Η νομιμοποίηση εκτροπών και πραξικοπημάτων μια ζωή

Η νομιμοποίηση εκτροπών και πραξικοπημάτων μια ολόκληρη ζωή

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει μετεξελιχθεί σε βασικό μοχλό νομιμοποίησης της πιο άγριας κυβερνητικής παρανομίας. Σύμφωνα με πληροφορίες του ΑΠΕ συνταγματικό και νόμιμο κρίθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σε διάσκεψη, κεκλεισμένων των θυρών, το «κούρεμα» (PSI) των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που έγινε τον Μάρτιο του 2012, σύμφωνα με το ΑΠΕ. Η δημοσίευση της σχετικής απόφασης αναμένεται με την έναρξη του νέου δικαστικού έτους (17 Σεπτεμβρίου 2013).

Μην αναρωτηθείτε πώς και από πού «διέρρευσε» η απόφαση του ΣτΕ, μιας και η διάσκεψη της ολομέλειας ήταν «κεκλεισμένων των θυρών». Είναι περιττό, όταν πρόκειται για τέτοια συνύφανση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, όπου η πρώτη απλά αποτελεί το άλλο πρόσωπο του Ιανού της σύγχρονης απολυταρχίας και της κυβερνητικής αυθαιρεσίας.

Σας θυμίζουμε ότι στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έχουν προσφύγει πλέον των 7.000 ομολογιούχων (φυσικών προσώπων, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, ΕΔΟΕΑΠ, φαρμακευτικών εταιρειών, ΤΕΙ Καβάλας, κλπ). Όλοι στρέφονται κατά του «κουρέματος» των ομολόγων που κατείχαν, αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς ωστόσο να μπορεί να υπολογιστεί το ακριβές ποσό.

Οι προσφεύγοντες στρέφονται κατά των πράξεων του υπουργικού συμβουλίου (5 και 10/2012), των αποφάσεων του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών με τις οποίες υλοποιήθηκε το PSI. Γιατί έκαναν την προσφυγή; Από ιδιοτροπία και καπρίτσιο; Όχι, από ανάγκη γιατί με το «κούρεμα» ουσιαστικά οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία ΝΠΙΔ, ΝΠΔΔ, επιμελητήρια, οργανισμοί, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, κοκ, ενώ ληστεύτηκαν οι αποταμιεύσεις φυσικών προσώπων που είχαν τοποθετηθεί σε ελληνικά ομόλογα. Κι όλα αυτά έγιναν αυθαίρετα, χωρίς να ρωτηθούν με παγίδευση από την Τράπεζα της Ελλάδος και την κυβέρνηση.

Η απόφαση αυτή του ΣτΕ δεν είναι μόνο κατάφωρα άδικη σε βάρος όλων αυτών των φυσικών και νομικών προσώπων, μιας και νομιμοποιεί την υπεξαίρεση και την ανοιχτή κλοπή, αρκεί να προφασιστεί η κυβέρνηση το δικό της «εθνικό συμφέρον», αλλά δημιουργεί δεδικασμένο και για επερχόμενα «κουρέματα». Δημιουργεί δηλαδή νομικό προηγούμενο για να δικαιολογηθούν «κουρέματα» σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς, σε τρέχουσες καταθέσεις φυσικών και νομικών προσώπων. Κι ο νοών, νοείτο.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο. Επιφυλασσόμεθα να δούμε την απόφαση του ΣτΕ και το σκεπτικό της δημοσιευμένο και τότε θα επανέλθουμε για να δείξουμε με στοιχεία το έγκλημα που έχει συντελεστεί με το PSI σε βάρος του ελληνικού λαού και της χώρας. Ένα έγκλημα που άφησε ασυγκίνητους – απ' ότι φαίνεται – τους δικαστές του ΣτΕ. Κάτι βέβαια που εδώ και μήνες είχε προδικάσει το υπουργείο οικονομικών και πιο συγκεκριμένα ο κ. Σταικούρας. Προς δόξα της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.

Για πολλοστή φορά το ΣτΕ αποδεικνύει τον βαθιά αντιδραστικό χαρακτήρα του. Τα ειδικά δικαστήρια γενικά δεν συνάδουν με μια αληθινή δημοκρατία, ούτε με μια αληθινά ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Είναι απομεινάρια της απολυταρχίας στον κοινοβουλευτισμό, όπως και η περίπτωση του ΣτΕ που αποτελεί δάνειο από την συνταγματική παράδοση της Γερμανικής απολυταρχίας, το Σύνταγμα της μοναρχικής παλινόρθωσης της Γαλλίας μετά το 1815 και το προεδρικό που το διαδέχτηκε (1848) όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πήρε την θέση του μονάρχη. Από τότε μας κατατρέχει.

Το ΣτΕ επιβλήθηκε στην χώρα μας πολύ πριν υπάρξει Σύνταγμα. Ήταν θεσμός που επέβαλλε η βαυαρική αντιβασιλεία και είχε σαν βασική αποστολή να δικαιολογεί και να δίνει νομιμοφάνεια σε κάθε αυθαιρεσία της βαυαροκρατίας. Ο συνταγματολόγος Φλογαίτης γράφει σχετικά: «Εν Ελλάδι ο θεσμός του Συμβουλίου της Επικρατείας ήν εισηγμένος προ του Συντάγματος του 1843 επί της απολύτου Μοναρχίας, κατά το 1835, αλλ' ένεκα της χειρίστης αυτού καταρτίσεως εξ ανδρών κατά το πλείστον ανεπιστημόνων και αδαών της υπηρεσίας και παρασυρομένων υπό του φατριασμού εδείχθη ως γνωμοδοτικόν μεν σώμα τυφλόν όργανον των διαθέσεων του Άρμανσπεργ επί βλάβη της νομοθεσίας, ως δικαστήριον δε του αμφισβητουμένου διοικητικού άθλιον και κακόζηλον, ουδαμώς προασπίσαν τα δίκαια των διοικουμένων κατά της αυθαιρεσίας των διοικητικών αρχών.» [1]

Η εκτίμηση αυτή του Φλογαίτη θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράφει και τη σημερινή λειτουργία του ΣτΕ. Ο θεσμός αυτός κατέληξε στα σκουπίδια της ιστορίας μαζί με την εκθρόνιση του Όθωνα. Ένας από τους βασικούς λόγους που εκείνη την εποχή επικαλέστηκαν όσοι στάθηκαν ενάντιοι στο θεσμό ήταν «ότι το Συμβούλιον της Επικρατείας, διορισθέν και μισθοδοτούμενον από την κυβέρνησιν, δεν εκπροσωπεί τον ελληνικόν λαόν και ότι, μη εκλεγέν από αυτόν, δια να τον αντιπροσωπεύση, δεν γνωρίζει και δεν δύναται να γνωρίζη «ούτε οποία η κατάστασις του τόπου, ούτε οποία η διαγωγή των διοικούντων προς τους διοικουμένους και οποία η εκ τούτου διάθεσις του λαού προς την εξουσίαν».» [2]

Ωστόσο, κατ' απαίτηση του Γεωργίου του Α΄ «δια διαγγέλματος» και των βρετανών υποβολέων του στο Σύνταγμα του 1864 προβλεπόταν η ανασύστασή του. Παρά την προσπάθεια αναβίωσής του, τελικά στις 25-10-1865 δεκαέξι βουλευτές κατέθεσαν πρόταση στην Βουλή με σκοπό «... να καταργηθή το σώμα τούτο, ούτινος η δημιουργία, από των πρώτων ημερών, κατέστη λαομίσητος.»[3] Η πρόταση έγινε δεκτή με πλειοψηφία 3/4 και με τον νόμο ΡΙΒ' της 25ης-11-1865 καταργήθηκαν τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος που αφορούσαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Από τα σκουπίδια της ιστορίας έγινε προσπάθεια να ανακτηθεί από τον Ελευθέριο Βενιζέλο κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911. Η ίδια η αναθεώρηση ήταν μια πολιτική παρωδία. Ήταν η ανοιχτή προδοσία των λαϊκών προσδοκιών που είχαν ξεσπάσει με το κίνημα του 1909 και αποζητούσαν να ξεμπερδέψουν μια και καλή με τον ξενοκίνητο θεσμό της μοναρχίας. Εκεί όπου οι λαϊκές μάζες ζητούσαν Συντακτική Εθνοσυνέλευση και νέο Σύνταγμα για να απαλλαγεί ριζικά η χώρα από την μοναρχία και τους θεσμούς της, ο Βενιζέλος, πιστός στις προσταγές των Βρετανών, προχώρησε σε αναθεωρητική βουλή για να μην αναθεωρηθούν οι βασικές διατάξεις του Συντάγματος του 1864, που προστάτευαν τον θεσμό της μοναρχίας. Για να μην χάσουν δηλαδή τα βρετανικά συμφέροντα τον τοποτηρητή της εθνικής υποτέλειας των Ελλήνων.

Στις 25 Απριλίου 1911 κατετέθη στην Βουλή η τρίτη έκθεση της επί της Αναθεωρήσεως του Συντάγματος Επιτροπής, η οποία είχε ως Πρόεδρο τον Στέφανο Δραγούμη και ως Εισηγητή τον βουλευτή Αττικοβοιωτίας, Κωνσταντίνο Ρακτιβάν, τον μετέπειτα πρώτο Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην εισαγωγή αυτής της έκθεσης σημειώνεται ότι: «Το Συμβούλιον όμως της Επικρατείας, ούτινος έχει ανάγκη η σημερινή διοίκησις, κοινόν έχει μετά του παλαιού μόνον την ονομασίαν και ουδέν πλέον» και αναπτύσσει επιχειρήματα υπέρ της αναγκαιότητας του θεσμού.

Η προσπάθεια του Βενιζέλου να επαναφέρει το θεσμό του ΣτΕ συνάντησε ισχυρή αντίσταση. Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε:

Π. Κασσίμης: «Είναι θεσμός λαομίσητος, αντίκειται στο δημοκρατικόν πνεύμα… Το Συμβούλιον της Επικρατείας θα είνε ο τάφος του θάρρους και του ανδρισμού των πολιτικών ανδρών, τούτο σημαίνει μείωσιν των εθνικών δυνάμεν, θα καταψηφίσω τον θεσμόν μετά του αυτού αγρίου φανατισμού, μεθ' ου θα καταψηφίζω πάντα θεσμόν τείνοντα εις περιορισμόν των λαϊκών ελευθεριών, της λαικής αναπτύξεως και εις δημιουργίαν τιμαριωτικών συνθέσεων εν δημοκρατουμένη πολιτεία, ως η ημετέρα.» [4]

Ι. Πατσουράκος: «Αναξιοπρεπές είνε να συζητή ήδη η Βουλή επί θεσμού, δις δοκιμασθέντος και καταπέσαντος. Μόνον απολυταρχική Κυβέρνησις ηδύνατο να εισηγηθή και να υποστηρίξη πάλιν τοιούτον θεσμόν… Εν τη Ελληνική δε αρχαιότητι υπήρχε τοιούτον συμβούλιον αλλά μόνον επί απολυταρχίας… Ιδρύθη, κατηργήθη, ιδρύεται και πάλιν ήδη, αλλά θα καταργηθή και πάλιν. Και θα καταργηθή, ουχί βεβαίως δι' εξεγέρσεως ειρηνικής.» [5]

Ένας από τους υπέρμαχους της ανασύστασης του ΣτΕ, ο Π. Μυρλόπουλος έλεγε: «Επανελήφθησαν κατά του θεσμού όσα και άλλοτε. Αλλά τότε είχον λόγον. Νυν όχι. Η Συνέλευσις του 64, η καθιερώσασα τους άκρως φιλελεύθερους θεσμούς, οίτινες μας διέπουν σήμερον, απέρριψε δια ψήφων 2 τον θεσμό του Συμβουλίου. Κατεδίκασεν αυτόν ως δήθεν αντικείμενον εις το φιλελεύθερον καθεστώς. Και όμως θα ήτο φραγμός κατά των ακολασιών του καθεστώτος τούτου. Διότι αύται μας έφερον εις ο σημείον ευρισκόμεθα σήμερον, πιστεύω τούτο αδιστάκτως, η τρομερά και πρόδηλος κατάχρησις, η καταστρατήγησις και εκμετάλλευσις του άνευ ουδενός περιορισμού φιλελευθέρου τούτου καθεστώτος εδημιούργησε την δυστυχίαν της νέας Ελλάδος.» [6]

Αυτή ήταν η ουσία της λογικής πίσω από την ανασύσταση του ΣτΕ. Η Ελλάδα της εποχής ήταν πολύ φιλελεύθερη(!) και δεν το άντεχε. Η πολύ ελευθερία έβλαπτε τον τόπο και δημιουργούσε «καθεστώς ακολασίας». Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί η εκτελεστική εξουσία έναντι της Βουλής και για νομιμοποιηθεί κάτι τέτοιο χρειαζόταν το ΣτΕ: «Φιλελεύθερος, ενισχυτικός της αυτοτέλειας της Εθνικής αντιπροσωπείας, της δυνάμεως και της εξουσίας του Υπουργού – εξασφαλίζων την νομιμότητα της εξουσίας ταύτης – φρουρός της νομιμότητος των οργάνων της εξουσίας θα είνε το Συμβούλιον.» [7]

Τελικά, το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1911, όπου ανάμεσα στα άλλα προβλεπόταν ότι «η γνώμη του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι υποχρεωτική δια τον  Υπουργόν» (άρθρο 84) και «τα τακτικά μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας διορίζονται δια βασιλικού διατάγματος προτάσσει του Υπουργικού Συμβουλίου» (άρθρο 86). Με άλλα λόγια το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο «φρουρός της νομιμότητος των οργάνων της εξουσίας» ιδρύθηκε υπό τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης και του βασιλιά.

Μπορεί το ΣτΕ να ιδρύθηκε με το Σύνταγμα του 1911, αλλά για μια σειρά ιστορικούς λόγους δεν άρχισε να λειτουργεί παρά το 1929. Η Ελλάδα έως τότε είχε περάσει μια ολόκληρη δεκαετία συνεχών πολέμων, τον «εθνικό διχασμό» όπου η άρχουσα τάξη χωρίστηκε σε δυο μερίδες ανάλογα με τις εξαρτήσεις της από τους μεγάλους αντιπάλους του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την μικρασιατική καταστροφή του ελληνισμού για χάρη κυρίως των αγγλογαλλικών βλέψεων στην περιοχή και βρισκόταν μπροστά στην επικείμενη κατάρρευση και χρεοκοπία της. Αυτήν ακριβώς την στιγμή «θυμήθηκε» ο Βενιζέλος την σύσταση του ΣτΕ.

Ο λόγος που έσπρωξε τον Βενιζέλο στην ίδρυση του ΣτΕ το 1929 τον εξηγεί ο ίδιος στην ομιλία του κατά την πρώτη συνεδρίαση της 17ης Μαΐου: «Δυστυχώς, κύριοι, ο ελληνικός λαός ζήσας τόσους αιώνας υπό ξένην δουλείαν εσυνήθισε να θεωρή το κράτος εχθρικόν, όπως πράγματι ήτο, ο δε αιών της ελευθερίας δεν κατώρθωσε να του μεταβάλη εντελώς την ψυχολογίαν αυτήν. Εάν κατορθώσωμεν και είμαι βέβαιος ότι θα το κατορθώσωμεν δια του συμβουλίου της επικρατείας να εμπνεύσωμεν και εις τον τελευταίον πολίτην που κατοικεί εις τα απώτατα του κράτους ότι «υπάρχουν δικασταί εις τας Αθήνας» που προστατεύουν κάθε πολίτην αδικούμενον από οιονδήποτε διοικητικόν όργανον και από την κυβέρνησιν αυτήν χωρίς να έχη ανάγκην ο πολίτης να προσφεύγη εις πλάγια μέσα και εις την υποστήριξιν των ισχυρών της ημέρας δια να εύρη το δίκαιόν του, βεβαιωθήτε ότι εγκαινιάζομεν ένα σταθμόν ιστορικόν, τον ιστορικώτερον ίσως σταθμόν της ζωής μας από αιώνος.»[8]

Με άλλα λόγια χρειαζόταν η κυβέρνησή του μια βιτρίνα νομιμοφάνειας που θα έπειθε τον ελληνικό λαό ότι υπάρχει «κράτος δικαίου». Σε μια εποχή όπου η συνταγματική νομιμότητα είχε πάει κατά διαόλου και οι κυβερνήσεις αυθαιρετούσαν επιβάλλοντας αναγκαστικούς νόμους. Ο Βενιζέλος ήταν εχθρός της δημοκρατικής έννομης τάξης, δεν καταλάβαινε γιατί θα πρέπει να υποτάσσεται η εκτελεστική εξουσία στο κοινοβούλιο και στους συνταγματικούς κανόνες. «Η σημερινή εκτελεστική εξουσία είναι ανίκανος να ανταποκριθεί προς τα καθήκοντά της, ευρισκόμενη υπό την πλήρη εξάρτησιν της νομοθετικής εξουσίας, η οποία επηρεάζεται πάλιν από την ανάγκην να μη δυσαρεστήση τας διαφόρους εκλογικάς ομάδας, δια να μη διακινδυνεύση η επανεκλογή των αποτελούντων αυτήν βουλευτών… Πρέπει και εις την εκ της πλειοψηφίας τής Βουλής σχηµατιζοµένην Κυβέρνησιν νά δοθή µείζων ελευθερία κινήσεως. Πρέπει να δύναται να θέτη Νόµους, αφού γνωµοδοτήσουν επ' αυτών τό

Οικονοµικόν Συµβούλιον καί το Συµβούλιον τής Επικρατείας.» [9]

Να γιατί ήθελε στην πραγματικότητα το ΣτΕ ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Άλλωστε την εποχή εκείνη τον είχε συνεπάρει το φασιστικό καθεστώς Μουσολίνι στην Ιταλία. Γι' αυτό και είχε φροντίσει από την 23ην Σεπτεμβρίου 1928 να υπογράψει με τον ίδιο τον Μουσολίνι στην Ρώμη το Ελληνοϊταλικό σύμφωνο φιλίας. «Το φασιστικόν καθεστώς επεφύλαξεν εξαιρετική υποδοχήν εις τον Έλληνα πρωθυπουργόν, εις τον οποίον απενεμήθη και το ανώτατον ιταλικόν παράσημον,» όπως μας πληροφορεί ο δημοσιογράφος και φίλος του Βενιζέλου Γρ. Δαφνής. [10] Βέβαια, ο Βενιζέλος δεν ακολουθούσε απλά μια δική του ανεξάρτητη πολιτική, αλλά εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και τα Βρετανικά συμφέροντα, που δεν έπαψε να υπηρετεί έως τον θάνατό του. Η Βρετανία εκείνη την εποχή έσπρωχνε την Ελλάδα σε διαχυτικές σχέσεις με το καθεστώς Μουσολίνι, μήπως και αποσπάσει τον Ντούτσε από τις αγκάλες του Χίτλερ, τουλάχιστον όσον αφορά την λεκάνη της Μεσογείου.

Κι έτσι επιτρεπόταν στον Βενιζέλο να ονειρεύεται μια φασιστική Ελλάδα κατά το πρότυπο της Ιταλίας του Μουσολίνι. Το 1933 σε μια στιχομυθία ανάμεσα στον Πλαστήρα και στον Βενιζέλο, όπου ο πρώτος ανακοινώνει στον δεύτερο την πρόθεσή του να επιβάλλει στην Ελλάδα δικτατορία, όμοια μ' αυτήν της φασιστικής Ιταλίας με το επιχείρημα ότι «θα κάνουμε ότι και στην Ιταλία, που χάρις στον Φασισμό προοδεύει,» ο Βενιζέλος αρκέστηκε να του πει: «Η Ιταλία πηγαίνει καλά, διότι εκεί υπήρχε δικτάτωρ, ενώ στην Ελλάδα δεν υπήρχε δικτάτωρ.» [11]

Η στάση των ελληνικών δικαστηρίων μπρος στις απανωτές παραβιάσεις της συνταγματικής τάξης ήταν απολύτως συμβιβαστική. Τον δρόμο άνοιγε, ως συνήθως, ο Άρειος Πάγος, ο οποίος δικαιολόγησε την προσφυγή στα αναγκαστικά διατάγματα υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση άμεσης απειλής κατά του κράτους – που αποτελεί τον «υπέρτατο» νόμο – η εκτελεστική εξουσία έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να εκδίδει αναγκαστικά διατάγματα με περιεχόμενο νόμου, ακόμη κι αν παραβιάζονται ρητές συνταγματικές διατάξεις. [12] Έτσι, «η ελληνική νομολογία των δεκαετιών του 1920 και του 1930 κατασκεύασε ένα δίκαιο ανάγκης, με γνώμονα το οποίο ανέχθηκε την προσφυγή σε μιαν αυτόνομη κυβερνητική νομοθεσία, της οποίας η εκτελεστική εξουσία έκανε συχνά χρήση, κατά τρόπο δυσανάλογο προς τη σοβαρότητα της συγκεκριμένης συγκυρίας.» [13]

Η «κατάσταση πολιορκίας» με βάση την οποία επέβαλε το 1924-25 την δικτατορία του ο Πάγκαλος, η δικτατορία του στρατηγού Κονδύλη το 1935 με το ψευτοδημοψήφισμα που έφερε πίσω τον βασιλιά, αλλά και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου του Μεταξά (1936-1941), βασίστηκαν σε αναγκαστικούς νόμους και βασιλικά διατάγματα που έσπευσαν να νομιμοποιήσουν τόσο ο Άρειος Πάγος, όσο και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Σπ. Λιναρδάτος γράφει: «Τα δυο διατάγματα με τα οποία οι Γεώργιος και Μεταξάς κήρυσσαν τη δικτατορία ήταν και τυπικά άκυρα… Παρ' όλα αυτά δε βρέθηκε ούτε ένα δικαστήριο, ούτε ένας δικαστής να διακηρύξει την αντισυνταγματικότητα των διαταγμάτων της δικτατορίας. Όταν εκατοντάδες απλοί Έλληνες πήγαιναν στην εξορία, βασανίζονταν, πέθαιναν γιατί δεν δέχονταν να υποκύψουν στους εκβιασμούς του Μανιαδάκη και των χαφιέδων του, δε βρέθηκε ούτε ένας «φρουρός της νομιμότητος» να αντιταχθεί, με θυσία της θέσης του ή και της προσωπικής του, σε ανάγκη, ελευθερίας, στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας.» [14]

Στην ίδια ακριβώς κατάσταση βρισκόμαστε σήμερα. Η κατάλυση ακόμη κι αυτού του μισερού και μίζερου κοινοβουλευτισμού της μεταπολίτευσης από τους κυβερνώντες, οι οποίοι κυβερνούν με σωρεία αναγκαστικών νόμων που σήμερα ονομάζονται Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και η αναγωγή σε «υπέρτατο νόμο» της θέλησης και των προσταγών από την τρόικα έχουν βρει την πλήρη δικαίωσή τους από το ΣτΕ και τον Άρειο Πάγο σε βαθμό κακουργήματος. Να μου το θυμηθείτε: δεν είναι μακριά η μέρα όπου το ΣτΕ θα νομολογήσει υπέρ της επίσημης κατάλυσης του ελληνικού κράτους υπέρ της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας και της κατάλυσης και των τελευταίων τυπικών δικαιωμάτων του ελληνικού λαού σ' αυτόν τον τόπο που μόνο οι αγωνιστές Έλληνες επιμένουν να θεωρούν και να υπερασπίζονται σαν πατρίδα.

Τόσο το ΣτΕ, όσο και ο Άρειος Πάγος, έχουν πάψει προ πολλού να εκφράζουν τον ελληνικό λαό. Αντίθετα σαν θεσμοί είναι υπόλογοι στον ελληνικό λαό, του οποίου έχει απομείνει μόνο το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος (άρθρο 120) για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τα δικαιώματά του σ' αυτόν τον τόπο.

 

Παραπομπές

 

[1] Θεοδώρου Φλογαίτου, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνησι, 1879, σ. 110 (υποσημείωση).

[2]Γ. Αγγελίδη, «Καθίδρυσις και Κατάλυσις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί Όθωνος», Αρχείον Δ. Καλλιτσουνάκη, Αθήνα, 1956, σελ. 651.

[3] Γιάννη Αγγελίδη, «Ιστορικά για το Συμβούλιο της Επικρατείας 1864-1865», Τιμητικός Τόμος του Σ.τΕ, Αθήνα: 1979, Ι, σ. 87.

[4] Πρακτικά της Βουλής (Διπλή Αναθεωρητική), Εν Αθήναις, 1911, σ. 1077-1078.

[5] Ό. Π., σ. 1082.

[6] Στο ίδιο.

[7] Ό.Π., σ. 1083.

[8] Ελεύθερον Βήμα της 18ης Μαΐου 1929.

[9] Σ. Στεφάνου, Ελευθερίου Βενιζέλου Πολιτικαί Υποθήκαι, Αθήναι, 1965, σ. 115.

[10] Γρηγορίου Δαφνή, Η Ελλάς Μεταξύ Δυο Πολέμων, 1923-1940, Αθήνα, 1965, Β, σ. 52.

[11] Ό. Π., σ. 183.

[12] Απόφαση Αρείου Πάγου υπ' αρίθμ. 93 του 1919.

[13] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι Πολιτικοί Θεσμοί σε Κρίση 1922-1974. Όψεις της Ελληνικής Εμπειρίας, Αθήνα, 1995, σ. 81.

[14] Σπύρου Λιναρδάτου, 4η Αυγούστου, Αθήνα, 1966, σ. 39-40.


ΠΗΓΗ: Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/06/blog-post_25.html

ΑΚΡΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

ΑΚΡΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

 

Του Μιχάλη Βασιλάκη*

 

   Ο μικρόνοας μανιοκαταθλιπτικός Βοναπαρτίσκος της φασίζουσας ακροδέξιας και ο υπόδικος «πλήρους» ευθύνης (ποινική; ) εταίρος!

 

ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΑΛΩΣΙΜΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡΟΙΚΑΣ

v  Η φασιστική μεθόδευση του κλεισίματος της ΕΡΤ εύλογα κυριάρχησε στην εσωτερική πολιτική ζωή, αποδεσμεύουσα εξελίξεις και έγινε πρώτο ζήτημα στην παγκόσμια επικαιρότητα.

v Αποσύνθεσε την τρικομματική κυβέρνηση και με την σχεδόν βίαιη εκπαραθύρωση Κουβέλη οδήγησε εσπευσμένα σ' ένα νεοπλασματικό κυβερνητικό μόρφωμα της φασίζουσας ακροδεξιάς και του ενοχικού Βενιζελικού ΠΑΣΟΚ.

v Το μόρφωμα αυτό στερείται οποιασδήποτε κοινωνικοπολιτικής βάσης στο εσωτερικό με έστω ελάχιστα εθνικά και αστικοδημοκρατικά χαρακτηριστικά.

v Την πολιτική της βάση αποτελούν οι φασιστικοί και ρατσιστικοί όμιλοι των πολιτικά καθυστερημένων και κοινωνικά περιθωριοποιημένων στρωμάτων, οι νεοφιλελεύθεροι όμιλοι των κλεπταποδόχων και τμημάτων της καλοζωισμένης παρασιτικής διανόησης, κύρια στο χώρο της προπαγάνδας.

Για την ποιότητα, το περιεχόμενο και την μορφή της προηγούμενης κυβέρνησης, αλλά και του τωρινού νεοπλασματικού μορφώματος που ανέδειξε και αποκάλυψε το λαϊκό κίνημα στη σύγκρουση για την ΕΡΤ αρκεί η αναφορά σε τέσσερα γεγονότα.

1. Στη συνέντευξη του ο Σαμαράς Ψυχαρικό Βήμα της Κυριακής, 24/06/13 δήλωνε: Είχαμε μνημονιακή υποχρέωση να απολυθούν 2500 υπάλληλοι μέχρι τέλος Ιούνη. «Επίορκους» δεν είχαμε βρει και δεν φτάνανε. Τέτοια μεγάλη μάζα εργαζομένων άμεσα δεν είχαμε σ' άλλο τομέα που να απολυθούν νόμιμα, γι' αυτό κλείσαμε την ΕΡΤ! Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς στον υποτελή Βοναπαρτίσκο της Τρόικα. Την νοητική καθυστέρηση, την πλήρη έλλειψη εθνικής συνείδησης, την ολοκληρωτική απώλεια επαφής του με την πραγματικότητα, την χυδαία περιφρόνηση του στο συνταγματικό χάρτη της Χώρας.

2. Προκόπης Παυλόπουλος, κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ  Καθηγητής Νομικής, συνεπής αστικοδημοκράτης διανοούμενος (όποιος θυμάται τις δηλώσεις του στη δολοφονία Γρηγορόπουλου, θα συμφωνεί με το χαρακτηρισμό χωρίς επιφύλαξη): Σε δημόσιες και τηλεοπτικές δηλώσεις του μετά μάλιστα την έκδοση και της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας είπε ορθά κοφτά «Οι σύμβουλοι του Σαμαρά πριν να το συμβουλεύσουν πρέπει να διαβάζουν και το Σύνταγμα»!!!

 Το σύνταγμα παραβιάστηκε βάναυσα κι επικίνδυνα λοιπόν κατά τον κ. Παυλόπουλο Το ότι αποδόθηκε στους συμβούλους κι όχι στο Σαμαρά, καθόλου δεν περιποιεί τιμή στο Σαμαρά, μάλλον ακραία λοιδορία υποδηλώνεται!

Ø Στα δικαστήρια η άγνοια νόμου μόνο για λόγους βλακείας αναγνωρίζεται!

3.  Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της επικρατείας ως προσωρινή διαταγή κι ως απόφαση του Συμβουλίου αναστολών, ΑΚΥΡΩΣΑΝ δυο φορές στο κεντρικό της ζήτημα την πράξη νομοθετικού περιεχομένου. Πράξη την οποία υπόγραφε ως πρωθυπουργός ο Σαμαράς και υποστήριξε επανειλημμένα δημόσια και εκβιαστικά προς κάθε δικαστήριο. –ΑΚΥΡΩΣΗ διοικητικής πράξης και μάλιστα με τη διαδικασία προσωρινής δικαστικής διαταγής, συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια ακόμη κι αν η πράξη της διοίκησης είναι εξόφθαλμα παράνομη και σε επίπεδα φυσικά πολύ χαμηλότερα μιας πρωθυπουργικής πράξης.

Νομολογικά η ΑΚΥΡΩΣΗ διοικητικής πράξης με προσωρινή διαταγή ή διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει κίνδυνος εξαιρετικά σοβαρής και ανεπανόρθωτης – μη ανατάξιμης βλάβης! Ποια ήταν λοιπόν η ανεπανόρθωτη βλάβη της πράξης Σαμαρά που ακύρωσε δυο φορές σε διάστημα τριών ημερών το Συμβούλιο της επικρατείας, γεγονός που δεν έχει συμβεί ποτέ άλλοτε ιστορικά στη Χώρα.

Ø Μόνο η ωμή και βάναυση παραβίαση του Συντάγματος σε επίπεδο που έθετε σε κίνδυνο το ίδιο το Πολίτευμα ή και την ακεραιότητα της Χώρας.

Ø Η απόφαση, λοιπόν, του κλεισίματος της ΕΡΤ συμπαρασύρει μαζί της και όλα όσα βασίζονται σ' αυτήν, δηλαδή και τις απολύσεις των εργαζομένων.

Ø Οι εργαζόμενοι συνεχίζουν νόμιμα να είναι υπάλληλοι της ΕΡΤ όσο και να ξελαρυγγιάζονται τα λαμόγια της χυδαίας προπαγάνδας στα ιδιωτικά ΜΜΕ.

Ø  Κανένα δικαστήριο διοικητικό ή πολιτικό δεν μπορεί να μην τους δικαιώσει σε όποια τακτική διαδικασία του.

Ø Όποια λοιπόν, προσπάθεια βίαιης εκδίωξης των εργαζομένων εκδηλωθεί στην ΕΡΤ από τους κρατικούς και παρακρατικούς θύλακες καταστολής του διδύμου Καψή- Δένδια θα είναι ευθέως παράνομη, ολοκληρωτικά αντισυνταγματική και σε τελευταία ανάλυση Φασιστική.

4. Η τοποθέτηση του γόνου της οικογένειας Καψή στη θέση του Υφυπουργού, αρμόδιου για την ΕΡΤ αποκαλύπτει και τις διαδρομές υπόγειες και μη, μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται οι συνασπισμοί των συμφερόντων που λυμαίνονται τη Χώρα. 

Η δημοσιογραφική και πολιτική φαμίλια Καψή, δια πατρός Καψή, όταν ο Βενιζέλος περιλούστηκε τον καφέ από τον οργισμένο οπαδό του ΓΑΠ, δήλωνε και ο ίδιος οργίλος: «Δεν θα αφήσουμε το ΠΑΣΟΚ να μας το πάρουν με ρεσάλτο». Ο Βενιζέλος, δηλαδή ήταν ένας πολιτικός πειρατής- σαλταδόρος !

– Η δημοσιογραφική οικογένεια Καψή εκπαραθυρώθηκε έκτοτε από το Ψυχαρικό «ΔΟΛ» (Δημοσιογραφικός οργανισμός Λαμπράκη) και μετακόμισε αργότερα στο έτερο Βαρόνο της ενημέρωσης και όχι μόνο, τον Μπόμπολα!

– Σήμερα Ψυχαρικοί και Μπομπολικοί γίνανε σύντροφοι των Σαμαρά- Βενιζέλου, για να βάλουν στο χέρι όχι μόνο τα μίντια, αλλά και ό,τι έχει απομείνει σ' αυτόν τον τόπο!

Με δεδομένα αυτά η υπεράσπιση της ΕΡΤ δεν είναι περιφερειακό, οικονομίστικο ζήτημα, ούτε μόνο ελεύθερης έκφρασης, ούτε μόνο δικαίωμα στην εργασία. Είναι όλα μαζί και πολλά παραπάνω. Χρόνια τώρα μας σημαδεύουν στο στομάχι, για να μας σκλαβώσουν στο μυαλό. Η ΕΡΤ είναι η ακραία δοκιμή, για να δουν, αν η επιχείρηση ΠΕΙΝΑ είχε αποτελέσματα στο κλάδεμα του μυαλού μας, ώστε να συνεχίσουν στο  δρόμο της καταστροφής….

 

Ø      Εδώ μπορούμε να τους σταματήσουμε.

Ø      Δεν έχουν καμία νομιμοποίηση.

Ø      Καμία κουβέντα με το Φασισμό και τους ενόχους!

Ø      Καμία κουβέντα με τα κυβερνητικά ανδρείκελα

Ø      Η ΕΡΤ να συνεχίσει όπως ήταν τη στιγμή που έκλεισε.

* Μιχάλης Βασιλάκης, Γραμματέας του Εργατικού Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου, www.eamgr.wordpress.com

Δημήτρης Βλάχος, "Ένα χαστούκι από παπαρούνες"

Το κράτος του φωτός*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Περπατάς σ' ένα λιβάδι γεμάτο παπαρούνες. Το κόκκινο χρώμα τους σε μαγνητίζει. Ξάφνου το περπάτημα μεταστοιχειώνεται σε πέταγμα, στα ύψη που ίπταται ο φιλοσοφικός στοχασμός καθώς αναζητά την απάντηση στην απορία που του καρφώθηκε: τι είναι το κόκκινο χρώμα; Καμία επιστημονική προσέγγιση δεν απαντά στο ερώτημα ικανοποιητικά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν το ερώτημα τοποθετείται, ακόμη περισσότερο, στα χείλη ενός τυφλού κοριτσιού;



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 369, 16/6/2013.

Η απάντηση της δασκάλας του, η οποία καλεί τη μαθήτριά της να συλλάβει το κόκκινο χρώμα παραλληλίζοντάς το μ' ένα κομμάτι σοκολάτα, προτείνει την κατάλληλη οδό για τον προσδιορισμό μιας απάντησης. Τούτη την οδό επιχειρεί να προσπελάσει ο Δημήτρης Βλάχος στο φιλοσοφικό του δοκίμιο «Ένα χαστούκι από παπαρούνες».

            «Ένα χαστούκι από παπαρούνες» είναι η απάντηση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο ίδιο ερώτημα. Η προσέγγιση του Ελύτη δεν είναι επιστημονικός ορισμός· είναι απάντηση, που ξυπνά τις αισθήσεις και καλεί σε επαγρύπνηση, ενεργοποιώντας αισθήσεις, μνήμη, καρδιά και πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό εμφυσά πνοή στον ανθρώπινο βίο, αφού προκρίνει την ανησυχία, και προβάλλει έτσι την κατεξοχήν ουσία της ζωής, την κίνηση. Αυτό το «πώς» της ανησυχίας καθορίζει την ύπαρξη, σε αντίθεση με την αποζωτικοποίηση της επίπεδης και στρυφνής επιστημονικότητας.

            Ο ποιητής λοιπόν, συνεχίζει ο Βλάχος, απαντά· δεν ορίζει. Αναζητά έτσι το είναι του βίου, που καθορίζεται από κινητότητες. Οι κινητότητες, κατά τον Αριστοτέλη, δεν δηλώνουν μετατόπιση στον χώρο, αλλά ποιοτική μεταβολή. Συσχετίζονται, επομένως, με το «πώς» τού είναι. Την παράμετρο του «πώς» της ύπαρξης καλείται εντέλει να αναδείξει και το αρχικό ερώτημα αναφορικά με το τι είναι το κόκκινο χρώμα. Το κόκκινο της παπαρούνας είναι τόσο ισχυρό, ώστε ταυτίζεται με το λουλούδι, περιλαμβάνοντας τα τρία θεμελιώδη στοιχεία που του χαρίζουν τη μοναδική του ένταση: την απλότητα, τη στιγμιαία λάμψη της εφήμερης ύπαρξης, το ελληνικό ανοιξιάτικο φως. Τα ίδια στοιχεία απαντούν και στο ερώτημα τι είναι η ομορφιά, αν και συνέχονται επιπλέον από ενότητα, ζωή, κίνηση, αποκάλυψη.

            Ο Βλάχος προβαίνει στην ανάλυση των τριών ανωτέρω θεμελιωδών στοιχείων. Η απλότητα δεν είναι λιτότητα. Επιπλέον, είναι αδιαπέραστη από τη λογική. Γι' αυτό και η ποίηση προσφέρει με τις εικόνες της εκείνη τη θέα, την οποία καμία επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να προσφέρει. Καθώς λοιπόν η απλότητα σιωπά στα αγωνιώδη ερωτήματα που της απευθύνονται, εμπεριέχει, κατά τον Αλμπέρ Καμί, τη σιωπή της πέτρας, του σισύφειου βράχου, σ' έναν αγώνα που ακριβώς επειδή εξελίσσεται, θα πρέπει να λογίζεται δικαιωμένος.

            Η στιγμιαία λάμψη είναι το δεύτερο θεμελιώδες στοιχείο που απεικονίζει την εύθραυστη ομορφιά της παπαρούνας. Η στιγμή, σύμφωνα με τον Βλάχο, δεν είναι χρόνος· είναι η διάνοιξη ενός αδιάστατου χωροχρονικού «τώρα» από τις νοητικές-αισθητηριακές πράξεις του ανθρώπου. Η διάνοιξη αυτή είναι διακινδύνευση. Γι' αυτό οι αυθεντικά βιωμένες στιγμές «στίζουν» όλο το ανθρώπινο είναι με ανεξίτηλα «στίγματα». Η ριψοκινδύνευση αναβαθμίζει τον άνθρωπο οντολογικά, φωτίζει την αξία και τη λάμψη του. Αφότου η στιγμή διανοιχτεί από τον τολμητή άνθρωπο, αν και δεν είναι χρόνος, αποκτά διάρκεια, αποκαλύπτει άλλες ποιότητες, αποκαλύπτει την «υπερπραγματικότητα», που υπερβαίνει την κοινότοπη πραγματικότητα. Καθώς το θαύμα συντελείται, ο εφήμερος άνθρωπος αποκτά μιαν άλλη αθανασία. Όμως τα θαύματα συντελούνται, κατά τον Ελύτη, στο φως.

            Το ελληνικό φως είναι το τρίτο θεμελιώδες στοιχείο της ομορφιάς. Η παπαρούνα αποκαλύπτει την ομορφιά της τη σιωπηλότατη ώρα του μεσημεριού. Στο φως του μεσημεριάτικου ήλιου ο Σεφέρης βλέπει τη συνάντηση της πραγματικότητας με την «υπερπραγματικότητα» στην οποία αναφέρθηκε ο Ελύτης. Το ελληνικό φως διακρίνεται, λοιπόν, για δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: καταρχάς, καθιστά φυσική τη γειτνίαση της πραγματικότητας με το «ιδανικό που κείται πέραν»· έπειτα, χαρακτηρίζεται από διαφάνεια και ξεσκεπάζει τα φτιασίδια. Ο Σεφέρης θεωρεί, συνεπώς, ότι το ελληνικό φως εξοικειώνει τον άνθρωπο με το σύμπαν, ενώ, λόγω της διαφάνειάς του, ζεσταίνει και φωτίζει.

            Η λειτουργία όμως του φωτός δεν είναι αποκλειστικά θετική. Ο ελληνικός ήλιος συνάμα καίει και καταστρέφει. Η αντιφατικότητα του ελληνικού φωτός ερμηνεύει και την τραγικότητά του. Όντας εξαιρετικά λαμπρό, το ελληνικό φως αναδεικνύει την ομορφιά του τοπίου, μια ομορφιά, ωστόσο, της οποίας η δύναμη καταντά καταπιεστική. Αυτή η αίσθηση του τραγικού αποκαλύπτει από τη μια το παράλογο του κόσμου, από την άλλη όμως, καθώς είναι θεμελιωμένη στο φως, δεν αφήνει τον άνθρωπο να βυθιστεί στην απελπισία και τον μηδενισμό.

            Την παραπάνω εσωτερική ένταση της τραγικότητας του εκτυφλωτικού ήλιου επιχειρεί να την ερμηνεύσει ο Καμί. Το φως ορθώνεται απέναντι στην ιστορία, η οποία, κατά τον Καμί, αντιπροσωπεύει κάθε αθλιότητα: τη φτώχεια, την αδικία, τον πόνο, το κακό, το σκοτάδι. Σε αντίθεση με το ιστορικό, «σκοταδιστικό» πνεύμα του Χέγκελ, ο Καμί προτιμά το ανιστορικό του Πλάτωνα· σε αντίθεση με τη «σκέψη του τυφλοπόντικα», προτιμά την ηλιακή σκέψη· σε αντίθεση με τον γερμανικό ιδεαλισμό, που θεοποιεί την ιστορία και την ακινησία, επιλέγει το μεσογειακό πνεύμα της κινητικότητας και της έντασης. Στο φως του ήλιου αίρεται η τυραννία του ορθολογισμού, που αποξενώνει από τη φύση και ακρωτηριάζει την ανθρωπιά. Το ίδιο όμως φως απορροφά και την προσωπικότητα.

            Έτσι ακριβώς βιώνει την όλη κατάσταση κι ο Σεφέρης. Η απορρόφηση της ανθρώπινης προσωπικότητας από τον ήλιο εκλαμβάνεται ως διονυσιακή έκσταση, που παρέχει μία εικόνα θεϊκής επιφάνειας, μέσω της οποίας επέρχεται η συμφιλίωση με τη φύση και δηλώνεται η κατάφαση στη ζωή. Για την κατάφαση στη ζωή δεν αρκεί η ιστορία, ούτε η δικαιοσύνη: η ιστορία είναι βαμμένη από το αίμα όσων έσφαξαν ή σφάχτηκαν στο όνομα της δικαιοσύνης. Μόνο η αγάπη στο φως οδηγεί έξω από τον φαύλο κύκλο της ιστορίας. Εδώ ο Σεφέρης κι ο Καμί ομογνωμούν.

            Ο δρόμος όμως για το φως φαίνεται πως περνά μέσα απ' το σκοτάδι. Ο Σεφέρης διασταυρώνεται καί με τον Πλάτωνα, στον πλατωνικό μύθο τού σπηλαίου. Ο κόσμος που φαντασιώνεται ο Πλάτωνας εντός του σπηλαίου είναι ιστορικός. Η φωτιά που καίει εκεί αντιστοιχεί στον ήλιο της φυσικής επιστήμης, όχι της αλήθειας. Η έξοδος από το σπήλαιο οδηγεί στην έξοδο από τον ιστορικό κόσμο προς τον ανιστορικό, προς τον κόσμο τού «είναι». Εκεί βρίσκεται η αληθινή πηγή φωτός, ο ήλιος-Αγαθόν. Η στροφή της ψυχής στο φως αποτελεί τον στόχο της αληθινής παιδείας, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Την ώρα του μεσημεριού, που η κατάφαση της ζωής στο φως φτάνει στο αποκορύφωμά της, ο άνθρωπος γεύεται την πιο βαριά και σκοτεινή ευτυχία: ευτυχία, γιατί η μεσημεριάτικη γαλήνη δημιουργεί το αίσθημα της πληρότητας· βαριά και σκοτεινή, γιατί το σταμάτημα του χρόνου αφήνει στα χείλη την πικρή πρόγευση του επερχόμενου θανάτου. Η συγκεκριμένη θέαση του μεσογειακού μεσημεριού ερμηνεύει τη ζωή στο φως του ελληνικού αρχετυπικού ήλιου, αναβαθμίζοντας ακόμη και τον θάνατο, αφού ο θάνατος στο φως του ήλιου δεν εκμηδενίζει την ύπαρξη, παρά την υψώνει στο μυστήριο της αλήθειας του φωτός.

            Καθώς λοιπόν η δημιουργική φαντασία των ποιητών διανοίγει το τίποτε του θανάτου, οι λουσμένες στο φως του ελληνικού ήλιου ποιητικές εικόνες φανερώνουν ότι στο φως αυτό ακόμη κι ο θάνατος είναι «αλλιώς». Η αναζήτηση, συνεπώς, του κόκκινου χρώματος καταλήγει στο φως. Πιο πέρα δεν υπάρχει: το φως είναι το όριο όχι μόνο της μέγιστης ταχύτητας και της μέτρησης του χρόνου, αλλά και της ανθρωπιάς μας. Με τη διαπίστωση αυτή ο Βλάχος ολοκληρώνει το κεντρικό φιλοσοφικό δοκίμιο της ενασχόλησής του στον παρόντα τόμο. Δεν ολοκληρώνεται όμως κι ο τόμος, στον οποίο περιλαμβάνονται δύο ακόμη πονήματα: το πρώτο τιτλοφορείται «Το σώμα του αόρατου» και το δεύτερο «…Κόκκινη όπως το αίμα».

            Το «σώμα του αόρατου» αποτελεί φαινομενικά μια απόπειρα του Βλάχου να παρουσιάσει τη μουσική παραγωγή του συνθέτη Αθανάσιου Σίμογλου «Shades of love», με δώδεκα μελοποιημένα ποιήματα του Καβάφη. Ενώ όμως θεματολογικά φαντάζει εργασία ανεξάρτητη από την προηγούμενη, στην ουσία συνιστά συνέχειά της σ' ένα διαφορετικό επίπεδο. Κι αυτό γιατί όταν ο Βλάχος διαπιστώνει τη ρεμβώδη ατμόσφαιρα που δημιουργεί η μελοποίηση των ποιημάτων, σαν από φως καβαφικού κεριού, δεν τονίζει απλώς τη συνομιλία του μουσικού ύφους με το κλίμα των ποιημάτων, αλλά -κυρίως- επαναφέρει τη συζήτηση στη λειτουργία του φωτός που, έστω ταπεινό, δίνει μορφές στο αόρατο και τις φέρνει στην επιφάνεια. Η ανασύνθεση των μορφών που προκαλεί το έστω ελάχιστο φως, ανασυγκροτεί μια πνευματική «υπερπραγματικότητα», αντίστοιχη εκείνης στην πραγμάτευση του αρχικού δοκιμίου. Το καταληκτικό συμπέρασμα επιβεβαιώνει τις φιλοσοφικές διαδρομές του Βλάχου, εφόσον διαπιστώνεται πως η μελοποίηση του Σίμογλου, ενεργοποιώντας τη μνήμη μέσω της στοχαστικής ονειροπόλησης, διασώζει τον ηρωισμό των καθημερινών ανθρώπων, διασώζοντας μαζί του και την ανθρωπιά.

            Η υπηρέτηση της κινητήριας για τον Βλάχο φιλοσοφικής του ιδέας αποκαλύπτεται ακόμη εντονότερα από το τελευταίο πόνημα του τόμου, με τον τίτλο «…Κόκκινη όπως το αίμα». Με αφορμή το τραγούδι της Χαρούλας Αλεξίου «Έχω μια αγάπη για σένα», αγάπη η οποία χαρακτηρίζεται στους στίχους του Τάσου Βουγιατζή «κόκκινη όπως το αίμα», ο Βλάχος παρουσιάζει την «ερωτική», όπως την ονοματίζει, αγάπη, ως την πλέον προσωπική ανθρώπινη δυνατότητα που δεν παρακάμπτεται. Το άκρως ενδιαφέρον στοιχείο στο παρόν δοκίμιο του Βλάχου σχετίζεται με το γεγονός πως ο ξεχωριστός ερωτικός σύντροφος προκύπτει σαν γνωριμία «αλλού», όπως διαφαίνεται κι από τους στίχους του τραγουδιού. Πού «αλλού»; Μα στην «υπερπραγματικότητα» των δύο προηγούμενων δοκιμίων, σ' έναν πλατωνικό ιδεατό κόσμο, όπου ο έρωτας είναι μύηση σε μυστήριο. Το μυστήριο αυτό περιλαμβάνει και την πνευματική δημιουργία, αφού η ποίηση και ο στοχασμός είναι έργα αγάπης. Το εγχείρημα της όλης μύησης, λοιπόν, δικαιώνεται, αφού ο έρωτας κι η τέχνη είναι τα μόνα διαβατήρια υπέρβασης των ανθρώπινων όρων. Πλάι στη συνεπή υπηρέτηση από τον Βλάχο μιας μεταμορφωτικής υπέρβασης στέκει, δικαίως, ξανά το κόκκινο χρώμα, ως η δυναμικότερη αποτύπωση της αρχέγονης εικόνας του πάθους: του αίματος και της φωτιάς. Και, ασφαλώς, του κραταιότατου φωτός.

            Με διανοητικό οπλισμό που επιτρέπει διαρκείς διακειμενικούς συσχετισμούς με το έργο φιλοσοφικών ποιητών και ποιητικών φιλοσόφων· με διακειμενικούς συσχετισμούς που επεκτείνουν και στερεώνουν τις φιλοσοφικές του διαπιστώσεις, ο Βλάχος συγκροτεί ένα σώμα τριών στοχαστικών δοκιμίων, που, παρά τη φαινομενική τους αυτοτέλεια, λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους και αναδεικνύουν τη φιλοσοφική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Ο Βλάχος δηλώνει πως η στοχαστική του διαδρομή υπήρξε αμέθοδη. Είναι ωστόσο τόσο κατασταλαγμένη η θεώρησή του, ώστε αναδεικνύει το πόνημά του ως προϊόν συνειδητής μύησης στην ιδεαλιστική υπερπραγματικότητα, την οποία με αγάπη και συνέπεια συναντά πνευματικά.

 

            Δημήτρης Βλάχος, «Ένα χαστούκι από παπαρούνες. Μια ποιητική του κόκκινου», εκδόσεις Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης, Ξάνθη 2012, σελ. 288.

 

            «Η ζωή στο φως είναι δώρο ή μια αδικία από την οποία κάποιοι λαοί ωφελούνται περισσότερο σε σύγκριση με άλλους. Όμως η ζωή στο φως είναι σκληρή γιατί έχει αυξημένες απαιτήσεις. Σε προσκαλεί ν' αντικρίσεις τον άνθρωπο. Κι όμως η ανάμνηση αυτής της ζωής ακολουθεί όσους κάποτε την έζησαν, ακόμη και στις θορυβώδεις και βυθισμένες στην Ιστορία χώρες της ομίχλης. Τους θυμίζει λοιπόν ότι εκτός από τον χώρο του σπηλαίου της Ιστορίας υπάρχει κι ο κόσμος του φωτός έξω από το σπήλαιο, κι αν το έργο τους αναζητά την ανθρωπιά, πρέπει να στραφεί στο φως.»

Από το δοκίμιο «Ένα χαστούκι από παπαρούνες. Μια ποιητική του κόκκινου».

 

            «Η ζωή δεν είναι πέτρα. Ωστόσο η πέτρα βρίσκεται στην αρχή και στο τέλος της ιστορικής ζωής. Ο άνθρωπος κατασκευάζει από πέτρα τα αρχιτεκτονικά του μνημεία και τις πόλεις του. Η πέτρα οριοθετεί την αρχή και το τέλος της Ιστορίας, τη γέννηση και τον θάνατο. Τα ερείπια των αρχαίων ιστορικών πόλεων αυτό δείχνουν. Η φύση παρέχει την πέτρα ως πρώτη ύλη για να οικοδομήσει ο άνθρωπος τις πόλεις του, κι όταν αυτές πεθαίνουν, στο τέλος, τα ερείπιά τους ξαναγίνονται πέτρες κι έτσι επιστρέφουν στη φύση από όπου τις απέσπασε ο άνθρωπος για να οικοδομήσει την ιστορία του. Και η φύση πάλι τις αγκαλιάζει με τα λουλούδια και τις πρασινάδες της και δείχνει ότι η γη είναι πιο δυνατή από την Ιστορία. Ο γάμος των ερειπίων με τη φύση στο φως του ήλιου κάνει τα ερείπια της Ιστορίας και πάλι πέτρες.»

Από το δοκίμιο «Ένα χαστούκι από παπαρούνες. Μια ποιητική του κόκκινου».

 

            «Για τον Καβάφη, όπως και για τον Σεφέρη άλλωστε, η ιστορία δεν είναι παρελθοντολογία, δεν είναι αυτό που πέρασε (δηλαδή το "όχι πια τώρα") αποκομμένο από αυτό που θα έρθει (δηλαδή το "όχι ακόμη τώρα") αλλά αυτό τούτο το "τώρα εδώ". Σ' αυτό το "τώρα εδώ" και στην απόφαση της στιγμής ζουν οι μορφές του παρελθόντος και συναντούν τις αγέννητες ακόμη αλλά επερχόμενες μορφές του μέλλοντος. Ιστορία είναι για τον Καβάφη η επανάληψη των δυνατοτήτων που υπήρξαν και όχι η επίσκεψη σε ένα μουσείο απολιθωμάτων. Το να επαναλαμβάνει κανείς δυνατότητες που υπήρξαν σημαίνει το να προλαβαίνει το μέλλον, να επιστρέφει σ' αυτό. Επιστρέφοντας και επαναλαμβάνοντας τις δυνατότητες που υπήρξαν, προλαβαίνουμε αυτό που θα έρθει.»

Από το δοκίμιο «Το σώμα του αόρατου».

 

            «Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τον έρωτα (λογοτεχνία, φιλοσοφία, ψυχολογία) που δεν φτάνει σε κάποιον μια ζωή ολόκληρη για να τα διαβάσει προκειμένου να αποκρυσταλλώσει άποψη. Όμως το παρήγορο με τον έρωτα είναι πως όσα και να διαβάσει κανείς, όταν ερωτευτεί, αποδεικνύεται αμαθής. Η αποκρυσταλλωμένη άποψη αποδεικνύεται άχρηστη. Αν μπορούσε βέβαια κανείς να ενεργοποιήσει όλες τις γνώσεις του περί έρωτος, τότε δεν θα ερωτευόταν. Οι επιστημονικές του γνώσεις δεν θα του επέτρεπαν να αφεθεί στο μυστήριο και τη μαγεία του έρωτα. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί ο έρωτας είναι μύηση κι όχι εγκυκλοπαιδική, επιστημονική ή φιλολογική γνώση. "Είναι μάλλον πάθος και διαταραχή, σταθερή μύηση σ' ένα μυστήριο, παρά πρωτοβουλία", αναγνωρίζει ο Λεβινάς. Το μεγαλείο του ερωτικού φαινομένου, άλλωστε, έγκειται στο ότι ακυρώνει κάθε προηγούμενη κατακτημένη γνώση. Μπορεί βέβαια να μην αποκτά γνώσεις αυτός που ζει έναν μεγάλο έρωτα, ωστόσο είναι ολοφάνερο ότι αλλάζει. Και η αλλαγή είναι αισθητή στη συμπεριφορά του και ακόμη περισσότερο στο έργο του, αν είναι δημιουργός.»

Από το δοκίμιο «…Κόκκινη όπως το αίμα».

 

Η ψευδής συνείδηση

Η ψευδής συνείδηση

 

Του Λευτέρη Κουσούλη*

 

Πάνω στα ερείπια των κρίσεων, η ψευδής συνείδηση στήνει το θρόνο της. Στο άμορφο τοπίο των ερειπίων κρύβει το σκοτεινό πρόσωπό της, αναδυόμενη ως ψευδής φανέρωση.

Σε όλες τις ιστορικές φάσεις, από τις πιο «πρωτόγονες» έως τις πιο «εξελιγμένες», ο άνθρωπος επιχειρεί μια παραστατική ή ανα-παραστατική αποτύπωση του εαυτού του, της σχέσης του με τη φύση και της σχέσης του με τους άλλους, την κοινωνία και τον κόσμο. Χτίζει μια συνείδηση. Πρόκειται για μια αναζήτηση απαντήσεων και στο πεδίο των αναπαραστάσεων, που στην ιστορική εξέλιξη γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο του ανθρώπου, της ίδιας του της ύπαρξης.

Αυτό που κατασκεύασε ο νους, αν και αναπαράσταση, γίνεται μέρος της πραγματικής ζωής, ως θρησκεία, ως ιδεολογία, ως φιλοσοφία, ως ιστορία, ως οδηγητικό πρότυπο ή κινητήριο πρόταγμα.

Ο πραγματικός άνθρωπος, συνδέεται με τη ζωή του μέσα από το βίωμα και την εμπειρία. Στη σύγκρουσή του με την ανάγκη και στον ακατάβλητο αγώνα για την ελευθερία του, η γνώση του κόσμου και η αναπαράστασή του, γίνεται άλλοτε όπλο και άλλοτε εμπόδιο σε αυτή τη μάχη. Σε αυτό το πεδίο, αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται χθες, σήμερα και πάντα, εδώ και παντού, στρατηγικές εξουσίας.

Μέσα στις στρατηγικές εξουσίας, η ψευδής συνείδηση διεκδικεί τον πρώτο ρόλο. Ως παραποιημένος κόσμος, ως στρεβλή καταγραφή, ως παραμορφωμένη αποτύπωση, μεθοδεύει την κυριαρχία της, προβάλλοντας τον εαυτό της, ως τη μόνη αλήθεια. Μια αλήθεια που πασχίζει να είναι αρεστή στις ανεδαφικές επιθυμίες και αθεμελίωτες προσδοκίες. Αυτό είναι το μέτρο της.

 Ο εσχατολογικός της λόγος, αγνοεί τη βιωμένη ζωή και αναιρεί τη διαλεκτική της υπόσταση. Αντιστρατεύεται βίαια κάθε κριτική εναντίωση στο εξουσιαστικό της σχέδιο. Αναζήτηση, αμφιβολία, κριτική σκέψη και κριτική συνείδηση, ορθός λόγος, κανόνας και νόμος, προκαλούν τρόμο σε κάθε ψευδή συνείδηση, στους φορείς και στους εκφραστές της.

Η ψευδής συνείδηση είναι η αιτία και το αποτέλεσμα της χειραγώγησης και του λαϊκισμού. Η τροπή της συνείδησης σε ψευδή συνείδηση είναι από μόνη της μια χειραγώγηση. Αυτοχειραγωγείται και χειραγωγεί. Μακριά από τον πραγματικό κόσμο, κατασκευάζει μέσα από τη χειραγώγηση, την παραπλάνηση και το λαϊκισμό, έναν κόσμο εξουσίας. Και μαζί ένα πεδίο εύκολης και ανεμπόδιστης άσκησής της. Η περίτεχνη μεταμφίεση της ψευδούς συνείδησης σε πολιτική, η αναγωγή σε μια ανώτερη σφαίρα σύνθετης εξουσιαστικότητας, εκφράζεται στο καθημερινό πεδίο, ως λαϊκισμός και νέοδημαγωγία. Μεταπλάθεται σε αντίληψη εξουσίας και αλαζονικό δημόσιο ύφος. Παίρνει τη μορφή κομματικών διακηρύξεων. Γίνεται πολιτικό πρόγραμμα. Διεκδικεί το μέλλον.

Η ψευδής συνείδηση δεν είναι θεωρία. Μην την ψάχνετε στα βιβλία. Ζει ανάμεσά μας. Αυτοπροβάλλεται στους δρόμους. Αυτοθαυμάζεται στις πλατείες. Κομπορρημονεί στη Βουλή.

* Ένα κείμενο που αναρτήθηκε στο www.lefteriskousoulis.gr και φιλοξενήθηκε στο Βήμα της Κυριακής (23-6-2013)

Ο ΑΝΕΡΓΟΣ

Ο ΑΝΕΡΓΟΣ

 

Του μνημονιακού

 

Ο άνεργος είναι ένα "τίποτα". Δεν υπάρχει! Εάν υπάρχει, φέρει απάνω του και διαρκώς την καίρια και ζοφερή συνθήκη του που τον βαρύνει και μόνον αυτήν.

Ο άνεργος "ζει" , "αναπνέει", "πορεύεται" κάθε ημέρα μέσω της ανεργίας. Τον ακολουθεί σαν σκιά. Τον υποσκάπτει σαν δίνη. Τον έλκει στην χοάνη του τίποτα. Αφού η συγκεκριμένη συνθήκη του  υπενθυμίζει το "τίποτά" του, προϊόντος του χρόνου παρωθείται να μεταλλαχθεί σε απόλυτο τίποτα.

Ο άνεργος είναι ένοχος. Είναι αναπολόγητος. Ο άνεργος έχει άδικο. Τελεί εν αδίκω. Ακόμη και δίκιο να έχει, εντούτοις έχει άδικο επειδή είναι άνεργος.

Ο άνεργος δεν προσμετράται, δεν σταθμίζεται, δεν λογίζεται. Απλά δεν υφίσταται!

Ο άνεργος δεν συγκρίνεται με οτιδήποτε υπαρκτό, γιατί απλούστατα είναι ανύπαρκτος. Κι αν υπάρχει, θα ήταν καλό να μην υπάρχει γιατί και η ύπαρξή του είναι ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει. Δεν επιτρέπεται να υπάρχει. Κι αν λέει ότι υπάρχει, εντούτοις είναι σαν να μην υπάρχει.

Ο άνεργος δεν έχει αξία. Δεν είναι αξία. Είναι απαξία. Είναι η απόλυτη γνώση της απαξίας.

Ο άνεργος είναι η πλήρης λησμοσύνη. Είναι η τρομερή και κραυγαλέα υπόμνηση ότι οφείλει και πρέπει να τελεί εν λήθη.

Ο άνεργος δεν έχει τιμή. Είναι άτιμος, αλλά δεν μπαίνει σε κανένα πλαίσιο εκτίμησης ή αποτίμησης. Ως εκ τούτου είναι το άκρως αντίθετο του ατίμητου. Ο ατίμητος έχει υπερκεράσει κάθε τιμή. Ο άνεργος δεν αξίζει καμιά τιμή. Είναι η απόλυτη απουσία κάθε τιμής. Είναι το απόλυτο "υπο-τζάμπα" της κάθε τιμής. Είναι η απόλυτη απουσία κάθε τιμής. Και αυτό αποδίδεται με την α-τιμία που αποδίδεται στην ανεργία.

Ο άνεργος είναι άχρηστος. Δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Δεν χρειάζεται σε τίποτα. Δεν του οφείλουν τίποτα. Δεν του οφείλεται τίποτα. Οφείλει όμως τα πάντα. Το φιλότιμο του λείπει. Χρωστάει τον αέρα που αναπνέει. Χρωστάει το φαί του και το νερό που πίνει δεν το δικαιούται.

Ο άνεργος είναι η ακραία έλλειψη της πλέον στοιχειώδους εγγύησης. Γιατί ο άνεργος είναι η πλήρης αφερεγγυότητα. Γιατί;  τι έχει να εγγυηθεί ο άνεργος;  Ο άνεργος δεν ζει. Τον "ζουν". Δεν παράγει τα μέσα της ύπαρξής του. Δεν δικαιολογεί την ύπαρξή του. Και για αυτό αποδεικνύεται ξανά ότι είναι άδικος.

ΣΩΣΤΑ!!! Αυτός που αξιοδοτεί, αποφασίζει και ποιος του κάνει και πιος δεν του κάνει. Έτσι είναι η μηχανή που σμιλεύει  "τι πρέπει να βιοί", "τι πρέπει να μην βιοί" και "τι πρέπει να λαθροβιοί". Έτσι ο άνεργος κείται μεταξύ νεκρότητος και λαθροβιώσεως. Λάθρα ζει. Λάθρα κινείται. Λάθρα υπάρχει και πορεύεται. Ο χρόνος κάθε μέρα τον καταργεί. Γιατί ο άνεργος είναι ο καταργούμενος, ο ακυρούμενος, ο αναιρούμενος. Ο άνεργος εσωτερικεύει την κατάργησή του, την ακύρωσή του, την αναίρεσή του.

Ο άνεργος εφόσον δεν δουλεύει, είναι αναπολόγητος. Δεν μπορεί να απολογηθεί. Δεν έχει δικαίωμα να απολογηθεί. Ο άνεργος είναι η απόλυτη απουσία κάθε δικαιώματος απολογίας. Ίσως το μόνο δικαίωμα που θα του επιτρεπόταν , θα συνίστατο στο να προβεί ο ίδιος στην αυτοκατάργησή του. Μάλλον τότε και μόνον τότε θα πρόσφερε υπηρεσίες. Αν όλο και περισσότεροι άνεργοι, σκέφτονταν έτσι ίσως να μειωνόταν ο ειδεχθείς αριθμός τους και μετά θα μειωνόταν το ποσοστό της ανεργίας. Να μια καλή υπηρεσία που θα πρόσφερε ο άνεργος στην μείωση των αρνητικών δεικτών της Εθνικής μας Οικονομίας. Θα ήταν πιο εύκολο για την επίτευξη του στόχου αυτού εάν ο ίδιος ο άνεργος και ο κάθε άνεργος προέβαινε ιδιοβούλως στην αυτοκατάργησή του. Μία καλή πρόταση προς τους κρατούντες θα ήταν η ίδρυση ενός φορέως που θα οδηγούσε στην εξάλειψη του βδελυρού αποστήματος της ανεργίας. Να ιδρύσουν λοιπόν οι κρατούντες τον οργανισμό με τον τίτλο: Φορέας Ομαλής Νουθέτησης Ολοτελών Σκυβάλων. Φ.Ο.Ν.Ο.Σ.!!!  Αυτή είναι η λύση.  Ο Φ.Ο.Ν.Ο.Σ. λοιπόν  θα πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην Εθνική Οικονομία. Αφού ο άνεργος είναι σκύβαλο, και όσα σκύβαλα δεν αυτοκαταργούνται, τότε οι εργαζόμενοι του Φ.Ο.Ν.Ο.Σ.  θα ανελάμβαναν το εξαίρετο έργο της ομογενοποίησης όλων των υπάρξεων στο εργασιακό ιδεώδες των κρατούντων: Να φθάσει το ποσοστό ανεργίας στο 0 % και να σωθεί τοιουτοτρόπως η Εθνική Οικονομία. Μάλιστα ο τεχνολογικός εξοπλισμός του Φ.Ο.Ν.Ο.Σ. θα έπρεπε να είναι τέτοιας αιχμής, ώστε ο συντελεστής εξάλειψης ανεργοσκυβάλων ανά εργαζόμενο να έχει φθάσει στα ανώτατα όρια βελτιστοποίησής του. Όσο πιο άρτια στην τεχνοεξόντωση καθίσταται ο Φ.Ο.Ν.Ο.Σ. τόσο πιο ανταγωνιστική θα καταστεί η Οικονομία μας.

 

 Ο μνημονιακός, 25-06-2013

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η Εκκλησία εγγίζει τα δισχιλιοστά γενέθλιά της, τα οποία εορτάζει κατ' έτος την ημέρα της Πεντηκοστής. Στα μάτια του κόσμου φαντάζει πολύ γηρασμένη. Αρκετοί απορούν πώς ακόμη επιβιώνει, ενώ μάντεις και μελλοντολόγοι είχαν αποφανθεί ότι κατά τον εικοστό αιώνα, τον αιώνα της επιστήμης, θα είχε εγκλειστεί στο μουσείο της ιστορίας. Βέβαια, αν εξετάσουμε επιφανειακά την κατάσταση στις χριστιανικές αποκαλούμενες κοινωνίες, ίσως καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι επαληθεύθηκαν εκείνοι που   πρόβλεψαν τη συρρίκνωση της χριστιανικής πίστης.

Δεν είναι υπερβολή να γράψουμε ότι οι κοινωνίες αυτές πέρασαν στη μεταχριστιανική εποχή. Η μάχες οπισθοφυλακής που δίνονται, για να αναγνωριστούν ως χριστιανικά τα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή να αναγράφεται το θρήσκευμα στα δελτία των ταυτοτήτων δεν αποτελούν μαρτυρία πίστεως.

Αν επεκτείνουμε την έρευνά μας σ' όλη την έκταση του πλανήτη θα διαπιστώσουμε ότι ο απολογισμός είναι ακόμη πιο θλιβερός για τη χριστιανική πίστη. Αν και κατά την πρώτη χιλιετία μετά Χριστόν η πίστη αυτή είχε διαδοθεί σχεδόν σ'  ολόκληρη την Ασία υποχώρησε στη συνέχεια κατά κράτος ακόμη και στην κοιτίδα της, τη Μέση Ανατολή, υπό την πίεση προς εξισλαμισμό των νεοφωτίστων Αράβων. Σε μεγάλη έκταση της Άπω Ανατολής οι θρησκείες που είχαν εκεί την κοιτίδα τους παρέμειναν εδραίες και διατηρούν ακόμη και σήμερα τους πιστούς τους παρά την πολιτιστική επίδραση που δέχθηκαν εκ μέρους της Δύσης ως αποικίες αυτής η, έστω, υπό τον οικονομικό της έλεγχο. Και οι λαοί των χωρών αυτών είναι δημογραφικά ακμαίοι σε αντίθεση προς τους «χριστιανικούς» λαούς, οι οποίοι απειλούνται με αφανισμό, λόγω δημογραφικής γήρανσης, απόρροιας άκρως αντιευαγγελικού βίου. Και ενώ η δημογραφική γήρανση εγγίζει τα όρια της μη αναστρεψιμότητας, η Δύση αντιιμετωπίζει στο έδαφός της πλέον την πρόκληση του Ισλάμ, το οποίο δεν εισβάλει βέβαια στην Ευρώπη, για να απελευθερώσει ιερούς γι' αυτό τόπους, αλλά για να επικρατήσει επί λαών, τους οποίους θεωρεί διεφθαρμένους και με τους οποίους έχει ανοικτούς λογαριασμούς από τον καιρό των σταυροφοριών, της αποικιοκρατίας αλλά και των προσφάτων οικονομικών πολέμων.

Στην Αμερική ο προτεσταντικός κόσμος στον Βορρά δημιούργησε έναν νέου τύπου «χριστιανισμό», ο οποίος, σε αντίθεση με την αγορά, στην οποία επικρατούν τα μεγαθήρια, έχει κατατμηθεί σε πληθώρα από «μικρομάγαζα», τα οποία αποκαλούνται από τους ιδρυτές και διαχειριστές τους εκκλησίες! Ο αριθμός των προτεσταντικών παραφυάδων εγγίζει τις 25.000 και δεν φαίνεται ο αριθμός αυτός να σταθεροποιείται στο μέλλον. Οι ανερμάτιστοι θρησκευτικά πολίτες των ΗΠΑ μετακινούνται ως πελάτες από «μαγαζί» σε «μαγαζί», προκειμένου να νοιώσουν κάτι διαφορετικό, που θα τους αποσπάσει από την καθημερινή τους πλήξη, όπως ακριβώς κάνουν οι νέοι μας, που αλλάζουν καφετερίες! Στη λατινική Αμερική, όπου το ιθαγενές στοιχείο δεν έχει πλήρως εξοντωθεί από τους φορείς του παπικού πολιτισμού κονκισταντόρες (κατακτητές), προβάλλει πλέον αυτό ως φορέας θρησκείας μείγματος καθολικισμού και αρχαίων ινδιανικών θρησκειών. Αυτούς όμως ο πάπας τους θεωρεί δικούς του και αγωνίζεται να εξαπλώσει την επιρροή του στη σχισματική χριστιανοσύνη της Ανατολής!

Γιατί ο χριστιανισμός γνωρίζει αυτή την συρρίκνωση και πόσο προβλέψιμη ήταν αυτή με βάση την Αγία Γραφή; Ο Χριστός κατά την επίγεια διδασκαλία Του ήταν σαφής και δεν άφησε περιθώριο για παρερμηνεία αυτής. Μίλησε για «μικρό ποίμνιο», καθώς σκοπός του κηρύγματός του δεν ήταν η βέβαια ο σχηματισμός χριστιανικών κοινωνιών. Η κλήση του Χριστού είναι προσωπική, απευθύνεται δηλαδή στον καθένα μας και όχι στην κοινωνία, στην οποία βιώνουμε, ή στον λαό, στον οποίο ανήκουμε. Η Εκκλησία, της οποίας η φανέρωση έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής είναι οικουμενική. Το έδαφος είχε ετοιμαστεί από τους Εβραίους, οι οποίοι είχαν καταφέρει να προσηλυτίσουν ανθρώπους από όλες τις φυλές που συγκροτούσαν τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Σ' αυτούς μίλησαν στις γλώσσες τους οι Απόστολοι φωτισμένοι από το Άγιον Πνεύμα. Η κλήση προς αποδοχή της νέας πίστεως ήταν κλήση προς υπερεθνική ενότητα των κατοίκων της γης, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στο κοντάκιο της Πεντηκοστής:

            Όταν καταβάς τας γλώσσας συνέχεε,

            διεμέριζε έθνη ο ύψιστος.

            Όταν του πυρός τας γλώσσας διένειμεν

            εις ενότητα πάντας εκάλεσε

            και συμφώνως δοξάζομεν το Πανάγιον Πνεύμα

            Ο Θεός για να τιμωρήσει τους αλαζόνες δομήτορες του πύργου της Βαβέλ σχημάτισε τα έθνη μέσω του γλωσσικού διαφορισμού. H Εκκλησία ως οικουμενική αγκαλιάζει όλους τους λαούς χωρίς όμως να δομεί νέο έθνος, αλλά δηλώνοντας σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων εθνών. Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας δοκιμάστηκε έντονα με την πάροδο των αιώνων. Εμφανίστηκαν κατ' αρχάς αιρετικοί και όχι λίγοι, οι οποίοι συντάραξαν το σώμα της Εκκλησίας και διέσπασαν  την ενότητά της. Κάποιοι λαοί ορμώμενοι από εθνικά ελατήρια, καθώς δεν ήταν σε θέση να πλήξουν την κεντρική εξουσία της Ρωμανίας (Βυζαντίου) έπληξαν την ενότητα του σώματος της Εκκλησίας αποδεχόμενοι τις αιρέσεις. Είναι εντυπωσιακή η ταχύτατη υποταγή των αιρετικών στην ισλαμική βία. Η εκκοσμίκευση του σώματος μετά την αναγνώριση της Εκκλησίας από την Πολιτεία υπήρξε ραγδαία. Ως υγιής αντίδραση προέκυψε ο μοναχισμός, ο οποίος όμως κατά την εποχή της παρακμής ακολούθησε την εν γένει πορεία του λαού. Οι εξισλαμισμοί, όχι πάντοτε βίαιοι, στην έκταση της Μικράς Ασίας μαρτυρούν τη σημαντική έκπτωση σε θέματα πίστεως.

Στη Δύση το φραγκικό πνεύμα επέτυχε την υποταγή του Βατικανού σε άκρως αντιευαγγελικές θέσεις. Δεν είναι μόνο τα δογματικά ολισθήματα. Είναι και το φεουδαλικό πνεύμα ανελευθερίας, το οποίο μάρανε τον χριστιανισμό της Δύσης. Η διαμαρτύρηση (προτεσταντισμός) στον αντίποδα της ανελευθερίας του Βατικανού οδήγησε κάποιους λαούς στην ασυδοσία όχι μόνο στον χώρο του δόγματος αλλά και των ηθικών εντολών. Τα μύρια όσα εγκλήματα, τα οποία διέπραξε η δυτική χριστιανοσύνη, οδήγησαν στην τελική έκπτωση από τη χριστιανική πίστη (αθεϊσμός).

Η Ευρώπη διατρέχει τρομερό κίνδυνο, τον οποίο δεν αντιλαμβάνεται ναρκωμένη από την αλαζονεία εκ του ότι φαντάζεται ότι επέτυχε ό,τι δεν είχαν επιτύχει οι δομήτορες του πύργου της Βαβέλ: Την χωρίς θεό θέωση. Το Ισλάμ, όπως γράψαμε απειλεί να την αφανίσει και αυτή συνεχίζει να προκαλεί μη αντιλαμβανόμενη ότι πέρασε ο καιρός της μεγαλοδυναμίας της. Ο ορθόδοξος κόσμος άγεται από τους ισχυρούς της χριστιανικής Δύσης και ταλανίζεται από την αντίληψη περί εθνικής Εκκλησίας, η οποία έχασε εν πολλοίς από τον ορίζοντά της την βασική θέση περί οικουμενικότητας. Και όμως η Εκκλησία είναι η μόνη ελπίδα για τον κόσμο. Μάρτυρές της θα κάνουν να ανθίσει στις περιοχές που κυριαρχούν οι παραδοσιακές θρησκείες, ακόμη και οι φανατικές του ισλαμισμού και ινδουισμού. Όσο για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, όσοι θα θελήσουν να παραμείνουν χριστιανοί, θα προσέλθουν γρήγορα ή αργά στην Ορθοδοξία. Ο Χριστός μας διαβεβαίωσε ότι «Πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», της Εκκλησίας Του.


«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 24-6-2013     

Παγκοσμιοποίηση και …Παγκοσμιοποίηση

Παγκοσμιοποίηση και …Παγκοσμιοποίηση

 

Του Στέργιου Ζυγούρα

 

Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το αξιόλογο άρθρο του Γεράσιμου Γερολυμάτου "Η Τέχνη και ο Πολιτισμός υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης". Ξεκίνησε ως σχόλιο επί του άρθρου, κατέληξε σε μια ευρύτερη τοποθέτηση, όχι όμως σε μια εκτενή ανάλυση του διάσημου όρου.

Ως προς την σχέση των πυλώνων της παγκοσμιοποίησης: Η πολιτική παγκοσμιοποίηση φαίνεται να έχει ως όχημα την πολιτισμική παγκοσμιοποίηση. Πολιτική ενοποίηση δεν μπορεί να επιτευχθεί, αν δεν εμπεδωθεί η αντίστοιχη πολιτισμική (σ' αυτό φαίνεται ότι συμπίπτουμε).

Είναι όμως ζήτημα προς διερεύνηση ποιος είναι ο στόχος της πολιτικής ενοποίησης, όταν η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, που γίνεται κάτω από έναν ιστό δηλωμένων αγαθών προθέσεων και μέσα σ' ένα πλαίσιο δηλωμένης θεσμικής υπεροχής, μοιάζει στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας και όχι ενέργεια που προκύπτει μέσα από έναν μαθηματικό υπολογισμό. Μήπως τότε ανατρέπονται τελείως το όχημα και ο προορισμός;

Ας παρατηρήσουμε τις εγχώριες "αναγκαίες", ριζοσπαστικές (όπως κι ο Στουρνάρας λέει εσχάτως) "μεταρρυθμίσεις" στην κοινωνική ζωή και στην παιδεία που αναδιατάσσουν την οικογένεια, την ιστορία, τη γλώσσα, το έθνος, το έθνος-κράτος και τον χριστιανισμό, ακόμα και αυτόν τον εθνικό χριστιανισμό (τον υποκείμενο στο κράτος) που επέβαλε και στην Ελλάδα ο διαφωτισμός. Τα στοιχεία αυτά τείνουν να θεωρούνται άσχετα και υποδεέστερα της οικονομίας, ιδιαίτερα όταν εκβιαστικά τίθεται ζήτημα επιβίωσης μέσω της ανεργίας ή της υγείας. Είναι όμως έτσι ή εκπαιδευθήκαμε να τα θεωρούμε έτσι; ή μήπως οργανωθήκαμε κατάλληλα ώστε να μπορούμε να εκβιαστούμε ως προς άλλες ζωτικές μας ανάγκες (διατροφή, στέγη…) και να δεχθούμε εύκολα τον δημιουργό του προβλήματος ως Σωτήρα; Στην σημερινή Ελλάδα, μια βασική δυσκολία συγκρότησης ενιαίας αντιστασιακής φωνής, (αν εξαιρέσουμε την παραπληροφόρηση και την τεχνητή διαίρεση την οποία θα δούμε πιο κάτω), είναι η επικράτηση του πολιτισμού της ατομικότητας, η έκπτωση και η απονέκρωση των στοιχείων της παραδοσιακής συλλογικότητας· όχι όμως στον βαθμό που να εξασφαλίζεται πλήρως η διατήρηση του δόγματος "δανείζομαι άρα υπάρχω". Γι' αυτό και βλέπουμε τις πιέσεις να εντείνονται· τελικός στόχος για όσους επιζήσουν δεν είναι η φτωχοποίηση. Όχημα και προορισμός, προσχήματα και πραγματικοί στόχοι, όλα συγχέονται. Έχουμε μπλεχτεί στο ότι από την μια "εξορθολογίζεται" η ΕΡΤ επειδή ήταν μνημονιακή πρόβλεψη, από την άλλη διαφωνούμε ως προς τον βαθμό απόλυτου και συγκριτικού βαθμού διαφθοράς των υπαλλήλων της. Από την μια φορολογούνται τα παιδιά, καταργούνται τα οικογενειακά και πολυτεκνικά επιδόματα, η αργία της Κυριακής, τα δώρα Χριστουγέννων-Πάσχα, από την άλλη νομίζουμε ότι αυτά γίνονται επειδή υπάρχει "οικονομική κρίση". Από την μια ιδιωτικοποιούνται η ενέργεια και το νερό, από την άλλη συζητούμε αν αυτά θα φέρουν ανταγωνιστικότητα. Από την μια βρίσκουμε πετρέλαιο και αέριο αφού ήρθε το ΔΝΤ στην Ελλάδα, από την άλλη ο πρωθυπουργός κάνει το θέμα των κοιτασμάτων "ευρωπαϊκό". Από τη μια Κομισιόν και Γερμανία μας λένε πότε να κάνουμε εκλογές και τι να ψηφίζουμε, από την άλλη δημιουργείται Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (κι αλληλεγγύης).  Από την μια επανασυκοφαντούνται οι Καραϊσκάκης, Κολοκοτρώνης, Καποδίστριας, από την άλλη διαφωνούμε στο αν οι ιστορικοί που το κάνουν είναι "προοδευτικοί" ή "συντηρητικοί" … κ.ο.κ.

Ως προς την παγκοσμιοποίηση με την γενική, ουδέτερη σημασία, για την οποία ο Γ. Γερολυμάτος κάνει λόγο αρχικά, θα συμφωνήσω επίσης. Άλλωστε, πρέπει να αναρωτηθούμε: είναι τα έθνη που αντιστέκονται στον διεθνισμό; Είναι μια η παγκοσμιοποίηση;. Ή μήπως έχουμε να κάνουμε με δυο μορφές, όπου η δεύτερη υποσκάπτει την πρώτη, προκειμένου να επικρατήσει; Μήπως όλες αυτές οι ταραχώδεις διαδικασίες έχουν κεντρικό κορμό και παρακλάδια άσχετα κατ' αρχήν με την ουσία, που έμμεσα προωθούν την ουσία; Η Ε.Ε., η Βρετανική Αυτοκρατορία είναι οι μοναδικές ιστορικές προσπάθειες για παγκόσμια επικράτηση; Ανατρέχοντας στην ιστορία διακρίνουμε την γνωστή μας παγκοσμιοποίηση και βλέπουμε πώς προωθεί εαυτόν έναντι της άλλης: αποδυναμώνει την οικονομία της και ταυτόχρονα διασπά την πολιτισμική της ενοποίηση προβάλλοντας τα διχαστικά μηνύματα, δημιουργώντας τα εθνικά κράτη. Στη συνέχεια, αφού προβάλλει τα δικά της πολιτικά ενοποιητικά μηνύματα, σπεύδει να διαλύσει τη συνοχή των κοινωνιών και τα εθνικά κράτη, προκειμένου να φτάσει στη δική της κυριαρχία (αυτήν που όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ως ένα εφιαλτικό σχέδιο για όλη την ανθρωπότητα). Η ανατροπή αυτή: α) είναι μια καλυμμένη και αργή διαδικασία, άρα δύσκολα ανιχνεύσιμη, β) δεν αφορά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφού αυτή ουδέποτε επεδίωξε μια πνευματική επικράτηση.

Όμως παρά την Αμερικανική κυριαρχία του τελευταίου αιώνα (συνέχεια και ανανέωση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας), η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είναι καταφανώς ο παγίως διεκδικούμενος τίτλος της παγκοσμιοποίησης, με επιφανείς σταθμούς τον Μέγα Κωνσταντίνο, τον Μέγα Κάρολο, τον Όθωνα Α΄, τον Φίλιππο Β΄, τον Ιωσήφ Β΄, τον Ναπολέοντα, τον Μπίσμαρκ, τον Χίτλερ, τον Ρομπάι και ανάμεσα το εξωγήινο "Βυζάντιο", το ορφανό 1821, κάποιους τσάρους, και κάτι περίεργες κινήσεις σε χρηματιστήρια και κεντρικές τράπεζες. Τελικό στάδιο πριν την επανένωση φαίνεται ότι είναι ο περαιτέρω πολιτικός κατακερματισμός των εθνών-κρατών που θα γίνει πάνω στην βάση των προσχεδιασμένων εκρήξεων και υποδαυλιζόμενων πολιτισμικών διαφοροποιήσεων (στο όνομα της ελεύθερης έκφρασης των μειονοτήτων). Ο κατακερματισμός αυτός θα δημιουργήσει εκατέρωθεν επιθετικότητα και χάος, αφού ο οικονομικός μαρασμός όλων ή προεπιλεγμένων περιοχών είναι παιχνίδι για το διεθνές οικονομικό σύστημα. Τα ενδιαφέροντα σημεία είναι κάποιες καλά κρυμμένες αντιφάσεις: α) η αμυντική παγκοσμιοποίηση καταγγέλλεται από την επιθετική ως "εθνικισμός", ενώ πηγή των εθνικισμών και της επιθετικότητας είναι η καταγγέλλουσα, β) αρκετοί υπερασπιστές των εθνικισμών (εξαιρούνται οι λαϊκιστές τραμπούκοι) στην πραγματικότητα υπερασπίζονται έναν άλλο διεθνισμό, δηλαδή την άλλη παγκοσμιοποίηση, στην οποία οι εθνότητες γίνονται σεβαστές και συνυπάρχουν, χωρίς να απαιτούνται ΟΗΕ, Συνθήκη της Λισαβόνας, Πρέσβεις καλής θελήσεως, Δουβλίνο ΙΙ, διαθρησκειακοί διάλογοι κλπ. Ειδικότερα στην Ελλάδα όπου το "εθνικό" ζήτημα εκκρεμεί επί δύο αιώνες, είναι κωμικό να εμφανίζονται ως διεθνιστές οι υποστηρικτές των εθνικών επαναστάσεων. Οι συγκεκριμένοι διεθνιστές προβάλλουν ως δικαιολογία την νεοτερική σημασία του έθνους (ότι είναι πολιτική και όχι πολιτισμική κοινότητα). Όμως, δεν χρειάζεται να πάμε στα λεγόμενα Βαλκάνια όπου το χριστιανικό ζήτημα υπήρξε η ρομφαία των Επαναστάσεων, είτε ως αιτία, είτε ως τεχνητό δημιούργημα για να φανεί η πραγματική έννοια του Έθνους. Ακόμα και στην Γαλλία, το (αμυντικό/επιθετικό) σύνθημα Allons enfants de la Patrie, παρασάγγας απείχε στη συνείδηση του μέσου Γάλλου από την διάσταση που προσπαθούσαν να επιβάλλουν οι Γιακωβίνοι. Από την άλλη πλευρά, είναι τραγικό να αρθρώνεται μια καταδίκη του ελληνικού εθνικισμού (είπαμε την εξαίρεση), όταν ο Ελληνικός πολιτισμός μέχρι την ίδρυση του κράτους ήταν οικουμενικός και όχι εθνικός, συνεπώς στην αναγκαστικά εθνική διάσταση διασώζονται και τα υπερεθνικά του στοιχεία.

Αν ισχύουν τα προηγούμενα, οδηγούμαστε σε ένα ακόμη συμπέρασμα. Η νεοτερική κοινοβουλευτική δημοκρατία υπήρξε το απαραίτητο στάδιο για την επιβολή της παγκοσμιοποίησης που σήμερα προωθείται, αφού: α) αποτελεί το καλύτερο άλλοθι (ο κυρίαρχος λαός γαρ), β) αποτελεί και μια άριστη μέθοδο ελέγχου των κυβερνήσεων και απροσωποποίησης του παγκοσμιοποιητή που δρα δια της οικονομίας από το τραπεζικό-νομισματικό παρασκήνιο, γ) περιέχει το καλύτερο εργαλείο διχασμού των πολιτών και δ) ελέγχει το επίπεδο διαβίωσης και πληροφόρησης των πολιτών. Μια δήθεν δημοκρατία δεν ανατρέπεται εύκολα από ένα πόπολο βαυκαλιζόμενο, παραζαλισμένο και απληροφόρητο. Η αστικοποίηση αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα για τα προηγούμενα και μοχλός της ήταν η αστική τρυφηλότητα. Αστικές ανέσεις και ψευδοδημοκρατία ήταν το προϊόν 2 σε 1 που προβλήθηκε ως "ευρωπαϊκός πολιτισμός και δυτικό φως" τα τελευταία 250 χρόνια. Δεν θα έπρεπε με κάτι να είναι απασχολημένες και διαιρεμένες οι μάζες; Κομματισμός! εξίσου πλαστός με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπου η "αριστερά" είναι το άλλο πρόσωπο της "δεξιάς". Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ανύπαρκτοι οι αριστεροί, σημαίνει ότι ήταν ανύπαρκτη η αριστερά ως αυθόρμητο, μη καθοδηγούμενο αστικό κίνημα που έθετε την κοινωνική ισότητα ως πολιτισμικό ζητούμενο. Γιατί πολιτισμικό; Επειδή η κοινωνική ισότητα, η δικαιοσύνη, η ισονομία και τα συναφή είναι έννοιες πολιτισμικώς οριζόμενες, όχι νεοτερικά κοινωνικά συμβόλαια, νομικός πολιτισμός – πολιτισμός του υπερανθρώπου, μοιρασιές της πίτας, οικονομική φιλοσοφία και αναδιάταξη της εθνικής οικονομίας, όπου η "οικονομία" και κυρίως η "νομισματική πολιτική" αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος. Άρα, η πρόσκαιρη ευμάρεια, κυρίως όμως οι διαρκείς διαψεύσεις του δυτικού κράτους δικαίου ουδόλως είχαν να κάνουν με ανεπαρκείς δόσεις αριστερής πολιτικής, αλλά με την μεταβατική κατάσταση προς την παγκοσμιοποίηση του ανθρώπου-σκλάβου. Μέσα στο σκηνικό αυτό, το παρασκήνιο επέλεγε τους αρχηγούς των κομμάτων (πριν από μας για μας), εξέτρεπε τυχόν "λανθασμένες" πορείες, εκβίαζε (αν χρειαζότανε) τις πολιτικές ηγεσίες, αφού είχε φροντίσει, πριν τις χρίσει, να τις βουτήξει σε σκάνδαλα απ' αυτά που δεν θα ανεχόταν η κοινή γνώμη. Με την σειρά της λοιπόν η εκάστοτε ηγεσία, προσποιούμενη την άμεμπτη, δρούσε εξωθεσμικά, προσπαθώντας κατά το δυνατόν να βουτήξει στην διαφθορά τους πολίτες. Με δυο λόγια, η ψευδοδημοκρατία δεν ήταν άλλο από μια "ανταποδοτική" δημοκρατία όπου η ανταπόδοση λειτουργούσε σε τέτοιο επίπεδο, που από τη μια να συγκρατεί τις τάσεις ανατροπής, (κατ' εξαίρεση λειτουργούσαν και το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα του πολίτη) από την άλλη να δικαιολογεί σε περιόδους "κρίσης" τα ενοχικά αστικά σύνδρομα που εξέτρεφαν οι αναμεταδότες κυβερνοοχετοί, με άλλα λόγια, στην δική μας περίπτωση "τεμπέληδες, επίορκοι, κοπανατζήδες, τα φάγαμε όλοι μαζί". Αυτά, καθώς και πολλά περισσότερα δείχνουν ότι η αστική δημοκρατία δεν ήταν μια λαϊκή κατάκτηση όπως η σχολική ιστορία ψευδώς διδάσκει, αλλά η επιβολή μιας βραδυφλεγούς αντικοινωνικής βόμβας που έφερε αυτάρεσκα τον αποκοιμιστικό μανδύα της "κατάκτησης από τα κάτω".

Σήμερα, η ανταποδοτική δημοκρατία μεταλλάσσεται σε τρομοκρατική δημοκρατία, επειδή έχουμε περάσει στην φάση όπου η τοπική εξουσία εκβιαζόμενη, ιεραρχεί χαμηλότερα την πελατειακή της σχέση με τους ψηφοφόρους και επειδή έχει θεμελιωθεί ο απαιτούμενος βαθμός πνευματικής αποσυσπείρωσης. Το κράτος έχοντας το χρέος ως πρόσχημα ενός προμελετημένου εγκλήματος, γίνεται προσωρινά ο θεσμός που λαμβάνει τα πάντα και παρέχει ουδέν στους υπηκόους του, έως ότου η μαζική απόγνωση γίνει αιτία στους εναπομείναντες να ανταλλάξουν τον πολιτισμό τους με την πλήρη υποταγή και την στοιχειώδη επιβίωσή τους. Η καταστροφή της εθνικής οικονομίας και κάθε προοπτικής ανόρθωσής της εκεί στοχεύει, στην αδυναμία ανατροπής αυτής της κατάστασης. Παρόμοια, προαποφασισμένα και συντονισμένα σχέδια θα επιχειρηθούν διεθνώς μέχρι την οριστική αποδοχή της παγκόσμιας δικτατορίας από την παγκόσμια κοινότητα. Προφανώς λοιπόν, όλα αυτά δεν γίνονται με στόχο να κερδίζει χρήματα ο ανάδοχος του παγκοσμιοποιητή, όταν μάλιστα τυχαίνει αυτός να είναι ο δημιουργός του χρήματος.

Είναι τελικά η τέχνη πυλώνας της παγκοσμιοποίησης; Φυσικά, είναι τεχνικός πυλώνας όπως η οικονομία, αλλά αν μιλήσουμε ευρύτερα για "πολιτισμό" θα έλεγα ότι αυτός είναι ο στόχος της παγκοσμιοποίησης, ενώ η οικονομία και το "δημοκρατικό" κράτος είναι τα μέσα για την επίτευξη του στόχου.

23.06.2013

Στέργιος Ζυγούρας

 

ΠΗΓΗ: Posted on  23-06-2013,  http://karavaki.wordpress.com/2013/06/23/globalization-and-globalization/ 

Το Άγιο πνεύμα

Το Άγιο πνεύμα

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Ποιο είναι άραγε το μυστικό, που απεργάζεται το μυστήριο της δημιουργίας; Που σπέρνει σ' όλη τη Γη την ποικιλία των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων! Που μεταβάλλει την ενοχλητική  λάσπη και τη βρωμερή κοπριά σε πανέμορφα και εύοσμα λουλούδια και εύγευστους καρπούς! Που, όπως λέει ο Χρυσόστομος, μεταβάλλει τον πηλό σε κόκαλα και νεύρα και μάτια και καρδιά!

Ποια είναι αυτή η μυστηριώδης δύναμη, που φαίνεται να μοιάζει με την εντελέχεια του Αριστοτέλη; Και που όχι μόνο την ποικιλία των υλικών όντων δημιουργεί, αλλά και μέσα από το χάος των συλλογισμών και των αισθημάτων δίνει τ' αριστουργήματα της σκέψης και της τέχνης! Ή που βοηθάει τους προφήτες ν' ανακαλύψουν τα θραύσματα, με τα οποία θα συνθέσουν  τη Γένεση του παρελθόντος και την Αποκάλυψη του μέλλοντος…

Αυτό το υπέροχο μυστικό, αυτή η μυστηριώδης δύναμη, που τα «πάντα χορηγεί», όπως και το σχετικό τροπάριο της Πεντηκοστής επισημαίνει, είναι το Άγιο Πνεύμα…

Όταν, στη γιορτή της Σκηνοπηγίας, βλέπει ο Χριστός να κουβαλούν νερό για τις ανάγκες των θυσιών, λέει στους ακροατές του: Όποιος διψάει ας έρθει σε μένα να του δώσω νερό να πιει. Έτσι, ώστε, όχι μόνο να ξεδιψάσει και να μην ξαναδιψάσει, αλλά και να γίνει μέσα του πηγή, που θ' αναβλύζει ποτάμια, για να ξεδιψάει κι άλλους. Και, βέβαια, στην περίπτωση αυτή, ο Χριστός, υπονοεί το Άγιο Πνεύμα.

Ωστόσο, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, το Άγιο Πνεύμα δεν παρουσιάζεται σαν νερό, αλλά σαν αέρας και σαν φωτιά: «Κατέβηκε απ' τον ουρανό, διηγούνται οι Πράξεις των Αποστόλων, με τη βοή δυνατού αέρα». Και η εικόνα αυτή μας παραπέμπει στα λόγια, που ο Χριστός είπε στη Σαμαρείτισσα, όταν εκείνη τον ρώτησε για τον καταλληλότερο τόπο λατρείας του Θεού: «Πνεύμα, της είπε, ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν»!

Που σημαίνει ότι ο Θεός είναι σαν τον αέρα. Δηλαδή ελεύθερος από δεσμεύσεις τοπικές ή χρονικές. Ή και νοητικές, με τις οποίες ο άνθρωπος προσπαθεί να τον φέρει στα μέτρα του. Γι' αυτό και η πραγματική λατρεία του Θεού έχει τα χαρακτηριστικά της αλήθειας και της ελευθερίας. Γιατί δεν υπάρχει αλήθεια, χωρίς ελευθερία, ούτε ελευθερία, χωρίς αλήθεια. Όσο περισσότερη αλήθεια κατέχουμε, τόσο περισσότερο ελεύθεροι είμαστε. Κι όσο περισσότερο ελεύθεροι είμαστε, τόσο περισσότερη αλήθεια κατέχουμε. Που σημαίνει ότι, όπου υπάρχει καταναγκασμός, δεν υπάρχει αληθινή λατρεία του Θεού. Και συνεπώς ο δεσποτισμός και η τυραννία βρίσκονται στους αντίποδες της αληθινής θρησκείας. Και βέβαια και της Εκκλησίας…

Κι ενώ η ακουστική εντύπωση, της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, ήταν η βοή του δυνατού αέρα, η οπτική ήταν η εικόνα των πύρινων γλωσσών, που κάθισαν στα κεφάλια των μαθητών. Του πυρός, δηλαδή, που θερμαίνει, που φωτίζει, και που κάποτε κατακαίει, για να καθαρίσει απ' τα σάπια και τ' άχρηστα.

Είναι χαρακτηριστικό πως οι Ίωνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν τα πρωταρχικά στοιχεία του κόσμου, είπαν ότι αρχή του κόσμου είναι το νερό (Θαλής), ο αέρας (Αναξιμένης) και η φωτιά (Ηράκλειτος). Για να προσθέσουν ότι μέσα τους τα στοιχεία αυτά κρύβουν μια δημιουργική και ζωοποιό δύναμη, που δίνει την ποικιλία των όντων. Απ' την οποία η θεωρία τους, στη γλώσσα της φιλοσοφίας, ονομάστηκε υλοζωισμός.

Βέβαια, για τους Ίωνες φιλοσόφους, το νερό, ο αέρας και η φωτιά είναι πάντα υλικές αρχές. Ωστόσο, όμως, είναι αξιοπρόσεκτο ότι υπό την μορφή των στοιχείων αυτών υπονοείται ή παρουσιάζεται, στην Αγία Γραφή, και το Άγιο Πνεύμα. Για να κατεβεί, έτσι, ο Θεός στο κορφοβούνι της ανθρώπινης σκέψης και να συνομιλήσει μαζί μας, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των υλικών παραστάσεων.

Το Άγιο Πνεύμα, πέρα από τη φύση και τη σκέψη, είναι συντελεστής και στη δημιουργία της προσωπικής και της κοινωνικής ζωής. Όπου οι καρποί του, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, συνδέονται με τα μεγάλα οράματα του ανθρώπου, όπως η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η δικαιοσύνη, κλπ.

Και τα ευνόητα ερωτήματα, που προκύπτουν είναι:

Αφού υπάρχει το πεντακάθαρο νερό του Αγίου Πνεύματος, γιατί εμείς να πίνουμε τα δηλητηριασμένα βρομόνερα της ακατάσχετης δολοπλοκίας, που μας οδηγούν στα αδιέξοδα των ολέθριων συγκρούσεων; Αφού υπάρχει άφθονο φως και θαλπωρή, γιατί εμείς να παραπαίουμε μέσα στα σκοτάδια και να τουρτουρίζουμε  μέσα στην παγωνιά της υπαρξιακής μοναξιάς μας; Κι αφού υπάρχει ο δροσερός και μυροβόλος αέρας του Αγίου Πνεύματος γιατί, εμείς  να αναπνέουμε την αποπνικτική αιθαλομίχλη  του αγρίου  πνεύματος;

Γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, να καθεύδουμε και να ρέγχουμε «άβουλοι και μοιραίοι» μέσα στο βούρκο και το σκοτάδι του κρεματορίου των σιωνοναζιστών πατρώνων των Σαμαράδων και των Στουρνάρηδων!

Παρά τη θανάσιμη ναυτία και ασφυξία, που μας εξοντώνει…

παπα-Ηλίας, Ιουνίου 22, 2013, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2013/06/22/…B1/. e mail: yfantis.ilias@gmail.com

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

 

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου*

 

Aπό τις 25 Μαΐου 2011, που άρχισαν οι συγκεντρώσεις και οι συνελεύσεις στις πλατείες της χώρας και ιδιαιτέρως στην πλατεία Συντάγματος με αίτημα την  άμεση δημοκρατία, γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την τελευταία τόσα όσα δεν είχαν γραφεί από συστάσεως νεοελληνικού κράτους. Γέμισαν ξαφνικά τα ΜΜΕ και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης από «ειδήμονες» και «ερμηνευτές» της άμεσης δημοκρατίας.

Οι περισσότεροι δεν είχαν γράψει πριν κάτι σχετικό ούτε τους είχε απασχολήσει ποτέ το ζήτημα ή είχαν εκφρασθεί αρνητικά. όμως επειδή η άμεση δημοκρατία βρέθηκε στην επικαιρότητα αναγκάσθηκαν να γράψουν γι' αυτήν. Αρκετά από αυτά ήταν διαστρεβλωτικά, απαξιωτικά, γεμάτα παρερμηνείες, προέρχονταν δε και από τον αριστερό χώρο.

Περιεχόμενο της δημοκρατίας

Μία μερίδα της Αριστεράς θεωρεί πως η αθηναϊκή πολιτεία του 5ου -4ου αιώνα π.Χ. δεν ήταν δημοκρατία επειδή υπήρχαν τάξεις, επειδή ήταν ταξική κοινωνία. Η αλήθεια είναι πως μέχρι σήμερα όλες οι κοινωνίες ήταν ταξικές, όμως είχαν διαφοροποιήσεις στα πολιτεύματά τους, στις αξίες, στον πολιτισμό και στην αντιμετώπιση των μελών τους. Πράγματι, ταξικές κοινωνίες ήταν οι αρχαίες τυραννίδες, ολιγαρχίες, βασιλείες και αριστοκρατίες, οι φεουδαρχίες και οι απολυταρχίες, τα στρατιωτικά δικτατορικά καθεστώτα, τα σημερινά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, τα δικτατορικά των ανατολικών «σοσιαλιστικών» κρατών, τα μουσουλμανικά αραβικά καθεστώτα και τα ολοκληρωτικά (φασισμός, ναζισμός, σταλινισμός). Όλα αυτά όμως δεν ταυτίζονται ούτε μπαίνουν στην ίδια κατηγορία, και φυσικά έχει μεγάλη σημασία και διαφορά αν ζεις υπό ολοκληρωτικό ή κοινοβουλευτικό καθεστώς. Aυτή η αριστερή αντίληψη ισοπεδώνει τα πολιτεύματα και τις κοινωνίες, δεν βλέπει τις μεγάλες ή ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους, στο όνομα τής, κατά τον Μαρξ, «αναπόφευκτης» αταξικής κοινωνίας.

Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται πως η άμεση δημοκρατία δεν δύναται να υπάρξει εάν δεν καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, εάν δεν καταργηθούν οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, εάν δεν εγκαθιδρυθεί ο «σοσιαλισμός», ο «κομμουνισμός» και η αταξική κοινωνία. Έτσι στην αντίληψη αυτή η άμεση δημοκρατία ταυτίζεται με την «κατάργηση της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας», με τον «κομμουνισμό». Είναι εμφανές πως αυτά απηχούν μαρξιστικούς και κομμουνιστικούς χώρους, επαναλαμβάνουν τα παλαιά απαξιωμένα ιδεολογήματα, προσπαθώντας να τα ανανεώσουν υπό νέα μορφή, αυτή της άμεσης δημοκρατίας.

Μία πρώτη απάντηση στην άποψη αυτή είναι πως εκεί που η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αντικαταστάθηκε από την κρατική και κομματική ιδιοκτησία δημιουργήθηκαν δικτατορικά και ανελεύθερα καθεστώτα, ακριβώς για να εξασφαλίσουν την μονοκομματική γραφειοκρατική εξουσία (πρώην ανατολικές δικτατορίες γνωστές με τα ονόματα των «λαϊκών δημοκρατιών», των «σοσιαλιστικών» ή «κομμουνιστικών» καθεστώτων, που ακόμη και σήμερα διάφοροι αριστεροί αποκαλούν με τον άστοχο όρο «υπαρκτό σοσιαλισμό»). Δεν υπήρξε πουθενά και ποτέ, έστω για δείγμα, ένα σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό καθεστώς, με ελευθερίες, δικαιώματα, εκλογές κ.λπ. Συνεπώς τα ζητήματα της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και της εγκαθίδρυσης του «κομμουνισμού» δεν είναι τόσο απλά και αυτονόητα όσο θεωρούνται από ορισμένους, γι‘ αυτό ακριβώς χρειάζεται εξαντλητική και ουσιαστική ενημέρωση, ελεύθερη συζήτηση, δημόσια διαβούλευση και αβίαστη απόφαση του συνόλου της κοινωνίας. Ο σκοπός είναι η πειθώ και η αυξημένη πλειοψηφία. Αυτές οι προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν μόνο σε μία αμεσοδημοκρατική κοινωνία.   

Έτσι ερχόμαστε στο επόμενο επιχείρημα κατά της ταύτισης άμεσης δημοκρατίας και κομμουνισμού, που έχει σχέση με το θέμα της προτεραιότητας μεταξύ των δύο. Το περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας δεν μπορεί να καθορισθεί εκ των προτέρων, από αυθαίρετες προσωπικές προθέσεις και επιθυμίες, διότι ο προκαθορισμός αυτός αντίκειται προς τη βασική αρχή του αυτοκαθορισμού. Επί πλέον η άμεση δημοκρατία δεν προκύπτει από κάποια ιστορική, οικονομική, φυσική ή ανθρωπολογική αναγκαιότητα. δεν απορρέει από κάποιους αντικειμενικούς νόμους, ιστορικούς  ή κοινωνικούς ή από κάποια άλλη τελεολογία. δεν είναι εγγεγραμμένη στα ανθρώπινα γονίδια ούτε στη φύση. Είναι ανθρώπινο δημιούργημα και κοινωνική δυνατότητα. Οπότε και η πολιτική συμμετοχή  δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου φυσικού ενστίκτου ή ειδολογικού χαρακτηριστικού, αλλά κάτι που αποκτάται με θέληση και αγώνα, κάτι στο οποίο (αυτο)εκπαιδεύεται κανείς.

Όπως το ιστορικό και εννοιολογικό της πλαίσιο υποδηλώνει, η δημοκρατία είναι πρωτίστως η αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων, η κατάργηση του διαχωρισμού τους σε κυβερνήτες και υπηκόους, σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, σε αυτούς που αποφασίζουν και σε αυτούς που εκτελούν. Είναι η άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών σε όλες τις μορφές εξουσίας, χωρίς αντιπροσώπους και κόμματα, συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην απονομή του δικαίου και στον έλεγχο της εξουσίας. Στην άμεση δημοκρατία όλα τα ζητήματα είναι αντικείμενα δημόσιας διαβούλευσης και συλλογικής απόφασης από την κοινωνία. Προαπαιτούμενο για την συζήτησή τους είναι η συγκρότηση ενός ουσιαστικού δημοσίου χώρου, όπου οι πολίτες με ανοικτές συνελεύσεις θα ενημερώνονται, θα συζητούν και θα αποφασίζουν για το μέλλον τους.

Προηγείται λοιπόν η εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας, η πολιτική ισότητα, και έπεται η συζήτηση περί οικονομικής ή κοινωνικής ισότητας. Η άμεση δημοκρατία δεν είναι οικονομικό και κοινωνικό καθεστώς, αλλά πρωτίστως πολιτικό και βεβαίως ανοικτό σε μετέπειτα προτάσεις. H προτεραιότητα ανήκει στην πολιτική και όχι στην οικονομία. Το αντίστροφο οδηγεί στον μαρξιστικό οικονομισμό στον οποίο είναι εγλωβισμένη η Αριστερά. Έτσι ο «κομμουνισμός» και η «κατάργηση της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας» δεν μπορεί να είναι προαποφασισμένα θεωρητικά ζητήματα από διανοουμένους, «ειδικούς» και κομματικές μειοψηφίες, που θα θελήσουν να τα επιβάλλουν με τον οποιονδήποτε βίαιο τρόπο, χωρίς τη συγκατάθεση της κοινωνίας, όπως έγινε στο παρελθόν στις πρώην ολοκληρωτικές «σοσιαλιστικές» και «κομμουνιστικές» χώρες με τα γνωστά οικτρά αποτελέσματα. Είναι μετα-δημοκρατικά ζητήματα και, όπως όλα, εκφράζονται και υλοποιούνται σε ένα πλαίσιο θεσμών και νόμων, με τους οποίους λειτουργεί και τους οποίους εγκαθιδρύει η ίδια η αμεσοδημοκρατική κοινωνία. [1]

Η άμεση δημοκρατία δεν έχει κανένα πρότυπο και μοντέλο ούτε οποιοδήποτε συγκεκριμένο, καθορισμένο και δεσμευτικό εκ των προτέρων περιεχόμενο, άρα ούτε τον «σοσιαλισμό», τον «κομμουνισμό» ή την «αταξική κοινωνία». Πολύ περισσότερο ουδεμία σχέση έχει με την περιβόητη «δικτατορία του προλεταριάτου» (ή τη δικτατορία του «προλεταριακού κόμματος») που ήταν και είναι καταστατική αρχή του μαρξισμού, του κομμουνισμού, του λενινισμού, του σταλινισμού, του μαοϊσμού. Αυτές οι διακηρύξεις βρίσκονται στον αντίποδα της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοκυβέρνησης, διότι ευνοούν την αντιπροσώπευση, το κόμμα, τη γραφειοκρατία, την κάθετη ιεραρχική οργάνωση, τον διαχωρισμό σε «ειδικούς» και μη ειδικούς, σε αυτούς «που ξέρουν» και αυτούς που «δεν ξέρουν», σε κομματικούς γραφειοκράτες και εκτελεστές. Γι' αυτό  οι διακηρύξεις περί «σοσιαλισμού» και «κομμουνισμού» αποτελούν συνθήματα των αποτυχημένων σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων, των τροτσκιστικών, σταλινικών, μαοϊκών αποκομμάτων και κάποιων μαρξιστών διανοουμένων.

Τρίτο επιχείρημα: ο μαρξισμός και ο κομμουνισμός δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις με την άμεση δημοκρατία, όχι μόνο στο πρακτικό επίπεδο των θεσμών αλλά και στο θεωρητικό. Η αδυναμία ή η άρνηση να ενσωματωθεί η άμεση δημοκρατία στη σκέψη της Αριστεράς έχει τις ρίζες στους ιδρυτές του κομμουνισμού, τον Μαρξ και τον Ένγκελς, οι οποίοι στο καταγωγικό ιδεολογικό κείμενό τους, στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (1848), ουδόλως ασχολούνται με τη δημοκρατία, ούτε άλλωστε και στα μεταγενέστερα έργα τους.[2] Αλλά και οι μετέπειτα μαρξιστές συγγραφείς, όπως ο Λούκατς, ο Γκράμσι ή οι στοχαστές της Σχολής της Φραγκφούρτης, δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν μία θεωρία δημοκρατίας. [3] Μάλιστα ο Habermas, νεώτερος απόγονος της τελευταίας, κατέληξε υποστηρικτής του φιλελευθερισμού και του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος το οποίο εκλαμβάνει ως δημοκρατία.[4] Η ίδια απουσία της δημοκρατίας διαπιστώνεται και στους στοχαστές της γαλλικής μαρξιστικής σχολής του Αλτουσέρ, στην οποία ανήκαν ο Μπαλιμπάρ και ο Ρανσιέρ, που, ανανήψαντες εν μέρει, προσπαθούν τελευταίως να συλλαβίσουν με δυσκολία το εγχειρίδιο της δημοκρατίας. Από την πλευρά τους ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ είναι μίλια μακρυά, γοητευμένοι από τα ιδεώδη του κομμουνισμού και του σταλινισμού.

Το αρνητικό των σημερινών υποστηρικτών της κομμουνιστικής ιδεολογίας είναι το ότι δεν διευκρινίζουν πώς θα πραγματοποιηθούν ο «σοσιαλισμός», ο «κομμουνισμός» και η «αταξική κοινωνία». Τουλάχιστον τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα εξηγούσαν πως θα γίνουν αυτά: με την «προλεταριακή επανάσταση» υπό την καθοδήγηση της «επαναστατικής πρωτοπορίας» που εκφράζεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα, με την εγκαθίδρυση σε πρώτο στάδιο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», του «σοσιαλισμού», με απώτερο στόχο τον «κομμουνισμό» και την «αταξική κοινωνία». Οι σχετικές συνταγές αποτυχίας υπάρχουν στα βιβλία του Λένιν, του Τρότσκι, του Μάο κ.ἀ. Αυτά όλα όμως σήμαιναν την πρωτοκαθεδρία του κόμματος και της δογματικής θεωρίας, άρα την απουσία της πολιτικής και της κοινωνίας, τα οποία είναι οι πυλώνες του δημοκρατικού προτάγματος.  

Ένα άλλο επιχείρημα είναι πως ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός δεν υπήρξαν προτάγματα της κοινωνίας, αλλά κοινωνικών και πολιτικών μειοψηφιών που εκφράζονταν συνήθως από τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Ως μειοψηφίες κατέλαβαν στρατιωτικώς με εμφύλιο ή πραξικοπηματικώς την εξουσία, δίνοντας δια της προπαγάνδας την εντύπωση πως ήταν πλειοψηφίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι πρώην ανατολικοευρωπαϊκές και ασιατικές δικτατορίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων, οι λεγόμενες «λαϊκές δημοκρατίες», βασισμένες στην ανελευθερία, στην ανισότητα και σε αντιδημοκρατικές πρακτικές. Επειδή ακριβώς ήταν μειοψηφίες επέβαλαν τις δικτατορίες για να επιβιώσουν και να συντηρηθούν. Εναπομείναντα δείγματα είναι η Κούβα, η Κίνα και η Β. Κορέα. Όπως, λοιπόν, έδειξε η Ιστορία και οι εμπράγματες μορφές τους, τα προτάγματα του μαρξιστικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού συνεισέφεραν, στην εγκαθίδρυση και εδραίωση του αυταρχισμού και της ετερονομίας. Συνεπώς δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην ανάδυση του προτάγματος της αυτονομίας.

Αυτό μας οδηγεί στο πέμπτο επιχείρημα εναντίον της ταύτισης άμεσης δημοκρατίας και κομμουνισμού. Το πρόταγμα της αυτονομίας,  όταν αναδύθηκε, δεν είχε ως πρόταση τον κομμουνισμό και την αταξική κοινωνία Είχε πρωτίστως την απελευθέρωση από κατεστημένες αυταρχικές κοσμικές και θρησκευτικές εξουσίες, την κατοχύρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ατομικών ελευθεριών, την απαίτηση ελευθερίας, δικαιοσύνης, ισότητας και δημοκρατίας, και οδήγησε σε πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές κατακτήσεις. Όλες σχεδόν οι γνήσιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις που έγιναν στην Ιστορία στηρίχθηκαν στην άμεση συμμετοχή των ανθρώπων, στον αυτοκαθορισμό και την αυτοοργάνωσή τους: αγγλική επανάσταση του 1688, συνελεύσεις πολιτών στην αμερικανική επανάσταση του 1776, sections de Paris στην γαλλική επανάσταση του 1789, τα σοβιέτ το 1905 και το 1917 (πριν την εξουδετέρωσή τους από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους), τα εργατικά συμβούλια στην Ισπανία του 1936, η ουγγρική εξέγερση το 1956, τα κινήματα αμφισβήτησης της δεκαετίας του '60 σε όλο σχεδόν τον δυτικό κόσμο και κυρίως ο Μάης του '68 στη Γαλλία.[5] Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εργατικό κίνημα στις απαρχές του, που είχε ως στόχους τις ιδέες του μετασχηματισμού της κοινωνίας και της αυτοκυβέρνησης των παραγωγών, όπως συναντώνται λ.χ. στις εφημερίδες και στην οργάνωση των Άγγλων εργατών από το 1810 ως το 1840, δηλαδή πολύ πριν από την εμφάνιση του Μαρξ και την ιδέα του κομμουνισμού.

Όσον αφορά στην Ελλάδα μπορούμε να πούμε πως το πρόταγμα της αυτονομίας ανεφάνη δύο μόνο φορές: την πρώτη με το  αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1972-73 με κορύφωση την εξέγερση και την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973 [6] και τη δεύτερη με το κίνημα στις πλατείες το 2011 για την άμεση δημοκρατία. [7] Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που διακατείχε τα άτομα που συμμετείχαν ήταν η επιδίωξη της ελευθερίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Σε καμία περίπτωση δεν τέθηκε το θέμα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αταξικής κοινωνίας. Αντιθέτως, το εμπνεόμενο από το ΚΚΕ και άλλες παρεμφερείς οργανώσεις κίνημα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ (1942-45), δεν είχε καμία σχέση με την αυτονομία και τη δημοκρατία. Από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν ένα γραφειοκρατικό, ελεγχόμενο από τα πάνω, κίνημα που είχε ως στόχο, εκτός βεβαίως του αγώνα κατά των ναζί κατακτητών, την εγκαθίδρυση ανελεύθερου καθεστώτος παρόμοιο με αυτό των ανατολικών κομμουνιστικών δικτατοριών («λαοκρατία»), υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, όπως απέδειξε και η πραξικοπηματική προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας τον Δεκέμβριο του 1944 και ο μετέπειτα εμφύλιος του 1946-49. [8]

Εκλεκτό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας είναι η αθηναϊκή του 5ου-4ου π.Χ. αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αυτή εκλαμβάνεται ως πρότυπο ή μοντέλο, ως ιδανική και παραδείσια κατάσταση. Αναφέρεται για το γεγονός πως ήταν το μόνο «παράδειγμα» άμεσης δημοκρατίας που είχε ζωή δύο περίπου αιώνων και έδωσε θεσμούς, έννοιες, επιχειρήματα και σημαντικό πολιτισμό, τα οποία αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα. Ο αθηναϊκός δήμος δεν κατάργησε το οικονομικο-κοινωνικό σύστημα της εποχής, έλαβε όμως σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά μέτρα για τα κατώτερα στρώματα, φορολογώντας μόνο τα ανώτερα. Όλες σχεδόν οι άλλες προσπάθειες απέτυχαν να εγκαθιδρύσουν καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, είτε από δικές τους αδυναμίες, είτε από την άγρια καταστολή της εξουσίας, είτε και από τα δύο μαζί. Αποτελούν εν τούτοις συμβολές στο πρόταγμα της αυτονομίας, αφού ανέδειξαν τον αμεσοδημοκρατικό αντιγραφειοκρατικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας και έδωσαν μορφές που συνέβαλαν στην εξέλιξη της ανθρώπινης αυτογνωσίας και ελευθερίας. Ταυτοχρόνως όμως συνιστούν και αρνητικά παραδείγματα για τον τρόπο εφαρμογής των ιδεών τους, άρα η μελέτη τους είναι απαραίτητη για μελλοντικές κινήσεις.[9]

Τέλος, οι στοχαστές που ασχολήθηκαν με την άμεση δημοκρατία και ανέδειξαν τις αρχές της δεν έθεσαν ποτέ ως περιεχόμενό της τον «σοσιαλισμό» ή τον «κομμουνισμό»: από την αρχαία εποχή οι φιλόσοφοι Πρωταγόρας, Δημόκριτος και Αριστοτέλης, πολιτικοί όπως ο Περικλής, ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος, έως την νεώτερη εποχή ο Σπινόζα και ο Ρουσσώ, και τη σύγχρονη η Άρεντ και ο Καστοριάδης.

Συνεπώς η αντίληψη που ταυτίζει την άμεση δημοκρατία και τον «κομμουνισμό», είναι πολύ προβληματική. Εκφράζεται δε από μία Αριστερά η οποία, υπό το βάρος τόσο της παταγώδους αποτυχίας των κομμουνιστικών καθεστώτων και των μαρξιστικών ιδεολογιών όσο και του ρεύματος εσχάτως υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, αναγκάζεται να επιχειρήσει την οικειοποίηση του ρεύματος αυτού για λογαριασμό της. Προσπαθεί έτσι να βρίσκεται στην επικαιρότητα ή στη μόδα, να προσελκύσει ψηφοφόρους και επί πλέον να καλύψει το μεγάλο κενό τής θεωρητικής της ένδειας. Πρόκειται δηλαδή για παλαιά δοκιμασμένη τακτική, και με χεγκελιανή ορολογία, για «πανουργία του αριστερού λόγου».

Εάν όμως η συζήτηση απογαλακτισθεί από κομματικούς, μαρξιστικούς ιδεολογικούς και τελεολογικούς όρους, μπορεί να βρει το σωστό πολιτικό της πλαίσιο. Η πολιτική ισότητα εξαρτάται οπωσδήποτε από την οικονομική, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά με την κοινωνικοποίηση των σημαντικών τουλάχιστον τομέων της παραγωγής. Εν προκειμένω κοινωνικοποίηση σημαίνει τη συλλογική διαχείριση της παραγωγής από τους ίδιους τους παραγωγούς, όχι από κόμματα, συνδικαλιστές και γραφειοκράτες. Το πώς όμως θα γίνει αυτό μένει να διερευνηθεί. Περαιτέρω μπορούν να προταθούν η αύξηση του ελεύθερου χρόνου, η υπέρβαση του καταναλωτισμού και της καταναλωτικής ιδεολογίας, η απο-ανάπτυξη, η ανατροπή της κυρίαρχης σημασίας της διαρκούς οικονομικής μεγέθυνσης, της προτεραιότητας της οικονομίας και του κέρδους. Αυτά σχετίζονται με την οικονομική ισότητα, την ισότητα μισθών, εισοδημάτων,  τα οποία όμως προϋποθέτουν μία δημοκρατική κοινωνία για τη συζήτησή τους, όπως προανέφερα.

Τα παραπάνω εκτεθέντα δεν σημαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι συνηγορούν υπέρ μιας φορμαλιστικής ή διαδικασιοκρατικής αντίληψης περί δημοκρατίας. Δεν αγνοούν δηλαδή το θετικό ή ουσιαστικό περιεχόμενό της, όπως τουλάχιστον εκτίθεται από την πλευρά της ίδιας της αθηναϊκής δημοκρατίας στον εξαίρετο «Επιτάφιο» του Περικλή: Φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας. (Ζούμε εμφορούμενοι από τον έρωτα του κάλλους και της σοφίας). Συμπληρώνεται δε με τον έρωτα της ελευθερίας και του κοινού αγαθού, του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο αυτό, καθορίζει και οριοθετεί επίσης το αντικείμενο της πολιτικής θέσμισης στη δημοκρατική πολιτεία. [10] Περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας είναι επίσης η ισότητα, η δικαιοσύνη, τα δικαιώματα, οι ατομικές ελευθερίες, η εξατομίκευση, η αυτοδιαχείριση, η αλληλεγγύη. Επίσης, ο ενδελεχής και ουσιαστικός έλεγχος κάθε εξουσίας από τον δήμο, ο απολογισμός των αξιωματούχων και η ανά πάσα στιγμή ανακλητότητά τους, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την πάταξη της διαφθοράς, άρα για την συνύπαρξη πολιτικής και ηθικής που τόσο διατυμπανίζεται από τους σύγχρονους ηθικολόγους και ηθικούς φιλοσόφους. Ιδού λοιπόν τα ηθικά, πολιτικά και ανθρωπιστικά περιεχόμενα της άμεσης δημοκρατίας – το αξιακό περιεχόμενό της, το οποίο δύναται να εξασφαλισθεί μόνο από τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.

Λένιν και Κομμουνιστικό Κόμμα κατά της δημοκρατίας

Μία άλλη σύγχυση που υπήρξε αφορά στην υποτιθέμενη σχέση άμεσης δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού. Μερικοί έφθασαν μέχρι του σημείου να υποστηρίξουν πως η άμεση δημοκρατία οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Η επιχειρηματολογία τους δεν είναι σοβαρή για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων επειδή ταυτίζουν λανθασμένα την άμεση δημοκρατία με τα δημοψηφίσματα και το αστικό «κράτος δικαίου».[11] Επί πλέον δεν ανέφεραν ιστορικά παραδείγματα, παρά μόνο τα σοβιέτ και το κομμουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία. Όμως εδώ γίνεται μία λαθροχειρία. Το γεγονός πως η χώρα που προέκυψε μετά τον Οκτώβριο 1917, με κορμό τη Ρωσία, είχε την ονομασία «Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Πολιτειών (Republics)» ή απλώς «Σοβιετική Ένωση» ουδόλως σήμαινε πως αυτή ήταν άμεση δημοκρατία ή πως τα σοβιέτ είχαν κάποια ουσιαστική εξουσία. Αντιθέτως, όπως εξηγώ συνοπτικώς στα επόμενα η ουσιαστική εξουσία ανήκε εξ ολοκλήρου στο Κομμουνιστικό Κόμμα και στον κρατικό μηχανισμό, ήταν δε καθαρή δικτατορία.

Μετά τον Οκτώβριο του 1917 ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι κατάφεραν να σφετερισθούν την εξουσία των πολλών (σοβιέτ) με χειραγώγηση και ποδηγέτηση, και να επιβάλουν με βία και τρομοκρατία την κομματική γραφειοκρατία και δικτατορία, την οποία ονόμασαν «λαϊκή δημοκρατία», «σοσιαλισμό» ή «κομμουνισμό». Η αποδυνάμωση και εξαφάνιση των σοβιέτ δεν οφείλεται σε καμία ιστορική και πολιτική αναγκαιότητα, όπως υποστηρίζουν οι αμετανόητοι λενινιστές, αλλά στις λενινιστικές μεθοδεύσεις και στις μπολσεβίκικες μηχανορραφίες. Η αντιδημοκρατική συμπεριφορά του λενινισμού-μπολσεβικισμού εκδηλώθηκε σε πολλές περιπτώσεις: ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης, πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας, κατάργηση της Συντακτικής συνέλευσης και των γενικών εκλογών, κατάργηση των ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξόντωση των αντιφρονούντων και όλων των διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων (Μενσεβίκοι, Σοσιαλεσέροι, Εργατική Αντιπολίτευση), καθώς και των κοινωνικών-πολιτικών κινημάτων (Κομμούνα της Κροστάνδης, κίνημα του Μάχνο).

Οι  εξοντώσεις και οι εκκαθαρίσεις οφείλονταν στην έμμονη ιδέα του Λένιν ότι κατείχε την «επιστημονική αλήθεια» και ότι αυτή ήταν ο μοναδικός δρόμος για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Άλλωστε στην αρχή που εμφανίσθηκαν τα σοβιέτ (1905) ο Λένιν δεν μπορούσε να τα καταλάβει, διότι υπερέβαιναν και ανέτρεπαν το σχήμα που είχε στο μυαλό του: την «επαναστατική πρωτοπορία», δηλαδή το κόμμα, που θα εισήγαγε την «επαναστατική συνείδηση»  στους εργάτες και θα οδηγούσε την «επανάσταση» στον νικηφόρο «σοσιαλισμό». Για τον ιδρυτή του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος η αυτοοργάνωση, η αυτενέργεια και η αυτόνομη δυναμική των εργατών και των άλλων κοινωνικών στρωμάτων ήταν εντελώς αδιανόητη. Οι λενινιστές βεβαίως επικαλούνται το Κράτος και επανάσταση (1917) στο οποίο ο Λένιν αναφέρεται με ευνοϊκό τρόπο στη βάση και στην αποδυνάμωση του κράτους. Είναι άλλωστε το μόνο έργο στο οποίο έχουμε τέτοιες ενδείξεις, αλλά παρέμεινε στο στάδιο των θεωρητικών διερευνήσεων, διότι μετά υπερνίκησε η κομματική γραφειοκρατική και αυταρχική αντίληψη που οδήγησε σε βίαιη καταστολή. Αξίζει να αναφερθεί ενδεικτικώς η περίπτωση της Κροστάνδης (1921) κατά την οποία οι εξεγερμένοι είχαν ως σύνθημα το «Όλες οι εξουσίες στα σοβιέτ και όχι στο Κόμμα» και απαιτούσαν την εφαρμογή του Συντάγματος του 1918 που διεκήρυττε πως όλη η εξουσία ανήκε στα σοβιέτ. Είναι εμφανές πως η Κροστάνδη αποτελούσε εμπόδιο στα αυταρχικά γραφειοκρατικά σχέδια του Λένιν και γι αυτό διέταξε την ολοσχερή καταστολή της από τον Κόκκινο Στρατό. Ο απολογισμός ήταν πολλές χιλιάδες νεκροί και τραυματίες,  8.000 πρόσφυγες στη γειτονική Φινλανδία και εκκαθαρίσεις 15.000 ναυτών από τον στόλο. [12]

Από την πλευρά των Αριστερών προβάλλεται ένα επιχείρημα που υποστηρίζει ότι τα σοβιέτ δεν μπορούσαν να λάβουν γρήγορες αποφάσεις για όλη την κοινωνία και γι' αυτό χρειαζόταν προς τούτο επειγόντως μία εκτελεστική εξουσία και ενδιάμεσα όργανα, δηλαδή η γραφειοκρατία του κομμουνιστικού κόμματος. Το ερώτημα εν προκειμένω είναι: πώς δικαιολογούνται τα λενινιστικής και μπολσεβίκικης αποδοχής συνθήματα: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ» και «Σοσιαλισμός σημαίνει σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός»; Τα συνθήματα αυτά δύο πράγματα ενδέχεται να σημαίνουν: είτε ότι πιστεύεις πραγματικά και εργάζεσαι εντός των σοβιέτ για να τα καταστήσεις την ουσιαστική εξουσία είτε ότι πιστεύεις ότι το κόμμα έχει την αλήθεια και την πρωτοκαθεδρία οπότε τα σοβιέτ πρέπει να αποτελέσουν τα εργαλεία του. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι πίστευαν το δεύτερο: αντί να εμπιστευθούν τα σοβιέτ και να προσπαθήσουν να τα κάνουν όργανα αποφάσεων και θέσπισης νόμων, προσπάθησαν να τα αποδυναμώσουν και να μεταφέρουν τα κέντρα της εξουσίας και των αποφάσεων στο κόμμα και στο κράτος. Επεχείρησαν δηλαδή να ελέγξουν τα σοβιέτ και να τα χρησιμοποιήσουν ως κομματικά όργανα, ως εργαλεία των σκοπών τους, πράγμα που στο τέλος κατάφεραν, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση και τη γραφειοκρατικοποίησή τους, καθώς και τη γραφειοκρατικοποίηση όλου του κοινωνικο-πολιτικού βίου. [13]

Οι αυταρχικές και αντιδημοκρατικές ενέργειες του Λένιν και των μπολσεβίκων, η παραγκώνιση των σοβιέτ και των άλλων πολιτικών δυνάμεων, ο σφετερισμός της εξουσίας προς όφελος της ολιγαρχίας του μπολσεβίκικου κόμματος, είχαν ολέθρια αποτελέσματα. Κατ' αρχάς προκάλεσαν τον εμφύλιο πόλεμο και επέβαλαν κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Στη συνέχεια, οδήγησαν στο ανελεύθερο αυταρχικό καθεστώς της κομματικής γραφειοκρατίας που με τη σειρά του αποτέλεσε τη βάση και την προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση του σταλινικού ολοκληρωτισμού. Την μετεξέλιξη των πολιτικών γεγονότων του Οκτωβρίου 1917 σε αυτά τα αντιδημοκρατικά αποτελέσματα, με ευθύνη του Λένιν και των μπολσεβίκων, είχε προβλέψει από πολύ νωρίς η Ρόζα Λούξεμπουργκ – επίσης μαρξίστρια κομμουνίστρια – σε δύο οξυδερκή κείμενά της.[14] Έτσι, το μεγάλο έλλειμμα στη Ρωσία μετά τον Οκτώβριο του 1917 ήταν η ελευθερία και η άμεση δημοκρατία, και όχι, όπως λέγεται από τους αριστερούς, τα «ενδιάμεσα σώματα», τα απαραίτητα δήθεν για να λαμβάνουν γρήγορες αποφάσεις τις οποίες επέβαλε η συγκυρία. Άλλωστε και στις άλλες χώρες του ανατολικού και ασιατικού στρατοπέδου, στις οποίες δεν υπήρξαν σοβιέτ, ο ολοκληρωτισμός επιβλήθηκε και λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο κατάληψης της υπάρχουσας εξουσίας από τα αντίστοιχα Κομμουνιστικά Κόμματα, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την άμεση δημοκρατία.

Συνεπώς, αυτό που οδήγησε στον αυταρχισμό, στη δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος και, τέλος, στον σταλινικό ολοκληρωτισμό δεν ήταν τα σοβιέτ, αλλά αντιθέτως η αδυναμία τους να αποσοβήσουν τη γραφειοκρατικοποίηση και τον λενινισμό,. Ο Λένιν και ο μπολσεβικισμός ήταν η αιτία της αποδυνάμωσης των σοβιέτ, της εξαφάνισης της άμεσης δημοκρατίας, της διόγκωσης της κρατικής και κομματικής γραφειοκρατίας και της επιβολής τους επί της κοινωνίας. Ο Λένιν ήταν ο αληθινός δημιουργός του ολοκληρωτισμού.[15]

Τα οράματα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αταξικής κοινωνίας ενταφιάσθηκαν στα ερείπια των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων το 1989. Αυτό που κυρίως ενταφιάσθηκε ήταν η ελπίδα πως υπήρχε η δυνατότητα τα καθεστώτα αυτά να μεταρρυθμισθούν και να γίνουν ελεύθερα με ένα άλλο είδος «δημοκρατικού σοσιαλισμού», που να είναι ελκυστικός σε Δύση και Ανατολή. Χάθηκε δηλαδή η προοπτική ότι το μέλλον θα είναι σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό. Έκτοτε είναι αδύνατον να τεθεί το μέλλον υπό οποιαδήποτε κομματική, ιδεολογική ή μεσσιανική αιγίδα. δεν μπορούμε να το σκεφθούμε με τα εργαλεία του μαρξισμού-λενινισμού. Κατέρρευσε επομένως και ένα είδος σκέψης που έδινε το πλαίσιο σε ορισμένους να σκέπτονται την ιστορία, την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον ίδιο τον εαυτό τους. Μάλιστα ο μαρξικός «ιστορικός υλισμός» είχε θεωρηθεί επιστήμη που θα αντικαθιστούσε τον στοχασμό για την ιστορία και την κοινωνία- «η επιστημολογική τομή» του Αλτουσέρ. Διαλύθηκαν σημασίες όπως η παραδοσιακή έννοια της επανάστασης με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας, η γραμμική εξέλιξη της ιστορίας προς μία αταξική κοινωνία, η «πρόοδος» και οι «προοδευτικές δυνάμεις», οι «οικονομικοί και κοινωνικοί νόμοι», ο «επαναστατικός προορισμός» της εργατικής τάξης, ο «επιστημονικός σοσιαλισμός». Με άλλα λόγια κατέρρευσε μία κοσμοθεωρητική αντίληψη – κομμουνισμός και μαρξισμός-λενινισμός – που μετρούσε πάνω από έναν αιώνα ζωής.[16]

Έκτοτε η Αριστερά έχει μεγάλο πρόβλημα να συλλάβει και να φαντασθεί το μέλλον – μαζί της και ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας. Όμως, όπως σημειώνει ο Karl Mannheim, αν δεν μπορούμε να φαντασθούμε το μέλλον, δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε το παρελθόν. Αυτό έχει πάθει και η Αριστερά: δεν δύναται να ερμηνεύσει κριτικά το παρελθόν, να δει τα αίτια για τα τερατώδη συστήματα του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, να απαλλαγεί από τα φαντάσματα του παρελθόντος και να ενταχθεί στο πρόταγμα της δημοκρατίας. Δεν προβληματίζεται για ποιον λόγο όλα τα καθεστώτα που κατέλαβαν την εξουσία στο όνομα του Μαρξ, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, δεν μπόρεσαν να εγκαθιδρύσουν ένα δημοκρατικό ανθρώπινο πολίτευμα. Ούτε ένα. Δεν αναρωτιέται αν υπάρχουν θανάσιμα λάθη στη θεωρία, άρα και στους στόχους, ώστε να τα δει και να τα διερευνήσει. Η Αριστερά αρνείται να καταλάβει ότι η κριτική στον καπιταλισμό δεν σημαίνει αναγκαστικώς γραφειοκρατικό «σοσιαλισμό» ή μαρξικό «κομμουνισμό». Επιμένει σε σοσιαλιστικές φαντασιώσεις, σε κομμουνιστικά ιδεολογήματα και κλισέ που νομίζει ότι θα επενδύσει  με νέο περιεχόμενο.

Όμως δεν υπάρχει κάποιο άλλο αγνό νόημα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού που οι μεταγενέστερες γενεές μαρξιστών-λενινιστών να ανακαλύψουν, κρυμμένο στα γραπτά του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν, του Τρότσκι ή οποιουδήποτε άλλου. Οι όροι αυτοί είναι «γυμνά ονόματα», κελύφη κενά περιεχομένου. Δυστυχώς το μόνο νόημά τους ήταν αυτό που υπήρξε και έλαβε θεσμική μορφή στις ανατολικές χώρες – είναι αυτό που μεταφέρεται από τα αποτυχημένα κομμουνιστικά κόμματα. Το δημιουργικό όραμα που μπορεί να δοθεί στο μέλλον από το σκεπτόμενο κοινωνικό πράττειν είναι η άμεση δημοκρατία, απαραίτητη προϋπόθεση για οποιονδήποτε άλλον στόχο, για οικονομική και κοινωνική ισότητα.


* Γιώργος Ν. Οικονόμου, Δρ Φιλοσοφίας, www.oikonomouyorgos.blogspot.com


ΠΗΓΗ: [Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό, Η άμεση δημοκρατία στον 21ο αιώνα, Νησίδες, Θεσ/κη, 2013]. Το είδα: Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013, http://oikonomouyorgos.blogspot.gr/2013/06/blog-post.html

 

Παραπομπές

[1] Αναλυτικά για τις αρχές, τους θεσμούς και τα επιχειρήματα της άμεσης δημοκρατίας βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, Αθήνα, 2007.

[2] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία,  Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 77-78. Κάποιες γενικές θεωρητικές σκέψεις εκφράζει ο Μαρξ μόνο στην Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου (1843-44), ελλ. μτφ. στις εκδόσεις Παπαζήση.  

[3] Ο Α. Γκράμσι, αν και υποστήριξε τα εργοστασιακά συμβούλια στη διαμάχη τους με τα Συνδικάτα στην Ιταλία τη διετία 1919-20, παρέμεινε λενινιστής και τελικώς συντάχθηκε, όχι χωρίς επιφυλάξεις, με τη σταλινική πλειοψηφία, τόσο ως προς τα οργανωτικά προβλήματα (μπολσεβικοποίηση και πόλεμος εναντίον των τάσεων) όσο και ως προς τα στρατηγικά (δικτατορία του προλεταριάτου, οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία χώρα). 

[4] Βλ. Κ. Καβουλάκος, «Κράτος δικαίου και δημοκρατία στον J. Habermas», Αξιολογικά, αρ. 13, Απρίλιος 2000.

[5] Περισσότερα για τα κινήματα αυτά βλ. Κ. Λάμπος, Άμεση δημοκρατία και αταξική κοινωνία,  Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2012.

[6] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Πολυτεχνείο: Αυτοοργάνωση και αυτονομία» (1993), στο Παπαχρήστος Δ. (επιμ.), Το Πολυτεχνείο ζει; Όνειρα – Μύθοι – Αλήθειες, Λιβάνης, Αθήνα, 2004. Επίσης Γ. Ν. Οικονόμου, «Αυτοσυγκρότηση και αυτονομία του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος», Η Αυγή, 16. 11. 2003.

[7] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Ο δρόμος προς την άμεση δημοκρατία», Η Εποχή, 31. 7. 2011. Και Γ. Ν. Οικονόμου, «Άμεση δημοκρατία στο Σύνταγμα», Ελευθεροτυπία, 19. 8. 2011. Διαθέσιμα, όπως και τα προηγούμενα, στο:  oikonomouyorgos.blogspot.com. 

[8] Βλ. Α. Στίνας, Αναμνήσεις, Ύψιλον, Αθήνα, 1985. Και Α. Στίνας, ΕΑΜ ΕΛΑΣ ΟΠΛΑ,  Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984. Επίσης Κ. Καστοριάδης, Ακυβέρνητη κοινωνία, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 39-40. Και Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, Ύψιλον, Αθήνα, 2000, σ. 112.     

[9] Ένα από αυτά τα παραδείγματα (Ρωσία 1917) εξετάζω πιο κάτω στο δεύτερο μέρος. 

[10] Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμ. Β΄ (Κριτική, Αθήνα 2008), σ. 248-249 και τόμ. Γ΄ (Κριτική, Αθήνα 2011), σ. 209.

[11] Τα περιορισμένα όρια του παρόντος κειμένου δεν επιτρέπουν μία εκτενέστερη επιχειρηματολογία, η οποία θα οδηγούσε άλλωστε σε άλλα πλαίσια. 

[12] Βλ. Ida Mett, Κομμούνα της Κροστάνδης, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1972, σ. 61-62.

[13] Ο Α. Πάνεκουκ (Τα εργατικά συμβούλια, Αθήνα, 1996, σ. 104-105) γράφει: «Όταν το κόμμα σχημάτισε κυβέρνηση τα σοβιέτ εξαλείφθηκαν βαθμιαίως και από όργανα αυτοδιεύθυνσης περιορίσθηκαν σε ρόλο βοηθητικών οργάνων του κυβερνητικού μηχανισμού […] Οι εργάτες δεν είναι περισσότερο κύριοι των μέσων παραγωγής από όσο στον δυτικό καπιταλισμό. Εκείνος που τους δίνει μισθό και τους εκμεταλλεύεται είναι το κράτος, ο μοναδικός καπιταλιστής, ένας καπιταλιστής μαμούθ». Ο Πάνεκουκ είχε δηλώσει (Proletarier, 7-8, 1927) πως «από το 1918 μέχρι σήμερα κάθε κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να τιτλοφορείται: Η ήττα της επανάστασης». 

[14] Ρ. Λούξεμπουργκ, «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» (1904) και «Κριτική της ρωσικής επανάστασης» (1918). Επίσης ο Καρλ Κάουτσκι, θεωρητικός της Β' Διεθνούς, εξέφρασε τις επιφυλάξεις και την κριτική του σε τρία κείμενά του: «Η δικτατορία του προλεταριάτου» (1918), «Τρομοκρατία και κομμουνισμός» (1919), «Από τη δημοκρατία στη σκλαβιά του κράτους» (1921). Ήδη από το 1918 έγραφε πως ο βολονταρισμός των Ρώσων μπολσεβίκων, που πίστευαν πως η θέληση και η αποφασιστικότητα του κόμματος αρκούσαν για όλα, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην καταστροφή. Ο Λεόν Μπλουμ το 1920 είχε προειδοποιήσει για τον δεσποτικό μηχανισμό που τέθηκε σε εφαρμογή από τον Λένιν. Η αναρχική Έμμα Γκόλντμαν (Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία, μτφ., Αθήνα, 2009) ζώντας τα γεγονότα από κοντά στη Ρωσία επί δύο έτη (1920-21) κατήγγειλε τα εγκλήματα του καθεστώτος, γράφοντας πως «οι Μπολσεβίκοι είναι οι ιησουίτες της σοσιαλιστικής επανάστασης: πιστεύουν στο απόφθεγμα ότι ο σκοπός δικαιώνει τα μέσα».

[15] Κ. Καστοριάδης, «Μαρξισμός – Λενινισμός: Η κονιορτοποίηση» (1990), Η άνοδος της ασημαντότητας, Ύψιλον, Αθήνα, 2000, σ. 58. Βλ. επίσης H. Arendt, Το ολοκληρωτικό σύστημα (1951), Ευρύαλος, Αθήνα, 1988. Κ. Παπαϊωάννου, Η γένεση του ολοκληρωτισμού (1959), Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα, 1991.

[16] Για κριτική του μαρξισμού βλ. τα σχετικά κείμενα του Κ. Παπαϊωάννου και του Κ. Καστοριάδη. Του τελευταίου βλ. «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία» (1965), στο Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, Ράππας, Αθήνα, 1981.

Ελληνικό προτεκτοράτο, ώρα μηδέν

Ελληνικό προτεκτοράτο, ώρα μηδέν

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Ενώ η παράσταση στο «θέατρο Μαξίμου» των επαγγελματιών πολιτικάντηδων την στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές βρίσκεται  στην τρίτη πράξη της, είναι πια φανερό τι παίχθηκε στα παρασκήνια. Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν αποτελούσαν επίθεση κατά της δημοκρατίας, όπως ψευδώς παρουσίασε το θέμα η Αριστερά της παγκοσμιοποίησης, στην Ελλάδα και διεθνώς.

Και αυτό, γιατί η «δημοκρατία» της κοινοβουλευτικής Χούντας, που επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δεν κινδύνευσε ποτέ από το προσωρινό «κλείσιμο» την ΕΡΤ που στόχο είχε να τρομοκρατήσει τα λαϊκά στρώματα ώστε να περάσουν ευκολότερα:

– η «μεταρρύθμιση» της δημόσιας τηλεόρασης με βάση τα πρότυπα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που περιλαμβάνουν μαζικές απολύσεις των εργαζομένων σε αυτή, ώστε να ικανοποιηθούν και οι απαιτήσεις της τρόικας που απαιτούσε ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις 2.000 υπαλλήλων μέχρι το τέλος του μήνα από τους διαχειριστές του Ελληνικού προτεκτοράτου (πολιτική και πολιτειακή εξουσία, δικαστική εξουσία κλπ)

– τα χειρότερα μέτρα που θα ακολουθήσουν σύντομα, δηλαδή, οι μαζικές απολύσεις στον δημόσιο τομέα, οι ιδιωτικοποιήσεις και, γενικότερα, το ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου

– το κλείσιμο νοσοκομείων, σχολείων, Πανεπιστημιακών Σχολών, αν όχι και Πανεπιστημίων, και η γενικότερη κατάρρευση κάθε κοινωνικής υπηρεσίας, πάντα προς όφελος των «μεταρρυθμίσεων» που θα μας κάνουν πιο «αποδοτικούς» στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. 

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι κοινωνικές υπηρεσίες, με προεξάρχουσα τη δημόσια τηλεόραση, δεν χρειάζονται ριζικές αλλαγές για να ικανοποιούν πραγματικά τις λαϊκές ανάγκες. Όμως οι αλλαγές αυτές δεν έχουν καμιά σχέση με τις μεταρρυθμίσεις που επιβάλλει η λογική της αγοράς, παρά τους αποπροσανατολιστικούς μύθους του ΣΥΡΙΖΑ, ο αρχηγός του οποίου πριν μερικούς μόλις μήνες θαύμαζε τον δήθεν «αγώνα κατά του νεοφιλελευθερισμού» κάποιων εξίσου  απατηλών λατινοαμερικάνικων   ηγεσιών, όπως αυτή της  Βραζιλίας, όπου σήμερα εξελίσσεται μια μαζική λαϊκή εξέγερση.

Έτσι, στην Ελλάδα, συνδικαλιστικά σωματεία στον Τύπο, όπως  η Συντονιστική Επιτροπή των Συνεργαζόμενων Ομοσπονδιών και Ενώσεων του Τύπου (η οποία «οργάνωσε» το φιάσκο της δήθεν διαρκούς απεργίας των ΜΜΕ) χαιρέτισε  την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως «νίκη της δημοκρατίας» και των εργαζομένων στην ΕΡΤ (όπως άλλωστε έκανε και ο ΣΥΡΙΖΑ). Δηλαδή, ουσιαστικά χαιρέτισε την απόφαση που νομιμοποιούσε τη σφαγή των υπαλλήλων της, αφού τo ΣτΕ δεν θεώρησε την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου αντισυνταγματική, όπως δεν θεώρησε παλαιότερα αντισυνταγματικά τα Μνημόνια και το χαράτσι… Παράλληλα, ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ καλούσαν σε …24ωρη «γενική απεργία» (μερικών κλάδων), για την «τιμή των όπλων», όπως έκαναν από τότε που ξεκίνησε η οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων. 

Αντίστοιχα,  η Ευρωπαϊκή Αριστερά που παντοιοτρόπως ενισχύει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στην εξαπάτηση του Ελληνικού λαού ότι, μέσα στην ΕΕ, θα μπορούσε να σταματήσει η σημερινή καταστροφή, μαζί με την  Ευρωπαϊκή ελίτ, καταδίκαζαν το «κλείσιμο» της ΕΡΤ, χωρίς  να αναφέρει κανένας τους ότι το «κλείσιμο» αυτό ουσιαστικά απαιτήθηκε (έστω έμμεσα) από την ίδια ελίτ, μέσω της τρόικας, με την πλήρη βέβαια σύμπνοια της ελληνικής ελίτ.

Αλλά και για  κάποιους «Μαρξιστές της συμφοράς» η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι νέο συστημικό φαινόμενο, η Υπερεθνική Ελίτ (Υ/Ε) είναι ανύπαρκτη, και  η Ελλάδα δεν αποτελεί προτεκτοράτο της αλλά, αντίθετα, (με βάση στατιστικά στοιχεία και «αναλύσεις» που θα έκαναν… μετεξεταστέο οποιονδήποτε φοιτητή οικονομικών σε έγκυρο Πανεπιστήμιο) είναι μια «ιμπεριαλιστική χώρα» (sic!). Και αυτό,  τη στιγμή που ακόμη και διεθνείς οργανισμοί τη μετατάσσουν σήμερα στη κατηγορία των υπανάπτυκτων χωρών! – Αντίθετα, για αυτούς τους «αναλυτές» ο βασικός παράγοντας στο «κλείσιμο» της ΕΡΤ ήταν η ντόπια ελίτ, μέσω της Digea των μεγαλοεκδοτών, οι οποίοι, στην «ιμπεριαλιστική» Ελλάδα, προφανώς λειτουργούν ανεξάρτητα από την Υ/Ε! Ευτυχώς, δηλαδή, που υπάρχουν και φωτισμένοι Μαρξιστές στον διεθνή χώρο (π.χ. Leslie Sklair) που προσπαθούν να αναλύσουν το νέο φαινόμενο της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αντίθετα με τα Μαρξιστικά απολιθώματα μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΚΚΕ, που δεν έχουν πάρει είδηση για τη σημασία του φαινομένου, ενώ στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εσκεμμένα το αγνοούν επειδή βολεύονται μέσα στην ΕΕ. Όλοι αυτοί μιλούν για «ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» με βάση τον «Ιμπεριαλισμό» του Λένιν, που αναφέρεται στον καπιταλισμό των ιμπεριαλιστικών κρατών-εθνών του 19ου αιώνα και έχει ελάχιστη σχέση με τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας, όπου μόλις προχθές η Υ/Ε αποφάσισε την έναρξη άμεσων διαπραγματεύσεων για την εμπορική ενσωμάτωση ΕΕ και ΗΠΑ στην μεγαλύτερη, ιστορικά, εμπορική συμφωνία!

Περιττό να προσθέσω ότι η υπό κατάληψη ΕΡΤ έδειξε για άλλη μια φορά τον ρόλο της σαν φερέφωνο της Υ/Ε και της ντόπιας ελίτ. Έτσι οι ίδιες ανώδυνες «αιρετικές» φωνές παρέλαυναν από τα μικρόφωνα των ίδιων εκφωνητών που λειτουργούσαν σε όλη την κρίση, αποκλείοντας κάθε φωνή που θα έθετε το θέμα της πραγματικής αιτίας της καταστροφής στην πλήρη ενσωμάτωση της χώρας στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, μέσω της ένταξης της στην ΕΕ.

Συμπερασματικά, το «κλείσιμο» της ΕΡΤ αποτελεί την ώρα μηδέν για το Ελληνικό προτεκτοράτο,  αφού αποτελεί την κορύφωση της κρίσης, αλλά συγχρόνως και την έναρξη της τελικής φάσης «Κινεζοποίησης» του…

* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (23 Ιουνίου 2013). Το είδα: 23-06-2013, http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_06_23.html