Αλέξ. Παπαδιαμάντης – Απ. Μακράκης

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης απέναντι στον Απόστολο Μακράκη  

 

Του Μάριου Μπέγζου

 

Εφέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τήν γέννηση τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851) καί 90 έτη από τήν κοίμησή του (1911). Οι επέτειοι χρησιμεύουν στήν ανάμνηση όχι μόνο τού παρελθόντος αλλά καί τού μέλλοντος όλων μας, αφού τά ερωτήματα παραμένουν, μολονότι οι απαντήσεις αλλάζουν. Ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος ενσαρκώνει μιά στάση ζωής πού συνεχίζει νά είναι επίκαιρη καί ζωτική.

Συνέχεια

Κάποιοι κανονομονάνοι… – π. Ηλ. Υφ.

Κάποιοι κανονομονάνοι…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Τα συντάγματα ποιος φκιάνει;
Κάποιοι κανονομονάνοι…
Και τα άρθρα τους τι λένε;
Ο, τι οι αφεντάδες θένε…

Παριστάνουν τους αρχόντους
Ως καθ' όλα σεβαστούς
Και τους δίνουν ασυλίες
Κι αστρονoμικούς μισθούς!
Και με του λαού το φόρο
Δίνουν σκανδαλώδη bonus
Στα παιδιά του libro d'oro!

 

Πονηρές νομοθεσίες
Κι άδικες μισθοδοσίες
Κι άλλα τέτοια ληστρικά,
Όταν να τα παίρνουν θένε
Τα μεγάλ' αφεντικά,
Νόμιμα όλα τα λένε
Κι άκρως συνταγματικά!…

 

Αλλά, όταν να επιστρέψουν
Από τα κλεμμένα κάτι,
Θα τους πουν, κάποιαν απάτη
Νομική θα επιστρατέψουν
σαλτιμπάγκοι νομικοί
Και φαρδιά πλατιά θα πούνε,
Χωρίς διόλου να ντραπούνε,
Πως παράνομη τη βρίσκουν
Την επιστροφή κλεμμένων
Κι αντισυνταγματική…

 

Κι έτσι πού το δίκιο να 'βρει
Η μαύρη φτωχολογιά;
Όταν νόμιμη σε όλα
Είναι πάντα η λαμογιά!…
Κι όταν με τις ασυλίες
Και με τις παραγραφές
Πάντα «λάδι» τηνε βγάζουν
Οι αναρχικές αρχές….

 

Παπα-Ηλίας, 12-01-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

Υ.Γ. το σκίτσο είναι παρμένο από άρθρο του ΕΥΘΥΛΟΓΟΥ

 

Tα οικονομικά μας

Tα οικονομικά μας

 

Του Απόστολου Παδημητρίου

 

 

Αν και δεν έχουν ανακοινωθεί επίσημα από την κυβέρνηση τα οικονομικά μέτρα για τη μείωση του δημοσίου χρέους, από τα σχόλια των ΜΜΕ αντιλαμβανόμαστε ότι για μία ακόμη φορά θα κινηθούμε προς την κατεύθυνση της μείωσης του εισοδήματος και της όποιας περιουσίας των οικονομικά ασθενεστέρων, ενώ οι κατέχοντες θα εξακολουθούν να απολαμβάνουν τα κτηθέντα χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο να απωλέσουν σημαντικό μέρος αυτών.

Η σκέψη να δοθούν κίνητρα για τον "επαναπατρισμό" κεφαλαίων που έχουν κατατεθεί σε τράπεζες άλλων χωρών μαρτυρεί ότι η Κυβέρνηση ευρισκόμενη σε θέση αδυναμίας θα εκλιπαρήσει αυτούς που φυγάδευσαν τεράστια ποσά, τα οποία απέκτησαν αδιαφανώς, να τα μεταφέρουν σε εγχώριες τράπεζες. Αλλά ο όρος επαναπατρισμός, που χρησιμοποίησα σε εισαγωγικά είναι ολότελα ατυχής στην προκειμένη περίπτωση, καθώς όλοι μας γνωρίζουμε ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Το έδειξαν αυτό πλείστοι όσοι εφοπλιστές, οι οποίοι υψώνουν στα πλοία τους σημαία ευκαιρίας και όσοι άλλοι πλουτοκράτες διαχρονικά φυγαδεύουν τα υπερκέρδη τους στις ελβετικές, κυρίως, τράπεζες.

            Εκείνο που έχει διαφύγει της προσοχής μας είναι ότι η χώρα μας, κατά τη διαχείριση των οικονομικών της, βρίσκεται υπό επιτήρηση. Αυτό συνιστά είδος κατοχής, όσο και αν δεν θέλουμε να αποδεχθούμε την πραγματικότητα. Εξωθεσμικοί φορείς συντάσσουν εκθέσεις για την κατάσταση της οικονομίας μας και αυτές καθορίζουν αποφασιστικά τους όρους του δανεισμού της χώρας. Η Ενωμένη Ευρώπη κυβερνάται από διευθυντήριο πλήρως υποταγμένο στους οικονομικά ισχυρούς και μέσω της οικονομίας επιχειρεί την επέκταση της επιτήρησης σε πλείστους όσους άλλους τομείς, όπως εθνικά θέματα, εξωτερική πολιτική, παιδεία.

            Το ερώτημα που δεν τίθεται προς απάντηση είναι: Πώς φθάσαμε ως εδώ; Ήσαν τόσο αδαείς οι διευθύνοντες τα οικονομικά μας κατά την τελευταία τριακονταετία, ώστε να αδυνατούν να αντιληφθούν την πορεία της οικονομίας της χώρας; Γιατί παραμυθίαζαν όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις τον λαό μας με το ευρωπαϊκό όραμα; Τί απέγινε αυτό; Πού οι ισχυρές οικονομίες; Πού η αφθονία της παραγωγής; Πού οι θέσεις εργασίας; (Και αυτά όχι μόνο για τη χώρα μας). Η ΕΕ κινείται σε ξέφρενη πορεία προς την κατάρρευση και αυτοί που την οδήγησαν εδώ καλούνται να την επαναφέρουν σε πορεία ευημερίας. Πώς; Με αλλαγή πολιτικής; Ασφαλώς όχι. Η πολιτική είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Αλλά τότε πώς; Με τη διάδοση του μύθου ότι τα φαινόμενα κρίσης οφείλονται σε συγκυρίες της αγοράς (εξωανθρώπινες;) και ότι η κλονισμένη αγορά θα ανακάμψει γρήγορα. Αλλά η οικονομία δεν είναι επιστήμη κατά το πρότυπο των θετικών επιστημών. Είναι σειρά μέτρων και κινήσεων, τα οποία υπαγορεύονται από την απληστία των οικονομικά ισχυρών. Δεν υπάρχουν συγκυρίες στο χρηματιστήριο παρά έξυπνα παιχνίδια που παίζονται σε βάρος των αφελών, που έχουν ως όνειρο να χαμογελάσει κάποτε και σ' αυτούς η "θεά" τύχη! Δεν υπάρχουν νόμοι που καθορίζουν την ανεργία, υπάρχει απληστία των εργοδοτών για κέρδη. Δεν υπάρχει υγιής ανταγωνισμός, υπάρχει συμπαιγνία των οικονομικά ισχυρών για καταλήστευση παραγωγών και καταναλωτών. Και αν κάποτε χάνουν και οικονομικά ισχυροί, είναι γιατί ταυτόχρονα κερδίζουν τα χαμένα οικονομικώς ισχυρότεροι. Και τότε σπεύδουν οι κυβερνήσεις να τονώσουν την αγορά προσφέροντας άφθονο χρήμα, που όλως περιέργως  ανευρίσκεται σε κατάσταση πλήρους ανέχειας.

            Ας δεχθούμε ότι οι μεγάλοι καταθέτες του εξωτερικού ευαισθητοποιούνται από την έκκληση της Πολιτείας και επαναφέρουν τα χρήματά τους εδώ. Ποιά θα είναι η συνέχεια; Θα προβούν σε παραγωγικές επενδύσεις; Αλλά υπάρχει εχέφρων που θα ισχυριστεί ότι θα καταστούμε ξαφνικά ανταγωνιστικοί εμείς οι άκρως σπάταλοι ενεργαιακά, από τη Βουλή ώς την καλύβα; Θα το καταφέρουμε ακόμη και αν εξωθήσουμε όλους τους Έλληνες στην ανεργία απασχολούντες αποκλειστικά μετανάστες αμοιβόμενους με ημερομίσθια Κίνας; Ας μη μας διαφεύγει ότι η τριακονταετία που πέρασε υπήρξε ολέθρια για την ελληνική βιομηχανία. Ας μη μας ξεγελά η απασχόληση σε κατασκευή έργων υποδομής. Όπου νάναι κι αυτά τελειώνουν, μαζί με τα πολυσυζητημένα προγράμματα σύγκλησης, τα οποία δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως αξιοποιήσαμε κατά τρόπο ικανοποιητικό. Πάντως κάποιοι επωφελήθηκαν αρκούντως από αυτά και σχημάτισαν την τάξη των νεοπλούτων. Οι παρούσες συνθήκες λοιπόν δεν ευνοούν την αύξηση της παραγωγής, συνεπώς ούτε τη μείωση της ανεργίας. Το ξαναγράψαμε ότι μόνο υπό συνθήκες ισχυρού κρατικού προστατευτισμού θα καταστεί εκ νέου δυνατή αυτή.

            Αλλά όταν είχαμε τον προστατευτισμό επωφεληθήκαμε στο έπακρο, ώστε να καλλιεργήσουμε συνείδηση απαξίας του Κράτους και προσωπικής ραστώνης. Η δημόσια επιχείρηση έγινε φέουδο του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος και ο εργαζόμενος σ' αυτή κατέστη σατραπίσκος, κηφήνας ή διαπλεκόμενος (οι εξαιρέσεις δεν αίρουν τον κανόνα) με τον ιδιώτη ομοϊδεάτη του, ώσπου καταλήξαμε στην υπέρβαση των κομματικών μικροτήτων: Η διαπλοκή είναι πλέον υπερκομματική! Σήμερα οι πιέσεις κινούνται προς την κατεύθυνση της οικονομικής τιμωρίας των δημοσίων υπαλλήλων, προς τους οποίους στρέφουν τα πυρά όχι ολίγοι στενάζοντες ελεύθεροι επαγγελματίες. Αλλά όλοι μας πλέον τιμωρούμαστε μέσω της ανεργίας των τέκνων μας.

            Η Κυβέρνηση προτίθεται να επιβάλει τη χρήση ταμειακών μηχανών ακόμη και στις λαϊκές μηχανές. Εμφανίζονται μάλιστα και κάποιοι που δηλώνουν σε συνεντεύξεις, πιθανόν στημένες, ότι επικροτούν το μέτρο! Όλα δείχνουν ότι η κοινωνία μας έχει αρκετά εξαμερικανισθεί. Έχουμε γίνει "αμερικανάκια"!

            Ο λαός πρέπει να συνειδητοποιήσει επί τέλους ότι υπήρξε θύμα ενός μικρού ονείρου κατ' αναλογία προς το μεγάλο αμερικανικό, το οποίο επίσης δείχθηκε απατηλό. Ας επανέλθει στις ρίζες του, από τον οποίο τον απομάκρυναν, όχι και πολύ βίαια, και ας υιοθετήσει εκ νέου τον παραδοσιακό τρόπο ζωής: Επιστροφή στη φύση και επίδοση στην πρωτογενή παραγωγή, την οποία καταπολεμά με πάθος η ΕΕ της στρεβλής πολιτικής μέσω της ανοχής της καταλήστευσης των γεωργοκτηνοτρόφων. Συγκράτηση των οικογενειακών δαπανών. (Τί να κάνουμε κάποιοι επαγγελματίες θα υποστούν τις συνέπειες). Καλλιέργεια της ολιγάρκειας στη νέα γενιά. Ελπίδα για το μέλλον. Όχι πως δεν θα επαναληφθούν "συγκυρίες" όπως αυτές που δοκιμάσαμε, καθώς οι ισχυροί πασχίζουν να μας "απαλλάξουν" και από το τελευταίο μας ευρώο. Αλλά όλα τα δεινά έχουν κάποιο τέλος στην ανθρώπινη ιστορία. Ως τότε, ας στρέφουμε κάπου κάπου την προσοχή μας προς εκείνους τους συνανθρώπους μας που είναι απόκληροι της κοινωνίας και δεν φοβούνται τις "συγκυρίες", καθώς δεν έχουν κάτι να χάσουν.

 

                                                                        "ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 10-01-2010

Ανάλυση εικόνας Γέννησης τού Χριστού ΙΙ

Η αγία εικόνα τής Γέννησης τού Χριστού

 

Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας της Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (Μάθημα 2ο)

 

Τού π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου*

Συνεχίζουμε με την εικόνα της Γεννήσεως που είχαμε αρχίσει την προηγούμενη φορά και δεν είναι η ίδια ακριβώς εικόνα. Η σημερινή εικόνα έχει παραλλαγές και στοιχεία που δεν έχει η προηγούμενη εικόνα. Απλώς υπενθυμίζω ορισμένα, σκιαγραφικώς, πέρα από τις γενικές αρχές που σας είχα δώσει. Μίλησα για το σκοτάδι που υπάρχει μέσα στην εικόνα· μέσα σε αυτόν το χώρο που είναι το σκότος και η σκιά του θανάτου, όπως περιγράφει ο προφήτης Ησαΐας, δηλαδή στον κόσμο στον οποίο γεννήθηκε ο Χριστός.

Θυμίζω τα δύο ζώα που εκφράζουν τους εξ εθνών και εξ Ιουδαίων Χριστιανούς, όπως περιγράφεται βιβλικά η λέξη αυτή από τον Μιχαία και από τον προφήτη Ησαΐα. Ο Χριστός αγιογραφείται πάντα ανάμεσα σε δυο ζώα που ήταν όλοι οι άνθρωποι· άλογοι [ήταν] ακόμη και οι Ιουδαίοι που ενώ ήξεραν ένα μέρος της αλήθειας, αλόγως φέρθηκαν. Ακόμη και οι εξ εθνών Χριστιανοί και αυτοί αλόγως φέρθηκαν. Άρα εν μέσω δύο ζώων «γνωσθείς» ο Χριστός που είναι εδώ στη μέση….

…. Ο Χριστός είναι τυλιγμένος με κάποια σουδάρια νεκρικά. Εδώ, δηλώνεται ότι ο Χριστός γεννήθηκε για να πεθάνει για εμάς. Δεν είναι απλώς ο θρίαμβος της Γεννήσεως του Χριστού. Η Γέννηση του Χριστού ετοιμάζει το Πάσχα. Γι' αυτό ο Χριστός κείται, κοιμάται μέσα σε έναν τάφο. Δεν κοιμάται στο οποιοδήποτε κρεβάτι· πράγμα που αποτελεί το γεγονός το οποίο θα μας συνδέσει αναγωγικά προς το χώρο της Αναστάσεως. Εδώ, έχουμε την Παρθένο, την Παναγία. Η Παρθένος έχει πάντοτε – σε όλες τις αγιογραφικές εκφράσεις – στο κεφάλι της και τις δύο πλάτες, τρία αστεράκια. Οκτάκτινα αστεράκια. Τα τρία αστεράκια δηλώνουν ότι η Παναγία ήταν Παρθένος προ, κατά και μετά τον τόκο. Είναι ακριβώς Παρθένος. Και το οκτάκτινο αστεράκι σημαίνει το μυστήριο της όγδοης ημέρας. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο σε εφτά ημέρες. Την έβδομη ημέρα ο άνθρωπος απέτυχε. Και ο Θεός εγκαινίζει δια του έργου της Θείας Οικονομίας και της του Χριστού συγκαταβάσεως, το έργο της ογδόης ημέρας της Δημιουργίας- που είναι ακριβώς το έργο της Θείας Οικονομίας. Γι' αυτό η Παναγία μετέχει στο έργο της Θείας Οικονομίας. Είναι διάκονος στο μυστήριο αυτό. Και γι' αυτό ακριβώς έχει αυτά τα αστεράκια….

Να υπενθυμίσω ότι η αγιογραφία εκφράζει μία θεολογία. Βλέπετε, έχουμε ως πηγές μελέτης την Αγία Γραφή, έχουμε τους ύμνους της Εκκλησίας που είναι η υμνολογική απόδοση της θεολογίας, και έχουμε τις εικόνες που είναι η ζωγραφική απεικόνιση της θεολογίας. Άρα εδώ ό,τι κάνουμε είναι μια θεολογία. Γι' αυτό πολλές φορές απεικονίζουμε με γραφικές εκφράσεις, ακόμη και τροπάρια. Λέει το τροπάριο των Χριστουγέννων «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβίμ μιμουμένη». Κι εδώ ακριβώς στην εικόνα, η Παναγία «καθέζεται τα Χερουβίμ μιμουμένη» με έναν τρόπο. Βλέπετε, τα χέρια της τα έχει χερουβικώς-πως, σε μια στάση προσευχής και καθέζεται. Το καθεζόμενον δηλώνει πάντοτε στη θεολογία μας μία βεβαιότητα. Υπάρχει κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, νομίζω του προφήτου Ωσηέ, ο οποίος προφήτης Ωσηέ λέει αναφερόμενος στο Θεό : «Συ, ο καθήμενος, ημείς δε απολλύμεθα. Συ ο καθήμενος εις τους αιώνας». Βλέπετε τη συγκριτική; Ο καθήμενος και όχι ο όρθιος, ο απολλύμενος. Δηλαδή η θέση της καθήσεως σημαίνει βεβαιότητα. Ο Θεός είναι καθήμενος. Γι' αυτό τους αγίους δεν τους κάνουμε καθημένους. Είναι λανθασμένη και ρομαντική έκφραση να κάνεις έναν άγιο ένθρονο. Ένθρονος είναι μονάχα ο Χριστός ή η Παναγία. Δηλαδή ακρότατες μορφές. Ο καθήμενος σημαίνει μία απόλυτη βεβαιότητα. Και βλέπετε η Παναγία, μετά από την αποδοχή του γεγονότος της Θείας οικονομίας που θα λειτουργηθεί επάνω της, γίνεται η Παναγία μας. Δηλαδή, γίνεται η οριστικά αμετάπτωτος προς την αμαρτία. Γι΄ αυτό είναι καθεζόμενη η Παναγία.

Να δούμε τώρα και τα περιφερειακά, γύρω-γύρω, στοιχεία. Έχουμε τους αγγέλους οι οποίοι δοξολογούν. Υποχρεωτικά, όλοι οι άγγελοι έχουν στο κεφάλι τους μία κορδέλα. Έχουν πάντοτε πλουσία κόμη και πάντοτε – δογματικό στοιχείο είναι αυτό, δεν είναι στοιχείο δευτερεύον – μία κορδέλα. Τι σημαίνει αυτή η κορδέλα; Οι ουράνιες δυνάμεις, όπως και τα επίγεια λογικά όντα, δηλαδή οι άνθρωποι, είναι τα έλλογα ζώα – όντα. Ζώον θεούμενον είναι ο άνθρωπος. Οι άγγελοι στρέφουν το νου τους στο Θεό και ζουν εξ αυτής της τροφής. Ακόμη και η θεραπευτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι προς έναν άνθρωπο, που είναι αρρωστημένος. Και κατερραγμένος καθώς είναι να στρέψει το νου του στο Θεό. Αυτή είναι η θεραπεία. Η στροφή προς το Θεό είναι η θεραπεία. Οι άγγελοι λοιπόν, αυτό το έχουν απόλυτα. Αυτή τη στροφή προς το Θεό. Ειδικά, μετά την ημέρα που έπεσαν οι δαίμονες και δεν έπεσαν οι άγγελοι. Η ημέρα που γιορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου είναι η στάση των αγγέλων· και λέμε στη Θεία Λειτουργία «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου», όπου οι άγγελοι δεν έπεσαν όπως ο Εωσφόρος. Μετά από αυτή τη στάση, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε ένα πολύ σπουδαίο δογματικό του κείμενο -πολύ σπουδαία δογματική, λιτή και ουσιαστική- που ονομάζεται «Έκθεσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως»· λέει (και αυτό αποτελεί παράδοση δογματική των Πατέρων), πως οι άγγελοι μετά από αυτό το γεγονός είναι αμετάπτωτοι προς την αμαρτία. Δεν μπορούν να πέσουν ποτέ πια γιατί «έστησαν καλώς». Πράγμα το οποίο μπορεί να συνέβαινε στον άνθρωπο, αν δεν υπέκυπτε στον πειρασμό του διαβόλου. Γι' αυτό αυτή η κορδέλα δηλώνει το μάζεμα. Επειδή το νου – το εσωτερικό μέγεθος ή το αφηρημένο μέγεθος της λέξεως «νους»· όχι απλώς «εγκέφαλος» – δεν μπορώ να το ζωγραφίσω, στην αγιογραφία προσπαθώ με εξωτερικά συμβολικά μεγέθη να εκφράσω αυτά τα οποία δεν φαίνονται. Εμείς για παράδειγμα, αγιογραφούμε την προσευχή. Ενώ αν πεις σε ένα ζωγράφο «ζωγράφισε την προσευχή», άλλος θα το κάνει τελείως νατουραλιστικά· ένας άνθρωπος που προσεύχεται στο δάσος. Άλλος θα το κάνει αφηρημένα· με μια πινελιά κόκκινη πάνω σε έναν άσπρο καμβά. Δεν γνωρίζω πώς θα το κάνει. Εμείς λοιπόν ούτε νατουραλιστικά, ούτε αφηρημένα κινούμεθα. Αλλά εκφράζουμε μεγάλες έννοιες με συμβολισμούς. Και επειδή οι άγγελοι συγκεντρώνουν το νου τους στο Θεό, βάζουμε πάνω στην πλουσία κόμη τους, που είναι τα πλούσια χαρίσματα που έχουν, αυτήν την κορδέλα. Κι αυτό το στοιχείο είναι δογματικό. Δεν υπάρχει άγγελος χωρίς κορδέλα. Θα το δούμε και σε άλλες εικόνες αυτό. Επίσης, έχουμε τους τρεις μάγους. Τη λέξη «μάγος» (μαγεία) μη την συνδέσετε με τα γεγονότα της δαιμονιώδους πράξεως της μαγείας· της επικλήσεως, δηλαδή, δαιμόνων για το καλό ή το κακό, δηλαδή την εσφαλμένη, κατά κόσμον, διάκριση μαύρης και λευκής μαγείας. Μάγοι σημαίνει σοφοί άνθρωποι. Οι σοφοί έτσι αποκαλούνταν τότε. Επιστήμονες ήταν και φέρνουν -από ό,τι ξέρετε- τρία δώρα… χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Αυτά τα δώρα είναι δογματικά στοιχεία. Χρυσάφι φέρνουν στο Χριστό γιατί είναι βασιλιάς. Στο βασιλιά πηγαίνανε χρυσάφι. Λιβάνι γιατί είναι Θεός. Και σμύρνα· αυτό το άρωμα είναι σμύρνα, το υλικό με το οποίο ήλειφαν τους νεκρούς· κατά την παράδοση την εβραϊκή μεν, αλλά και σύμφωνα με άλλες εξωτερικές του εβραϊκού κόσμου παραδόσεις, υπάρχει η μύρωση. Η άλειψη, η χρίση των νεκρών για λόγους καθάρσεως, όπως κάνουμε κι εμείς. Πλένουμε τους νεκρούς μας πριν τους θάψουμε. Τον Χριστό τον ήλειψαν με σμύρνα και αλόη. Άρα είναι Θεός, είναι Βασιλιάς και είναι Αυτός ο οποίος θα πεθάνει για εμάς. Και είναι η σμύρνα, ο χρυσός και το λιβάνι -βλέπετε- συγκεκριμένα δογματικά στοιχεία.

Επίσης, έχουμε τον Ιωσήφ τον Μνήστορα. Ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ ο οποίος πέρασε τον πειρασμό και σκέφτεται να δεχθεί την Παναγία ή όχι. Ο Ιωσήφ είναι στο κάτω άκρο της εικόνας αγιογραφημένος. Προσέξτε, όσοι είναι στο κέντρο μιας πράξεως λειτουργικής είναι στο κέντρο της εικόνας. Όσοι υπηρετούν αυτό το μυστήριο είναι στο άκρο της εικόνας. Και το κεντρικό πρόσωπο είναι πάντοτε ο Χριστός, σε μια τέτοια πολυποίκιλη εικόνα· όχι σε μία μονοπρόσωπη εικόνα του αγίου όπου ο άγιος είναι κεντρικό πρόσωπο. Ο Ιωσήφ, όπως και η Παναγία, είναι λειτουργοί του μυστηρίου. Είναι λειτουργοί του μυστηρίου ή υπουργοί [σημ. «υπουργός» στα αρχαία είναι ο βοηθός, ο υπηρέτης] του μυστηρίου. Εδώ και η Παναγία βλέπετε δεν είναι ακριβώς στο κέντρο. Λίγο πιο πλάι και πιο κάτω είναι ο Ιωσήφ. Είναι υπουργοί του μυστηρίου. Υπουργούν το μυστήριο. Συνήθως οι υπουργοί του μυστηρίου γιορτάζουν τη δεύτερη ημέρα της κυριωνύμου εορτής. Η Παναγία εορτάζεται στις 26 Δεκεμβρίου. Μία μέρα μετά τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε -προσέξτε- τη σύναξη της Παναγίας. Είναι η γιορτή της Παναγίας και για να μη συμπέσει ταυτόχρονα και για να μη χαθεί η γιορτή του Ιωσήφ του Μνήστορος, μετατίθεται την αμέσως επόμενη Κυριακή που γιορτάζουμε τον Ιωσήφ τον Μνήστορα, μαζί με άλλους δύο προφήτες. Με αυτόν τον τρόπο γιορτάζουμε τους υπουργούς του μυστηρίου. Βλέπετε, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος απετμήθη στις 29 Αυγούστου, που είναι το μαρτύριό του, αλλά τον γιορτάζουμε κατ' εξοχήν τη δεύτερη ημέρα των Θεοφανείων, στις 7 Ιανουαρίου, επειδή υπούργησε, λειτούργησε δηλαδή το Μυστήριο της Βαπτίσεως. Είναι θεολογικές έννοιες πάρα πολύ ουσιαστικές και είναι ο άγιος υπουργός. Υπουργός σημαίνει είναι «υπό το έργον».

Να δίνετε σημασία στη διεισδυτική έκφραση των λεκτικών σχημάτων της Ελληνικής γλώσσης. Είναι υπουργός του μυστηρίου. Υπουργεί το μυστήριο πάντοτε και διακονεί το μυστήριο. Αλλά δεν είναι πολλοί έκδηλοι υπουργοί του μυστηρίου. Είναι ο Ιωσήφ Μνήστωρ και -προσέξτε- στην Ορθόδοξη αγιογραφία ποτέ δεν αγιογραφούμε τη λεγομένη κατά τα μέτρα της Δύσεως «αγία οικογένεια». Εμείς δεν έχουμε κάποια αγία οικογένεια. Έχουμε την Παναγία που είναι πάντοτε αειπάρθενος. Διατήρησε πάντα την παρθενία της και ο Ιωσήφ υπουργεί το μυστήριο. Δεν αγιογραφούμε ποτέ «αγία οικογένεια», Χριστό, Παναγία και Ιωσήφ. Παρά μόνο σε μία περίπτωση. Είναι η φυγή στην Αίγυπτο. Όπου είναι πάνω σε ένα γαϊδουράκι η Παναγία με το Χριστό και πάλι υπουργεί ο Ιωσήφ, κρατώντας το γαϊδουράκι κι ακολουθώντας για να βοηθήσει το δρόμο τους. Δεν είναι η αγία οικογένεια. Είναι η απεικόνιση της φυγής στην Αίγυπτο με θεολογικές προδιαγραφές, όπως έχει κάθε εικόνα.

 Έχουμε ακόμη το λουτρό του θείου Βρέφους, μια παράσταση πολύ παρεξηγημένη. Η παράσταση αυτή μάλιστα, μετά από τον 17ο αιώνα όταν εισχώρησαν δογματικές, ρωμαιοκαθολικές θεολογικές αντιλήψεις στο χώρο της Ορθοδοξίας – που ξεκίνησαν από τη Ρωσία και πέρασαν ακόμα και στο Άγιον Όρος – η παράσταση αυτή ήταν σοβαντισμένη σχεδόν σε όλα τα καθολικά του Αγίου Όρους. Την παράσταση του λουτρού την είχαν καλύψει γιατί θεώρησαν απαράδεκτο να παρουσιαστεί το λουτρό του Θείου Βρέφους. Αυτό ήταν δογματικό λάθος. Τώρα έχουν καθαριστεί οι εικόνες από τον σοβά. Βλέπετε και στο Άγιον Όρος κανείς δεν είναι εκφραστής μοναδικός της Ορθοδοξίας. Η Ορθοδοξία έχει τις αλήθειές της που είναι γενικότητα της αλήθειας και όχι τι λέει μόνο ένας τόπος. Κανένας τόπος δεν είναι βατικάνειος στην Ορθοδοξία. Θεωρούσαν απαράδεκτο να είναι ο Χριστός γυμνός και να λούζεται. Μα γιατί το βάζει εδώ ο αγιογράφος; Το βάζει εδώ ακριβώς ο αγιογράφος για να δηλώσει τι γινόταν σε όλα τα μωρά. Όταν γεννιόντουσαν, τα έλουζαν. Την ογδόη ημέρα – θυμάστε – γινόταν η απόλουση. Η πλήρης απόλουση. Ο Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος και θα περάσει από όλα τα ανθρώπινα. Παρ' εκτός από την αμαρτία. Αν ο Χριστός δεν ελούζετο επειδή είναι Θεός και δε χρειάζεται να λουσθεί, δεν θα ήταν τέλειος άνθρωπος. Οπότε πέφτουμε σε δογματικό λάθος αφού τότε [αυτό θα σήμαινε ότι] ο Χριστός δε μας σώζει. Γιατί ως τέλειος άνθρωπος ο Χριστός, σώζει τον άνθρωπο και τον τελειώνει (σημ.: τον κάνει τέλειο). Αν ήταν κάτι παραπάνω από εμάς στην ανθρώπινή του φύση, δε θα χρειαζόταν να κοιμηθεί, δε θα χρειαζόταν να φάει -όλα αυτά μπορεί να τα κάνει ο Χριστός, είναι δεδομένα- αλλά τότε δεν θα ήταν τέλειος άνθρωπος. Θα ήταν ένας υπεράνθρωπος που δεν θα έσωζε τον άνθρωπο. Είναι η φράση του Γρηγορίου του Θεολόγου «το απρόσληπτον και αθεράπευτον». Ό,τι δεν προσλαμβάνεται δεν θεραπεύεται. Και ο Χριστός προσέλαβε τα πάντα τα δικά μας. Και τα προσέλαβε ο Χριστός όλα. Προσέξτε, τα αδιάβλητα πάθη μας. Ο Χριστός είχε πάθη, αλλά αδιάβλητα πάθη. Τι είναι αδιάβλητα πάθη; Η πείνα είναι πάθος αλλά δεν είναι αμαρτωλό. Η δίψα, ο ύπνος είναι αδιάβλητα πάθη. Τα διαβλητά τα πάθη είναι ακριβώς η εκμαύλιση αυτών των αδιαβλήτων παθών. Η γαστριμαργία σε σχέση με την πείνα. Αυτά τα λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.

Και φυσικά έχουμε τους ποιμένες που βρίσκονται εδώ με έναν πολυποίκιλο τρόπο. Η ανθρώπινη παρουσία, η ανθρώπινη δοξολογική παρουσία την ώρα που έρχεται ο Χριστός. Και από τον ουρανό κατεβαίνει το Θείο Φως, το άκτιστο Φως, το οποίο καταυγάζει το μυστήριο αυτό της Γεννήσεως. Σας είπα την προηγούμενη φορά πως αγιογραφούμε ό,τι φανερώθηκε, ό,τι είδαμε -ό,τι είδαμε εμείς. Προσέξτε, εμείς. Βλέπετε το Χριστό τον είδαμε. Αλλά λέμε εμείς τον είδαμε. Μην πείτε εκείνοι. Τον Χριστό τον βλέπουμε όλοι μας εφόσον ζούμε στην Εκκλησία. Και η Εκκλησία είναι σώμα. Αυτό που είδε ένας, το βλέπουν και οι άλλοι. Η εμπειρία του σώματος είναι μοναδική. Δηλαδή αν εγώ θέλω να πάρω την αίσθηση του κρύου ή του ζεστού ενός μεταλλικού σκεύους κι ακουμπήσω μόνο τα κύτταρα της αφής μου πάνω του, δια της αφής αυτών των κυττάρων και μόνο, αποκτά όλο μου το σώμα την εμπειρία του θερμού. Δεν χρειάζεται όλο μου το σώμα να περιτυλιχτεί – τα εκατομμύρια κύτταρα που έχω πάνω στο σώμα μου – σε αυτό το σκεύος για να αποκτήσουν όλα την εγωιστική εμπειρία αυτού που κι εγώ κατάλαβα ότι είναι θερμό. Αυτή είναι η εγωιστική μας εμπειρία που λέμε: «μα εγώ δεν είδα το Χριστό». Εφόσον ζούμε στην Εκκλησία, είναι η δική μας εμπειρία. Εμείς λοιπόν αγιογραφούμε ό,τι είδαμε. Τον Χριστό τον είδαμε· Τον αγιογραφούμε. Το άγιο το Πνεύμα το είδαμε, «ωσεί περιστερά»· το αγιογραφούμε. Τον Πατέρα ποτέ δεν Τον είδαμε. Ποτέ δεν Τον αγιογραφούμε. Το τονίζω αυτό το πράγμα. Είμαστε πρακτικοί, ρεαλιστές και βαθιά θεολογικοί ταυτόχρονα. Και ό,τι δεν είδαμε δεν το αγιογραφούμε. Είδαμε Χερουβίμ· τα αγιογραφούμε. Είδαμε Σεραφίμ· τα αγιογραφούμε. Είδαμε αγγέλους, αρχαγγέλους, τους αγιογραφούμε. Δεν είδαμε τι είναι οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι αρχές, οι εξουσίες, οι δυνάμεις, άλλες ουράνιες δυνάμεις στον ουρανό. Δεν τις αγιογραφούμε.

Ερώτηση: Συγγνώμη υπάρχει μια εικόνα που δείχνει το Θεό να αγιογραφείται ….. ….. ….. …..

Απάντηση: Εμείς δε δεχόμαστε ποτέ να αγιογραφήσουμε τον Θεό Πατέρα.

Ερώτηση: Τότε γιατί… … …. ….

Απάντηση: Το κάνουν γιατί δεν ξέρουν θεολογία της εικόνας. Εμείς ποτέ δεν κάνουμε Αγία Τριάδα -Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα. Ένα γέροντα με μαλλιά. Είναι λάθος. Αφού δεν φανερώθηκε ο Πατέρας. «Ου μη είδητε το πρόσωπό μου και ζήσετε», είπε ο Πατέρας. Δεν βλέπει κανείς τον Πατέρα. Και ο Χριστός εμφανίστηκε κατά τα μέτρα της ανθρώπινης κατανοήσεως. Και το Άγιο το Πνεύμα «ωσεί περιστερά». Άλλο ο Χριστός που ήταν άνθρωπος και σαρκώθηκε. Και άλλο το άγιο το Πνεύμα που δε σαρκώθηκε στο περιστέρι. Ήταν «ωσεί» – που σημαίνει «σαν». Είναι πολύ μεγάλες διαφορές. Αυτή ήταν η δογματική προσέγγιση αυτής της εικόνας. Εδώ κινούμαστε δογματικά. Και κανείς δεν αλλοιώνει δια δικών του ιδιοτύπων αντιλήψεων τη θεολογία της Εικόνας.

 

*Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια των μαθημάτων Αγιογραφίας των Αγίων Εικόνων της Ορθοδοξίας μας, που έγινε την Παρασκευή, 11-11-2005.

Αναδημοσίευση από: http://www.floga.gr/50/04/2005-6/02_2005111104.asp

 

ΠΗΓΗ: Πηγη:http://www.oodegr.com/oode/orthod/ag_eikones/gennisi_1.htm

 

Ο «Μικροαστός» – λειτουργικά

Ο «Μικροαστός»:

 

Ένα ερωτηματολόγιο περί της «μεταφράσεως» λειτουργικών κειμένων

 

Εγερτήριες σκέψεις πάνω σε μη καθεύδον θέμα

 

Του Πρεσβ. Αθανάσιου Λαγουρού

 

Υποστηρίζεται επιμόνως και μεθοδικώς εδώ και χρόνια με την επίκληση σχετικής επιχειρη­ματολογίας η «χρεία μετάφρασης των εκκλησια­στικών κειμένων της Λατρείας μας στα Νέα Ελλη­νικά, μια διαδικασία άκρως απαραίτητη, η οποία θα έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει προ πολλού» (*).

Τεκμηριωμένα έχει επίσης διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη, που υπερασπίζεται την παραδεδομένη γλώσσα.

Ειδικότεροι και αξιότεροι περί τα θέματα έχουν εκφέρει πλούσιο και θεμελιωμένο προβληματι­σμό. Εν τούτοις είναι τόσο ακριβό και απαράγραπτο το ελεύθερον της γνώμης, κατακριτέο δε το «υποσιωπάν και υποστέλλεσθαι», ώστε η κα­ταγραφή και της ταπεινότερης γνώμης να μπο­ρούσε να συμβάλει έστω κατ' ελάχιστον στην προ­αγωγή ενός διαλόγου, ο οποίος στα όρια της θεανθρωπίνης λειτουργίας υπηρετεί το θέλημα του Θεού (και όχι των ανθρώπων) και το καλό της Εκκλησίας, είναι δηλαδή ανοικτός στην φωνή του Ουρανού. Με μια επισήμανση, ότι στα εκκλη­σιαστικά πράγματα καραδοκεί ενίοτε ο κίνδυνος, η διαφοροποίηση γνωμών να προσλαμβάνει προ­σωπικό χαρακτήρα. Μη γένοιτο! Γι' αυτό εδώ αποφεύγεται η αναφορά σε πρόσωπα.

Με οδηγό την καλή προαίρεση προχωρώ στην σύντομη καταγραφή ορισμένων απλών (αν όχι απλοϊκών) και κοινών σκέψεων, λίγο ακατέργαστων και πολύ αφιλόδοξων, υπό μορφήν ειλι­κρινών ερωτημάτων (με χαρακτήρα προκαταρκτικό ή περιφερειακό), τα οποία όμως θεωρώ εξ ίσου σπουδαία με εκείνα που αφορούν στο βαθύ­τερο περιεχόμενο του εν λόγω θέματος (Αυτή καθαυτήν η μετάφραση, οι όροι της και η "ερμηνεία", η "ουσία", ο "χαρακτήρας" και η αξία της γλώσσης).

 

1. Αφετηριακό είναι το εξής: η «χρεία μετά­φρασης», το «άκρως απαραίτητο» του πράγμα­τος με ποιό τρόπο, με ποιό μετρητή μετριέται, αποδεικνύεται, ώστε επ' αυτού να θεμελιώνεται ένας ολόκληρος συλλογισμός; Πιθανόν η ποιμαντική ή διδακτική πείρα να απαντούν εν μέρει ότι οι νεώ­τερες γενιές πλέον (Σ: τα νέα ελληνικά μιλιούνται ήδη τον 10ο-12ο αι.!) δεν καταλαβαίνουν τα λό­για της Λατρείας, τους ύμνους, τις ευχές, καθ' ότι έχει αρχίσει να κρυσταλλώνεται μια αγεφύρωτη γλωσσική απόσταση και συνακόλουθη αδυναμία κατανοήσεως κ.λπ. Αλλά αυτό αρκεί;

Σαφηνίζω: η ποιμαντική αλλά και κοινωνική παρατήρηση λέει ότι σήμερα κι άλλα -άλλης βε­βαίως τάξεως- πράγματα της Εκκλησίας κυρίως, αλλά και του μέχρι τώρα αξιακού μας περιβάλ­λοντος, δεν γίνονται "κατανοητά", αλλά αυτό άραγε είναι δυνατόν να συνεπαχθεί τον "ανα­προσδιορισμό" ή την "τροποποίηση" ή την "κα­τάργησή" τους, όπως, παραδείγματος χάριν, τα θέ­ματα της νηστείας, των λεγομένων προγαμιαίων σχέσεων (δηλ. πορνεία), της ομοφυλοφιλίας ή των εκτρώσεων (δηλ. φόνος);

 

2. Αν υποτεθεί ότι υπερβαίνεται αυτό το πρώτο ερώτημα, έρχεται αμέσως ένα δεύτερο, που αφορά στην επάρκεια της "επιχειρησιακής μελέτης". Επειδή η προώθηση ενός τέτοιου σχεδίου αφορά σε μείζονος σημασίας θέμα, που σηματοδοτεί την πλήρη μετάβαση σε ένα άλλο "κόσμο", έχουν άραγε μελετηθεί με προσοχή όλες οι παράμετροι; Έχουν ζυγιστεί εξαντλητικά τα προσδοκώμενα ωφέλη και οι πιθανές ζημίες που θα προκύψουν; Ίσως να απατώμαι, αλλά μάλλον έχει δοθεί αρκετή έμφαση στη "νομική" εξέταση του ζητή­ματος (αν "επιτρέπεται" ή όχι η μετάφραση στην λογική των δήθεν ιερών γλωσσών), ή στην γλωσσοερμηνευτική του πλευρά (αν "πετυχαίνει", αν δηλ. είναι εφικτή η μεταφορά στα νέα ελληνικά), ενώ το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό.
Επικουρικώς, έχει γίνει άραγε εμπεριστα­τωμένη αξιολόγηση της χειροπιαστής εμπειρίας από το ανάλογο εγχείρημα υπό της λατινικής εκκλησίας; Διερωτώμαι για τα "ποσοστά επιτυ­χίας" του. Και ίσως να μη χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά από την Ελλάδα για να έχουμε μια πρώτη αντίληψη (!). Ο νοών νοείτω…

Και ο επιδιωκόμενος σκοπός; Άραγε να εκτιμάται ότι με την «μεταφρασμένη» Λατρεία θα γεμίσουν οι Ναοί (αν βεβαίως θεωρηθεί σαν επι­τυχία η "πλήρωση" των Ναών) ή ότι θα προα­χθεί το επίπεδο και η "ποιότητα" της συμμετοχής και προσευχής; Είμαστε στην πνευματική θέση και βεβαιότητα ότι θα "παραγάγουμε" ίσης πνευ­ματικής αξίας δημιουργία, η οποία θα αντικατα­στήσει επαξίως την υπάρχουσα;

 

3. Εφ' όσον υπάρχει επείγουσα «χρεία» να ανταποκριθούμε στις ανάγκες του σήμερα, έχουν άραγε χρησιμοποιηθεί και εξαντληθεί άλλα πρόσ­φορα μέσα; Άραγε η μεθοδική, συγκροτημένη, προγραμματισμένη (σε κεντρικό επίπεδο) κατή­χηση, εξήγηση, ερμηνεία και παροχή ελαχίστων γραμματικών γνώσεων (π.χ. με διανομή τευχιδίων κατά εορτολογική-λειτουργική περίπτωση) δοκι­μάστηκε και απέτυχε; Διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πως οι "ιδιωτικές" (από ιερείς , εκδότες, μονές, θεολόγους, κατηχητές) πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση είχαν ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Στο τέλος – τέλος αν λίγα πράγματα εξηγηθούν άπαξ, "κατανοηθούν" και αφομοιω­θούν (π.χ. στην Θ. Λειτουργία – πράγμα που κά­νουν πάρα πολλοί ευσυνείδητοι χριστιανοί μόνοι τους), υπάρχει λογικός, πειστικός λόγος να πα­ραμένει εφ' όρου ζωής ο βοηθητικός "νάρθηκας" (η μόνιμη πλέον "μεταπεφρασμένη Λατρεία"); (επιτρέψτε μου να παραπέμψω σχετ. στο Προλογικό Ση­μείωμα του υπογραφομένου στο μικρό βιβλίο «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ-με Ερμηνευτική Από­δοση στην Ν. Ελληνική», εκδ. «Τήνος», Αθήναι 1989 και έκτοτε επανειλημμένες εκδόσεις). Αλλά αυτή η σκέψη μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα.


4. Γιατί να έχει προεξοφληθεί πως οι νεώτε­ροι είναι τόσο απρόθυμοι να καταβάλουν ένα μι­κρό κόστος στον διάλογο, στην σχέση τους με τον Θεό; Νομίζω πως τους αδικούμε. Όταν τα Ελλη­νόπουλα μαθαίνουν δύο και τρεις ξένες γλώσσες, απορροφούν πλήθος παρεχομένων γνώσεων στην ηλεκτρονική εποχή μας, γιατί να τα απαξιώνουμε τόσο; Μαθαίνουν με ιδιαίτερη ευκολία π.χ. τα πο­λυάριθμα περιφραστικά ρήματα της αγγλικής γλώσσης και δεν μπορούν να μάθουν ότι «ποιώ» σημαίνει «κάνω», «Πάτερ ημών» «Πατέρα μας» και «παράσχου» «δίνω» (άλλο βεβαίως που το «δίνω» δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς με το «πα­ρέχω»!) κλπ; Εκτός αν συμβαίνει κάτι χειρό­τερο: μήπως με την υποστηριζομένη «μετάφραση» ανακυκλώνεται το κακό μάθημα της "ευκολίας"
(μάθημα που το μπουχτίζουν σε όλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής) με ευθύνη των ποιμένων;

Εδώ όμως ξεφυτρώνει κι άλλο ένα θέμα. Η ζωή στην Εκκλησία, ή η ζωή της Εκκλησίας έχει ένα μόνιμο χαρακτήρα, είναι μια διαρκής αγωγή και καλλιέργεια. Υποτίθεται λοιπόν ότι η Πίστη είναι η μητρική "γλώσσα" μικρών, μεγάλων (εξ ου και ο νηπιοβαπτισμός). Και η ζωή όλων των πιστών μέσα στην Εκκλησία τους εξοικειώνει φυ­σιολογικά με την λειτουργική γλώσσα. Προεκ­τείνοντας λίγο διερωτώμαι, χωρίς γλωσσολογική και παιδαγωγική "ειδικότητα": Στο νήπιο ποιός εξηγεί τα νοήματα που βαστάνε οι λέξεις; Ποιός του φυτεύει την "κατανόηση" σε τόσο μικρή ηλικία, όπου δεν υπάρχει "μετάφραση"; Ποιός είναι δηλ. ο μηχανισμός της μητρικής γλώσσης;
Άραγε αναλογικώς δεν θα μπορούσε το ίδιο να ισχύει και για το εν λόγω ζήτημα; Εκτός εάν ευσταθούν δύο υποθετικές παραδοχές:

α) ότι τίθεται εν αμφιβόλω η επάρκεια του τρόπου εισόδου των ανθρώπων στην Εκκλησία (ρε­αλιστικές προϋποθέσεις του νηπιοβαπτισμού, ουσιαστικό περιεχόμενο και χαρακτήρας της κα­τηχήσεως σήμερα κ.λπ.)
β) ότι προωθείται ένα τέχνασμα/πρόγραμμα λειτουργικού (λατρευτικού) φαστ-φουντ για πε­ραστικούς, βιαστικούς, ανυπόμονους, φυγόπο­νους, λίγο αδιάφορους, σχεδόν αποξενωμένους "πιστούς", άμαθους να υψώνουν «οσίους χείρας» (Α' Τιμ. β' 8) και να ξεκολλάνε τις καρδιές τους.

Ειδικότερα, η «μετάφραση» και συνεπώς η «κατανόηση» είναι άραγε αρκετή για να προσπε­λάσει ο πιστός στον πνευματικό κόσμο, στον οποίο τον καλεί η Λατρεία, ένα κόσμο γεμάτο σύμβολα; Χάριν παραδείγματος, άραγε "φτάνει", αρκεί η τέ­λεση μεταφρασμένης Θ. Λειτουργίας, κι αν αρκεί, τότε τί θα κάνουμε την μυσταγωγική Κατήχηση; Ή αλλιώς διατυπωμένο, μέσα στην Μυσταγωγική Κατήχηση, στην Εξήγηση της Θ. Λειτουργίας δεν θα μπορούσε να ενσωματωθεί και μια γλωσ­σική διασάφηση για "καλύτερη" κατανόηση, δηλ. «μετάφραση»; Και τέλος πάντων, αυτή η «κατα­νόηση» δεν κατανοείται, δεν εμπεδώνεται, δεν αφομοιώνεται ποτέ; Θεωρούνται δηλαδή οι πι­στοί σαν ανόητοι και ανεξέλικτοι δια βίου;

Η Εκκλησία έχει ως θεοπαράδοτο τρόπο ζωής και βίωμα την άσκηση, την γενική φιλοπο­νία, τον κόπο. Άρα η απόδυση όλων, ποιμένων και ποιμαινομένων, σε μια συντονισμένη εργασία για την ελαχίστη γλωσσική καλλιέργεια και την υπέρ­βαση των μικρών γλωσσικών "εμποδίων" στην Λα­τρεία, είναι εκκλησιαστικώς καταξιωμένη (π.χ. πλήθος ερμηνευτικών έργων [για τα «δυσκολοκατάληπτα», όπως γράφει] του αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου, στα οποία μαθητεύουν όσοι τίμιοι επιθυμούν να "καταλάβουν") και πάντως επιβε­βλημένη. Κανένας δεν γεννιέται γιατρός, δικα­στής, χημικός. Γίνεται. Το ίδιο και ο Χριστιανός. Γίνεται. Συνεχώς. Εκουσίως. Εν τω μέτρω της αυτού προαιρέσεως. Με τρόπους πνευματικούς, δηλαδή υλικούς – πρακτικούς – σωματικούς – ψυ­χικούς – συναισθηματικούς -λογικούς – εκκλησιαστικούς εν Χάριτι. Θα ήταν άραγε εντελώς μα εντελώς αβάσιμο να βλέπαμε σ' αυτή την μικρή "γλωσσική" διακονία "μια σύγχρονη μορφή, μια επικαιροποιημένη όψη αυτοπαραδόσεως στο βα­θιά ασκητικό, θυσιαστικό ήθος της Εκκλησίας;

Η σοφία της ερήμου φαίνεται να επιμαρτυρεί: Ο άγιος Βαρσανούφιος μπροστά στην αδυναμία ενός αδελφού, που τον ρωτά: «διαβάζω το ελληνιστί (κείμενο των Ψαλμών) και δεν νοώ τι λέγω», του απαντά πως ο κόπος για την εκμάθηση της γλώσσας όχι μόνο θα τον βοηθήσει στην κατα­νόηση, αλλά, πολύ περισσότερο, θα του δώσει πλούσια χάρη «εις ζωήν αιώνιον» (Απόκριση σκη'/228). Τί να σημαίνει αυτό;

 

5. Μετάφραση σημαίνει την μεταφορά από ξένη γλώσσα. Και η υποστήριξη του αιτήματος για την «μετά-φραση» δηλώνει έμμεση παραδοχή και θεώρηση της εκκλησιαστικής γλώσσης σαν δήθεν "ξένης". Αυτό υπό μία έννοια δεν θα μπορούσε να συνιστά και ένα είδος μειονεξίας ταυτότητος ή μειοδοσίας (εθνικής); Μήπως κατ' αυτόν τον τρόπο δεν κάνουμε τίποτ' άλλο από το να απο­δεικνύουμε πάλιν και πολλάκις τον επαρχιωτι­σμό μας μπροστά στην αρχοντιά της Παραδό­σεώς μας, την μικρότητά μας μπροστά στο μεγα­λείο του Πολιτισμού μας, την (αθέλητη) συνθη­κολόγησή μας με τις αρχαίες δυνάμεις που μη­χανεύονται τον αφανισμό της σαρκωμένης μαρ­τυρίας Χριστού, την (ακούσια) συμμαχία μας με τους προβοκάτορες του πνευματικού εξολοθρεμού μας;
Αν μη τι άλλο μήπως τίθεται θέμα στοιχει­ώδους αυτοσεβασμού. Ποιός άραγε μας εβάσκανε; Τί έμεινε να θυμίζει την γλώσσα που δίδασκε ο Αριστοτέλης τον Μ. Αλέξανδρο, μέρες πού 'ναι…; Τί μένει σήμερα χειροπιαστό, ζωντανό στην ανερ­μάτιστη Ελλάδα από τον θεωρητικώς (και εμπορικώς!) πολυδιαφημιζόμενο αλλά πρακτικώς πο­λύκλαυστο Ελληνικό Πολιτισμό; Λίγα πράματα μάλλον: κανένα ανθοστόλιστο παραθύρι, καμιά αχνοφώτιστη εκκλησιά, κανένα σπασμένο ακρο­κέραμο, κανένα αναμμένο προσκυνητάρι, κανένα λαμπρό πανηγύρι, καμιά ξυσμένη αγιογραφία, καμιά εγκάρδια φιλοτιμία στη δουλειά, κανένα λεβέντικο τραγούδι ν' ακούν τα βουνά, ν' ακούει ο ήλιος, ν' ακούει κι η θάλασσα και να ξεγελιούνται. Μα πιότερο απ' όλα το «Φως ιλαρόν», το «Σήμερον κρεμάται», το «Γλυκύ μου έαρ», το «Χριστός ανέ­στη», το «Χριστός γεννάται», το «Εν αρχή ην ο Λό­γος», το «τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα», «το Άξιον εστί», η γλώσσα της Εκκλησίας.

Και εν τοιαύτη περιπτώσει πώς θα απολογη­θούμε (και ως Ορθόδοξοι αλλά και ως Έλλη­νες) στους νεωτέρους, που η γενιά μας δεν είχε το σθένος να κρατήσει την πατρική κληρονομιά; Τί θα δικαιολογηθούμε, που τους αποκόψαμε από ένα ζωντανό κομμάτι πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα; Τί θα τους πούμε, που διακόψαμε σε μια τεχνητή συγκυρία -κατασκευασμένη από τις στρεβλώσεις του μεταπολιτευτικού Ελλαδιστάν- για χάρη μιας πρόσκαιρης διανοητικής "απολαύσεως" και διευκολύνσεως την από του Ομήρου μέχρι σήμερα αδιάκοπη λαλιά του λαού μας, που μιλιέται ακόμη -ναι, μιλιέται και τραγουδιέται, εις πείσμα πολλών- μέσα στις εκκλησιές; Τί θα τους πούμε, που πνίξαμε με τα ίδια μας τα χέρια τον ελληνικό λόγο στην ακατάπαυστη συνάντησή του με τον Λόγο του Θεού μέσα στην Σκηνή Του; Ποιών εν τέλει το χατήρι κάναμε και κόψαμε σύρ­ριζα τους δεσμούς μας με την συνέχειά μας;

Στους ομοδόξους αδελφούς μας, Σέρβους, Αραβες, Ρώσους, Γεωργιανούς τί θα βρούμε για δικαιολογία;

Αλλά και στους ξένους μελετητές τί θα πούμε, που στρέφονται, αν όχι με σεβασμό, τουλάχιστον με ενδιαφέρον, στην Ανατολή, η οποία κρατάει ζωντανά στην πρωτότυπη γλώσσα τα "ιδρυτικά" κείμενα, στις λέξεις των οποίων σημάνθηκε άπαξ η εις Χριστόν Πίστη και ζωή -κείμενα αναφοράς στην παγκόσμια Γραμματεία και Ιστορία- την Καινή Διαθήκη, την Θ. Λειτουργία, και κατόπιν την Υμνολογία;

Θα καταφέρναμε άραγε να τους καθησυχά­σουμε όλους αυτούς, και μεις να ξενοιάσουμε, αν τους εξηγούσαμε πως δεν μας άξιζε πια μια τέ­τοια ατίμητη περιουσία;
Ο Οδ. Ελύτης γράφει: «Είναι μία γλώσσα …που την τήρησε (ο λαός) με θρησκευτική προσ­ήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμε εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να την βοηθή­σουμε. Και σχεδόν την αφανίσαμε. Από το ένα μέρος της φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής της και από το άλλο της ροκανίσαμε την ίδια της την υπόσταση, την κοινωνικοποιήσαμε, την μεταβά­λαμε σε έναν ακόμα μικροαστό».


6. Μήπως με την «μετάφραση» επιτευχθεί μεν η «κατανόηση», διακυβευθούν δε άλλα πνευ­ματικά αγαθά, όπως η ακρίβεια και η ασφάλεια δια­τυπώσεως, η "δουλεμένη" συναρμογή αγιογρα­φικών αποσπασμάτων και υμνολογίας, πολύ πε­ρισσότερο δε αυτή η πνοή του Αγίου Πνεύματος, το οποίο ελάλησε εν τοις Αγίοις με τις λέξεις; Ο Μ. Αθανάσιος λέει συγκεκριμένα: «μηδέ πειραζέτω τας λέξεις μεταποιείν ή όλως εναλλάσσειν», γιατί το Πνεύμα βλέποντας να επαναλαμβάνουμε τα λόγια, που το Ίδιο "υπαγόρευσε" στους Αγί­ους, μας ακούει και μας συντρέχει. (Προς Μαρκελλίνον…, λ-λα', ΒΕΠΕΣ, σελ.28)
Στις Κατηχήσεις του (Προκατήχ., 9) ο άγ. Κύ­ριλλος Ιεροσολύμων, μιλώντας για τους εξορκι­σμούς, γράφει πως τα λόγια του ιερέως διώχνουν τα δαιμόνια όχι για τίποτε άλλο παρά μόνον επειδή είναι ειλημμένα αυτούσια από την Γραφή.
Επιπροσθέτως, στην παραβολή του Σπορέως (και παρεμπιπτόντως, τί "καταλαβαίνουμε" οι σημερινοί άνθρωποι των πόλεων από την λέξη «σπορά»;) (Λουκ. η' 5-15) αναφέρεται η απορία των μαθητών του Κυρίου για το νόημά της. Ερώ­τησαν δηλ. τον Χριστό τι σημαίνει η παραβολή αυτή. Έλαβαν τότε την απάντηση: «Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσι» (… με παρα­βολές: αινιγματώδεις διηγήσεις με βαθύτερες αλή­θειες από τις φαινομενικές, ίνα διεγείρη τον ακροατήν, επειδή πολλούς η ευκολία εις ραθυμίαν άγει [αγ. Ιω. Χρυσ.]). (βλ. και την σχετ. ερμην. από­δοση Π. Τρεμπέλα, σελ. 250). Άραγε αυτό το χωρίο θα μπορούσε να μας βοηθήσει στον συγκε­κριμένο προβληματισμό, αν συλλογιστούμε και την περίπτωση της «αναξίας του δέξασθαι» ακοής (αγ. Κύριλλος Ιεροσ.);


7. Θα είναι άραγε εντελώς απίθανο, παραλ­λήλως προς την «μετάφραση» για την καλύτερη «κατανόηση», να μας μπει και ο πειρασμός να προχωρήσουμε σε "εκκαθαρίσεις" υμνολογικών στοιχείων ή αναφορών, που σήμερα δεν γίνονται "κατανοητά" ή αποδεκτά, ή δεν "ταιριάζουν" με τα σημερινά δεδομένα;
Τότε φυσικά η επιδιωκόμενη «μετάφραση» θα λειτουργεί ως κερκόπορτα πολλών εισελάσεων και απελάσεων…

Αλλά, διόλου απίθανο, πώς θα αποτραπεί η εισαγωγή του υμνολογικού "κιτς"; (όπως οι κα­κόγουστες ζωγραφιές και χαλκομανίες, οι άτακτες φωνές, τα άγαρμπα ηλεκτρικά φώτα, τα εξουθε­νωτικά μεγάφωνα, τα άθλια παραφινόκερα). Και ποιός θα εμποδίσει κάθε περαιτέρω αυτοπροαίρετο αυτοσχεδιασμό, αφού πια το "πράσινο φως" θα έχει ανάψει; Μήπως κινδυνεύσουμε να γίνουμε μια υπερ-αγορά όπου ο καθένας θα "διαλέγει" τι προϊόν θα αγοράσει;

 

8. Συνωδά τω προηγουμένω αναφύεται και το εξής συμφυές: Με την εκκλησιαστική μουσική, η οποία ντύνει τον λειτουργικό λόγο, τί θα γίνει; Αραγε δεν είναι κι αυτή μια "γλώσσα" που δεν "μι­λιέται" πια; Και γιατί να μη σκεφθούμε, μετά την «μετάφραση» στην νέα ελληνική, να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, αυτό της μεταφοράς της μουσικής σ' εκείνην που "καταλαβαίνουν" οι άνθρωποι σήμερα; Κι αν τους το αρνηθούμε, ποιό επιχείρημα θα επιστρατεύσουμε;

Παραθέτω απόσπασμα που αλίευσα στο διαδίκτυο, το οποίο μου βαθαίνει πιο πολύ την απο­ρία, καθ' ότι η υποστηριζομένη θέση (περί μετα­φράσεως) προσκρούει στην προεξοφλημένη χρήση της εκκλησιαστικής (βυζαντινής) μουσικής:
«Ίσως να με ενθάρρυνε (δηλ. στην ιδέα για «για μετάφραση και των ποιητικών μερών εκτός των πεζών») το μελοποιημένο άκουσμα που είχα ενός εξαίρετου ποιήματος, προσόμοιου πάνω στον ειρμό "Αφραστον θαύμα": Δάκρυα χάμου/κι ανατριχιάζουν τα χώματα/της αγάπης μέγας χο­ρηγός/ελί-χρυσο θαύμα κρινάκι φύεται/για να μυρίζει ανόρθωση πενθούντων./Τη Χαρά/νά φοράτε μη λυπάσθε».

Αν η διατήρηση της εκκλησιαστικής γλώσσης εκλαμβάνεται ως προσκόλληση, τότε η διατή­ρηση του εκκλησιαστικού μέλους πώς χαρακτηρίζεται; (φορμαλιστική;) Και κατά λογική ακο­λουθία, διερωτώμαι (και «ανατριχιάζω») -χωρίς διόλου διάθεση ειρωνείας- γιατί να μη φορέσουμε στη νεοελληνική υμνογραφική παραγωγή τη μου­σική Χατζηδάκη, Θεοδωράκη, ή… Ρουβά;
Διευκρινίζω βεβαίως, πως προσωπικά μου αρέσει το ανωτέρω ποιητικό απόσπασμα. Αλλά, προχωρώντας έτι περαιτέρω, δεν είμαι σχεδόν καθόλου σίγουρος πως μια τέτοια ποίηση (μια ποίηση επιπέδου Ελύτη) θα είναι πιο "κατα­νοητή" μέσα στους ναούς. Οπότε ποιό το όφελος, αν θα χρειαζόμασταν και πάλι ερμηνεία-εξήγηση για τα νέα ελληνικά;
Ακόμη και η στιχουργική αυτού του απο­σπάσματος μεταχειρίζεται τεχνική παλαιάς (εκκλησιαστικής) κοπής. Νομίζω πως σήμερα η ποίηση δεν γράφεται εμμέτρως.
Και ακολούθως, θα μπορούσαμε εξ ίσου να διερωτηθούμε και για την εκκλησιαστική εικονο­γραφία. Η εκκλησιαστική ζωγραφική είναι πάλι μια "γλώσσα", "ακατανόητη" στον σύγχρονο ορθολογιστή άνθρωπο.
Μήπως άλλωστε δεν έχουμε ήδη αναρωτηθεί και για το Τυπικό (των Ακολουθιών), το οποίο μοιάζει μ' ένα «απολίθωμα» του μεσαίωνα;
Και πιο πέρα, τί θα μας δυσκολέψει να "ξα­ναδούμε" το θέμα (ήδη τεθειμένο) της χρήσεως των ευχαριστιακών ειδών στην Θ. Λειτουργία; Σή­μερα ο άρτος και ο οίνος δεν αποτελούν την "βα­σική γλώσσα" διατροφής του παγκοσμίου ανθρώ­που, όπως στην Παλαιστίνη στα χρόνια του Χρι­στού. Μια επαναδιαπραγμάτευση με σύγχρονη και ανοικτή "γλώσσα", άραγε δεν θα μας έδινε πιο "κατανοητά" αποτελέσματα, δεν θα μας απενεκλώβιζε από την απολίθωση του παρελθόντος και την ιεροποίηση του παλιού πολιτισμού;
Να τολμήσω να ρωτήσω κάτι πιο κατανοητό; Τί "καταλαβαίνει" ο σημερινός άνθρωπος ακού­γοντας την λέξη "θυσία"; Σε ποιά πραγματικότητά του, σε ποιά προσλαμβάνουσα παράστασή του αντιστοιχεί, ώστε να αναχθεί στην αναίμακτη Θυσία του Χριστού; Μήπως η πρόσβαση στο εννοι­ολογικό ή σημασιολογικό της περιεχόμενο θα επιτευχθεί δια της «μεταφράσεως», ή μήπως θα χρει­αστεί να "ανακαλύψουμε" ένα σύγχρονο υποκα­τάστατο της "θυσίας", δίκην "παρα-φράσεως";

Με λίγα λόγια η «μετάφραση» ενδέχεται να συμπαρασύρει – και θά'ναι ανακόλουθο να μη συμ­παρασύρει – κι άλλα πράγματα, καθώς αντιστοι­χεί σε μια γενική τάση (σε παγκόσμιο επίπεδο  – «Νέα Εποχή»;)

"επαναπροσδιορισμού", "επαναξιολογήσεως", "επανερμηνείας" των υφιστα­μένων "δομών" ή "παραδεδομένων αρχών", αιτη­μάτων δηλ. παρομοίων με τα θέματα της εικονο­μαχίας (π.χ. έχει προβληθεί ο ισχυρισμός πως η διατήρηση της εκκλησιαστικής γλώσσης ισοδυ­ναμεί με ειδωλολατρία). Η θεολογία της Εβδό­μης Οικουμενικής Συνόδου θα μπορούσε άραγε να μας διαφωτίσει συνολικώς σ' αυτό το ζήτημα;

 

9. Κατά την ωραία και νόμιμη διαδικασία επανόδου στην θεώρηση της Λατρείας μέσα στην αρχαιοεκκλησιαστική της προοπτική προκύπτει το εξής ζήτημα: Τα Ευαγγέλια (όχι όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης) γράφτηκαν στην καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής. Γιατί όμως μετά από τέσ­σερις αιώνες οι Μεγ. Πατέρες της Εκκλησίας και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι προβαίνουν σε ένα καθοριστικό τόλμημα και γράφουν τις ευχές της Αγ. Αναφοράς (εκτός από τα άλλα συγγράμματά τους-π.χ. ερμηνευτικές ομιλίες, δηλ. κηρύγματα στον λαό) σε γλώσσα, το επίπεδο της οποίας είναι "αττικό" και γυρίζει 800 χρόνια πίσω; Αυτή η επιλογή τους, ασφαλώς ενσυνείδητη, άραγε δεν περιλαμβάνεται ως δεδομένο μέσα στην αρχαία πα­ράδοση, άραγε δεν μας εφοδιάζει με ένα ισχυρό αξιολογικό κριτήριο; Ποιός λόγος να θεμελίωσε άραγε αυτή την επιλογή των θεοφόρων Πατέρων;

Κι ακόμη, βάσει ποίας λογικής, αρκετά αργό­τερα, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και οι μετ' αυτόν υμνογράφοι διευρύνουν κι άλλο το χάσμα και γρά­φουν Ιαμβικούς Κανόνες στην έτι αρχαιότερη και πλέον «δυσνόητη» ομηρική, που αναφιβόλως δεν μιλιόταν ούτε "καταλαβαινόταν" εκείνη την εποχή;


10. Μήπως η παραδεδομένη γλώσσα της εκκλησιαστικής Λατρείας συνιστά ένα αισθητοποιό υλικό και συγχρόνως ασκητικό στοιχείο απο­φυγής συσχηματισμού με τον κόσμο; Μήπως, δη­λαδή, η είσοδος στον χώρο και τον χρόνο της "αμετάφραστης" Λατρείας προικίζει τους πιστούς με ένα υποβοηθητικό στοιχείο για την έξοδό τους από το φρόνημα του κόσμου και την τρέχουσα καθημερινότητα και για μια «αληθινή είσοδο από έξω στην εκκλησία» (R. Taft);

Εκ παραλλήλου θα συνιστούσε άραγε κατα­κριτέα και απορριπτέα υπερβολή η παρομοίωση, η αναγωγική ερμηνεία των κατακομβών (του κριτηρίου των) με την διατήρηση της εκκλ. γλώσ­σης της Λατρείας; Δηλαδή όπως οι αρχαίοι Χρι­στιανοί κρύβονταν επί τρεις αιώνες στις κατακόμβες, για να προσφέρουν την Λατρεία τους στον Θεό, έτσι και σήμερα οι ελληνόφωνοι Χριστια­νοί υπό τον ακήρυκτο συνειδησιακό, αξιακό, γλωσ­σικό, πνευματικό, γιατί όχι και εθνικό, διωγμό "διασφαλίζουν" την Λατρεία τους και την Πίστη τους στο ασφαλέστερο περιβάλλον της ήδη εκκλη­σιαστικής γλώσσης; Μέσα σ' ένα κόσμο πλήρους συγχύσεως εννοιών, αρχών, δομών και αξιών, όπου οι λέξεις κατακερματίζονται, τα νοήματα διαμελίζονται, ο λόγος αποδομείται, η συνείδηση ξεχαρβαλώνεται και η συνεννόηση καθίσταται όλο και πιο δύσκολη, άραγε η «μετάφραση» των πεζών και ποιητικών μερών της Λατρείας δεν φα­ντάζει σαν το τελευταίο "απονεννοημένο" διά­βημα, να αυτοεμπλακεί δηλαδή η (ελληνόφωνη) Εκκλησία σε ένα φαύλο κύκλο "νεογλωσσικών ερί­δων" περί τις λέξεις, τα νοήματα, τις σημασίες, τις αποχρώσεις, ενώ έχει το πολύτιμο προνόμιο της ακριβούς εκφράσεως-διατυπώσεως;


11. Εξ άλλου η Λατρεία αποτελεί μια σύνθεση που έχει σχηματισθεί μέσα στις πνευματικές ζυ­μώσεις πολλών αιώνων και περικλείει ζωντανά στοιχεία ιστορικής (και εσχατολογικής) μνήμης, παροντοποιεί τα σωτηριώδη γεγονότα της Ενσάρκου Οικονομίας αλλά παραλλήλως κουβαλάει κι όλο το σφρίγος μιας Εκκλησίας που πάλεψε και παλεύει μέσα στους αιώνες να διαφυλάξει την Πί­στη ακριβώς διατυπωμένη και ανόθευτη και πα­ρέχει την δυνατότητα να ψηλαφήσουμε τις δια­φορετικές ιστορικές στρωματώσεις. Δικαιούμαστε να παρακάμψουμε αυτή την παράμετρο;

Αλλά κυριότερο κριτήριο, που ίσως αμφι­σβητεί την πρακτική λογική της «μεταφράσεως» είναι το ιστορικό: Η ίδια η "επιλογή" του Κυρίου για τον χώρο και τον χρόνο, τις ιστορικές συν­θήκες της Ενσαρκώσεως, τους Μαθητές Του, την Ίδρυση της Αποστολικής Εκκλησίας, την συγγραφή λίγο αργότερα των Ευαγγελίων και των Επιστολών της Καινής Διαθήκης με (κτιστό) εργαλείο χαράξεως, σημάνσεως, γραφής, περι­γραφής, καταγραφής της ιστορικής απαρχής και φανερώσεως της Σωτηρίας την ελληνική γλώσσα εκείνης της εποχής. Δεν νομιμοποιούμαστε άραγε να θεωρήσουμε πως κατά ένα τρόπο προνομιακό -όχι όμως νομικό ή αποκλειστικό- "κλείδωσε" η τότε ελληνική γλώσσα;

 

12. Δημιουργείται η εντύπωση -μακάρι εσφαλμένη- πως η Λατρεία (και η γλώσσα της) αντιμετωπίζεται αν όχι ως δοκιμαστικός σωλήνας ή κρυσταλλοπίνακας καταστήματος στην οδό Σκουφά (!…), τουλάχιστον ως είδος θρησκευτικής "παραστάσεως", ένα είδος "σκηνικού ντεκόρ", οπότε κάλλιστα είναι θεμιτοί πάσης φύσεως (δη­λαδή όχι μόνο γλωσσικοί…) πειραματισμοί. Η Λα­τρεία όμως είναι έκφραση της Πίστεως και της εν Χριστώ Ζωής της εκκλησιαστικής κοινότητος, αρχαιόθεν. Κατά συνέπειαν στην Λατρεία εκτός της Ορθοδόξου Πίστεως έχουν αποτυπωθεί και τα "ανώτατα επίπεδα πνευματικότητος", της ορθο­δόξου ζωής, ως δείκτες, ως φάροι, με τον ανθρω­πίνως υψηλότερο γλωσσικό τρόπο. Συναφώς, η Λατρεία, εξαιρέτως δε η Θ. Λειτουργία, είναι αδιά­σπαστα συνδεδεμένη με την εκκλησιαστική άσκηση, τόσο που μια Λειτουργία χωρισμένη από την "πνευματικότητα", την πνευματική προετοιμασία, κατά τον εκκλησιαστικό τρόπο, να κινδυνεύει να μετατραπεί σε "ιερό θέατρο". Η άσκηση όμως σή­μερα είναι μια ακόμα "ακαταλαβίστικη γλώσσα", μια "α-κατανόητη" υπόθεση, για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων, οπότε μήπως η «μετάφραση» αποκεκομμένη εμμέσως μεν, εμπράκτως δε, από την "αμετάφραστη γλώσσα της ασκήσεως" θα τους εξασφαλίσει μια ανέξοδη και "κατανοητή" "παράσταση";

 

13. Κρατώ προτελευταία την αναφορά στο μέγα θέμα της ερμηνείας καθαυτήν, η οποία θα είναι αναπόφευκτη κατά την νεοελληνική από­δοση. Γι' αυτό το θέμα εγκρατείς θεολόγοι, φιλόλογοι και διανοητές έχουν επιχειρηματολογή­σει. Σύντομα όμως επαναλαμβάνω ως ερώτημα: άραγε δεν είναι αναντιλέκτως αποδεκτό ότι πάντα μια μετάφραση είναι μια προδοσία; Ποιός αναλαμβάνει μια τέτοια ευθύνη; Κι αν την αναλαμβάνει για την "προδοσία", την αναλαμβάνει και για πι­θανό σχίσιμο της τοπικής Εκκλησίας;

14. Για τελευταία άφησα μια σκέψη κάπως προσωπικότερη: Μου φαίνεται λίγο δυσανάλογη, οξύμωρη και αιθερία η "εργώδης" αυτή υποστή­ριξη της «μεταφράσεως» αφ' ενός μεν ως προς την διαμορφωμένη κοινωνική κατάσταση καταρρεύσεως στην Ελλάδα, «όπου δεν έχει μείνει τί­ποτα όρθιο, όπου οι κάθε λογής αυθαιρετούντες απλώς αποτελειώνουν, με τα δικά τους μέσα, το καταστροφικό έργο των ελίτ του κατεστημένου. Ψάχνεις απεγνωσμένα για ελπίδα και βλέπεις παντού ωμή ιδιοτέλεια και ξεδιάντροπη υποκρι­σία» (Χαρίδ. Κ. Τσούκας, "Καθημερινή" 15/3/2009) αφ' ετέρου δε ως προς την προφητική διακονία του Λόγου του Θεού, στις μέρες μας. Απλούστερα, μου φαίνεται πιο ρεαλιστικός, πιο επείγων και πιο συμβατός με τις σημερινές ανάγκες ένας χαμη­λόφωνος ερμηνευτικός και (ει δυνατόν) βιωμα­τικός λόγος για τις αλήθειες της Πίστεως και συν­ολική αναθεώρηση τρόπου ζωής, μια ζωντανή, θερμή, ή και αιματηρή μαρτυρία αγάπης Χρι­στού, παρά μια "εργολαβία" Λειτουργικής Με­ταρρυθμίσεως (μεταφράσεως).

Αν οι άνθρωποι σήμερα τείνουν να αποστρέ­φουν το πρόσωπό τους από την Εκκλησία, μου φαίνεται πως δεν το κάνουν τόσο γιατί δεν κατα­νοούν την γλώσσα της Λατρείας, όσο γιατί, πρώτον, δεν κατανοούν ότι υπάρχουν αρκετά πράγματα που δεν "κατανοούνται", γιατί, δεύτερον, δεν κατανοούν τι ακριβώς "εννοούν" τα εκκλησιαστικά λόγια (ακόμα και μεταφρασμένα), δεν καταλα­βαίνουν δηλαδή τι νόημα μπορεί να έχουν τα "λό­για", τα νοήματα, τα πράγματα της Εκκλησίας στην ζωή τους (και δεν βρίσκεται εύκολα κάποιος ικανός να τους τα καταστήσει ζωντανά, να τους τα ερμηνεύσει αληθινά) και γιατί, τρίτον, ίσως και οι ίδιοι να μη έχουν και πάρα πολλή όρεξη να "καταλάβουν" κάτι από την Ζωή, τον Σταυρό και την Ανάσταση Ιησού Χριστού.

Κύριος Ιησούς δώη ημίν δώρημα αγαθόν: κάποτε κάτι να καταλάβουμε. Eλάχιστος εν πρεσβυτέροις, Αθανάσιος Στ. Λαγουρός


(*)(http://pakapodistrias.blogspot.com/2008/05/blog-post_20.html)

(Πηγή: «Χριστιανική Βιβλιογραφία», Τριμηνιαία Κριτική Έκδοση, αρ.φ. 42, Ιαν. – Μαρ. 2009)


(Η «Αλλη Όψις» θα ήθελε να ευχαριστήσει τον συγγραφέα του άρθρου, π. Αθανάσιο, για την άδεια δημοσίευσης)

 

ΠΗΓΗ: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1161

ΠΡΟΤΑΣΗ: leotinos

Ελλάδα: Χώρα ή Χώρος;

Ελλάδα: Χώρα ή Χώρος;

Του Σταύρου Λυγερού*

 

«Η πτώση των των κομμουνιστικών καθεστώτων προκάλεσε στη δεκαετία 1990 ένα μεγάλο κύμα παράνομης μετανάστευσης από ανατολικοευρωπαϊκές χώρες προς την Ελλάδα. Οι ροές αυτές δεν έχουν σταματήσει, αλλά τα τελευταία χρόνια είναι σαφώς μικρότερες. Αντιθέτως, διογκώνονται με εντυπωσιακό ρυθμό οι ροές λαθρομεταναστών από ισλαμικές χώρες, κυρίως από Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Παλαιστίνη, Σομαλία και Ερυθραία.

Συνέχεια

Μας ΒΟΥΛΗ-άζουν… – π. Ηλ. Υφ.

Μας ΒΟΥΛΗ-άζουν…

 

του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Στο στιχούργημά μου «της κλεφτουριάς»  (http://papailiasyfantis.blogspot.com, Μαϊος 2008) έγραφα μεταξύ άλλων:

«Στων Ελλήνων τη Βουλή

Υπάρχουν κλέφτες, λεν πολλοί.

Κλέβουνε και τρων και πίνουν

Κι ούτε σάλιο δεν αφήνουν…

Κλέβουν με νόμους άδικους

Κλεφτάδικους ληστάδικους…»!

Ένας, μεταξύ των πολλών κλεφτονόμων κα ληστονόμων, είναι, όπως φαίνεται και αυτός, που εξαναγκάζει τους πολίτες να πληρώνουν το χαράτσι της ΕΡΤ. Η οποία, όπως αποκαλύφθηκε τελευταία, δίνει με τον ιδρώτα και το αίμα του λαού, αστρονομικές συντάξεις σε κάποιους κομματικούς, ηλιθιόσοφους.

Και λέω «εξαναγκάζει», γιατί το ξεδιάντροπο αυτό χαράτσι το έχουν συνδυάσει με το λογαριασμό της ΔΕΗ.

Που σημαίνει ότι, αν ο πολίτης αρνηθεί να πληρώσει το ΕΡΤοχάρατσο, η αυτοκρατόρισσα ΔΕΗ θα του κόψει το ρεύμα. Που, με τα σημερινά δεδομένα, σημαίνει νέκρωση της όλης λειτουργίας του νοικοκυριού.

Και ποια η σκοπιμότητα του φασιστικού αυτού χαρατσιού;

Είναι μήπως η, δήθεν, έγκυρη και έγκαιρη-όπως διατείνονται-ενημέρωση του πολίτη;

Κάθε άλλο! Στην πραγματικότητα είναι η συστηματική του παραπλάνησή και ο αποπροσανατολισμός του. Έτσι ώστε να μη μπορεί να καταλάβει με ποιους και με πόσους τρόπους οι εκατόγχειρες του κατεστημένου τον λεηλατούν. Με αποτέλεσμα το κλεφτοκεθεστώς και το ληστοκαθεστώς των εχόντων και κατεχόντων να ζει και να βασιλεύει και να διαιωνίζεται ……

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών. Για την οποία κάποιοι ισχυρίζονται ότι είναι απαραίτητη, προκειμένου να αποδίδεται έτσι αμερόληπτη και ακριβοδίκαιη δικαιοσύνη.

Αλλά η πραγματικότητα φωνάζει ότι, συχνά, ισχύει το αντίθετο: Αφού, όπως φαίνεται, η προνομιακή μισθοδοσία λειτουργεί ως αντικίνητρο για την ακριβοδίκαιη απονομή της δικαιοσύνης και κίνητρο για την μεροληπτική υπέρ του κατεστημένου και σε βάρος του λαού απονομή της…αδικίας!

Πέρα από το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά και ηθικά διάτρητος. Αφού ο καθένας θα μπορούσε να αναρωτηθεί και να ρωτήσει:

Πώς είναι δυνατόν το κατεστημένο να θέλει την ακριβοδίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, όταν με την προνομιακή μισθοδοσία μιας μερίδας δημοσίων υπαλλήλων (ή των υψηλόβαθμων στελεχών κάποιων ΔΕΚΟ, κλπ, κλπ) αδικεί a priori και κατάφωρα, όχι μόνο τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και γενικότερα το κοινωνικό σύνολο! Απ' το οποίο κάποιοι (αγρότες, κλπ) έχουν αποδοχές κατά 50 και εκατό φορές μικρότερες…

Εξάλλου το σύνολο των μη προνομιακά μισθοδοτούμενων δημοσίων υπαλλήλων θα μπορούσε ευλογότατα να ρωτήσει τους αρχιτέκτονες της μιας ή της άλλης πολύμορφης και πολυεπίπεδης αδικίας:

Αφού κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι μισθοδοτούνται προνομιακά, για να κάνουν καλά τη δουλειά τους, πώς είναι δυνατόν να κάμει το ίδιο και η συντριπτική πλειονότητα εκείνων, που κατάφωρα αδικούνται!

Και, κάτω απ' αυτές τις αστρονομικές ανισότητες είναι δυνατόν να λειτουργήσει εύρυθμα ο κοινωνικός ιστός! Και να μη φτάσουμε εδώ που φτάσαμε! Και να μη μας περιμένουν και τα ακόμη πολύ χειρότερα…

Και βέβαια το άκρον άωτον της φαυλότητας του κατεστημένου πηγάζει από τον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος. Που, δήθεν, είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ολιγαρχία. Που στις μέρες μας-με τον εκκολαπτόμενο νέο εκλογικό νόμο- τείνει, όπως φαίνεται, να μετασχηματισθεί σε αρχηγική δικτατορία.

Η οποία σε αγαστή συνεργασία με το φασιστικό πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, θα κρατεί παγιδευμένο και αλυσοδεμένο το λαό.

Έτσι ώστε να μη μπορεί να συνειδητοποιήσει το φαύλο κύκλο της αδικίας σε βάρος του. Και πολύ περισσότερο να διανοηθεί να αποδράσει απ' το θανάσιμο εναγκαλισμό του πάνοπλου με τους ληστονόμους και κλεφτονόμους, που -αντί για τανκς-διαθέτει το φασιστικό κατεστημένο…

Και βέβαια η απάντηση στο θυμόσοφο πρωθυπουργικό δίλημμα «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» είναι ευνόητη κι αυτονόητη:

Ασφαλώς βουλιάζουμε. Ή μάλλον- πιο σωστά μας ΒΟΥΛΗ-άζουν. Αυτοί, που τη δικαιοσύνη μονίμως τη χλευάζουν. Με την πολύμορφη και πολυεπίπεδη αδικία και ανισονομία και ανισοδικία.

Με κύρια εστία και πηγή της, ατυχώς, όπως φαίνεται, την ίδια τη… Βουλή!

 

Παπα-Ηλίας, 08-01-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordoress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

Ο πτυχιούχος – Γιάννη Ποτ.

Ο πτυχιούχος

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Ζωή  γεμάτη προσμονές

Στα τρένα, στους σταθμούς

αναμονές

Δωμάτια στα υπόγεια

Φαΐ στα καπηλειά

Μπροστάρηδες  τα όνειρα

και άξιοι οι στόχοι

Οδηγοί στα βήματά σου

οι  ιδέες

 

Χρόνο το χρόνο

Βαθμίδα την βαθμίδα

Τη σκάλα της εκπαίδευσης

ανέβαινες

Στον μάρσιπο της πλάτης

κουβαλώντας

Βιβλία και προσόντα

Πίστεψες και πάλεψες  

Για ιδανικά και ελευθερία

Για ανοιχτούς ορίζοντες

Για ταξίδια χωρίς πλήξη

 

Ξεχύθηκες στις αρένες της ζωής

με αδημονία

Αδέξιος νεοσσός που τη φωλιά του

εγκαταλείπει

Πέταξες ανεμίζοντας το Πτυχίο σου

και  τα φτερά σου

Και η καρδιά σου αηδονοφωλιά

Να δραπετεύουν νότες

 

Πόρτες χτύπησες, πολλές

Για μια θέση εργασίας

Καμιά όμως δεν άνοιξε

για σένα

Την περηφάνια σου σκόρπισες

Σε υποκλίσεις

Τα όνειρά σου ξόδεψες

Σε στημένους διαγωνισμούς

Και σε κομματικά γραφεία

Πάντα ελπίζοντας μια άνοιξη

να ανθίσει

Μια ευκαιρία για της καρδιάς

το όνειρο

 

Τώρα στο σταθμό ολομόναχος

περιμένεις

Μετράς τα χαμένα όνειρα

Και τις ελπίδες

Σφυρίζοντας το τρένο πέρασε

Αλλά εσύ ακόμα περιμένεις

 

Ξύπνα, βγες από τ' όνειρο

Άνεργε επιστήμονα

με τα ψαλιδισμένα σου φτερά

Μην αρνηθείς το χρέος σου

Κράτα ψηλά τη δάδα της απελπισίας

Βάλε μπουρλότο στην  ναυαρχίδα

της αδικίας

 

Τα μάτια σου μαύρα σύννεφα

Χειμωνιάτικα

Πλημμύρες ας φέρουν

Με αστραπές και καταιγίδες

Τα δάκρυά σου φουσκωμένα ποτάμια

Ας ξεχειλίσουν

Για να πνιγούν οι κάμποι

Να γίνει η άνοιξη πιο γόνιμη

Τα καλοκαίρια καρποφόρα

 

                                        23 Ιουλίου 2009, Γιάννης Ποταμιάνος

Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση

Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση. Θρησκειοπαιδαγωγικό σχόλιο

 

Του Χρήστου Νικ. Ζήκου*

 

Με αφορμή δημόσιες συζητήσεις για τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση, θα ήθελα να καταθέσω τους προβληματισμούς μου, με στόχο πάντα το διάλογο, δίνοντας μια σύντομη κατά το δυνατόν εικόνα του πώς αντιλαμβάνομαι τα πράγματα  για το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα. Θα επικεντρωθούμε σε τρεις βασικές σκέψεις-προβληματισμούς θρησκειοπαιδαγωγικής υφής, αλληλοσυνδεόμενες και αλληλοσυμπληρούμενες.

Αρχίζω με τον πρώτο προβληματισμό. Ποιο ψυχοπαιδαγωγικό πρόβλημα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε; Πώς διαπιστώνουμε επί παραδείγματι ότι με την ανάρτηση των θρησκευτικών συμβόλων στην αίθουσα διδασκαλίας καταπιέζεται η συνείδηση των μαθητών μας; Μελετήθηκε εμπειρικά το ως άνω προβαλλόμενο επιχείρημα; Από όσο γνωρίζουμε, όχι. Δε γνωρίζουμε λοιπόν τις στάσεις των μαθητών μας – γηγενών και αλλοδαπών – για το παραπάνω θέμα. Στο βαθμό ωστόσο που είναι καλό και πρέπει να γνωρίζουμε τις απόψεις των μαθητών μας για το τι παιδεία θέλουνε, είναι νομίζω καθόλα δημοκρατικό να ερωτηθούν και για το παραπάνω ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο παραμένει ζητούμενη η ορθή παιδαγωγική διαχείριση του όλου ζητήματος, επειδή συνδέεται άμεσα με το τι Θρησκευτικά διδάσκονται σήμερα τα παιδιά. Ξεκινώντας από το τελευταίο τίθεται αμέσως το παρακάτω ερώτημα: Ποια θα ήταν επί παραδείγματι η παιδαγωγική συνεισφορά στην ψυχοπνευματική συγκρότηση των μαθητών μιας ενδεχόμενης απόφασης απομάκρυνσης των θρησκευτικών συμβόλων από την αίθουσα διδασκαλίας και εν προκειμένω του Ιησού Χριστού; Ποια θα ήταν εν τέλει η παιδαγωγική αξία μιας ενέργειας όπως η παραπάνω; Και εξηγούμαι περαιτέρω: Αφού οι μαθητές μας διδάσκονται αυτά τα θρησκευτικά που διδάσκονται ως υποχρεωτικό μάθημα και δεδομένου ότι σε όλη τη θεολογία που διδάσκονται διαπραγματεύονται νοήματα συνεκτικά του βίου, υψηλά και θεμελιώδη, διαχρονικές αξίες και ιδανικά αφενός και αφετέρου δεν υπάρχει ούτε μία γραμμή από αυτά που διδάσκονται που να μην παραπέμπει σε συμβολισμό, γιατί να μην είναι συμβατή με αυτά που διδάσκονται και η ανάρτηση των συμβόλων  στην αίθουσα της  διδασκαλίας τους;

 Δεν μπορώ όμως ως Ορθόδοξος Θεολόγος να μην επεκταθώ και σε έναν δεύτερο προβληματισμό που σχετίζεται με τη συνύπαρξή μας ως προσώπων στο πλαίσιο της διευρυμένης και εμπλουτισμένης πολιτισμικά σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτή τη συν-ύπαρξη, πυρήνας της οποίας είναι η άνευ όρων και προϋποθέσεων αποδοχή της ετερότητας και κάθε μορφής ετερότητας, η Ορθοδοξία ως Συνάντηση Αγάπης, έχει πάρει άριστα διαχρονικά και σε αυτήν στηρίζει την ανάπτυξή της, τη διαρκή δηλαδή σάρκωση του Θεού μέσα στην Ιστορία. Κι ο Χριστός, ο Θεός ο εν σαρκί περιπολών, είναι η αγάπη, η δικαιοσύνη και η ειρήνη του κόσμου. Είναι με άλλους όρους η  εσταυρωμένη συνείδηση της ανθρωπότητας, η συνείδηση δηλαδή που υπέφερε και υποφέρει από την προσφυγιά, το διωγμό, τη ξενικότητα, την ανεστιότητα και άλλα δεινά. Ταυτόχρονα είναι και σύμβολο απελευθέρωσης από τα παραπάνω, από κάθε μορφής καταπίεση  και σύμβολο κατοχύρωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όπου γης.

Προβληματιζόμαστε όμως πρωτίστως ως παιδαγωγοί για τα αποδεδειγμένως αρνητικά για την ψυχοσωματική υγεία των παιδιών μας σύμβολα και πρότυπα που τους δίνει η σημερινή κοινωνία. Γνωστής ούσης της συμπράξεώς τους στην κακή ψυχολογική δόμηση του εγώ, δηλαδή στην στρεβλή ανάπτυξη. Και γνωρίζουμε ως παιδαγωγοί, ως ουσιώδη δηλαδή πρόσωπα για τα παιδιά, ως πρόσωπα αναφοράς, ότι η σχέση μας με τα παιδιά, δηλαδή η παιδαγωγική σχέση, είναι σχέση ψυχολογικής βοήθειας, σχέση δηλαδή διαμεσολάβησης για την οικειοποίηση όλων των θετικών συμβόλων και των συμβολικών συστημάτων που παρήγαγε και παράγει το ανθρώπινο είδος τόσο στη διαδικασία της φυλογένεσής του όσο και της οντογένεσης. Γνωρίζουμε δηλαδή τη μεγάλη ευθύνη μας για τον παιδαγωγικά ωφέλιμο χειρισμό τόσο των θετικών προτύπων όσο και των αντι-προτύπων που προβάλλονται στη συνείδησή τους.

Μας ανησυχούν όμως σφόδρα οι βάναυσες εικόνες με τις οποίες έρχονται τα παιδιά μας στο σχολείο, επειδή μειώνουν την θετική μας παιδαγωγική επιρροή. Μας ανησυχεί επί παραδείγματι η πλύση εγκεφάλου που υφίστανται τα παιδιά μας από τα διάφορα παράκεντρα που τα θέλουν ευκόλως χειραγωγήσιμα όντα και καταναλωτικά νευρόσπαστα. Προβληματιζόμαστε και για τις βάναυσες εικόνες στις οποίες εκτίθεται διαρκώς η συνείδησή τους και σκεφτόμαστε τι να κάνουμε με αυτές. Τις εικόνες του πολέμου, της προσφυγιάς, της φτώχειας, της πείνας, της ανεργίας, της αδικίας, της εκμετάλλευσης, της κακοποίησης, της καταστροφής του πλανήτη μας κ.ο.κ. Όλες οι παραπάνω εικόνες θα πρέπει να φροντίσουμε να αποκαθηλωθούν από τη ζωή μας, συνεπώς και από τη συνείδηση των παιδιών μας και όχι η εικόνα του Χριστού. Αυτές είναι που καταστρέφουν την αυτο-εικόνα των παιδιών μας και φθείρουν τα πρόσωπά τους. Ιδού λοιπόν πεδίο δράσεως ευρύ και ουσιώδες για όλους μας.

 

Πάτρα,  2-12-09

 

* Ο Χρήστος Νικ. Ζήκος είναι Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Δυτικής Ελλάδας

       

ΠΗΓΗ:  http://www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/news/symbola.htm

Το Συμβάν – Κεφ 4ο – 6ο

Το Συμβάν – Κεφ 4ο, 5ο, 6ο

 

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

 

Κεφ. 4ο

 

4. Όταν σχολούσα από το σχολείο πετούσα την τσάντα στην κουζίνα κι έτρεχα στο περιβόλι να βοηθήσω τον πατέρα. Ήμουν μοναχογιός και οι δουλειές στο κτήμα πολλές. Κάθε εποχή είχε και τις δικές της. Νοέμβρη και Δεκέμβρη μαζεύαμε τα πορτοκάλια, Γενάρη, Φλεβάρη τα λεμόνια και τα μανταρίνια, τον Μάρτη κλαδεύαμε και τον Απρίλη που ήταν η περίοδος του νοικοκυρέματος, όλα τα πεσμένα κλαδιά τα στοίβαζα σε μεγάλα σακιά για να τα χρησιμοποιήσει η μάνα μου στο φούρνο για το μαγείρεμα και στη ξυλόσομπα να ζεσταθούμε το χειμώνα. Μάζευα και τα πεσμένα φύλλα να έχουν φαγητό τα ζώα και να 'ναι το κτήμα καθαρό.

Η δουλειά μας δεν ήταν μια κοινή αγροτική δουλειά όπως σε άλλα μέρη της χώρας. Για μας ήταν κηπουρική. Άστραφταν από καθαριότητα τα περιβόλια του Κάμπου, σε κάποια ούτε πέτρες δεν θα έβρισκες, τις μάζευαν κι αυτές. Όλα ήταν σα ζωγραφιά, σα βιτρίνα πολυτελούς κατάστηματος, και συναγωνίζονταν οι καλλιεργητές μαζί με τα αφεντικά τους, ποιος θα έχει το πιο όμορφο κτήμα και ποιος θα βγάλει τα ωραιότερα πορτοκάλια, γιατί αυτή είναι η αλήθεια: όσο πιο φροντισμένο το περιβόλι τόσο πιο καλοί οι καρποί του. Σήμερα μάλλον ακούγεται παρανοϊκό, αλλά, τότε τους εργάτες που μάζευαν πολλά πορτοκάλια τους έδιωχναν απ' τη δουλειά γιατί αυτό σήμαινε πως ήταν απρόσεχτοι. Καλός εργάτης ήταν αυτός που μάζευε τα λιγότερα. Έπρεπε προσεχτικά με το τσιμπίδι να τα κόβουν ένα ένα και να μην έχουν νύχια στα χέρια που θα τα πλήγωναν.

 Τον Μάη άρχιζε το σκάψιμο του περιβολιού με τα τσατάλια, για ν' ανοίξουμε τα αυλάκια, να προετοιμάσουμε το χώμα για το πότισμα του Ιούνη που βαστούσε όλο το καλοκαίρι. Άμα είχαμε πότισμα και γυρνούσε ο μάγγανος έπρεπε να τον προσέχω με τις ώρες να μην καβαλήσει ο λιμπάς, γιατί η ζημιά θα ήταν μεγάλη. Ο λιμπάς ήταν η καδένα του μάγγανου, σα συρματόσχοινο που κρεμόταν κι ανεβοκατέβαινε μαζί του. Φρόντιζα να γεμίσει η στέρνα, να πάει το νερό στους κεφαλοποτιστάδες, –  τους κεντρικούς δρόμους του νερού, μέσα απ' τα κανάλια, από κει στους ποτιστάδες και μετά στ' αυλάκια. Με το αξινογύρι στο χέρι, – το κατάλληλο εργαλείο για το τσάπισμα και το αυλάκιασμα -, καθάριζα τα χώματα για να ποτιστεί κάθε δέντρο και μετά ν' αλλάξει κατεύθυνση το νερό για το επόμενο. Έπρεπε η γη να πίνει πολύ νερό και σε αραιά διαστήματα. «Σα λάδι να τρέχει το νερό», έλεγε ο πατέρας μου. Ώρες πολλές δουλειά που σταματούσε με τη δύση του ήλιου. Κι άλλες τόσες ώρες που δεν έκανες τίποτα άλλο από το να κοιτάς να δουλεύουν όλα με ρέγουλα. Πολλές φορές κόντεψα να κοιμηθώ όρθιος από τη ζέστη. Τέσσερα οχτάωρα βαστούσε ένα πότισμα. Και μέσα στο νερό να ρίχνεις σερμπέτια και κοπριά.

 Τα πορτοκαλάκια του Ιούνη τα διαλέγαμε προσεκτικά και τα στέλναμε στη Θεσσαλονίκη για να γίνουν γλυκό. Για ένα χαρτζιλίκι το κάναμε. Ήταν σκληρός ο αγώνας και οι καλές εποχές είχαν περάσει. Κάποτε η α΄ κατηγορία πορτοκαλιών πήγαινε στους συνεταιρισμούς κι εκεί αφού πρώτα στέγνωναν και σκουπίζονταν ένα ένα, τα χάρτωναν οι χαρτότριες στο ψιλόχαρτο και μετά τα έπαιρναν οι στοιβαδόρες να τα τοποθετήσουν σε ειδικές κάσες που φτιάχνονταν στην Τεργέστη για να φύγουν τα πολύτιμα φορτία στο εξωτερικό σε τιμές πολύ υψηλές. Είδος πολυτελείας ήταν στις αρχές του αιώνα τα εσπεριδοειδή, όπως το μετάξι και η μαστίχα. Και οι Χιώτες έμποροι ήταν πρώτοι. Τώρα τα πράγματα ήτανε δύσκολα. Αν κάποτε περίμεναν πώς και πώς οι έμποροι της Χώρας να κατέβουν οι Καμπούσοι για να αφήσουν χρήματα, τώρα ο πατέρας μου έκανε κι άλλες δουλειές για να τα βγάλουμε πέρα. Δεν πουλιόταν πια το πορτοκάλι μια δραχμή το τεμάχιο και χίλια πορτοκάλια μεταφραζόταν σε χίλιες δραχμές τη στιγμή που το μεροκάματο του εργάτη ήταν τριάντα. «Πρώτα να κάνεις αποθήκη κι ύστερα σπίτι», έλεγαν τότε. Εδώ κι ένα χρόνο ο πατέρας μου είχε αγοράσει ένα φορτηγό-ψυγείο κι εκτός από τα εσπεριδοειδή, πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια, γυρνούσε και πουλούσε κατεψυγμένο κρέας Αργεντινής και ψάρια Ευαγγελιστρίας μαζί με δικά μας κοτόπουλα. Ο Γενάρης του 1968 έφερε πρωτόγνωρες παγωνιές. Σφοδροί άνεμοι, βροχές και χαλάζι έπληξαν τις δενδροκαλλιέργειες. Μεγάλο μέρος της παραγωγής μας καταστράφηκε. Ακόμη και σπίτια έπεσαν.

Πολλές οι δουλειές χειμώνα καλοκαίρι και τα χέρια λίγα. Κι ο υφυπουργός της Κυβέρνησης Σιδεράτος έκανε δηλώσεις στις εφημερίδες, με τις οποίες γελούσαμε: «Η νεολαία πρέπει να προσκολληθεί εις τάς σπουδάς και να μείνει μακράν των κομμάτων». Ποιες σπουδές και ποια κόμματα; Τα αγόρια του Κάμπου συνήθως δεν ήταν καλοί μαθητές στο σχολείο. Εργατικά χέρια ήταν. Και με τα κόμματα καμία ανάμιξη βέβαια. Κι αν εγώ δεν αγαπούσα τόσο πολύ τα γράμματα ώστε τις νύχτες να ξαγρυπνώ κάτω από τη Λουξ ενώ τα μάτια μου έκλειναν από την κούραση, ούτε εγώ θα ήμουν καλός μαθητής. Μα ούτε τον πατέρα μου μπορούσα ν' αφήσω αβοήθητο ούτε τα γράμματα ν' αποχωριστώ που τόσο μ' έκανε ν' αγαπήσω ο παππούς μου. Το χαρτζιλίκι μου όλο πήγαινε στο βιβλιοπωλείο του Χαβιαρά ν' αγοράζω λογοτεχνικά βιβλία με δόσεις.

 Πώς και πώς περιμέναμε το φθινόπωρο. Μετά του Σταυρού, που ήταν το τελευταίο πότισμα, μ' έπαιρνε ο πατέρας μου και καβάλα στα γαϊδούρια ξεκινούσαμε μεγάλες παρέες για κυνήγι στα Δότια. Αυτή ήταν η ανάσα μας και η ξεκούραση όλου του χρόνου. Μα απ' την ώρα που αγάπησα την Ελισώ έπαψα να πηγαίνω. Δεν ξέρω γιατί και πώς ακριβώς συνδυάστηκε το ένα με το άλλο, αλλά εγώ ορτύκια πια πουλιά δεν μπορούσα να χτυπήσω. Απ' την άλλη είναι ίσως παράξενο, αλλά θαρρείς πως ήδη από τότε που πήρα αυτή την απόφαση ήρθα αντιμέτωπος με τη μοίρα μου. Ίσως αν εξακολουθούσα να κυνηγώ, όλα να ήταν πολύ διαφορετικά σήμερα. Μα δεν μπορούσα. Ήταν σαν κάποιος να μου είχε θέσει το δίλημμα: την Ελισώ ή το κυνήγι. Κι εγώ δίχως στιγμή να το σκεφτώ, απάντησα: την Ελισώ!

Όποτε μπορούσα κατέβαινα τις Κυριακές στη Χώρα κι έπαιρνα το ψαροκάικο του θείου μου, του καπετάν Θοδωρή, να πάω για ψάρεμα. Ήταν ο μικρός αδερφός του πατέρα μου και είχε μείνει ανύπαντρος. Μου είχε μεγάλη αδυναμία. Δεν μου χαλούσε χατίρι. Εξέταζε προσεκτικά τον καιρό σαν έμπειρος παλιός ναυτικός και μου έλεγε: «Πήγαινε και μη φοβάσαι τίποτα» ή « μη το συζητάς, ούτε που να το σκέφτεσαι». Καθαρές κουβέντες.

Αυτή ήταν η πιο δική μου ώρα: η θάλασσα μπροστά μου, η πετονιά στα χέρια μου και η σκέψη μου στην Ελισώ. Όσα ακόμα δεν μπορούσα να της πω τα έλεγα στη θάλασσα. Σηκωνόμουν όρθιος πάνω στη βάρκα και πρόσταζα τον άνεμο να πάρει τα λόγια μου και να της τα ψιθυρίσει στ' αφτί. Να μην ακούσει άλλος κανείς. Έτσι με είχε συμβουλέψει ο παππούς να κάνω για να μην στεναχωριέμαι που δεν μπορώ όλα να της τα πω ή να τα γράψω. Και ο παππούς ήξερε. Στον παππού τα έλεγα όλα. Μόνο σ' αυτόν. Τρεις θυγατέρες είχε η μάνα μου. Ήταν αρκετές για να την βοηθούν στο σπίτι, να της κρατούν παρέα, να λένε τα δικά τους. Εμείς ήμασταν άντρες. Με τον πατέρα μου όλη μέρα στο περιβόλι ή για δουλειές στην αγορά, ήταν άλλο. Κι αν αργούσα να πάω στη θάλασσα γιατί ο καιρός δε βοηθούσε, τότε, τα έλεγα στην πορτοκαλιά μου. Μέσα στο μεγάλο περιβόλι μας είχα μια πορτοκαλιά που ήταν όλη δική μου. Μπορεί όλα τα δέντρα να τα φρόντιζα κι όλα να τα αγαπούσα, αλλά κανένα δεν ήταν σαν την πορτοκαλιά μου. Καμιά φορά σκεφτόμουν πώς αν ποτέ συναντιόταν η θάλασσα με την πορτοκαλιά, οι δυο μαζί θα μπορούσαν να διηγηθούν όλη την ιστορία της παιδικής Καμπούσικης ζωής μου σε κάποιον που νιώθει τη γλώσσα των δέντρων και του νερού.

Η Καμπούσικη ζωή ήταν μια ζωή απλή και ήσυχη. Όλα κυλούσαν αργά σαν το νερό που πότιζε το καλοκαίρι τα περιβόλια. Σα λάδι κυλούσαν. Όλα είχαν τη θέση τους, την αξία τους, τη σημασία τους. Σπάνιζαν οι θόρυβοι από αυτοκίνητα όπως του πατέρα μου κι ακόμα θυμάμαι πως όταν περνούσε ένα κάρο βγαίναμε τα παιδιά στο δρόμο και τρέχαμε ξοπίσω του να χαιρετίσουμε τον καροτσέρη, που το οδηγούσε όρθιος φορώντας ένα μαντήλι δεμένο στο κεφάλι. Στα μάτια μας ήταν θεός.

Η Ελισώ ζούσε στη Χώρα. Εκείνη πήγαινε στο Θηλέων, εγώ στην Εμπορική Σχολή. Ο πατέρας της ήταν ένας απ' τους τρεις φαρμακοποιούς της Χίου κι αυτό ήταν που εξηγούσε τον αλλιώτικο αέρα της κόρης του, τόσο διαφορετικό απ' των άλλων κοριτσιών, καθώς και τις ελευθερίες που απολάμβανε που για τις περισσότερες Χιώτικες οικογένειες τότε ήταν αδιανόητες. Ο γιος του, ο Γιώργης, δεν πρόλαβε να γνωρίσει τη μάνα του. Πέθανε πάνω στη γέννα. Από τότε τα παιδιά τα ανέλαβε η οικονόμος ή «νταντά» όπως τη φώναζαν τα δυο αδέρφια, η κυρα-Φωτούλα. Αυτή ορμήνευε σα μάνα την Ελισώ, αυτή κρατούσε σφραγισμένα τα μυστικά της, αυτή τη δικαιολογούσε όταν έλειπε την ώρα που ο φαρμακοποιός επέστρεφε σπίτι και γύρευε τη θυγατέρα του. Ονειρευόταν να δώσει στην κόρη του άντρα επιστήμονα. Να ζήσει άνετη και πλούσια ζωή. Ποτέ δεν σκέφτηκε ενός ψαρά το γιο, ούτε περιβολάρη.

Το σπίτι τους ήτανε στην Απλωταριά: τον δρόμο που πήρε το όνομά του επειδή εκεί άπλωναν οι έμποροι και οι βιοτέχνες πήλινα σκεύη και μεταξωτά υφάσματα για να στεγνώσουν και στη συνέχεια να τα πουλήσουν. Έτσι έγινε ένας δρόμος καθαρά εμπορικός γεμάτος από καταστήματα υφασμάτων, νεωτερισμών κλπ.

Εκεί περνούσε η Ελισώ τον χειμώνα χαζεύοντας συνήθως απ' το παράθυρό της το δρόμο, την κίνηση των εμπορικών και τους διαβάτες. Εκεί κλώθονταν η ζωή της, όχι γιατί δεν θα μπορούσε να βγει έξω και να κάνει ό, τι θέλει, μα γιατί ο θάνατος της μητέρας της την είχε αλλάξει μεγαλώνοντάς την απότομα. Οι παρέες με τις συνομήλικες δεν της άρεσαν πια, προτιμούσε να μένει στο σπίτι, να διαβάζει, να κεντά, να πλέκει πλεξούδες τα μακριά μαλλιά της και να κοιτά τη ζωή κάτω απ' το παράθυρό της να περνά. Έτσι κυλούσαν οι μέρες και οι νύχτες της οι σιωπηλές μέχρι ν' αγαπηθούμε. Έτσι κυλούσαν και αφότου αγαπηθήκαμε με τη διαφορά πως κάτω στο δρόμο εκτός από τους διαβάτες έβλεπε τους δυο μας να περπατάμε αγκαλιασμένοι κι αυτό ήταν αρκετό για να την κάνει να χαμογελά.

 

Κεφ. 5ο:

 

5. Με τον καιρό αρχίσαμε να ξεμακραίνουμε απ' τους ασφυκτικούς μαντρότοιχους και τις σκιές τους. Τις συμπεριφορές των ντόπιων. Τις χειρονομίες τους. Όλα τους τα ενδιαφέροντα. Τους αφήναμε πίσω, τους ξεχνούσαμε. Εμείς ξεχνούσαμε. Οι άλλοι, οι πολλοί, δεν συγχωρούν όποιον τους λησμονεί. Οι πολλοί τους θέλουν όλους δικούς τους. Μαζί τους. Όμοιους. Ένα μ' αυτούς. Και δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν, δεν επιτρέπουν την αποχώρηση από την ομάδα ούτε τη διαφοροποίηση.

 

Τα σκόρπια λευκά σύννεφα άρχισαν να μαυρίζουν, πλησίασαν το ένα το άλλο και στο τέλος ενώθηκαν. Ξέσπασε η μπόρα. Αυτή που σαν όχλος οργανώνουν οι πολλοί, οι ισχυροί, οι ενωμένοι.

 Έγιναν εχθρικοί οι παλιοί μου φίλοι. Αυτοί που χτυπούσαν για πλάκα τα πουλιά με τις σφενδόνες, έβαζαν παγίδες στα μικρά ζώα, έπαιζαν πετροπόλεμο, κυνηγούσαν με τα φλόμπερ. Κάποτε ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους. Εδώ κι δύο χρόνια όμως που αγάπησα την Ελισώ αποτραβήχτηκα. Δεν μπορούσα να πάω με τον πατέρα μου στα Δότια για κυνήγι, που ήταν οι μόνες ώρες του χρόνου που ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον, θα πήγαινα με τους συνομήλικους με τους οποίους δεν ένιωθα πλέον να με συνδέει τίποτα; Ακόμα και τις μέρες που ήμουν χωρίς την Ελισώ, -και δεν ήταν λίγες αυτές-, μαζί τους δεν πήγαινα. Στο σχολείο μου σκάρωναν φάρσες. Στο δρόμο με τρόμαζαν. Άλλοτε σιγοψιθύριζαν κι άλλοτε κάγχαζαν όταν περνούσα απ' τις συντροφιές τους στα διαλείμματα. Προσπαθούσαν διαρκώς να με γελοιοποιούν.Τα λόγια τους άρχισαν να πέφτουν πάνω μου βέλη φαρμακερά. Και ήξεραν καλό σημάδι. Δεν άργησαν να φτάσουν στις οικογένειές μας.

Όταν βρισκόμασταν με την Ελισώ και της έλεγα όλα όσα μας καταλόγιζαν, δεν μου απαντούσε. Σαν να μην άκουγε. Σαν να μην την άγγιζε τίποτα απ' τα φαρμακερά λόγια, τις ειρωνείες, τα κακόβουλα σχόλια. Εξάλλου τα νέα είχαν φτάσει και στο σχολείο της, όπως και στον αδερφό της και στους φίλους του που φοιτούσαν στο Αρρένων. Ο Γιώργης έψαχνε αφορμή να μιλήσει εναντίον μου. Έβαζε λόγια στον πατέρα της κι εκείνος άρχισε να της μιλά με αυστηρότητα που μέχρι τότε δεν είχε φανερώσει.

Εκείνη, με κανέναν δεν ερχόταν σε αντιπαράθεση. Ποτέ δεν υπεράσπιζε τον εαυτό της. Έτσι κι αλλιώς η Ελισώ σπάνια μιλούσε. Σχεδόν όλα με τα μάτια τα έλεγε. Εκείνα τα μεγάλα μαύρα μάτια ίδια με τα μαύρα βότσαλα του Εμπορειού που μόνο μια έκρηξη ηφαιστείου μπορεί να τα φτιάξει τόσο μαύρα. Και η Ελισώ είχε ζήσει την έκρηξη του θανάτου της μητέρας της στα έξι της χρόνια. Είδε τη λάβα του θανάτου στην αρχή να κατακαίει κι ύστερα να πετρώνει το σπίτι. Να κάθεται καταχνιά πάνω στα έπιπλα, στα κουφώματα, στο νεροχύτη, στα κρεβάτια, στο πρόσωπο του πατέρα της. Της αδερφής του, της θείας Φρόσως που δεν την άντεξε για πολύ. Έμεινε στην αρχή μαζί τους να βοηθήσει στα πρακτικά και μόλις η Ελισώ πάτησε τα δώδεκα, έφυγε στον Βροντάδο που ήταν το σπίτι της. Είπε πως η ανιψιά της μεγάλωσε πια και πως η κυρα-Φωτούλα μπορούσε μια χαρά να τους φροντίζει. Κι ακόμα είπε πως είχε να κοιτάξει τη ζωή της, που κόντευε τα τριάντα κι ήταν ακόμα ανύπαντρη. Αυτά είπε κι έφυγε.

 

Η Ελισώ δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Μια λέξη ποτέ δεν είπε για όλη αυτή την αντάρα. Εξάλλου δεν είχε και λίγες μέριμνες. Είχε το σχολείο, τον πατέρα της που ζητούσε για παρηγοριά την συντροφιά της, να βοηθάει όπως μπορούσε τη νταντά της και να παίζει με τον Γιώργη που μέρα με τη μέρα αναλάμβανε τον ρόλο του προστάτη της, ιδίως τον καιρό που έλειπε ο πατέρας τους στην Αθήνα για δουλειές. Δεν γνώρισε το χάδι της μάνας του. Το στήθος της δεν το γεύτηκε. Δεν νανουρίστηκε στην αγκαλιά της. Γινόταν άντρας προτού γίνει αγόρι. Κι αυτό, όπως και να 'χει, ήτανε πράγμα αφύσικο.

 

Κεφ. 6ο:

 

6. Άνθρωποι ήσυχοι ήτανε οι γονείς μας που ήξεραν να κοιτάζουν τη δουλειά τους. Και οι δικοί μου, και ο πατέρας της Ελισώς, κι ας τον είχε σκληρύνει ο θάνατος της γυναίκας του. Μα άνθρωποι που στο πάρε δώσε με τους άλλους πείθονταν εύκολα ή κι αν δεν πείθονταν δεν ήθελαν να έρχονται σε ρήξη. Ο νους τους δεν τους βοηθούσε να υπερασπίσουν τα παιδιά τους ούτε την αγάπη τους σε μια τέτοια ηλικία. Και μάλιστα, τόσο διαφορετικά παιδιά που δεν ήταν σαν όλα τα παιδιά του κόσμου. Κι ακόμα χειρότερα: Η μία κόρη Χιώτη φαρμακοποιού κι ο άλλος κάποιου πρόσφυγα επιστάτη γιος.

Κόσμος ολόκληρος ήταν ο Κάμπος. Και μέσα σ' αυτόν ήταν τόσο εύκολο να ονομάσεις «παράξενο», ύστερα «αλλόκοτο» και στο τέλος «κακό», αυτό που δεν καταλαβαίνεις. Που ξεφεύγει απ' τον κανόνα ενός κόσμου ολόκληρου. Διαφορετικός ήταν ο κόσμος της Χώρας, ίσως πιο ανοιχτός, με πιο φιλελεύθερες απόψεις, αλλά όχι ικανές να υπερασπίσουν ό, τι ξεχώριζε. Γιατί όλα τα κάναμε και σε όλα βοηθούσαμε, όμως το βλέμμα μας ήταν απόμακρο. Αυτό μας καταλόγιζαν. Η σκέψη μας αλλού. «Πετάτε στα σύννεφα», μας έλεγαν. Το νιώθαμε. Δεν έλεγαν ψέματα, ούτε υπερβολές. Τα λόγια μας λίγα και κάποτε ακατανόητα. Ο ένας ζούσε για τον άλλον κι αυτό δεν κρύβεται. «Τι δουλειά έχεις εσύ με την πριγκιπέσσα», έλεγαν σ' εμένα. «Από πού κι ως πού εσύ με τον πρόσφυγα», έλεγαν σ' εκείνη, και πολλά άλλα παρόμοια που στ' αφτιά μας ακούγονταν άλλοτε αστεία, άλλοτε πικρά, μα πάντα οπωσδήποτε παράλογα.

Μόνον ο παππούς Νικήτας καταλάβαινε. Αυτός όμως ήταν από άλλον κόσμο. Άνθρωπος γραμματιζούμενος ήτανε, είχε τελειώσει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, μα δεν ήταν αυτό που τον είχε καθορίσει. Ήταν η ζωή του όλη. Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, πολέμους και μετά στα ποντοπόρα πλοία, είδε πολλά. Ταξίδεψε. Γνώρισε κόσμους μεγαλύτερους από τον κόσμο του Κάμπου και τον κόσμο της Χώρας. Κάποιοι ήταν και ομορφότεροι. Ανθρώπους κάθε λογής, καταγωγής, κάθε φυλής, συναναστράφηκε. Μίλησε με φτωχούς και πλούσιους. Σοφούς ανθρώπους, έξυπνους εμπόρους, ανίκανους και αλαζόνες, απατεώνες, λωποδύτες και ανάλγητους. Όταν γέρασε πια και δεν τον κρατούσαν και πολύ τα πόδια του, όσο κι αν το 'λεγε η καρδιά του, τ' άφησε όλα τούτα πίσω του. Και στο λιμάνι της Μασσαλίας μια γυναίκα μαζί με ένα κομμάτι της καρδιάς του. Τι είχε αυτή η γυναίκα που δεν το είχε η Μαρικούλα του;

Αυτό δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ακόμα κι εγώ το έμαθα, αφότου εκείνος έφυγε απ' τη ζωή και η δική μου άλλαξε όπως αλλάζει η μέρα με τη νύχτα.

Ίσως γι' αυτό έκανε τα πάντα για να προμηθεύεται βιβλία. Να διαβάζει τα βράδια ανενόχλητος ξανά και ξανά τα ίδια μυθιστορήματα και τους μεγάλους ποιητές. Φαίνεται πως εκεί την συναντούσε. Ήταν θαρρείς η πρωταγωνίστρια των ιπποτικών μυθιστορημάτων, η μούσα των ποιητών, το ανέφικτο που γεννιέται απ' το ποτάμι του λόγου προσωποποιημένο γι' αυτόν σε μιαν ανάμνηση. Μια γυναίκα απ' αυτές που πολλοί θα ήθελαν δίπλα τους μα μόνο οι ποιητές κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν. Τις περισσότερες φορές κι αυτοί ακόμα, μόνο μέσα στην παγίδα των γραφτών τους: το αντικείμενο του μεγάλου πόθου που μένοντας ανεκπλήρωτος συχνά ελκύει την μεγάλη τέχνη. Σαν αυτήν του Έλιοτ και του Πεσόα. Των δύο συνομήλικών του μεγάλων ποιητών.

«Υπάρχουν γυναίκες που δε πιάνονται», μου είπε ένα βράδυ, λίγο πριν αρρωστήσει. «Δεν είναι όλες οι γυναίκες ίδιες κι ας λένε αυτοί που τάχα γνώρισαν πολλές. Καμιά δεν γνώρισαν στ' αλήθεια και καμιά δεν κατάλαβαν. Είναι κάτι γυναίκες αλλιώτικες. Περνούν από μπροστά σου ίδια αστραπή. Αν απλώσεις το χέρι ή θα καείς ολόκληρος ή θα γλιτώσεις με κανένα έγκαυμα βαθιά στην καρδιά σου, απ' το οποίο δε θα γιατρευτείς ποτέ. Αυτές, καλύτερα να τις αφήνεις να περνούν. Να μην απλώνεις το χέρι. Γιατί αν καείς από δαύτες η μόνη σου παρηγοριά θα είναι κάποτε να λες πως, μπορεί να κάηκα, αλλά, τουλάχιστον άγγιξα τον κεραυνό…». Όσο τον άκουγα τόσο βεβαιωνόμουν πως ο δικός μου κεραυνός ήταν η Ελισώ. Ένα κορίτσι τόσο διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ένα κορίτσι που όταν το έβλεπες να περπατά άστραφτε στο πέρασμά του ο κόσμος. Γιατί όμως θα έπρεπε να την αφήσω; Γιατί να μην απλώσω το χέρι μου να την κάνω δική μου; Δε θα μπορούσα άραγε μέσα από την αγάπη μου να μεταμορφώσω τον κεραυνό σε φλόγα ήπια και ζεστή που μόνο ζεσταίνει; Αναρωτιόμουν μέσα μου και μόνος μου απαντούσα πως, είτε είναι κεραυνός είτε οχι, εγώ δεν μπορώ παρά να την αγαπώ τρελά και να ζω μόνο γι' αυτήν νύχτα και μέρα. Ο παππούς, σαν να άκουσε τις μύχιες σκέψεις μου, κατέληξε: «Μα πάλι, τι είναι ο άνθρωπος και τι το μερτικό του… Μπορείς να πεις σε κάποιον: μην το κάνεις αυτό; Όχι, δεν το μπορείς. Αν είσαι πλασμένος ν' αγγίξεις κεραυνό θα τον αγγίξεις, πάει τέλειωσε. Κότσια να 'χεις μετά να ζήσεις καμένος, μισός, σακατεμένος…». Ήμουν, λοιπόν, κι εγώ πλασμένος ν' αγγίξω τον κεραυνό. Θα τον άγγιζα και μετά ας καιγόμοουν ολόκληρος. Ήμουν αποφασισμένος για όλα.

Έτσι η ζωή του παππού γινόταν υποφερτή μέσα στον πανέμορφο και ασφυκτικό Κάμπο, αφότου έφυγε απ' τα καράβια. Έτσι μπορούσε να κρατά κλεισμένο στο σεντούκι της καρδιάς του το βαρύ μυστικό θησαυρό του. Διαβάζοντας βιβλία που κανείς δε διάβαζε τότε σε όλο το νησί. Νόμιζα στην αρχή πως διάβαζε να παρηγορηθεί για τον θάνατο της γιαγιάς μου. Δεν ήξερα τον άλλον του βαθύ καημό. Γιατί ακόμα και τον καημό της αγάπης διπλό τον είχε αυτός ο άνθρωπος.

Σαν ήμουνα μικρό παιδί ακόμα, μ' έπαιρνε αγκαλιά τις νύχτες, καλά καλά σχολειό δεν πήγαινα, και μου διάβαζε τα βιβλία που κρατούσαν άσβηστη τη φλόγα της αγάπης του. Νωπό το έγκαυμα του έρωτα που τον σημάδεψε ανεξίτηλα. Του έρωτα που άφησε πίσω για πάντα, σαν την χερσόνησο της Ερυθραίας, σ' ένα άλλο λιμάνι πολύ πιο μακρινό, στο οποίο, όπως και στην πατρίδα του, ποτέ δεν θα επέστρεφε.

Δεν κατάλαβα για πότε ο σπόρος της ποίησης με μεταμόρφωσε σ' ένα πλάσμα διαφορετικό για το οποίο θα καμάρωναν μόνον δυο άνθρωποι: Ο παππούς μου και η Ελισώ. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι ξανά, να μην ήταν αιτία για την αποχή μου από το κυνήγι ο έρωτάς μου, αλλά η ποίηση που με διαπότισε ως το μεδούλι της ψυχής μου. Γιατί η ποίηση είναι ίσως το μόνο πράγμα στον κόσμο που στέκεται στον αντίποδα της βίας, ως απόλυτος έρωτας των πάντων.

 

 

ΠΗΓΗ: Κεφ. 4ο:  Sunday, December 20, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/4.html

 

Κεφ. 5ο:  Tuesday, December 22, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/5.html

 

Κεφ. 6ο: Wednesday, December 23, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/6_23.html