογονανθράκων και δρόμοι διακίνησής τους) και ο σημαντικός πολιτικός – πολιτισμικός της ρόλος (χώρος πολιτισμών στην ανατολική και όχι μόνο λεκάνη της Μεσογείου).  

 

19-04-2012

Ευπιστία ή αναισθησία;

Ευπιστία ή αναισθησία;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Αφήσαμε πίσω μας τη Μεγάλη Βδομάδα. Τη βδομάδα, που επέλεξε η κάλπικη κυβέρνηση του δικομματισμού, για να προσδιορίσει την ημερομηνία των κάλπικων εκλογών της 6ης Μαΐου. Και ποιο είναι το κουτοπόνηρο υπόβαθρο της επιλογής τους αυτής;

Ασφαλώς να καπηλευτούν την ιερότητα και ημερότητα των ημερών, για ν' αποφύγουν τις αντιδράσεις του λαού. Έτσι, λοιπόν, εμφανιζόμενοι στις διάφορες ακολουθίες, όχι μόνο ν' αποφύγουν τις αποδοκιμασίες, αλλά να βρουν και την ευκαιρία, για να κάμουν και τις βλακώδεις τους, ως συνήθως, δηλώσεις.

 Όπως κάποιο παχύδερμο, που πήρε μέρος στην περιφορά του Επιταφίου με τον Παναγιώτατο Θεσσαλονίκης. Και βρήκε την ευκαιρία, να μας ξεφουρνίσει, για μια ακόμη φορά, και τα άρρητα ρήματα της ακατάσχετης και ανούσιας λογοδιάρροιάς του.

Πράγμα που ασφαλώς θα έπραξαν και τόσοι άλλοι, που δεν είχα τη δυστυχία να τους ακούσω. Δεδομένης της αποστροφής μου προς τα Μ. Μ. Εξαπατήσεως. Που, όπως και άλλοτε έχουμε πει, χρησιμεύουν ως βρώμικα πλυντήρια για το ξέπλυμα των βρώμικων πολιτικών. Και από το άλλο μέρος ως χαλκεία κατατρομοκράτησης, αποπροσανατολισμού και παραπλάνησης του λαού….

Ήδη διερχόμαστε της Διακαινήσιμη Εβδομάδα και οδεύουμε προς την Κυριακή του Θωμά. Του δύσπιστου ή και άπιστου, όπως συνήθως αρεσκόμαστε να τον αποκαλούμε. Όμως…

Όπως φαίνεται, ο Θωμάς ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος, που πολύ αγαπούσε το Χριστό. Και δεν χωρούσε το στενόχωρο μυαλό του ότι θα μπορούσε να συμβούν, σε βάρος του, όλα εκείνα τα φοβερά και αδιανόητα, που συνέβησαν. Γι' αυτό και η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη.

Κι ακόμη θα ήθελε τόσο πολύ η ανάσταση του δασκάλου του να ήταν αληθινή, ώστε του ήταν δύσκολο να την πιστέψει. Και γι' αυτό είπε εκείνα τα τόσο ενδεικτικά για τη δυσπιστία του και τόσο ενοχλητικά για το δάσκαλό του λόγια.

Με αποτέλεσμα η δυσπιστία του ή η απιστία του, αν προτιμάτε, για την ανάσταση να καταντήσει παροιμιώδης. Γιατί βέβαια είχε ακούσει τη διδασκαλία του. Είχε δει τα απειράριθμα θαύματά του. Ακόμη και αναστάσεις νεκρών. Αλλά, ωστόσο, η λύπη του για την τραγωδία των Παθών, όπως προαναφέραμε, έκαμε την ευαισθησία του να μετεξελιχθεί σε βαριά απαισιοδοξία.

Που βέβαια ο Χριστός τη γιάτρεψε. Και με την ευκαιρία, που έδωσε η δυσπιστία του Θωμά, θέλησε να γιατρέψει και την απαισιοδοξία όλων εκείνων, οι οποίοι δεν θα είχαν τη δυνατότητα να θέσουν, όπως ο Θωμάς το δάχτυλό τους «επί των τύπον των ήλων»…

Επισημαίνοντας ότι η αληθινή πίστη δεν έχει ανάγκη από εξωτερικές αποδείξεις, αλλά από την εσωτερική επικοινωνία και σχέση με το Θεό. Με τις εξωτερικές αποδείξεις καταγίνονται, συνήθως, οι αιρετικοί. Και όλοι εκείνοι, που αγωνίζονται να ενσπείρουν στις καρδιές των ανθρώπων την αμφιβολία και τη δυσπιστία.

Όπως συμβαίνει με κάποια τηλεοπτικά βρωμοκάναλα. Που, ενώ όλη τη Μ. Βδομάδα έπλεναν και ξέπλεναν τους βρώμικους πολιτικούς, προσπαθούσαν, από το άλλο μέρος, να βρωμίσουν με τη σατανιστική σιωνιστική προπαγάνδα τους την πίστη των χριστιανών.

Καλότυχοι, είπε στο Θωμά ο Χριστός, αυτοί, που δεν θα ζητήσουν εξωτερικές αποδείξεις, για να πιστέψουν, αλλά θα αρκεστούν στην εσωτερική βιωματική τους εμπειρία. Γιατί αυτόν, που με τα μάτια της ψυχής του έχει δει μέσα στα άγια των αγίων της καρδιάς του τον αναστημένο Θεό, καμιά προπαγάνδα δεν μπορεί να τον εξαπατήσει. Αλλά…

Ας αφήσουμε το Θωμά και τους δύσπιστους Θωμάδες όλων των εποχών. Και ας έρθουμε στους ανίατα «εύπιστους», όπως συνήθως λέγεται, οπαδούς της συμμορίας του δικομματισμού. Οι οποίοι όχι μια και δυο και τρεις και πέντε, αλλά άπειρες φορές αφήνονται να εξαπατώνται και αρέσκονται να αυταπατώνται.

Και σαν τα σκυλιά, που γλείφουν τα χέρια, που τα πετροβολούν και τα χτυπούν, επιμένουν ν' ακολουθούν τους κυνικούς και αδίστακτους απατεώνες. Ενώ βλέπουν πώς, πέρα από κάθε λογική και συνείδηση, βουλιάζουν την πατρίδα και γδύνουν και γδέρνουν τους συνανθρώπους τους…

Η δυσπιστία ή και η απιστία του Θωμά μπορεί, όπως προαναφέραμε, να ερμηνευτεί με βάση τον ευαίσθητο και απαισιόδοξο χαρακτήρα του. Όμως η «ευπιστία» των κοπαδιών του δικομματισμού, ύστερα από τέτοιο όργιο ληστείας και προδοσίας σε βάρος της πατρίδας, παραμένει απελπιστικά ανεξήγητη.

Ύστερα μάλιστα από το πανταχόθεν διαφαινόμενο τσουνάμι των μετεκλογικά επερχόμενων ακόμη δεινότερων δεινών… Και η μόνη εξήγηση είναι, πώς, στην περίπτωσή τους, δεν υφίσταται καν θέμα ευπιστίας. Αλλά, όπως και οι αρχαίοι έλεγαν, «δυοίν θάτερον» (ένα, δηλαδή, από τα δυό):

Ή ανίατης ηλιθιότητας ή κτηνώδους διαστροφής και αναισθησίας!…

 

παπα-Ηλίας,  Απριλίου 19, 2012, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/19/… efpistia-or-anas8isia…B1/

Τα τρία κομμάτια του ΠΑΣΟΚ

Τα τρία κομμάτια του ΠΑΣΟΚ

 

Από τον Herr K.

 

Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ που θέλουν να μείνουν πιστοί στις αξίες τους έχουν το λιγότερο τρεις επιλογές: το Κίνημα θα εκφράζεται πλέον από τρία βασικά κομμάτια: το διεκπεραιωτικό, το ιδεολογικό και το ένοπλο.

 

Το μεγαλύτερο κομμάτι, που προσωρινά κρατά και τον τίτλο, θα είναι ο διεκπεραιωτικός μηχανισμός διευκολύνσεων προς τους κάτω (ψηφοφόρους) και προς τους πάνω (τους ισχυρότερους πελάτες). Ο μηχανισμός θα τρέφεται με ρουσφέτια και θα (ανα)παράγει εξάρτηση και παρασιτικό καπιταλισμό, διαιωνίζοντας έτσι τις βασικές λειτουργίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και προσφέροντας απτά οφέλη στα μέλη του. Η απορύθμιση της κοινωνίας λογικά θα αυξήσει τις ανάγκες για ευνοϊκή μεταχείριση, τις οποίες ο εν λόγω μηχανισμός θα σπεύσει να καλύψει. Ετσι, αντίθετα με τη ρητορική των νεοφιλελεύθερων, θα παραχθεί περισσότερη διαφθορά.

Το κομμάτι αυτό του ΠΑΣΟΚ έχει τις περισσότερες προοπτικής επιβίωσης – εφόσον φυσικά ο κατήφορος της ελληνικής κοινωνίας συνεχιστεί ή μετριαστεί όσο χρειάζεται για να μην υπάρξει στάση. Στις εκλογές θα το προτιμήσουν όσοι (ελπίζουν ότι) διατηρούν ακόμα προσβάσεις στη νομή της πίτας και όσοι φοβούνται τις ποινικές διώξεις.

Το σκίτσο είνι του "Νικόλα".

Το δεύτερο κομμάτι θα είναι αυτό που θα συνεχίσει να παρέχει στελέχη προς το κράτος, ή ό,τι μείνει από αυτό (κάποιες λειτουργίες πρέπει να εξακολουθήσουν να επιτελούνται). Ταυτόχρονα θα συνεχίσει να παρέχει, όπως κάνει εδώ και δύο δεκαετίες τουλάχιστον, θεωρητική κάλυψη στο καθεστώς: θα καλλιεργεί ενοχές για την καθυστερημένη Ελλάδα και θα επιρρίπτει ευθύνες στους καθυστερημένους Ελληνες – περισσότερες από όσες τους αναλογούν. Ισως χρειαστεί να το πράττει κάπως πιο εκλεπτυσμένα, πάντως το έργο του δεν θα είναι εύκολο. Ούτε όμως και οι απαιτήσεις: ο ρόλος του θα περιορίζεται στη διατήρηση μιας μικρής εκλογικής επιρροής, επιβοηθητικής για το πρώτο κομμάτι. Ο λόγος φυσικά για τη "Δημοκρατική Αριστερά". Στις εκλογές θα προτιμηθεί από τους προνομιούχους, αν και ελαφρά δυσαρεστημένους, του ΠΑΣΟΚ. Θα ψηφιστεί και από Πασόκους με ενοχές.

Για τους ριγμένους οπαδούς του Κινήματος που εξεγείρονται κατά της εξουσίας και ταυτόχρονα την επιθυμούν διακαώς, υπάρχει ένα τρίτο λιμάνι: η "Χρυσή Αυγή". Η έξοδός της από το περιθώριο οφείλεται στο κοινωνικό έργο που όντως επιτελεί στις περιοχές υψηλής εγκληματικότητας. Η άνοδός της συνδέεται με τις δολοφονικές επιθέσεις κατά μεταναστών – καλοδεχούμενες από ορισμένους, σε μία χώρα που έχει μεταβληθεί σε χωματερή ανθρώπων. Η ΧΑ είναι ο ιδεολογικός διάδοχος του αυριανισμού, του φασιστικού δηλαδή ρεύματος της ελληνικής κοινωνίας το οποίο εξέθρεψε ο Α. Παπανδρέου. (Σημειωτέον ότι ο δημοσιογραφικός φασισμός εξακολουθεί να επιζεί ως αντι-μνημονιακός λαϊκισμός). Το ένοπλο αυτό σκέλος του καθεστωτος ΠΑΣΟΚ αποτελεί ημιεπίσημη προέκταση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Ταυτόχρονα προσφέρει άλλοθι δημοκρατικότητας για κόμματα εξίσου αντιδημοκρατικά μεν με πιο προσεκτική ρητορική δε. Εσχάτως λειτουργεί  και ως εκλογική βαλβίδα ασφαλείας. Σε τελευταία ανάλυση, ακριβώς επειδή αποτελεί ζωντανή δυσφήμιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της επαναστατικότητας, είναι χρησιμότερη στο καθεστώς από τους "διεθνιστές" θεωρητικούς.

Είναι δυνατόν τα δύο τελευταία κομμάτια να αυτονομηθούν από το βασικό κορμό τους; Μάλλον δύσκολο για τη ΔΗΜΑΡ, αποκλειστικός λόγος ύπαρξης της οποίας είναι οι υπηρεσίες που προσφέρει στο ετοιμόρροπο αλλά ανθεκτικό πανελλήνιο σοσιαλιστικό κίνημα. Ευκολότερο για τη ΧΑ η οποία είναι πολιτικά αυτόφωτη. Παρόλο που και οι δύο αναπτύχθηκαν υπό την προστασία των κρατικών ή παρακρατικών μηχανισμών. Εναντίον της ΧΑ συνηγορεί η έλλειψη αξιόλογης φασιστικής παράδοσης στην Ελλάδα. Υπέρ της δουλεύει η συνεχιζόμενη εξαθλίωση. Ο διακηρυγμένος ναζισμός της δεν φαίνεται πάντως να αποτελεί πρόβλημα για όσους την προτιμούν εκλογικά. Οι ψηφοφόροι της υποστηρίζουν έτσι έναν βασικό πυλώνα του συστήματος πιστεύοντας παράλληλα ότι το σύστημα θα ενοχληθεί σφόδρα γι' αυτήν την υποστήριξη.

 Είναι δυνατόν το πρώτο και το τρίτο κομμάτι να ενωθούν και πάλι; [Η "ανανεωτική αριστερά", δεν συστεγαζόνταν ποτέ με το ΠΑΣΟΚ, αν και το τροφοδοτούσε διαρκώς]. Δεν αποκλείεται, αν τα πράγματα λάβουν τέτοια τροπή που να απειληθεί η ζωή ή – ακόμα χειρότερα – η περιουσία των Ελλήνων σοσιαλιστών. Επί του παρόντος, πάντως, μακριά κι αγαπημένοι. Προς το κοινό συμφέρον των δύο πλευρών.

 

ΠΗΓΗ: 18-04-2012, http://herrkstories.wordpress.com/2012/04/18/pasok-3/Το είδα και: http://ardin-rixi.gr/archives/5145

Έχουμε τους λιγότερους δημόσιους υπαλλήλους!

Κι όμως, έχουμε τους λιγότερους δημόσιους υπαλλήλους!

 

Του Διονύση Ελευθεράτου

 

Τα στοιχεία του Δ. Ρέππα, οι διεθνείς έρευνες και όσα δεν (θέλουν να) ξέρουν οι .. λάτρεις στερεοτύπων! Πόσο «υπερτροφικός» και «πνιγμένος» από … στρατιές πλεονάζοντος προσωπικού είναι τελικά ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα; Ας επανεξετάσουμε τα πράγματα, υπό το φως (και) των στοιχείων που ανακοίνωσε προσφάτως ο Δημήτρης Ρέππας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, σήμερα απασχολούνται στο Δημόσιο 712.000 υπάλληλοι, εκ των οποίων οι μόνιμοι είναι 636.000. Ο συνολικός αριθμός τους έχει μειωθεί κατά 50.000 την τελευταία διετία.

Η περίφημη απογραφή του 2010, εκείνη που υποτίθεται ότι θα φανέρωνε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο δημοσίους υπαλλήλους (ή οποιοδήποτε μεγαλύτερο νούμερο «τραβούσε» η … ψυχή και η διάθεση αυτοσχεδιασμού καθενός), δεν κατάφερε να καταγράψει περισσότερα από 768.009 άτομα- συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών και των σωμάτων ασφαλείας.

Γιατί λέμε «δεν κατάφερε»; Διότι, απλούστατα, ήταν τόσο έκδηλη η πρόθεση της κυβέρνησης του ΓΑΠ να «φουσκωθεί» ο συνολικός αριθμός, ώστε απογράφηκαν ως δημόσιοι υπάλληλοι κάμποσοι … φαρμακοποιοί, μηχανικοί, αγρότες, μαγαζάτορες και εν γένει επαγγελματίες που διέθεταν την ιδιότητα του δημοτικού συμβούλου!

Αυτό συνέβη επειδή η απογραφή «έπιανε» όσους είχαν λάβει κρατικό χρήμα, έστω κι αν πρόκειται για τα 30 ή 60 ευρώ που δίνονται ως έξοδα παράστασης στους συνέδρους των δημοτικών συμβουλίων. Κάπως έτσι, με την απογραφή έγινε και … παραγραφή της επαγγελματικής ιδιότητας μερικών χιλιάδων ανθρώπων. Απογράφηκαν ακόμη και ιδιώτες γιατροί που ήταν συμβεβλημένοι με κάποιο δημόσιο ταμείο.

Ήταν «κεραυνός εν αιθρία» τα ευρήματα της απογραφής του 2010; Κάθε άλλο. Επί της ουσίας επιβεβαίωσαν τα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών για το τελευταίο τρίμηνο του 2009. Τα πράγματα, λοιπόν, ήταν σε αδρές γραμμές γνωστά.


Ο Παυλόπουλος, ο Ραγκούσης και τα κλειστά αφτιά.

 


Συνεχίζοντας για λίγο το «μακροβούτι» στο χρόνο, θα «αλιεύσουμε» ορισμένες αξιοπρόσεκτες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών- ειδικά ως προς τους συμβασιούχους. Λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές του 2009, στις 8 Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος δήλωνε στη «Real News» με κατηγορηματικότητα «Ο αριθμός των συμβασιούχων συνεχώς μειώνεται». Μερικούς μήνες αργότερα, ο διάδοχός του Γιάννης Ραγκούσης διαβεβαίωνε: «Οι θέσεις συμβασιούχων είναι μειωμένες κατά 35%» («Το Βήμα», 21 Μαρτίου 2010).

Ο,τι κι αν έλεγαν οι υπουργοί, ο κόσμος βομβαρδιζόταν με τερατώδεις «εκτιμήσεις». Ο αριθμός των συμβασιούχων στα χείλη καθενός γινόταν … λάστιχο, ενώ ακόμη και οι ωρομίσθιοι συνυπολογίζονταν ως «κανονικοί» απασχολούμενοι στο Δημόσιο.

Στη συνέχεια, διάφοροι «παντογνώστες» (στελεχών του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένων), μόνο που δεν … στοιχημάτιζαν για το εάν η απογραφή θα αποκάλυπτε την ύπαρξη ενός ή 1,5 εκατομμυρίου δημοσίων υπαλλήλων. Μόλις ανακοινώθηκαν τα πορίσματά της, άκρα του τάφου σιωπή! Όχι για πολύ όμως. Οι εξωφρενικοί αριθμοί άρχισαν πάλι να ακούγονται στις τηλεοράσεις, αλλά και στη Βουλή – με αβάσταχτη ελαφρότητα. Πιθανότατα το ίδιο θα συνεχιστεί, μόλις ξεχαστούν και οι πρόσφατες ανακοινώσεις του κ. Ρέππα.

Εν πάση περιπτώσει, οι «φρέσκες» στατιστικές καταδεικνύουν σημαντική μείωση του αριθμού των υπαλλήλων, ενώ επίκεινται απολύσει. Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί, ενστερνιζόμενος τη «λογική» της τρόικα – κι όχι μόνον αυτής: «Επιτέλους, φθάνουμε, πλησιάζουμε στα επίπεδα της υπόλοιπης Ευρώπης;». Το ερώτημα το καθιστά λογικό η … περιρρέουσα φιλολογία και άτοπο η πραγματικότητα!

Πολύ πριν γνωστοποιηθεί αυτό το πρόσφατο «μείον 50 χιλιάδες», στις μελέτες που εκπονούσαν διεθνείς φορείς η Ελλάδα φιγουράριζε από …τη μέση και κάτω των σχετικών καταλόγων. Εκείνων με τα ποσοστά απασχολούμενων στο Δημόσιο, επί του συνόλου των εργαζομένων της αντίστοιχης χώρας. Τα αποτελέσματα των ερευνών δεν συμπίπτουν απολύτως (διαφέρουν άλλωστε και οι μεθοδολογικές – αναλυτικές προσεγγίσεις), αλλά συγκλίνουν.

Δείγμα πρώτο: Μελέτη που διενεργήθηκε ως τμήμα της Εκθεσης Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκ μέρους ερευνητών του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών και των Πανεπιστημίων Στρασβούργου και Μαγδεμβούργου.

Στην έρευνα αυτή εξετάζονται – και μάλιστα σε βάθος χρόνου τριών δεκαετιών – 17 ευρωπαϊκά κράτη. Η Ελλάδα κατατάσσεται 14η , με ποσοστό υπαλλήλων 11,4%, ελάχιστα πάνω από την Ιρλανδία (11%), την Ολλανδία (10,7%) και τη Γερμανία (10,2%). Πολύ περισσότερους δημόσιους υπάλληλους διαθέτει αναλογικά η Γαλλία (21,2%), αλλά και Αγγλία (17,8%). Πρώτη είναι η Σουηδία (30%) και δεύτερη η Δανία (29%), δηλαδή – αν αυτό έχει κάποια σημασία- η χώρα την οποία θεωρεί ως πρότυπο ο προηγούμενος πρωθυπουργός μας…

Στην ίδια έρευνα πιστοποιείται ότι οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, ήταν μικρότερες από τις αντίστοιχες των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.


Χωρίς τους ένστολους, κάτω κι από Γερμανία!

 


Δείγμα δεύτερο: Στοιχεία από τη βάση δεδομένων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας Laborsta. Σύμφωνα με αυτά, το ελληνικό ποσοστό των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα επί του συνόλου της απασχόλησης ανέρχεται σε 16% – μεγαλύτερο παρουσιάζουν οι ΗΠΑ και ο Καναδάς. Το αντίστοιχο γαλλικό είναι 26%, το βελγικό 22,5%, το βρετανικό 18.9%. Οι Σκανδιναβοί σταθερά γύρω στο 30%. Βάσει του συγκεκριμένου δείγματος, εάν η σύγκριση περιοριστεί στη δημόσια διοίκηση και εξαιρεθούν από αυτήν οι ένστολοι, τότε το ελληνικό ποσοστό θα υστερεί έναντι του γερμανικού.

Δείγμα τρίτο – εγχώριο: Η μελέτη των εταιρειών Icap Group και Hay Group, η οποία παραδόθηκε την άνοιξη του 2011 στα υπουργεία Οικονομικών και Εσωτερικών που την είχαν παραγγείλει. Στη μελέτη τονιζόταν: «Το μέγεθος της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα συμβαδίζει με το αντίστοιχο μέγεθος των ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών, ειδικά της ΕΕ».

Το πόρισμα των δυο εταιρειών επεκτεινόταν και στο μισθολογικό, αφενός επισημαίνοντας ανισότητες ανάμεσα σε διάφορους τομείς του Δημοσίου, αφετέρου κάνοντας σύγκριση με τα της Ευρώπης: «Η μέση αμοιβή των απασχολούμενων στον Ελληνικό Δημόσιο τομέα είναι χαμηλότερη σε σχέση με τα μέσα ευρωπαϊκά μεγέθη»

Συγκεκριμένα, οι Icap Group και Hay Group γνωστοποίησαν πως στο ελληνικό δημόσιο το 50% του προσωπικού είχε απολαβές μέχρι 1.639 ευρώ μεικτά, καθώς και ότι περιοριζόταν στο 10% το τμήμα των υπαλλήλων που αμείβονταν με περισσότερα από 2.418 ευρώ μεικτά. Όσοι λάμβαναν πάνω από 5.856 ευρώ καταμετρήθηκαν στο 0,4%.

Όλα αυτά, επαναλαμβάνουμε, πριν από ένα χρόνο – αργότερα έγιναν κι άλλες μισθολογικές περικοπές. Στο 2012 το ελληνικό κράτος θα έχει πληρώσει σε μισθούς δημοσίων υπαλλήλων το 5,76% του ΑΕΠ και σε τόκους το 7.39% του ΑΕΠ. Το 2015 τα αντίστοιχα ποσοστά προβλέπονται 4,83% και 9,28%.

Ας επανέλθουμε όμως στο βασικό μας θέμα- τους μύθους για τα ποσοτικά μεγέθη της απασχόλησης στο δημόσιο. Επισημαίνουμε ότι οι προαναφερθείσες έρευνες – συγκρίσεις με τα της Ευρώπης δεν έχουν «προλάβει» ολόκληρα τα κύματα φυγής από τη δημόσια διοίκηση, όσα δηλαδή έχουν παρατηρηθεί έως τώρα.

Τα συμπεράσματα προκύπτουν αβίαστα. Ήδη έχουμε λιγότερους δημόσιους υπαλλήλους από την υπόλοιπη Ευρώπη- κι ας αφήνει άφωνους πολλούς … λάτρεις στερεοτύπων η εν λόγω διαπίστωση!


Λες και μιλάμε για φέτα…

 


«Μα εδώ τίθεται και θέμα ποιότητας, όχι μόνο ποσότητας», θα παρατηρήσει δικαιολογημένα κάποιος. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: Τρόικα και κυβερνώντες αντιμετωπίζουν το Δημόσιο όπως θα μιλούσαν για … τυρί ή σαλάμι σε κάποιο μίνι μάρκετ ο πωλητής κι ο πελάτης. «Δυο εξακόσια βγήκε – να το αφήσω;»…

Οι παθογένειες της δημόσιας διοίκησης είναι πολλές, αλλά δεν αφορούν κανένα δυσανάλογα μεγάλο συνολικό αριθμό υπαλλήλων (παρακαλώ, η έμφαση στο «συνολικό»). Τα περί του αντιθέτου τυρβάζοντα κλισέ είναι απλουστευτικά, παραμορφωτικά και εν τέλει λαϊκίστικα.

Βολικά, πάντως. Πολλαπλώς βολικά για τις πολιτικές ελίτ και τα κόμματα που έχουν ασκήσει έως τώρα εξουσία. Γιατί …βολεύονται;

Πρώτον, διότι έτσι δεν χρειάζεται να απολογούνται για τα – περισσότερα ή λιγότερα, κατά τομέα, περίπτωση ή εποχή- φαινόμενα ελλιπούς οργάνωσης, αναποτελεσματικότητας, κακών ιεραρχήσεων αναγκών, ακόμη και ανεπάρκειας τεχνολογικού εξοπλισμού.

Γιατί να δίνουν εξηγήσεις για το πώς και με ποιο προσανατολισμό κινήθηκαν οι κυβερνήσεις τους; Τα ρίχνουν όλα στους υπαλλήλους οι οποίοι, ακόμη κι αν δεν αφορίζονται συλλήβδην ως τεμπέληδες, αργόμισθοι και διεφθαρμένοι, σίγουρα είναι «υπεράριθμοι». Έτσι τα κόμματα εξουσίας ξεμπερδεύουν με μία εύκολη αυτοκριτική, επειδή διόρισαν. Έφταιγε η … καλή τους η καρδιά, άντε και λίγη ψηφοθηρία. Ψεκάσαμε, σκουπίσαμε, τελειώσαμε…

Παντού «υπεράριθμοι»… Ακόμη κι εκεί (πχ ΕΑΒ) που όταν φεύγει κόσμος οι διοικήσεις κάνουν συμβάσεις λίγων μηνών σε συνταξιούχους, μπας και βγει δουλειά!…

Δεύτερον: Ζούμε στην εποχή της απόλυτης διαστροφής των εννοιών. Αφορίζεται ο «κρατισμός» για να καθαγιάζεται η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, της οποίας οι μεγαλύτεροι … αστέρες εκτός των άλλων έχουν κάνει τη φοροδιαφυγή αγαπημένο χόμπι.

Σηκώνονται όπλα εναντίον του πελατειακού κράτους και τα σκάγια πετυχαίνουν τα υπολείμματα του κοινωνικού κράτους. Με αυτά που ακούμε ως κριτική για το παρελθόν, σε λίγο θα πιστέψουμε ότι πριν από μερικά χρόνια είχαμε κοινωνική προστασία Γερμανίας του Μπραντ ή Σουηδίας του Πάλμε, διαθέτοντας εθνικό πλούτο … Ζιμπάμπουε. Κι όμως στην περίοδο 1998 -2007 που περικλείει την «ισχυρή Ελλάδα» των εξωφρενικά δαπανηρών Ολυμπιακών Αγώνων και του υψηλού ΑΕΠ, είχαμε για κοινωνική μέριμνα κατά κεφαλήν – και κατά μέσο όρο- 3.530 ευρώ, έναντι 6.252 της ευρωζώνης.

Σε λίγο θα θεωρείται … τεκμήριο «σπατάλης» ακόμη και η στοιχειώδης λειτουργία – εάν και όπου θα επιτυγχάνεται – σχολείων, νοσοκομείων, βρεφονηπιακών σταθμών, μέσων μαζικής μεταφοράς. Κάπου «πρέπει» να εκτονωθεί η οργή του κόσμου. Πάνω σε κάτι που θα συμβολίζει το πλήρως καταρρακωμένο δημόσιο, το ανήμπορο να διεκπεραιώσει κοινωφελείς λειτουργίες. Οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο είναι η «λογικότερη» και «καλύτερη» λύση. Κάτι σαν «σωσίες» των … πιο πάνω.

Τρίτον: Το «κυνήγι μαγισσών» φιλοδοξεί να πουλήσει χαιρεκακία, αλλά και αυταπάτες. «Αν τσακίσουν τους δημόσιους, ίσως να μη χρειαστεί να πάρουν κι άλλα από εμάς, τους υπόλοιπους». Τις περικοπές στο Δημόσιο τις συνόδευαν ποταμοί κροκοδείλιων δακρύων για το πόσο αδικημένοι είναι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Τελικά σε αυτά τα κροκοδείλια … ποτάμια πνίγηκε το βιοτικό επίπεδο όλων…

 

 

Εκλογές: Το πραγματικό & κρίσιμο διακύβευμα

Το πραγματικό (και κρίσιμο) διακύβευμα των εκλογών

 

Του Τάκη Φωτόπουλου


Οι επικείμενες εκλογές δεν είναι απλά οι πιο κρίσιμες στην μεταπολίτευση, αλλά, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί, και για όλη τη μεταπολεμική Ιστορία της Χώρας. Ο βαθμός όμως κρισιμότητας των εκλογών είναι απόλυτη συνάρτηση του ποιο θεωρούμε ότι είναι το διακύβευμά τους. Και αυτό, κάθε άλλο παρά σαφές είναι, εφόσον άλλο σχεδόν είναι το διακύβευμα αυτό για κάθε εκλογική παράταξη – αν περιοριστούμε μόνο σε αυτές αρχικά και δεν αναφερθούμε και στις παρατάξεις που δεν μετέχουν στις εκλογές και συνιστούν αποχή.

Φυσικά, το ποιο είναι το διακύβευμα για τον λαό είναι βασικά ταξικό θέμα και, στην πραγματικότητα το διακύβευμα που υιοθετεί η κάθε παράταξη είναι επίσης ταξικό, έστω και αν επιμελώς το αποκρύβει τόσο η παράταξη όσο και τα ΜΜΕ που την στηρίζουν, ώστε να παρασύρουν και τμήματα του εκλογικού σώματος να στηρίξουν παρατάξεις που δεν εκπροσωπούν το ταξικό τους συμφέρον. Αυτή άλλωστε είναι η πεμπτουσία της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» όπου, ενώ υπάρχουν σαφείς ταξικές διαιρέσεις στη κοινωνία, οι διαιρέσεις αυτές αγνοούνται για χάρη δήθεν ενός ‘γενικού συμφέροντος' που στην πραγματικότητα όμως,  και ιδιαίτερα σε μια κρίση καταστροφική σαν τη σημερινή, είναι απλά προϊόν φαντασίας ή θα έλεγα μέσο εξαπάτησης για την υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου, εφόσον βέβαια η ύπαρξη ταξικών συμφερόντων δεν επιτρέπει την οποιαδήποτε αναγωγή σε γενικό συμφέρον, τουλάχιστον  για θέματα που αφορούν την οικονομική σφαίρα. Γι' αυτό άλλωστε και μια πραγματική δημοκρατία, όπως η Περιεκτική Δημοκρατία (ΠΔ) που υποστηρίζουμε, δεν αρκεί να είναι άμεση δημοκρατία, όπως εκ του πονηρού υποστηρίζουν διάφοροι «ελευθεριακοί». Άμεση δημοκρατία χωρίς οικονομική δημοκρατία με την έννοια της εξασφάλισης της οικονομικής ισότητας μεταξύ όλων των πολιτών, δηλαδή χωρίς τη κατάργηση των ταξικών διαιρέσεων, που αποτελεί το θεμέλιο μιας πραγματικής δημοκρατίας, είναι μια απλή απάτη.

Για τα κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), που προφανώς αποτελούν τους κύριους εκφραστές όχι μόνο της εγχώριας οικονομικής ελίτ αλλά και της υπερεθνικής ελίτ (μέσω της τρόικας η οποία εκπροσωπεί τόσο το Ευρωπαϊκό τμήμα της όσο και το υπερατλαντικό) το διακύβευμα, είτε το λένε ρητά είτε όχι, είναι: «Ευρώ ή δραχμή». Με άλλα λόγια, παίρνοντας δεδομένες τις δανειακές συμβάσεις και μνημόνια, για τα οποία έχουν δεσμευτεί οι ηγεσίες τους ακόμη και εγγράφως, το δίλημμα που θέτουν, κυρίως στους νοικοκυραίους μικροαστούς που αποτελούν σήμερα – μετά τη δραστική συρρίκνωση της μεσαίας αστικής τάξης που θα δούμε στη συνέχεια – την κύρια εκλογική πελατεία τους, είναι: συνέχιση της σταθερότητας, έστω μέσα στην αυξανόμενη φτωχοποίησή τους, ή «το χάος που (υποτίθεται) θα φέρει η δραχμή.»  Φυσικά,  η εγχώρια ελίτ και τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης, των οποίων τα συμφέροντα υποστηρίζουν πραγματικά τα κόμματα εξουσίας, όχι μόνο δεν έχουν υποστεί την παραμικρή ζημιά από την καταστροφική κρίση αλλά αντίθετα ωφελούνται από αυτή, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου η φοροδιαφυγή των προνομιούχων στρωμάτων είναι πολύ σημαντικότερη από αυτή των αντίστοιχων στρωμάτων σε χώρες του καπιταλιστικού κέντρου. Αρκεί μια βόλτα στα βόρεια προάστια της Αθήνας καθώς και στις αυξανόμενες γεωμετρικά φτωχογειτονιές της για να δει κανείς από κοντά τους «δύο κόσμους» στη σημερινή Ελλάδα[1].

Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι για τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα και τις εγχώριες ελίτ το Ευρώ αποτελεί μονόδρομο. Όμως, για τις Ευρωπαϊκές ελίτ η Ελλάδα ήδη θεωρείται «βαρίδι» μέσα στην Ευρωζώνη, και ενώ βέβαια δεν διανοούνται τη χώρα έξω από την ΕΕ, ώστε να είναι εξασφαλισμένη η ενσωμάτωσή της στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς που συνεπάγεται την  προσφορά φθηνού εργατικού δυναμικού και προπαντός του κοινωνικού της πλούτου σε τιμή ευκαιρίας, εντούτοις, μέσο-μακροπρόθεσμα την προτιμούν έξω από το Ευρώ, ώστε να αποφευχθούν τα συνεχή προβλήματα στη σταθερότητα του νομίσματος που δημιουργεί η παραμονή της σε αυτό, όπως άλλωστε και άλλων περιφερειακών χωρών της Ευρώπης (Πορτογαλία, Ισπανία κ.ά.). Απλά, δηλαδή, βραχυπρόθεσμα συμπίπτουν τα συμφέροντα ντόπιων και ξένων ελίτ στην παραμονή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του πληθυσμού της.

Όμως, αν αυτό είναι το διακύβευμα των εκλογών για τις ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, αυτό δεν ισχύει πια για την ιδιότυπη Ελληνική μεσαία τάξη. Ιδιότυπη, γιατί η μεσαία τάξη στην Ελλάδα είχε την ιδιαιτερότητα (όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες χώρες της περιφέρειας και ημιπεριφέρειας) ότι ανήκει βασικά στον δημόσιο τομέα. Και αυτό, διότι η στρεβλή ανάπτυξη μιας χώρας στην περιφέρεια που ανοίγει και απελευθερώνει τις αγορές της, όπως υποχρεώθηκε να κάνει η Ελλάδα από τη στιγμή που εντάχθηκε στην ΕΕ, οδηγεί στην αποδιάρθρωση μιας κατά κανόνα δασμοβίωτης βιομηχανίας και μιας μη ανταγωνιστικής γεωργίας. Γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί τους νέους που αδυνατούν να  απορροφηθούν από τον ιδιωτικό τομέα είτε στη μετανάστευση (όπως έγινε μαζικά τη δεκαετία του 60), είτε στο δημόσιο τομέα. Δηλαδή, η ραγδαία μεγέθυνση του δημοσίου τομέα στη μεταπολίτευση ήταν αναγκαία συνέπεια της εισαγωγής ενός εξωστρεφούς οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης σε μια μη ανταγωνιστική παραγωγική δομή –  μολονότι βέβαια τα θεμέλια γι' αυτή την εξαρτημένη ανάπτυξη είχαν τεθεί από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου.[2] Η διαδικασία όμως αυτή χρησιμοποιήθηκε φυσικά από τα κόμματα εξουσίας για να παράγουν και αναπαράγουν την εκλογική πελατεία τους, με αντίστοιχη επέκταση του δανεισμού,  εφόσον  τα δημόσια έσοδα λόγω της πελώριας φοροδιαφυγής και παραοικονομίας ήταν πάντα εντελώς ανεπαρκή σε σχέση με τις δημόσιες δαπάνες – γεγονός που τελικά οδήγησε στη σημερινή κρίση. Από τη στιγμή όμως που η κρίση λόγω της έκρηξης του δημοσίου Χρέους (που ήταν βέβαια μόνο το σύμπτωμα και όχι η αιτία της κρίσης) οδήγησε στη σημερινή μετατροπή της Ελλάδος  σε τυπικό σχεδόν προτεκτοράτο της ΕΕ,[3] η απόφαση για παραμονή στην Ευρωζώνη αναπόφευκτα συνεπαγόταν τον σημερινό «μονόδρομο» και τη συνακόλουθη καταστροφή της κρατικοδίαιτης μεσαίας τάξης.

Είναι όμως ακριβώς αυτή η διάσπαση του «ταξικού μετώπου εξουσίας», που στήριζε σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο τα κόμματα εξουσίας, το γεγονός που οδηγεί σε πιθανή μόνιμη πολιτική αστάθεια. Και αυτό, γιατί  όσο καιρό τα κόμματα αυτά συγκέντρωναν, εκτός από τις ψήφους των προνομιούχων στρωμάτων (που δεν ξεπερνούν το 20% του εκλογικού σώματος) και τις ψήφους της μεσαίας τάξης, μαζί με αυτές των μικροαστών, μπορούσαν και επιτύγχαναν συντριπτική πλειοψηφία που ξεπερνούσε συνήθως το 75% του συνόλου. Δεδομένου όμως ότι τα προνομιούχα κοινωνικά  στρώματα ελέγχουν απόλυτα τα επίσημα ΜΜΕ, και έμμεσα ακόμη και κάποια από τα εναλλακτικά, έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την εκλογική ατζέντα και να αποπροσανατολίζουν ακόμη και κοινωνικά στρώματα από εκείνα που ιδιαίτερα υποφέρουν σήμερα, και είναι σίγουρο ότι θα υποστούν για δεκαετίες, ακόμη χειρότερες συνέπειες από την Βουλγαροποίηση των εισοδημάτων και την Κινεζοποίηση των εργασιακών σχέσεων, καθώς και το ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας που επιβάλλει η τρόικα. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποπροσανατολίσουν τα λαϊκά στρώματα προσελκύοντας πάλι ψήφους από τους  μικροαστούς, τους αυτο-απασχολούμενους κ.λπ.: από την ανάδειξη της μετανάστευσης στην Ελλάδα ως βασικής αιτίας της κρίσης, καλλιεργώντας στη διαδικασία και ρατσιστικές τάσεις, μέχρι την ανακήρυξη της διαφθοράς ως του κύριου στοιχείου της κρίσης, που υποτίθεται θα πατάξει τώρα η ελίτ με τη δίωξη παροπλισμένων πολιτικών τύπου Τσοχατζόπουλου ή κάποιων παρόμοιων ακίνδυνων πολιτικάντηδων στο μέλλον!

Είναι φανερό επομένως ότι ακόμη και αν το διακύβευμα των εκλογών ήταν μόνο «Ευρώ ή δραχμή», όπως το παρουσιάζουν τα κόμματα εξουσίας, τα ΜΜΕ κ.λπ. πάλι θα ήταν σημαντικές οι εκλογές αυτές, για τους λόγους που ανέπτυξα. Όμως οι εκλογές είναι κρίσιμες (από τη μεριά πάντα των ελίτ) και για ένα άλλο βασικό λόγο: ότι μόνο εάν σχηματιστεί κυβέρνηση που θα συνεχίσει τις πολιτικές του μονόδρομου, έστω και με κάποιες επουσιώδεις τροποποιήσεις των δανειακών συμβάσεων για να στηρίξουν τη νέα δανειακή κυβέρνηση και τα δεκανίκια του συστήματος στην Αριστερά (ΔΗΜΑΡ, Κοινωνική Συμμαχία, Οικολόγοι-Πράσινοι κ.λπ.) και στην δεξιά (ΛΑΟΣ κ.ά.) θα νομιμοποιηθεί τουλάχιστον εκ των υστέρων το συστημικό έγκλημα που διαπράχθηκε με τις δανειακές συμβάσεις, οι οποίες όχι μόνο οδηγούν στη μόνιμη φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του λαού και στην κατάργηση κάθε εθνικής και οικονομικής κυριαρχίας, αλλά και στο ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας. Και είναι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο που όσοι προτείνουν αποχή ειδικά για αυτές τις εκλογές λειτουργούν αντικειμενικά σαν συστημικά όργανα. Είναι δηλαδή ένα πράγμα να μην μετέχεις γενικά στις κοινοβουλευτικές εκλογές γιατί δεν δέχεσαι την κοινοβουλευτική «δημοκρατία», όπως είναι άλλωστε και η θέση της ΠΔ, και εντελώς άλλο να μην μετέχεις ειδικά στις συγκεκριμένες εκλογές, ακόμη και αν το διακύβευμα τους ήταν μόνο αυτό που περιέγραψα, εφόσον η συγκεκριμένη αποχή, στη πράξη, σημαίνει τη «νομιμοποίηση» του συστημικού εγκλήματος. Φυσικά, δεν μπορεί κανένας να ισχυριστεί ότι αυτοί που δεν ψηφίζουν ποτέ για λόγους αρχής θα λειτουργήσουν αντικειμενικά σαν συστημικά όργανα αν απόσχουν πάλι, και απόκειται στη συνείδηση τους η απόφαση για το εάν η κρισιμότητα των επικείμενων εκλογών δικαιολογεί την παραβίαση των αρχών τους ή όχι.

Όμως, το διακύβευμα των εκλογών αυτών είναι ακόμη κρισιμότερο από τη μεριά του Λαού. Στην πραγματικότητα, το διακύβευμα δεν είναι καν απλά, «Ευρώ ή δραχμή», αλλά «ΕΕ ή αυτοδύναμη οικονομία». Και η διαφορά μεταξύ των δύο είναι καθοριστική. Και αυτό, διότι το πρώτο, για τα λαϊκά στρώματα, είναι ένα ψευτοδίλημμα εφόσον είτε παραμείνουμε στην Ευρωζώνη είτε όχι, από τη στιγμή που συνεχίσουμε να παραμένουμε στην ΕΕ, όλες οι αιτίες που δημιούργησαν το Χρέος και την κρίση εξακολουθούν να παραμένουν και μάλιστα σε απείρως χειρότερες συνθήκες για τα λαϊκά στρώματα. Ακόμη και όλο το Χρέος να μας χάριζαν οι ελίτ, σε μερικά χρόνια θα είχαμε νέο δυσβάστακτο χρέος όσο η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει μη ανταγωνιστική. Και η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται απλά από το επίπεδο τιμών και μισθών, όπως βολεύει να λένε οι ελίτ και τα ΜΜΕ που ελέγχουν, αλλά και από την παραγωγικότητα, δηλαδή από τις επενδύσεις στην παραγωγική δομή. Όμως, το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ποτέ δεν πραγματοποίησε τις απαιτούμενες παραγωγικές επενδύσεις στη μεταπολεμική περίοδο[4] και φυσικά δεν πρόκειται να το κάνει ούτε στο μέλλον, ακόμη και αν Κινεζοποιηθεί όλο το εργατικό δυναμικό μας  (από άποψη εργασιακών συνθηκών), εφόσον η Ελλάδα δεν έχει τη παραγωγική υποδομή που είχε δημιουργήσει στη Κίνα η κομουνιστική επανάσταση. Με άλλα λόγια, στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς οι χώρες στην περιφέρεια/ ημιπεριφέρεια είναι καταδικασμένες να χάσουν κάθε ίχνος οικονομικής και εθνικής κυριαρχίας και οι λαοί τους, πέρα από τις ελίτ και κάποια προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, είναι καταδικασμένοι στη φτώχεια, τον εργασιακό Μεσαίωνα και την περιστασιακή ή μερική απασχόληση, ή εναλλακτικά τη μετανάστευση, όταν ανακάμψουν οι χώρες του κέντρου. Η συνθήκη άλλωστε του Μάαστριχτ και αυτές που την ακολούθησαν ακριβώς θεσμοποίησαν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία αυτών των συνθηκών.

Αυτό σημαίνει ότι αν δεν δημιουργηθούν οι δυνάμεις για ένα Μέτωπο[5] με στόχο την άμεση μονομερή έξοδο από την ΕΕ και την οικονομική αυτοδυναμία που θα θέσει και τις βάσεις για μια οικονομία πραγματικά ελεγχόμενη από τον Λαό και όχι από τις ελίτ, με μορφή την οποία θα αποφασίσει ο λαός σε ένα δεύτερο στάδιο, τότε η οριστική οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων που θα σημάνει η νομιμοποίηση του συστημικού εγκλήματος θα είναι μη αναστρέψιμη. Επομένως δεν αρκεί να καταψηφιστούν τα κόμματα εξουσίας και τα δεκανίκια τους.

Όμως, εδώ θα πρέπει να κάνουμε τη σημαντική διάκριση μεταξύ συστημικών και μη συστημικών κομμάτων και παρατάξεων, μια θεμελιακή διάκριση  που είναι ιδιαίτερα σημαντική στις εκλογές αυτές, όπου, σε σημαντικό βαθμό, κρίνεται η μακροπρόθεσμη επιβίωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στον τόπο μας, και όχι απλά το αν θα επικρατήσουν μνημονιακές ή αντιμνημονιακές δυνάμεις όπως ισχυρίζεται η ρεφορμιστική «Αριστερά»   – επιλογή που αποτελεί άλλη μια φενάκη. Και αυτό, διότι στην πραγματικότητα κανένα κόμμα δεν μπορεί να εφαρμόσει στην εξουσία πραγματικά διαφορετικές πολιτικές από αυτές που δεσμεύθηκαν να εφαρμόσουν τα κόμματα εξουσίας, εφόσον δεν επιτύχει πρώτα την μονομερή έξοδο, όχι απλά από την Ευρωζώνη, όπως παραπλανητικά υποστηρίζει ένα τμήμα της δήθεν αντισυστημικής Αριστεράς  (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΛΕ κ.λπ.), αλλά από την ίδια την ΕΕ, και ό,τι αυτό συνεπάγεται από άποψη συμπληρωματικών πολιτικών[6]. Άλλωστε έξω από την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθούμε έτσι και αλλιώς σύντομα χάρη σε απόφαση των ελίτ, όπως ανέφερα παραπάνω, όπως άλλωστε είχαμε και «κούρεμα του Χρέους» από τις ίδιες ελίτ (άλλο παλαιότερο αίτημα της ίδιας Αριστεράς!). Και τα ίδια βέβαια ισχύουν και για την «πατριωτική» Αριστερά (ΕΠΑΜ κ.λπ.) που επίσης δεν θέτει θέμα εξόδου από την ΕΕ. Και, φυσικά, έξοδος από την ΕΕ δεν σημαίνει έξοδο από την Ευρώπη, όπως υποστηρίζουν οι λακέδες του κεφαλαίου επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά απλά έξοδο από την Ευρώπη των ελίτ, για μια νέα Ευρώπη των Λαών.

Είναι δηλαδή η θέση ενός κόμματος ή οργάνωσης απέναντι στην ίδια την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, (που είναι το κύριο μέσο για την ενσωμάτωσή της στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς), αυτό που καθορίζει αποφασιστικά την ενσωμάτωση ενός κόμματος ή οργάνωσης στις συστημικές δυνάμεις ή όχι. Η μη θέση επομένως θέματος άμεσης εξόδου από την ΕΕ, με στόχο τη δημιουργία των βάσεων οικονομικής αυτοδυναμίας (που είναι ο μόνος τρόπος απεμπλοκής μας από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση), τη στιγμή που βλέπουμε να συντελείται  μπροστά στα μάτια μας η εντεινόμενη εξαθλίωση της πλειοψηφίας του λαού και η μετατροπή της χώρας σε μόνιμο προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, είναι αυτόχρημα εγκληματική, και έτσι θα κριθεί από την Ιστορία.-

 

Σημείωση: Το άρθρο αυτό αποτελεί προδημοσίευση του υπό έκδοση ειδικού τεύχους του περιοδικού Περιεκτική Δημοκρατία (κυκλοφορεί τέλος Απριλίου)

 

[1] Rupert Neate, "Crisis, what crisis? In Greece's Chelsea they are still enjoying a life of luxury", The Observer, 11/3/2012

[2] βλ. Τάκης Φωτόπουλος, Εξαρτημένη Ανάπτυξη: η Ελληνική περίπτωση, (Εξάντας, 1987)

[3] Τάκης Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, (Γόρδιος, Νοέμβρης 2010)

[4] Εξαρτημένη Ανάπτυξη, ο.π. κεφ. Γ3

[5] Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία, Έκκληση για ένα νεο Μέτωπο Κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης, (Νοέμβρης 2011) http://www.inclusivedemocracy.org/brochures/2011.11.13__neo_ethniko_koinoniko_metopo_extented.html

[6] στο ίδιο

 

ΠΗΓΗ: Περιεκτική Δημοκρατία, Ειδικό Τεύχος (Άνοιξη 2012) [υπό έκδοση], Tρίτη, 17 Απρίλη 2012, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2012/2012_04_17.html

 

Ας έχουμε πολύ δρόμο ακόμα του Γιάννη Ποτ.

Ας έχουμε πολύ δρόμο ακόμα

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


Η Πόλις εάλω

          γέμισαν ρωγμές τα κάστρα

Η αδικία εδραιώθηκε

Όταν στ' αστέρι του βοριά

                   λοξοδρόμησε ο καιρός

Έτσι το άδικο γιγαντώνεται  

              μες τον καθρεπτισμό του

Όταν λογχίζεται η απόγνωση

       στους μιναρέδες της Ανατολής

Όταν ματώνει το μισο – φεγγάρι

                                     στις οάσεις

Ας τραγουδάει ο μουεζίνης

                                        νοσταλγία

Τότε είναι που φέρνει ο Λίβας

                        μυρουδιά πολέμου

να ξεσκαλώνει το γρανάζι της

                                         η Ιστορία

Αφού για να γυρίσει ο τροχός

                                 σε αισιοδοξία

πρέπει να βυζάξουμε

             της απόγνωσης

                                      την ομορφιά

 

Ας βγούμε επιτέλους απ' το λιμάνι,

                                          στ' ανοιχτά

ας αναπνεύσουμε την τρικυμία

Με κομμάτια μοναξιάς δεμένο

ας πετάξουμε τον χαρταετό μας

να δούμε από ψηλά,

όσα κρύβει ο ορίζοντας

       απ' την κοντόθωρη ματιά μας

 

Κι' ας έχουμε πολύ δρόμο ακόμα

Μόνο έτσι

   ανεμοπόδαροι θα διαβούμε

                                      την ερήμωση

 

                            25 Δεκεμβρίου 2011, Γιάννης Ποταμιάνος

Υπερκαταναλωτισμός: ανώτατη ωνιομανία…

Υπερκαταναλωτισμός το ανώτατο στάδιο της ωνιομανίας

 

Του Βασίλη Μακρή

 

Η αφορμή για να γραφούν οι παρακάτω γραμμές, πάρθηκε από ένα άρθρο σε κυριακάτικη εφημερίδα υπό τον τίτλο  «Έσπασε όλα τα ρεκόρ η κινητή τηλεφωνία στην Ελλάδα». Μέσα λοιπόν στo άρθρο αυτό μεταξύ των άλλων, τονίζονταν επί λέξει τα εξής  «Παρ' ότι έχει φθάσει στα ανώτερα επίπεδα ωρίμανσης, η αγορά της κινητής τηλεφωνίας συνεχίζει να αναπτύσσεται και να αποσπά κομμάτια της αγοράς σταθερής τηλεφωνίας. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν στη χώρα μας όσον αφορά τη διάδοση της κινητής τηλεφωνίας είναι εντυπωσιακά, καθώς όπως δείχνουν τα στοιχεία οι Έλληνες έχουν σπάσει όλα τα ρεκόρ διαθέτοντας πάνω από 17 εκατομμύρια συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας. Ο συνολικός αριθμός των γραμμών που εξυπηρετούσαν οι τρεις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας στο τέλος Ιουνίου άγγιξε τα 17,3 εκατομμύρια με αποτέλεσμα το ονομαστικό ποσοστό διείσδυσης στη χώρα μας να φθάνει στο 157,7% ».

Είναι όντως εντυπωσιακά στοιχεία, αδιάψευστα, παραστατικά και αποτυπώνοντας μιαν αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: ότι οι νεοέλληνες έχουν προσφέρει τον εαυτό τους δέσμιο στην μέγγενη του υπερκατανατωλωτισμού. Πρόκειται για ένα φαινόμενο (όχι μόνο κοινωνικό), που έχει κυρίως πνευματικές αφετηρίες.

Είναι φανερό ότι κατά την διάρκεια  της τελευταίας τριακονταετίας και η χώρα μας έχει εισέλθει στην φάση του μαζικού καταναλωτισμού. Όλα έχουν γίνει πλέον μαζικά: Η παιδεία, η συγκοινωνία, οι μεταφορές, η κουλτούρα, η ενημέρωση και τόσοι άλλοι τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας χαρακτηρίζονται από τη μαζικότητα.. Μάλιστα πολλοί μιλούν και για μαζικούς χώρους. Βρισκόμαστε σε μια όξυνση αυτού του φαινομένου, αφού πια δεν υπάρχει τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας στον οποίον να μην υπεισέρχεται (υπό την έννοια του δέκτη)  η μαζική κοινωνία. Αυτά αναφέρονται ως περιγραφή του φαινομένου αυτού και δεν κρίνεται σκόπιμο να δοθεί έκταση σ' αυτό μια και άλλος είναι ο στόχος της παρέμβασης αυτής.

Οι άνθρωποι προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους σε βασικά αγαθά, κάνουν ένα στοιχειώδη σχεδιασμό και προβαίνουν σε αγορά των προς αναπλήρωση προϊόντων. Πολλές φορές όμως η προμήθεια και αγορά των απαραίτητων υλικών για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών εξαλλοιώνεται σε έμμονη ιδέα, με αποτέλεσμα να αυτονομείται η ίδια η διαδικασία της απόκτησης αγαθών, από το πραγματικό ερώτημα: το έχει ανάγκη ο καταναλωτής το προϊόν αυτό; Όταν αυτή διαδικασία λαμβάνει χώρα κατ' εξακολούθηση και δεν καθίσταται δυνατή η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε πιο πάνω, τότε είναι φανερό και πασίδηλο ότι από μια κάλυψη και ικανοποίηση βασικών και στοιχειωδών αναγκών, έχουμε μετάπτωση σε υποσυνείδητη ενέργεια αναπλήρωσης ανικανοποίητων ψυχικών κενών με υλικά αγαθά, που υπέχουν συμβολική σημασία και όχι μόνον. Το αγοραζόμενο προϊόν δίνει μια αίσθηση πληρότητας, εισάγει σε μια νέα «ανακαινίζουσα» ατμόσφαιρα συμβολικών παραστάσεων,  προσδίδει μια αίσθηση μοναδικότητας στον κάτοχό του και όλα αυτά με μια προσωρινή χρονική εμβέλεια. Ο κύκλος γρήγορα περατώνεται, τόσο λόγω της φθοροποιού παλαίωσης του προϊόντος που αγοράστηκε, αλλά και επειδή δύσκολα η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να βρει ανάπαυση σε τέτοιες ψευδεπίγραφες υποσχέσεις χαράς και ευχαρίστησης.

Σήμερα όλο και πιο πολλοί άνθρωποι νιώθουν μιαν ακατανίκητη επιθυμία να αγοράσουν έναντι οιουδήποτε τιμήματος ο,τιδήποτε κεντρίζει το εξαγορασμένο ενδιαφέρον τους, έστω και εάν το επιθυμούμενο προϊόν δεν τους είναι απαραίτητο. Δεν πρόκειται εδώ για μια πράξη αγοράς ενός αντικειμένου που μπορεί να έχει αισθητική, συναισθηματική αξία. Αυτό είναι κατανοητό και μάλιστα δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προαναφερθέντων. Πρόκειται για μια νέου τύπου καταναλωτική συμπεριφορά που υποκύπτει σε «ασυμπίεστες» αγοραστικές ροπές και «ακατανίκητες» καταναλωτικές επιθυμίες. Ο υπερκαταναλωτισμός καθιστά έρμαιο της φθοροποιού κλειστότητάς του, τον αγοραστή και τον εξαλλοιώνει σε τυφλό όργανο του διαφημιστικού βομβαρδισμού. Ο υπερκαταναλωτής αλλοτριωμένος από τις ψευδεπίγραφες υποσχέσεις που κομίζουν νεωτερισμό, ανακαίνιση, πληρότητα, μοναδικότητα, υπεροχή έναντι των άλλων (γιατί όχι και εκμηδενισμό τους;….), ασμένως σπεύδει στους σύγχρονους «ναούς» της υπερκατανάλωσης (τα μεγάλα εμπορικά κέντρα), συνωστίζεται, και «ευτυχισμένος» αγοράζει το ποθούμενο. Μπορεί να πει κανείς διακινδυνεύοντας μιαν υπερβολή, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αγοράζει τα προϊόντα της καταναλωτικής του βουλιμίας, αλλά το αντίθετο: Τα προϊόντα τον «έχουν»  ή μάλλον τον «κατέχουν» και φθάνει να γίνει ό,τι αγοράζει. Σήμερα ο άνθρωπος των δυτικών κυρίως κοινωνιών «τρέπεται» σε αυτά που με αδήριτη βουλιμία υπερκαταναλώνει.

Είναι φανερό ότι όλο και περισσότερα άτομα καταφεύγουν στην υπερκατανάλωση όχι για να διακονήσουν κάποιες βασικές ανάγκες τους, αλλά για να βρουν «ανακούφιση» και «παρηγοριά» στα ακανθώδη προσωπικά τους προβλήματα. Χρησιμοποιούν την  «αγοραθεραπεία» (shopping therapy) ως καταπραϋντικό της όξυνσης των προβλημάτων τους και ως αναισθητικό για να ξεχάσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζει η κενότητα του εαυτού τους. Χρησιμοποιούν το shopping therapy σαν μέσο υπέρβασης καταθλιπτικών αισθημάτων. Η κατάθλιψη, η μοναξιά, η έλλειψη αυτοεκτίμησης, είναι το «εύφλεκτο» υλικό για το προσάναμμα  της καταναλωτικής βουλιμίας. Η αγορά και των πιο άχρηστων προϊόντων προσδίδει προσωρινή χαρά και πληρότητα. Ο μοντέρνος άνθρωπος εξατομικευμένος στη σύγχρονη αλλοτρίωσή του, γίνεται βορά της διαφημιστικής θήρας και υποκύπτει στη καταναλωτική εξάρτηση. Με άλλα λόγια ο μοντέρνος υπερκαταναλωτής πάσχει τα ώνια, και υποφέρει τρόπον τινά από την ωνιοπάθεια και την ωνιομανία. Ο ωνιομανής και ωνιοπαθής άνθρωπος υποφέρει και δεν αναπαύεται σχεδόν ποτέ, αφού ποτέ δεν μπορεί να απαλλαγεί από το καταναλωτικό του σύνδρομο. Όταν μάλιστα δεν καθίσταται δυνατόν να ικανοποιηθούν οι καταναλωτικές ορέξεις τους αισθάνεται άσχημα και αυτό εκδηλώνεται με νευρικότητα, πονοκεφάλους, ναυτία κ.λπ.

Μια άλλη βασική αιτία για την εξήγηση του φαινομένου αυτού είναι ότι ο σύγχρονος άνθρωπος όντας ευάλωτος και ανεπαρκής, έχει την τάση και την ροπή να υποκαθιστά την ουσιαστική ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και ανθρώπινη επικοινωνία, με υλικά αντικείμενα, αφού αυτά ούτε τον στενοχωρούν, ούτε τον δυσαρεστούν, αλλά ούτε και τον απογοητεύουν. (όπως συνήθως συμβαίνει στις ανθρώπινες «σχέσεις»).

Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία ιδίως η εμφάνιση των γιγάντιων εμπορικών κέντρων έχει πολλαπλασιαστεί. Σαν μανιτάρια πια ορθώνονται (και συνήθως με μια τρομακτική ακαλαισθησία) όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της πατρίδας μας. Μάλιστα οργανώνονται και ειδικές εκδρομές πρόσχαρων αγοραστών από την επαρχία, με προορισμό γνωστότατο «ναό» υπερκατανάλωσης. Φθάσαμε μάλιστα στο σημείο να γίνονται σχολικές εκδρομές στο προαναφερθέν  εμπορικό κέντρο με …. βασικό σκοπό να ξεσαλώσουν τα παιδιά και «διαπαιδαγωγηθούν» στην λαμπερή ατμόσφαιρά του. Και όλα αυτά μάλιστα τη στιγμή κατά την οποία η παιδεία που προσφέρεται στα παιδιά μας και ολίγιστη είναι και πενιχρή είναι και ανεπαρκέστατη, αφού νεοπαγής στόχος είναι «να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για να περνούν καλά».

Πόσο μακριά νυχτωμένοι είμαστε αλήθεια για το τι πραγματικά μας συμβαίνει και για το τι τεράστιο μέγεθος ευθύνης έχουμε για αυτή μας την άγνοια. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα φθάνει στο σημείο «να εκπλήσσεται από την επίνοια των περιττών αναγκών»  (Προς τους πλουτούντας). Δεν υπάρχει πιο ριζική τοποθέτηση και πρόταση ΖΩΗΣ από αυτή που επαγγέλλεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσω του Ευαγγελίου και του Χριστού. Η πρόταση της Εκκλησίας είναι ανοικτή και έγκειται σε μας να καταλάβουμε ότι θέλει να μας δώσει εφόδια, ώθηση και δύναμη να απεξαρτηθούμε πρώτα από τον κοσμοποιημένο και αλλοτριωμένο εαυτό μας αλλά και από αυτόν τον κόσμο που μας περιβάλλει και κατά βάση να μας σώσει από τις ψευδεπίγραφες εξαγγελίες του. Αλήθεια μόνο στην Ευρώπη και στην Αμερική πλήττουν οι άνθρωποι και σπεύδουν περιχαρείς στην καταναλωτική φρενίτιδα κατά την διάρκεια της Χριστουγεννιάτικης περιόδου και όχι μόνον; Νομίζω ότι και στην πατρίδα μας εδώ και κάποια χρόνια έχουμε ασπαστεί και εμείς στον μιμητικό κακέκτυπό τους.

 

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 07 Απρίλιος 2012, Αντίφωνο

 

Η κρίση του ανθρωπισμού

Η κρίση του ανθρωπισμού

 

Nικολάου Μπερντιά(γι)εφ*

 

 

Ἡ κατάφαση τῆς ἀνθρώπινης ἀτομικότητας προϋποθέτει τήν συνείδηση τοῦ δεσμοῦ πού συνδέει τόν ἄνθρωπο μέ  μία ἀνώτερη θεϊκή ἀρχή. Καί ἀφοῦ τό πρόσωπο  δέν θέλει νά ἀναγνωρίσει τίποτε ἔξω ἀπό αὐτήν, κονιορτοποιεῖται κατά κάποιο τρόπο καί ὑποκύπτει στήν ὁρμητικότητα τῶν κατώτερων στοιχείων τῶν ὁποίων αὐτό ἔχει γίνει βορά. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, παύει νά αἰσθάνεται ὅτι ζεῖ, ἐφόσον δέν ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη τοῦ μή-ἐγώ του καί ἀρνεῖται αὐτό πού εἶναι ἀναγκαῖο γιά νά παραμείνει μία ἀτομικότητα, τήν πραγματικότητα ὄχι μόνον τῶν ἄλλων προσώπων, ἀλλά καί τοῦ θεϊκοῦ ὄντος.

Πράγματι ἡ αὐτοκατάφαση πού δέν γνωρίζει ὅρια καί δέν ἀποδέχεται τίποτε πάνω ἀπό τήν ἴδια καί ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἐμπόδιο στόν ἀνθρωπισμό, ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν καταστροφή, διότι αὐτός, ἀρνούμενος ὅλες τίς ἀρχές, παύει νά ἔχει αὐτογνωσία καί εἶναι ὑποχρεωμένος νά ὑποτάσσεται σέ ὑπάνθρωπες καί ὄχι ὑπεράνθρωπες ἀρχές. Σ' αὐτό τό ἀποτέλεσμα ἔχουν φθάσει, ὕστερα ἀπό μία μακρά πορεία, ὁ ἀνθρωπισμός καί ἡ σύγχρονη ἱστορία. Ἕνας ἀτομικισμός, πού δέν γνωρίζει ὅρια καί πού δέν ὑποτάσσεται σε τίποτε, κλονίζει τήν ἀτομικότητα καί προξενεῖ τήν καταστροφή

Ἡ πρόσφατη περίοδος τῆς σύγχρονης ἱστορίας παρουσιάζει τήν μυστηριώδη τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης μοίρας. Ἀπό τήν μιά, βλέπουμε τήν ἐμφάνιση τῆς ἔννοιας τῆς ἀτομικότητας πού εἰσάγει στόν πολιτισμό τοῦ ἀνθρώπου ἕνα ἄγνωστο στοιχεῖο τῆς προηγούμενης ἐποχῆς ἀλλά, ἀπό τήν ἄλλη, διαπιστώνουμε ἕναν κλονισμό τῆς ἀτομικότητας σέ πρωτόγνωρο βαθμό. Αὐτό, λοιπόν, εἶναι τό πραγματικό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀνθρωπιστικοῦprocessusτῆς ἱστορίας ὁ ἀνθρωπισμός μεταμορφώνεται σέ ἀντιανθρωπισμό.

Γιά νά δώσουμε μιά πιό συγκεκριμένη ἰδέα αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς θά μιλήσουμε γιά δύο διανοητές τοῦ 19ου αἰ., ἀνθρώπους ἀντικρουόμενης ἰδιοφυΐας, ἐκπροσώπους δύο διαφορετικῶν πνευματικῶν ρευμάτων, σχεδόν ἐχθρικῶν, ἀλλά τῶν ὁποίων ἡ ἐπίδραση ἦταν μεγάλη στήν ἐξέλιξη τῆς μοίρας τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ πρῶτος ὑπερτόνισε τήν ἔννοια τῆς ἀτομικότητας στό πλαίσιο τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ, ἐνῶ ὁ δεύτερος ἐπέδρασε στίς ἀνθρώπινες μάζες, στό κοινωνικό περιβάλλον. Ἀναφέρομαι στόν Fr. Nietzsche καί στόν K. Marx. Αὐτά τά δύο πνεύματα, πού δέν συναντήθηκαν ποτέ, δείχνουν τό πέρασμα στόν ἀντιανθρωπισμό. Καί στούς δύο ἡ ἀνθρώπινη αὐτοκατάφαση καθίσταται ἡ ἄρνηση τῆς εἰκόνας τοῦ ἀνθρώπου. Ὡστόσο, μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο διαμετρικῶς ἀντίθετων ρευμάτων ὑπάρχει μία τυπική ὁμοιότητα: τό καθένα ἀντιπροσωπεύει τό τέλος μιᾶς περιόδου ἀνανεώσεως τῆς ἱστορίας. Ἔχουμε ἐνώπιόν μας δύο τρόπους μετασχηματισμοῦ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ σέ ἀντιανθρωπισμό, δύο μορφές αὐτοκαταστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου.

 

* (Η μετάφραση έγινε από τον Δημήτρη Μπαλτά και είχε δημοσιευθεί στην ''Ευθύνη'', τχ 421, 2007).

 

ΠΗΓΗ: Aντίφωνο

Τι είναι η [οικονομική] κρίση; Και πως …

Τι είναι η [οικονομική] κρίση; Και πως γλυτώνουμε;

 

Του Δ. Καλιαμπάκου

 

 

«Το κεφάλαιο τρομάζει όταν έλθει αντιμέτωπο με την ανυπαρξία κερδών, όπως ακριβώς τρομάζει η Φύση μπροστά στο κενό. Με την προοπτική κάποιων κερδών ξυπνάει από το λήθαργό του, με κέρδος 20% ζωντανεύει, με 50% γίνεται θετικά παράτολμο, με 100% λειώνει κάτω από το πόδι του όλους τους ανθρώπινους νόμους και με 300% δεν υπάρχει εγκληματική ενέργεια που να μην ρισκάρει – ακόμη και με τον κίνδυνο να οδηγηθεί στην γκιλοτίνα

Κ. Μάρξ – «Κεφάλαιο»

Δεν είναι άδικα ένα από τα πλέον δημοφιλή «τσιτάτα» του Μαρξ. Περιγράφει με εξαιρετική σαφήνεια  τη συμπεριφορά του κεφαλαίου. Αυτό που είναι πράγματι θαυμαστό είναι η διαχρονική του αξία. Σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια μετά, ακόμα και τα ποσοστά που αναφέρονται είναι πολύ κοντά στη σημερινή πραγματικότητα. Το απόσπασμα αυτό είναι πολύ χρήσιμο για να υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχουν όρια (θεσμικά ή ακόμη και ηθικά) που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τη δράση του κεφαλαίου εντός «κάποιων εύλογων πλαισίων». Αλλά στο άρθρο αυτό θα μιλήσουμε πιο αναλυτικά για την πρώτη πρόταση του αποσπάσματος.  Την κρίση, τον πανικό που προκαλεί, τις συνέπειες που έχει.

Θα προσπαθήσω να περιγράψω τις αιτίες τις κρίσεις με τρόπο απλό, χωρίς υπερβολικές πληροφορίες  που αντί να φωτίζουν μπερδεύουν τα πράγματα. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

Η τυφλή παραγωγή

 

Όλες οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν ένα θεμελιώδες οικονομικό πρόβλημα. Οι ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν είναι πολύ περισσότερες από τα μέσα που υπάρχουν για την ικανοποίησή τους. Και μη σας φαίνεται υπερβολικό, έχοντας στο μυαλό σας τις χιλιάδες άχρηστες και καλλιεργημένες ανάγκες από ένα ανούσιο και κενό περιεχομένου καταναλωτικό πρότυπο ζωής. Αρκεί να πούμε αν σήμερα ο παγκόσμιος πλούτος μοιράζονταν ισόποσα στους κατοίκους του πλανήτη, δύσκολα θα πιάναμε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Το κατά κεφαλήν εισόδημα θα ήταν κοντά στις 9.000 $, σαν αυτό του Μεξικού, ας πούμε. Απλά σήμερα δισεκατομμύρια ζουν  κυριολεκτικά σε κτηνώδεις συνθήκες (η «κραταιά» Κίνα, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, έχει μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της κάτω από 4000 $ το χρόνο)  για να ζει ένα μικρό ποσοστό καλύτερα, και το 1% σαν βασιλιάδες. «Απλά»…

Οι οικονομολόγοι λένε ότι αυτό το θεμελιώδες ερώτημα σπάει σε τρία άλλα ισοδύναμα ερωτήματα, που κάθε κοινωνικοοικονομικό σύστημα απαντάει με διαφορετικό τρόπο: «Τι θα παραχθεί», «πως θα παραχθεί» και «πως θα μοιραστεί αυτό που θα παραχθεί».

Ο καπιταλισμός παράγει με ανεξέλεγκτο τρόπο ότι ζητιέται, ότι «μυρίζει» κέρδος.  Έτσι, για παράδειγμα, αν μια αγορά (ας πούμε μια χώρα)  έχει ζήτηση για 100.000 σπίτια, εν ριπή οφθαλμού θα πέσουν πάνω στη ζήτηση αυτή διάφορες μερίδες του κεφαλαίου προσπαθώντας να αποσπάσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι. Ξέρουν το όριο των 100.000, αλλά είναι αδύνατον να συνεννοηθούν να το μοιράσουν, θα προσπαθήσουν να αποσπάσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι, ο καθένας για τον εαυτό του. Αποτέλεσμα αυτού είναι να κατασκευαστούν πολύ περισσότερα σπίτια από αυτά που μπορούν να πουληθούν. Ε, και τι έγινε. Μικρό το κακό.  Σταματάνε να ασχολούνται με τις κατασκευές, απολύουν κόσμο (γι αυτούς είναι αναλώσιμοι εξάλλου) και πέφτουν με τα μούτρα σε άλλο κλάδο, που  μοιάζει να υπόσχεται κέρδη. Αλλά αργά ή γρήγορα συμβαίνει πάλι το ίδιο. Και σιγά σιγά συμβαίνει κάτι χειρότερο. Επειδή το συνολικό ποσό των χρημάτων που έχουν στη διάθεσή τους οι εργαζόμενοι (ή καταναλωτές, αν προτιμάτε, εν προκειμένω), αρχίζει να εξαντλείται,  ολοένα και γρηγορότερα στερεύει η δυνατότητα επέκτασης σε άλλους τομείς που να συντηρεί και να επαυξάνει τα κέρδη. Και αρχίζουν να υπάρχουν πολλά εμπορεύματα απούλητα και τα ποσοστά κέρδους αρχίζουν να βυθίζονται. Και τότε η λέξη κρίση αρχίζει να σκιάζει τα πάντα. Αλλά  το κεφάλαιο είναι σαν το ποδήλατο. Αν δεν κινείται πέφτει.

 

Τα τρία άλματα

 

Το κεφάλαιο έχει τρεις, βασικά, δυνατότητες αντίδρασης. Η πρώτη αφορά στην επέκτασή του σε όλο τον κόσμο. Παγκοσμιοποίηση. Σκεφτείτε τη λαιμαργία που θα ένοιωσαν, για παράδειγμα, οι βασικοί μέτοχοι της Coca Cola ή της Pepsi Cola, όταν άνοιξε γι αυτούς η αγορά της Κίνας. Πάνω από 1 δις πιθανοί νέοι καταναλωτές! Είναι μετά, να μην ακουμπήσεις χρυσάφι στα πόδια του Γιάο Μιν, του κινέζου μπασκετμπολίστα του NBA, προκειμένου να εκμαυλίσεις την απέραντη κινεζική πιτσιρικαρία; Τι κι αν στη διατροφή τους δεν υπήρχε καν αναψυκτικό με ζάχαρη και τώρα θερίζονται από τη βίαιη αυτή αλλαγή στις διατροφικές τους συνήθειες;

Η δεύτερη έχει να κάνει με την επέκταση προς το μέλλον. Αφού εξαντλήθηκε η αγοραστική δύναμη του παρόντος, «ας φάμε» από το μέλλον. Δανεισμός, λοιπόν. Έτσι, για παράδειγμα, για να μπορέσει η Γερμανική αυτοβιομηχανία να συντηρεί και να αυξάνει τα κέρδη της, έπρεπε η Ελλάδα δανειζόμενη να περάσει από την εποχή του Yugo και του Ibiza, στην εποχή του AUDI και στην BMV.  Για να συντηρούνται και να μεγεθύνονται οι κατασκευαστικές  εταιρείες έπρεπε ο κόσμος να «αγοράζει» σπίτια με δάνειο, έχοντας την  ψευδαίσθηση ότι έχει δικό του σπίτι, ενώ στην πράξη ζούσε μια ζωή με προπληρωμένο νοίκι στην τράπεζα.

Υπάρχει και μια τρίτη μορφή ανακούφισης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Πιο βαθειάς, πιο έντονης. Αλλά όπως και με τα «σκληρά», με βαθύτερες συνέπειες. Είναι οι τεχνολογικές επαναστάσεις. Αυτές κάνουν την ανθρώπινη εργασία εξαιρετικά πιο παραγωγική και επομένως φτιάχνονται προϊόντα με χαμηλότερο κόστος και υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Για παράδειγμα, για μας που ζήσαμε την προ- ηλεκτρονική εποχή (όχι βαθειά στο παρελθόν αλλά ας πούμε στη δεκαετία του 80) ένα ρολόι που «πάει καλά», που βεβαίως έχανε ένα λεπτό την ημέρα, ήταν είδος πολυτελείας (παρεμπιπτόντως, οι μεγαλύτεροι θυμάστε τα περίφημα SFIKO, τις «μαϊμούδες» των SEIKO;). Σήμερα, ένα quartz ρολόι που δεν χάνει δευτερόλεπτο σε μια χρονιά το βρίσκεις στα γαριδάκια. Ήταν αποτέλεσμα μιας τεχνολογικής επανάστασης.  Ή, συγκρίνετε τι προσφέρει ένα αυτοκίνητο που μπορεί να αγοραστεί, ας πούμε με τους μισθούς ενός χρόνου, σήμερα (160 km/h τελική, κλιματισμό, αερόσακους κλπ.) . Περισσότερα από όσα ένα αυτοκίνητο που κόστιζε όσο ένα σπίτι στη δεκαετία του 70. Αλλά και αυτή η «ανακούφιση» είχε ως αποτέλεσμα να πέσουν στην αγορά εκατομμύρια προϊόντα που αδυνατούν να βρουν αγοραστές. Όλα αυτά μαζί τα λέμε «κρίση υπερσυσσώρευσης». Το σχήμα που παρουσιάζεται είναι απλουστευτικό. Στην πραγματικότητα οι διαδικασίες δεν είναι διαδοχικές στο χρόνο, συμπλέκονται, η παγκοσμιοποίηση εξυπηρετεί και τη μείωση του κόστους εκτός της επέκτασης των αγορών, η ταξική πάλη παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του φαινομένου κλπ. Αλλά η φύση του φαινομένου είναι αυτή που περιγράφτηκε.

 

Το μεγάλο σεισμικό γεγονός

 

Τέτοιες κρίσεις ο καπιταλισμός είναι αδύνατον να αποφύγει. Είναι εγγεγραμμένες στο DNA του. Και είναι σαν του σεισμούς, σε μια περιοχή που ξέρουμε ότι είναι σεισμογενής. Όσο περισσότερο καθυστερεί, τόσο περισσότερο σεισμική ενέργεια συσσωρεύεται, τόσο πιο δυνατός είναι ο επερχόμενος σεισμός. Καμιά φορά  μικρότεροι σεισμοί (μικρότερες κρίσεις) δίνουν παράταση χρόνου, εκτονώνουν ένα κομμάτι της ενέργειας που συσσωρεύεται αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το «μεγάλο σεισμικό γεγονός».

Εκεί βρισκόμαστε σήμερα. Η μεγάλη κρίση του 2008- 9 στην καρδιά του καπιταλισμού, στην Αμερική, έδειξε σε όλους ότι αυτό το «μεγάλο σεισμικό γεγονός» είναι εξαιρετικά κοντά, και κατά πάσα πιθανότητα, είναι αναπόφευκτο. Και όλοι προετοιμάζονται γι αυτό. Τα τρία μεγάλα άλματα: στο χώρο, στο χρόνο και στην ποιότητα (αυτό το λέμε και στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου) έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους, η παγκόσμια καπιταλιστική μηχανή αρχίζει να «μπουκώνει» ξανά, όλοι αρχίζουν να σκέφτονται να πάνε στο ταμείο για να κατοχυρώσουν τα κέρδη από το «πάρτυ», αλλά ξέρουν ότι αυτό είναι ήδη η αρχή του τέλους. Το «ταμείο» δεν επαρκεί για να ξεπληρώσει τις απίθανα μεγάλες «αξίες» που έχουν δημιουργηθεί. Έρχεται η ώρα η φούσκα να σκάσει.

Πως ξεπερνάει ο καπιταλισμός αυτές τις κρίσεις του; Δυστυχώς, με μια τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Πρέπει τα περιττά να «καούν», έτσι ώστε να γίνει επανεκκίνηση με ότι περισσεύει. Αλλά,  πρώτα απ΄ όλα, καίγεται η βασική παραγωγική δύναμη, η ανθρώπινη εργασία. Άνθρωποι πετιούνται στα αζήτητα της ανεργίας, όπως τα πορτοκάλια στις χωματερές αν είναι να συντηρηθούν τα επίπεδα κερδοφορίας. Είναι πραγματικά τραγικό, αν σκεφτεί κανείς πως  το πλεόνασμα αγαθών που θα μπορούσε να καλύψει κοινωνικές ανάγκες και να κάνει τον κόσμο κατά τι καλύτερο είναι η αιτία που τον σπρώχνει βαθειά στην καταστροφή. Η οποία μπορεί να πάρει ακόμη και την απεχθέστερη μορφή, τον πόλεμο. Σήμερα, πολλοί συμφωνούν ότι η κρίση του 29-30 δεν ξεπεράστηκε οριστικά, παρά μέσω του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά, με ρίγος κανείς συλλογίζεται τι σύστημα είναι αυτό που το «γιατρικό» μιας οικονομικής του κρίση απαιτεί τη «ανθρωποθυσία» δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων; Ακούγεται εφιαλτικό, αλλά ο στρουθοκαμηλισμός ποτέ δεν είναι λύση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε τρεις σημαντικές επισημάνσεις για την κρίση.

 

Η τρίτη έχει και τις σημαντικότερες συνέπειες.

 

Η κρίση δεν καταστρέφει ισόποσα μεγάλους και μικρούς. Δεν χάνουν όλοι και δεν χάνουν αναλογικά με το τι έχουν. Αντίθετα, ο μεγάλος πόλεμος γίνεται για το πώς θα κατανεμηθούν τα αποτελέσματά της. Και πρόκειται κυριολεκτικά για αμείλικτο πόλεμο. Αυτοί που έχουν βγάλει τα εκατομμύριά τους έξω, αυτοί που έχουν εξασφαλίσει του δικούς τους κάμποσων γενεών, είναι αυτοί που παίρνουν αποφάσεις  που μειώνουν τον μισθό από 600 Ευρώ στα 500. Και από κει, με κρύο αίμα, ακόμα πιο χαμηλά.

Δεύτερον, η κρίση είναι μια μεγάλη ευκαιρία ανακατανομής του πλούτου. Στην κατοχή, για δυο τενεκέδες λάδι ο κόσμος έχανε το σπίτι του ή το χωράφι του. Αυτοί που βρέθηκαν στην κρίση με λεφτά είχαν  μια  χρυσή ευκαιρία να τα πολλαπλασιάσουν εξαφανίζοντας τους αδύναμους ή ακόμη και τους λιγότερο δυνατούς.

 

Η ΕΕ θεμελιώδης αιτία της κρίσης

 

Αλλά, φυσιολογικά κανείς θα αναρωτηθεί. Που είναι αυτή τεράστια κρίση σε όλο τον κόσμο; Δεν τη βλέπουμε. Αυτό που βλέπουμε να καταρρέει είναι η Ελλάδα. Εδώ είναι ο ειδικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η κρίση οξύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των  τριών μεγάλων καπιταλιστικών πόλων (ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα). Η άρχουσα τάξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση βλέποντας το τσουνάμι της κρίσης να πλησιάζει έχει αποφασίσει ότι δεν μπορεί να αντέξει τον ανταγωνισμό αν διατηρηθεί το επίπεδο ζωής που έχουν κατακτήσει οι εργαζόμενοί της. Και επιχειρεί μια ιστορική ανατροπή: την «κινεζοποίηση» της Ευρώπης. Και εκτελεί στην Ελλάδα ένα πείραμα: πόσο χαμηλά μπορεί να συμπιεσθεί το επίπεδο ζωής εντός της Ευρώπης. Το αποτέλεσμα ήδη έχει ανακοινωθεί ότι θα αποτελέσει τον οδηγό για ολόκληρη την Ευρώπη.

Έτσι, λοιπόν, δυο είναι οι βασικοί παράγοντες που χτύπησαν την Ελλάδα. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που κάθε άλλο παρά απομακρύνθηκε. Απεναντίας, τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στην Ελλάδα ακριβώς γιατί παίζει το ρόλο του «καναρινιού στο μεταλλείο» (αν πεθάνει σημαίνει ότι το περιβάλλον είναι τοξικό για όλους, ανεξάρτητα αν το νοιώθουν). Και, δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Ένωση που ξεκίνησε ένα ξεκλήρισμα δικαιωμάτων και κατακτήσεων ενός αιώνα. Αυτός, μάλιστα, ο παράγοντας είναι πιο ορατός και άμεσος.

 

Και τώρα τι κάνουμε; (Τι είναι αυτό που λείπει…)

 

Είναι θέμα πολιτικού ρεαλισμού να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια καπιταλιστική κρίση που το ξεπέρασμά της προς όφελος των πολλών απαιτεί αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ο στρουθοκαμηλισμός, όπως είπαμε, δε βοηθά. Έγκαιρα πρέπει να καταλάβουμε ποια είναι η ουσία του προβλήματος και να προετοιμαστούμε κατάλληλα. Δεν είναι θέμα πως θα το ονομάσουμε εμείς, το θέμα είναι τι πραγματικά είναι. Αν, για παράδειγμα, ταρακουνιέται συθέμελα το σύστημα και απειλεί να μας παρασύρει στα τάρταρα της κοινωνικής αδικίας ή ακόμα, χειρότερα, του πολέμου, μόνο η έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων αλλά και των ευκαιριών που γεννώνται και, κυρίως, ο έγκαιρος εντοπισμός των ευάλωτων σημείων της απέναντι πλευράς μας σώζει. 

Αυτό δε σημαίνει πληθωρισμός αντικαπιταλιστικής φρασεολογίας ή ακόμη χειρότερα συνθηματολογική πλειοδοσία. Ούτε τοποθέτηση «προαπαιτούμενων». Απεναντίας, όποιος είναι βαθειά πεισμένος ότι η τρέχουσα σύγκρουση οδηγεί προς τα όρια του συστήματος, κάνει ότι μπορεί για να πείσει και τους υπόλοιπους έγκαιρα γι αυτό  αλλά ξέρει και να εμπιστεύεται την ταχύτατη πολιτική εμπειρία που κατακτά ο αγωνιζόμενος κόσμος στις στιγμές της οξύτατης πολιτικής πάλης.

Πάμε τώρα στο θέμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προσωπικά, πιστεύω πως για να έχει πιθανότητες επιτυχίας ένα πείραμα μιας άλλου τύπου συγκρότησης  της κοινωνίας θα πρέπει να γίνει σε περιφερειακό επίπεδο. Τουλάχιστον. Και με συναρπάζει η ιδέα μιας κοινής απόπειρας με άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, ειδικά της Νότιας Ευρώπης. Η  πολιτική τους εμπειρία, οι εγγεγραμμένες στη συλλογική τους συνείδηση απόπειρες στο παρελθόν, η κάποια πολιτική και ιδεολογική κινητικότητα και φρεσκάδα που τους διακρίνει (αν και κάποιοι θα επιμείνουν στη μακρά και βαθειά διαδικασία αφομοίωσης και ενσωμάτωσής τους στο σύστημα) τους κάνει ελκυστικούς συνοδοιπόρους σε μια πορεία προς τα μπρος.

Αλλά είναι δυνατόν μια τέτοια πρόθεση να μπερδεύεται με τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση; Η Ευρωπαϊκή Ένωση φτιάχτηκε για να εξασφαλίσει βασικά στην γερμανική άρχουσα τάξη (ως επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων) το μέγεθος που χρειάζονταν για να αναδειχθεί σε παγκόσμιο πόλο, θα διαρκέσει όσο εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν τον στόχο και θα διαλυθεί πολύ πριν εξυπηρετήσει οποιαδήποτε κίνηση αμφισβήτησης της ηγεμονίας της, οποιαδήποτε κίνηση εξυπηρετεί την αντίθετη κατεύθυνση. Εδώ κινδυνεύει να διαλυθεί για ήσσονος σημασίας λόγους και να δώσει τη θέση της σε εθνικισμούς παλιού τύπου, στη βάση της λογικής «ο σώζων  εαυτόν σωθήτω», και περιμένουμε εμείς να διαβρωθεί ακίνητη μέχρι να εξυπηρετήσει ακριβώς το αντίθετο για το οποίο φτιάχτηκε; Αλλά και πάλι, ας υποθέσουμε ότι ορισμένοι ποντάρουν ακόμη σε αυτή την πιθανότητα: Εδώ η ίδια η ΕΕ έχει σχεδιάσει δεκάδες σενάρια για την αποπομπή μας, εμείς θα συνεχίζουμε να εξετάζουμε σενάρια μόνο στο εσωτερικό της;

Αλλά δεν πιστεύω, και το λέω για μια ακόμη φορά, ότι οι μεγάλες διαφορές στις αντιλήψεις μας, που και βέβαια υπάρχουν, ευθύνονται για την εξοργιστική αφασία και την πολιτική ακινησία που μας διακρίνει. Η αριστερά μοιάζει με «τον άνθρωπο που έβλεπε τα τρένα να περνούν». Φοβάμαι, ότι η αιτία είναι πιο βαθιά.  Η κατανόηση ιδιαίτερα στην αριστερά, ακόμη και ενστικτωδώς, ότι η υπόθεση μοιάζει με «πάρτα όλα» ή «χάστα όλα», κάνει τα πόδια όλων να λυγίζουν.

Ας ελπίσουμε μια ορμητική είσοδος φρέσκων κοινωνικών δυνάμεων αποφασισμένων  να υπερασπιστούν με κάθε τρόπο τη ζωή που μας κλέβουν να δώσει και στην αριστερά (της οποίας ο ρόλος είναι ζωτικός)  την αυτοπεποίθηση που της λείπει.

 

ΠΗΓΗ: Submitted by aristeroblog on Sun, 2012-04-15, http://aristeroblog.gr/node/679