Ευ ζην σημαίνει αγωνίζεσθαι

Ευ ζην σημαίνει αγωνίζεσθαι

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)

 

Είναι ευρωπαϊκό ιδεώδες η διά βίου λιτότητα που προσπαθεί να επιβάλλει, έχει ήδη επιβάλει η Γερμανία σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες – και τις συμμαχικές της κι αυτές που αντιμετωπίζει ως Προτεκτοράτα, Ζώνες Εντολής, Ζωτικό χώρο;

Και για να εξηγούμεθα, όταν λέμε Γερμανία δεν εννοούμε το Γερμανικό έθνος, ούτε τον Γερμανικό λαό, αλλά τη Γερμανική άρχουσα τάξη, τους Γερμανούς αστούς κι όλη την Ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη που τους ακολουθεί, τραπεζίτες, τοκογλύφους, μονοπώλια, πολυεθνικές Γάλλων, Άγγλων, Πορτογάλων κι όλων των φυλών του Ισραήλ.

Διότι το (γερμανικό ) πρόβλημα της Ευρώπης είναι ταξικό κι όχι εθνικό, πόσο μάλλον εθνικιστικό, όπως ορισμένοι το απλοποιούν.

Όμως, το ταξικό πρόβλημα οδηγείται απ' την άρχουσα αστική τάξη να γεννά εθνικό μίσος ανάμεσα στους λαούς, ώστε οι αντιθέσεις να διοχετεύονται μέσα σε γενικεύσεις, «οι Ελληνες» (οι τεμπέληδες), «οι Γερμανοί» (οι νοικοκύρηδες), εκεί να συσσωρεύονται και να συσκοτίζεται η φύση τους. Ωστε να μη λύνονται ποτέ. Ετσι, και οι Γερμανοί εργαζόμενοι και οι Ολλανδοί και οι Ελληνες και οι Ισπανοί τραβάνε, λίγο ώς πολύ, τα ίδια ζόρια νομίζοντας μάλιστα οι μεν ότι τους φταίνε οι δε, ενώ η αιτία του κακού είναι πάντα η ίδια παντού, δεν έχει πατρίδα, έχει μόνον λεφτά. Θηριώδη λεφτά, τρελά ποσά, συσσωρευμένα σε χαρτοφυλάκια (πραγματικά και λογιστικά) που συνεπάγονται τη μεγαλύτερη έως τώρα ανισοκατανομή του πλούτου σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας.

Αυτό το φαινόμενο, αν δεν ανακοπεί κι ακόμα περισσότερο αν δεν αντιστραφεί, θα καταστρέψει σε ήδη ορατόν ορίζοντα τις κοινωνίες, ενδεχομένως και τον πλανήτη (εις ό,τι αφορά την κατοίκησή του απ' τους ανθρώπους). Με το πιο γνωστό μέσον, τον πόλεμο.

Όταν μιλάμε λοιπόν για Ευρωπαϊκό ιδεώδες, ή μέλλον, ή πεπρωμένο, τι ακριβώς εννοούμε; Μας προτάθηκε να ονειρευτούμε (ενδεχομένως και να ζήσουμε ) ή ακόμα και να αγωνισθούμε για να ζήσουμε σε μιαν Ευρώπη των λαών, των εθνών και των κρατών, όπου οι οικονομίες θα συγκλίνουν και τα σύνορα θα χλομιάζουν. Και πού βρισκόμαστε;

Σε μια Ευρώπη των πληθυσμών και των περιοχών, όπου οι οικονομίες αποκλίνουν δημιουργώντας πλούσιες ζώνες και ειδικές οικονομικές ζώνες. Όπου ο πλούτος των εθνών που παράγεται απ' τους λαούς μοιράζεται απ' τα κράτη στις τάξεις με τον πιο ανισοκατανεμητικό κι απάνθρωπο τρόπο.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μία Ευρώπη της Βαϊμάρης. Στην οποίαν για τρίτη φορά στην ιστορία της η Γερμανία προσπαθεί να «μοιράσει ένα χαρτί» που έκαψε την Ευρώπη ήδη δύο φορές. Μοιάζει η Γερμανία να κρατάει στα χέρια της τέσσερις άσους, αλλά στην πραγματικότητα έχει ζεύγη του επτά.

Διότι, όταν αναγκάζει σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, τον λαό της να χάσει σε έναν χρόνο το 25% του έχειν του και ταυτοχρόνως θέλει να του φάει άλλο ένα 25% τα επόμενα δύο χρόνια, τότε η Γερμανία κατασκευάζει μια βόμβα που θα σκάσει στα χέρια της, δηλαδή στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Αυστρία, στην Πορτογαλία, στην ίδια τη Γερμανία στο τέλος.

Η Γερμανία θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα. Υπέστη η ίδια την οικονομική αγριότητα της Συνθήκης των Βερσαλλιών, με αποτέλεσμα τη γέννηση του ναζιστικού τέρατος και τη συνακόλουθη σφαγή των ευρωπαϊκών (κι όχι μόνο) λαών, στον πιο τερατώδη πόλεμο που έχει διεξάγει έως τώρα ο άνθρωπος.

Τώρα η Γερμανία υπαγορεύει στην Ευρώπη μια νέα Συνθήκη των Βερσαλλιών διαρκείας. Με βάση την οποίαν οι άνθρωποι θα δουλεύουν διά βίου για τους τοκογλύφους, τα κράτη θα είναι διαρκώς χρεωμένα, οι κοινωνίες θα αποσαθρώνονται από πενία και ταξικό μίσος, ενώ η καταστολή θα βασιλεύει παντού.

Με αυτόν τον τρόπο, με αυτό το σύστημα, η Ευρώπη εκφασίζεται εκ των έσω, την εκφασίζουν οι Τοκογλύφοι των Εθνών και δημιουργούν ένα καθεστώς ζόφου, «τρόμου και αθλιότητος» του Δ' Ράιχ.

Σε αυτήν την Ευρώπη που πάνω απ' το κεφάλι της θα πλανάται όχι σαν φάντασμα, αλλά ως μια διαρκής ποινή το Σπαθί του Δαμοκλή, όσοι άνθρωποι ζουν «θα πρέπει να εγκαταλείψουν κάθε ελπίδα» – όπως έγραφε η προμετωπίδα της εισόδου στην Κόλαση στο φερώνυμο έργο του Δάντη. Όμως, οι άνθρωποι έχουν ιστορία (απ' το ρήμα οίδα, γνωρίζω), δεν μπορούν να ζουν έξω απ' το πλαίσιό της.

Η επιστροφή της Ευρώπης στην εποχή του Γ' Ράιχ είναι αδύνατη, μπορεί όμως να τη σκοτώσει ο «θαυμαστός νέος κόσμος» του Δ' Ράιχ. Μπορούν να τη σκοτώσουν οι μεταμορφισμοί της «νέας Τάξης πραγμάτων» που έρχεται κι επανέρχεται από την εποχή της Ρώμης έως σήμερα, σε μία προσπάθεια να λυθεί οριστικώς υπέρ των Δυνατών το ερώτημα του ζην.

Σε αυτήν την εντροπία θα αντιστέκεται πάντοτε το ευ ζην, έτσι ώστε ποτέ η απάντηση στο ερώτημα της ζωής να είναι ο θάνατος…

(Ελπίζω)…

 

ΠΗΓΗ: Πρώτη καταχώρηση: 27/04/2012, http://www.enikos.gr/stathis/38029,Ey_zhn_shmainei_agwnizes8ai.html

Είναι κάπου εδώ η ιλαροτραγωδία!

Είναι κάπου εδώ η ιλαροτραγωδία!*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Είναι δυνατόν να διαπραχθεί ληστεία, πρωταρχικός στόχος της οποίας δεν θα 'ναι τα χρήματα; Η ερώτηση επιδέχεται καταφατική απάντηση, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν άλλα ισχυρά κίνητρα ικανά να οδηγήσουν σε μία αντίστοιχης υφής απονενοημένη πράξη. Για τον δεκαοκτάχρονο Μπίλη, τον ήρωα του Χρήστου Χαρτοματσίδη στο μυθιστόρημά του «Είναι κάπου αλλού η γιορτή», τα κίνητρα όντως υφίστανται, και τον οδηγούν, παραμονή Χριστουγέννων, μεταμφιεσμένο στον συνονόματό του Άι-Βασίλη, σε επίθεση εναντίον του γειτονικού ζαχαροπλαστείου.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 341, 16/4/2012.

Το ζαχαροπλαστείο ανήκει στον νταή της γειτονιάς, άρχοντα της νύχτας και διακινητή μαύρου χρήματος Πιτ Καλαβάθη, επονομαζόμενου και «Μαύρου Πιτ». Ο Μπίλης τού αρπάζει μία τσάντα με χρήματα. Ο Καλαβάθης αναγνωρίζει τον ληστή. Έκτοτε ξεκινάει ένα εικοσιτετράωρο του Μπίλη στην παρανομία, που θα διαρκέσει ως το επόμενο βράδυ των Χριστουγέννων, οπότε και θα συλληφθεί.

Πρώτη κίνηση του Μπίλη μετά τη ληστεία είναι να κρύψει τα λεφτά. Καταφεύγει λοιπόν στη γειτονοπούλα και συμμαθήτριά του στο σχολείο Ανθούλα, στην οποία και τα εμπιστεύεται. Η φυγή του από την Ανθούλα σημαδεύεται από μια σειρά περιπλανήσεων, μεταξύ κυρίως του φίλου του, Ανζέλ, της Βάσιας, που είναι ο έρωτάς του, και του κέντρου διασκέδασης «Κοπακαμπάνα», όπου η Βάσια τραγουδά. Ιδιοκτήτης της «Κοπακαμπάνας» είναι ο θείος του Μπίλη κι έτερος νονός της νύχτας, ανταγωνιστής του προηγούμενου, Νάσος Αραμπατζίδης. Οι περιπλανήσεις του κεντρικού μυθιστορηματικού ήρωα περιλαμβάνουν σωρεία αναδρομών στο παρελθόν, μέσω των οποίων πραγματοποιείται σταδιακά τόσο η ανασύνθεση του παρελθόντος των βασικών ηρώων του μυθιστορήματος, όσο κι η ερμηνεία του ψυχισμού τους, που 'ναι συνάρτηση πρωτίστως του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο έχουν μεγαλώσει.

Ο Μπίλης ανήκει σε μικρομεσαία κοινωνική τάξη. Οι εργάτες γονείς του ανταποκρίνονται με δυσκολία στις βιοποριστικές τους ανάγκες. Η φτώχεια της οικογένειας συνεπάγεται, εκτός από στερήσεις, και πολλές ταπεινώσεις, οι οποίες βαραίνουν στον ψυχισμό του Μπίλη. Για τον ίδιο, το κέντρο της Θεσσαλονίκης, εκεί όπου ένα ζευγάρι γυναικείες μπότες κοστίζει όσο δύο ενοίκια της οικογένειάς του, είναι ένα όνειρο, ο τόπος μιας διαρκούς γιορτής, που μπορεί μόνο επιφανειακά να τη γευτεί στις εξόδους των Σαββατοκύριακων, απομακρυνόμενος προσωρινά από τους «ταπεινούς» Αμπελοκήπους, όπου διαμένει. Η αίσθηση πως η «γιορτή» είναι διαρκώς κάπου αλλού φαίνεται ότι κινητοποιεί τον Μπίλη, ώστε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε κάποια υπέρβαση, ώστε να ξεφύγει από το κλίμα ταπείνωσης της κοινωνικής του τάξης και να αποδείξει ότι διαθέτει το σθένος να ενεργήσει απρόβλεπτα κι αντισυμβατικά.

Το βασικότερο θέμα, λοιπόν, που διατρέχει το μυθιστόρημα του Χαρτοματσίδη είναι το κοινωνικό σχόλιο που απορρέει από τον τίτλο του: είναι κάπου αλλού η γιορτή. Ο Χαρτοματσίδης, αφορμώμενος από το ρεαλιστικό περιβάλλον που του χαρίζει η τοποθέτηση των γεγονότων της μυθοπλασίας του στη γιορτή των Χριστουγέννων, αδράχνει την ευκαιρία να μιλήσει συμβολικά, μεταφερόμενος από την πολύ συγκεκριμένη θρησκευτική γιορτή σε μία γενικότερη διάσταση της έννοιας «γιορτή», σύμφωνα με την οποία η λέξη αποδεσμεύεται από τον ημερολογιακό της εντοπισμό και περιγράφει τις περιστάσεις εκείνες που διασφαλίζουν στους ανθρώπους μία ευχάριστη ζωή, απαλλαγμένη από βιοποριστικά προβλήματα, από οικονομικές έγνοιες, πρόσφορη στην απόλαυση υλικών αγαθών και διασκεδάσεων, πέρα από τις μειονεξίες που δημιουργούν οι δυσκολίες της ζωής.

Η διεκδίκηση μιας θέσης στον ήλιο, ενός κομματιού από τη «γιορτή», είναι βασική επιδίωξη των ηρώων του Χαρτοματσίδη, όσων τουλάχιστον δεν ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή δεν είναι βολεμένοι. Στο πλαίσιο της διεκδίκησης αυτής δομείται βήμα-βήμα ο χαρακτήρας των ηρώων, μέσα από μια σειρά συμπεριφορικών εκδηλώσεων που δεν χαρακτηρίζονται κατ' ανάγκη από τη συνέπειά τους, και οι οποίες αποδίδουν μάλιστα την αντιφατικότητα των ανθρώπων, των ανθρώπων που είναι αρκούντως πολύπλοκοι ώστε να μην είναι πάντα προβλέψιμοι. Οι ήρωες του Χαρτοματσίδη ακροβατούν ανάμεσα στο ηθικά αποδεκτό της εποχής και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος, και στη διάθεσή τους να μη φαντάζουν τελείως αφελείς υποκύπτοντας πλήρως στις σχετικές συμβάσεις. Κι επειδή επιπλέον δεν είναι όντως αφελείς, ο προσποιητός τους «ρομαντισμός» αποδομείται όντας κάλπικος. Άλλωστε, ο ρομαντισμός προϋποθέτει αθωότητα, κι η αθωότητα των ηρώων του Χαρτοματσίδη είναι καταχωρημένη μόνο στα χαρτιά. Η ζωή τους την έχει προσπεράσει προ πολλού, γι' αυτό ό,τι απομένει είναι σε πολλές περιπτώσεις μόνο η υποκρισία, που επιχειρεί να μεταμφιεστεί σε χρηστό ήθος πίσω από υστερικές σεμνοτυφίες.

Η ατυχής απόπειρα των ηρώων να ισορροπήσουν μεταξύ αντιτιθέμενων τάσεων τούς καθιστά πρωταγωνιστές μιας ιλαροτραγωδίας, όταν αποτυχαίνοντας γελοιοποιούνται. Η εικόνα του «σκληρού» αστυνομικού διευθυντή Βελέγκα με την οδοντογλυφίδα στο στόμα υποδηλώνει, πολύ περισσότερο από την επιδιωκόμενη από την πλευρά του ήρωα σκληράδα, έναν φθηνό κουτσαβακισμό, που καταντά καραγκιοζιλίκι. Η ανάγκη των ηρώων να δείχνουν σκληροί είναι βέβαια και ζήτημα επιβίωσης, μέσα σ' έναν κόσμο που κατασπαράζει τους αδύναμους. Και οι ήρωες του Χαρτοματσίδη φαντάζουν μέσα στα αδιέξοδά τους σαν τραγικά θύματα μιας μοίρας, την οποία δεν μπορούν να την αλλάξουν. «Δεν ξεφεύγεις από τις εργατικές συνοικίες!», διαπιστώνει μελαγχολικά ο Μπίλης. Οι άνθρωποι των εργατικών συνοικιών είναι λαϊκοί, αρκούντως αναγκεμένοι, μα και απαίδευτοι, που παλινωδούν ανάμεσα σε μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια και στο συμφέρον, ανάμεσα στην προσπάθεια για επίδειξη πυγμής και στην άτακτη ατιμωτική υποχώρηση.

Η κονιορτοποίηση των προσδοκιών προκύπτει ακόμη και μέσα από τη διάψευση των πόθων των ηρώων από τη διάφορη πραγματικότητα. Ο Χαρτοματσίδης, διεισδύοντας βαθιά στις ψυχές των ηρώων του, παρουσιάζει ενδόμυχες σκέψεις τους σχετικές με την ανθρώπινη τάση της φαντασίωσης καταστάσεων εντός των οποίων ο κάθε άνθρωπος οραματίζεται την προσωπική του αυτοθυσία, τα προσωπικά του «μαρτύρια», προκειμένου να «σώσει» καταστάσεις ηρωοποιούμενος. Η συμμαθήτρια και γειτονοπούλα του Μπίλη, Ανθούλα, στην οποία εκείνος είχε εμπιστευθεί τα λεφτά της ληστείας, σκέφτεται πώς θα μπορούσε να τον σώσει, καθώς η μάνα της, βρίσκοντας την τσάντα με τα λεφτά, την παραδίνει στην αστυνομία. Πλάθει λοιπόν στο μυαλό της μια υποθετική εξέλιξη, σύμφωνα με την οποία η ίδια βρίσκει τον Καλαβάθη, πέφτει γονατιστή μπροστά του και αναλαμβάνει την ευθύνη της ληστείας. Ο Καλαβάθης, στο όραμα της Ανθούλας, την εξευτελίζει κρατώντας τη δεμένη σε κάποια κολόνα και σκίζοντάς της τα ρούχα. Όπως όμως θα καταλάβαινε κανείς, οι «νεομάρτυρες» προφανώς δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ψυχική δύναμη ώστε να σηκώσουν το βάρος των φαντασιώσεών τους. Άλλωστε οι ρεαλιστικές συνθήκες υπερβαίνουν την όποια ρομαντική φαντασίωση: ακόμη κι αν η Ανθούλα κατόρθωνε να φτάσει στην πόρτα του Καλαβάθη, για εκείνον η «θυσία» της δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από μία αφέλεια. Η διακύβευση για τον Καλαβάθη είναι εντελώς διαφορετική, ωμά πρακτική.

Κι ενώ μ' όλες αυτές τις ανεπάρκειες των ηρώων η ατμόσφαιρα τείνει να βαρύνει, ο Χαρτοματσίδης αποφορτίζει το κλίμα με μια ακαριαία διαπίστωση, που προσγειώνει τους ήρωες στην πραγματικότητα και τους απομυθοποιεί, στον αντίποδα της προηγούμενης ηρωοποίησης. Εκεί λοιπόν που η Ανθούλα φαντασιώνεται τα μαρτύρια στα οποία την υποβάλλει ο Καλαβάθης, έτσι όπως της σκίζει στην φαντασία της την πουκαμίσα της, προβάλλει από κάτω η τιγρέ κιλότα(!) που της άφησε ο Μπίλης πειρακτικά πάνω-πάνω στην τσάντα με τα χρήματα της ληστείας, και την οποία η Ανθούλα δεν λέει να την αποχωριστεί από την παραμονή των Χριστουγέννων! Η διάθεση επίδειξης ψυχικού σθένους γελοιοποιείται εμπρός σε μια υλική, σωματική ωραιοπάθεια, που επανατοποθετεί την ηρωίδα στην πραγματικότητα στην οποία όντως ανήκει. Η αποφόρτιση του κλίματος, στο πλαίσιο της ιλαροτραγωδίας που περιγράφτηκε, πέρα από τη χιουμοριστική της διάθεση, καθιστά τους ήρωες πιο γήινους και, λόγω των αδυναμιών τους, πιο συμπαθείς.

Η διαφαινόμενη αγνότητα των ηρώων, μέσα από τις διαρκείς παλινωδίες στη συμπεριφορά τους, είναι στοιχείο αισιοδοξίας στον μικρόκοσμό τους που φαντάζει αδιέξοδος. Γιατί εκεί που οι ταπεινοί μικροαστοί εκδηλώνουν μια αδιαφορία, έναν κυνισμό, μια συμφεροντολογία, ανακύπτουν παράλληλα συμπεριφορές ανθρώπινες, μεστές από ειλικρινές, άδολο ενδιαφέρον. Η μεγάλη έκπληξη προέρχεται από τον θείο του Μπίλη, τον ιδιοκτήτη της «Κοπακαμπάνας» και άρχοντα της νύχτας, Νάσο Αραμπατζίδη. Ο Νάσος αναλαμβάνει να σώσει τον Μπίλη από την περιπέτεια στην οποία έμπλεξε. Θα περίμενε κανείς πως ανταποκρίνεται απλώς σε μια οικογενειακή «υποχρέωση». Όταν όμως ο Καλαβάθης τον ρωτά γιατί κάνει τόσα πράγματα για τον Μπίλη, κι αν τον θεωρεί τόσο σπουδαίο, ο Νάσος διακόπτει κάθε συζήτηση και κοιτά τον Καλαβάθη περιφρονητικά. Τα πιο γνήσια αισθήματα ο Χαρτοματσίδης τα αποδίδει σε πρόσωπα υπεράνω κάθε υποψίας για ευαισθησίες, καθώς κινούνται στη νύχτα, που δεν προσφέρεται γι' αυτές. Έτσι κατορθώνει να αποδώσει όχι μόνο το πολυσύνθετο του ανθρώπινου χαρακτήρα, όπου συνυπάρχουν το κακό με το καλό, μα και να χαρίσει την αισιοδοξία που πηγάζει από τη θετική συμπεριφορά των πιο σκληροτράχηλων ηρώων του.

Το τέλος του μυθιστορήματος βρίσκει τον Μπίλη στην «Κοπακαμπάνα», με την αστυνομία να έχει περικυκλώσει το κέντρο διασκέδασης προκειμένου να τον συλλάβει. Εκείνος στρέφει το όπλο που κρατά στον εαυτό του, επιχειρώντας να αυτοκτονήσει. Ο Νάσος σπρώχνει το όπλο και γλιτώνει τον Μπίλη, όμως ο νέος δέχεται πυροβολισμό από τον Καλαβάθη, που θέλει να πάρει εκδίκηση για τη ληστεία. Ο Χαρτοματσίδης δεν ξεκαθαρίζει ποια τύχη περιμένει τους ήρωες. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Μπίλης σώζεται μεν, όμως χάνει τη σπλήνα του από τον πυροβολισμό του Καλαβάθη. Τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά: θα συγκαλυφτεί η υπόθεση; Θα βρει τρόπο να ξεγλιστρήσει ο Καλαβάθης, με τα κυκλώματα που ελέγχει; Είναι πολύ πιθανό. Εξίσου πιθανό όμως είναι και να συλληφθεί, για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Κι ίσως επειδή ο πυροβολισμός του Καλαβάθη προκύπτει αυθόρμητα, μπροστά σε πλήθος μαρτύρων, είναι πιθανό ο «Μαύρος Πιτ» να τιμωρηθεί επιτέλους, κάτι που δεν τολμούσε να κάνει κανείς από τους ενοίκους της γειτονιάς, επειδή όλοι τον φοβούνταν. Έτσι, η επικείμενη τιμωρία εναντίον κάθε κατεργάρη, μικρού ή μεγάλου, ίσως αποκαθιστά την τάξη κι επιφέρει την κάθαρση, που λυτρώνει τους αναγνώστες του μυθιστορήματος με τρόπο δραματουργικό. Ακόμη όμως και πέρα από την επικείμενη τιμωρία, η τελική αισιοδοξία του Μπίλη, ο οποίος βρίσκει τη δύναμη να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται από το κρεβάτι του νοσοκομείου, είναι από μόνη της αρκούντως λυτρωτική.

 

Χρήστος Χαρτοματσίδης, «Είναι κάπου αλλού η γιορτή», εκδ. Τόπος, Αθήνα 2011, σελ. 232:

 

            «[…] Για να μη μπαίνουν εξωσχολικοί, ο κύριος Γυμνασιάρχης είχε δώσει εντολή πάνω στη μάντρα να τσιμεντάρουν κομμάτια από γυάλινα μπουκάλια.

            "Το τείχος του Αίσχους!" το είχε ονομάσει ο Ανζέλ, μα ποιος να τον καταλάβει, δεν έπιασε αυτή η ονομασία. Τα παιδιά προτίμησαν την πιο εύκολη, τη "Βαστίλη", που τόσες φορές την είχε αναφέρει στα μαθήματα Ιστορίας ο Γυμνασιάρχης. Πάλι εκεί, στην πίσω αυλή, τους μάζευε όταν είχε να αναγγείλει τιμωρίες κι αποβολές. Ο χώρος ήταν ανήλιαγος και καταθλιπτικός. Το ιδανικό σκηνικό για παιδαγωγικές νουθεσίες. Έστηναν τους παραβάτες μπροστά στον τοίχο, σαν να τους πήγαιναν για εκτέλεση. Μέχρι που μια μέρα ο Μπίλης, ποιος άλλος, δεν άντεξε και φώναξε: "Πυρ!" Ακολούθησε η ομοβροντία του γέλιου.

            "Σκασμός!" ούρλιαξε ο κύριος Γυμνασιάρχης, κι αμέσως έσυρε τον Βασίλη απ' το αφτί. Ακόμη ήταν μικρά και περνούσαν οι αγριάδες των καθηγητών. Η μόνη τους αντίσταση ήταν η πλάκα!

            "Παλιόπαιδο!" είχε αφρίσει ο παιδαγωγός, ενώ ο Βασιλάκης δήθεν τρομοκρατημένος εκλιπαρούσε: "Μια τελευταία επιθυμία! Τη δικαιούμαι!"

            "Θα σε χαστουκίσω!" τον απείλησε ο Διευθυντής, μα ο ταραξίας συνέχιζε τον σκοπό του: "Δε θέλω να μου δέσουνε τα μάτια!" Ακολούθησε και πάλι γέλιο, μέχρι και κάποιοι καθηγητές χαμογέλασαν. Από τότε έπαψαν να τους μαζεύουν στην πίσω αυλή. Ανακοίνωναν τις τιμωρίες μπροστά στις σκάλες, εκεί που έλεγαν την προσευχή. […]»

Γαλλία: Εάν πρέπει να φύγουμε από το ευρώ…

Γαλλία: Εάν πρέπει να φύγουμε από το ευρώ…

 

Του Jacques Sapir*

 

"Το ευρώ είναι ένας θεσμός που – νομικά – είναι ελάσσονος σημασίας για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Εξάλλου 11 χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης (ΕΕ) δεν συμμετέχουν στη ζώνη του ευρώ. Δε θα απειλούσε λοιπόν η έκρηξή του το κοινοτικό οικοδόμημα. Από την άλλη πλευρά, αν η έξοδος μίας ή περισσότερων χωρών από αυτή τη ζώνη θα ήταν ικανή να γκρεμίσει τα θεμέλια της ΕΕ, θα έπρεπε τότε οι θιασώτες του ευρώ ν' ανησυχούν σοβαρά για τη σταθερότητά της και να αναγνωρίσουν ότι αυτή έχει υπονομευθεί από μία κρίση που ξεπερνάει κατά πολύ το απλό ζήτημα της νομισματικής ένωσης."

Και στη Γαλλία συζητούν την έξοδο από τη ευρωζώνη

Μήπως είναι επιτακτική ανάγκη να δημιουργηθεί μία διεθνής ομάδα επιστημόνων – μελετητών, που συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις; Σας παρουσιάζουμε, συνοπτικά, τη σημαντική μελέτη του Jacques Sapir*με τίτλο: S'il faut sortir de l'euro… Στο τέλος, θα βρείτε τη μελέτη στα γαλλικά καθώς  και αρθρογραφία του γάλλου διανοητή.

Εάν πρέπει να φύγουμε από το ευρώ… Περίληψη

 

Το ερώτημα μιας ενδεχόμενης εξόδου από τη ζώνη του ευρώ τίθεται σήμερα με οξύτητα. Έχει ήδη διατυπωθεί από ορισμένους (δεξιούς και αριστερούς) και αρχίζει να γίνεται ορατό και από  άλλους. Ωστόσο το ενδεχόμενο της εξόδου παραμένει ευρέως απορριπτέο  από ένα μέρος του γαλλικού πολιτικού φάσματος που επικαλείται το ύψος  του χρέους, την χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το φόβο μιας μεγάλης αύξησης του πληθωρισμού, ώστε να αποκλείει την ιδέα. Τα προβλήματα αυτά είναι υπαρκτά, αλλά δεν είναι αναγκαστικά αξεπέραστα.

Ταυτόχρονα αναγνωρίζει κανείς όλο και περισσότερο τις ανεπάρκειες του ενιαίου νομίσματος και τις πολύ αρνητικές συνέπειές του  για τη γαλλική οικονομία, όπως και για  άλλες οικονομίες. Φαίνεται  λοιπόν ότι η άρνηση να αντιμετωπιστεί η   υπόθεση της εξόδου απ' το ευρώ δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικά σοβαρό επιχείρημα που θα καθιστούσε αδύνατη αυτή την έξοδο.

Το ευρώ είναι ένας θεσμός που – νομικά – είναι ελάσσονος σημασίας για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Εξάλλου 11 χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης (ΕΕ) δεν συμμετέχουν στη ζώνη του ευρώ.   Δε θα απειλούσε λοιπόν η έκρηξή του το κοινοτικό οικοδόμημα.  Από την άλλη πλευρά, αν η έξοδος μίας ή περισσότερων χωρών από αυτή τη ζώνη θα ήταν ικανή  να γκρεμίσει τα θεμέλια της ΕΕ, θα έπρεπε τότε οι θιασώτες του ευρώ ν' ανησυχούν σοβαρά για τη σταθερότητά της  και να αναγνωρίσουν ότι αυτή έχει υπονομευθεί από μία κρίση που  ξεπερνάει κατά πολύ  το απλό ζήτημα της νομισματικής ένωσης.

Προς το παρόν, το θέμα της εξόδου απ' το ευρώ δεν έχει γίνει αντικείμενο σοβαρής μελέτης, αν και έμμεσα, κάποιες  μελέτες περιγράφουν πώς θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια έξοδος. Η συζήτηση θα μπορούσε να αποκτήσει μια νέα σημασία  όταν  θα συμβούν οι χρεοκοπίες  (ή αναδιαρθρώσεις του χρέους) από μια ή περισσότερες χώρες της ζώνης. Για να είναι «επιτυχής», δηλαδή να  παράγει  το μέγιστο των θετικών αποτελεσμάτων και το ελάχιστο των αρνητικών, πρέπει να προετοιμαστεί αυτή η έξοδος σαν μια στρατιωτική επιχείρηση, τόσο σε ό,τι αφορά το άμεσο σχεδιασμό όσο και την έρευνα τακτικών, επιχειρησιακών και στρατηγικών επιπτώσεων. Το σημείο αυτό συχνά αγνοείται από τους υποστηρικτές της εξόδου από το ευρώ.

Μια έξοδος δεν έχει νόημα αν δε συνοδεύεται από μια σημαντική υποτίμηση. Αν αυτό μεταφραζόταν σε μια ανανεωμένη ανταγωνιστικότητα ( τόσο απέναντι στη ζώνη του ευρώ όσο και στον υπόλοιπο κόσμο), θα έδινε επίσης μια ώθηση στον πληθωρισμό και θα παρουσίαζε τον κίνδυνο να βυθιστεί το νέο νόμισμα στη δίνη της χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας. Ο κίνδυνος του πληθωρισμού θα προέρχονταν εν μέρει από έναν εισαγόμενο, αλλά εξίσου και  από έναν  εσωτερικό πληθωρισμό. Το  να προβλέψει κανείς μια έξοδο από το ευρώ σημαίνει ότι πρέπει να προβλέψει ποιά μέτρα πρέπει να ληφθούν ώστε ούτε η κερδοσκοπία ούτε ο πληθωρισμός να εξαλείψουν τα αποτελέσματά της.

Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι μια έξοδος απ' το ευρώ, αν είναι αναγκαία στα πλαίσια μιας αναπτυξιακής πολιτικής    για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, δε θα ρύθμιζε τίποτε από μόνη της. Πρόκειται για ένα αναγκαίο μέτρο, αλλά όχι επαρκές. Το ευρώ είναι  συνυφασμένο με τους θεσμούς του νεοφιλελευθερισμού. Από αυτή την άποψη, οι αλλαγές στη διαχείριση του φράγκου (πριν από το ευρώ) και έπειτα οι θεσμοί του ενιαίου νομίσματος (ιδίως με την ανεξαρτησία και το λεόντειο καθεστώς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) ήταν σημαντικά βήματα προς την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου κλοιού   στον οποίο πνιγόμαστε σήμερα και ο οποίος δεν αφήνει προοπτικές για κοινωνική πρόοδο.

Η αλλαγή του νομίσματος δε θα είναι αρκετή, ακόμα κι αν, συνιστά προφανώς ένα αναγκαίο στάδιο. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα να σκεφτούμε εναλλακτικούς θεσμούς που θα δώσουν νόημα σε ένα νέο νόμισμα (το φράγκο?)

Η παρούσα μελέτη  – που πρέπει να νοηθεί ως ένα πρώτο σχέδιο, ελλιπές και ατελές – περιγράφει ορισμένα από τα μέτρα που θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση να λάβουμε.

 

Το σχέδιο είναι το εξής:

 

Έξοδος  από το ευρώ, αλλά για τί; Με άλλα λόγια, να τελειώνουμε με  τη διπλή ψευδαίσθηση ότι η έξοδος από το ευρώ θα έλυνε όλα τα προβλήματα και, αντίστροφα, ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστεί μια εναλλακτική πολιτική, στο πλαίσιο του ενιαίου νομίσματος.

Να μείνουμε ή να φύγουμε; Ή πώς δομείται το ερώτημα από την πλευρά της μη-επιστροφής που χαράσσει το δρόμο μιας σοβαρής  απειλής  και έχει σκοπό να κάνει τα πράγματα να κινηθούν στη ζώνη του ευρώ.

Είναι αναγκαία η προπαρασκευαστική φάση, η οποία να περιγράφει τις προετοιμασίες που πρέπει  να γίνουν για να διατηρηθεί η μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Η φάση της λήψης αποφάσεων, περιγράφει στη συνέχεια την απόφαση για έξοδο από την ευρωζώνη.

Τα άμεσα μέτρα στήριξης, τα οποία περιγράφουν  τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αποφευχθεί ο  κίνδυνος  πληθωρισμού. Στην ενότητα αυτή, παρουσιάζεται ένα  πιθανό χρονοδιάγραμμα για μια περίοδο  9 έως10 μηνών.

Τα διαρθρωτικά μέτρα, τα οποία αναλύουν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να μπορέσει η έξοδος από το  ευρώ να δώσει όλα τα θετικά αποτελέσματά της  και να εδραιώσει την ανάπτυξη που προκύπτει από την υποτίμηση.

Τις  πιθανές αντιδράσεις και τους κινδύνους της σύγκρουσης, που αναλύει τις πιθανές αντιδράσεις των εταίρων μας και των διεθνών οργανισμών, καθώς και μέτρα για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων.

Η έξοδος από το  ευρώ δεν θα πρέπει να είναι μια συμβολική κίνηση, μια επαναβεβαίωση της κυριαρχίας μας. Αν το μέτρο αυτό είναι απαραίτητο, είναι κυρίως επειδή μπορούμε να θεωρήσουμε ότι  – και μόνο αυτό – θα μπορούσε να επιτρέψει τη δημιουργία μιας εναλλακτικής  στρατηγικής  στην οικονομία για την  Γαλλία. Επομένως, είναι αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε εδώ  τους στρατηγικούς στόχους που θα πρέπει να είναι, οι δικοί μας, σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ.

1. Να υιοθετηθεί γρήγορα μια πορεία ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, για άμεση  βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των τιμών μας, χάρη σε  μια υποτίμηση της τάξης του 25%.

2. Επιτάχυνση του ρυθμού βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας και παροχή ευκαιριών απασχόλησης στο σύνολο του πληθυσμού που κατοικεί στη Γαλλία. Αυτό έχει  στόχο να στηρίξει την επιστροφή σε μια πορεία ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης.

3. Ανάκτηση της πρωτοβουλίας προκειμένου να επιτευχθεί τεχνική πρόοδος και η καινοτομία που θα διασφαλίσει την εδραίωση της επαναβιομηχάνισης μακροπρόθεσμα  μέσα από την εξέλιξη του παραγωγικού δυναμικού.

4. Διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τόσο μέσω της δημιουργίας θέσεων εργασίας όσο και της φύσης των θέσεων απασχόλησης που δημιουργήθηκαν με  συνεχή διάλογο με τα συνδικάτα και τις κοινωνικές δυνάμεις της χώρας

Αυτοί οι τέσσερις στόχοι αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο και η έξοδος από το ευρώ γίνεται ένα μέσο και όχι ένας απλός αυτοσκοπός. Ο τρόπος λειτουργίας του ECOFIN και οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) καθιστούν εξαιρετικά απίθανη τη λήψη αποφάσεων που θα έκανε εφικτούς αυτούς τους στόχους. Αυτός είναι ο λόγος που εξετάζουμε το ενδεχόμενο μονομερούς δράσης εκ μέρους της Γαλλίας. Αυτή μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της ζώνης του ευρώ, εάν οι εταίροι μας συνειδητοποιήσουν  την αποφασιστικότητά μας. Αλλά είναι δυνατό – και ειλικρινά πιθανό – ότι αυτό θα μας οδηγήσει να εγκαταλείψουμε την ‘'περιοχή ‘'.

Αν μείνουμε  στη ζώνη του ευρώ, αυτό θα  είναι εξαιρετικά δαπανηρό για τη Γαλλία, τόσο από οικονομική όσο και κοινωνική άποψη. Η Γερμανία βεβαίως θα λάβει μέτρα για την γαλλική απειλή από την  εγκατάλειψη της ζώνης, δεδομένου ότι αυτή είναι η χώρα που επωφελείται περισσότερο, αλλά και επειδή έχουμε συνηθίσει  τους  ηγέτες του  Ρήνου σε μια υποταγή  ακλόνητη και σταθερή. Θα πρέπει να οικοδομήσουμε την αξιοπιστία μας πάνω στις  νέες θέσεις μας, ένα  πείραμα για το οποίο κανείς δεν είναι σίγουρος ότι θα είναι εφικτό σε σύντομα χρονικό διάστημα.

 

Σημείωση: Η μελέτη  παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 2011

 

* Ο Jacques Sapir γεννήθηκε το 1954 στο Puteaux της Γαλλίας και είναι οικονομολόγος. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Paris-X Nanterre, και έγινε διευθυντής μελετών στο EHESS το 1996. Διευθύνει από το 1996 το κέντρο μελετών Centre d'études des modes d'industrialisation (CEMI-EHESS). Ειδικεύεται στα προβλήματα της ρώσικης οικονομίας και σε ζητήματα στρατηγικής. Πήρε δημόσια θέση για την ‘'απο-παγκοσμιοποίηση'' και σήμερα αμφισβητεί το μέλλον της Ευρωζώνης ενώ  συζητά το ενδεχόμενο της ανάγκης εξόδου της Γαλλίας από το ευρώ.

 

Άρθρα του

 

L'Union Eropéenne prolonge l'agonie de l'euro – Jacques Sapir –

 

Les dirigeants de la zone euro ont conclu un accord, vers 4 heures ce jeudi matin, pour tenter de sauver l'euro. (…)

 

Les banques de l'UE confrontées à la restructuration des dettes souveraines

 

Les besoins de refinancement des banques européennes occupent le devant de la scène depuis plusieurs semaines. Les (…)

 

Derrière la crise grecque, l'explosion de l'euro ? (Texte complet)

 

Le défaut sur la dette grecque est inévitable La crise de l'Euro s'accélère. L'épisode du nouveau « sauvetage » de la (…)

 

« La démondialisation a déjà débuté » Jacques Sapir

 

Pour le directeur d'études à l'école des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Jacques Sapir, la mondialisation est (…)

 

S'il faut sortir de l'euro…,

 

La question d'une possible sortie de la zone euro se pose aujourd'hui avec acuité. Réclamée par les uns (de droite ou de (…)

 

Zone euro : les défauts sont inévitables

 

Le mêmes causes produisent les mêmes effets. Souvenez-vous de l'Argentine. El Correo 1.- Le montant total des dettes (…)

 

Zona euro : los defaults son inevitables

 

1. – El importe total de las deudas de los países del « sur » de la zona euro en peligro es mucho más educado que lo (…)

 

Dévaluer l'euro ou en sortir…

 

La zone euro se révèle être un véritable problème pour la croissance des pays qui la composent. Nous ne traiterons pas (…)

 

Devaluar o salir del euro…

 

La eurozona se presenta como un verdadero problema para el crecimiento de los países que la componen. No trataremos (…)

 

L'euro peut-il encore être sauvé ?

 

Peut-on encore sauver l'euro ? La question hante désormais les responsables, en dépit des déclarations fracassantes et (…)

 

ΠΗΓΗ: contramee. Το είδα: Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012, http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2012/04/jacques-sapir.html

Αυτοκριτική – ποίημα του Γιάννη Ποτ.

Αυτοκριτική

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Η κβάντωσή σου ω! Αριστερά

              αγγίζει τον πυρήνα σου

Εγγύς του ελαχίστου συγχέονται

                               οι θέσεις σου

Πώς να σε μετρήσω

αφού φοράς τη μάσκα της

                           απροσδιοριστίας

και με 34 μηδενικά στη ράχη

                               φτιασιδώνεσαι

 

Μόνο στην απόχη

      του συναισθήματος σε πιάνω

και σε χλευάζω

                     έως αυτοσαρκασμού

και μένω ελεύθερος,

                  μ' ένα κόμπο στο λαιμό

και μια πληγή στο στήθος

                                 που δεν κλείνει

 

Όμως ας κβαντώνεται το φως 

                    κι ας είναι πολύχρωμο  

να με φωτίζει λαβωμένο

 

                         24 Απριλίου 2012, Γιάννης Ποταμιάνος

Ισχύς τους το σκοτάδι!!!…

Ισχύς τους το σκοτάδι!!!…

 

Του παπα Ηλία Υφαντής

 

 

Το σκηνικό διαδραματίζεται στο καφενείο. Είναι η ώρα του βραδινού δελτίου ειδήσεων: Χείμαρροι και πακτωλοί ψευδών, λεονταρισμών και κάλπικων, εν όψει των κάλπικων εκλογών, υποσχέσεων.

Πένθος βαρύτατο και κατήφεια αβάσταχτη στις προεκλογικές συγκεντρώσεις των μνημονιακών κομμάτων:

-Βλέπουν τους δημαγωγούς τους, λέει κάποιος, σάμπως κάποιον εφιάλτη στα νυχτερινά τους όνειρα. Όπως, βέβαια και εφιάλτες είναι στην πραγματικότητα…

-Βρε σάμπως, λέει ένας άλλος, να βλέπουν το Χάρο! Ύστερα από ένα τέτοιο τσουνάμι ληστείας, εθνικής υποτέλειας και υποδούλωσης, ακόμη και οι εραστές των κομμάτων της προδοσίας έχουν απογοητευτεί και αγανακτήσει.

Αλλά κάποιοι άλλοι, στη συνέχεια, προβάλλονται να κρατούν σημαίες ελληνικές και να τις κυματίζουν… Αυτοί είναι οι εθνικόφρονες! Παρατηρεί, ειρωνικά, κάποιος. Οι εθνοπροδότες να λες καλύτερα, τον διορθώνει άλλος. Που πέρασαν απ' την πατριδοκαπηλεία στη σημαιοκαπηλεία. Καπηλεύονται τη σημαία, για την οποία κάποιοι άλλοι έχυσαν το αίμα τους και έδωσαν τη ζωή τους. Και το κάνουν ακριβώς, για να μπορούν να ολοκληρώσουν την προδοσία σε βάρος της πατρίδας.

Και ήρθε η σειρά των στημένων τηλεοπτικών ψευδομαχιών, με συνεργασία των ληστάρχων του δικομματισμού και των ντόμπερμαν της δημοσιογραφίας. Ο τηλεοπτικός και ο πολιτικός φασισμός σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια!… Κι ύστερα εξανίστανται με τους χρυσαυγίτες. Και μιλούν για εκφασισμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, λέει κάποιος.

Δηλαδή αυτοί, που τώρα μας ληστεύουν και μας εκβιάζουν και μας τρομοκρατούν δεν συμπεριφέρονται απέναντί μας φασιστικά; Δεν εφαρμόζουν σε βάρος μας ναζιστικά μέτρα και αντίποινα! Τι είναι ο καφές και τα νερά, που πετάνε κάποιοι στους πολιτικούς απατεώνες, σε σύγκριση με τα γκλομπς και τ' ασφυξιογόνα. Κι ακόμη πιο πέρα το ληστρικό καθεστώς, που μας έχουν επιβάλλει.

-Α, τους αλητήριους, λένε ομοθυμαδόν. Α, τους αλητήριους!!!

Που είναι τα υπόλοιπα κόμματα; Και ιδιαίτερα τα νέα κόμματα και οι νέοι υποψήφιοι! Άμπρα κατάμπρα τους έχουν εξαφανίσει. Τον Καζάκη, που τους ξεμπρόστιαζε και τους εξευτέλιζε, τι τον έκαμαν!

-Τον εξαφάνισαν. Δεν τολμάνε να τον αντιμετωπίσουν. Για να μην αποκαλυφθούν, τώρα προεκλογικά, τα τερατώδη ψεύδη, που ξεφουρνίζουν στα κομματικά τους κοπάδια. Φιμώνουν έναν απ' τους ελαχίστους ανθρώπους, που προεκλογικά θα μπορούσε να μας δώσει να καταλάβουμε τα δολοφονικά τους ψεύδη, με τα οποία προσπαθούν να μας εξαπατήσουν!

-Τον έκοψαν από τα κανάλια , όπως λέει ο ίδιος ο Καζάκης, ύστερα από μεσολάβηση του εκπροσώπου τύπου της Νέας Δημοκρατίας, εξήγησε κάποιος. Και ύστερα, χωρίς ντροπή και φιλότιμο, αυτοτιτλοφορούνται και ως κόμμα της «Δημοκρατίας» και μάλιστα της «Νέας»! αναρωτιέται κάποιος. Όταν έχουμε να κάνουμε με το φασισμό σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Μα ο φασισμός του ληστρικού δικομματισμού επιβαιώνεται πανηγυρικά με τα ντιμπέητ των αρχηγών. Που θέλουν να μονοπωλήσουν την προπαγάνδα τους, είπε κάποιος άλλος. Ισχύς τους το σκοτάδι!

-Δεν φταίνε μόνο αυτοί, είπε ένας τρίτος. Φταίνε και οι ασυνείδητοι και αναίσθητοι κομματικοί μισθοφόροι, που τους ψηφίζουν! Γι' αυτό πρέπει όσοι διαθέτουμε ίχνος ντροπής και φιλότιμου, είπε κάποιος τέταρτος, να καταλάβουμε ότι τα "ποσά" στο χώρο της πολιτικής και της πληροφόρησης είναι αντίστροφα:

Όσο περισσότερο βλέπουμε στα βρώμικα πλυντήρια της τηλεόρασης κάποιους, πρέπει να συνειδητοποιούμε ότι τόσο περισσότερο βρώμικοι και κακούργοι και επικίνδυνοι είναι. Και ότι αυτοί είναι ακριβώς εκείνοι, που μας έφεραν στη σημερινή καταστροφή και δυστυχία. Και, όχι μόνο δεν θα βελτιώσουν την κατάστασή μας, αλλά θα μας πάνε στα ακόμη χειρότερα, μετά τις εκλογές. Γι' αυτό κι εμείς θα πρέπει να αντιστρέψουμε τα ποσά, όταν πάμε να ψηφίσουμε, είπαν πολλοί άλλοι.

Να πούμε ΟΧΙ στους βρώμικους πολιτικούς και τα βρώμικα κόμματα, που διαφημίζονται από τα βρώμικα πλυντήρια των τηλεοράσεων. Και να ψηφίσουμε τα κόμματα και τους πολιτικούς, στους οποίους τα βρωμοκάναλα λένε ΟΧΙ και τους φιμώνουν! Επειδή, ακριβώς, εκείνοι λένε ΟΧΙ στο πολιτικό και τηλεοπτικό σκοτάδι του ληστρικού και δοσίλογου κατεστημένου..

 

παπα-Ηλίας,  Posted Απριλίου 25, 2012, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/25/…B9/

Τα καλά του ευρώ & η ανάγκη για εθνικό νόμισμα

Τα καλά του ευρώ και η ανάγκη για εθνικό νόμισμα

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Ένας παλιός, μακαρίτης τώρα, καθηγητής της δημόσιας οικονομικής μας έλεγε ότι το εθνικό νόμισμα για μια χώρα είναι σαν την σημαία της. Η στάση μας απέναντί του θα πρέπει να είναι ανάλογη με την στάση μας απέναντι στη σημαία. Επομένως η απαξίωση του εθνικού νομίσματος είναι ευθέως ανάλογη με την απαξίωση της σημαίας, του εθνικού συμβόλου. Δεν είχε άδικο αυτός ο παλιός καθηγητής. Διότι η ύπαρξη του εθνικού νομίσματος, όπως και της σημαίας, του εθνικού συμβόλου, συνδέεται άρρηκτα με την εθνική κυριαρχία και …. ανεξαρτησία μιας χώρας.

Βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς τι μας ενδιαφέρει η εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία μιας χώρας; Και όντως το λένε αρκετοί. Από τους υστερικούς νεοφιλελεύθερους της δεξιάς έως τους «διεθνιστές» κοσμοπολίτες της αριστεράς που έχουν υιοθετήσει ανοιχτά την αρπακτική λογική του διεθνούς κεφαλαίου, το οποίο θέλει να οικοδομήσει μια ενιαία αγορά χρήματος, προϊόντων και εργασίας παγκόσμια. Μόνο ο εργαζόμενος λαός έχει σήμερα ανάγκη την εθνική ανεξαρτησία της χώρας του. Αντιπροσωπεύει τον μόνο βιώσιμο και αποτελεσματικό τρόπο για να προστατεύσει και να θωρακίσει τα κοινωνικά, εργασιακά και πολιτικά του δικαιώματα απέναντι στην λαίλαπα των αγορών. Άλλωστε το εθνικό νόμισμα δεν επινοήθηκε από τους ισχυρούς, αλλά από τις μικρές και αδύναμες οικονομίες. Η πρώτη πράξη εθνικής κυριαρχίας στα δημοσιοοικονομικά της μικρής απελευθερωμένης Ελλάδας του Καποδίστρια ήταν η προσπάθεια να εκδοθεί εθνικό νόμισμα, ο Φοίνικας. Από τότε οι μεγάλες δυνάμεις, που ταυτόχρονα ήταν και οι βασικοί δανειστές της Ελλάδας, έκαναν τα αδύνατα, δυνατά για να μην αποκτήσει η εθνική οικονομία βιώσιμο και σταθερό εθνικό νόμισμα. Η εξάρτηση, η υποτέλεια, η οικονομική υποδούλωση του Ελληνικού κράτους εκφραζόταν πάντα από την εξάρτηση των συναλλαγών του από κάποιο διεθνές ισχυρό νόμισμα.

Στον 19ο αιώνα ήταν το χρυσό γαλλικό φράγκο μέσα στην Λατινική Νομισματική Ένωση. Μετά την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898 κυριάρχησε σχεδόν απόλυτα η χρυσή βρετανική λίρα. Ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον ελληνικό εμφύλιο η ένταξη της Ελλάδας στο σύστημα Μπρέτον-Γουντς εξασφάλισε την παντοκρατορία του δολαρίου. Κάθε φορά το βασικό επιχείρημα ήταν ένα: η υιοθέτηση, ή η εξάρτηση από ένα ισχυρό ξένο νόμισμα προσδίδει κύρος στην ελληνική οικονομία και της εξασφαλίζει καλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, κυρίως για χαμηλότοκα δάνεια. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα ήταν σχεδόν πάντα το ίδιο: επίσημη χρεοκοπία.

Η ένταξη της Ελλάδας στην Λατινική Ένωση του 19ου αιώνα οδήγησε στην επίσημη χρεοκοπία του 1893. Η παντοκρατορία της χρυσής λίρας οδήγησε στην επίσημη χρεοκοπία του 1932. Ενώ η παντοκρατορία του δολαρίου λίγο έλλειψε να οδηγήσει σε μια νέα χρεοκοπία στη δεκαετία του '70, την οποία τελικά απέφυγε η ελληνική οικονομία χάρις στην περιορισμένη αναδιανομή εισοδημάτων μετά την πολιτική μεταβολή του 1981. Το να εκχωρήσει λοιπόν ένας λαός και μια χώρα το εθνικό του νόμισμα σημαίνει σημαντικές παραχωρήσεις στην άσκηση της εθνικής του κυριαρχίας. Για να κάνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει πολύ σοβαρά, ισχυρά και απτά αντισταθμιστικά οφέλη. Ποια ήταν τα οφέλη που εξασφάλισε με το ευρώ;

– Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στην περίοδο του ευρώ έπεσε στο 40% της ανταγωνιστικότητας που είχε με την δραχμή. Αυτό φαίνεται και από την πρωτοφανή εκτίναξη των εξωτερικών ελλειμμάτων, αλλά και από την αποσάθρωση της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής καθ' όλη την περίοδο του ευρώ. Μάλιστα, ο κ. Παπαδήμος μας δουλεύει λέγοντας ότι τώρα τα μνημόνια η Ελλάδα αγωνίζεται να κερδίσει το έδαφος στην ανταγωνιστικότητα που έχασε από την εποχή της δραχμής. Κι αυτό υποτίθεται ότι είναι επιχείρημα υπέρ του ευρώ!

– Η εκτίναξη της ανεργίας στα υψηλότερα μεταπολεμικά επίπεδα ακόμη και την περίοδο πριν την επίσημη χρεοκοπία της Ελλάδας και την επιβολή των Μνημονίων της ύφεσης. Ειδικά οι μακροχρόνια άνεργοι και η ανεργία στην νεολαία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο για ολόκληρη την περίοδο του ευρώ. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου και η καταστροφή της παραγωγής αποτελεί τους κύριους τροφοδότες της ανεργίας όλο αυτό το διάστημα με το ευρώ.

– Η πρωτοφανής περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού κάτω από το επίσημο όριο της απόλυτης φτώχειας. Στην περίοδο του ευρώ ένα 20% του πληθυσμού ήταν μονίμως κάτω από το επίσημο όριο της απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης. Περίπου το διπλάσιο από την περίοδο με την δραχμή. Η ποιότητα ζωής και εργασίας για τον μέσο Έλληνα επιδεινώθηκε δραματικά φτάνοντας στο σημείο να δουλεύει σκληρότερα και περισσότερες ώρες από τον μέσο Ευρωπαίο, να κερδίζει πολύ λιγότερα από την εργασία του και να έχει τις χειρότερες κοινωνικές απολαβές.

– Η ροπή προς αποταμίευση του μέσου νοικοκυριού την περίοδο του ευρώ ήταν διαρκώς αρνητική σε αντίθεση με την περίοδο της δραχμής. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα του μέσου ελληνικού νοικοκυριού να βάζει κάτι στην πάντα αφού καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ήταν όχι μόνο ανύπαρκτη, αλλά και αδύνατη. Το αρνητικό πρόσημο, που συνήθως παρατηρείται σε συνθήκες πολύ βαθιάς ύφεσης, σημαίνει ότι το διαθέσιμο εισόδημα του μέσου νοικοκυριού όχι μόνο δεν φτάνει για τις βασικές ανάγκες του, αλλά χρειάζεται να τραβήξει από τα έτοιμα – αν διαθέτει αποταμιεύσεις – είτε να προσφύγει στον δανεισμό. Γι' αυτό και ο ιδιωτικός δανεισμός εκτινάχθηκε την περίοδο του ευρώ.

– Το συνολικό ελληνικό δημόσιο χρέος που είχε συσσωρευτεί ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο έως 31/12/2001 ανερχόταν σε 122 περίπου δις ευρώ. Από την 1/1/2002 έως 31/12/2009 το ελληνικό δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε κατά 176 δις ευρώ! Μέσα σε μια οκταετία, στην περίοδο του ευρώ, το ελληνικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε 2,4 φορές σε σχέση με ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο που υπήρχε δραχμή. Κι όχι μόνο αυτό. Την εποχή της δραχμής πάνω από 80% του δημόσιο χρέους ήταν δραχμικό, ενώ με την ένταξη στην ευρωζώνη μετατράπηκε στο σύνολό του σε ξένο σκληρό νόμισμα, κυρίως ευρώ. Αυτή ήταν η χαριστική βολή που έκανε το ελληνικό δημόσιο χρέος μη διαχειρίσιμο και άνοιξε τον δρόμο για την χρεοκοπία. Τι μας έλεγαν οι οπαδοί του ευρώ; Ότι με την ένταξη στην ΕΕ και την ευρωζώνη, οι Έλληνες θα συγκλίνουν σε αποδοχές και επίπεδο ευημερίας με τους Γερμανούς, Γάλλους, Ολλανδούς.

Αντί γι' αυτό σήμερα μας λένε επίσημα ότι για να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, που έχασε με το ευρώ, θα πρέπει να συγκλίνει με τον πάτο και τον απόπατο της Ευρώπης. Δηλαδή πρέπει να πέσει πολύ πιο κάτω από την Πορτογαλία – που ιστορικά πάντα υστερούσε έναντι της Ελλάδας – και να κατέβει στο επίπεδο της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, κοκ. Με άλλα λόγια να καταλήξει με μισθούς και συντάξεις πείνας, συνθήκες εργασίας αληθινού μεσαίωνα, πρωτοφανή μόνιμη ανεργία και ολοκληρωτική αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού. Ζήτω το ευρώ! Ωστόσο, οι οπαδοί και τα παπαγαλάκια του ευρώ επιμένουν ότι έτσι και τολμήσουμε να αποκτήσουμε την ελευθερία μας από την ΕΕ και την ευρωζώνη, την βάψαμε. Έτσι και τολμήσουμε να ανακτήσουμε το εθνικό μας νόμισμα και πάρουμε στα χέρια μας την οικονομία και τα δημοσιονομικά μας, τότε μαύρο φίδι που μας έφαγε. Χίλιοι σεισμοί, λοιμοί και καταποντισμοί πρόκειται να επιπέσουν στο ποίμνιο του Υψίστου.

Θα γυρίσουμε στην λίθινη εποχή, θα στερέψουν τα ύδατα της χώρας, θα πεθάνουν τα ζώα, θα γίνουν στέρφες οι Έλληνιδες και γενικά θα γίνει της Αποκάλυψης. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να λυτρωθεί αυτός ο τόπος και ο λαός του εκτός από την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Εγκαινιάζοντας αυτή την στήλη, θα απαντάμε από εδώ και μπρος σε όλα τα βασικά επιχειρήματα εκφοβισμού της προπαγάνδας του δοσιλογισμού σχετικά με την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Μπορείτε να στείλετε σχετικά ερωτήματα για να απαντηθούν και προβληματισμούς.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο Χωνί στις 8/4/2012. Το είδα: Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012, http://anti-ntp.blogspot.com/2012/04/blog-post_9871.html

 

Μας διδάσκει η Βενεζουέλα σήμερα;

Μας διδάσκει η Βενεζουέλα σήμερα; Εξαιρετικά χρήσιμα συμπεράσματα και εύγλωττοι παραλληλισμοί

 

Του Ορέστη Σταμόπουλου

 

Μέχρι το 1998 η Βενεζουέλα, αυτή η άγνωστη σε πολλούς χώρα της Λ. Αμερικής, ήταν γνωστή για το φυσικό κάλλος, τις πρωτιές στους διεθνείς διαγωνισμούς ομορφιάς και το άφθονο πετρέλαιό της (πέμπτη εξαγωγική χώρα στον κόσμο). Από εκείνη τη χρονιά όμως φημίζεται και για κάτι άλλο, την Μπολιβαριανή Επανάσταση* και το χαρισματικό της πρόεδρο, Ούγκο Τσάβες Φρίας. Πώς όμως διαμορφώνεται μέχρι τότε και πώς ανατρέπεται, εν συνεχεία, το κοινωνικό-πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας;

Ιστορικό πλαίσιο

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα της Βενεζουέλας σημαδεύονται από πέντε διαδοχικές δικτατορίες. Επιπλέον, η ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων πετρελαίου γίνεται η αιτία αύξησης της παρεμβατικότητας των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός των φτωχών λαϊκών στρωμάτων από τη νομή του εθνικού πλούτου και των ανελεύθερων πολιτικών των δικτατόρων δημιουργεί κοινωνικές εντάσεις και παλλαϊκή αγανάκτηση, που βρίσκει διέξοδο στην ίδρυση της σοσιαλδημοκρατικής Accion Democratica, το 1945, με ηγέτη τον Ρόμουλο Μπετανκούρτ. Λίγο αργότερα και με απώτερο στόχο να ισορροπήσει το υπό διαμόρφωση αστικό πολιτικό σύστημα, ακολουθεί η ίδρυση του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος Partido Social Cristiano.

Λίγα χρόνια μετά, το 1958, υπογράφεται στην πόλη Πούντο Φίχο, ανάμεσα στο σοσιαλδημοκρατικό (AD), το χριστιανοδημοκρατικό (COPEI) και το κεντροαριστερό κόμμα (URD) ένα ιδιότυπο «κοινωνικό συμβόλαιο». Με αυτό τον τρόπο σηματοδοτείται η συνέχιση της υποτέλειας στην αμερικανική υπερδύναμη και της εφαρμογής αντικοινωνικών πολιτικών υπό έναν πιο «δημοκρατικό» μανδύα.

Το νεοσυσταθέν, βενεζουελάνικο, κοινοβουλευτικό, πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από πελατειακές λογικές, γραφειοκρατία, αποκλεισμό της ριζοσπαστικής-κομμουνιστικής Αριστεράς και φυσικά από γενικευμένη διαφθορά. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνεται μείωση των κρατικών εσόδων, άνοδος της ανεργίας, καλπάζων πληθωρισμός και διόγκωση του δημόσιου χρέους. Αποκορύφωμα αυτών των πολιτικών είναι τα μέτρα λιτότητας και η στροφή προς τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό, που υιοθετούνται απ' τον εκλεγμένο, για δεύτερη φορά, πρόεδρο Πέρες τον Ιανουάριο του 1989, υπό τις υποδείξεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Η παρουσία του ΔΝΤ στη χώρα συμβάλλει στην εκτίναξη των κοινωνικών ανισοτήτων και την εξαθλίωση της πλειονότητας του λαού, αφού οι τιμές του πετρελαίου και τον τροφίμων εκτοξεύονται στα ύψη. Η οργή των μαζών για τα δεινά που βιώνουν δεν αργεί να εκδηλωθεί. Αρχικά, η οργή εκφράζεται με διαδηλώσεις και απεργίες, με σημείο αναφοράς την εξέγερση του El Caracazo στις 27 Φεβρουαρίου του 1989, η οποία και καταστέλλεται μετά από επέμβαση του στρατού μέσα σε λουτρό αίματος (πάνω από 500 οι νεκροί, επισήμως -πάνω από 1.000, σύμφωνα με ανεπίσημες πηγές). Το γεγονός αυτό ριζοσπαστικοποίησε σφόδρα ένα μεγάλο κομμάτι του εθνικού στρατού με συνέπεια, μετέπειτα και συγκεκριμένα το 1992, να εκδηλωθούν δύο αποτυχημένα πραξικοπήματα, στο ένα από τα οποία συμμετέχουν χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί με αρχηγό τους το σημερινό πρόεδρο Τσάβες. Ο Τσάβες φυλακίζεται, αλλά ταυτόχρονα αποκτά φήμη σε κάθε γωνιά της χώρας.

Το 1998, και ενώ έχει αποφυλακιστεί, ο Τσάβες ηγείται του μετώπου Πατριωτικός Πόλος, τον οποίο συγκροτούν το κόμμα του, MVR (Κίνημα για την Πέμπτη Δημοκρατία), το κόμμα Πατρίδα για Όλους και το Κίνημα για τον Σοσιαλισμό. Τα δυο τελευταία προέρχονται από διασπάσεις του ΚΚΒ. Άμεσα και χωρίς χρονοτριβές προχωράει σε μια αριστερόστροφη, με στοιχεία πατριωτισμού, πανεθνική καμπάνια που στοχεύει στη φτωχή πλειοψηφία των αστικών κέντρων και της επαρχίας. Χρησιμοποιώντας ως βασικό σύνθημα το «Για μια ειρηνική και δημοκρατική επανάσταση» καταφέρνει να αποκτήσει ισχυρό έρεισμα σε ευρύτερα λαϊκά τμήματα του πληθυσμού. Ο λαοφιλής Τσάβες κατακτά, τελικά, τον προεδρικό θώκο με το επιβλητικό ποσοστό του 56,2%.

 

Μπολιβαριανό Σύνταγμα

 

Αμέσως μετά ο νέος πρόεδρος προβαίνει σε δημοψήφισμα, όπου εγκρίνεται η συγκρότηση Συντακτικής Συνέλευσης. Τελικά το νέο Σύνταγμα, ύστερα από εκ νέου δημοψήφισμα, επικυρώνεται με το σαρωτικό ποσοστό του 71,78% και τίθεται σε ισχύ τον Δεκέμβρη του 1999. Το Μπολιβαριανό Σύνταγμα διαπνέεται απ' το πνεύμα της συμμετοχής των λαϊκών μαζών στη δημοκρατική διαδικασία , όπου ο λαός, για πρώτη φορά στην ιστορία του, κατέχει ρόλο πρωταγωνιστή στις εξελίξεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αντιδράσεις για το νέο Σύνταγμα ήταν σφοδρές και ασύμμετρες. Προμετωπίδα της αντίδρασης αποτελεί η αμερικανοκίνητη αντιδραστική συμμαχία, αλλιώς αντι-τσαβικό μπλοκ, συγκροτούμενη από επιχειρηματίες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς και τμήμα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Αποκορύφωμα της αντεπαναστατικής δράσης της υπήρξε το στρατιωτικό πραξικόπημα, που επιχείρησε και το οποίο τελικά απετράπη λόγω της καθοριστικής παρέμβασης του μαζικού λαϊκού κινήματος και των προοδευτικών τμημάτων των Εθνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

 

Όραμα

 

Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, όπως γλαφυρά αποκαλείται, κατέχει δεσπόζουσα θέση στον ιδεολογικό πυρήνα αυτής της μεγαλειώδους, «εν κινήσει», επαναστατικής διαδικασίας. Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, δεν αποτελεί μεμονωμένο πολιτικό γεγονός, ούτε συνταγή προς αντιγραφή αλλά μια κοινωνικοπολιτική διαδικασία υπό κατασκευή που στοχεύει να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες των κοινωνιών και σε ένα όραμα αλληλεγγύης, κοινότητας, ενότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας και ελευθερίας. Πρωταρχικό στόχο του έχει το άνοιγμα συζήτησης στη βάση της κοινωνίας για τις ικανότητες του ανθρώπου να θέτει σε κίνηση τις ιδέες και τη σκέψη ως μοναδικό μηχανισμό υπέρβασης της κοινωνικής, περιβαλλοντικής, ενεργειακής, οικονομικής και διατροφικής ανασφάλειας και κυρίως την απουσία ηθικής κατά την άσκηση της πολιτικής που ηγεμονεύει σήμερα διεθνώς.

Ένα όραμα που ενέπνευσε και ενεργοποίησε μια νέα κοινωνική πλειοψηφία, αποτελούμενη τόσο από περιθωριοποιημένους των φτωχογειτονιών των πόλεων (barrios) και των αγροτικών περιοχών, όσο και από διανοούμενους, καλλιτέχνες και μισθωτούς βιοπαλαιστές.

 

Κοινωνία

 

Στο κοινωνικό πεδίο, αιχμή του δόρατος της κοινωνικής αλλαγής αποτελούν οι αποστολές (missiones). Οι αποστολές είναι κυβερνητικά προγράμματα μεν, με αυτόνομο προϋπολογισμό δε και υλοποιούνται από τα σπλάχνα της κοινωνίας μέσω των αντίστοιχων επιτροπών – κοινοτήτων, με την στήριξη του εθνικού στρατού. Αφορούν σημαίνοντα κοινωνικά θέματα όπως Παιδεία, Υγεία, σίτιση, στέγαση, γη, διαδραματίζοντας, έτσι, καθοριστικό ρόλο στην οικοδόμηση συλλογικής – κοινωνικής συνείδησης.

Στον τομέα της Υγείας, ειδικότερα, η κυβέρνηση σε συνεργασία με την Κούβα (φημίζεται παγκοσμίως για την ιατρική της) δημιουργεί κλινικές σε όλη τη χώρα, δίνοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα σε φτωχούς ανθρώπους να έχουν ιατρική περίθαλψη. Στον τομέα της Παιδείας αναβαθμίζεται ο δημόσιος -δωρεάν χαρακτήρας της, καταπολεμάται με θεαματικά αποτελέσματα η μάστιγα του αναλφαβητισμού και ιδρύεται το δημόσιο Μπολιβαριανό Πανεπιστήμιο, στο οποίο εφαρμόζεται καινοτόμα παιδαγωγική. Στον τομέα της σίτισης, η κυβέρνηση ιδρύει μια δημόσια επιχείρηση σουπερμάρκετ, τη «Μερκάλ», τα αγαθά της οποίας προσφέρονται σε χαμηλότερες τιμές, εν συγκρίσει με την συμβατική αγορά. Θεσπίζοντας, την ίδια στιγμή, αυστηρούς ελέγχους στις τιμές πώλησης των προϊόντων των ιδιωτικών καταστημάτων. Στο χρηματοπιστωτικό τομέα ιδρύεται, το 2009, μια νέα δημόσια «σοσιαλιστική» τράπεζα, η Banco Bicentenario, ως απότοκο της εθνικοποίησης 7 ιδιωτικών «ευαγών ιδρυμάτων». Μέτρο που πάρθηκε για να «νουθετήσει» τους τραπεζίτες της χώρας, οι οποίοι κυλιούνται διαχρονικά σε ένα «βούρκο» απατεωνιάς και επίδειξης προκλητικής κοινωνικής αναλγησίας. Συν τοις άλλοις, σε εξέλιξη βρίσκεται πολυδάπανο κρατικό πρόγραμμα για τη δημιουργία ενός εκατομμυρίου κατοικιών μέσα στα επόμενα έξι χρόνια, όπως επίσης και αυξήσεις 30% στους βασικούς μισθούς, οι οποίοι μαζί με τα κοινωνικά βοηθήματα θα φτάσουν τα 700 δολάρια τον προσεχή Σεπτέμβρη!

 

ΜΜΕ

 

Σε ένα άλλο σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής, τα ΜΜΕ, οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα είναι εξίσου σημαντικές. Στο παρελθόν, το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ ελέγχονταν από την οικονομική ολιγαρχία, ασκώντας στην κυβέρνηση Τσάβες ισοπεδωτική κριτική στα όρια της στυγνής συκοφαντίας. Εξάλλου, ο ιδιοτελής τους ρόλος, αναδεικνύεται περίτρανα και στο αποτυχημένο πραξικόπημα, όταν την ώρα του γεγονότος μετέδιδαν… κινούμενα σχέδια! Για το λόγο αυτό, η κυβέρνηση ιδρύει το 2003 ένα νέο σταθμό, τον VIVE TV. Ο σταθμός διοικείται από συνέλευση εργαζομένων με παραπλήσιες αμοιβές. Το VIVE ΤV δεν έχει διαφημίσεις, έτσι ώστε να διατηρεί την ανεξαρτησία του, μένοντας με αυτό τον τρόπο ανοικτό στην πραγματική -και όχι κατασκευασμένη- κριτική προς την κυβέρνηση.

Επίσης, δύο χρόνια αργότερα, το 2005, δημιουργείται με την αρωγή των κυβερνήσεων της Βενεζουέλας, της Κούβας, της Αργεντινής και της Ουρουγουάης ο ηπειρωτικός σταθμός Telesur (Τηλεόραση του Νότου). Σκοπός του σταθμού είναι η προώθηση, μέσω της επικοινωνίας, της διαδικασίας ένωσης των λαών της Λατινικής Αμερικής σε περιφερειακό επίπεδο.

 

Πολιτική

 

Στο πολιτικό πεδίο, δημιουργούνται πολλές ρηξικέλευθες, ιστορικά πρωτότυπες καταστάσεις. Ρόλο-κλειδί στην, «εν κινήσει», διαδικασία επιτελούσαν αρχικά οι Μπολιβαριανοί Κύκλοι, οι οποίοι αργότερα, μετεξελίσσονται σε Κοινοτικά Συμβούλια, αμφότερα γνήσια τέκνα του όλου εγχειρήματος. Πρόκειται για λαϊκές συνελεύσεις και επιτροπές οι οποίες είναι οργανωμένες σε επίπεδο γειτονιάς, ομάδας σπιτιών ή εργασιακού χώρου. Αυτές οι συλλογικότητες πρωτοστατούν στην υλοποίηση και τον έλεγχο του κοινωνικού έργου της κυβέρνησης, διακατεχόμενες από αρχές ανιδιοτέλειας, αλτρουισμού, αποκέντρωσης, άμεσης δημοκρατίας. Παράλληλα, μεταβιβάζουν τις ιδέες των κοινωνικών κινημάτων στην κεντρική εξουσία. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι συνελεύσεις εκλέγουν αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους -όχι αντιπροσώπους- έτσι οι πολίτες της δεν μεταθέτουν την εξουσία σε άλλους, αλλά οι ίδιοι μετατρέπονται σε φορείς της. Επιπροσθέτως, ενέχουν θέση βασικού κορμού στο πλαίσιο μιας καινοφανούς συγκρότησης λαϊκών δημοκρατικών δομών. Ουσιαστικά, παίζουν τον άτυπο ρόλο μιας λαϊκής εξουσίας, παράλληλης με την κοινοβουλευτική, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο δυαδικό μοντέλο εξουσίας.

Οι συγκεκριμένες, νεοπαγείς δομές διαμορφώνουν μια νέα, ποιοτικά ανώτερη, δημοκρατία των «από κάτω». Η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2009, μετά από μια ακόμα διενέργεια δημοψηφίσματος, νομιμοποιεί και ενισχύει περαιτέρω τους νέους λαϊκούς θεσμούς ενσωματώνοντάς τους στο θεσμικό πλαίσιο του πολιτεύματος. Τα παραπάνω στοιχεία καταμαρτυρούν μια αξιομνημόνευτη τάση λαϊκής αυτενέργειας και κατ' επέκταση πολιτικής χειραφέτησης άνευ προηγουμένου.

 

Διεθνής πολιτική

 

Στο διεθνές επίπεδο προωθείται η δημιουργία νέων οργανισμών ως ολοκληρωμένων εναλλακτικών απαντήσεων στα σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για συνέχιση της κυριαρχίας του στην περιοχή. Σε αυτές τις πρωτοβουλίες η κυβέρνηση της Βενεζουέλας όχι μόνο συμμετέχει αλλά ηγείται κιόλας, όντας πιστή στο όραμα του Σιμόν Μπολίβαρ για ενοποίηση όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα νεοϊδρυθέντων διεθνών οργανισμών αποτελούν: η Μπολιβαριανή Συμμαχία των λαών της Αμερικής (ALBA-2005), η Ένωση Κρατών της Ν. Αμερικής (UNASUR-2008) και προσφάτως η Κοινότητα Κρατών Λατινικής Αμερικής (CELAC-2011). Αυτοί οι νεότευκτοι αντι-ιεραρχικοί οργανισμοί αποσκοπούν στην «οριζόντιου είδους» περιφερειακή ολοκλήρωση των λατινοαμερικανικών χωρών σε μετα-εμπορική και ισότιμη βάση.

 

Βενεζουέλα 1998 – Ελλάδα 2012: Δύο χώρες με πολλά κοινά

 

Όλα τα πρωθύστερα σταχυολογούνται ως κάποιες από τις πιο αξιοσημείωτες πτυχές της κοσμογονίας που συντελείται στη Βενεζουέλα τα τελευταία έτη. Η περήφανη αυτή χώρα, υπερκερνώντας αναπόφευκτες καθυστερήσεις, ελλείψεις και αντιφάσεις πορεύεται εδώ και 14 χρόνια στο «μονόδρομο» του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και της άρσης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Η μελέτη της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας της χώρας του Τσάβες είναι επιβεβλημένη, γιατί τα κοινά της Βενεζουέλας του 1998 με την Ελλάδα του 2012 τυχαίνει να είναι και πολλά αλλά και κομβικής σημασίας επίσης. Ο κεντρικός ρόλος του ΔΝΤ στην καταστροφή της ντόπιας οικονομίας και στην αποσάθρωση του κοινωνικού κράτους. Το σάπιο πολιτικό σύστημα. Η διόγκωση του δημόσιου χρέους. Η ύπαρξη «δομικής» φτώχειας. Η ανεξέλεγκτη άνοδος της ανεργίας. Τα εκμαυλισμένα ΜΜ. Η κοινωνική αναλγησία των τραπεζιτών. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η περιθωριοποίηση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας και η συνακόλουθη εξαθλίωσή τους καθίστανται οι πιο τρανταχτές ομοιότητες των δύο χωρών τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Βέβαια, εκτός από ομοιότητες υπάρχουν και διαφορές όπως ότι στην προσπάθεια διάλυσης της Ελλάδας δεν πρωτοστατεί ο αμερικανικός αλλά ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός μέσω της γερμανοκρατούμενης Ε.Ε.

Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει, επίσης, στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει η Ελλάδα του 2012 σε σχέση με τη Βενεζουέλα του 1998. Τέτοιο είναι το υψηλό μορφωτικό επίπεδο του εργατικού της δυναμικού. Η υψηλή ανάπτυξη υπηρεσιών της όπως ο τουρισμός και το εμπόριο, τα οποία παρ' όλο που δεν βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο, εντούτοις δεν παύουν να αποτελούν εθνικό πλούτο. Ένα, ακόμα, πλεονέκτημα μπορεί να χαρακτηριστεί και η ύπαρξη ισχυρής, αν και πολυκατακερματισμένης, ριζοσπαστικής – κομμουνιστικής Αριστεράς.

Αναφορά πρέπει να γίνει όμως και στα συγκριτικά μειονεκτήματα της χώρας μας. Τέτοια είναι η μη αξιοποίηση του φυσικού της πλούτου και η βαθιά αλλοτρίωση του πληθυσμού της από δυτικά πρότυπα ατομικισμού, ανταγωνισμού και «ευδαιμονίας». Μεγαλύτερο, όμως, «κουσούρι» για την χώρα μας αποτελεί η έλλειψη ενός πολυσυλλεκτικού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου που θα προβάλλει το όραμα του γκρεμίσματος του ειδικού καθεστώτος της τροϊκανικής βαρβαρότητας στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος με αιχμές τη Δημοκρατία, την ανεξαρτησία, την ενδογενή ανάπτυξη, τη χειραφέτηση. Για όσους, παρ' όλα αυτά, ενδέχεται να θεωρούν την Ελλάδα αναπτυγμένο ευρωπαϊκό κράτος και τη Βενεζουέλα τριτοκοσμικό, τους προτείνουμε μια βόλτα στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας και των άλλων μεγάλων ελληνικών πόλεων για να «απολαύσουν» εκτυφλωτική «ανάπτυξη» και ιλουστρασιόν «ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Τέλος, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Μάνος Σαριδάκης, ένας εκ των συγγραφέων του βιβλίου Βενεζουέλα-Αποστολή οι σύγχρονες ανατροπές δεν γίνονται σώνει και καλά με «εφόδους στα χειμερινά ανάκτορα», ούτε ακολουθώντας κατά γράμμα τις «Επαναστατικές Γραφές». Οι ανατροπές, πάνω απ' όλα, προϋποθέτουν τη σωστή ανάγνωση της ιστορικής συγκυρίας και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του κάθε λαού. Μόνο έτσι δύναται να οικοδομηθεί μια ριζικά νέα κατάσταση προς όφελος της λαϊκής πλειοψηφίας. Ας τολμήσουμε την ανατροπή των συσχετισμών, ας γίνουμε ο εφιάλτης των καταπιεστών μας, ας χαράξουμε την πορεία μιας σύγχρονης εθνικής και κοινωνικής παλιγγενεσίας. Διότι, θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία…

 

* Μπολιβαριανή Επανάσταση: Πήρε το όνομά της, από τον Σιμόν Μπολίβαρ (1783-1830). Ο Μπολίβαρ αποτέλεσε τον ηγέτη των ινδοαμερικανικών λαών στον αγώνα τους για ανεξαρτησία από τους Ισπανούς αποικιοκράτες. Θεωρείται ήρωας για πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Βενεζουέλα, η Κολομβία, το Περού, ο Παναμάς και η Βολιβία. Εμπνεύστηκε και προώθησε την ένωση των εθνών της ηπείρου με τη μορφή συνομοσπονδίας.

 

Πηγές:

 

1) Συλλογικό έργο, Βενεζουέλα- Αποστολή, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2006.

2) Ο σοσιαλισμός της Βενεζουέλας και το κόμμα που θα τον προωθήσει, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2009.

3) Αριάδνη Αλαβάνου, Κοινότητα Κρατών Λατινικής Αμερικής: Ο «τρίτος δακτύλιος» περιφερειακής ολοκλήρωσης, εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, 22/12/2011.

4) Νεοκλής Θεοδωρόπουλος, Banco Bincentario: η πρώτη σοσιαλιστική τράπεζα ιδρύθηκε στο Καράκας, site News http://Kozaninet.gr

5) James Petras, Τσάβες εναντίον Ομπάμα, εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, 3/10/2011

6) Left wing, http://aristeri-diexodos.blogspot.com ,

 

10/4/2012.

 

ΠΗΓΗ: Εφημερ. «ΔΡΟΜΟΣ της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ», 21 ΑΠΡΙΛΗ 2012 

Για τη σημασία των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαΐου

Για τη σημασία των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαΐου, το στρατηγικό ερώτημα και την αμηχανία της Αριστεράς

 

Των Κανελλή Δημήτρη, Στόμη Παγώνας, Χήτα Λάμπρου*

 

1. Από πολιτική άποψη βρισκόμαστε σε μια οριακή στιγμή. Όλη η ενέργεια που απελευθερωνόταν από τις σημαντικότατες λαϊκές και εργατικές κινητοποιήσεις του προηγούμενου διαστήματος, μοιάζει να συμπιέζεται πλέον εκρηκτικά μέσα στη βουβή προετοιμασία της αστικής κοινοβουλευτικής εκλογικής διαδικασίας. Μοιάζει αυτή η πολιτική μουγκαμάρα της δημοκρατίας fast food που επιβάλλεται στη χώρα, σαν την προσωρινή σιωπή που κάνει η χύτρα ταχύτητος, όταν της έχουν αφαιρέσει την βαλβίδα εκτόνωσης.

Είναι σαφές πως η συνεχιζόμενη αθλιότητα των συνεχών εκβιαστικών διλημμάτων που θέτει στον ελληνικό λαό το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ντόπια ολιγαρχία των τραπεζών του πολιτικού κατεστημένου και των media, φάνει σε ένα ποσοτικό όριο πέραν του οποίου, η ταχύτητα των πολιτικών εξελίξεων θα είναι ραγδαία και εκρηκτική.

Δύο ανοιχτά ενδεχόμενα υπάρχουν πέρα από αυτό το πολιτικό όριο που ζούμε σήμερα:

Α) Είτε η αστική κοινοβουλευτική διαδικασία θα αποκαταστήσει την πολιτική νομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης επέλασης: της εσωτερικής υποτίμησης, της ολοκληρωτικής αποπτώχευσης του ελληνικού λαού, της συντριβής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθερίων των εργαζομένων, του γενικευμένου εθνικού κοινωνικού και πολιτισμικού αποπληθωρισμού.

Β) Είτε το μεγάλο νεοφιλελεύθερο πείραμα της «αυτόβουλης» υποδούλωσης και της απελπισμένης αυτοχειρίας ενός ολοκλήρου λαού στο ναό του ΕΥΡΩ και των τραπεζικών κερδών, θα έχει αποτύχει. Μαζί θα έχει δεχτεί συντριπτική ήττα και το γαλλογερμανικό σχέδιο οικονομικής κατίσχυσης όλων των λαών της Ευρώπης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εάν συμβεί, αναγκαστικά θα ελευθερώσει σημαντικές πολιτικές δυναμικές τόσο για την ελληνική κοινωνία όσο και για το σύνολο των λαών της Ευρώπης αμφισβητώντας ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα του καπιταλιστικού χρήματος και του νεοφιλελευθερισμού.

 

2. Συνεπώς αυτή η εκλογική αναμέτρηση ενέχει σήμερα μια τεράστια πολιτική σημασία. Σε πείσμα εκείνων των αριστερών αναλυτών που περιφρονούν την σημασία της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η ιστορία πάντα πρωτότυπη, επιλέγει σε αυτήν τη χρονική στιγμή, η πορεία ενός ολόκληρου λαού να καθορίζεται από μια εκλογική διαδικασία με πανευρωπαϊκή πολιτική διάσταση και σημασία. (Σχετικά δείτε και την συνέντευξη του Παναγιώτη Λαφαζάνη στην ΙΣΚΡΑ: «Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 6ης ΜΑΗ»). Αν το σκεφτούμε καλύτερα θα διακρίνουμε ότι δεν υπήρχε και άλλος τρόπος. Η εκλογική διαδικασία σταδιακά αναδεικνυόταν ως το πεδίο μιας συνολικής ταξικής αναμέτρησης με καθοριστική πολιτική σημασία και συνεπώς ως μια αναπόφευκτη πρόκληση για τις δυνάμεις της αριστεράς.

Άλλωστε η αυταρχική θωράκιση του κράτους απέναντι στα λαϊκά κινήματα, η συνεχής διαφυγή των κυβερνήσεων των μνημονίων στην ωμή αστυνομική βία ως πρακτική επίλυσης όλων των πολιτικών προβλημάτων, αποτέλεσαν πολιτικές επιλογές οι οποίες βάθαιναν συνεχώς το έλλειμμα πολιτικής νομιμοποίησης τους. Συνεπακόλουθα η εκλογική διαδικασία σταδιακά αναδεικνυόταν ως η μοναδική επιλογή για τον αστικό συνασπισμό προκειμένου να διατηρήσει μια δυναμική ηγεμονίας. Αυτή η επιλογή του κράτους, το να μετατρέπει σε κόλαση αστυνομικής βίας, κάθε αυθόρμητη αγωνιστική εκδήλωση του λαού και η ταυτόχρονη επιλογή της συντριβής της εργατικής τάξης με ποσοστά ανεργίας που θυμίζουν τις προπολεμικές κρίσεις των δύο παγκοσμίων πολέμων, αναγκαστικά ανέδειξε και μια τάση για συνεχή αναβάθμιση των πολιτικών διλημμάτων και εκβιασμών. Το εκβιαστικό δίλλημα «ευρώ ή χάος» σταδιακά εγκαταστάθηκε μέσα από την ρητορεία του αστικού πολιτικού προσωπικού ως το σύγχρονο πολιτικό ανάλογο του «Καραμανλής η Τανκς». Πρόκειται για ανοιχτό εκβιασμό και απροκάλυπτη απειλή για τις λαϊκές μάζες. Από την άποψη αυτή το πολιτικό σύστημα επιλέγει τη συνεχή αναβάθμιση των πολιτικών επίδικων και διλημμάτων που θέτει. Η επιβολή ενός καθεστώτος αστυνομικής και κοινωνικής βίας από τη μια, σημαίνει και την ανάγκη για γενική πολιτική επικράτηση και την αναγκαστική επένδυση στο στοίχημα της στρατηγικής αμηχανίας των αντιπάλων του.

Ήδη σε πολύ σύντομο χρόνο και ομολογουμένως με μεγάλο δείκτη ελαστικότητας και αποτελεσματικότητας, το πολιτικό σύστημα μπόρεσε να δημιουργήσει το νέο «κόμμα» (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και τραπεζιτών), ως την ναυαρχίδα του στόλου του και ταυτόχρονα να προετοιμάσει ένα σύνολο εφεδρικών-γεννόσημων κομμάτων προκειμένου να συμπληρώσει την πολιτική του αρμάδα και να ελέγξει εκλογικά τη λαϊκή δυσαρέσκεια (ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ κ.λ.π.)

Στη γενική κατεύθυνση της εκλογικής προετοιμασίας του πολιτικού συστήματος, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την αλλαγή βάρδιας που γίνεται και στο χώρο της ακροδεξιάς με την ενίσχυση της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, ως μια δύναμης που να μπορεί να δοκιμάζει να αναχαιτίζει το λαϊκό κίνημα με όρους ξενοφοβικού «ανορθόδοξου πολέμου» όπως επίσης κα την πειθάρχηση του ΛΑΟΣ σε ελάχιστα ποσοστά και με τον ταυτόχρονο μνημονιακό εξορθολογισμό του οικονομικού πολιτικού του προγράμματος (υπό την πολιτική επιτροπεία του Κύρτσου).

Σε αυτό το κλίμα δεν είναι τυχαία και η συστηματική επίθεση στην αριστερά, η προσπάθεια ανακοπής της επιρροής της, οι συνεχείς εμφυλιοπολεμικές αναφορές. Αστυνομική βία απέναντι σε κάθε ριζοσπαστικό σκίρτημα και συνεχής αναβάθμιση του στρατηγικού χαρακτήρα των πολιτικών διλημμάτων. Αυτή είναι η πολιτική επιλογή των αστικών επιτελείων. Δεν χωρεί πλέον καμία αμφιβολία πως η επαύριο των εκλογών θα είναι κόλαφος για τις λαϊκές μάζες, εφόσον αυτές ηττηθούν πολιτικά.

 

3. Σε αυτό το τοπίο και προχωρώντας προς τις εκλογές της 6ης Μαΐου είναι πλέον φανερό πως το μεγάλο μέρος των δυνάμεων της αριστεράς (όλων των ιστορικών ρευμάτων) δεν μπορούμε να υπερβούμε την στρατηγική μας αμηχανία. Παρ΄ όλη την δυναμική που αναδείχτηκε από το λαϊκό κίνημα, παρόλη τη συντριβή της κυβέρνησης Παπανδρέου στις πλατείες και τις παρελάσεις και την αναπάντεχη φθορά της κυβερνητικής εφεδρείας της ΝΔ, εντούτοις κανένας από τους βασικούς πόλους της αριστεράς δεν μπόρεσε να το τροφοδοτήσει και να τροφοδοτηθεί με τρόπο ικανό ώστε να αντιπαρατεθεί στην αστική επίθεση. Η όποια δημοσκοπική ανάπτυξη της εκλογικής επιρροής της αριστεράς δε σημαίνει σε καμία περίπτωση και απάντηση των στρατηγικών ερωτημάτων της περιόδου. Γι' αυτό άλλωστε και αυτή η δημοσκοπική ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες που επιτρέπει η συνολική, η «οργανική» κρίση των σχέσεων εκπροσώπησης του αστικού πολιτικού συστήματος.

Από την πλευρά του ΚΚΕ, η αύξηση του πολιτικού πήχη από τον αντίπαλο συνεχίζει να απαντιέται με ένα ιδιότυπο στρουθοκαμηλισμό που βλέπει τον αποδεκατισμό των δικαιωμάτων τη εργατικής τάξης ως μια ειδικού τύπου αυτοαναφορική δικαίωση και ως μια ευκαιρία για την διάλυση όλων των άλλων εκδόχων της αριστεράς, σε μια διαδικασία υπερμελλοντικής οργάνωσης της «Λαϊκής Εξουσίας». Η πολιτική του «Πέντε κόμματα δυο Πολιτικές» στις σημερινές συνθήκες μεταφράζεται σε αδυναμία ανάληψης κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας και την εμπέδωση μιας φοβικής στάσης απέναντι στα κινήματα.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι η ταλάντευση και η στρατηγική αμηχανία της προηγούμενης περιόδου και η αδυναμία ιεράρχησης ενός συνεκτικού αριστερού πολιτικού λόγου, σταδιακά αντικαθίσταται (για την πλειοψηφική ομάδα) από μια κατεύθυνση όπου αναμένει την αστική τάξη να επαναπροσδιορίσει τη στάση της σε προοδευτικότερη κατεύθυνση. Μοιάζει ως να αναμένει την όποια προοδευτική κοινωνική εξέλιξη όχι από την ριζοσπαστική δράση του λαού και της αριστεράς, αλλά μέσα από την ενδυνάμωση των αντιφάσεων της αστικής κίνησης. Κατ' ελάχιστον είναι ανεδαφικό, το να θεώρει κάποιος ότι σε αυτήν την συγκυρία μπορεί να προστατευτεί το λαϊκό εισόδημα και η απασχόληση, να γίνει στάση πληρωμών στο ληστρικό χρέος, να ανοίξει ένας κύκλος παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και να παραμένουμε ταυτόχρονα και στο ευρώ, δηλαδή σε συμφιλίωση με την κυρίαρχη αστική επιλογή. Συνεπώς η όποια επίκληση ενότητας και πρόταση συνεργασίας που γίνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ προς την αριστερά, φέρει ταυτόχρονα και μια συντηρητική στόχευση που μοιάζει να απευθύνεται στην αντίθετη εντελώς κατεύθυνση, εφόσον αυτή δεν περιλαμβάνει ως βασικό της στοιχείο την ανάγκη της πολιτικής και κινηματικής προετοιμασίας του λαού σε μια διαδικασία πολιτικών τομών και ρήξεων εντός της ελληνική κοινωνίας, διαδικασία αναγκαστική, εφόσον αναγκαστική είναι και σύγκρουση με την ευρωζώνη.

Στα πλαίσια αυτά, καμία αξία δεν μπορεί να έχει η όποια κυβερνητική στρατηγική της αριστεράς όσο ριζοσπαστικά και αν εκφέρεται, εφόσον δεν μπορεί να στηρίζεται σε ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα ιδεολογικά προετοιμασμένο για τις αντιφάσεις που ενέχει μια αλλαγή κατεύθυνσης για τη χώρα. Συνεπώς η άρνηση (της πλειοψηφικής ομάδας) του ΣΥΡΙΖΑ να αναφερθεί στην ανάγκη της ρήξης με το ευρώ και της ΕΕ, καθώς και η άρνηση της ρητής απαίτησης για διαγραφή του χρέους, εν τέλει σημαίνει άρνηση της σύγκρουσης με τους βασικούς πυλώνες της αστικής ιδεολογικής επέλασης. Είναι αφελές το να πιστεύει κάποιος πως το στοιχειό αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από τα λαϊκά στρώματα και πως αυτή η πολιτική φυγομαχία δεν συμβάλει τελικά στη νομιμοποίηση της αστικής ρητορείας και την εξουδετέρωση της αριστερής δυναμικής. Το γεγονός αυτό τελικά συμβάλει στην μείωση εν τέλη της αξιοπιστίας κάθε εναλλακτικής αριστερής και ριζοσπαστικής στρατηγικής.

Από την άλλη μεριά, μέσα σε αυτό το τοπίο και η πολιτική πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να αλλάξει τα δεδομένα. Χωρίς παλμό, χωρίς βηματισμό, χωρίς πρωτοβουλίες άμεσων αποφασιστικών και ειλικρινών πολιτικών κινήσεων που να προσπαθούν να συσπειρώσουν τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές της αντίστασης. Σε αυτήν τη συγκυρία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται να σκορπά την ευκαιρία που αντικειμενικά είχε, να αποτελέσει τον πολιτικό καταλύτη μιας ανατρεπτικής ριζοσπαστικής και ενωτικής διαδικασίας εντός της αριστεράς. Η συνεχής ταλάντευση ανάμεσα στην ανάγκη να βαθύνει το προγραμματικό περιεχόμενο μιας αναγκαίας ριζοσπαστικής πολιτικής πρότασης με γειωμένες χωροχρονικές συντεταγμένες και στην έμφυτη ενόρμηση για αποφυγή των δύσκολων ερωτημάτων διαμέσου της ευκολίας του επαναστατικού βερμπαλισμού, τελικά την οδηγεί στο να παραμένει στα όρια της πολιτικής καταγραφής των ιστορικών οργανώσεων που την απαρτίζουν.

Αντικειμενικά τα όποια θετικά στοιχεία προκύπτουν, από την πολιτική διακήρυξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με άξονες τη στάση πληρωμών προς τους δανειστές, τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και του νομίσματος, την προστασία του λαϊκού εισοδήματος, της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, αυτά εξανεμίζονται ακριβώς τη στιγμή που αδυνατεί να τα μετουσιώσει σε προγραμματικό πλαίσιο με το οποίο να μπορεί να συγκροτεί πολιτικές συμμαχίες και συνεργασίες.

 

4. Ειδικότερα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως όλη αυτή η αμηχανία που διαφάνηκε στην θετική απάντηση του ΜΕΤΩΠΟΥ Α&Α και την τελική άρνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρόταση εκλογικής και πολιτικής συνεργασίας (την οποία υποτίθεται πως η ίδια είχε αρχικά κάνει), τελικά δείχνει ακριβώς τα πολύ στενά πολιτικά όρια αυτού του πολιτικού χώρου.

Όλος αυτός ο τρόπος της «ιεροεξεταστικής» αξιολόγησης της ιστορικής διαδρομής των προσώπων και γενικότερα η εχθρική συμπεριφορά απέναντι στο πρόσωπο του Αλέκου Αλαβάνου, όσο όμως στο σύνολο των συντρόφων και αγωνιστών του ΜΕΤΩΠΟΥ Α&Α και κυρίως όλη η συμβολική σημασία που έχει η άρνηση συνεργασίας με εκείνες τις δυνάμεις που έδωσαν ανοιχτή πολιτική σύγκρουση με τα ίδια τα δικά τους πολιτικά σχήματα και παραδόσεις, εκφράζοντας την ανάγκη ριζοσπαστικού επανακαθορισμού της ελληνικής κοινωνίας και του εαυτού τους μέσα σε αυτή, αναγκαστικά σημαίνει και την πλήρη αντιστροφή της αναγκαίας ιεράρχησης των πολιτικών στόχων και προτεραιοτήτων της περιόδου.

Σε τελευταία ανάλυση, με ποιο κριτήριο το ΚΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκρινε πως ο Αλέκος Αλαβάνος περισσεύει από την εκλογική μάχη της 6ης Μάιου; Ποιος είναι αυτός ο Αλαβάνος και τι κακό έχει κάνει στο λαϊκό κίνημα; Δεν είναι αυτός που αρνήθηκε να παραμένει αρχηγός ενός αριστερού πολιτικού κόμματος που η πλειοψηφία του αρνούνταν επίμονα την ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού του λόγου; Ποιος άλλος αρχηγός κόμματος της αριστεράς στην Ελλάδα έχει συγκρουστεί από τα αριστερά με την κοινωνική βάση του κόμματος του και εξ αυτού έχει αρνηθεί τη βουλευτική του έδρα, προκειμένου να συναντηθεί με τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς; Δεν είναι αυτός που έδωσε τον κοινοβουλευτικό αγώνα για την πολιτική στήριξη του φοιτητικού κινήματος το 2006-2007 στη μάχη για την υπεράσπιση του άρθρου 16 του συντάγματος; Δεν είναι αυτός που στην εξέγερση που ακολούθησε την δολοφονία του Γρηγορόπουλου το Δεκέμβρη του 2008, αρνήθηκε να καταγγείλει την νεολαιίστικη αυθόρμητη αντιβία, σε πείσμα ολόκληρου του αστικού πολιτικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ); Τελικά ποιος είναι αυτός ο Αλέκος Αλαβάνος που περισσεύει από τη σημερινή αναμέτρηση; Έχει πολλούς Αλαβάνους η ελληνική αριστερά; Και αν τελικά αυτός ο άνθρωπος περισσεύει, τότε σε ποιον απευθύνεται η πρόταση για συγκρότηση πολιτικού «μετώπου ρήξης και ανατροπής» που έκανε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ;

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή την κορυφαία πολιτική μάχη των εκλογών, ακριβώς σε εκείνη την χρονική περίοδο που επιχειρείται η εκλογική νομιμοποίηση μιας πολιτικής που σκοπεύσει στην ολοκληρωτική συντριβή των εργαζομένων, δυστυχώς δεν μπαίνει στον εκλογικό πολιτικό αγώνα αξιοποιώντας το σύνολο του διαθέσιμου αριστερού πολιτικού δυναμικού, ώστε να συμβάλει αποφασιστικά στο στόχο της εκλογικής συντριβής του ΠΑΣΟΚ&ΝΔ, και την ενίσχυση της ριζοσπαστικής αριστεράς πάνω από το αναγκαίο αναγνωρίσιμο όριο του 3%, δηλαδή πάνω από το όριο της έμπρακτης αποδυνάμωσης της κοινοβουλευτικής ισχύος του αντιδραστικού συνασπισμού, δηλαδή για την νίκη της αριστεράς στις εκλογές και την ενίσχυση των δυνάμεων που παλεύουν για την αποδέσμευση της χώρας από την μέγγενη του ΔΝΤ και του ΕΥΡΩ. Αντίθετα επιλέγει τη μειοψηφική εκλογική καταγραφή ενός καθαρού (υποτιθέμενου) πολιτικού ρεύματος αναδιπλασιάζοντας ως μικρογραφία την πολιτική του ΚΚΕ (και συνεπώς νομιμοποιώντας την κιόλας).

Η κίνηση αυτή βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα των αναγκαιοτήτων της περιόδου, αφού μεταφέρει το κέντρο βάρος της αντιπαράθεσης εντός του ενδοαριστερού εμφύλιου (χωρίς μάλιστα προφανή αιτία) ακριβώς την στιγμή που απαιτείται η μέγιστη κρουστική δύναμη από την πλευρά της αριστεράς για την αναχαίτιση της αστικής επίθεσης.

 

5. Αυτή η στρατηγική αμηχανία της αριστεράς στην συγκυρία αποκτάει μια ειδικότερη (αρνητική βαρύτητα) εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα της ίδια της κίνησης των λαϊκών μαζών και του τεράστιου μεγέθους και ιστορικής σημασίας λαϊκών κινητοποιήσεων που εξελίχθηκαν σε όλη την προηγούμενη περίοδο. Σε αυτό το φόντο η αναζήτηση των στοιχείων ενός αριστερού πολιτικού προγράμματος δεν μπορεί να γίνεται με όρους ιδεοληπτικούς, αλλά ως εκείνη η κοινωνική αναγκαιότητα και συνάμα εκείνη η πραγματική πολιτική δυνατότητα που αναδύεται μέσα από την ίδια την μαχητική διεκδίκηση και πάλη του λαού.

Από την άποψη αυτή είμαστε αναγκασμένοι να θεωρήσουμε πως, ανεξάρτητα από τις επιμέρους προσεγγίσεις και ιδιολέκτους, είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός Λαϊκού μετώπου με κέντρο την αριστερά, που να μπορεί να προωθήσει άμεσα τους αναγκαίους μεταρρυθμιστικούς στόχους, της στάσης πληρωμής του χρέους, της μονομερούς διαγραφής του, (ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του), της αποδέσμευσης της χώρας από την ευρωζώνη και το ΔΝΤ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, την προστασία του λαϊκού εισοδήματος και της απασχόλησης, την προστασία των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Σήμερα είναι φανερό πλέον πως αυτό το περιεχόμενο δεν έχει μονοσήμαντα αριστερό πρόσημο, ούτε η επίτευξή του θα αποτελούσε την εγγυημένη απαρχή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αποτελεί όμως την αναγκαία συνθήκη για την αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού δύναμης, την αναγκαία διαδικασία για το ξεδίπλωμα όλης της δυναμικής του λαϊκού κινήματος, την αναγκαία κοινωνική και πολιτική συνθήκη για τη ρεαλιστική ωρίμανση των προϋποθέσεων της αριστερής ηγεμονίας και της αναζήτησης μια νέας σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής.

Προφανώς αυτή η προοπτική του Λαϊκού μετώπου με κέντρο την αριστερά είναι διαφορετική από μια γενική επίκληση της ανάγκης ενός αριστερού μετώπου, ή της ανάγκης για ενότητα της αριστεράς. Η προοπτική του Λαϊκού μετώπου, συγκροτείται μέσα από την στοχοπροσήλωση της αριστεράς στην υπεράσπιση των αναγκών των λαϊκών μαζών. Αυτή η ισχυρή διασύνδεση της αριστεράς με τις λαϊκές μάζες είναι και η μοναδική συνθήκη, που μπορεί να επιτρέψει την ενδυνάμωση και ενίσχυσή της, αλλά και την ενδυνάμωση και ενίσχυση και των λαϊκών αγώνων.

Αυτή η προοπτική δεν είναι η αφηρημένη προβολή και η αυτοαναφορική πραγμάτωση των αριστερών στρατηγικών (πχ. η ενίσχυση του αντικαπιταλιστικού αριστερού μετώπου ή η ενίσχυση του κομμουνιστικού κόμματος ή η αποδυνάμωση του ΚΚΕ και η ίδρυση ενός νέου κομμουνιστικού φορέα). Η επιμονή της τοποθέτησης αυτών των στρατηγικών αναζητήσεων ως προαπαιτούμενων και όχι ως ενδεχομένων κάθε μετωπικής πολιτικής προσπάθειας και συνεργασίας, αντικειμενικά αναπαράγει τη διάσπαση εφόσον αναπαράγει διαχωρισμούς ορισμένους με ιδεοληπτικούς όρους. Αντίθετα η υπαγωγή όλων των προτεραιοτήτων των αριστερών μετώπων στις ανάγκες και τους αγώνες των λαϊκών μαζών μπορεί να δώσει την δυναμική του επαναστατικού προσδιορισμού στην αριστερά. Επαναστατικού με την έννοια εκείνης της αριστεράς που ανατρέπει τους όρους κατίσχυσης των λαϊκών μαζών από τον συνασπισμό εξουσίας, δηλαδή επαναστατική με όρους πολιτικής διαδικασίας και όχι αυτοαναγόρευσης. Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε άλλωστε να διεκδικεί στο δικό της στρατόπεδο δυνάμεις, όπως το ΕΠΑΜ και όχι να τις παραδίδει εν τέλει στην πολιορκία του πατριωτικού συντηρητικού χώρου. Επίσης μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να ενισχύσει τη συζήτηση για την ανάγκη ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος με μαζικούς και λαϊκούς όρους και όχι με όρους ακαδημαϊκούς και εργαστηριακούς.

Αυτή η αντίφαση στο φόντο των εκλογών της 6ης Μαϊου γίνεται μέγιστη. Σε αυτό το φόντο η στρατηγική αμηχανία της αριστεράς από τη μία μεριά και το μέγεθος της αστικής επίθεσης από την άλλη oξύνουν όλες τις αντιφάσεις μας και αναδεικνύουν ότι στον πυρήνα της κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος βρίσκεται και η αριστερά. Η ανατροπή του πολιτικού συστήματος και της συνθήκης κοινωνικής καταστροφής που επιβάλλεται σήμερα, περνάει μέσα από την ίδια την ανατροπή που πρέπει να γίνει στην αριστερά και την ανάγκη επαναστατικοποίησης των όρων ύπαρξης της.

Αυτή είναι και η μεγάλη πολιτική παρακαταθήκη του κινήματος των πλατειών και των λαϊκών συνελεύσεων. Η πλατιά συνειδητοποίηση ότι στο μεγάλο κάδρο της πολιτικής κρίσης του πολιτικού συστήματος της χώρας, η αριστερά κατέχει τη δική της θέση. Τελικά το αίτημα των πλατειών, του «να γκρεμιστεί η κοινοβουλευτική χούντα», σταδιακά μετασχηματίζεται σε δήλωση καταγγελίας και της αριστεράς, εφόσον αυτή δεν οργανώνεται πολιτικά προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη να υλοποιήσει αυτήν την ανατροπή.

Εάν τελικά αυτό δεν γίνει, εάν τελικά η αριστερά δεν ριζοσπαστικοποιηθεί, τότε αυτή η επίθεση που διεξάγει ο ταξικός αντίπαλος τελικά θα επιτύχει παράγοντας μη αντιστρεπτά αποτελέσματα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εάν τελικά συμβεί, θα οφείλεται και στην αριστερά. Και το στοιχείο αυτό οι λαϊκές μάζες και θα το αξιολογήσουν και θα το αποδώσουν.

 

6. Συνεπώς από αυτήν την άποψη η «πρόταση» του αριστερού και λαϊκού μετώπου παρ΄ όλη την σχετική της αποδοχή από ένα μεγάλο αριθμό πολιτικών στελεχών της αριστεράς σε όλες τις οργανώσεις και τα ιστορικά της ρεύματα, εντούτοις φαίνεται ότι αποτελεί μια μειοψηφική εκδοχή η οποία δεν καταφέρνει να δώσει τον ηγεμονικό τόνο, να ανασημασιοδοτήσει τις πολιτικές προτεραιότητες των οργανώσεων και των κομμάτων της αριστεράς, να ανοίξει γέφυρες επικοινωνίας και πολιτικής συνεργασίας, να συμβάλει καθοριστικά σε αλλαγή πορείας και στον αναγκαίο πολιτικό εξοπλισμό του λαϊκού κινήματος.

Παρά τις επιμέρους μάχες που δίνονται μέσα στις οργανώσεις και τα κόμματα της αριστεράς, παρά τις επιμέρους νίκες στα σημεία, σε γενικές γραμμές δεν έχει γίνει κατορθωτό να αλλάξει η συνολική πολιτική κατεύθυνση στην αριστερά, να είναι δηλαδή αυτή η κυρίαρχη εκδοχή της αναγκαίας και νικηφόρας αριστερής προοπτικής.

Το ερώτημα αυτό αναγκαστικά πρέπει να απαντηθεί αυτοκριτικά από το σύνολο αυτών των πολιτικών στελεχών της αριστεράς και να απαντηθεί αποφασιστικά εντός των χωροχρονικών αναγκαιοτήτων της εποχής. Είναι πλέον φανερό πως όσες επιμέρους μάχες και αν κερδηθούν μέσα σε κάθε πολιτικό χώρο της αριστεράς το τελικό αποτέλεσμα θα παραμένει αρνητικό, εφόσον και οι προτεραιότητες είναι αντεστραμμένες. Γιατί σε τελευταία ανάλυση το ερώτημα δεν είναι το τί πρέπει να κάνει η κάθε οργάνωση, ή πόλος της αριστεράς, αλλά τι θα πρέπει να γίνει με το λαϊκό κίνημα, το ερώτημα είναι το πού πάει μια ολόκληρη χώρα.

Συνεπώς η ίδια η επιλογή του πεδίου της μάχης, δηλαδή η επιλογή του να παραμένει αυτή η υπόθεση, εσωτερικό ζήτημα για κάθε οργάνωση ξεχωριστά, καθιστά τελικά περιορισμένης αξιοπιστίας το ίδιο το αίτημα της μετωπικής πολιτικής συγκρότησης της αριστεράς.

Όσο η γραμμή του Λαϊκού και αριστερού μετώπου θα δίνεται εντός των οργανώσεων με όλο το φορτίο των ιστορικών συμβολισμών, διαμεσολαβήσεων και αγκυλώσεων, τόσο αυτή η μάχη θα χάνεται. Αντίθετα θα πρέπει να υπάρξει μια καθαρή και αναγνωρίσιμη δύναμη στην ελληνική κοινωνία που να δοκιμάσει αυτήν την πολιτική πρόταση και να συμβάλει με τρόπο δημόσιο και αναγνωρίσιμο σε αυτήν την κατεύθυνση. Αυτή η πολιτική δύναμη αναγκαστικά θα φέρει τα χαρακτηριστικά ενός δικτύου προσωπικοτήτων που θα πρέπει να επιταχύνουν μια πορεία υπέρβασης του σημερινού τοπίου στρατηγικής αμηχανίας και κατακερματισμού των δυνάμεων της αριστεράς. Αυτή η πρωτοβουλία προσωπικοτήτων θα πρέπει να μπει κατ' ευθείαν στα κύριο ζήτημα χωρίς υπεκφυγές και ταλαντεύσεις (κάτι που δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα το Αριστερό Βήμα).

 

7. Από τη σκοπιά αυτή είμαστε και εμείς υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στη δική μας ιδιαίτερη αυτοκριτική. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή δώσαμε τη μάχη ως μέλη της ΑΡΑΝ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με όσες δυνάμεις διαθέταμε, για να ενισχυθεί η δυναμική της πολιτικής πρότασης του Αριστερού και Λαϊκού μετώπου, εντός της ΑΡΑΝ και εντός του ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτήν την κατεύθυνση την παλέψαμε στα σχήματα γειτονιών και συμμετείχαμε με όλες μας τις δυνάμεις, στην προσπάθεια να ενισχυθεί ο πολιτικός χαρακτήρας των κινημάτων των πλατειών, να ανδρωθούν οι λαϊκές συνελεύσεις, να ενισχυθούν τα κινήματα ανυπακοής, να ενισχυθούν οι πρακτικές λαϊκής αυτοοργάνωσης.

Σήμερα συνειδητοποιούμε πως αυτή η προσπάθεια δεν ήταν αρκετή. Σε ένα ορισμένο βαθμό επιτρέψαμε να διαμεσολαβείται η διάθεση μας για αγώνα και για ριζοσπαστική υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών στην αριστερά, από τα πολιτικά επιτελεία οργανώσεων και μετώπων που γεννήθηκαν όμως για να εξυπηρετήσουν μια άλλη συγκυρία αντιθέσεων.

Σήμερα η άρνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προχωρήσει σε συνεργασία με το ΜΕΤΩΠΟ Α&Α, αυτή η αλλαγή προτεραιοτήτων στην επιλογή της καταγραφής ενός μειοψηφικού πολιτικού ρεύματος και όχι στην υλοποίηση της απόφασης της συνδιάσκεψής της, δηλαδή στην οικοδόμηση ενός πολιτικού «Μετώπου Ρήξης και Ανατροπής» ουσιαστικά μας αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας. Ουσιαστικά αυτή η πολιτική επιλογή, μας καθιστά de facto συνεργαζόμενους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και όχι μέλη με την πλήρη έννοια του όρου. Εφόσον η συμμετοχή μας σε αυτό το μέτωπο αφορά την προώθηση μέρους των διατεινόμενων στόχων και όχι του συνόλου των στόχων που τίθενται.

Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε πως τα μέλη της ΑΡΑΝ αλλά και όλων των οργανώσεων που συμμετέχουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλα τα μέλη όλων των τοπικών επιτροπών, οφείλουν να εγκαλέσουν τους εκπροσώπους τους, και να απαιτήσουν εξηγήσεις γιατί δε ζητήθηκε αποφασιστικά οι αποφάσεις να παρθούν στο 80μελες δημοκρατικά εκλεγμένο όργανο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με σκοπό να απαιτηθεί μια άλλη ριζικά διαφορετική απόφαση.

Από την άποψη αυτή σε ότι μας αφορά, θεωρούμε για το επόμενο διάστημα όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά στο επίπεδο της πολιτικής μας στράτευσης, προκειμένου στην εξυπηρέτηση του στόχου του Αριστερού και Λαϊκού μετώπου, στο βαθμό που ένα τέτοιο ενδεχόμενο προωθηθεί από ένα ικανό σύνολο συντρόφων από όλους τους πολιτικούς χώρους της αριστεράς με τρόπο άμεσο, απτό και αποφασιστικό.

 

8. Σε αυτές τις εκλογές κατανοώντας τον λυσιτελή χαρακτήρα του συνόλου των διαθέσιμων αριστερών προτάσεων, θεωρούμε πως πρέπει να στηρίξουμε τα εκλογικά ψηφοδέλτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε αυτή τη συγκυρία δεν υπάρχει χώρος για αμηχανία. Απαιτείται με κάθε τρόπο η ενίσχυση των ψηφοδελτίων της αριστεράς και η πολιτική ήττα του αστικού συνασπισμού. Ειδικότερα η στήριξη των ψηφοδελτίων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τις αντιφάσεις που όλοι μας διαπιστώνουμε, συμβάλλει στην ενδυνάμωση ενός πολιτικού ρεύματος που κινείται στη ρητή καταγγελία του χρέους, στην πολιτική δήλωση ανυπακοής προς τις τράπεζες και την στάση πληρωμών, την ανάγκη ρήξης με την ΕΕ και το ΕΥΡΩ. Τα στοιχεία αυτά θεωρούμε ότι είναι καθοριστικά στην ανάγκη συγκρότησης του αριστερού και λαϊκού μετώπου.

Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε πως σε αυτές τις εκλογές το μεγάλο πολιτικό ζητούμενο είναι η νίκη της αριστεράς, και η πολιτική ήττα του αστικού συνασπισμού. Από την σκοπιά αυτή θεωρούμε πως δεν θα έχει κανένα πρακτικό και πολιτικό νόημα η οποιαδήποτε εκλογική ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο βαθμό που συνολικά σε αυτές τις εκλογές θα ηττόταν η αριστερά.

Με αυτήν την οπτική είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε όλους εκείνους τους συντρόφους και αγωνιστές που δεν αρκούνται στην απλή εκλογική καταγραφή μιας πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά επιθυμούν με το δικαίωμα της ψήφου τους να συμβάλουν στην έμπρακτη κοινοβουλευτική αποδυνάμωση του αστικού συνασπισμού και στην ενδυνάμωση της αριστεράς. Συνεπώς σεβόμαστε όλους εκείνους του αγωνιστές που φέρουν αντίστοιχες αγωνίες και δίνουν τη μάχη σε αυτήν την κατεύθυνση μέσα από τα εκλογικά ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε θετικό ενδεχόμενο το να ενισχυθούν εκείνες οι συμμετοχές που στρατεύονται στην υπόθεση του Λαϊκού μετώπου με κέντρο την Αριστερά.

Προφανώς όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται, τόσο ο σπόρος της ελπίδας θα τινάζει ρίζες και το ενδεχόμενο μιας άλλης πορείας θα ξαναγεννιέται. Αυτό όμως δε σημαίνει πως η παρέμβαση της αριστεράς μπορεί να στερείται χωροχρονικών προσδιορισμών. Από την 7η Μαΐου είναι αναγκαίο να παρθούν όλες εκείνες οι πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αλλάξουν το σημερινό τοπίο στην αριστερά. Σε άλλη περίπτωση τα αποτελέσματα θα είναι δραματικά.

 

* (23-04-2012) – (Υποψήφιοι Βουλευτές & Συνεργαζόμενοι με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέλη της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης)

 

ΠΗΓΗ: http://www.aristerovima.gr/details.php?id=3337

Αποχώρηση από την Ευρωζώνη – πρωταρχικός κρίκος

Αποχώρηση από την Ευρωζώνη – πρωταρχικός κρίκος στην αλυσίδα των συγκρούσεων και με την ΕΕ

 

Του Κώστα Παπουλή

 

 

Το Μ.Α.Α, στο παρελθόν είχε διατυπώσει την εξής  θέση για την ευρωζώνη: «καμία θυσία για το ευρώ», το «ευρώ δεν είναι ταμπού». Η θέση αυτή κρίθηκε ανεπαρκής, όχι μόνο γιατί η ελληνική κοινωνία έχει υποβληθεί σε τεράστιες θυσίες για την παραμονή στο «κοινό» νόμισμα, ούτε μόνο γιατί η διαπραγματευτική θέση της χώρας, σε σχέση με τους ξένους δανειστές, έχει αδυνατίσει τραγικά –Πως να διαπραγματευτείς, όταν η Ε.Κ.Τ., ελέγχει όλη σου την νομισματική πολιτική, μέχρι και την τελευταία αναπνοή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος;

–  Κύρια όμως είναι ανεπαρκής, γιατί ή έξοδος από την κρίση στην Ελλάδα, ο «αγώνας για δουλειές», η επιλογή μιας οικονομικής πολιτικής για πλήρη απασχόληση, θέτει στο τραπέζι το ζήτημα της παραμονής στην ευρωζώνη και την σχέση της χώρας με την Ε.Ε.. Γιατί τα μαγαζιά που κλείνουν, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ελληνική αγορά που πεθαίνει, χρειάζονται ρευστότητα, που δεν χορηγεί το «ευρωσύστημα».

Γιατί, η νομισματική πολιτική και οι πολιτικές των ελληνικών τραπεζών (που πρέπει να εθνικοποιηθούν), πρέπει να ελέγχονται από μια δημόσια τράπεζα της Ελλάδας,  και όχι από την Ε.Κ.Τ.. Γιατί, η αποκατάσταση της υψηλής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της χώρας, δεν μπορεί να γίνει με την βαναυσότητα της εσωτερικής υποτίμησης. Γιατί, η συνθήκη του Μάαστριχτ (άρθρο 101) απαγορεύει την νομισματική χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος, και  μια τέτοια πρακτική, για τα επόμενα ένα-δύο χρόνια είναι απαραίτητη για την  έξοδο από την κρίση.

Γιατί, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για την μείωση της ανεργίας, απαγορεύεται από το σύμφωνο σταθερότητας, και μάλιστα επιβάλλεται μόνιμη «υφεσιακή» πολιτική, από την νέα αποκρουστική δημοσιονομική  συνθήκη της Ε.Ε.

Γιατί η Ελλάδα, πιο πολύ από όλη την περιφέρεια,  πρέπει να ανατρέψει το παραγωγικό μοντέλο που της επιβλήθηκε,  τα τριάντα τελευταία χρόνια και πολύ περισσότερο την «χρυσή» εποχή της  ΟΝΕ, αν θέλει να μην τριτοκοσμοποιηθεί, και η ανατροπή αυτού του μοντέλου, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τους κανόνες και το σύστημα του ευρώ και της Ε.Ε. που το δημιούργησαν. Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, γιατί μέσα στην ευρωζώνη των δανειστών, στερούμαστε πλέον οριστικά,  οποιαδήποτε έννοια εθνικής κυριαρχίας, δημοκρατίας, συλλογικής και ατομικής αξιοπρέπειας.

Υπάρχουν όμως  κρίσιμες διαφορές ανάμεσα στο αίτημα της αποχώρησης από την ευρωζώνη και στην αποδέσμευση και από την Ε.Ε.:

Πρώτον: Στο επίπεδο οικονομικής πολιτικής: Χωρίς εθνικό νόμισμα δεν μπορείς να κάνεις καμία πολιτική από τις παραπάνω που περιγράψαμε για την έξοδο από την κρίση, ενώ βγαίνοντας από την Ε.Ε. κερδίζεις και την δυνατότητα εμπορικής πολιτικής. Στην πρώτη περίοδο της εξόδου από την ΟΝΕ και την συνθήκη του Μάαστριχτ  και μετά το ξεπέρασμα  του νομισματικού σοκ, αναμένεται να υπάρξει ανάκαμψη, η οποία θα στηριχτεί στην αύξηση της ρευστότητας,  στην αποκατάσταση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα απελευθερώσει πιέσεις της οικονομίας προς το εξωτερικό  και γενικά στην άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής για τις ανάγκες των εργαζομένων και της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Αναμένεται ακόμη, αύξηση των εξαγωγών, μείωση των εισαγωγών, υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή, αλλαγή του καλαθιού κατανάλωσης,  αύξηση της  ζήτησης για εγχώρια αγαθά, σημαντική αύξηση της απασχόλησης και της ανάπτυξης. Το παράδειγμα του Μπουένος Άιρες, είναι ίσως το καλύτερο, και δεν είναι μια πολιτική για μια άλλη ¨Ήπειρο. 

Θα υπάρξουν πιθανότατα πολιτικές που έρχονται όχι μόνο σε σύγκρουση με την συνθήκη του Μάαστριχτ την οποία θα εγκαταλείψει η χώρα, αλλά και με το συνολικό πλαίσιο της Ε.Ε.. Δεν είναι φυσικά μόνο η αθέτηση πληρωμών προς την Ε.Κ.Τ. και τα επίσημα κράτη. Αλλά,  θα τεθούν φραγμοί στην κυκλοφορία κεφαλαίων, θα υπάρξουν (επαν)εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων και υποδομών (που πολλές μπορεί να γίνουν σε βάρος γερμανικής ή άλλης ευρωπαϊκής ιδιοκτησίας), και ίσως χρειαστεί κατά το πρώτο διάστημα μέχρι να ανακάμψει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών,  να υπάρξει απαγόρευση εισαγωγών ειδών πολυτελείας, αυτοκινήτων, κλπ.  

Είναι πιθανόν η Ελλάδα να εκδιωχτεί από την Ε.Ε. για αυτές τις πολιτικές. Μακροπρόθεσμα μάλιστα απαιτείται συγκροτημένη και σχεδιασμένη βιομηχανική πολιτική  (αλλά αυτός είναι ορίζοντας ετών) μια που η ελληνική οικονομία και κοινωνία δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στα οφέλη και στις διορθώσεις που θα επιφέρει το νέο   εθνικό νόμισμα και εκεί  η έξοδος θα είναι μάλλον απαραίτητη. Τότε μπορεί να κριθεί από τον ελληνικό λαό με ένα δημοψήφισμα.

Η έξοδος λοιπόν από το ευρώ και η εγκατάλειψη της συνθήκης του Μάαστριχτ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση. Θα ακολουθήσουν πολιτικές που θα έρθουν σε σύγκρουση με την Ε.Ε., αλλά η βραχυχρόνια παραμονή,  σε αυτήν, δεν μπορεί να τις απαγορεύσει, αντίθετα η παραμονή στο ευρώ και στην συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύει οποιαδήποτε εναλλακτική πολιτική απέναντι σε αυτή που υπαγορεύουν οι κυρίαρχοι της ευρωζώνης, που οδηγεί σε ένα ζοφερό παρόν και μέλλον τον ελληνικό λαό.

Δεύτερον: Σε πολιτικό επίπεδο το κύριο ζήτημα που τίθεται είναι το ευρώ. Δεν πρόκειται π.χ.,  τίποτα ιδιαίτερο να συμβεί αν η Ουγγαρία αποχωρήσει από την Ε.Ε.. Όμως μια αθέτηση πληρωμών και μια αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη, θα έχει χαρακτηριστικά παγκόσμιας σεισμικής δόμησης, και άγνωστες συνέπειες για την Ε.Ε.. Είναι γιατί η νομισματική ένωση δεν είναι «βιώσιμη», ενώ η Ε.Ε. μπορεί να αλλάξει μορφή η και περισσότερο να διαλυθεί, συνέπεια όμως των εξελίξεων στη ζώνη του ευρώ. Μια αθέτηση πληρωμών και μια έξοδος από το «κοινό νόμισμα»,  με πρωτοβουλία του ελληνικού ή κάποιου άλλου λαού στα PIIGS, θα οδηγήσει σε ενίσχυση της  δημοκρατίας και σε μια ζωογόνα αναταραχή και κρίση την Ε.Ε.,  θα διαμορφώσει ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό από το σημερινό. Η βαρύτητα και ο χαρακτήρας του αιτήματος της αποδέσμευσης από την ιμπεριαλιστική Ε.Ε., ιμπεριαλιστική τόσο εντός της (σχέσεις κέντρου-περιφέρειας) όσο και  εκτός της,  θα χρωματιστεί από την συγκυρία που θα διαμορφωθεί.

Το σύνολο του αστικού κόσμου προτάσσει το ευρώ και τον μεγάλο κατακλυσμό που θα φέρει η έξοδος. Το να προτάσσεται η αποδέσμευση από την Ε.Ε., όπως κάνει το ΚΚΕ, είναι σαν να δείχνεται ότι δεν  υπάρχει απάντηση στο κύριο, στις πραγματικές δυσκολίες της πρώτης περιόδου, της εξόδου από το «κοινό» νόμισμα. Επιβεβαιώνεται έτσι άτυπα ο αντίπαλος, είναι απόδραση από την πολιτική, χρονικά και πραγματικά. Μεταφέροντας την απάντηση σε γενικότητες περί λαϊκής εξουσίας, ή αντικαπιταλισμού, ή ότι το δίλημμα είναι ψεύτικο (εδώ ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ, αγκαλιά), στην κυριαρχία δηλαδή ενός αφηρημένου λόγου, αφήνεται ουσιαστικά το κόμμα του ευρώ και το σύστημα που εκπροσωπεί  χωρίς αντίλογο. 

Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς δεν δείχνει να  κατανοεί την ιδιαιτερότητα και την ένταση της ελληνικής κρίσης, που σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα του ευρώ. Στα πλαίσια μιας παγκόσμιας κρίσης, αποδείχτηκε το έωλον και το μη «βιώσιμο» της νομισματικής ένωσης. Για αυτό το κέντρο της παγκόσμιας κρίσης έχει  μεταφερθεί στην ζώνη του ευρώ, ενώ οι περιφερειακές της οικονομίες έχουν διαλυθεί. Αν η Ελλάδα χθες, είχε μείνει στην δραχμή, δεν θα είχε χρεοκοπήσει και θα αντιμετώπιζε αλλιώς τις συνέπειες του πλανητικού τσουναμιού. Αν η Ελλάδα σήμερα, μείνει στο σύστημα του ευρώ, δεν μπορεί να επιβιώσει ως σχετικά ανεπτυγμένη χώρα, γι' αυτό βιώνει και την χειρότερη μεταπολεμική κρίση καπιταλιστικής οικονομίας. Σε αυτό το περιβάλλον μιας οικονομικής δομής που δεν μπορεί να αναπαραχθεί, και μιας συντριπτικής οικονομικής καθόδου, τα περί αναδιανομής, καθώς και τα περί πλούσιας και ισχυρής Ελλάδας  φληναφήματα μεγάλου τμήματος της αριστεράς, μόνο σύγχυση προκαλούν.

Συμπερασματικά, χωρίς κανείς να αρνείται τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και τα δεσμά που θέτει στην Ελλάδα η Ε.Ε., και την αναπόφευκτη συνολική ρήξη μαζί της, η προβολή του αιτήματος της εξόδου από το ευρώ δεν μπορεί να γίνεται σε ισότιμη βάση με αυτό της αποδέσμευσης από την Ε.Ε., όσον αφορά τα άμεσα πολιτικά επίδικα, με έναν ανάλογο τρόπο που δεν προβάλλουμε για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση και την έξοδο από το ΝΑΤΟ.  Επίσης,  είναι  λάθος να σύρεται κανείς σε μια πολιτική κάτω από την πίεση του ΚΚΕ, ενός κόμματος που η σχέση τακτικής-στρατηγικής έχει ξεχασθεί και ως απλό ζήτημα οποιασδήποτε συζήτησης για την ηγεσία του, και που η πολιτική του είναι απολύτως εσφαλμένη και απο-γειωμένη. Αντίθετα, είναι υπόθεση  δυνάμεων της αριστεράς, που βρίσκονται σε ρήξη με τον ευρωπαϊσμό, να καταθέσουν ρεαλιστική-αντισυστημική πρόταση ρήξης με το ευρωπαϊκό κέντρο  στην ελληνική κοινωνία  και    να γίνουν έτσι αυτές και κέντρο πίεσης της κεντρικής πολιτικής γραμμής και  της υπόλοιπης αριστεράς. 

Φυσικά,  έχει σημασία το πρόσημο της πολιτικής. Η έξοδος από την κρίση μέσω της αθέτησης του χρέους,  της εξόδου από τον χρυσό κανόνα του ευρώ και της επανεθνικοποίησης της οικονομικής πολιτικής,  δεν σημαίνει αυτόματα «αριστερό» ή σοσιαλιστικό προσανατολισμό, αν και το πιθανότερο είναι ότι οι γενικοί όροι ζωής μακροπρόθεσμα θα βελτιωθούν. Άμεσα, όμως χρειάζονται σημαντικά κοινωνικά μέτρα. Ορθά λοιπόν, στην αποχώρηση  από την ζώνη του ευρώ πρέπει να προστεθεί ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός (όπως έκανε το Μ.Α.Α) ή κάτι ανάλογο,  (π.χ. με σκοπό την ενίσχυση των δυνάμεων της εργασίας και της δημοκρατίας) για να τονισθεί  ότι ο πολιτικός στόχος  δεν είναι μόνο η έξοδος από την κρίση απλά, αλλά και η δημιουργία ουσιαστικού  κοινωνικού κράτους που ποτέ στην Ελλάδα δεν γνωρίσαμε, όπως και ότι ο  ορίζοντας των δημοκρατικών και  κοινωνικών αλλαγών από την πλευρά του λαϊκού παράγοντα, είναι πέραν του λιμανιού του εθνικού νομίσματος. 

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που ο ελληνικός αστισμός και ο πολιτικός του κόσμος, δέχονται την συντριβή της ελληνικής οικονομίας. 

Είναι έτοιμοι χάριν της πάση θυσίας παραμονής στο ευρώ, να υποστούν μείωση της οικονομίας κατά 30% και ίσως πολύ  περισσότερο του ΑΕΠ, να ρισκάρουν ακόμη και συνθήκες άτακτης χρεοκοπίας. Ήδη, φέτος θα ξεπεράσουμε την συνολική ύφεση που γνώρισε η Αργεντινή, την τετραετία  της κατάρρευσης. Είναι πρόθυμοι   να παραχωρήσουν ακόμη και τις τράπεζές τους σε ξένη ιδιοκτησία, ενώ το 64% των επιχειρήσεων στην μεταποίηση (σύμφωνα με στοιχεία της ICAP) βρίσκεται στο κόκκινο της πτώχευσης. Είναι σαφές ότι από την ιστορία τους και από ένστικτο, προτιμούν να χάσουν πολλά, παρά να μείνουν πρόσωπο με πρόσωπο με τον ελληνικό λαό, χωρίς τις «πλάτες» του ευρώ και του ευρωπαϊκού κέντρου. Έτσι,  εξηγείται το έλλειμμα κάθε ρωγμής στο αστικό στρατόπεδο, σε σχέση με την παραμονή στην ευρωζώνη, έστω και σαν ένα  τελευταίο σενάριο. Αυτό καθιστά την σύγκρουση στην Ελλάδα σφοδρή. Η επόμενη μέρα δεν θα ακολουθήσει σενάρια κανονικότητας.

Η Ελλάδα ή θα μετατραπεί σε ένα οικονομικό ερείπιο, γερασμένη, ανήμπορη, παραδομένη στις ορέξεις των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεων της ευρωζώνης, χωρίς να αποκλείονται ολοκληρωτικές πολιτικές εκτροπές, ή θα μετατραπεί σε ένα ηλιόλουστο, αριστερό, κοινωνικό, δημοκρατικό Μπουένος Άιρες, μετασχηματίζοντας την κοινωνία της και ίσως όλη την Ευρώπη, δημιουργώντας,  ένα καινούργιο παράδειγμα δημοκρατίας των εργαζομένων σε όλη την Μεσόγειο, σπέρνοντας την δυνατότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής. Το προς τα πού θα κλίνει το εκκρεμές σύντομα θα το μάθουμε.  

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 22 Απρίλιος 2012. http://www.tometopo.gr/home/news/671-a————-.html

Η σημασία των εκλογών της 6 Μάη

Η σημασία των εκλογών της 6 Μάη Για τον λαό, για την Αριστερά

 

Των Θάνου Αμπατζή, Χρήστου Πατούχα, Κώστα Ταβατζή

 

 

    Λένε πολλοί, ότι οι εκλογές της 6 Μάη είναι οι κρισιμότερες της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η εκτίμηση αυτή δεν απέχει από την αλήθεια. Ωστόσο το ακριβέστερο είναι, ότι η ίδια η περίοδος που ζούμε είναι η κρισιμότερη των τελευταίων δεκαετιών. Η χώρα και οι εργαζόμενες τάξεις, έχουν ήδη καταστραφεί, η παραγωγική της βάση έχει αποδιαρθρωθεί, πάνω από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν την ανεργία και την απόλυτη φτώχια, μετά τις αλλεπάλληλες «σωτηρίες», η θηλιά του χρέους, γίνεται σφιχτότερη, ο εθνικός της πλούτος και η δημόσια περιουσία έχουν υποθηκευτεί και εκποιούνται, η εθνική ανεξαρτησία εκχωρήθηκε στην Τρόικα και τα διευθυντήρια. Η χώρα μας είναι το πειραματόζωο του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου, στο στόχο της πλήρους κυριαρχίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και της ανακατανομής του πλούτου και των αγορών.

Στο ερώτημα αν η πορεία αυτή ήταν αναπόφευκτη, η απάντηση είναι μονοσήμαντη και σαφής. Ήταν επιλογή. Επιλογή της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής τάξης της χώρας, του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, των δανειστών μας και των «αγορών». Και την υπηρέτησαν αυτή την επιλογή με σχέδιο και επεξεργασία,χωρίς ίχνος εθνικού συναισθήματος, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την φτώχια του πληθυσμού.

   Θα μιλήσουμε στην συνέχεια για την Αριστερά και τις ευθύνες της, αλλά εν προκειμένω, για να αποφευχθεί η σκόπιμη ισοπέδωση, το άλλοθι «των ευθυνών του πολιτικού συστήματος», που ποικιλοτρόπως προβάλλεται από πολιτικές δυνάμεις και μέσα ενημέρωσης, πρέπει με κάθε σαφήνεια και με κατηγορηματικό τρόπο, να αναφέρουμε τούτο: Όχι! Δεν φταίει η Αριστερά που περάσατε την θηλιά στο λαιμό του λαού. Που ξεπουλήσατε την χώρα. Που είχατε και  έχετε αφεντάδες. Τόχετε κάνει και άλλες φορές στο παρελθόν. Γιατί ο δοσιλογισμός και η πατριδοκαπηλία είναι οι αρετές σας. Γιατί τα συμφέροντα των προστατών σας, είναι η ιδεολογία σας. Γιατί το «σπάταλο και αντιπαραγωγικό κράτος» είναι δικό σας. Που το λυμαίνονταν οι φίλοι και χορηγοί σας. Που έθρεψε εσάς και την παρασιτική και αντιπαραγωγική ολιγαρχία που σας στηρίζει. Που το κάνατε διεφθαρμένο και αυταρχικό, εχθρό του πολίτη και των κοινωνικών συμφερόντων. Που το υποτάξατε στα ξένα συμφέροντα με σκανδαλώδεις προμήθειες, με αποικιακές συμβάσεις, με μίζες και καταλήστευση κάθε παραγωγικής του δυνατότητας. Δικό σας είναι το χρέος του, γιατί από αυτό πλουτίσατε.

   Όχι! Δεν ήταν μαζί σας η Αριστερά σε όλα αυτά! Ούτε τώρα ούτε ποτέ στο παρελθόν. Η Αριστερά, όσο αλάτι και αν ρίχνει στις πληγές της, φταίει μόνο γιατί δεν σας νίκησε! Γιατί δεν απέτρεψε τα σχέδια σας. Γιατί μόνο αυτή, και ήθελε και είχε χρέος, να σας νικήσει.

   Στις κάλπες της 6 Μάη, ο καθένας έχει δικαίωμα να τιμωρήσει ή να επιβραβεύσει όποιον θέλει. Έχει δικαίωμα να τιμωρήσει και την Αριστερά ή τμήματα της. Όμως η τιμωρία των κομμάτων της εθνικής προδοσίας, των κομμάτων που επέλεξαν και ασκούν την εξουσία του μνημονίου, είναι αυτοτελές θέμα. Είναι ανεξάρτητο από οποιαδήποτε γνώμη έχει κανείς για τα κόμματα της Αριστεράς, την ορθότητα της πολιτικής τους ή τις ευθύνες τους.

   Πάμε λοιπόν στο πρώτο μας συμπέρασμα:

   Καμία ψήφος εργαζόμενου δεν πρέπει να δοθεί στα κόμματα που προκάλεσαν και συντηρούν την σημερινή κατάσταση της ισόβιας καταδίκης, της ομηρίας των παιδιών μας, της φυλάκισης των ελπίδων μας. ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΛΑΟΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ και όσες άλλες παραφυάδες προκύψουν στο μέλλον, αναζητώντας κολυμβήθρες αθώωσης, δεν δικαιούνται καμία ανοχή. Κάθε ψήφος στα κόμματα αυτά ισοδυναμεί με νέα καρφιά στο σταυρό του συλλογικού μας μαρτυρίου. Η αποτελεσματική τους καταδίκη θα είναι η απόλυτη συρρίκνωση τους. Το αποτέλεσμα των εκλογών, θάπρεπε να είναι τέτοιο, ώστε όχι μόνο να ανατρέπει την πολιτική τους, αλλά και να μην αναγνωρίζει, να μην νομιμοποιεί καμία απόφαση και καμία συμφωνία τους. Και να πιστοποιεί τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες για την υποδούλωση της χώρας και του λαού της.

Ο ρόλος της Αριστεράς στις σημερινές συνθήκες

   Είναι προφανές, και από τις απόψεις και από την ιστορία μας, ότι η ψήφος μας πρέπει να είναι στην Αριστερά. Θετική ψήφος. Για την ενίσχυση της. Για να είναι σε καλύτερη θέση μετά τις εκλογές. Γιατί στα ψηφοδέλτια της βρίσκονται επίλεκτοι σύντροφοι και συναγωνιστές μας. Γιατί πρέπει μετά τις εκλογές να απαιτήσουμε να αναλάβει και να ανταποκριθεί στον ιστορικό της ρόλο. Της οργάνωσης και καθοδήγησης των κοινωνικών λαϊκών αγώνων. Το λευκό, το άκυρο και η αποχή από τις εκλογές, είναι στις σημερινές ιδιαίτερα συνθήκες, λάθος επιλογή. Πρωτίστως γιατί η στάση αυτή δεν μπορεί να εκφράσει την αντίθεση και τον θυμό απέναντι στα κόμματα της μνημονιακής εξουσίας. Δεν τα τιμωρεί και με δεδομένο τον καλπονοθευτικό εκλογικό νόμο, τα επιβραβεύει. Όλοι λοιπόν στην κάλπη με την βεβαιότητα ότι κάθε ψήφος, σε οποιοδήποτε από τα ψηφοδέλτια της Αριστεράς, είναι χρήσιμη ψήφος. Με όσα θα προσθέσουμε στην ανάλυση μας, θα γίνει πλήρως φανερό ποιους περιλαμβάνουμε και ποιους εξαιρούμε από αυτό το μέτωπο των αριστερών δυνάμεων.

   Πολλοί αναλυτές, αξιοποιώντας και τις δημοσκοπικές ενδείξεις, μιλούν για ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς. Διαφωνούμε! Η ιστορική της ευκαιρία θα είναι, όταν θα πραγματοποιήσει τον ιστορικό της ρόλο. Όταν θα αναμετρηθεί με το σημερινό σύστημα εξουσίας και θα το ανατρέψει. Μέχρι τότε θα κρίνεται καθημερινά από το πόσο έτοιμη είναι για αυτό. Και θα κρίνεται από την ετοιμότητα της να δρα, να παρεμβαίνει, να οργανώνει, να νικάει μαζί με τον αγωνιζόμενο λαό, σε όλα τα επί μέρους μέτωπα. Πρωτίστως να τα πολιτικοποιεί, να οξύνει τις αντιθέσεις, να τα ενώνει. Να ενώνεται και η ίδια, όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Να έχει οξυδέρκεια, να αντιλαμβάνεται τις συνθήκες, να υπερβαίνει τις μικρότητες, να μην υποκρίνεται, να μην αποφεύγει τις μάχες.

   Δεν συμμεριζόμαστε την εκλογική ευδαιμονία, στην οποία έχουν προσχωρήσει πολλές, αν όχι όλες, οι ηγεσίες της αριστεράς σήμερα. Γιατί η άνοδος της εκλογικής καταγραφής, δεν είναι αυτοσκοπός. Δυστυχώς τα ποσοστά δεν νικούν. Και αν αυτή η πολιτική δεν ανατραπεί, μετά τις εκλογές θα είναι το ίδιο ηττημένος ο λαός, ακόμα και αν έχουν κατά πολύ βελτιωθεί τα εκλογικά μας ποσοστά.

   Αν εξετάσουμε, το τι έπρεπε να είχε μέχρι τώρα γίνει, θα βρούμε ανεπάρκειες και ελλείψεις σε όλες τις πλευρές. Που κατανέμονται σύμφωνα  με το μέγεθος του καθενός, τις ιστορικές του καταβολές, την τρέχουσα επιρροή του στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, με τις ευθύνες και πρωτοβουλίες που όφειλε να αναλάβει και δεν το έκανε.

  Στο σύνολο τους οι δυνάμεις που έχουν τέτοια αναφορά, απέτυχαν να ενσωματώσουν και να δώσουν προοπτική, στις εκατοντάδες χιλιάδες λαού που συμμετείχαν τους προηγούμενους μήνες στις κινητοποιήσεις κατά της κυβέρνησης και του μνημονίου. Και πρέπει να αναφερθεί, ότι δεν έλειπε η ωριμότητα από αυτές τις χιλιάδες των συμπατριωτών μας. Δεν ήταν το «αυθόρμητο» που τους ξεσήκωσε, η πραγματικότητα ήταν. Τις διαθέσεις και την αντοχή τους δεν βαθμολόγησαν σωστά οι πολιτικές ηγεσίες. Η πραγματικότητα είναι αυτή που λέει, ότι κανένα αντιλαϊκό μέτρο δεν αποκρούσαμε. Καμία επί μέρους νίκη δεν πετύχαμε. Αυτό, πολιτική ανωριμότητα αποδεικνύει, όχι ανωριμότητα του λαού.

   Ταυτόχρονα συνεχίσαμε την ανόητη πρακτική των χωριστών μαζικών συγκεντρώσεων και πορειών. Όταν ο κόσμος απεγνωσμένα απαιτούσε ενότητα τουλάχιστον σε αυτό. Και μην αρχίσουν οι σύντροφοι μας του ΠΑΜΕ, να απαντούν σε αυτό, θεωρητικοποιώντας ένα, επαναλαμβάνουμε, ανόητο λάθος. Γιατί αυτό το λάθος, δυσχεραίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάτι στο οποίο έχουν απόλυτο δίκιο. Δηλαδή, ότι οι μάχες θα κριθούν στους χώρους δουλειάς. Προσθέτουμε, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Το 1,5 εκατομμύριο των ανέργων προέρχεται από αυτόν τον τομέα. Και προστίθενται σε αυτούς και εκατοντάδες χιλιάδες, μικρομεσαίοι χρεοκοπημένοι επιχειρηματίες.

   Αυτό που έλειψε και εξακολουθεί να λείπει, ήταν η ενότητα. Η ενότητα δράσης, η ενότητα του μαζικού κινήματος, η πολιτική ενότητα. Και στους τρεις αυτούς άξονες εκτιμούμε ότι ήταν δυνατή. Ήταν απαραίτητη και δυνατή, η συγκρότηση ενός ενιαίου πολιτικού μετώπου.

 Αυτό θα πιστοποιούσε την πολιτική βούληση, ότι θέλουμε τις ανατροπές, ότι θέλουμε την νίκη.

   Θα ρωτούσε εύλογα κανείς: Είναι κάτι τέτοιο δυνατόν με τόσες προγραμματικές πολιτικές αποκλίσεις; Εκτιμούμε ότι αυτό δεν έγινε και δεν ήταν δυνατόν. Όμως η αδυναμία δεν οφείλεται στις προγραμματικές διαφορές. Η πολιτική βούληση δεν υπήρχε. Και δεν υπάρχει. Το συμπέρασμα μας δεν είναι αυθαίρετο. Θα το αποδείξουμε. Αλλά στο σημείο αυτό θα κάνουμε μία παρένθεση. Για να αναφερθούμε στην Δημοκρατική Αριστερά του κ. Κουβέλη. Δεν τοποθετούμε το κόμμα αυτό στις ανατρεπτικές δυνάμεις του συστήματος. Δεν ισχυρίζονται ούτε οι ίδιοι κάτι τέτοιο. Κατά τούτο μόνο σε πιθανά σενάρια της λεγόμενης κεντροαριστεράς μπορεί να παίξει ρόλο. Κλείνει η παρένθεση.

   Ας δούμε λοιπόν τις «ενωτικές» πρωτοβουλίες. Από την πλευρά του ΚΚΕ δεν υπήρξε απολύτως καμία. Δεν απάντησε απευθείας σε καμία. Οχυρωμένο με απόλυτο τρόπο σε έναν στρατηγικό στόχο, δεν θεωρεί αναγκαίο να συμμαχήσει ούτε με όσους συμφωνούν μαζί του. Μας προβληματίζει ιδιαίτερα πως ένα κόμμα με την ιστορία και την αγωνιστική προσφορά του ΚΚΕ, με τόσο πλούσια δράση σε λαϊκά μέτωπα, τόσο εκπαιδευμένο σε συμμαχίες στο παρελθόν, αρνείται να δώσει πειστικές εξηγήσεις για την σκοπιμότητα της σημερινής μοναχικής του πορείας.

 Είναι ή δεν είναι απαραίτητη η συγκέντρωση δυνάμεων, είναι ή δεν είναι απαραίτητη η λαϊκή πλειοψηφία για να γίνουν αλλαγές;

 Μία στάση που μοιάζει αλαζονική και εγωιστική, πολύ δύσκολα πείθει ότι θέλει να πρωταγωνιστήσει σε ανατροπές από την χαραγμένη πορεία του συστήματος και των πολιτικών δυνάμεων που το υπηρετούν. Για την τρέχουσα περίοδο της κρίσης υποστηρίζει την μονομερή διαγραφή του χρέους και την έξοδο από την Ευρωζώνη. Συμφωνούμε απόλυτα. Οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι στο ζήτημα του χρέους με μεγάλη καθυστέρηση διατύπωσε αυτή την καθαρή θέση. Εμείς υποστηρίζουμε ωστόσο ότι κάθε μετωπική προσπάθεια στην Αριστερά υποχρεωτικά πρέπει να  περιλαμβάνει το ΚΚΕ.

   Ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται στα λόγια τουλάχιστον να υιοθετεί τις συμπαρατάξεις. Δεν μας ενοχλεί τόσο  η ασάφεια των προτάσεων του, ούτε ο νεφελώδης τρόπος περιγραφής κυβερνητικών διεξόδων. Μας προβληματίζει αν η επιδίωξη του είναι ειλικρινής ή απλά ψηφοθηρική. Τα δείγματα γραφής του μέχρι σήμερα δεν μας πείθουν.

 Δύο παρατηρήσεις για αυτό: Η πρώτη αναφέρεται σε διεργασίες στο εσωτερικό του τα προηγούμενα χρόνια. Με την βασική του συνιστώσα, τον ΣΥΝ, απέτρεψε κάθε προσπάθεια αποσαφήνισης της πολιτικής του σε αριστερή, ανατρεπτική, ριζοσπαστική κατεύθυνση. Απέτρεψε, κάθε δυνατότητα διεύρυνσης προς τα αριστερά, κάθε προσπάθεια  αποτελεσματικότητας, με πολιτικά όργανα που δεν θα είχαν μόνο ευκαιριακό και απλά συντονιστικό χαρακτήρα.

 Η δεύτερη παρατήρηση  είναι η δογματική προσήλωση του σε εμμονές για «τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας». Σημειώνουμε, ότι και αυτή η παρατήρηση πρωτίστως αφορά την βασική συνιστώσα. Τον ΣΥΝ.  Μας αρκούν τέτοιες εμμονές από τον κ. Κουβέλη. (Για τα κυρίαρχα κόμματα δεν είναι εμμονές αλλά στρατηγικός προσανατολισμός). Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, δημιουργεί πραγματική και ουσιαστική αδυναμία να παίξει καταλυτικό, δημιουργικό ρόλο στην οικοδόμηση ενός ισχυρού αριστερού πολιτικού μετώπου. Ακόμα και στην περίπτωση μιας εντελώς ειλικρινούς στάσης. Και εγκλωβίζει δυνάμεις, και στον ΣΥΝ και στον ΣΥΡΙΖΑ, που πραγματικά το θέλουν και το επιδιώκουν.

   Σημειώνουμε, ότι αυτός ο προσανατολισμός είναι που τον οδηγεί σε αντιφάσεις και αδιέξοδα. Είναι χαρακτηριστικές δύο πολιτικές διατυπώσεις. Η μία για τα περίφημα ευρωομόλογα και η δεύτερη για το χρέος. (Διαγραφή ενός μέρους του χρέους). Και τα δύο δεν οριοθετούν επαρκώς την διαφορά της αριστεράς από τις κυρίαρχες δυνάμεις. Ας πούμε μόνο, ότι το «κούρεμα» έγινε και όχι μόνο δεν οδήγησε σε έξοδο από την κρίση, αλλά στην πλήρη υποταγή της χώρας.

   Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η τρίτη από τις δυνάμεις της Αριστεράς, παρουσιάζει, με την κινητικότητα της το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πολλές ζυμώσεις, ανοιχτή γραπτή πρόσκληση στο ΚΚΕ και στον ΣΥΡΙΖΑ, διάλογος με άλλες πλευρές, ωστόσο στο κρίσιμο σημείο δεν έκανε την υπέρβαση. Ίδιες εμμονές, μικρομεγαλισμοί, ίδια ελαττώματα, ίδια αμαρτήματα.

   Αγαπητοί συναγωνιστές και σύντροφοι!

   Δεν εξαντλήσαμε την κριτική μας! Πιστεύουμε δε, ότι είμαστε ιδιαίτερα επιεικείς. Αλλά και για όσους την κρίνουν αυστηρή, τους παρακαλούμε να πιστέψουν την ανιδιοτέλεια μας. Την αγωνία μας για ένα άλλο, ελπιδοφόρο μέλλον. Άλλωστε, αυτήν την Αριστερά έχουμε, με αυτήν θα προχωρήσουμε.

    Πιστεύουμε, ότι και το αποτέλεσμα των εκλογών και η συνολική κατάσταση που θα δημιουργηθεί, θα διαμορφώσουν όρους προσέγγισης, καθαρότερου μυαλού, μεγαλύτερης ειλικρίνειας, σταθερής προσήλωσης στα πολιτικά προστάγματα των καιρών. Επιδιώκουμε την ενίσχυση της Αριστεράς, την πλήρη απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος που κυβερνά.

    Δυο απαραίτητες προϋποθέσεις πρέπει να εξασφαλίσουμε: Αποσαφήνιση από όλους των άμεσων πολιτικών στόχων και, επιτέλους, συγκρότηση κοινού, του ευρύτερου δυνατού, αριστερού λαϊκού πολιτικού μετώπου. Όχι μόνο για να χωρέσουν σε αυτό, όσες πολιτικές δυνάμεις το επιθυμούν, κυρίως για να χωράνε λαϊκές δυνάμεις, ο αγωνιζόμενος λαός, που θέλει και μπορεί να νικήσει!

 Το χρωστάμε αυτό, στην συνείδηση και την κοινή μας ιστορία, το χρωστάμε στους χιλιάδες χαμένους αγωνιστές των λαϊκών αγώνων, το χρωστάμε στα ιδανικά μας, το χρωστάμε στα παιδιά μας.

 

Πάτρα 23 Απρίλη 2012