ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ I

ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ:

Οι κοινωφελείς, οι στρατηγικές και οι μονοπωλιακές κερδοφόρες επιχειρήσεις πρέπει να είναι στην ιδιοκτησία του δημοσίου, ενώ όλες οι υπόλοιπες στους ιδιώτες – στα πλαίσια μίας μικτής, ελεύθερης οικονομίας, με κοινωνικό πρόσωπο.

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Δεν πρέπει ποτέ να αφήνει κανείς να συνεχίζεται μία ανωμαλία για να αποφύγει τον πόλεμο, επειδή δεν τον αποφεύγει τελικά, αλλά μόνο αλλάζουν οι συνθήκες προς όφελος των αντιπάλων του" (N. Machiavelli).

Άρθρο

Επειδή τον τελευταίο καιρό γίνονται πολλές συζητήσεις σε σχέση με τις αποκρατικοποιήσεις, ενώ παρουσιάζονται στα προεκλογικά προγράμματα κάποιων κομμάτων, θεωρήσαμε σκόπιμο να επαναφέρουμε μέρος ενός παλαιότερου άρθρου μας (από τις 12. Ιουνίου του 2011), στο οποίο αναλύαμε τότε διεξοδικά το θέμα, με τον τίτλο "Η παγίδα των ιδιωτικοποιήσεων".

Με την ευρωπαϊκή τραγωδία να εκτυλίσσεται, με το κίνημα της δραχμής να παίρνει συνεχώς μεγαλύτερες διαστάσεις, με την πατρίδα μας να είναι ενώπια ενωπίω, με τον αρμαγεδδώνα προ των πυλών και με όλους μας σε εμπόλεμη ζώνη, το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ – πόσο μάλλον όταν το πρόβλημα της πάμπλουτης, πολλαπλά προικισμένης Ελλάδας, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα της, δεν είναι άλλο από την έλλειψη ρευστότητας.  

Η έλλειψη (παγίδα) ρευστότητας, η οποία χαρακτηρίζει το δημόσιο (τα ακίνητα αξίας άνω των 300 δις €, οι επιχειρήσεις του δημοσίου και ο υπόγειος πλούτος είναι αδύνατον να χρησιμοποιηθούν παραγωγικά σήμερα – πόσο μάλλον να ρευστοποιηθούν), καθώς επίσης τον ιδιωτικό τομέα (απαξιωμένες, ζημιογόνες επιχειρήσεις λόγω ύφεσης, επιβαρυμένα με συνεχείς φόρους ακίνητα κλπ.), σκόπιμη ενδεχομένως, με στόχο τη λεηλασία, απειλεί κράτος και ιδιώτες με την απόλυτη καταστροφή – γεγονός που οφείλει να λυθεί άμεσα, εάν δεν θέλουμε να οδηγηθούμε χωρίς ουσιαστικό λόγο στο ικρίωμα.

Ειδικά όσον αφορά τώρα το θέμα των αποκρατικοποιήσεων, το οποίο απασχολεί όσο ίσως κανένα άλλο τη μερκαντιλίστρια καγκελάριο και  τα παιδιά του Σικάγου, τα άρθρο μας από τον Ιούνιο του 2011 έλεγε τα εξής:   

Η ΕΘΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

"Στόχος οφείλει να είναι η απόλυτα ισορροπημένη σχέση μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα μίας χώρας, έτσι ώστε να προστατεύεται η αυτονομία του κράτους για την ασφάλεια των Πολιτών του – οι οποίοι το εμπιστεύθηκαν, αναθέτοντας τη δημόσια διοίκηση στους Θεσμούς του. Η εθνική κυριαρχία ενός κράτους, όπως συνήθως αποκαλείται η πλήρης αυτονομία του, είναι δυνατόν να καταλυθεί από αρνητικές εξελίξεις στο εσωτερικό του, ιδίως δε στην οικονομία του – χωρίς να είναι απαραίτητη η στρατιωτική εισβολή στην «επικράτεια» του".

Το παραπάνω κείμενο, ελαφρά διαμορφωμένο, προέρχεται από έναν πολύ γνωστό Γερμανό νομικό, ο οποίος είναι ταυτόχρονα μέλος του συνταγματικού δικαστηρίου της χώρας του. Ο καθηγητής συμπληρώνει έμμεσα ότι, η Γερμανία είναι πλέον αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα, έχοντας εκποιήσει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας της – γεγονός που ήδη πληρώνουν ακριβά οι Πολίτες της, μέσω της αυξημένης φορολόγησης τους, καθώς επίσης της συνεχούς μείωσης της κοινωνικής πρόνοιας, σε συνδυασμό με τη σταδιακή υποβάθμιση των υπηρεσιών στην Παιδεία, στην Υγεία και αλλού.

Από τις διαπιστώσεις αυτές συμπεραίνουμε ότι, η λειτουργία των επιχειρήσεων με αποκλειστικό στόχο το κέρδος, η οποία είναι χωρίς καμία αμφιβολία «θεμιτή» για τον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για εκείνους τους τομείς, οι οποίοι αφορούν το σύνολο μίας κοινωνίας – για τους κοινωφελείς. Οι «περιοχές» αυτές οφείλουν να λειτουργούν από το Δημόσιο μίας χώρας, με στόχο τη φροντίδα των Πολιτών της και όχι το κέρδος.

Η σημερινή εξέλιξη λοιπόν, η απαίτηση δηλαδή της ιδιωτικοποίησης όλων των κλάδων της οικονομίας μίας χώρας, στην οποία συνηγορούν τόσο η ΕΕ, όσο και οι τρεις βασικοί διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), είναι σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των Πολιτών.

Ειδικότερα, εάν το κράτος «αποσυρθεί» τόσο από την ιδιοκτησία, όσο και από τη διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων, χάνει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα του να ασκεί Πολιτική. Δηλαδή, δεν είναι πλέον η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση αυτή η οποία δίνει τις κατευθύνσεις, διαμορφώνει και αναπτύσσει την κοινωνία, αλλά οι ιδιώτες – οι οποίοι ουσιαστικά διοικούν απολυταρχικά, χωρίς να λογοδοτούν στους Πολίτες, με αποκλειστικό στόχο το κέρδος.

Σαν έμμεσο επακόλουθο των ιδιωτικοποιήσεων, το κράτος αδυνατεί πλέον να επιβάλλει μία δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων και να κατευθύνει την Οικονομία επειδή, μεταξύ άλλων, δεν μπορεί να τοποθετήσει τις εταιρείες του ή τη Ζήτηση των απασχολουμένων του «στη ζυγαριά» – εκτός του ότι γίνεται ταυτόχρονα «εκβιάσιμο», εκ μέρους του Καρτέλ.

Για παράδειγμα, θα μπορούσαν οι ιδιώτες στον τομέα της ενέργειας, να διατηρήσουν χαμηλή τεχνητά την προσφορά (όπως συνέβη στην Καλιφόρνια), έτσι ώστε να αυξήσουν τις τιμές – με δυσμενέστατα αποτελέσματα τόσο για το δημόσιο, όσο και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή τα νοικοκυριά. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί με την ύδρευση, με τα λιμάνια, με τις δημόσιες συγκοινωνίες και με τις επικοινωνίες. Στην περίπτωση αυτή, είναι προφανώς αδύνατον να μιλάει κανείς για «αυτονομία» του κράτους – πόσο μάλλον για εθνική κυριαρχία, ειδικά όταν οι ιδιώτες-επιχειρηματίες είναι ξένες πολυεθνικές.

Ένα δεύτερο, γνωστό σε όλους μας παράδειγμα, είναι οι ιδιωτικές αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης – οι τρεις πανίσχυρες «αδελφές». Εάν οποιοδήποτε κράτος, συμπεριλαμβανομένων των Η.Π.Α., της Γαλλίας και της Γερμανίας, αρνηθεί να ακολουθήσει τις εντολές τους, έρχεται αντιμέτωπο με την υποτίμηση της πιστοληπτικής του ικανότητας – η οποία επιβαρύνει με  δισεκατομμύρια επί πλέον τόκους τον προϋπολογισμό του.  

Συμπερασματικά λοιπόν, από την πλευρά του εκάστοτε Συντάγματος θα έπρεπε να μην επιτρέπεται οτιδήποτε μπορεί να αμφισβητήσει την αυτοδυναμία, την εθνική κυριαρχία καλύτερα ενός κράτους, από όπου και αν αυτό προέρχεται. Επομένως, οφείλει να απαγορεύεται συνταγματικά η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων, η οποία ουσιαστικά ισοδυναμεί με την εκχώρηση της αυτονομίας του κράτους στους ιδιώτες – με την αποκρατικοποίηση της εξουσίας και με την κατάλυση της Δημοκρατίας. 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Ο ορισμός «ιδιωτικοποίηση» υιοθετήθηκε ουσιαστικά μετά τις βρετανικές εκλογές του 1979 και την εκλογή της M.Thatcher – η οποία έθεσε σε λειτουργία ένα ευρύτατο πρόγραμμα «εκποίησης» των δημοσίων επιχειρήσεων της χώρας της, «κατατροπώνοντας» τα εργατικά συνδικάτα.

Παρά το ότι όμως τα αποτελέσματα των ενεργειών της Βρετανίδας πρωθυπουργού οδήγησαν αρχικά την οικονομία της χώρας της σε μεγάλη ανάπτυξη, η μετέπειτα υπερχρέωση της (το συνολικό χρέος της Μ. Βρετανίας σήμερα, δημόσιο και ιδιωτικό, υπερβαίνει το 500% του ΑΕΠ της) απέδειξε ότι, οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι συνώνυμες με τη μακροπρόθεσμη ευημερία. Οι αποκρατικοποιήσεις τώρα, με την ευρύτερη έννοια τους, διαχωρίζονται στους εξής υποτομείς:    

(α)  Υλική ιδιωτικοποίηση: Αφορά την εκχώρηση των συμμετοχών του κράτους σε επιχειρήσεις, οι οποίες είναι ουσιαστικά δημόσιες (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κλπ.). Εάν το κράτος πουλήσει το σύνολο των εταιρικών μεριδίων του, το 100% δηλαδή, τότε αναφερόμαστε σε μία πραγματική ιδιωτικοποίηση ή σε μία ιδιωτικοποίηση με τη στενή έννοια του όρου. Στην περίπτωση αυτή είναι εμφανές ότι δεν αναφερόμαστε στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αλλά στην εκποίηση της.

(β) Φιλελευθεροποίηση: Εδώ εννοούμε «αναδιαρθρώσεις» και ευρύτερες αλλαγές στους τομείς των έργων υποδομής. Η αποκλειστική χρήση εκ μέρους του δημοσίου των μονοπωλιακών υποδομών, των δικτύων καλύτερα (τραίνα, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρισμός), εκχωρείται και στους ιδιώτες – οι οποίοι ανταγωνίζονται τις, επίσης από το δημόσιο παρεχόμενες, υπηρεσίες, χωρίς να τους ανήκουν τα δίκτυα. Πρόκειται λοιπόν για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας από τους ιδιώτες, χωρίς να απαιτείται η εκποίηση της.

(γ) Οργανωτική ιδιωτικοποίηση: Έτσι ορίζονται όλες εκείνες οι στρατηγικές, οι οποίες υιοθετούνται για την αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς επίσης για τη μείωση του κόστους των δημοσίων επιχειρήσεων – οι οποίες διευθύνονται από το δημόσιο, αλλά με ιδιωτικοοικονομικά πλέον κριτήρια. Η οργανωτική αυτή αλλαγή, η οποία θεωρείται ως ο ιδανικός τρόπος «ιδιωτικοποίησης», μπορεί να επιτευχθεί, χωρίς να απαιτηθεί η ενοικίαση των δικτύων, η χρήση τους από ιδιώτες ή η πώληση των κρατικών επιχειρήσεων. Εδώ αναφερόμαστε προφανώς στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, από το ίδιο το Δημόσιο.  

Οι υπερασπιστές των ιδιωτικοποιήσεων

Συνεχίζοντας, η «ορθότητα» της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων τεκμηριώνεται εκ μέρους των υπερασπιστών της από την πεποίθηση τους ότι, το μερίδιο του δημοσίου οφείλει να περιορίζεται, προς όφελος του ιδιωτικού τομέα, επειδή ο τελευταίος (ιδιώτες) είναι πιο αποτελεσματικός. Σύμφωνα με πολλούς από αυτούς, η ιδιωτικοποίηση μπορεί τότε μόνο να είναι επιτυχημένη, όταν το κράτος ορίζει τους κανόνες, επιβλέπει την πιστή εφαρμογή τους και εγγυάται τον ανταγωνισμό.

Από την πλευρά αυτή, θεωρείται μάλλον αδιανόητη η αντικατάσταση των κρατικών μονοπωλίων από ιδιωτικά μονοπώλια τα οποία, μεταξύ άλλων, έχουν μοναδικό σκοπό το κέρδος. Επομένως, το κράτος πρέπει να φροντίζει για τη διατήρηση ενός λειτουργικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, τις οποίες «εκχωρεί» σε ιδιώτες.

Εάν όμως το κράτος ιδιωτικοποιεί τις επιχειρήσεις επειδή δεν έχει την ικανότητα να τις διαχειριστεί σωστά, τότε πως είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι μπορεί να τις ελέγχει; Από την άλλη πλευρά, ιδίως όσον αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.), δεν είναι αυτονόητο το ότι μπορούν να εξαγοραστούν, λόγω κόστους, κεφαλαιακών και λοιπών αναγκών, μόνο από τις υπερμεγέθεις πολυεθνικές, οι οποίες συνήθως δημιουργούν ολιγοπώλια; Αυτό δεν έχει αποδειχθεί στη Γερμανία, στη Μ. Βρετανία, στις Η.Π.Α. και αλλού;

Οι αντίπαλοι των ιδιωτικοποιήσεων

Οι αντίπαλοι τώρα των ιδιωτικοποιήσεων (Attac κλπ.), έχουν την πάγια άποψη ότι, δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τους τομείς της «δημόσιας φροντίδας» (Παιδεία, Υγεία, Συγκοινωνίες, Λιμάνια, Ενέργεια και Ύδρευση) στον ιδιωτικό τομέα, επειδή εξυπηρετούν ανάγκες, οι οποίες ευρίσκονται σε αντίθεση με τους κανόνες λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς – οπότε δεν μπορούν να διαχειρίζονται με κριτήρια απόδοσης, αλλά ούτε και να αξιολογούνται με γνώμονα το κέρδος.

Για παράδειγμα, εάν οι ζημιογόνες συγκοινωνίες της Ελλάδας πωλούνταν σε ιδιώτες, η πρώτη ενέργεια των νέων ιδιοκτητών τους θα ήταν η αύξηση των εισιτηρίων, αδιαφορώντας για το «κοινωνικό κόστος», έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η κερδοφορία τους – ενώ ενδεχομένως θα απαιτούσαν ταυτόχρονα την κρατική επιδότηση τους (οπότε θα συνέχιζαν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό, αλλά με διαφορετικό τρόπο, μη αντιληπτό από τους Πολίτες).     

Οι εμπειρίες των ιδιωτικοποιήσεων

Περαιτέρω, οι μέχρι σήμερα εμπειρίες από την ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων, έχουν αποδείξει ότι, αφενός μεν το Δημόσιο συνεχίζει να υπερχρεώνεται (Η.Π.Α., Μ. Βρετανία, Γερμανία κλπ.), αφετέρου οι υπηρεσίες των ιδιωτών γίνονται πολύ πιο ακριβές, ενώ καταλύεται σταδιακά το κοινωνικό κράτος – μέχρι εκείνη τη στιγμή που ολοκληρώνεται η αποκρατικοποίηση της εξουσίας, εκ μέρους των πολυεθνικών και των διεθνών τοκογλύφων.

Εκτός αυτού τόσο στη Γερμανία (η οποία προσπαθεί πια να επανακρατικοποιήσει επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας), όσο στην Αυστρία ή στη Μ. Βρετανία, η οποία ιδιωτικοποίησε τα πάντα, οι εμπειρίες δεν είναι οι καλύτερες (στην υπερχρεωμένη Ιαπωνία επίσης, ειδικά μετά την καταστροφή της Fukushima, την  οποία προκάλεσε η ιδιωτική Tepco). 

Ειδικότερα, η ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόμων αφενός μεν είχε σαν αποτέλεσμα να πληρώνει πολύ περισσότερα ο Βρετανός φορολογούμενος, αφετέρου οδήγησε σε βαριά ατυχήματα και εκτροχιασμούς τραίνων, επειδή οι ενέργειες συντήρησης του δικτύου ήταν ελλιπείς, για λόγους κόστους και απόδοσης (το ίδιο ουσιαστικά έγινε και στην Ιαπωνία). Έτσι λοιπόν, η Μ. Βρετανία αναγκάσθηκε να αγοράσει ξανά το δίκτυο από τους ιδιώτες – γεγονός που σε τελική ανάλυση της κόστισε πολλαπλάσια.

Κλείνοντας, η άμεση Δημοκρατία της Ελβετίας έχει αποφύγει εντελώς αυτές τις παγίδες, επειδή αφενός μεν δεν έχει ιδιωτικοποιήσει καμία δημόσια επιχείρηση της, αφετέρου έχει επιλέξει την αναδιοργάνωση τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια («οργανωτική ιδιωτικοποίηση») – εμπιστευόμενη τη διαχείριση και την ιδιοκτησία τους στα καντόνια και στις κοινότητες της, στους Πολίτες της. 

Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει πως δεν είναι «αξιωματικά» ανίκανος, δεν είναι εκ φύσεως δηλαδή ανεπαρκής ο εκάστοτε κρατικός μηχανισμός. Ανίκανες και ανεπαρκείς μπορεί να είναι κάποιες κυβερνήσεις, οι οποίες στελεχώνονται με διεφθαρμένους πολιτικούς – οι οποίοι δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες δεξιότητες. Σε καμία περίπτωση λοιπόν η Πολιτική εν γένει, η οποία είναι η μοναδική προστασία μας απέναντι στην οικονομική εξουσία. Τέλος, με κριτήριο την Ελβετία συμπεραίνεται ότι, η Άμεση Δημοκρατία δεν ταιριάζει με τις αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες ουσιαστικά εμποδίζουν την επικράτηση της.          

ΤΟ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

Η εκλεγμένη κυβέρνηση μας (ουσιαστικά μη παρεξηγήσιμη αφού θέλει αλλά δεν μπορεί, επιλέγοντας από ανάγκη την πιστή υποταγή της στις εντολές της σκιώδους), στα πλαίσια των ενεργειών εκφοβισμού των Ελλήνων, έδωσε στη δημοσιότητα έναν πενταετή προϋπολογισμό, τον οποίο «βάφτισε» κατά τα marketing-πρότυπα των Η.Π.Α., «μεσοπρόθεσμο σχέδιο».

Ο προϋπολογισμός αυτός έχει, για πρώτη φορά σε παγκόσμια κλίμακα, τρεις διαφορετικές «εκδοχές»: (α) χωρίς παρεμβάσεις, (β) με παρεμβάσεις, (γ) με παρεμβάσεις και αποκρατικοποιήσεις (όπου με την ειδική λέξη «παρεμβάσεις» υπονοούνται τα νέα φοροεισπρακτικά και λοιπά μέτρα)  

Χωρίς να αναλωθούμε σε λεπτομέρειες, αφού ο προϋπολογισμός είναι στο σύνολο του φανερά «εκφοβιστικής κατεύθυνσης», με στόχο το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σε εξευτελιστικές τιμές, καθώς επίσης τη λεηλασία της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων, θα αναφερθούμε στα μεγέθη του «χωρίς παρεμβάσεις» – στο «σενάριο βάσης» δηλαδή, όπως ορίζεται χαριτωμένα από τους συνδίκους του διαβόλου (Πίνακας Ι). 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Βασικά μεγέθη του προϋπολογισμού, χωρίς παρεμβάσεις, σε δις €

Μεγέθη

2011

2012

2013

2014

2015

 

 

 

 

 

 

Έσοδα

55.501

54.591

54.814

54.397

54.859

Πρωτογενείς δαπ.

53.468

52.375

53.493

52.660

53.053

Τόκοι

16.002

16.900

20.500

24.400

28.000

Σύνολο δαπανών

81.389

81.277

86.483

88.423

92.956

Έλλειμμα Γ.Κ.

-23.552

-27.499

-30.909

-33.595

-36.183

Έλλειμμα / ΑΕΠ

-10,4%

-12,0%

-13,1%

-13,8%

-14,4%

ΑΕΠ*

225.400

228.400

235.500

242.900

251.900

Χρέος ΓΚ

364.105

399.253

432.378

465.614

501.078

Χρέος / ΑΕΠ

160,6%

174,8%

183,6%

191,7%

198,9%

 

 

 

 

 

 

Μισθοί, συντάξεις**

22.018

21,585

21.622

21.673

21.729

Σημείωση: Τα έσοδα καλύπτουν πλήρως τις πρωτογενείς δαπάνες, αυτές δηλαδή χωρίς τους τόκους. Επομένως τόσο οι μισθοί, όσο και οι συντάξεις, δεν πληρώνονται από το δανεισμό μας.

* ΑΕΠ 2009: 235.017  ΑΕΠ 2010: 230.173. ** Συμπεριλαμβάνονται στις πρωτογενείς δαπάνες. Πηγή: Μεσοπρόθεσμο από 10.06.2011

Όπως συμπεραίνουμε από τον Πίνακα Ι, τα έσοδα θα μειωθούν ελαφρά σε σχέση με το 2011, παρά την άνοδο του ΑΕΠ (!) – για λόγους που είναι δύσκολο να μην θεωρηθούν «γκεμπελικοί». Εάν όμως στα 225 δις € ΑΕΠ τα έσοδα είναι 55,5 δις €, ήτοι 24,66%, τότε αναρωτιέται κανείς γιατί το 2015 θα μειωθούν στο 21,8%; Εάν απλά παραμείνουν ποσοστιαία ως έχουν (χωρίς νέα υφεσιακά μέτρα κλπ.), δεν θα ανέλθουν στα 62 δις €, αντί 54,8 δις που αναφέρει ο προϋπολογισμός; Αυτό δεν θα περιόριζε αυτόματα τόσο τα ελλείμματα, όσο και το χρέος;

Περαιτέρω, εάν δεν ληφθούν νέα μέτρα, καθώς επίσης εάν δεν ξεπουληθούν οι κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, δεν θα είναι μεγαλύτερη η αύξηση του ΑΕΠ και των εσόδων (μερίσματα κλπ.); Γιατί λοιπόν το ΑΕΠ στο «μεσοπρόθεσμο», με ή χωρίς «παρεμβάσεις», παραμένει στο ίδιο ύψος; Δεν είναι απλούστατα ντροπή να υποτιμούν οι εισβολείς σε τέτοιο βαθμό τη νοημοσύνη μας; Τέλος, είναι δυνατόν ποτέ να επιβιώσει ένα κράτος πληρώνοντας το 50% των εσόδων του για τόκους, σε τοκογλύφους που δεν θέλουν να περιορίσουν τα κέρδη τους (επιτόκια), αλλά προτιμούν να το λεηλατήσουν;

ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ανεξάρτητα τώρα από τις παραπάνω «εκτροπές» του προϋπολογισμού, οι οποίες είναι κάτι περισσότερο από εκνευριστικές, όσον αφορά τη βασική «σύλληψη» τους, εμείς οφείλουμε να αναλύσουμε οικονομικά, εάν πράγματι η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να εκποιήσει τις δημόσιες επιχειρήσεις της, για να καλύψει τα χρέη της – εάν δηλαδή κάτι τέτοιο θα ήταν πρακτικά ωφέλιμο, παρά το ότι θα ήταν απολύτως αρνητικό για την εθνική μας κυριαρχία, για τη Δημοκρατία, καθώς επίσης για το κοινωνικό κράτος.  

Καταρχάς λοιπόν, είναι δεδομένο ότι η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε μία βαθιά ύφεση – αφενός μεν λόγω της ελλειμματικής διαχείρισης της κρίσης χρέους από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της, αφετέρου ένεκα της καταστροφικής πρόκλησης-διαχείρισης της κρίσης δανεισμού, εκ μέρους της παρούσας (άρθρο μας). Τα δραστικά μέτρα λιτότητας δε (μειώσεις δαπανών και μισθών), καθώς επίσης οι υπερβολικές αυξήσεις της φορολογίας, περιορίζουν ακόμη περισσότερο το ΑΕΠ μας – γεγονός που δυσχεραίνει επί πλέον τις προσπάθειες μείωσης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και την αποτελεσματική εξυγίανση της οικονομίας μας.  

Στα πλαίσια αυτά η «Τρόικα», οι δυτικές δυνάμεις δηλαδή, οι τοκογλύφοι και το ΔΝΤ, θέλουν να μας υποχρεώσουν να εκποιήσουμε τη δημόσια περιουσία μας, υπαγορεύοντας στην κυβέρνηση μας ένα ευρύτατο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο συμπεριλαμβάνει όλες τις κερδοφόρες, κοινωφελείς και μη επιχειρήσεις, καθώς επίσης τεράστιες εκτάσεις γης, άδειες εκμετάλλευσης κερδοφόρων υπηρεσιών, δικαιώματα στο υπέδαφος και πολλά άλλα – έναν κυριολεκτικά τρομακτικό «πίνακα ξεπουλήματος», ο οποίος συνοδεύει το «μεσοπρόθεσμο υποτέλειας και κατοχής» που κατέθεσε η κυβέρνηση. Παράλληλα, επιθυμούν να εγκατασταθούν επίσημα στη χώρα μας, όπως ακριβώς συνέβη στην Τουρκία (1875-1927, 2001 και εντεύθεν), έτσι ώστε να εισπράττουν τα έσοδα από τους φόρους, την ανάπτυξη και τις ιδιωτικοποιήσεις.     

Θεωρητικά τώρα, με την περιουσία του Δημοσίου να υπολογίζεται στα 300-400 δις €, θα μπορούσε να καλυφθεί το δημόσιο χρέος μας, ύψους περίπου 360 δις €, στο μεγαλύτερο μέρος του. Φυσικά το χρέος μίας χώρας μπορεί να αντιπαρατεθεί με τα περιουσιακά στοιχεία της, σε έναν κρατικό Ισολογισμό, όπως έχουμε αναφέρει σε πολλά άρθρα μας – ενώ η αξία των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται ουσιαστικά από την απόδοση τους, από την αξιοποίηση και την κερδοφορία τους δηλαδή (κάτι που έχει «αμεληθεί» εγκληματικά από όλες τις μέχρι σήμερα κυβερνήσεις μας, οδηγώντας στην απαξίωση ένα μεγάλο μέρος τους).

Όταν όμως πουλάει κανείς περιουσιακά στοιχεία, περιορίζει μεν τα χρέη του στο παρόν, αλλά ταυτόχρονα μειώνει τα έσοδα του στο μέλλον – όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα πουλήσει τη ΔΕΗ, θα εισπράξει σήμερα ένα ποσόν της τάξης των 1,2 δις € (συμμετοχή του δημοσίου κατά 51,5%), αλλά θα χάνει μερίσματα ύψους περί τα 260 εκ. € ετήσια – ενώ η πολυεθνική που θα την εξαγοράσει, θα πληρώνει αφενός μεν λιγότερους φόρους (δια της γνωστής μεθόδου της φοροαποφυγής), αφετέρου θα μειώσει το προσωπικό, επιβαρύνοντας τα δημόσια ταμεία τουλάχιστον με 50-100 εκ. € ετήσια (επιδόματα ανεργίας κλπ.).

Επομένως, παρά το ότι μειώνεται προς στιγμήν το δημόσιο χρέος, επιβαρύνεται στο άμεσο μέλλον ο προϋπολογισμός, τα ελλείμματα του οποίου «εκβάλλουν» ξανά στο χρέος – στην περίπτωση της ΔΕΗ τουλάχιστον με 400 εκ. ετησίως. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι, τα όποια οφέλη της ιδιωτικοποίησης της θα είναι βραχυπρόθεσμα – ενώ για όλους τους Έλληνες θα σημάνει επί πλέον, σημαντική αύξηση των τιμών ενέργειας (θα διπλασιάζονταν σύντομα, όπως συμβαίνει στη Μ. Βρετανία, στη Γερμανία και αλλού), οπότε μείωση των πραγματικών εισοδημάτων τους.

Ταυτόχρονα, οι Πολίτες θα αναγκάζονταν να επιβαρυνθούν στο μέλλον με υψηλότερους φόρους, έτσι ώστε να καλύψουν τα εκλιπόντα έσοδα της ΔΕΗ -παράλληλα με την αδυναμία «εθνικής» ανάπτυξης της οικονομίας, λόγω έλλειψης δικών μας εταιρειών (κάτι που θα επιδείνωνε αναμφίβολα το δείκτη χρέους προς ΑΕΠ).

Το γεγονός αυτό είναι γνωστό στους επενδυτές (αγορές), οι οποίοι βέβαια το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη – αξιολογώντας δυσμενέστερα την πιστοληπτική ικανότητα εκείνης της χώρας, η οποία εκποιεί τις δημόσιες επιχειρήσεις της (πόσο μάλλον σε περιόδους ύφεσης και απαξίωσης του χρηματιστηρίου).

Οι αγορές λοιπόν θα μας εμπιστεύονταν και θα μας δάνειζαν μόνο εάν θα συνεχίζαμε να έχουμε περιουσία – αρκεί βέβαια να τη διαχειριζόμαστε σωστά και κερδοφόρα, έτσι ώστε να αυξάνεται η «χρηματιστηριακή» της αξία. Αντίθετα, εάν τελικά εκποιήσουμε τη δημόσια περιουσία μας, ειδικά στις σημερινές εξευτελιστικές τιμές (το 30% του ΟΤΕ πουλήθηκε περί τα 4 δις € πριν από μερικά έτη, ενώ το 10% μόλις για 400 εκ. σήμερα), δύσκολα θα δανειοδοτηθούμε από τις αγορές – παραμένοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα στον «ορό του ΔΝΤ».      

Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι αναμφίβολα οι ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων μειώνουν την πολιτική διαφθορά και το πελατειακό κράτος, οι αρνητικές επιπτώσεις τους στην Οικονομία (μακροπρόθεσμα) είναι τεράστιες. Πρόκειται για έμμεσες φορολογικές επιβαρύνσεις, οι οποίες προκαλούν την υποτίμηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των κρατών, ακόμη μεγαλύτερες υφέσεις, καθώς επίσης την απόλυτη εξαθλίωση της μεγαλύτερης μερίδας των εργαζομένων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κατά την υποκειμενική μας άποψη, η Ελλάδα δεν έχει απολύτως κανένα λόγο σήμερα να ιδιωτικοποιήσει τη δημόσια περιουσία της – ούτε εθνικό, ούτε οικονομικό, ούτε στρατηγικό, ούτε απλά «βιοποριστικό». Μία ενδεχόμενη αποκρατικοποίηση, σύμφωνα με το «μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα» που κατατέθηκε, αφενός μεν δεν θα χρησίμευε καθόλου στη χώρα μας, αφετέρου θα προκαλούσε ακριβώς το αντίθετο – την ελεγχόμενη χρεοκοπία της, καθώς επίσης την «υποδούλωση» μίας λεηλατημένης πλέον και εξαθλιωμένης χώρας, η οποία θα προσφερόταν ως θυσία στους «Βασιλείς» των αγορών.

Χωρίς φυσικά να είμαστε απόλυτοι, εάν δεν διώξουμε άμεσα τους εισβολείς, παρά τα τεράστια προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε στη συνέχεια (η χρεοκοπία, σε συνδυασμό με την απομόνωση, θα ήταν εξαιρετικά οδυνηρές εμπειρίες), δεν πρόκειται να αποφύγουμε το μοιραίο – τη «λογική» δηλαδή της «στυμμένης λεμονόκουπας».  

Αντίθετα μάλιστα, εάν αναλάβουμε όλοι μαζί το ρίσκο, παραμένοντας φυσικά στη ζώνη του Ευρώ, αλλά χωρίς να εγκαταλείψουμε το μέλλον της πλούσιας, πολλαπλά προικισμένης χώρας μας στα χέρια μίας κυβέρνησης που μάλλον «θέλει, αλλά δεν μπορεί», έχουμε κάποιες αμυδρές ελπίδες ελεύθερης επιβίωσης – έστω και με χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, για κάποια χρόνια.

Άλλωστε, "δεν πρέπει ποτέ να αφήνει κανείς να συνεχίζεται μία ανωμαλία για να αποφύγει τον πόλεμο, επειδή δεν τον αποφεύγει τελικά, αλλά μόνο αλλάζουν οι συνθήκες προς όφελος των αντιπάλων του" (N. Machiavelli).

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 12. Ιουνίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2618.aspx

Βία: ο καρπός της ήττας της πολιτικής

Βία: ο καρπός της ήττας της πολιτικής

 

Του Λευτέρη Κουσούλη

 

Τις τελευταίας μέρες, τις τελευταίες ώρες, ήρθε στο προσκήνιο το ζήτημα της βίας στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Η βίαιη ενέργεια του εκπροσώπου της Χρυσής Αυγής στο τηλεοπτικό στούντιο, περισσότερο συμπυκνώνει παρά αποκαλύπτει αυτό που ήδη γνωρίζουμε. Η βία ρίχνει τη μαύρη σκιά της στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου τα τελευταία χρόνια.

Η βία, σε όλες τις φάσεις της ιστορικής εξέλιξης, είναι σύμφυτη με την κοινωνική και πολιτική διάσταση κάθε συλλογικής οντότητας. Μικρής ή μεγάλης. Είναι αφέλεια να προσπερνάει κανείς αυτή την αλήθεια.

Στον αγώνα για πρόοδο και εξέλιξη ο άνθρωπος και η ανθρωπότητα, κάνοντας βήματα προς την κατεύθυνση του αυτοπροσδιορισμού, της αυτονομίας και της ελευθερίας του, ανακάλυπτε την πολιτική. Στο βαθμό που το πετύχαινε και η πολιτική μετουσιωνόταν σε κανόνες και θεσμούς συνύπαρξης, ο άνθρωπος άφηνε πίσω του και πάντως ριζικά αποδυνάμωνε τη βία, ως έναν από τους θεμελιώδεις συντελεστές των κοινωνικών πραγμάτων.

Η πολιτική είναι ο θεσμικός έλεγχος της βίας.

Όπου η πολιτική είναι ζωντανή, η βία υποχωρεί, μπαίνει στο περιθώριο και χάνει κάθε αξία ως εναλλακτική λύση.

Όπου η πολιτική παραμένει ζωντανή, η βία ως διαδικασία επίλυσης και διευθέτησης ζητημάτων δεν έχει θέση. Η σύγκρουση, συστατικό στοιχείο κάθε κοινωνίας σε κίνηση, εξελίσσεται υπακούοντας σε κανόνες που ορίζουν τους τρόπους εξέλιξης αυτής της σύγκρουσης, απωθώντας τη βία και θέτοντάς την εκτός κάθε κοινωνικού και πολιτικού – εν συγκρούσει πάντοτε – αξιακού πλαισίου.

Το μαύρο πρόσωπο της βίας κάνει την εμφάνισή του όταν σβήνει το φως της πολιτικής. Η βία δεν είναι πολιτική. Είναι αντι-πολιτική.

Η εγκαθίδρυση της βίας ή η απειλή εγκαθίδρυσης της βίας, αποτελεί την επιβεβαίωση της ήττας της πολιτικής. Η ήττα της πολιτικής άφησε και αφήνει ανοιχτή την πόρτα για την τροπαιούχο έλευση της βίας.

Αν η πολιτική είναι η αναζήτηση μιας κατεύθυνσης μέσα από την αντιπαράθεση των – ιδεολογικού χαρακτήρα εν τέλει – επιχειρημάτων στο πλαίσιο κανόνων, η ήττα της πολιτικής είναι η άρνηση αυτών των επιχειρημάτων, είναι η τυφλή απόρριψη κάθε επόμενης κίνησης, είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία η ατομική διεκδίκηση προσλαμβάνει τα πλέον πρωτόγονα χαρακτηριστικά, όπου η ατομική δράση και το ατομικό σχέδιο προϋποθέτει και απαιτεί την καταστροφή του ατομικού σχεδίου του άλλου.

Όλες οι πολιτικές αντιλήψεις και τα καθεστώτα που προβάλλουν στην ιστορία της ιδέα της απόλυτης αλήθειας, προβάλλουν, άρρητα και ρητά, τη βία. Η θέση και μόνο ότι υπάρχει απόλυτη αλήθεια νομοτελειακού χαρακτήρα, φέρει μέσα της το σπέρμα της βίας. Όποια παρόμοια θεωρητική προσέγγιση και αν μελετήσει κανείς, προσέγγιση που διεκδικεί να ερμηνεύσει οριστικά τη ροή της ιστορίας, στον πυρήνα της έχει τη βία.

Η απολυτότητα της θέσης διεκδικεί την απολυτότητα της συμμόρφωσης. Και επειδή η συμμόρφωση δεν είναι δυνατή, αφού το αίτημα της ελευθερίας, συγκλονιστικό, ανυπέρβλητο και ανυπότακτο, τρώει τα θεμέλια κάθε παρόμοιου οικοδομήματος, τότε η βία αποτελεί το έσχατο όπλο.

Τα τελευταία χρόνια η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα – της πολιτικής φεουδαρχίας πρέπει να λέμε – οδήγησε στην ήττα της πολιτικής. Η οικονομική χρεοκοπία ακολούθησε. Μέσα σε αυτήν την εξέλιξη χάθηκαν τα δικαιώματα των πολιτών και μαζί η αξιοπρέπειά τους.

Η αναζωογόνηση της πολιτικής είναι ο μόνος δρόμος αντιμετώπισης των φαινομένων βίας και ανομίας, που σαν μαύρο σύννεφο απλώνονται πάνω από τη χώρα.

Στις εκλογές της επόμενης Κυριακής, ο κάθε συμπολίτης μας ας δώσει τη δική του απάντηση.

 

Υ.Γ.: Επίτρεψέ μου, φίλε αναγνώστη, να σημειώσω ότι μια πληρέστερη αποτύπωση αυτού του προβληματισμού, θα μπορούσε να βρει κανείς στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.legeinandprattein.gr

 

www.aixmi.gr, 9/6/12

To τέλος της μεταπολίτευσης ή …

To τέλος της μεταπολίτευσης ή «στρίβειν δια του αρραβώνος»;

 

Του Ηλία Γεωργαλή

 

 

Η μεταπολίτευση

– Τα βασικά συμπεράσματα του αποτελέσματος των εκλογών έχουν νόημα όταν συνοδεύονται από προτάσεις παρέμβασης, δηλ. προϋποθέσεις μετοχής, στις όποιες κατακτήσεις- εξελίξεις της κεντρικής πολιτικής, του λαού.

Προϋπόθεση είναι να  ξεφύγουμε απ' τον ιδεαλισμό της «λαϊκής εντολής», που δίνεται απ' το αποτέλεσμα των εκλογών, λογική που χρησιμοποιήθηκε απ΄όλες τις πολιτικές δυνάμεις προκειμένου να μετατραπεί το εκλογικό αποτέλεσμα σε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το εκλογικό αποτέλεσμα διαμεσολαβείται, εκτός απ΄ το εκλογικό σύστημα, κι απ΄την πολιτική του ερμηνεία η οποία κρίνεται ιστορικά. Δεν υπάρχει εκλογικό αποτέλεσμα χωρίς πολιτική του ερμηνεία. Μ' αυτή την έννοια οι εκλογές καταγράφουν κοινωνικές δυναμικές που παράγουν πολιτική και διαμορφώνονται απ' αυτήν.

Η κύρια δυναμική αυτών των εκλογών είναι η δυναμική του Τέλους της μεταπολίτευσης. Αυτή όμως κινδυνεύει να παραμείνει μετέωρη γιατί το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει, καταρχήν, την κατάρρευση των δύο κύριων πυλώνων της( ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), μιας και το μνημόνιο μπορεί να παίξει το ρόλο (και μέχρι τώρα συμβαίνει) της κολυμβήθρας του Σιλωάμ, που εξαγνίζει, και του φερετζέ, που κρύβει, εκείνες τις γονιδιακές καταβολές που κάνουν την Αριστερά, όπως τη γνωρίσαμε στη μεταπολίτευση, μέρος του μεταπολιτευτικού κάδρου.

Η καταστατική συγκρότηση αυτής της Αριστεράς  στη μεταπολιτευτική περίοδο αφορά στην ανακατανομή του προϊόντος μιας διαρκούς(αλλά και επιλεκτικής) μεγέθυνσης. Έτσι η Αριστερά ενστερνίζεται την ατζέντα της μαζικής, καταναλωτικής δημοκρατίας, στο βαθμό που αυτή διασφαλίζει την μεγέθυνση, δίνοντας επί μέρους μάχες χαρακωμάτων υπέρ των εργαζομένων. Κάτω απ'αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό, κάτω απ'αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζει την γεωπολιτική, κάτω απ' αυτό το πρίσμα -δεν- αντιμετωπίζει το οικολογικό. Στην ουσία μετά την κατάρρευση του υπαρκτού κρατισμού η θεωρητική αδυναμία υπερφαλαγγίζεται με φυγή προς τα μπρός, με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ταυτόχρονα (επί της ουσίας) αποδοχή των «ελεύθερων» αγορών και καταγγελία των ακροτήτων των, μ' ένα καταγγελτικό λόγο που εξυπηρετούσε την αναδιανομή και πάντως με αδυναμία συγκρότησης αντιπρότασης. Αυτός ο κυλιόμενος και διογκούμενος οικονομισμός οδηγεί στην αποδόμηση της πολλαπλότητας της ταυτότητας των εργαζομένων και εν τέλει στην αποσιώπηση-απόκρυψη του συλλογικού υποκειμένου.

Ατομικά δικαιώματα, εθνοαποδόμηση, συντεχνιασμός είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής αριστεράς.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, έχοντας αποδεχθεί το κοσμοείδωλο, διεκδικεί (και της παραχωρείται) η πολιτιστική ηγεμονία που εξαντλείται σ' ένα ουμανισμό προσκοπικού τύπου με έμφαση στο μεταμοντέρνο αίτημα της αυτοπραγμάτωσης ( ενδεικτικό της νέας κοινωνικής διαστρωμάτωσης  καθώς και των κοινωνικών ομάδων που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως Αριστερά), με εξάρσεις, ενίοτε, του αυτοσικτιρίσματος της κολοβής ατομικής ταυτότητας, ελλείψει μεταφυσικού ερείσματος. Κυρίως όμως στην εκλαΐκευση της παγκοσμιοποιητικής ατζέντας: Η παγκοσμιοποίηση απαιτούσε φτηνό εργατικό δυναμικό κι η Αριστερά υπερασπιζόταν με τη σειρά της τα δικαιώματα των μεταναστών. Τα υπερεθνικά κέντρα προωθούσαν την παγκόσμια διακυβέρνηση κι η αριστερά (των ινστιτούτων και των πανεπιστημίων) την εθνοαποδόμηση. Κι πολλά απ' αυτά με το αζημίωτο..

Την ίδια ώρα που η από καταβολή παρασιτικές ελίτ ολοκλήρωναν το έργο της παραγωγικής αποσάθρωσης της ελληνικής παραγωγικής δραστηριότητας η Αριστερά διεκδικούσε «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά».

Ακόμα και στον προνομιακό χώρο της τοπικής Αυτοδιοίκησης όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε καν μια αντίρροπη συγκρότηση απέναντι στο κεντρικό κράτος των αγοραίων αγορών, όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε μια κοινοτιστική οργάνωση (στο οικονομικό πεδίο και την αμεσοδημοκρατική οργάνωση), όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε μια εναλλακτική θεώρηση της κεντρικής πολιτικής με κοινοτιστικά χαρακτηριστικά αλλά και στην αποδόμηση της Αυτοδιοίκησης (της Καποδιστριακής και Καλλικρατικής «μεταρρύθμισης») δεν υπήρξε καν προσπάθεια εναλλακτικής θεώρησης και αντίστασης. Η Αριστερή Αυτοδιοίκηση εξαντλήθηκε σε δημιουργία στοιχειωδών τοπικών προνοιακών δικτύων και στην υπεράσπιση του δημόσιου χώρου από επελαύνοντα συμφέροντα. Κατά παράδοξο (;) τρόπο δεν έδειξε την  ίδια ευαισθησία για τα επελαύνοντα συμφέροντα στον Εθνικό χώρο, φτάνοντας να στηρίζει κομμάτι της ακόμα και το σχέδιο Ανάν!

Έχοντας αντικαταστήσει την γεωστρατηγική και την ισορροπία ισχύος με ανέξοδες ρητορικές περί «φιλίας των λαών» αδυνατεί να ορίσει τη χώρα στον ευρύτερο χώρο, να αναπτύξει μια στρατηγική αντίστασης στον νεοοθωμανισμό του Νταβούτογλου και την διάλυση των Βαλκανίων. Αλλά αν δεν το έκανε αυτό η Αριστερά ποιος θα το έκανε; Οι εξαρτημένες ελίτ των Αθηνών, των Ολυμπιακών αγώνων και του χρηματιστηρίου; Ο Κανένας! Η αρχετυπική μορφή διάσωσης της συλλογικότητας, που την υπονοεί, την νοσταλγεί αλλά δεν την κατονομάζει. Ο Κανένας των δημοσκοπήσεων, ο Κανένας πρωθυπουργός, ο Κανένας χωμένος κάτω απ' την κοιλιά του αρνιού, να βγούμε απ' τη σπηλιά του Κύκλωπα της μεταπολίτευσης.

Αυτός είναι το αδιαμόρφωτο συλλογικό υποκείμενο, η νέα Ηγεσία που  διασώζεται από κάτω, στις νησίδες αντίστασης της μεταπολίτευσης.

Στις διάφορες Κινήσεις Πολιτών στην Οικολογία, την Ενέργεια, την Αυτοδιοίκηση, τον Πολιτισμό διασώζεται η αντισυστημικότητα στην μεταπολίτευση. H αντισυστημικότητα των Κινήσεων αυτών έγκειται όχι μόνο στην Αμεσοδημοκρατική τους συγκρότηση αλλά κυρίως στην, μέσα απ' την επεξεργασία των τοπικών και θεματικών ζητημάτων, κριτική στον πυρήνα του παγκόσμιου Υποδείγματος.  Την ίδια ώρα,  μέσα απ' την διαρκή ενσωμάτωση τα κόμματα έχουν μετατραπεί σε στελεχιακές ομάδες με ελάχιστη ή καθόλου κοινωνική αναφορά. Η Πολιτική παίρνει διαζύγιο απ' την κοινωνία. Το Άτομο στην απόλυτα αυτάρεσκη διαστολή του.

Η Κρίση

Να πούμε επιγραμματικά για την κρίση πως δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη κυκλική κρίση του Καπιταλισμού αλλά για Δομική κρίση του παγκόσμιου συστήματος, οριστική κρίση Υποδείγματος που εκδηλώνεται σ' όλα τα πεδία, απ' το γεωπολιτικό, οικονομικό και αναπτυξιακό μέχρι το οικολογικό, το πολιτισμικό και το ανθρωπολογικό. Πρόκειται όχι μόνο για το τέλος της Δυτικής ηγεμονίας, όπως την ξέραμε μέχρι τώρα, αλλά και για συνολική εξασθένιση της παγκόσμιας συστημικότητας.

Αυτή η κρίση στην Περιφέρεια εμπλέκεται και αναδεικνύει τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά. Μ' αυτό τον τρόπο εκδηλώνεται η κρίση στην Ευρώπη, μ' αυτόν και στην Ελλάδα.

Αυτό σημαίνει πως η ανατροπή απαιτεί οικουμενική θεώρηση, ευρωπαϊκό σχέδιο και Ελληνική πρόταση καθώς και σύγχρονες παρεμβάσεις και στα τρία επίπεδα.

Είναι προφανές πως ελληνική παρασιτική ιδιαιτερότητα και η εξάρτηση των ελληνικών αρχουσών τάξεων  όχι μόνο μετέτρεψε μια δημοσιονομική κρίση σε κρίση κυριαρχίας αλλά προσέδωσε εθνικό- πατριωτικό πρόσημο σ' όλα τα πεδία εκδήλωσης της κρίσης.

Συνεπάγεται πως η απ' τα κάτω Σύνθεση των κινήσεων πολιτών προϋπέθετε την μετατόπιση σε εθνικοανεξαρτησιακή κατεύθυνση. Αυτές οι επεξεργασίες ήταν απαραίτητες για τη συνάντηση των νησίδων αντίστασης προς τη συγκρότηση ενός νέου, απ' τα κάτω διαμορφουμένου πολιτικού υποκειμένου.

Όμως το κίνημα των Αγανακτισμένων ακριβής εκφραστής αυτής της πρόθεσης έχοντας πατριωτική και αντιμνημονιακή ταυτότητα απέτυχε να συναντηθεί με τις θεματικές κινήσεις πολιτών και να γίνει η ώσμωση των επεξεργασμένων οικολογικών, πολιτισμικών, αυτοδιοικητικών κλπ αντισυστημικών αντιλήψεων με τον πολιτικά αδιαμόρφωτο πατριωτισμό. Έτσι η νέα συγκρότηση έμεινε μετέωρη. Κι έτσι ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κι Οι Εξελίξεις

Η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τα κινήματα ήταν ιδιόμορφη. Ενώ είναι κόμμα της μεταπολιτευτικής  Αριστεράς, ουσιαστικά συστημικό (με την έννοια της υιοθέτησης της ατζέντας της μαζικής δημοκρατίας), ταυτόχρονα εμφανίζεται ως πολιτικός εκφραστής των επί μέρους κινημάτων, πράγμα που μέχρι ένα σημείο κατορθώνει και το ισορροπεί.

Η αδυναμία αυτόνομης παρέμβασης των αγανακτισμένων χρήζει τον ΣΥΡΙΖΑ πολιτικό εκφραστή του αντιμνημονιακού χώρου. Αυτό ωθεί τον Τσίπρα σε μια υπέρβαση. Έχοντας καταλάβει απ' τον Αλαβάνο πως η ενιαία συγκρότηση είναι όρος επιβίωσης για το κόμμα του βρίσκει τη χρυσή ευκαιρία. Αφήνει πίσω τις ισορροπίες των συνιστωσών, υιοθετεί την ατζέντα της πλατείας και υιοθετεί μια  πατριωτική ρητορική. Εν ολίγοις επιχειρεί να γίνει ο πολιτικός εκφραστής κι αυτού του Κινήματος. Αυτό όμως συνιστά ριζική μεταμόρφωση του κόμματος. Η Αριστερά, η συγκροτημένη στην Ελλάδα μέσα απ' την Αντίσταση και τον Κυπριακό Αγώνα ξαναβρίσκει, σε επίπεδο τουλάχιστον ρητορικής, τα αντιστασιακά χαρακτηριστικά της. Ξαναβρίσκει την λαϊκότητά της μέσα απ' την οικειοποίηση της ατζέντας των αγανακτισμένων. Το αποτέλεσμα των εκλογών του Μαΐου είναι το αναμενόμενο υπ' αυτές τις συνθήκες.

Και τώρα τι γίνεται;

Τα νούμερα (αριθμός και ποσοστά ψήφων) είναι ασύλληπτα. Είναι προφανές πως βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τις διεργασίες εντός της Αριστεράς. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Η προβληματική της Αποανάπτυξης και σχετικές διεργασίες είχαν προχωρήσει και κατακτηθεί σ' ένα βαθμό από κινήματα της ριζοσπαστικής Οικολογίας και κομμάτια της Αριστεράς σε όλη την προ της κρίσης περίοδο. Όταν ξεσπάει η κρίση όλος αυτός ο προβληματισμός ξεχνιέται κι απ' τα ίδια αυτά κομμάτια. Η αιχμή του δόρατος της αντιμνημονιακής επιχειρηματολογίας είναι η λογική πως το μνημόνιο οδηγεί σε ύφεση και η ανάπτυξη είναι το ζητούμενο! Έτσι απλά. Τα περί αποανάπτυξης πάνε περίπατο. Δεν μπόρεσαν να ενσωματωθούν σ' ένα αντιμνημονιακό λόγο. Έτσι κι αλλιώς η ίδια η ύπαρξη δύο  αντιμνημονιακών στρατοπέδων (αριστερού και δεξιού) δείχνει την αδυναμία σύνθεσης κοινωνικού και αντιμνημονιακού λόγου.

Η άλλη δυναμική που φανέρωσαν οι εκλογές και σχετίζεται με τις περαιτέρω εξελίξεις είναι το αδιέξοδο της σοσιαλδημοκρατίας και η σταδιακή συρρίκνωσή της. Η εντυπωσιακή πτώση του ΠΑΣΟΚ είναι η πρόγευση της τύχης της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστερής σοσιαλδημοκρατίας προσκρούει πανευρωπαϊκά και παγκόσμια στην οριστική υποχώρηση του κεϋνσιανισμού και του κράτους πρόνοιας, ακριβώς γιατί η παγκόσμια κρίση είναι άλλης τάξης πρόβλημα. Πρόκειται, όπως έχουμε επανειλημμένα πει, για κρίση υποδείγματος, δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα ανακύκλωσης πλεονασμάτων.

Αν στην Γαλλία η σύγκρουση παραγωγικών δυνάμεων  και χρηματιστηριακού κεφαλαίου έχει ένα πραγματικό περιεχόμενο (με εθνικές και γεωπολιτικές διαστάσεις), που μπορεί να συσπειρώνει – προσωρινά – ευρύτερα τμήματα των γαλλικών ελίτ, γύρω απ' τον Ολάντ, στην Ελλάδα των παρασιτικών εξαρτημένων ελίτ, δεδομένης της κατάρρευσης του μοντέλου, η σοσιαλδημοκρατία θα μετατρέπεται σε ένα χώρο, με φιλελεύθερα χαρακτηριστικά, με έντονο ψευτοευρωπαϊσμό επαρχιώτικου τύπου.

Την ίδια τύχη θα έχει στην Ελλάδα και η Δεξιά, που θα οδηγείται ολοταχώς σε νεοφιλελεύθερες θέσεις, με το κομμάτι της λαϊκής δεξιάς να ριζοσπαστικοποιείται διαρκώς. Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες και μ' αυτούς τους όρους οδεύουμε προς τις εκλογές του Ιουνίου.

Η εκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι λαθεμένη για δύο λόγους:

Πρώτον γιατί ακυρώνει την δυναμική του Τέλους της μεταπολίτευσης και δεύτερον γιατί τον οδηγεί σε στρατηγικό αδιέξοδο. Ήταν απ' την αρχή φανερό πως ο Σαμαράς θα οδηγούσε τις δεύτερες εκλογές σε μετωπική σύγκρουση Δεξιάς- Αριστεράς. Οι επιλογές του Τσίπρα ήταν δύο: Ή θα σήκωνε το γάντι ή θα έκανε το αποφασιστικό βήμα επανίδρυσης του Κοινωνιστικού χώρου από μηδενική βάση.

Σηκώνοντας το γάντι της μετωπικής σύγκρουσης βγάζει την Αριστερά απ' το κάδρο της μεταπολίτευσης κολακεύοντας την αυταρέσκειά της και στριμώχνει τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα μέχρι εξαφάνισης.

Το τίμημα είναι πως οδηγείται έτσι ξανά στο αδιέξοδο της «Αριστερής κυβέρνησης» που ξεπερνιέται μόνο με εντυπωσιακή του άνοδο. Όπως και να είναι παίζει το μνημόνιο στα ζάρια. Κι όχι μόνο αυτό: Η τέτοια σύγκρουση τον οδηγεί σε υπερτίμηση του κοινωνικού- οικονομικού παράγοντα και υποτίμηση του πατριωτικού- εθνικοανεξαρτησιακού. Αυτή η κουβέντα, με τη σειρά της (βοηθούντος του ξένου και ντόπιου παράγοντα), οδηγεί σε αντιπαράθεση διαχειριστικών τεχνικών, για το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ είναι φανερά απροετοίμαστος.

Η εναλλακτική λύση ήταν η υπέρβαση της μεταπολιτευτικής γεωγραφίας και της μεταπολιτευτικής ρητορικής. Η υπέρβαση της μη λειτουργικής (εξάλλου) διαχωριστικής  αριστεράς-δεξιάς οδηγεί αφ' ενός σε επαναπροσδιορισμό συνολικό του Κοινωνιστικού χώρου, αφ' ετέρου στην απεύθυνση κατευθείαν στον λαϊκό πυρήνα του Σαμαρά και της αριστεράς. Αδιαμεσολάβητα. Προϋπόθεση αυτού, είναι η μεταφορά του κέντρου βάρους στον Πατριωτικό- Κυριαρχικό παράγοντα του μνημονίου. Έτσι θα υπερέβαινε το πρόβλημα της κύριας αντιπαράθεσης γύρω από οικονομικές τεχνικές και την πόλωση στο δίλημμα ευρώ- δραχμή.

Το τίμημα αυτής της λύσης είναι πως σπρώχνει τα πράγματα προς την ουσιαστική διάλυση της κομματικής του γραφειοκρατίας και επαναθεμελίωση ακόμα και της κοινωνικής του βάσης. Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια…

Και μετά;

Το περίεργο της συγκυρίας είναι πως ανεξάρτητα απ' το αποτέλεσμα των εκλογών για τον ΣΥΡΙΖΑ, και μετά τις εκλογές, οι προκλήσεις είναι ανοικτές.

Είτε χάσει, είτε κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να διαχειριστεί τα ποσοστά του και την επιρροή του. Αυτό μπορεί να το κάνει ή με στόχο την ισορροπία των μηχανισμών, ή με υπέρβαση και συνολική επανίδρυση του Αριστερού – Κοινωνιστικού –  Εναλλακτικού χώρου.

Αν χάσει τις εκλογές η μνημονιακή κυβέρνηση που θα σχηματισθεί θα είναι μικρής ζωής, άρα το πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ θα ξανατεθεί. Όσο επιτείνεται η ανάγκη ομογενοποίησης της πολιτικής του τόσο η εντός του συγκρούσεις θα αυξάνονται. Η άλλη επιλογή της επανίδρυσης ανοίγει ένα δρόμο για ευρύ κοινωνικό διάλογο.

Αυτός ο διάλογος όμως θα οδηγήσει μοιραία στην αντιπαράθεση και σύγκρουση μεταξύ των αυτάρεσκων δυνάμεων της αριστερής μεταπολιτευτικής γραφειοκρατίας που αποτελούν τον πυρήνα του μηχανισμού του Σύριζα αφ' ενός, και της κοινωνίας αφετέρου. Η ατομική προσχώρηση σ' αυτόν το διάλογο δεν έχει κανένα νόημα δεδομένου πως μια τέτοια σύγκρουση (όπως περιγράφηκε) απαιτεί ένα δεύτερο πόλο συγκροτημένο πολιτικά και οργανωτικά.

Η απ' τα κάτω Περιφερειακή  Κεντρομόλος Αμεσοδημοκρατική συγκρότηση της κοινωνίας είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη και προϋπόθεση συμμετοχής σ' ένα τέτοιο διάλογο εφ' όλης της ύλης, χωρίς ταμπού και χωρίς αγκυλώσεις. Η Πολιτική στη μεγαλοπρέπειά της! Όχι με λόγια αλλά με άμεσες πρωτοβουλίες τοπικών και θεματικών συγκροτήσεων και Συνθέσεων.

Εξάλλου όποια κι αν είναι η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ η συγκρότηση του Νέου μεταπολιτευτικού πολιτικού υποκειμένου είναι ζητούμενη όσο ποτέ.

 

Ηλίας Γεωργαλής, Αστακός 26/5/2012

Ανατροπή τώρα!!! 10 ενεργοί πολίτες

Ανατροπή τώρα!!!

 

Πολιτική Παρέμβαση 10+1 ενεργών πολιτών

 

 

Η προεκλογική περίοδος σχεδιάστηκε και διεξάγεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτραπεί κάθε συζήτηση για την ουσία των μέτρων της 2ης δανειακής σύμβασης και του μνημονίου.

Ήθελαν και μάλλον το πέτυχαν να μη γίνουν κατανοητές οι συνέπειες των μέτρων (άμεσες και μεσοπρόθεσμες) στους εργαζόμενους και τη χώρα.

Κυρίως ήθελαν να μη φανεί που πραγματικά το πάνε οι δανειστές, αφού όλοι ξέρουν, πολύ περισσότερο οι ίδιοι, πως το ονομαστικό χρέος που συσσώρευσαν στη χώρα δεν πρόκειται να πληρωθεί.

Η συζήτηση σταμάτησε, αφού όλα τα όργανα των δανειστών εντός της χώρας (όλα ανεξαιρέτως τα ΜΜΕ, κόμματα, κρατικοδίαιτο πανεπιστημιακό κατεστημένο, κλπ), αλλά και εκτός της χώρας (επεμβάσεις από κάθε είδους «θεσμικούς» παράγοντες) χρησιμοποίησαν το φόβο, τον πανικό και την τρομοκρατία εναντίον του λαού που αμφισβήτησε τα σχέδιά τους.

Εξαπέλυσαν «τις επτά πληγές του Φαραώ»: Σεισμούς, λιμούς, λοιμούς, καταποντισμούς, στίφη από ακρίδες, φωτιά από τον ουρανό χρησιμοποιήθηκαν ώστε στις δεύτερες εκλογές οι εργαζόμενοι να επανέλθουν στις απαιτήσεις των δανειστών, δηλαδή στην επικύρωση των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων. Ο λόγος είναι ότι αυτές αποτελούν αποφασιστικές προϋποθέσεις για την τελική λύση που επιδιώκουν.

Τα κύρια σημεία των δανειακών συμβάσεων και μνημονίων που θέλουν να κατοχυρώσουν είναι:

– Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η νομιμοποίηση των ατομικών, δηλαδή συνθηκών δουλοπαροικίας.

– Το κλείσιμο εκατοντάδων οργανισμών του δημοσίου και η απόλυση 150.000 εργαζομένων του δημοσίου.

– Η υπαγωγή όλης της περιουσίας του δημοσίου στην εταιρεία αξιοποίησής της, με επικεφαλής τον Κουκιάδη, όπου μέσω του ειδικού λογαριασμού θα πληρώνονται κατά προτεραιότητα οι δανειστές.

– Η συρρίκνωση έως εξαφάνιση των συστημάτων παιδείας, υγείας, ασφάλισης, σύνταξης.

– Η δυνατότητα κατάσχεσης της δημόσιας περιουσίας με βάση το αγγλικό δίκαιο και αποφάσεις των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου.

– Η κατάτμηση της χώρας σε ειδικές οικονομικές ζώνες (ΕΟΖ), όπου λειτουργεί στην κυριολεξία το «μπάστε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε».

– Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, όπου με τον τρόπο που επιχειρείται, τις οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στα χέρια των δανειστών.

Γιατί το χρέος δεν πρόκειται να πληρωθεί;

Κατ' αρχήν το θέμα δεν αφορά μόνο μια χώρα, αλλά όλες τις υπερχρεωμένες χώρες (δηλαδή τις περισσότερες). Η υπερχρέωση είναι χαρακτηριστικό της κρίσης υπερσυσώρευσης του κεφαλαίου. Σήμερα οι απαιτήσεις των δανειστών από υπερχρεωμένες χώρες αντιπροσωπεύουν 50 φορές το ΑΕΠ του πλανήτη μιας χρονιάς!

Η χώρα μας έχει αποπληρώσει πολλές φορές τα δανεικά, όπως και πολλές άλλες χώρες. Με διάφορες κομπίνες που στήνουν οι δανειστές χρησιμοποιώντας ελεγχόμενες (εξαγορασμένες) κυβερνήσεις των χρεωμένων χωρών πολλαπλασιάζουν ιλιγγιωδώς τα χρέη τους. Με παράγωγα των παραγώγων, σορταρίσματα, suaps, μοχλεύσεις, κλπ στήνουν τον απίστευτο χορό της κερδοσκοπίας.

Αυτές οι διαδικασίες έχουν και μία άλλη συνέπεια. Μέσω της αλληλλοδιαπλοκής των κεφαλαίων που προκαλούν στον παγκόσμιο οικονομικό χώρο αυτά τα κερδοσκοπικά τεχνάσματα, κάνουν «αδύνατο» τον περιορισμό των συνεπειών της κατάρρευσης μιας χώρας στις υπόλοιπες, και στο σύνολο των παγκοσμιοποιημένων κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Έτσι εξηγούνται οι εκτιμήσεις διαφόρων οίκων και ειδικών πως η κατάρρευση της χώρας μας θα δημιουργήσει ντόμινο καταρρεύσεων.

Συνδυάζοντας λοιπόν τα προηγούμενα είναι φανερό πως αν οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρώπης ελέγξουν την κρίση, έστω και προσωρινά, θα κρατήσουν την Ελλάδα εντός της Ευρωζώνης.

Πως όμως θα γίνει αυτό και με τι κέρδος γι' αυτούς;

Η διαδικασία είναι αποφασισμένη και επιμελώς σχεδιασμένη. Η εφαρμογή των μέτρων του Ιουνίου σύντομα θα αποδείξει δυο πράγματα:

α) Η ύφεση θα μεγαλώσει, τα έσοδα θα καταρρεύσουν και η ανεργία θα διπλασιαστεί.

β) Η προσπάθεια προώθησης των διαρθρωτικών αλλαγών (απολύσεις στο δημόσιο, κλείσιμο δημόσιων επιχειρήσεων και ξεπούλημα άλλων) θα δείξει έλλειψη κυβερνητικής αποφασιστικότητας για την πλήρη εφαρμογή τους.

Σ' αυτό το σημείο θα εμφανιστούν πάλι οι δανειστές. Θα διαπιστώσουν πως το πρόγραμμα δεν βγαίνει και πως η κυβέρνηση δεν προωθεί αποφασιστικά τις απαιτούμενες αλλαγές. Έτσι θα προτείνουν νέο κούρεμα του χρέους της τάξης του 90%. Επειδή όμως φρόντισαν ώστε το χρέος να είναι κρατικό (οφείλουμε πλέον στην ΕΚΤ και στις κεντρικές τράπεζες των ευρωπαϊκών χωρών), το κούρεμα πρέπει να γίνει με σοβαρά ανταλλάγματα.

Τα διαφαινόμενα ανταλλάγματα είναι τουλάχιστον τρία:

α) Η Εταιρεία αξιοποίησης της περιουσίας του δημοσίου θα περάσει στην άμεση ιδιοκτησία των δανειστών. Σημειωτέον ότι σ' αυτήν ανήκουν: Ενέργεια (ΔΕΗ), νερό, λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμοι, μεταφορικά μέσα, τυχερά παιχνίδια, ορυκτός πλούτος, ακίνητα-γη δημοσίου, κλπ.

β) Ο καθορισμός ειδικών οικονομικών ζωνών (ΕΟΖ) όπου με διαδικασίες Fast Track οι δανειστές θα κάνουν κυριολεκτικά ό,τι γουστάρουν σε νησιά, βραχονησίδες (πρόγραμμα Ήλιος), ηπειρωτική χώρα, κλπ..

γ) Το πέρασμα των τραπεζών στην άμεση ιδιοκτησία των δανειστών. Κυρίως ενδιαφέρονται για την Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ώστε οι υποθηκευμένη ιδιωτική περιουσία να περάσει άμεσα στα χέρια τους. Η παραπάνω πορεία θα βρει την ολοκλήρωσή της στην ευρωδραχμή (διπλό νόμισμα). Ένα νόμισμα μόνο για εσωτερική χρήση των δουλοπάροικων, υποτιμημένο στο «μισό» σε σχέση με το Ευρώ. Η χώρα θα πληρώνει τις υποχρεώσεις της προς τα έξω σε Ευρώ, τους δουλοπάροικους σε ευρωδραχμές. Ένα νόμισμα απόλυτα συνδεδεμένα με το Ευρώ που δεν μπορεί να ανταλλαχθεί ελεύθερα με άλλα νομίσματα, αλλά μόνο με Ευρώ. Μ' άλλα λόγια ένα νόμισμα που είναι υποχρεωμένο να στηρίζει όλες τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα έναντι των δανειστών και απορρέουν από τις δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια. Ήδη ο κατ' επάγγελμα λαγός των δανειστών (Καραντζαφέρης) ξανακτύπησε. Μετά το ρόλο του λαγού που έπαιξε στην Πρωθυπουργοποίηση του Παπαδήμου, τώρα έκανε προγραμματική του θέση την ευρωδραχμή.

Η πραγματοποίηση των παραπάνω θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της οικονομικής και πολιτικής κατοχής της χώρας. Μιας κατοχής που για να διατηρηθεί αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει την χρήση κατασταλτικών και ίσως στρατιωτικών μηχανισμών.

 Έχουμε άλλη ελπίδα από το ανακόψουμε τώρα την παραπάνω πορεία; Να κάνουμε έστω και τώρα αυτό, που δεν κάναμε Μάιο – Ιούλιο του 2010;

Προϋπόθεση γι' αυτό είναι να αποκρούσουμε μέχρι τέλους τον εκβιασμό. Εκβιασμό και κατατρομοκράτηση ενός λαού που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο χωρίς τη χρήση στρατιωτικής βίας. Αφού εξάντλησαν όλες τις δυνατότητές τους, από τη χρήση των παγκοσμιοποιημένων οργάνων της τρόϊκα (Μέρκελ, Σόϊμπλε, Όλι Ρεν, Μπαρόζο, Ρομπάϊ, Χρ. Λαγκάρντ, κλπ) ανασύρουν πια ό,τι χαρτί τους απομένει. Από τον Κον Μπετίτ, Μοσκοβισί (νέος υπουργός του ελπιδοφόρου Ολάντ!), Ομπάμα, μεγαλοπαράγοντες, όπως ο Σόρος, κλπ, μέχρι την περικοπή συμφωνημένων χρηματικών ποσών («έναρξη» οικονομικού πολέμου).

Την κύρια ευθύνη βέβαια εκφοβισμού του λαού έχουν αναλάβει τα εσωτερικά όργανα της τρόϊκα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ). Κάνουν λυσσασμένη επίθεση   καθημερινά στο ΣΥΡΙΖΑ, ανασύροντας κάθε είδους εκφοβιστικό μέσο, ξεκινώντας από την τρομοκρατία (που «υποθάλπει» ο ΣΥΡΙΖΑ!) και φθάνοντας μέχρι την βιβλική καταστροφή, που θα φέρει δήθεν η δραχμή στον Έλληνα πολίτη. Δεν είναι δυνατόν να μη παρατηρήσει κανείς πως η επίθεση στο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην ουσία επίθεση στον ελληνικό λαό που τολμά να αντιστέκεται. Την ίδια στιγμή που τον εκβιάζουν, προσπαθούν και να τον εξαπατήσουν, κάνοντας συνεχώς κωλοτούμπες από τη διακηρυγμένη τους πολιτική υπέρ των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων. Από την αποδοχή όλων των μέτρων πήγαν στην «σοβαρή» επαναδιαπραγμάτευση (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) και από τη θέση της ΔΗΜΑΡ ότι «δεν μπορούν να ανακληθούν τώρα οι υπογραφές της χώρας στα μνημόνια», στη σταδιακή αποδέσμευση από τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις. Είμαστε υποχρεωμένοι να επισημάνουμε πως ο «Δούρειος ίππος» των δανειστών στις 18 Ιούνη θα είναι κυρίως η ΔΗΜΑΡ.

Σίγουρα όμως η τρομοκρατία και οι εκβιασμοί θα ενταθούν εναντίον μας αμέσως μετά τις εκλογές. Γι' αυτό είναι απαραίτητη η συγκρότηση του πιο πλατιού λαϊκού Μετώπου με επίκεντρο την αριστερά χωρίς αποκλεισμούς απόψεων και νομιμοποιημένων κοινωνικών πρακτικών. Ενός Μετώπου, που ενώ θα αποκρούει τις επεμβάσεις του βορειοευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου, θα αναπτύσσεται παράλληλα σε όλα τα επίπεδα των δικαιωμάτων και αναγκών των εργαζομένων. Ενός Μετώπου που θα σχεδιάζει και την μετά ευρώ εποχή, ειδικά όσον αφορά τον ευρωπαϊκό νότο και την ανατολική Μεσόγειο.

 

11 Ιούνη 2012

 

Αντώνης Ναξάκης, Μαθηματικός, Κολυμπάρι Χανίων

Βασίλης Βασιλειάδης, Πληροφορικός-Παιδαγωγός, Πύργος Ηλείας

Βασίλης Δημόπουλος, Φυσικός, Πάτρα Αχαΐας

Γιάννης Ρήγος, Μηχ. Μηχανικός, Αθήνα

Ηλίας Γεωργαλής, Οδοντίατρος, Αστακός Αιτωλοακαρνανίας

Νίκος Μπέκης, Φιλόλογος, Βέροια Ημαθίας

Παναγιώτης Ανανιάδης, Γεωλόγος-Θεολόγος, Θεσσαλονίκη

Παναγιώτης Βήχος, Μουσικοσυνθέτης, Αθήνα

Παναγιώτης Μπούρδαλας, Φυσικός-Θεολόγος, Πάτρα Αχαΐας

Τάσος Σχίζας, Πολ. Μηχανικός, Πάτρα Αχαΐας

 ****

Συνυπογραφές:

11.06.12: Κώστας Κορδάτος, Μηχανολόγος-Καθηγητής ΤΕΕ, Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας

 

Η ουρά της Μέρκελ….

Η ουρά της Μέρκελ….

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


Όπως έκαμαν τα χείριστα, λένε και τα πλέον ξεδιάντροπα!  Ένα παράδειγμα: Είναι, λένε, ο Καμένος, ουρά του ΣΥΡΙΖΑ! Ισχύει αυτό στην πραγματικότητα; Σε καμιά περίπτωση!

Είναι σαφέστατα και οι μεν και οι δε εναντίον των δοσίλογων και των τοκογλύφων. Αλλά ασφαλώς έχουν και κάποιες άλλες-καθόλου αμελητέες- διαφορές. Οι οποίες όμως μπορούν και πρέπει να υπερβαθούν για το καλό και τη σωτηρία της πατρίδας απ' την καταστροφή.

Στην οποία μας έχουν οδηγήσει οι άσωτοι σωτήρες του δικομματισμού με τα απάνθρωπα, σε βάρος του λαού, μέτρα τους και την πρωτοφανή σε βάρος της πατρίδας προδοσία τους.

Και με την περί «ουράς», κατά του Καμένου, μομφή τους, προσπαθούν να κρύψουν το γεγονός ότι οι ίδιοι είναι ουρά της Μέρκελ και των τοκογλύφων.

Και πρωταγωνιστές της προδοσίας και του ξεπουλήματος της πατρίδας. Και, αντί να ντρέπονται και να κρύβονται, έχουν το απύθμενο θράσος να κατηγορούν αυτούς, που αρνούνται να τους ακολουθήσουν στο προδοτικό τους κατρακύλισμα… Τόση διαστροφή!

Κι ακόμη: Επισκέφτηκε, λέει, ο Καμένος τους σχισματικούς της Μονής Εσφιγμένου!… Κι αυτό ήταν «μέγα πολιτικό σφάλμα»! Όπως λένε κάποια εξωνημένα και καλολαδωμένα ΜΜΕ προφανώς της ασφάλτου! Και όχι βέβαια αγιορείτες!…

Τα οποία ΜΜΕ κόπτονται συν τοις άλλοις και για τη νομιμότητα. Στην οποία τόσα χρόνια πρόσφεραν ασυλία. Όπως κι η νομιμότητα προσέφερε την ασυλία της στην πολιτική αλητεία, προκειμένου να κλέβει και να ληστεύει. Και συλλήβδην να εξαθλιώνει το λαό και να ξεπουλάει την πατρίδα.

Γεγονότα και πραγματικότητες, που καθόλου δεν τις έβλεπαν τα νομιμόφρονα ΜΜΕ, που ακομπανιάρουν, τώρα, το όργιο της τρομοκρατίας σε βάρος του λαού. 

Και προσπαθούν με όλους τους τρόπους να τον υποχρεώσουν να σκύψει κάτω απ' το ληστρικό και ατιμωτικό καθεστώς. Το δικό τους και των τοκογλύφων…

Και ψάχνουν να βρουν κάποιες σκόνες στα μάτια του Καμένου ή του Τσίπρα και δεν βλέπουν τα δοκάρια, που είναι μπηγμένα σα μάτια τα δικά τους και των απατεώνων πολιτικάντηδων.

Και πιστεύουν ότι ο Πατριάρχης θ' ασχοληθεί με τι δικές τους κουτοπονηριές και στενοκεφαλιές, στις οποίες προσπαθούν να παγιδεύσουν αυτόν και ένα μέρος του λαού.

Και πέρα απ' όλα αυτά έχουν κυκλοφορήσει κι ένα ξεδιάντροπο σποτάκι: Με κάποιον, που πάει σε εστιατόριο με την παρέα του. Κι αφού καταβροχθίζει τον αγλέορα, ύστερα αρνείται να πληρώσει. Με αποτέλεσμα οι μπράβοι του εστιατορίου να τον βγάλουν σηκωτό απ' το εστιατόριο.

Και δεν καταλαβαίνουν οι ανεγκέφαλοι ότι το σποτάκι αυτό "τους πάει γάντι". Γιατί ποιοι άλλοι, εκτός απ' αυτούς, τους τεμπέληδες και χαραμοφάηδες, κατέφαγαν το καταπέτασμα του λαού!

Που, όχι μόνο δεν πληρώνουν για το τσιμπούσι της αλητείας τους, αλλά υποχρεώνουν με τη βάρβαρη και ληστρική νομιμότητά τους το λαό να πληρώσει τα σπασμένα.

Έχει, λοιπόν, ή δεν έχει ο λαός ιερό καθήκον να τους πετάξει στον Καιάδα της λεηλασίας και της μυριαπόδεικτης απάτης τους;

Κι όχι βέβαια σηκωτούς ,αλλά κλοτσηδόν!

Και με την ευκαιρία: Είδαμε τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος κάποιον αρχιμανδρίτη να υποδέχεται τον κ. Σαμαρά στην είσοδο της Αγίας Τριάδας της Κηφισιάς.

Για ποιο λόγο άραγε;

Έκαμε ο άγιος αρχιμανδρίτης το ίδιο και για όλους τους άλλους, που εκείνη τη μέρα εκκλησιάστηκαν στο ναό της ενορίας του; Ασφαλέστατα όχι! Γιατί, λοιπόν, τόση, κατά τον άγιο Ιάκωβο, προσωποληψία!

Για να θαυμάσει ο λαός τη θρησκευτικότητα ενός διαπρεπούς εκπροσώπου της Μπίλντεμπεργκ;  Ή για να δείξει ο άγιος αρχιμανδρίτης πόσο ευπειθέστατος είναι σε κάποιον εκπρόσωπο της «δεξιάς» του Μαμωνά!


παπα-Ηλίας, 11-6-2012

ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ DNA

ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ DNA

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

H Γερμανία εμφανίζεται σήμερα ως η πλέον ανθελληνική χώρα. Αν και ανθελληνικά δημοσιεύματα «κοσμούν» σχεδόν όλες τις εφημερίδες και όλα τα περιοδικά χωρών της Δυτικής Ευρώπης, τα γραφέντα στον γερμανικό τύπο υπερβαίνουν σε σκληρότητα. Ένα από τα γερμανικά περιοδικά στο εξώφυλλό του χαρακτήρισε τους Έλληνες απατεώνες. «Γουρούνια του Νότου» είναι προσφιλής χαρακτηρισμός των μεσογειακών λαών της Ευρώπης εκ μέρους των βορείων συνηπειρωτών μας.

Επειδή ο γερμανικός είναι κατ' εξοχήν πειθαρχικός λαός οι κατά καιρούς εκτιθέμενες απόψεις κυβερνητικών παραγόντων, δημοσιογράφων και σχολιαστών σε βάρος της χώρας μας τον επηρεάζουν τόσο στις σχέσεις του με τους στη Γερμανία εγκαταστημένους Έλληνες, όσο και στην απόφασή τους να πραγματοποιήσουν διακοπές στην Ελλάδα. Η στάση αυτή γεννά από αντίδραση αντιγερμανικά σύνδρομα στον λαό μας, αν και όχι τόσο έντονα, καθώς ούτε πειθαρχικοί είμαστε ούτε όμως εύκολα καλλιεργούμε εχθρικές διαθέσεις προς άλλους λαούς. Επειδή είναι του συρμού να γίνεται λόγος για το ανθρώπινο γονιδίωμα, μια από τις σχετικά πρόσφατες ανακαλύψεις στον χώρο της γενετικής, ρέπουμε στο να υποστηρίζουμε ότι τόσο η δική μας συμπεριφορά, όσο και του γερμανικού λαού υπαγορεύονται από το DNA. H άποψη αυτή είναι άκρως αντιεπιστημονική και συνάμα στερητική της ελευθερίας του προσώπου. Αν η συμπεριφορά του ανθρώπου υπαγορεύεται από την κληρονομική του ουσία, τότε αυτός είναι παντελώς ανεύθυνος για τις πράξεις του και τις παραλείψεις του.

Οι δύο λαοί ανήκουν σε δύο διαφορετικές πολιτιστικές σφαίρες, όσο και αν περί του αντιθέτου πολλά υποστηρίζονται σήμερα κυρίως από εγχώριους γραικύλους. Πολύ ενωρίς ήλθαν σε αντίθεση, μόλις στις αρχές του 9ου μ.Χ. αιώνα. Τότε οι Φράγκοι, κυριότεροι εκπρόσωποι των οποίων σήμερα είναι οι Γερμανοί, δια του Καρλομάγνου, επιδίωκαν την αναγνώριση στη Δύση ότι η φραγκική ήταν το διάδοχο σχήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και όχι η Ρωμανία, η καθ' ημάς Ανατολή, δηλαδή το Βυζάντιο, όπως οι Φράγκοι την αποκάλεσαν μετά την κατάλυσή της από τους Οθωμανούς. Την αναγνώριση αυτή επέτυχαν καθιστώντας δια των όπλων υποτελή τον Πάπα, ο οποίος συν τω χρόνω υιοθέτησε το φραγκικό αιρετικό δόγμα του filioque. Από τότε ο όρος Γραικός, τον οποίο διακαώς επιθυμούσε να επανεισάγει ο Κοραής, αντί του Ρωμηός, πέραν της εθνικής στις γλώσσες των λαών της Δύσης απόκτησε και άλλες σημασίες όπως άτιμος, απατεώνας, κλέφτης! Και οι έννοιες αυτές περιέχονται ακόμη στα λεξικά της εποχής μας. Εμείς δεν έχουμε ασφαλώς λόγους να αποποιούμαστε κάποιο από τα εθνικά μας ονόματα, διότι κανένα δεν είναι βουτηγμένο από τους προγόνους μας στην ντροπή. Είμαστε Έλληνες και Ρωμηοί και Γραικοί και Γιουνάνηδες (Ίωνες), όπως μας θέλουν οι Ανατολίτες.

Οι βάρβαροι Γερμανοί δέχθηκαν την εκπολιτιστική επίδραση της Ρωμανίας μέσω των επιγαμιών. Αυτή όμως δεν στάθηκε αρκετή, ώστε να αποτραπεί η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους «σταυροφόρους» της Δ΄ «Σταυροφορίας». Έτσι οι Φράγκοι, συνεπικουρούμενοι από Λατίνους, επέτυχαν θανάσιμο πλήγμα κατά της μισητής τους αυτοκρατορίας, της μισητής σήμερα και από πλείστους εκφραγκευμένους Γραικούς – Γραικύλους. Ακολούθησε η φυγή των λατινοφρόνων λογίων στη Δύση και η λεγόμενη δυτική Αναγέννηση. Οι Ρωμηοί έζησαν φρικτή δουλεία τεσσάρων και πέντε ακόμη αιώνων. Τέλος οι ισχυροί της Δύσης για τα συμφέροντά τους παρενέβησαν, ενώ η ελληνική επανάσταση βρισκόταν στο ψυχορράγημά της, και σχημάτισαν το νεοελληνικό κράτος, ένα προτεκτοράτο τότε και σήμερα, το οποίο ως πρώτο βασιλιά είχε Βαυαρό (Φράγκο).

Συνηθίζουμε να επιρρίπτουμε όλα τα κακά που μας βρήκαν στους ξένους. Πότε δεν ασκήσαμε αυτοκριτική. Ποτέ δεν θέσαμε το ερώτημα: Πότε χρειάστηκαν εντολοδόχους στην πατρίδα μας και δεν προσφέρθηκαν πλείστοι όσοι να τεθούν στην υπηρεσία τους; Τι άραγε συνέβη; Μήπως είχαμε μεταλλάξεις του DNA όλων αυτών των απάτριδων γραικύλων; Ασφαλώς όχι. Είχαμε εκ μέρους τους απεμπόληση της παράδοσης του λαού μας, την ελληνορθόδοξης παράδοσης, και αποδοχή των «πολιτιστικών αξιών» της Δύσης «δια μιαν δολεράν καλημέραν των πρέσβεγων των ανθρωποφάγων», κατά Μακρυγιάννη!

Οι δυτικοί, και ιδίως οι Φράγκοι, δεν υιοθέτησαν ποτέ το πνεύμα των προγόνων μας, διότι δεν το κατανόησαν. Το παραχάραξαν, όπως προηγουμένως και το πνεύμα του Ευαγγελίου του Χριστού. Όσοι από αυτούς κατάφεραν να ξεπεράσουν τη βαρβαρότητα, και ας μη φανταζόμαστε ότι την ξεπέρασαν, επειδή ανέπτυξαν την επιστήμη, αισθάνθηκαν πολύ μειονεκτικά έναντι των προγόνων μας. Κορυφαίοι των γραμμάτων τους δεν το απέκρυψαν σε κείμενά τους. Παραθέτουμε αποσπάσματα κειμένων δύο εκπροσώπων της γερμανικής διανόησης. Ο ποιητής Σίλλερ έγραψε στην αρχή του 19ου αιώνα: «Καταραμένε Έλληνα! Όπου να γυρίσω τη σκέψη μου, όπου να στρέψω την ψυχή μου, μπροστά μου σε βλέπω, σε βρίσκω. Τέχνη λαχταρώ, ποίηση, θέατρο, αρχιτεκτονική, εσύ μπροστά πρώτος και αξεπέραστος. Επιστήμη αναζητώ, μαθηματικά, φιλοσοφία, ιατρική, κορυφαίος και ανυπέρβλητος. Για δημοκρατία διψώ, ισονομία και ισότητα, εσύ μπροστά μου ασυναγώνιστος και ανεπισκίαστος. Καταραμένε Έλληνα, καταραμένη γνώση…». Και ο τραγικός Νίτσε στο έργο του «Η γέννηση της τραγωδίας» (1872) έγραψε: «Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη από βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό πρότυπο, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο».

Οι κοραϊστές όμως, ως γραικύλοι, έκαναν «έργο καλό» στη διακυβέρνηση και στην εκπαίδευση. Ο λαός μας αντιστάθηκε, πλην όμως τελικά χωρίς ηγέτες υπέκυψε περί το τέλος του 20ου αιώνα και, απεμπολώντας την παράδοσή του, υιοθέτησε τον δυτικό «πολιτισμό»! Ασφαλώς δεν είχαμε και στην περίπτωση αυτή κάποια μετάλλαξη του γονιδιώματός του. Είχαμε κατάπτωση πνευματικών αξιών. Απομακρυνθήκαμε από τον Θεό και μας εγκατέλειψε η χάρη Του, που συνόδευε τους προγόνους μας. Υιοθετήσαμε καθυστερημένα τον φιλοσοφικό υλισμό (Α΄ μισό του 20ου αιώνα) και αναλωθήκαμε στη συνέχεια από τον πρακτικό υλισμό (Β΄ μισό). Καταγγέλλουμε τους Γερμανούς για τις αγριότητες στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της κατοχής. Αλλά υπήρξαν Έλληνες που συνεργάστηκαν μαζί τους και ουδέποτε έδωσαν λόγο στη δικαιοσύνη. Δωσιλόγων παιδιά ανήλθαν υψηλά στην ιεραρχία της χώρας μας και εμπλέκονται σε πρόσφατα οικονομικά σκάνδαλα σε βάρος της.

Οι Γερμανοί, που κατηγορούν τους Έλληνες για απατεώνες, εκπαίδευσαν στα διαπρεπή πανεπιστήμιά τους πολιτικούς, που οδήγησαν τη χώρα μας στο σημερινό της κατάντημα, «συνεργάστηκαν» μ' αυτούς δωροδοκώντας τους και δεν εκδίδουν στις ελληνικές αρχές, για να δικαστούν κάποιοι ένοχοι. «Ανήκομεν εις την Δύσιν» ήταν το σύνθημα που μεσουρανούσε κατά τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης. Ουδείς διεμαρτυρήθη για την ιεροσυλία. Δεξιοί και αριστεροί ήσαν ποτισμένοι από το φαρμάκι της Δύσης και αυτό φρόντισαν να διοχετεύσουν και στον λαό. Και το πέτυχαν. Τώρα είμαστε υποχείρια της Δύσης! Εκλιπαρούμε να μας εξασφαλίζουν την επιούσια χοιροτροφή. Τώρα όμως δεν είμαστε ούτε Έλληνες ούτε Ρωμηοί ούτε Γραικοί. Είμαστε φραγκευμένοι. Τώρα μας πρέπει ο χαρακτηρισμός απατεώνας. Τέτοιοι διαχρονικά υπήρξαν οι της Δύσης. Όχι εξ αιτίας του DNA, αλλά εξ αιτίας της απληστίας τους και της απανθρωπιάς τους.

                                                                        «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 11-6-2012

Όταν οι βεβαιότητες εξανεμίζονται

Όταν οι βεβαιότητες εξανεμίζονται (Ιδεολογικές διαστάσεις της πολιτικής αντιπαράθεσης)

 

Του Βένιου Αγγελόπουλου

 

Βασίλη κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης

Για ν' αποχτήσεις πρόβατα, χωράφια και γελάδια…

 

Κρίση επιβίωσης ίσον κρίση του πολιτικού συστήματος

Από τη στιγμή που η κοινωνική ισορροπία έχει πάει περίπατο, που ο καθένας βλέπει στον άμεσο περίγυρό του κλειστά μαγαζιά, άνεργους νέους και γέρους, απλωμένα χέρια ζητιανιάς, αρρώστους χωρίς φάρμακα, μαχαιρώματα για μια τσάντα ή απλά για το χρώμα του δέρματος, ανθρώπους που αυτοκτονούν και άλλους που ψάχνουν τρόφιμα στα σκουπίδια της λαϊκής, οι άνθρωποι αλλάζουν.

Αλλάζει ο ψυχικός τους κόσμος, αλλάζουν τα μυαλά τους, η κοσμοαντίληψη τους, ο τρόπος που βλέπουν τον εαυτό τους και τις σχέσεις τους με την κοινωνία. Γκρεμίζονται οι αξίες, οι βεβαιότητες, το προστατευτικό δίχτυ ασφάλειας που ο καθένας έχει υφάνει ή αποδεχτεί από μικρή ηλικία. Ο Βασίλης όχι μόνο γελάδια δεν θα αποχτήσει, αλλά κινδυνεύει να χάσει και το πουκάμισό του…

Όταν παρόμοια ψυχολογικά φαινόμενα αγγίζουν πλήθος ανθρώπων, τότε παράγονται κοινωνικές αντιδράσεις. Η μορφή τους ποικίλλει. Τα δύο τελευταία χρόνια είχαμε απ' όλα: από τεράστιες συναθροίσεις οργής που έφτασαν μέχρι και να οδηγήσουν σε κυβερνητικές αλλαγές (ανασχηματισμός Παπανδρέου, συγκυβέρνηση Παπαδήμου) μέχρι επιμέρους παρεμβάσεις στην καθημερινότητα, όπως οι φτηνές πατάτες ή το κίνημα των διοδίων. Μορφές γενικής διαμαρτυρίας ή επιμέρους ανατροπής. Αντιδράσεις όχι απολίτικες όπως θάθελαν κάποιοι, αλλά βαθύτατα πολιτικές, χωρίς όμως πολιτικό εκφραστή, τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση. Είχαμε μια γενικευμένη κρίση αντιπροσωπευτικότητας, αλλά ταυτόχρονα και μια πολιτική βούληση που εκφραζόταν με το σύνθημα «Πάρτε το μνημόνιο και φύγετ' από ‘δω!» [1].

Το σύνθημα αυτό αποδείχτηκε κεντρικότατο. Τα κόμματα που στήριζαν το μνημόνιο (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ) είχαν γύρω στο 80% των ψήφων στην προηγούμενη Βουλή: στις πρόσφατες εκλογές έπεσαν στο 42% (32% για ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, γύρω στα 10% για τα τέσσερα κόμματα που δεν μπήκαν στη Βουλή). Τη διαφορά αυτή των ψήφων την καρπώθηκαν βασικά τέσσερα κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ, Ανεξάρτητοι Έλληνες, Χρυσή Αυγή), που, ενώ εκτείνονται σε ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα από την αριστερά μέχρι τη νεοναζιστική δεξιά, είχαν θέσει σε πρώτη προτεραιότητητα το μνημόνιο, εναντίον του οποίου υπόσχονταν ότι θα δράσουν. Και επιπλέον, μετά τις 7 Μαΐου, τα μνημονιακά κόμματα έκαναν μια αξιοθαύμαστη παρθενορραφή, κι αντί να μιλάνε για μονόδρομο ή για αναγκαίο κακό, το γύρισαν στην επαναδιαπραγμάτευση.

Φτάσαμε επομένως στο εξής παράδοξο:  Όλοι πλέον είναι εναντίον του μνημονίου, ακόμη κι αυτοί που το ψήφισαν, και βεβαίως αυτοί που άσκησαν την πολιτική που μας οδήγησε στη χρεοκοπία κι αυτοί που τους καθοδήγησαν (με το αζημίωτο). Και εφόσον όλα τα κόμματα συμφωνούν πως τα μνημόνια είναι κακά, δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε πώς θα απαλλαγούμε από τις συνέπειές τους, αλλά πώς θα παραμείνουμε αρεστοί σ' αυτούς που μας τα επέβαλαν: τις αγορές και τους εταίρους. Αυτή είναι η συλλογιστική και η ατζέντα που προωθεί η συγχορδία των ΜΜΕ και των μνημονιακών κομμάτων.

Ο εξοβελισμός του μνημονίου στην Αυτοκρατορία του Κακού δεν αρκεί. Πρέπει να δούμε και πώς θα απαλλαγούμε από αυτό, και προφανώς από τις συνθήκες που το γέννησαν. Και καθώς έχουμε εκλογές, αυτό δεν σημαίνει μόνον να υπάρξει ένα σχέδιο δράσης κι ένα πολιτικό υποκείμενο που θα το υλοποιήσει. Χρειάζεται η πλειοψηφία του κόσμου να πεισθεί για τη γραμμή πλεύσης, και όχι απλώς να αναθέσει σε κάποιους τη σωτηρία του, αλλά να συμβάλλει ενεργά σ' αυτή τη σωτηρία, μη επιτρέποντας να σχηματισθούν καινούργιοι σωτήρες που δρουν και αποφασίζουν για λογαριασμό του χωρίς να υποφέρουν τα δικά του πάθη.

Να πεισθεί λοιπόν ο κόσμος: με το μυαλό, με την καρδιά και με το χέρι. Με τη δράση, το συναίσθημα και το επιχείρημα. Και επιχείρημα σημαίνει πολιτικό επιχείρημα, λόγος που να γαντζώνει και να θυλακώνει στις προσλαμβάνουσες του άλλου, λόγος που απευθύνεται στην ιδεολογία του ακροατή, και μάλιστα μια ιδεολογία η οποία σε στιγμές κρίσης κλυδωνίζεται, και επομένως μπορεί να αποδεχτεί νέες κοσμοθεωρήσεις.

Το ιδεολογικό υπόβαθρο και η εξέλιξή του

Εξετάζοντας σχηματικά την κυρίαρχη ιδεολογία στη νεότερη ελληνική ιστορία βλέπουμε ότι περιέχει ένα μείγμα από δύο αντιμαχόμενες τάσεις. Θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε νεωτεριστική και παραδοσιακή, δυτικότροπη ή ελληνότροπη, ή ακόμα, υιοθετώντας τους μειωτικούς σημερινούς χαρακτηρισμούς των μεν προς τους δε, ευρωλιγούρηδες και ελληναράδες[2]. Και μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η ελληνική ιστορία σημαδεύτηκε από τη διαπάλη αυτών των δύο τάσεων, η οποία εκφράστηκε και με αντιμαχόμενα κόμματα, Φιλελευθεροι και Λαϊκοί. Το γλωσσικό ζήτημα, ο διχασμός του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, η εναλλαγή δημοκρατικού και δικτατορικού πολιτεύματος στο μεσοπόλεμο είχαν για υπόβαθρο αυτή την ιδεολογική σύγκρουση.

Στην Κατοχή η κυρίαρχη τάξη παραιτείται από την πολιτική ηγεμονία: κάποιοι συνεργάζονται με τον κατακτητή, κάποιοι διαφεύγουν στην αγγλοκρατούμενη Μέση Ανατολή και οι περισσότεροι προσπαθούν να επιβιώσουν περιμένοντας καλύτερες μέρες. Η απουσία της δεν εμποδίζει την αντίσταση του λαού, απλώς αυτή καθοδηγείται από ένα ολιγάριθμο και καταχτυπημένο κομμουνιστικό κόμμα και όχι πλέον από τα παραδοσιακά κόμματα. Και η μαρξιστική ιδεολογία που διαποτίζει την Εαμική παράταξη της επιτρέπει να συνθέσει δημιουργικά τις δύο αντιμαχόμενες τάσεις. Διεθνισμός και πατριωτισμός συμβιώνουν και αλληλοενισχύονται στο φρόνημα των αγωνιστών και στους θεσμούς της Ελεύθερης Ελλάδας: Θέλουμε ελεύθερη εμείς πατρίδα, και πανανθρώπινη τη λευτεριά.

Μπροστά στον κομμουνιστικό κίνδυνο η άρχουσα τάξη βάζει τις ιδεολογικές της διαφορές σε δεύτερη μοίρα, και συνθέτει και αυτή τις δύο τάσεις: Και ανήκομεν εις την Δύσιν, και είμεθα εθνικόφρονες. Και προχωράει στον Εμφύλιο με αυτή τη δυτικότροπη εθνικοφροσύνη, και συνεχίζει στο μετεμφυλιακό κράτος και στην απριλιανή δικτατορία.

Τα δύο κυβερνητικά κόμματα της μεταπολίτευσης κληρονομούν αυτό το ιδεολογικό μείγμα[3], και διαγωνίζονται ποιο θα επιδείξει τόσο τη συνεπέστερη εθνικοφροσύνη, όσο και την μεγαλύτερη εκσυγχρονιστική δεινότητα. Μέσα στις τάξεις του καθενός υπάρχουν άτομα και ρεύματα που εκφράζουν την «εκσυγχρονιστική» και την «πατριωτική» τάση, αλλά ο κύριος όγκος κινείται πραγματιστικά, καταμεσίς. Και καταμεσίς βρίσκεται και η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων τους, που δεν ενοχλείται καθόλου από την ιδεολογική αντίφαση των δύο τάσεων, τουλάχιστον όσο μπορεί και πορεύεται.

Η νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη των εννοιών

Από τη δεκαετία του 1970 αρχίζει η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμια κλίμακα (Χιλή, Αγγλία, ΗΠΑ), σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Η ηγεμονία του ολοκληρώνεται με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, και οι προπαγανδιστές του μιλάν για το «τέλος της Ιστορίας» – η οποία, παραδόξως, συνεχίζει.

Το υπόστρωμα αυτής της ιδεολογίας είναι η ελευθερία του επιχειρείν, βασισμένη στο δόγμα: «Όταν κάθε άτομο εργάζεται απρόσκοπτα για την προσωπική του ευημερία, τότε ευημερεί το κοινωνικό σύνολο». Απόρροιά του ο ατομικισμός, οι ιδιωτικοποιήσεις, η κατάργηση του κοινωνικού κράτους, η θεοποίηση των νόμων της αγοράς – δηλαδή της ανάγκης του συγκεντρωμένου κεφαλαίου για μεγιστοποίηση των κερδών πάνω απ' όλα. Αυτό οδηγεί, παγκόσμια, στη δημιουργία πλασματικών αξιών, τις οποίες κάποτε (όταν έρθει η κρίση), κάποιοι θα κληθούν να πληρώσουν: προφανώς οι οικονομικά ασθενέστεροι.

Σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του νεοφιλελευθερισμού παίζει η ιδεολογική μετάλλαξη των εννοιών. Η κοινωνία μετασχηματίζεται ραγδαία: Η πολιτική καθορίζεται όλο και περισσότερο από τις εντολές των οικονομικά ισχυρών, σε εθνικό ή υπερεθνικό επίπεδο. Πλήττονται τα ενδιάμεσα στρώματα προς όφελος των οικονομικών κολοσσών, τα φιλελεύθερα δόγματα γίνονται συνταγματικές επιταγές (Ευρωσύνταγμα), το πολιτικό προσωπικό παραχωρεί τη θέση του σε τεχνοκράτες οικονομολόγους (Παπαδήμος, Μόντι). Όλες αυτές οι αλλαγές γίνονται στο όνομα του ορθολογισμού, του εκμοντερνισμού, του εκσυχρονισμού, και καλούνται μεταρρυθμίσεις και πρόοδος. Αντίθετα, η αντίσταση απέναντί τους καλείται λαϊκισμός, συντεχνιασμός, επαρχιωτισμός, προσκόλληση στο παρελθόν και διάφορα άλλα. Οι λέξεις αυτές, συναφείς με την πρόοδο ή το αντίθετό της, είναι κληρονομημένες από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και συνυφασμένες με την προσπάθεια για την ευμάρεια του κοινωνικού συνόλου και την ισότιμη συμμετοχή όλων στα κοινά. Σήμερα χάνουν το αρχικό τους νόημα και συνδέονται με την τάση για όλο και πιο ολιγαρχική οργάνωση της κοινωνίας – ορθολογιστική κατά τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού.

Η μετάλλαξη αυτή των εννοιών δεν έγινε σε μια μέρα, ούτε προξένησε σθεναρές αντιστάσεις πέρα από τα άμεσα θιγόμενα στρώματα[4]. Και αυτό γιατί όσο η άρχουσα τάξη εξασφαλίζει την υποφερτή διαβίωση των αποκάτω, και μάλιστα με ορατές προοπτικές βελτίωσης, η εξουσία της δεν απειλείται και η ιδεολογική ηγεμονία της δεν αμφισβητείται σοβαρά. Η κοινωνία χοντρικά ισορροπεί.

Η ιστορική εσωτερική αντίφαση του νεοφιλελευθερισμού

Όντας ιστορικά και αξιακά συνδεδεμένος με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο φιλελευθερισμός έχει λύση το πρόβλημα της λαϊκής ετυμηγορίας αναδεικνύοντας εναλλακτικές πολιτικές επιλογές εντός συστήματος. Η ανάγκη ολιγαρχικής διακυβέρνησης ικανοποιείται με την αναγωγή της δημοκρατίας σε τυπική διαδικασία, σε χαρτί περιτυλίγματος.

Σε στιγμές κρίσης όμως κάποια διλήμματα αναδεικνύονται ψευδοδιλήμματα και προκύπτουν μη αρεστές κυβερνήσεις (ή κινδυνεύουν να προκύψουν όπως το 1967 στην Ελλάδα). Αρκετές φορές το θέμα έχει αντιμετωπισθεί με πραξικοπήματα, όπως την Ισπανία ή την Ουγγαρία τον περασμένο αιώνα, ή τα αναρίθμητα στρατιωτικά πραξικοπήματα στον τρίτο κόσμο. Πρόσφατα, σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αριστερές κυβερνήσεις εκλέχτηκαν στη Λατινική Αμερική και πολεμήθηκαν μόνο με πολιτικά και οικονομικά μέσα, χωρίς στρατιωτικά πραξικοπήματα (με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια: αποτυχημένο πραξικόπημα στη Βενεζουέλα, πετυχημένα σε Αϊτή και Ονδούρα).

Τα φαινόμενα δείχνουν πως και στην Ελλάδα ο πόλεμος του κεφαλαίου θα είναι κατεξοχήν πολιτικός καθώς υπάρχει αμηχανία στρατηγικής σε παγκόσμιο επίπεδο, και δεν υπάρχουν ορατές επιτόπιες εφεδρείες.

Πολιτικο-οικονομική κρίση και ιδεολογικές ανακατατάξεις

Όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση έφτασε στη χώρα μας, η άρχουσα τάξη έπρεπε να κάνει θυσίες. Θυσίασε λοιπόν το βιοτικό επίπεδο των μεσαίων και κατωτέρων στρωμάτων και την κοινωνική συναίνεση στην οποία στηριζόταν. Η ανεπάρκειά της να διασώσει οτιδήποτε άλλο εκτός από το τομάρι της[5] συναγωνιζόταν την οφθαλμοφανή δουλικότητα των ιθυνόντων απέναντι στα κελεύσματα των «αγορών». Σταδιακά, αυτό οδήγησε σε μια κρίση αντιπροσωπευτικότητας, και την απονομιμοποίηση του εκτελεστικού και προπαγανδιστικού προσωπικού: Όλο και λιγότερα άτομα αναγνώριζαν την άρχουσα τάξη ως ικανή να άρχει, ως άξια να άρχει.

Αυτό συμπαρέσυρε και την ιδεολογική της κάλυψη: Η ανάγκη των «ορθολογικών» μεταρρυθμίσεων του μνημονίου, στηριζόταν στη συλλογική ενοχή: Μαζί τα φάγαμε, όλοι φταίμε, είμαστε άξιοι της μοίρας μας, άρα όλοι μαζί πρέπει να υποστούμε θυσίες για να γίνουμε καλύτεροι. Ενώ παράλληλα, την ώρα που τα έλεγαν αυτά και οδηγούσαν τον κόσμο στην πτώχευση, διόριζαν αβέρτα κουβέρτα κολλητούς τους στις διάφορες υπηρεσίες[6]. Σαν αποτέλεσμα, όχι μόνο τη λαϊκή συναίνεση δεν αποκατέστησαν, αλλά στα «επιχειρήματά» τους ο κόσμος απαντούσε με «ουστ!» και άλλες κραυγές οργής. Μνημόνιο, πολικό προσωπικό, και δυτικότροπη ιδεολογία έγιναν πακέτο και πετάχτηκαν από πολύ κόσμο στο σκουπιδοντενεκέ της αναξιοπιστίας.

Αυτό το γεγονός επιχειρήθηκε να αγνοηθεί, ερμηνεύοντας το εκλογικό αποτέλεσμα σαν επιθυμία του λαού για κυβερνήσεις συνεργασίας. Εξού και οι προσπάθειες για οικουμενική κυβέρνηση, εξού και το παράδοξο τη μια ο Σύριζα να φταίει για τα πάντα, και την άλλη να είναι απαραίτητο συστατικό μιας κυβέρνησης συνεργασίας. Και η άρνηση του Σύριζα να συνεργαστεί με αυτούς που έβαλαν το χέρι στο μέλι τον οδήγησε σε νέα δημοκοπική άνοδο.

Η κύρια αντίθεση σήμερα, σε πολιτικό επίπεδο είναι μνημόνιο/αντιμνημόνιο: στέρησε το ΠΑΣΟΚ από τα δύο τρίτα της κοινωνικής του βάσης και διέσπασε κάθετα τη δεξιά παράταξη. Η μόνη ορατή προοπτική αλλαγής πλεύσης της χώρας είναι η καθαρή ήττα των δυνάμεων που οδήγησαν στην καταστροφή, και κάθε συνεργασία μαζί τους θα συμπαρασύρει στην ανυποληψία όσους την επιχειρήσουν.

Το αντιμνημονιακό τόξο

Το αντιμνημονιακό τόξο είναι ένα ετερογενές σύνολο. Μέσα του μπαίνουν ζητήματα πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας. Ο Σύριζα, με 17% δηλαδή το ένα τρίτο των αντιμνημονιακών ψήφων, είναι η μεγαλύτερη δύναμη αλλά όχι η μόνη, και το αξιοσημείωτο είναι πως οι πιο σκληρές επιθέσεις που δέχεται είναι από όμορες δυνάμεις – φαινόμενο που αξίζει ειδική μελέτη.

Η μέχρι τώρα επιτυχία του Σύριζα οφείλεται αφενός στο θεωρητικό του εργαλείο ανάγνωσης της κρίσης ως όξυνση του πολέμου ανάμεσα στις «αγορές» και τον κόσμο της εργασίας, αφετέρου στη συστηματική του συμπόρευση με τα κινήματα αντίστασης και αφετρίτου στην πολιτική μετάφραση των παραπάνω σε ενωτική κυβερνητική πρόταση.

Από δω και πέρα, προεκλογικά και μετεκλογικά, ο Σύριζα οφείλει να κατακτήσει την ηγεμονία σε ιδεολογικό επίπεδο. Αυτό απαιτεί να σηκώσει τη σκυτάλη της προόδου, που έχει κακοπάθει στα χέρια του νεοφιλελευθερισμού, προς όφελος της κοινωνίας πλέον, προβάλλοντας τις οραματικές και αξιακές διαφορές τους: όταν, π.χ.,  για τους μεν το Δημόσιο είναι αγελάδα για άρμεγμα ενώ για τους δε κοινωνική υπηρεσία, οι εκφράσεις «μεταρρύθμιση του Δημοσίου» ή «εθνικοποίηση των τραπεζών» αποκτούν τελείως διαφορετικό νόημα στο στόμα ενός αριστερού και ενός νεοφιλελεύθερου.

Από την άλλη μεριά, υπάρχει η συντηρητική μερίδα του αντιμνημονιακού τόξου, που με ιδεολογικό εργαλείο τον εθνικισμό κατηγορεί τους μνημονιακούς για κακή διαπραγμάτευση των εθνικών συμφερόντων, χωρίς να θίγει την οργάνωση της κοινωνίας και την παραγωγή και κατανομή του πλούτου. Απέναντι της απαιτείται να καταδειχθεί ότι η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και περιουσίας εξυπηρετείται καλύτερα από τον κόσμο της εργασίας και τους πολιτικούς εκφραστές του. Η Αριστερά, όπως και στην Κατοχή, οφείλει να ενσωματώσει πατριωτισμό, διεθνισμό και νεωτερικότητα. Και, εφόσον καταδείξει την ανικανότητα των αποτυχημένων πολιτικών και αναδείξει τις αντιφάσεις τους, να κερδίσει τις επερχόμενες εκλογές.

Οι αποπάνω δεν μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν, οι αποκάτω δεν θέλουν να κυβερνηθούν όπως πριν. Η προοπτική μιας λαϊκής νίκης είναι εφικτή. Ζούμε στιγμές ανεπανάληπτες.

7-6-2012

Παραπομπές

 

[1] Υπάρχει κάποιος παραλληλισμός με τα Ιουλιανά (1965), όπου το πλήθος έθετε πολιτειακό ζήτημα με το σύνθημα «δε σε θέλει ο λαός, παρ' τη μάνα σου και μπρος», χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην επίσημη πολιτική ατζέντα των κομμάτων που ήταν αντίθετα στη βασιλική παρέμβαση.

[2] Η προϊστορία αυτών των τάσεων μπορεί να αναζητηθεί στο ύστερο Βυζάντιο, με τους Ενωτικούς και τους Ανθενωτικούς, με τον Βησσαρίωνα να γίνεται καρδινάλιος στην Ιταλία και τον Γεννάδιο να διορίζεται πατριάρχης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Αλλά το πολιτικό περιεχόμενο αυτής της διαπάλης δεν έχει σχέση με αυτό της νεότερης Ελλάδας.

[3] Ο μαχόμενος αντικομμουνισμός υποβαθμίζεται στον πολιτικό λόγο, ως παρωχημένος και αναποτελεσματικός, χωρίς όμως να εκλείψει τελείως: Ανάλογα με τις συνθήκες, μετασχηματίζεται και χρησιμοποιείται όποτε χρειαστεί, δαιμονοποιώντας κάποιον Εχθρό από τον οποίο πρέπει να προφυλαχθεί το Έθνος.

[4] Η πρόσφατη ιστορία της Ανώτατης Παιδείας είναι γεμάτη «μεταρρυθμίσεις» που επιβλήθηκαν από τα πάνω παρά τις αντιστάσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας (η επιτυχία της μη αναθεώρησης του άρθρου 16 αποτελεί εξαίρεση: οι προσπάθειες του συστήματος σκάλωσαν για λίγο, και αυτό επανήλθε μετά από λίγο καιρό με το νόμο Διαμαντοπούλου).

[5] Και βεβαίως κάποιοι όχι απλώς έσωσαν το τομάρι τους, αλλά έβγαλαν και χοντρά λεφτά, όπως συμβαίνει σε κάθε κρίση…

[6] Εκατόν είκοσι συμβούλους είχε διορίσει στο υπουργείο της η κυρία Διαμαντοπούλου…

 

ΠΗΓΗ: Ιουνίου 9, 2012, http://venios.wordpress.com/2012/06/09/….B4-7/ 

 

ΣΕ ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ ΙΙ

ΣΕ ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ:

Όταν οι πρώτες εικόνες χιλιάδων ανθρώπων μπροστά από κλειστές τράπεζες εμφανιστούν στα ΜΜΕ παγκοσμίως, η κατάσταση θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη – ένα τρομακτικό σενάριο, το οποίο δεν θα εξυπηρετούσε απολύτως κανέναν – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Η ΑΝΙΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ

Στα πλαίσια μίας «σκοτεινής» συνεργασίας, η εκάστοτε κυβέρνηση προσφέρει το δικαίωμα της παραγωγής χρήματος στις τράπεζες, έναντι της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της από αυτές – με τη μορφή της παροχής δανείων στο κράτος ή της αγοράς των ομολόγων που εκδίδει το δημόσιο. Κατ' επέκταση η ανίερη συμμαχία των κεντρικών τραπεζών, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των κυβερνήσεων είναι πολύ βαθιά, ενώ λειτουργεί ως εξής:

"Η κεντρική τράπεζα δημιουργεί νέα χρήματα, όταν αγοράζει ομόλογα ή εγκρίνει δάνεια, τα οποία είναι εγγυημένα με ομόλογα του δημοσίου. Η κυβέρνηση πληρώνει τόκους στα ομόλογα ή στα δάνεια που λαμβάνει, οπότε δημιουργούνται κέρδη στην κεντρική τράπεζα. Τα κέρδη αυτά, εφόσον βέβαια η κεντρική τράπεζα ανήκει στο κράτος (κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει με την Τράπεζα της Ελλάδας, αλλά ούτε με την ΕΚΤ), καταλήγουν ξανά στην κυβέρνηση – δια μέσου των μερισμάτων.

Όταν τα ομόλογα είναι ληξιπρόθεσμα, οι κυβερνήσεις δεν χρειάζεται να τα εξοφλήσουν – αφού, απλούστατα, η κεντρική τράπεζα αγοράζει από το κράτος νέα ομόλογα, τα οποία αντικαθιστούν τα παλαιότερα. Για παράδειγμα, εάν η ΤτΕ ανήκε στην Ελλάδα, με νόμισμα τη δραχμή, η κυβέρνηση θα μπορούσε να εκδώσει νέα ομόλογα, για την αντικατάσταση των παλαιοτέρων, πουλώντας τα στην ΤτΕ – οπότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να χρεοκοπήσει (υπενθυμίζουμε ότι, η τελική επιλογή στα καπιταλιστικά συστήματα είναι πληθωρισμός ή χρεοκοπίαόπου όμως με τον πληθωρισμό επιβιώνει κανείς, εάν καταφέρει να τον ελέγξει).     

Σε ένα άλλο επίπεδο τώρα, οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν επίσης χρήματα, αγοράζοντας ομόλογα του δημοσίου και χρησιμοποιώντας τα σαν εγγύηση για την παροχή δανείων από την κεντρική. Συνήθως, οι τράπεζες είναι απολύτως σίγουρες ότι η κεντρική τράπεζα θα αποδεχθεί τα ομόλογα του δημοσίου σαν εγγύηση".  

Συνεχίζοντας, η παραπάνω ανάλυση είναι χαρακτηριστική – είναι δεδομένη δηλαδή για όλα τα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα, στα οποία οι τράπεζες (κεντρική, εμπορικές) δημιουργούνται και λειτουργούν, έχοντας την υποχρέωση να βοηθούν τα κράτη στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους. Εν τούτοις, η Ευρωζώνη είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση, αφού υπάρχει ένα ιδιόρρυθμο κεντρικό τραπεζικό σύστημα (αποτελείται από την ΕΚΤ, καθώς επίσης από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών), το οποίο ενισχύει διαφορετικές κυβερνήσεις στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους.

Ειδικότερα, όταν οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών της Ευρωζώνης εμφανίζουν ελλείμματα, τότε εκδίδουν ομόλογα, τα οποία αγοράζει το τραπεζικό σύστημα και όχι η ΕΚΤ. Το τραπεζικό σύστημα αγοράζει ευχαρίστως ομόλογα δημοσίου, αφού χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις στην ΕΚΤ, για την παροχή δανείων εκ μέρους της – πόσο μάλλον όταν τα δάνεια που λαμβάνει τοκίζονται με το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, ενώ οι τράπεζες τα δανείζουν στα κράτη με αρκετά υψηλότερο επιτόκιο.

Σε τελική ανάλυση λοιπόν κερδίζουν οι εμπορικές τράπεζες εις βάρος των Πολιτών, αφού τα κράτη δεν συμμετέχουν στα κέρδη τους – όπως στο παράδειγμα της κεντρικής τράπεζας που ανήκει στο κράτος (Τράπεζα του Καναδά κλπ.). Δικαίως λοιπόν αναφέρεται κανείς «απαξιωτικά» σε μία Ευρωζώνη, ειδικά κατασκευασμένη για τις τράπεζες – σε μία Ευρώπη των τραπεζών της ή στη δικτατορία των τραπεζών

ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Κατά τη (νέο)φιλελεύθερη άποψη, η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος είναι καταστροφική για το μέλλον των ανεξάρτητων χωρών. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν διευκολύνει την ορθολογική, ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών, αλλά τη μονεταριστική αναδιανομή εισοδημάτων – όπου τα πλεονασματικά κράτη υποχρεώνονται να ενισχύουν τα ελλειμματικά, με τη βοήθεια της μεταφοράς πόρων.

Για παράδειγμα, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας «επιδοτεί» σήμερα τη μη ανταγωνίσιμη οικονομία της, με έναν πολυπληθή δημόσιο τομέα, καθώς επίσης με πολύ υψηλούς πραγματικούς μισθούς (συγκριτικά πάντοτε με τους άλλους εταίρους της). Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία μεγάλων ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό της – τα οποία χρηματοδοτούν το, σχετικά με την παραγωγικότητα τους, υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της.

Στη συνέχεια, η πορτογαλική κυβέρνηση εκδίδει ομόλογα για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της χώρας της – τα οποία αγοράζονται από το τραπεζικό σύστημα, αφού τα αποδέχεται η ΕΚΤ σαν εγγύηση. Τα ομόλογα του πορτογαλικού δημοσίου λοιπόν τοποθετούνται σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, οπότε δημιουργούνται νέα χρήματα – τα οποία αυξάνουν αργότερα τις τιμές των προϊόντων σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Ειδικότερα, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας είναι η πρώτη που λαμβάνει αυτά τα νέα χρήματα, τα οποία χρησιμοποιεί για την πληρωμή των υποχρεώσεων της (μισθούς, συντάξεις κλπ.). Εάν τώρα ένας Πορτογάλος μισθωτός αγοράσει μία γερμανική τηλεόραση, τα νέα χρήματα εισρέουν στη Γερμανία – αυξάνοντας τις τιμές των τηλεοράσεων εκεί, λόγω της μεγαλύτερης ζήτησης. Ουσιαστικά λοιπόν η Πορτογαλία εισάγει νέα προϊόντα, «εξάγοντας» για την απόκτηση τους νέα χρήματα – το μεγαλύτερο μέρος των οποίων παραμένει στη Γερμανία, αφού τα πορτογαλικά εμπορεύματα δεν είναι ανταγωνίσιμα.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται στην Πορτογαλία ένα αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο με τη Γερμανία, όπου τα γερμανικά εμπορεύματα ανταλλάσσονται με νέα πορτογαλικά χρήματα. Σε τελική ανάλυση όμως, καμία χώρα δεν μπορεί να διατηρήσει ένα διαρκώς αυξανόμενο αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο – να επιδοτεί δηλαδή μία μη παραγωγική οικονομία, η οποία εισάγει περισσότερα εμπορεύματα από ότι εξάγει, ενώ καταναλώνει με δανεικά χρήματα.

Επομένως, αργά ή γρήγορα, η ελλειμματική χώρα υπερχρεώνεται, οπότε «αναγκάζεται» να διασωθεί από τις υπόλοιπες, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη. Εκείνη τη στιγμή η μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές προς στις ελλειμματικές, γίνεται πραγματικότητα, αφού τέτοιου είδους διακρατικά δάνεια δεν είναι δυνατόν να εξοφληθούν ποτέπόσο μάλλον όταν χρεώνονται με επιτόκια πολύ υψηλότερα από το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της εκάστοτε χώρας (όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, όπου το επιτόκιο υπερβαίνει το 5%, ενώ η ανάπτυξη είναι αρνητική, στο -7%).

Κατ' επέκταση, το υπερχρεωμένο κράτος χάνει την εθνική του κυριαρχία και μετατρέπεται ουσιαστικά σε προτεκτοράτο των ισχυρών – αφού θα παραμένει αιώνια «στον ορό», προφανώς σκόπιμα, επειδή διαφορετικά δεν θα επιβαρυνόταν με τοκογλυφικά επιτόκια υποτέλειας. Γνωρίζοντας όμως ότι αργά ή γρήγορα αντιδρούν οι Πολίτες του, οι κοινωνικές εκρήξεις (ο διαφωτισμός προηγείται πάντοτε της επανάστασης), καθώς επίσης οι «διακρατικές αντιπαλότητες», είναι αδύνατον να αποφευχθούν.

Από την άλλη πλευρά βέβαια (στην Οικονομία τελικά, όπως και στη Φύση, τα πάντα εξισορροπούν, μετά από περιόδους αστάθειας), η χρηματοδότηση των ελλειμματικών χωρών (δανεισμός) επιβαρύνει τις πλεονασματικές οι οποίες, παρά το ότι αντιδρούν στη παροχή δανείων, στο τέλος συμφωνούν υποχρεωτικά – αφού διαφορετικά κινδυνεύουν να χάσουν τις απαιτήσεις  τους, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας, λόγω ενδεχομένων στάσεων πληρωμών ή δυσλειτουργιών του τραπεζικού συστήματος (Target 2, χρεοκοπία τραπεζών στην περιφέρεια κλπ.)        

Περαιτέρω στο παράδειγμα μας, εάν δεν υπήρχε το ευρώ, τότε το εθνικό νόμισμα της Πορτογαλίας θα υποτιμούταν, λόγω μειωμένης ανταγωνιστικότητας – οπότε θα αυξάνονταν οι εξαγωγές της, ενώ θα περιορίζονταν οι εισαγωγές της, με αποτέλεσμα την εξάλειψη των ελλειμμάτων του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της.

Φυσικά δε, η αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της, αφενός μεν θα δυσκόλευε τον περαιτέρω δανεισμό της, αφετέρου θα τον καταστούσε ασύμφορο (λόγω των υπερβολικών επιτοκίων). Επομένως, θα αναγκαζόταν να πάψει να συντηρεί ένα μη παραγωγικό και πολυδάπανο δημόσιο – οπότε δεν θα υπερχρεωνόταν.

Αντίστοιχα, το μάρκο της Γερμανίας θα υπερτιμούταν, λόγω αυξημένης ανταγωνιστικότητας – οπότε θα μειώνονταν οι εξαγωγές της, ενώ θα αυξάνονταν οι εισαγωγές της, με αποτέλεσμα την εξάλειψη των πλεονασμάτων του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της, προς όφελος των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.  

Συμπερασματικά λοιπόν, εάν η Ευρωζώνη δεν ενωθεί πολιτικά, εάν δηλαδή δεν επιταχυνθεί η ολοκλήρωση της Ευρώπης, όπου αφενός μεν θα καταπολεμηθεί με επιτυχία η ανίερη συμμαχία των κεντρικών και εμπορικών τραπεζών, αφετέρου θα λειτουργήσει σταδιακά η αναδιανομή εισοδημάτων από τις πλεονασματικές προς στις ελλειμματικές περιοχές, το Ευρώ θα αποβεί ένα καταστροφικό εγχείρημα – αφού οι ισχυρές, φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσει το κοινό νόμισμα, είναι αδύνατον να αντιμετωπισθούν διαφορετικά.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σοσιαλιστικό κόμμα χωρίς γεμάτα ταμεία, τα οποία να του επιτρέπουν την εκπλήρωση των (κοινωνικών) υποσχέσεων του, καθώς επίσης χωρίς καμία δυνατότητα δανεισμού, είναι αδύνατον να επιβιώσει. Φιλελεύθερο κόμμα, με ισχυρή σοσιαλιστική αντιπολίτευση, «τυφλά υποταγμένο» στο μνημόνιο, στην Τρόικα και στους δανειστές, είναι επίσης αδύνατον να επιβιώσει. Εάν λοιπόν δεν υπάρξει συναίνεση μεταξύ των αντίθετων κομμάτων, πράγμα πολύ δύσκολο (αν και όχι αδύνατον), αυτό που προβλέπεται είναι δυστυχώς διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις – τις οποίες όμως είναι αδύνατον να αντέξει η ελληνική οικονομία.

Η έξοδος της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ, υπό τις παρούσες προϋποθέσεις, θα ήταν ένα εισιτήριο προς την απόλυτη χρεοκοπία, χωρίς επιστροφή – όπως επίσης η συνέχιση της εφαρμογής του μνημονίου, το οποίο ουσιαστικά την καταδικάζει σε έναν αργό, εξαιρετικά επώδυνο θάνατο (βαθιά ύφεση, ανεργία, χρεοκοπίες επιχειρήσεων, κρατική πτώχευση, λεηλασία, εξαθλίωση, δραχμή).

Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε επίσης να αντέξει την έξοδο της Ελλάδας, χωρίς να εκτοξευθεί ο κίνδυνος διάλυσης της στα ύψη – πόσο μάλλον όταν οι ανάγκες των ισπανικών τραπεζών υπολογίζονται πλέον στα 260 δις € από το IIF. Επομένως, δεν είναι τόσο πιθανή, όσο φαίνεται, ενώ είναι συνδεδεμένη με ένα τεράστιο, απρόβλεπτο ρίσκο.

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι, η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει να δίνει την καταστροφική εντύπωση, αφενός μεν πως εκβιάζει την ΕΕ, αφετέρου πως δεν θέλει να πληρώσει τα χρέη της – αν και θα έπρεπε να τα διαπραγματευτεί άμεσα, με επιτόκια της τάξης του 1%, συν επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, με μία μικρή περίοδο χάριτος.

Επίσης, η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να δίνει την εντύπωση ότι, δεν επιθυμεί την εξυγίανση της οικονομίας της (τακτοποίηση τα του οίκου της, σωστή λειτουργία του δημοσίου, επιχειρηματικό πλαίσιο, κάθαρση, τιμωρία των όποιων διεφθαρμένων πολιτικών ή πολιτών κλπ.), εάν δεν θέλει να βρεθεί προ απροόπτου.

Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση τόσο στην Ευρωζώνη, όσο και στην Ελλάδα, έχει περάσει πια το σημείο μηδέν – ενώ η ΕΚΤ, με την απόφαση της να αφήσει ως έχει το βασικό επιτόκιο, παρέδωσε ουσιαστικά τη σκυτάλη, όσον αφορά την επίλυση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και δανεισμού, στην Πολιτική. Αν και η απόφαση της ΕΚΤ ηρέμησε αρχικά τις αγορές, ιδίως τα χρηματιστήρια, επειδή έδειξε ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος βιασύνης (άρα τα προβλήματα της Ευρωζώνης είναι ελεγχόμενα), το άμεσο μέλλον θα δείξει, εάν τελικά έπεισε πραγματικά ή όχι.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν είμαστε αντιμέτωποι με ένα θερμό καλοκαίρι, με τις συνέπειες μίας πιθανής Lehman Brothers στο πολλαπλάσιο. Εάν δε προσθέσουμε στις «εκρηκτικές αυτές εστίες φωτιάς» τις αυξημένες πιθανότητες οδυνηρών κοινωνικών αναταραχών, με την παράλληλη «έξαρση» της εγκληματικότητας, καθώς επίσης τα γεωπολιτικά προβλήματα στην περιοχή μας, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μία ανεξέλεγκτη πυρκαγιά – χωρίς καμία απολύτως διάθεση καταστροφολογίας ή απαισιοδοξίας.

Ας ελπίσουμε ότι, στο τέλος θα πρυτανεύσει η λογική σε όλα τα επίπεδα – στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε ολόκληρη τη Δύση, η οποία κινδυνεύει πολύ σοβαρά να χάσει τόσο την πρωτοκαθεδρία της στον πλανήτη, όσο και τη Δημοκρατία της.

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 10. Ιουνίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2616.aspx

ΣΕ ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ Ι

ΣΕ ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ:

Όταν οι πρώτες εικόνες χιλιάδων ανθρώπων μπροστά από κλειστές τράπεζες εμφανιστούν στα ΜΜΕ παγκοσμίως, η κατάσταση θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη – ένα τρομακτικό σενάριο, το οποίο δεν θα εξυπηρετούσε απολύτως κανέναν – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Το σύνολο του ισολογισμού (ενεργητικό, παθητικό) των ευρωπαϊκών τραπεζών είναι της τάξης των 31 τρις € – με τις τράπεζες της Ευρωζώνης να αποτελούν το 76% (23,5 τρις €). Όταν η Lehman Brothers χρεοκόπησε, η Fed υποχρεώθηκε να διασώσει το τραπεζικό σύστημα των Η.Π.Α., συνολικού ισολογισμού 16-17 τρις $ – κάτι που δεν θα είχε επιτυχία, εάν η υπερδύναμη δεν εξήγαγε (από το 2000 και μετά) τα προβλήματα της στον υπόλοιπο πλανήτη και κυρίως στην Ευρώπη.

Εάν συγκρίνει κανείς τώρα τα παραπάνω μεγέθη θα αντιληφθεί καθαρά ότι, ο ισολογισμός της ΕΚΤ θα επιβαρυνθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, από αυτόν της Fed, εάν υποχρεωθεί να διασώσει το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης – πόσο μάλλον αφού δεν έχει καμία δυνατότητα εξαγωγής της δικής της κρίσης, όπως στο παρελθόν η Fed.

Ειδικότερα, το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης είναι διπλάσιο, από αυτό των Η.Π.Α. Εάν λοιπόν συμβεί κάτι ανάλογο με τη Lehman Brothers (χρεοκοπία της Ελλάδας), πόσο μάλλον κάτι πολύ μεγαλύτερο (χρεοκοπία της Ισπανίας), θα έπρεπε να βρεθεί ένα πακέτο διάσωσης, το οποίο θα ξεπερνούσε το 50% του παγκοσμίου ΑΕΠ (το παγκόσμιο ΑΕΠ υπολογίζεται στα 60 τρις $).

Περαιτέρω, μόνο το εξωτερικό δημόσιο χρέος της Ισπανίας είναι σήμερα περί το 1 τρις € – υψηλότερο δηλαδή από αυτό της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας μαζί (το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Ιταλίας είναι εσωτερικό – εθνικά ομόλογα). Επομένως, η αντίστροφη μέτρηση για το ευρώ, ο ευρωπαϊκός Αρμαγεδδών δηλαδή, ευρίσκεται ήδη εδώ – με τον τελικό να παίζεται στην Ισπανία και όχι στην Ελλάδα.

Δυστυχώς ο νέος πρωθυπουργός της Ισπανίας, πιστό «θύμα του δόγματος λιτότητας» της πρωσικής Γερμανίας (η οποία δεν κερδίζει τόσο από το ευρώ, όσο από την κρίση του), κατάφερε μέσα σε λίγους μήνες να οδηγήσει τη χώρα του στην καταστροφή – ενδεχομένως δε πολύ σύντομα στα νύχια του ΔΝΤ.

Όπως είπε τώρα χαρακτηριστικά γνωστός ευρωπαίος πολιτικός, «Όλα όσα μπορώ να σας διαβεβαιώσω είναι ότι, όταν κοιτάζω στα μάτια τους πρωθυπουργούς των χωρών της Ευρωζώνης, καθώς επίσης την ηγεσία της, αυτό που διακρίνω είναι ο παραλογισμός τους – ένας απόλυτος, ολοκληρωτικός και απύθμενος παραλογισμός».

Ολοκληρώνοντας, η Ευρώπη είναι το μεγαλύτερο οικονομικό μπλοκ του πλανήτη – εν τούτοις όμως, το συνολικό ΑΕΠ της δεν είναι περισσότερο από το 60% του ισολογισμού των τραπεζών της. Δυστυχώς, τόσο η ΕΕ, όσο και τα κράτη-μέλη της, επέτρεψαν να γιγαντωθεί σε τέτοιο βαθμό ο τραπεζικός τομέας τους, ώστε να τρέμει ολόκληρος ο πλανήτης – κυρίως επειδή οι τράπεζες της ΕΕ χρηματοδοτούν το 52% των παγκοσμίων δανείων με αποτέλεσμα, εάν συμβεί κάτι, να υποχρεωθούν σε μία καταστροφική ύφεση όλες οι χώρες (ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες).

Όσο λοιπόν και αν αντιδράει η Γερμανία στα διάφορα πακέτα διάσωσης, στο τέλος θα υποχρεωθεί να συμβιβαστεί – επειδή θα την αναγκάσουν οι Η.Π.Α., η Ρωσία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Βραζιλία κλπ., αφού δεν θέλουν να συμπαρασυρθούν οι οικονομίες τους στο χάος".

Άρθρο

Όπως λέγεται, ο άνθρωπος κατέχεται από μία ασίγαστη τάση, από μία ατελείωτη καλύτερα επιθυμία για ευχαρίστηση – επειδή η ύπαρξη του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την οδύνη και με τον πόνο. Επομένως, οι περισσότερες πράξεις του καθορίζονται από τη «μανία» απόκτησης ιδιοκτησίας, η οποία εξασφαλίζει την ευχαρίστηση.

Κατ' επακόλουθο, ο άνθρωπος έχει μία ατελείωτη επιθυμία απόκτησης δύναμης – με στόχο την απόκτηση ιδιοκτησίας, η οποία του εξασφαλίζει την ευχαρίστηση. Αναγκαστικά λοιπόν δημιουργείται στις κοινωνίες ένας διαρκής ανταγωνισμός, σε σχέση με την ιδιοκτησία και με τη δύναμη – ιδίως την πολιτική και την οικονομική.

Στα πλαίσια αυτά είναι απαραίτητη η ύπαρξη μίας ανώτερης (κρατικής) εξουσίας, η οποία να διατηρεί την τάξη και να ρυθμίζει τη διαδικασία του γενικότερου ανταγωνισμού, για την απόκτηση ιδιοκτησίας και δύναμης μεταξύ των ανθρώπων.

Εν τούτοις, η ύπαρξη του χρήματος, όχι ως μέσου ανταλλαγής, αλλά για την απόκτηση δύναμης και ιδιοκτησίας, επιδεινώνει τις ήδη προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις – επειδή το χρήμα διαφθείρει, δημιουργώντας από υποσχέσεις και συμφωνίες, από κοινωνικές αξίες δηλαδή, χρέη: επομένως, χρηματοπιστωτικές ή/και «τοκογλυφικές» αξίες.

Περαιτέρω, το «οικονομικό αξίωμα» να πληρώνει κανείς τα χρέη του, είναι ισχυρότερο από αρκετά άλλα – όπως, για παράδειγμα, από το να μην κλέβει κανείς, να συμπεριφέρεται με σεβασμό απέναντι στους συμπολίτες του, να τιμάει το Θεό, να έχει αλληλεγγύη με αυτούς που υποφέρουν και αρκετά άλλα. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό από πολλά χρόνια – αφού ακόμη και στο μεσαίωνα είχε διαπιστωθεί από τους σχολαστικούς ότι, η πανίσχυρη «ηθική του χρέους» ήταν ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της Θεολογίας.

Η βαθιά πίστη μας λοιπόν στο «οικονομικό αξίωμα» της επιστροφής των χρεών και των δανεικών, επισκιάζει κάθε άλλη μορφή ηθικής – γεγονός που καταδικάζει τους οφειλέτες, πολίτες και κράτη, όχι μόνο να είναι, αλλά και να νοιώθουν σκλάβοι των δανειστών: υποδεέστερα όντα δηλαδή, τα οποία δεν είχαν την ικανότητα, την εξυπνάδα, την εργατικότητα, την επάρκεια κλπ. να αποκτήσουν χρήματα, εξελισσόμενα σε δανειστές.

Ολοκληρώνοντας, το χρηματοπιστωτικό σύστημα σήμερα θέλει να μας πείσει ότι, η διαγραφή μέρους των «σωρευμένων» χρεών θα οδηγήσει τον πλανήτη στο χάος. Εν τούτοις, δεν υπάρχει απολύτως καμία άλλη δυνατότητα, για να μπορέσουν να επιβιώσουν οι υπερχρεωμένες δυτικές κοινωνίες ειρηνικά, από τη διαγραφή χρεών – η οποία, εάν αργήσει, επιτρέποντας την περαιτέρω συσσώρευση τόκων και χρεολυσίων, θα θέσει σε κίνδυνο πολλά από όλα όσα δημιούργησε ο άνθρωπος τους τελευταίους αιώνες.

Ο ελεγχόμενος πληθωρισμός της τάξης του 4-6%, τα πολύ χαμηλά επιτόκια, η αύξηση της ποσότητας χρήματος, η «χαμηλότοκη» επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής δανείων κλπ. είναι οι ιδανικότεροι τρόποι μερικής «διαγραφής», περιορισμού δηλαδή των χρεών, χωρίς να δημιουργηθούν εντάσεις – κάτι που θα έπρεπε να σκεφθεί πολύ καλά η Ευρωζώνη, εάν δεν θέλει να οδηγηθεί σε καταστροφικούς μονόδρομους. 

ΟΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Οι Έλληνες αμφισβητούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία – επιθυμώντας να «εγκαταστήσουν» στη θέση της τη συμμετοχική, άμεση δημοκρατία, η οποία θα τους προστατεύει καλύτερα στο μέλλον από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές «καταρρεύσεις». Αμφισβητούν επίσης την υφιστάμενη λειτουργία των κομμάτων τα οποία, στη σημερινή τους μορφή, «εκτρέφουν» την ανεπάρκεια, την ανικανότητα, τη διαφθορά, τη διαπλοκή και την ιδιοτέλεια. Φυσικά αμφισβητούν την εύρυθμη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα ορισμένων άλλων «θεσμών» – όπως της Προεδρίας, της Κεντρικής Τράπεζας που δεν τους ανήκει, των ΜΜΕ, των συνδικαλιστικών οργανώσεων κλπ.  

Περαιτέρω, αμφισβητούν τη δυνατότητα επιβίωσης της Ευρωζώνης – ειδικά δε του κοινού νομίσματος, το οποίο δημιουργεί πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιλύει, ενώ εντείνει τις οικονομικές ανισορροπίες μεταξύ των χωρών-μελών. Αμφισβητούν βέβαια την ίδια την Ευρωζώνη, το γραφειοκρατικό, πολυδάπανο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση: έναν μη άριστο νομισματικό χώρο, ο οποίος δεν μπορεί να προσφέρει στα μέλη του λύσεις στις βασικές τους ανάγκες – όπως στη δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων και στην απασχόληση, αφού «παράγει» σκόπιμα υψηλή ανεργία κατά τη νεοφιλελεύθερη «συνταγή», για την διατήρηση των εισοδηματικών ανισοτήτων, καθώς επίσης των χαμηλών μισθών. 

Συνεχίζοντας, οι Έλληνες αμφισβητούν την απολυταρχική ηγεμονία του Καρτέλ, του μονοπωλιακού καπιταλισμού καλύτερα, αλλά και την παντοδυναμία των εμπορικών τραπεζών – η οποία πηγάζει από την άδεια αποκλειστικής παραγωγής χρημάτων που τους έχει προσφερθεί από τις κυβερνήσεις και την ΕΚΤ. Επίσης, αμφισβητούν το σημερινό τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας – η οποία ουσιαστικά «εκτρέφει» το τοκογλυφικό κεφάλαιο, ενώ είναι παράλληλα ο απόλυτος κυρίαρχος του τραπεζοκεντρικού ευρωσυστήματος.

Κατ' επέκταση, οι Έλληνες αμφισβητούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολο του – γνωρίζοντας πλέον πως, παρά το ότι παράγει χρήματα από το πουθενά, εκμεταλλευόμενο με κάθε τρόπο την απίστευτη εξουσία του, καλεί τους Πολίτες να πληρώσουν για τα λάθη ή τις παραλείψεις του (ιδιοποιούμενο τα κέρδη και κοινωνικοποιώντας τις ζημίες του, όπως στο παράδειγμα των δύστυχων Ιρλανδών – οι οποίοι «σύρθηκαν» από την κυβέρνηση τους στη διάσωση των ιδιωτικών, κερδοσκοπικών τραπεζών!).  

Τέλος, οι Έλληνες αμφισβητούν τόσο τη λειτουργία, όσο και τα κίνητρα ορισμένων διεθνών οργανισμών – όπως του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, της Τράπεζας των Τραπεζών (BIS), των εταιρειών αξιολόγησης, των κερδοσκόπων-επενδυτών, των διεθνούς εμβέλειας οικονομολόγων κλπ. Φυσικά αμφισβητούν τις «αγαθές» προθέσεις της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας αλλά και των Η.Π.Α. – στα θέματα τουλάχιστον που τους αφορούν, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει απόλυτα ότι καλούνται να επιβιώσουν σε μία εμπόλεμη ζώνη, όπου άλλοι λαοί (Ιρλανδοί, Πορτογάλοι) έχουν δυστυχώς αποδεχθεί τη μοίρα τους, σκύβοντας το κεφάλι.    

Ακριβώς για τους λόγους αυτούς, σύσσωμοι όλοι οι Έλληνες απαιτούν από την πολιτική ηγεσία της χώρας τους να πάψει πια να δανείζεται, επιτρέποντας τη λεηλασία τόσο της δημόσιας, όσο και της ιδιωτικής τους περιουσίας – υποθηκεύοντας παράλληλα την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους. Επίσης, να πάψει να «εκλιπαρεί» την καγκελάριο της Γερμανίας, χωρίς καν να τους ρωτήσει εάν είναι πρόθυμοι να υποκύψουν στον εχθρό της Ευρώπης

Παράλληλα οι Έλληνες απαιτούν από όλους τους συμπολίτες τους, μισθωτούς και επιχειρηματίες, να αλλάξουν ριζικά τα «κακώς κείμενα» και την «ανατολίτικη νοοτροπία» – συμπεριφορές στις οποίες είχαν ίσως οδηγηθεί από την υφιστάμενη διαπλοκή, από τη διαφθορά του δημόσιου βίου, από την έλλειψη επαγγελματικής ηθικής, από την αδικία και από την κάθε μορφής εκμετάλλευση. Ακόμη περισσότερο, πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να «αποκατασταθεί» η αμφίδρομη φορολογική συνείδηση και η συνέπεια, μεταξύ Πολίτη και Πολιτείας – η οποία έχει κοστίσει πανάκριβα και στους δύο «συναλλασσόμενους». Επίσης, απαιτούν να εμποδιστούν αποτελεσματικά και να τιμωρηθούν οι διαφθορείς συνειδήσεων – κυριότεροι των οποίων είναι οι Γερμανικές πολυεθνικές.        

Μείωση των υπέρογκων δημοσίων δαπανών, κατάργηση της γραφειοκρατίας, ορθολογικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, συνεχής έλεγχος της εξουσίας από τους Πολίτες, παραδειγματική τιμωρία των όποιων διεφθαρμένων πολιτικών, εγκατάσταση ενός Κράτους Δικαίου, εκδίωξη της Τρόικας και «ανάπτυξη ή στάση πληρωμών», είναι πλέον τα βασικά αιτήματα των Ελλήνων. Επίσης, όχι νέα δάνεια και τέλος στη διεθνή επαιτεία, η οποία καταρρακώνει τόσο την υπερηφάνεια, όσο και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού, καταστρέφοντας την αυτοπεποίθηση του.

Ενός λαού που γνωρίζει μεν πόσο οδυνηρή είναι μία ξαφνική χρεοκοπία, αλλά την προτιμά από την υποδούλωση του, καθώς επίσης από την ολοσχερή απώλεια της εθνικής του κυριαρχίας – πόσο μάλλον όταν ξέρει πως η στάση πληρωμών ή/και η επιστροφή στη δραχμή ενός πάμπλουτου κράτους, όπως η Ελλάδα, δεν είναι σε καμία περίπτωση συνώνυμα με τη συντέλεια του κόσμου. 

Χωρίς να επεκταθούμε σε περαιτέρω ανάλυση του τι ακριβώς συμβαίνει ή τι «κυοφορείται» σήμερα στην Ελλάδα, η οποία δυστυχώς ευρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων, σε εμπόλεμη ζώνη καλύτερα, καλούμενη ακόμη μία φορά από την Ιστορία να προπορευθεί μίας επαναστατικής «αλλαγής πορείας» της δύσης, θα αναφερθούμε στην ανίερη συμμαχία μεταξύ τραπεζών και κυβερνήσεων.

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 10. Ιουνίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2616.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Imperium Romanum & Holy Global Markets

Από το Imperium Romanum στις Holy Global Markets

Συντομότατη αναζήτηση του ελληνικού πολιτισμού με φόντο τις εκλογές

 

Του Στέργιου Ζυγούρα

 

Εξαιρετικά μεγάλο θέμα, έθιξε ο Χρήστος Αγγελόπουλος με το βίντεο που μοντάρισε με τίτλο "Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά;" και το σύντομο κείμενο που παρέθεσε. Το παρόν κείμενο προέκυψε από αυτή την αφορμή. Διευρύνει το σχολιασμό και την προβολή του θέματος "Βυζάντιο" στο σήμερα. Με παρακινδυνευμένη συμπύκνωση, μπορούμε να τονίσουμε:

– Το ρωσικό ντοκιμαντέρ (Α΄ μέρος) είναι περισσότερο αξιόπιστο παρά διαφωτιστικό. Αν και επικεντρώνεται στην πτώση της αυτοκρατορίας, μέσα σε 70 λεπτά πραγματεύεται την υπερχιλιετή αυτοκρατορική περίοδο. Την περίοδο, που έγινε γνωστή με τα σκοπίμως επιλεγμένα ονόματα "Γραικική αυτοκρατορία", ή "Βυζαντινή αυτοκρατορία", την περίοδο στην οποία κυριαρχεί μια αντιπαλότητα μεταξύ δυο πλευρών, όπου η μια είναι φανερή (Κωνσταντινούπολη), η άλλη ασαφής (Άαχεν; Ρώμη; Παρίσι; Βενετία;). Μια αντιπαλότητα γύρω από την τότε παγκόσμια κυριαρχία.

– Το κράτος της Κων/πολης λεγόταν "Ρωμαϊκό" και ήταν εξ αρχής πολυεθνικό. Η συγκολλητική ουσία μεταξύ των εθνών ήταν το κεντρικό, πολιτισμικό του στοιχείο: ο χριστιανισμός. Ωστόσο, ο σημερινός Έλληνας / Ευρωπαίος τείνει να αντιστοιχεί στην τότε, οικουμενική Εκκλησία την εθνική / κατακερματισμένη χριστιανική Εκκλησία του σημερινού εθνικού κράτους. Το πολυεθνικό κράτος διαλύθηκε εξαιτίας και των αποσχιστικών εθνικισμών· και αυτό το στοιχείο προβάλλεται αρκετά καλά στο ντοκιμαντέρ (Β' μέρος). Συνεπώς, δεν είναι "θρησκευτική" η προσέγγιση, μάλιστα στο ντοκιμαντέρ δεν εξηγείται επαρκώς το θρησκευτικό στοιχείο, ως ζήτημα της κρατικής υπόστασης και της εξωτερικής πολιτικής.

Ο Χ. Αγγελόπουλος εντοπίζει και αντιστοιχεί στο σήμερα αληθινά στοιχεία, που, όμως, ως ιστορικά στοιχεία δεν αιτιολογούνται. Το αχανές της χρονολόγησης στο ντοκιμαντέρ επιτείνει η ασάφεια που αποπνέει το τρίλεπτο μοντάζ. Το τι ήταν το "Βυζάντιο" και το πώς κατέρρευσε είναι καίριο, αφού όντως, συνυπήρξαν στην κατάρρευση ο οικονομικός μαρασμός, η ηθική έκπτωση και τα εθνικά θέματα. Αρκετά δε πριν την άλωση, διαμορφώθηκαν τα δυο "κόμματα", που, τελικά, στην πράξη, έφτασαν να διαφωνούν στην επιλογή του κατακτητή, έχοντας αποδεχθεί ως μη αναστρέψιμο στοιχείο την εσωτερική κατάρρευση. Εκεί εδραιώνεται το γνωστό μας δίλημμα "Δύση ή Ανατολή;". Μόνο που α) αυτό το δίλημμα περιέχει ως δεδομένο το αίσθημα της "ανατολικής" πολιτισμικής μειονεξίας, β) ούτε η "Δύση" (Φραγκιά;) έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια (μάλιστα, στη νεότερη εποχή μεταπηδά από το Λονδίνο στην Ουάσιγκτον και πρόσφατα, στις Βρυξέλλες / Άαχεν), ούτε κάποια συγκεκριμένη "Ανατολή" περιγράφεται ως αντίρροπη της όποιας "Δύσης". Ακόμα και στην εξήγηση της "καθ' ημάς Ανατολής", ισχνά προβάλλει το διαχρονικό γεγονός της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού, αρχαίου και χριστιανικού. Ολοφάνερα, το σήμερα διακατέχεται από την μη καθολική αποδοχή του όρου "ελληνισμός" μέσα στην κρατική υπόσταση (1833 και μετά). "Ελληνισμός" προσδιορισμένος από τους Έλληνες ή "ελληνισμός" έξωθεν προσδιορισμένος; Πρόσφατα είδαμε ότι ούτε ο δεύτερος βρίσκεται στο ευρωπαϊκό απυρόβλητο. Ο "ελληνισμός" αυτός φέρει το διχασμό, την αμφιταλάντευση του ασαφούς διλήμματος "Δύση ή Ανατολή;" που αναζωπυρώθηκε κατά τον 18ο αιώνα και μας οδηγεί σε μια ακόμα δέσμη ερωτημάτων:

Η οθωμανική περίοδος δικαίωσε τους ανθενωτικούς; Ζούμε σήμερα το θρίαμβο των ενωτικών; Επίσης: η ανασύσταση του πολυεθνικού κράτους ως προοπτική του 1821 πώς εμφανίστηκε και τι εμπόδια συνάντησε; Γιατί το κράτος που ιδρύθηκε, απέρριψε τον πατέρα του και στράφηκε αποκλειστικά στον παππού του; Βρίσκεται το ελληνικό εθνικό κράτος από τον Όθωνα και μετά σε μια διαρκή εξάρτηση μέσω της αέναης οικονομικής υποτέλειας; Συνιστά ο περίφημος "τριπλασιασμός του ελληνικού κράτους" (1919) μια εθνική επιτυχία, μιαν "ολοκλήρωση του 1821"; Ή μήπως τα σύνορα αυτά, ήταν τμήμα της προαποφασισμένης, ευρύτερης ανακατάταξης των ζωνών επιρροής του καπιταλισμού που τότε στόχευε -εκτός από τους θαλάσσιους δρόμους- και στα πετρέλαια της Μ. Ανατολής και στην πάγια αποκοπή της Ρωσίας (όπου δεν είχαν επικρατήσει ακόμα οι "προοδευτικοί" μπολσεβίκοι); Γιατί οι τότε ελληνικές επιδιώξεις κατευθύνθηκαν προς τη Σμύρνη και όχι προς την Κων/πολη; Μήπως μάθαμε να πανηγυρίζουμε για τα σύνορα του Βενιζέλου προκειμένου να αποκρύψουμε την ειρηνική εκρίζωση του 1923, τους δυο παγκόσμιους πολέμους στους οποίους -αν και νικητές- υπέστημεν μεταχείριση ηττημένων και τέλος, μήπως συνηθίσαμε να πανηγυρίζουμε για την ένταξη στην Ευρώπη, την ένταξη στο Ευρώ προκειμένου να "αποφύγουμε τα χειρότερα" σύμφωνα και με το πλήρως διαψευσθέν σκεπτικό του Κ. Καραμανλή και με την πρόσφατη, "μνημονιακή λογική"; Από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε μέσω της ιστορίας, έξι αιώνες πριν, οι ενωτικοί δεν είχαν την αντίστοιχη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ επιχειρηματολογία-καταστροφολογία που έφτασε μέχρι της (υπό το κράτος πανικού) παραδοχής ότι το ευρωπαϊκό όραμα προβλήθηκε στον Έλληνα ως φιλέ μινιόν και κρασί σωβινιόν. Όμως αν προσέξουμε αυτή την επιχειρηματολογία, θα δούμε μέσα από το συνδυασμό της ανύπαρκτης -ουσιαστικά- "εθνικής περηφάνιας" και του επικαλούμενου "φόβου της απομόνωσης" να κυριαρχεί μόνον η γνωστή, ανομολόγητη, βαθιά ριζωμένη "ελληνική μειονεξία" έναντι της "πολιτισμένης Δύσης" στην οποίαν "ανήκομεν".

Όσο για την "αντιμνημονιακή λογική": σε κάποιες διεθνιστικές εκδοχές της το μνημόνιο εμφανίζεται μόνον ως αίτιο. Κάποιες φορές εμφανίζεται ως σύμπτωμα, ξεκομμένο όμως από την εθνική πολιτική του διαρκούς κρατικού χρέους, ξεκομμένο και από την ελληνική πολιτισμική "copy-paste διάσταση" που το παρακολουθεί επί 200 χρόνια. Προφανώς λοιπόν, όταν το ζήτημα της εξαθλίωσης αντιμετωπίζεται αποκλειστικά στο επίπεδο των αριθμών, η ατζέντα είναι λειψή. Στη διεύρυνση της ατζέντας και στην κατανόηση του θέματος "παγκοσμιοποίηση" που προκαλεί τη φτωχοποίηση, την εξαθλίωση και το θάνατο, το "Βυζάντιο" μπορεί να μας βοηθήσει; Ας σκεφτούμε μόνον ότι πολλοί από όσους επιλεκτικά εκθειάζουν την προωθούμενη σήμερα "πολυπολιτισμικότητα", θεωρούν το πολυπολιτισμικό Imperium Romanum της Κωνσταντινούπολης "οπισθοδρομικό, σκοταδιστικό και… graecorum". Στην περίπτωση αυτή, προφανώς, ως "πρόοδο" και "ανθρωπισμό" εννοούν το όραμα των Γιούνκερ-Λαγκάρντ-Μπαρόζο. Γιατί τόση μάχη εναντίον του έθνους, εναντίον της χριστιανικής θρησκείας; Για να επικρατήσει κάποια παγκόσμια θρησκεία στη θέση της; Γιατί τόση εμμονή στο Άαχεν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφού έτσι, η μόνη πηγή εξουσίας που μας επιβάλλεται, είναι οι Holy Global Markets; Έτσι δεν είναι; Ή μήπως η "ανταγωνιστικότητα" προήχθη σε κοινωνική αρετή και ανθρωπιστικό ιδεώδες;

Εθνισμός ή διεθνισμός; Αυτό δεν το σκέφτηκαν ή δεν τόλμησαν να το προβάλλουν ως ένα ακόμα πλαστό δίλημμα των εκλογών. Τελικά, όποιος σήμερα υπερασπίζεται το ελληνικό εθνικό κράτος έναντι της ισοπέδωσης, έναντι των απάνθρωπων "αγορών", μήπως υπερασπίζεται (συνειδητά ή μη) τον ελληνικό οικουμενικό πολιτισμό που το ελληνικό κράτος δεν κατάφερε επί δύο αιώνες να καθυποτάξει;

Στέργιος Ζυγούρας

10-6-2012

 

Δείτε συμπλήρωμα του άρθρου με πολλά βίντεο στην ιστοσελίδα: http://karavaki.wordpress.com/2012/06/10/imperium-romanum-holy-global-markets/