Αρχείο κατηγορίας Νηπτικά Ορθοδόξων μνημεία

Νηπτικά Ορθοδόξων μνημεία

Τοπική Σύνοδος Ορθοδόξων 1872: Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ του ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΤΟΠΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ 1872 ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΥΛΕΤΙΣΜΟ

Του  Μητροπ. Ναυπάκτου  και Αγ. Βλασίου  Ιεροθέου (Βλάχου)*

Ο εθνικισμός  συνιστά μια διαίρεση, που καταστρατηγεί την ενότητα των ανθρώπων, ακριβώς γιατί προτάσσεται ο φυλετισμός σε βάρος της ενότητος του ανθρωπίνου γένους.

Όμως πρέπει να παρατηρηθή κάτι που δυστυχώς ξεφεύγει από την προ­σοχή εκείνων που αναφέρονται στον κίνδυνο του εθνικισμού. Και αυτό είναι ότι ο εθνικισμός, το να κλείνεται κανείς στον χώρο και τον χρόνο, να περικλείε­ται ατά φυλετικά όρια είναι στην πραγ­ματικότητα μια φυσική κατάσταση στην αφύσικη μεταπτωτική ζωή.

Συνέχεια →

ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η προφητεία στη νεοελληνική γλώσσα έχει ταυτιστεί με την πρόβλεψη των μελλόντων. Στη γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης είχε ευρύτερο περιεχόμενο. Προφήτης ήταν το στόμα του Θεού. Όχι απλώς γνωστοποιούσε τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά νουθετούσε προβάλλοντας το θέλημα του Θεού, επιτιμούσε τους αποκλίνοντες από τις εντολές Του και παρηγορούσε τους δοκιμαζόμενους από τις συμφορές του βίου, όπως επιδρομές αλλοφύλων και διάφορες καταστροφές.

Και δεν είναι άσχετα μεταξύ τους τα προαναφερθέντα. Οι γνήσιοι προφήτες, σε αντίθεση προς τους ψευδοπροφήτες συνδύαζαν την αυστηρότητα με την αγάπη προς τον λαό. Προειδοποιούσαν με τον λόγο τους για τις συμφορές που θα τον εύρισκαν, αν ο βίος τους δεν εναρμονιζόταν προς τις εντολές του Θεού.

Στην εποχή μας επλεόνασαν οι ψευδοπροφήτες. Όλοι αυτοί, οι κατήγοροι του Χριστού για μεσσιανισμό, υπήρξαν στο έπακρο μεσσιανιστές πουλώντας στον κόσμο μάταιες ελπίδες. Ας αρχίζουμε από τους «προφήτες» του επιστημονικού μεσσιανισμού του 19ου αιώνα για να καταλήξουμε στους «προφήτες» του πολιτικοκοινωνικού μεσσιανισμού του 20ου. ΟΙ λαοί τους πίστεψαν και περιφρονήσαντες το θέλημα του Θεού έφθασαν στο σημείο να Τον αρνηθούν! Τώρα τα πάντα έχουν σωριαστεί σε ερείπια. Οι ψευδοπροφήτες της επιστήμης εξέτρεψαν τους λαούς προς την παρεπιστήμη, η οποία, ντυμένη τον μανδύα του μυστικισμού, ορθώνεται απειλητική να υποκαταστήσει την υγιή επιστήμη. ΟΙ ψευδοπροφήτες της πολιτικής οδήγησαν στην κατάρρευση τις ιδεολογίες και οι λαοί ελάχιστη πλέον εμπιστοσύνη έχουν στους «σωτήρες» τους.

Υπό τις παρούσες συνθήκες είναι φυσικό να εκδηλώνεται δίψα για προφητεία. Δίψα να μάθουμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, αλλά και δίψα για λόγο παρηγοριάς και ενθάρρυνσης. Όσο και αν φαίνεται παράξενο η νέα γενιά, αυτή που πουλήσαμε πολύ φθηνά εμείς οι καθώς πρέπει μεγάλοι, στρέφει το ενδιαφέρον της προς τον προφητικό λόγο, όπως δείχνουν τα μηνύματα που διαχέονται στο διαδίκτυο. Προφητείες του αγίου Κοσμά, αλλά και συγχρόνων γερόντων παρηγορούν και ενισχύουν τους νέους που βιώνουν όχι μόνο το δράμα της ανεργίας και του πλήθους των κοινωνικών αδιεξόδων, αλλά και την ντροπή από τη διεθνή καταφρόνια της πατρίδας μας, καταφρόνια που όμως δεν αισθάνονται η πληθώρα των εξωνημένων μεταπρατών της. Ας εξετάσουμε γιατί ο άγιος Κοσμάς συγκινεί και σήμερα σημαντική μερίδα του λαού μας.

Εν πρώτοις υπήρξε πράγματι προφήτης με τη νεοελληνική έννοια του όρου. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε σημαντικές προφητείες του σχετικά με την αλματώδη ανάπτυξη της επιστήμης και την έκρηξη της τεχνολογίας: «Θα έρθει καιρός που θα διευθύνουν τον κόσμο τα άλαλα και τα μπάλαλα». Η υποδούλωση του ανθρώπου στη μηχανή κατά τον 20ο αιώνα έχει συντελεστεί. Και για όσους αμφισβητούν την ορθότητα της ερμηνείας της προφητείας προσθέτουμε δύο ακόμη: «Θα δήτε στον κάμπο αμάξι χωρίς άλογα να τρέχει γρηγορότερα από λαγό» (αυτοκίνητα). «Θα έρθει καιρός που θα ζωσθεί ο τόπος με μια κλωστή» (δίκτυα ενέργειας και τηλεπικοινωνιών). Με επιφύλαξη ως προς την ερμηνεία παραθέτουμε και τρίτη: «Θα έρθει καιρός που θα φέρει γύρες ο διάβολος με το κολοκύθι του». Ίσως να υπονοούνται οι τηλεπικοινωνιακοί δορυφόροι αναμετάδοσης τηλεοπτικών προγραμμάτων ή κατασκοπευτικοί.

Δεν ήταν οι προφητείες όμως που συγκλόνιζαν το ακροατήριο του αγίου. Ήταν το βάλσαμο παρηγοριάς που στάλαζαν τα λόγια του. Και είχαν τόση ανάγκη από παρηγοριά οι δουλωμένοι. Άραγε χρειαζόμαστε και σήμερα παρηγοριά; Έχουμε κατ' αρχήν την αίσθηση ότι και σήμερα είμαστε δουλωμένοι; Ίσως έχουμε συνειδητοποιήσει επί τέλους ότι έχουμε δουλωθεί οικονομικά στους ισχυρούς του κεφαλαίου. Δεν τολμούμε ακόμη να τους κατονομάσουμε, γιατί τους τρέμουμε και από αυτούς προσδοκούμε τη σωτηρία μας. Ο άγιος Κοσμάς έγραφε σε επιστολή του: «Χιλιάδες Εβραίοι θέλουσι τον θάνατόν μου και ένας όχι». Τον θάνατο της ορθόδοξης Ελλάδος θέλει και σήμερα ο διεθνής Σιωνισμός, ο οποίος δια των επιόρκων πολιτικών μας οδήγησε τη χώρα μας στη σημερινή κατάντια. Οι σιωνιστές δεν ελέγχουν τις τράπεζες και τις κυβερνήσεις σ' όλη την έκταση του πλανήτη; Και ας μη σπεύσουμε, χριστιανοί ορθόδοξοι, να χειροκροτήσουμε τις απόψεις των οπαδών του ναζιστικού ολοκληρωτισμού. Άλλο εβραϊκός λαός και άλλο σιωνισμός, τον οποίο συγκαλύπτει σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα εδώ και αλλού.

Ο άγιος Κοσμάς, όπως οι προφήτες και οι Πατέρες της Εκκλησίας, θεωρούσε ότι οι συμφορές είναι απόρροια των αμαρτιών μας και της απομάκρυνσης από το θέλημα του Θεού. Είναι συνέπεια ηθικής κρίσεως. Τόνιζε ακόμη ότι το Γένος είχε αγριέψει από την καταπίεση και την αμάθεια. Σήμερα αισθανόμαστε και ελεύθεροι και πολυμαθείς! Είμαστε όμως; Η διαρκής ενασχόληση με την καταβαράθρωση της οικονομίας μας και μόνο μαρτυρεί έλλειψη διάθεσης αυτοκριτικής και ανίχνευσης της βασικής αιτίας των κακών που μας βρήκαν. Δεν είμαστε απλώς δουλωμένοι στους οικονομικά ισχυρούς, αλλά και στα μύρια όσα πάθη μας, στα οποία υποταχθήκαμε στο όνομα της ελευθερίας. Είμαστε και πάλι άγρια θηρία, παρά τα πολλά έτη που δαπανήσαμε στα σχολικά έδρανα, θηρία του ατομισμού και του ευδαιμονισμού. Σε διδαχή του αγίου Κοσμά περιέχονται και τα ακόλουθα: «Ύστερον το εσήκωσεν (το βασίλειο) ο Θεός και έφερε τον Τούρκον και του το έδωκεν δια ιδικόν μας καλόν. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερε άλλο γένος; Δια ιδικόν μας συμφέρον. Διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν, ο δε Τούρκος άσπρα άμα του δώσεις, κάμνεις ό,τι θέλεις». Ειρωνικά τα σχόλια εκείνων που επιχειρούν να επαναγράψουν την ιστορία υπό το πνεύμα της νέας τάξης πραγμάτων! Και όμως το νεοελληνικό κράτος, ίσως το ψευτορωμαίηκο, που γράφει σε προφητεία του ο άγιος Κοσμάς, κινδυνεύει να διαλυθεί υπό τα πλήγματα του δυτικού «πνεύματος», το οποίο έχει επιβληθεί ως νέα δουλεία πνευματική στον λαό μας. Αν συνεχίσουμε να υμνούμε τους σταυρωτές μας, θα αφανιστούμε μαζί μ' αυτούς, γιατί και αυτοί δεν έχουν μέλλον.

 Ο άγιος δεν έλεγε λόγια χωρίς αντίκρισμα, όπως οι δημαγωγοί, ιδεολόγοι, οραματιστές, πολιτικοί. Υπήρξε ακτήμων, και αυτό αποτελούσε τη μόνη καύχησή του. Αγάπησε τον πονεμένο λαό και γι' αυτόν και την πίστη στον Χριστό προσφέρθηκε θυσία το 1779 (10 χρόνια πριν από τη γαλλική επανάσταση, το αντικείμενο λατρείας των φραγκεμένων!). Άφησε όμως και προφητεία για τον χρόνο που θα έρθει η πολυπόθητη λευτεριά: «Το ποθούμενο θα έρθει όταν θαρθούν δύο πασχαλιές μαζί». Και πανηγυρίζουμε εφέτος την εκατοστή επέτειο της ελευθερίας της Βορείου Ελλάδος, της ελευθερίας που ήλθε, όταν συνέπεσαν οι γιορτές του Ευαγγελισμού και του Πάσχα, όπως μαρτυρεί και ενθύμηση σε εκκλησιαστικό βιβλίο χωριού των Γρεβενών.

Ο άγιος Κοσμάς προφητεύει και για το σήμερα. Τελειώνω με δύο προφητείες, που μου φαίνονται άκρως επίκαιρες: «Θα σας ρίξουν παρά (=χρήμα)  πολύ. Θα σας ζητήσουν να τον πάρουν πίσω, αλλά δεν θα μπορέσουν». «Θα σας επιβάλουν μεγάλο και δυσβάστακτο φόρο, αλλά δεν θα προφθάσουν». Μήπως αυτές θα εκπληρωθούν στις ημέρες μας; Αλλά προϋπόθεση των καλών αυτών εξελίξεων είναι η μετάνοιά μας.

 

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 27-08-2012  

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Τοῦ [ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν] Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου


 

Καί πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.

1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.

2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.

3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

4. Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.

Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς. Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

5. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο»» (Α´ Κορ. 12, 3). Καί ἀλλοῦ. «Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιο Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Σ. Σ. Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη. ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε. «Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

6. Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 8, 29).καί ἀλλοῦ.«αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε.«αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του»» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.

Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.

 

ΠΗΓΗ: http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/easter/simeon.htm. Το είδα: http://www.egolpion.com/sumewn_anastasis.el.aspx

Ερμηνεία της Εικόνας των Θεοφανείων

Ποια η ερμηνεία της Εικόνας των Θεοφανείων;

Του (+) Παύλου Ευδοκίμωφ


 Ἡ εἰκόνατῶν Θεοφανείων προσφέρει τήν εὐαγγελική διήγηση ἀλλά προσθέτει µερικές λεπτοµέρειες πού ἔχουν χρησιµοποιηθεῖ στή λειτουργία τῆς ἑορτῆς καί δείχνει αὐτό πού ὁ Ἰωάννης θάποροῦσε νά διηγηθεῖ. Ἐπάνω στήν εἰκόνα ἕνα τµῆµα ἑνός κύκλου παριστᾶ  τούς οὐρανούς πούἀνοίγουν, καί κάποτε ἀπό µιά διπλή πτυχή πού ὁµοιάζει µέ κροσσό ἑνός σύννεφου, βγαίνει τό χέρι τοῦ Πατρός πού εὐλογεῖ. Ἀπό αὐτό τόν κύκλο ἀναχωροῦν ἀκτῖνες φωτός, χαρακτηριστικό τοῦἉγίου Πνεύµατος, καί  πού  φωτίζουν τό περιστέρι. Αὐτόµατη ἀνάµνηση τοῦἀρχικοῦ λόγου «καί ἐγένετο φῶς», ἡ ἐκδηλωτική ἐνέργεια τοῦ Πνεύµατος, ἀποκαλύπτει τόν τριαδικό Θεό:

Ἡ Τριάδα, ὁ Θεός µας, µᾶς ἐκδηλώνεται χωρίς διαίρεση. Ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά εἶναι τό φῶς τοῦ κόσµου, πού φωτίζει αὐτούς πού κάθονταν στά σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπό ἐκεῖ δέ τόὄνοµα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων». Ἐνῶ ὁ  Χριστός κατέβαινε στά νερά, ἡ φωτιά ἄναψε µέσα στόν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστή τοῦ Κυρίου καί ὁ προεικονισµένος Λόγος, µέ στύλο φωτός δείχνει ὅτι τό βάπτισµα εἶναι φωτισµός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στό θεῖο φῶς.

Ἄλλοτε τήν παραµονή τῆς ἑορτῆς γινόταν τό βάπτισµα τῶν κατηχουµένων καί ὁ ναός ἦταν πληµµυρισµένος ἀπό φῶς, σηµεῖο µυήσεως στή γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ µάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσµένος στό γεγονός γιατί αὐτός  ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόµενος καί φαίνων» καί οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτί αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35).

Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος µέ τή  µορφή ἑνός περιστεριοῦ ἐκφράζει τήν κίνηση τοῦ  Πατρός πού  φέρεται πρός τόν Υἱό του. Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατά  τούς Πατέρες, κατ ἀναλογία µέ  τόν κατακλυσµό καί τό περιστέρι µέ τόν κλάδο ἐλαίας, σηµεῖο τῆς εἰρήνης. Τό Ἅγιο Πνεῦµα πού φέρεται ἐπάνω ἀπό τάἀρχέγονα νερά ἀνέδειξε τή Ζωή, ἐπίσης αὐτό  πού  αἰωρεῖται ἐπάνω στά  νερά  τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ  τή  δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δηµιουργήµατος.̉

Ὁ  Χριστός παριστάνεται ὀρθός ἐνάντια πρός τό βυθό τοῦ νεροῦ σκεπασµένος ἀπό  τά κύµατα τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιµετωπίζει  τά  κοσµικά  στοιχεῖα πού περιέχουν σκοτεινές δυνάµεις: τό νερό, τόν ἀέρα καί τήν ἔρηµο. Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης εἶναι ἀπό τίς µορφές τοῦ βαπτίσµατος: ἡ νίκη ἀπό τό Θεό  τοῦ  δράκοντος τῆς θαλάσσης, τοῦ τέρατος Rahab. Ἕνα ἰδιόµελο τῆς ἑορτῆς κάνει νά  κατανοήσουµε τόν Κύριο λέγοντας στόν Ἰωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, ἔλα νά  µέ  βαπτίσεις… Βιάζοµαι νά  χαθεῖ ὁ κρυµµένος στά νερά ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ  σκότους, γιά νά ἀπελευθερώσω τόν κόσµο ἀπό  τά  δίχτυα του παραχωρώντας του τήν αἰώνια ζωή. Ἔτσι, µπαίνοντας στόν Ἰορδάνη ὁ Κύριος, καθαρίζει τά  νερά: Σήµερα τά  κύµατα τοῦ Ἰορδάνη µεταβάλλονται σέ  φάρµακο καί ὅλη ἡ δηµιουργία ποτίζεται µέ µυστικά κύµατα… (εὐχή ἁγίου Σωφρονίου). Εἶναι ὅλο τό σύµπαν πού δέχεται τήν ἁγιοποίησή του: Ὁ  Χριστός βαπτίζεται· βγαίνει ἀπό  τό νερό καί  µέ  αὐτό ἀποκαλύπτει τόν κόσµο (ἰδιόµελο τοῦ Κοσµᾶ). 

Σπάζει τό κεφάλι τῶν δρακόντων καί ἀναζωογονεῖ τόν Ἀδάµ, εἶναι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἡἀναγέννησή της στό καθαριστικό  λουτρό  τοῦ µυστηρίου. Ὁ ∆ίδυµος Τυφλός καθορίζει: «ὁ  δέ  Κύριος ἔδωκέ  µοι µητέρα τήν κολυµβήθραν (Ἐκκλησία), πατέρα τόν Ὕψιστον, ἀδελφόν τόν δι ̉ἡµᾶς βαπτισθέντα Σωτῆρα».

Στήν εἰκόνα µέ  τό  δεξιό  του χέρι ὁ  Χριστός εὐλογεῖ τά  νερά  καί  τά ἑτοιµάζει νά  γίνουν τά  νερά  τῆς βαπτίσεως πού ἁγιάζει µέ τήν ἴδια του κατάδυση. Τό  νερό ἀλλάζει σηµασία, ἄλλοτε εἰκόνα τοῦ θανάτου (κατακλυσµός), εἶναι τώρα ἡ πηγή τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς (Ἀποκ. 21, 6· Ἰω. 4, 14). Μυσταγωγικά τό  νερό  τῆς βαπτίσεως δέχεται τήν ἀξία τοῦ  αἵµατος τοῦ  Χριστοῦ. Στά πόδια τοῦ  Κυρίου, στά  νερά τοῦ Ἰορδάνη, ἡ  εἰκόνα δείχνει δύο µικρές ἀνθρώπινες µορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειµένων πού ἀποτελοῦν µέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καί  σύ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τά ὁπίσω» (Ψαλµ.113, 5). Τό τροπάριο (ἦχος ∆΄) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταµός, τῇ  µηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιού  καί διῃρεῖτο τά ὕδατα ἔνθεν καί ἔνθεν· καί  γέγονεν αὐτῷ  ξηράὁ δός ἡ ὑγρά  εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ  Βαπτίσµατος, δι ̉  οὗ ἡµεῖς τήν ρέουσαν τοῦ  βίου διαπερῶµεν διάβασιν». Εἰκόνα συµβολική πού µιλᾶ γιά τή  µετάνοια ἀκόµη ἀόρατη τῆς κοσµικῆς φύσεως, τῆς µεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της. Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τήν ἴδια ἀρχή τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γι αὐτό, µετά τή θεία λειτουργία γίνεται ὁ µεγάλος ἁγιασµός τῶν ὑδάτων (ἑνός ποταµοῦ, µιᾶς πηγῆς ἤ ἐντελῶς ἁπλά ἑνός δοχείου τοποθετηµένου µέσα στήν ἐκκλησία).̉

Μιλώντας γιά τά  µή ἁγιασµένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσµοῦ ἡ λειτουργία τά ὀνοµάζει ὑδατόστρωτο τάφο. Πραγµατικά, ἡ  εἰκόνα δείχνει τόν Ἰησοῦ  νά  εἰσέρχεται στά νερά, στόν ὑγρό  τάφο. Αὐτός ἐδῶ ἔχει τή µορφή ἑνός σκοτεινοῦ  σπηλαίου (εἰκονογραφική  µορφή  τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τό  σῶµα τοῦ  Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασµοῦ, πού προσφέρεται στό µυστήριο τοῦ βαπτίσµατος µέ ὁλική κατάδυση, µορφή τοῦ  πασχαλίου τριηµέρου), γιά  νά ἀποσπάσει τόν ἀρχηγό  τῆς φυλῆς µας στή ζοφερή  διαµονή. Συνεχίζοντας τόν προκαταβολικό  συµβολισµό  τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τήν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη: «καταβάς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τόν ἰσχυρόν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, σχολιάζει: ἡ  κατάδυση καί ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ  εἰκόνα τῆς καθόδου στόν ἅδη καί τῆς ἀναστάσεως.

Ὁ Χριστός παριστάνεται γυµνός, εἶναι ντυµένος µέ τήν ἀδαµική γυµνότητα καίἔτσι ἀποδίδει στήν ἀνθρωπότητα τό ἔνδοξο παραδεισιακό ἔνδυµά της. Γιά  νά  δείξει τήν ὑπέρτατη πρωτοβουλία του παριστάνεται βαδίζοντας ἤ κάνοντας ἕνα βῆµα πρός τόν ἅγιο Ἰωάννη: ἐλεύθερα ἔρχεται καί  κλίνει τό κεφάλι. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ταραγµένος: ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καί σύ ἔρχῃ πρός µε; »… Ὁ Ἰησοῦς τόν διατάζει: «ἄφες ἄρτι».

Ὁ Ἰωάννης τείνει τό  δεξιό του χέρι σέ  µιά  τελετουργική  χειρονοµία, στό ἀριστερό κρατεῖ ἕνα εἰλητάριο, κείµενο τοῦ κηρύγµατός του.

Οἱἄγγελοι τῆς Ἐνσαρκώσεως εἶναι σέ  µιά  στάση προσκυνήσεως, τά σκεπασµένα χέρια τους σέ ἔνδειξη σεβασµοῦ. Συµβολίζουν ἐπίσης καί εἰκονογραφοῦν τό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 3, 27): «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε...».

ΠΗΓΗ: http://orthodox-answers.blogspot.com/2011/01/blog-post.html

Κατηχητικός Λόγος Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

Κατηχητικός Λόγος

 

Του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου*

 

 

 

Εί τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως.

Εί τις ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού.

Εί τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νύν το δηνάριον.

Εί τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα.

Εί τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω.

Εί τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω και γάρ ουδέν ζημειούται.

Εί τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.

Εί τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον˙ αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης˙ και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται˙ και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται˙ και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί. Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών˙ και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε˙ εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντε ς και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως˙ πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ εφάνη γάρ η κοινή Βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος. Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαϊας εβόησεν˙ ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.

 

 


Επικράνθη˙ και γάρ κατηργήθη.


Επικράνθη˙ και γάρ ενεπαίχθη.

Επικράνθη˙ και γάρ ενεκρώθη.


Επικράνθη˙ και γάρ καθηρέθη. 


Επικράνθη˙ και γάρ εδεσμεύθη.


Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν.

Έλαβε γήν και συνήντησεν ουρανώ.


Έλαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε.


Πού σου, θάνατε, το κέντρον;

Πού σου, άδη, το νίκος;


Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι.


Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες.


Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι.


Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται.


Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος.


Χριστός γάρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.


Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.


Αμήν.

 

* Διαβάζεται κατά την αναστάσιμη Θεία Λειτουργία του Πάσχα (κανονικά βεβαίως πριν τη θεία Κοινωνία)

2 κατηχητικοί λόγοι πριν τη Μ. Σαρακοστή

Δυο κατηχητικοί λόγοι πριν τη Μ. Σαρακοστή

Του Πρωτοπρεσβύτερου  + Αλέξανδρου Σμέμαν

 

 

Ι) Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο.

Συνέχεια →

Η γλώσσα του θαύματος…

Η γλώσσα του θαύματος…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


«Ανάγκα τε και θεοί πείθονται», έλεγαν οι αρχαίοι. Κι ακόμη πως «την προαίρεση των ανθρώπων ούτε ο Δίας δεν μπορεί να την αλλάξει». Όμως…

Στο χριστιανισμό ισχύει το αντίστροφο. Αφού το καθετί και ο καθένας-και η ανάγκη και η προαίρεση- υπακούουν στη θέληση του Θεού. Αλλά και στη μεσιτεία των αγίων:

Ιούλιος 1944. Οι αντάρτες στήνουν ενέδρα κοντά στα Φιλιατρά της Μεσσηνίας και σκοτώνουν μερικούς Γερμανούς.

Οι Γερμανοί -σύμφωνα με τα ναζιστικά αντίποινα- αποφασίζουν να τουφεκιστούν 100 (εκατό) κάτοικοι των Φιλιατρών και να καεί η μισή η πόλη.

Η εκτέλεση αποφασίστηκε να γίνει στις 19 Ιουλίου.

Το βράδυ παρουσιάζεται στον ύπνο του τοπικού Γερμανού διοικητή Κοντάου, αλλά και του Γερμανού στρατηγού στην Τρίπολη ένας γέροντας ασκητής, που απαιτεί να μην πραγματοποιηθεί η εκτέλεση.

Οι Γερμανοί βέβαια είναι σκληροί και αγέρωχοι. Αλλά και ο ασκητής, επιβλητικός και απαιτητικός, δεν εννοεί να τους αφήσει να ησυχάσουν, αν δεν τους μεταπείσει να ματαιώσουν το κακούργημα, που έχουν αποφασίσει.

Υποσχόμενος ότι, εφόσον ικανοποιήσουν το αίτημά του, θα τους βοηθήσει να επιστρέψουν αυτοί και οι άνδρες τους σώοι και αβλαβείς στην πατρίδα τους.

Την επόμενη ο Γερμανός διοικητής Κοντάου συγκεντρώνει τους ιερείς της πόλης. Κι αφού διαπιστώνει ότι ο καλόγερος δεν ήταν μετααξύ τους, περιέρχεται τους ναούς προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν, που τους αναστάτωσε όλη τη νύχτα και τους έκαμε να αλλάξουν τη σκληρή τους απόφαση.

 

Και να, που τον αναγνωρίζει στην εικόνα του πολιούχου της πόλης Αγίου Χαραλάμπου. Μπροστά στην οποία γονατίζει και προσεύχεται. Παρότι ως διαμαρτυρόμενος δεν πίστευε, ως τότε, στη μεσιτεία, όχι μόνο των αγίων, αλλά ούτε και της Παναγίας…

Ύστερα από ένα χρόνο, όταν πια ο Κοντάου είχε γυρίσει στην πατρίδα του, ο Άγιος Χαράλαμπος και πάλι παρουσιάζεται στο όνειρό του και του ζητάει να τον επισκεφτεί στη γιορτή του (10 Φεβρουαρίου).

Επίσκεψη και προσκύνημα, που γινόταν κάθε χρόνο, ενόσω ο Κοντάου, που στο μεταξύ έγινε ορθόδοξος, ζούσε, και, όπως λέγεται, συνεχίζεται να γίνεται από τους απογόνους του, που κι αυτοί έγιναν ορθόδοξοι…

Το θαύμα αυτό δεν κυκλοφορήθηκε από κάποιες θρησκόληπτες γριούλες ούτε επινοήθκε από κάποιους επαγγελμαίες κληρικούς ούτε ανήκει σε κάποιο αβέβαιο και μακρινό παρελθόν.

Είναι τωρινό πασίγνωστο και πανθομολογούμενο. Και βεβαιωμένο από αλλοεθνείς και αλλόδοξους, που θα είχαν κάθε λόγο να το αμφισβητήσουν και να το απορρίψουν. Και γι' αυτό είναι πομπός πολλαπλών μηνυμάτων:

Πρώτα-πράτα της ακατανίκητης δύναμης της προσευχής. Που ασφαλώς τη νύχτα εκείνη μέσα στο καμίνι του ανείπωτου πόνου οι κάτοικοι των Φιλιατρών ομοθυμαδόν και ολονύκτια και διάπυρη είχαν κάνει.

Κι ακόμη της αθανασίας των αγίων και πολλών άλλων κεκοιμημένων. Που είναι πολύ περισσότερο ζωντανοί και ισχυροί από εμάς τους θεωρητικά ζωντανούς, που μπορεί να είμαστε ουσιαστικά νεκροί και ανίσχυροι.

Αφού, και όταν ζουν και μετά το βιολογικό τους τέλος, γνωρίζουν να μιλούν την πειστικότερη απ' όλες τις γλώσσες, που είναι η γλώσσα του θαύματος. Στην οποία υπακούουν και υποτάσσονται και τα βουνά και οι θάλασσες και τα ουράνια σώματα και τα ζώα. Ακόμη και οι κακούργοι…

Και αυτήν ακριβώς μίλησε και ο Άγιος Χαράλαμπος στους Γερμανούς…

 

Παπα-Ηλίας, 09-02-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

Ο Μ. Βασίλειος και ο αι-Βασίλης

Ο Μέγας Βασίλειος και ο αι-Βασίλης*

 

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 

Εκφράζω την χαρά μου για την εκ νέου επικοινωνία μαζί σας. Φαίνεται ότι καθιερώθηκε πια αυτή η Ναυπακτιακή πίττα στην Αθήνα και γι' αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω θερμότατα την Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας (ΕΝΑΜ), την Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών (ΕΝΑΜ) και τον Ελληνοαμερικανικό Σύλλογο των εν Αθήναις Ναυπακτίων για την πρωτοβουλία αυτή. Εύχομαι σε όλους σας ο νέος χρόνος να είναι υγιεινός, καρποφόρος και καρποβριθής για το καλό των οικογενειών σας και της Ναυπακτίας γενικότερα.

Ως Επίσκοπος και Μητροπολίτης της ιστορικής και παλαιφάτου Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω τις προσευχές σας για να ανταποκριθώ στο δύσκολο έργο της αποστολής μου. Και το ζητώ αυτό για τον επιπρόσθετο λόγο ότι εφέτος είμαι μέλος της Ιεράς Συνδου και έχω την τιμή να είμαι και εκπρόσωπος Τύπου της Ιεράς Συνόδου, που είναι μια υπεύθυνη αποστολή, όπως είμαι και Πρόεδρος και μέλος διαφόρων Συνοδικών Επιτροπών και γι' αυτό απαιτούνται διάκριση, σύνεση και λεπτοί χειρισμοί.

Το θέμα το οποίο επέλεξα σήμερα να αναπτύξω στην αγάπη σας είναι «ο Μ. Βασίλειος και ο αι-Βασίλης» . Μπορεί να φαίνεται ότι στερείται πρωτοτυπίας, αλλά όπως θα διαπιστώσετε στην συνέχεια έχει μεγάλη σημασία για την εποχή μας.

 

1. Η προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου

 

Ο Μ. Βασίλειος υπήρξε ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, αλλά και ένας οικουμενικός διδάσκαλος. Το σημαντικό είναι ότι ο τίτλος Μέγας του αποδόθηκε από τα αδέλφια του, πράγμα το οποίο δείχνει την μεγάλη επιρροή που είχε στα μέλη της οικογενείας του. Από τα εννέα αδέλφια της οικογενείας του οι πέντε είναι γνωστοί άγιοι της Εκκλησίας μας.

Δεν πρόκειται να παρουσιάσω τα στοιχεία της προσωπικότητος του, αλλά να αναπτύξω με συντομία τα τρία σημεία τα οποία περιγράφονται στο απολυτίκιό του. Το απολυτίκιο είναι το εξής:

«Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου,

ως δεξαμένην τον λόγον σου,

δι' ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,

τήν φύσιν των όντων ετράνωσας,

τά των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας,

Βασίλειον ιεράτευμα, πάτερ όσιε,

πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τα ψυχάς ημών» .

Τα τρία σημεία, τα ο ποία θα υπογραμμίσω, είναι τα εξής: Το ένα «δι' ου θεοπρεπώς εδογμάτισας» , το δεύτερο «τήν φύσιν των όντων ετράνωσας» και το τρίτο «τά των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας».

 

 «Δι' ου θεοπρεπώς εδογμάτισας»

Ο Μ. Βασίλειος έζησε ως επίσκοπος σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της Εκκλησιαστικής ιστορίας. Εννοώ την περίοδο μεταξύ της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., και της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 381 μ.Χ. Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε όλα τα θεολογικά ζητήματα της εποχής εκείνης με σοφία, διάκριση, σύνεση, αλλά και θεολογική προοπτική και ενώ εκοιμήθη σε ηλικία 49 ετών δύο μόλις χρόνια -τό 379- πριν συνέλθη η Β´ Οικουμενική Σύνοδος το έτος 381, εν τούτοις είχε προετοιμάσει όλο το θεολογικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η Σύνοδος αυτή.

Ο Μ. Βασίλειος δογμάτισε για τον Τριαδικό Θεό χρησιμοποιώντας νέα ορολογία και αυτό έγινε για να αντιμετωπίση τις διάφορες αιρέσεις που εμφανίσθηκαν και οι οποίες χρησιμοποιούσαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία για να κατανοήσουν την αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Ο Φωστήρ της Καισαρείας δογμάτισε για το Άγιον Πνεύμα, για τις σχέσεις μεταξύ των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Το σημαντικό και πρωτόγνωρο, ακόμη και για την φιλοσοφία, είναι ότι για πρώτη φορά ο Μ. Βασίλειος ταύτισε την υπόσταση με το πρόσωπο. Μέχρι τότε το πρόσωπο σήμαινε το προσωπείο, την μάσκα που χρησιμοποιούσε ο ηθοποιός για να παίξη έναν ρόλο, δηλαδή το πρόσωπο ήταν ένα επίθεμα του όντος. Ο Μ. Βασίλειος ανέπτυξε την άποψη ότι το πρόσωπο δεν είναι επίθεμα του όντος, αλλά ταυτίζεται με την υπόσταση, δηλαδή είναι αυτό που κάνει το όν να είναι όντως όν.

Όλη αυτήν την θεολογία ο Μ. Βασίλειος την ανέπτυξε « θεοπρεπώς» , ακριβώς γιατί ζούσε την υπαρξιακή θεολογία, είχε εμπειρίες του Θεού, όπως φαίνεται στα κείμενά του. Η θεολογία του δεν ήταν ακαδημαϊκή, ορθολογιστική, συναισθηματική, αισθητική, αλλά καθαρά υπαρξιακή.

 

«Την φύσιν των όντων ετράνωσας» .

Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία γινόταν διαρκώς λόγος για τα όντα, που υπάρχουν στον κόσμο, και το όν, του οποίου αντιγραφή είναι τα όντα. Βασικό κεντρικό ερώτημα της αρχαίας ελληνικής μεταφυσικής, όπως ισχυρίζεται ο Χάϊντεγκερ, είναι « γιατί να υπάρχουν τα όντα και όχι το τίποτε» .

Ο Μ. Βασίλειος σπούδασε στην Αθήνα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και όλη την επιστήμη της εποχής του, που ησχολείτο με τα όντα. Κατά την μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που ήταν προσωπικός του φίλος και συμμαθητής του στην Αθήνα, έμαθε εννέα επιστήμες της εποχής εκείνης. Αν διαβάση κανείς την «εξαήμερό» του, δηλαδή την ερμηνεία που κάνει στην δημιουργία του κόσμου σε έξι ημέρες, θα διαπιστώση ότι μέσα στο βιβλίο αυτό κατόρθωσε να συγκεντρώση όλες τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής του για τον κόσμο και την δημιουργία του. Ερεύνησε την φύση και τα όντα – τά φυτά, τα έντομα, τα πτηνά, τα ψάρια, τα ζώα κλπ. – είδε την ουσία των όντων, τις ενέργειες του Θεού στην κτίση, καθώς και την εντελέχεια και την τελολογία όλων των αισθητών πραγμάτων. Ο Μ. Βασίλειος αγάπησε την φύση και έκανε στις επιστολές του υπέροχες περιγραφές του τοπίου στο οποίο εμόναζε παρά τον Ίρι ποταμό.

 

«Τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας»

Ο Μ. Βασίλειος δεν ήταν ένας θεωρητικός Θεολόγος και επιστήμονας, αλλά ήταν και μεγάλος μεταρρυθμιστής. Ενδιαφερόταν για τους δούλους, τους πτωχούς, για την ελάφρυνση της φορολογίας του λαού, για τις αδικίες που υφίσταντο διάφοροι άνθρωποι, διοργάνωσε την φιλανθρωπία. Είναι ο θεμελιωτής των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Μέχρι τότε το Κράτος δεν είχε αναπτύξει την κοινωνική πρόνοια. Ο Μ. Βασίλειος εμφορούμενος από τις Χριστιανικές του αρχές ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό την φιλανθρωπία. Είναι γνωστή στην ιστορία η «Βασιλειάδα» του. Ο ιστορικός Σωζόμενος κάνει λόγο περί « Βασιλειάδος ό πτωχών εστιν επισημότατον καταγώγιον, υπό Βασιλείου κατασκευασθέν, αφ' ου την προσηγορίαν την αρχήν έλαβε και εις έτι νυν έχει».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κάνει λόγο για την « καινήν πόλιν» όπου «νόσος φιλοσοφείται και συμφορά μακαρίζεται και το συμπαθές δοκιμάζεται». Πρόκειται για μια καινούρια πόλη. Ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος σε μια επιστολή του (επιστολή 94 προς Ηλίαν) δίδει μια μαρτυρία για το κέντρο αυτό της φιλανθρωπίας. Μέσα στην «Βασιλειάδα» υπήρχε μεγαλοπρεπής καθεδρικός Ναός, οικήματα γύρω από τον Ναό για τον Επίσκοπο και τους Κληρικούς, οικήματα για την φιλοξενία των αρχόντων και των δημοσίων λειτουργών, ξενώνας για την φιλοξενία των ξένων και των περαστικών από την πόλη, νοσοκομείο για την θεραπεία των ασθενών με το αναγκαίο προσωπικό από ιατρούς, νοσοκόμους, οδηγούς, υποζύγια, οίκους για στέγαση των απαραιτήτων εργαστηρίων και τεχνητών. Υπάρχει πληροφορία που διασώζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ότι τους λεπρούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη ήταν απόβλητοι από την κοινωνία, διότι είχαν την αθεράπευτη και κολλητική ασθένεια της λέπρας, που ομοίαζε κάπως με την σημερινή ασθένεια του ααάέ, τους φρόντιζε ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος και μάλιστα αφού τους καθάριζε τις πληγές στην συνέχεια τις ασπαζόταν για να τους δείξη την αγάπη του. Ποιός θα το έκανε αυτό σήμερα για τους ασθενείς του ααάέ;

Το σπουδαιότερο είναι ότι ο Μ. Βασίλειος έκανε όλο αυτό το έργο της φιλανθρωπίας, δείχνοντας το προσωπικό του παράδειγμα, αφού καίτοι ήταν εύπορος έδωσε όλην την περιουσία του σε όσους είχαν ανάγκη και μάλιστα όταν απέθανε είχε ως μόνα περουσιακά στοιχεία ένα τρίχινο ράσο και λίγα βιβλία. Αλλά η αγάπη του ήταν τέτοια, ώστε στην κηδεία του, από τον συνωστισμό του κόσμου, απέθαναν και άνθρωποι.

Η κοινωνική προσφορά του Μ. Βασιλείου σε συνδυασμό με την αγάπη του, την εξυπνάδα του και τις θαυματουργικές του επεμβάσεις φαίνεται και στο περιστατικό σύμφωνα με το οποίο υπάρχει η παράδοση της Βασιλόπιττας, όπως την διέσωσε ο Καθηγητής Φαίδων Κουκουλές, κατά την παρουσίαση του Δημήτρη Λουκάτου. Σύμφωνα με αυτήν «όταν ο άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι εζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους.

 -"Σάς προτρέπω ευθύς, τους είπε εκείνος, να μου φέρει έκαστος ό,τι πολύτιμον έχει αντικείμενον". Μάζεψαν πολλά δώρα, και βγήκαν μαζί με τον Δεσπότη τους οι Καισαρείς να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μ. Βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραΰνθηκε, χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι, κι ο άγιος Βασίλειος πήρε να τους ξαναδώσει τα τιμαλφή. Ο χωρισμός όμως ήτο δυσχερής, διότι πολλά όμοια είχον προσφέρει, δακτυλίους δηλαδή, νομίσματα κλπ. Ο Βασίλειος τότε σκέφθηκε ένα θαυματουργόν τρόπο: Διέταξε να κατασκευασθώσι την εσπέραν του Σαββάτου πλακούντια (δηλ. μικρές πίτες) και εντός ενός εκάστου έθηκεν ανά έν αντικείμενον, την δ' επομένην έδωκεν ανά έν εις έκαστον Χριστιανόν. Ποίον θαύμα! Εντός του πλακουντίου του εύρεν έκαστος ό,τι είχε προσφέρει! Από τότε, λέγει η παράδοση, κάθε στη γιορτή του αγ. Βασιλείου κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα» .

Ο Μ. Βασίλειος υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα που δεν εξαντλείται στα λίγα που ανέφερα πιο πάνω. Αλλά ο χρόνος είναι περιορισμένος και δεν μπορώ να αναφερθώ και σε άλλα σημεία.

 

2. Η μορφή του αι-Βασίλη

 

Ενώ η Εκκλησία με την λατρεία της, την θεολογία της, την εικονογραφία της και το συναξάριο της τιμά σε μεγάλο βαθμό την μεγάλη προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου, εν τούτοις η λαϊκή παράδοση και κυρίως η δυτική -ευρωπαϊκή και αμερικανική- νοοτροπία παρουσιάζει κατά ιδιαίτερο τρόπο τον Μ. Βασίλειο, δηλαδή από Μέγα Βασίλειο τον έκανε αι-Βασίλη, με πολλές παραλλαγές.

Όταν διαβάση κανείς σχετικά κείμενα και αναλύσεις θα διαπιστώση ότι η μορφή του Μ. Βασιλείου αλλοιώθηκε στην Ευρώπη και τον Νέο Κόσμο.

Ο καθηγητής της Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος στο βιβλίο του «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών» γράφει ότι ο δικός μας άγιος Βασίλης «ήταν ένας καθαρά πρωτοχρονιάτικος άγιος, κάτι ανάμεσα στον πραγματικό Ιεράρχη της Καισάρειας και σ' ένα πρόσωπο συμβολικό του Ελληνισμού, που ξεκινούσε από τα βάθη της ελληνικής Ασίας, κι έφτανε την ίδια μέρα σ' όλα τα πλάτη, από τον Πόντο ώς την Επτάνησο κι από την Ήπειρο ώς την Κύπρο. Ξεκινούσε σαν μεσαιωνικός πεζοπόρος, αμέσως ύστερ' από τα Χριστούγεννα, με το ραβδί στο χέρι, και περνούσε απ' τους διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα και κουβεντιαστής με όσους συναντούσε» .

Και συνεχίζει ο Καθηγητής: «Δεν κρατούσε κοφίνι στην πλάτη του ούτε σακκί φορτωμένο με δώρα. Εκείνο που έφερνε στους ανθρώπους ήταν περισσότερο συμβολικό: η καλή τύχη ιδιαίτερα κι η ιερατική ευλογία του. Το μόνο κάπως συγκεκριμένο ήταν το μαγικό ραβδί του, απ' όπου με θαυμαστόν τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες, σύμβολα των αντίστοιχων δώρων, που θα μπορούσε να μοιράσει στους ευνοουμένους του» . Και συνεχίζει ο Καθηγητής: "Δεν έφερνε τίποτα ο άγιος Βασίλης. Αντίθετα λές και ζητούσαν την ευλογία του, με το να μοιράζουν από δική τους πρόθεση οι άνθρωποι δώρα και λεφτά", δηλαδή "γονείς και συγγενείς έδιναν στα παιδιά τους μπουναμάδες ή και μεταξύ τους τα δώρα"" (ένθ. ανωτ., σελ. 121). Γενικά στην δική μας παράδοση ο αι-Βασίλης ήταν «μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός, με μαύρα γένια και καμαρωτά φρύδια. Ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος, με σκουφί και πέδιλα, στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί» (Σπύρος Δημητρέλης).

Η πατρίδα του ανατολικού αι-Βασίλη είναι η Μικρά Ασία, και είναι γραμματισμένος, κατάγεται από την Καισάρεια και «βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι» και προσφέρει ως δώρο «τή σταθερή και διαχρονική χαρά της γνώσης» .

Στην Δύση υπήρχε άλλος τύπος του δικού μας αι-Βασίλη. Στην Ευρώπη και ιδίως στην Ολλανδία ήταν ο Sinter Klaas, ο οποίος ήταν « ο προστάτης των ναυτικών, των εμπόρων και των παιδιών, έτσι όπως αυτός λατρεύτηκε στις κάτω Χώρες, κυρίως από τον 12ο αιώνα και μετά» . Τον 17ο αιώνα Ολλανδοί Καλβινιστές « μεταναστεύοντας στην Αμερική έπαιρναν μαζί τους και την εικόνα του Αγίου Νικολάου» , και έγινε ο Saint Nick και ο Santa Claus. Μετακινήθηκε όμως μερικές εβδομάδες αργότερα για να επισκεφθή τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων. Ο τύπος αυτός ταξίδευσε και σε άλλες Χώρες. « Γύρω στα 1870 η γλυκιά και γενναιόδωρη μορφή του ταξίδεψε και στην Βρεταννία, όπου και συγχωνεύτηκε με τον σκανδιναυϊκής προέλευσης, πατέρα των Χριστουγέννων και γέννησε μύθους, θρύλους, τραγουδάκια και αξεπέραστες συνήθειες» .

 Ταυτιζόμενος ο Saint Nick, με τον Santa Claus και τον Father Christmas μεταφέρθηκε στην Αμερική από τους Ευρωπαίους μετανάστες και όπως ήταν επόμενο εκεί αλλάζει μορφή, αποκτά την μορφή « τού καλοθρεμμένου και ολοπόρφυρου αγίου, που επειδή δεν μπορεί να ζεί στις χιονισμένες πλαγιές του Άσπεν ή του Βερμόντ για λόγους παραδοσιακής αλλά και εμπορικής αποστασιοποίησης μένει κάπου στον Βόρειο Πόλο» .

Βεβαίως, εδώ πρέπει να σημειωθή ότι αυτός ο "τύπος", που στην Ευρώπη και την Αμερική ονομάσθηκε Saint Nick, Santa Claus και Father Cristmas, από μας ονομάζεται αι-Βασίλης. Οι δυτικοί δεν τον ονομάζουν αι-Βασίλη, αλλά Saint Nick, Santa Claus και Father Cristmas. Εμείς ταυτίσαμε τον δυτικό αυτόν "τύπο" με τον αι-Βασίλη, αφού εξοβελίσαμε τον δικό μας Άγιο Βασίλειο. Ο Καθηγητής Δημ. Λουκάτος λέγει ότι αυτός ο δυτικός τύπος ήρθε σε μας "μέ πρωτοβουλία των αστικών τάξεων" και ονομάσθηκε αι-Βασίλης. Χάρη συννενοήσεως στα επόμενα θα τον τιτλοφορώ αι-Βασίλη.

Ο σημερινός αι-Βασίλης είναι δημιούργημα του αγγλοσαξωνικού κόσμου και απηχεί την νοοτροπία του. Ο αι-Βασίλης αυτός γεννήθηκε αρχές του 19ου αιώνα από έναν αστό προτεστάντη καθηγητή, τον Κλημέντιο Κλάρκ Μούρ « πού έγραψε για τα παιδιά του μια ιστορία με ήρωα έναν αι-Βασίλη, την The Night Before Christmas » και δημοσιεύθηκε την 23 Δεκεμβρίου του έτους 1823 στην εφημερίδα « Sentinel» . Η ιστορία αυτή εικονογραφήθηκε από τον πατέρα του χιουμοριστικού αμερικανικού σχεδίου Τόμας Νάστ, ο οποίος ήταν γερμανικής καταγωγής και « δανείστηκε στοιχεία από την γερμανική λαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων αλλά και την παραδομένη μορφή του πλανόδιου γερμανού εμπόρου» .

Υπάρχουν αναλύσεις σύμφωνα με τις οποίες « ο Άγιος Βασίλης γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου, όταν ο Νάστ εργαζόταν στο Harper's Weekly, στο μεγαλύτερο περιοδικό της εποχής, και του είχε ανατεθεί να απεικονίζει με αλληγορικές εικόνες τα δρώμενα του πολέμου. Μία από αυτές ήταν "ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο", όπου παρουσιάζεται για πρώτη φορά ο Άγιος με τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς άνδρα, ολοστρόγγυλου και ροδαλού, καλυμμένου από άστρα, ο οποίος μοίραζε δώρα σε ένα στρατόπεδο των Βορείων. Ο Άγιος Βασίλης του Νάστ δεν εξελίχθηκε, παρέμεινε ο ίδιος με το κόκκινο κουστούμι με τα λευκά γουνάκια, την άσπρη γενιάδα και τα παιχνίδια του. Με αυτό το σκίτσο, τα Χριστούγεννα έγιναν ημέρα αργίας και ο Άγιος Βασίλης αναγορεύτηκε σε τοπική θεότητα – καλόκαρδο πνεύμα που αντιπροσώπευε την ευημερία και την οικογενειακή ζωή των Βορείων, σε αντίθεση με το μύθο της ιπποτικής παράδοσης και της βαθύτατα ιθαγενούς κολτούρας του Νότου.

Βασισμένος στην επιτυχία που γνώρισε το έργο του το 1862, ο Νάστ συνέχισε να παράγει σχέδια του Άγιου Βασίλη κάθε Χριστούγεννα κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Και η σύλληψή του έγινε αποδεκτή, διότι έδωσε στην παραδοσιακή ασκητική αυστηρή και αποστεωμένη εικόνα του Father Christmas του Pelze – Nicol και του Pere Noel, μια άλλη διάσταση που αντικατόπτριζε την αφθονία και την ευμάρεια.

Ο Ντίκενς είχε ήδη μετατρέψει τα Χριστούγεννα σε γιορτή της αστικής τάξης. Όμως ο Άγιος Βασίλης δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στις εορταστικές προετοιμασίες του Ντίκενς. Τα Χριστούγεννα του Ντίκενς στρέφονται ενάντια στον πυρήνα του βικτωριανού καπιταλισμού και υπογραμμίζουν την ατομική συνείδηση, το κοινωνικό σύνολο, την φιλανθρωπία. Τα Χριστούγεννα του Εμφυλίου του Νάστ -καί του Άγιου Βασίλη που τα συνοδεύει- βρίσκονται σε τέλεια συμφωνία με την ουσία της παράδοσης των Βορείων, η οποία είναι ο συγκερασμός της αρετής με το εμπόριο. Βέβαια ο Άγιος του Νάστ διανέμει δώρα αρχικά σε στρατιώτες και έπειτα σε παιδιά, μια ανταμοιβή για όποιον υπήρξε καλός κατά την διάρκεια της χρονιάς. Η πιο διάσημη απεικόνιση του Αγίου, κυκλοφόρησε το 1866 -στό τέλος του πρώτου ειρηνικού χρόνου- και εδραίωσε την εικονογραφία του χαρακτήρα. Τον βλέπουμε να διακοσμεί ένα έλατο, να φτιάχνει παιχνίδια, να διαβάζει το βιβλίο του με τα παραμύθια, να ράβει τα ρούχα του και τέλος να εξερευνά τον κόσμο με το τηλεσκόπιό του "πρός αναζήτηση σοφών παιδιών". Με αυτόν τον τρόπο αποδίδεται η πολυάσχολη πλευρά του χαρακτήρα του και το πρότυπο του περιπετειώδους Yankee.

Ίσως αυτό που αποτελεί το πιο συμπαθητικό στοιχείο στον Άγιο Βασίλη του Νάστ είναι η τρυφερότητα που δείχνει απέναντι στα παιδιά. Τα παιδιά, τα οποία παρουσιάζονται τόσο συχνά όσο και ο Άγιος Βασίλης στο έργο του Νάστ, δεν μοιάζουν σε τίποτα με τα δυστυχισμένα παιδιά του δρόμου της βικτωριανής εποχής» .

Είναι φανερό ότι ο αι-Βασίλης του Τόμας Νάστ δείχνει το όνειρο της αμερικανικής κοινωνίας, που στηρίζεται στην ευημερία, την ευδαιμονία, την καλοπέραση, την αγαθωσύνη και την μακροημέρευση του ανθρώπου. Ένας τέτοιος αι-Βασίλης « είναι προσωποποίηση του αμερικανικού υλισμού, της αφθονίας, της χαράς και της ευδαιμονίας» . Βεβαίως πρέπει να σημειωθή ότι « ο εφευρέτης του χοντρούλη και αγαθούλη γέροντα είναι ο ίδιος που σχεδίασε τα σήματα των αμερικανικών κομμάτων, δηλαδή του γαϊδάρου για τους Δημοκρατικούς και του ελέφαντα για τους Ρεμπουμπλικανούς»

Στις αρχές του αιώνα μας ο αι-Βασίλης άλλαξε κάπως μορφή, και έγινε όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα. Σε αυτό συνετέλεσε η Κόκα-Κόλα. « Κι αν ήταν ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ που τον φαντάστηκε πρώτος, περίπου όπως είναι σήμερα, η Κόκα-Κόλα αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής. Στα 1931, που η Κόκα Κόλα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον Σάντα Κλάους στη χειμωνιάτικη διαφημιστική της εκστρατεία και ανέθεσε σε έναν άλλο Αμερικανό καλλιτέχνη, τον Χάντον Σάνμπλομ, να τον σχεδιάσει. Εκείνος διάλεξε για τον Άγιο τα χρώματα της Κόκα Κόλα καί… να τος, με τις μαύρες μπότες του, το μακρύ σκουφί του, το κόκκινο κοστούμι του και την άσπρη του γούνα, όπως τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε» .

Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο αι-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώση δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ με τίτλο « μιά επίσκεψη του Αγίου Νικόλα» , ο οποίος « δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι» .

Εν τω μεταξύ, αυτές τις ημέρες σε περιοδικά και εφημερίδες διαβάσαμε πολλά παράξενα γύρω από τον αι-Βασίλη. Το ένα από αυτά είναι ότι ο αι-Βασίλης έγινε "υποκείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και όργανο οικονομικών συμφερόντων", ότι "χωρίζει αντί να ενώνει" τους ανθρώπους και ότι "ο παγκοσμιοποιημένος Santa Claus" προκαλεί "τίς αντανακλαστικές αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών", από την άποψη ότι πολλά Κράτη διεκδικούν, ερίζουν για την καταγωγή του αι-Βασίλη, από την "Γροιλανδία μέχρι την Αυστραλία και από την Λαπωνία μέχρι την Αυστρία". Και βέβαια αυτό συσχετίζεται με το εμπόριο, την διαφήμιση και την πολιτική. Το άλλο είναι ότι εφέτος είδαμε σε περιοδικό, αλλά αυτό γίνεται και αλλού, μαζί με τον αι-Βασίλη και αι-βασιλοπούλες, γυναίκες ντυμένες ως αι-Βασίληδες. Έξι στάρ του Χόλιγουντ "φόρεσαν την κόκκινη στολή και στάθηκαν μπροστά στο φακό όπως μόνο αυτές ξέρουν". Είναι και αυτό γνώρισμα της εποχής μας. 

Επομένως ο αι-Βασίλης της Μικράς Ασίας που είναι εγγράμματος και δίδει ως δώρο την γνώση, μετατρέπεται στον Σάντα Κλάους που δίδει « τήν εφήμερη ηδονή της κατανάλωσης» και έρχεται σε μας μετονομαζόμενος σε αι-Βασίλη. Δεν είναι ένα πρόσωπο με τα υπαρξιακά του ερωτήματα και τις αγωνίες, με την ασκητική του διάσταση, αλλά διακρίνεται για την « προτεταμένη κοιλιά, τα ροδοκόκκινα μάγουλα» και είναι η εικόνα της « καλοπέρασης και της αισιοδοξίας» . Είναι δε γνωστόν από τις διάφορες μελέτες ότι όλη η νοοτροπία της Αμερικανικής κοινωνίας διακρίνεται από ένα κράμα μεταξύ του πουριτανικού-καλβινιστικού πνεύματος σε συνδυασμό με μερικές απόψεις του διαφωτισμού και του ρομαντισμού, όπως απέδειξε δια πολλών ο Schaeffer. Κατά κάποιο τρόπο ο αμερικανικός αι-Βασίλης είναι έκφραση αυτού του πνεύματος. Αυτό δε το πνεύμα δημιούργησε διάφορα προβλήματα, με τα οποία θέλησε να ασχοληθή η επιστήμη της ψυχανάλυσης, γιατί η απώθηση των υπαρξιακών προβλημάτων δημιουργεί ποικίλες αρρώστιες, σωματικές και ψυχολογικές.

Αγαπητοί μου,

Η πορεία του ανθρώπου από τον Μ. Βασίλειο της Ορθοδόξου Παραδόσεως στον αι-Βασίλη αγγλοσαξωνικού τύπου δείχνει την υποβάθμιση του πολιτισμού, την πορεία από την οντολογία στον ευδαιμονισμό, τον ωφελιμισμό και την χρησιμοθηρία. Ο ιστορικός Ντανιελού έχει παρατηρήσει ότι οι αρχαίοι Έλληνες εξετάζοντας τον κόσμο ερωτούσαν τί είναι το όν και τί είναι τα όντα, έκαναν, δηλαδή οντολογία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ασχολήθηκαν με το νόημα του κόσμου, αλλά κυρίως απαντούσαν στο ερώτημα ποιός έκανε τον κόσμο και ποιός είναι ο σκοπός του. Οι δυτικοί όμως, αντίθετα από τις προηγούμενες παραδόσεις, ερωτούν τί μας χρησιμεύει ο κόσμος, δηλαδή αναπτύχθηκε η χρησιμοθηρία και ο ωφελισμός.

Εάν η πορεία από τον Μ. Βασίλειο στον αι-Βασίλη δείχνη την επιπεδοποίηση του ανθρώπου, αλλά και την υποβάθμισή του, η αντίστροφη πορεία από τον αι-Βασίλη του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού στον Μ. Βασίλειο της Εκκλησίας δείχνει την αναβάθμιση του ανθρώπου, την ανύψωσή του, την πορεία του δηλαδή από το πράγμα στην υπόσταση, από το άτομο στο πρόσωπο. Αυτό είναι το νόημα των εορτών. Αυτό ας ευχηθούμε για εαυτούς και αλλήλους τον νέο χρόνο.

 

* Ομιλία στους Ναυπακτίους των Αθηνών.

 

ΠΗΓΗ: ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2003,  http://www.parembasis.gr/2003/03_01_11.htm

Ένας πραγματικός χριστιανός κοιμήθηκε…

Ένας πραγματικός χριστιανός κοιμήθηκε…

 

Του παπα Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

 

 

Έλειπα κάποιες μέρες από την εστία μου και δε είχα την δυνατότητα να μάθω τα τρέχοντα εκκλησιαστικά νέα. Έτσι χθες μόλις έμαθα ότι έφυγε από την παρούσα μορφή ζωής ο επίσκοπος της ορθόδοξης εκκλησίας Σερβίας και Πατριάρχης Παύλος. Ένας κατά την προσωπική και πολύ ταπεινή μου άποψη σύγχρονος άγιος της εκκλησίας μας. Και βέβαια όταν χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο δεν εννοώ ένα μυθικό ον ούτε μια ανθρώπινη ύπαρξη που σε τίποτε δεν θυμίζει την ζωή ενός ανθρώπου.

Το υπογραμμίζω γιατί συνήθως στην νεότερη χρήση του όρου άγιος και αγιότητα προβάλλονται αυτοματισμοί σκέψης και αντίληψης που έχουν περισσότερο να κάνουν με ταξίδια επιστημονικής φαντασίας και υπερκόσμιας ουτοπίας παρά με την αλήθεια ενός αγίου ανθρώπου. Δηλαδή στους περισσότερους ανθρώπους το άκουσμα της λέξης άγιος δημιουργεί την φαντασίωση του εξωπραγμ ατικού, του πέραν από τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα και πολύ λιγότερο την ανθρωπινότητα, την ψηλαφητή αγάπη και ταπείνωση ενός αγίου ή αγίας.

Τέλος πάντων δε είναι του παρόντος για να μιλήσουμε για την αγιότητα και την παραχάραξη της από τους σύγχρονους ηθικιστές και νομικιστές χριστιανούς που δεν μπορούν να καταλάβουν τον λόγο του Αγίου Ισαάκ Σύρου όταν λέει ότι «είναι καλύτερα να βρεις την ταπείνωση από το να ανασταίνεις ανθρώπους» ή τον λόγο του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου που μας λέει « μην ψάχνατε προγνώστες του μέλλοντος ή θαυματοποιούς αλλά ανθρώπους που να έχουν αγάπη και ταπείνωση». Ας είναι όμως. Ας το αφήσουμε για κάποια άλλη φορά αυτό το θέμα.

 Ο Πατριάρχης Σερβίας λοιπόν Παύλος εκοιμήθει. Έφυγε από την παρούσα μορφογενετική πραγματικότητα για τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Έφυγε με πολύ πίστη, μεγάλη αγάπη και ιδιαίτερη ταπείνωση για την θέση που η εκκλησία του είχε εμπιστευθεί. Καθότι στις μέρες μας δεν υπάρχουν πολύ τέτοιοι επίσκοποι και κατά την κοσμική έννοια Πατριάρχες όπως ο μακαριστός Παύλος.

Ο επίσκοπος της εκκλησίας του Χριστού Παύλος και Πατριάρχης της Σερβικής εκκλησίας, δεν άσκησε -ως συνήθως γίνεται από τις θέσεις αυτές- εξουσία. Δεν άφησε τον εαυτό του να γοητευθεί από την δαιμονική γοητεία της εξουσίας. Δεν υπηρέτησε την διπλωματία. Ούτε ιερή ούτε ανίερη. Δεν έκανε μικροπολιτική και μακροπολιτική. Ήταν Χριστιανός. Ακέραιος. Αυθεντικός. Μαρτυρικώς μαρτυρών την πίστη του στο Χριστό.

Αγωνίστηκε κόντρα σε όλες τις αντιεκκλησιαστικές, αντιχριστιανικές κοσμικές απόψεις και αντιλήψεις ότι η διοίκηση της εκκλησίας δεν ασκείται με προσευχή και νηστεία, με αρετή και πνευματικότητα, αλλά με δημόσιες σχέσεις, με διπλωματία και πολιτική. Καθώς δε και με την νεοεκφρασθείσα αλλά καθόλου άγνωστη από το εκκλησιαστικό παρελθόν άποψη ότι η αποστολή του επισκόπου δεν είναι η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και η εν Χριστώ διακονία, αλλά η διοικητική γραφειοκρατική συνδιαλλαγή με το κράτος και τις εξουσίες του κόσμου τούτου, κάτι σαν εκκλησιαστικός νομάρχης.

Ο Πατριάρχης Παύλος εκλέχτηκε με κλήρο κατά την Σερβική παράδοση. Δεν πήρε μέρος σε συντεχνίες και εκλογικά μαγειρέματα. Άφησε τον Θεό να μιλήσει μέσα από καθαρές διαδικασίες.

Όταν κηρύχτηκε από τον υπεραντλαντικό σουλτάνο(Η.Π.Α) ο πόλεμος ενάντια στην Σερβία δεν υπεράσπισε τον λαό του μόνο με παρουσία, φιλανθρωπική διακονία κ. α. τα οποία επιτυχώς πολλές φορές διεκπεραιώνουν και μη θρησκευτικές ομάδες εθελοντών ακτιβιστών και οργανισμών. Αλλά ως αληθινός χριστιανός επίσκοπος μπόλιασε την φιλανθρωπία με την προσευχή και νηστεία. Δεν έφαγε λάδι όσες μέρες κράτησε ο πόλεμος πενθών για τον σφαγιασθέντα λαό του και τελούσε την Θεία Λειτουργία καθημερινά όπου και εάν βρισκόταν.

Έτσι η πνευματική αγωνία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική παρουσία του, αφού μετά τις προσευχές και τις Λειτουργίες έφευγε στους δρόμους, τις πόλεις, τις χώρες, για να βρεί οικονομικές προσφορές για τον δοκιμαζόμενο λαό του, έλεγε χαρακτηριστικά:

 «Εάν ηδυνάμην να προφθάσω, μάρτυς μου ο αναστάς Θεός, θα εστεκόμην ενώπιον των ναών, των νοσοκομείων και ενώπιον των πολυτελών χώρων δια τας δεξιώσεις και τας επιδείξεις μόδας, και προσωπικώς θα εζήτουν ελεημοσύνη δια τα δοκιμαζόμενα αδέλφια και παιδιά μας. Ο κάθε εξ ημών θα έπρεπε, με ενεργόν τρόπον, να εντροπιάση όλας εκείνας τας επιδεικτικάς πλεονεξίας, αι οποίαι υπάρχουν εις τόσους δημοσίους χώρους, και όχι μόνον απλώς να σκανδαλιζόμεθα και να απελπιζώμεθα, επειδή η αναισχυντία κυριάρχησε γύρω μας»

Εγώ αυτά κατάλαβα από αυτή την ασκητική χριστιανική παρουσία ενός αγίου ανθρώπου. Και σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι δεν έκανε λάθη ή δεν πήρε μέρος κάτω από ιστορικές και συναισθηματικές πιέσεις σε κάποιες όχι και τόσο ξεκάθαρες αποφάσεις για τις οποίες άλλωστε του ασκήθηκε κριτική και θα μιλήσει η ιστορία. Εκείνο όμως που δεν μπορεί να κάνει η ιστορία -και εδώ είναι και η μεγάλη της αδυναμία – είναι να δει το βάθος και την ουσία μιας ανθρώπινης καρδιάς. Γιατί η ιστορία καταγράφει γεγονότα. Η ανθρώπινη καρδιά όμως είναι ένα μέγα μυστήριο που κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να καταγράψει και να αναλύσει. Θα μιλήσουν όμως καλύτερα και πληρέστερα όλοι αυτοί που τον έζησαν από κοντά, ως μια αυθεντική μαρτυρία χριστιανικού ήθους.

Την ευχή του ας έχουμε.

 

π. Λίβυος

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009, http://plibyos.blogspot.com/2009/11/blog-post_17.html

 

Στο Χρυσόστομο

Στο Χρυσόστομο

(+ 13 Νοεμβρίου)

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Πατρίδα σου, οι «Συριάδες οι Αθήνες».

Και θαυμαστές σου, ο Λιβάνιος κι η οικουμένη όλη.

Και ο Δικέφαλος, σε πήρε στα φτερά του

Και σ' έφερε Αρχιεπίσκοπο στην Πόλη…

Κι εκεί της αδικίας είδωλα πολλά:

Ο μαμωνάς, η εξουσία και ο νόμος…

Κι εσύ των εξαθλιωμένων η φωνή

Και της Δικαιοσύνης  o αδέκαστος ο οικονόμος….

 

Κι όσο περσότερο άπλωνες εσύ

Του λόγου και του δίκιου τη σαγήνη,

Τόσο ανύσταχτα το δίχτυ του χαμού

 Έπλεκαν ολοτρίγυρά σου εκείνοι.

 

Κι οι δεσποτάδες; Πρωτεργάτες του κακού!

Φίδια φαρμακερά κι άγριοι λύκοι.

Κι οι φίλοι σου οι επίσκοποι;

Πιστοί! μ' αδύναμοι και πολύ λίγοι…

 

Κι η εξουσία; Η αποθέωση της ύψιστης αβελτηρίας!

Σατανικά συνταιριασμένη κι επικίνδυνα

Με τις λοιπές διαστροφές της εξουσίας:

Κάρφος αχύρου ανεμόδαρτο μες στον τυφώνα

Των δεσποτάδων της αδίστακτης της κακουργίας.

 

Και του λαού τα πλήθη; Ανυπεράσπιστα!

στο έλεος του φόβου και του τρόμου.

Ν' αντιμετωπίζουν  αποφασισμένα κι απροσκύνητα

Την άγρια σφαγή και την απανθρωπιά του νόμου…

 

Κι ως οι κακούργοι εξόρισαν τον άγγελο της Εκκλησίας,

Τον ορφανό ναό της Άγιας έκαψ' ο λαός Σοφίας

Και το περίλαμπρο το μέγαρο Της Γερουσίας.

 

Κι εσύ της εξορίας το δρόμο πήρες τον πικρό

Με τους αμείλικτους κι εγκάθετους φρουρούς σου

Αβάσταχτο να κάνουν το δυσβάστακτό σου το σταυρό,

Που σου φορτώσαν οι εργολάβοι του χαμού σου.

 

Πρώτα της Αρμενίας η Κουκουσός

Και ύστερα τα Κόμανα του Πόντου,

Που άφησες την τελευταία σου πνοή,

Θύμα της ύψιστης βλακείας και του φθόνου.

 

Μα, όταν πέρασαν χρόνια πολλά,

Τα κόκαλά σου ευδόκησαν να επαναπατρίσουν…

Κι εκεί στις λάρνακες των δολοφόνων σου ανάμεσα

«Σεμνά και ταπεινά» να τα φιλοξενήσουν…

 

Για να θυμίζουν έτσι ακόμη μια φορά

Τους λόγους τους αθάνατους και τους μοιραίους,

Που βροντοφώναξε ο Χριστός κατάμουτρα,

Παραμονές του Πάθους του, στους φαρισαίους:

 

 Τους  δολοφονημένους Άγιους  πως περίλαμπρα τιμούνε,

Για να 'χουν πάντοτε το άλλοθι τους ζωντανούς,

Νόμιμα και ξεδιάντροπα να τους δολοφονούνε…

 

παπα-Ηλίας, 12-11-2009

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

E-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

 

Υ. Γ.

 

Είμαι, Χρυσόστομε, φτωχός,

Για να σου χτίσω τοίχους.

Μ' από καρδιάς σ' ευχαριστώ,

Που επέτρεψες ν' αξιωθώ,

Να σου προσφέρω τούτους δω

Τους πενιχρούς τους στίχους.

 

Παπα-Ηλίας