Αρχιτεκτονικός Κανιβαλισμός στην Αθήνα

Αρχιτεκτονικός Κανιβαλισμός στην Αθήνα (2009-07-23)

 

Του Νίκου Στέλ. Σαλίγκαρου*


Μεγάλωσα στην Αθήνα. Η οικογένειά μου έμενε στο παλιό μέρος της πόλης, κοντά στο κέντρο. Σαν μικρό παιδί συνήθιζα να παίζω και να περπατώ στα ιστορικά κομμάτια της πόλης, δίπλα σε αρχαιολογικές τοποθεσίες. Όλα τα παραπάνω με καθόρισαν σαν χαρακτήρα και γενικότερα σαν άνθρωπο. Στη μάχη του 1826 ο πρόγονός μου Άγγελος Σαλίγκαρος πολέμησε πάνω στο βράχο της Ακρόπολης για την υπεράσπισή της. Είναι, λοιπόν, βαθύς ο πόνος σήμερα, παρακολουθώντας τους Αθηναίους να καταστρέφουν με ζήλο τον αρχιτεκτονικό και αστικό χαρακτήρα της Αθήνας στο όνομα μιας υποτιθέμενης μοντερνοποίησης.

Το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς πόλης έχει ήδη αποτελέσει θύμα του μεταπολεμικού κύματος δόμησης, που αντικατέστησε τα παλιά σπίτια με αυλές με απαίσιες πενταόροφες πολυκατοικίες. Εκτός από τα ελάχιστα νεοκλασικά, τα οποία κτίστηκαν κατά το τέλος του 19ου αιώνα και στην αρχή του Β' Παγκοσμίου πολέμου (Salingaros, 2005), είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος, σήμερα, ακόμη και ένα παράδειγμα σπιτιού με αυλή, του οποίου η τυπολογία πηγαίνει πίσω στην αρχαία Ελλάδα (στη συνέχεια μεταδόθηκε μέσω της Ρώμης στον Ισλαμικό κόσμο και την Ισπανία, έπειτα στον Νέο Κόσμο, μέχρι στην Καλιφόρνια κατά τη δεκαετία του 1920).

Όπως πολλές άλλες χώρες στον κόσμο, έτσι και η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν αρχιτεκτονικό κανιβαλισμό καθοδηγούμενο από την εφόρμηση μιας νέας αδίστακτης κοσμοθεώρησης, που προσπαθεί να υποκαταστήσει την παράδοση, τον πολιτισμό ακόμη και τη θρησκεία ενός έθνους. Όμως δεν έχει επιβληθεί από κάποια εισβολή ξένης στρατιωτικής δύναμης (εκτός αν κάποιος θεωρήσει, όπως πολλοί κάνουν, τη παγκοσμιοποίηση και τα διεθνή ΜΜΕ ως ύπουλες δυνάμεις κατοχής): ο αρχιτεκτονικός κανιβαλισμός αποτελεί έναν είδος εμφυλίου πολέμου. Μερικοί Έλληνες έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου και καταστρέφουν την ίδια τους την κληρονομιά: προσπαθούν απεγνωσμένα να συμβαδίσουν σύμφωνα με το cult του μοντερνισμού.

Φανατισμένοι ιδεολόγοι, καθοδηγούμενοι από πρότυπα αποξένωσης και αξίες καθόλου ανθρώπινες, βεβηλώνουν την πόλη και την ιστορία της Αθήνας. Πρόθυμα συνεργάζονται, προδίδοντας την κληρονομιά τους και ασπάζονται την εισαγόμενη από την Ευρώπη και τις HΠΑ μοντέρνα τάση για αρχιτεκτονικό μηδενισμό (cult of architectural nihilism). Αν και ένα μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου αρχίζει να αποστρέφεται αυτή την εφιαλτική περίοδο της αρχιτεκτονικής και του ουρμπανισμού (Salingaros & Masden, 2007), κάποιοι στην Ελλάδα με περηφάνια την προωθούνε. Ως συνήθως λίγο πίσω από τους καιρούς, αυτές οι ομάδες προσπαθούν να αναπληρώσουν τον «χαμένο χρόνο» υπηρετώντας φανατικά αυτό το cult.

Το νέο μουσείο της Ακρόπολης, που πρόσφατα ολοκληρώθηκε, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της προαναφερόμενης cult αρχιτεκτονικής. Απειλεί με κατεδάφιση δυο προστατευόμενα νεοκλασικά και art deco κτίρια, με την αιτιολογία ότι εμποδίζουν τη θέα προς τον ιερό βράχο (1). Είναι προφανές ότι η κατεδάφισή τους θα πλήξει σοβαρά την ιστορική αστική υπόσταση της Αθήνας. Υπάρχει μια γενική κατακραυγή, ενώ την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προχωράει ατάραχη τις διαδικασίες για τη σταδιακή κατεδάφιση των κτιρίων. Θα ήθελα, εδώ, να απεμπλακώ από τα προσωπικά μου συναισθήματα (απολύτως δικαιολογημένα) και να εξαπολύσω μια αιχμηρή επίθεση στους αυτουργούς αυτής της «τραγωδίας».

Τα κτίρια αυτά, αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, βρίσκονται στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου στα νούμερα 17 και 19. Το ένα είναι νεοκλασικό (του 1890) και το άλλο περισσότερο art deco (του 1930). Ο αρχιτέκτονας Νίκος Καρύδης, γοητευμένος ειδικά από το κτίριο του αριθμού 17, σχολιάζει: «αυτό το φανταστικό κλασικό και art nouveau τετραώροφο οίκημα του Κουρεμένου, με τα αξιοθαύμαστα γλυπτά τοποθετημένα εκατέρωθεν της εισόδου, καθώς και με την πανέξυπνη χρήση του μαρμάρου στην πρόσοψη αποτελεί ένα από τα καλύτερα κτίρια της Αθήνας». Την περίοδο στο καλοκαίρι του 2007 που όλη σχεδόν η Ελλάδα μαστιζόταν από την πύρινη λαίλαπα που απειλούσε ακόμη και την αρχαία Ολυμπία (δηλαδή, ακριβώς τη χρονική στιγμή που η εθνική προσοχή ήταν στραμμένη αλλού), η νομική προστασία των δύο αυτών κτιρίων άρθηκε. Αυτή η διαδικασία θυμίζει τον απροσδόκητο αρχαιολογικό αποχαρακτηρισμό του χώρου του νέου μουσείου, έτσι ώστε να επιτραπεί η εκσκαφή των θεμέλιων στηλών. Πολλοί απλοί πολίτες δηλώνουν την αποστροφή τους από τους πολιτικούς χειρισμούς που ακολούθησαν το εγχείρημα. Πολυάριθμες αγωγές λάβανε χώρα εξ αιτίας μιας σειράς τέτοιων, κατά τα φαινόμενα, «ανώμαλων» διαδικασιών. Παρόλ'αυτά τα πάντα «τακτοποιήθηκαν» από τις δύο διαδοχικές κυβερνήσεις.

 Θα ήθελα, άμεσα, να συγκρίνω το νέο μουσείο της Ακρόπολης με τα δύο αυτά ιστορικά κτίρια που απειλούνται με κατεδάφιση. Παρά τις ασυγκράτητες δηλώσεις θαυμασμού από τους υποστηρικτές του, το κτίριο του μουσείου έχει αμελητέα αρχιτεκτονική αξία: απουσιάζει η συνεκτικότητα και η λογική, έχοντας σχεδόν μηδενική αρχιτεκτονική ζωή (Salingaros, 2006). Αποτελεί ένα τυπικό προϊόν ντεκονστρουκτιβισμού (deconstructivism), μολονότι δεν είναι περισπειρωμένο και συστρεμμένο όπως τα πιο ακραία παραδείγματα αυτού του στυλ. Εν αντιθέσει με τα δύο απέριττα διαβαθμισμένα κτίρια τα οποία ενσωματώνουν έναν υψηλό δείκτη αρχιτεκτονικής ζωής. Αυτή η «ζωή» είναι αυτό που διαισθητικά οι θεατές αντιλαμβάνονται, και για αυτό η συγκεκριμένη περιπατική διαδρομή, περνώντας μπροστά από δύο τέτοια κτίρια και αντικρίζοντας την Ακρόπολη, είναι από τις πιο ευχάριστες διαδρομές στον κόσμο.

Ο κριτικός των New York Times προσπάθησε να δικαιολογήσει αυτή την αρχιτεκτονική «τραγωδία» (το ΝΜΑ) αποκαλώντας την «ένα εντυπωσιακό επίτευγμα: ένα κτίριο το οποίο είναι τόσο ένας διαφωτιστικός διαλογισμός πάνω στον Παρθενώνα όσο μια μαγευτική δουλειά αυτή καθεαυτή» (Ouroussoff, 2007). Πώς μπόρεσε, αναρωτιέμαι, ο κριτικός να γράψει σχεδόν έναν διθύραμβο για το νέο μουσείο; Σίγουρα θα πρέπει να είναι αποκομμένος από συναίσθημα και εμπειρία. Τέτοια θετική κριτική οφείλει να ερμηνευθεί μέσα στο κατάλληλο πλαίσιο. Όπως γράφει ο Νεοϋρκέζος αρχιτέκτονας John Massengale: «σαν τον προκάτοχο του, που τον επέλεξε, ο Ouroussoff είναι ένας ακτιβιστής και υπερασπιστής μιας μικρής ομάδας Starchitects. Για τον Ouroussoff, η ιδεολογία υπερνικά την εμπειρία (Massengale, 2005) … Ο κ. Ouroussoff γνωρίζει ότι ο ρόλος του δεν είναι να αιτιολογεί αλλά να ανυψώνει τους Starchitects (2007a) … Κάπως έτσι εξελίσσονται το πράγματα ενόσω ο εκπρόσωπος τύπου των Starchitects προβάλλει την εγωκεντρική τους ιδεολογία (2007b)». Το cult αυτοενισχύεται.

Η κριτική του John Massengale είναι πολύ πιο οξυδερκής και ειλικρινής: «Το νέο μουσείο της Ακρόπολης του Bernard Tschumi είναι ένα μεγαθήριο εντελώς ασύμμετρο σε σχέση με τα υπόλοιπα κτίρια που διαμορφώνουν τον δρόμο … Το κτίριο του Tschumi είναι ένας ξένος εισβολέας που θρυμματίζει τον χώρο, ξεπροβάλει με μια καθόλου ανθρώπινη κλίμακα και κάνει έναν υπέροχο χώρο τριγύρω να μοιάζει με ένα κοινότυπο, ανιαρό τοπίο ανάπτυξης. Αν τα δύο κτίρια καταστραφούν, η συνεχής «βιαιοπραγία» έναντι της ιδιαιτερότητας του μέρους θα προκαλέσει ακόμη περισσότερη ζημιά στην Αθήνα από την απώλεια ενός όμορφου κτιρίου» (Massengale, 2007c).

Αυτοί οι λίγοι Έλληνες, υπέρμαχοι της κατεδάφισης των προαναφερόμενων κτιρίων, προσπαθούν να εφαρμόσουν το μοντερνιστικό ιδανικό ενός κτιρίου αποκομμένου από τον περιβάλλοντα χώρο. Η έντονη αντιπαράθεση, λοιπόν, καθοδηγείται επίσης από ιδεολογικά προστάγματα: η αλαζονεία του σύγχρονου κτιρίου/βιτρίνα να τοποθετείται «πέρα» από τα παρακατιανά, παλιά, τριγύρω κτίρια. Ένας Έλληνας αρχιτέκτονας, υποστηρικτής της κατεδάφισης των κτιρίων, ισχυρίζεται ότι: «Η Αθήνα πρέπει να επενδύσει ανεπιφύλακτα στην υψηλή σύγχρονη αρχιτεκτονική και κάτι τέτοιο απαιτεί ρήξεις». Το παραπάνω αποτελεί μια δήλωση μοντερνιστικής τάσης από κάποιον που απορρίπτει την αρχιτεκτονική εναρμόνιση με ανθρώπινο χαρακτήρα, θεωρώντας την απλά ως «νοσταλγία για το παρελθόν». Μην εκτιμώντας την αναζωογονητική αξία της ιστορικής αστικής κληρονομιάς, όποιος έχει τις παραπάνω πεποιθήσεις μπορεί μόνο να την καταστρέψει.

 

Εξέχουσες προσωπικότητες από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο εμφανίζονται σοκαρισμένες από τον σχεδιασμό του νέου μουσείου της Ακρόπολης, το οποίο αρνείται να εναρμονιστεί με τον περιβάλλοντα χώρο: έχει μια υπερσύγχρονη, high-tech εμφάνιση που δεν έχει καμιά σχέση με την μακραίωνη ιστορία της Ελληνικής αρχιτεκτονικής. Πολλοί μένουν έκπληκτοι μπροστά σε αυτόν τον αρχιτεκτονικό κανιβαλισμό που έχει βαλθεί τώρα να κατεδαφίσει και τα δύο κτίρια της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Προβληματισμένοι οι παρατηρητές ερμηνεύουν τα γεγονότα σαν ένα δυσνόητο λάθος ή παράβλεψη από τον αρχιτέκτονα του έργου Bernard Tschumi.

Προσωπικά δεν είμαι ούτε μπερδεμένος ούτε έκπληκτος από όλα τα παραπάνω. Ως φαίνεται οι κριτικοί της αρχιτεκτονικής δεν γνωρίζουν τις ρίζες αυτού του κινήματος. Ο ντεκονστρουκτιβισμός είναι μια επιθετική, άγρια, βίαιη αρχιτεκτονική που βασίζεται στον μηδενισμό και αναπαράγεται με συγκεκριμένα μέσα. Δυστυχώς, οι οπαδοί και τα μέσα αυτού του αρχιτεκτονικού κινήματος έχουν παραπλανήσει το κοινό. Πέρα από αυτά, η προτεινόμενη κατεδάφιση των δύο κτιρίων έναντι του νέου μουσείου θα οδηγήσει επίσης στο κόψιμο μια σειράς περήφανων, μεγαλοπρεπών δέντρων. Τίποτα δεν πρέπει να στέκεται μπροστά στο μουσείο! Αυτοί που επέλεξαν τον κ. Tschumi θα έπρεπε να γνώριζαν τι σήμαινε αυτή τους η επιλογή. Κάποιοι αντιλήφθηκαν εξαρχής τι θα συνέβαινε, μα άλλοι ξύπνησαν ξαφνικά αφού το νέο κτίριο είχε ήδη καταβροχθίσει σχεδόν ό,τι υπήρχε τριγύρω.

Ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός (συγγραφέας του βιβλίου «Ζ») ήταν τρομαγμένος: «Ο κ. Τσούμι (Tschumi) επιτίθεται, είναι προκλητικός. Αυτή η τριγωνική εξέδρα, το αίθριο της καφετέριας… είναι ένα βέλος από τσιμέντο που εκτοξεύεται πισώπλατα στα δύο διατηρητέα, σαν να ήθελε να τα γκρεμίσει μόνο με την ορμή του. Είναι άγριο, είναι τριτοκοσμικό. Φυσικά και ταιριάζει με την εκτρωματική σύλληψη του όλου μουσείου. Αλλά τέτοια επιθετικότητα, ανάξια ενός σημαντικού αρχιτέκτονα σαν τον κ. Τσούμι, δεν την περίμενα. Αν ήταν να κατεδαφιστούν τα κτίρια, το βέλος αυτό θα σημαδεύει την ίδια την Ακρόπολη, σαν να θέλει να την γκρεμίσει κι αυτήν. Αυτός είναι ο ποθούμενος διάλογος κύριε Τσούμι με το Μνημείο; Εσύ, Μελίνα, που το ξεκίνησες, θα έκανες τώρα απεργία πείνας ώσπου να ανακληθεί το τόξο-εκδίκηση, το αίθριο της καφετέριας Τσούμι; (Βασιλικός, 2007)».
Συνολικά 25 σπίτια κατεδαφίστηκαν για τη δημιουργία του αναγκαίου χώρου για το νέο μουσείο. Τα δύο εναπομείναντα κτίρια προστατευόταν νομικά. Το αρχικό πλάνο και ο σχεδιασμός διατηρούσαν και σεβόταν τη θέση των δύο αυτών κτιρίων. Τώρα που το μουσείο ολοκληρώθηκε, κάποιος φαίνεται να άλλαξε γνώμη ή σκόπευε να γίνει έτσι από την αρχή. Οι λεπτομέρειες αυτής της αντιπαράθεσης, σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές, μπορούν να αναχθούν σε έναν απλό, πεζό λόγο: μια καλύτερη θέα από το εστιατόριο και την καφετέρια του νέου μουσείου. Προς το παρόν οι πελάτες της καφετέριας αντικρίζουν την πίσω όψη των δύο προστατευμένων κτιρίων, η οποία δεν σχεδιάστηκε με σκοπό να είναι ιδιαίτερα ελκυστική. Ο Ελληνικός τύπος αναφέρει ότι τα προσδοκώμενα έσοδα από το εστιατόριο και την καφετέρια ανατρέπουν τους όποιους ενδοιασμούς για ιστορική διατήρηση.

Η ειρωνεία σε όλα αυτά είναι ότι η Ελληνική κυβέρνηση (για την ακρίβεια δύο διαδοχικές κυβερνήσεις, οι οποίες, ενώ διαφωνούσαν σε πάρα πολλά θέματα, άσκησαν έντονη πίεση για να κτιστεί το νέο μουσείο της Ακρόπολης) ίσως βάζει σε σοβαρό κίνδυνο τη φήμη του νέου μουσείου. Πέρα από τις παθιασμένες δηλώσεις για προώθηση ενός αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού διαφωτισμού με το υπερσύγχρονο μουσείο της Ακρόπολης, κάποιοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι όλο αυτό εστερνίζεται μία παράλογη και εφήμερη αρχιτεκτονική μόδα που καταστρέφει την ανεκτίμητης άξιας εθνική κληρονομιά. Πώς θα κρίνει, λοιπόν, η ιστορία αυτές τις κυβερνήσεις, που στο παρελθόν γκρέμισαν κτίρια ιστορικής αξίας στο όνομα ενός εκκεντρικού αρχιτεκτονικού μοντερνισμού;

Αξίζει να αναλύσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αρκετά λογικά και καλοπροαίρετα άτομα οδηγήθηκαν σε τέτοιο καταστροφικό παραλογισμό. Στο κάτω-κάτω αυτοί οι άνθρωποι είναι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και όχι επαγγελματίες βάνδαλοι. Επιπροσθέτως, το όλο εγχείρημα έλαβε χώρα σε καιρό δημοκρατικής ειρήνης, που σημαίνει ότι οι πολίτες είχαν επαρκή χρόνο για να διαμαρτυρηθούν σε περίπτωση που διαφωνούσαν. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων, εξαπατημένη, υποστήριζε με ενθουσιασμό και θέρμη την ιδέα του νέου μουσείου της Ακρόπολης. Ανάχθηκε σε εθνικό θέμα, λαμβάνοντας την μορφή, ως συνήθως γίνεται σε τέτοιες περιστάσεις, μαζικής υστερίας. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις παρουσίασαν τις παρακάτω προτάσεις στο κοινό (με δικά μου λόγια):


1. Η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα ένα νέο μουσείο για να στεγάσει τα εκθέματα από την Ακρόπολη, καθώς το παλιό μουσείο είναι πολύ μικρό.

2. Ο Bernard Tschumi είναι ένας διεθνούς φήμης, σημαντικός και επιτυχημένος αρχιτέκτονας, εγνωσμένης αξίας και ικανότητας.

3. Οι διάσημοι αρχιτέκτονες είναι επαγγελματίες με βαθιά παιδεία και σέβονται την ιστορία και την αρχιτεκτονική κληρονομιά ενός έθνους.

4. Μόλις το νέο μουσείο της Ακρόπολης είναι έτοιμο, η Αγγλία θα επιστρέψει τα ελγίνεια μάρμαρα που εκθέτονται προς το παρόν στο Βρετανικό μουσείο.

5. Το εγχείρημα αυτό, για το πιο σπουδαίο εθνικό μνημείο, αποτελεί μείζονος εθνικής σημασίας και για αυτό πρέπει να υποστηριχθεί με κάθε δυνατό μέσο.


Το πρώτο σημείο είναι πιθανώς σωστό, ενώ θα διαφωνούσα με το δεύτερο. Οι εντελώς υποθετικές προσδοκίες για τεράστιους αριθμούς επισκεπτών στο νέο μουσείο τείνουν να εκληφθούν ως γεγονότα (δηλαδή χρήματα τα οποία ήδη έχουν εισπραχθεί). Τι κι αν το κτίριο αυτό, σαν άλλα παρόμοιας ντεκονστρουκτιβιστικής αρχιτεκτονικής τάσης, προκαλέσει αρνητικά συναισθήματα στους επισκέπτες; Τι κι αν το «άγριο βλέμμα» του κτιρίου (ένα σχεδιαστικό ελάττωμα το οποίο συναντάται επίσης στο μουσείο Ara Pacis του Richard Meier στη Ρώμη) αποσπά την προσοχή των επισκεπτών από τα εκθέματα; Αυτή η κατά τρόπον θρησκευτική πίστη σε μια ανώτερη αρχιτεκτονική εμποδίζει τη διατύπωση εμπεριστατωμένων κριτικών.

Το τρίτο σημείο αποτελεί ένα ευγενές λάθος που μπορεί να κάνει ο καθένας μη σχετικός με τις σημερινές τάσεις στην αρχιτεκτονική και με την παραπλανητικά αποκαλούμενη «αρχιτεκτονική θεωρία». Στα άρθρα και τα βιβλία μου έχω επιχειρήσει να εξηγήσω τους λόγους που μια τέτοια πρόταση είναι λανθασμένη, στη πραγματικότητα θανάσιμα λανθασμένη. Η εσκεμμένη σύγχυση για το τι είναι διάσημο, καλό και σύγχρονο έχει προκαλέσει σοβαρή ζημιά. Ίσως είναι πιο ακριβές κάποιος να χαρακτηρίσει τους σύγχρονους αρχιτέκτονες ως αντι-αρχιτέκτονες. Δεν τους απασχολεί η αρχιτεκτονική που σέβεται και προσαρμόζεται στις ανθρώπινες ευαισθησίες ή στον τοπικό πολιτισμό, αλλά το μόνο τους ενδιαφέρον είναι η επιβολή του τερατώδους τους «εγώ» πάνω στο κακότυχο κοινό.

Το τέταρτο σημείο είναι ύψιστης σημασίας. Το Βρετανικό μουσείο κατηγορηματικά δήλωσε πως δεν προτίθεται ακόμη να επιστρέψει τα γλυπτά του Παρθενώνα στην Ελλάδα. Παρά την ξεκάθαρη αυτή δήλωση, η Ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να παίξει ένα «έξυπνο» παιχνίδι φέρνοντας σε δύσκολη θέση την Βρετανική κυβέρνηση με σκοπό την επιστροφή των μαρμάρων. Θα το πετύχαινε αυτό κατασκευάζοντας ένα μουσείο με ειδικά προβλεπόμενο χώρο για τα μάρμαρα. Ενώ το παραπάνω αποτελούσε κατά κοινή ομολογία μια πανέξυπνη κίνηση προπαγάνδας εκ μέρους της Ελληνικής πλευράς, στη πραγματικότητα δεν έχει βάση. Ήταν ένα παιχνίδι μπλόφας στη διεθνή πολιτική αρένα: ένα τέχνασμα βασιζόμενο στη ψυχολογία του εξευτελισμού. Όταν δεν έχεις καμιά διαπραγματευτική δύναμη, τότε προσπαθείς να ντροπιάσεις τον αντίπαλό σου για μια συνθηκολόγηση υπό όρους. Η προπαγανδιστική καμπάνια μέσα στην Ελλάδα ήταν τόσο έντονη που παραπλάνησε σχεδόν τον καθένα, συμπεριλαμβανομένου και τους ενορχηστρωτές της. Μετά από λίγο, μέχρι και οι προπαγανδιστές πίστεψαν τα ψέματά τους.

 Τα ελγίνεια μάρμαρα χρησιμοποιήθηκαν σαν δόλωμα για μαζική χειραγώγηση υπέρ της ανέγερσης του νέου μουσείου. Από την αρχή, οι ενορχηστρωτές της χειραγώγησης φρόντισαν να συνδέουν πραγματικότητα με φαντασία, με στόχο τη συνέχιση του εγχειρήματος, κάτι που γίνεται μέχρι σήμερα.

Τώρα φθάνω στο πιο ενοχλητικό σημείο της ιστορίας. Το πέμπτο, κατά σειρά, επιχείρημα παρουσιάζει το νέο μουσείο της Ακρόπολης σαν ένα σημαντικό έργο, στο όνομα του οποίου μπορούσαν να θυσιαστούν τα πάντα. Ένα εθνικό όνειρο – υποστηριζόμενο από το κράτος, έναν διάσημο αρχιτέκτονα και τον κατευθυνόμενο τύπο – νομιμοποίησε και προκάλεσε εγκλήματα ενάντια στην αρχιτεκτονική, την ιστορία και τον πολιτισμό. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η Ελληνική κυβέρνηση έχει κατηγορηθεί από μερίδα κριτικών για την καταστροφή αρχαιολογικών μνημείων στη περιοχή του νέου μουσείου. Η προετοιμασία των θεμελίων αυτού του νέου κτιριακού ογκόλιθου πικρόχολα χαρακτηρίστηκε ως η «αρχαιολογία της μπουλντόζας». Και όσοι τέθηκαν ενάντια σε αυτό το εγχείρημα κατηγορήθηκαν ως κακεντρεχείς που απεύχονται την πρόοδο.

Ένας Έλληνας σχολίασε επιτιμητικά για τους κριτικούς της καταστροφής του αρχαιολογικού τόπου: « Απευθύνεστε στους ξένους, γράφοντας εις την αγγλικήν, για να δυσφημίσετε την πατρίδα μας και τους Έλληνες. Συνεπώς, όχι μόνον δεν κάνετε καλό, αλλά μεγάλο κακό. Ήδη οι γνωστοί υπηρέτες των αρχαιοκαπήλων λήσταρχων της κληρονομιάς μας, χρησιμοποιούν τις «αποκαλύψεις» σας ως επιχείρημα για να μην επιστραφούν ποτέ τα αρπαχθέντα μέλη του Παρθενώνος στην πατρίδα μας… Λυπούμαι». Ύστερα από ένα συγκεκριμένο σημείο, οι οπαδοί του νέου μουσείου προσπάθησαν να επιβάλλουν σιωπή για το τι γινόταν εδώ: δε θέλουμε να μαθευτεί τίποτα για τις «κτηνωδίες» που λαμβάνουν χώρα με θύματα την αρχαιολογική και αρχιτεκτονική κληρονομιά, γιατί αυτό θα διακύβευε το τέχνασμα της προαναφερόμενης «μπλόφας» διεθνούς χαρακτήρα.

Υπήρχε κάποτε μια εκκλησία στην τοποθεσία, η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου. Σύμφωνα με τα αρχικά πλάνα η εκκλησία θα διατηρούταν ανέπαφη και πέρα από τα θεμέλια του μουσείου. Ώσπου μια μέρα κατεδαφίστηκε. Προ τετελεσμένων γεγονότων! Επικριτές του εγχειρήματος κατάφεραν να βιντεοσκοπήσουν την κατεδάφιση – που έγινε από έναν τεράστιο εκσκαφέα. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά της παραπάνω ενέργειας στον τύπο. Δεν γνωρίζω αν αυτό έγινε λόγω αδιαφορίας ή λόγω αυτοεπιβαλλόμενης λογοκρισίας. Το να κατεδαφίζεται μια εκκλησία χωρίς κανένα προφανή λόγο (άλλον από αυτό που σχετίζεται με τον μη συγκερασμό μιας εκκλησίας με μια μεγαλομανιακή σύλληψη ενός νέου μουσείου) είναι αδιαμφισβήτητα ιεροσυλία. Δεν υπήρχε άραγε αντίδραση από την Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία; Δεν κατάφερα να μάθω κάτι σχετικά. Όταν οι κάτοικοι δύο προστατευόμενων κτιρίων ρωτήθηκαν γιατί δεν παραπονέθηκαν ποτέ για το γεγονός ότι παρακείμενα κτίρια έπεσαν θύματα της μπουλντόζας, ομολόγησαν ότι παρέμειναν σιωπηλοί γιατί: «Σεβαστήκαμε το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον».

Βλέπεις την καταστροφή τριγύρω σου και εξαναγκάζεσαι να σιωπήσεις … μέχρι να έρθει η δική σου σειρά … βλέπεις τους νόμους του κράτους να καταπατούνται από αυτούς που υποτίθεται ότι καθήκον τους είναι να τους στηρίζουν … νιώθεις αβοήθητος καθώς αντιλαμβάνεσαι πως η διαμαρτυρία δεν κάνει καμιά διαφορά σε ένα ψυχωτικό κυνήγι ενός υπέρτατου στόχου καθορισμένου από άλλους … Κραυγάζεις για βοήθεια στα κλειστά αυτιά των τοπικών και διεθνών αρχών (σ' αυτές της Νέας Υόρκης συγκεκριμένα) … αυτή η κατάσταση μου φέρνει στο μυαλό περασμένους καιρούς, τότε που η ανθρωπότητα γλιστρούσε στο σκοτάδι. Ακόμη και εκείνα τα χρόνια ο στόχος του αυτουργών ήταν «ευγενής», σε αρμονία με την τρομακτικά κοντόφθαλμη αντίληψη ενός «σπουδαίου εθνικού στόχου». Μετά την καταστροφή τι έπεται; Η εσκεμμένη κατεδάφιση εκκλησιών σήμερα φέρνει συνήθως στο νου καθεστώτα άλλων εποχών, όπως αυτά του Ιωσήφ Στάλιν και Νικολάε Τσαουσέσκου. Ο Στάλιν κατεδάφισε με δυναμίτη τον υπέροχο Καθεδρικό ναό του Ιησού του λυτρωτή του 19ου αιώνα για να εξοικονομήσει χώρο για την ανοικοδόμηση του τερατώδους Παλατιού των Σοβιέτ. Ο Le Corbusier (ένας άλλος Γαλλοελβετός αρχιτέκτονας όπως ο Tschumi) έλαβε συνειδητά, χωρίς καμιά ηθική αναστολή, μέρος στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, μα απέτυχε να κερδίσει την ανάθεση.
Μάλλον ο Θεός ήταν ενάντια σε αυτό το έργο, αφού τα θεμέλια πλημμύριζαν συνεχώς και το προτεινόμενο μοντερνικό (στη πραγματικότητα ολοκληρωτικό στυλ με τη συνηθισμένη κακή χρήση κλασικών στοιχείων) κτίριο δεν μπορούσε να ανεγερθεί. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να κτιστεί στο μέρος ήταν μια τεράστια στρογγυλή υπαίθρια πισίνα (όχι και πολύ πρακτική για αγώνες κολύμβησης). Μετά την πτώση του Σοβιετικού καθεστώτος ο Καθεδρικός ναός του Ιησού του λυτρωτή ξανακτίστηκε όσο τον δυνατόν πιο κοντά στα σχέδια του πρωτότυπου.

Προτείνω πως, ό,τι κι αν επιφυλάσσει το μέλλον στο νέο μουσείο της Ακρόπολης (αναδιαμόρφωση για περισσότερη λιτότητα; Μεταφορά της προβληματικής καφετέριας;), οι επερχόμενες γενιές έχουν την ηθική υποχρέωση να ξανακτίσουν το εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου. Αυτό το πολυβασανισμένο κτίριο, όπως ο πολύ πιο σημαντικός του «συγγενής» στη Μόσχα, θα θυμίζει ένα σκοτεινό παρελθόν, όταν οι άνθρωποι ανόητα αγκάλιαζαν μια παραμορφωμένη αντίληψη της αρχιτεκτονικής και του ουρμπανισμού, βασισμένη στην καταστροφή και τη μισαλλοδοξία. 

Κοιτάζοντας βαθύτερα στα κίνητρα αυτών που έγιναν – και αυτών που έπονται – μια τρομακτική πραγματικότητα εμφανίζεται. Οι αρχαιότητες, η εκκλησία, τα δύο ιστορικά κτίρια και τα τριγύρω υπέροχα δέντρα ήταν εμπόδια για το εγχείρημα του νέου μουσείου. Τα παραπάνω δεν μπορούν να συνυπάρχουν στη πραγματικότητα κάποιου που έχει μολυνθεί με εικόνες μιας φουτουριστικής μοντερνικότητας: η καταστροφή αυτών είναι μονόδρομος. Μα κάτω από φυσιολογικές συνθήκες δεν καταστρέφουμε οτιδήποτε μας ενοχλεί … χρειαζόμαστε, επιπλέον, την εξουσιοδότηση για να πράξουμε. Όχι μόνο από το κράτος, με τη μορφή ενός νόμιμου εγγράφου (αυτό δόθηκε χωρίς κανένα δισταγμό), αλλά επίσης απαιτείται η ΗΘΙΚΗ εξουσιοδότηση. Η ιδεολογία του ντεκονστρουκτιβισμού (και το κλισέ που την υποστηρίζει) έχει εξισώσει οτιδήποτε ενοχλεί το νέο κτίριο σαν κάτι το υποδεέστερο, το αναλώσιμο, το «θυσιαστέο» έχοντας μηδενική πολιτιστική αξία, σαν ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη, κάτι το επιζήμιο στο ευ ζην μας!

Η πραγματικότητα, επομένως, ασκεί πίεση για υποταγή σε μια εξαιρετικά εξαθλιωμένη εικόνα του κόσμου. Το παραπάνω επιβάλλει μια ξεκάθαρη διάκριση αξιών: ό,τι είναι καινούριο, λαμπερό και στη μόδα είναι καλό, ενώ ό,τι διαφέρει από αυτό το ιδανικό (αυθαίρετα καθορισμένο) είναι ανεπιθύμητο – και θα μας ενοχλεί έως ότου εξαλειφθεί.

Είναι τόσα πολλά τα χαμένα σε αυτό το αλισβερίσι, που οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται πως πρόκειται για μια οικτρή συμφωνία. Η Αθήνα ανταλλάσσει αιώνες κληρονομιάς για λίγα λαμπερά ψευτοστολίδια. Γινόμαστε μάρτυρες λίγων ανθρώπων, μαγεμένων από την «αρχιτεκτονική σαν τεράστιο γλυπτό», να μολύνουν τους Αθηναίους με τα μισαλλόδοξα οράματα ενός μηχανοποιημένου μέλλοντος. Αυτή η δηλητηρίαση οδηγεί τους ανθρώπους σε μια κουλτούρα μίσους για το ίδιο τους το παρελθόν. Δεν μπορούν να απολαύσουν την αιώνια όψη της Ακρόπολης, ούτε να ζήσουν την εμπειρία της περιπλάνησης στα μονοπάτια γύρω στον ιερό βράχο, ούτε την εμπειρία της επαφής με το αρχιτεκτονικό παλίμψηστο της ιστορικής Αθήνας.

 

* Ο Νίκος Σαλίγκαρος είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τέξας στο Σαν Αντόνιο. Ως θεωρητικός της αρχιτεκτονικής και ως Αθηναίος, ο κ. Σαλίγκαρος γράφει για το νέο μουσείο της Ακρόπολης και λαμβάνει μέρος στη συζήτηση σχετικά με την κατεδάφιση των δύο προστατευόμενων ιστορικών κτιρίων επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

 

http://www.greekarchitects.gr/index.php?act=profile&tab=2&auth=32

 

(1) ΣτΜ: Σύμφωνα με τον γνωστό μουσικοσυνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου, στον οποίο ανήκει το ένα από τα δύο υπό κατεδάφιση νεοκλασικά, η κυβέρνηση προβληματίζεται γιατί τα κτίρια εμποδίζουν τη θέα στην Ακρόπολη από το εστιατόριο του μουσείου. Σύμφωνα με το ηλεκτρονικό δημοσίευμα των Sunday Times, ο Vangelis κατηγόρησε την κυβέρνηση για «αρχιτεκτονική τρομοκρατία».

Αναφορά: Campbell, M. "Vangelis Papathanassiou fights Greek gods of demolition". The Sunday Times,

http://www.timesonline.co.uk/tol/news/world/europe/article2891014.ece. ανακτήθηκε 30/6/09.

 

Αναφορές
JOHN MASSENGALE (2005) "Nicolai Ouroussoff: Blinded by Ideology", Veritas et Venustas (28 Ιούνη).

JOHN MASSENGALE (2007a) "Funny, you don't look Blueish", Veritas et Venustas (8 Σεπτέμβρη).

JOHN MASSENGALE (2007b) "A Sign of the Times", Veritas et Venustas (22 Σεπτέμβρη).
JOHN MASSENGALE (2007c) "It's The Place, Stupid!", Veritas et Venustas (23 Νοέμβρη).
NICOLAI OUROUSSOFF (2007) "Where Gods Yearn for Long-Lost Treasures", The New York Times (28 Οκτώβρη).

NIKOS A. SALINGAROS (2005) "Towards a New Urban Philosophy: The Case of Athens", Chapter 20 of: Shifting Sense – Looking Back to the Future in Spatial Planning, Edited by Edward Hulsbergen, Ina Klaasen & Iwan Kriens (Techne Press, Amsterdam), σελίδες 265-280.

http://www.greekworks.com/content/index.php/weblog/extended/city_of_chaos1/ και httpwww.greekworks.com/content/index.php/weblog/extended/city_of_chaos/
NIKOS A. SALINGAROS (2006) A Theory of Architecture, Umbau-Verlag, Solingen, Germany. Διανομή στις ΗΠΑ

http://www.isi.org/books/bookdetail.aspx?id=d8b29294-beb6-4b7e-9f8a-c8a87cf24da7. Διανομή στην Ευρωπη

http://books-on-demand.dk/index.php?id=296&objk_id=197187.
NIKOS A. SALINGAROS (2007) Anti-Architecture and Deconstruction, Umbau-Verlag, Solingen, Germany, 2004; 2007. Chapter 10: "The Derrida Virus", αρχικά δημοσιεύθηκε στο TELOS, No. 126 (2003), σελίδες 66-82. Διανομή στις HΠΑ.

http://www.isi.org/books/bookdetail.aspx?id=c71edd71-231d-4fab-92b3-ef2213e92e9e. Διανομή στην Ευρωπη

http://books-on-demand.dk/index.php?id=296&objk_id=148937.
NIKOS A. SALINGAROS & KENNETH G. MASDEN II (2007) "Restructuring 21st Century Architecture Through Human Intelligence", Archnet-IJAR: International Journal of Architectural Research, Τόμος 1, Τεύχος 1, σελίδες 36-52.

http://www.greekarchitects.gr/index.php?catfile=1&newid=111&lang=en
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ (2007) "Καφετέρια Τσούμι", Ελευθεροτυπία (6 Οκτώβρη).

 

 

ΠΗΓΗ 1 που γνώρισα το άρθρο: Δεκαπενθήμερο Πανθρακικό έντυπο γνώμης, Αντιφωνητής, φυλ. 276-277, 16 Αυγούστου 2009, σελ. 2. 

 

Αρχική Πηγή 2 (μετάφρασης και αναδημοσίευσης):

Σύμφωνα με τον ίδιο, η φύση του κτιρίου του νέου μουσείου είναι εξ ορισμού καταστροφική, καθώς η αρχιτεκτονική του βασίζεται στο κίνημα του ντεκονστρουκτιβισμού (deconstructivist movement).

English edition>>

(Μετάφραση στα Ελληνικά, Βασίλης Κωστάκης), http://www.greekarchitects.gr/index.php?maincat=2&newid=2332  και

http://www.greekarchitects.gr/index.php?maincat=26&newid=2332&curpage=2

 

Το πλήρες κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι αυτό:

 

Architectural Cannibalism in Athens

Nikos A. Salingaros

 

I grew up in Athens. My family lived in the old part of the city, near the center. As a young boy, I walked and played in the historic regions and archaeological sites. Those places formed my character and being. My ancestor Angelos Salingaros fought on the Acropolis, defending it during the siege of 1826. It thus pains me deeply now when I see Athenians keen to destroy Athens's architectural and urban character, in a frenzy of supposed modernization. Most of old Athens has already fallen victim to a post-war building boom that replaced the old courtyard houses with ugly five-storey apartment blocks. It would be hard today to find in Athens even a single example of the courtyard house, whose typology goes back to ancient Greece (and was transmitted via Rome to the Islamic world and Spain, then to the New World, and to California of the 1920s). A few neoclassical buildings remain, built in the period between the end of the nineteenth century and the beginning of the Second World War, but not many (Salingaros, 2005).

Like so many other countries around the world, Greece is facing architectural cannibalism driven by the onslaught of a new worldview. This worldview is intolerant, substituting and replacing a nation's tradition, culture, and even its religion. But it is not imposed by an invasion of a foreign military force (unless you identify globalization and the international media, as many do, as insidious forces of occupation); architectural cannibalism is a civil war. A few Greeks have been brainwashed to destroy their own heritage. They desperately wish to conform to the cult of contemporariness.

Fanaticized ideologues whose minds are infected with alien images and anti-humanist principles are desecrating the city of Athens and its history. Willing, eager collaborators have betrayed their heritage and embraced the fashionable cult of architectural nihilism imported from Europe and the US. Even as the rest of the world begins to reject that nightmarish period of inhuman architecture and urbanism (Salingaros & Masden, 2007), some individuals within Greece are proud to promote it. Always a little behind the times, this group nevertheless makes up for its lag by showing a proper fanaticism in its willingness to pay homage to the cult.

The New Acropolis Museum is finally finished, a prime example of cult architecture. It is now threatening two protected neoclassical buildings, however, demanding that they be demolished in order to give it a better view of the Acropolis. Their removal will seriously damage Athens's historic urban fabric. There is general outrage in Athens, while at the same time, the present government is calmly proceeding with steps towards an eventual demolition of the previously listed buildings. I would like to focus away from my personal emotions (entirely legitimate), and formulate a sharp attack on the perpetrators, which is sorely needed.

The two buildings in question are numbers 17 and 19 Dionysiou Areopagitou Street, two architectural gems from the 1930s. One is Neoclassical, and the other more Art Deco. Architect Nikos Karydis admires number 17 especially: "The fantastic four storey Classical — Art Nouveau residence by Kouremenos, with its magnificent sculptures flanking the entrance, and its fine proportions and clever use of marble in the façade is one of the best buildings in Athens". This past July, while wildfires were devastating all of Greece and threatening to burn Ancient Olympia (that is, at a moment when national attention was focused elsewhere), the legal protection of these two historic buildings was lifted. This procedure parallels the unexpected declassification of the new museum's site that lifted its archeological protection so as to allow excavation of the foundation columns. Many ordinary citizens are disgusted by the political maneuvers that have followed the project. Numerous lawsuits dogged this museum because of a string of such seemingly "irregular" procedures. But everything has been pushed through regardless, and by both successive governments.

I wish to compare the New Acropolis Museum directly with the two historic buildings that it now threatens with demolition. Despite unrestrained declarations of praise by its supporters, the museum building is of negligible architectural value. It has no coherence, no logic, and near zero degree of architectural life (Salingaros, 2006). It is a typical product of the deconstructivist fashion, albeit not twisted and contorted as the most extreme examples of that style. The two modestly-scaled buildings from the 1930s, by contrast, embody a highly elevated degree of architectural life. That life is what viewers intuitively perceive, and that is why this particular pedestrian walk, passing in front of the two buildings while facing the Acropolis, is among the most gratifying anywhere in the world.

The New York Times architecture critic felt he had to justify this abomination (the New Acropolis Museum) by calling it: "An impressive accomplishment: a building that is both an enlightening meditation on the Parthenon and a mesmerizing work in its own right (Ouroussoff, 2007)". How, I wonder, could the reviewer believe what he has written? He must certainly be dissociated from his feeling and experience. Such effusive praise has to be interpreted within its proper context, as New York architect John Massengale writes: "Like his predecessor at the [New York] Times, who hand-picked him, Ouroussoff is an activist advocate for a small group of Starchitects. For Ouroussoff, ideology trumps experience (Massengale, 2005) … Mr. Ouroussoff knows his is not to reason why, his is to praise Starchitects to the sky (2007a) … And so it goes, while the architecture critic of the New York Times continues working as a press agent for Starchitects and their egocentric ideology (2007b)". The cult is self-reinforcing.

Those few Greek architects who support the demolition of the previously listed buildings wish to implement the modernist ideal of a building disconnected from its surroundings. Thus, the heated debate is also driven by ideology: the arrogance of the contemporary showcase building that needs to stand apart from its "inferior" older siblings. One Greek architectural academic supporting demolition of the older buildings urged that: "Athens has to invest in the highest level of contemporary architecture without reservations, and this demands ruptures". This is a cult statement by someone who dismisses humanistic, adaptive architecture as merely "nostalgia for the past". Failing to appreciate the historic urban fabric's enormous life-enhancing value, anyone holding those convictions can only damage it.

Prominent figures both in Greece and in the rest of the world are apparently shocked by the New Museum's design, which refuses to harmonize with anything in its environment. The design of the new building has an ultra-contemporary high-tech look, so that it relates to absolutely nothing in the long history of Greek architecture. People are also surprised at this manifestation of architectural "cannibalism", which has now exposed the two previously listed buildings to destruction. Puzzled observers interpret these events to be an inexplicable oversight or mistake by the architect, Bernard Tschumi.

I am neither puzzled nor surprised by all of this. It doesn't occur to critics of the design that intolerance and destruction are the defining characteristics of Deconstructivist architecture. Deconstruction is an architecture of aggression carried out by viral means. It is fundamentally nihilistic [Part 10 in this book]. Unfortunately, its cult followers and the architectural media have deliberately misled the public. Not to belabor the point, but the proposed demolition of the two listed buildings would also cut down a row of magnificent four-storey tall shade trees as well. Nothing should stand in front of the Museum! Whoever chose Mr. Tschumi should have known what they were getting. It is meaningless to complain now. Some people understood what the term "cutting edge" really means (literally!), but others only woke up suddenly after this building has devoured everything within reach.

Writer Vassilis Vassilikos (author of the book "Z") was appalled. "Mr. Tschumi attacks and is provocative. This triangular platform, the balcony of the Cafeteria … this open terrace is a concrete arrow aimed at the back of the two protected buildings, as if wanting to tear them down by its sheer vehemence. It is savage; it is from the third world. Naturally, it matches the monstrous conception of the whole museum. But such an aggression, which is unworthy of an important architect like Mr. Tschumi, I never expected. If the protected buildings are demolished, this arrow will then target the Acropolis itself, as if wanting to destroy it as well. Mr. Tschumi, is this the much-desired dialogue with the ancient monument? Oh, Melina [Mercouri], who started this project, you would now be on a hunger strike until they pulled down this arrow of revenge that is the terrace of Tschumi's Cafeteria (Vassilikos, 2007)".

A total of 25 houses were demolished to make space for the new museum. The two neoclassical buildings were legally protected. The original brief preserved these two buildings on the plan, and the design had to respect their position. Now that the museum is complete, however, someone seems to have changed his mind, or was planning to do this from the very beginning. The details of the controversy, according to many observers, can be reduced to a very mundane reason: having a better view from the Museum's cafeteria terrace. At present, the clients of the Museum's cafeteria will have to face the back of the two listed buildings, which were never designed to be particularly attractive. The Greek press is saying that the expected income from tourists lunching at the Museum Cafeteria overrides any concerns for historic preservation.

The irony in all of this is that the Greek Government (actually two successive governments, which, while disagreeing on almost everything else, have exerted their considerable power to build the New Acropolis Museum) could be seriously risking its reputation. Far from promoting architectural and cultural enlightenment through an ultra-contemporary new museum, it could conceivably be accused of embracing a preposterous (and ephemeral) architectural fashion while destroying its priceless heritage. How has history judged those governments who, in the past, demolished their historic buildings so as to impose an idiosyncratic idea of architectural modernity?

It is worthwhile analyzing the conditions under which so many reasonably good people were led to commit senseless acts of destruction. After all, these are government officials, not professional vandals. Furthermore, the project evolved during a peacetime democracy, so there was ample time and opportunity for citizens to complain if they did not agree with what was going on at the time. Sadly to say, a majority of the Greek public was duped into enthusiastically supporting the idea of the New Acropolis Museum. It became a national cause, acquiring a certain degree of mass hysteria that usually goes along with such causes. Successive governments presented the following propositions to the public (in my own words):

Greece desperately needed a new museum to house the antiquities related to the Acropolis, since the old museum is too small.

Bernard Tschumi is an important and accomplished architect, validated by international fame and demonstrated competence.

Famous architects are learned professionals, who are supposed to respect a nation's history and architectural heritage.

England will return that portion of the Parthenon frieze now displayed in the British Museum (known as the Elgin marbles) as soon as a new museum is built in Athens to house it.

This is a prestige project for "the greater national good", which should therefore be supported by all possible means.

Point 1 is probably correct, whereas I would argue with point 2. Glowing projections of huge numbers of visitors to the new museum (totally hypothetical) are treated as ticket receipts already cashed in. I'm not so sure. What if visitors feel psychologically ill in the building, as they do in so many other deconstructivist buildings? What if they cannot focus on the sculptures because of the nasty glare (a basic design defect also present in Richard Meier's Ara Pacis Museum in Rome)? This quasi-religious conviction of superior architectural achievement makes a rational critique next to impossible.

Point 3 represents an honest mistake that anyone unfamiliar with current trends in architecture and what is misleadingly labeled "architectural theory" can make. I have tried to explain in my books and articles why assumption 3 is false; in fact, it is deadly wrong. So much damage has been done by deliberately confusing what is famous, good, and contemporary. In reality, it is more accurate to label the most famous contemporary architects as anti-architects. They are not interested in architecture that adapts to human sensibilities, or to the local culture, but only in imposing their monstrous ego on a hapless public.

Point 4 is crucial here. The British Museum stated categorically that it is not ready to return the Parthenon sculptures to Greece. Despite this clear pronouncement, the Greek government decided to play a "clever" game of embarrassing the British government into giving back the sculptures. It would accomplish this by building a museum with specially designed spaces for their eventual exhibition. While that was admittedly an astute (if chancy) propaganda move, it has absolutely no basis in reality. It was a game of bluff played on the international political arena: a ploy based on the psychology of humiliation. When you don't have any real bargaining power, you can try to shame your opponent into capitulation. The propaganda campaign within Greece was so intense that it misled everyone, including those who initiated it. After a while, even the propagandists believe their own lies.

The Elgin marbles were used as the "hook" to manipulate public opinion into supporting the new museum. From the very beginning, those concerned made sure to link reality with fantasy so as to keep the project moving along, and this game continues today.

Now I come to the most disturbing aspect of the story. Point 5 encapsulates the New Acropolis Museum as an "important" project, for which no sacrifice was too great to make. A shared national dream backed by authority — from the State, a famous architect, and the international sycophantic press — permitted and even urged crimes against architecture, history, and civilization. As already mentioned, critics have accused the Greek government of the destruction of archeological antiquities on the site itself. Preparing the foundations of this massive building was bitterly referred to as "archeology by bulldozer". People who protested against this were labeled as spoilers; as being against progress and the national vision.

One Greek reprimanded the critics who revealed the destruction of the archeological site with these words: "You are writing in English, so as to slander our fatherland and the Greeks … You are doing terrible harm … Already [some people] are utilizing your disclosures as an argument so that the pieces seized from the Parthenon will never be returned to our homeland … I am saddened." After a certain point, promoters of the new museum wished that everyone should submit to a conspiracy of silence about what's happening here. We don't want the outside to learn of the atrocities committed against our archaeological and architectural heritage, because that would jeopardize our game of international bluff.

There was a church on the site, the Church of St. George. It can be seen on the original plans within the region to be preserved, and outside the Museum's foundations. One day it was demolished. Fait accompli! Critics of the project managed to film the destruction — carried out by a giant excavator. There is no mention of this act of barbarism in the press. I don't know if that was due to a lack of interest or to self-imposed news censorship. Demolishing a church for no apparent reason (other than that it doesn't fit into a megalomaniacal conception for a new museum) is an egregious sacrilege. Did the Greek Orthodox Church not object? I have been unable to find out. When the residents of the two protected buildings were asked why they never complained before about the neighboring buildings falling victims to the bulldozer, they confessed that they kept quiet, reluctant to speak up: "We were faithfully supporting the higher public interest."

Seeing destruction around you and being intimidated into silence … until your own turn comes … seeing the nation's laws violated or manipulated by those who are sworn to uphold them … feeling helpless because protest makes absolutely no difference to the obsessive pursuit of a goal set by others … crying out for help but having your pleads silenced by both local and international authorities (in this case from New York) … this situation reminds me of past times when humanity slid into darkness. Surely, even then, the perpetrators' goal was "noble", working according to a frighteningly narrow interpretation of "the greater national good". After the destruction, what happens?

We usually associate the deliberate demolition of churches in our times with the regimes of Joseph Stalin and Nicolae Ceauçescu. Stalin dynamited the superb 19C Cathedral of Christ the Savior to make room for erecting the monstrous Palace of the Soviets. Le Corbusier (another Swiss/French architect, like Tschumi) eagerly took part in the architectural competition without any problems of conscience, but failed to win the commission. Maybe God objected to this project, since the foundations kept flooding, and the proposed modernist building could not be erected. The only thing that could be built on the site was a giant circular open-air swimming pool (not very practical for swimming laps). After the fall of Soviet Communism, the Cathedral of Christ the Savior was rebuilt as closely as possible according to the original plans.

I propose that, whatever the future holds in store for the New Acropolis Museum (remodeling to make it more modest? pulling down the problematic cafeteria terrace?), succeeding generations of Athenians have a moral obligation to rebuild the tiny Church of St. George. This martyred building will, like its much more important brother in Moscow, stand for the memory of a dark past, in which people foolishly embraced a warped idea of architecture and urbanism, founded upon intolerance and destruction.

Digging deeper into the motivations for what happened — and what may still take place — uncovers a frightening reality. The archaeological antiquities, the church, the two 1930's buildings, and the gorgeous trees in front of them were annoying to the project for a new museum. Someone whose reality has been infected by images of a futuristic modernity tells us that they cannot coexist; they have to be demolished. But we don't normally destroy whatever annoys us … we need, in addition, the authorization to do so. Not only from the State as a legal document (and that was provided here without any hesitation), but we also require moral authorization. Deconstructivist ideology (and the clique that supports it) has identified whatever annoys the new building as being beneath human consideration; as expendable; as without cultural value; as an obstacle to progress; as having no reason for existence; as being a detriment to our own wellbeing!

Reality is thus forced to conform to an extraordinarily impoverished vision of the world. That imposes a clear value distinction: what is new, shiny, and fashionable is good, whereas whatever differs from this (arbitrarily-defined) ideal is undesirable — and will continue to trouble us until it is annihilated.

So many things are being lost in this bargain, therefore most people can see that it is a lousy deal. Athens is trading away centuries of its heritage for a few shiny trinkets. We are witnessing a few individuals seduced by "architecture as giant sculpture" infecting Athenians with their intolerant visions of a machine-age future. This mind infection then drives people into a culture of hatred for their own past. They cannot appreciate the timeless patterns of the Acropolis, nor the human experience of walking around the sacred hill and ascending up the path, nor the experience of living in the architectural palimpsest that is historic Athens.

Nikos Angelos Salingaros is a practicing Urbanist and Architectural Theorist, with a foundation as a Scientist and Mathematician. He was born in Perth, Australia of Greek parents in 1952. He obtained a Ph.D. in Theoretical Physics from the State University of New York at Stony Brook, and is now Professor of Mathematics at the University of Texas at San Antonio.

 

Posted: 20-Nov-07

 

ΠΗΓΗ: http://www.orthodoxytoday.org/articles7/SalingarosAthens.php

 

 

Anti-architecture and Religion.

 

Nikos A. Salingaros

 

Department of Mathematics, The University of Texas at San Antonio, San Antonio, Texas 78249, USA.

 

E-mail: salingar@sphere.math.utsa.edu  

 

Sacred Architecture, Issue 7 (Fall/Winter 2002), pages 11-13.
Part 6 of "Anti-architecture and Deconstruction" (Umbau-Verlag, Solingen, Germany, 2004).

 

In wanting to explain a cultural mystery — why the world renounced emotionally-nourishing buildings, and instead embraced buildings that literally make us ill — one comes up against severe obstacles. It is not that methods for producing humane buildings are unknown, or that there is a lack of architects to build them; society has made a conscious decision to build what it does. Furthermore, enormous energy is spent in convincing people that our contemporary built surroundings are good, even though almost everyone feels otherwise. There is a basic disconnect between what we feel, and what we are told we ought to feel — or forced to accept. Answers to these questions lead us from architectural theory into social beliefs and systems.

I wish to elaborate an idea that has often been expressed by Neo-traditionalist architects: that all styles are not equivalent in terms of their architectural consequences; some styles have deleterious effects not only on the built environment, but on society as a whole. Contrary to a working assumption accepted eagerly by our contemporary culture, the avant-garde is not harmless. Stylistic pluralism hides a danger because it accepts cults into society, and those cults would like to destroy society.

Within an architectural style, ideas and concepts are tied together that may have no logical relation to one-another. Someone builds a novel-looking structure, then comes up with irrelevant explanations for why the structure looks that way. To ensure success, the architect can link the new style to themes that preoccupy society at that time, promising that its adoption will help to move society forward in the desired direction. Building styles that have evolved over millennia do not suffer from such a dishonesty or logical disconnectedness; it is only hastily put-together styles that are flawed in this manner. A particular style's philosophical underpinning could make some false assertion or statement, yet appear to fit together in a superficially satisfying manner. It is this satisfaction of fit that fools the mind into accepting a stylistic structure; the mind usually does not examine the logical coherence of the whole message. There exists an innate mechanism in the human mind that enables this phenomenon.

 

Religion provides a structure for meaning.

It is undeniable that the greatest architectural creations of mankind arose as a response to religious fervor; the desire to express in materials what human beings felt towards their Deity and Creator. Cathedrals, Churches, Mosques, and Temples around the world attest to this fact. Enormous investments of human energy went into creating these structures. With few exceptions, they reveal an absolute honesty of expression.

Religion arises out of the necessity to understand a universe that escapes our comprehension because of its profound and ordered complexity. Religion has in the best periods of human civilization acted to complement our scientific understanding of natural phenomena. It can and does seek to provide answers to questions that are too difficult for science to answer. By presenting a set of guidelines and rituals as a balance against the destructive side of human nature, the world's religions have successfully held humanity more or less from collapsing into chaos and barbarism.

All religions are based on worshipping some higher form of order, which means that a key aspect of religion is trying to recreate this order as a geometrical expression using physical materials. This process begins with the House of God and religious artifacts, but certainly does not stop there. In the first religions the creative spirit manifested itself everywhere, and not merely in special locations or in a special type of sacred artifact. Utilitarian objects were made with the same philosophy of striving to represent the complexity and beauty of the universe — as best understood by human beings at that time — in the things we built. Every religious person accepts that God is indeed everywhere, so for millennia we tried to build everything around us according to a higher logic. While this created a tension with the opposing forces of economy, utilitarianism, fashion, etc., this tension prevented our buildings and artifacts from ever being without life.

Religious belief is usually driven (though not with all people) by a need to accommodate oneself to the mysteries of the universe. A religious mythology provides not only rules for everyday conduct; it also gives consolation and stability against the frightening prospect that there is no meaning to life: that life itself might be a random and inconsequential event. A belief system thus gives purpose to our lives. In the same way, architects need a meaning structure for their profession, and, having abandoned traditional values, they will seek it in cults of their own making. Architecture has not yet developed a scientific basis that would obviate the search for meaning within mysticism and irrationality.

 

French philosophical deconstructivism.

A group of French philosophers started an anti-scientific fashion in the late twentieth century. In a series of writings that make little sense, they claimed that scientific analysis was invalid, and that ways of thought akin to free disassociation are more ethical. Their actual point is impossible to summarize, precisely because it lacks any internal logic. Nevertheless, the end result of this movement is to create a cult of anti-scientific followers, who now question all the scientific achievements of mankind, and indeed any progress achieved through science.

The answer to the inevitable question of how such a bizarre and destructive cult could have arisen in academia lies perhaps in a linguistic phenomenon. Deconstructivism started as a discourse in French academic circles. Those of us who speak french, and who might have read French philosophy, surely know that a gifted intellectual can argue aloud in french, and say very little of substance while appearing to be making profound statements. The French have a long tradition of scholarly discourse which could be shallow in content but linguistically rich in flowery expressions and gestures.

If this hypothesis is in fact correct, it would explain why the original French academic audience was enraptured by the deconstructivist discourses, whereas the texts in English translation make no sense at all. Nevertheless, those texts are read worldwide today — they are part of an established cult whose irrationality forms part of its mysticism.

 

Deconstructivist architecture.

Deconstructivist architecture can be described as the product of a group of architects creating their own cult by defining a new style of building. The style is easily recognizable as having broken forms, using "high-tech" materials for visual excitement, and intentionally violating the most elementary elements of balance, rhythm and coherence. Their only design tactic is a simple and random morphological gesture that removes sense from form. It is doubtful whether such architects understand the French deconstructivist philosophers (for those writings are in principle not understandable). They do, however, find in them a convenient philosophical underpinning — and a catchy label — to justify their own architectural cult.

Science tries to understand the ordered complexity of the universe. It follows a process of putting together different pieces of insight, obtained by different researchers and by different techniques, into a coherent picture. Sometimes scientists take apart a structure to study its parts, but only so that they can better grasp how the whole works. Deconstruction is the antithesis of this: it is the tearing apart of form just for the fun of it. It destroys the ordered complexity that nature has marvelously synthesized, and from which we ourselves arose. This destruction is quite simply a turning against the evolutionary forces that have created us.

The success of the deconstructivist cult is undeniable, however. Nowadays, the most prestigious architecture schools in the world have opened their doors to deconstructivism, and have hired those architects who have made themselves the prime representatives of this cult. Major corporations, Governments, and even established religious institutions compete for their favors, spending money on alien-looking commissions; large sums of money that could otherwise be used to build structures adapted to human beings and the human spirit. In a most absurd — and ultimately destructive — infatuation with an architectural fashion, the media promote the cult of deconstructivist images, spreading them while lending them respectability.

Finally, evangelical techniques are misused to sell deconstructivist ideas to third-world countries, by falsely linking bizarre forms with technological progress. Countries that buy this idea then foolishly destroy their vernacular, historic, and sacred buildings in order to supposedly attain a higher level of architectural culture. Quite the opposite eventually takes place after the initial excitement has worn off, as scarce resources are squandered in paying for expensive imported materials such as glass and steel. The result of this is an impending ecological disaster the world over. The damage done to our inherited architectural and cultural heritage is immense.

 

Intolerance for historical and vernacular structures.

In so many instances, a perfectly sound older building has been demolished in order to make place for a much inferior new building. Renovation and adaptation are simply not considered — the vestiges of the past must be erased entirely. And yet, both in terms of structural quality, as well as in their connectivity to human beings, many older buildings simply cannot be duplicated today; they would cost much more to build than clients are used to paying nowadays, and few contemporary architects would even know how to build them. Perhaps this envy, the certain inability to approach the superior architectural standards and achievements of those outside the cult, is what drives their destroyers.

Despite the highly-publicized reaction of the various postmodernist architectural styles against early modernism, they have all retained modernism's intolerance for historical and vernacular structures. As is well known, it is still forbidden to build traditionally, and, when traditional elements are included for whatever reason, they can only appear as "jokes", and not as integral tectonic components. Those few contemporary architects who do build in more or less traditional styles are viciously attacked by the architectural establishment. If anyone dares to break the twentieth-century taboo against traditional architecture, then that architect risks ending his or her career.

It is no wonder then, that new traditional buildings spark such violent opposition and outrage from within the architectural community. Interestingly, this revulsion is comparable to that felt by ordinary citizens when confronted with bizarre deconstructivist structures, which in that case is driven by our built-in ("hard-wired" or biologically evolved) instincts for order. As a result of their training, most architects today consider traditional architecture as "impure", and that part of their professional duty is to purify the world through its elimination. In this conception of things, Neo-traditionalist architects are traitors and enemies of the cult.

 

Even the Church …

It is as if architects formed by 20th century ideals have read Hans Urs von Balthasar's treatise [The Glory of the Lord: Volume I] linking beauty with the love of God — in order to do exactly the opposite. Everything that is natural, beautiful, sacred, and holy is negated, ridiculed, and suppressed; and moreover with a fanatical insistence. Not even the Church itself has been spared. In a remarkable adoption of what is fundamentally unholy, the Church has embraced modernist architecture. The result is that many people do not feel like worshipping anymore in new Church buildings that make them ill. They also question the wisdom of a Church that can no longer equate the beautiful with the Holy.

For many millennia, the highest architectural expression was reserved for the House of God. This is true with all peoples and all religions. It is immaterial whether iconography was allowed or not: where it was, mankind created glorious mosaics, frescoes and paintings; where it was not, we created fantastic polychrome tiles, wood carvings, and carpets for our places of worship. Religious spaces in themselves symbolize by their geometry the highest expression of the love of human beings for their creator. All of this ended abruptly in the twentieth century — not only the creation of enlightened spaces, but also our attachment through architecture to a higher form of order in the universe.

Modernist architects broke up interior space into ill-defined volumes, using broken wall planes and extreme ceiling shapes and angles. A lack of closure (often aggravated by glass walls) destroyed the wholeness of individual rooms. Living spaces were either made cramped by lowering ceilings too far, or uncomfortable by raising the ceiling to two stories. To complement this assault on the user's senses, hard materials, previously reserved for external surfaces, were introduced into internal walls. In a special irony, modernist architects were commissioned to build churches (some of which were deemed unusable by their intended occupants), and to disfigure older churches through so-called "renovation".

We find ourselves at a difficult time in architectural history. It appears (and not only to the author) that the leading academic architectural institutions have adopted a philosophy and practice that represents anti-architecture. Furthermore, universities are teaching this anti-architecture to more than one generation of future architects. Persons outside the field naively expect that architects know what architecture is about, and that the most famous ones are a reliable guide to follow. Yet, nothing could be further from the truth. The discipline has been taken over by a destructive cult. It is not within the power of this short essay to reverse this catastrophic trend, but at least it can raise a warning flag to the rest of the world about an architecture gone crazy.

 

ΠΗΓΗ: http://zeta.math.utsa.edu/~yxk833/antiarchitecture.html

Κόντογλου στο Φωταδιστάν

Επικαιρότητας πολυσχιδούς τρέχοντα: ο Κόντογλου στο Ελληνόφωνο Φωταδιστάν

Του φιλαλήθη/philalethe00

 

Όπως ίσως θα έχετε αντιληφθή και εσείς, η ανάγνωση μεγάλου μέρους του Τύπου μας είναι μία …δοκιμασία.  Ιδιαίτερα δε, όταν κάποιος έχει παίδευση ικανή και δεν έχει αναισθητοποιηθή η φωνή της ηθικής συνειδήσεώς του, όπως θα έλεγε και ο φιλελεύθερος δημοκράτης Ευ. Παπανούτσος.

Εν παρόδω ας ειπωθή, ότι ο Ευάγγελος Παπανούτσος μπορεί να ήταν φιλελεύθερος δημοκράτης της Ενώσεως Κέντρου, που βέβαια συνεχίζεται στο σημερινό κόμμα Πασόκ, αλλά δεν ήταν δυτικόπληκτος και φραγκόπληκτος, και αυτό παρά το ότι είχε μόρφωση πολλαπλάσια σχεδόν  της ολότητας αυτών που πρόσκεινται στο επιδημικό ρεύμα της ξενομανίας.

Μάλιστα, η διδακτορική του διατριβή που εξεπόνησε εν Γερμανία τι θέμα είχε; “Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα”!  Τα είπαμε ήδη για τον “θρησκόληπτο” Παλαμά που προέτρεπε την Ρωμηοσύνη να στηλωθή με του Υψίστου τη χάρη κλπ.

Να, όμως, που στον ίδιο χώρο σήμερα γράφουν άνθρωποι που μισούν θανάσιμα -το μίσος της άγνοιας- την “προδομένη παράδοση”, που έλεγε και ο Κώστας Σαρδελής, και που τολμούν να ασελγούν σε μορφές όπως ο Φώτης Κόντογλου.Φυσικά, δεν είναι τώρα καιρός για να πούμε για (εμάς) την νεολαία που δηλητηριάζεται βαθμιαία με το αρσενικό της παρακμής που ενοικεί θεληματικά μέσα στην -ας πούμε- εν λόγω ιντελλιγκέντσια, αλλά είναι καιρός να δούμε ορισμένες θέσεις και να καταγράψουμε ορισμένα σχόλια.

Ο κυρ- Φώτης Κόντογλου,  ο αγιογράφος, ο λογοτέχνης, ο λόγιος, ο δοκιμιογράφος, ο αντιδυτικός ενδιατρίψας σε Γαλλία και Ισπανία και γνωρίζων απταίστως την γαλλική, για όσους δεν το έχουν καταλάβη, αν και τον μελετούμε τελευταία, σχετικά (τους τελευταίους 6 μήνες), είναι από τα αντικείμενα που κατέχουμε αρκετά καλά, ώστε να γνωρίζουμε πότε κάποιος καταγράφει πραγματικότητες και πότε καταγράφει τις ιδεολογικές του προσκολλήσεις. Και βέβαια μακάρι να ήσαν μόνον αυτά…

Ευλογημένο καταφύγιο

Αυτός είναι, εντελώς, ο τίτλος της επανέκδοσης του βιβλίου με κείμενα του Φ. Κόντογλου από τις εκδόσεις “Άγκυρα”. Ο παρουσιαστής, που δεν τον γνωρίζαμε παρά ελάχιστα πριν, και ούτε μας απασχολεί δι’όλου εν προκειμένω, Τάκης Θεοδωρόπουλος, που απ’ ό,τι ανακαλύπτουμε τυγχάνει επί μακρόν λογοτέχνης, θεωρεί κατ’αρχάς, ότι ο Φ.Κ. “πέρα από φανατικός ορθόδοξος υπήρξε και δημιουργός και είναι στ΄ αλήθεια κρίμα να τον αφήσουμε στο έλεος του χριστιανισμού του και μόνον”.

Aκόμη, ο Κόντογλου αγιοποιεί την ταυτότητά -εξυπονοείται εδώ: ελληνική και χριστιανική-, του επειδή η “πραγματικότητα του φέρθηκε σκληρά”.  Αν υποθέσουμε, ότι υπάρχει μία εσωτερική συνέπεια σε αυτές τις δύο πεποιθήσεις, οπωσδήποτε δύσκολα μπορούμε να υποθέσουμε, ότι υπάρχει επαφή με την πραγματικότητα. Ο Κόντογλου ήταν πεπεισμένος για τις Ορθόδοξες θέσεις του. Και αυτό, αν και δεν ήταν, βέβαια, πάντοτε ο Κόντογλου που γνωρίζουμε από τα τελευταία του κείμενα, από τα “Μυστικά άνθη” ή από αυτά που σήμερα τιτλοφορούνται ως “αντιπαπικά”(ήταν, όπως, άλλωστε, και ο Ντοστογιέφσκι, μέγας αντιπαπιστής). Πολύ νωρίς, είχε ήδη γράψη το “Πέδρο Καζάς”. Επέστρεψε και αυτός από την Δύση, την οποία αντιμάχεται με οργή και καθ’ολοκληρίαν σχεδόν στα δοκίμιά του, όπως ο Γ. Σεφέρης περί τα 26 του έτη, κατά περίφημη ρήση του. Δηλαδή “διψασμένος“.

Υπάρχουν ακόμη και ορισμένα δοκίμα του Κόντογλου, όπου με οφθαλμοφανέστατο ζήλο, φανερώνει τις προθέσεις του και λέει πως για αυτές και για τον συνοδεύοντα ζήλο -δηλαδή την ανάδειξη των Ορθόδοξων αξιών-δεν στάθηκε ικανός να βρεθή χρήσιμος και επίκουρος(δηλ. βοηθός) υλικά στα πρόσωπα της οικογένειάς του.

Διαβάζοντας, λοιπόν, τα δοκίμιά του, κατανοούμε κάτι πολύ βασικό, θεμελιώδες: “ο ζήλος του οίκου Σου-κατά το γραφικόν λόγιον- κατέφαγε τον μεγάλο “τουρκομερίτη” (Κυδωνιές-Αϊβαλί).

Ο Κόντογλου ως … “ένας από τους κύριους εμπνευστές της ελληνοχριστιανικής αντίληψης”

Περίπου όπως λέμε(-νε οι σχολιογράφοι και οι κριτικοί του παρ’ημίν κατεστημένου Τύπου) “η καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη”. Θα μπορούσαμε να μιλούμε επί μακρόν, αλλά κατανοούμε την δυσκολία της παρακολούθησης από τους αναγνώστες που δεν διαθέτουν τόσο την εξοικείωση με το θέμα μας. Οπότε, θα επικεντρώσουμε, όπως το έκανε και ο Alister McGrath για το ευκόλως αποδειχθέν ως αθεϊστικό φονταμενταλιστικό πόνημα του R. Dawkins περί “Θεού αυταπάτης”, την κριτική μας σε ένα ορισμένο σημείο. Γνωρίζω, ότι πολλοί φίλοι που έχουν ασχοληθή με το ζήτημα γνωρίζουν κάλλιστα, ότι προωθητές αυτής της αντίληψης  υπήρξαν τελείως άλλοι άνθρωποι, ξεκινώντας από τον (πολύ αξιόλογο, όπως και γλαφυρό) ιστορικό Ζαμπέλιο και συνεχίζοντας με τα πιετιστικά εκσυγχρονιστικά σωματεία. Τι σημαίνει ελληνοχριστιανισμός, όρος που απαντά ακριβώς στον Ζαμπέλιο; Ελληνοχριστιανισμός είναι η ιδεολογία που θέλει να συμφιλιώση μέχρι …συγκράσεως Ορθοδοξία και αρχαιοελληνική φιλοσοφία, να χρησιμοποιήση στο σήμερα την δεύτερη προκειμένου να μας βοηθήση ως διδάσκαλος για το σήμερα. Κάποιοι θα θυμούνται ίσως το ότι ο (αξιολογότατος) καθηγητής της “Ζωής” και της Χ.Ε.Ε. Αλ. Τσιριντάνης στον “ανθρωπισμό” του αναφέρεται σε τρεις διδασκάλους για το σήμερα, μεταξύ των οποίων ένα κοριτσάκι-μικρή κομμουνίστρια, 12 ετών, που γράφει επί Κατοχής επαναστατικά συνθήματα κατέναντι της οικίας του καθηγητή. Ενώ ο δεύτερος είναι η κλασσική αρχαιότητα, που μάλιστα χρησιμεύει και ως …σκαλοπάτι προσέγγισης στην Ορθοπραξία, ώστε να πράξουμε πρώτα-πρώτα τα “βασικά”.

Ας δούμε, όμως, το εξής: ο Κόντογλου, αν και γνώριζε τέλεια την σχέση μεταξύ παράδοσης και ανανέωσης(βάσει του πνεύματος της παράδοσης, ενν.) όπως έχει παρατηρηθή σωστά και από τον αγαπητό μας π. Ν. Λουδοβίκο(βλ. “Ορθοδοξία και εκσυγχρονισμός“-σχετικό κεφάλαιο) υπήρξε, μετά την επιστροφή του, ιδιαίτερα κατακριτικός-αφοριστικός προς ό,τι δυτικό και εγχώριο δυτικότροπο. Στα κείμενά του υπάρχει σχεδόν μία επιθετικότητα, όπως σωστά παρατηρούσε ο Κώστας Σαρδελής. Από αυτή την αφοριστική διάθεση δεν ξεγλιστρούν πάρα ελάχιστοι: ένας τυγχάνει, χάριν παραδείγματος, ο Έδγαρ Άλλαν Πόε, που ο Κόντογλου θαύμαζε και μετέφρασε από τα γαλλικά έργα του, που, βέβαια, δεν σώθηκαν. Παρόμοια ισχύουν και για την αρχαία φιλοσοφία. Ο Κόντογλου, προκειμένου να την απορρίψη, έρχεται στις "πηγές των υδάτων" της Καινής Διαθήκης και μας θυμίζει, ουσιαστικά, ότι “ο Θεός νηπίων εξελέξατο(ενν. για να διαδώση τον Λόγο Του), ίνα καταισχύνη τους σοφούς. Με τον Κόντογλου περί ελληνοχριστιανισμού συμφωνούν, όπως έχουμε πη, ο μεγάλος λογοτέχνης και “χριστιανοσοσιαλιστής” Κωστής Μπαστιάς(συγγραφέας έργου περί του αντάρτη του πνεύματος “Παπουλάκου”) και ο συντηρητικός πολέμιος του Χ. Γιανναρά και ως ένα σημείο προ καταλλαγής, της λαμπρής “επαναστάσεως της αγάπης” της Χριστιανικής Δημοκρατίας, πατέρας (μοναχός) Θεόκλητος Διονυσιάτης(βλ. “Αθωνικά άνθη”). Ο τελευταίος είχε συγγράψη ειδικό επί τούτου άρθρο.

Σας προτείνω, σε αυτήν την συνάφεια, να μελετήσετε και το βιβλίο του καθηγητή Φιλοσοφίας εν ΗΠΑ Κωνσταντίνου Καβαρνού “Συναντήσεις με τον Κόντογλου”. Εκεί θα δήτε πώς ήταν και εναντίον των οργανώσεων αυτών(των οποίων μέλος ήταν και ο Στ. Παττακός), όπως της “Ζωής”, τις οποίες θεωρούσε δυτικότροπες και αντιΠατερικού πνεύματος. Αυτές οι οργανώσεις εξεπροσώπησαν ακριβώς τον “ελληνοχριστιανισμό”. Από την άλλη, ο Κόντογλου, αν και θαύμαζε -και είχε εικονογραφημένους στο σπίτι- διαφόρους φιλοσόφους, όπως τον Πυθαγόρα τον Σάμιο, τον Ηράκλειτο κα., ενώ από ξένους τον Πασκάλ, τον Έμερσον κλπ., δεν έκανε καμμία σύγκραση για λόγους ενός ορισμένου δυτικού εθνικισμού. Στην πραγματικότητα, στην εποχή του “Πέδρο Καζάς” κατήγγελε με οργή τον εθνικισμό, που έκανε τους ανθρώπους να μισούν τους Τούρκους, τους οποίους “ηγάπα”, επειδή τους είχε γνωρίση και εγγύθεν στα παιδικά του χρόνια.

“Στο έλεος του χριστιανισμού του”

Κατακλείδα: ο οργισμένος αντιδυτικιστής, και αγιασμένος Κόντογλου δεν μπορεί να κατανοηθή από…. “φραγκεμένους” και τα φραγκολεβαντίνικα ποιούντες. Δυστυχώς. Η ψυχή του, όπως βλέπουμε στα ομορφότερα έργα του, ήταν μεταρσιωμένη, και αλλοιωμένη με την καλή αλλοίωση και την παραδείσια αυτή “χαρμολύπη” του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, και την ανώτερη αγιοπνευματική συγκίνηση της κατάνυξης. Η μυστηριακή ζωή που ο ίδιος υπεραγαπούσε και εξυμνούσε απαύστως είχε αναφλέξη την ψυχή τουΚαι αυτή η τελείως παλληκαρίσια και απογειωμένη ψυχή είναι που μας έδωσε αυτά τα αριστουργήματα της αγιογραφίας, της δοκιμιογραφίας, και της λογοτεχνίας, και που δίδαξε και διδάσκει όλους εμάς τους δυτικόπληκτους για την Ρωμηοσύνη, και την τέχνη της, που είναι ανώτερη, αν πιστέψουμε τον Άγγλο Ράνσιμαν, της αρχαίας. Ως γνωστόν, πολιτισμός είναι η πραγμάτωση της ψυχής, εν χώρω και εν χρόνω

Όπως ο ίδιος έλεγε, άλλωστε, το ίδιο ακριβώς συνέβαινε με ψυχές όπως του Ντοστογιέφσκι και του Τολστόι. Ιδιαίτερα ο Ντοστογιέφσκι είχε πη στον συγγραφέα Μελχιόρ ντε Βογκέ κάτι συναφές και  ας κλείσουμε ακούγοντας τον ίδιο να το ανιστορή…:

“Το τι είναι η Ορθοδοξία, και τι αρίφνητον πλούτο έχει μέσα της, δεν το γνωρίζουνε όχι μονάχα πολλοί από μας τους απλούς χριστιανούς που έχουνε αυτόν τον μεγάλο τίτλο, αλλά κ’ οι περισσότεροι ιερωμένοι, καθώς κ’ οι θεολόγοι μας. Αν ήτανε αλλοιώς, δεν θα την περιφρονούσανε την Ορθοδοξία, που είναι πηγή πάσης σοφίας, και δεν θα λατρεύανε σαν πνευματικοί ραγιάδες, την “επιστημονική και ορθολογιστική” θεολογία της Ευρώπης.

Από την Ορθοδοξία, όχι μοναχά στη θεολογία και στις εκκλησιαστικές τέχνες, αλλά και στην κοσμική τέχνη, προ πάντων, στην λογοτεχνία, βγήκανε κάποια αποκαλυπτικά έργα που ταράξανε τις ψυχές σ’όλον τον κόσμο, ακόμα και τους αλλόδοξους, σαν παράδοξα μετέωρα. Τέτοια είναι τα έργα που γράψανε οι μεγάλοι συγγραφείς της Ρωσίας στα τσαρικά χρόνια, προπάντων ο Τολστόη και περισσότερο ο Ντοστογιέφσκης, και σε μας ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης.

Ο Ντοστογιέφσκης πίστευε πως η ανθρωπότητα θα ξαναγεννηθή πνευματικά μοναχά με την Ορθοδοξία, κ’ έλεγε στον Γάλλο συγγραφέα Μελχιόρ ντε Βογκέ, που ήξερε τα ρούσικα: “Εμείς σας καταλαβαίνουμε εσάς τους Δυτικούς ως τα κατάβαθά σας, αλλά εσείς δεν ήσαστε σε θέση να μας καταλάβετε, επειδή έχουμε κάτι που δεν τόχετε εσείς, το ότι ήμαστε Ορθόδοξοι. Μια ορθόδοξη καρδιά είναι σε θέση να αισθανθή τα πιο βαθειά πράγματα”.  (βλ. “Ασάλευτο θεμέλιο”)

Γυναίκες, Ιεροσύνη, Ορθοδοξία

Το Γυναικείο κίνημα και η Ορθοδοξία

Του Κώστα Μυγδάλη*

Είναι πολύ δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι ο Χριστιανισμός ως θρησκεία, τουλάχιστον όσον αφορά την διδασκαλία του, υποβάθμισε τη θέση της γυναίκας, αφού αν ειδωθεί καθαρά ιστορικά, υπήρξε στο ξεκίνημά του μια θρησκεία δημιούργημα των γυναικών-μυροφόρων, των πρώτων «από θέας» Ευαγγελιστριών.

Είναι πολύ δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι ο Χριστιανισμός ως θρησκεία, τουλάχιστον όσον αφορά την διδασκαλία του, υποβάθμισε τη θέση της γυναίκας, αφού αν ειδωθεί καθαρά ιστορικά, υπήρξε στο ξεκίνημά του μια θρησκεία δημιούργημα των γυναικών – μυροφόρων, των πρώτων «από θέας» Ευαγγελιστριών.[1]

Ο Οικουμενισμός και οι Οικουμενιστές ….

 

Ο Οικουμενισμός και οι Οικουμενιστές είναι υπαρκτά όντα ή πλάσματα της φαντασίας μας;

 

Σχόλια σε άρθρο

 

Του Παναγιώτη Σημάτη

 

Κοινοποίηση: www.manitaritoubounou.wordpress.com

 

 

Στο ιστολόγιό σας (www.thriskeftika.blogspot.com)  – Σ. mtb: http://thriskeftika.blogspot.com/2009/08/blog-post_1954.html δημοσιεύσατε ένα κείμενο με τίτλο «Αντι-οικουμενιστικός αγώνας με διάκριση». Ασφαλώς και η διάκριση πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε ενέργειά μας. Όμως, επειδή «διάκρισις σημαίνει συνείδησις αμόλυντη και καθαρότης των αισθήσεων» (Ιω. Κλίμακος), -άρα η ορθή διάκριση είναι κτήμα των ολίγων-, η γνωμοδότηση εν ονόματι της διακρίσεως δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος, όταν πρόκειται για θέματα Πίστεως και αιρέσεων. Εκεί, μαζί με τη διάκριση ως προς το χρόνο και τον τρόπο του πρακτέου, πρέπει να λαμβάνουμε υπ' όψιν δεδομένα περισσότερο σταθερά και ασφαλή. Και αυτά είναι οι καθοδηγητικές γνώμες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων σε όμοιες περιπτώσεις.

Με αυτή τη βάση, και επειδή σχημάτισα την εντύπωση ότι όσα, -στην παραπάνω δημοσίευσή σας- διατυπώνονται από τον Σεβασμιώτατο Μητρ. Πειραιώς π. Σεραφείμ, τον σεβαστό π. Θεόδωρο Ζήσης και τον υπεύθυνο του ιστολογίου, έχουν και τον αντίλογός τους, γι' αυτό διατυπώνω τις σκέψεις μου κυρίως ως προς τις τοποθετήσεις του Σεβ/του και έμμεσα τις δικές σας, ώστε με την καλοπροαίρετη συζήτηση να ξεκαθαρίσουν τα θέματα, να κατορθώσουμε σ' αυτή την κρίσιμη για την Εκκλησία μας ώρα, να διατηρήσουμε την ενότητα ενεργειών στον αγώνα κατά των Οικουμενιστών, που προβλέπεται δύσκολος. Μας χρειάζεται σύμπνοια και διάθεση ομολογίας (έστω και με διαφορετικό τρόπο) και όχι υποτίμηση του αγώνος των μεν από τους δε.

Ασφαλώς και δεν έρχομαι ως συνήγορος, ούτε συμφωνώ με την όλη συλλογιστική του καθηγητή Πανεπιστημίου, στον οποίο απαντά ο Σεβ/τος Πειραιώς (μέρος της Επιστολής του αναδημοσιεύσατε), αφού μέσα τον χαώδη χώρο αντιμαχόμενων Επισκοπών-Εκκλησιών και των αποτειχιζόμενων πιστών του Παλαιού είναι δύσκολο κανείς να βρει άκρη, παρά την ορθότητα των περισσοτέρων τους θέσεων.

Θέλω να σημειώσω, όμως ταυτόχρονα, ότι στην περίπτωση της παύσεως του μνημοσύνου των Οικουμενιστών, δεν μπορούμε να υποβαθμίζουμε το θέμα και αντί για τους συγκεκριμένους οικουμενιστές να ομιλούμε ως να πρόκειται απλώς περί κάποιων άγνωστων και εναλλασσόμενων σε δηλώσεις προσώπων, που εκφράζουν «κάποιες» θέσεις: «των κατά καιρούς (δηλ.) δηλούντων συγκρητιστικάς οικουμενιστικάς θέσεις», όπως στην Επιστολή του γράφει ο Σεβ/τος. Πράγματι, αν τους εντάξουμε σ' αυτό το ακαθόριστο και ρευστό πλαίσιο, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αιρετικοί ή ως «κοινωνούντες με αιρετικούς» και αφήνονται έτσι «ελεύθεροι» να συνεχίσουν το καταλυτικό έργο τους.

Αντίθετα: α) Η παύση του μνημοσύνου επιβάλλεται, γιατί εδώ πρόκειται για συγκεκριμένα  πρόσωπα Οικουμενιστών, των οποίων έχουμε επίσημες δηλώσεις, κείμενα και πράξεις. Κι αυτοί οι συγκεκριμένοι, είναι οι ηγέτες του οικουμενιστικού αγώνος, δρουν με συγκεκριμένο σχέδιο και το υλοποιούν μαζί με τους αιρετικούς και υπό την προστασία των, έχουν προαποφασίσει ή αποδεχθεί την ένωση των Εκκλησιών υπό των Πάπα, έχουν υποπέσει σε πληθώρα παραβάσεων Ιερών Κανόνων και ασεβούν προς αυτούς, αμνηστεύουν αιρετικές δοξασίες και πρακτικές, δεν υπερασπίζονται την Εκκλησία μας, π.χ. όταν πρόσφατα ο Πάπας την χαρακτήρισε ως ελλειμματική(!)  και επιτρέπουν έτσι να εξοικειώνεται και να μολύνεται ο πιστός από την αίρεση.

Αυτά έχουν καταγγελθεί από πολλούς και δεν χρειάζεται να παραθέσω εδώ τα σχετικά κείμενα. Θα αναφέρω μόνο δύο απ' εκείνους που έχουν διατυπώσει τέτοιες θέσεις, τους καθηγητές Πανεπιστημίου π. Θεόδωρο Ζήση και π. Γεώργιο Μεταλληνό, οι οποίοι προΐστανται της Συνάξεως που συνέταξε την «Ομολογία Πίστεως» και την οποία ο Σεβ/τος συνυπέγραψε και -είναι αλήθεια- αυτή η ομολογιακή του ενέργεια μας γέμισε χαρά. Το ότι οι ελάχιστοι Οικουμενιστές, αλλά ισχυροί λόγω των θεσμικών ηγετικών θέσεων που κατέχουν, προχωρούν με σχέδιο και προσπαθούν να εξοικειώσουν το λαό στην αιρετική Οικουμενιστική ιδεολογία, ώστε ο λαός να αποδεχθεί χωρίς αντίδραση την Ένωση, φαίνεται από δικές τους δηλώσεις[1]. β) οι δηλώσεις τους αυτές δεν είναι ευκαιριακές -όπως χαρακτηρίζονται- ως προερχόμενες υπό «των κατά καιρούς δηλούντων συγκρητιστικάς οικουμενιστικάς θέσεις». Είναι δηλώσεις των ιδίων συγκεκριμένων προσώπων, όπως του κ. Βαρθολομαίου, οι οποίοι συντελούν θεωρητικά και πρακτικά στην διατύπωση, εκδήλωση, υποστήριξη και προώθηση εντός της Εκκλησίας της παναιρέσεως του Οικουμενισμού.

Τι άλλο απαιτείται, δηλαδή, για την εφαρμογή των «Θείων και Ι. Κανόνων 13ου και 15ου της Α´ καί Β´ λεγομένης Συνόδου» που αναφέρει ο Σεβ/τος; Δεν υπάρχει εδώ συγκεκριμένη αίρεση, δηλ. ο Οικουμενισμός; Δεν υπάρχουν τα πρόσωπα που την προωθούν, δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο επιβολής της, όπως τούτο ομολογούν από χρόνια προσωπικότητες ως ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς, ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ο π. Σπυρίδων Μπιλάλης, ο Ανδρέας Θεοδώρου, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (στην γνωστή δήλωσή του πριν φέρει τον Πάπα και το Συνέδριο του Π.Σ.Ε. στην Αθήνα), ο Ιω. Ρωμανίδης, ο π. Θ. Ζήσης, ο π. Γ. Μεταλληνός κ.ά.; Αυτό δεν το αναφέρει και η «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ» που προσυπόγραψε και ο Μητρ. Πειραιώς; Τώρα γιατί αυτό αμφισβητείται υπ' αυτού;

Γράφει, ακόμη, πως για να αντιδράσει, περιμένει όχι απλώς την διατύπωση από τους οικουμενιστές, κάποιων συγκρητιστικών οικουμενιστικών θέσεων, μα «δημοσία κήρυξιν αιρέσεως και γυμνή τη κεφαλή επ΄ Εκκλησίας αιρετικήν διδασκαλίαν…».

Να θυμίσουμε, λοιπόν, τι υπογράψαμε όλοι -και ο Σεβ/τος- στην «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ»;

«…Ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα… Για τον λόγο αυτό τον εκά­στοτε πάπα "ου μόνον ου κοινωνικόν έχομεν, αλλά και αιρετικόν αποκαλούμεν"…

Εφ' όσον οι αιρετικοί εξακολουθούν να παραμένουν στην πλάνη, αποφεύγουμε την μετ' αυτών κοινωνία... Οι ιεροί κανόνες στο σύνολο τους απαγορεύουν … τις εντός των ναών συμπροσευχές, αλλά και τις απλές συμπροσευχές σε ιδιωτικούς χώρους… Η αίρεση του Οικουμενισμού… προσβάλλει το δόγμα της Μιας… Εκκλησίας… Επιβάλλεται από Πα­τριάρχες και επισκόπους νέο δόγμα περί Εκκλησίας… Σύμφωνα με αυτό καμμία Εκκλησία δεν δικαιούται να διεκδικήσει αποκλειστικά για τον εαυτό της τον χαρακτήρα της καθολικής και αληθινής Εκκλησίας… Αυτήν την παναίρεση έχουν αποδεχθή εκ των Ορθοδόξων πολλοί πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι… Την διδάσκουν «γυμνή τη κε­φαλή», την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στην πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως με τους αιρετικούς, με συμ­προσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων, ποιμαντικές συνερ­γασίες, θέτοντας ουσιαστικώς εαυτούς εκτός Εκκλησίας. Η στάση μας εκ των συνοδικών κανονικών αποφάσεων και εκ του παραδείγματος των Αγίων είναι προφανής. Ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του».

Το παραπάνω απόσπασμα της «ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ» που και ο Σεβ/τος υπέγραψε, μιλά για την αίρεση του Οικουμενισμού που κηρύσσεται «γυμνή τη κε­φαλή», στην οποία συμμετέχουν Πατριάρχες και Επίσκοποι, οι οποίοι με τη συμμετοχή τους αυτή τίθενται εκτός Εκκλησίας. Αντίθετα, στην Επιστολή του ο Σεβ/τος λέγει ότι η αίρεση του Οικουμενισμού, δεν κηρύσσεται ακόμα «γυμνή τη κε­φαλή» από συγκεκριμένα πρόσωπα και ότι, όταν διαπιστώσει κάτι τέτοιο, τότε θα αντιδράσει. Μα έτσι ο Σεβ/τος (από συμπαράσταση στο χειμαζόμενο Φανάρι) δικαιολογεί τον ηγέτη του Οικουμενισμού κ. Βαρθολομαίο. Πόσοι Πατριάρχες χειμαζόμενοι, προτίμησαν την ομολογία και το μαρτύριο;

Στη συνέχεια, δηλώνει, ότι θα διακόψει το μνημόσυνο μόνο αν η αίρεση καταδειχθεί «…με ενσυνείδητον μετοχήν εις την αίρεσιν αποδεικνυομένην διά της κοινωνίας έως το κοινόν ποτήριον. Τοιούτον τι, όμως δεν έχει ευτυχώς επισυμβεί». Ας αφήσω το δεύτερο σκέλος της φράσεως, για να μην μακρύνω περισσότερο το λόγο. Μένω στο πρώτο και ερωτώ: Τότε τι νόημα έχουν οι παραπάνω Ιεροί Κανόνες που αναφέρει; Οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι πιστοί όλων των εποχών, περίμεναν πρώτα να παγιωθεί η αίρεση και μετά να αντιδράσουν; Δεν ευοδώνουν και προτρέπουν οι Πατέρες στην άμεση αντίδραση των πιστών ακόμα και επί υποψία αιρέσεως;

Οι παραπάνω Ι. Κανόνες, δεν ομιλούν για σύσσωμη αντίδραση της Εκκλησίας, αλλ΄ αναφέρονται για την αντίδραση κάποιων πιστών ή ομάδων πιστών που για διάφορους λόγους έχουν κατανοήσει τη σοβαρότητα της καταστάσεως.

Αντιγράφω κι ένα σχετικό σχόλιο από την ιστοσελίδα σας: «O Άγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέει: Ο μνημονεύων αιρετικόν είναι αιρετικός, καν τοις λογισμοίς ουκ εναυάγησεν αλλά τη κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυται!». Σταματώ όμως εδώ, για να παραθέσω κάποια ανάλογα παραδείγματα από την ιστορία της Εκκλησίας μας που μας φέρνουν μπροστά στις ευθύνες μας:

Ι) Κατά τον Μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιο, η ενότης της Εκκλησίας «παρασαλεύεται μόνον από τας ετεροδοξίας. Ο ετέρως, παρ' ο παρέλαβε, φρονών, παύει να έχη την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος. Δια τούτο, κατά την Ε' Οικουμ. Σύνοδον (πράξ. Α' § 3,17) υπέρτατον χρέος των ιερέων… είναι η περιφρούρησις και η διασφάλισις της ενότητος της πίστεως. Η έκπτωσις ιερέως από την ενότητα της πίστεως μιαίνει τα υπ' αυτών τελούμενα μυστήρια και αίρει από αυτούς το χάρισμα της πνευματικής πατρότητος. Αντί ποιμένων αποβαίνουν λύκοι (βλ. Ε' Οικουμ. Σύνοδ., Πράξ. ΣΤ' § 15,10 και Πράξ. Α' 3,14)… Και οι ορθόδοξοι καθ' όλον το διάστημα του ακακιανού σχίσματος ηρνήθησαν να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων από χειρών απλώς υπόπτων. "Ακοινώνητοι δια τι μένομεν επί τοσαύτα (35) έτη;… Ιερείς και πατέρες είναι μόνον οι τηρούντες την πίστιν ανόθευτον (Πραξ. Α § 3, 14)» (Τα κείμενα αυτά, όπως και των επομένων τριών §§, είναι από τη μελέτη του Μητρ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου, Η Πέμπτη Οικουμ. Σύνοδος, σελ. 104-106, 52, 360, 361).

ΙΙ) Αλλά και κατά την εποχή του Αγ. Κυρίλλου παρόμοια συνέβαιναν. «Κατά την διετίαν 431-433 μ.Χ. εκράτησε, συνεπεία του σχίσματος, μεγάλη αταξία. "Έμεινε η Σύνοδος η Ανατολική (σ.σ. δηλ. οι περί τον Πατρ. Αντιοχείας Ιωάννη) μη κοινωνούσα τοις επισκόποις τοις κοινωνούσι Κυρίλλω… Κατά το διάστημα αυτό οι Ανατολικοί κατηγόρουν τους κοινωνούντας με τον άγ. Κύριλλον ορθοδόξους ως αμαθείς… Αλλ' η κατάστασις, εις την οποίαν είχε περιέλθει το πατριαρχείον Αντιοχείας ήτο θλιβερά… Διό και τεταπεινωμένοι εζήτησαν την κοινωνίαν με τον άγ. Κύριλλον υπό όρους… (ο οποίος) απαντών ηρνήθη να δεχθή τους Ανατολικούς εις κοινωνίαν, πριν α) δεχθούν την καθαίρεσιν του Νεστορίου…, β) αναθεματίσουν τον Νεστόριον και τας διδασκαλίας του, γ) …αποδεχθούν όλας τας πράξεις της Γ' Συνόδου…, διότι δεν είχεν εμπιστοσύνην (σ.σ. μετά όσα είχε πράξει) εις τον Ιωάννην Αντιοχείας».

ΙΙΙ) Οι άγιοι πατέρες δεν ανέχονταν ούτε καθ' υποψίαν να κατηγορηθούν, ότι καθ' οιονδήποτε τρόπο εκοινώνουν μετά των αιρετικών, αλλά κι αν έδειχναν κάποια «οικονομία» αυτή διετηρείτο για βραχύ χρονικό διάστημα και όχι για δεκαετίες. Π.χ., ο άγ. Πρόκλος, παρόλο που επιτιμάται από τον άγ. Κύριλλο για πρόθεσή του να αναθεματισθεί ο αιρετικός Θεόδωρος, και τούτο χάριν οικονομίας, μήπως και κερδίσουν κάποιους φίλα προσκείμενους προς τους αιρετικούς, αυτός επιμένει και στέλνει επιστολή στους επισκόπους «συμβουλεύων αυτούς…να αναθεματίσουν τας βλασφημίας του Θεοδώρου, διότι μόνον έτσι θα απήλλαττον τους εαυτούς των από την σχετικήν υποψίαν».

Αργότερα φάνηκε πως είχε δίκιο ο αγ. Πρόκλος, γιατί αποδείχτηκε ότι οι φιλοαιρετικοί «συνέχισαν να υπερασπίζονται ακόμα και τας βλασφημίας του Θεοδώρου». Τότε και «ο άγ. Κύριλλος, επειδή έβλεπε την ασέβειαν αυξανομένην και …την ως εκ τούτου βλάβην…, ηναγκάσθη να συγγράψη τα βιβλία του κατά του Θεοδώρου και των βλασφημιών του».

ΙV) Άλλο παράδειγμα, που δείχνει την ευαισθησία της ορθοδόξου συνειδήσεως σε θέματα πίστεως. Γράφει ο καθηγητής Π. Μπούμης: «Τοιαύτη είναι η ευαισθησία του χριστιανικού πληρώματος εις ζητήματα πίστεως, ώστε δεν ανέχεται την παραμικράν υπεκφυγήν η ασάφειαν η αμφιβολίαν, αλλά επιμένει εις την συγκεκριμένην και βεβαίαν αντιμετώπισιν αυτών. Εύγλωττος είναι επί τούτω η στάσις την οποίαν επέδειξε το πλήθος των πιστών της Κων/λεως τω 518, όταν εκάλεσε τον Πατρ. Ιωάννην Β τὸν Καππαδόκην… "να κηρύξη απ' άμβωνος την αναγνώρισιν της Δ΄ Οἰκ. Συνόδου, να εγγράψη εις τα δίπτυχα τα ονόματα των ορθοδόξων προκατόχων αυτού…και να αναθεματίση τον μονοφυσίτην πατριάρχην Αντιοχείας Σεβήρον". Οι πιστοί δεν ηρκέσθησαν εις την διαβεβαίωσιν του Πατριάρχου, ότι δεν εκινδύνευεν η πίστις και ότι θα προβή εις τας σχετικάς ενεργείας, αλλά "τω καιρώ των διπτύχων μετά πολλής ησυχίας συνέδραμαν άπαν το πλήθος κύκλω του θυσιαστηρίου και ηκροώντο, και μόνον (όταν) ελέχθησαν αι προσηγορίαι των ειρημένων… φωνή μεγάλη έκραξαν άπαντες δόξα σοι Κύριε"».

Και τότε, λοιπόν, όπως βλέπουμε, Επίσκοποι εκήρυτταν την αίρεση ή έκαναν πλάτες στους αιρετικούς επικοινωνώντας μαζί τους. Και σήμερα η «ιστορία επαναλαμβάνεται»: Πατριάρχες, Επίσκοποι και θεολόγοι (τους οποίους στο ιστολόγιό σας είχατε την τόλμη να κατονομάσετε), ηγούνται της αιρέσεως του Οικουμενισμού. Το χρέος όλων, όσων θέλουμε να παραμείνουμε πιστοί, είναι προδιαγεγραμμένο από τους Αγίους μας και θα είναι ευχής έργο, ιεράρχες όπως ο Μητροπολίτης Πειραιώς, να πρωτοστατήσουν πρακτικά στην εφαρμογή των λόγων τους.

 

Σημάτης Παναγιώτης, θεολόγος, 19-08-2009



[1] Ο εκπρόσωπος μας στις Βρυξέλλες, επίσκοπος Αθανάσιος, χαρακτήρισε την πλειονότητα των πιστών ως φονταμενταλιστές και δήλωσε ότι: προσπάθειά μας είναι «να προετοιμάσουμε τον κόσμο, να τον διαπαιδαγωγήσουμε, για να μη αντιδράσει,… (στους οικουμενιστικούς διαλόγους)   να  σχηματίσουμε τη συνείδηση του κόσμου»!

Η Ρωσική Εκκλησία στο δρόμο προς το Βατικανό

Η Ρωσική Εκκλησία στο δρόμο προς το Βατικανό

 

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

 

Από τους "αντι-οικουμενιστικούς" κύκλους στην Ελλάδα αναπαράγεται τελευταία η "άποψη" ότι ευτυχώς που υπάρχει η Μόσχα και οι αξιώσεις της μέσα στην Ορθοδοξία, διότι η Ρωσική Εκκλησία αποτελεί έτσι ανάχωμα στα "οικουμενιστικά", οιονεί σατανικά (!) κατ' αυτούς, "σχέδια του Φαναρίου"!

Μια ομάδα ελληνοφώνων ορθοδόξων, λοιπόν, μακαρίζουν την Μόσχα και αναθεματίζουν το Φανάρι, με φόντο τις σχέσεις τους με το Βατικανό. Αν και βέβαια είναι ηλίου φαεινότερον ότι το πρόβλημά τους είναι η οικουμενικότητα του Φαναρίου, η οποία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από μικρόψυχους εθνικιστές και σκληροκάρδιους "αντι-οικουμενιστές", οι οποίοι θεωρούν τους πάντες, εκτός από τους εαυτούς τους, προδότες της Ορθοδοξίας.
Όμως για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς τα πράγματα η κατάσταση είναι ολωσδιόλου διαφορετική. Η Ρωσική Εκκλησία κόπτεται για τις σχέσεις της με το Βατικανό και είναι πια θέμα χρόνου η συνάντηση του νέου Πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου με τον Πάπα Βενέδικτο.

  Ο Πατριάρχης Κύριλλος, όσο ήταν επικεφαλής του Τμήματος Εξωτερικών Υποθέσεων της Ρωσικής Εκκλησίας, προχώρησε σε ανοίγματα και προς τη Δυτική Εκκλησία. Επισκέφθηκε πολλές φορές με διάφορες αφορμές το Βατικανό, όπου συναντήθηκε με τους Πάπες Ιωάννη Παύλο Β΄ και Βενέδικτο XVI'. Αυτές οι επαφές του Σμολένσκ, τότε, Κυρίλλου είχαν ως αποτέλεσμα τη συνεργασία της Μόσχας και του Βατικανού για κοινωνικά θέματα, όπως η φτώχεια, η ανεργία και τα ναρκωτικά.
Τον Δεκέμβριο του 2007 ο τότε Σμολένσκ και νυν Πατριάρχης Κύριλλος επισκέφθηκε πάλι το Βατικανό και είχε ιδιαίτερη συνάντηση με τον Πάπα Βενέδικτο. Κατ' αυτήν έγινε ευρύτατη συζήτηση για τις σχέσεις Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Ρωμαιοκαθολική ανά τον κόσμο.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (25 – 2- 2007) ο τότε Σμολένσκ και Καλίνιγκραντ Κύριλλος δήλωνε κατηγορηματικά για τις σχέσεις Μόσχας και Βατικανού:

"Πρώτα απ' όλα θέλω να υπενθυμίσω ότι ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους σχέσεων μεταξύ της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ποτέ δεν αποκλείσαμε – ως θέμα αρχής – τη δυνατότητα επίσκεψης του Πάπα της Ρώμης στη Ρωσία ή της συνάντησής του με τον Αγιότατο Πατριάρχη Μόσχας και Πάσης Ρωσίας Αλέξιο Β΄ στο έδαφος μιας τρίτης χώρας. Ωστόσο αποτελεί βαθιά μας πεποίθηση ότι ένα τέτοιο ιστορικό γεγονός πρέπει να σηματοδοτήσει θετικές αλλαγές στις σχέσεις ανάμεσα στις Εκκλησίες".

Αξίζει, εδώ, να σημειωθεί το γεγονός ότι ο ισχυρός Καρδινάλιος Βάλτερ Κάσπερ επισκέφθηκε  την Μόσχα τον Δεκέμβριο του 2005 επί Πατριαρχίας Αλεξίου Β' σε μια προσπάθεια εγγύτητος των δύο Εκκλησιών και έγινε δεκτός με τιμές από τον μακαριστό Πατριάρχη.

Μόλις τον περασμένο Ιούνιο ο νέος επικεφαλής του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών σχέσεων Αρχιεπίσκοπος Βολοκολάμσκ Ιλαρίων δήλωσε χαρακτηριστικά:

"Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θα πρέπει να αφήσουν πίσω τους το πνεύμα εχθρότητας που δηλητηριάζει εδώ και χρόνια τις σχέσεις τους, ώστε από κοινού να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που απασχολούν τις σύγχρονες κοινωνίες".

Δήλωση ενδεικτική του ανοίγματος του νέου Πατριάρχη Μόσχας προς την Καθολική Εκκλησία.

Ένα σημαντικό ζήτημα για τις σχέσεις Μόσχας – Βατικανού είναι οι σχέσεις της Αγίας Έδρας με την Ρωσική Ομοσπονδία. Τον περασμένο μήνα ο πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε για το θέμα: "Έχουμε σχέσεις με το Βατικανό σε επίπεδο Γραφείων Αντιπροσωπείας. Συζητούμε το θέμα της ανύψωσης του επιπέδου σχέσεων σε πλήρη μορφή, για να κάνουμε αυτές τις σχέσεις πρεσβευτικές, πραγματικά διπλωματικές".

Και βέβαια ο πρόεδρος Μεντβέντεφ στοιχείται στη γραμμή του προκατόχου του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος δήλωνε από το 2000 ότι "οι σχέσεις Μόσχας – Βατικανού είναι σε πολύ καλό επίπεδο, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν περιθώρια ενδυνάμωσης των δεσμών μεταξύ των δύο πλευρών".
Η Ρωσική Εκκλησία διατηρεί άριστες σχέσεις με τους προέδρους Μεντβέντεφ και Πούτιν και νομοτελειακά πια, η συνάντηση Πατριάρχη Μόσχας και Πάπα δεν είναι μακριά, ίσως δε και η επίσκεψη του Πάπα στη Ρωσία, κάτι που επιθυμεί σφόδρα το Βατικανό.

 Ο Πατριάρχης Κύριλλος, ο οποίος, είναι ολοφάνερο, επιθυμεί να παίξει ηγετικό ρόλο στην Ορθοδοξία και να μην αφήσει μόνο του το Οικουμενικό Πατριαρχείο να διαλέγεται ισοτίμως με το Βατικανό, δεν έχει κάνει καμία δήλωση εναντίον της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και του Πάπα.

Ούτε, φυσικά, καταδικάζει τον Οικουμενισμό, αφού ο ίδιος υποστήριξε έργοις και λόγοις τον διάλογο των Εκκλησιών.

Σίγουρα, δεν λησμονεί ούτε στιγμή ο Ρώσος Πατριάρχης ότι οι Ρώσοι της Διασποράς, το ποίμνιό του που κατά τον ίδιο είναι μεγαλύτερο απ' αυτό της Ρωσικής γης, δεν θα δεχθούν εύκολα από την Εκκλησία τους αφορισμούς και αποκλεισμούς που δεν συνάδουν με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Όλα τα παραπάνω είναι άκρως ενδεικτικά της "φιλοπαπικής" στάσης της Ρωσικής Ορθοδoξίας.

Ας ελπίσουμε ότι ο Πατριάρχης Κύριλλος θα ξεπεράσει τις ενστάσεις ολίγων επισκόπων του και θα συμβάλλει και ο ίδιος, περισσότερο ουσιαστικά, στο διάλογο που διεξάγεται με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, υπό τον συντονισμό, εκ μέρους των Ορθοδόξων, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και με την σύμφωνη γνώμη και συμμετοχή ΟΛΩΝ των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Αυτό, άλλωστε, υπογράμμισαν στο κοινό ανακοινωθέν τους μετά τη Σύναξή τους στο Φανάρι τον περασμένο Οκτώβριο, ότι δηλαδή ο διάλογος είναι μονόδρομος. Και είναι μονόδρομος όσο και αν αντιδρούν ορισμένοι "αντι-οικουμενιστές" στην Ελλάδα και αλλαχού, οι οποίοι ανορθοδόξως, βλέπουν "καλούς" και "κακούς" Ορθοδόξους.

 

ΠΗΓΗ: amen.gr και

http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2009/08/blog-post_14.html,  Παρασκευή, 14 Αύγουστος 2009

Οικονομικός φασισμός…

Οικονομικός φασισμός…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Ο καπιταλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα-μονόδρομος στο οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε «αναγκαστική προσγείωση»:

Αυτή είναι η θέση του φίλου μου του Ιάσωνα, ο οποίος είναι φανατικός υπερασπιστής του καπιταλισμού.

Και προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του αυτή επιστρατεύει ένα απόσπασμα από βιβλίο του Τάκη Λαζαρίδη. Ο οποίος (Λαζαρίδης) είχε καταδικαστεί σε θάνατο μαζί με το Μπελογιάννη και υπήρξε τρόφιμος των εγκληματικών φυλακών για μια 15ετία. Ενώ ο πατέρας του-ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ (Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ στην κατοχή), εκτελέστηκε για την αντιστασιακή του δράση απ' τους Γερμανούς το Μάη του '43. Όπως και η μάννα του, για τον ίδιο λόγο-καταδικάστηκε ισόβια από βουλγαρικό στρατοδικείο και έζησε και την εξορία της Μακρονήσου:

Λέει, λοιπόν, στο βιβλίο του («Αναγκαστική προσγείωση», σελ 197) ο Τάκης Λαζαρίδης:

 

«Ειμαστε  υποχρεωμενοι να μαθουμε να ζουμε με τον καπιταλισμο, οπως μαθαινουμε να ζουμε με τον σεισμο.Και στο κατω-κατω, αν ο σεισμος μονον καταστροφες προκαλει, δεν συμβαινει το ιδιο με τον καπιταλισμο.Οι επικριτές του, διαπραττουν ενα σοβαρο λαθος.Κρινουν τον καπιταλισμο αυτοτελως. Ξεχνουν όμως οτι δεν σχεδιαστηκε και δεν κατασκευαστηκε στο εργαστηριο καποιου σοφου ή αρωστημενου εγκεφαλου.Υπηρξε το αποτελεσμα, το τελικον προϊόν διαδικασιων και συνεργασιων που συντελεσθηκε βαθμιαια μεσα στα σπλαχνα της Φεουδαρχιας.Κρινομενος αντικειμενικα με επιστημονικα κριτηρια υπηρξε ενα τεραστιο αλμα προοδου ενα γιγαντιο βημα για την ανθρωποτητα…Ανοιξε το δρομο να περασουν οι επιστημες, οι τεχνες, ο πολιτισμος και τα επιτεύγατά τους να γινουν κτημα οχι μονο των λιγων και εκλεκτων αλλα των πολλων, των ταπεινων και καταφρονεμενων.

Και  το κυριοτερο ανοιξε το δρομο να περση η ελευθερια και η δημοκρατια..».

 

Σεβαστή η ιστορία του Τάκη Λαζαρίδη και των γονιών του. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να δεχτούμε ασυζητητί τις οποιεσδήποτε θέσεις και απόψεις του.

Γιατί-για ν' αρχίσουμε απ' το τέλος-ο καπιταλισμός, πρώτα-πρώτα, δεν έχει καμιά σχέση ούτε με την ελευθερία ούτε με τη δημοκρατία.

Η ελευθερία μέσα στον καπιταλισμό είναι η ελευθερία των λύκων να τρώνε τα πρόβατα. Και τανάπαλιν η ελευθερία των προβάτων να κατασπαράζονται απ' τους λύκους. Ή να πεθαίνουν από την πείνα.

Κι όσο για τη δημοκρατία; Στο καπιταλιστικό καθεστώς μόνο δημοκρατία δεν υπάρχει. Πρόκειται για οικονομική ολιγαρχία. Ή μάλλον καλύτερα για οικονομικό φασισμό.

Γιατί η αληθινή δημοκρατία δεν έγκειται απλά και μόνο στο δικαίωμα του λαού να εκλέγει ελεύθερα αυτούς, οι οποίοι μπορούν, με τη συνέργια των ΜΜΕ,  να τον εξαπατούν και να υφαρπάζουν την ψήφο τους. Έγκειται κυρίως και προπάντων στο δικαίωμα των πολιτών να συμμετέχουν, εξίσου με όλους τους άλλους συμπολίτες τους στην απολαβή των αγαθών της δημοκρατίας. Που σημαίνει ότι δημοκρατία πρώτιστα είναι κοινωνική. Και όχι ένα κάποιο νομικό κατασκεύασμα, με το οποίο οι ολίγοι στο όνομα της νομικής ασυδοσίας μπορούν να ρημάζουν και να λεηλατούν το λαό…

Ο καπιταλισμός είναι ένα καθεστώς χειρότερο ακόμη κι απ' τη ζούγκλα. Γιατί στη ζούγκλα κυριαρχεί η νομοτέλεια των ενστίκτων. Η οποία θέτει όριο  στην αρπακτικότητα. Ενώ στο καπιταλισμό δεν υπάρχει κανένα όριο. Αφού, παρότι ο καθένας έχει ένα σώμα να θρέψει και να ντύσει, υπάρχουν άνθρωποι, που σωριάζουν τρόφιμα και ενδύματα και χρήματα, ωσάν να έχουν δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες σώματα.

Που σημαίνει ότι ο καπιταλισμός, είναι το «άκρον άωτον» όχι μόνο της ανηθικότητας, αλλά και του παραλογισμού. Κι ακόμη πως πρόκειται για καθεστώς και αφύσικο και απάνθρωπο.

Γιατί δεν αντιστρατεύεται απλά και μόνο τη φύση συλλήβδην, αλλά καταδικάζει τον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί υπέρτατο κριτήριο του καπιταλισμού είναι όχι ο άνθρωπος, αλλά το χρήμα.

Και, μέσα απ' αυτόν τον απάνθρωπο και αφύσικο παραλογισμό, μπορούμε να ιδούμε και να ερμηνεύσουμε την ουσιαστικά ανθρωποκτόνο-με τα εκατομμύρια των θυμάτων του- δραστηριότητά του.

Αφού, κατά κάποιον τρόπο, έχει αντιστρέψει το «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» του Πρωταγόρα, σε «πάντων ανθρώπων μέτρον χρήμα»!

 

Παπα-Ηλίας, 24-08-2009

Η απουσία λόγου…

 Η απουσία λόγου…

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

 

Σταμάτησε ξαφνικά η γραφή

σε καθημερινή βάση.

Ξεκίνησε η γνωστή διαδρομή στους ίσκιους.

Συνέχεια

Ιδού ο ένοχος

Ιδού ο ένοχος

 

Του ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΟΡΟΒΕΣΗ*

 

Η πολιτική ηγεσία του ΣΥΝ φαίνεται να ταυτίζεται πλήρως με τα έργα και τις ημέρες του πάλαι ποτέ Ενιαίου Συνασπισμού που συγκροτήθηκε από το ΚΚΕ και την ΕΑΡ υπό την ηγεσία των Χαρίλαου Φλωράκη και Λεωνίδα Κύρκου.

Ο τελευταίος μάλιστα με άρθρο του στα «Νέα» (20.8.09) επαναφέρει στο προσκήνιο την πολιτική της ΕΑΡ προτείνοντας στον ΣΥΝ να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ. Εδώ και χρόνια από τις στήλες αυτής της εφημερίδας ο καλός συνάδελφος Γ. Βότσης θέτει πιεστικά ερωτήματα για τον χρηματισμό των κομμάτων της Αριστεράς και απάντηση δεν έχει πάρει. Με δραματικό τρόπο επανέφερε το ερώτημα και ο καθηγητής Κώστας Μπέης. Εγώ απλώς ανακύκλωσα τις ήδη δημοσιευμένες πληροφορίες με την ελπίδα πως θα ασκούσα μια πίεση για να δοθεί μια απάντηση. Η ελπίδα μου βγήκε αληθινή και τα κόμματα της Αριστεράς αντέδρασαν. Αλλά δεν απάντησαν στα ερωτήματα που έθεσε η «Ε» και στοχοποίησαν τον ανακυκλωτή.

  Αυτή είναι μια παλιά και δοκιμασμένη σταλινική τακτική που είναι προσφιλής τόσο στην κλασική της μορφή όσο και στην ανανεωτική της. Οταν δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να απαντήσουμε σε κάποιο ερώτημα ενοχοποιούμε το ίδιο το ερώτημα και το δαιμονοποιούμε για να αποφύγουμε την ουσία του πολιτικού προβλήματος. Και αυτό δεν βγαίνει ποτέ στην επιφάνεια. Και η κρίση που περνάει αυτή τη στιγμή ο ΣΥΝ με τη σύγκρουση των δύο ηγεσιών του είναι καθαρή. Ή θα δημιουργήσουμε μια ΕΑΡ που θα αφομοιωθεί στο ΠΑΣΟΚ ή ανασυγκροτούμε μια Αριστερά του 21ου αιώνα με διακριτό πρόσωπο και κρυστάλλινες θέσεις. Και αυτές οι δυο πολιτικές απόψεις δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια νέα σύνθεση γιατί είναι αποκλίνουσες.

Και όταν ένα κόμμα βρίσκεται σε μια βαθιά κρίση, ένα τυχαίο γεγονός, όπως ήταν η συνέντευξή μου στο Κανάλι 1 του Πειραιά, μπορεί να αναδείξει τη σοβαρότητα των πολιτικών προβλημάτων, που αν δεν αντιμετωπιστούν πολιτικά, τότε οι συνέπειες μπορεί να είναι απρόβλεπτες. Και πολύ φοβάμαι πως οι ηγεσίες του ΣΥΝ έχουν χάσει το παιχνίδι και οι διάφοροι έμμισθοι γραφειοκράτες θα συνεχίσουν να αυτογελοιοποιούνται. Από τον Τύπο έμαθα πως επιθυμούν την τιμωρία μου ή την παραίτησή μου. Σε μένα δεν έχει ανακοινωθεί τίποτα. Και αυτό δείχνει πως η ηγεσία του ΣΥΝ έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα. Τιμωρείς ή διαγράφεις κάποιον που είναι μέλος σου. Εγώ δεν υπήρξα ποτέ μέλος του ΣΥΝ. Και μπορεί να εκπροσωπώ κατά το ένα δέκατο τέταρτο τον ΣΥΡΙΖΑ στο Κοινοβούλιο, αλλά δεν είμαι μέλος του, γιατί ακόμα δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει εγγραφές μελών. Αρα, ποιος θα διαγράψει ποιον. Ο μόνος που μπορεί να με διαγράψει είναι ο εαυτός μου. Αλλά μέχρι στιγμής δεν μου έχει υποβληθεί καμιά παραίτηση.

Σύντροφός μου από τα φοιτητικά χρόνια μού έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα επισήμανση και την επαναλαμβάνω: «Εμείς δεν χρωστάμε τίποτα στην Αριστερά. Αυτή μας χρωστάει. Ούτε με υποτροφίες μας έστειλε να σπουδάσουμε, ούτε επαγγελματικά στελέχη γίναμε ποτέ, ούτε μπήκαμε σε κάποια επετηρίδα και να πάρουμε αξιώματα. Και σκέψου πως εσύ δίνεις το 20% της βουλευτικής σου αποζημίωσης για να συντηρείς και τους γραφειοκράτες του ΣΥΝ. Είναι σαν να χρηματοδοτείς τη δίωξή σου». Στο τελευταίο είχα κάποιες ενστάσεις. Υπάρχει πρόθεση δίωξης για τις απόψεις που έχω εκφράσει κατά καιρούς. Αλλά ευτυχώς ούτε το ΚΚΕ ούτε οι γραφειοκράτες του ΣΥΝ είναι σήμερα σε θέση να στήνουν «γκούλακ» για τους αντιφρονούντες. Η ζωή συνεχίζεται, όπως και τα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα. Και για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει τι είπα, υπάρχει και γραπτή μου δήλωση, που δημοσιεύτηκε στη χθεσινή «Ε». Αν η πολιτική γραμματεία του ΣΥΝ επιθυμεί να τη λογοκρίνει, ας το κάνει. Προσωπικά, με τη λογοκρισία δεν τα πάω καλά.

 

* Συγγραφέας-βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Α' Αθηνών, perkor29@gmail.com

  

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009,

http://www.enet.gr/?i=news.el.politikh&id=74885

Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος;

Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος;

 

 του Χρήστου Γιανναρά

 

Από αγανάκτηση (ομολογημένη) για τη δίχως αντίλογο προπαγάνδα της «προοδευτικής» δημοσιογραφίας, θα παρακαλούσα να μου επιτραπεί ένα ερώτημα:

Ας υποθέσουμε μια ταινία διάρκειας ενός λεπτού που θα φιλοδοξούσε να παρουσιάσει το Μουσείο του Λούβρου, την ιστορία του, τη σημασία του για τον πολιτισμό. Και δώδεκα δευτερόλεπτα, το ένα πέμπτο της ταινίας, να είχαν διατεθεί για να προβάλουν τον μανιακό, που πριν από μερικά χρόνια στο Λούβρο «μαχαίρωσε» την Τζιοκόντα. Θα καταριόμασταν σαν «σκοταδιστές» και υπέρμαχους της «λογοκρισίας» όσους διαμαρτύρονταν για την υπερβολή (ή τη σκοπιμότητα) της έμφασης στον βανδαλισμό;

Θα ήμουν ειλικρινά ευγνώμων σε όποιον με βοηθούσε να καταλάβω, γιατί στη σημερινή Ελλάδα θεωρείται «προοδευτικός» και εξασφαλίζει καριέρα όποιος κατασυκοφαντεί την ιστορία του τόπου του και του λαού του. Θέλουμε να παρουσιάσουμε στο διεθνές κοινό τη σχέση του λαού μας με τον Παρθενώνα σε μια μονόλεπτη καταγραφή ιστορίας είκοσι πέντε αιώνων. Και αφιερώνουμε το ένα πέμπτο της παρουσίασης στην πικάντικη εξαίρεση: σε κάποιους κάποτε φανατικούς βάνδαλους του κοινωνικού περιθώριου (που υπάρχουν πάντοτε σε κάθε επί γης κοινωνία). Καταλογίζοντας το σύμπτωμα στη σύνολη μεταφυσική παράδοση του λαού των Ελλήνων.

Για τους «προοδευτικούς» δημοσιογράφους, οι ρασοφορεμένοι βάνδαλοι, που στη μονόλεπτη ταινία καταστρέφουν με σφυριά τα μεγαλουργήματα της γλυπτικής τέχνης στον Παρθενώνα, δεν είναι περιθωριακοί ψυχοπαθείς, είναι η Εκκλησία, η θεσμική έκφανση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων. Και τον θεσμό θέλουν να τον βλέπουν όπως τους τον μάθανε στα ιδεολογικά ποιμνιοστάσια: Οχι στην καταγωγική ελληνική του διαμόρφωση, αλλά σαν την εκτρωματική του αλλοτρίωση σε εξουσιαστικό μόρφωμα, όπως το κράτος του Βατικανού στη Δύση.

Ασφαλώς και οι «δεσποτάδες» της ελλαδικής παρακμής σήμερα συνεισφέρουν ενεργά σε αυτή την έκτρωματική, εξουσιαστική αντίληψη για την Εκκλησία – δικαιώνουν τη συμπλεγματική εμπάθεια που θέλει πεισματικά να αγνοεί το εκκλησιαστικό γεγονός ως λαϊκό σώμα. Αλλά την έκπληξη που είναι ο πολιτισμός, ως ιστορική σάρκα της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων, τη γέννησε το εκκλησιαστικό σώμα του λαού, όχι οι παρακμιακοί ρασοφόροι του σήμερα ούτε κάποιες εξαιρέσεις ψυχανώμαλων πριν από δεκαέξι αιώνες!

Ο λαός, που συγκροτεί το εκκλησιαστικό γεγονός, συνέχισε με τον Ρωμανό και την Κασσιανή την ποίηση της Σαπφούς και του Πινδάρου (κατέγραψε τη συνέχεια ο C. Trypanis στην ανθολογία του: The Greek Verse, στα Penguin Books). Συνέχισε ο λαός την τραγωδική δραματουργία στην εκκλησιαστική λατρευτική «λειτουργία», την πάλη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής για θέα τού «όντως υπαρκτού» τη μετέθεσε στη ζωγραφική των Εικόνων του Σινά, της Μονής της Χώρας, του Πανσέληνου, στην αρχιτεκτονική της Αγια-Σοφιάς. Η οργανική συνέχεια του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού λόγου εκφράστηκε δυναμικά στο έργο του Αθανάσιου Αλεξανδρείας, των Καππαδοκών, του Μαξίμου, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Γρηγορίου Παλαμά. Η ηρακλείτεια ταύτιση του κοινωνείν – αληθεύειν, ο πλατωνικός έρως ως οδός γνώσης, η αριστοτελική λογική μέθοδος και το κριτήριο κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης θεμελιώνουν την εκκλησιαστική απαίτηση συνεπούς εμπειρισμού στην ελληνική Ανατολή. Και οδηγούν σε ρήξη (Σχίσμα) με τη μεταρωμαϊκή Δύση των επήλυδων βαρβαρικών φύλων, παγιδευμένων στον πρωτογονισμό της ανάγκης για αυθεντίες, δόγματα – θωράκιση του εγώ με βεβαιότητες.

Οταν ξέρει κανείς ότι επί χίλια χρόνια, στο χλευαστικά ονομαζόμενο από τους Δυτικούς «Βυζάντιο», τα παιδιά ξεκινούσαν ανάγνωση και γραφή με αλφαβητάρι τον Ομηρο, τότε τα δώδεκα δευτερόλεπτα εμφατικής προβολής των ψυχανώμαλων του περιθωρίου στη μονόλεπτη ταινία για τον Παρθενώνα είναι τουλάχιστον ανεξήγητη μεροληψία που μοιάζει με κακόβουλη προπαγάνδα. Αλλά και αν το επίπεδο εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας των ελλαδικών επισκόπτων ήταν διαφορετικό, η συμπλεγματική εμπάθεια της μονόλεπτης για τον Παρθενώνα ταινία, θα είχε συναντήσει μόνο χαμόγελα συγκατάβασης. Οχι απαιτήσεις να επιβάλλεται με τον χωροφύλακα ο σεβασμός στην «επικρατούσα θρησκεία»!

Μέσα στα πέντε τελευταία χρόνια είχαμε οι Ελληνες δύο απανωτές ευκαιρίες (που δεν θα ξανάρθουν) να δηλώσουμε, μπροστά στο σύνολο σχεδόν πληθυσμό του πλανήτη, την πολιτιστική μας ταυτότητα – ενεργό ετερότητα πρότασης πολιτισμού που να ενδιαφέρει πανανθρώπινα: Είχαμε τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την ανέγερση του καινούργιου Μουσείου της Ακρόπολης των Αθηνών. Και σκέφτομαι: Πώς θα έκριναν την ανταπόκρισή μας στις μοναδκές αυτές ευκαιρίες μαρτυρίας κάποιοι δάσκαλοί μας από ένα χθες όχι πολύ μακρινό; Ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Πικιώνης, ο Εγγονόπουλος, ο Παπαλουκάς, ο Κόντογλου, ο Ζάχος, ο Κεφαλληνός, ο Σεφέρης, ο Τατάκης, ο Θεοτοκάς, ο Γκάτσος, πώς θα αντιδρούσαν στο αρχιτεκτόνημα του Τσουμί, στην ταινία του Κώστα Γαβρά, πώς θα έκριναν την ιδιοφυή εντυπωσιοθηρία, σκηνογραφική και σκηνοθετική, του Δημήτρη Παπαϊωάννου; Θα κατάπιναν βουβά την παραίτηση από κάθε ετερότητα, την εικόνα μιας Ελλάδας με επιδόσεις μόνο μεταπρατισμού, μόνο επαρχιώτικης μειονεξίας;

Δεν έχει νόημα να εμπλέκουμε τίμια ονόματα του χθες σε διχογνωμίες του σήμερα. Αλλά κάποια ονόματα υπογραμμίζουν αποκαλυπτικά το κενό, την ορφάνια μας σήμερα από μπροστάρηδες μαχητικής ευθυκρισίας, εύτολμης ανιδιοτέλειας. Μοιάζει δίχως αντίλογο σήμερα η αναιδέσατη ταύτιση της «προόδου» με τον αφελληνισμό, με την κατασυκοφάντηση της Ιστορίας, με τον χλευασμό του «ιερού». Ακόμα και όρους υγειονομικής προστασίας για τη μετοχή μας στο Δείπνο της Ευχαριστίας θέλουν να μας επιβάλουν οι «προοδευτικοί» μας δημοσιογράφοι – με την ίδια φασιστική λογική θα αστυνομεύουν σε λίγο και την υγιεινή του έρωτα επιβάλλοντας οπωσδήποτε το προφυλακτικό. Δεν έχει φραγμούς η συμπλεγματική εμπάθεια.

Θα άξιζε, πάντως, να τεθεί η απορία, με αφορμή και την «τσόντα» των δώδεκα δευτερολέπτων: Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος στην ελλαδική δημοσιογραφία σήμερα; Γιατί και εφημερίδες παρήγορης σοβαρότητας και αξιοπρέπειας, που απευθύνονται, κατά τεκμήριο, σε κοινό με αίσθηση του «ιερού», κατακλύζονται από κείμενα συμπλεγματικής αντιμεταφυσικής μονομανίας;

Ο πάντοτε ανοιχτός αναζητητής, ο τίμιος αγνωστικιστής, έχει σέβας του «ιερού». Ο φανατικός των αντιμεταφυσικών βεβαιοτήτων (όπως και ο θρησκόληπτος) έχει πρόβλημα. Πρόβλημα βασανιστικής ανασφάλειας. Δεν στομώνει κανείς τις γονιμότερες μέσα του αναζητήσεις, απλώς για να εκδικηθεί κάποιους ανυποψίαστους ρασοφόρους του χθες ή του σήμερα. Ομως, γιατί μια κοινωνία να «παιδαγωγείται», μονότροπα με ψυχολογικές ανασφάλειες;

 

ΠΗΓΗ: Καθημερινή της Κυριακής, 23-08-2009,

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_82_23/08/2009_326617

Το χελιδόνι…

Το χελιδόνι…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή*

 

Το Ευαγγέλιο μιλάει για λύκους, που κατασπαράζουν τα πρόβατα και διαλύουν τα κοπάδια. Μιλάει και για κλέφτες και ληστές, που σφάζουν και καταστρέφουν. Και για μισθωτούς, που αδιαφορούν και κοιμούνται. Όταν δεν συνεργάζονται με του λύκους, τους ληστές και τους κλέφτες…

Και μιλάει και για τον καλό τσοπάνη, που πονάει τα πρόβατα. Όλα αδιακρίτως και το καθένα χωριστά. Και που προσπαθεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους και να λύσει τα προβλήματά τους. Θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή του. Κι όχι από ιδιοτέλεια. Γιατί κανένας δεν θυσιάζει τη ζωή του από ιδιοτέλεια. Παρά μόνο από αγάπη. Για το Θεό και το συνάνθρωπο:

«Aδελφοί μου, λέει ο Πατροκοσμάς (η μνήμη του στις 24 Αυγούστου), ο Θεός έχει πολλά ονόματα. Αλλά το κύριο όνομά του είναι Αγάπη. Κι εμείς, για να 'μαστε παιδιά του Θεού, πρέπει να 'χομε αγάπη. Αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπό μας…».

«Όπως το χελιδόνι χρειάζεται δυο φτερούγες, για να πετάξει, έτσι κι εμείς, για να φτάσουμε στη σωτηρία χρειαζόμαστε αυτές τις δυο αγάπες. Αυτή η αγάπη μ' έκαμε και μένα ν' αφήσω το μοναστήρι και να βγω στον κόσμο. Ας χαθώ, είπα, εγώ, για να σωθεί το Γένος. Και παρακαλώ το Χριστό, που σταυρώθηκε απ' την αγάπη του για μένα να μ' αξιώσει να μαρτυρήσω για τη δική του αγάπη…».

Αυτές ήταν οι συντεταγμένες της ζωής και δράσης του Πατροκοσμά. Και πάνω σ' αυτές ακουμπώντας  αγωνίστηκε να γίνει το χελιδόνι για την Ανάσταση του Γένους…

Στην αρχή του επέτρεπαν να κηρύττει παντού ελεύθερα. Γιατί πίστεψαν ότι δεν θα 'κανε τίποτε διαφορετικό απ' τους συνηθισμένους  ιεροκήρυκες, που συντηρούν τα νεκροταφεία των συνειδήσεων. Αλλά διαψεύστηκαν. Γιατί ο Πατροκοσμάς, αντί για υπνοφόρες τιποτολογίες, παιάνιζε  το εγερτήριο σάλπισμα του Ευαγγελίου.

Αφότου άρχισε τη δράση του, διέκρινε αφενός  την αγνότητα των ανθρώπων του λαού και αφετέρου την πονηρία των αρχόντων. Και η ψυχή του επαναστάτησε: Χτύπησε την αρχοντική τάξη, που καταπίεζε το λαό.  Κεραυνοβόλησε τις καταχρήσεις των αρχών και την εκμετάλλευση των εμπόρων. Kαι, προπάντων, επεσήμανε την καταχθόνια τακτική των Εβραίων…

Κλειδί για την απόδραση απ' την κοινωνική εξαχρείωση,  δεν μπορούσε να ήταν άλλο απ' την παιδεία. «Καλύτερα αδελφέ μου, έλεγε, να έχεις στο χωριό σου ελληνικό σχολείο, παρά βρύσες και πηγάδια. Καλύτερα τα παιδιά σας να είναι φτωχά και γραμματισμένα παρά πλούσια και αγράμματα».

Τούρκοι, Ρωμιοί, Βλάχοι και Αρβανίτες ακολουθούσαν ξοπίσω του. Οι Τούρκοι  με θαυμασμό παρακολουθούσαν τις ομιλίες του και ξενυχτούσαν όλη νύχτα, για να πάρουν την ευχή του. Οι γυναίκες έριχναν στα πόδια του ο, τι φορούσαν πολύτιμο. Και μ' όλες αυτές τις συνεισφορές κατόρθωσε το απίστευτο. Να ιδρύσει περί τα 250 σχολεία, εκ των οποίων 10 σχολαρχεία.. .

Από το άλλο όμως μέρος, όσο οι ομιλίες του φρονημάτιζαν το λαό, τόσο σκανδάλιζαν το αρχοντολόι. Που μαζί με τους Εβραίους παρατάχθηκαν σε θέση μάχης.  Και βέβαια, προτού τον δολοφονήσουν βιολογικά, φρόντισαν να τον δολοφονήσουν ηθικά: Τον παρουσίασαν ως «αντεθνικώς» δρώντα. Γιατί ξεσήκωνε , λέει, το λαό εναντίον των Τούρκων. Αφού "έθνος" για τους πιστούς του Μαμωνά είναι όποιος τους προσφέρει τη μερίδα του λέοντος.

Ποια ήταν τα ανήθικα ηθικά στηρίγματα των εχθρών του; Πρώτο και καλύτερο το δεσποταριό και το βολεμένο στα αστικά κέντρα παπαδαριό. Ολόιδιοι με κάποιους, που σήμερα του ψάλλουν ύμνους και παιάνες και διεκτραγωδούν τα παθήματά του απ' τους αλλοτινούς ομοϊδεάτες τους…

Στο Αργυρόκαστρο ο Μητροπολίτης Δοσίθεος μαζί με τους προύχοντες. Στα Γιάννενα ο Μητροπολίτης με τους Εβραίους. Στη Ζάκυνθο το αρχοντολόι  με το Μητροπολίτη Κουτούβαλη. Που του επέβαλε επιτίμιο, για να τον στιγματίσει ως "αιρετικό". Και πολλοί άλλοι αλλού…

    Σαν πρώτο μέτρο εναντίον του ήταν ο αποκλεισμός του από τις πόλεις. Αλλά, ενώ αυτοί τον απέκλειαν από τις πόλεις ο λαός έτρεχε, κατά χιλιάδες, ξοπίσω του στην ύπαιθρο. Και πώς να τον αντιμετωπίσουν, αφού ακόμη και  οι κατάσκοποι, που έστελναν να τον παρακολουθούν, εύρισκαν ότι είχε  μεγάλη παιδεία και διέθετε μέγα τάλαντο, ώστε να γίνεται πειστικότατος; Ιδιαίτερα μάλιστα αφού τα λεγόμενά του τα επισφράγιζε με το προφητικό και θαυματουργικό του χάρισμα!

Κι όσο ο κλοιός εναντίον του γινόταν ασφυκτικότερος, τόσο το κατηγορητήριο εναντίον τους γινόταν δριμύτερο.  Και τόσο η συμπάθεια του και η αγάπη, που 'δειχνε στους ταπεινωμένους και καταφρονεμένους, τον ανέβαζε ψηλότερα στη συνείδησή τους.

 Οι τελευταίες περιοδείες του είχαν πάρει χαρακτήρα κοινωνικής επανάστασης. Κήρυττε την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα των δικαιωμάτων, την κατάργηση της πολυτέλειας. Έτσι  ώστε  ο κήρυκας της ευαγγελικής ηθικής να αντιμετωπίζεται  ως ανατροπέας του κοινωνικού συστήματος…

Και βέβαια η μαφία  του Μαμωνά τη χαριστική βολή την άφησε στους χαρισματικούς, για τις περιπτώσεις αυτές, Εβραίους. Οι οποίοι με 50 σακούλες άσπρα, που έδωσαν  στον Κουρτ Πασά, κατόρθωσαν, να πετύχουν τη δολοφονία του.

Είχαν όμως πολύ καθυστερήσει, γιατί στο μεταξύ πρόλαβε «να σπείρει το σπόρο του, απ' τον οποίο το γένος θα θέριζε τους γλυκείς καρπούς της λευτεριάς», όπως φέρεται να είπε και ο επίσης δολοφονημένος απ' τους Τούρκους Ρήγας Φεραίος. Αλλα…

Μήπως και σήμερα δεν περιζώνουν το γένος λύκοι; Και κλέφτες και ληστές! Ξένοι και ντόπιοι. Οι οποίοι μάλιστα δεν διστάζουν να ντύνονται, κάποτε, και δέρματα προβάτων. Και, ενώ παρουσιάζονται ως υπερασπιστές του λαού, στην πραγματικότητα έρχονται, για να «θύσουν και να απολέσουν».Και όχι, «ίνα ζωήν και περισσόν έχωσι» τα πρόβατα. Για να λύσουν, δηλαδή, τα προβλήματά τους…

Κι από το άλλο μέρος οι «μισθωτοί» τσοπάνηδες, που συμπράττουν-κατά κανόνα- με τους λύκους και τους ληστές. Για να εισπράττουν το μεράδι τους από τα λάφυρα της λεηλασίας.

Κι όσο για χελιδόνι, που-όπως κι ο ποιητής λέει-«θα δουλέψει, για να γυρίσει ο Ήλιος»; Ούτε ένα!…

 

Παπα-Ηλίας, 21-08-2009

 e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

http://papailiasyfantis.blogspot.com