Τα καλά του ευρώ & η ανάγκη για εθνικό νόμισμα

Τα καλά του ευρώ και η ανάγκη για εθνικό νόμισμα

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Ένας παλιός, μακαρίτης τώρα, καθηγητής της δημόσιας οικονομικής μας έλεγε ότι το εθνικό νόμισμα για μια χώρα είναι σαν την σημαία της. Η στάση μας απέναντί του θα πρέπει να είναι ανάλογη με την στάση μας απέναντι στη σημαία. Επομένως η απαξίωση του εθνικού νομίσματος είναι ευθέως ανάλογη με την απαξίωση της σημαίας, του εθνικού συμβόλου. Δεν είχε άδικο αυτός ο παλιός καθηγητής. Διότι η ύπαρξη του εθνικού νομίσματος, όπως και της σημαίας, του εθνικού συμβόλου, συνδέεται άρρηκτα με την εθνική κυριαρχία και …. ανεξαρτησία μιας χώρας.

Βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς τι μας ενδιαφέρει η εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία μιας χώρας; Και όντως το λένε αρκετοί. Από τους υστερικούς νεοφιλελεύθερους της δεξιάς έως τους «διεθνιστές» κοσμοπολίτες της αριστεράς που έχουν υιοθετήσει ανοιχτά την αρπακτική λογική του διεθνούς κεφαλαίου, το οποίο θέλει να οικοδομήσει μια ενιαία αγορά χρήματος, προϊόντων και εργασίας παγκόσμια. Μόνο ο εργαζόμενος λαός έχει σήμερα ανάγκη την εθνική ανεξαρτησία της χώρας του. Αντιπροσωπεύει τον μόνο βιώσιμο και αποτελεσματικό τρόπο για να προστατεύσει και να θωρακίσει τα κοινωνικά, εργασιακά και πολιτικά του δικαιώματα απέναντι στην λαίλαπα των αγορών. Άλλωστε το εθνικό νόμισμα δεν επινοήθηκε από τους ισχυρούς, αλλά από τις μικρές και αδύναμες οικονομίες. Η πρώτη πράξη εθνικής κυριαρχίας στα δημοσιοοικονομικά της μικρής απελευθερωμένης Ελλάδας του Καποδίστρια ήταν η προσπάθεια να εκδοθεί εθνικό νόμισμα, ο Φοίνικας. Από τότε οι μεγάλες δυνάμεις, που ταυτόχρονα ήταν και οι βασικοί δανειστές της Ελλάδας, έκαναν τα αδύνατα, δυνατά για να μην αποκτήσει η εθνική οικονομία βιώσιμο και σταθερό εθνικό νόμισμα. Η εξάρτηση, η υποτέλεια, η οικονομική υποδούλωση του Ελληνικού κράτους εκφραζόταν πάντα από την εξάρτηση των συναλλαγών του από κάποιο διεθνές ισχυρό νόμισμα.

Στον 19ο αιώνα ήταν το χρυσό γαλλικό φράγκο μέσα στην Λατινική Νομισματική Ένωση. Μετά την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898 κυριάρχησε σχεδόν απόλυτα η χρυσή βρετανική λίρα. Ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον ελληνικό εμφύλιο η ένταξη της Ελλάδας στο σύστημα Μπρέτον-Γουντς εξασφάλισε την παντοκρατορία του δολαρίου. Κάθε φορά το βασικό επιχείρημα ήταν ένα: η υιοθέτηση, ή η εξάρτηση από ένα ισχυρό ξένο νόμισμα προσδίδει κύρος στην ελληνική οικονομία και της εξασφαλίζει καλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, κυρίως για χαμηλότοκα δάνεια. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα ήταν σχεδόν πάντα το ίδιο: επίσημη χρεοκοπία.

Η ένταξη της Ελλάδας στην Λατινική Ένωση του 19ου αιώνα οδήγησε στην επίσημη χρεοκοπία του 1893. Η παντοκρατορία της χρυσής λίρας οδήγησε στην επίσημη χρεοκοπία του 1932. Ενώ η παντοκρατορία του δολαρίου λίγο έλλειψε να οδηγήσει σε μια νέα χρεοκοπία στη δεκαετία του '70, την οποία τελικά απέφυγε η ελληνική οικονομία χάρις στην περιορισμένη αναδιανομή εισοδημάτων μετά την πολιτική μεταβολή του 1981. Το να εκχωρήσει λοιπόν ένας λαός και μια χώρα το εθνικό του νόμισμα σημαίνει σημαντικές παραχωρήσεις στην άσκηση της εθνικής του κυριαρχίας. Για να κάνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχει εξασφαλίσει πολύ σοβαρά, ισχυρά και απτά αντισταθμιστικά οφέλη. Ποια ήταν τα οφέλη που εξασφάλισε με το ευρώ;

– Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στην περίοδο του ευρώ έπεσε στο 40% της ανταγωνιστικότητας που είχε με την δραχμή. Αυτό φαίνεται και από την πρωτοφανή εκτίναξη των εξωτερικών ελλειμμάτων, αλλά και από την αποσάθρωση της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής καθ' όλη την περίοδο του ευρώ. Μάλιστα, ο κ. Παπαδήμος μας δουλεύει λέγοντας ότι τώρα τα μνημόνια η Ελλάδα αγωνίζεται να κερδίσει το έδαφος στην ανταγωνιστικότητα που έχασε από την εποχή της δραχμής. Κι αυτό υποτίθεται ότι είναι επιχείρημα υπέρ του ευρώ!

– Η εκτίναξη της ανεργίας στα υψηλότερα μεταπολεμικά επίπεδα ακόμη και την περίοδο πριν την επίσημη χρεοκοπία της Ελλάδας και την επιβολή των Μνημονίων της ύφεσης. Ειδικά οι μακροχρόνια άνεργοι και η ανεργία στην νεολαία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο για ολόκληρη την περίοδο του ευρώ. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου και η καταστροφή της παραγωγής αποτελεί τους κύριους τροφοδότες της ανεργίας όλο αυτό το διάστημα με το ευρώ.

– Η πρωτοφανής περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού κάτω από το επίσημο όριο της απόλυτης φτώχειας. Στην περίοδο του ευρώ ένα 20% του πληθυσμού ήταν μονίμως κάτω από το επίσημο όριο της απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης. Περίπου το διπλάσιο από την περίοδο με την δραχμή. Η ποιότητα ζωής και εργασίας για τον μέσο Έλληνα επιδεινώθηκε δραματικά φτάνοντας στο σημείο να δουλεύει σκληρότερα και περισσότερες ώρες από τον μέσο Ευρωπαίο, να κερδίζει πολύ λιγότερα από την εργασία του και να έχει τις χειρότερες κοινωνικές απολαβές.

– Η ροπή προς αποταμίευση του μέσου νοικοκυριού την περίοδο του ευρώ ήταν διαρκώς αρνητική σε αντίθεση με την περίοδο της δραχμής. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα του μέσου ελληνικού νοικοκυριού να βάζει κάτι στην πάντα αφού καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ήταν όχι μόνο ανύπαρκτη, αλλά και αδύνατη. Το αρνητικό πρόσημο, που συνήθως παρατηρείται σε συνθήκες πολύ βαθιάς ύφεσης, σημαίνει ότι το διαθέσιμο εισόδημα του μέσου νοικοκυριού όχι μόνο δεν φτάνει για τις βασικές ανάγκες του, αλλά χρειάζεται να τραβήξει από τα έτοιμα – αν διαθέτει αποταμιεύσεις – είτε να προσφύγει στον δανεισμό. Γι' αυτό και ο ιδιωτικός δανεισμός εκτινάχθηκε την περίοδο του ευρώ.

– Το συνολικό ελληνικό δημόσιο χρέος που είχε συσσωρευτεί ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο έως 31/12/2001 ανερχόταν σε 122 περίπου δις ευρώ. Από την 1/1/2002 έως 31/12/2009 το ελληνικό δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε κατά 176 δις ευρώ! Μέσα σε μια οκταετία, στην περίοδο του ευρώ, το ελληνικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε 2,4 φορές σε σχέση με ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο που υπήρχε δραχμή. Κι όχι μόνο αυτό. Την εποχή της δραχμής πάνω από 80% του δημόσιο χρέους ήταν δραχμικό, ενώ με την ένταξη στην ευρωζώνη μετατράπηκε στο σύνολό του σε ξένο σκληρό νόμισμα, κυρίως ευρώ. Αυτή ήταν η χαριστική βολή που έκανε το ελληνικό δημόσιο χρέος μη διαχειρίσιμο και άνοιξε τον δρόμο για την χρεοκοπία. Τι μας έλεγαν οι οπαδοί του ευρώ; Ότι με την ένταξη στην ΕΕ και την ευρωζώνη, οι Έλληνες θα συγκλίνουν σε αποδοχές και επίπεδο ευημερίας με τους Γερμανούς, Γάλλους, Ολλανδούς.

Αντί γι' αυτό σήμερα μας λένε επίσημα ότι για να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, που έχασε με το ευρώ, θα πρέπει να συγκλίνει με τον πάτο και τον απόπατο της Ευρώπης. Δηλαδή πρέπει να πέσει πολύ πιο κάτω από την Πορτογαλία – που ιστορικά πάντα υστερούσε έναντι της Ελλάδας – και να κατέβει στο επίπεδο της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, κοκ. Με άλλα λόγια να καταλήξει με μισθούς και συντάξεις πείνας, συνθήκες εργασίας αληθινού μεσαίωνα, πρωτοφανή μόνιμη ανεργία και ολοκληρωτική αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού. Ζήτω το ευρώ! Ωστόσο, οι οπαδοί και τα παπαγαλάκια του ευρώ επιμένουν ότι έτσι και τολμήσουμε να αποκτήσουμε την ελευθερία μας από την ΕΕ και την ευρωζώνη, την βάψαμε. Έτσι και τολμήσουμε να ανακτήσουμε το εθνικό μας νόμισμα και πάρουμε στα χέρια μας την οικονομία και τα δημοσιονομικά μας, τότε μαύρο φίδι που μας έφαγε. Χίλιοι σεισμοί, λοιμοί και καταποντισμοί πρόκειται να επιπέσουν στο ποίμνιο του Υψίστου.

Θα γυρίσουμε στην λίθινη εποχή, θα στερέψουν τα ύδατα της χώρας, θα πεθάνουν τα ζώα, θα γίνουν στέρφες οι Έλληνιδες και γενικά θα γίνει της Αποκάλυψης. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να λυτρωθεί αυτός ο τόπος και ο λαός του εκτός από την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Εγκαινιάζοντας αυτή την στήλη, θα απαντάμε από εδώ και μπρος σε όλα τα βασικά επιχειρήματα εκφοβισμού της προπαγάνδας του δοσιλογισμού σχετικά με την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Μπορείτε να στείλετε σχετικά ερωτήματα για να απαντηθούν και προβληματισμούς.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο Χωνί στις 8/4/2012. Το είδα: Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012, http://anti-ntp.blogspot.com/2012/04/blog-post_9871.html

 

Μας διδάσκει η Βενεζουέλα σήμερα;

Μας διδάσκει η Βενεζουέλα σήμερα; Εξαιρετικά χρήσιμα συμπεράσματα και εύγλωττοι παραλληλισμοί

 

Του Ορέστη Σταμόπουλου

 

Μέχρι το 1998 η Βενεζουέλα, αυτή η άγνωστη σε πολλούς χώρα της Λ. Αμερικής, ήταν γνωστή για το φυσικό κάλλος, τις πρωτιές στους διεθνείς διαγωνισμούς ομορφιάς και το άφθονο πετρέλαιό της (πέμπτη εξαγωγική χώρα στον κόσμο). Από εκείνη τη χρονιά όμως φημίζεται και για κάτι άλλο, την Μπολιβαριανή Επανάσταση* και το χαρισματικό της πρόεδρο, Ούγκο Τσάβες Φρίας. Πώς όμως διαμορφώνεται μέχρι τότε και πώς ανατρέπεται, εν συνεχεία, το κοινωνικό-πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας;

Ιστορικό πλαίσιο

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα της Βενεζουέλας σημαδεύονται από πέντε διαδοχικές δικτατορίες. Επιπλέον, η ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων πετρελαίου γίνεται η αιτία αύξησης της παρεμβατικότητας των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός των φτωχών λαϊκών στρωμάτων από τη νομή του εθνικού πλούτου και των ανελεύθερων πολιτικών των δικτατόρων δημιουργεί κοινωνικές εντάσεις και παλλαϊκή αγανάκτηση, που βρίσκει διέξοδο στην ίδρυση της σοσιαλδημοκρατικής Accion Democratica, το 1945, με ηγέτη τον Ρόμουλο Μπετανκούρτ. Λίγο αργότερα και με απώτερο στόχο να ισορροπήσει το υπό διαμόρφωση αστικό πολιτικό σύστημα, ακολουθεί η ίδρυση του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος Partido Social Cristiano.

Λίγα χρόνια μετά, το 1958, υπογράφεται στην πόλη Πούντο Φίχο, ανάμεσα στο σοσιαλδημοκρατικό (AD), το χριστιανοδημοκρατικό (COPEI) και το κεντροαριστερό κόμμα (URD) ένα ιδιότυπο «κοινωνικό συμβόλαιο». Με αυτό τον τρόπο σηματοδοτείται η συνέχιση της υποτέλειας στην αμερικανική υπερδύναμη και της εφαρμογής αντικοινωνικών πολιτικών υπό έναν πιο «δημοκρατικό» μανδύα.

Το νεοσυσταθέν, βενεζουελάνικο, κοινοβουλευτικό, πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από πελατειακές λογικές, γραφειοκρατία, αποκλεισμό της ριζοσπαστικής-κομμουνιστικής Αριστεράς και φυσικά από γενικευμένη διαφθορά. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνεται μείωση των κρατικών εσόδων, άνοδος της ανεργίας, καλπάζων πληθωρισμός και διόγκωση του δημόσιου χρέους. Αποκορύφωμα αυτών των πολιτικών είναι τα μέτρα λιτότητας και η στροφή προς τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό, που υιοθετούνται απ' τον εκλεγμένο, για δεύτερη φορά, πρόεδρο Πέρες τον Ιανουάριο του 1989, υπό τις υποδείξεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Η παρουσία του ΔΝΤ στη χώρα συμβάλλει στην εκτίναξη των κοινωνικών ανισοτήτων και την εξαθλίωση της πλειονότητας του λαού, αφού οι τιμές του πετρελαίου και τον τροφίμων εκτοξεύονται στα ύψη. Η οργή των μαζών για τα δεινά που βιώνουν δεν αργεί να εκδηλωθεί. Αρχικά, η οργή εκφράζεται με διαδηλώσεις και απεργίες, με σημείο αναφοράς την εξέγερση του El Caracazo στις 27 Φεβρουαρίου του 1989, η οποία και καταστέλλεται μετά από επέμβαση του στρατού μέσα σε λουτρό αίματος (πάνω από 500 οι νεκροί, επισήμως -πάνω από 1.000, σύμφωνα με ανεπίσημες πηγές). Το γεγονός αυτό ριζοσπαστικοποίησε σφόδρα ένα μεγάλο κομμάτι του εθνικού στρατού με συνέπεια, μετέπειτα και συγκεκριμένα το 1992, να εκδηλωθούν δύο αποτυχημένα πραξικοπήματα, στο ένα από τα οποία συμμετέχουν χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί με αρχηγό τους το σημερινό πρόεδρο Τσάβες. Ο Τσάβες φυλακίζεται, αλλά ταυτόχρονα αποκτά φήμη σε κάθε γωνιά της χώρας.

Το 1998, και ενώ έχει αποφυλακιστεί, ο Τσάβες ηγείται του μετώπου Πατριωτικός Πόλος, τον οποίο συγκροτούν το κόμμα του, MVR (Κίνημα για την Πέμπτη Δημοκρατία), το κόμμα Πατρίδα για Όλους και το Κίνημα για τον Σοσιαλισμό. Τα δυο τελευταία προέρχονται από διασπάσεις του ΚΚΒ. Άμεσα και χωρίς χρονοτριβές προχωράει σε μια αριστερόστροφη, με στοιχεία πατριωτισμού, πανεθνική καμπάνια που στοχεύει στη φτωχή πλειοψηφία των αστικών κέντρων και της επαρχίας. Χρησιμοποιώντας ως βασικό σύνθημα το «Για μια ειρηνική και δημοκρατική επανάσταση» καταφέρνει να αποκτήσει ισχυρό έρεισμα σε ευρύτερα λαϊκά τμήματα του πληθυσμού. Ο λαοφιλής Τσάβες κατακτά, τελικά, τον προεδρικό θώκο με το επιβλητικό ποσοστό του 56,2%.

 

Μπολιβαριανό Σύνταγμα

 

Αμέσως μετά ο νέος πρόεδρος προβαίνει σε δημοψήφισμα, όπου εγκρίνεται η συγκρότηση Συντακτικής Συνέλευσης. Τελικά το νέο Σύνταγμα, ύστερα από εκ νέου δημοψήφισμα, επικυρώνεται με το σαρωτικό ποσοστό του 71,78% και τίθεται σε ισχύ τον Δεκέμβρη του 1999. Το Μπολιβαριανό Σύνταγμα διαπνέεται απ' το πνεύμα της συμμετοχής των λαϊκών μαζών στη δημοκρατική διαδικασία , όπου ο λαός, για πρώτη φορά στην ιστορία του, κατέχει ρόλο πρωταγωνιστή στις εξελίξεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αντιδράσεις για το νέο Σύνταγμα ήταν σφοδρές και ασύμμετρες. Προμετωπίδα της αντίδρασης αποτελεί η αμερικανοκίνητη αντιδραστική συμμαχία, αλλιώς αντι-τσαβικό μπλοκ, συγκροτούμενη από επιχειρηματίες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς και τμήμα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Αποκορύφωμα της αντεπαναστατικής δράσης της υπήρξε το στρατιωτικό πραξικόπημα, που επιχείρησε και το οποίο τελικά απετράπη λόγω της καθοριστικής παρέμβασης του μαζικού λαϊκού κινήματος και των προοδευτικών τμημάτων των Εθνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

 

Όραμα

 

Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, όπως γλαφυρά αποκαλείται, κατέχει δεσπόζουσα θέση στον ιδεολογικό πυρήνα αυτής της μεγαλειώδους, «εν κινήσει», επαναστατικής διαδικασίας. Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, δεν αποτελεί μεμονωμένο πολιτικό γεγονός, ούτε συνταγή προς αντιγραφή αλλά μια κοινωνικοπολιτική διαδικασία υπό κατασκευή που στοχεύει να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες των κοινωνιών και σε ένα όραμα αλληλεγγύης, κοινότητας, ενότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας και ελευθερίας. Πρωταρχικό στόχο του έχει το άνοιγμα συζήτησης στη βάση της κοινωνίας για τις ικανότητες του ανθρώπου να θέτει σε κίνηση τις ιδέες και τη σκέψη ως μοναδικό μηχανισμό υπέρβασης της κοινωνικής, περιβαλλοντικής, ενεργειακής, οικονομικής και διατροφικής ανασφάλειας και κυρίως την απουσία ηθικής κατά την άσκηση της πολιτικής που ηγεμονεύει σήμερα διεθνώς.

Ένα όραμα που ενέπνευσε και ενεργοποίησε μια νέα κοινωνική πλειοψηφία, αποτελούμενη τόσο από περιθωριοποιημένους των φτωχογειτονιών των πόλεων (barrios) και των αγροτικών περιοχών, όσο και από διανοούμενους, καλλιτέχνες και μισθωτούς βιοπαλαιστές.

 

Κοινωνία

 

Στο κοινωνικό πεδίο, αιχμή του δόρατος της κοινωνικής αλλαγής αποτελούν οι αποστολές (missiones). Οι αποστολές είναι κυβερνητικά προγράμματα μεν, με αυτόνομο προϋπολογισμό δε και υλοποιούνται από τα σπλάχνα της κοινωνίας μέσω των αντίστοιχων επιτροπών – κοινοτήτων, με την στήριξη του εθνικού στρατού. Αφορούν σημαίνοντα κοινωνικά θέματα όπως Παιδεία, Υγεία, σίτιση, στέγαση, γη, διαδραματίζοντας, έτσι, καθοριστικό ρόλο στην οικοδόμηση συλλογικής – κοινωνικής συνείδησης.

Στον τομέα της Υγείας, ειδικότερα, η κυβέρνηση σε συνεργασία με την Κούβα (φημίζεται παγκοσμίως για την ιατρική της) δημιουργεί κλινικές σε όλη τη χώρα, δίνοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα σε φτωχούς ανθρώπους να έχουν ιατρική περίθαλψη. Στον τομέα της Παιδείας αναβαθμίζεται ο δημόσιος -δωρεάν χαρακτήρας της, καταπολεμάται με θεαματικά αποτελέσματα η μάστιγα του αναλφαβητισμού και ιδρύεται το δημόσιο Μπολιβαριανό Πανεπιστήμιο, στο οποίο εφαρμόζεται καινοτόμα παιδαγωγική. Στον τομέα της σίτισης, η κυβέρνηση ιδρύει μια δημόσια επιχείρηση σουπερμάρκετ, τη «Μερκάλ», τα αγαθά της οποίας προσφέρονται σε χαμηλότερες τιμές, εν συγκρίσει με την συμβατική αγορά. Θεσπίζοντας, την ίδια στιγμή, αυστηρούς ελέγχους στις τιμές πώλησης των προϊόντων των ιδιωτικών καταστημάτων. Στο χρηματοπιστωτικό τομέα ιδρύεται, το 2009, μια νέα δημόσια «σοσιαλιστική» τράπεζα, η Banco Bicentenario, ως απότοκο της εθνικοποίησης 7 ιδιωτικών «ευαγών ιδρυμάτων». Μέτρο που πάρθηκε για να «νουθετήσει» τους τραπεζίτες της χώρας, οι οποίοι κυλιούνται διαχρονικά σε ένα «βούρκο» απατεωνιάς και επίδειξης προκλητικής κοινωνικής αναλγησίας. Συν τοις άλλοις, σε εξέλιξη βρίσκεται πολυδάπανο κρατικό πρόγραμμα για τη δημιουργία ενός εκατομμυρίου κατοικιών μέσα στα επόμενα έξι χρόνια, όπως επίσης και αυξήσεις 30% στους βασικούς μισθούς, οι οποίοι μαζί με τα κοινωνικά βοηθήματα θα φτάσουν τα 700 δολάρια τον προσεχή Σεπτέμβρη!

 

ΜΜΕ

 

Σε ένα άλλο σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής, τα ΜΜΕ, οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα είναι εξίσου σημαντικές. Στο παρελθόν, το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ ελέγχονταν από την οικονομική ολιγαρχία, ασκώντας στην κυβέρνηση Τσάβες ισοπεδωτική κριτική στα όρια της στυγνής συκοφαντίας. Εξάλλου, ο ιδιοτελής τους ρόλος, αναδεικνύεται περίτρανα και στο αποτυχημένο πραξικόπημα, όταν την ώρα του γεγονότος μετέδιδαν… κινούμενα σχέδια! Για το λόγο αυτό, η κυβέρνηση ιδρύει το 2003 ένα νέο σταθμό, τον VIVE TV. Ο σταθμός διοικείται από συνέλευση εργαζομένων με παραπλήσιες αμοιβές. Το VIVE ΤV δεν έχει διαφημίσεις, έτσι ώστε να διατηρεί την ανεξαρτησία του, μένοντας με αυτό τον τρόπο ανοικτό στην πραγματική -και όχι κατασκευασμένη- κριτική προς την κυβέρνηση.

Επίσης, δύο χρόνια αργότερα, το 2005, δημιουργείται με την αρωγή των κυβερνήσεων της Βενεζουέλας, της Κούβας, της Αργεντινής και της Ουρουγουάης ο ηπειρωτικός σταθμός Telesur (Τηλεόραση του Νότου). Σκοπός του σταθμού είναι η προώθηση, μέσω της επικοινωνίας, της διαδικασίας ένωσης των λαών της Λατινικής Αμερικής σε περιφερειακό επίπεδο.

 

Πολιτική

 

Στο πολιτικό πεδίο, δημιουργούνται πολλές ρηξικέλευθες, ιστορικά πρωτότυπες καταστάσεις. Ρόλο-κλειδί στην, «εν κινήσει», διαδικασία επιτελούσαν αρχικά οι Μπολιβαριανοί Κύκλοι, οι οποίοι αργότερα, μετεξελίσσονται σε Κοινοτικά Συμβούλια, αμφότερα γνήσια τέκνα του όλου εγχειρήματος. Πρόκειται για λαϊκές συνελεύσεις και επιτροπές οι οποίες είναι οργανωμένες σε επίπεδο γειτονιάς, ομάδας σπιτιών ή εργασιακού χώρου. Αυτές οι συλλογικότητες πρωτοστατούν στην υλοποίηση και τον έλεγχο του κοινωνικού έργου της κυβέρνησης, διακατεχόμενες από αρχές ανιδιοτέλειας, αλτρουισμού, αποκέντρωσης, άμεσης δημοκρατίας. Παράλληλα, μεταβιβάζουν τις ιδέες των κοινωνικών κινημάτων στην κεντρική εξουσία. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι συνελεύσεις εκλέγουν αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους -όχι αντιπροσώπους- έτσι οι πολίτες της δεν μεταθέτουν την εξουσία σε άλλους, αλλά οι ίδιοι μετατρέπονται σε φορείς της. Επιπροσθέτως, ενέχουν θέση βασικού κορμού στο πλαίσιο μιας καινοφανούς συγκρότησης λαϊκών δημοκρατικών δομών. Ουσιαστικά, παίζουν τον άτυπο ρόλο μιας λαϊκής εξουσίας, παράλληλης με την κοινοβουλευτική, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο δυαδικό μοντέλο εξουσίας.

Οι συγκεκριμένες, νεοπαγείς δομές διαμορφώνουν μια νέα, ποιοτικά ανώτερη, δημοκρατία των «από κάτω». Η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2009, μετά από μια ακόμα διενέργεια δημοψηφίσματος, νομιμοποιεί και ενισχύει περαιτέρω τους νέους λαϊκούς θεσμούς ενσωματώνοντάς τους στο θεσμικό πλαίσιο του πολιτεύματος. Τα παραπάνω στοιχεία καταμαρτυρούν μια αξιομνημόνευτη τάση λαϊκής αυτενέργειας και κατ' επέκταση πολιτικής χειραφέτησης άνευ προηγουμένου.

 

Διεθνής πολιτική

 

Στο διεθνές επίπεδο προωθείται η δημιουργία νέων οργανισμών ως ολοκληρωμένων εναλλακτικών απαντήσεων στα σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για συνέχιση της κυριαρχίας του στην περιοχή. Σε αυτές τις πρωτοβουλίες η κυβέρνηση της Βενεζουέλας όχι μόνο συμμετέχει αλλά ηγείται κιόλας, όντας πιστή στο όραμα του Σιμόν Μπολίβαρ για ενοποίηση όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα νεοϊδρυθέντων διεθνών οργανισμών αποτελούν: η Μπολιβαριανή Συμμαχία των λαών της Αμερικής (ALBA-2005), η Ένωση Κρατών της Ν. Αμερικής (UNASUR-2008) και προσφάτως η Κοινότητα Κρατών Λατινικής Αμερικής (CELAC-2011). Αυτοί οι νεότευκτοι αντι-ιεραρχικοί οργανισμοί αποσκοπούν στην «οριζόντιου είδους» περιφερειακή ολοκλήρωση των λατινοαμερικανικών χωρών σε μετα-εμπορική και ισότιμη βάση.

 

Βενεζουέλα 1998 – Ελλάδα 2012: Δύο χώρες με πολλά κοινά

 

Όλα τα πρωθύστερα σταχυολογούνται ως κάποιες από τις πιο αξιοσημείωτες πτυχές της κοσμογονίας που συντελείται στη Βενεζουέλα τα τελευταία έτη. Η περήφανη αυτή χώρα, υπερκερνώντας αναπόφευκτες καθυστερήσεις, ελλείψεις και αντιφάσεις πορεύεται εδώ και 14 χρόνια στο «μονόδρομο» του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και της άρσης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Η μελέτη της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας της χώρας του Τσάβες είναι επιβεβλημένη, γιατί τα κοινά της Βενεζουέλας του 1998 με την Ελλάδα του 2012 τυχαίνει να είναι και πολλά αλλά και κομβικής σημασίας επίσης. Ο κεντρικός ρόλος του ΔΝΤ στην καταστροφή της ντόπιας οικονομίας και στην αποσάθρωση του κοινωνικού κράτους. Το σάπιο πολιτικό σύστημα. Η διόγκωση του δημόσιου χρέους. Η ύπαρξη «δομικής» φτώχειας. Η ανεξέλεγκτη άνοδος της ανεργίας. Τα εκμαυλισμένα ΜΜ. Η κοινωνική αναλγησία των τραπεζιτών. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η περιθωριοποίηση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας και η συνακόλουθη εξαθλίωσή τους καθίστανται οι πιο τρανταχτές ομοιότητες των δύο χωρών τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Βέβαια, εκτός από ομοιότητες υπάρχουν και διαφορές όπως ότι στην προσπάθεια διάλυσης της Ελλάδας δεν πρωτοστατεί ο αμερικανικός αλλά ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός μέσω της γερμανοκρατούμενης Ε.Ε.

Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει, επίσης, στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει η Ελλάδα του 2012 σε σχέση με τη Βενεζουέλα του 1998. Τέτοιο είναι το υψηλό μορφωτικό επίπεδο του εργατικού της δυναμικού. Η υψηλή ανάπτυξη υπηρεσιών της όπως ο τουρισμός και το εμπόριο, τα οποία παρ' όλο που δεν βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο, εντούτοις δεν παύουν να αποτελούν εθνικό πλούτο. Ένα, ακόμα, πλεονέκτημα μπορεί να χαρακτηριστεί και η ύπαρξη ισχυρής, αν και πολυκατακερματισμένης, ριζοσπαστικής – κομμουνιστικής Αριστεράς.

Αναφορά πρέπει να γίνει όμως και στα συγκριτικά μειονεκτήματα της χώρας μας. Τέτοια είναι η μη αξιοποίηση του φυσικού της πλούτου και η βαθιά αλλοτρίωση του πληθυσμού της από δυτικά πρότυπα ατομικισμού, ανταγωνισμού και «ευδαιμονίας». Μεγαλύτερο, όμως, «κουσούρι» για την χώρα μας αποτελεί η έλλειψη ενός πολυσυλλεκτικού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου που θα προβάλλει το όραμα του γκρεμίσματος του ειδικού καθεστώτος της τροϊκανικής βαρβαρότητας στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος με αιχμές τη Δημοκρατία, την ανεξαρτησία, την ενδογενή ανάπτυξη, τη χειραφέτηση. Για όσους, παρ' όλα αυτά, ενδέχεται να θεωρούν την Ελλάδα αναπτυγμένο ευρωπαϊκό κράτος και τη Βενεζουέλα τριτοκοσμικό, τους προτείνουμε μια βόλτα στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας και των άλλων μεγάλων ελληνικών πόλεων για να «απολαύσουν» εκτυφλωτική «ανάπτυξη» και ιλουστρασιόν «ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Τέλος, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Μάνος Σαριδάκης, ένας εκ των συγγραφέων του βιβλίου Βενεζουέλα-Αποστολή οι σύγχρονες ανατροπές δεν γίνονται σώνει και καλά με «εφόδους στα χειμερινά ανάκτορα», ούτε ακολουθώντας κατά γράμμα τις «Επαναστατικές Γραφές». Οι ανατροπές, πάνω απ' όλα, προϋποθέτουν τη σωστή ανάγνωση της ιστορικής συγκυρίας και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του κάθε λαού. Μόνο έτσι δύναται να οικοδομηθεί μια ριζικά νέα κατάσταση προς όφελος της λαϊκής πλειοψηφίας. Ας τολμήσουμε την ανατροπή των συσχετισμών, ας γίνουμε ο εφιάλτης των καταπιεστών μας, ας χαράξουμε την πορεία μιας σύγχρονης εθνικής και κοινωνικής παλιγγενεσίας. Διότι, θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία…

 

* Μπολιβαριανή Επανάσταση: Πήρε το όνομά της, από τον Σιμόν Μπολίβαρ (1783-1830). Ο Μπολίβαρ αποτέλεσε τον ηγέτη των ινδοαμερικανικών λαών στον αγώνα τους για ανεξαρτησία από τους Ισπανούς αποικιοκράτες. Θεωρείται ήρωας για πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Βενεζουέλα, η Κολομβία, το Περού, ο Παναμάς και η Βολιβία. Εμπνεύστηκε και προώθησε την ένωση των εθνών της ηπείρου με τη μορφή συνομοσπονδίας.

 

Πηγές:

 

1) Συλλογικό έργο, Βενεζουέλα- Αποστολή, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2006.

2) Ο σοσιαλισμός της Βενεζουέλας και το κόμμα που θα τον προωθήσει, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2009.

3) Αριάδνη Αλαβάνου, Κοινότητα Κρατών Λατινικής Αμερικής: Ο «τρίτος δακτύλιος» περιφερειακής ολοκλήρωσης, εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, 22/12/2011.

4) Νεοκλής Θεοδωρόπουλος, Banco Bincentario: η πρώτη σοσιαλιστική τράπεζα ιδρύθηκε στο Καράκας, site News http://Kozaninet.gr

5) James Petras, Τσάβες εναντίον Ομπάμα, εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, 3/10/2011

6) Left wing, http://aristeri-diexodos.blogspot.com ,

 

10/4/2012.

 

ΠΗΓΗ: Εφημερ. «ΔΡΟΜΟΣ της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ», 21 ΑΠΡΙΛΗ 2012 

Για τη σημασία των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαΐου

Για τη σημασία των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαΐου, το στρατηγικό ερώτημα και την αμηχανία της Αριστεράς

 

Των Κανελλή Δημήτρη, Στόμη Παγώνας, Χήτα Λάμπρου*

 

1. Από πολιτική άποψη βρισκόμαστε σε μια οριακή στιγμή. Όλη η ενέργεια που απελευθερωνόταν από τις σημαντικότατες λαϊκές και εργατικές κινητοποιήσεις του προηγούμενου διαστήματος, μοιάζει να συμπιέζεται πλέον εκρηκτικά μέσα στη βουβή προετοιμασία της αστικής κοινοβουλευτικής εκλογικής διαδικασίας. Μοιάζει αυτή η πολιτική μουγκαμάρα της δημοκρατίας fast food που επιβάλλεται στη χώρα, σαν την προσωρινή σιωπή που κάνει η χύτρα ταχύτητος, όταν της έχουν αφαιρέσει την βαλβίδα εκτόνωσης.

Είναι σαφές πως η συνεχιζόμενη αθλιότητα των συνεχών εκβιαστικών διλημμάτων που θέτει στον ελληνικό λαό το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ντόπια ολιγαρχία των τραπεζών του πολιτικού κατεστημένου και των media, φάνει σε ένα ποσοτικό όριο πέραν του οποίου, η ταχύτητα των πολιτικών εξελίξεων θα είναι ραγδαία και εκρηκτική.

Δύο ανοιχτά ενδεχόμενα υπάρχουν πέρα από αυτό το πολιτικό όριο που ζούμε σήμερα:

Α) Είτε η αστική κοινοβουλευτική διαδικασία θα αποκαταστήσει την πολιτική νομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης επέλασης: της εσωτερικής υποτίμησης, της ολοκληρωτικής αποπτώχευσης του ελληνικού λαού, της συντριβής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθερίων των εργαζομένων, του γενικευμένου εθνικού κοινωνικού και πολιτισμικού αποπληθωρισμού.

Β) Είτε το μεγάλο νεοφιλελεύθερο πείραμα της «αυτόβουλης» υποδούλωσης και της απελπισμένης αυτοχειρίας ενός ολοκλήρου λαού στο ναό του ΕΥΡΩ και των τραπεζικών κερδών, θα έχει αποτύχει. Μαζί θα έχει δεχτεί συντριπτική ήττα και το γαλλογερμανικό σχέδιο οικονομικής κατίσχυσης όλων των λαών της Ευρώπης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εάν συμβεί, αναγκαστικά θα ελευθερώσει σημαντικές πολιτικές δυναμικές τόσο για την ελληνική κοινωνία όσο και για το σύνολο των λαών της Ευρώπης αμφισβητώντας ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα του καπιταλιστικού χρήματος και του νεοφιλελευθερισμού.

 

2. Συνεπώς αυτή η εκλογική αναμέτρηση ενέχει σήμερα μια τεράστια πολιτική σημασία. Σε πείσμα εκείνων των αριστερών αναλυτών που περιφρονούν την σημασία της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η ιστορία πάντα πρωτότυπη, επιλέγει σε αυτήν τη χρονική στιγμή, η πορεία ενός ολόκληρου λαού να καθορίζεται από μια εκλογική διαδικασία με πανευρωπαϊκή πολιτική διάσταση και σημασία. (Σχετικά δείτε και την συνέντευξη του Παναγιώτη Λαφαζάνη στην ΙΣΚΡΑ: «Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 6ης ΜΑΗ»). Αν το σκεφτούμε καλύτερα θα διακρίνουμε ότι δεν υπήρχε και άλλος τρόπος. Η εκλογική διαδικασία σταδιακά αναδεικνυόταν ως το πεδίο μιας συνολικής ταξικής αναμέτρησης με καθοριστική πολιτική σημασία και συνεπώς ως μια αναπόφευκτη πρόκληση για τις δυνάμεις της αριστεράς.

Άλλωστε η αυταρχική θωράκιση του κράτους απέναντι στα λαϊκά κινήματα, η συνεχής διαφυγή των κυβερνήσεων των μνημονίων στην ωμή αστυνομική βία ως πρακτική επίλυσης όλων των πολιτικών προβλημάτων, αποτέλεσαν πολιτικές επιλογές οι οποίες βάθαιναν συνεχώς το έλλειμμα πολιτικής νομιμοποίησης τους. Συνεπακόλουθα η εκλογική διαδικασία σταδιακά αναδεικνυόταν ως η μοναδική επιλογή για τον αστικό συνασπισμό προκειμένου να διατηρήσει μια δυναμική ηγεμονίας. Αυτή η επιλογή του κράτους, το να μετατρέπει σε κόλαση αστυνομικής βίας, κάθε αυθόρμητη αγωνιστική εκδήλωση του λαού και η ταυτόχρονη επιλογή της συντριβής της εργατικής τάξης με ποσοστά ανεργίας που θυμίζουν τις προπολεμικές κρίσεις των δύο παγκοσμίων πολέμων, αναγκαστικά ανέδειξε και μια τάση για συνεχή αναβάθμιση των πολιτικών διλημμάτων και εκβιασμών. Το εκβιαστικό δίλλημα «ευρώ ή χάος» σταδιακά εγκαταστάθηκε μέσα από την ρητορεία του αστικού πολιτικού προσωπικού ως το σύγχρονο πολιτικό ανάλογο του «Καραμανλής η Τανκς». Πρόκειται για ανοιχτό εκβιασμό και απροκάλυπτη απειλή για τις λαϊκές μάζες. Από την άποψη αυτή το πολιτικό σύστημα επιλέγει τη συνεχή αναβάθμιση των πολιτικών επίδικων και διλημμάτων που θέτει. Η επιβολή ενός καθεστώτος αστυνομικής και κοινωνικής βίας από τη μια, σημαίνει και την ανάγκη για γενική πολιτική επικράτηση και την αναγκαστική επένδυση στο στοίχημα της στρατηγικής αμηχανίας των αντιπάλων του.

Ήδη σε πολύ σύντομο χρόνο και ομολογουμένως με μεγάλο δείκτη ελαστικότητας και αποτελεσματικότητας, το πολιτικό σύστημα μπόρεσε να δημιουργήσει το νέο «κόμμα» (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και τραπεζιτών), ως την ναυαρχίδα του στόλου του και ταυτόχρονα να προετοιμάσει ένα σύνολο εφεδρικών-γεννόσημων κομμάτων προκειμένου να συμπληρώσει την πολιτική του αρμάδα και να ελέγξει εκλογικά τη λαϊκή δυσαρέσκεια (ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ κ.λ.π.)

Στη γενική κατεύθυνση της εκλογικής προετοιμασίας του πολιτικού συστήματος, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την αλλαγή βάρδιας που γίνεται και στο χώρο της ακροδεξιάς με την ενίσχυση της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, ως μια δύναμης που να μπορεί να δοκιμάζει να αναχαιτίζει το λαϊκό κίνημα με όρους ξενοφοβικού «ανορθόδοξου πολέμου» όπως επίσης κα την πειθάρχηση του ΛΑΟΣ σε ελάχιστα ποσοστά και με τον ταυτόχρονο μνημονιακό εξορθολογισμό του οικονομικού πολιτικού του προγράμματος (υπό την πολιτική επιτροπεία του Κύρτσου).

Σε αυτό το κλίμα δεν είναι τυχαία και η συστηματική επίθεση στην αριστερά, η προσπάθεια ανακοπής της επιρροής της, οι συνεχείς εμφυλιοπολεμικές αναφορές. Αστυνομική βία απέναντι σε κάθε ριζοσπαστικό σκίρτημα και συνεχής αναβάθμιση του στρατηγικού χαρακτήρα των πολιτικών διλημμάτων. Αυτή είναι η πολιτική επιλογή των αστικών επιτελείων. Δεν χωρεί πλέον καμία αμφιβολία πως η επαύριο των εκλογών θα είναι κόλαφος για τις λαϊκές μάζες, εφόσον αυτές ηττηθούν πολιτικά.

 

3. Σε αυτό το τοπίο και προχωρώντας προς τις εκλογές της 6ης Μαΐου είναι πλέον φανερό πως το μεγάλο μέρος των δυνάμεων της αριστεράς (όλων των ιστορικών ρευμάτων) δεν μπορούμε να υπερβούμε την στρατηγική μας αμηχανία. Παρ΄ όλη την δυναμική που αναδείχτηκε από το λαϊκό κίνημα, παρόλη τη συντριβή της κυβέρνησης Παπανδρέου στις πλατείες και τις παρελάσεις και την αναπάντεχη φθορά της κυβερνητικής εφεδρείας της ΝΔ, εντούτοις κανένας από τους βασικούς πόλους της αριστεράς δεν μπόρεσε να το τροφοδοτήσει και να τροφοδοτηθεί με τρόπο ικανό ώστε να αντιπαρατεθεί στην αστική επίθεση. Η όποια δημοσκοπική ανάπτυξη της εκλογικής επιρροής της αριστεράς δε σημαίνει σε καμία περίπτωση και απάντηση των στρατηγικών ερωτημάτων της περιόδου. Γι' αυτό άλλωστε και αυτή η δημοσκοπική ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες που επιτρέπει η συνολική, η «οργανική» κρίση των σχέσεων εκπροσώπησης του αστικού πολιτικού συστήματος.

Από την πλευρά του ΚΚΕ, η αύξηση του πολιτικού πήχη από τον αντίπαλο συνεχίζει να απαντιέται με ένα ιδιότυπο στρουθοκαμηλισμό που βλέπει τον αποδεκατισμό των δικαιωμάτων τη εργατικής τάξης ως μια ειδικού τύπου αυτοαναφορική δικαίωση και ως μια ευκαιρία για την διάλυση όλων των άλλων εκδόχων της αριστεράς, σε μια διαδικασία υπερμελλοντικής οργάνωσης της «Λαϊκής Εξουσίας». Η πολιτική του «Πέντε κόμματα δυο Πολιτικές» στις σημερινές συνθήκες μεταφράζεται σε αδυναμία ανάληψης κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας και την εμπέδωση μιας φοβικής στάσης απέναντι στα κινήματα.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι η ταλάντευση και η στρατηγική αμηχανία της προηγούμενης περιόδου και η αδυναμία ιεράρχησης ενός συνεκτικού αριστερού πολιτικού λόγου, σταδιακά αντικαθίσταται (για την πλειοψηφική ομάδα) από μια κατεύθυνση όπου αναμένει την αστική τάξη να επαναπροσδιορίσει τη στάση της σε προοδευτικότερη κατεύθυνση. Μοιάζει ως να αναμένει την όποια προοδευτική κοινωνική εξέλιξη όχι από την ριζοσπαστική δράση του λαού και της αριστεράς, αλλά μέσα από την ενδυνάμωση των αντιφάσεων της αστικής κίνησης. Κατ' ελάχιστον είναι ανεδαφικό, το να θεώρει κάποιος ότι σε αυτήν την συγκυρία μπορεί να προστατευτεί το λαϊκό εισόδημα και η απασχόληση, να γίνει στάση πληρωμών στο ληστρικό χρέος, να ανοίξει ένας κύκλος παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και να παραμένουμε ταυτόχρονα και στο ευρώ, δηλαδή σε συμφιλίωση με την κυρίαρχη αστική επιλογή. Συνεπώς η όποια επίκληση ενότητας και πρόταση συνεργασίας που γίνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ προς την αριστερά, φέρει ταυτόχρονα και μια συντηρητική στόχευση που μοιάζει να απευθύνεται στην αντίθετη εντελώς κατεύθυνση, εφόσον αυτή δεν περιλαμβάνει ως βασικό της στοιχείο την ανάγκη της πολιτικής και κινηματικής προετοιμασίας του λαού σε μια διαδικασία πολιτικών τομών και ρήξεων εντός της ελληνική κοινωνίας, διαδικασία αναγκαστική, εφόσον αναγκαστική είναι και σύγκρουση με την ευρωζώνη.

Στα πλαίσια αυτά, καμία αξία δεν μπορεί να έχει η όποια κυβερνητική στρατηγική της αριστεράς όσο ριζοσπαστικά και αν εκφέρεται, εφόσον δεν μπορεί να στηρίζεται σε ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα ιδεολογικά προετοιμασμένο για τις αντιφάσεις που ενέχει μια αλλαγή κατεύθυνσης για τη χώρα. Συνεπώς η άρνηση (της πλειοψηφικής ομάδας) του ΣΥΡΙΖΑ να αναφερθεί στην ανάγκη της ρήξης με το ευρώ και της ΕΕ, καθώς και η άρνηση της ρητής απαίτησης για διαγραφή του χρέους, εν τέλει σημαίνει άρνηση της σύγκρουσης με τους βασικούς πυλώνες της αστικής ιδεολογικής επέλασης. Είναι αφελές το να πιστεύει κάποιος πως το στοιχειό αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από τα λαϊκά στρώματα και πως αυτή η πολιτική φυγομαχία δεν συμβάλει τελικά στη νομιμοποίηση της αστικής ρητορείας και την εξουδετέρωση της αριστερής δυναμικής. Το γεγονός αυτό τελικά συμβάλει στην μείωση εν τέλη της αξιοπιστίας κάθε εναλλακτικής αριστερής και ριζοσπαστικής στρατηγικής.

Από την άλλη μεριά, μέσα σε αυτό το τοπίο και η πολιτική πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να αλλάξει τα δεδομένα. Χωρίς παλμό, χωρίς βηματισμό, χωρίς πρωτοβουλίες άμεσων αποφασιστικών και ειλικρινών πολιτικών κινήσεων που να προσπαθούν να συσπειρώσουν τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές της αντίστασης. Σε αυτήν τη συγκυρία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται να σκορπά την ευκαιρία που αντικειμενικά είχε, να αποτελέσει τον πολιτικό καταλύτη μιας ανατρεπτικής ριζοσπαστικής και ενωτικής διαδικασίας εντός της αριστεράς. Η συνεχής ταλάντευση ανάμεσα στην ανάγκη να βαθύνει το προγραμματικό περιεχόμενο μιας αναγκαίας ριζοσπαστικής πολιτικής πρότασης με γειωμένες χωροχρονικές συντεταγμένες και στην έμφυτη ενόρμηση για αποφυγή των δύσκολων ερωτημάτων διαμέσου της ευκολίας του επαναστατικού βερμπαλισμού, τελικά την οδηγεί στο να παραμένει στα όρια της πολιτικής καταγραφής των ιστορικών οργανώσεων που την απαρτίζουν.

Αντικειμενικά τα όποια θετικά στοιχεία προκύπτουν, από την πολιτική διακήρυξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με άξονες τη στάση πληρωμών προς τους δανειστές, τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και του νομίσματος, την προστασία του λαϊκού εισοδήματος, της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, αυτά εξανεμίζονται ακριβώς τη στιγμή που αδυνατεί να τα μετουσιώσει σε προγραμματικό πλαίσιο με το οποίο να μπορεί να συγκροτεί πολιτικές συμμαχίες και συνεργασίες.

 

4. Ειδικότερα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως όλη αυτή η αμηχανία που διαφάνηκε στην θετική απάντηση του ΜΕΤΩΠΟΥ Α&Α και την τελική άρνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρόταση εκλογικής και πολιτικής συνεργασίας (την οποία υποτίθεται πως η ίδια είχε αρχικά κάνει), τελικά δείχνει ακριβώς τα πολύ στενά πολιτικά όρια αυτού του πολιτικού χώρου.

Όλος αυτός ο τρόπος της «ιεροεξεταστικής» αξιολόγησης της ιστορικής διαδρομής των προσώπων και γενικότερα η εχθρική συμπεριφορά απέναντι στο πρόσωπο του Αλέκου Αλαβάνου, όσο όμως στο σύνολο των συντρόφων και αγωνιστών του ΜΕΤΩΠΟΥ Α&Α και κυρίως όλη η συμβολική σημασία που έχει η άρνηση συνεργασίας με εκείνες τις δυνάμεις που έδωσαν ανοιχτή πολιτική σύγκρουση με τα ίδια τα δικά τους πολιτικά σχήματα και παραδόσεις, εκφράζοντας την ανάγκη ριζοσπαστικού επανακαθορισμού της ελληνικής κοινωνίας και του εαυτού τους μέσα σε αυτή, αναγκαστικά σημαίνει και την πλήρη αντιστροφή της αναγκαίας ιεράρχησης των πολιτικών στόχων και προτεραιοτήτων της περιόδου.

Σε τελευταία ανάλυση, με ποιο κριτήριο το ΚΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκρινε πως ο Αλέκος Αλαβάνος περισσεύει από την εκλογική μάχη της 6ης Μάιου; Ποιος είναι αυτός ο Αλαβάνος και τι κακό έχει κάνει στο λαϊκό κίνημα; Δεν είναι αυτός που αρνήθηκε να παραμένει αρχηγός ενός αριστερού πολιτικού κόμματος που η πλειοψηφία του αρνούνταν επίμονα την ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού του λόγου; Ποιος άλλος αρχηγός κόμματος της αριστεράς στην Ελλάδα έχει συγκρουστεί από τα αριστερά με την κοινωνική βάση του κόμματος του και εξ αυτού έχει αρνηθεί τη βουλευτική του έδρα, προκειμένου να συναντηθεί με τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς; Δεν είναι αυτός που έδωσε τον κοινοβουλευτικό αγώνα για την πολιτική στήριξη του φοιτητικού κινήματος το 2006-2007 στη μάχη για την υπεράσπιση του άρθρου 16 του συντάγματος; Δεν είναι αυτός που στην εξέγερση που ακολούθησε την δολοφονία του Γρηγορόπουλου το Δεκέμβρη του 2008, αρνήθηκε να καταγγείλει την νεολαιίστικη αυθόρμητη αντιβία, σε πείσμα ολόκληρου του αστικού πολιτικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ); Τελικά ποιος είναι αυτός ο Αλέκος Αλαβάνος που περισσεύει από τη σημερινή αναμέτρηση; Έχει πολλούς Αλαβάνους η ελληνική αριστερά; Και αν τελικά αυτός ο άνθρωπος περισσεύει, τότε σε ποιον απευθύνεται η πρόταση για συγκρότηση πολιτικού «μετώπου ρήξης και ανατροπής» που έκανε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ;

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή την κορυφαία πολιτική μάχη των εκλογών, ακριβώς σε εκείνη την χρονική περίοδο που επιχειρείται η εκλογική νομιμοποίηση μιας πολιτικής που σκοπεύσει στην ολοκληρωτική συντριβή των εργαζομένων, δυστυχώς δεν μπαίνει στον εκλογικό πολιτικό αγώνα αξιοποιώντας το σύνολο του διαθέσιμου αριστερού πολιτικού δυναμικού, ώστε να συμβάλει αποφασιστικά στο στόχο της εκλογικής συντριβής του ΠΑΣΟΚ&ΝΔ, και την ενίσχυση της ριζοσπαστικής αριστεράς πάνω από το αναγκαίο αναγνωρίσιμο όριο του 3%, δηλαδή πάνω από το όριο της έμπρακτης αποδυνάμωσης της κοινοβουλευτικής ισχύος του αντιδραστικού συνασπισμού, δηλαδή για την νίκη της αριστεράς στις εκλογές και την ενίσχυση των δυνάμεων που παλεύουν για την αποδέσμευση της χώρας από την μέγγενη του ΔΝΤ και του ΕΥΡΩ. Αντίθετα επιλέγει τη μειοψηφική εκλογική καταγραφή ενός καθαρού (υποτιθέμενου) πολιτικού ρεύματος αναδιπλασιάζοντας ως μικρογραφία την πολιτική του ΚΚΕ (και συνεπώς νομιμοποιώντας την κιόλας).

Η κίνηση αυτή βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα των αναγκαιοτήτων της περιόδου, αφού μεταφέρει το κέντρο βάρος της αντιπαράθεσης εντός του ενδοαριστερού εμφύλιου (χωρίς μάλιστα προφανή αιτία) ακριβώς την στιγμή που απαιτείται η μέγιστη κρουστική δύναμη από την πλευρά της αριστεράς για την αναχαίτιση της αστικής επίθεσης.

 

5. Αυτή η στρατηγική αμηχανία της αριστεράς στην συγκυρία αποκτάει μια ειδικότερη (αρνητική βαρύτητα) εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα της ίδια της κίνησης των λαϊκών μαζών και του τεράστιου μεγέθους και ιστορικής σημασίας λαϊκών κινητοποιήσεων που εξελίχθηκαν σε όλη την προηγούμενη περίοδο. Σε αυτό το φόντο η αναζήτηση των στοιχείων ενός αριστερού πολιτικού προγράμματος δεν μπορεί να γίνεται με όρους ιδεοληπτικούς, αλλά ως εκείνη η κοινωνική αναγκαιότητα και συνάμα εκείνη η πραγματική πολιτική δυνατότητα που αναδύεται μέσα από την ίδια την μαχητική διεκδίκηση και πάλη του λαού.

Από την άποψη αυτή είμαστε αναγκασμένοι να θεωρήσουμε πως, ανεξάρτητα από τις επιμέρους προσεγγίσεις και ιδιολέκτους, είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός Λαϊκού μετώπου με κέντρο την αριστερά, που να μπορεί να προωθήσει άμεσα τους αναγκαίους μεταρρυθμιστικούς στόχους, της στάσης πληρωμής του χρέους, της μονομερούς διαγραφής του, (ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του), της αποδέσμευσης της χώρας από την ευρωζώνη και το ΔΝΤ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, την προστασία του λαϊκού εισοδήματος και της απασχόλησης, την προστασία των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Σήμερα είναι φανερό πλέον πως αυτό το περιεχόμενο δεν έχει μονοσήμαντα αριστερό πρόσημο, ούτε η επίτευξή του θα αποτελούσε την εγγυημένη απαρχή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αποτελεί όμως την αναγκαία συνθήκη για την αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού δύναμης, την αναγκαία διαδικασία για το ξεδίπλωμα όλης της δυναμικής του λαϊκού κινήματος, την αναγκαία κοινωνική και πολιτική συνθήκη για τη ρεαλιστική ωρίμανση των προϋποθέσεων της αριστερής ηγεμονίας και της αναζήτησης μια νέας σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής.

Προφανώς αυτή η προοπτική του Λαϊκού μετώπου με κέντρο την αριστερά είναι διαφορετική από μια γενική επίκληση της ανάγκης ενός αριστερού μετώπου, ή της ανάγκης για ενότητα της αριστεράς. Η προοπτική του Λαϊκού μετώπου, συγκροτείται μέσα από την στοχοπροσήλωση της αριστεράς στην υπεράσπιση των αναγκών των λαϊκών μαζών. Αυτή η ισχυρή διασύνδεση της αριστεράς με τις λαϊκές μάζες είναι και η μοναδική συνθήκη, που μπορεί να επιτρέψει την ενδυνάμωση και ενίσχυσή της, αλλά και την ενδυνάμωση και ενίσχυση και των λαϊκών αγώνων.

Αυτή η προοπτική δεν είναι η αφηρημένη προβολή και η αυτοαναφορική πραγμάτωση των αριστερών στρατηγικών (πχ. η ενίσχυση του αντικαπιταλιστικού αριστερού μετώπου ή η ενίσχυση του κομμουνιστικού κόμματος ή η αποδυνάμωση του ΚΚΕ και η ίδρυση ενός νέου κομμουνιστικού φορέα). Η επιμονή της τοποθέτησης αυτών των στρατηγικών αναζητήσεων ως προαπαιτούμενων και όχι ως ενδεχομένων κάθε μετωπικής πολιτικής προσπάθειας και συνεργασίας, αντικειμενικά αναπαράγει τη διάσπαση εφόσον αναπαράγει διαχωρισμούς ορισμένους με ιδεοληπτικούς όρους. Αντίθετα η υπαγωγή όλων των προτεραιοτήτων των αριστερών μετώπων στις ανάγκες και τους αγώνες των λαϊκών μαζών μπορεί να δώσει την δυναμική του επαναστατικού προσδιορισμού στην αριστερά. Επαναστατικού με την έννοια εκείνης της αριστεράς που ανατρέπει τους όρους κατίσχυσης των λαϊκών μαζών από τον συνασπισμό εξουσίας, δηλαδή επαναστατική με όρους πολιτικής διαδικασίας και όχι αυτοαναγόρευσης. Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε άλλωστε να διεκδικεί στο δικό της στρατόπεδο δυνάμεις, όπως το ΕΠΑΜ και όχι να τις παραδίδει εν τέλει στην πολιορκία του πατριωτικού συντηρητικού χώρου. Επίσης μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να ενισχύσει τη συζήτηση για την ανάγκη ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος με μαζικούς και λαϊκούς όρους και όχι με όρους ακαδημαϊκούς και εργαστηριακούς.

Αυτή η αντίφαση στο φόντο των εκλογών της 6ης Μαϊου γίνεται μέγιστη. Σε αυτό το φόντο η στρατηγική αμηχανία της αριστεράς από τη μία μεριά και το μέγεθος της αστικής επίθεσης από την άλλη oξύνουν όλες τις αντιφάσεις μας και αναδεικνύουν ότι στον πυρήνα της κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος βρίσκεται και η αριστερά. Η ανατροπή του πολιτικού συστήματος και της συνθήκης κοινωνικής καταστροφής που επιβάλλεται σήμερα, περνάει μέσα από την ίδια την ανατροπή που πρέπει να γίνει στην αριστερά και την ανάγκη επαναστατικοποίησης των όρων ύπαρξης της.

Αυτή είναι και η μεγάλη πολιτική παρακαταθήκη του κινήματος των πλατειών και των λαϊκών συνελεύσεων. Η πλατιά συνειδητοποίηση ότι στο μεγάλο κάδρο της πολιτικής κρίσης του πολιτικού συστήματος της χώρας, η αριστερά κατέχει τη δική της θέση. Τελικά το αίτημα των πλατειών, του «να γκρεμιστεί η κοινοβουλευτική χούντα», σταδιακά μετασχηματίζεται σε δήλωση καταγγελίας και της αριστεράς, εφόσον αυτή δεν οργανώνεται πολιτικά προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη να υλοποιήσει αυτήν την ανατροπή.

Εάν τελικά αυτό δεν γίνει, εάν τελικά η αριστερά δεν ριζοσπαστικοποιηθεί, τότε αυτή η επίθεση που διεξάγει ο ταξικός αντίπαλος τελικά θα επιτύχει παράγοντας μη αντιστρεπτά αποτελέσματα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εάν τελικά συμβεί, θα οφείλεται και στην αριστερά. Και το στοιχείο αυτό οι λαϊκές μάζες και θα το αξιολογήσουν και θα το αποδώσουν.

 

6. Συνεπώς από αυτήν την άποψη η «πρόταση» του αριστερού και λαϊκού μετώπου παρ΄ όλη την σχετική της αποδοχή από ένα μεγάλο αριθμό πολιτικών στελεχών της αριστεράς σε όλες τις οργανώσεις και τα ιστορικά της ρεύματα, εντούτοις φαίνεται ότι αποτελεί μια μειοψηφική εκδοχή η οποία δεν καταφέρνει να δώσει τον ηγεμονικό τόνο, να ανασημασιοδοτήσει τις πολιτικές προτεραιότητες των οργανώσεων και των κομμάτων της αριστεράς, να ανοίξει γέφυρες επικοινωνίας και πολιτικής συνεργασίας, να συμβάλει καθοριστικά σε αλλαγή πορείας και στον αναγκαίο πολιτικό εξοπλισμό του λαϊκού κινήματος.

Παρά τις επιμέρους μάχες που δίνονται μέσα στις οργανώσεις και τα κόμματα της αριστεράς, παρά τις επιμέρους νίκες στα σημεία, σε γενικές γραμμές δεν έχει γίνει κατορθωτό να αλλάξει η συνολική πολιτική κατεύθυνση στην αριστερά, να είναι δηλαδή αυτή η κυρίαρχη εκδοχή της αναγκαίας και νικηφόρας αριστερής προοπτικής.

Το ερώτημα αυτό αναγκαστικά πρέπει να απαντηθεί αυτοκριτικά από το σύνολο αυτών των πολιτικών στελεχών της αριστεράς και να απαντηθεί αποφασιστικά εντός των χωροχρονικών αναγκαιοτήτων της εποχής. Είναι πλέον φανερό πως όσες επιμέρους μάχες και αν κερδηθούν μέσα σε κάθε πολιτικό χώρο της αριστεράς το τελικό αποτέλεσμα θα παραμένει αρνητικό, εφόσον και οι προτεραιότητες είναι αντεστραμμένες. Γιατί σε τελευταία ανάλυση το ερώτημα δεν είναι το τί πρέπει να κάνει η κάθε οργάνωση, ή πόλος της αριστεράς, αλλά τι θα πρέπει να γίνει με το λαϊκό κίνημα, το ερώτημα είναι το πού πάει μια ολόκληρη χώρα.

Συνεπώς η ίδια η επιλογή του πεδίου της μάχης, δηλαδή η επιλογή του να παραμένει αυτή η υπόθεση, εσωτερικό ζήτημα για κάθε οργάνωση ξεχωριστά, καθιστά τελικά περιορισμένης αξιοπιστίας το ίδιο το αίτημα της μετωπικής πολιτικής συγκρότησης της αριστεράς.

Όσο η γραμμή του Λαϊκού και αριστερού μετώπου θα δίνεται εντός των οργανώσεων με όλο το φορτίο των ιστορικών συμβολισμών, διαμεσολαβήσεων και αγκυλώσεων, τόσο αυτή η μάχη θα χάνεται. Αντίθετα θα πρέπει να υπάρξει μια καθαρή και αναγνωρίσιμη δύναμη στην ελληνική κοινωνία που να δοκιμάσει αυτήν την πολιτική πρόταση και να συμβάλει με τρόπο δημόσιο και αναγνωρίσιμο σε αυτήν την κατεύθυνση. Αυτή η πολιτική δύναμη αναγκαστικά θα φέρει τα χαρακτηριστικά ενός δικτύου προσωπικοτήτων που θα πρέπει να επιταχύνουν μια πορεία υπέρβασης του σημερινού τοπίου στρατηγικής αμηχανίας και κατακερματισμού των δυνάμεων της αριστεράς. Αυτή η πρωτοβουλία προσωπικοτήτων θα πρέπει να μπει κατ' ευθείαν στα κύριο ζήτημα χωρίς υπεκφυγές και ταλαντεύσεις (κάτι που δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα το Αριστερό Βήμα).

 

7. Από τη σκοπιά αυτή είμαστε και εμείς υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στη δική μας ιδιαίτερη αυτοκριτική. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή δώσαμε τη μάχη ως μέλη της ΑΡΑΝ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με όσες δυνάμεις διαθέταμε, για να ενισχυθεί η δυναμική της πολιτικής πρότασης του Αριστερού και Λαϊκού μετώπου, εντός της ΑΡΑΝ και εντός του ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτήν την κατεύθυνση την παλέψαμε στα σχήματα γειτονιών και συμμετείχαμε με όλες μας τις δυνάμεις, στην προσπάθεια να ενισχυθεί ο πολιτικός χαρακτήρας των κινημάτων των πλατειών, να ανδρωθούν οι λαϊκές συνελεύσεις, να ενισχυθούν τα κινήματα ανυπακοής, να ενισχυθούν οι πρακτικές λαϊκής αυτοοργάνωσης.

Σήμερα συνειδητοποιούμε πως αυτή η προσπάθεια δεν ήταν αρκετή. Σε ένα ορισμένο βαθμό επιτρέψαμε να διαμεσολαβείται η διάθεση μας για αγώνα και για ριζοσπαστική υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών στην αριστερά, από τα πολιτικά επιτελεία οργανώσεων και μετώπων που γεννήθηκαν όμως για να εξυπηρετήσουν μια άλλη συγκυρία αντιθέσεων.

Σήμερα η άρνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προχωρήσει σε συνεργασία με το ΜΕΤΩΠΟ Α&Α, αυτή η αλλαγή προτεραιοτήτων στην επιλογή της καταγραφής ενός μειοψηφικού πολιτικού ρεύματος και όχι στην υλοποίηση της απόφασης της συνδιάσκεψής της, δηλαδή στην οικοδόμηση ενός πολιτικού «Μετώπου Ρήξης και Ανατροπής» ουσιαστικά μας αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας. Ουσιαστικά αυτή η πολιτική επιλογή, μας καθιστά de facto συνεργαζόμενους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και όχι μέλη με την πλήρη έννοια του όρου. Εφόσον η συμμετοχή μας σε αυτό το μέτωπο αφορά την προώθηση μέρους των διατεινόμενων στόχων και όχι του συνόλου των στόχων που τίθενται.

Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε πως τα μέλη της ΑΡΑΝ αλλά και όλων των οργανώσεων που συμμετέχουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλα τα μέλη όλων των τοπικών επιτροπών, οφείλουν να εγκαλέσουν τους εκπροσώπους τους, και να απαιτήσουν εξηγήσεις γιατί δε ζητήθηκε αποφασιστικά οι αποφάσεις να παρθούν στο 80μελες δημοκρατικά εκλεγμένο όργανο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με σκοπό να απαιτηθεί μια άλλη ριζικά διαφορετική απόφαση.

Από την άποψη αυτή σε ότι μας αφορά, θεωρούμε για το επόμενο διάστημα όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά στο επίπεδο της πολιτικής μας στράτευσης, προκειμένου στην εξυπηρέτηση του στόχου του Αριστερού και Λαϊκού μετώπου, στο βαθμό που ένα τέτοιο ενδεχόμενο προωθηθεί από ένα ικανό σύνολο συντρόφων από όλους τους πολιτικούς χώρους της αριστεράς με τρόπο άμεσο, απτό και αποφασιστικό.

 

8. Σε αυτές τις εκλογές κατανοώντας τον λυσιτελή χαρακτήρα του συνόλου των διαθέσιμων αριστερών προτάσεων, θεωρούμε πως πρέπει να στηρίξουμε τα εκλογικά ψηφοδέλτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε αυτή τη συγκυρία δεν υπάρχει χώρος για αμηχανία. Απαιτείται με κάθε τρόπο η ενίσχυση των ψηφοδελτίων της αριστεράς και η πολιτική ήττα του αστικού συνασπισμού. Ειδικότερα η στήριξη των ψηφοδελτίων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τις αντιφάσεις που όλοι μας διαπιστώνουμε, συμβάλλει στην ενδυνάμωση ενός πολιτικού ρεύματος που κινείται στη ρητή καταγγελία του χρέους, στην πολιτική δήλωση ανυπακοής προς τις τράπεζες και την στάση πληρωμών, την ανάγκη ρήξης με την ΕΕ και το ΕΥΡΩ. Τα στοιχεία αυτά θεωρούμε ότι είναι καθοριστικά στην ανάγκη συγκρότησης του αριστερού και λαϊκού μετώπου.

Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε πως σε αυτές τις εκλογές το μεγάλο πολιτικό ζητούμενο είναι η νίκη της αριστεράς, και η πολιτική ήττα του αστικού συνασπισμού. Από την σκοπιά αυτή θεωρούμε πως δεν θα έχει κανένα πρακτικό και πολιτικό νόημα η οποιαδήποτε εκλογική ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο βαθμό που συνολικά σε αυτές τις εκλογές θα ηττόταν η αριστερά.

Με αυτήν την οπτική είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε όλους εκείνους τους συντρόφους και αγωνιστές που δεν αρκούνται στην απλή εκλογική καταγραφή μιας πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά επιθυμούν με το δικαίωμα της ψήφου τους να συμβάλουν στην έμπρακτη κοινοβουλευτική αποδυνάμωση του αστικού συνασπισμού και στην ενδυνάμωση της αριστεράς. Συνεπώς σεβόμαστε όλους εκείνους του αγωνιστές που φέρουν αντίστοιχες αγωνίες και δίνουν τη μάχη σε αυτήν την κατεύθυνση μέσα από τα εκλογικά ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε θετικό ενδεχόμενο το να ενισχυθούν εκείνες οι συμμετοχές που στρατεύονται στην υπόθεση του Λαϊκού μετώπου με κέντρο την Αριστερά.

Προφανώς όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται, τόσο ο σπόρος της ελπίδας θα τινάζει ρίζες και το ενδεχόμενο μιας άλλης πορείας θα ξαναγεννιέται. Αυτό όμως δε σημαίνει πως η παρέμβαση της αριστεράς μπορεί να στερείται χωροχρονικών προσδιορισμών. Από την 7η Μαΐου είναι αναγκαίο να παρθούν όλες εκείνες οι πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αλλάξουν το σημερινό τοπίο στην αριστερά. Σε άλλη περίπτωση τα αποτελέσματα θα είναι δραματικά.

 

* (23-04-2012) – (Υποψήφιοι Βουλευτές & Συνεργαζόμενοι με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέλη της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης)

 

ΠΗΓΗ: http://www.aristerovima.gr/details.php?id=3337

Αποχώρηση από την Ευρωζώνη – πρωταρχικός κρίκος

Αποχώρηση από την Ευρωζώνη – πρωταρχικός κρίκος στην αλυσίδα των συγκρούσεων και με την ΕΕ

 

Του Κώστα Παπουλή

 

 

Το Μ.Α.Α, στο παρελθόν είχε διατυπώσει την εξής  θέση για την ευρωζώνη: «καμία θυσία για το ευρώ», το «ευρώ δεν είναι ταμπού». Η θέση αυτή κρίθηκε ανεπαρκής, όχι μόνο γιατί η ελληνική κοινωνία έχει υποβληθεί σε τεράστιες θυσίες για την παραμονή στο «κοινό» νόμισμα, ούτε μόνο γιατί η διαπραγματευτική θέση της χώρας, σε σχέση με τους ξένους δανειστές, έχει αδυνατίσει τραγικά –Πως να διαπραγματευτείς, όταν η Ε.Κ.Τ., ελέγχει όλη σου την νομισματική πολιτική, μέχρι και την τελευταία αναπνοή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος;

–  Κύρια όμως είναι ανεπαρκής, γιατί ή έξοδος από την κρίση στην Ελλάδα, ο «αγώνας για δουλειές», η επιλογή μιας οικονομικής πολιτικής για πλήρη απασχόληση, θέτει στο τραπέζι το ζήτημα της παραμονής στην ευρωζώνη και την σχέση της χώρας με την Ε.Ε.. Γιατί τα μαγαζιά που κλείνουν, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ελληνική αγορά που πεθαίνει, χρειάζονται ρευστότητα, που δεν χορηγεί το «ευρωσύστημα».

Γιατί, η νομισματική πολιτική και οι πολιτικές των ελληνικών τραπεζών (που πρέπει να εθνικοποιηθούν), πρέπει να ελέγχονται από μια δημόσια τράπεζα της Ελλάδας,  και όχι από την Ε.Κ.Τ.. Γιατί, η αποκατάσταση της υψηλής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της χώρας, δεν μπορεί να γίνει με την βαναυσότητα της εσωτερικής υποτίμησης. Γιατί, η συνθήκη του Μάαστριχτ (άρθρο 101) απαγορεύει την νομισματική χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος, και  μια τέτοια πρακτική, για τα επόμενα ένα-δύο χρόνια είναι απαραίτητη για την  έξοδο από την κρίση.

Γιατί, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για την μείωση της ανεργίας, απαγορεύεται από το σύμφωνο σταθερότητας, και μάλιστα επιβάλλεται μόνιμη «υφεσιακή» πολιτική, από την νέα αποκρουστική δημοσιονομική  συνθήκη της Ε.Ε.

Γιατί η Ελλάδα, πιο πολύ από όλη την περιφέρεια,  πρέπει να ανατρέψει το παραγωγικό μοντέλο που της επιβλήθηκε,  τα τριάντα τελευταία χρόνια και πολύ περισσότερο την «χρυσή» εποχή της  ΟΝΕ, αν θέλει να μην τριτοκοσμοποιηθεί, και η ανατροπή αυτού του μοντέλου, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τους κανόνες και το σύστημα του ευρώ και της Ε.Ε. που το δημιούργησαν. Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, γιατί μέσα στην ευρωζώνη των δανειστών, στερούμαστε πλέον οριστικά,  οποιαδήποτε έννοια εθνικής κυριαρχίας, δημοκρατίας, συλλογικής και ατομικής αξιοπρέπειας.

Υπάρχουν όμως  κρίσιμες διαφορές ανάμεσα στο αίτημα της αποχώρησης από την ευρωζώνη και στην αποδέσμευση και από την Ε.Ε.:

Πρώτον: Στο επίπεδο οικονομικής πολιτικής: Χωρίς εθνικό νόμισμα δεν μπορείς να κάνεις καμία πολιτική από τις παραπάνω που περιγράψαμε για την έξοδο από την κρίση, ενώ βγαίνοντας από την Ε.Ε. κερδίζεις και την δυνατότητα εμπορικής πολιτικής. Στην πρώτη περίοδο της εξόδου από την ΟΝΕ και την συνθήκη του Μάαστριχτ  και μετά το ξεπέρασμα  του νομισματικού σοκ, αναμένεται να υπάρξει ανάκαμψη, η οποία θα στηριχτεί στην αύξηση της ρευστότητας,  στην αποκατάσταση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα απελευθερώσει πιέσεις της οικονομίας προς το εξωτερικό  και γενικά στην άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής για τις ανάγκες των εργαζομένων και της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Αναμένεται ακόμη, αύξηση των εξαγωγών, μείωση των εισαγωγών, υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή, αλλαγή του καλαθιού κατανάλωσης,  αύξηση της  ζήτησης για εγχώρια αγαθά, σημαντική αύξηση της απασχόλησης και της ανάπτυξης. Το παράδειγμα του Μπουένος Άιρες, είναι ίσως το καλύτερο, και δεν είναι μια πολιτική για μια άλλη ¨Ήπειρο. 

Θα υπάρξουν πιθανότατα πολιτικές που έρχονται όχι μόνο σε σύγκρουση με την συνθήκη του Μάαστριχτ την οποία θα εγκαταλείψει η χώρα, αλλά και με το συνολικό πλαίσιο της Ε.Ε.. Δεν είναι φυσικά μόνο η αθέτηση πληρωμών προς την Ε.Κ.Τ. και τα επίσημα κράτη. Αλλά,  θα τεθούν φραγμοί στην κυκλοφορία κεφαλαίων, θα υπάρξουν (επαν)εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων και υποδομών (που πολλές μπορεί να γίνουν σε βάρος γερμανικής ή άλλης ευρωπαϊκής ιδιοκτησίας), και ίσως χρειαστεί κατά το πρώτο διάστημα μέχρι να ανακάμψει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών,  να υπάρξει απαγόρευση εισαγωγών ειδών πολυτελείας, αυτοκινήτων, κλπ.  

Είναι πιθανόν η Ελλάδα να εκδιωχτεί από την Ε.Ε. για αυτές τις πολιτικές. Μακροπρόθεσμα μάλιστα απαιτείται συγκροτημένη και σχεδιασμένη βιομηχανική πολιτική  (αλλά αυτός είναι ορίζοντας ετών) μια που η ελληνική οικονομία και κοινωνία δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στα οφέλη και στις διορθώσεις που θα επιφέρει το νέο   εθνικό νόμισμα και εκεί  η έξοδος θα είναι μάλλον απαραίτητη. Τότε μπορεί να κριθεί από τον ελληνικό λαό με ένα δημοψήφισμα.

Η έξοδος λοιπόν από το ευρώ και η εγκατάλειψη της συνθήκης του Μάαστριχτ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση. Θα ακολουθήσουν πολιτικές που θα έρθουν σε σύγκρουση με την Ε.Ε., αλλά η βραχυχρόνια παραμονή,  σε αυτήν, δεν μπορεί να τις απαγορεύσει, αντίθετα η παραμονή στο ευρώ και στην συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύει οποιαδήποτε εναλλακτική πολιτική απέναντι σε αυτή που υπαγορεύουν οι κυρίαρχοι της ευρωζώνης, που οδηγεί σε ένα ζοφερό παρόν και μέλλον τον ελληνικό λαό.

Δεύτερον: Σε πολιτικό επίπεδο το κύριο ζήτημα που τίθεται είναι το ευρώ. Δεν πρόκειται π.χ.,  τίποτα ιδιαίτερο να συμβεί αν η Ουγγαρία αποχωρήσει από την Ε.Ε.. Όμως μια αθέτηση πληρωμών και μια αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη, θα έχει χαρακτηριστικά παγκόσμιας σεισμικής δόμησης, και άγνωστες συνέπειες για την Ε.Ε.. Είναι γιατί η νομισματική ένωση δεν είναι «βιώσιμη», ενώ η Ε.Ε. μπορεί να αλλάξει μορφή η και περισσότερο να διαλυθεί, συνέπεια όμως των εξελίξεων στη ζώνη του ευρώ. Μια αθέτηση πληρωμών και μια έξοδος από το «κοινό νόμισμα»,  με πρωτοβουλία του ελληνικού ή κάποιου άλλου λαού στα PIIGS, θα οδηγήσει σε ενίσχυση της  δημοκρατίας και σε μια ζωογόνα αναταραχή και κρίση την Ε.Ε.,  θα διαμορφώσει ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό από το σημερινό. Η βαρύτητα και ο χαρακτήρας του αιτήματος της αποδέσμευσης από την ιμπεριαλιστική Ε.Ε., ιμπεριαλιστική τόσο εντός της (σχέσεις κέντρου-περιφέρειας) όσο και  εκτός της,  θα χρωματιστεί από την συγκυρία που θα διαμορφωθεί.

Το σύνολο του αστικού κόσμου προτάσσει το ευρώ και τον μεγάλο κατακλυσμό που θα φέρει η έξοδος. Το να προτάσσεται η αποδέσμευση από την Ε.Ε., όπως κάνει το ΚΚΕ, είναι σαν να δείχνεται ότι δεν  υπάρχει απάντηση στο κύριο, στις πραγματικές δυσκολίες της πρώτης περιόδου, της εξόδου από το «κοινό» νόμισμα. Επιβεβαιώνεται έτσι άτυπα ο αντίπαλος, είναι απόδραση από την πολιτική, χρονικά και πραγματικά. Μεταφέροντας την απάντηση σε γενικότητες περί λαϊκής εξουσίας, ή αντικαπιταλισμού, ή ότι το δίλημμα είναι ψεύτικο (εδώ ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ, αγκαλιά), στην κυριαρχία δηλαδή ενός αφηρημένου λόγου, αφήνεται ουσιαστικά το κόμμα του ευρώ και το σύστημα που εκπροσωπεί  χωρίς αντίλογο. 

Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς δεν δείχνει να  κατανοεί την ιδιαιτερότητα και την ένταση της ελληνικής κρίσης, που σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα του ευρώ. Στα πλαίσια μιας παγκόσμιας κρίσης, αποδείχτηκε το έωλον και το μη «βιώσιμο» της νομισματικής ένωσης. Για αυτό το κέντρο της παγκόσμιας κρίσης έχει  μεταφερθεί στην ζώνη του ευρώ, ενώ οι περιφερειακές της οικονομίες έχουν διαλυθεί. Αν η Ελλάδα χθες, είχε μείνει στην δραχμή, δεν θα είχε χρεοκοπήσει και θα αντιμετώπιζε αλλιώς τις συνέπειες του πλανητικού τσουναμιού. Αν η Ελλάδα σήμερα, μείνει στο σύστημα του ευρώ, δεν μπορεί να επιβιώσει ως σχετικά ανεπτυγμένη χώρα, γι' αυτό βιώνει και την χειρότερη μεταπολεμική κρίση καπιταλιστικής οικονομίας. Σε αυτό το περιβάλλον μιας οικονομικής δομής που δεν μπορεί να αναπαραχθεί, και μιας συντριπτικής οικονομικής καθόδου, τα περί αναδιανομής, καθώς και τα περί πλούσιας και ισχυρής Ελλάδας  φληναφήματα μεγάλου τμήματος της αριστεράς, μόνο σύγχυση προκαλούν.

Συμπερασματικά, χωρίς κανείς να αρνείται τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και τα δεσμά που θέτει στην Ελλάδα η Ε.Ε., και την αναπόφευκτη συνολική ρήξη μαζί της, η προβολή του αιτήματος της εξόδου από το ευρώ δεν μπορεί να γίνεται σε ισότιμη βάση με αυτό της αποδέσμευσης από την Ε.Ε., όσον αφορά τα άμεσα πολιτικά επίδικα, με έναν ανάλογο τρόπο που δεν προβάλλουμε για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση και την έξοδο από το ΝΑΤΟ.  Επίσης,  είναι  λάθος να σύρεται κανείς σε μια πολιτική κάτω από την πίεση του ΚΚΕ, ενός κόμματος που η σχέση τακτικής-στρατηγικής έχει ξεχασθεί και ως απλό ζήτημα οποιασδήποτε συζήτησης για την ηγεσία του, και που η πολιτική του είναι απολύτως εσφαλμένη και απο-γειωμένη. Αντίθετα, είναι υπόθεση  δυνάμεων της αριστεράς, που βρίσκονται σε ρήξη με τον ευρωπαϊσμό, να καταθέσουν ρεαλιστική-αντισυστημική πρόταση ρήξης με το ευρωπαϊκό κέντρο  στην ελληνική κοινωνία  και    να γίνουν έτσι αυτές και κέντρο πίεσης της κεντρικής πολιτικής γραμμής και  της υπόλοιπης αριστεράς. 

Φυσικά,  έχει σημασία το πρόσημο της πολιτικής. Η έξοδος από την κρίση μέσω της αθέτησης του χρέους,  της εξόδου από τον χρυσό κανόνα του ευρώ και της επανεθνικοποίησης της οικονομικής πολιτικής,  δεν σημαίνει αυτόματα «αριστερό» ή σοσιαλιστικό προσανατολισμό, αν και το πιθανότερο είναι ότι οι γενικοί όροι ζωής μακροπρόθεσμα θα βελτιωθούν. Άμεσα, όμως χρειάζονται σημαντικά κοινωνικά μέτρα. Ορθά λοιπόν, στην αποχώρηση  από την ζώνη του ευρώ πρέπει να προστεθεί ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός (όπως έκανε το Μ.Α.Α) ή κάτι ανάλογο,  (π.χ. με σκοπό την ενίσχυση των δυνάμεων της εργασίας και της δημοκρατίας) για να τονισθεί  ότι ο πολιτικός στόχος  δεν είναι μόνο η έξοδος από την κρίση απλά, αλλά και η δημιουργία ουσιαστικού  κοινωνικού κράτους που ποτέ στην Ελλάδα δεν γνωρίσαμε, όπως και ότι ο  ορίζοντας των δημοκρατικών και  κοινωνικών αλλαγών από την πλευρά του λαϊκού παράγοντα, είναι πέραν του λιμανιού του εθνικού νομίσματος. 

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που ο ελληνικός αστισμός και ο πολιτικός του κόσμος, δέχονται την συντριβή της ελληνικής οικονομίας. 

Είναι έτοιμοι χάριν της πάση θυσίας παραμονής στο ευρώ, να υποστούν μείωση της οικονομίας κατά 30% και ίσως πολύ  περισσότερο του ΑΕΠ, να ρισκάρουν ακόμη και συνθήκες άτακτης χρεοκοπίας. Ήδη, φέτος θα ξεπεράσουμε την συνολική ύφεση που γνώρισε η Αργεντινή, την τετραετία  της κατάρρευσης. Είναι πρόθυμοι   να παραχωρήσουν ακόμη και τις τράπεζές τους σε ξένη ιδιοκτησία, ενώ το 64% των επιχειρήσεων στην μεταποίηση (σύμφωνα με στοιχεία της ICAP) βρίσκεται στο κόκκινο της πτώχευσης. Είναι σαφές ότι από την ιστορία τους και από ένστικτο, προτιμούν να χάσουν πολλά, παρά να μείνουν πρόσωπο με πρόσωπο με τον ελληνικό λαό, χωρίς τις «πλάτες» του ευρώ και του ευρωπαϊκού κέντρου. Έτσι,  εξηγείται το έλλειμμα κάθε ρωγμής στο αστικό στρατόπεδο, σε σχέση με την παραμονή στην ευρωζώνη, έστω και σαν ένα  τελευταίο σενάριο. Αυτό καθιστά την σύγκρουση στην Ελλάδα σφοδρή. Η επόμενη μέρα δεν θα ακολουθήσει σενάρια κανονικότητας.

Η Ελλάδα ή θα μετατραπεί σε ένα οικονομικό ερείπιο, γερασμένη, ανήμπορη, παραδομένη στις ορέξεις των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεων της ευρωζώνης, χωρίς να αποκλείονται ολοκληρωτικές πολιτικές εκτροπές, ή θα μετατραπεί σε ένα ηλιόλουστο, αριστερό, κοινωνικό, δημοκρατικό Μπουένος Άιρες, μετασχηματίζοντας την κοινωνία της και ίσως όλη την Ευρώπη, δημιουργώντας,  ένα καινούργιο παράδειγμα δημοκρατίας των εργαζομένων σε όλη την Μεσόγειο, σπέρνοντας την δυνατότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής. Το προς τα πού θα κλίνει το εκκρεμές σύντομα θα το μάθουμε.  

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 22 Απρίλιος 2012. http://www.tometopo.gr/home/news/671-a————-.html

Η σημασία των εκλογών της 6 Μάη

Η σημασία των εκλογών της 6 Μάη Για τον λαό, για την Αριστερά

 

Των Θάνου Αμπατζή, Χρήστου Πατούχα, Κώστα Ταβατζή

 

 

    Λένε πολλοί, ότι οι εκλογές της 6 Μάη είναι οι κρισιμότερες της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η εκτίμηση αυτή δεν απέχει από την αλήθεια. Ωστόσο το ακριβέστερο είναι, ότι η ίδια η περίοδος που ζούμε είναι η κρισιμότερη των τελευταίων δεκαετιών. Η χώρα και οι εργαζόμενες τάξεις, έχουν ήδη καταστραφεί, η παραγωγική της βάση έχει αποδιαρθρωθεί, πάνω από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν την ανεργία και την απόλυτη φτώχια, μετά τις αλλεπάλληλες «σωτηρίες», η θηλιά του χρέους, γίνεται σφιχτότερη, ο εθνικός της πλούτος και η δημόσια περιουσία έχουν υποθηκευτεί και εκποιούνται, η εθνική ανεξαρτησία εκχωρήθηκε στην Τρόικα και τα διευθυντήρια. Η χώρα μας είναι το πειραματόζωο του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου, στο στόχο της πλήρους κυριαρχίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και της ανακατανομής του πλούτου και των αγορών.

Στο ερώτημα αν η πορεία αυτή ήταν αναπόφευκτη, η απάντηση είναι μονοσήμαντη και σαφής. Ήταν επιλογή. Επιλογή της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής τάξης της χώρας, του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, των δανειστών μας και των «αγορών». Και την υπηρέτησαν αυτή την επιλογή με σχέδιο και επεξεργασία,χωρίς ίχνος εθνικού συναισθήματος, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την φτώχια του πληθυσμού.

   Θα μιλήσουμε στην συνέχεια για την Αριστερά και τις ευθύνες της, αλλά εν προκειμένω, για να αποφευχθεί η σκόπιμη ισοπέδωση, το άλλοθι «των ευθυνών του πολιτικού συστήματος», που ποικιλοτρόπως προβάλλεται από πολιτικές δυνάμεις και μέσα ενημέρωσης, πρέπει με κάθε σαφήνεια και με κατηγορηματικό τρόπο, να αναφέρουμε τούτο: Όχι! Δεν φταίει η Αριστερά που περάσατε την θηλιά στο λαιμό του λαού. Που ξεπουλήσατε την χώρα. Που είχατε και  έχετε αφεντάδες. Τόχετε κάνει και άλλες φορές στο παρελθόν. Γιατί ο δοσιλογισμός και η πατριδοκαπηλία είναι οι αρετές σας. Γιατί τα συμφέροντα των προστατών σας, είναι η ιδεολογία σας. Γιατί το «σπάταλο και αντιπαραγωγικό κράτος» είναι δικό σας. Που το λυμαίνονταν οι φίλοι και χορηγοί σας. Που έθρεψε εσάς και την παρασιτική και αντιπαραγωγική ολιγαρχία που σας στηρίζει. Που το κάνατε διεφθαρμένο και αυταρχικό, εχθρό του πολίτη και των κοινωνικών συμφερόντων. Που το υποτάξατε στα ξένα συμφέροντα με σκανδαλώδεις προμήθειες, με αποικιακές συμβάσεις, με μίζες και καταλήστευση κάθε παραγωγικής του δυνατότητας. Δικό σας είναι το χρέος του, γιατί από αυτό πλουτίσατε.

   Όχι! Δεν ήταν μαζί σας η Αριστερά σε όλα αυτά! Ούτε τώρα ούτε ποτέ στο παρελθόν. Η Αριστερά, όσο αλάτι και αν ρίχνει στις πληγές της, φταίει μόνο γιατί δεν σας νίκησε! Γιατί δεν απέτρεψε τα σχέδια σας. Γιατί μόνο αυτή, και ήθελε και είχε χρέος, να σας νικήσει.

   Στις κάλπες της 6 Μάη, ο καθένας έχει δικαίωμα να τιμωρήσει ή να επιβραβεύσει όποιον θέλει. Έχει δικαίωμα να τιμωρήσει και την Αριστερά ή τμήματα της. Όμως η τιμωρία των κομμάτων της εθνικής προδοσίας, των κομμάτων που επέλεξαν και ασκούν την εξουσία του μνημονίου, είναι αυτοτελές θέμα. Είναι ανεξάρτητο από οποιαδήποτε γνώμη έχει κανείς για τα κόμματα της Αριστεράς, την ορθότητα της πολιτικής τους ή τις ευθύνες τους.

   Πάμε λοιπόν στο πρώτο μας συμπέρασμα:

   Καμία ψήφος εργαζόμενου δεν πρέπει να δοθεί στα κόμματα που προκάλεσαν και συντηρούν την σημερινή κατάσταση της ισόβιας καταδίκης, της ομηρίας των παιδιών μας, της φυλάκισης των ελπίδων μας. ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΛΑΟΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ και όσες άλλες παραφυάδες προκύψουν στο μέλλον, αναζητώντας κολυμβήθρες αθώωσης, δεν δικαιούνται καμία ανοχή. Κάθε ψήφος στα κόμματα αυτά ισοδυναμεί με νέα καρφιά στο σταυρό του συλλογικού μας μαρτυρίου. Η αποτελεσματική τους καταδίκη θα είναι η απόλυτη συρρίκνωση τους. Το αποτέλεσμα των εκλογών, θάπρεπε να είναι τέτοιο, ώστε όχι μόνο να ανατρέπει την πολιτική τους, αλλά και να μην αναγνωρίζει, να μην νομιμοποιεί καμία απόφαση και καμία συμφωνία τους. Και να πιστοποιεί τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες για την υποδούλωση της χώρας και του λαού της.

Ο ρόλος της Αριστεράς στις σημερινές συνθήκες

   Είναι προφανές, και από τις απόψεις και από την ιστορία μας, ότι η ψήφος μας πρέπει να είναι στην Αριστερά. Θετική ψήφος. Για την ενίσχυση της. Για να είναι σε καλύτερη θέση μετά τις εκλογές. Γιατί στα ψηφοδέλτια της βρίσκονται επίλεκτοι σύντροφοι και συναγωνιστές μας. Γιατί πρέπει μετά τις εκλογές να απαιτήσουμε να αναλάβει και να ανταποκριθεί στον ιστορικό της ρόλο. Της οργάνωσης και καθοδήγησης των κοινωνικών λαϊκών αγώνων. Το λευκό, το άκυρο και η αποχή από τις εκλογές, είναι στις σημερινές ιδιαίτερα συνθήκες, λάθος επιλογή. Πρωτίστως γιατί η στάση αυτή δεν μπορεί να εκφράσει την αντίθεση και τον θυμό απέναντι στα κόμματα της μνημονιακής εξουσίας. Δεν τα τιμωρεί και με δεδομένο τον καλπονοθευτικό εκλογικό νόμο, τα επιβραβεύει. Όλοι λοιπόν στην κάλπη με την βεβαιότητα ότι κάθε ψήφος, σε οποιοδήποτε από τα ψηφοδέλτια της Αριστεράς, είναι χρήσιμη ψήφος. Με όσα θα προσθέσουμε στην ανάλυση μας, θα γίνει πλήρως φανερό ποιους περιλαμβάνουμε και ποιους εξαιρούμε από αυτό το μέτωπο των αριστερών δυνάμεων.

   Πολλοί αναλυτές, αξιοποιώντας και τις δημοσκοπικές ενδείξεις, μιλούν για ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς. Διαφωνούμε! Η ιστορική της ευκαιρία θα είναι, όταν θα πραγματοποιήσει τον ιστορικό της ρόλο. Όταν θα αναμετρηθεί με το σημερινό σύστημα εξουσίας και θα το ανατρέψει. Μέχρι τότε θα κρίνεται καθημερινά από το πόσο έτοιμη είναι για αυτό. Και θα κρίνεται από την ετοιμότητα της να δρα, να παρεμβαίνει, να οργανώνει, να νικάει μαζί με τον αγωνιζόμενο λαό, σε όλα τα επί μέρους μέτωπα. Πρωτίστως να τα πολιτικοποιεί, να οξύνει τις αντιθέσεις, να τα ενώνει. Να ενώνεται και η ίδια, όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Να έχει οξυδέρκεια, να αντιλαμβάνεται τις συνθήκες, να υπερβαίνει τις μικρότητες, να μην υποκρίνεται, να μην αποφεύγει τις μάχες.

   Δεν συμμεριζόμαστε την εκλογική ευδαιμονία, στην οποία έχουν προσχωρήσει πολλές, αν όχι όλες, οι ηγεσίες της αριστεράς σήμερα. Γιατί η άνοδος της εκλογικής καταγραφής, δεν είναι αυτοσκοπός. Δυστυχώς τα ποσοστά δεν νικούν. Και αν αυτή η πολιτική δεν ανατραπεί, μετά τις εκλογές θα είναι το ίδιο ηττημένος ο λαός, ακόμα και αν έχουν κατά πολύ βελτιωθεί τα εκλογικά μας ποσοστά.

   Αν εξετάσουμε, το τι έπρεπε να είχε μέχρι τώρα γίνει, θα βρούμε ανεπάρκειες και ελλείψεις σε όλες τις πλευρές. Που κατανέμονται σύμφωνα  με το μέγεθος του καθενός, τις ιστορικές του καταβολές, την τρέχουσα επιρροή του στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, με τις ευθύνες και πρωτοβουλίες που όφειλε να αναλάβει και δεν το έκανε.

  Στο σύνολο τους οι δυνάμεις που έχουν τέτοια αναφορά, απέτυχαν να ενσωματώσουν και να δώσουν προοπτική, στις εκατοντάδες χιλιάδες λαού που συμμετείχαν τους προηγούμενους μήνες στις κινητοποιήσεις κατά της κυβέρνησης και του μνημονίου. Και πρέπει να αναφερθεί, ότι δεν έλειπε η ωριμότητα από αυτές τις χιλιάδες των συμπατριωτών μας. Δεν ήταν το «αυθόρμητο» που τους ξεσήκωσε, η πραγματικότητα ήταν. Τις διαθέσεις και την αντοχή τους δεν βαθμολόγησαν σωστά οι πολιτικές ηγεσίες. Η πραγματικότητα είναι αυτή που λέει, ότι κανένα αντιλαϊκό μέτρο δεν αποκρούσαμε. Καμία επί μέρους νίκη δεν πετύχαμε. Αυτό, πολιτική ανωριμότητα αποδεικνύει, όχι ανωριμότητα του λαού.

   Ταυτόχρονα συνεχίσαμε την ανόητη πρακτική των χωριστών μαζικών συγκεντρώσεων και πορειών. Όταν ο κόσμος απεγνωσμένα απαιτούσε ενότητα τουλάχιστον σε αυτό. Και μην αρχίσουν οι σύντροφοι μας του ΠΑΜΕ, να απαντούν σε αυτό, θεωρητικοποιώντας ένα, επαναλαμβάνουμε, ανόητο λάθος. Γιατί αυτό το λάθος, δυσχεραίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάτι στο οποίο έχουν απόλυτο δίκιο. Δηλαδή, ότι οι μάχες θα κριθούν στους χώρους δουλειάς. Προσθέτουμε, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Το 1,5 εκατομμύριο των ανέργων προέρχεται από αυτόν τον τομέα. Και προστίθενται σε αυτούς και εκατοντάδες χιλιάδες, μικρομεσαίοι χρεοκοπημένοι επιχειρηματίες.

   Αυτό που έλειψε και εξακολουθεί να λείπει, ήταν η ενότητα. Η ενότητα δράσης, η ενότητα του μαζικού κινήματος, η πολιτική ενότητα. Και στους τρεις αυτούς άξονες εκτιμούμε ότι ήταν δυνατή. Ήταν απαραίτητη και δυνατή, η συγκρότηση ενός ενιαίου πολιτικού μετώπου.

 Αυτό θα πιστοποιούσε την πολιτική βούληση, ότι θέλουμε τις ανατροπές, ότι θέλουμε την νίκη.

   Θα ρωτούσε εύλογα κανείς: Είναι κάτι τέτοιο δυνατόν με τόσες προγραμματικές πολιτικές αποκλίσεις; Εκτιμούμε ότι αυτό δεν έγινε και δεν ήταν δυνατόν. Όμως η αδυναμία δεν οφείλεται στις προγραμματικές διαφορές. Η πολιτική βούληση δεν υπήρχε. Και δεν υπάρχει. Το συμπέρασμα μας δεν είναι αυθαίρετο. Θα το αποδείξουμε. Αλλά στο σημείο αυτό θα κάνουμε μία παρένθεση. Για να αναφερθούμε στην Δημοκρατική Αριστερά του κ. Κουβέλη. Δεν τοποθετούμε το κόμμα αυτό στις ανατρεπτικές δυνάμεις του συστήματος. Δεν ισχυρίζονται ούτε οι ίδιοι κάτι τέτοιο. Κατά τούτο μόνο σε πιθανά σενάρια της λεγόμενης κεντροαριστεράς μπορεί να παίξει ρόλο. Κλείνει η παρένθεση.

   Ας δούμε λοιπόν τις «ενωτικές» πρωτοβουλίες. Από την πλευρά του ΚΚΕ δεν υπήρξε απολύτως καμία. Δεν απάντησε απευθείας σε καμία. Οχυρωμένο με απόλυτο τρόπο σε έναν στρατηγικό στόχο, δεν θεωρεί αναγκαίο να συμμαχήσει ούτε με όσους συμφωνούν μαζί του. Μας προβληματίζει ιδιαίτερα πως ένα κόμμα με την ιστορία και την αγωνιστική προσφορά του ΚΚΕ, με τόσο πλούσια δράση σε λαϊκά μέτωπα, τόσο εκπαιδευμένο σε συμμαχίες στο παρελθόν, αρνείται να δώσει πειστικές εξηγήσεις για την σκοπιμότητα της σημερινής μοναχικής του πορείας.

 Είναι ή δεν είναι απαραίτητη η συγκέντρωση δυνάμεων, είναι ή δεν είναι απαραίτητη η λαϊκή πλειοψηφία για να γίνουν αλλαγές;

 Μία στάση που μοιάζει αλαζονική και εγωιστική, πολύ δύσκολα πείθει ότι θέλει να πρωταγωνιστήσει σε ανατροπές από την χαραγμένη πορεία του συστήματος και των πολιτικών δυνάμεων που το υπηρετούν. Για την τρέχουσα περίοδο της κρίσης υποστηρίζει την μονομερή διαγραφή του χρέους και την έξοδο από την Ευρωζώνη. Συμφωνούμε απόλυτα. Οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι στο ζήτημα του χρέους με μεγάλη καθυστέρηση διατύπωσε αυτή την καθαρή θέση. Εμείς υποστηρίζουμε ωστόσο ότι κάθε μετωπική προσπάθεια στην Αριστερά υποχρεωτικά πρέπει να  περιλαμβάνει το ΚΚΕ.

   Ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται στα λόγια τουλάχιστον να υιοθετεί τις συμπαρατάξεις. Δεν μας ενοχλεί τόσο  η ασάφεια των προτάσεων του, ούτε ο νεφελώδης τρόπος περιγραφής κυβερνητικών διεξόδων. Μας προβληματίζει αν η επιδίωξη του είναι ειλικρινής ή απλά ψηφοθηρική. Τα δείγματα γραφής του μέχρι σήμερα δεν μας πείθουν.

 Δύο παρατηρήσεις για αυτό: Η πρώτη αναφέρεται σε διεργασίες στο εσωτερικό του τα προηγούμενα χρόνια. Με την βασική του συνιστώσα, τον ΣΥΝ, απέτρεψε κάθε προσπάθεια αποσαφήνισης της πολιτικής του σε αριστερή, ανατρεπτική, ριζοσπαστική κατεύθυνση. Απέτρεψε, κάθε δυνατότητα διεύρυνσης προς τα αριστερά, κάθε προσπάθεια  αποτελεσματικότητας, με πολιτικά όργανα που δεν θα είχαν μόνο ευκαιριακό και απλά συντονιστικό χαρακτήρα.

 Η δεύτερη παρατήρηση  είναι η δογματική προσήλωση του σε εμμονές για «τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας». Σημειώνουμε, ότι και αυτή η παρατήρηση πρωτίστως αφορά την βασική συνιστώσα. Τον ΣΥΝ.  Μας αρκούν τέτοιες εμμονές από τον κ. Κουβέλη. (Για τα κυρίαρχα κόμματα δεν είναι εμμονές αλλά στρατηγικός προσανατολισμός). Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, δημιουργεί πραγματική και ουσιαστική αδυναμία να παίξει καταλυτικό, δημιουργικό ρόλο στην οικοδόμηση ενός ισχυρού αριστερού πολιτικού μετώπου. Ακόμα και στην περίπτωση μιας εντελώς ειλικρινούς στάσης. Και εγκλωβίζει δυνάμεις, και στον ΣΥΝ και στον ΣΥΡΙΖΑ, που πραγματικά το θέλουν και το επιδιώκουν.

   Σημειώνουμε, ότι αυτός ο προσανατολισμός είναι που τον οδηγεί σε αντιφάσεις και αδιέξοδα. Είναι χαρακτηριστικές δύο πολιτικές διατυπώσεις. Η μία για τα περίφημα ευρωομόλογα και η δεύτερη για το χρέος. (Διαγραφή ενός μέρους του χρέους). Και τα δύο δεν οριοθετούν επαρκώς την διαφορά της αριστεράς από τις κυρίαρχες δυνάμεις. Ας πούμε μόνο, ότι το «κούρεμα» έγινε και όχι μόνο δεν οδήγησε σε έξοδο από την κρίση, αλλά στην πλήρη υποταγή της χώρας.

   Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η τρίτη από τις δυνάμεις της Αριστεράς, παρουσιάζει, με την κινητικότητα της το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πολλές ζυμώσεις, ανοιχτή γραπτή πρόσκληση στο ΚΚΕ και στον ΣΥΡΙΖΑ, διάλογος με άλλες πλευρές, ωστόσο στο κρίσιμο σημείο δεν έκανε την υπέρβαση. Ίδιες εμμονές, μικρομεγαλισμοί, ίδια ελαττώματα, ίδια αμαρτήματα.

   Αγαπητοί συναγωνιστές και σύντροφοι!

   Δεν εξαντλήσαμε την κριτική μας! Πιστεύουμε δε, ότι είμαστε ιδιαίτερα επιεικείς. Αλλά και για όσους την κρίνουν αυστηρή, τους παρακαλούμε να πιστέψουν την ανιδιοτέλεια μας. Την αγωνία μας για ένα άλλο, ελπιδοφόρο μέλλον. Άλλωστε, αυτήν την Αριστερά έχουμε, με αυτήν θα προχωρήσουμε.

    Πιστεύουμε, ότι και το αποτέλεσμα των εκλογών και η συνολική κατάσταση που θα δημιουργηθεί, θα διαμορφώσουν όρους προσέγγισης, καθαρότερου μυαλού, μεγαλύτερης ειλικρίνειας, σταθερής προσήλωσης στα πολιτικά προστάγματα των καιρών. Επιδιώκουμε την ενίσχυση της Αριστεράς, την πλήρη απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος που κυβερνά.

    Δυο απαραίτητες προϋποθέσεις πρέπει να εξασφαλίσουμε: Αποσαφήνιση από όλους των άμεσων πολιτικών στόχων και, επιτέλους, συγκρότηση κοινού, του ευρύτερου δυνατού, αριστερού λαϊκού πολιτικού μετώπου. Όχι μόνο για να χωρέσουν σε αυτό, όσες πολιτικές δυνάμεις το επιθυμούν, κυρίως για να χωράνε λαϊκές δυνάμεις, ο αγωνιζόμενος λαός, που θέλει και μπορεί να νικήσει!

 Το χρωστάμε αυτό, στην συνείδηση και την κοινή μας ιστορία, το χρωστάμε στους χιλιάδες χαμένους αγωνιστές των λαϊκών αγώνων, το χρωστάμε στα ιδανικά μας, το χρωστάμε στα παιδιά μας.

 

Πάτρα 23 Απρίλη 2012

Ο Ξύλινος λόγος ποιημα του Γιάννη Ποτ.

Ο Ξύλινος λόγος

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Ξανάρχονται αμάραντες

                              οι παλιές ιδέες

αξύριστες και μακρομαλλούσσες

κρατώντας υψωμένα λάβαρα

και φωτογραφίες

                         του Τσε Γκεβάρα

Βουίζουν στον βαλτότοπο

                                    της κρίσης

σαν πεινασμένες μέλισσες

που ξυπνούν

απ' τη χειμέρια αμεριμνησία

                            της συναίνεσης

 

Κι έρχονται θάλλοντας

                               ξύλινο λόγο

να καλεί επίμονα στο σήμαντρο

                                     επανάσταση

 

              19 Δεκεμβρίου 2011,  Γιάννης Ποταμιάνος

Η επόμενη νύχτα…

Η επόμενη νύχτα…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

«Έρως ανίκατε μάχαν», τραγουδούσαν και χόρευαν στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Και στις μέρες μας οι μεταλλαγμένοι ψηφοφόροι της τροϊκανής χούντας χορεύουν το χορό του ανίκητου προδοτικού έρωτα.

Γιατί, όπως φαίνεται, αντί για σάρκινες, έχουν πέτρινες καρδιές. Και, αντί για αίμα, έχουν στις φλέβες τους χολή. Τους συναντάς και τους λες:Δε βλέπετε; δεν ακούτε τι γίνεται!

Μπορεί να μη σας αγγίζει η δυστυχία που απλώνεται γύρω σας; Δεν σας συγκινεί το κατάντημα των ανέργων, των άστεγων και γενικά των πενομένων! Οι στρατιές των αγανακτισμένων. Και των απελπισμένων, που αυτοκτονούν…

Και που οι αυτοκτονίες τους, στην πραγματικότητα, είναι δολοφονίες. Δικές σας δολοφονίες! Των πράσινων και γαλάζιων ψηφοφόρων… Γιατί, αν εσείς δεν ψηφίζατε τους προδότες και τα καθάρματα αυτά, δεν θα φτάναμε εδώ, που φθάσαμε!… Και, καθώς τους λες αυτά και άλλα παρόμοια, σου αποκρίνονται με προκλητική αναισθησία:

Τι έχεις να μας πεις για την επόμενη μέρα;

-Ποια επόμενη μέρα! Τους λες.

-Την επόμενη των εκλογών! Για την ακυβερνησία και το χάος, που θα επακολουθήσει, αν δεν ξαναπάρουν την εξουσία η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ την εξουσία…

-Μα αυτοί ακριβώς είναι το χάος και η καταστροφή. Κι αν ξαναπάρουν αυτοί την εξουσία, δεν θα υπάρξει επόμενη μέρα! Επόμενη νύχτα, ζοφώδης και ασέληνη, θα υπάρξει. Αξημέρωτη και εφιαλτική! Μεσάνυχτα του Μεσαίωνα! Κατ' εικόνα και ομοίωση δική σας και των εκλεκτών σας.

Κόλαση και άδης θα υπάρξει. Κι όχι μόνο για μας, αλλά και για τις οίδε πόσες γενιές των Ελλήνων! Μπορεί και για πάντα…

Γιατί αυτό ακριβώς προβλέπει το προδοτικό μνημόνιο και η αποικιοκρατική, εκ μέρους των Γερμαναράδων και των λοιπών λήσταρχων τοκογλύφων, σε βάρος μας, δανειακή σύμβαση, που ψήφισαν και υπέγραψαν οι εφιάλτες πολιτικοί. Και που τώρα θέλετε να επικυρώσετε κι εσείς με την ψήφο σας…

Γιατί η τωρινή πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε, βέβαια, από κάποια ανθρώπινα λάθη! Που, όσο κι αν είναι δυσάρεστα, θα μπορούσαν να ήσαν συγγνωστά. Υλοποιήθηκε με σχέδια καταχθόνια, που κατέστρωσαν οι εφιάλτες πολιτικοί σε συνεργασία με τους πλέον θανάσιμους εχθρούς μας. Και που τα υλοποιείτε τώρα με κυνισμό και αδιαντροπιά… Ή μήπως δεν θυμάστε, που μας τάζατε καλύτερες μέρες; Και μας οδηγείτε, τώρα, σε χειρότερες και χείριστες νύχτες!

Που μας λέγατε «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε»! Και να που τώρα μας βουλιάζετε! … Που φωνάζατε «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»! Και κοντά τρία χρόνια, τώρα, κάνετε, σε βάρος μας, επίδειξη αχαλίνωτης βαρβαρότητας…

Ή μήπως δεν είστε οι λεγόμενοι δεξιοί που, στο παρελθόν, κάματε παντιέρα σας το σύνθημα «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια»; Στο όνομα του οποίου εξοντώνατε τους πολιτικούς σας αντιπάλους: Με εξορίες, βασανιστήρια και αθρόες θανατικές εκτελέσεις!…

Και ήρθε τώρα να αποδειχθεί ότι είστε εσείς πρώτοι και καλύτεροι, μεταξύ αυτών, που έκαμαν πρόγραμμα και έργο της ζωής του τη δολοφονία της πατρίδας, τη θρησκείας και της οικογένειας!

Ξεκινώντας από την Κύπρο! Που την κόψατε στα δυο, σα να 'ταν καρβέλι του σπιτιού σας. Για να προσφέρετε τη μισή στους Τούρκους… Και που τώρα τυλίγετε ολάκερη την Ελλάδα και όλους τους Έλληνες στο δίχτυ της πλέον ντροπιασμένης δουλείας. Που, με την ψήφο σας, θέλετε να την επικυρώσετε. Για να μας οδηγήσετε σε μια φρίκη χωρίς τέλος…

Οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, για να 'χουμε τιμή και αξιοπρέπεια. Κι σεις μας καταντήσατε ντροπή των προγόνων μας και κατάρα των απογόνων μας.

Κι ύστερα μας μιλάτε για την επόμενη μέρα!…


παπα-Ηλίας,  Posted Απριλίου 23, 2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/23/…epomeni-nychta…B1/

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η προκήρυξη εκλογών εν μέσω σοβούσης κρίσεως βρίσκει τον λαό μας σοβαρά προβληματισμένο. Οι εκλογές θεωρούνται ως η πεμπτουσία της δημοκρατίας. Γι' αυτό και ευκαίρως ακαίρως γίνεται αναφορά στην αρχαία Αθήνα την κοιτίδα της δημοκρατίας. Η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας είναι αναμφισβήτητα τα κόμματα, χωρίς την ύπαρξη των οποίων όμως δεν νοείται δημοκρατία. Δεύτερη, όχι λιγότερο σημαντική, αδυναμία της δημοκρατίας διαχρονικά είναι η υπερίσχυση του δημαγωγικού λόγου, ο οποίος επενεργεί επί του λαού ως εκμαυλιστικό τραγούδι των σειρήνων. Ο λαός θέλει να διατηρεί άσβεστη την ελπίδα για καλύτερες ημέρες. Και η ελπίδα αυτή διατρανώνεται σε κάθε προεκλογική περίοδο διογκούμενη από τον δημαγωγικό λόγο. Και πολύ εύστοχα ο ποιητής Βάρναλης αποκαλεί τον λαό θύμα και ψώνιο!

Αποδεχόμαστε βέβαια ότι η δημοκρατία, παρ' όλα τα μειονεκτήματά της είναι το καλύτερο πολίτευμα που επινόησε ο άνθρωπος. Εκείνο το οποίο παραβλέπουμε, με τη συμβολή του δημαγωγικού λόγου, είναι το ότι πρώτιστος είναι ο ρόλος των ανθρώπων της εξουσίας και όχι οι θεσμοί, οι οποίοι είναι ανίσχυροι να επιβληθούν επί των ανθρώπων. Ας προχωρήσουμε σε κάποιες αναλύσεις.

Τα κόμματα διαχρονικά, αρχής γενομένης από την αθηναϊκή δημοκρατία, είναι συμπράξεις προσώπων κοινών συμφερόντων. Αυτό φάνηκε να ανατρέπεται στην αρχή του 20ου αιώνα, όταν εμφανίστηκαν κόμματα με ιδεολογικές αρχές πολέμιες των αρχών του αστικού καθεστώτος, το οποίο μεσουρανούσε. Στη νεότερη πολιτική σκηνή παρεισέφρυσε παράγοντας οδυνηρός, άγνωστος στην αθηναϊκή δημοκρατία: Η παρέμβαση του ξένου παράγοντα στα της πολιτικής σκηνής. Όχι πως και στην αρχαία Αθήνα δεν είχαμε την παρέμβαση της περσικής αυλής μέσω των δαρεικών υπέρ ευνοουμένου πολιτικού, ο οποίος μετά τους θριάμβους των Ελλήνων κατά τους περσοελληνικούς πολέμους ορέχθηκε τη χλιδή της περσικής αυλής. Δεν είχε όμως την ισχύ η αυλή αυτή να καθορίσει την εν γένει πολιτική της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Σήμερα, που με περισσή καύχηση προβάλλουμε το δημοκρατικό κεκτημένο, η εξουσία ασκείται στο σύνολο των χωρών, όπου διεξάγονται εκλογές και όχι παρωδία εκλογών, από δύο κόμματα εξουσίας, τρόπον τινά «κληρονομικώ δικαίω» (για κάποια πρόσωπα που στελεχώνουν τα κόμματα αυτά ο όρος κληρονομικός χρησιμοποιείται κυριολεκτικά). Οι ηγέτες των κομμάτων εξουσίας χρίονται από υπερεθνικά κέντρα νομής εξουσίας, κέντρα ελεγχόμενα από το διεθνοποιημένο κεφάλαιο, στο οποίο οι πολιτικοί προσέφεραν την εξουσία, η οποία δήθεν πηγάζει από τον λαό. Οι ηγέτες εισέρχονται σε στοές και λέσχες, όπου λαμβάνουν το χρίσμα. Δεν απομένει παρά η τυπική επικύρωση από τον λαό, μέσω της διαδικασίας των εκλογών, ώστε ο ηγέτης να καταστεί λαοπρόβλητος και ο λαός να ζει με την ψευδαίσθηση ότι διαθέτει την ισχύ της ψήφου.

Καθ' όλο σχεδόν τον 20ο αιώνα τα δύο κόμματα εξουσίας είχαν κάποια διακριτά γνωρίσματα, τα οποία συγκινούσαν τους πολίτες, ώστε αυτοί να παρατάσσονται με το ένα ή το άλλο. Τα μεν αυτοπροβάλλονταν ως θεματοφύλακες των ιερών και των οσίων του έθνους, δεν απέκρυβαν όμως ότι είναι υπηρέτες του μεγάλου κεφαλαίου, εθνικού χαρακτήρα τουλάχιστον ως τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Τα δε αυτοπροβάλλονταν ως υπέρμαχοι των δικαιωμάτων των εργαζομένων και εχθρικά προς το κεφάλαιο. Ούτε τα πρώτα σέβονταν τις αξίες, αλλά απεναντίας τις καπηλεύονταν κατά τρόπο ασύστολο και ευδιάκριτο με γυμνό πολιτικό οφθαλμό, ούτε τα δεύτερα πίστευαν στην αξία της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά είχαν κατασκευαστεί ως αναχώματα κατά του επελαύνοντος κομμουνισμού. Με την προϊούσα τάση προς ενοποίηση της Ευρώπης στα πλαίσια της ΕΟΚ-ΕΕ, είχαμε και προϊούσα σύγκληση των πολιτικών των σχηματισμών εξουσίας προς ενιαία πολιτική, η οποία συνίσταται στην άμβλυνση της ιδιοπροσωπείας των λαών με την πολεμική κατά της θρησκευτικής πίστης, της φιλοπατρίας, της γλώσσας, της οικογένειας και της κοινωνικής συνοχής και στην αποδόμηση του κράτους, το οποίο εμποδίζει την την κερδοσκοπία του απλήστου κεφαλαίου σε βασικούς τομείς της παραγωγής, όπως ενέργεια, επικοινωνίες, μεταφορές και αναπτύσσει θεσμούς κοινωνικής πρόνοιας υπέρ των αδυνάτων. Η σύγκλιση αυτή κατέστη πλήρης μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, οι σχηματισμοί όμως εξουσίας παρέμειναν σε ισχύ και διαθέτουν ακόμη αρκετούς οπαδούς και περισσότερους ψηφοφόρους. Αν και αποτελούν συγκυβέρνηση κατ' απαίτηση των «προστατών»-δημίων μας, αν και είναι υπέρ βέβαιο ότι, μετά τις εκλογές, μας αναμένει τρίτη συμφωνία «σωτηρίας» της χώρας (δεν γνωρίζω πώς θα την ονομάσουν) είναι βέβαιο ότι θα συγκεντρώσουν σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων, ασφαλώς σημαντικότερη απ' ότι δείχουν οι δημοσκοπικές έρευνες προεκλογικά.

Ο λαός, το θύμα και ψώνιο, ρέπει προς την κουτοπονηριά. Αντιλαμβάνομαι ότι θα δεχθώ σφοδρή την επίθεση εκ μέρους του δημαγωγικού λόγου, ο οποίος διαχρονικά θυσιάζει τον λαό «σφάζοντάς τον με βαμβάκι». Ο λαός, στη συντριπτική του πλειονοψηφία, στηρίζει διαχρονικά ισχυρούς προσδοκώντας ίδιον όφελος. Η προσκόλληση στα κόμματα εξουσίας στη συντριπτική πλειονοψηφία γίνεται με την ειδική «κόλλα» που ονομάζεται ρουσφέτι. Αυτή εξέθρεψε την αναξιοκρατία και επέφερε την ασθένεια της χαμηλής παραγωγικότητας και της αδιαφορίας για το μέλλον της χώρας. Τα κόμματα εξουσίας μας πήραν από το «εμείς» της κοινότητας και μας οδήγησαν στο «εγώ» της ατομικής ευμάρειας. Βέβαια, γράψαμε και σε άλλο άρθρο, ότι είναι τραγικά εσφαλμένο ο λαός να αισθάνεται τύψεις αναλογιζόμενος το ρηθέν ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε»! Είναι άλλο να υποτάσσεσαι στο πάθος της ιδιοτέλειας και της ήσσονος προσπαθείας και άλλο να εκποιείς τον δημόσιο πλούτο ενσυνειδήτως υποβιβάζοντας την ανεξάρτητη χώρα σου σε υποτελή εν ειρήνη στο αδηφάγο κεφάλαιο.

Αναδύεται ελπίδα μετά τις επερχόμενες εκλογές; Χωρίς να είμαι αναρχικός προσυπογράφω το σύνθημα τοίχου: «Αν οι εκλογές άλλαζαν τα πράγματα, θα είχαν κηρυχθεί παράνομες»! Συνεπώς καλώ τα θύματα, τα ψώνια (και τους κουτοπόνηρους) να σκεφθούν σοβαρά αυτή το φορά: Θέλουμε να σώσουμε την πατρίδα ή να «σωθούμε» εμείς και μόνο; Ασφαλώς δεν είναι λύση η αποχή από την ψηφοφορία. Από την άλλη η μετακίνηση από τα κόμματα εξουσίας θα είναι κάτι περισσότερο από ψήφος διαμαρτυρίας και τιμωρίας; Ας αναλύσουμε τον χώρο της κατακερματισμένης υποψήφιας αντιπολίτευσης, δεδομένης για τους μη αφελείς πολιτικά της σύμπραξης των δύο κομμάτων εξουσίας (και ενδεχομένως και κάποιων άλλων) μετεκλογικά. Πέρα από δύο σχηματισμούς της αριστεράς, εκ των οποίων ο ένας παραμένει καθηλωμένος σε ιδεολογικά στερεότυπα δίκην τετραπληγικού και ο άλλος υφίσταται οβίδιες μεταμορφώσεις, οι άλλοι σχηματισμοί θυμίζουν κινούμενη άμμο. Είναι ευκαιριακοί σχηματισμοί, οι οποίοι απλά αναμένουν να εισπράξουν τη δυσαρέσκεια των πολιτών των αποφασισμένων αυτή τη φορά να τιμωρήσουν.

Και ενώ το τοπίο της πολιτικής σκηνής είναι αρκούντως θολό και αβέβαιο, η χώρα βυθίζεται στο χάος (λέξη που χρησιμοποίησε πρόσφατα η γαλλική Liberation) χωρίς ελπίδα ανάκαμψης δια της πολιτικής, παρά την προσπάθεια του δημαγωγικού λόγου να πείσει τους πολίτες περί του αντιθέτου. Στην χώρα μας λείπουν δύο σημαντικοί παράγοντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στην υπέρβαση της κρίσης: Η ελευθερία, αφού είμαστε δούλοι των μηχανισμών της αγοράς, δηλαδή δούλοι των ισχυρών του κεφαλαίου. Οι άνθρωποι, οι πρόθυμοι να υποστούν θυσίες προσφέροντας ακόμη και τη ζωή τους για να υπερασπιστούν τα δίκαια της χώρας και του λαού της από τη βουλιμία των ισχυρών.

Πόσο ακόμη θα αντέξει αυτή η χώρα, στην οποία δεν ακούγεται πλέον το «ελευθερία ή θάνατος»;

 

                                                            «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 23-4-2012

Οι Τροϊκανοί Τριάκοντα Τύραννοι…

Οι Τροϊκανοί Τριάκοντα Τύραννοι…

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)

 

Καθώς βραχύνεται ο χρόνος που απομένει έως τις εκλογές κι αναλόγως πυκνώνει η εμφάνιση στις οθόνες της Διαπλοκής κυρίως, των ομιλουσών κεφαλών του δικομματικού μας μονοκομματισμού… Και των λοιπών μνημονικών δυνάμεων. Απορώ και θαυμάζω. Κι ύστερα μελαγχολώ.

Με τη γλώσσα τους! Μιλούν την ίδια γλώσσα. Σαν να μην έχει επισυμβεί κατακλυσμός. Σαν να μην έχουν χαθεί δουλειές, να μην έχουν κοπεί μεροκάματα, να μην έχουν κλείσει μαγαζιά ή σπίτια, σαν να μην έχουν καεί ζωές. Όμως εκείνο που με θλίβει περισσότερο, είναι το γεγονός ότι αυτήν τη γλώσσα μας την έμαθαν να τη μιλάμε και μεις.

Μια γλώσσα με λέξεις ψευδόμενες, με ευφημισμούς, ύπουλη, παραπλανητική, μία γλώσσα που έχει στείλει από καιρό στην εξορία τις λέξεις που απηχούν τις πραγματικότητες της ζωής, όπως: εργάτης, εργατική τάξη, οκτάωρο, ισονομία, ιμπεριαλισμός, εθνική ανεξαρτησία, πατρίδα, ισότητα, αλληλεγγύη κι άλλες μύριες.

Τριάντα χρόνια τώρα λέξεις όπως αυτές είχαν εξορισθεί απ'το καθημερινό λεξιλόγιο και τώρα, με την κρίση, ορισμένες εξ αυτών επιστρέφουν στον δημόσιο λόγο, όπως επέστρεψαν κάποτε οι εξόριστοι δημοκρατικοί Αθηναίοι απ'τη Θήβα για να διώξουν απ' το Άστυ τους Τριάκοντα Τυράννους.

Όμως οι Τριάκοντα Τύραννοι Είναι ακόμα εδώ, και οι κεφαλές τους ομιλούν από οθόνης κι εφημερίδων της Διαπλοκής, την ίδια γλώσσα καθημερινώς:

– Τη γλώσσα που μας έμαθαν να ομιλούμε κι εμείς: για τον ανταγωνισμό

– Την οικονομία που δεν μας αντέχει

– Το δίκιο (και το δίκαιο) των δανειστών

– Το αναπόφευκτο των περικοπών,

Μία γλώσσα γεμάτη, διλήμματα, εκβιασμούς, υπαγορεύσεις κι απαγορεύσεις.

Οι ίδιοι πολιτικοί των ιδίων κομμάτων που φτώχυναν την πατρίδα και στη συνέχεια τη σκλάβωσαν, εξακολουθούν να μιλούν την ίδια Τυραννική και ψεύτρα γλώσσα με τις ίδιες νοηματικές κι ορολογίες, για να υποσχεθούν ότι οι ίδιοι αυτοί, δεν θα φτωχύνουν τη χώρα κι άλλο (ενώ ήδη τα επόμενα μέτρα λαμβάνονται).

Και ότι οι ίδιοι αυτοί που τη σκλάβωσαν, θα την ξεσκλαβώσουν αν όχι το 2030, το 2040 ίσως και πάντως οπωσδήποτε το 2070! Αντί να έχει ανοίξει η γη να τους καταπιεί, βγαίνουν κι ανερυθρίαστοι ομιλούν μετερχόμενοι διλήμματα, εκβιασμούς, υποσχέσεις κι απειλές. Θαυμάζω κι απορώ. Στη συνέχεια θλίβομαι! Και τέλος οργίζομαι. Και μένω οργισμένος!

Κι όσον οι καθωσπρέπει λακέδες (και λεκέδες) της προπαγάνδας εξορκίζουν την οργή ως κακό σύμβουλο τόσο πιο πολύ οργίζομαι με αυτούς που αποβιομηχάνισαν τη χώρα, που ξεπάτωσαν τη γεωργική παραγωγή με τις επιδοτήσεις, που υπερχρέωσαν τον λαό με θαλασσοδάνεια, που τον λήστεψαν με τα χρηματιστήρια, που τον έθισαν στο ρουσφέτι, την ήσσονα προσπάθεια και την αμορφωσιά, αυτοί οι εγκληματίες μιλούν ακόμα. Και απευθύνονται στους πολίτες με την ίδια γλώσσα. Θαυμάζω κι απορώ! Δεν ντρέπονται; Δεν σέβονται τίποτα;

Για να είναι κανείς υποψήφιος εκπρόσωπος μιας δικομματικής τυραννίδας που φτώχυνε και σκλάβωσε την πατρίδα δεν χρειάζεται σθένος, χρειάζεται θράσος. Κι ως φαίνεται, αυτό είναι το τελευταίο που έχει απομείνει στους συντρόφους του Άκη.

Όμως οι πολίτες που θα υπερψηφίζουν αυτά τα δύο υποταγμένα στους «νταβατζήδες» κόμματα, Τόσο μαθημένα στην υποταγή, που εν τέλει υπέταξαν και την ίδια τη χώρα στους Τοκογλύφους, οι πολίτες λοιπόν που προτίθενται να υπερψηφίσουν τα κόμματα του Μνημονίου, σε τι ελπίζουν; Εκτός απ'τους πολίτες που όλα αυτά τα χρόνια ο δικομματισμός εκμαύλισε, οι υπόλοιποι που προτίθενται να υπερψηφίσουν τους δύο μικρομέγαλους, εις τί ελπίζουν;

Ίσως κάποιοι, υποκύπτοντας στην κινδυνολογία, να φοβούνται το χειρότερο! Είναι όμως το χειρότερο, ελπίδα; Ή μήπως δεν τους έχουν ήδη εξασφαλίσει το χειρότερο για το μέλλον, αυτοί οι ίδιοι που τους εξασφάλισαν το χειρότερο για το χθες και το σήμερα;

Δημοκρατία δεν είναι να ψηφίζει κανείς τη σαβούρα της ή τους «Τριάκοντα», δημοκρατία δεν είναι το «έτσι γουστάρω» ή το «ωχ, αδερφέ», αυτά είναι «πασοκιές» (πράσινες ή γαλάζιες), δημοκρατία είναι η ευθύνη, η βάσανος της επιλογής, οι αγώνες. Κι ενίοτε οι συνεχείς αγώνες.

Αυτοί που έφεραν τη χώρα έως εδώ εξακολουθούν να τη δημαγωγούν.

Ο κ. Σαμαράς επισείει τας κεφαλάς μας τον κίνδυνο της ακυβερνησίας, ενώ η χώρα κυβερνάται με σιδηρά πυγμή από την Τρόικα.

Ο κ. Βενιζέλος ομιλεί σε «πεθαμένα» ακροατήρια οπαδών κι ακόμα ολιγότερων αμήχανων ψηφοφόρων, λέγοντας τώρα ότι στο εξής δεν θα κόβεται το ρεύμα (!!!) σε όσους δεν έχουν να πληρώσουν το χαράτσι – ποιός; ο ίδιος που έως χθες το έκοβε!

Να ζητήσει κανείς αιδώ απ'την αναίδεια, είναι μάταιο. Ατελέσφερο. Μάλιστα ανήθικο. Μάλιστα ηλίθιο…

Να διεκδικήσει όμως κάθαρση απ'το άγος, αξιοπρεπή ζωή κι ελπίδα για το καλύτερο, είναι εκ των ων ουκ ανευ…

 

ΠΗΓΗ: 23/04/2012, http://www.enikos.gr/stathis/36543,Oi_Troikanoi_Triakonta_Tyrannoi.html

Αυτοί οι αγώνες δεν δικαιώθηκαν, ούτε χαμένοι πήγαν

Αυτοί οι αγώνες δεν δικαιώθηκαν, αλλά δεν πήγαν και χαμένοι

(Σταχυολόγηση από μια 20ετία αγώνων στην εκπαίδευση)

 

Του Σάββα Μετοικίδη*

 «Φτάνεις κι εσύ κάποτε να πιστέψεις πως σάπισαν

όλα τα περάσματα πως αμείλιχτοι φύλακες

στέκονται ορθοί σε κάθε γωνιά.

Πολλές φορές η νύχτα ξέρει να σου μιλά σα μια

θανάσιμη ηδονική φίλη μα εσύ δε θες να την ακούς,

ζητάς μια λάμπα, τίποτε άλλο από μιαν ελάχιστη λάμπα,

μια λάμπα τόσο ταπεινή μέσα σε τούτο το σκοτάδι».

Μανόλης Αναγνωστάκης «Εποχές 2»

Μετά την περσινή μας απεργία αναπτύσσεται ένας, καλοπροαίρετος κατά βάση, προβληματισμός από συναδέλφους που μάτωσαν στο μεγαλειώδη αγώνα των έξι βδομάδων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των απεργιών και το «τι να κάνουμε» από εδώ και πέρα. Η ψυχολογία μας πέρασε από μεγάλες διακυμάνσεις και σε όλους τους συνταξιδιώτες του επικού φθινοπώρου του ’07 έμεινε μια στυφή γεύση, που γίνεται πίκρα όταν συναντιόμαστε, αραιά και πού, στις 24ωρες πορείες – λιτανείες της ΑΔΕΔΥ και της ΓΣΕΕ.

Συνέχεια