Συναλλαγματική πολιτική ανταγωνιστικότητα & … διέξοδος

Συναλλαγματική πολιτική ανταγωνιστικότητα και προοδευτική διέξοδος από την κρίση*

 

Του Γιάννη Τόλιου**


 

Η βαθιά και κρίση της ελληνικής οικονομίας με αιχμή την κρίση χρέους, εκτός από ενδογενείς αιτίες του ελληνικού καπιταλισμού, συμπυκνώνει τις συνέπειες της κρίσης στην ευρωζώνη και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε διεθνές επίπεδο. Τα τελευταία δύο χρόνια έγιναν πάνω από 20 συναντήσεις των ηγετών ΕΕ και Eurogroup, με ανάλογα θριαμβευτικά ανακοινωθέντα …βιωσιμότητας ολίγων ημερών.

Ταυτόχρονα πέριξ του σαθρού οικοδομήματος της ΟΝΕ, δημιουργήθηκε ένα παρα-οικοδόμημα («μηχανισμός στήριξης», «Μνημόνια», «Σύμφωνο ευρώ» κά), κάνοντας το πρόσωπο της πιο αντιδημοκρατικό, αντιλαϊκό και απαίσιο. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν οι αποφάσεις της 9ης Δεκέμβρη '11 με δημιουργία «δημοσιονομικού συμφώνου» («ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς», κυρώσεις, ποινές, κά), βάζοντας λαούς και εργαζόμενους σε διαχρονικό «δημοσιονομικό κάτεργο», μετατρέποντας ταυτόχρονα αδύναμες χώρες σε «προτεκτοράτα» του γερμανικού imperium.

 

Η κρίση ευρωζώνης και «δημοσιονομικό σύμφωνο»

 

Το νέο σύμφωνο όχι μόνο δεν επιλύει αλλά οξύνει τη βαθιά εσωτερική αντίφαση της ευρωζώνης ανάμεσα στο μόνιμο «κλείδωμα» της ισοτιμίας νομισμάτων χωρών με διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης (παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας), η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής «πλεονασμάτων» στις ισχυρές και «ελλειμμάτων» στις αδύναμες. Ταυτόχρονα ενισχύει τις ενδογενείς τάσεις του συστήματος προς ανισόμετρη ανάπτυξη παράγοντας αποκλείσεις αντί συγκλίσεις σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Από την άλλη το μεγάλο θέμα της απασχόλησης παραμένει υπόθεση του «μηχανισμού αγοράς» και το μόνο εργαλείο στήριξης της ανταγωνιστικότητας σε εθνικό επίπεδο είναι η εισοδηματική πολιτική χαμηλού εργατικού κόστους.

Συμπερασματικά, το αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό οικοδόμημα της ΟΝΕ (ευρωζώνης-ευρώ), έχει υποστεί «μεταλλάξεις» προς το χειρότερο και αποτελεί αυταπάτη η «πίεση» από τα κάτω για βελτιώσεις, όταν τα βασικά κέντρα λήψης αποφάσεων είναι μακριά από τους λαούς και τους εργαζόμενους (Συμβούλιο, Eurogroup, Επιτροπή), το Ευρωκοινοβούλιο παίζει διακοσμητικό ρόλο, ενώ ο άξονας «Μερκόζι» (Μεργκελ-Σαρκοζί) καθορίζει πλέον τις βασικές «συντεταγμένες» της ευρωζώνης. Η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για να είναι βιώσιμη και να αντιστοιχεί στις απαιτήσεις του «ιστορικά αναγκαίου» (ισότιμη και αμοιβαία επωφελής συνεργασία χωρών), προϋποθέτει καινούργια «αρχιτεκτονική» με θεμέλια τα συμφέροντα των λαών και των εργαζόμενων, σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Αυτό συνεπάγεται ανατροπή και διάλυση της ΟΝΕ.

 

Συναλλαγματική πολιτική και Ανταγωνιστικότητα

 

Οι εμπειρίες από την εφαρμογή του «Μνημονίου» στο όνομα της χρεοκοπίας ήταν δραματικές. Μεγάλες μειώσεις μισθών-συντάξεων, υποβάθμιση βιοτικού επιπέδου, εκρηκτική αύξηση ανεργίας ιδιαίτερα στους νέους, μεγάλη μείωση ΑΕΠ (σωρευτικά 20%), κλείσιμο 430.000 ΜΜΕ, παραγωγική παρακμή, φτωχοποίηση ευρύτερων στρωμάτων, αυτοκτονίες, κά. Η χώρα έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει (αδυναμία αποπληρωμής χρέους) και αυτό που συζητάμε είναι οι πολιτικές διαχείρισης της που συνοψίζονται σε δύο επιλογές. Η πρώτη είναι της «ελεγχόμενης πτώχευσης» που προωθούν τρικομματική κυβέρνηση και υπερεθνική τρόϊκα είναι σε όφελος πιστωτών με στόχο τη δήμευση του ελληνικού λαού μέσω ξεπουλήματος όλων των ΔΕΚΟ και της δημόσιας περιουσίας, με «σφαγή» μισθών, συντάξεων και λαϊκών εισοδημάτων (εσωτερική υποτίμηση αξίας εργατικής δύναμης πάνω από 50%) και επιστροφή εργασιακών σχέσεων αρχές 1900! Τέλος με το λεγόμενο PSI, τη νέα δανειακή σύμβαση και το νέο Μνημόνιο, βάζουν βαριές αλυσίδες για δεκαετίες στο ελληνικό λαό (νέο χρέος 130 δις, αγγλικό δίκαιο στα νέα ομόλογα, κά), ενώ σχεδόν καταργείται η εθνική και λαϊκή κυριαρχία.

Η κυβέρνηση Παπαδήμου παίζει ρόλο «δικαστικού επιμελητή» στη δήμευση του ελληνικού λαού. Γιαυτό και καταφεύγει σε φαιδρά επιχειρήματα περί «σωτηρίας της χώρας», «στήριξης ανταγωνιστικότητας», «αύξησης απασχόλησης», κά, ενώ κινδυνολογεί ότι η απόρριψη των μέτρων σημαίνει χρεοκοπία, επιστροφή στη δραχμή και τελικά… εθνική καταστροφή.! Ειδικότερα νάγει τη μείωση μισθών σε «κλειδί» της ανάπτυξης αποφεύγοντας να απαντήσει πως οι υψηλότεροι μισθοί στη Γερμανία συνδυάζονται με υψηλότερη ανταγωνιστικότητα και πως οι χαμηλότεροι μισθοί στην Ισπανία με υψηλότερη ανεργία. Δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει ότι βασικός μοχλός ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας είναι η «παραγωγικότητα» (νέα τεχνολογία, κατάρτιση, έρευνα, κά), καθώς η «συναλλαγματική πολιτική» (η ισοτιμία της δραχμής παραμένει «κλειδωμένη» στο ευρώ), ενώ η επίδραση του εργατικού κόστους ασκεί μικρή σχεδόν οριακή επίδραση. Με δεδομένο ότι το μέσο εργατικό κόστος στην ελληνική βιομηχανία είναι 15%, ακόμα και με μείωση μισθών κατά 50% η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται μόλις κατά 7,5%, ενώ εάν η ισοτιμία του ευρώ (και έμμεσα της δραχμής) μειωθεί έναντι του δολαρίου από 1,36 σήμερα στο ύψος του 2000 (1 € = 1 δολ.), τότε η ανταγωνιστικότητα θα βελτιώνονταν κατά 36%.!!! Αυτή την σκληρή αλήθεια αποσιωπά ο κ.Παπαδήμος και πολλοί άλλοι λαλίστατοι, οικονομολόγοι και «αναλυτές», πέραν….αλλά και εντός της Αριστεράς, που υιοθετούν τη κινδυνολογία ότι αποδέσμευση από την ευρωζώνη-ευρώ και επιστροφή στο εθνικό νόμισμα συνεπάγεται….εθνική καταστροφή.

 

Εθνικό νόμισμα και εναλλακτική στρατηγική εξόδου από την κρίση

 

Ασφαλώς ο μοχλός της «συναλλαγματικής πολιτικής» δεν αρκεί από μόνος του να λύσει τα προβλήματα της ανάπτυξης, απασχόλησης, χρέους, κλπ. Ωστόσο στα πλαίσια μιας γενικότερης εναλλακτικής οικονομικής στρατηγικής προοδευτικής εξόδου από την κρίση, μπορεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Είναι κατά συνέπεια τουλάχιστον «στρουθοκαμηλισμός» το σύνθημα, «καμιά θυσία για το ευρώ, καμιά ψευδαίσθηση για τη δραχμή».! Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες μιας τέτοιας στρατηγικής;

Πολύ επιγραμματικά:

1) «Αθέτηση πληρωμών» χρέους επικαλούμενοι το διεθνές δίκαιο («κατάσταση ανάγκης» και «απεχθές χρέος») για άμεση ανακούφιση κρατικού προϋπολογισμού από τα τεράστια τοκοχρεολύσια.

2) Ανατροπή «Μημονίου», αποδέσμευση από ευρωζώνη και ανάκτηση ελέγχου βασικών εργαλείων οικονομικής πολιτικής (συναλλαγματικής, νομισματικής, δημοσιονομικής, πιστωτικής, αναπτυξιακής, κλπ).

3) Εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση τραπεζών, έλεγχο κίνησης κεφαλαίων και αξιοποίησης λαϊκών αποταμιεύσεων για στήριξη παραγωγικής ανασυγκρότησης.

4) Επεξεργασία ανορθωτικού προγράμματος ανάπτυξης, αύξηση απασχόλησης, εθνικού εισοδήματος και δικαιότερη αναδιανομή του.

5) Ριζική εξυγίανση δημόσιων οικονομικών, αύξηση εσόδων (πάταξη φοροδιαφυγής, φοροκλοπής) πολιτική δαπανών με αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.

6) Στήριξη αγοραστικής δύναμης μισθών-συντάξεων, ενίσχυση κοινωνικών-αναπτυξιακών δαπανών, ειδικά προγράμματα για οικογενειακή γεωργία και μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις.

7) Επιστροφή υπό εθνικό έλεγχο όλων των βιώσιμων ΔΕΚΟ και επέκταση τους σε στρατηγικούς τομείς.

8) Καταπολέμηση καρτέλ και μονοπωλιακών κυκλωμάτων, περιορισμός και έλεγχος δράσης πολυεθνικών.

9) Ανάπτυξη ισότιμων οικονομικών σχέσεων με όλες τις χώρες, στα πλαίσια μιας «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής.

10) Βαθύς εκδημοκρατισμός κράτους, ανάπτυξη θεσμών λαϊκού ελέγχου και ουσιαστικής «συμμετοχής» των εργαζόμενων στα βασικά κέντρα των οικονομικών αποφάσεων, κά.

Οι παραπάνω άξονες-μέτρα, αμφισβητούν το DNA της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και αποτελούν αφετηρία ριζοσπαστικών αλλαγών για προωθημένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς με ορίζοντα το σοσιαλισμό. Η εφαρμογή τους ανταποκρίνεται στις ανάγκες, τα συμφέροντα και προσδοκίες της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και πρώτα απ' όλα μισθωτών-εργαζόμενων, αγροτιάς, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και νέας γενιάς. Οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις προώθησης τους είναι η ανάπτυξη ρωμαλέου και πολύμορφου κινήματος αντίστασης, ανατροπής και αλληλεγγύης ως όχημα βάσης για ανάδειξη μιας κυβέρνησης ριζοσπαστικών-αριστερών δυνάμεων. Η καλλιέργεια κλίματος παθητικότητας, μοιρολατρίας, αποδοχής τετελεσμένων και «νεο-ραγιαδισμού» είναι η χειρότερη «συνταγή» και δεν αντιστοιχεί στις αγωνιστικές παραδόσεις, ιστορικές παρακαταθήκες, αδούλωτη και υπερήφανη στάση του λαού απέναντι σε ξένους και εγχώριους δυνάστες.

Εξυπακούεται ότι η αναβάθμιση της κοινής δράσης με ανάλογα κινήματα στις χώρες της ΕΕ, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο στην επίτευξη των παραπάνω και ενθάρρυνσης ανάλογων ανατροπών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα ανοίξει ελπιδοφόρους δρόμους για μια Ευρώπη των λαών, των εργαζόμενων και της σοσιαλιστικής προοπτικής. Κατά συνέπεια η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων «διεθνοποίησης» της οικονομικής ζωής, δεν περνάει αναγκαστικά από τις νεοφιλελεύθερες συμπληγάδες της «ευρωζώνης», αλλά μπορεί να βρει «γόνιμο έδαφος» στην ισότιμη προσέγγιση και συνεργασία των λαών και χωρών.

 

* Το παρόν άρθρο συνιστά τα βασικά σημεία από εισήγηση του Γιάννη Τόλιου σε Ημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ Αχαΐας με θέμα: «Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρώ, κρίση Ευρωζώνης. Η ταξική προσέγγιση» (Πάτρα 5.2.12). Το παρόν άρθρο παρ’ ότι στάλθηκε για δημοσίευση στην «Αυγή» από τις 8.2.12 δεν δημοσιεύτηκε!

 

** Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών και μέλος της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ.

 

ΠΗΓΗ: http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=6702:synallagmatiki-politiki-antagonistikotita-proodeytiki-dieksodos&catid=54:anpolitiki&Itemid=284

Mήπως η κρίση μάς κρίνει;

Mήπως η κρίση μάς κρίνει;


 
Του Μακ. Αρχιεπ. Ιερώνυμου Β΄


 

“…Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να αντισταθεί στα οργανωμένα συμφέροντα, βάζοντας στην καθημερινότητα την προσωπική σφραγίδα της αγάπης. Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να καταστήσει τη στέρηση και την κρίση αφετηρία για έναν καλύτερο κόσμο…”

Oι κρίσεις κρίνουν τους ανθρώπους. Mας θέτουν ενώπιον των ευθυνών μας, μας αποκαλύπτουν τις «εφεδρείες» μας που βρίσκονταν πίσω από την επιφάνεια, μας απογυμνώνουν από τυχόν προσχήματα και δικαιολογίες, μας αναδεικνύουν δημιουργούς του παρόντος και του μέλλοντος. Xωρίς να αποτελεί εξαίρεση ετούτη η βαθιά οικονομική και ηθική κρίση που ταλανίζει το έθνος μας και υπονομεύει την κοινωνία μας δεκαετίες τώρα, αλλά μόλις πρόσφατα εκδηλώθηκε σε όλη της την οδύνη, μας υποβάλλει σε κρίση – κριτική.

Σε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τα πεδία στα οποία κρινόμαστε ως λαός, θα επικεντρωθούμε σε τρία καθοριστικά για την υπόσταση του ανθρώπου ως όντος:
α) Eμείς και ο εαυτός μας. Ποιοι πραγματικά είμαστε πέρα από τις άμυνές μας και τα ψιμύθια με τα οποία «καλλωπίζουμε» την κοινωνική μας παρουσία; Ποιος είναι ο αυθεντικός μας εαυτός και γιατί τον έχουμε καταχώσει κάτω από προσχώσεις καταναλωτισμού και επιτήδευσης; O Mέγας Bασίλειος μάς επισημαίνει ότι άλλοι είμαστε εμείς ως προσωπικότητες και άλλα τα «δικά μας» τα υπάρχοντά μας, εκείνα που χαρακτηρίζουν το φαίνεσθαι, γι' αυτό και μας προτρέπει να μη χάσουμε από τα μάτια μας ποτέ αυτή τη διάκριση. Aισθανόμαστε λοιπόν ότι αντλούμε την αξία μας μόνο και μόνο από το γεγονός πως είμαστε πλάσματα του Θεού; Mήπως χάσαμε την πυξίδα εδώ; Mήπως αυξήσαμε υπέρμετρα τις τεχνητές μας ανάγκες για να καλύψουμε την εσωτερική μας φτώχεια; Mήπως τελικά μια αφαίρεση των αναγκών αυτών είναι σωτήρια; Eυχής έργο είναι, βέβαια, η αφαίρεση αυτή να είναι θεληματική και συνειδητή, κάτι που η εκκλησιαστική μας παράδοση ονομάζει άσκηση. Aλλά και όταν μας επισκέπτεται ακούσια και βίαια, μήπως έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε καλό από το κακό; O άγιος Iωάννης ο Xρυσόστομος γράφει ότι «φτωχός είναι, όχι εκείνος που δεν έχει τίποτε, αλλά εκείνος που φοβάται τη φτώχεια». H προσκόλληση στα υλικά, δηλαδή, μας στερεί την ελευθερία και την ψυχική ειρήνη.

β) Eμείς και οι άλλοι. H κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης φαίνεται ότι αφυπνίζει δυνάμεις αλληλεγγύης στην κοινωνία μας. Tο μήνυμα είναι παρήγορο. Aλλά γιατί να έχουμε ανάγκη την οδύνη για να ανακαλύψουμε τον συνάνθρωπό μας; Mήπως και πριν από την κρίση δεν υπήρχαν δίπλα μας στερούμενοι και αναξιοπαθούντες συνάνθρωποι; H έμπρακτη αγάπη οφείλει να είναι μια διαρκής στάση ζωής. Oλόκληρο το μήνυμα του Xριστού οικοδομήθηκε πάνω στην αναγκαιότητα της αγάπης. H αγάπη, ως συνειδητή και διακριτική φροντίδα για τον άλλον, εμφανίσθηκε ως η επαναστατική καινοτομία του Xριστιανισμού και, καθώς βρήκε ηρωική εφαρμογή από πολλούς ανά τους αιώνες, αποτέλεσε τελικά την αποφασιστική δύναμή του κατά την αναμέτρηση με άλλες ιδέες και θρησκείες. Eνας λαός, όμως, που επί δύο χιλιάδες χρόνια απολαμβάνει ως αυτονόητη τη χριστιανική του ιδιότητα, κινδυνεύει να αποξενωθεί από την ανατρεπτική δύναμη της αγάπης μέσω της συνήθειας και της ρουτίνας, υποκύπτοντας στην ισχυρή έλξη της αυτάρκειας και του ατομισμού. H έμπρακτη εξάσκηση της αγάπης δεν καλύπτει μόνο συγκεκριμένες ανάγκες των ανθρώπων. Λειτουργεί και ως προσωπική μας αναβάπτιση στα ουσιώδη του ευαγγελικού μηνύματος. Mας ξαναφέρνει σε μυστική εσωτερική σχέση και κοινωνία με τον Xριστό, τον Oποίο αντικρίζουμε στα πρόσωπα των πασχόντων και στερουμένων, όπως άλλωστε μας το δήλωσε ρητά ο Iδιος. Kαι τελικά παρουσιάζει τη χριστιανική ιδιότητα στον σύγχρονο κόσμο ως παγκόσμια ζωντανή και σφριγηλή ελπίδα και όχι ως κάτι αγκυλωμένο που έρχεται από το παρελθόν και δεν έχει τίποτε ουσιαστικό να δώσει πια. Δυστυχώς, πρέπει να το ομολογήσουμε, κάποιοι χριστιανοί (ευτυχώς όχι όλοι) συχνά καλλιεργούμε με τη στάση μας μια παρόμοια απογοήτευση στους ανθρώπους.

γ) Eμείς και ο Θεός: O λαός μας δεν διακρίνεται από υψηλά ποσοστά αθεΐας, όπως άλλοι δυτικοευρωπαϊκοί λαοί. Παρά το γεγονός ότι θρησκεύει, όμως φαίνεται να παρουσιάζει μιαν ασυνεπή στάση: συναρτά την έμπρακτη θρησκευτικότητά του με τις δυσκολίες της ζωής. Mε άλλα λόγια, σε μεγάλο βαθμό οι Eλληνες καταφεύγουμε στον Θεό ως στήριγμα απέναντι στα ποικίλα προβλήματά μας. Aλλά δεν είναι αυτό που ήλθε να φέρει ο Xριστός. Δεν θέλησε να γίνει απλώς το αποκούμπι μας.

Mια κρίση σαν αυτή αποτελεί εκπληκτική ευκαιρία να ανακαλύψουμε τον Θεό γι' αυτό που είναι και να τον αγαπήσουμε για εκείνα που έχει να μας δώσει. Kαι αυτά δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον πλούτο της Θεότητός Tου, από τη θαυμαστή ικανότητά Tου να μεταμορφώνει τον άνθρωπο και να τον αγιάζει. Nα τον θεραπεύει από τα πάθη και να τον καθιστά κοινωνό της ανείπωτης δόξας του. H κρίση μπορεί να μας αποκαλύψει πως η παθολογική εξωστρέφεια και ο θόρυβος τα οποία καλλιεργεί η κοινωνία του θεάματος και της κατανάλωσης μάς αποκρύπτουν τον Θεό, ο Oποίος συνηθίζει να μιλάει σε χαμηλότερους τόνους, στα μάτια της ψυχής μας.

Kαθώς πολλές βεβαιότητες κλονίζονται γύρω μας και μάλλον θα συνεχίσουν περισσότερο, ένας Θεός που φλέγεται από την επιθυμία να μας θρέψει με το Σώμα Tου και το αίμα Tου αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς και σιγουριάς. Aλλά και ευγνωμοσύνης. Oπως σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «μόνο όταν αγαπήσουμε πραγματικά τον Θεό θα τον γνωρίσουμε αληθινά». Iσως για πολλούς από μας ακόμη παραμένει ο μεγάλος άγνωστος…
Aδελφοί μου ας μην φοβόμαστε! Στην ιστορία του τόπου μας έχουμε ζήσει πολύ χειρότερες και φοβερότερες συνθήκες. Aλλά κυρίως ας μην φοβόμαστε διότι ο Θεός είναι κύριος της ιστορίας και έχει τη δύναμη να αναδείξει τον άνθρωπο συνδημιουργό της.

Δεν είναι υπερβολικός ο λόγος: ένας άνθρωπος έρμαιο της κατανάλωσης, του ναρκισσισμού, των παθών του, δεν δημιουργεί ιστορία αλλά σύρεται πίσω της σαν ουραγός. Aντίθετα ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις κατώτερες ορέξεις του, πασχίζει και μερικές φορές πάσχει για να επικρατήσει γύρω του η αλήθεια και η ευσπλαχνία, αυτός ο άνθρωπος αποτελεί ελπίδα για τη χώρα του ως πολίτης και για τον κόσμο ως ύπαρξη.

Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να αντισταθεί στα οργανωμένα συμφέροντα, βάζοντας στην καθημερινότητα την προσωπική σφραγίδα της αγάπης. Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να καταστήσει τη στέρηση και την κρίση αφετηρία για έναν καλύτερο κόσμο.

 

ΠΗΓΗ: Hμερομηνία δημοσίευσης: 19-0212, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_100062_19/02/2012_473124

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Εκκλησία μας, η διαχρονικά διωκόμενη, όρισε ως ανάγνωσμα ευαγγελικής περικοπής κατά την Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου τη γνωστή ως περικοπή περί της μελλούσης κρίσεως. Παραθέτουμε τμήμα της περικοπής αυτής, προκειμένου να το σχολιάσουμε.

«Όταν έλθει ο Υιός του ανθρώπου με τη δόξα του και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθήσει στον ένδοξο θρόνο του και θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη. Και θα χωρίσει τους  μεν από τους δε, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια, και θα θέσει τα μεν πρόβατα στα δεξιά του, τα δε γίδια στα αριστερά του. Τότε ο Βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς στα δεξιά του: “Έλάτε σεις, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, και κληρονομείστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από την αρχή του κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με φιλοξενήσατε, γυμνός και με ντύσατε, ασθένησα και με επισκεφθήκατε, ήμουν στη φυλακή και ήλθατε να με δείτε”».

Ενώ αυτά ακούγονται στους ναούς κατά τη θεία Λειτουργία, ο Κόσμος ετοιμάζεται να γιορτάσει την αποκριά, τη γνωστότερη ως καρναβάλι. Και είναι προτιμητέα η χρήση της λέξης καρναβάλι, καθώς την ελληνική αποκριά την κατανοούμε ως αποτρεπτική από την κατανάλωση κρέατος. Βέβαια το ίδιο σημαίνει και η λέξη καρναβάλι, όμως εμείς την έχουμε ταυτίσει με ξεφαντώματα, χαρές και γλέντια, χρήση λέξεων και φράσεων που δεν συνηθίζουμε κατά το υπόλοιπο έτος και, τέλος, μασκαρέματα, δηλαδή χρήση προσωπείων. Και όλα αυτά γιατί; Επειδή η Εκκλησία εγκαινιάζει με τη λήξη της αποκριάς μακρά περίοδο «επώδυνης νηστείας» με πλήθος «απαγορεύσεων»! Δεν είναι λίγοι αυτοί που τόνισαν το πλήθος των απαγορεύσεων αυτών και το πνεύμα ανελευθερίας που διέπει τον εκκλησιαστικό λόγο. Γι’ αυτό ακριβώς και παρέθεσα στην αρχή το τμήμα της περικοπής, ώστε να δειχθεί περίτρανα πόσο ανυπόστατες και ψευδείς είναι οι επικρίσεις. Οι εντολές υπό μορφή απαγορεύσεων έχουν δοθεί στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά και ο αρχαίος ελληνικός κόσμος με αρνητική διατύπωση προέβαλε την ύψιστη εντολή: «Ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» (Κλεόβουλος ο Ρόδιος).

Βέβαια ο Κόσμος δεν είναι πρόθυμος να δεχθεί ότι δεν υπάρχουν απαγορεύσεις και θέτει ερωτήματα: Και η προσευχή, η νηστεία, η εγκράτεια δεν είναι απαγορεύσεις; Είχα διαβάσει τον λόγο ενός Άγγλου ορθοδόξου επισκόπου, του Καλλίστου Γουέαρ: «Ίσως ο Θεός να μη μας ερωτήσει πόσες προσευχές, πόσες αγρυπνίες, πόσες νηστείες κάναμε, οπωσδήποτε θα μας ρωτήσει τι κάναμε για τον αδελφό μας τον ελάχιστο». Θα μπορούσε κάποιος κριτικά ιστάμενος έναντι της Εκκλησίας με φθηνό πνεύμα να υποστηρίξει ότι μπορεί να κάνει εκείνα που ζήτησε ο Χριστός για το συνάνθρωπό μας που πάσχει χωρίς προαπαιτούμενο την εκκλησιαστική ζωή και τα επακόλουθά της, αφού και ένας επίσκοπος ακόμη δεν τα θεωρεί σημαντικά! Η παραποίηση των λόγων και οι προφάσεις είναι διαχρονική καταφυγή των «εν αμαρτίαις». Ο επίσκοπος Κάλλιστος έχει κατά νουν τους πιστούς που αδυνατούν να ξεχωρίσουν τα μέσα από τον σκοπό. Γίνεται αυτό κατανοητό στην περικοπή επιστολής του Αποστόλου Παύλου, γνωστή ως «ύμνος της αγάπης», από την οποία το απόσπασμα: «Και εάν διαθέσω όλα τα υπάρχοντά μου, για να θρέψω τους φτωχούς, και εάν παραδώσω το σώμα μου, ώστε να γίνω ολοκαύτωμα, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι διόλου».

Η ασκητική θεώρηση του βίου, κατά τους πατέρες της Εκκλησίας, δεν είναι αυτοσκοπός. Σκοπός είναι η κάθαρση, ο αγιασμός και, τέλος, η θέωση του ανθρώπου. Ο λόγος του επισκόπου Καλλίστου σκοπό έχει να προστατεύσει τους πιστούς από του να χάσουν τον δρόμο στην έπαρση για τα «πνευματικά» τους επιτεύγματα. Όσο για την άποψη του Κόσμου ότι μπορούμε να συμπαραστεκόμαστε στον συνάνθρωπό μας χωρίς τις δεσμεύσεις της Εκκλησίας, αυτή καταρρέει με μία ματιά στο τρομακτικό πλήθος των πασχόντων συνανθρώπων μας. Η πλανήτης στενάζει από το μέγεθος της δυστυχίας δισεκατομμυρίων συνανθρώπων μας, στους οποίους έρχονται κατ’ έτος να προστεθούν εκατομμύρια νέων. Η λεγόμενη ανθρωπιστική βοήθεια είναι οι πενταροδεκάρες, με τις οποίες επιχειρούμε να φιμώσουμε τις τύψεις της συνείδησής μας, γιατί κατά βάθος αισθανόμαστε τις ενοχές μας. Ο συνάνθρωπός μας πεινά, διψά, κρυώνει, γεύεται την προσφυγιά και την αθλιότητα του κελλιού της φυλακής και εμείς γλεντούμε. Ειδικά στην Ελλάδα γλεντούμε ακόμη και εφέτος, ενώ η οικονομική κρίση σοβεί και το μέλλον προοιωνίζεται δεινότερο.

Βέβαια ο Κόσμος προβάλλει και άλλο επιχείρημα: Από παντού είμαστε στριμωγμένοι. Δεν έχουμε ανάγκη από λίγη εκτόνωση; Η αποκριά είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία. Οι εκδηλώσεις των ημερών είναι σαφής αντίρρηση προς το κατανυκτικό πνεύμα του Τριωδίου, μέσω του οποίου η Εκκλησία καλεί τους πιστούς να εισέλθουν στο στάδιο του πνευματικού αγώνα. Έχουμε πλείστες άλλες ευκαιρίες για γλέντια καθ’ όλο το έτος. Εμείς όμως θέλουμε τώρα. Μάλιστα με περισσή καύχηση οι πρωταγωνιστές των εκδηλώσεων τονίζουν ότι το έθιμο ανάγεται στην ειδωλολατρική αρχαιότητα. Εμείς δεν θέλουμε προσευχές και νηστείες, θέλουμε χαρές και γλέντια. Τώρα τι είναι χαρά, ασφαλώς δεν γνωρίζουμε, καθώς δεν την έχουμε γευθεί και οι πλείστοι τη συγχέουμε με την ευχαρίστηση. Εμείς θέλουμε να εκφραστούμε «ελεύθερα» με βωμολοχίες, όπως και οι βάκχες και οι σάτυροι των προγόνων μας. Δεν είναι άσχετο το ότι σε όλους τους τόπους τουριστικού προορισμού ξένων διατίθεται σε μεγάλες ποσότητες αγαλματίδιο σατύρου με υπερμεγέθη γεννητικά όργανα. Θέλουμε να δείξουμε ότι αυτοί ήσαν οι πρόγονοί μας, αυτοί είμαστε και μεις! Και επειδή παλαιότερα η συντηρητική κοινωνία δεν το επέτρεπε τις «εκτροπές» καλύπταμε το πρόσωπο με προσωπείο (μάσκα). Τώρα όμως προοδεύσαμε και το αποβάλαμε.

Αλλοίμονο στον αθλητή που εισέρχεται στο στάδιο των αγώνων ανέτοιμος. Αν αντιλαμβανόμαστε την προσευχή ως καταναγκαστική επικοινωνία με τον δεσπότη και όχι ως αναπνοή που μας κρατά στη ζωή, αν τη νηστεία θεωρούμε απαγόρευση ικανοποίησης των αισθήσεων και όχι ως το πλέον αποτελεσματικό μέτρο κατά της εγωπάθειας, αν την εγκράτεια ειδικά περί την γενετήσια σφαίρα προ του γάμου εκλαμβάνουμε ως στραγγαλισμό της κατ’ εξοχήν απόλαυσης, τότε εκείνο που επιτυγχάνουμε είναι να χάνεται από τον ορίζοντά μας ο πάσχων συνάνθρωπός μας και τελικά να καταντούμε και εμείς πάσχοντες από έλλειψη νοήματος του βίου. Το μαρτυρεί η κατάρρευση των κοινωνιών της αφθονίας.

Ο Χριστός κρούει τη θύρα μας διακριτικά. Σ’ εκείνους που θα την ανοίξουν προσφέρει σταυρό. Ο σταυρός του Χριστού δεν είναι διαρκές αυτομαστίγωμα, όπως ο Κόσμος θεωρεί. Είναι αποδοχή του πόνου, του προσωπικού, και ανακούφιση του πόνου του αδελφού μας του ελαχίστου, όπως ο Κυρηναίος, που σήκωσε τον σταυρό του Κυρίου. Η άρνηση του σταυρού, η άρνηση δηλαδή του πόνου, μας οδηγεί στην ανία, την οποία αυτές τις ημέρες αποδιώκουμε με εντονότερους «εξορκισμούς».

Βέβαια υπάρχει και η κυνική υλιστική θεώρηση του βίου: «Φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Δικαιώνεται όμως έτσι η ιστορία του ανθρώπου. Κι όλοι αυτοί οι ελάχιστοι αδελφοί μας που πέθαναν νηστικοί και διψασμένοι, γυμνοί και ξένοι ή αδίκως καταδικασμένοι από την ανθρώπινη δικαιοσύνη πότε και από ποιόν θα δικαιωθούν; Η μέλλουσα κρίση είναι αίτημα δικαιοσύνης.

 

                                                             «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 20-02-2012

Ποιος κατέστρεψε την Αθήνα; Ποιοί κλαψουρίζουν;

Ποιος κατέστρεψε την Αθήνα;  Ποιοί είναι αυτοί που κλαψουρίζουν;

 

Του Γιώργου Σαρρή


 

Η Αθήνα καταστράφηκε από την αντιπαροχή του εθνάρχη Καραμανλή λόγω του κομμουνιστικού κινδύνου στην επαρχία!

Όλοι είδαμε την Κυριακή τις συμμορίες των κουκουλοφόρων να καίνε με σχέδιο ό,τι μπορούν, παλεύοντας απεγνωσμένα να κρύψουν την τεράστια διαδήλωση που σόκαρε ΕΕ και ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα εξουσίας. Δε μιλάω βέβαια για τους απλούς διαδηλωτές που εξαγριωμένοι από τον ψεκασμό και το απρόκλητο κυνηγητό από τα ΜΑΤ αμύνθηκαν με όποιο τρόπο είχαν εκείνη τη στιγμή. Όποιος δεν είδε το βίντεο με τις μηχανές των ΔΙΑΣ να πέφτουν πάνω σε κόσμο και μετά να σκορπίζουν τον τρόμο με δακρυγόνα και κρότου λάμψης, ας του ρίξει μια ματιά και θα καταλάβει.

Αυτοί όμως που αμύνθηκαν, δεν κουβάλαγαν μαζί τους πετρέλαιο ούτε είχαν στο μυαλό τους να κάψουν νεοκλασικά κτίρια. Κανένας δεν καίει το ίδιο του το σπίτι για να εκδικηθεί άλλους. Ας μην τρελαθούμε, απλά είναι τα πράγματα.

Αυτοί όμως που κλαψουρίζουν επισήμως εδώ και δυό μέρες για τις «ομορφιές της Αθήνας» που χάθηκαν, ας σκεφτούν λίγο κι ας βγάλουν τη μάσκα. Όσο για τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν έναντι αντιπαροχής στο παιχνίδι τι να πώ… κρίμα.

Ποιος κατέστρεψε την εικόνα της νεοκλασσικής Αθήνας, πότε και γιατί;

Η Αθήνα καταστράφηκε ουσιαστικά όταν ή χωρίς όρια εφαρμογή της αντιπαροχής ξέφυγε εντελώς μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘50. Ποιος ήταν ο υπεύθυνος της Αντιπαροχής; Ο εθνάρχης Κων. Καραμανλής κι αυτό είναι γνωστό. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ο πραγματικός λόγος. Κι αυτός ήταν η προσπάθεια να αδειάσει η επαρχία για το φόβο νέου ξεσηκωμού αφού το 2ο αντάρτικο και ο εμφύλιος ήταν μόλις λίγα χρόνια πίσω.

Όχι κύριοι, η αιτία δεν ήταν η επίλυση της εκρηκτικής αύξησης του πληθυσμού στην Αθήνα λόγω των καταστροφών του εμφυλίου και του πολέμου. Αν ήταν έτσι θα είχαν προχωρήσει σε ανασυγκρότηση των επαρχιακών πόλεων με σχέδιο ανθρώπινο όπως έγινε και αλλού. Αντί γι αυτό όμως «άφησαν» τον πληθυσμό στην Αθήνα να αυξηθεί κατά 200% μέσα σε 20 χρόνια και μάλιστα αφήνοντας τους κατασκευαστές και τους δικούς τους να καταστρέψουν την Αθήνα για να κερδοσκοπήσουν, παίρνοντας κι αυτοί βέβαια το κάτι τίς τους. Τα όρια της Αθήνας δεν ήταν και δεν είναι βέβαια τέτοια που να δεχτούν 5εκ. κόσμο.

Τότε λοιπόν από τη δεκαετία του ‘50 και μετά κατεδαφίστηκε άγρια το μεγαλύτερο μέρος των υπέροχων νεοκλασσικών ή εν πάσει περιπτώσει δεν ανακατασκευάστηκε μετά τις καταστροφές όπως έγινε σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Για ποιο λόγο ας πούμε τα κτίρια γύρω από το Σύνταγμα δεν ανακατασκευάστηκαν κατά τα πρότυπα Τσίλερ; Τόσα λεφτά έγιναν χαρτοπόλεμος, αυτό δεν άξιζε τον κόπο;

 Φυσικά για τους ίδιους λόγους δεν πάρθηκαν ποτέ μέτρα για την ανάπτυξη της Ελλ. επαρχίας και την άφησαν να μαραζώσει γιατί κατά τη γνώμη τους βρώμαγε ακόμα μπαρούτι.

Αλλά ακόμη και οι πολυκατοικίες που χτίστηκαν θα μπορούσαν φυσικά να είναι αλλιώς. Υπάρχουν και αλλού πολυκατοικίες και δεν είναι στο χάλι των δικών μας. Υπάρχουν και στην Αθήνα ακόμη κάποιες λίγες. Αντί όμως να ακολουθηθεί η γραμμή των πολυκατοικιών Μπαουχάους ή άλλων που είχαν μια ανθρώπινη αισθητική(τέτοιες είχαν αρχίσει να χτίζονται από το ‘30 και στην Αθήνα, π.χ. Μπλέ Πολυκατοικία στα Εξάρχεια κ.α.)) άφησαν με τις λαμογιές και τις γνωστές συνδιαλλαγές που σφράγισαν τόσα χρόνια την αηδιαστική συμπεριφορά των 2 αστικών πολιτικών δυνάμεων(ΕΡΕ, ΕΚ που έγιναν μετά ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) να καταστραφεί πραγματικά η Αθήνα χωρίς να χύνουν τόσα χρόνια ούτε ένα δάκρυ.

Ίσα ίσα το έκαναν «σώζοντας» και τότε την Ελλάδα από το «πρόβλημα της αστυφιλίας» και στο βάθος από τον κίνδυνο του κομμουνισμού, καταστρέφοντας και την αισθητική, και την ανθρωπιά των πόλεων και την οικονομία!

Ας μην παριστάνουν λοιπόν τις θλιμμένες χήρες οι διάφοροι κλαίοντες στα κανάλια και στα πεζοδρόμια με κεράκια. Ας πάνε λίγο πίσω, ας ρίξουν μια ματιά στην ιστορία και σε φωτογραφίες και θα δούν πότε. Ποιός και πως κατέστρεψε την μια φορά κι ένα καιρό όμορφη Αθήνα. Ήταν αυτοί οι ίδιοι και μάλιστα το έκαναν ανοίγοντας σαμπάνιες και χωρίς κουκούλες.

 Όπως και να έχει πάντως, δυστυχώς θα είμασταν πολύ ευτυχισμένοι αν το πρόβλημα μας ήταν κυρίως αυτό. Η πραγματική καταστροφή έχει αρχίσει να πατάει επικίνδυνο γκάζι. Η ΕΕ και η τρόικα με την ανοιχτή συνεργασία των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και της ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης προχωράει σε προδοσία και ξεπούλημα της χώρας, σε προδοσία του λαού και άγριο κυνηγητό της εργασίας.

Και για να το πετύχει ετοιμάζεται άμεσα για παραπάνω απίστευτη εκτροπή της δημοκρατίας και σοβαρή πολιτική ανωμαλία. Ο λαός πρέπει να αμυνθεί οργανωμένα και με κάθε τρόπο.

 

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012, http://giorgossarris.blogspot.com/2012/02/blog-post_15.html

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ; ΙΙ

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ;

Δεν είναι απίθανο να οδηγείται «διατεταγμένα», υποθηκευμένη πια η Ελλάδα, μετά τη διεθνή τρομοκρατία και τη συνθηκολόγηση κάποιων κομμάτων, στη λεηλασία του δημοσίου και του ιδιωτικού πλούτου της – ερήμην των Πολιτών της δε, στη χρεοκοπία και στη δραχμή – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω βαθύτερα αίτια της κρίσης της Ευρωζώνης, πολύ φοβόμαστε ότι, η Ελλάδα οδηγείται δυστυχώς στα ίχνη της Αργεντινής – αφού οι ομοιότητες με εκείνη την εποχή είναι κάτι παραπάνω από μεγάλες. 

Ειδικότερα, τον Αύγουστο του 2001 η Αργεντινή απευθύνθηκε για μία ακόμη φορά στο ΔΝΤ, ζητώντας ένα καινούργιο δάνειο – με στόχο να αποφύγει τη χρεοκοπία. Η κυβέρνηση της ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί ακόμη πιο πολλές παραχωρήσεις, αναλαμβάνοντας νέες υποχρεώσεις – παρά το ότι γνώριζε ότι, υποσχόταν συνεχώς πολύ περισσότερα, από όσα μπορούσε να επιτύχει. Η χώρα δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από την έντονη ύφεση, ούτε να ανακτήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητα της, με αποτέλεσμα να αυξάνεται διαρκώς η σχέση του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ της.

Οι πιστωτές της Αργεντινής, υπό την «αιγίδα» του ΔΝΤ, κατηγορούσαν την κυβέρνηση της για επαναλαμβανόμενες πολιτικές καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μέτρων που είχαν συμφωνηθεί. Αντίθετα, η πολιτική ηγεσία της χώρας ισχυριζόταν ότι η λιτότητα, την οποία είχαν επιβάλλει οι δανειστές, οδηγούσε στην καταστροφή – αντί να της εξασφαλίσει εκείνη τη χρηματοδότηση, η οποία θα ήταν απαραίτητη για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην οικονομία της, έτσι ώστε να ενισχυθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις και να επανέλθει η ανάπτυξη.

Δυστυχώς, κανένα από τα δύο μέτωπα δεν κατανοούσε το αυτονόητο: το ότι δηλαδή τα μέσα που είχε η χώρα στη διάθεση της ήταν ελάχιστα, για να μπορέσει να καταπολεμήσει με επιτυχία τη διπλή κρίση δημοσίου χρέους και ύφεσης της οικονομίας της.

Με την πάροδο του χρόνου και κάτω από το βάρος των συνεχών περικοπών στα εισοδήματα τους, οι Πολίτες της Αργεντινής αντιμετώπιζαν πλέον τόσο την κυβέρνηση τους, όσο και τους δανειστές, με τον ίδιο τρόπο. Έχασαν πλέον την εμπιστοσύνη τους και στους δύο αφού έβλεπαν ότι, παρά τις συνεχείς παραχωρήσεις εκ μέρους τους, οι οποίες είχαν οδηγήσει σε ραγδαία πτώση τα εισοδήματα τους, τόσο οι οικονομικοί δείκτες, όσο και οι μελλοντικές προοπτικές συνέχιζαν να επιδεινώνονται.

Παράλληλα οι γειτονικές χώρες, ιδίως αυτές που συμμετείχαν στην οικονομική και πολιτική ζώνη Mercosur μαζί με την Αργεντινή, άρχισαν να φοβούνται τη «μετάσταση» της κρίσης στα δικά τους κράτη. Με στόχο λοιπόν να αποφύγουν τη δική τους στοχοποίηση εκ μέρους των αγορών, πίεζαν την Αργεντινή να τα καταφέρει – λαμβάνοντας ταυτόχρονα τα μέτρα τους και απομονώνοντας την, για την περίπτωση που θα αποτύγχανε. Φυσικά η στάση τους αυτή επιδείνωνε ακόμη περισσότερο τα προβλήματα της Αργεντινής.

Αφού λοιπόν το Κοινοβούλιο της χώρας είχε ψηφίσει ένα νέο πακέτο μέτρων λιτότητας, το ΔΝΤ ενέκρινε μία ακόμη δόση. Ήταν όμως πολύ αργά πια για να ανακτηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη – με αποτέλεσμα να μειώνονται συνεχώς οι καταθέσεις στις τράπεζες, καθώς επίσης να εντείνεται η φυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό. Φυσικά η κυβέρνηση δεν κατάφερε ούτε αυτή τη φορά να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει – ενώ οι πολιτικές (λαϊκές) πιέσεις αυξάνονταν, έως το σημείο χωρίς επιστροφή.

Το Δεκέμβριο του 2001 η Αργεντινή ανακοίνωσε ότι αδυνατούσε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της, έκλεισε για κάποιο διάστημα τις τράπεζες της και βίωσε την μητέρα όλων των κρίσεων – την ολοκληρωτική κατάρρευση του οικονομικού της συστήματος. Η χώρα υποχρεώθηκε σε μία άτακτη χρεοκοπία, καθώς επίσης σε μία χαοτική, απρογραμμάτιστη μετάβαση σε ένα νέο νόμισμα – με διασυνοριακούς ελέγχους κεφαλαίων, με καταστροφικές υποτιμήσεις κλπ. (άρθρο μας).  

Ολοκληρώνοντας, εάν συγκρίνει κανείς τα παραπάνω με την Ελλάδα στη θέση της Αργεντινής και την Ευρωζώνη στη θέση της Mercosur, θα οδηγηθεί σε δυσοίωνα συμπεράσματα. Παρά το ότι η Ελλάδα είναι μία πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη χώρα, ενώ η Ευρωζώνη μία πολύ ισχυρότερη ένωση, οι ομοιότητες παραμένουν αρκετά μεγάλες – πόσο μάλλον όταν πολλές χώρες μαζί της Ευρωζώνης φαίνεται να αντιμετωπίζουν αντίστοιχα μεγάλα προβλήματα, ενώ το ευρώ είναι στο στόχο τόσο των αγορών, όσο και των Η.Π.Α.  

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Όπως έχουμε διαπιστώσει, τόσο η ίδια η Ευρωζώνη, όσο η Δύση και η Ελλάδα, πλήττονται από πολλές διαφορετικές κρίσεις – κάποιες από τις οποίες ευρίσκονται στην επιφάνεια και είναι εύκολο να επιλυθούν, ενώ κάποιες άλλες έχουν πολύ βαθύτερα αίτια, όντας αρκετά δυσκολότερες στην καταπολέμηση τους.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε σκόπιμη την παράθεση ορισμένων απλών ερωτημάτων, με τις ανάλογες, «ουδέτερες» εκ μέρους μας απαντήσεις τους, έτσι ώστε να συμμετέχουμε όσο μπορούμε στην αντιμετώπιση του σημαντικότερου όλων των προβλημάτων: της έλλειψης σαφήνειας και εμπιστοσύνης, στην αποκατάσταση των οποίων συμβάλλει η αναλυτική ενημέρωση.

(α)  Μετά την ψήφιση της συμφωνίας της 12ης Φεβρουαρίου, η οποία απαιτεί νέα προγράμματα λιτότητας, έχει διασωθεί πλέον η Ελλάδα; 

Κατά τη συνάντηση των υπουργών οικονομικών τη Δευτέρα, θα αποφασισθεί η νέα χρηματοδότηση της Ελλάδας, ύψους 130 ή 145 δις € – η οποία όμως θα τεθεί σε ισχύ, μετά τη διαγραφή χρέους 100 δις € (PSI), εκ μέρους των ιδιωτών πιστωτών. Τα χρήματα αυτά μάλλον δεν θα οδηγηθούν στην Ελλάδα, αλλά θα τοποθετηθούν σε ένα ειδικό ταμείο στο εξωτερικό, από το οποίο θα πληρώνονται οι διεθνείς πιστωτές – επειδή προφανώς κανένας δεν εμπιστεύεται τη δημόσια διοίκηση της χώρας.

Πιθανότατα θα συμμετέχει και η ΕΚΤ, η οποία θα διαγράψει το κέρδος της από την αγορά ελληνικών ομολόγων (υπολογίζεται μεταξύ 10-15 δις €), έτσι ώστε να μειωθεί το δημόσιο χρέος της Ελλάδας στο 120% του ΑΕΠ της το 2020 (όσο περίπου ήταν το 2008!) – αν και το ΔΝΤ το προβλέπει στο 128% του ΑΕΠ, ενώ θέλει να περιορίσει τη συμμετοχή του στα 10-13 δις €.  

Ακόμη όμως και να συμβούν όλα αυτά, τόσο η διάρκεια, όσο και το βάθος της ύφεσης, του στασιμοπληθωρισμού ουσιαστικά, δεν εγγυώνται σε καμία περίπτωση ότι, η Ελλάδα θα καταφέρει να περιορίσει το δημόσιο χρέος της στο 120% – γεγονός με το οποίο μάλλον συμφωνεί και το ΔΝΤ, το οποίο τοποθετεί νέα εμπόδια (έντονα αρνητική αξιολόγηση της εφαρμογής των μέτρων κλπ.). Φυσικά, ακόμη και αν περιοριζόταν το χρέος στο 120% του ΑΕΠ, δεν θα ήταν βιώσιμο χωρίς επιτόκια χαμηλότερα του ρυθμού ανάπτυξης – ενώ πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο ένα χρέος, το οποίο υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ.    

Εκτός αυτού θα πρέπει να συμφωνήσουν οι ιδιώτες πιστωτές με τη διαγραφή των 100 δις € – γεγονός που δεν είναι καθόλου σίγουρο. Περαιτέρω, η συμφωνία θα πρέπει να ψηφισθεί από τα Κοινοβούλια των υπολοίπων χωρών – με το γερμανικό να συνεδριάζει επ’ αυτού στις 27 Φεβρουαρίου. Τέλος, όσο αργεί η έξοδος της Ελλάδας από την ύφεση (-6,7% το τέταρτο τρίμηνο του 2011), τόσο πιο δύσκολη θα γίνεται η αντιμετώπιση των προβλημάτων της – ειδικά επειδή λόγω του στασιμοπληθωρισμού τα έσοδα του δημοσίου καταρρέουν, η ανεργία αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες (επιδόματα κλπ.), ενώ χωρίς ανάπτυξη είναι αδύνατον να υπάρξει μέλλον.        

(β)  Θα ήταν ίσως καλύτερη η μονομερής έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, με την υιοθέτηση ενός εθνικού νομίσματος;

Η δραχμή θα υποτιμούταν αμέσως έναντι του ευρώ, τουλάχιστον κατά 50% (αν και στην Τουρκία έφτασε στο 90% – άρθρο μας). Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά προϊόντα θα γινόταν φθηνότερα, όπως επίσης οι διακοπές στην Ελλάδα – χωρίς να απαιτηθούν μειώσεις των ονομαστικών αμοιβών, επειδή θα περιορίζονταν λόγω πληθωρισμού οι πραγματικοί μισθοί.

Η έλλειψη όμως συναλλάγματος, οι αυξημένες τιμές των εισαγομένων εμπορευμάτων (πετρέλαιο κλπ.), καθώς επίσης πολλά άλλα «παρεπόμενα», θα οδηγούσαν σε τρομακτικές καταστάσεις – επί πλέον επειδή δεν θα μπορούσε πια η χώρα να μετατρέψει το δημόσιο χρέος της σε δραχμές, ιδίως μετά την πρόσφατη ψηφοφορία της Βουλής. Το ιδιωτικό χρέος τώρα, επίσης σε ευρώ, θα οδηγούσε πολλές τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά στη στάση πληρωμών – γεγονός που σημαίνει ότι, σε τελική ανάλυση, η έξοδος από το Ευρώ θα συνοδευόταν από μία «άτακτη» χρεοκοπία, η οποία θα κατάστρεφε ολόκληρη τη χώρα.   

(γ)  Θα μπορούσε η Ευρωζώνη να υποχρεώσει την Ελλάδα να εγκαταλείψει το Ευρώ – άρα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού έτσι υπαγορεύουν οι συνθήκες;

Με τη χρήση νομικών μέσων δεν είναι δυνατόν να υποχρεωθεί καμία χώρα να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη – ακόμη και αν το επιθυμούν όλες οι άλλες μαζί. Υπάρχουν όμως ειδικές «μεθοδεύσεις», όπως για παράδειγμα η υποχρέωση της Ελλάδας να εφοδιάζεται με χρήματα από την ΕΚΤ. Εάν λοιπόν η ΕΚΤ σταματούσε να της παρέχει ρευστότητα, τότε τα χρήματα της χώρας θα τελείωναν – οπότε θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει μόνη της την Ευρωζώνη, υιοθετώντας τη δραχμή.

Εν τούτοις, αφενός μεν θα ήταν «παράνομη» μία τέτοια πρωτοβουλία της ΕΚΤ, αφετέρου θα μπορούσε πιθανότατα η Ελλάδα να εκδώσει ένα παράλληλο νόμισμα – ενδεχομένως για τις συναλλαγές του δημοσίου με τους ιδιώτες. Επομένως, είναι μάλλον αδύνατος ο εκβιασμός της να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη.

(δ)  Γιατί παραπονιέται και τι θα κόστιζε στη Γερμανία η εθελούσια (προδοτική προφανώς, εκ μέρους κάποιας «δοτής» κυβέρνησης) έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη;

Κατ’ αρχήν είμαστε σίγουροι ότι, η Γερμανία δεν θέλει την Ελλάδα στην Ευρώπη – αφενός μεν λόγω των πολεμικών επανορθώσεων που της οφείλει (είναι η μοναδική χώρα, η οποία δεν έχει εξοφληθεί, επειδή καμία Ελληνική κυβέρνηση δεν το απαίτησε), αφετέρου λόγω της Δημοκρατικής «ιδιοσυγκρασίας» της και της «επαναστατικότητας» της – γεγονότα που θα μπορούσαν να υποκινήσουν τόσο τις υπόλοιπες χώρες εναντίον της Γερμανίας, όσο και τους ίδιους τους Γερμανούς Πολίτες εναντίον της πρωσικής κυβέρνησης τους (απαίτηση για Δημοκρατία, για μείωση του αστυνομικού κράτους κοκ.). 

Συνεχίζοντας, η Γερμανία έχει δανείσει μέχρι σήμερα στην Ελλάδα 14,7 δις € (μέσω της Kfw, αφού δεν μπορεί σαν κράτος), με ένα τοκογλυφικό επιτόκιο της τάξης του 5%. Η ΕΚΤ έχει αγοράσει ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου αξίας 47 δις €, ενώ έχει δανείσει στις ελληνικές τράπεζες περί τα 80 δις € – γεγονός που σημαίνει ότι, στην  κεντρική τράπεζα της Γερμανίας αντιστοιχεί περίπου το 30% αυτού του ποσού (περί τα 38 δις €).

Οι κρατικές τράπεζες της Γερμανίας, όπως για παράδειγμα η HRE, έχουν Ελληνικά ομόλογα, αξίας 8,3 δις € στα βιβλία τους. Συνολικά λοιπόν η Γερμανία είναι εκτεθειμένη με 61 δις €, τα οποία θα έχανε εάν η Ελλάδα χρεοκοπούσε – επί πλέον, αυτά που έχουν δανείσει οι ιδιωτικές τράπεζες και οι επιχειρήσεις της στην Ελλάδα. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι η ΕΚΤ οφείλει στην Bundesbank περίπου 500 δις € (από το σύστημα Target II), εκ των οποίων τα 101 δις € της οφείλονται από την Τράπεζα της Ελλάδας – ενώ τα υπόλοιπα από τις χώρες του νότου. 

Το βασικό πρόβλημα όμως της Γερμανίας δεν είναι τόσο αυτό το ποσόν, όσο το ενδεχόμενο να συμπαρασύρει η Ελλάδα τις υπόλοιπες υπερχρεωμένες χώρες – ειδικά την Ισπανία και την Ιταλία. Κάτι τέτοιο θα της δημιουργούσε τεράστια προβλήματα – πιθανότατα δε πολύ δύσκολα στην επίλυση τους, αφού η Ευρωζώνη είναι έτσι κατασκευασμένη, ώστε να πληρώνει αυτός που στο τέλος έχει χρήματα (άρθρο μας).     

(ε)  Ποιες είναι οι επόμενες εξελίξεις και κατά πόσον είναι υπέρ (ή κατά) της Ελλάδας η πάροδος του χρόνου; Μήπως οι συνεχείς αναβολές και οι «παλινδρομήσεις» της Γερμανίας είναι ένα «παιχνίδι καθυστερήσεων»;  

Εάν όλα λειτουργήσουν όπως έχει προγραμματισθεί, η Ελλάδα θα λάβει εντός των επομένων εβδομάδων την πρώτη δόση από το νέο πακέτο στήριξης – κάτι που θεωρείται απαραίτητο να συμβεί πριν από τις 20 Μαρτίου, όπου λήγει το ομόλογο των 14,5 δις €. Μέχρι τότε, η Ελλάδα δεν μπορεί να χρεοκοπήσει – εκτός απροόπτου φυσικά, όπως μίας πιθανής επίθεσης εναντίον των τραπεζών της (Bankrun). Οι υπόλοιπες δόσεις θα κριθούν από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα – οι οποίες πιθανότατα δεν θα έχουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, κρίνοντας από την εμπειρία της Αργεντινής.

Εν τούτοις, ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της Ελλάδας, επειδή την επόμενη εβδομάδα η Ευρωζώνη θα επεκτείνει την προστατευτική ομπρέλα για τις υπόλοιπες χώρες. Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης θα ενισχυθεί με νέα κεφάλαια, το ΔΝΤ επίσης, ενώ η ΕΚΤ προγραμματίζει μία ακόμη μεγάλη αύξηση της ρευστότητας των τραπεζών.

Επομένως, οι πιθανότητες «μετάστασης» της κρίσης στις άλλες προβληματικές οικονομίες (Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία κλπ.) περιορίζονται διαρκώς – με αποτέλεσμα οι Ευρωπαίοι πολιτικοί, πιεζόμενοι από τους ψηφοφόρους τους, να είναι πολύ λιγότερο πρόθυμοι να βοηθήσουν περαιτέρω την Ελλάδα. Πιθανότατα τότε να δρομολογήσουν οι Ευρωπαίοι την έξοδο της Ελλάδας από το Ευρώ, «προικίζοντας» την με μία γενναιόδορη διαγραφή χρεών – έτσι ώστε να το αποδεχθεί με τη θέληση της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές ο Ισολογισμός της Ελλάδας, όπου στη μία πλευρά του (Παθητικό) είναι το δημόσιο χρέος, ενώ στην άλλη (Ενεργητικό) η τεράστια ακίνητη περιουσία του δημοσίου, οι κρατικές επιχειρήσεις, ο υπόγειος πλούτος και οι γερμανικές επανορθώσεις (άρθρο μας), είναι πολύ περισσότερο «πλεονασματικός», από όλες τις άλλες χώρες – αρκεί φυσικά να υπάρξει μία υπερήφανη πολιτική ηγεσία, η οποία να έχει την ικανότητα/επάρκεια να τον απεικονίσει σωστά, διαπραγματευόμενη ορθολογικά με τους δανειστές μας.

Από την άλλη πλευρά, έχοντας ένα από τα μικρότερα συνολικά χρέη (δημόσιο και ιδιωτικό) στην Ευρωζώνη, είμαστε σε θέση να ανταπεξέλθουμε με όλες τις υποχρεώσεις μας – αφού το δημόσιο χρέος, αντίθετα με το ιδιωτικό, είναι πολύ εύκολα διαχειρίσιμο, όπως έχουμε συχνά τεκμηριώσει. Η λύση μας είναι προφανώς η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δημοσίων χρεών μας, με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, σε συνδυασμό με ένα σχέδιο ανάπτυξης της οικονομίας μας (Marshall plan) – έτσι ώστε να κατανεμηθεί σωστά το συνολικό χρέος της Ελλάδας, μεταξύ του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (άρθρο μας), καθώς επίσης να υπάρξει «κάθαρση» της όποιας διεφθαρμένης κομματικοκρατίας.

Στα πλαίσια αυτά, οφείλουμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους Έλληνες, στην Κοινή, Διακομματική Βούληση, στη Δημοκρατία και στους Ευρωπαίους Πολίτες, οι οποίοι διαδηλώνουν και εξεγείρονται υπέρ της Ελλάδας – καμία εμπιστοσύνη όμως στην κομματική ιδιοτέλεια, στη Βούληση της ελίτ, στον Εθνικοσοσιαλισμό, στο μερκαντιλισμό και στις κυβερνήσεις των τραπεζών. Η Κοινή Βούληση λέει όχι στη δραχμή (κατά 75%), όχι στα υφεσιακά μνημόνια, όχι στην υποτέλεια, όχι στη λεηλασία και όχι στην υποδούλωση, με αντάλλαγμα την επιβίωση. Είμαστε υποχρεωμένοι λοιπόν να τη σεβαστούμε – πριν από όλους φυσικά πρέπει να τη σεβαστεί η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και της Ευρώπης. 

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 19. Φεβρουαρίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία, τα οποία διατίθενται online από το  eshop της ONEeditions.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2532.aspx

Crimen majestatis…έγκλημα κατά της μεγαλειότητας

Crimen majestatis…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Crimen majastatis, σημαίνει «έγκλημα κατά της μεγαλειότητας». Και περί ποιας μεγαλειότητας ο λόγος;

Πρόκειται για την μεγαλειότητα του Νέρωνα και του Καλιγούλα και όλων των άλλων ανθρωποειδών της ίδιας συνομοταξίας. Οι οποίοι, σύμφωνα με το «Ρωμαϊκόν Άδικον» («Δίκαιον» το λένε οι νομικοί) ήταν, σιγουρότατα, θεοί…

Και όποιος δεν τους προσκυνούσε, ως θεούς, και δεν τους πρόσφερε την αντίστοιχη λατρεία διέπραττε το προαναφερόμενο έγκλημα. Που συνεπαγόταν ακόμη και την ποινή του θανάτου. Με αποτέλεσμα να το πληρώσουν με τη ζωή τους εκατομμύρια χριστιανών.

Όμως έγκλημα κατά της μεγαλειότητας θα επικαλεστεί και ο Χριστός για όσους από μας, στη δευτέρα παρουσία του, θα μας εξαποστείλει στην αιώνια κόλαση:

«Πείνασα – θα μας πει – και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω. Ήμουνα ξένος και μετανάστης και με είχατε στοιβαγμένο μέσα σε άθλια γκέτο. Ήμουνα άρρωστος και στη φυλακή. Και, εξαιτίας της απανθρωπιάς σας, με εγκαταλείψατε να αργοπεθαίνω»!…

Αλλά στη δεύτερή του παρουσία ο Χριστός δεν θα έλθει σαν ένας κοινός θνητός, όπως στην πρώτη. Θα εμφανιστεί με όλη τη θεϊκή του λαμπρότητα.

Κι εμείς αλλοπρόσαλλοι, όπως είμαστε, θα του πούμε:

Μα τι λέτε, Μεγαλειότατε! Θα σας βλέπαμε εμείς μέσα σ’ αυτό το αστραφτερό μεγαλείο και δεν θα σας δίναμε να φάτε και να πιείτε; Και δεν θα σας προσφέραμε φιλοξενία; Και δεν θα σας πηγαίναμε στους καλύτερους γιατρούς του κόσμου, αν είχατε αρρωστήσει; Ή μήπως θα τολμούσαμε να σας πετάξουμε στη φυλακή;

Εμείς θα πέφταμε μπρούμυτα να σας προσκυνάμε! Και θα γλύφαμε ακόμη και το χώμα μπροστά στα πόδια σας!…

Εμείς είχαμε τόσους και τόσους διαπρεπείς εκπροσώπους της βαριάς βιομηχανίας της αδικίας, της ληστείας και της απάτης. Νόμιμης και παράνομης. Που άρπαζαν όποτε ήθελαν, όσα ήθελαν. Και τους είχαμε στο απυρόβλητο και στην ασυλία. Κι όχι μόνο δεν τους καταδικάζαμε, αλλά και τους χειροκροτούσαμε και τους ζητωκραυγάζαμε. Και καμαρώναμε να τους έχουμε κυβερνήτες μας.

Το μόνο, που τους ζητούσαμε ήταν να αλλάζουν πού και πού τα τέραταπου μας κυβερνούσαν. Να πηγαίνουν, για παράδειγμα, απ’ τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. Και τανάπαλιν….

Γιατί είχαμε πολύ λεπτά γούστα. Και πλήτταμε απ’ τη ρουτίνα και τη μονοτονία. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, το μεγαλείο τους μας μάγευε. Και μας γοήτευε το γεγονός ότι τα τέρατα αυτά προέρχονταν από ηγεμονικούς οίκους και μεγάλα τζάκια! Χώμα γινόμασταν να μας πατάνε. Κι όταν ακόμη μας έγδερναν και ξεπουλούσαν την πατρίδα μας!….

Και πώς είναι δυνατόν τώρα σεις, Μεγαλειότατε, να μας εξαποστέλλετε στην αιώνια κόλαση! Εμάς που τόσο λατρέψαμε και προσκυνήσαμε τα μεγαλεία, σε όλη τη μεγαλοπρέπεια της διαφθοράς τους! Μπορεί, εσείς, που φαίνεστε τόσο καλός, να είστε τόσο σκληρός και απάνθρωπος!

Κι εκείνος θα μας αποκριθεί:

Η κόλαση δεν είναι δικό μου, αλλά δικό σας δημιούργημα. Εσείς τη χτίσατε και τη συντηρήσατε. Με τους ηγεμονικούς σας οίκους και τα τζάκια, των διεφθαρμένων και λήσταρχων εκλεκτών σας. Που καταδίκαζαν τους συνανθρώπους σας, χωρίς οίκτο και έλεος, σε βίαιο ή και αργό θάνατο με την κακουργονομία τους! Που, μάλιστα, χωρίς ντροπή και χωρίς φιλότιμο, την χαρακτήριζαν και ως «ευνομία». Και στο όνομα αυτής της κακουργούσας «ευνομίας» αποδιδόταν και η, λεγόμενη, «Δικαιοσύνη» τους!…

Κι εμείς αθεράπευτα υποκριτές θα του πούμε:

– Μα Μεγαλειότατε, αυτοί που πέθαιναν απ’ την ανέχεια ήταν τεμπέληδες και ανεπρόκοποι και τιποτένιοι, «άχθος αρούρης»! Όπως έλεγαν τ’ αφεντικά μας οι Γερμαναράδες, κλπ, αλλά και κάποια δικά μας πολιτικά παχύδερμα…

Κι αυτοί, που σάπιζαν στις φυλακές, ήταν «κακοποιοί». Και κάποιοι μάλιστα, ανάμεσά τους, ήταν και τρομοκράτες, όπως τους αποκαλούσαν οι τρομοκράτες πολιτικοί μας και τα τρομοκρατικά ΜΜΕ. Γιατί, λέει, έθεταν σε κίνδυνο την καθωσπρέπει κοινωνία μας. Που εκείνοι προσπαθούσαν να σώσουν!…

Αλλά εσείς δεν είστε σαν αυτούς. Δεν σας είδαμε ποτέ ανάμεσά τους! Κι εκείνος αδυσώπητος και άτεγκτος θα μας αποκριθεί:

– Κι όμως κάματε λάθος. Καθένας απ’ αυτούς τους τιποτένιους και κακοποιούς, ήταν και ένας αδελφός μου…. Ή μήπως κι εγώ δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς; Άλλωστε, γιατί με σταυρώσατε!  ….Εσείς και οι καθωσπρέπει αρχιτρομοκράτες και κακούργοι κυβερνήτες σας….


παπα-Ηλίας, Φεβρουαρίου 18, 2012, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/02/18/crimen-majestatis/ 

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ; Ι

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ;

Δεν είναι απίθανο να οδηγείται «διατεταγμένα», υποθηκευμένη πια η Ελλάδα, μετά τη διεθνή τρομοκρατία και τη συνθηκολόγηση κάποιων κομμάτων, στη λεηλασία του δημοσίου και του ιδιωτικού πλούτου της – ερήμην των Πολιτών της δε, στη χρεοκοπία και στη δραχμή – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Κοινοβουλευτική δικτατορία θεωρείται εκείνο το πολίτευμα στο οποίο, τόσο η κυβέρνηση, όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση, η συντριπτική πλειοψηφία της Βουλής δηλαδή, συνεργάζονται μεταξύ τους, συναποφασίζουν και ψηφίζουν μαζί νόμους, ενάντια στην κοινή Βούληση”.  

 

Η Ιστορία συνήθως επαναλαμβάνεται – όχι φυσικά γραμμικά, αλλά ούτε και με την ίδια μορφή. Στα πλαίσια αυτά, η Ελλάδα είναι ξανά αντιμέτωπη με τη Γερμανία – ενώ η κυρία Merkelφαίνεται πως εγκυμονεί το νέο Hitler, εφαρμόζοντας τις μεθόδους του 3ου Ράιχ”, κατά τις κατηγορίες του πρίγκιπα του Λιχτενστάιν (άρθρο).

Τα «μέσα» δε που έχει σήμερα στη διάθεση της, στη θέση των παλαιοτέρων (SS, Gestapo κλπ.), δεν είναι άλλα από την πανίσχυρη οικονομική της αστυνομία (ΣΔΟΕ), καθώς επίσης την ομοσπονδιακή μυστική υπηρεσία (άρθρο) –«όπλα» με τα οποία επεκτείνεται στο εξωτερικό, εγκαθιστώντας κάποιες βασικές δομές τους στις χώρες που καταλαμβάνει”.

 

Ανάλυση

Προφανώς διακρίνουμε σε όλα τα παραπάνω μία σχετικά μεγάλη υπερβολή, καθώς επίσης τη γνωστή «προκατάληψη» εναντίον της Γερμανίας – σαν αποτέλεσμα των ναζιστικών εγκλημάτων του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Επομένως, είναι καλύτερα να αποφεύγει κανείς τέτοιες αναφορές, παραμένοντας ψύχραιμος στην ανάλυση των γεγονότων.

 

Εν τούτοις θεωρούμε ότι, δεν είναι απίθανο να οδηγείται «διατεταγμένα», υποθηκευμένη πλέον η Ελλάδα, μετά την ενδεχόμενη προδοσία, τη διεθνή τρομοκρατία και τη συνθηκολόγηση κάποιων κομμάτων, στη λεηλασία τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού πλούτου της – ερήμην των Πολιτών της δε στη χρεοκοπία και στη δραχμή, με πενιχρά ανταλλάγματα.  

 

Ανεξάρτητα από αυτές τις υποθέσεις μας, εξαιρώντας τις πέντε μεγάλες βόμβες στα θεμέλια της Ευρωζώνης, τις οποίες έχουμε περιγράψει στο παρελθόν (Ελλάδα-Ιρλανδία-Πορτογαλία-Βέλγιο, Ιταλία-Ισπανία-Γαλλία, Τραπεζικό Σύστημα, ΕΚΤ, Απομόχλευση), οφείλουμε να ασχοληθούμε με κάποια από τα βαθύτερα αίτια της κρίσης – έχοντας την άποψη ότι η Ελλάδα, ευρισκόμενη από το 2009 στο μάτι του κυκλώνα, χρησιμοποιείται τόσο από τη Γερμανία, όσο και από τις Η.Π.Α., σαν ασπίδα για την «απόκρυψη» των μεγάλων προβλημάτων τους, καθώς επίσης σαν πειραματόζωο της σχεδιαζόμενης «παγκόσμιας διακυβέρνησης» της ελίτ:

 

(α)  Κρίση εμπιστοσύνης   

 

Υποθέτουμε ότι είσαστε ο ιδιοκτήτης μίας εταιρείας, η οποία έχει μεγάλα οικονομικά προβλήματα και διορίσατε έναν διευθυντή. Ο κύριος αυτός τώρα, αντί να λύσει τα προβλήματα της επιχείρησης που του εμπιστευθήκατε ή, έστω, να την οδηγήσει έγκαιρα στο άρθρο 99 (προστασία απέναντι στους πιστωτές), αποφάσισε να μετατρέψει τα μη εγγυημένα δάνεια της σε ενυπόθηκα, στη βάση του αποικιοκρατικού αγγλικού δικαίου, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι είναι αδύνατον να τα αποπληρώσει εν μέσω ύφεσης και ανεργίας. Τι θα σκεφτόσαστε; Θα τον εμπιστευόσαστε αλήθεια; 

 

Από την άλλη πλευρά, εάν είσαστε ο βασικός πιστωτής της εταιρείας αυτής και βλέπατε ότι, ο διευθυντής της σας ζητάει και άλλα χρήματα, ενώ υπογράφει όλα όσα του ζητάτε, χωρίς καν να τα διαβάζει, να τα αναλύει ή να πιστεύει ότι μπορεί να ανταπεξέλθει με όλα όσα ανταλλάγματα απαιτείτε, πως θα αντιδρούσατε; Εάν παράλληλα με αυτόν υπέγραφε και ο υποδιευθυντής, θα τον εμπιστευόσαστε περισσότερο ή απλά θα ζητούσατε ακόμη πιο πολλές παραχωρήσεις, καθώς επίσης τις υπογραφές όλου του προσωπικού, αλλά και του ίδιου του ιδιοκτήτη, έτσι ώστε να αποφύγετε να δώσετε νέα δάνεια;

 

Τέλος εάν εσείς, ο δανειστής δηλαδή, υποψιαζόσαστε ότι, τόσο ο διευθυντής, όσο και ο υποδιευθυντής που σας ζητούν βοήθεια και νέα δάνεια, έχουν τοποθετηθεί μυστικά από την ανταγωνίστρια (στη δική σας) επιχείρηση, με στόχο να σας πάρει εκείνη την πελατεία και να σας οδηγήσει στη χρεοκοπία (ή στη διάλυση, όσον αφορά την Ευρωζώνη, με σκοπό φυσικά την ενδυνάμωση ή/και την απόλυτη κυριαρχία του δολαρίου), θα είσαστε αλήθεια πρόθυμος να τους βοηθήσετε, δανείζοντας τους; 

 

Ανεξάρτητα τώρα από τις παραπάνω υποθετικές ερωτήσεις εάν διαπιστώνατε ότι, όλοι ανεξαιρέτως οι Αμερικανοί οικονομολόγοι, καθώς επίσης τα περισσότερα αγγλοσαξονικά έντυπα, ήταν υπέρ της επιστροφής της χώρας σας στη δραχμή, θα συμπεράνατε ότι είναι για το καλό σας;

 

Εκτός αυτού, εάν παρατηρούσατε πως αρκετοί Ελληνοαμερικανοί οικονομολόγοι έχουν επισκεφτεί ξαφνικά την Ελλάδα, συστήνοντας την υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος, την εγκατάλειψη δηλαδή της Ευρωζώνης και της ΕΕ ως την καλύτερη μέθοδο εξόδου από την κρίση χρέους, θα τους πιστεύατε χωρίς καμία επιφύλαξη;

 

Δεν θα φοβόσαστε ένα τέτοιο «γεγονός», γνωρίζοντας την ενδεχόμενη υποτίμηση της τάξης του 50%, τις συνεχείς συναλλαγματικές επιθέσεις των κερδοσκόπων, την αυξημένη πιθανότητα χρεοκοπίας, λόγω υπερχρέωσης σε συνδυασμό με την έλλειψη συναλλάγματος και τόσους άλλους ύπουλους κινδύνους; Δεν θα σας προβλημάτιζαν όλες αυτές οι «συμπεριφορές» και οι καλές προθέσεις τόσων ανθρώπων, οι οποίοι δεν ζουν και δεν πρόκειται να ζήσουν στη χώρα, την οποία θέλουν τόσο πολύ να διασώσουν;       

 

Με κριτήριο όλα τα παραπάνω, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι, είμαστε αντιμέτωποι με μία συνεχώς αυξανόμενη κρίση εμπιστοσύνης – εντός της Ελλάδας και διεθνώς. Πόσο μάλλον όταν τα κράτη της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν φιλύποπτα το ένα το άλλο, μεταξύ τους οι τράπεζες επίσης, το ΔΝΤ την ΕΕ, το ευρώ το δολάριο, η Ευρωζώνη τις Η.Π.Α., οι Η.Π.Α. την Κίνα, τα κράτη τις αγορές κοκ.

 

Κανένας λοιπόν δεν εμπιστεύεται πια κανέναν, μέσα σε ένα σύστημα που ουσιαστικά στηρίζεται στην εμπιστοσύνη (άρθρο μας), με αποτελέσματα που δεν είναι δύσκολο να προβλεφθούν – πόσο μάλλον όταν ακόμη και ο Γερμανός πρόεδρος, ο οποίος κατηγορούσε εύλογα τους Έλληνες πολιτικούς, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί (συλλαμβανόμενος και ο ίδιος για «διαφθορά κατ’ εξακολούθηση»).  

 

(β)  Κρίση πολιτευμάτων

 

Όπως είναι γνωστό, η πατρίδα της Δημοκρατίας είναι η Ελλάδα – αν και δυστυχώς εξελίχθηκε τα τελευταία χρόνια σε «ασυδοσία», με κύριους υπαίτιους (όχι μοναδικούς) ορισμένα πολιτικά κόμματα. Από την άλλη πλευρά, η πατρίδα του Εθνικοσοσιαλισμού είναι η Γερμανία, στην οποία επικράτησε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, από το γερμανικό κόμμα των εργατών – το NSDAP, του οποίου ηγήθηκε αργότερα ο Hitler. Η βάση των δύο παραπάνω «πολιτικών συστημάτων» είναι η ανθρωπιστική θεωρία της δικαιοσύνης (K. Popper).

 

Ειδικότερα, στην περίπτωση της Δημοκρατίας, ισχύουν οι παρακάτω τρεις «αρχές»:

(α) η αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων – δηλαδή, η πρόταση να εξαλειφθούν τα προνόμια ορισμένων (ελίτ), με «αίτημα» να αντιμετωπίζονται όλοι οι Πολίτες του κράτους εξ ίσου δίκαια

(β) η γενική αρχή του ατομικισμού, όπου το όλο υφίσταται για χάρη του μέρους – οπότε το σύνολο για το άτομο και

(γ) η αρχή ότι, έργο και σκοπός του κράτους θα έπρεπε να είναι η προστασία της ελευθερίας των Πολιτών του.

 

Στην περίπτωση του Εθνικοσοσιαλισμού τώρα, ισχύουν τα εντελώς αντίθετα:

(α) η αρχή των «φυσικών» προνομίων, όπου επιτρέπεται στους «εκλεκτούς» (ελίτ) να έχουν περισσότερα πλεονεκτήματα, από τους υπολοίπους θνητούς,

(β)  η αρχή του ολισμού ή κολεκτιβισμού, όπου το μέρος (άτομο) υφίσταται για χάρη του όλου και

(γ)  η αρχή ότι, έργο και σκοπός του ατόμου θα έπρεπε να είναι η διατήρηση και η ενίσχυση της σταθερότητας του κράτους.

 

Η «χειραφέτηση» του ατόμου, στη βάση της αρχής της ισότητας, ήταν πραγματικά η μεγάλη πνευματική επανάσταση, η οποία είχε οδηγήσει στην κατάρρευση του φυλετισμού (αναπόσπαστο μέρος του εθνικοσοσιαλισμού) και στην άνοδο της Δημοκρατίας. Ο συγκεκριμένος ατομικισμός λοιπόν, σε συνάρτηση με την ανθρώπινη αλληλεγγύη (αλτρουϊσμό), έχει αποβεί το θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού μας.

 

Συνιστά την κεντρική διδασκαλία του Χριστιανισμού («αγάπα τον πλησίον σου» και όχι αγάπα τη φυλή σου), ενώ αποτελεί τον πυρήνα όλων των ηθικών «πιστεύω» που πήγασαν από τον πολιτισμό μας και τον κινητοποίησαν περαιτέρω. Συνιστά επίσης κεντρική διδασκαλία της πρακτικής φιλοσοφίας του Kantνα αναγνωρίζεις πάντα ότι, τα ανθρώπινα άτομα είναι αυτοσκοποί και να μην τους χρησιμοποιείς ως απλά μέσα για τους δικούς σου σκοπούς») – την οποία προφανώς δεν συμμερίζεται ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, στον οποίο προέχει το συλλογικό, από το ατομικό.

 

Στα πλαίσια αυτά, όταν αναφερόμαστε στο ότι, η αρχαία Ελλάδα είναι η κοιτίδα του Πολιτισμού και της Δημοκρατίας, στα θεμέλια των οποίων στηρίχθηκε η ανάπτυξη της Δύσης εννοούμε ουσιαστικά ότι, ήταν η χώρα, οι Πολίτες της οποίας πέτυχαν πρώτοι τη «μετάβαση» από τη φυλή (αγέλη στα ζώα) στο άτομο – με αποτέλεσμα να απελευθερωθούν εκείνες οι τεράστιες δυνάμεις δημιουργικότητας, οι οποίες οδήγησαν στην οικονομική και λοιπή κυριαρχία της Δύσης, σε ολόκληρο τον πλανήτη.      

 

Σήμερα όμως, διαπιστώνοντας τη συνεχώς αυξανόμενη δύναμη της ελίτ (αγορές, πολυεθνικές τράπεζες, ισχυρά κράτη, λέσχες «τύπου» Bilderberg κλπ.), η Δημοκρατία φαίνεται συνεχώς να υποχωρεί – ενώ ο Εθνικοσοσιαλισμός, στις διάφορες μορφές του και ειδικά στον Ευρωπαϊκό Βορά, ανακάμπτει ταχύτατα και συχνά υπερισχύει. Βιώνουμε λοιπόν μία βαθύτερη κρίση πολιτευμάτων, ενώ παρακολουθούμε μία θεατρική παράσταση, στην οποία πρωταγωνιστούν η Ελλάδα και η Γερμανία – ενώ όλοι οι υπόλοιποι είναι ουσιαστικά θεατές.  

 

(γ)  Μερκαντιλιστική κρίση

 

Όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, “Ο μερκαντιλισμός είναι μία κεντρική, συστηματική οικονομική πολιτική, όπου τα δημόσια έσοδα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση της πολυέξοδης κρατικής εξουσίας, καθώς επίσης της επεκτατικής πολιτικής. Τα «μερκαντιλιστικά μέτρα» είναι τα εξής:

 

(α) η αύξηση της εξαγωγής προϊόντων

(β) η μείωση των εισαγωγών

(γ) η δημιουργία «ισχυρού στόλου» για τη μεταφορά των προϊόντων και την αποφυγή τυχόν πολεμικών συγκρούσεων

(δ) η δημιουργία οδικού δικτύου και

(ε) η ίδρυση αποικιών, σε συνεργασία με τις ισχυρές επιχειρήσεις εμπορίου κλπ. της «επιτιθέμενης» χώρας – όπου οι αποικίες θα έπρεπε να μένουν σε απόλυτη εξάρτηση από τη μητρόπολη.

 

Χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε πως ένα από τα σημαντικότερα αίτια της υφιστάμενης ευρωπαϊκής κρίσης είναι οι οικονομικές ανισότητες «μερκαντιλιστικής μορφής» των διαφόρων χωρών της ΕΕ – όπου κάποια κράτη (η Γερμανία και η Ολλανδία κυρίως), εμφανίζουν τεράστια πλεονάσματα του εξωτερικού ισοζυγίου τους, παράγοντας περισσότερα εμπορεύματα και υπηρεσίες από όσα χρειάζονται ή καταναλώνουν, ενώ κάποια άλλα εμφανίζουν αντίστοιχα σχεδόν ελλείμματα, παράγοντας λιγότερα από όσα απαιτούνται (ή καταναλώνοντας περισσότερα, όπως δυστυχώς στο παράδειγμα της Ελλάδας).

 

Σήμερα κάποια «νεομερκαντιλιστικά» κράτη, εξάγοντας σκόπιμα περισσότερα από όσα εισάγουν και αναπτυσσόμενα εις βάρος τόσο των εργαζομένων τους, όσο και των εμπορικών τους «εταίρων», επεκτείνονται με οικονομικά μέσα – επιβάλλοντας την πολιτική και τις κυβερνήσεις της αρεσκείας τους.    

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 19. Φεβρουαρίου 2012, viliardos@kbanalysis.com.

 

Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία, τα οποία διατίθενται online από το  eshop της ONEeditions.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2532.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Ο καπιταλισμός ως ωρολογιακή βόμβα

Ο καπιταλισμός ως ωρολογιακή βόμβα

 

Συνέντευξη του Φρέντρικ Τζέιμσον* [στον Άαρον Λέοναρντ – Μετάφραση: Γιώργος Σουβλής]


 

Από την περίοδο του Ρήγκαν και της Θάτσερ ωστόσο, έχουμε περάσει σε κάτι το οποίο προσομοιάζει πολύ περισσότερο στη θεμελιώδη λογική του κεφαλαίου που περιγράφει ο Μαρξ  

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον, μαρξιστής που ασχολείται κυρίως με την κριτική λογοτεχνίας και την πολιτική θεωρία, εξέδωσε πρόσφατα το Representing Capital: A Reading of Volume One, ένα βιβλίο το οποίο επανεξετάζει το πιο σημαντικό έργο του Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο.

Υπό μια έννοια, ίσως να φαίνεται παράδοξη η επανεξέταση ενός βιβλίου 150 χρόνων. Για ποιο λόγο μας είναι χρήσιμο για την ερμηνεία της τρέχουσας συγκυρίας; Εν τούτοις, το να αγνοούμε Το Κεφάλαιο, όπως είθισται να συμβαίνει, σημαίνει την απώλεια της οξυδερκούς κριτικής του και της διεισδυτικής βαθύνοιάς του.

Το ότι καταπιάνεται με τις κεντρικούς άξονες της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν πρέπει να θεωρηθεί ως συμπτωματικό: τον τρόπο με τον οποίο οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι, τον τρόπο με τον οποίο οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και τον τρόπο με τον οποίο όλες οι διευθετήσεις και οι προτεινόμενες λύσεις εδράζονται στην ψευδαίσθηση πως ο καπιταλισμός μπορεί με κάποιον τρόπο να ικανοποιήσει τις ανάγκες της πλειοψηφίας του πληθυσμού και να συνεχίζει να υφίσταται ως τέτοιος.

Εν συντομία, ο Μαρξ και Το Κεφάλαιο είναι ζητήματα που χρήζουν διερεύνησης. Άαρον Λέοναρτ: Yποστηρίζετε ότι, «Το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο που καταπιάνεται με την πολιτική, ούτε καν με την εργασία: είναι ένα βιβλίο για την ανεργία». Μπορείτε να μας πείτε για ποιον λόγο θεωρείτε ότι αυτό ισχύει;

Φρέντρικ Τζέιμσον: Γνωρίζω πως αυτό ενδεχομένως να προκαλεί έκπληξη στους ανθρώπους που σκέφτονταν πάντα τον Μαρξ υπό το πρίσμα της πολιτικής, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν ελάχιστες αναφορές για οποιαδήποτε μορφή πολιτικής δράσης στο Κεφάλαιο. Προκύπτουν βεβαίως συμπεράσματα για το είδος της κοινωνίας που θα μπορούσε να προκύψει από τον καπιταλισμό και επίσης τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο τέλος του καπιταλισμού. Δεν υποστηρίζω πως ο Μαρξ ήταν αδιάφορος για την πολιτική ή ότι δεν σκεφτόταν διαρκώς πολιτικές στρατηγικές, αλλά ότι το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο που αφορά αυτά, αλλά ένα βιβλίο για αυτή την ωρολογιακή βόμβα που είναι ο καπιταλισμός.

Είναι ένα βιβλίο το οποίο καταπιάνεται με την ανεργία με την έννοια ότι ο θεμελιώδης γενικός νόμος του καπιταλισμού, όπως αυτός αναφέρει σαφώς, είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, με αποτέλεσμα, όπως γράφει, «η εξαρτημένη μάζα του εφεδρικού στρατού, δηλαδή οι άνεργοι, να αυξάνεται από κοινού με τη δυνητική παραγωγικότητα του πλούτου». Αυτό αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό με αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας. Πρόσφατα ακουσα το πιο αποκαλυπτικό πράγμα από έναν καπιταλιστή θιασώτη του επιχειρηματικού κινδύνου, εμφανέστατα ενοχλημένο από τη συζήτηση τόσο των Ρεπουμπλικάνων όσο και των Δημοκρατικών για την υποστήριξη των επιχειρήσεων έτσι ώστε να μπορούν να «δημιουργούν θέσεις εργασίας»: «Κανένας δεν σηκώνεται το πρωί και λέει, θέλω να αυξήσω το μισθολογικό κόστος επειδή θεωρώ πως είναι καλό για την Αμερικάνικη οικονομία». Αυτός είναι ένας εύσχημος τρόπος για πεις ότι οι επιχειρήσεις δεν υπάρχουν για να δημιουργούν θέσεις εργασίας• υπάρχουν για να παράγουν κέρδος. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που ο Μαρξ περιγράφει στο Κεφαλαίο. Δεν προκύπτει καμία ευθεία σύνδεση μεταξύ παραγωγικότητας και δημιουργίας θέσεων εργασίας.

Όσο τα κεϋνσιανά οικονοµικά εφαρμόζονταν σε ορισμένες χώρες, η συγκεκριμένη θέση φαινόταν εξωπραγματική. Ο Κέυνς αντιλήφθηκε πως είναι αναγκαίο να υπάρχουν εργάτες με αρκετά χρήματα για να αγοράζουν όλα αυτά τα αγαθά που παράγονταν. Από την περίοδο του Ρήγκαν και της Θάτσερ ωστόσο, έχουμε περάσει σε κάτι το οποίο προσομοιάζει πολύ περισσότερο στη θεμελιώδη λογική του κεφαλαίου που περιγράφει ο Μαρξ. Δεν είναι μόνο η μεταφορά εργασίας σε άλλες χώρες• αυτό αποτελεί τμήμα μιας παγκόσμιας διαδικασίας.

Η επιθυμία για την επιστροφή των εργοστασίων στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκρούεται με την επιθυμία να είναι παραγωγικά. Αυτό προφανώς σημαίνει ολοένα και μεγαλύτερο αυτοματισμό και ολοένα και λιγότερους εργάτες. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ανακύπτει μια θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ της απασχόλησης και των επιθυμιών του συστήματος. Υπό αυτή την έννοια το πολιτικό αίτημα για πλήρη απασχόληση μου φαίνεται να αποτελεί ένα αίτημα που το σύστημα δεν μπορεί να ικανοποιήσει.

Α. Λ.: Αναπτύσσετε ένα επιχείρημα σε αυτό το βιβλίο, και στο «Valences of the Dialectic» ότι, «Ο Μαρξ στα Grundrisse (ίσως πιο έντονα κι από ό,τι στα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του Κεφαλαίου) επιμένει στη σημασία της παγκόσμιας αγοράς ως απώτατου ορίζοντα στον καπιταλισμό». Με ποιο τρόπο το διατυπώνει αυτό και με ποιον τρόπο βλέπετε να πραγματοποιείται κάτι τέτοιο σήμερα;

Φ. Τ.: Δεν καταπιάνεται αρκετά με αυτό στο συγκεκριμένο έργο. Το βασικό ζήτημα είναι η γενίκευση της εμπορευματοποίησης: παντού η μισθωτή εργασία αρχίζει να αντικαθιστά οποιαδήποτε άλλη μορφή εργασίας, είτε τη δουλική είτε την φεουδαρχική. Μόνο όταν διαπιστώνεις την υπεροχή της μισθωτής εργασίας σε μια περιοχή, όπως η δυτική Ευρώπη για παράδειγμα, συνειδητοποιείς τι είδους καπιταλισμός υπάρχει, τι είδους διαδικασία είναι αυτή, και με ποιον τρόπο καθίσταται καθολική.

Σε μια υποσημείωση στα Grundrisse, ο Μαρξ αναφέρει ότι μια παγκόσμια επανάσταση, μια σοσιαλιστική επανάσταση δεν καθίσταται προβλέψιμη παρά μόνο όταν φτάσουμε στα όρια της παγκόσμιας αγοράς. Με αυτό εννοεί ότι βαθμιαία σε όλο τον κόσμο όλες αυτές οι μορφές εργασίας θα έχουν αντικατασταθεί από την μισθωτή εργασία και ως εκ τούτου τα κέρδη που παράγουν θα έχουν αντικατασταθεί από το κεφάλαιο (από την υπεραξία).

Τι συμβαίνει όταν το κεφάλαιο οδηγείται σε μια αντίφαση ή σε μια κρίση; Ανακύπτει μια πτωτική κίνηση. Στο βιβλίο έγραψα πως ο καπιταλισμός αποτελεί «μια ιδιόμορφη μηχανή της οποίας η εξέλιξη είναι συνυφασμένη με τη διάλυσή της, η επέκταση της είναι συνυφασμένη με την δυσλειτουργία της, η ανάπτυξή της με την κατάρρευσή της». Η κατάρρευση του συστήματος είναι ενδογενής στην επέκταση του συστήματος. Η αγροτιά εξαντλείται με τη μετατροπή της σε κτηματίες και στην συνέχεια σε ανέργους, το σύστημα κινείται προς αυτή κατεύθυνση επιδιώκοντας να διασφαλίσει ολοένα και φτηνότερη εργασία και τελικά φτάνει σε ένα σημείο που δεν υπάρχει πλέον οποιαδήποτε μορφή φτηνής εργασίας, αλλά ταυτόχρονα και κάποιος να αγοράσει όλα αυτά τα προϊόντα.

Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε στις μέρες μας ευκολότερα και με μεγαλύτερη σαφήνεια παρά στον 20ο αιώνα. Στο βαθμό που πλησιάσει τα όρια της παγκόσμιας αγοράς, ο καπιταλισμός δεν μπορεί στην πραγματικότητα να διευρυνθεί περεταίρω. Σήμερα δεν βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο. Εν τούτοις, το σημείο στο οποίο έχουν φτάσει τα πράγματα μας επιτρέπει να διαγνώσουμε τα όρια της κατάστασης στην οποία πλησιάζουμε, σε σχέση με την περίοδο που ζούσε ο Μαρξ. Δηλαδή, την στιγμή εκείνη που το σύστημα καθίσταται ανυπόφορο και που γίνεται σαφές πως είτε θα καταρρεύσει είτε θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο Μαρξ υποστήριζε πως ο σοσιαλισμός είναι αναπόφευκτος. Όμως, ακόμα και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο έγραφε τόσο για μια επαναστατική ανασυγκρότηση «όσο και για την από κοινού συντριβή των αντιμαχόμενων τάξεων». Ως εκ τούτου δεν είναι αναπόφευκτη αλλά συνιστά το σημείο όπου αλληλεπιδρούν η ανθρώπινη δράση και ο πολιτικός σχεδιασμός.

Α. Λ.: Στο βιβλίο σας γράφετε ότι «Ο Μαρξ μόνο επιχείρησε να συγκεράσει μια πολιτική της επανάστασης με την “ποιητική του μέλλοντος” και ο ίδιος επιχείρησε να καταδείξει πως ο σοσιαλισμός ήταν πιο σύγχρονος από ό,τι ο καπιταλισμός αλλά και πιο παραγωγικός. Επανευρίσκουμε πως ο φουτουρισμός και η παρακίνηση είναι πράγματι τα θεμελιώδη καθήκοντα οποιουδήποτε αριστερού αγώνα σήμερα». Μπορείτε να σχολιάσετε εκτενέστερα την συγκεκριμένη θέση, και με ποιον τρόπο κάποιος μπορεί να αρχίσει να οραματίζεται έναν φουτουριστικό σοσιαλισμό;

Φ. Τ.: Ο ίδιος ο Μαρξ ήταν πάντοτε ενθουσιώδης με την τεχνολογία – πράγματα όπως τα χημικά λιπάσματα (με τα οποία εμείς δυσανασχετούμε σήμερα, αλλά οδήγησαν σε μια έκρηξη της αγροτικής παραγωγής στην εποχή τους), τα υποθαλάσσια καλώδια, κι άλλες ανακαλύψεις της εποχής. Είναι σαφές πως φανταζόταν τον σοσιαλισμό ως πιο προηγμένο τεχνολογικά, και υπό οποιαδήποτε άλλη έννοια, σε σχέση με τον καπιταλισμό. Ο Ρέιμοντ Γουίλιαμς έγραψε για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι φαντάζονται πως τον σοσιαλισμό ως μια νοσταλγική επιστροφή σε μια πιο απλή κοινωνία. Ο Γουίλιαμς αμφισβητήθηκε όταν υποστήριξε πως ο σοσιαλισμός δεν θα είναι πιο απλός αλλά περισσότερο σύνθετος.

Υπάρχει μια τάση στην αριστερά σήμερα – και εννοώ σε όλες τις εκδοχές της αριστεράς – να περιορίζεται στην προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων, στη διάσωση όλων των πραγμάτων που ο καπιταλισμός καταστρέφει και τα οποία εκτείνονται από την φύση έως τις κοινότητες, τις πόλεις, την κουλτούρα κ.λπ. Αυτό συνιστά μια μορφή συντηρητισμού. Η αριστερά παίρνει μια αρκετά αμυντική και νοσταλγική θέση, προσπαθώντας μόνο να επιβραδύνει την κίνηση της ιστορίας. Υπάρχει μια γενεαλογική γραμμή που ξεκινάει από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, η οποία θεωρεί ότι οι επαναστάσεις – αν και δεν γνωρίζω με ποιον τρόπο ακριβώς τις αντιλαμβανόταν – «τραβούν τον μοχλό της έκτακτης ανάγκης», σταματώντας την έλευση του τραίνου. Δεν νομίζω ότι ο Μαρξ είχε αυτήν την άποψη ως προς αυτά τα ζητήματα. Μου φαίνεται πως ο Μαρξ πίστευε πως η παραγωγικότητα θα αυξανόταν με το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Στο επίπεδο της οργάνωσης, της τεχνολογίας και της παραγωγής, ο Μαρξ δεν επιθυμούσε επιστροφή στη χειρονακτική εργασία, αλλά να επιμείνουμε σε όλα τα είδη σύνθετων μορφών αυτοματισμού και εκμηχάνισης.

Το ιστορικό συμβάν της Οκτωβριανής Επανάστασης η οποία οδήγησε σε κάτι που έμοιαζε με  σοσιαλισμό ή κομμουνισμό, το οποίο συνέβη σε μια υποανάπτυκτη χώρα, στη Ρωσία, μας έκανε να σκεφτόμαστε τον σοσιαλισμό με ένα τρόπο ο οποίος δεν εναρμονιζόταν με τον τρόπο που ο Μαρξ τον φανταζόταν. Το σοσιαλιστικό κίνημα πρέπει να εμπνευστεί από τον οραματισμό του Μαρξ.


ΠΗΓΗ: rabble.ca. Το είδα: 15 February 2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=4845

 

* Ο Αμερικανός στοχαστής Φρέντρικ Τζέιμσον είναι θεωρητικός σε ζητήματα κουλτούρας. Διδάσκει συγκριτική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Duke, όπου και διευθύνει το Κέντρο Κριτικής Θεωρίας. Το έργο του καλύπτει ένα πολύ μεγάλο εύρος σχετικά με τα ζητήματα κουλτούρας που απασχόλησαν τον 20ό αιώνα: μοντερνισμός, μεταμοντέρνο, λογοτεχνία και κινηματογράφος του Τρίτου Κόσμου, Μαρξ και Φρόιντ, η σχολή της Φρανκφούρτης, επιστημονική φαντασία κ.λπ. Από τα πιο γνωστά του βιβλία είναι τα εξής: The Prison House of Language (Η φυλακή της γλώσσας, 1972), Late Marxism (Ύστερος μαρξισμός, 1990), Signatures of the Visible (Υπογραφές του ορατού, 1990), (1991), Postmodernim: Or, The Cultural Logic of Late Capitalism (Το μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, 1992), και το Seeds of Time (Η σπορά του χρόνου, 1994).  Περισσότερα για το θεωρητικό έργο του Τζέιμσον διαβάστε εδώ (Οδηγός Ανάγνωσης).

ΠΗΓΗ: http://www.toposbooks.gr/contents/writers.php?wid=12

Επειδή ιστορία γράφεται…

Επειδή ιστορία γράφεται…

 

Της Στεφανίας Λυγερού


 

Ξέρεις γιατί η ιστορία γράφεται πολλά χρόνια αφού παρέλθει ένα γεγονός; Για τον ίδιο λόγο που κι ένα προσωπικό πρόβλημα μόνο αν γίνει παρελθόν αποτυπώνεται σωστά. Μπαίνει στην κανονική του διάσταση. Παύεις να είσαι υπό την επήρεια του βάλλομαι και σου ανοίγει το οπτικό (δεν κοιτάς εστιασμένα, παρωπιδέ).

Η κρίση είναι κατασκευασμένη κι είχε στόχο όλους τους λαούς. Το ότι άρχισαν το πατιρντί από εδώ δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Ο Έλληνας ήταν (είναι και θα είναι) ο πιο δύσκολος πελάτης των απανταχού δυναστών. Πρώτον γατί είναι πονηρός (δεν τρώει τίποτα αμάσητο), δεύτερον ο καθένας έχει το δικό του μπαϊράκι (δεν υπάρχει ομοιογένεια, γι’ αυτό δεν είναι δυνατή η καθυπόταξη), τρίτον είναι αντιδραστικός (δεν μπαίνει σε κλουβί, ελεύθερη ψυχή).

Δεν σου κάνει εντύπωση γιατί μόνο η Ελλάδα δέχεται τέτοιου μεγέθους πίεση; Αφού όλοι βάλλονται, γιατί μόνο για εμάς κόφτονται; Γιατί όλα τα επιτελεία τους μόνο για εμάς δουλεύουν; Γιατί μόνο σε εμάς μπαστακώνουν επίτροπο; Γιατί μόνο εμάς εκβιάζουν με ρήτρες; Γιατί  μόνο σε μας τόσο αδυσώπητη χούντα!!

Γιατί;;;

Μα γιατί… ΌΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΛΑΟΙ ΣΥΝΑΙΝΕΣΑΝ!! Οι μόνοι απειθάρχητοι είμαστε!!!!!!!!

Κι αυτό φυσικά δεν άρχισε σήμερα!! Από την αρχή κατάλαβε ότι είναι κόλπο, από την αρχή δεν συμμετέχει, από την αρχή ο Έλληνας αντιδρά!!!!

Επειδή δεν έσκυψε στιγμή το κεφάλι, όλη η υφήλιος γύρω από εμάς γυρνά!!

Πώς βγάζεις γελοία πορίσματα του τύπου «έπρεπε να πεινάσει για να αντισταθεί»; Πώς μπορείς μέχρι και σήμερα να χρησιμοποιείς αυτό το ρημαδοξυπνήστε;

Ο Έλληνας  πολεμά γιατί δεν δέχεται το άδικο!!

ΚΑΙ

Για τον Έλληνα δεν υπάρχουν αδιέξοδα!!!

ΚΑΙ

Πολεμά ασταμάτητα, σθεναρά, παλικαρίσια, ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ!!

Επειδή ιστορία γράφεται…..

Αν δεν έχεις την ικανότητα να δεις την κατάσταση συνολικά, καθολικά, σαν παρελθόν, ΔΕΝ ΣΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΒΓΑΖΕΙΣ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ!!!!!

Δεν σου το επιτρέπω ούτε εγώ, να βγάζεις άκυρα πορίσματα για τον λαό, γιατί περιλαμβάνεις κι εμένα μέσα!!

 

18-02-2012

Θεωρίες για: περιεχόμενο, ρόλο & σκοπό της Τέχνης

Θεωρίες για το περιεχόμενο, το ρόλο και το σκοπό της Τέχνης στην ανθρώπινη κοινωνία

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Σχετικά με την Τέχνη διατυπώθηκαν οι θεωρίες:

« η Τέχνη πρέπει να υπηρετεί την Τέχνη»,

«η Τέχνη πρέπει να είναι στρατευμένη»,

«η Τέχνη πρέπει να είναι αυτόνομη».

Οι θεωρίες «η Τέχνη πρέπει να υπηρετεί την Τέχνη» και «η Τέχνη πρέπει να είναι στρατευμένη» εκφράζουν δυο ακραίες καταστάσεις και για το λόγο αυτό περιέχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες λάθους. Η θεωρία της «Τέχνης για την Τέχνη» καταλήγει στο να προσφέρει στον άνθρωπο μια στείρα ικανοποίηση, αντιπροσωπεύει μια έννοια στατική, τελείως απομονωμένη από την εποχή στην οποία δημιουργείται, από τα σύγχρονά της προβλήματα, ανάγκες, προβληματισμούς. Από την άλλη μεριά η «στρατευμένη Τέχνη» είναι τελικά ανελεύθερη.

Υπηρετεί συγκεκριμένους κοινωνικούς ή πολιτικούς σκοπούς, η ύπαρξή της καθορίζεται από τα συγκεκριμένα δεδομένα της εποχής της. Είναι ουσιαστικά ένα προϊόν της εποχής, που δε μπορεί να σταθεί έξω από τον καθορισμένο τόπο και χρόνο. Χάνεται μ’ αυτό τον τρόπο η διαχρονική αξία των καλλιτεχνημάτων, η αδιάβλητη από το χρόνο σημασία τους, ενώ εδραιώνεται ο παροδικός τους χαρακτήρας, ο χαρακτήρας τους ως προϊόντων συγκυριών.

Προβάλλει, επομένως, σαν ιδανική λύση η θεωρία ότι η τέχνη πρέπει να είναι αυτόνομη. Κι αυτό, για δύο, πρώτα απ’ όλα, λόγους. Η Τέχνη υπηρετεί μ’ αυτό τον τρόπο τον εαυτό της. Εξασφαλίζεται η δημιουργία καλλιτεχνημάτων υψηλού επιπέδου, που προσφέρουν πραγματική αισθητική απόλαυση, μια γνήσια ευχαρίστηση. Επιδιώκεται η συνεχής βελτίωση τεχνοτροπιών, ρευμάτων, αισθητικών αντιλήψεων και ταυτόχρονα οι προσπάθειες των καλλιτεχνών προσανατολίζονται προς μια αδιάκοπη πρωτοπορία, αναζήτηση «του καινούργιου», της καινοτομίας. Με τον τρόπο αυτό δίνεται στην Τέχνη η ευκαιρία, να εξελίσσεται συνεχώς, να λειτουργεί δυναμικά, να προχωρεί, να προοδεύει, να παρουσιάζει διαρκώς ένα νέο πρόσωπο. Παρέχονται, λοιπόν, οι εγγυήσεις για την πορεία της στο χρόνο, την ανεξάρτητη από σύγχρονα δεδομένα αξία της.

Όμως η αυτόνομη τέχνη δεν εξαντλείται εκεί. Αυτό που τη διαφοροποιεί από το να υπηρετεί τη θεωρία «η Τέχνη για την Τέχνη» είναι ότι εκφράζει την εποχή της. Διαπλάθεται μέσα από τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονή της κοινωνία, δεν είναι ξένη προς τα προβλήματα που υπάρχουν. Χωρίς η επίλυση αυτών να αποτελεί αυτοσκοπό της, τελικά καταλήγει να υπηρετήσει κοινωνικές ανάγκες, πόθους, να συντονιστεί με τον προβληματισμό της εποχής της. Αυτό, όμως, γίνεται πάντα σε ανύποπτο χρόνο και σε καμιά περίπτωση δεν υπηρετεί συγκεκριμένες, προκαθορισμένες σκοπιμότητες, ώστε πολλές φορές να φθάνει στο σημείο να αποτελεί «τέχνη κατά παραγγελία», κατάσταση στην οποία συχνά καταλήγει η στρατευμένη τέχνη. Η αυτόνομη τέχνη, λοιπόν, εξασφαλίζει επιπλέον την ελευθερία του καλλιτέχνη. Αυτός μπορεί να αφοσιωθεί στο έργο του χωρίς να τον απασχολεί το να περάσει μέσα από αυτό συγκεκριμένα μηνύματα, χωρίς ύποπτες «αποσπάσεις» από πολιτικές ή κοινωνικές σκοπιμότητες.

Βέβαια, ο καλλιτέχνης δεν είναι απομονωμένο άτομο. Ανήκει σε μια ομάδα, αποτελεί μέλος μιας ορισμένης πολιτικής, θρησκευτικής, εθνικής ομάδας. Είναι, λοιπόν, αναπόφευκτο να περάσει κάποιες διαμορφωμένες αντιλήψεις του μέσα στο έργο του. Αυτό όμως γίνεται αβίαστα, είναι απόρροια της ίδιας της προσωπικότητάς του, γνήσια έκφραση του ψυχισμού και προβληματισμού του.

Εξάλλου η διασφάλιση της αυτονομίας της Τέχνης διασφαλίζει τελικά και τη μεγαλύτερη δυνατή συμβολή της Τέχνης στη διαμόρφωση των κοινωνικών καταστάσεων. Γιατί, όπως παρατηρεί ο Ελύτης, «η Τέχνη από μόνη της είναι μια Επανάσταση που αντιστρατεύεται όλες τις επιμέρους επαναστάσεις». Με το να την υποτάσσει, λοιπόν, ο καλλιτέχνης σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό ή κοινωνικό αγώνα την περιορίζει, μειώνει τη δύναμή της. Αντίθετα, με το να εξασφαλίζει την ανεξαρτησία της εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την πολυμέρεια και ευρύτητά της.

Τέλος, η αυτόνομη Τέχνη συμβάλλει αποφασιστικά στην κατάργηση της μοναξιάς. Κι αυτό, γιατί αποτελεί ένα ουσιαστικό μέσο επικοινωνίας ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό του. Ο καλλιτέχνης, αδέσμευτος από οποιουσδήποτε εξωτερικούς παράγοντες και ανεξάρτητος από πιέσεις, δίνει στο έργο του ένα μέρος από την προσωπικότητά του, εκφράζεται μέσα από αυτό χωρίς προσποιήσεις. Έτσι αυτό περιέχει και παρέχει αληθινή ανθρώπινη παρουσία, ζωντανή, δυνατή και συγκεκριμένη.

Επομένως, η Τέχνη πρέπει να είναι αυτόνομη. Μόνο τότε υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να επιτευχθεί ο τελικός, ο ουσιαστικός σκοπός της Τέχνης. Μόνο τότε, δηλαδή, η Τέχνη μπορεί μέσα από το δρόμο της αισθητικής συγκίνησης να εκφράσει νοήματα που βρίσκονται πέρα από τη διάνοια, δηλαδή την επιστημονική γνώση, πέρα από τις επιταγές του ηθικού νόμου και ακόμη πέρα από την πολιτεία και τις επιδιώξεις της.

 

17-12-2012

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος – ιστορικός, Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων