Μισθολογικό κόστος και ανταγωνιστικότητα
Του Κοσμά Ιατρίδη*
Στην 90η θέση της παγκόσμιας κατάταξης της ανταγωνιστικότητας ανάμεσα σε 142 χώρες από όλο τον κόσμο, βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του World Economic Forum. Η έρευνα δείχνει ότι η Ελλάδα είναι λιγότερο ανταγωνιστική από γειτονικές χώρες όπως η Ρουμανία, η Αλβανία και το FYROM, αλλά και την Μποτσουάνα, τη Γουατεμάλα και το Λίβανο και βρίσκεται στην τελευταία θέση σε ανταγωνιστικότητα μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρώτη στην κατάταξη έρχεται η Ελβετία, ακολουθούμενη από την Σιγκαπούρη που παραγκώνισε την Σουηδία στην τρίτη θέση. Στην συνέχεια της λίστας βρίσκονται η Φιλανδία , οι Η.Π.Α., η Γερμανία, η Ολλανδία, η Δανία, η Ιαπωνία και η Βρετανία καταλαμβάνοντας τις θέσεις 4 ως 10 αντίστοιχα.
Με μία πρώτη ανάγνωση μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το μισθολογικό κόστος δεν είναι ο κύριος παράγοντας που η Ελλάδα βρίσκεται σε τόσο χαμηλή θέση στους δείκτες της ανταγωνιστηκότητας, καθώς, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, οι 9 στις 10 χώρες που βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα της λίστας έχουν υψηλότερο μέσο αλλά και βασικό μισθό.
Για του λόγου το αληθές με βάση τα στοιχεία της Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Εργοδοτικών Οργανώσεων (FedEE) για το οικονομικό έτος 2011, οι μεικτές κατώτερες αμοιβές στον πυρήνα της Ευρωζώνης, διαμορφώθηκαν ως εξής:
Χώρα Κατώτερος μισθός Κύρωσης της τελευταίας συμφωνίας
Λουξεμβούργο 1,757.56 ευρώ 01/01/2011
Βέλγιο 1,498.87 ευρώ 05/01/2011
Ιρλανδία 1499,33 ευρώ 01/07/2011
Ολλανδία 1,424.40 ευρώ 01/01/2011
Γαλλία 1,365.00 ευρώ 01/01/2011
Αυστρία 1.000 ευρώ 1/01/2009
Κύπρος 909,00 ευρώ 01/04/2011
Ελλάδα 739,56 ευρώ 15/07/2010
Μάλτα 664,95 ευρώ 01.01.2011
Ισπανία 653 ευρώ 01/03/2011
Πορτογαλία 485 ευρώ 01/01/2011
Σλοβακία 317,00 ευρώ 01/01/2011
Εσθονία 278,02 ευρώ 01/01/2008
(Στον πίνακα δεν αναφέρονται η Γερμανία, η Ιταλία και η Φινλανδία διότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από την FedEE)
Ο ελάχιστος μηνιαίος μισθός έχει καθιερωθεί σε 20 από τα 27 κράτη – μέλη (Βέλγιο, Ισπανία, Εσθονία, Ελλάδα, Γαλλία, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχία, Βουλγαρία, Ρουμανία και Ηνωμένο Βασίλειο). Από τα παραπάνω στοιχεία παρατηρουμε , ότι αν και κάποιες χώρες έχουν (ή είχαν μέχρι πρότινος) χαμηλότερο βασικό μισθό από αυτόν της Ελλάδος, έχουν αρκετά μεγαλύτερο μέσο μηνιαίο εισόδημα . Παραδείγματος χάριν η Ισπανία όπου ο μέσος μισθός είναι 1757 ευρώ ενώ στην Ελλάδα αγγίζει τα 1447 ευρώ σύμφωνα με το περιοδικό Forbes και στοιχεία της Eurostat για την χρονιά του 2010. Αλλά ακόμα και η ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας δεν στηρίζεται στο χαμηλό μισθολογικό κόστος. Σύμφωνα με έρευνα του Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW) του Βερολίνου τα 2/3 των εργαζόμενων πλήρους απασχόλησης στη Γερμανία (14,9 εκατομμύρια εργαζόμενοι) έχουν μηνιαίο εισόδημα 2922 ευρώ μεικτά. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων το 2009 αντιστοιχούσε στο 94% των Βορειοευρωπαίων (Eurostat). Για την χρονιά του 2011 έκθεση του ινστιτούτου εργασίας της ΓΣΕΕ, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ έδειξε ότι η αγοραστική δύναμη όσων έχουν την ατυχία να αμείβονται μόνο με τον κατώτερο μισθό, έχει υποχωρήσει σε προ του 1984 επίπεδα.
Τίθεται όμως το ερώτημα: πως ορίζεται η ανταγωνιστικότητα και με ποιους παράγοντες συνδέεται;
Ανταγωνιστικότητα είναι ο βαθμός στον οποίο ένα κράτος μπορεί, υπό συνθήκες ελεύθερης και δίκαιης αγοράς, να προσφέρει αγαθά και υπηρεσίες που πληρούν τα κριτήρια των διεθνών αγορών, διατηρώντας και αυξάνοντας ταυτόχρονα τα πραγματικά εισοδήματα των ανθρώπων μακροχρόνια.(OECD 1992: 237)
Στην κυρίαρχη οικονομική θεώρηση η ανταγωνιστικότητα ορίζεται ως το αντίστροφο του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας (unit labor c
ost). Το Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας ορίζεται ως εξής: Ο λόγος του κόστους εργασίας ανά εργαζόμενο, (μισθολογικό κόστος + μη μισθολογικό κόστος), ως προς τον αριθμό μονάδων προϊόντος ανά εργαζόμενο, δηλαδή την παραγωγικότητα της εργασίας του. Δηλαδή το μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι το κόστος για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος.
Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται άμεσα από 5 παράγοντες: (1) το μισθολογικό κόστος, (2) το μη-μισθολογικό κόστος, (3) την απόδοση του εργαζομένου, δηλαδή την παραγωγικότητα της εργασίας του (4) την συναλλαγματική ισοτιμία όταν πρόκειται για εξαγωγές σε χώρες με διαφορετικό νόμισμα (5) και το γενικότερο οικονομικό – φορολογικό και θεσμικό πλαίσιο που προσφέρει μία χώρα στους επιχειρηματίες, δηλαδή το κατά πόσον ευνοεί τις επενδύσεις.
Άμεση απόρροια τον παραπάνω είναι ότι το κόστος εργασίας είναι συσχετισμένο με την παραγωγικότητα, και κατά συνέπεια την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας, αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική αλλά ούτε καν την ισχυρότερη ερμηνευτική μεταβλητή. Είναι χαρακτηριστικό ότι χώρες με υψηλό κόστος εργασίας παρουσιάζουν υψηλή παραγωγικότητα όπως η Νορβηγία, η Γερμανία, το Βέλγιο και οι ΗΠΑ ενώ χώρες με χαμηλό κόστος εργασίας παρουσιάζουν χαμηλή παραγωγικότητα, όπως η Πολωνία, η Εσθονία, η Λιθουανία και η Ουγγαρία.
(Επίπεδο παραγωγικότητας και Κόστος Εργασίας το 2010. Στοιχεία για τον τομέα μεταποίησης ανά ώρα εργασίας, Δείκτης για Γερμανία = 100)
Από τον πίνακα προκύπτει πως δεν προσδιορίζεται μία άμεση σχέση του κόστους εργασίας, δηλαδή του μισθολογικού κόστους συμπεριλαμβανομένου και του μη μισθολογικού κόστους, με την παραγωγικότητα, αν δεν εξετάζονται όλοι οι παράπλευροι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το επιχειρηματικό κλίμα μίας χώρας. Ακόμα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι χώρες με το ίδιο εργατικό κόστος, όπως η Ελλάδα και η Νότιος Κορέα (36 και 37 αντίστοιχα) έχουν τεράστια απόκλιση στην παραγωγικότητα (49 και 72 αντίστοιχα) και κατά συνέπεια στην ανταγωνιστικότητα. Αυτό είναι ακόμα μία απόδειξη ότι στο μισθολογικό κόστος αποδίδεται πολύ μεγαλύτερη σημασία από την πραγματική του αξία σαν στοιχείο υποβοήθησης της ανταγωνιστικότητας.
Επίσης δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε και το γνωστό στην οικονομία ως "παράδοξο του Kaldor" σύμφωνα με το οποίο, χώρες οι οποίες μεταπολεμικά επέδειξαν τη μεγαλύτερη αύξηση του εργασιακού κόστους, πήραν επίσης και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Αλλά και ακόμα μία ανάλυση μιας διαφορετικής περιόδου, 1978-1994, που έγινε από τον Fagerber επιβεβαίωσε το παράδοξο του Kaldor, ότι η αντίληψη ότι μικρό μισθολογικό κόστος οδηγεί σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να αποδειχθεί ιστορικά.![]()
Αλλά ακόμα και η ίδια η μέτρηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας (αντίστροφο της ανταγωνιστικότητας) στην Ελλάδα δεν μπορεί να εκτιμιθεί με ακρίβεια. Παρακάτω παραθέτουμε γράφημα με την χρονική εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας μετρημένο από τους πλέον αξιόπιστους οργανισμούς. Μπορούμε να παρατηρήσουμε την τεράστια απόκλιση ως προς τον υπολογισμό της ακριβής τιμής .
Ένα επιπρόσθετο στοιχείο είναι η έρευνα που έγινε από την ΓΣΕΒΕΕ τον Ιανουάριο του 2012 και αφορούσε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή την ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Τα ευρήματα ήταν ενδεικτικά για το κατά πόσον οι ίδιοι επι
χειρηματίες θεωρούν "φρένο" στην ανάπτυξη της επιχείρησης τους το μισθολογικό κόστος.
Και ο ΣΕΒ μέσω του προέδρου του κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλου, πρότεινε να τηρηθεί η Εθνική Σύμβαση για φέτος μέχρι τη λήξη της τον Δεκέμβριο, χωρίς μειώσεις ως προς τον κατώτατο μισθό και τον 13ο και 14ο μισθό. Σε αυτό είχαν συμφωνήσει και η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, η Γενική Συνομοσπονδία Εμποροβιοτεχνών και ο Συνδέσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων.
Και ενώ δεν υπάρχει ουδεμία επιστημονική απόδειξη ότι η μείωση του μισθολογικού κόστους οδηγεί σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, και ενώ όλοι οι κοινωνικοί εταίροι τον Φεβρουάριο είχαν συμφωνήσει ότι δεν τίθεται θέμα βασικού μισθού, οι απαιτήσεις της Τρόικας συνεχίζουν να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που ψηφίστηκε η μείωση του βασικού μισθού κατά 22% και οι επιταγές της τρόικας για τον Ιούνιο, στην επικαιροποίηση του μνημονίου 2, είναι νέα μείωση τουλάχιστον κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες. Οι ελπίδες για πτώση των τιμών στις υπηρεσίες και τα αγαθά αποδείχτηκαν αβάσιμες. Οικονομικές ιδεολογικές αγκυλώσεις εν είδη θρησκευτικής πίστεως οδηγούν σε περικοπές μισθών, ενώ το αποτέλεσμα είναι η ύφεση, η πτώση της ζήτησης και η συρρίκνωση του ΑΕΠ, πράγμα που με την σειρά του οδηγεί σε μεγαλύτερο χρέος, ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από το ζητούμενο.
Σαφέστατα στην ελληνική οικονομία πρέπει να αλλάξουν πολλά . Όσο επιζήμιες είναι οι πολιτικές που υποστηρίζουν το αντίθετο και επιζητούν την στασιμότητα , τόσο επιζήμιες είναι και οι πολιτικές που οδηγούν στην οικονομική οπισθοδρόμηση στην 10ετία του 80. Διότι αυτό είναι το αποτέλεσμα της εδώ και 2 χρόνια ακολουθούμενης πολιτικής. Η πραγματική ανάπτυξη θα έρθει με επεμβάσεις καίριας σημασίας, όπως ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, η ουσιαστική ενίσχυση της διαφάνειας, η έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης, η ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας, ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου, η οργάνωση και τόνωση της επιστημονικής έρευνας, η συνεχής και υψηλού επιπέδου κατάρτιση των εργαζομένων, η βελτίωση των υποδομών, η ολοκλήρωση της μηχανοργάνωσης και γενικά η ψηφιοποίηση στο δημόσιο τομέα, η δημιουργία ενός απλού, ξεκάθαρου και σταθερού φορολογικού συστήματος και γενικότερα την βελτίωση της λειτουργίας του κρατικού τομέα. Αυτές είναι οι προϋποθέσ6εις της ανταγωνιστικότητας και της δόμησης ενός πραγματικά σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Γιατί είναι πραγματικά εφικτή η μετεξέλιξη της Ελλάδος σε ένα κράτος με εύρυθμη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς ταυτόχρονα με την συνύπαρξη των κοινωνικών δικαιωμάτων που την κατατάσσουν στον δυτικό και όχι στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
* Ο Κοσμάς Ιατρίδης διδάσκει στο Aristotle University of Thessaloniki
ΠΗΓΗ: 21-03-2012, http://politicaldoubts.com/index.php/oikonomia-anaptixi/62-antagonistikotita.html




Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, ο πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη “
Συνεπώς, ο ΣΚΑΪ εμφανίστηκε σε πλήρη διαφωνία με τη ρήση του Κωνσταντίνου προς το γιο του Αλέξανδρο: “Υιέ μου, μη λησμονήσης ποτέ, ότι οι Έλληνες μόνον εις εαυτούς τους πρέπει να στηρίζωνται, όπως γίνωσιν ελεύθεροι”. Δικαίωμά του. Όπως, δικαίωμά του να συμφωνεί πλήρως με τον Βρετανό ΥπΕξ, λόρδο του Castlereagh, που επιθυμούσε να καταστήσει τους Έλληνες ένα “ξεπεσμένο, άψυχο έθνος”, συνεπώς, πλήρως “ακίνδυνο”. Η λιγότερο γνωστή αυτή δήλωση -σε σχέση με την αντίστοιχη, πολύ μεταγενέστερη του Kissinger- παρουσιάζει ενδιαφέρον, αφού επαληθεύεται ως πολιτική της βρετανοκρατίας (1833-1945) και της αμερικανοκρατίας (1945-2008). Ένα έθνος χάνει την ψυχή του και ξεπέφτει, όταν διαλύεται το ηθικό του πλαίσιο αναφοράς (έθνος > ήθος). Εκεί στόχευσε και ο διάδοχος του Castlereagh, ο George Canning, εκεί στόχευσε όλη η αποικιοκρατική πολιτική (τεράστιο το know-how από την Ινδία), εκεί στόχευσε και η πολιτική των δανείων (είχε ήδη εφαρμοστεί στη Ν. Αμερική) που δέσμευσε τη χώρα με τον δανεισμό του 1824-25, έναν δανεισμό που (με την κατάλληλη πολιτική υποβοήθηση) οδήγησε σε μια ατέλειωτη αλυσίδα εθνικών δανείων. Εκεί στόχευσε και ο ΣΚΑΪ, παρουσιάζοντας την Επανάσταση του 1821, όχι απλώς στερούμενη αυτοθυσίας και ιδανικών, αλλά ως μουσουλμανική εθνοκάθαρση, στηριγμένη στο θρησκευτικό φανατισμό! Δηλαδή, η θρησκευτική ηγεσία κρίθηκε ένοχη ως “απούσα” και ο μέσος-κατώτερος κλήρος κρίθηκε ένοχος ως “παρών-μακελάρης”. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο εξύμνησης του δυτικού παράγοντα, εμφανίστηκε και η ελληνική σημαία στα χέρια ενός φιλέλληνα αξιωματικού που πέφτει ένδοξα στη μάχη του Πέτα. Τίποτα ιδιαίτερο μέχρι εδώ. Το ξεχωριστό συνίσταται στο ότι δύο μόνο μάχες αναφέρθηκαν και αναπαραστάθηκαν οπτικά: το Πέτα και τα Δερβενάκια. Και φυσικά, κανένας ντόπιος επαναστάτης δεν κρατούσε σημαία στις δυο μοναδικές μάχες. Ούτε καν τη σημαία της Επιδαύρου. Κάπως έτσι χτίζεται η νέα Ιστορία ενός νέου Έθνους, που επιδιώκεται -σε πρώτη φάση- να ταυτιστεί πλήρως με το κράτος. Το θέμα που ανακύπτει δεν είναι απλώς η παραβίαση του Συντάγματος, ως προς το ρόλο της παιδείας. Δεν τίθεται μόνο θέμα καλλιέργειας της ηττοπάθειας και εμπέδωσης της υποταγής στον Έλληνα. Τίθεται ένα ευρύτερο θέμα: να καταρρακωθεί το ανθρώπινο ήθος, να καταστεί ο πολίτης λειτουργικώς αναλφάβητος και ως άψυχος διεθνοραγιάς πλέον, να συναινεί στον αυτοεξευτελισμό και στην εξαθλίωσή του. Τίθεται, ή μάλλον έχει ήδη τεθεί, και τώρα εμπεδώνεται η νέα ηθική όλων των “νόμιμων” πράξεων κάποιας Goldman Sachs, κάποιων κυβερνήσεων, κάποιων “διαιτητών”, όπως οι Moody’s-Fitch-S&P και ο ΟΗΕ, κάποιων ΜΚΟ, κάποιων πρέσβεων καλής θελήσεως… Νόμιμη διαδικασία, άρα και ηθική, είναι π.χ. το CDS, δηλαδή το ποντάρισμα πάνω στην ανθρώπινη εξαθλίωση, που συχνά οδηγεί στο θάνατο. Είπαμε, δικαίωμα του ΣΚΑΪ η πολιτική άποψη, ακόμα και η πιο απάνθρωπη (τι σόι κοινωνία “ανεκτικότητας” είμαστε). Όμως, η οικειοποίηση του Πανεπιστημίου και η συνειδητή κακοποίηση της επιστήμης, όχι μόνον δεν είναι δικαίωμα, αλλά συνιστά βαρύ παράπτωμα έναντι της ακαδημαϊκής κοινότητας και κακουργηματική ασέλγεια έναντι της κοινωνίας, ακόμα και στην κοινωνία της “ανεκτικότητας”.
Το “1821” του ΣΚΑΪ, ως μνημείο ελλείψεων-αντιφάσεων-επιστημονικής κακοποίησης, μάς βοήθησε τελικά να επανεξετάσουμε το όραμα των Υψηλαντών, που αποτελούσε το κόκκινο πανί για την ευρωπαϊκή πολιτική του 18ου-19ου αιώνα· και την αποικιοκρατική (παγκοσμιοποιητική) και την σταθεροποιητική – κεντροευρωπαϊκή. Ένα καίριο σημείο είναι τούτο: αν υπήρχαν δυο απόψεις για τον ελληνικό πολιτισμό, αυτές που συγκρούστηκαν κατά την Επανάσταση, τότε ποιος οργάνωσε και ξεκίνησε την Επανάσταση; Η μια άποψη; Η άλλη; Και οι δυο μαζί; Σ’ αυτό το ζήτημα ουσίας, ο -ευαίσθητος στην κατάρριψη των μύθων- ΣΚΑΪ προτίμησε την πλάγια μέθοδο. Προτίμησε να πει έμμεσα ότι τη δημιούργησε η “εκσυγχρονιστική” πτέρυγα, δηλαδή το κοσμικό έθνος, που γεννήθηκε 10-20 χρόνια πριν την Επανάσταση στο θεωρείο της πεφωτισμένης γκιλοτίνας! Γιατί όμως να μιλήσει πλάγια και δειλά (άλλαξε και τον υπότιτλο της τηλεοπτικής σειράς στο παρά πέντε), αν μπορούσε να αποδείξει ότι η Επανάσταση ήταν έργο των “εκσυγχρονιστών”; Από μετριοπάθεια μήπως; Επιβεβαιώνεται κάτι τέτοιο στην όλη του προσέγγιση; Γιατί να καταφερθεί με πολλαπλά ψευδή στοιχεία εναντίον της Εκκλησίας; Αν όντως η Αγ. Λαύρα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη, ας μας υποδείξουν οι ιστορικοί του ΣΚΑΪ τα σημεία όπου υψώθηκαν τα κοσμικά λάβαρα, τα πρόσωπα που τα ύψωσαν και τις προεργασίες μέσω των οποίων οδηγηθήκαμε στο 1821. Τελικά, ήταν ψέματα αυτά που μάθαμε παλιά στο δημοτικό ή, στα όποια παγιωμένα ψέματα (από την αντίπερα της “Λαύρας” πλευρά), έγινε απόπειρα να προστεθούν κι άλλα, πολύ χοντρύτερα; Αρκεί να παρακολουθήσει κάποιος την παρουσίαση των Κλεφταρματολών και του Πατριαρχικού ρόλου, για να σχηματίσει μια πρώτη εντύπωση. Αρκεί να δει πώς πρόβαλε το “άνομο” 1821 στο σήμερα. Γιατί, εκεί που βγάζει κάποιος το καπέλο στο ΣΚΑΪ, είναι η ειλικρινής παραδοχή του λόγου για τον οποίο έφτιαξε το “1821”.
Οι αντιφάσεις και οι αυτοαναιρέσεις στην παρουσίαση του ΣΚΑΪ ήταν τόσο πολλές, ώστε να καταρρέει άμεσα η αιτιολογία του “πολύπλευρου επιστημονικού λόγου” (που κι αν ακόμα ήταν πρόθεση και γινόταν ισομερώς, θα μετέτρεπε την ιστορία σε στατιστική). Η απαρίθμηση όλων των αντιφάσεων θα έφτιαχνε ένα γιγαντιαίο, επιστημονικό -πλην βαρετό- έργο. Να πούμε δυο λόγια για ένα σημείο που ξεχωρίζει: το “συνταγματικό”. Το μέγα επιχείρημα απόδειξης της “προοδευτικής” μαυροκορδατικής πολιτικής κατά το 1821, που έρχεται να υποστηρίξει το πολιτικό “σήμερα”. Η μαυροκορδάτεια συνταγή μεταφερμένη στο σήμερα, με την ευθεία -ενίοτε- απειλή για την αυστηρή εφαρμογή της “νομιμότητας” συμπλέει με την τύφλωση και κώφωση που δείχνουν οι πολιτικοί (ιστορικοί) του ΣΚΑΪ στη δυσαρμονία της κυβέρνησης των δανείων με τη λαϊκή βάση. Τι “δεν είδε” ο ΣΚΑΪ; Μα, αυτό που και ο ίδιος έκανε: απειλές των δανειστών προς τους δανειζομένους, απειλές και τρόμος από τους εντόπιους κυβερνώντες με ένα και μόνο επιχείρημα: “στην αντίθετη περίπτωση, το χάος”. Κι αν στο σήμερα υπονοείται ή δειλά λέγεται “ο λαός δεν γνωρίζει, ο λαός παρασύρεται από τους λαϊκιστές των εύκολων συνθημάτων”, τότε εμφανίζεται μια ακόμα μεγαλύτερη αντίφαση: η ιστορική συκοφάντηση και η καταδίκη της καποδιστριακής διακυβέρνησης, επειδή συνειδητά παρέκαμψε το μαυροκορδάτειο σύνταγμα (η καταδίκη αυτή έχει σήμερα επανασυσκευαστεί από την ίδια “προοδευτική” ιστορική γραμμή ως αόριστη αποδοχή, με καταγραφή “σοβαρών επιφυλάξεων”). Και την αντίφαση αυτή συνοδεύει η κατάρρευση εκείνου του “συντάγματος”, του οποίου η προσχηματικότητα αποκαλύπτεται, ακόμα και μόνο από τα εξωτερικά, κοινά στοιχεία, μεταξύ της ανέγερσης του 1822 και της κατεδάφισης του 2012: το “σύνταγμα” αυτό συνδέεται με τα δάνεια, εμφανίζεται και εξαφανίζεται με τη διαδικασία του “κατεπείγοντος”.
Το ότι ο Θ. Βερέμης είναι υπέρμαχος της πολιτικής των δανείων και του ευρώ – βρόγχου είναι γνωστό. Το ότι μιλά υπέρ αυτών με το γνωστό επιχείρημα “δεν υπάρχει καλύτερη λύση”, επίσης. Είναι αυτός ο πάγιος, δογματικός λόγος που προσπαθεί με ελλιπή ή ψευδή στοιχεία να τεκμηριώσει την “αδύναμη Ελλάδα” από το 1821 (το 22 ο Κολοκοτρώνης “απέτυχε”, δυστυχώς, να φέρει τη δυτική βοήθεια, κάτι όμως που “κατάφερε” το 27 ο Καραϊσκάκης). Το ότι οι “πονηροί-τεμπέληδες Έλληνες” (όλοι μαζί) ξεγέλασαν την Κομισιόν, καλώντας τη Goldman Sachs να κρύψει το χρέος μέσω swap, το ότι ξεγελούσαν στη συνέχεια επί χρόνια την ανυποψίαστη Γιούροστατ, παραποιώντας κάθε χρόνο τα στοιχεία του προϋπολογισμού είναι κάτι αληθινό και σοβαρό· τόσο, όσο και η ευθύνη του Μπακόλα για την ήττα στη μάχη του Πέτα. Το ότι ο Θ. Βερέμης εντοπίζει και αναλύει την ατομική ευθύνη του πολίτη, όχι όμως του πολιτικού, που πρώτα φτιάχνει το νόμο-προσωπική ασπίδα και ύστερα δικαιολογείται ότι “δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση, αλλά πάντως, φταίνε οι προηγούμενοι” είναι θράσος ή σουρεαλισμός; Το ότι ο Θ. Βερέμης εντοπίζει το σύμπτωμα “δεν μαθαίνουν Ιστορία οι μαθητές του ελληνικού σχολείου”, αδυνατώντας όμως να εντοπίσει την ευθύνη, ενώ και Πανεπιστημιακός υπήρξε και πρόεδρος του Εθνικού (!) Συμβουλίου Παιδείας, τι συνιστά; Θράσος; Σουρεαλισμό; Τι είδους πολιτική επιστήμη είναι αυτή, που χαρακτηρίζει ως “δημοκρατία” την ολιγαρχική, υποκριτική, ρουσφετοκρατική, δυναστική κομματοκρατία και αποδίδει ατομικές ευθύνες στους πολίτες που ανταλλάσσουν την ψήφο τους με διορισμό, αλλά όχι στους πολιτικούς που μεταφέρουν βαλίτσες κομματικού/ατομικού χρήματος και διατηρούν ένα καθεστώς υποτέλειας;
Και ο “συνταγματικός” σουρεαλισμός: οι σημερινοί πολιτικοί μιλούν υπέρ του μονόδρομου “δανεισμός – ευρωζώνη” προειδοποιώντας “αν χρεοκοπήσουμε, θα υποστούμε τεράστια δεινά” (ενδιαφέρονται δηλαδή για μας, αφού οι Ελβετικές & Κεϊμάνιες κασέλες αναμένουν πάντα τον επιθεωρητή Κλουζώ). Όταν οι πολιτικοί λένε ότι φτάσαμε ως κράτος στο “μη παρέκει”, ανεξάρτητα από το πόσο αυτό αληθεύει ως δυνατότητα δανεισμού, ομολογούν ταυτόχρονα την αποτυχία του κληρονομικού πολιτικού μας συστήματος, δηλαδή των γονιών τους, των συγγενών τους, ακόμα και των ιδίων (Υφυπουργός Πολιτισμού, Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υπουργός Εξωτερικών ο Γ.Α.Π. στο διάστημα 1985-2004). Ταυτόχρονα, όχι απλώς δεν παραιτούνται, όχι μόνο δεν ζητούν ταπεινά συγγνώμη, αλλά μεθοδεύουν, εκβιάζουν, απαιτούν να συνεχίσουν να αποφασίζουν οι ίδιοι και προς την ίδια κατεύθυνση! [Η αποδοχή αυτής της παράκρουσης από τους πολίτες θα αποδείξει σε μεγάλο βαθμό το πόσο πέτυχε η διάλυση της παιδείας από το 1980. Πόσο πέτυχε η διάλυση της συλλογικής συνείδησης και η υποκατάσταση του άγραφου, ηθικού πλαισίου από τον πολιτικό νόμο, κάτι που μας ώθησε προς τον ατομισμό]. Την ίδια στιγμή, η λαϊκή δυσαρμονία αποσιωπάται, δηλαδή ο πολίτης υποχρεώνεται σε “σωτηρία”, η έκφραση διαφορετικής άποψης βαφτίζεται “λαϊκισμός” και δεν λαμβάνεται υπόψη, ο ΠτΔ σφυρίζει -κατά το Σύνταγμα, πάντα- αδιάφορα, οι βουλευτές το παραδέχονται πλέον και δημόσια ότι εκβιάζονται και ότι δεν γνωρίζουν τι ψηφίζουν, άρα η Βουλή χάνει τελείως το λόγο ύπαρξής της, η -κατά Μοντεσκιέ- ανεξάρτητη δικαιοσύνη σιωπά μπροστά στην μαζική καταπάτηση των θεσμών και τα ΜΜΕ εξακολουθούν να περιγράφουν μια άλλη χώρα (σιωπούν, χαζογελούν, μαγειρεύουν, προπαγανδίζουν, τρομοκρατούν και αναφέρουν την κομματική πειθαρχία ως να προβλέπεται κι αυτή στο άρθρο 60 του Συντάγματος). Για το καλό μας! Αυτά τα ωραία συμβαίνουν στη χώρα, μετά από 190 χρόνια πιστής εφαρμογής της δυτικής θεσμικότητας. Ή όχι; Εκτός κι αν ο Γ.Α.Π. παραιτήθηκε αυτοβούλως, εκτός κι αν νόμος και ήθος δίνουν το δικαίωμα να εκλέγεσαι με το Α πρόγραμμα και να εφαρμόζεις το αντίθετο Β, λέγοντας -όπως στο δημοτικό σχολείο- “δεν κατάλαβα, δεν ήξερα, νόμιζα, ένα παιδί μου είπε”.
Πού βρίσκονται οι ευθύνες σύμφωνα με αυτή τη “συνταγματική” λογική; μα…, στους πολίτες, που δεν πλήρωσαν φόρους ή ζήτησαν ρουσφέτι και όχι σε όσους πολιτικούς παρείχαν ρουσφέτια, παρακίνησαν προς τη διαφθορά, αδιαφόρησαν για τη φοροδιαφυγή, συρρίκνωσαν με κάθε τρόπο την εθνική οικονομία, συνήργησαν στην καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, συνήργησαν στην καταλήστευση του μικροεπενδυτή μέσω του χρηματιστηρίου, πήραν μίζες από τις κρατικές προμήθειες, εκχώρησαν παθητικά ή ενεργητικά τον εθνικό πλούτο, κορόιδεψαν, δίχασαν και κατασυκοφάντησαν τους πολίτες, πήραν δάνεια και τα ξόδεψαν στο κομματικό κράτος… Αλλά κι αυτά μοιάζουν με επί μέρους πλημμελήματα μπροστά στον υπέρτατο, διαγραφόμενο κεντρικό στόχο: όπως το κράτος (κάποτε), έτσι και το έθνος (σήμερα) πρέπει να υποταχθεί στις “αγορές”. Τουτέστιν, ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ = ιδιωτικά μονοπώλια βασικών πόρων και υπηρεσιών, ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ / ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ = εγκαθίδρυση της ατομιστικής κοινωνίας, επιβολή της ηθικής της τοκογλυφίας, δυναστικό κράτος, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ = όχι συγκεντρώσεις (όχι στο κάπνισμα, 23% στο σουβλάκι), ναι στην κάνναβη στο μπαλκόνι, ηλεκτρικό ρεύμα μόνο μετά την πληρωμή φόρων. Διερευνώντας το 1821, κυρίως όμως το πλαίσιο του διαφωτισμού μέσα στο οποίο λειτούργησε, μπορούμε να δούμε αν η σημερινή τρομοκρατία του εντόπιου κοινοβουλευτικού φασισμού έχει τις ιστορικές της καταβολές στην τρομοκρατία της Επανάστασης των ιακωβίνων, των γκουλαγκ της Επανάστασης των μπολσεβίκων και στη θηριωδία του ναζισμού. Αν, δηλαδή, η πλήρης διαστρέβλωση της Ιστορίας χρησιμοποιήθηκε και παλιότερα, αν κατάφερε η Ιστορία, όχι απλώς να υπερτονίσει και να υποβαθμίσει κατά βούληση, αλλά να βαφτίσει το άσπρο – μαύρο και αντίθετα.
Αλήθεια, μια που είδαμε τον κεντρικό ιστορικό του “1821”, εκτός από το να διαπιστώνει τη διαχρονική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, να διαρρηγνύει και τα ιμάτιά του σχετικά με την (αντίστοιχη της “ανομίας” των κλεφταρματολών) σημερινή “ανομία” των πολιτών, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: αν συγκρίνουμε τα σημερινά δημόσια και ιδιωτικά διόδια με τους δερβενατζήδες επί Αλή Πασά και συγκρίνουμε την κάθε περίπτωση σε σχέση με το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει, τι συμπέρασμα βγάζουμε για την κατάχρηση εξουσίας επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επί Αστικής Κοινοβουλευτικής “Δημοκρατίας”; Τι συμπέρασμα βγάζουμε για την εξέλιξη των δικαιωμάτων του πολίτη δύο και πλέον αιώνες μετά την 

