Για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία… Ι

  Για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία…

 

Συνέντευξη του (οικονομολόγου) Δημήτρη Καζάκη

στην Παρέμβαση*


 

O Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος-αναλυτής με επαγγελματική διαδρομή σε επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αρθρογραφεί σε τακτική βάση στην εφημερίδα Ποντίκι, στο περιοδικό Hellenic Nexus και στην ιστοσελίδα inprecor.gr

Έχει επίσης καίριο ρόλο στη συγκρότηση της πρωτοβουλίας Σεισάχθεια**

Ακολουθεί, το κείμενο της συνέντευξης:

Ερώτηση: Η κρίση στην Ευρώπη εμφανίζεται ως κρίση χρέους των κρατών της Ευρώπης. Η παροχή νέων δανείων λύνει ή παρατείνει το πρόβλημα με μεταφορά στις επόμενες γενιές;

 

Απάντηση: Η κρίση χρέους των κρατών της Ε.Ε. και ιδιαίτερα της ευρωζώνης δεν είναι προϊόν μιας κακής δημοσιονομικής πολιτικής. Ούτε προϊόν των κρατικών ελλειμμάτων. Μην ξεχνάμε ότι την τελευταία δεκαετία, την δεκαετία του ευρώ, είχε αναχθεί σε θρησκευτικό πιστεύω ο σχεδόν ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, ο χαμηλός πληθωρισμός και ο αντίστοιχα χαμηλός δανεισμός. Τίποτε από όλα αυτά δεν επιτεύχθηκε, γιατί; Διότι η οικονομία δεν υπακούει σε άνωθεν διαταγές και υποδείξεις, ούτε μπορούν όλες οι εθνικές οικονομίες να μπουν στο ίδιο καλούπι πολιτικής. Όσο περισσότερο επιχειρούσαν αυτά τα χρόνια να φορέσουν με τη βία ένα κοινό νόμισμα και μια ενιαία πολιτική σε όλα τα κράτη, τόσο περισσότερο η οικονομία εξεγειρόταν διογκώνοντας τα ελλείμματα στην παραγωγή, στο ισοζύγιο, στο κράτος. Κι όσο περισσότερο γινόταν αυτό, τόσο η Γερμανία αξιοποιούσε το τεράστιο παραγωγικό δυναμικό της για να προσαρτήσει την εσωτερική αγορά των κρατών-μελών και άλλο τόσο οι τράπεζες κερδοσκοπούσαν πουλώντας δάνεια σε ιδιώτες και κράτη για να καλυφθούν οι αυξανόμενες τρύπες σε οικονομίες και προϋπολογισμούς. Έτσι φτάσαμε σήμερα στο σημείο να έχουμε μια Γερμανία με εμπορικά πλεονάσματα που αντιστοιχούν – λίγο ως πολύ – στα τεράστια εξωτερικά ελλείμματα σχεδόν όλων των άλλων οικονομιών της ευρωζώνης, αλλά και τράπεζες με κυριολεκτικά τερατώδες μέγεθος. Σήμερα οι τράπεζες στην ευρωζώνη έχουν ενεργητικά 3 με 4 φορές μεγαλύτερα από το συνολικό ΑΕΠ όλων των κρατών-μελών. Οι τράπεζες και όχι τα κράτη είναι σήμερα ο συλλογικός εκφραστής της οικονομίας της ευρωζώνης. Βασικός μοχλός της υπερδιόγκωσης των τραπεζών ήταν το κοινό νόμισμα και η ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου που επέτρεψε σ’ αυτές να συγκεντρώσουν στα ταμεία τους την ρευστότητα ολόκληρης της ευρωζώνης και να την αποδώσουν πίσω στην οικονομία με την μορφή δανείων. Όμως, για να μπορούν οι πολύ μεγάλες Γερμανικές και άλλες επιχειρήσεις, όπως και κυρίως οι τράπεζες να αναπτύσσονται, πρέπει το σύνολο των κρατών και των ιδιωτών να βυθίζεται στα ελλείμματα και στα χρέη. Αυτό το «μοντέλο» πνέει σήμερα τα λοίσθια και αποτελεί το βασικό υπόστρωμα της κρίσης χρέους που βιώνει η ευρωζώνη.

 

Ερώτηση: Πώς επιχειρούν τα όργανα της ευρωζώνης και της ΕΕ να αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση;

 

Απάντηση: Ακολουθώντας την πεπατημένη. Από την αρχή της κρίσης διαπίστωσαν ότι πάνω από το 50% των ενεργητικών των μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της ευρωζώνης, σχεδόν 17 τρις ευρώ, είναι χαρτιά χωρίς αξία, χωρίς αντίκρισμα στην αγορά και δάνεια που δεν μπορούσαν πια να εξυπηρετηθούν. Το κόστος αυτής της χασούρας έπρεπε να φορτωθεί στα κράτη και διαμέσου αυτών στους λαούς της ευρωζώνης. Αυτό και γίνεται σήμερα με τις πολιτικές λιτότητας. Όμως δεν τους αρκεί αυτό. Για να γίνουν επενδύσεις, να επανεκκινήσει η οικονομία, χρειάζεται οι τράπεζες να αρχίσουν ξανά να δανείζουν. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να υπάρξουν κράτη και ιδιώτες που μπορούν να δανειστούν χωρίς να κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν. Κι εδώ βρίσκεται το αδιέξοδο. Όσο περισσότερα μέτρα άγριας λιτότητας και περικοπών παίρνουν τόσο περισσότερο οι χώρες βυθίζονται σε μια χρόνια ύφεση, που από τα πράγματα σημαίνει μεγαλύτερα ελλείμματα στην παραγωγή και την οικονομία. Άρα μεγαλύτερες ανάγκες δανεισμού από κράτη και οικονομίες που βρίσκονται ήδη στο χείλος της χρεοκοπίας. Για να βγουν από τον φαύλο κύκλο επιχειρούν τώρα να δυναμώσουν τον από τα πάνω διοικητικό έλεγχο της οικονομίας. Κι έτσι εκεί που το παλιό Σύμφωνο Σταθερότητας όχι μόνο απέτυχε, αλλά λειτούργησε και ως καταλύτης της κρίσης, τώρα επιχειρούν να προωθήσουν την «οικονομική διακυβέρνηση», δηλαδή την ακόμη πιο αυστηρή, ανελαστική επιβολή των ίδιων πολιτικών που δημιούργησαν το αδιέξοδο. Έτσι φτάσανε στο σημείο να ζητάνε την τιμωρία με εξοντωτικές ποινές και ρήτρες όποιου κράτους τολμά να συντάξει το δικό του προϋπολογισμό χωρίς να ενσωματώνει τις υποδείξεις των οργάνων της ζώνης. Η ίδια η δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών-μελών καταργείται σε όλα τα επίπεδα. Είναι ποτέ δυνατό μια τέτοια λύση να έχει καλό αποτέλεσμα για τις οικονομίες και τους λαούς, ιδίως των πιο αδύναμων χωρών της ευρωζώνης;

 

Ερώτηση: Γιατί μέχρι τώρα δεν έχουμε δει ένα μηχανισμό πανευρωπαϊκής λύσης η οποία θα προστατεύει τα κράτη – μέλη από την «κερδοσκοπία» των αγορών αλλά και θα δημιουργεί το πλαίσιο για την ανάπτυξη;

 

Απάντηση: Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτός ο μηχανισμός «πανευρωπαϊκής λύσης» θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Θα κάνει ακόμη πιο δύσκολη, έως ακατόρθωτη την ανάκαμψη ακόμη και των ισχυρών οικονομιών της ευρωζώνης, ενώ θα απειλεί να τις συμπαρασύρει στον όλεθρο της χρεοκοπίας. Ο μηχανισμός αυτός ήταν και παραμένει απαίτηση πρώτα και κύρια των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της αγοράς. Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο. Σε ένα περιβάλλον εξαιρετικής αστάθειας και υψηλού ρίσκου για έναν επενδυτή στην αγορά ομολόγων, τι θα αποζητούσε αυτός με όλο του το είναι; Να έρθουν οι πιο μεγάλες οικονομίες και τα πιο ισχυρά κράτη να εγγυηθούν ακόμη και τις πιο επικίνδυνες τοποθετήσεις τους σε χαρτιά σαν της Ελλάδας και των άλλων χωρών υπό χρεοκοπία. Πώς μπορεί να το κατορθώσει αυτό; Με το να δημιουργηθεί ένας πανευρωπαϊκός μηχανισμός διαχείρισης πτωχεύσεων. Αν παρατηρήσουμε τις κινήσεις της αγοράς όλο αυτό το διάστημα, θα διαπιστώσουμε ότι πιέζει διαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση εκτινάσσοντας τα επιτόκια και τα spread κάθε φορά που οι ηγέτες της ευρωζώνης δεν προχωρούν αρκετά γρήγορα στη δημιουργία αυτού του μηχανισμού. Για παράδειγμα, από τις αρχές του 2010, ίσως και νωρίτερα, πολλοί γνωστοί κερδοσκόποι των αγορών, όπως είναι ο Τζόρτζ Σόρος είχαν τοποθετηθεί υπέρ του ευρωομολόγου. Τότε για τις αρχές της ευρωζώνης, ειδικά για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ήταν κάτι το ανήκουστο. Σήμερα, μετά από αφόρητες πιέσεις των αγορών, συζητούν τις λεπτομέρειες έκδοσής του. Κι ο λόγος είναι απλός: Η έκδοση κοινού ομολόγου για όλες τις χώρες της ευρωζώνης είναι η πραγματοποίηση της πιο τρελής φαντασίωσης των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της διεθνούς αγοράς. Είναι κάτι στο οποίο έχουν επενδύσει από την αρχή της κρίσης.

Πρώτα και κύρια γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν τα κεφάλαια που έχουν τοποθετήσει ακόμη και στα κρατικά ομόλογα χρέους εκείνων των χωρών που απειλούνται άμεσα με πτώχευση, όπως π.χ. είναι η Ελλάδα.

Δεύτερο, τους δίνεται η ευκαιρία να ανοιχτούν με ασφάλεια στην αγορά ομολόγων της ευρωζώνης και να μετατρέψουν τη «διάσωση» των υπό πτώχευση χωρών σε τεράστια ευκαιρία για εκ του ασφαλούς κερδοσκοπία.

Τρίτο, μπορούν να κερδοσκοπήσουν με επιτόκια υψηλότερα από αυτά που δανείζεται σήμερα η Γερμανία, η οποία μαζί με τη Γαλλία εκδίδουν τον μεγαλύτερο όγκο ομολόγων στην ευρωζώνη.

Τέταρτο, με το ευρωομόλογο αποκτούν όλα τα πλεονεκτήματα που έχει κάθε τυπικός δανειστής. Δεν θα έχουν πια να κάνουν απευθείας με κράτη, τα οποία προστατεύονται έναντι των δανειστών τους με ασυλία λόγω άσκησης εθνικής κυριαρχίας. Δεν χρειάζεται ούτε καν να μπλέξουν με τις εθνικές νομοθεσίες. Χάρις στα υπερεθνικά και υπερκρατικά όργανα της ευρωζώνης οι δανειστές μπορούν να αισθάνονται σίγουροι ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να τους σηκώσει κεφάλι. Είναι στο απόλυτο έλεός τους.

Γι’ αυτό και προσωπικά μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση που υπάρχουν σήμερα αριστερές, προοδευτικές και γενικά αντιμνημονιακές δυνάμεις, οι οποίες χειροκροτούν το ευρωομόλογο και τον πανευρωπαϊκό μηχανισμό. Αν δεν συμβαίνει κάτι άλλο πολύ βρόμικο, σίγουρα έχουν χάσει τα μυαλά τους μέσα στα ιδεολογήματα περί «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Άλλωστε θα πρέπει να έχουμε καθαρό ότι αυτό που συμβαίνει στην ευρωζώνη δεν οφείλεται σε επιδρομή κερδοσκόπων της αγοράς. Οι κερδοσκόποι είναι σαν τις ύαινες. Ορμούν εκεί όπου υπάρχει ήδη κουφάρι. Και το κουφάρι της ευρωζώνης δημιουργήθηκε από το κοινό νόμισμα και τις κοινές πολιτικές που διόγκωσαν σε βαθμό απίστευτου παρασιτισμού τις τράπεζες και γενικά τις αγορές κεφαλαίου. Κι επειδή, όπως έχουν ορθά επισημάνει πολλοί αναλυτές διεθνώς, η κρίση αυτή έχει πολλά κοινά με την κρίση του 1929, τότε η μόνη λύση είναι να κάνουμε ότι έκαναν και τότε: εγκατέλειψαν τις λογικές του κοινού παγκόσμιου χρήματος (τον χρυσό κανόνα) και εθνικοποίησαν τις πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης. Τότε το έκαναν κάτω από το βάρος των απανωτών χρεοκοπιών και της ανόδου των εργατικών και λαϊκών αγώνων. Μόνο με την επαναφορά του πεδίου αναφοράς πρωταρχικά στο επίπεδο της εθνικής οικονομίας υπάρχει η δυνατότητα να αντιμετωπιστεί και η σημερινή κρίση, ιδίως προς όφελος των λαών και των εργαζομένων.

 

Ερώτηση: Η ΕΕ στην ουσία είναι μια οικονομικού τύπου ένωση. Οι εξελίξεις που σχετίζονται με την κρίση, μπορούν να θεωρηθούν ως η αρχή εμφάνισης φυγόκεντρων τάσεων ή μήπως θα ενισχύσουν την αποφασιστική αρμοδιότητα του ευρωπαϊκού κέντρου;

 

Απάντηση: Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια τι θα συμβεί. Το σίγουρο είναι ότι η ευρωζώνη, αλλά και η Ε.Ε. όπως την έχουμε γνωρίσει θα πάψει να υπάρχει. Επίσημα λένε ότι θέλουν να πάνε σε μια ακόμη πιο σφικτή οικονομική και πολιτική ένωση, που θεωρούν ως απάντηση και στην κρίση. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η προσπάθεια όσο προωθείται, τόσο περισσότερο θα γενικεύει τις καταστάσεις χρεοκοπίας, ακόμη και στις πιο ισχυρές οικονομίες, τόσο περισσότερο θα βαθαίνει τις διαδικασίες της κρίσης. Είναι τυχαίο που η Πορτογαλία, το «οικονομικό θαύμα» των πρώτων χρόνων της ευρωζώνης, έχει μπει από το 2004 σε μια χρόνια ύφεση από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει μέχρι σήμερα; Είναι τυχαίο που όσο πιο αυστηρές γίνονται οι πολιτικές που εφαρμόζονται τόσο πιο κοντά φέρνουν αυτή τη χώρα στο χείλος της επίσημης πτώχευσης; Σε κάθε περίπτωση οι οικονομικές ενώσεις λειτουργούν ως «διαπασών» της κρίσης. Έτσι ήταν πάντα, έτσι είναι και σήμερα.

 

Ερώτηση: Πόσο πιθανή είναι μια διάσπαση του Ευρώ σε δύο ζώνες;

 

Απάντηση: Όλα δείχνουν ότι ένα πολύ σοβαρό ενδεχόμενο. Γίνεται ήδη πολύ έντονη συζήτηση για την υιοθέτηση κάποιου συστήματος παράλληλων νομισμάτων στην ευρωζώνη. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση πιέζει και το ΔΝΤ. Τι σημαίνει αυτό; Ό,τι οι πιο αδύναμες και υπό καθεστώς χρεοκοπίας χώρες θα αναγκαστούν να υιοθετήσουν ένα δικό τους ξεχωριστό μαλακό ευρώ, το οποίο μπορεί να υποτιμά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έναντι του σκληρού ευρώ που θα συνεχίσουν να έχουν οι ισχυροί εταίροι. Με αυτόν τον τρόπο οι κεντρικές αρχές της ζώνης θα αποκτήσουν την ευχέρεια να εκδώσουν επιπλέον νόμισμα, που σήμερα απαγορεύεται, και να διοχετεύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις στην περιφέρεια χωρίς να θιγεί ο «σκληρός πυρήνας». Όπως καταλαβαίνει κανείς, με τον τρόπο αυτό το μαλακό ευρώ θα λειτουργήσει ως κατοχικό νόμισμα για όποια οικονομία το υιοθετήσει. Κατά τη γνώμη μου η υιοθέτηση του ευρωομολόγου, αλλά και του πανευρωπαϊκού μηχανισμού, θα κάνει αναπότρεπτη την μετάβαση σε κάποιου είδους τέτοιο σύστημα παράλληλων νομισμάτων εντός της ευρωζώνης. Και φυσικά οι πρώτοι υποψήφιοι της εφαρμογής θα είμαστε εμείς.

Από κει και πέρα, μέσα στην κρίση διαφαίνονται τα σημάδια δημιουργίας δυο ζωνών επιρροής μέσα στην Ε.Ε. Από τη μια, η ζώνη επιρροής των ΗΠΑ, όπου προσφάτως εντάχθηκε και η Γαλλία, με βασικό στόχο την μετεξέλιξη της Ε.Ε. και του ευρώ σε μια ζώνη ευρωατλαντικού χώρου, η οποία θα είναι συνδεδεμένη με την NAFTA και την Κίνα. Από την άλλη, η ζώνη επιρροής της Γερμανίας, η οποία αναπτύσσει μια δική της ξεχωριστή στρατηγική που κοιτά κυρίως προς την Μεσευρώπη, δηλαδή την Κεντρική Ευρώπη και τη Ρωσία. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής γίνεται πολύ έντονη συζήτηση στα Γερμανικά επιτελεία για το ενδεχόμενο της δημιουργίας μιας ιδιαίτερης, στενής οικονομικής ζώνης γύρω από την Γερμανία, όπου το δικό της νόμισμα (ευρώ ή άλλο) θα είναι κοινό. Σ’ αυτή την πορεία θεωρούν ότι μπορεί να ακολουθήσουν τη Γερμανία χώρες όπως η Ολλανδία, η Αυστρία, η Τσεχία, η Πολωνία, η Δανία και κάποιες ακόμη, που θεωρούνται όμορες οικονομίες και εύκολα προσαρτήσιμες στη Γερμανική οικονομία. Όλα αυτά βέβαια είναι σχεδιασμοί χωρίς τον ξενοδόχο. Κι ο ξενοδόχος είναι αφενός η πρωτοφανής κρίση και φυσικά οι λαοί που δεν έχουν πει ακόμη το λόγο τους.

 

Ερώτηση: Πως κρίνετε τους μέχρι σήμερα χειρισμούς της κρίσης από την κυβέρνηση με οικονομικούς όρους; Πολλοί αναλυτές δεν βρίσκουν λύση στο πρόβλημα συσσώρευσης χρέους και ανύπαρκτης ή αναιμικής ανάπτυξης. Υπάρχει τελικά ρεαλιστική πολιτική πρόταση ανάπτυξης από την ελληνική κυβέρνηση;

 

Απάντηση: Καταρχάς η κυβέρνηση, ετούτη και η προηγούμενη, όταν αντιλήφθηκαν ότι βρίσκονται μπροστά στο ενδεχόμενο της επίσημης πτώχευσης, είχαν να επιλέξουν: Τα συμφέροντα των δανειστών, ή τα συμφέροντα του λαού και της χώρας; Επέλεξαν τα πρώτα και έκτοτε ότι κάνουν είναι με πρωταρχικό γνώμονα τα συμφέροντα των δανειστών. Θυσιάζοντας δίχως δεύτερη σκέψη τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του εργαζόμενου λαού αυτής της χώρας. Κι έτσι εκεί που μας παραμύθιαζαν για «οικονομικά θαύματα» και για «ισχυρές Ελλάδες», σήμερα μας μιλούν για μια ψωροκώσταινα σε τέτοια κατάντια που δεν μπορεί να θέσει ούτε κόκκινες γραμμές, ούτε καν να υπερασπιστεί την τυπική κυριαρχία της έναντι των δανειστών της.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αν ήθελε η κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του χρέους και μάλιστα με «κούρεμα» ήδη από τον Οκτώβριο του 2009. Δεν υπήρχε κανένα θεσμικό εμπόδιο στο να το κάνει. Κατά τη γνώμη μας δεν θα έλυνε το πρόβλημα, αλλά τουλάχιστον θα απέτρεπε το ΔΝΤ και το καθεστώς της τρόικας. Άλλωστε την αναδιάρθρωση την συζητά σήμερα με την τρόικα και μάλιστα φαίνεται διατεθειμένη να δεχτεί την επιμήκυνση του χρέους, η οποία σύμφωνα με τον κ. Πάγκαλο είναι μια πιο ήπια λύση. Πιο ήπια για ποιον; Για τον πιστωτή ή για τον οφειλέτη; Όπως γνωρίζει όποιος έχει δανειστεί από τράπεζα, η επιμήκυνση της αποπληρωμής ενός χρέους είναι πιο ήπια λύση για τον δανειστή και η πιο επώδυνη αναδιάρθρωση που μπορεί να υποστεί ο οφειλέτης. Γιατί λοιπόν η κυβέρνηση συζητά σήμερα την επιμήκυνση, αλλά δεν την συζητούσε πριν την επιβολή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης;

Ο λόγος είναι απλός. Οι τράπεζες, οι δανειστές, το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ΕΚΤ θέλησαν να επιβάλουν για πρώτη φορά ένα επίσημο θεσμοθετημένο καθεστώς πεονίας, όπου ένας ολόκληρος λαός υποθηκεύεται προκειμένου να πληρωθεί ένα χρέος το οποίο είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Κι αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, ανατρέποντας κάθε αρχή τυπικής ισοτιμίας και δημοκρατίας στις διεθνείς σχέσεις. Γι’ αυτό και η δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η κυβέρνηση δεν έχει ιστορικό προηγούμενο, όταν καν στην εποχή της αποικιοκρατίας.

Το μνημόνιο εξασφαλίζει ότι η Ελλάδα θα βιώνει τον θανατηφόρο συνδυασμό χρεοκοπίας και χρόνιας ύφεσης για πολλά-πολλά χρόνια. Ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος να απαντήσει κανείς σ’ αυτό το αδιέξοδο είναι μόνο ένας: να ανακτήσει η χώρα τα μέσα και τα εργαλεία πολιτικής, που έχασε λόγω ένταξης στο ευρώ, ώστε να έχει μια πιθανότητα παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας της. Αφού βέβαια απαλλαγεί μια και καλή από την μέγγενη του δημόσιου χρέους.

 

Ερώτηση: Υπάρχει «αριστερή» πρόταση για την Ευρωπαϊκή κρίση, πέρα από κλισέ και ιδεολογήματα που πολλές φορές είναι όχι μόνο αντιφατικά αλλά και ανεφάρμοστα;

 

Απάντηση: Πριν από χρόνια όταν όλοι, σε δεξιά και αριστερά, είχαν αποσβολωθεί από την παγκοσμιοποίηση και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όσοι ειδικοί δεν είχαν ακόμη χάσει τα μυαλά τους, ή δεν είχαν πουληθεί ψυχή τε και σώματι, έγραφαν το 2000 τα εξής προφητικά: «Η εξαφάνιση, προς το συμφέρον των επικυρίαρχων κρατών, της άμιλλας των ελεύθερων και ανεξάρτητων κρατών του κάθε κυρίαρχου λαού,… θέτει αμέσως σε κίνδυνο ολόκληρη την κατά 15 φορές άνοδο των πραγματικών μισθών που έχει σημειωθεί από την εποχή της γέννησης της ανταγωνιστικής διεθνούς αγοράς εργασίας στη δεκαετία του 1820. Ο μόνος οφθαλμοφανής τρόπος να αποτραπεί αυτή η αναμενόμενη σε παγκόσμιο επίπεδο επιστροφή σε επίπεδα μισθών εξαθλίωσης και πεονίας χρέους είναι με συνταγματικό τρόπο να μην επιτραπεί στις επικυρίαρχες χώρες να καθορίσουν τις εσωτερικές οικονομικές πολιτικές των άλλων χωρών. Μόνο κάτω από μια τέτοια θεσμοθετημένη δέσμευση μπορούμε να διατηρήσουμε μια ελεύθερη και ανεξάρτητη διεθνή άμιλλα ανάμεσα στους λαούς και έτσι να αποφύγουμε την μόνιμη μαζική καταπίεση που είναι σίγουρο ότι θα προκύψει από την αναδυόμενη παγκόσμια αυτοκρατορία.» Οι ειδικοί αυτοί ήταν αρκετά δημοκράτες για να γνωρίζουν αυτό που ισχύει από την εποχή της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης: Για να εξασφαλιστεί η διεθνής ειρήνη, πρέπει πριν απ’ όλα να παραμεριστούν όλες οι εθνικές τριβές που μπορεί να υπάρχουν. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο όταν κάθε λαός είναι ανεξάρτητος και αφεντικό στο δικό του σπίτι. Με την ΕΕ δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη πιθανότητα μιας τέτοιας προοπτικής, μιας και έχει θεμελιωθεί στην κατάλυση της κυριαρχίας των λαών. Κι επομένως δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους προοδευτική, δημοκρατική λύση στην κρίση της, εκτός από τη διάλυσή της υπέρ της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας των λαών που είναι φυλακισμένοι στο εσωτερικό της. Αν αριστερή πρόταση σημαίνει πρώτα και κύρια διεκδίκηση της δημοκρατίας για το λαό και υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, τότε είναι σίγουρο ότι αριστερή πρόταση σε επίπεδο ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει. Αν αριστερή πρόταση εννοούν κάποιοι την ενσωμάτωση στον κοσμοπολιτισμό των αγορών, των κερδοσκόπων, του κεφαλαίου και των τραπεζών που πασχίζουν να επιβάλουν καθεστώς ανοιχτών συνόρων ώστε με τεράστια ευκολία να εκμεταλλεύονται, να διαλύουν και να εκποιούν λαούς και χώρες, τότε αυτή κατά τη γνώμη μου δεν είναι αριστερή πρόταση. Έστω κι αν οι φορείς της επικαλούνται ποικίλα αντικαπιταλιστικά, λαθραία ταξικά και διεθνιστικά συνθήματα. Ο διεθνισμός των ανοιχτών συνόρων ήταν πάντα και παραμένει μια συγκαλυμμένη απολογητική υπέρ του ιμπεριαλιστικού ζυγού.

 

Ερώτηση: Τι σημαίνει πραγματικά η επιμήκυνση του χρέους για τη χώρα μας; Γιατί πανηγυρίζουν κυβερνητικοί παράγοντες και φιλοκυβερνητικά μέσα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

 

Απάντηση: Όταν βλέπετε να πανηγυρίζουν κυβέρνηση και επίσημη προπαγάνδα να ξέρετε ότι κάτι πολύ άσχημο ετοιμάζουν για τους εργαζόμενους, το λαό και τη χώρα. Επιμήκυνση είναι η διαδικασία με την οποία ο δανειστής συμφωνεί να σου επιμηκύνει το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου σου. Κι αυτό γιατί το κάνει; Μια για έναν και μόνο λόγο: γιατί δεν μπορείς να πληρώσεις το δάνειό σου μέσα στο αρχικό χρονοδιάγραμμα. Αυτό συμβαίνει και με την Ελλάδα. Θα ρωτήσει κανείς: μα γιατί τώρα; Γιατί συζητάνε για νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής 8 μόλις μήνες μετά το μνημόνιο; Δεν ήξεραν από την αρχή ότι το αρχικό χρονοδιάγραμμα δεν βγαίνει; Το ήξεραν πάρα πολύ καλά. Απλά πρώτη προτεραιότητα τότε ήταν να επιβληθεί το μνημόνιο και η δανειακή χωρίς πολύ σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις. ‘Άλλο να λες για τρία χρόνια σκληρής λιτότητας με 2 χρόνια αποπληρωμή του δανείου των 110 δις ευρώ και άλλο να μιλάς από την αρχή για 11 συναπτά έτη κηδεμονίας και μνημονίου, όπως συζητάνε τώρα. Επιπλέον η επιμήκυνση θα προσθέσει μεγαλύτερα κόστη στην αποπληρωμή του δανείου. Έτσι αν υποθέσουμε ότι πάρουμε και τα 110 δις ευρώ του δανείου, προβλεπόταν αρχικά να πληρώσουμε γύρω στα 127 δις ευρώ. Με την επιμήκυνση που συζητούν τώρα, ακόμη κι αν κρατήσουν ίδιο το μέσο επιτόκιο, θα μας κοστίσει το λιγότερο 170 δις ευρώ. Κι αυτό χωρίς να υπολογίσουμε τις τυχόν εμπράγματες εγγυήσεις που είναι πολύ πιθανόν να συνοδεύσουν την επιμήκυνση του χρέους. Παράλληλα με την επιμήκυνση του δανείου της τρόικας, εξετάζεται και η δυνατότητα επιμήκυνσης και του συνολικού χρέους της χώρας με αντικατάσταση των κρατικών ομολόγων που λήγουν μέσα στα επόμενα δυο με τρία χρόνια, με ευρωομόλογα έκδοσης ΕΚΤ ή Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Στήριξης. Κι αυτή η επιμήκυνση θα έχει τα ίδια αποτελέσματα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα έχουμε λόγο σαν χώρα ούτε καν για την έκδοση των ομολόγων. Όλα θα αποφασίζονται σε κεντρικό επίπεδο. Εμείς θα καλούμαστε μόνο να πληρώνουμε είτε με τη δουλειά και το εισόδημα των λαϊκών στρωμάτων, είτε με την εκποίηση της περιουσίας του κράτους και του πλούτου της χώρας.

 

Ερώτηση: Τι επιπτώσεις θα έχει μια πιθανή χρεοκοπία ή αναδιάρθρωση του χρέους για τους πολίτες – δανειολήπτες;

 

Απάντηση: Η περίοδος της αναδιάρθρωσης συνοδεύεται από μερική ή ολική παύση πληρωμών του δημοσίου προς το εσωτερικό, κυρίως σε μισθούς, συντάξεις, προμήθειες, κοκ, από προληπτικό κλείσιμο των τραπεζών ώστε να αποφευχθούν οι μαζικές αναλήψεις μετρητών, από δεσμεύσεις στην χρηματική κυκλοφορία και τις καταθέσεις. Αυτό δεν είναι εικασία. Είναι κάτι που έχει συμβεί επανειλημμένα σε όλες τις χώρες που προχώρησαν σε αναδιάρθρωση του χρέους υπό το ΔΝΤ. Ο αστάθμητος παράγοντας είναι το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται σιδηροδέσμια εντός του ευρώ και υπό τη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση. Αυτό δεν επιτρέπει να προβλέψει κανείς τις μορφές και τους τρόπους που θα επιβληθούν αυτές οι καταστάσεις. Ειδικά οι ιδιώτες δανειολήπτες επειδή θα αντιμετωπίσουν το μεγαλύτερο πρόβλημα από όλους, μιας και τα δάνειά τους θα συνεχίσουν να τρέχουν, το πιθανότερο είναι να υπάρξει μια ρύθμιση των δόσεών τους έτσι ώστε να επιμηκυνθεί και γι’ αυτούς η εξυπηρέτηση του χρέους προς τις τράπεζες. Για πόσο, κανείς δεν μπορεί να πει.

 

Ερώτηση: Γνωρίζουμε όλοι ότι το οικονομικό πρόβλημα είναι υπαρκτό. Τι έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση όταν εξελέγη; Έπρεπε να δανειστεί από άλλες πηγές ή ακόμα ακόμα να αρνηθεί το χρέος; Είναι ρεαλιστικό το τελευταίο και τι επίπτωση θα είχε μια τέτοια κίνηση εκ μέρους της χώρας μας;

 

Απάντηση: Έχω αναφερθεί στο τι θα μπορούσε να είχε κάνει η κυβέρνηση. Το να αρνηθεί να πληρώσει το χρέος, αν και άκρως επιθυμητό, δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτή η κυβέρνηση. Κι αυτό γιατί θα προϋπέθετε ότι θα έβγαινε ανοιχτά και θα έλεγε την αλήθεια στον λαό και θα ζητούσε τη συνδρομή του, την αγωνιστική, μαχητική στήριξή του. Διότι χωρίς έναν λαό στους δρόμους, δεν μπορείς να τα βάλεις με το διεθνές σύστημα τοκογλυφίας. Φαντάζεστε ότι μπορεί να υπάρξει μια κυβέρνηση από κόμματα κυβερνητικής εναλλαγής που θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο; Προσωπικά το θεωρώ, όνειρο χειμερινής νυχτός. Οι κυβερνήτες μας, τωρινοί και παλιότεροι, τρέμουν πολύ περισσότερο την αλήθεια και το «πεζοδρόμιο», όπως περιφρονητικά ονομάζουν έναν λαό που διεκδικεί αγωνιστικά τα δίκαιά του, παρά το καθεστώς κατοχής. Άλλωστε οι πρωτοκλασάτοι των κομμάτων του κατεστημένου, μαζί με τα επιχειρηματικά συμφέροντα που τους στηρίζουν, έχουν επενδύσει πολλά λεφτά σε κρατικά ομόλογα. Έχουν επενδύσει αδρά στην αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας χωρίς «κούρεμα», όπως λέει και ξανελέει η κυβέρνηση. Έχουν δηλαδή επενδύσει στην επιμήκυνση του χρέους. Είναι ποτέ δυνατόν να πάνε κόντρα στα συμφέροντά τους; Όχι βέβαια.

Θα μπορούσε να δανειστεί η χώρα από άλλες πηγές; Μα το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: ο δανεισμός. Κι όχι η πηγή ή το κόστος δανεισμού. Όταν το 97% των νέων δανείων της χώρας πηγαίνει στην εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων, καταλαβαίνει κανείς ότι απ’ όπου κι αν δανειστείς, με όποιον όρο κι αν δανειστείς, με όσο χαμηλό επιτόκιο κι αν πετύχεις, η υπερχρέωση θα συνεχίζεται επ’ άπειρο. Οπότε το βασικό πρόβλημα είναι να σταματήσεις να δανείζεσαι. Ή τουλάχιστον να σταματήσεις να δανείζεσαι από τις διεθνείς αγορές για να πληρώνεις παλιότερα δάνεια.

Είναι ρεαλιστικό κάτι τέτοιο; Νομίζω ότι είναι κάτι πολύ παραπάνω από ρεαλιστικό, είναι απολύτως αναγκαίο. Χωρίς μια τέτοια κίνηση είναι αδύνατο να γλυτώσουμε την άβυσσο της χρεοκοπίας. Κι εφόσον είναι αναγκαίο, οφείλουμε να το κάνουμε ανεξάρτητα ρίσκων ή απειλών. Εκτός κι αν έχουμε αποφασίσει να ρίξουμε την χώρα και το λαό της στον Καιάδα. Είναι κι αυτή μια απολύτως ρεαλιστική λύση.

Τι θα πάθει η χώρα αν το κάνει; Τίποτε σοβαρό. Πέρα από τις πολυποίκιλες πιέσεις και απειλές που ένας λαός ενωμένος και αποφασισμένος μπορεί να τις αντιμετωπίσει σχετικά εύκολα, το μόνο σίγουρο που θα πάθουμε είναι ότι θα μηδενιστεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στις διεθνείς αγορές. Μα ήδη το έχουμε πάθει αυτό. Επιπλέον τα στοιχεία λένε ότι αν εξαφανιστούν οι δανειακές υποχρεώσεις από τον προϋπολογισμό, το κρατικό έλλειμμα είναι απολύτως αντιμετωπίσιμο ακόμη και την υπάρχουσα παρασιτική δομή του κράτους που έχουμε σήμερα χωρίς να χρειαστεί να προσφύγουμε σε εξωτερικό δανεισμό.

Όσο για τους λοιμούς, σεισμούς, κατατρεγμούς που θα επιπέσουν σε τούτη την άμοιρη τη χώρα και σε τούτον τον άμυαλο λαό που θα τολμήσει να τα βάλει με τους διεθνείς τοκογλύφους, θα σας καλούσα να δείτε τι έπαθε η Ισλανδία που εδώ και σχεδόν δυο χρόνια ο λαός της δεν επιτρέπει στην κυβέρνησή του να φέρει το ΔΝΤ και να πληρώσει το χρέος.

Και μιλάμε για ένα νησί στον βόρειο αρκτικό με μερικές εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Η Ισλανδία ούτε απομονώθηκε, ούτε υπέστη άλλη συμφορά από αντίποινα, που σημειωτέον θα μπορούσαν εύκολα να της είχαν επιβληθεί μιας και βρίσκεται έξω από τις διεθνείς ροές εμπορίου, ενώ σαν οικονομία έχει μόνο δυο πόρους: την αλιεία και τον τουρισμό. Δεν έγινε τίποτε. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Και πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δανειακά κεφάλαια που διακυβεύονται στην Ισλανδία είναι μεγαλύτερα από το δημόσιο χρέος της Ελλάδας.

 

Ερώτηση: Ποια είναι η δική σας πρόταση για έξοδο από την κρίση;

 

Απάντηση: Είναι αυτή που κάθε απλός Έλληνας πολίτης, κάθε απλός εργαζόμενος καταλαβαίνει ως ηθική και δίκαιη. Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα, άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές, ώστε να σταματήσει ο φόρος αίματος τον οποίο καταβάλλουν η χώρα και ο λαός στους διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους.

Αυτή είναι η μόνη λύση για να σωθεί η χώρα από την καταστροφή και να διασώσουν οι εργαζόμενοι τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει προοπτική για τους νέους, τους αγρότες, τους επαγγελματίες, τους μικρομεσαίους. Είναι ο μόνος τρόπος για να γλυτώσει η χώρα από την πτώχευση και την καταστροφή που οργανώνουν ήδη η κυβέρνηση, η ΕΕ και το ΔΝΤ.

Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα σημαίνει άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές. Σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε κανενός είδους απαίτηση που θα επιτρέψει στους δανειστές της χώρας να τη δημεύσουν, να την κατασχέσουν, να τη λεηλατήσουν. Σημαίνει ότι σταματάμε να πληρώνουμε δάνεια που έχουμε πληρώσει διπλά και τρίδιπλα. Σημαίνει ότι διαγράφουμε μονομερώς όλες τις οφειλές που υπήρξαν προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας εις βάρος της χώρας και του λαού της. Σημαίνει ότι αρνούμαστε επιτέλους να ματώνουμε για δάνεια που έρχονται από το 1880, αλλά οι αγορές και οι μεγάλοι «εταίροι» μας έχουν επιβάλει να τα πληρώνουμε έως σήμερα. Σημαίνει πολύ απλά ότι σταματάμε να πληρώνουμε τα κερατιάτικα στους διεθνείς και ντόπιους τοκογλύφους.

Ο ελληνικός λαός οφείλει να προχωρήσει σε άρνηση της πληρωμής του χρέους όχι γιατί θέλει να βλάψει κανέναν ή να «φάει» τα λεφτά των δανειστών του. Οφείλει να το κάνει γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να σταθεί στα πόδια του, για να διεκδικήσει τη χώρα του από τις αγορές και τα αρπακτικά τους, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, για να λυτρωθεί επιτέλους από το διεφθαρμένο σύστημα που τον κυβερνά. Γι’ αυτό και αιτήματα που αφορούν δάνεια τα οποία συνήφθησαν καλή τη πίστει και συνέβαλαν αποδεδειγμένα στην ανάπτυξη της χώρας, ο λαός δεν θα αρνηθεί να συζητήσει την ικανοποίησή τους. Στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Ιδίως αν συνδέονται με χρήματα μικροκαταθετών και ασφαλιστικών ταμείων, που έτσι κι αλλιώς δεν υπερβαίνουν το 15% του σημερινού δημόσιου χρέους. Πάντα με βασική προϋπόθεση ότι καμιά τέτοια απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία της χώρας, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον της και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρείας. Αν είναι να χάσει κάποιος, αυτός σίγουρα δεν θα είναι ο λαός και η χώρα.

Όμως η άρνηση πληρωμής του χρέους είναι μόνο η αρχή, η αφετηρία για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία που απαιτεί:

Την έξοδο από τη ζώνη του ευρώ και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος που να εκφράζει τη δυναμική μιας νέας οικονομικής πορείας της χώρας προς όφελος του λαού. Η καταστροφή δεν μας περιμένει αν φύγουμε από το ευρώ, αλλά όσο παραμένουμε υποτελείς στο ευρώ. Η χώρα θα πάψει να είναι έρμαιο κάθε είδους πίεσης, εκβιασμού και επιδρομής της διεθνούς κερδοσκοπίας, θα πάψει να είναι αναλώσιμο είδος των αγορών, μόνο αν ανακτήσει τον έλεγχο του νομίσματος και της οικονομίας της.

Την εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών, με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδας, με σκοπό τον έλεγχο της οικονομίας, τον επαναπροσανατολισμό της πιστωτικής πολιτικής, το χτύπημα της χρηματιστικής αγυρτείας και τον έλεγχο της κίνησης των κεφαλαίων.

Την ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας με πρώτη την εθνικοποίηση των παλιών ΔΕΚΟ, των υποδομών και των υπηρεσιών που ιδιωτικοποιήθηκαν. Ένα κράτος που πρέπει να πάψει να αποτελεί φέουδο μιας παρασιτικής οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας η οποία σήμερα κυβερνά τη χώρα.

Την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία δεν θα στηρίζεται σε ξένους και ντόπιους κερδοσκόπους επενδυτές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων, στη δυναμική και στην πρωτοβουλία των ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων του τόπου.

Την αλλαγή του μονομερούς προσανατολισμού της χώρας και την απαλλαγή της από τα δεσμά που της έχουν επιβληθεί. Χρειάζεται η χώρα και ο λαός να ανοιχτούν επιτέλους στη διεθνή ζωή, να αξιοποιήσουν δυνατότητες και ευκαιρίες μέσα από την αναζήτηση νέων διεθνών ερεισμάτων, επαφών και σχέσεων με όλους τους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου, δίχως καταναγκασμούς, επιβολές και μονοπωλιακές εξαρτήσεις.

Η διάσωση της χώρας δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον λαό στον «γύψο» ούτε με «εθνικές» ή «υπερκομματικές» κυβερνήσεις εκφασισμού της πολιτικής ζωής. Η διέξοδος από την κρίση απαιτεί περισσότερη και όχι λιγότερη δημοκρατία.

Απαιτεί τον λαό στο προσκήνιο, όχι θεατή και θύμα των εξελίξεων.

Απαιτεί μια νέα εξουσία με τον λαό στα κέντρα των αποφάσεων και όχι ένα διεφθαρμένο σύστημα κυβερνητικής απολυταρχίας.

Απαιτεί την κατάκτηση της δημοκρατίας μέσα από την αυθεντική κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Είναι η ώρα για να οικοδομηθεί ένα νέο ΕΑΜ, μια νέα Φιλική Εταιρεία, μια νέα Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας. Μόνο με τη δημιουργία ενός μεγάλου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ολόκληρου του λαού για τη διάσωση και την αναγέννηση της χώρας μπορούμε να ξεφύγουμε από τον καταθλιπτικό μονόδρομο της καταστροφής, της λεηλασίας και της υπερχρέωσης. Αυτό είναι σήμερα το κυρίαρχο εθνικό, πατριωτικό και συνάμα ταξικό καθήκον για τον εργάτη, τον αγρότη, τον μικρομεσαίο.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν είναι υπόθεση απλώς και μόνο ορισμένων οργανώσεων ή κομμάτων, αλλά αφορά το σύνολο του λαού πέρα και πάνω από κομματικές τοποθετήσεις και εξαρτήσεις. Ένας ενωμένος και αποφασισμένος λαός δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και κανέναν, δεν μπορεί να τον σταματήσει καμιά απειλή, κανένα αντίποινο των αγορών. Όποτε ο λαός αποφάσισε να ενωθεί και να διεκδικήσει τα δίκαιά του δεν υπήρξε καμιά δύναμη που να μπόρεσε να του σταθεί εμπόδιο.

Αντίθετα οι αγορές, οι τραπεζίτες, οι κερδοσκόποι και το πολιτικό τους προσωπικό έχουν κάθε λόγο να φοβούνται. Και είναι αλήθεια ότι τρέμουν σήμερα στην ιδέα μιας αυθεντικής λαϊκής αφύπνισης. Όχι μόνο γιατί ένας αποφασισμένος και ενωμένος λαός δεν υπήρξε ποτέ εύκολος αντίπαλος για την αντίδραση, αλλά γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι ένας τέτοιος αγωνιστής λαός δεν θα βρεθεί μόνος του, απομονωμένος, αλλά σχεδόν αμέσως θα σταθούν δίπλα του, σύμμαχοι και συναγωνιστές, και οι άλλοι λαοί της Ευρώπης, οι Πορτογάλοι, οι Ισπανοί, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί και άλλοι που στενάζουν το ίδιο κάτω από την μπότα της υπερεθνικής χρηματιστικής απολυταρχίας.

Από όλους τους χώρους που έχω κινηθεί έως σήμερα, εντός και εκτός της αριστεράς, ο μόνος φορέας που υπηρετεί οργανωμένα τους παραπάνω στόχους με συνέπεια και μέσα στα μέτρα του δυνατού είναι η πρωτοβουλία πολιτών για τη συγκρότηση μετώπου για τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας με την επωνυμία Σεισάχθεια. Δεν γνωρίζω καμμιά άλλη πρωτοβουλία, μέτωπο ή συσπείρωση που να έχει ανοιχτεί σε τόσο πλατύ κόσμο πάνω σε μια τόσο συγκεκριμένη βάση στόχων και αιτημάτων. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που αγκαλιάζει και αγκαλιάζεται από απλούς πολίτες χωρίς προαπαιτήσεις ιδεολογικής ή αριστερής καθαρότητας, χωρίς πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, με μόνο μία θεμελιώδη προαπαίτηση: την ενεργή στράτευση στους παραπάνω κοινούς στόχους. Φιλοδοξία μας είναι να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός αυθεντικά Παλλαϊκού Μετώπου μέσα στον ίδιο το λαό, από τον ίδιο το λαό, που θα αναλάβει να λυτρώσει τον τόπο με τον τρόπο που αναφέραμε.

 

**  "Η πρωτοβουλία για την συγκρότηση μετώπου για τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας με την επωνυμία Σεισάχθεια, ιδρύθηκε στις 17 Οκτωβρίου του 2010 μέσα από μια σύσκεψη ανεξάρτητων κινήσεων, επιτροπών και αγωνιστών στον κινηματογράφο Ααβόρα. Αντικείμενο αυτής της συνάντησης ήταν η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών και ο συντονισμός σε πανελλαδική κλίμακα δραστηριοτήτων και τοπικών κινήσεων και πρωτοβουλιών με κύριο άξονα τη μη αναγνώριση του χρέους και την άρνηση πληρωμής του στους δανειστές εδώ και τώρα, ώστε να σταματήσει ο φόρος αίματος τον οποίο καταβάλλουν η χώρα και ο λαός στους διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους.

Η πάλη για τη μη αναγνώριση του χρέους συνδέεται με την πάλη για:

– Την έξοδο από τη ζώνη του ευρώ και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος,

– Την εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με στόχο τον έλεγχο της οικονομίας και της κίνησης των κεφαλαίων,

– Την ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης,

– Την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας που θα στηρίζεται στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων,

– Την απαλλαγή της χώρας από τα δεσμά που της έχουν επιβληθεί.

Στην βάση αυτή συγκροτήθηκε η πρωτοβουλία Σεισάχθεια που έχει σαν βασικό στόχο να συμβάλει στο μέτρο των δυνάμεών της στη δημιουργία ενός Παλλαϊκού Μετώπου στην βάση των παραπάνω αιτημάτων. Στην προσπάθεια αυτή η Σεισάχθεια βοηθά στη συγκρότηση τοπικών επιτροπών σε χώρους εργασίας και κατοικίας με σκοπό την προώθηση και την πάλη πάνω στη βάση των κεντρικών διεκδικήσεων της πρωτοβουλίας. Μέχρι σήμερα έχουν συγκροτηθεί 12 τέτοιες επιτροπές σε περιοχές της Αθήνας και πάνω από 20 σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Κάθε επιτροπή είναι πλήρως αυτοκέφαλη και έχει ως βασικό καθήκον την πολύ πλατιά ενημέρωση και την οργάνωση όλων για τις μικρές και μεγάλες μάχες που έχουμε όλοι μπροστά μας μέχρι την ανατροπή του σύγχρονου καθεστώτος κατοχής. Στην πρωτοβουλία και τις τοπικές επιτροπές εντάσσεται ελεύθερα όποιος θέλει, ανεξάρτητα ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων. Με άλλα λόγια η πρωτοβουλία διέπεται από καθαρώς ΕΑΜικά χαρακτηριστικά και υπερβαίνει τους ιδεολογικούς διαχωρισμούς δεξιάς-αριστεράς, θέτοντας τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους σύγχρονους δωσίλογους και τους συνεργούς τους σε δεξιά και αριστερά, από τη μια και από την άλλη, στις δυνάμεις που μάχονται στ’ αλήθεια και στην πράξη για την ανατροπή του καθεστώτος κατοχής. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει μόνο με την καταγγελία του υπάρχοντος χωρίς να συνοδευτεί από τα συγκεκριμένα αιτήματα τα οποία συγκροτούν την πρωτοβουλία. Με αυτή την έννοια η πρωτοβουλία δέχεται στους κόλπους της τους πάντες με μόνο μία προαπαίτηση: την συνειδητή στράτευση στους βασικού στόχους της, χωρίς να χρειάζεται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, ή δήλωση αποκήρυξης της αλλοτινής τους διαδρομής."

 

* Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα www.eparembasis.blogpost.com  στις 24/1/2010

Καταλύτης το Καστελόριζο

Καταλύτης το Καστελόριζο

 

Του Κώστα Ανδριανόπουλου

 

 

Καστελόριζο λοιπόν. Με τη δική του σημασία στα πράγματα, τη δική του ακροτελεύτια θέση στην αλυσίδα των νησιών που περιβάλλουν την Τουρκία. Όταν οι διαφορές με την Τουρκία εντοπίζονται στις υπερπτήσεις, παραβιάσεις, ασκήσεις ΝΑΤΟ, όταν η κυβέρνηση μιλάει πονηρά για διαφορές στο Β. Αιγαίο, περνάει απαρατήρητο.

Όμως μια πιο προσεκτική, πιο σφαιρική ματιά στο χάρτη και η οπτική αλλάζει. Το Καστελόριζο, 72 μίλια από τη Ρόδο, βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. 150 μίλια μακριά από την Κύπρο, συνδέει Ελλάδα και Κύπρο, εμποδίζει την προεκβολή της Τουρκίας στη Μεσόγειο. Το Καστελόριζο στέκεται ανάμεσα στον Νταβούτογλου και στα σχέδιά του να γίνει η Τουρκία ναυτικό κράτος με προσπέλαση και ρόλο στη Μεσόγειο, με δικό της ευρύ, εδραιωμένο χώρο αποκλειστικών δικαιωμάτων.

Όμως μια πιο προσεκτική, πιο σφαιρική ματιά στο χάρτη και η οπτική αλλάζει. Το Καστελόριζο, 72 μίλια από τη Ρόδο, βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. 150 μίλια μακριά από την Κύπρο, συνδέει Ελλάδα και Κύπρο, εμποδίζει την προεκβολή της Τουρκίας στη Μεσόγειο. Το Καστελόριζο στέκεται ανάμεσα στον Νταβούτογλου και στα σχέδιά του να γίνει η Τουρκία ναυτικό κράτος με προσπέλαση και ρόλο στη Μεσόγειο, με δικό της ευρύ, εδραιωμένο χώρο αποκλειστικών δικαιωμάτων.

Διαρκείς οι βλέψεις της Τουρκίας για το Καστελόριζο. Ελάχιστοι θυμούνται πως το σχέδιο Άτσεσον για την επίλυση του κυπριακού, το 1964, πρόβλεπε παραχώρηση του Καστελόριζου στην Τουρκία. Ότι κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο, επιχειρήθηκε να εισαχθεί το Καστελόριζο στις συζητήσεις, χωρίς επιτυχία. Ή ότι τη δεκαετία του ’70 όταν ακόμα ζούσε η Δέσποινα Αχλαδιώτη, (κυρά της Ρω) στις βραχονησίδες γύρω από το Καστελόριζο, τα επεισόδια τύπου Ίμια, με ανάρτηση τουρκικών σημαιών ήταν συχνά. Πρόσφατα οι έρευνες της Τουρκίας στην περιοχή, μέσα και από νορβηγικά πλοία, ήταν από τα πιο σοβαρά επεισόδια της ελληνοτουρκικής διένεξης.

Σήμερα το Καστελόριζο συνδέεται με το ζήτημα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Ας μην ξεχνάμε ότι ΑΟΖ δεν σημαίνει μόνο κοιτάσματα, οικονομικά συμφέροντα κ.λπ. Στη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ, συγκλίνουν τα κράτη, γενικεύουν τις προσεγγίσεις τους, στήνονται οι συμμαχίες και οι αντιμαχίες, ανοίγει το παιχνίδι της δημιουργίας προϋποθέσεων, ζωογονείται η διπλωματία. Εν κατακλείδι γύρω απ’ αυτά ασκείται η πολιτική. Εν προκειμένω μέσα από το Καστελόριζο επεκτείνεται η ελληνική ΑΟΖ, έως επαφής μ’ αυτήν της Κύπρου. Πράγμα που καταρχήν διευκολύνει την εξαγγελία, οριοθέτηση, την υποστασιοποίησή της και στη συνέχεια δημιουργεί έναν τεράστιας σημασίας άξονα γεωστρατηγικής αλληλοβοήθειας ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο. Αν η Ελλάδα παραιτηθεί από το δικαίωμα του Καστελόριζου να έχει ΑΟΖ, όπως πιεστικά, ανυποχώρητα, κατ’ απόλυτο τρόπο, χωρίς δηλαδή να σηκώνει καμία συζήτηση, επιμένει η Τουρκία τότε εκτός της συρρίκνωσης, η Ελλάδα αποκόπτεται από την ΑΟΖ Κύπρου. Στο τρίγωνο Κρήτη-Τουρκία-Κύπρος ανοίγει ένας τεράστιος χώρος κυριαρχίας της Τουρκίας, που επεκτείνεται μέχρι να συναντήσει την ΑΟΖ Αιγύπτου. Στο χώρο αυτό γίνεται λόγος για ύπαρξη κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Τώρα εκείνο που ισχύει στην πράξη είναι ότι η Τουρκία με την συνδρομή της Αμερικής, υποχρέωσαν την Ελλάδα να μιλά για υφαλοκρηπίδα και μόνο, όχι για ΑΟΖ (που διακηρύσσεται μονομερώς, καλύπτεται από το δίκαιο της θάλασσας, το οποίο επιπλέον ορίζει με σαφήνεια χωρίς εξαιρέσεις ότι τα νησιά έχουν ΑΟΖ). Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ δασκαλεμένα πάνω στη γραμμή των εθνικών παραχωρήσεων, μας βομβαρδίζουν καθημερινά από τα τηλεπαράθυρα, ότι δεν έχει σημασία η ΑΟΖ, αλλά η υφαλοκρηπίδα. Ο ίδιος ο Παπανδρέου στη Βουλή, έφερε σαν επιτυχές παράδειγμα της εμμονής του για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας από το δικαστήριο της Χάγης, απόφαση του δικαστηρίου σε διένεξη Μάλτας-Λιβύης γύρω από ένα μικρό νησί, όπου σύμφωνα πάντα με τον κ. Παπανδρέου η έννοια της υφαλοκρηπίδας υπερκάλυψε την ΑΟΖ. Μόνο που ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ξέχασε να ενημερώσει το κοινοβούλιο πως η Χάγη αποφάσισε σε βάρος του νησιού.

Η κυβέρνηση επέλεξε τη ρότα των μυστικών συνομιλιών. Δεσμεύει μονόδρομα την Ελλάδα, παρακάμπτει εθνικά δικαιώματα στην ΑΟΖ. Είναι βέβαιο, πως τα γεγονότα θα πληθύνουν, καθώς και ο επαναπροσανατολισμός των πολιτών γύρω απ’ το ζήτημα.

 

ΠΗΓΗ: «Ο ΔΡΟΜΟΣ», Δευτέρα, 24 Ιανουάριος 2011 11:31, http://edromos.gr/index.php?option=com_k2….temid=51

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΡΙΑ ΡΟΜΙΓΥ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΡΙΑ ΡΟΜΙΓΥ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Απεβίωσε προ μηνός η διαπρεπής Γαλλίδα Ζακλίν ντε Ρομιγύ, η οποία επί εξήντα και πλέον έτη ερεύνησε συστηματικά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, μετέφρασε στη γαλλική τα έργα των Ελλήνων κλασικών συγγραφέων και συνέγραψε σημαντικά έργα σχετικά με το πνεύμα αυτών, από τα οποία αρκετά μεταφράστηκαν και στην ελληνική γλώσσα. Ευτυχώς στην περίπτωσή της δεν μας διέκρινε η γνωστή νεοελληνική αβελτηρία.

Την εκλιπούσα είχε τιμήσει η Ακαδημία Αθηνών υποδεχθείσα αυτήν ως μέλος της, ενώ η Πολιτεία της έδωσε την ελληνική υπηκοότητα το 1995 και την ανακήρυξε πρέσβειρα του ελληνισμού το 2001. Βέβαια ελάχιστα ήταν η Ρομιγύ γνωστή στο ευρύ κοινό της χώρας μας. Οι θέσεις της δεν παρουσίαζαν ενδιαφέρον για τους υπευθύνους των διαύλων, οι οποίοι έχουν στερή την απόφαση να μην αφήσουν ταινία διαφθοράς γυρισμένη στις ΗΠΑ που να μη την προβάλουν προς “τέρψη” και “καλλιέργεια” του Νεοέλληνα!

Η Ρομιγύ δεν είναι το σπανιότατο άνθος της ερήμου. Αρκετοί άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων κατά καιρούς, φιλόλογοι, ιστορικοί, αρχαιολόγοι και άλλων ειδικοτήτων έδειξαν απέραντη την αγάπη τους προς τον πολιτισμό και το έργο των προγόνων μας. Το μελέτησαν και το ανέδειξαν ωσάν να ήσαν εκείνοι οι κληρονόμοι τους. Αλλά είναι οι κληρονόμοι τους, σπεύδουν κατά καιρούς να τονίσουν κάποιοι δικοί μας: Ο ελληνικός πολιτισμός ξεπέρασε τα όρια του ελληνισμού και απετέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη μετέπειτα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Καυχόμαστε υπέρμετρα γι’ αυτό και συχνά αντιμέτωποι με τις αδυναμίες που καλλιεργήσαμε μέσα μας ξιφουλκούμε κατά των Ευρωπαίων (σαν να μην είμαστε και εμείς τέκνα της ίδια ηπείρου) κραδαίνοντας τις πατρογονικές μας δάφνες και υπενθυμίζοντας τη συνήθη τροφή των “δενδροβίων” προγόνων τους! Ενέργειες για γέλια και για κλάμματα!

Κληρονόμος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος υπήρξε η Ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ή Ρωμανία, η πλέον μακρόχρονη αυτοκρατορία (χιλιετής) στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτή επεκράτησε να λέγεται, μετά την πτώση της Βυζάντιο, καθώς δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται. Το πρώτο που επιδίωξε να αποκομίσει από αυτή την αυτοκρατορία η αναδυόμενη από το σκότος του Μεσαίωνα Δύση ήταν ο τίτλος της, που δεν έπρεπε να θυμίζει την ειρηνική μετάβαση από τη λατινική και ειδωλολατρική Ρώμη στην ελληνική, έστω και με καθυστέρηση τριών αιώνων, και χριστιανική Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη). Γι’ αυτό κάποιος ιστορικός Φράγκος επινόησε τον όρο Βυζάντιο, όνομα που είχε δώσει σε αποικία ο Βύζας ο Μεγαρεύς αιώνες προ Χριστού. Το δεύτερο που επιχειρήθηκε ήταν να αφαιρέσουν από την αυτοκρατορία τους τίτλους κληρονομιάς του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Και πρώτοι ήσαν εκείνοι που, όταν πλέον η αυτοκρατορία υπό τα πλήγματα των εχθρικών στιφών και τα κρίματα των πολιτών της κατέρρεε, έριξαν το σύνθημα για επιστροφή στην πηγή που είχε στερέψει από αιώνες στερέψει. Ως νέοι Ιουλιανοί ήθελαν να απαγορεύσουν στους χριστιανούς Ρωμαίους (Ρωμηούς) την προσπέλαση προς τους θησαυρούς των αρχαίων Ελλήνων αγνοώντας τον αγώνα που έδωσαν οι πατέρες της Εκκλησίας με επικεφαλής τους τρείς Ιεράρχες για την ελευθερία κτήσης της θύραθεν παιδείας. Αγνόησαν το ότι η Άννα η Κομνηνή (12ος αιών) και ο Ευστάθιος, επίσκοπος Θεσσαλονίκης (12ος αιών) στα γραπτά τους άφησαν απτά δείγματα δεξιότητας και στην ομηρική γλώσσα οκτώ ολόκληρους αιώνες μετά τον θεολόγο και ποιητή άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό. Και καθώς οι Ρωμηοί δεν έδειχναν διάθεση να τους ακολουθήσουν πήραν τον δρόμο για τη Δύση, προκειμένου να προσφέρουν τις διαφωτιστικές τους υπηρεσίες στα παλάτια των ηγεμόνων με το αζημίωτο βέβαια. Και κανένας νεότερος δεν διερωτήθηκε ποτέ: Πού τα βρήκαν εκείνοι τα κείμενα των κλασικών που παρέλαβαν μαζί τους στη Δύση; Ποιοί τα μετέγραφαν και τα ξαναμετέγραφαν υπομονετικά επί δέκα αιώνες; Όχι μόνο δεν προβάλλουν τους ακάματους και ταπεινούς μοναχούς των ορθοδόξων κοινοβίων, αλλά τους περιλούζουν με πλήθος “κοσμητικών” επιθέτων, όπως σκοταδιστές, φανατικούς, εχθρούς της ελεύθερης σκέψης, υπέρμαχους της θεοκρατίας! Και προβάλλουν τους Άραβες ως εκείνους που διέσωσαν κατά τους αιώνες 8ο-10ο τα βιβλία των αρχαίων κλασικών. Και δεν αναρωτούνται στο διάστημα που μεσολάβησε (4ος-8ος αιώνες) ποιοι και πού μετέγραφαν τα κείμενα; Ευτυχώς σύγχρονες έρευνες έδειξαν πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η Ρωμανία επί αιώνες μεταλαμπάδευε εκτός από το ορθόδοξο χριστιανικό πνεύμα και το πνεύμα των αρχαίων κλασικών στη Δύση. Άνθρωποι όπως ο Άγγλος Ράνσιμαν, ο Γάλλος Λεμέρλ και αρκετοί άλλοι αποκαθιστούν με επιμέλεια τη μεγάλη αδικία κατά της Ρωμανίας, την οποία εξύφαναν το επικρατήσαν στη Δύση φραγκικό πνεύμα σε συνεργασία με το Βατικανό, που στην Ανατολή έβλεπε τους μισητούς γι’ αυτό “σχισματικούς”. Όσο για τους Άραβες, όταν μετά από μερικές γενιές αφομοιώθηκαν πλήρως οι εξισλαμισθέντες Ρωμηοί της Μέσης Ανατολής, γνωρίζουμε πόσο ασχολήθηκαν πλέον με τους κλασικούς της αρχαιότητας.

Οι διανοούμενοι στη Δύση επιχειρούσαν κατά τον 15ο αίώνατην έξοδό τους από την τυραννία, πολιτική και θρησκευτική, των δυνάμεων που κυριαρχούσαν κατά τον Μεσαίωνα. Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα προβαλλόταν εμπρός τους ως το πνεύμα του φωτός και της ελευθερίας. Αγνοούντες το πνεύμα της χριστιανικής Ορθοδοξίας, καθώς το αγνοούσαν και οι φωτιστές τους που εγκατέλειψαν τη Ρωμανία στο ψυχορράγημά της, πίστεψαν πως βρήκαν στα αρχαία κείμενα την ελεύθερη συνείδηση έναντι της πλημμυρισμένης από ενοχές συνείδησης στα πλαίσια του δυτικού χριστιανισμού (Μπέρτραντ Ράσσελ). Ουσιαστικά ο αγώνας δόθηκε σε θρησκευτικό πεδίο, με απώτερο σκοπό την επανεισαγωγή των ελευθερίων ηθών του αρχαίου κόσμου σε μια ανέραστη λόγω του τρόμου της Ιερής εξέτασης κοινωνία. Εδώ έγκειται η τραγική παρεξήγηση του πνεύματος των αρχαίων κλασικών. Όλοι οι μεγάλοι πρόγονοί μας, τραγικοί ποιητές, φιλόσοφοι, στοχαστές και ιστορικοί, αν και έζησαν σε ειδωλολατρική κοινωνία κατάφεραν σαφώς να υπερβούν τις λαϊκές δοξασίες και να αρθούν σε ύψη στοχασμού δυσθεώρητα. Πέρα από την ηθολογία περί του «καλού καγαθού» πολίτη μας προσέφεραν και την αξία του μέτρου επισημαίνοντας τις συνέπειες εκ της υπερβολής (ύβρεως), η οποία επιφέρει την θεία τιμωρία. Φυσικά καθώς αγνοούσαν το πρόσωπο μικρή ήταν η συμβολή τους σε τομείς όπως η φιλανθρωπία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ουσιώδης ελευθερία, η του πνεύματος. Το έλλειμμά τους ανεπλήρωσαν οι πατέρες της Εκκλησίας, πλην όμως τα συγγράμματά τους είχαν περιληφθεί στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων από τους φωτιστές της Δύσης, όταν το Βατικανό συνέτασσε τον Index librorum prohiborum. Έτσι η Δύση έχασε την ευκαιρία να επανέλθει στη σωστή τροχιά. Αποτέλεσμα της άστοχης τάσης προς επάνοδο στο πνεύμα του αρχαίου κόσμου ήταν η σταδιακή μετατόπιση από την κατάφαση προς τον Θεό (Αναγέννηση) στην κριτική στάση έναντι αυτού αρχικά, στην αμφισβήτηση και στην άρνησή του αργότερα (Διαφωτισμός).

Η Δύση γεύτηκε από αιώνες τους πικρούς καρπούς της αποστασίας. Εμείς υπό τον σκληρό ζυγό του Οθωμανού δυνάστη αργήσαμε πολύ να αντιληφθούμε τις κοσμογονικές μεταβολές. Καθώς αισθανθήκαμε κάποτε μειονεκτικά έναντι των φωτισμένων της Δύσης σπεύσαμε να υιοθετήσουμε με ταχύτητα αστραπής, παρά το ράθυμο που εν γένει μας διακρίνει, τις επελθούσες μεταβολές. Με περισσό πάθος στραφήκαμε κατά της πατροπαράδοτης πίστης μας και ρίξαμε το σύνθημα, με ηγέτη τον Κοραή: Εμπρός ολοταχώς προς τα πίσω! Αποτέλεσμα: Ξεχαρβαλώσαμε τη γλώσσα μας! Αγνοούμε το πνεύμα των προγόνων μας, από τα ήθη των οποίων επιλεκτικά υιοθετούμε τον αφροδισιασμό και τον διονυσιασμό! Πολεμήσαμε ως άκρως ενοχλητική τη ρωμηοσύνη και επιχειρήσαμε να ξαναφορέσουμε χλαμύδα! Μήπως το μόνο που πετύχαμε είναι να γίνουμε φαιδροί και περίγελως των πάντων; Τί άραγε να λένε για μας όλοι αυτοί που αγάπησαν και αφιέρωσαν τη ζωή τους στην προβολή του ελληνικού πολιτισμού;   

 

                                                                        “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 25-01-2011

ΤΕΧΝ. ΕΠ. ΕΚΠ.: ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

Του Δημήτρη Καρυώτη

 

 

Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από μεγάλες ανατροπές στο χαρακτήρα και στη δομή των περισσότερων επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Η τερατώδης ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών δημιούργησε νέα δεδομένα. Πολλές επαγγελματικές δραστηριότητες, που άλλοτε απαιτούσαν εμπειρικές γνώσεις ή γνώσεις επιπέδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συρρικνώθηκαν δραματικά, ενώ στις περισσότερες οι τεχνολογικές εξελίξεις ανάγκασαν τους εργαζόμενους να κάνουν αγώνα δρόμου για να μπορέσουν να παραμείνουν ενεργοί στην επαγγελματική τους δραστηριότητα. Αυτοί που δεν τα κατάφεραν άλλαξαν αντικείμενο εργασίας ή έμειναν άνεργοι.

Η νέα πραγματικότητα, για αυτή την κατηγορία των επαγγελμάτων, απαιτεί καλές θεωρητικές γνώσεις για την κατανόηση των νέων δεδομένων και την ανάπτυξη δεξιοτήτων στις εφαρμογές των νέων τεχνολογιών, που είναι διάσπαρτες πλέον σε όλα τα σύγχρονα επαγγέλματα.

Η εποχή που κάποιος μάθαινε το  επάγγελμά του εργαζόμενος δίπλα σε κάποιον έμπειρο επαγγελματία έχει περάσει χωρίς επιστροφή.

Είναι αναγκαίο πλέον ο νέος άνθρωπος να έχει όλες τις γενικές γνώσεις που απαιτούνται, όχι μόνο για να μπορεί να κατανοήσει το γνωστικό αντικείμενο ενός επαγγέλματος σήμερα, αλλά να μπορεί να κατανοήσει και να αφομοιώσει τις τεχνολογικές εξελίξεις που θα έλθουν αύριο.   

Αυτή η νέα πραγματικότητα οδηγεί στην αναγκαιότητα καθιέρωσης 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με παράλληλη μετακίνηση της επαγγελματικής εξειδίκευσης για μετά την 12χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση.

Η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρέπει να μετατραπεί σε ένα Πολυτεχνικό Σχολείο, που να είναι απαλλαγμένο απ’ το σημερινό εξετασιοκενρικό του χαρακτήρα, με αυτοδύναμο εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό ρόλο, που δεν θα λειτουργεί ως προθάλαμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Το σχολείο αυτό πρέπει να έχει ως αντικειμενικούς στόχους:

1)    Την κατάκτηση της γενικής γνώσης που έχει ανάγκη ο νέος άνθρωπος  για να  μπορεί να κατανοήσει τον κόσμο και φυσικά τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις.

2)   Την ανάπτυξη μιας ευρύτερης παιδείας με την κατάκτηση των πολιτισμικών αξιών της ανθρωπότητας.

3)   Την ανάπτυξη της κριτικής του ικανότητας.  

Μέσα στο πρόγραμμα αυτού του σχολείου πρέπει να διαχέονται οι βασικές γνώσεις των σύγχρονων επιστημών και τεχνολογιών, που πολλές απ’ αυτές μπορεί να διδάσκονται και μέσω εργαστηριακών μαθημάτων.

Στα πλαίσια αυτού του σχολείου πρέπει να υπάρχει ένα σύγχρονο δίκτυο που με επιστημονικούς τρόπους να αναδεικνύει τα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις των μαθητών, για να μπορούν οι ίδιοι στη συνέχεια να επιλέξουν, ανάλογα με τις δυνατότητες και τα ενδιαφέροντά τους, τον τομέα επαγγελματικών δραστηριοτήτων που προτιμούν.

Είναι αυτονόητο ότι στο σχολείο αυτό πρέπει να εφαρμόζεται ένα δίκτυο ενίσχυσης των «αδύνατων» μαθητών, λειτουργικά και δομικά ενταγμένο μέσα στη λειτουργία του σχολείου.

Το εκπαιδευτικό προσωπικό αυτού του σχολείου, πρέπει να είναι μόνιμο, οργανικά ενταγμένο μέσα στη σχολική μονάδα. Αυτό σημαίνει την κατάργηση του θεσμού των ωρομισθίων και την ελαχιστοποίηση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών μόνο για τις έκτακτες ανάγκες.

 

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Το σχολείο της Επαγγελματικής εκπαίδευσης θα λειτουργεί μετά απ’ το 12χρονο σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Το επαγγελματικό σχολείο θα είναι διετές, δημόσιο ενταγμένο στο Υπουργείο Παιδείας, με μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό και όρους λειτουργίας του δημόσιου σχολείου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Οι τομείς και οι ειδικότητες πρέπει να καλύπτουν τους τομείς και τις ειδικότητες των σημερινών σχολείων ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ με την προσθήκη και άλλων που θα κριθούν αναγκαίες,

Οι απόφοιτοι του Επαγγελματικού Σχολείου πρέπει να έχουν ξεκάθαρα Επαγγελματικά δικαιώματα.

Ο στόχος αυτού του σχολείου πρέπει να είναι η εκπαίδευση των μαθητών για την απόκτηση ολοκληρωμένων γνώσεων (θεωρητικών και δεξιοτήτων) ενός ολοκληρωμένου γνωστικού αντικειμένου που ορίζεται ως επάγγελμα.

Οι απόφοιτοι του Επαγγελματικού Σχολείου, μετά την απόκτηση του πτυχίου, προσλαμβάνονται σε επιχειρήσεις του Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα, με ευθύνη της Πολιτείας και με εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, για την απόκτηση του απαραίτητου χρόνου προϋπηρεσίας που οδηγεί στην απόκτηση της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Όλο το διάστημα αυτό έχουν πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.

Το σχολείο της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης πρέπει να ενσωματώσει στη λειτουργία του και όλους τους διάσπαρτους, σήμερα, θεσμούς της κατάρτισης (ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ).

Οι δραστηριότητές του στον τομέα αυτό πρέπει να είναι:

Α) Εξειδικεύσεις μέσα στα πλαίσια των επαγγελματικών ειδικοτήτων των αποφοίτων της διετούς επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Β) Επανακατάρτιση παλιών αποφοίτων για τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις στο επάγγελμά τους

Όλοι οι υπόλοιποι θεσμοί κατάρτισης πρέπει να καταργηθούν.

 

ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΜΕ

Από τα μέχρι τώρα δημοσιοποιημένα κείμενα του Υπουργείου Παιδείας προκύπτει ότι στις προθέσεις του είναι να καταργήσει τους θεσμούς των ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ, που λειτουργούν στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και να ιδρύσει ένα τύπο Τεχνολογικού Λυκείου που θα ενσωματώνει τους καταργούμενους τύπους σχολείων με την δυνατότητα ενός μεταδευτεροβάθμιου έτους εξειδίκευσης.

 

Είναι γνωστό ότι και η ΟΛΜΕ, στις προτάσεις της για την Τεχνική Εκπαίδευση από το 2006, έχει μια αντίστοιχη πρόταση κατά το μέρος που αφορά την σημερινή πραγματικότητα στην προοπτική για την δημιουργία «…ενός πραγματικού Ενιαίου Λυκείου, που θα αξιοποιεί τα θετικά χαρακτηριστικά του Πολυκλαδικού Λυκείου, στο πλαίσιο της καθιέρωσης της 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης ….». Επίσης η πρόταση της ΟΛΜΕ αναφέρει ότι «Για τη δημιουργία αυτού του Ενιαίου Λυκείου απαιτείται σαφές χρονοδιάγραμμα, ώστε να αποκτά πρακτικό αντίκρισμα και η όποια δέσμευση της Πολιτείας.».

Μέχρι την καθιέρωση ενός Ενιαίου Λυκείου ως μοναδικού τύπου σχολείου η ΟΛΜΕ προτείνει «…την ύπαρξη μεταβατικού σταδίου, που είναι αναγκαίο για την ουσιαστική αναβάθμιση και ισότιμη ένταξη της ΤΕΕ στη λυκειακή βαθμίδα.»

Στην κατεύθυνση αυτή προτείνει «Να δημιουργηθεί μια και μόνο δομή επαγγελματικής εκπαίδευσης σε λυκειακό επίπεδο μετά το γυμνάσιο, σχεδιασμένη στην κατεύθυνση της καθιέρωσης 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.». Και συνεχίζει «Για αυτό είναι απαραίτητη η υπαγωγή στο ΥΠΕΠΘ όλων των σχολικών μονάδων που προσφέρουν σήμερα τεχνικό-επαγγελματική εκπαίδευση και ανήκουν σε άλλα υπουργεία (ΟΑΕΔ, ΟΤΕΚ, Υγείας, Γεωργίας). Είναι απαραίτητη, επίσης, η κατάργηση των μεταγυμνασιακών ΙΕΚ και κάθε άλλης μορφής επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης πριν τα 18 χρόνια του μαθητή και μέχρι την ολοκλήρωση του 12ετούς υποχρεωτικού κύκλου εκπαίδευσης.»

Για το Μεταλυκειακό έτος ειδίκευσης η πρόταση της ΟΛΜΕ αναφέρει: «Θα πρέπει το επίπεδο β (2) να χορηγείται με την αποφοίτηση από το λύκειο και το επίπεδο γ (3) να το χορηγεί μια εκπαιδευτική δομή ενταγμένη στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και να μην αφεθεί στο θολό περιβάλλον των ΙΕΚ και ΚΕΚ και των λοιπών δομών κατάρτισης αλλά και βορά στον ιδιωτικό τομέα. Γι’ αυτό θα πρέπει να δημιουργηθεί Μεταλυκειακό Έτος Ειδίκευσης, με την ευθύνη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οργανικά ενταγμένο στο Λύκειο της ΤΕΕ, που θα αξιοποιεί την υποδομή και το εκπαιδευτικό προσωπικό των επαγγελματικών λυκείων, και θα περιέχει το σύνολο των ειδικοτήτων που παρέχονται σήμερα.»

 

Είναι σαφές ότι οι προθέσεις του Υπουργείου Παιδείας θα κριθούν με βάση τις παραπάνω προτάσεις της ΟΛΜΕ που ανοίγουν τον δρόμο για αναβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στη κατεύθυνση για την καθιέρωση υποχρεωτικής 12χρονης εκπαίδευσης με την καθιέρωση στη λυκειακή βαθμίδα ενός τύπου σχολείου στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να παρθούν πολύ συγκεκριμένα μέτρα και να διατεθούν όλοι οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για να υπάρξει ως αποτέλεσμα η αναβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Άλλωστε πρέπει να συνειδητοποιηθεί απ’ όλους ότι η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση είναι ακριβή υπόθεση.

Α. Μαθητικό δυναμικό.

Προϋπόθεση της προσπάθειας αναβάθμισης της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αποτελεί η φοίτηση σ’ αυτήν μαθητικού δυναμικού που να έχει κατακτήσει το σύνολο των προαπαιτούμενων γνώσεων που είναι απαραίτητες για την κατανόηση και κατάκτηση των νέων γνωστικών αντικειμένων.

 

Η σημερινή πραγματικότητα.

Είναι γνωστό ότι στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης συσσωρεύεται το σύνολο των μαθητών της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που χαρακτηρίζονται ως «αδύνατοι μαθητές».

Ανέκαθεν η Τεχνική Εκπαίδευση απευθύνονταν σε μαθητές των κατώτερων οικονομικά στρωμάτων του Ελληνικού πληθυσμού, που στα τελευταία χρόνια συμπληρώθηκαν με τους παλιννοστούντες και τους οικονομικούς μετανάστες.

Έτσι κι’ αλλιώς τα κομμάτια αυτά του πληθυσμού δεν  έχουν την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στο τεράστιο οικονομικό βάρος της προετοιμασίας για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Όσον αφορά τους παλιννοστούντες  και τους αλλοδαπούς μαθητές εκτός απ’ τη  οικονομική ανέχεια, ανασταλτικός παράγοντας αποτελεί και το πρόβλημα της γλώσσας, μιας και οι υποδομές υποστήριξης αυτών των μαθητών ήταν και εξακολουθούν να είναι ανύπαρκτες.

Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς δεν μπορούν να καταγράψουν τις σκέψεις τους στο χαρτί και η γραφή τους είναι ασύντακτη. Επίσης πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν καταχτήσει τις τέσσερες πράξεις της αριθμητικής.

Εκ’ των πραγμάτων είναι αδύνατον να παρακολουθήσουν το επίπεδο των γενικών μαθημάτων που διδάσκονται στη Λυκειακή βαθμίδα και των γνωστικών αντικειμένων που απαιτούνται για τα σύγχρονα επαγγέλματα.

Για την πλειοψηφία των μαθητών της Τεχνικής Εκπαίδευσης είναι ίσως η μοναδική ευκαιρία για κοινωνική ένταξη, έστω και με την μορφή του φτηνού απασχολίσιμου εργατοτεχνικού προσωπικού

 

Πως φτάσαμε ως εδώ.

Με την θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής εννιάχρονης εκπαίδευσης και την κατάργηση των ενδιάμεσων εξετάσεων απ’ το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και απ’ το Γυμνάσιο στο Λύκειο το σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από επιλεκτικό έγινε μαζικό.

Η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής εννιάχρονης εκπαίδευσης, στο τέλος της 10ετίας του 1970 και το άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε περισσότερους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αποτέλεσαν το όχημα για τη μετάβαση σε ένα ανθρώπινο δυναμικό ικανό να στελεχώσει την οικονομική πραγματικότητα της χώρας σ’ ένα τοπίο που  το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η απαρχή της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας.

Η μετάβαση, όμως,  απ’ το επιλεκτικό στο μαζικό σχολείο  έγινε με άναρχο τρόπο, χωρίς την οικονομική και πολιτική στήριξη σε θεσμούς και υποδομές, που ήταν και είναι απαραίτητες για την κατάχτηση απ’ το σύνολο των μαθητών του ελάχιστου επιπέδου γνώσεων, στο τέλος της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Είναι σαφές ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τον δάσκαλο ή τον καθηγητή της τάξης, γιατί, κατά γενική ομολογία, αυτός είναι αναγκασμένος να προχωράει στην εκπαιδευτική διαδικασία με βάση τον μέσο όρο της τάξης. Έτσι οι «αδύνατοι» μαθητές, όσοι δεν απομακρύνονται απ’ το σχολείο ως μαθητική διαρροή, περνάνε απ’ τις τάξεις συσσωρεύοντας γνωστικά κενά αντί για γνώσεις.

Έτσι η συσσώρευση «αδύνατων» μαθητών απ’ το Δημοτικό έως το Γυμνάσιο, λόγω έλλειψης ουσιαστικών θεσμών και υποδομών ενίσχυσης για την κάλυψη των βασικών τους εκπαιδευτικών κενών, οδηγεί στην αναγκαστική μετακύλυση του προβλήματος στη λυκειακή βαθμίδα. Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών αυτών, όσοι δεν εγκαταλείψουν το σχολείο ως μαθητική διαρροή, συσσωρεύεται αναγκαστικά στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, με τα γνωστά αποτελέσματα της ουσιαστικής αδυναμίας παρακολούθησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η προσπάθεια ενίσχυσης των μαθητών αυτών στα πλαίσια της λυκειακής βαθμίδας αποτελεί ημίμετρο, γιατί δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν τα εκπαιδευτικά κενά, που συσσωρεύτηκαν από καταβολής σχολείου.

 

Η αντιμετώπιση του προβλήματος

Στην ουσία το πρόβλημα της αναβάθμισης της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα αναβάθμισης του συνόλου της Εκπαίδευσης απ’ την είσοδο του μαθητή στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Στα πλαίσια αυτής της αναβάθμισης απαιτούνται εκπαιδευτικοί θεσμοί υποστήριξης αλλά και υποδομές που θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλεται να ξεκινούν απ’ την είσοδο του μαθητή στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η πολιτεία οφείλει να ενσωματώσει τον θεσμό της ενίσχυσης των «αδύνατων» μαθητών μέσα στον θεσμό του σχολείου. Για τον σκοπό αυτό επιβάλλεται να καλυφτούν οι σχολικές μονάδες με το κατάλληλο μόνιμο προσωπικό, αλλά και με τις υποδομές υποστήριξης που απαιτούνται.

 

Β. Εκπαιδευτική Διαδικασία

1. Μαθήματα Γενικής Παιδείας

Η διδασκαλία των μαθημάτων της Γενικής Παιδείας πρέπει να συνδυάζει την αναγκαιότητα των γνώσεων που απαιτείται να πάρουν οι μαθητές, σε συνδυασμό με τις αντικειμενικές γνωστικές ιδιαιτερότητες που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Οι δρόμοι κατανόησης των γνώσεων είναι διαφορετικοί για τους μαθητές που επιλέγουν ή αναγκάζονται να επιλέξουν την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Πρέπει να γίνεται προσπάθεια η διδασκαλία των μαθημάτων να γίνεται με πιο παραστατικούς τρόπους, τα βιβλία να έχουν παραδείγματα και ασκήσεις μέσα απ’ την καθημερινή πραγματικότητα της ζωής, που να παραπέμπουν και να εκμαιεύονται απ’ τον τομέα και ειδικότητα που παρακολουθεί ο κάθε μαθητής. Τα μαθήματα των φυσικών επιστημών να εμπεριέχουν πολλές εργαστηριακές ασκήσεις και να γίνεται προσπάθεια το μάθημα να περνάει μέσα απ’ το εργαστήριο.

 

2. Μαθήματα Ειδικοτήτων.

Το βασικό πρόβλημα στη διδασκαλία των μαθημάτων των ειδικοτήτων είναι ο διαχωρισμός τους σε Θεωρία και Εργαστήριο.

Επί σειρά ετών ένα γνωστικό αντικείμενο που χαρακτηρίζεται ως μάθημα ειδικότητας διαχωρίζεται σε θεωρία, που διδάσκεται από κάποιον εκπαιδευτικό και σε εργαστήριο που διδάσκεται τις περισσότερες φορές από άλλον ή άλλους εκπαιδευτικούς.

Πριν το 1998 η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών που δίδασκαν την θεωρία δεν συμμετείχαν καθόλου στην διδασκαλία του εργαστηριακού μαθήματος. Τα δύο κομμάτια αντιμετωπίζονταν σαν δυο ξεχωριστά γνωστικά αντικείμενα !!!!! Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μεταδίδεται ξεχωριστά η γνώση στους μαθητές χωρίς να συγχρονίζεται η εκπαιδευτική διαδικασία της θεωρίας με αυτή του εργαστηρίου. Έτσι επικράτησε η λάθος αντίληψη, τόσο στους μαθητές όσο και στους εκπαιδευτικούς, ότι πρόκειται για δυο ξεχωριστά γνωστικά αντικείμενα. Με τον τρόπο αυτόν συντηρήθηκε για χρόνια η λαθεμένη αντίληψη του διαχωρισμού της θεωρίας απ’ την πράξη, τόσο στην κοινωνία (που αντικειμενικά για ιστορικούς λόγους είχε την αντίληψη του πρακτικού τεχνίτη) όσο και μέσα στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στο μαθητικό και στο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Απ’ το 1999 και μετά, έγινε μια προσπάθεια σύνθεσης στη διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου με την καθιέρωση μεικτού μαθήματος (Θ+Ε), που στην αρχή οι δυο κλάδοι βαθμολογούνταν ξεχωριστά για να υπολογιστεί ο Μ.Ο του μαθήματος, στη συνέχεια με την καθιέρωση ενιαίας βαθμολογίας.

Αυτό δεν έλυσε το πρόβλημα γιατί εξακολουθεί να υπάρχει διαχωρισμός στην εκπαιδευτική διαδικασία μιας και το μάθημα γίνεται στις περισσότερες των περιπτώσεων από διαφορετικούς εκπαιδευτικούς.

Το πρόβλημα επέτεινε ο κτηριακός και συνεπακόλουθα ο διοικητικός διαχωρισμός των σχολικών μονάδων της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, σε κύρια σχολική μονάδα όπου διδάσκονται τα θεωρητικά μαθήματα και σε Σχολικό Εργαστηριακό Κέντρο (ΣΕΚ) όπου διδάσκονται τα εργαστηριακά μαθήματα. Το πρόβλημα το επιτείνει το γεγονός ότι τα ΣΕΚ εξυπηρετούν, πολλές φορές, στην ίδια βάρδια περισσότερα από ένα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος

Επιβάλλεται να θεσμοθετηθεί η ενοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας έτσι ώστε ένα γνωστικό αντικείμενο που αποτελεί μεικτό μάθημα (Θ+Ε) να γίνεται από έναν εκπαιδευτικό. Εξαίρεση να μπορεί να υπάρχει μόνο στην περίπτωση που υπάρχει ανυπέρβλητο εμπόδιο με την κάλυψη του υποχρεωτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών ή άλλο αντικειμενικό πρόβλημα. Αν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, για κάποια περίπτωση, αυτό θα πρέπει να αιτιολογείται με έγγραφο του σχολείου προς την προϊσταμένη αρχή.

Στη περίπτωση που ο διαχωρισμός  των επιμέρους κλάδων ενός γνωστικού αντικειμένου δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστεί, επιβάλλεται να υπάρχει πολύ καλή συνεργασία των εκπαιδευτικών που διδάσκουν τους κλάδους του γνωστικού αντικειμένου. Η εκπαιδευτική διαδικασία στην περίπτωση αυτή πρέπει να ελέγχεται και να υποβοηθείται απ’ το σχολείο και τους θεσμούς υποβοήθησης του εκπαιδευτικού έργου.

Εννοείται ότι στον σχεδιασμό της ενοποίησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας θα ενταχθούν και οι εκπαιδευτικοί που διατίθενται εξ’ ολοκλήρου στα Σχολικά Εργαστηριακά Κέντρα (Διευθυντής, Τομεάρχες, Υπεύθυνοι Εργαστηρίων), που στην περίπτωση αυτή οι θεωρητικές ώρες του γνωστικού αντικειμένου θα πραγματοποιούνται στις εγκαταστάσεις του ΣΕΚ και κατά προτεραιότητα στην αίθουσα του εργαστηρίου αν αυτό είναι εφικτό απ’ το πρόγραμμα λειτουργίας.

Επίσης μέσα στις αίθουσες των εργαστηρίων πρέπει να διδάσκονται οι θεωρητικές ώρες όλων των αντίστοιχων Μεικτών Μαθημάτων και απ’ τους εκπαιδευτικούς που δεν είναι υπεύθυνοι εργαστηρίου, αν αυτό είναι εφικτό απ’ το πρόγραμμα τόσο του εργαστηρίου, όσο και του εκπαιδευτικού.

Στην περίπτωση που το θεωρητικό τμήμα του γνωστικού αντικειμένου δεν είναι εφικτό να διδαχθεί στην αίθουσα του εργαστηρίου, επιβάλλεται να υπάρχει οργανωμένη τάξη στο κτήριο που στεγάζεται η σχολική μονάδα ή στο ΣΕΚ,  με μέσα προβολής (βιντεοπροβολέας μέσω Η/Υ κλπ), αλλά και βασικά εποπτικά μέσα και πινακίδες προσομοίωσης.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι διδασκαλία σε θεωρητικό μάθημα ειδικότητας σε αίθουσα με μόνο εφόδιο τον πίνακα διδασκαλίας δεν είναι εφικτό.   

 

Γ. Υποδομές

1. Κτηριακή Υποδομή

Η αρχιτεκτονική δομή των σχολικών μονάδων της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης πρέπει να υπηρετεί την ενοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Επιβάλλεται η κατασκευή κτηρίων, όπου για κάθε αίθουσα Εργαστηρίου να υπάρχει οργανικά δεμένη με το εργαστήριο και αίθουσα διδασκαλίας. Ο αντικειμενικός στόχος είναι, για την διδασκαλία του θεωρητικού τμήματος του γνωστικού αντικειμένου να υπάρχει άμεση πρόσβαση στα εποπτικά μέσα και στους προσομοιωτές, που ούτως ή άλλως βρίσκονται στο εργαστήριο, αλλά και στον υπόλοιπο εξοπλισμό του εργαστηρίου που μπορεί να προσφερθεί για επίδειξη αν το επιβάλει η εκπαιδευτική διαδικασία.

Σήμερα άλλωστε, όπου είναι δυνατόν (θέμα χώρου), μέσα στα εργαστήρια υπάρχει οργάνωση τάξης με θρανία που εξυπηρετεί την ανάπτυξη των εργαστηριακών ασκήσεων, αλλά σε πολλά ΣΕΚ και των ωρών της θεωρίας του αντίστοιχου γνωστικού αντικειμένου.

Η πραγματικότητα

Το σχολείο της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αποτελείται από δυο ξεχωριστά κτηριακά συγκροτήματα.

Α. Το κτήριο της σχολικής μονάδας

Το κτήριο της σχολικής μονάδας της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, συνήθως στις μεγάλες πόλεις, το μοιράζονται δυο σχολικές μονάδες της ΤΕΕ ή και με σχολική μονάδα Γενικής κατεύθυνσης.

Ως επί το πλείστον αποτελείται από αίθουσες διδασκαλίας που ως εφόδιο για την εκπαιδευτική διαδικασία έχουν μόνο τον πίνακα. Από πολλές απουσιάζει και η ……. μπρίζα ρεύματος κοντά στον πίνακα για να υπάρχει η δυνατότητα από κάποιον εκπαιδευτικό να συνδυάσει το μάθημα με κάποια προβολή.

Στην καλλίτερη περίπτωση το σχολείο διαθέτει έναν ή δυο βιντεοπροβολείς μέσω Η/Υ και άλλα τόσα Γραφοσκόπια για προβολή Διαφανειών. Απουσιάζουν παντελώς τα εποπτικά μέσα και οι προσομοιωτές. Άλλωστε δεν μπορεί να υπάρχει τέτοιος εξοπλισμός όταν οι αίθουσες διδασκαλίας είναι γενικής χρήσης, όπου εναλλάσσονται μαθητές διαφόρων τμημάτων και ειδικοτήτων και φυσικά δεν παρέχουν καμία ασφάλεια αφού στην συντριπτική πλειοψηφία τους δεν κλειδώνουν.

Είναι προφανές ότι σ’ αυτά τα κτήρια με την συγκεκριμένη υποδομή δεν μπορούν να γίνουν μαθήματα ειδικοτήτων. Ακόμη και στα μαθήματα γενικής παιδείας είναι εξαιρετικά δύσκολο ο εκπαιδευτικός να προσπαθήσει να κάνει το μάθημά του ποιο παραστατικό με την χρήση εποπτικών μέσων. Δεν είναι δυνατόν ο εκπαιδευτικός για μια διδακτική ώρα να μεταφέρει και να στήνει τόσο τα εποπτικά μέσα προβολής όσο και τον υπόλοιπο εποπτικό εξοπλισμό, που  χρειάζεται για το μάθημα της ημέρας.

Αντιμετώπιση του προβλήματος

Είναι αναγκαίο να οργανωθούν αίθουσες διδασκαλίας για κάθε γνωστικό αντικείμενο ή για ομάδα ομοειδών γνωστικών αντικειμένων. Οι αίθουσες αυτές πρέπει να διαθέτουν προδιαγραφές προβολής με σταθερή εγκατάσταση βιντεοπροβολέα μέσω Η/Υ, με εξοπλισμό αναπαραγωγής ήχου. Παράλληλα οι αίθουσες αυτές πρέπει να διαθέτουν εποπτικό εξοπλισμό που να καλύπτουν τα γνωστικά αντικείμενα που διδάσκονται σ’ αυτές.  

 

Β. Το κτήριο του Σχολικού Εργαστηριακού Κέντρου.

Όλα τα Σχολικά Εργαστηριακά Κέντρα λειτουργούν σε αυτοτελή κτηριακά συγκροτήματα που, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι απομακρυσμένα απ’ το κτήριο της σχολικής μονάδας.

Τα περισσότερα απ’ αυτά εξυπηρετούν περισσότερες από μια σχολική μονάδα και λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, που μπορεί να φτάσει έως τις 10:30 μμ για τα ΣΕΚ που εξυπηρετούν νυχτερινά σχολεία.

Αυτά τα κτηριακά συγκροτήματα πρέπει να κατασκευάζονται με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές, που να καλύπτουν την λειτουργία των εργαστηρίων των ειδικοτήτων. Στην ουσία πρόκειται για πολυβιομηχανικά κτήρια. Αυτά τα συγκροτήματα πρέπει να κατασκευάζονται πλέον, έτσι ώστε να αποτελούν το μοναδικό σχολικό συγκρότημα της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

Σήμερα πολλά απ’ αυτά λειτουργούν σε παντελώς ακατάλληλα κτήρια, που δεν καλύπτουν παρά ελάχιστες απ’ τις προδιαγραφές λειτουργίας των εργαστηρίων που φιλοξενούν, τόσο από άποψη χώρων όσο και από άποψη τεχνολογικής υποδομής υποστήριξης των χώρων των εργαστηρίων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Δυτική Αττική (περιοχή Θριασίου Πεδίου, Μεγαρίδα, Λιόσια), όπου απ’ τα τέσσερα (4) ΣΕΚ που λειτουργούν, μόνο το ένα (Ελευσίνα) είναι σχολικό κτήριο που κατασκευάστηκε για τον συγκεκριμένο ρόλο και αυτό …… με προδιαγραφές κτηρίου που σχεδιάστηκε για τα Γρεβενά !!!! Είναι προφανές ότι και αυτό σήμερα δεν καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες.

 

1. Εργαστηριακές Αίθουσες

Οι αίθουσες αυτές πρέπει να καλύπτουν πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές για να μπορούν να φιλοξενήσουν τόσο τον εργαστηριακό εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για κάθε γνωστικό αντικείμενο, αλλά και τον μέγιστο αριθμό μαθητών, που με τα σημερινά δεδομένα δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 20.

Για εργαστηριακούς χώρους που η επιφάνειά τους είναι κάτω απ’ την προβλεπόμενη ελάχιστη επιφάνεια, επιβάλλεται να υπάρχει αναλογική μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, απ’ το μέγιστο προβλεπόμενο όριο.

Πρέπει να κατανοηθεί ότι η ελάχιστη αναγκαία επιφάνεια ανά μαθητή, για τα εργαστήρια, αποτελεί βασικό στοιχείο ασφάλειας, τόσο για τους εκπαιδευόμενους μαθητές, όσο και για τον έλεγχο και διασφάλιση του εργαστηριακού εξοπλισμού.

Βέβαια η ελάχιστη επιφάνεια ανά μαθητή πρέπει να προδιαγράφεται ξεχωριστά για κάθε γνωστικό αντικείμενο, άρα και για κάθε εργαστήριο, διότι δεν είναι ο ίδιος βαθμός επικινδυνότητας σε κάθε περίπτωση.

2. Εργαστηριακός Εξοπλισμός

Για κάθε γνωστικό αντικείμενο επιβάλλεται να υπάρχει αναλυτικός κατάλογος του αναγκαίου εξοπλισμού που είναι απαραίτητος, τόσο για την εκπαιδευτική διαδικασία (εργαστηριακός εξοπλισμός, εποπτικά μέσα προσομοιωτές), όσο και ο εξοπλισμός ασφαλείας.

Η καταγραφή αυτή του εξοπλισμού πρέπει να περιλαμβάνει:

1) Αναλυτικές προδιαγραφές κάθε συσκευής – οργάνου – εργαλείου, που να καλύπτει τους επιδιωκόμενους εκπαιδευτικούς στόχους.

2) Τον ελάχιστο αριθμό του εξοπλισμού που είναι απαραίτητος για την εκπαίδευση του μέγιστου αριθμού των μαθητών.

3) Κωδικοποίηση (μοναδικός αριθμός ονομαστικού) για κάθε συσκευή – όργανο – εργαλείο – υλικό, για κάθε εργαστήριο που θα αποτελεί την βάση καταγραφής του κάθε υλικού στο μητρώο υλικού του κάθε εργαστηρίου.

Το σύνολο των προδιαγραφών αυτών πρέπει να είναι στη διάθεση κάθε σχολικής μονάδας της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

 

Η πραγματικότητα

Υπάρχει μια αρχική εργασία απ’ το Υπουργείο Παιδείας προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά είναι ελλιπής, αποσπασματική και με αρκετά λάθη.

 

Διαδικασία και Πόροι Εξοπλισμού Εργαστηρίων

Με την ίδρυση μιας ειδικότητας σε μια σχολική μονάδα πρέπει να προβλέπεται η άμεση χρηματοδότηση απ’ το Υπουργείο Παιδείας για τον βασικό εργαστηριακό εξοπλισμό που απαιτείται, με βάση τις προδιαγραφές, για τη λειτουργία της.

 

Η πραγματικότητα

Συνήθως ιδρύονται ειδικότητες, αλλά και σχολικές μονάδες, χωρίς καμιά επιχορήγηση. Δεν καλύπτονται  ούτε τα πιο βασικά και απαραίτητα εργαλεία και υλικά που χρειάζονται για να λειτουργήσουν τα εργαστήρια της ειδικότητας. Η επιχορήγηση για τις ανάγκες ενός νέου εργαστηρίου συνήθως, γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης του Σχολείου με τον Δήμο και την αντίστοιχη σχολική επιτροπή. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται μέσα στο σχολείο για την περικοπή των αναγκών άλλων εργαστηρίων για να ενισχυθεί το εργαστήριο της νέας ειδικότητας. Δεν είναι τυχαίο που σε κάθε ΣΕΚ μεγάλο μέρος του εργαστηριακού εξοπλισμού, των προσομοιωτών και εποπτικών μέσων, είναι κατασκευασμένα απ’ τους εκπαιδευτικούς με την βοήθεια των μαθητών. Δεν είναι λίγες οι φορές που για τις ανάγκες αυτές των εργαστηρίων οι εκπαιδευτικοί έχουν βάλει δικά τους χρήματα.

 

Επιβάλλεται να κατασκευαστεί μια βάση δεδομένων υλικού κατά εργαστήριο και σχολική μονάδα που να αποτελεί το Μητρώο Υλικού του κάθε εργαστηρίου. Με την τεχνολογία που προσφέρει το διαδίκτυο, η εικόνα αυτή μπορεί να φτάνει στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας που πρέπει να είναι επιφορτισμένη με την οργάνωση και τον επιμερισμό των πόρων κατά σχολική μονάδα, ανάλογα με τις προδιαγραφόμενες πραγματικές ανάγκες.

 

Δ. Διοικητική Κατάσταση

Είναι γνωστό ότι υπάρχει μια δισυπόστατη διοίκηση στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, που πολλές φορές δημιουργεί προβλήματα συντονισμού, αλλά και αντιπαλότητες.

Η διπλή διοίκηση αφορά την Σχολική Μονάδα και το αντίστοιχο Σχολικό Εργαστηριακό Κέντρο που εξυπηρετεί τη Σχολική Μονάδα.

Η διπλή διοίκηση στη σημερινή πραγματικότητα είναι αναγκαία γιατί:

α) Υπάρχει χωροταξικός διαχωρισμός των κτηριακών υποδομών της σχολικής μονάδας της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, απ’ αυτές του αντίστοιχου Σχολικού Εργαστηριακού Κέντρου που την εξυπηρετεί. Πολλές φορές η απόσταση μεταξύ τους είναι τέτοια που δημιουργείται η αναγκαιότητα τα δυο συγκροτήματα (σχολικής μονάδας και ΣΕΚ) να δημιουργούν εντελώς ξεχωριστά ωρολόγια προγράμματα που απαιτούν μαθητές και εκπαιδευτικούς να παρευρίσκονται άλλες ημέρες στη σχολική μονάδα και άλλες ημέρες στο ΣΕΚ, σαν να επρόκειτο για ξεχωριστά σχολεία που διδάσκουν διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα.

β) Η πλειοψηφία των ΣΕΚ εξυπηρετούν περισσότερες από μια εκπαιδευτικές μονάδες της Τεχνικής Εκπαίδευσης.

Είναι εκ’ των πραγμάτων αδύνατον να καταργηθεί αυτή η διοικητική δομή. Η πιθανή κατάργηση της διοικητικής δομής του ΣΕΚ (που ακούγεται ως φήμη), θα οδηγήσει σε παράλυση της λειτουργίας των εργαστηρίων και συνακόλουθα προβλήματα στην υποδομή τους, που θα προκληθούν από την έλλειψη συντονισμού και ελέγχου, με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο για την εκπαιδευτική διαδικασία όσο και για την μεγάλη περιουσία των ΣΕΚ.

 

Η προσπάθεια πρέπει να επικεντρωθεί στην ενοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στα μεικτά μαθήματα (Θ+Ε) των τομέων και των ειδικοτήτων, έτσι ώστε να αποκτηθεί η αναγκαία κουλτούρα της συνεργασίας.

 

Ε. Εκπαιδευτικό Προσωπικό.

Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις επιβάλουν την συνεχή ενημέρωση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στις νέες τεχνολογίες που προστίθενται στα γνωστικά αντικείμενα των επαγγελμάτων. Τα νέα αυτά γνωστικά αντικείμενα πρέπει να μπαίνουν έγκαιρα στην εκπαιδευτική διαδικασία της Τεχνικής Επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι εξελίξεις αυτές επιβάλουν συνεχή αναμόρφωση του εργαστηριακού εξοπλισμού των εργαστηρίων, καθώς και την ανάπτυξη νέων εκπαιδευτικών μεθόδων. Παράλληλα τα νέα γνωστικά δεδομένα πρέπει να ενσωματώνονται άμεσα, τόσο στα αναλυτικά προγράμματα, όσο και στη βιβλιογραφία.

Θα ήταν λογικό το Υπουργείο Παιδείας να είχε αναπτύξει ένα ευρύτατο δίκτυο επιμορφώσεων που να καλύπτει τις ανάγκες των εκπαιδευτικών.

Όμως οι επιμορφώσεις, όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν λιγοστές, αποσπασματικές, χωρίς σχέδιο. Σχεδόν ανύπαρκτες, αν λάβει κανείς υπόψη του τις πραγματικές ανάγκες.

Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στον νέο εργαστηριακό εξοπλισμό που παραλήφθηκε τη διετία 2006 – 2008 δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ !!! Οι εκπαιδευτικοί προσπαθούν μόνοι τους να εντάξουν τον εξοπλισμό αυτόν στην εκπαιδευτική διαδικασία.

 

Επιβάλλεται η ανάπτυξη ενός κεντρικού συστήματος επιμορφώσεων απ’ το Υπουργείο Παιδείας, με καθορισμένους εκπαιδευτικούς στόχους. Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών πρέπει να σχεδιάζεται απ’ το Υπουργείο Παιδείας και να διεξάγονται με την ευθύνη των ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι επιμορφώσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν υποχρεωτικά και τις αντίστοιχες δεξιότητες.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να προβλέπεται εκπαιδευτική άδεια για τους εκπαιδευτικούς που συμμετέχουν σε διαδικασία πολύμηνης επιμόρφωσης ή οικονομική αποζημίωση για βραχυχρόνιες επιμορφώσεις που διεξάγονται εκτός ωραρίου λειτουργίας του σχολείου.

Επίσης πρέπει να οργανωθεί ένα δίκτυο επιμόρφωσης νέων ή άπειρων σε κάποιο γνωστικό αντικείμενο συναδέλφων. Η επιμόρφωση αυτή πρέπει να απευθύνεται σε  εκπαιδευτικούς που πρέπει να διδάξουν για πρώτη φορά κάποιο γνωστικό αντικείμενο ή πρέπει να χρησιμοποιήσουν για πρώτη φορά εργαστηριακό εξοπλισμό.

Οι επιμορφωτές, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να είναι έμπειροι εκπαιδευτικοί απ’ την ίδια ή όμορη Σχολική μονάδα ή και από άλλη Διεύθυνση εκπαίδευσης αν παραστεί ανάγκη.

Η επιμόρφωση αυτή πρέπει να διεξάγεται στην αρχή του σχολικού έτους. Αν η επιμόρφωση διεξαχθεί εκτός ωραρίου εργασίας ή εκτός έδρας των εκπαιδευτικών, πρέπει να προβλέπεται οικονομική αποζημίωση, τόσο για τους επιμορφωτές, όσο και για τους  εκπαιδευτικούς που θα επιμορφωθούν.

Τελειώνοντας αυτό το σημείωμα πρέπει να υπογραμμίσω ότι η αναβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, ως αναπόσπαστο κομμάτι συνολικά της εκπαίδευσης, δεν είναι θέμα καλών προτάσεων ή καλών προθέσεων. Αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή μιας και συνδέεται άμεσα με την χρηματοδότησή της και κατ’ επέκταση με τα ποσά που προβλέπονται απ’ τον προϋπολογισμό του κράτους, τόσο σε απόλυτα νούμερα, όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Η απόλυτη μείωση της χρηματοδότησης που προβλέπει ο φετινός προϋπολογισμός για την εκπαίδευση προδικάζει την υποβάθμιση του Δημόσιου Σχολείου.

Τα μέτρα και οι πολιτικές, που αναφέρθηκαν σ’ αυτό το σημείωμα, επιβάλλουν αυξημένους πόρους σε ανθρώπινο δυναμικό, πόρους λειτουργίας και υλικοτεχνικής υποδομής.

Αντί γι’ αυτό βιώνουμε, εκτός απ’ τη μείωση των αποδοχών μας, την κατάργηση υποστηρικτικών θεσμών του σχολείου (ενισχυτική διδασκαλία – ΠΔΣ – ΤΑΔ κ.λ.π), την επερχόμενη συγχώνευση σχολικών μονάδων που θα δημιουργήσει γκετοποιημένα σχολεία, την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα.

Η επερχόμενη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση θα κριθεί από τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και την κοινωνία,  με βάση τις πραγματικές ανάγκες αναβάθμισης του σχολείου, στο οποίο φοιτούν, αναγκαστικά ή όχι, τα παιδιά των φτωχότερων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας  και ζητούν μια κοινωνική διέξοδο μέσα απ’ αυτό.

 

23-1-2011

Αποκαλυπτικά: βίαιες συγχωνεύσεις σχολείων

Αποκαλυπτική συνέντευξη για βίαιες συγχωνεύσεις σχολείων  από τις 24-12-2010

 

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα


 

Ο εν λόγω εκπαιδευτικός και συνδικαλιστής αποκάλυψε παραμονή των Χριστουγέννων μεγάλο μέρος του μυστικού σχεδίου που εξυφαίνετο στα «σκοτεινά» του ΥΠΔΜΘ:

Ι) Η συνέντευξη αυτή αναρτήθηκε χθες 23-1-2011 στην Αποικία, είναι 14 λεπτών και αξίζει να τη δείτε: Συνέντευξη με τον Π. Μπούρδαλα για βίαιες συγχωνεύσεις σχολείων από τις 24-12-2010, myattacktvgr | 24 Δεκ 2010. Η απόδειξη μέσα σε ένα μήνα με δύο δόσεις μέχρις στιγμής:


ΙΙ) Στις 14 Γενάρη μέρα κινητοποιήσεων των εκπαιδευτικών το ΥΠΔΜΘ είχε μαζέψει τους περιφερειακούς Δ/ντές Εκπ/σης στην Αθήνα και με συνοπτικό Δελτίο Τύπου επιβεβαίωνε τις προθέσεις του και φυσικά και την εν λόγω συνέντευξη!!! Δείτε σχετική ανάρτηση εδώ: Υπουργείο Παιδείας: Συγχωνεύσεις Σχολείων και δημιουργία Σχολικών

ΙΙΙ) Όπως ήδη είναι γνωστό η διαβούλευση του ΥΠΔΜΘ άρχισε την Παρασκευή 23-1-2011 και τελειώνει σήμερα… Τόση Δημοκρατία έχουμε ανάγκη. Το ΥΠΔΜΘ βγάζει την «κουκούλα» για το κλείσιμο – γιγάντωση των σχολείων.

Η Ευρώπη στην πυρά

Η Ευρώπη στην πυρά

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Με το ΔΝΤ να δηλώνει έτοιμο να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδας υπό καθεστώς επίσημης πτώχευσης, συνεχίζονται οι έντονες διαβουλεύσεις για τον καθορισμό των λεπτομερειών του νέου αναβαθμισμένου ρόλου για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Οι επιτελείς της ευρωζώνης δεν θέλουν η διαδικασία αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας να συμβεί χωρίς να έχει τεθεί σε ισχύ ο συνολικός μηχανισμός διαχείρισης των υπό πτώχευση χωρών.

Αυτό που επιδιώκουν είναι να εντάξουν επίσημα και την Ελλάδα στο μηχανισμό αυτό, που απ’ ότι φαίνεται θα στηθεί γύρω από το Ευρωπαϊκό Ταμείο και την ΕΚΤ. Ωστόσο το Eurogroup δεν κατόρθωσε ακόμη να καταλήξει σε τίποτε οριστικό. Ούτε στην ενίσχυση της χρηματοδοτικής ικανότητας του ταμείου, την οποία και απέρριψε. Ούτε καν στο κατά πόσο το ταμείο θα γίνει μόνιμος μηχανισμός της ευρωζώνης. Με κύρια ευθύνη της Γερμανίας, η οποία φοβάται ότι όσο περισσότερο εμπλέκεται σε έναν μόνιμο μηχανισμό διαχείρισης πτωχεύσεων στην ευρωζώνη, τόσο περισσότερο χάνει τους βαθμούς ελευθερίας που διαθέτει σήμερα και τόσο μεγαλύτερες δημοσιονομικές δεσμεύσεις αναλαμβάνει.

Βασικό εργαλείο αυτού του μηχανισμού διαχείρισης πτωχεύσεων στην ευρωζώνη, φαίνεται να είναι η έκδοση ευρωομολόγου. Αν και ακόμη τίποτε δεν έχει αποφασιστεί, ωστόσο όλα δείχνουν πώς το Eurogroup θα αναγκαστεί να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Το σίγουρο είναι ότι το ευρωομόλογο το διεκδικούν ήδη οι αγορές και οι τράπεζες, οι οποίες πιέζουν αφόρητα προς αυτή την κατεύθυνση. Και δεν έχουν άδικο. Η έκδοση κοινού ομολόγου για όλες τις χώρες της ευρωζώνης είναι η πραγματοποίηση της πιο τρελής φαντασίωσης των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της διεθνούς αγοράς. Είναι κάτι στο οποίο έχουν επενδύσει από την αρχή της κρίσης.

Πρώτα και κύρια γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν τα κεφάλαια που έχουν τοποθετήσει ακόμη και στα κρατικά ομόλογα χρέους εκείνων των χωρών που απειλούνται άμεσα με πτώχευση, όπως π.χ. είναι η Ελλάδα.

Δεύτερο, τους δίνεται η ευκαιρία να ανοιχτούν με ασφάλεια στην αγορά ομολόγων της ευρωζώνης και να μετατρέψουν τη «διάσωση» των υπό πτώχευση χωρών σε τεράστια ευκαιρία για κερδοσκοπία.

Τρίτο, μπορούν να κερδοσκοπήσουν με επιτόκια υψηλότερα από αυτά που δανείζεται σήμερα η Γερμανία, η οποία μαζί με τη Γαλλία εκδίδουν τον μεγαλύτερο όγκο ομολόγων στην ευρωζώνη.

Τέταρτο, με το ευρωομόλογο αποκτούν όλα τα πλεονεκτήματα που έχει κάθε τυπικός δανειστής. Δεν θα έχουν πια να κάνουν απευθείας με κράτη, τα οποία προστατεύονται έναντι των δανειστών τους από την ασυλία λόγω άσκησης εθνικής κυριαρχίας. Δεν χρειάζεται ούτε καν να μπλέξουν πια με τις εθνικές νομοθεσίες. Χάρις στα υπερεθνικά και υπερκρατικά όργανα της ευρωζώνης οι δανειστές μπορούν να αισθάνονται σίγουροι ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να τους σηκώσει κεφάλι. Είναι στο απόλυτο έλεός τους.

 

Χρηματιστική κυβεία

 

Στα πλαίσια αυτά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προσέλαβε την περασμένη Δευτέρα τρεις τράπεζες για την έκδοση του πρώτου ομολόγου του, όπως αναφέρει το Reuters. Το Ταμείο όρισε τρεις αναδόχους, την Citi, την HSBC και την Societe Generale για την έκδοση πενταετούς ομολόγου αναφοράς. Η έκδοση προβλέπεται να γίνει την επόμενη εβδομάδα και να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του προγράμματος διάσωσης της Ιρλανδίας. Σύμφωνα με πηγή του ταμείου, ο όγκος της έκδοσης θα είναι μεταξύ 3 και 5 δισ. ευρώ.

Το Ταμείο προτίθεται να αντλήσει από τις αγορές συνολικά έως 26,5 δισ. ευρώ τη διετία. Ο επικεφαλής του Tαμείου, Κλάους Ρεγκλινγκ, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η πρώτη έκδοση ομολόγου του EFSF θα αποκαταστήσει την σταθερότητα στις αγορές ομολόγων και θα προστατεύσει το ευρώ. Στην πράξη η έκδοση αυτού του ομολόγου αναφοράς αντιμετωπίζεται τόσο από τους επιτελείς της ευρωζώνης, όσο και από τις αγορές ως δοκιμαστική πτήση του ευρωομολόγου.

Γι’ αυτό και εκφράζεται αισιοδοξία σε ο,τι αφορά την προσφορά. Σύμφωνα με δημοσίευμα των «Financial Times» (17/1) οι τραπεζίτες δηλώνουν ότι σπάνια έχουν δει τέτοια ζήτηση για ομόλογα, καθώς ορισμένα από τα πλουσιότερα κράτη και πολλά ιδιωτικά funds θέλουν να αποκτήσουν αυτά τα ομόλογα, τα οποία έχουν σχεδιαστεί για να χρηματοδοτήσουν τη διάσωση της Ιρλανδίας. Όπως επισημαίνουν, μάλιστα, η προσφορά θα μπορούσε να ανέλθει έως και τα 20 δισ. ευρώ. Μέχρι και η Ιαπωνία έχει ανακοινώσει πως θα αγοράσει το 20% των ομολόγων που θα εκδώσει το ευρωπαϊκό ταμείο στήριξης.

Με τον τρόπο αυτό τα διεθνή κρατικά και ιδιωτικά funds, που μέχρι σήμερα είχαν ένα πολύ μικρό μερίδιο στην αγορά ομολόγων εντός ευρωζώνης, όπου κυριαρχούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες, ελπίζουν τώρα ότι με το ευρωομόλογο θα τους δοθεί η ευκαιρία να πλασαριστούν γερά. Γι’ αυτό και δεν κρύβουν τη χαρά τους. Ούτε θέλουν να αφήσουν την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Ίσως βρισκόμαστε μπροστά στο μεγαλύτερο παιχνίδι χρηματιστικής κυβείας που στήνεται από την εποχή των δανείων υψηλού ρίσκου στις ΗΠΑ. Για τον σκοπό αυτό τα επενδυτικά κεφάλαια πιέζουν, αφενός, να προχωρήσει τάχιστα η μεταφορά των αρμοδιοτήτων άσκησης της δημοσιονομικής και γενικά της οικονομικής πολιτικής των κρατών-μελών στα όργανα της ΕΕ και της ευρωζώνης. Αφετέρου, να αρχίσει άμεσα η έκδοση κοινού ομολόγου που θα αντικαταστήσει τα ομόλογα που εκδίδει κάθε κράτος-μέλος.

Το γιατί οι επενδυτές λατρεύουν την ιδέα των κοινών ομολόγων το εξήγησε ένας ανώνυμος τραπεζίτης στους Financial Times (16/1), ο οποίος δήλωσε: «Οι επενδυτές λατρεύουν αυτά τα ομόλογα γιατί προσφέρουν την ασφάλεια ενός τριπλού Α στην πιστοληπτική ικανότητα, ενώ την ίδια ώρα παρέχουν κάτι το επιπλέον στο επιτόκιο πάνω από τα Γερμανικά ομόλογα.»

Ο Τζιμ Ο’Νιλ, επικεφαλής της Goldman Sachs Asset Management, δήλωσε στους Financial Times (17/1) αρκετά αποκαλυπτικά: «Η ΟΝΕ θα μπορούσε να δουλέψει αν υπήρχε περισσότερη δημοσιονομική και πολιτική ενότητα και ταυτόχρονα έκδοση κοινών ομολόγων… H κρίση της ευρωζώνης στην πραγματικότητα δεν είναι μια κρίση χρέους. Είναι μια κρίση διακυβέρνησης και δομής. Χρειάζεσαι περισσότερη δημοσιονομική ένωση για να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα.» Ενώ ο Γκάρι Τζένκινς της Evolution Securities δήλωσε στην ίδια εφημερίδα: «Από τον ίδιο τον χαρακτήρα του, το ΕΤΧΣ οδηγεί προς την έκδοση περισσότερων κοινών ομολόγων και μακριά από τις ξεχωριστές κρατικές εκδόσεις, που έτσι ή αλλιώς δεν είναι δυνατές. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε δημοσιονομική ένωση εκ των πραγμάτων.»

Αντίστοιχα ο Χέντρικ Λέμπερ από το 1994 επικεφαλής της εταιρείας διαχείρισης επενδυτικών πακέτων Atacis, δήλωσε στην Süddeutsche Zeitung (11/1/2011) ότι αυτή τη στιγμή εξετάζει την αγορά μετοχών της ελληνικής τράπεζας Alpha Bank και υποστηρίζει: «Το κάνω γιατί το ζητά η ΕΕ. Δίνω χρήματα στην Ελλάδα, γιατί νομίζω πως η ΕΕ δεν θα αφήσει τη χώρα να χρεοκοπήσει και γι’ αυτό έχω υψηλές αποδόσεις». Για τον Χέντρικ Λέμπερ η ευρωκρίση συνιστά αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της θεωρίας των παιγνίων. ‘Ή θα διασωθούν όλες οι χώρες-μέλη της ΕΕ ή καμία. Στην ΕΕ δεν υπάρχει η δυνατότητα μιας μεμονωμένης χρεοκοπίας”. Ο Γερμανός μάνατζερ εκτιμά ότι μπορεί ‘το παιχνίδι των αγορών να είναι ιδιαίτερα βάναυσο, αλλά ταυτόχρονα είναι και δίκαιο, ενώ υπογραμμίζει ότι «χρειάζεσαι την αναγνώριση των άλλων για να πετύχεις. Στις αγορές ανταμείβονται οι γνώσεις σου ανάλογα με το ποσόν που επενδύεις. Και σαν επενδυτικός μάνατζερ θέλεις κυρίως να δείξεις στους άλλους ότι στο τέλος είχες δίκιο, ήσουν μπροστά.»

 

Ολοκληρωτικές αγορές

 

Η λογική αυτή του «όλοι μαζί ή κανένας», που προωθούν οι θιασώτες της ένωσης, δεν είναι προϊόν κάποιας δήθεν αλληλεγγύης, αλλά συνέπεια της ολοκληρωτικής λογικής που έχει επικρατήσει στις αγορές. Τα μεγέθη των επενδυτικών κεφαλαίων και των τραπεζών είναι τέτοια, τα συμφέροντα που συνδέονται με τοποθετήσεις σε δανείσιμα κεφάλαια είναι τόσο μεγάλα, που δεν επιτρέπουν πια στα κράτη να χειριστούν μόνα τους την κρίση τους. Η ίδια η κρίση του ευρώ αποτελεί την πιο χαρακτηριστική εκδήλωση της κρίσης ενός τερατώδους σε διαστάσεις χρηματοπιστωτικού τομέα που είναι αδύνατον πια να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στην ευρωζώνη, αν δεν του δοθεί η δυνατότητα να κερδοσκοπήσει ξανά με ασφάλεια και κέρδος σε ομόλογα, παράγωγα, κοκ. Με άλλα λόγια, αν δεν του δοθεί η δυνατότητα να διογκωθεί ακόμη περισσότερο.

Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει αν πρώτα απ’ όλα δεν φορτωθούν τα κράτη, οι οικονομίες και οι κοινωνίες, τις τεράστιες ζημιές που έχουν σωρευθεί στα ενεργητικά των τραπεζών. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της όλης υπόθεσης. Η κρίση του ευρώ είναι πρώτα και κύρια ένας αγώνας πάλης για το ποιος τελικά θα φορτωθεί αυτές τις ζημιές των τραπεζών. Μέχρι τώρα, οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν αποφασίσει ότι οι κάτοχοι ομολόγων και οι τράπεζες πρέπει να προστατευθούν με κάθε θυσία, προτιμώντας να ρίξουν το κόστος στους φορολογούμενους – έστω κι αν οδηγεί τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών στην χρεοκοπία.

Υπάρχει η δυνατότητα να διασωθούν οι τράπεζες και να μην χρεοκοπήσουν τα κράτη; Όσο περισσότερο προωθείται η δημοσιονομική ένωση στην ΕΕ, όσο πιο αυστηρή και ολοκληρωτική γίνεται, τόσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι ούτε το ένα μπορεί να γίνει, ούτε το άλλο. Ούτε η έκδοση του ευρωομολόγου θα προσφέρει κάποια άλλη δυνατότητα.

Το κοινό ομόλογο της ευρωζώνης θα κληθεί να καλύψει όχι μόνο τις τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες των κρατών της ευρωζώνης, αλλά και του μηχανισμού στήριξης. Υπολογίζεται ότι με την Πορτογαλία, το Βέλγιο, την Ισπανία και την Ιταλία ως άμεσες υποψήφιες χώρες για το μηχανισμό στήριξης, το ΕΤΧΣ θα χρειαστεί γύρω στα 2 τρις ευρώ για να μπορεί να παρέμβει σ’ αυτές. Με άλλα λόγια θα χρειαστεί πάνω από το 20% του ΑΕΠ της ευρωζώνης σε χρηματοδότηση, την οποία βέβαια καμιά αγορά δεν πρόκειται να παράσχει χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις.

Πίνακας 2: Χρηματοδότηση ρευστότητας από την ΕΚΤ (Νοέμβριος, 2010)

 

Ευρώ (δις)

% επί των καταθέσεων

% επί του ΑΕΠ

Ελλάδα

95,0

26

40

Ιρλανδία

136,4

20

86

Πορτογαλία

37,9

12

20

Ισπανία

61,1

3

9

Από την άλλη το άνοιγμα της ΕΚΤ έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Ο πίνακας 1 δείχνει την χρηματοδότηση ρευστότητας προς τις τράπεζες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία. Μόνο για τις τράπεζες αυτών των χωρών η ΕΚΤ έχει δαπανήσει πάνω από 330 δις ευρώ, ή το 61% των συνολικών διαθεσίμων της. Αν σ’ αυτό συνυπολογίσει κανείς τα 76,5 δις ευρώ που έχει δαπανήσει η ΕΚΤ έως τις 17/1 για αγορά κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή ώστε να συγκρατήσει τα επιτόκια και τα spread, τότε μπορεί να καταλάβει κανείς την δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται.

Αυτός είναι ο λόγος που η ΕΚΤ ανακοίνωσε βιαστικά και πριν κλίσει το έτος, τον διπλασιασμό του των κεφαλαίων της στα 10,76 δισ. ευρώ με σκοπό να καθησυχάσει τις αγορές. Αυτός είναι ο λόγος που στελέχη της διοίκησής της βγαίνουν και δηλώνουν την αγωνία τους για το πότε θα αναλάβει το ΕΤΧΣ, ή κάποιος άλλος φορέας της ΕΕ, το βάρος της παρέμβασης στη δευτερογενή αγορά, αλλά και πιέζουν για την έκδοση του κοινού ομολόγου που θα διευκολύνει την χρηματοδότηση και των τραπεζών μέσω των κρατών.

 

«Λατινοαμερικάνικος» μηχανισμός αναδιάρθρωσης

 

Ταυτόχρονα, το ευρωομόλογο είναι μια καλή ευκαιρία για να προχωρήσει γρήγορα και χωρίς σοβαρές εμπλοκές η αναδιάρθρωση του χρέους χωρών όπως η Ελλάδα. Το σχέδιο που έχει ήδη τεθεί στο τραπέζι είναι να λειτουργήσει το ευρωομόλογο σαν ένα είδος «ομολόγων Μπρέιντι». Τα ομόλογα Μπρέιντι ήταν ομόλογα δολαρίου που επινόησε η κυβέρνηση των ΗΠΑ για να αντικαταστήσουν στα τέλη της δεκαετίας του ’80 τα δάνεια κυρίως των χωρών της Λατινικής Αμερικής που δεν μπορούσαν πλέον να αποπληρωθούν. Ονομάστηκαν έτσι από τον Νίκολας Μπρέιντι, υπουργό οικονομικών εκείνη την εποχή των ΗΠΑ. Τα ομόλογα αυτά είχαν διάρκεια από 10 έως 30 χρόνια και τις περισσότερες φορές εκδίδονταν με εγγύηση τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας που τα δεχόταν.

 

Τα ομόλογα Μπρέιντι

 

Η εισαγωγή τους διευκόλυνε τις μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ να απεμπλακούν σε μεγάλο βαθμό από το χρέος της Λατινικής Αμερικής, που μέχρι τότε αποτελούνταν κυρίως από τραπεζικά δάνεια. Η υιοθέτηση των ομολόγων Μπρέιντι έστρεψε τις υπερχρεωμένες χώρες να δανειστούν όχι απευθείας από τις τράπεζες, αλλά κυρίως από τις αγορές κεφαλαίου εκδίδοντας ομόλογα. Έτσι αποτέλεσαν την απαρχή της έκρηξης δανεισμού με ομόλογα που γνώρισε η παγκόσμια οικονομία στη δεκαετία του ’90 και του ‘00. Μια έκρηξη που επέβαλε όσο ποτέ άλλοτε την ανάγκη πειθάρχησης των υπερχρεωμένων χωρών στις αγορές και φυσικά στα προγράμματα «διαρθρωτικής προσαρμογής» του ΔΝΤ.

Κάτι τέτοιο έχουν και στο μυαλό τους για την αναδιάρθρωση του χρέους πρώτα της Ελλάδα και έπειτα των άλλων χωρών. Σύμφωνα με τον Τζέικομπ Κίρκεγκαρ του Peterson Institute, το σχέδιο αναδιάρθρωσης της Ελλάδας προβλέπει την αντικατάσταση με ελαφρύ «κούρεμα», ή και χωρίς καθόλου «κούρεμα», του 40% από το συνολικό δημόσιο χρέος επί του ΑΕΠ με ευρωομόλογα. Έτσι θα δοθεί παράταση στο ληξιπρόθεσμο του κύριου όγκου των κρατικών ομολόγων που λήγουν τα επόμενα δύο με τρία χρόνια. Το χρονοδιάγραμμα θα ακολουθήσει την επιμήκυνση που θα αποφασιστεί και για τα 110 δις ευρώ του δανείου «στήριξης».Τα κοινά αυτά ομόλογα που θα εκδώσει είτε η ΕΚΤ, είτε το ΕΤΧΣ στο όνομα της Ελλάδας θα εμπεριέχουν αυστηρούς όρους, ρήτρες και εγγυήσεις ανάλογες με αυτές που περιλαμβάνει η δανειακή σύμβαση.

 

Μοντέλο Ουρουγουάης

 

Σύμφωνα με το Economist (13/1) το σχέδιο της αναδιάρθρωσης θα ακολουθήσει το παράδειγμα της Ουρουγουάης ή του Μπελίζε και εκτιμάται ότι μπορεί να εκτελεστεί σε διάστημα έξι μηνών. Φυσικά το τι θα σημάνουν αυτές οι έξη μήνες για τον λαό και την χώρα, κανείς δεν ενδιαφέρεται. Η ανάγκη για όσο το δυνατόν πιο σύντομη χρονική περίοδο μέσα στην οποία θα επιχειρηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους προκύπτει από τη διαχείριση των κοινωνικών αντιδράσεων. Η περίοδος της αναδιάρθρωσης συνοδεύεται από μερική ή ολική παύση πληρωμών του δημοσίου προς το εσωτερικό, κυρίως σε μισθούς, συντάξεις, προμήθειες, κοκ, από προληπτικό κλείσιμο των τραπεζών ώστε να αποφευχθούν οι μαζικές αναλήψεις μετρητών, από δεσμεύσεις στην χρηματική κυκλοφορία και τις καταθέσεις.

 

Πρωτοφανές!

 

Όλα αυτά βέβαια, χωρίς να υπολογίζουμε τις τυχών παρενέργειες λόγω κοινού νομίσματος. Μια τέτοια εκτεταμένη αναδιάρθρωση δεν έχει ξαναγίνει σε χώρα χωρίς δικό της νόμισμα και με τραπεζικό σύστημα τόσο εξαρτημένο από το εξωτερικό. Γι’ αυτό και κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να πυροδοτήσει, ακόμη κι αν γίνει ομαλά. Το ερώτημα είναι το εξής: Για ποιον λόγο θα πρέπει η χώρα και ο λαός της να δεχτούν την υιοθέτηση του ευρωομολόγου; Για να πάμε πιο γρήγορα στην επίσημη πτώχευση μέσω αναδιάρθρωσης; Για να παγιωθεί το καθεστώς της δανειακής σύμβασης επ’ αόριστον μέσα από την θεσμοθέτησή της στο επίπεδο της ευρωζώνης; Πώς γίνεται και οι επιδιώξεις ορισμένων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων να ταυτίζονται τόσο πολύ με τις επιδιώξεις των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της διεθνούς αγοράς;

 

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι, 20/1/2011

ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΥΠΟΤΑΓΗΣ

ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΥΠΟΤΑΓΗΣ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*


 

Όταν ο Κοραής άλλαζε το όνομα του κράτους της Φραγκίας – που προερχόταν φυσιολογικά από το France – σε Γαλλία και τους κατοίκους του από Φράγκους σε Γάλλους, επιχειρούσε ουσιαστικά να αναβαπτίσει τη δυτική αποικιοκρατία, που σαν τέτοια ήταν οριστικά καταδικασμένη στη συνείδηση του ελληνικού έθνους. 

Έτσι στα χρόνια που κύλησαν, κανείς δεν αναρωτιέται πλέον γιατί και με ποια ετυμολογία ο Φράγκος ονομάζεται πλέον Γάλλος. Αυτή η επιτυχής αναβάπτιση, είναι ένα ελάχιστο δείγμα, ενός ολοκληρωμένου συστήματος αποδόμησης του ελληνικού κόσμου και παρασιτικής πρόσδεσης του στο δυτικό Ιmperium.

Από τότε και μέχρι και σήμερα, κοντά 200 χρόνια «ελεύθερου» εθνικού βίου, το ίδιο αυτό το σύστημα αποδόμησης εμμένει να  «αναβαπτίζει» και να εξωραΐζει κατ’ εξακολούθηση τη δυτική αποικιοκρατία.

Από τότε και μέχρι και σήμερα, η δυτική αποικιοκρατία και κυριαρχία μεταμορφώνεται στη συνείδηση του λαού σε πρότυπο-αιτούμενο υπόδειγμα κοινωνικής ευζωίας και λειτουργικότητας.  Οι έννοιες του εκσυγχρονισμού, του εξορθολογισμού και του εξευρωπαϊσμού, κατέληξαν σήμερα σχεδόν ταυτόσημες. Ανάλογα η «δυστυχία του να είσαι Έλληνας» ορίζεται πλέον ως η απόσταση από τον ζητούμενο εξευρωπαϊσμό. "Εύλογα", κάθε είδους αδυναμία ή έλλειμμα αποδίδεται όχι στο δυτικό αποικιοκρατικό έλεγχο επί του ελλαδικού κράτους, αλλά στην ελληνική κληρονομιά του κράτους και των παραδόσεων του. Κάθε τι ελληνικό καταδικάζεται στη σιωπή και στην αφάνεια ενώ ότι καταφέρνει να επιζήσει υφίσταται μια άνευ προηγουμένου διαστρέβλωση και συκοφάντηση ή  "ακινδυνοποιείται" ως μουσειακό έκθεμα.

Αν όπως ορίζει ο Κίρκεγκαρντ «ο φθόνος είναι κατακερματισμένος θαυμασμός», εδώ ο ορισμός του φθόνου συναντά το πλήρες περιεχόμενο του. Αναφέρω εντελώς ενδεικτικά το διοικητικό σύστημα των κοινοτήτων το οποίο αντλούσε τις πηγές του αδιάλειπτα ήδη από τις αρχαίες αμφικτιονίες και το οποίο συνέτριψε η Βαυαροκρατία στην πρώιμη φάση του ελλαδικού κρατιδίου, για να εγκαθιδρύσει το συγκεντρωτικό μοναρχικό πολίτευμα που εξυπηρετούσε τις αποικιοκρατικές επιδιώξεις της. Το ότι – με άλλα λόγια – η χώρα δεν διαθέτει σήμερα ικανό σύστημα αποκεντρωμένης περιφερειακής ανάπτυξης δεν οφείλεται κατ’ ουδένα τρόπο στην ελληνική κληρονομιά και παράδοση, αλλά ακριβώς στην υποχώρηση και στρέβλωση αυτής της παράδοσης από τους δυτικούς επικυρίαρχους. Είναι δε ακόμη πιο εντυπωσιακό ότι οι δυτικοί υιοθέτησαν για λογαριασμό τους και εφάρμοσαν με ευλάβεια (βλέπε στο παράδειγμα μας τα καντόνια που σχεδίασε ο Καποδίστριας στην Ελβετία), ότι καταδίκασαν και αποδόμησαν με μένος στον ελληνικό χώρο.

Όμως το σύστημα αποδόμησης του ελληνικού κόσμου και παρασιτικής πρόσδεσης του στο δυτικό κοσμοσύστημα έχει και σήμερα τους «άξιους» συνεχιστές και εκπροσώπους του.

Δεκάδες δημοσιογράφοι, καθηγητάδες και διανοούμενοι της δεκάρας, με αναλυτικό ύφος γραφής ανάλογο ενός μαθητή γυμνασίου και ήθος υπάκουου υπαλληλίσκου, καταγγέλλουν τον Τόπο και την Πατρίδα, το Λαό και το Έθνος, την Ιστορία και την Κληρονομιά, το μεδούλι του τρόπου μας, ως υπεύθυνους για τη χρεωκοπία. Ως υπεύθυνους δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Ακόμη και η φοροαποφυγή ερμηνεύεται ως κληρονομιά μιας στρεβλής αντίληψης της σχέσης πολίτη-κράτους που αποδίδεται στις έξεις που δημιούργησε η οθωμανική τυρρανία. Κουβέντα για τη σπάταλη και διεφθαρμένη πολιτική τάξη, κουβέντα για την αυτονόμηση των εσόδων του κράτους που κατανέμονται άσχετα με την ίδια την κοινωνία και τις ανάγκες της. Κουβέντα για την φοροδιαφυγή στην εσπερία ή μήπως είναι ελληνικό φαινόμενο; Κουβέντα για το ενδεχόμενο η φοροδιαφυγή να αποτελεί – ίσως και – οιωνεί πράξη εθνικής αντίστασης, αφού στερεί από τους διαχειριστές του συστήματος την οικονομική δυνατότητα να παραδώσουν τους πόρους της κοινωνίας στους διεθνείς πάτρωνες τους.

Αντίθετα, αυτοί οι ίδιοι οι απολογητές της υποταγής του τόπου, έχουν ενιαία στάση και στα υπόλοιπα θέματα που αφορούν στην εξυπηρέτηση των ευρύτερων συμφερόντων της δύσης. Οι ίδιοι άνθρωποι που υπερασπίστηκαν το διαλυτικό σχέδιο Ανάν, υπερασπίστηκαν επίσης τους βομβαρδισμούς στη Σερβία και την εισβολή στο Ιράκ. Οι ίδιοι που υπερασπίστηκαν τον σημιτικό εξευρωπαϊσμό/εκσυγχρονισμό, δηλαδή την ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση της χώρας από το ευρωπαϊκό χρηματιστικό κεφάλαιο, οι ίδιοι υπερασπίστηκαν τη Μαδρίτη και την τραγωδία των Ιμίων, οι ίδιοι υπερασπίστηκαν την παράδοση του Οτσαλάν αλλά και τη διεξαγωγή της αθλιότητας των Ολυμπιακών αγώνων. Φανατικοί του νεοφιλελεύθερου Θατσερισμού παλιότερα, έγιναν αργότερα υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Κλίντον  και του μανιχαϊσμού του Μπους, ενώ μόλις πρόσφατα ανακάλυψαν και το λευκό πουκάμισο της αλλαγής του προέδρου Ομπάμα.  Οι ίδιοι κατακεραυνώνουν τον κάθε υπαλληλίσκο ως υπεύθυνο της χρεωκοπίας του σήμερα. Και καθόλου τυχαία, οι ίδιοι υποστηρίζουν τη στρέβλωση της σύγχρονης Ιστορίας μας με τους «συνωστισμούς» στη Σμύρνη και την «προσάρτηση» των νησιών του Αιγαίου. Και επίσης καθόλου τυχαία, οι ίδιοι υποστηρίζουν την προώθηση της ελληνοτουρκικής φιλίας, με την στρατηγική του κατευνασμού, των κοινών επιχειρήσεων και των συνεχών παραχωρήσεων και υποχωρήσεων.

Πίσω απ’ το «μαζί τα φάγαμε», «καταναλώνουμε περισσότερο απ’ ότι παράγουμε», «ας έρθει η τρόικα να μας σώσει αφού δεν μπορούμε μόνοι μας», «φταίει η ελληνική δημοσιουπαλληλία», «φταίει η φοροδιαφυγή του τάδε ψιλικατζή», «φταίει το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας»  και τόσα άλλα στερεότυπα, αυτό που μεθοδικά υποκρύπτεται είναι η πραγματική αιτία του ελληνικού προβλήματος. Και αυτή δεν είναι άλλη από την βίαια πρόσδεση της χώρας στη Δύση και μάλιστα ως παρασιτική της απόφυση. Ως εξάρτημα ενός ιμπέριουμ.

Για την κατάντια του τόπου δεν φταίει το έλλειμμα ευρωπαϊσμού και εξορθολογισμού, αλλά το πλεόνασμα της εξάρτησης από τη Δύση.

Άρα, όποιος αποδίδει την σημερινή τραγωδία του τόπου στην απόσταση του από τη Δύση, επιδιώκει ουσιαστικά και συνειδητά να αποκλείσει την πιθανότητα μιας εθνικής αφύπνισης που θα οδηγούσε στην διεκδίκηση της εθνικής μας ανεξαρτησίας και στην ολοκλήρωση του ’21. Όποιος αποδίδει το ελληνικό πρόβλημα στην απόσταση του κράτους και της κοινωνίας μας από τη Δύση, επιδιώκει ουσιαστικά την διαιώνιση της εθνικής εξάρτησης από το δυτικό κοσμοσύστημα.

Το να αυτομαστιγωνόμαστε γιατί δεν έχουμε γίνει ακόμη «εφάμμιλοι των καλυτέρων ευρωπαϊκών», είναι σαν να απαιτούμε από ένα όργανο σαν την σκωληκοειδή απόφυση να γίνει καρδιά ή πνεύμονας.  Και γνωρίζουν πολύ καλά όσοι «διαμαρτύρονται» για κάτι τέτοιο, ότι αυτό είναι ανέφικτο. «Διαμαρτύρονται» μόνο για να μην γίνει αντιληπτή αυτή η πραγματικότητα. Για να αποκρύψουν σαν νέοι σταυροφόροι-μισθοφόροι την πραγματική αιτία του ελληνικού προβλήματος. Να μην συνειδητοποιήσει ποτέ η απόφυση, τον πραγματικό της παρασιτικό ρόλο.

Γι’ αυτό, η μόνη μας ελπίδα είναι – κόντρα στην κρατικοδίαιτη και εξωνημένη διανόηση – να αποκατασταθεί στα ίδια τα μάτια μας ο ελληνικός κόσμος και να αποκτήσει ο τόπος μας τη δική του σάρκα, δίχως να είναι απόφυση κανενός. Πρέπει ο τρόπος μας να σαρκωθεί ξανά σε τούτα τα βράχια, αφού πετάξει πρώτα από πάνω του το στενό πανωφόρι που του φόρεσαν με το ζόρι οι ντόπιοι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής τυραννίας του χρήματος και της ευκολίας.

 

* O Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι  Οικονομολόγος, antonisandroulidakis@gmail.com

 

22.01.11        

Είμαστε όλοι δημόσιοι Υπάλληλοι!

Είμαστε όλοι δημόσιοι Υπάλληλοι!

 

Του Λεωνίδα Βατικιώτη


 

Όταν ο βρετανικός Economist, το αιματοβαμμένο πλέον και υπεραντιδραστικό Κόμμα του τσαγιού στις ΗΠΑ και ο Πάγκαλος στα καθ’ ημάς ξεσπαθώνουν κατά των δημοσίων υπαλλήλων, ε, τότε κι εμείς, στα βήματα του διευθυντή της γαλλικής Le Monde που την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη αναφώνησε «είμαστε όλοι Αμερικάνοι!» δεν μπορούμε παρά να δηλώσουμε, «είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι!».

 

Γιατί, κακά τα ψέματα, η επίθεση στους δημοσίους υπαλλήλους δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά το προπέτασμα καπνού που κρύβει και νομιμοποιεί στη συνέχεια την κατάργηση του δημόσιου, δωρεάν και κοινωφελή χαρακτήρα των υπηρεσιών που εξακολουθεί να παρέχει το κράτος. Επίσης, ο ρατσιστικός διασυρμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποσκοπεί παρά στην αναίρεση εργασιακών δικαιωμάτων και συνδικαλιστικών κατακτήσεων που, σε σύγκριση με τα Νταχάου του ιδιωτικού τομέα όπου το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην απεργία ισοδυναμεί με απόλυση, θυμίζουν πραγματικά άλλες εποχές – πολύ πιο δημοκρατικές!

«Ετοιμαστείτε για τα χειρότερα» προειδοποιούσε ο Economist με το πρώτο θέμα του πρώτου του τεύχους για το 2011, αναφερόμενος στις αντιδράσεις των δημοσίων υπαλλήλων όλου του κόσμου – από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους της Καλιφόρνιας μέχρι τους γάλλους σιδηροδρομικούς και τους έλληνες δασκάλους – εν όψει των μέτρων λιτότητας που προμηνύονται. Στη συνέχεια παρέθετε τις αιτίες του κακού στον δημόσιο τομέα. «Σε πολλές πλούσιες χώρες οι μισθοί στον δημόσιο τομέα είναι κατά μέσο όρο υψηλότεροι, οι συντάξεις πολύ καλύτερες και οι δουλειές πολύ πιο σίγουρες». Το «ολίσθημα» των δημοσίων δεν έγκειται μόνο στο ότι δεν παίρνουν τις συντάξεις και τους μισθούς πείνας του ιδιωτικού τομέα! Το βρετανικό έντυπο εκφράζοντας με τον πιο γνήσιο τρόπο το μίσος που σιγά – σιγά διαμορφώνεται στις πολιτικές ελίτ απέναντι ακόμη και στις πιο θεσμικές και επίσημα αναγνωρισμένες μορφές εκπροσώπησης των εργατικών συμφερόντων, ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στα ίδια τα συνδικάτα των δημοσίων, που πλέον θεωρούνται επικίνδυνος αναχρονισμός. «Καθώς η συμμετοχή στα συνδικάτα κατέρρευσε στον ιδιωτικό τομέα τα προηγούμενα 30 χρόνια  (από 44% του εργατικού δυναμικού στο 15% στη Βρετανία και από 33% στο 15% στην Αμερική) στον δημόσιο τομέα έχει παραμείνει υψηλή. Στην Βρετανία περισσότεροι από τους μισούς εργάτες είναι συνδικαλισμένοι. Στην Αμερική τα στοιχεία δείχνουν 36% (ενώ το 1960 ήταν 11%). Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι ανήκουν σε συνδικάτα», κοκ. Σε τρεις κατευθύνσεις στρέφονται οι προτάσεις του βρετανικού εντύπου που στην εικαστική κάλυψη του θέματος παρομοιάζει τον δημόσιο τομέα με ένα αποκρουστικό, χονδρό τέρας που έχει την κοιλιά του παραγεμισμένη με κάρτες οι οποίες γράφουν: «μεγαλύτερες συντάξεις», «λιγότερες ώρες», «καλύτερη αμοιβή», «σύνταξη στα 50», «μεγαλύτερα συνδικάτα», «ρεπό», κ.α. Πρόκειται ενδεχομένως για την εικαστική απεικόνιση του χαρακτηρισμού «κοπρίτες» που απηύθυνε ο αντιπρόεδρος του Γ. Παπανδρέου στους δημόσιους υπάλληλους.

Τι προτείνει ο Economist, εκφράζοντας μια αναδυόμενη, νέα πολιτική συναίνεση; Πρώτο, «τα 65 θα πρέπει να είναι η ελάχιστη ηλικία συνταξιοδότησης για τους ανθρώπους που δαπανούν τις ώρες τους στις αίθουσες διδασκαλίας και τα γραφεία, ενώ οι νέοι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να ενταχθούν σε συνταξιοδοτικά σχήματα». Δεύτερο, «το δικαίωμά τους στην απεργία θα πρέπει να περιοριστεί, ενώ οι κανόνες που διέπουν τις πολιτικές χορηγίες, ακόμη και τον συνδικαλισμό θα πρέπει να γίνουν εθελοντικοί, όπου κάθε μέλος αποφασίζει αν θα δώσει ή θα γίνει μέλος». Και τρίτο «την πρόσληψη μιας νέας γενιάς εργατών με διαφορετικές συμβάσεις»! Οι συντάκτες του βρετανικού εντύπου δεν κρύβουν τον θαυμασμό τους και για το γερμανικό θαύμα όπου «οι μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα υπολείπονται εκείνων του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να απεργήσουν»!

Στις ΗΠΑ στο στόχαστρο της νεο-αντιδραστικής εκστρατείας του Κόμματος του τσαγιού, που η επιθετικότητα και η επικινδυνότητά του έγινε σαφής σε όλους με αφορμή την δολοφονική επίθεση στην Αριζόνα την οποία ενέπνευσε, βρίσκονται οι δάσκαλοι. Σε τρεις μάλιστα Πολιτείες δόθηκε η δυνατότητα ακόμη και απόλυσής τους στην περίπτωση που κριθούν ακατάλληλοι στο πλαίσιο της αξιολόγησης τους, για δύο συνεχόμενες χρονιές.

Το πολιτικό σκάνδαλο έγκειται στην προσπάθεια μεταβίβασης στους δασκάλους των αιτιών διάλυσης των δημόσιων σχολείων. Γιατί, πολύ σημαντικότερη αιτία υποβάθμισης των γνώσεων των μαθητών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ είναι οι άγριες περικοπές παρά οι ελλείψεις των δασκάλων, όσο υπαρκτές κι αν είναι. Η αλήθεια είναι πως το σημείο στο οποίο έχουν φτάσει οι μειώσεις δαπανών στις ΗΠΑ απέχει έτη φωτός μέχρι στιγμής απ’ όσα έχουν καταφέρει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Στην Καλιφόρνια, την άλλοτε χρυσή πολιτεία, η διανομή δωρεάν βιβλίων στους μαθητές έχει σταματήσει πλήρως και τα βιβλία δίνονται σε ηλεκτρονική μορφή δημιουργώντας μια γενιά μορφωμένων ανθρώπων που δεν θα έχουν καν πιάσει στα χέρια τους βιβλία, ενώ στην Χαβάη οι μέρες του σχολείου μειώθηκαν από πέντε σε τέσσερις επειδή το σχετικό κονδύλι του πολιτειακού προϋπολογισμού έπρεπε να περικοπεί κατά 20%! Και με την ίδια ευκολία που θα μείωναν τις ώρες εργασίας σε μια αυτοκινητοβιομηχανία επειδή πρέπει να μειωθεί η παραγωγή λόγω πτώσης των πωλήσεων, μείωσαν και τις ώρες εργασίας των δασκάλων, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι αυτό σημαίνει την ραγδαία υποβάθμιση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης τουλάχιστον για τα παιδιά των πιο φτωχών, των εργαζομένων και πλέον των μεσαίων εισοδημάτων, που αδυνατούν να πληρώσουν το κόστος των ιδιωτικών σχολείων.

Αντί λοιπόν να απολογηθούν οι κυβερνήτες των Πολιτειών και ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα για την κατάργηση στην πράξη της δημόσιας παιδείας ρίχνουν από κοινού την πέτρα του αναθέματος στους δασκάλους, που γίνονται εξιλαστήρια θύματα και χαρακτηρίζονται υπεύθυνοι για τα χάλια της παιδείας.

Το ίδιο συμβαίνει στην Ευρώπη και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Η φιλολογία για τις «υψηλές αμοιβές» των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ επιχειρεί να συγκαλύψει την κατάργηση των δημόσιων υπηρεσιών. Έτσι, τη στιγμή που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επιβάλει δίδακτρα στα δημόσια πανεπιστήμια και να τα παραδώσει στους μάνατζερ της αγοράς καταργώντας τον δωρεάν χαρακτήρα της πανεπιστημιακής παιδείας, τη στιγμή που έχει χιλιάδες πανεπιστημιακούς καθηγητές απλήρωτους, οδηγώντας τους να ζητούν δανεικά για να ζήσουν, θυμάται την οικογενειοκρατία στα ΑΕΙ. Τη στιγμή που διαλύει τις δημόσιες συγκοινωνίες μέσω της μείωσης των δρομολογίων των αστικών λεωφορείων και της αύξησης του εισιτηρίου κατά 40% και της κατάργησης δρομολογίων του ΟΣΕ ταυτόχρονα με την αύξηση του εισιτηρίου ακόμη και κατά 300%, ανακαλύπτει τους υψηλούς μισθούς των οδηγών λεωφορείων και των μηχανοδηγών! Τη στιγμή που έχει οδηγήσει τα δημόσια νοσοκομεία και τα ασφαλιστικά ταμεία σε τριτοκοσμικά χάλια, με μέση ώρα αναμονής στα εφημερεύοντα των νοσοκομείων Παίδων 6 ώρες και πλήθος δωρεάν μέχρι πέρυσι παροχών και εξετάσεων να καταργούνται, στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας στα φαινόμενα διαφθοράς. Κι αυτό μάλιστα όταν όλοι ξέρουν πως αν η Ζίμενς, ο ευρωπαϊκός μας προμηθευτής, πέρα από ιατρικά μηχανήματα προμήθευε γιατρούς και νοσοκόμους όχι μόνο θα καλύπτονταν τα χιλιάδες κενά αλλά θα φτιάχνονταν και νέα σύγχρονα οργανογράμματα, με επιπλέον οργανικές θέσεις… Η κυβέρνηση παρόλα αυτά ετοιμάζεται να κλείσει νοσοκομεία και κέντρα υγείας μέσω των συγχωνεύσεων, με απώτερο σκοπό να μειωθούν οι δαπάνες κατά ένα τρίτο όπως προβλέπεται στο τρίτο Μνημόνιο, οδηγώντας το επίπεδο της δημόσια υγείας σε προ-ΕΣΥ εποχές.

Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι ότι η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου επιδιώκει να αναιρέσει όλη την κοινωνική πρόοδο που συντελέστηκε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, προκειμένου να εφαρμόσει την πολιτική του Μνημονίου. Υλοποιεί μάλιστα την κοινωνική οπισθοδρόμηση ωθώντας τους εργαζόμενους σε έναν γενικευμένο αλληλοσπαραγμό όπου ο άνεργος θα επιτίθεται στον δάσκαλο και ο ασθενής στον οδηγό του λεωφορείου, με απώτερο ζητούμενο να θωρακιστεί η πολιτική τους. Η στοχοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων επομένως δεν είναι τυχαία. Η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους όπως επιδιώκει η κυβέρνηση δεν πρόκειται να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά γιατί, απλώς, αλλού βρίσκονται οι αιτίες των ελλειμμάτων. Το μόνο που θα σημάνει μια ήττα των δημοσίων υπαλλήλων στον αγώνα τους να υπερασπίσουν τον δωρεάν και κοινωφελή χαρακτήρα των δημόσιων υπηρεσιών και των δικών τους δικαιωμάτων θα είναι νέα ώθηση στην κυβέρνηση για να βάλει το μαχαίρι ακόμη πιο βαθιά, καταργώντας για παράδειγμα δια νόμου το δικαίωμα στην απεργία, κατά το γερμανικό πρότυπο το οποίο χαρακτηρίζει «αχτίδα φωτός» ο Economist, τις συντάξεις και τις συλλογικές συμβάσεις! Αυτό είναι το σχέδιο τους, στην πλήρη του εφαρμογή.

Πρόκειται μάλιστα για μια πολιτική που με τον ίδιο κανιβαλικό τρόπο εφαρμόζεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ανεπτυγμένου κόσμου. «Σε όλη τη χώρα, κυβερνήτες και δήμαρχοι παλεύοντας με τις μειώσεις του προϋπολογισμού κατηγορούν τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα για τα προβλήματα», ανέφερε σχετικό άρθρο του New Yorker με τίτλο State of the unions, πριν λίγες μέρες, βεβαιώνοντας έτσι πως το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό. Οι ρίζες του αντίθετα βρίσκονται στα δισεκατομμύρια που ξόδεψαν οι κυβερνήσεις όλων των χωρών για να σώσουν τις τράπεζες, την προηγούμενη διετία. Αυτό τον λογαριασμό επιχειρούν τώρα να μεταβιβάσουν στην κοινωνία. Και για να συγκαλυφθεί το έγκλημα που συντελείται ο Πάγκαλος (αφού διόρισε την κόρη του στο δημόσιο όσες περισσότερες φορές μπορούσε) αποκαλεί τους δημόσιους υπάλληλους «κοπρίτες», ο πρώην κυβερνήτης της Μινεσότα «εκμεταλλευτές» κατά το New Yorker, και ο Economist θυμάται τον Γουίλιαμ Κόμπετ που τους αποκαλούσε «φορο-φαγάδες»!

Τέλος, οργή και γέλια προκαλεί ταυτόχρονα το γεγονός ότι τα «πρώτα βιολιά» στην επίθεση κατά των δημοσίων υπαλλήλων είναι δημόσια πρόσωπα που αμείβονται συστηματικά από το δημόσιο! Καθηγητές πανεπιστημίων, εκλεγμένοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι που έχουν αναγάγει σε τέχνη να απομυζούν τις δημόσιες μισθοδοσίες, με μια επινοητικότητα που θα τη ζήλευε ο νους του απλού ανθρώπου και συναγωνίζεται μόνο την αυθάδεια και την ικανότητα τους να επιβιώνουν παρέχοντας συμβουλές, έχουν αναγορευτεί σε κατ’ επάγγελμα υβριστές των δημοσίων υπαλλήλων και υμνητές της ανταποδοτικότητας – αρκεί φυσικά να μην αφορά τα δικά τους έσοδα.

ΥΓ. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων υπογραμμίζεται ότι ο γράφων, με εξαίρεση την έκτακτη αμοιβή που αντιστοιχεί σε μερικές δεκάδες διδακτικές ώρες, ουδέποτε συμπεριλήφθη σε καταστάσεις μισθοδοσίας του ελληνικού δημοσίου.

 

ΠΗΓΗ: [Δημοσιεύτηκε στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, 20-26_01-2011] Posted by leonidasvatikiotis στο 21/01/2011, http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2011/01/21/…..ba/

Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτηση

Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτησή τους

 

Του Σωτήρη Γουνελά*


 

Με αφορμή το βιβλίο του Χρυσόστομου Α. Σταμούλη,

«Έρως και θάνατος», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009


Αναμφίβολα έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο πλούσιο. Εννοώ βιβλίο όπου αποθησαυρίζονται πλήθος αναφορών και αποσπασμάτων από σπου­δαία θεολογικά κείμενα αρχαιότερα και σύγχρονα συνυπολογίζοντας βέβαια τον κόπο της συλλογής, επεξεργασίας και μελέτης τους.

Παρουσιάζονται και αναπτύσσονται θέματα πολύ σημαντικά που αφορούν την ορθόδοξη θεολογία, την εκκλησιαστική πραγματικότητα, τη γενικότερη χριστιανική παράδοση, αλλά και βασικές πλευρές της φιλοσοφίας και μάλιστα της σύγχρονης ευρω­παϊκής. Είναι έντονη ακόμη η ποιητική αίσθηση και η μεταφορά στο βιβλίο μικρών ποιημάτων ξένων και ελλήνων ποιητών, ευτυχώς όχι των «κλασικών». Στα πλεονεκτήματα της εργασίας αυτής, πρέπει να περιλάβουμε τον συγκερα­σμό ποιητικής προσέγγισης και θεολογίας, την προσπάθεια η συγγραφή να ξε­φύγει από το είδος των ξερών επιστημονικών θεολογικών μελετών και να μι­λήσει μια γλώσσα ζωντανή και υπαρξιακή, μια γλώσσα που δεν θέλει να ακο­λουθήσει το συνηθισμένο καλούπι παρόμοιων εργασιών.
Εάν τώρα θελήσουμε να προσπελάσουμε το κείμενο βαθύτερα, η πληθώρα των εναλλασσόμενων πεδίων δείχνει μια ανάκραση ετερογενών στοιχείων που ζητούν να οικοδομήσουν το «νέο σπίτι», την Εκκλησία στη βάση της αρχικής ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά ανανεωμένη και απαλλαγμένη από την παρα­μόρφωση και την αλλοτρίωση.
Έχω ωστόσο σοβαρές επιφυλάξεις για τις εξηγήσεις που δίδονται στα κύ­ρια θεολογικά ζητήματα, αλλά και για τον τρόπο που ο σ. συνθέτει το λόγο του. Αυτή η προσπάθεια να συνδυάσει πατερική θεολογία με σύγχρονη φιλοσοφία και ποίηση, ενώ σε πρώτη ματιά μοιάζει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, νομίζω πως εμπεριέχει σοβαρά κενά ή μετέωρα σχήματα.

 

*

 

Ο σ. διάλεξε ένα πρωτότυπο τρόπο για να μας εισαγάγει στο θέμα του: την ταινία Οι ζωές των άλλων (2006). Καταγράφει πολλές σκηνές και στο εισαγω­γικό κεφάλαιο "Μεθιστορία" συσχετίζει την πραγματικότητα της ταινίας με τον «χώρο της Ορθοδοξίας».

Η καταγγελία του «συστήματος» που υπάρχει στην ταινία, αλλά και η δυ­νατότητα σωτηρίας ή μάλλον μετάνοιας ενός «υπηρέτη του συστήματος» ελκύ­ουν τον σ. να αναζητήσει αναλογίες στα καθ’ ημάς. Είναι «μια προσπάθεια να καταδειχτεί με άμεσο τρόπο πως το σύστημα, στην προκειμένη περίπτωση το κομμουνιστικό, αλλά και κάθε σύστημα – καπιταλιστικό, θρησκευτικό, πολιτι­κό, πολιτιστικό, κοινωνικό, δεν έχει σημασία – αποτελεί εκείνο το ιδιοφυές δημιούργημα ανθρώπων ανελεύθερων, εξουσιαστικών, ανθρώπων θεσμικών, που κλεισμένοι στην απόλυτη εσωστρέφειά τους προσπαθούν να δημιουργή­σουν μια πλαστή πραγματικότητα… Μια αυταπάτη ικανή, όμως, να κρύψει τον πραγματικό κόσμο και να ακυρώσει τον αληθινό άνθρωπο» (σσ. 51-52-53). Εννοείται πως μέσα από την ταινία και τους συσχετισμούς συζητά τα μεγάλα θέματα της ελευθερίας, της αγάπης και της πίστης, αλλά και της ιδιότυπης ηθικής που γεννά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του συστήματος.

Για να δείξει τι πιστεύει και τι εισηγείται επιλέγει κεντρικές ρήσεις από το Ευαγγέλιο, τον Παύλο, τον Καβάσιλα, τον Αρεοπαγίτη, τον άγιο Μάξιμο, τον Χρυσόστομο και άλλους, τονίζοντας την μυστικότερη, μυστηριακότερη και κενωτική αλήθεια και πραγματικότητα της Εκκλησίας και του Χριστού ως αντί­δοτο σε κάθε παραχάραξη. Αναφέρεται σε ένα «πολιτισμό της σάρκωσης» στους αντίποδες μιας Εκκλησίας και της θεολογίας της που, καθώς λέει «έχουν φορέσει το προσωπείο του συστήματος», καθώς φαίνεται «να παγιδεύ­τηκαν στην "ακίνδυνη;" ιστορική διάσταση και την απόλυτη εσωστρέφεια της μιας και μόνης μεθόδου». Το τελευταίο το εξηγεί λέγοντας «ότι η θεολογία στο σύνολό της σχεδόν ταυτίστηκε με τον απόλυτο επιστημονικό ιστορικισμό» (σ. 79). Δανείζεται τις σχετικές καταγγελίες του Στέλιου Ράμφου περί «νέκρωσης των συμβόλων» και εγκλωβισμού στο παρελθόν, καταγγελίες που σηκώνουν μεγάλη συζήτηση, αν ληφθεί υπ' όψιν η συνολική θεωρητική βάση πάνω στην οποία αναπτύσσει εκείνος τον κατά βάσιν δυτικοκεντρικό προβληματισμό του. Η θέση του σ. «τα βιβλικά και πατερικά κείμενα της ορθόδοξης παράδοσης, που κατά κανόνα ταυτίζονται με ποιμαντικές ανάγκες, είναι σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα» (σ. 80) δεν μας βρίσκει σύμφωνους, θα λέγαμε μάλιστα ότι τί­ποτε δεν είναι ξεπερασμένο. Συμφωνούμε όμως με την επόμενη θέση του ότι «η γενίκευση, αυτής της παρατήρησης και ο ολοκληρωτικός μηδενισμός που αγνοεί την πατερική πάλη με τα πρόσωπα και τα πράγματα σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, είναι μία νέα επιστημο­νική αίρεση» και βλέπουμε εδώ να υπάρχει περιθώριο για γόνιμη συζήτηση με το βιβλίο.

Στο κεφάλαιο που ακολουθεί «Από την ελευθερία στη σύμβαση» (με υπο­κεφάλαιο «Ποιμαντική ειδωλολατρία»), διαβάζουμε μια ριζική ανάγνωση της εκκλησιαστικής πραγματικότητας, ριζική με την έννοια ότι τονίζεται η παθολο­γία της κυρίως, η συμβατικότητά της, «η ανέραστη δεοντολογία της». Ωστόσο, βρίσκω τρομαχτική αφαίρεση και γενίκευση τη διατύπωση: «μιλώ εδώ για μια διεργασία που κράτησε σχεδόν δεκαεννιά αιώνες, από τα πρώτα μεταευαγγελικά χρόνια μέχρι και σήμερα» (σ. 91), εννοώντας ότι η παραμόρφωση του όλου Σώματος, η αλλοτρίωση της θεολογίας ή η «ποιμαντική ειδωλολατρία» καθώς λέει, από τότε αρχίζει. Για να καταλήξει αμέσως παρακάτω ότι «έχει κα­νείς την αίσθηση ότι ο χώρος της Ορθοδοξίας σήμερα δεν είναι παρά μια έρη­μη και άνυδρη χώρα που κατοικείται από ομοιόμορφα φαντάσματα θυσια­σμένα στο βωμό της απουσίας» (σ. 92).

Δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι έτσι. Παρ’ όλο που ο ίδιος έχω μιλήσει και γράψει επανειλημμένα για την παραμόρφωση, λέγοντας και ξαναλέγοντας για «αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών», η κατάσταση ή μάλλον ο τρό­πος του καθηγητή Χρ. Σταμούλη είναι υπερβολικός, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι από μια μεριά άκρως ιδεαλιστικός. Αναζητά μια ιδεατή Εκκλησία, αψεγά­διαστη, η οποία λάμπει και εκπέμπει τη λάμψη της στην κοινωνία από την αμόλυντη κορυφή όπου βρίσκεται. Όμως η Εκκλησία, όσο είναι Σώμα Χρι­στού άλλο τόσο -κλήρος και λαός- αποτελείται από ανθρώπους. Οι άνθρωποι, είτε το θέλουμε είτε όχι, μετέχουν της γενικότερης ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Εάν δεχτούμε ότι ζούμε σε περίοδο γενικής κρίσης, έκπτω­σης και απώλειας νοήματος, όπως και συμβαίνει όντως, πώς απαιτούμε από τους χριστιανούς ή έστω τους ποιμένες να βρίσκονται στην κατάσταση του πρώτου χριστιανικού αιώνα; Θέλω να πω με αυτά ότι είναι άλλο η κριτική και η απαίτηση για μια ριζική ενεργοποίηση της πίστης, της θεολογίας, της αλη­θινής εν Χριστώ ζωής και άλλο η περιγραφή με κατάμαυρα χρώματα της όλης κατάστασης, ή η σχεδόν γενική απόρριψη.
Εδώ βέβαια πρέπει να αναφερθούμε στο θέμα που θίγει ο σ. και το οποίο ήρθε έντονα στο προσκήνιο τον τελευταίο καιρό, ειδικά μετά το συνέδριο του Βόλου (δες Αναταράξεις στη μεταπολεμική Θεολογία, η «θεολογία του '60», Ίνδικτος 2009), που πραγματοποιήθηκε το 2005 στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Μητρ. Δημητριάδος με τη συνεργασία του περιοδικού «Σύνα­ξη». Είναι το θέμα Ανατολή – Δύση, ο αντιδυτικισμός των θεολόγων της γενιάς του '60, η προώθηση υπέρβασης του αντιδυτικισμού αυτού και συνακόλουθα η προώθηση ενός πνεύματος που θέλει να μας συμφιλιώσει όχι μόνο με τη Δύ­ση στη χριστιανική της διάσταση αλλά γενικότερα με τον δυτικό πολιτισμό. Μάλιστα σε σημείωση της σ. 92 ο σ. τονίζει ότι ακόμη και ο Χρ. Γιανναράς «ο κατ' εξοχήν πολέμιος της θρησκειοποιημένης Δύσης και των αντίστοιχων μορ­φωμάτων της εντός του χώρου της καθ' ημάς Ανατολής», στο βιβλίο του Ενάντια στη Θρησκεία (Ίκαρος 2006) μετατοπίζεται από εκεί και «υποστηρίζει την άποψη πως οι ρίζες του προβλήματος είναι κοινές σε Ανατολή και Δύση» (ό.π.).

Οπωσδήποτε η αλλοτρίωση αρχίζει στο Βυζάντιο – αν το πούμε έτσι βιαστι­κά – αλλά όταν λέμε αλλοτρίωση ή παραμόρφωση, δεν πρέπει να εννοούμε το σύνολο της εκκλησιαστικής και χριστιανικής ζωής σε όλες του τις εκφάνσεις και εκφράσεις, αλλά την κατά περιόδους έκπτωση ή αλλοίωση του αρχικού πνεύματος, ή πάλι τμήματα αυτής της ζωής, ή συμπεριφορές προσώπων, τά­σεις, αιρέσεις, ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις. Πολλές από αυτές ή από αυτά οφείλονταν και οφείλονται σε μειωμένη βίωση μυστηριακής ζωής, σε μειωμένη κατανόηση των λόγων του Ευαγγελίου και των αγίων, σε παρερμη­νεία των Πατέρων, αλλά μπορεί να προσθέσει κανείς εδώ και τον ρόλο που έπαιξε η προσπάθεια «πρόσληψης» του τότε κόσμου, του κόσμου που αντίκρυσε η πρώτη Εκκλησία και κλήθηκε να τον μεταμορφώσει, ενός κόσμου με τις δεισιδαιμονίες του, τις ειδωλολατρίες του, τις κοσμοθεωρίες του, τις αμαρ­τίες του. Όλα αυτά δημιουργούν το πρόβλημα.

Αλλά η αρνητική αυτή εξέλιξη δεν είναι γραμμική, δεν είναι μόνιμη αλλά περιοδική και αποσπασματική, με αυξομειώσεις, με κορυφώσεις ή πτώσεις, με βίαια ξεσπάσματα, με σχίσματα. Μόνη εξαίρεση από μια ιστορική στιγμή και ύστερα ο νεώτερος δυτικός πολιτισμός, όχι κατά τη δική μου κρίση, αλλά κατά την κρίση του Moltmann, που οι θεολόγοι της γενιάς του ‘90, αν την ονο­μάσουμε έτσι, φαίνεται να τον έχουν σε εκτίμηση. Τί λέει λοιπόν για τον πολι­τισμό αυτόν; «Η νεωτερικότητα θέτει κάθε παράδοση και ιδιαίτερα κάθε θρη­σκευτική παράδοση υπό κριτικό έλεγχο και αμφισβήτηση και τις σχετικοποιεί. Εν όψει αυτών των ιδιαίτερων προβλημάτων του κόσμου της νεωτερικότητας, η θεολογία που διαμεσολαβεί τη χριστιανική παράδοση έχει μπροστά της μια διπλή αποστολή: αφενός οφείλει να υπερασπίσει με απολογητική διάθεση την νομιμότητα και τη σημασία της χριστιανικής πίστης ενάντια στις αμφισβη­τήσεις και την κριτική του πνεύματος της νεωτερικότητας· αφετέρου πρέπει να αποδείξει τη θεραπευτική σημασία της χριστιανικής πίστης για τις ασθένειες του νεωτερικού πνεύματος και για τις απορίες και τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου» (Τί είναι Θεολογία σήμερα; μετ. Π. Γιατζάκης, Αρτος Ζώης 2009, σ. 84). Τί λογής μανία λοιπόν είναι αυτή να βγάλουμε λάδι τον πολιτισμό αυτόν; Ο γιγαντισμός του ανθρώπου που κυριάρχησε από μια στιγμή και ύστερα, η αυτοθεοποίηση, η απόλυτη χειραφέτηση από τον Θεό – Πατέρα – Δη­μιουργό, η προώθηση του αποχριστιανισμού που καταντά αντιχριστιανισμός δεν θα ληφθούν υπ’ όψιν; Το ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει σήμερα είναι το γεγονός ότι μετέχουμε λίγο πολύ όλοι των κοινών στοιχείων του πολι­τισμού αυτού, που όμως είναι τα πιο μαζικά και τα πιο απρόσωπα.

Μετέχο­ντας λοιπόν αυτών των στοιχείων ερχόμαστε αναγκαστικά σε σχέση με τις ποι­κίλες όψεις του και καλούμαστε να τις γνωρίσουμε χωρίς ωστόσο να χάσουμε ό,τι φωτεινό διαθέτουμε. Αυτό δεν είναι ζήτημα επιφυλάξεων ή καχυποψίας στη σχέση μας με τον κόσμο ή με τον πολιτισμό ή τους πολιτισμούς ή δεν ξέ­ρω τι άλλο, είναι ζήτημα βίωσης του εκκλησιαστικού πνεύματος και της προ­σωπικής μας ανακαίνισης. Δεν έχει σημασία αυτό; Δεν πρέπει να υπογραμμι­στεί αυτή η πλευρά; Το γεγονός ότι μπορεί να νιώθουμε ασφυξία μέσα σε μία παραμορφωμένη ή αλλοτριωμένη Ορθοδοξία δεν χρειάζεται να μας ρίξει στην αγκαλιά της Δύσης. Το λευτέρωμα της ανάσας δεν θα προέλθει από έξω αλλά από την ουσιαστική βίωση της Αλήθειας της Εκκλησίας, που στο κάτω κάτω χωράει και το μέσα και το έξω. Όταν η ζωή μας είναι κενωτική και όχι οιηματική, ζωή πόζας θεολογικής, ιεραρχικής ή άλλης, αλληλοφαγωμάρας και αντιπαλότητας, αλληλοϋπονόμευσης και διχόνοιας, όπως συμβαίνει συνήθως. Ας μη ξεχνούμε άλλωστε ότι η συνάντηση με τον άλλο πρώτα γίνεται μέσα μας και ύστερα έξω.

Κανένα νόημα δεν έχει να τονιστεί η κατάφασή μας στον δυτικό πολιτισμό γιατί απλούστατα τίποτα δεν μας γονιμοποιεί σε πνευματικό επίπεδο εξωτερικά. Θέλω να πω ότι αυτό που προέχει είναι ο πολιτισμός που γέννησε και γεννά η Εκκλησία. Αυτός ο πολιτισμός μας ενδιαφέρει, αυτός είναι γονιμοποιός, αυτός είναι ο πολιτισμός που γεννήθηκε μετά την Εναν­θρώπηση. Προτού φτάσουμε στον σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό – με την έννοια της παγκοσμιοποίησης και όχι της παγκοσμιότητας ή της οικουμενικό­τητας – μεσολαβούν χίλια χρόνια βυζαντινού πολιτισμού μέσα στον οποίο υπάρχει και η Ευρώπη, όπως ήταν τότε ενσωματωμένη στην Αυτοκρατορία – Ανατολικό και δυτικό κράτος – ενωμένη ωστόσο και μετέχουσα στην ίδια Αλήθεια και ενεργούσα, η Ευρώπη, μέσα στο ίδιο Σώμα Χριστού, εφ’ όσον υπήρχε η Μία, Αγία και Αποστολική Εκκλησία πριν υπάρξει το πρώτο και το δεύτερο Σχίσμα. Όταν ο Καρλομάγνος δημιουργεί χωριστή αυτοκρατορία (αυτό είναι το πρώτο που τον ενδιαφέρει) αυτό έχει συνέπειες σε όλα τα επίπεδα βίου και βεβαίως στο εκκλησιαστικό – θεολογικό – πνευματικό. Ο νεώτε­ρος δυτικός πολιτισμός απορρέει από την Εκκλησία, την εμπειρία εν Πνεύματι, την παρουσία αγίων ανθρώπων που άδειασαν από τον εαυτό τους για να δε­χτούν την ενοίκηση του Χριστού, ή απορρέει από τον Καρλομάγνο και μετααναγεννησιακά από την σταδιακή αντίθεση σε όλες τις χριστιανικές και πνευμα­τικές πραγματικότητες ή σε πιο μαλακή έκφραση από την εκκοσμίκευση κάθε «κατάστασης» (και όχι έννοιας) που παρέλαβε από τη χριστιανική παράδοση;

Γενικά θα έλεγα ότι διακρίνω στο βιβλίο μια ευκολία σε μια μορφή επι­στροφής πίσω «στη στιγμή της δημιουργίας», στους πρώτους χρόνους της Εκ­κλησίας, αντίληψη βέβαια που έχουν υποστηρίξει και άλλοι θεολόγοι στην Ελλάδα και αλλού και που βρίσκεται στους αντίποδες της λεγόμενης εσχατολογικής θεολογίας που κουβεντιάζεται πολύ τα τελευταία χρόνια. Φοβάμαι πως τέτοιες επιστροφές στην αρχή του κόσμου ή σε κάτι ανάλογο δεν έχουν κα­νένα νόημα γιατί ακολουθούν μια άποψη ότι όλα τα γνήσια και αυθεντικά βρί­σκονται στην αρχή, λησμονώντας ότι στην αρχή βρίσκεται και … η Πτώση. Οπότε δεν θέλει φιλοσοφία για να καταλάβουμε ότι η δική μας η δουλειά δεν είναι πίσω μέσα στον χρόνο αλλά εμπρός μαζί με το πίσω ως ιστορική κατάσταση, που ανοίγεται στο μέλλον, δηλαδή στην βασιλεία, την οποία ήδη βιώ­νουμε από τώρα ως Εκκλησία, όσοι και όπως την βιώνουμε, αλλιώς τί αυτε­ξούσιοι είμαστε; Η εκκλησιαστική κατάσταση δεν είναι μαζική. Υπάρχει φυ­σικά η κοινότητα των πιστών αλλά μέσα εκεί η σχέση μας με τον ενανθρωπήσαντα Λόγο είναι προσωπική. Δεν υπάρχει μαζικότητα στην Εκκλησία, υπάρ­χει κοινωνία, σχέση και ενότητα. Αυτά τα έχει ξεκαθαρίσει ωραία εδώ και χρόνια ο Ν. Νησιώτης και ο Π. Νέλλας που ο σ. φαίνεται να τους εκτιμά και να τους έχει μελετήσει.

 

*

Ένα θέμα που φαίνεται να βασανίζει το συγγραφέα και που παρουσιάστη­κε τον τελευταίο καιρό φτάνοντας σε ακραίες διατυπώσεις και αντιλήψεις (πε­ρίπτωση Μέσκου) είναι το «προπατορικό αμάρτημα» και το γεγονός της Πτώ­σης, που συνδέονται βέβαια και τα δύο με το θάνατο (πρώτα τον πνευματικό και ύστερα τον βιολογικό). Με το θέμα είχα ασχοληθεί στην κριτική για το βιβλίο του Αρσένιου Μέσκου Σοκ και δέος δημοσιευμένη στο 3ο τεύχος της Θεολογίας (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009), όπου και παραπέμπω.

Για το περίφημο ζήτημα της πρόσληψης μας χρειάζεται εδώ μια φράση του Π. Νέλλα, στον οποίο αναφέρεται μερικές φορές και ο καθηγητής. Η ακόλου­θη: «Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το έργο της διακρίσεως ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό, της προσλήψεως του θετικού και του εγκεντρισμού του στην Εκκλησία, είναι αναγκαία μια παράλληλη αδιάκοπη προσπάθεια ασκή­σεως και αγιασμού». Και συνεχίζει: «Η αγιοποιός άσκηση καθαιρεί και ενο­ποιεί τον άνθρωπο, αποκαθιστά τις γνωστικές λειτουργίες του στην πρώτη τους καθαρότητα και λειτουργικότητα, επανορθώνει και τελειοποιεί την άμεση σχέ­ση του ανθρώπου με τον κόσμο. Η μεταλλαγή αυτή ολοκληρώνεται με τα μυστήρια και την προσευχή. Μ' αυτά ο άνθρωπος γίνεται διαφανής και ανοιχτός στο Θεό και τον κόσμο» («Οι χριστιανοί μέσα στον κόσμο», Σύναξη, τ. 13, 1985, σ.22-23).

Ένα άλλο ζήτημα που με απασχολεί σε σχέση με το βιβλίο είναι η μόνιμη διάθεση να συζητηθούν οι κύριες θεολογικές πραγματικότητες που με τρομερό αγώνα (πολλές φορές θυσιάζοντας τη ζωή τους) κατάφεραν οι Πατέρες, οι άγι­οι, οι μεγάλοι θεολόγοι-φιλόσοφοι (φιλόσοφος στην περίπτωση της χριστια­νικής παράδοσης είναι ο εραστής του Χριστού αντικαθιστώντας τον αρχαίο φιλόσοφο, εραστή της σοφίας) να διατυπώσουν και να αποσαφηνίσουν, έστω και αν κάποια ζητήματα θεωρούνται αμφίσημα αν όχι και άλυτα ή άγνωστα. Και όχι μόνο να συζητηθούν, αλλά ει δυνατόν να αμφισβητηθούν και ύστερα, υποτίθεται μέσα από την περιβόητη διαδικασία της έρευνας, να καταλήξουμε σε παραπλήσιες θέσεις ή ακόμη και στις ίδιες. Έχω την αίσθηση ότι στους πε­ρισσότερους θεολόγους διαφεύγει το γεγονός ότι δουλεύουν – και δουλεύουμε όλοι μας – πάνω σε έτοιμη τροφή! Οι Βασίλειοι και οι Γρηγόριοι και οι άλλοι δεν δούλεψαν σε έτοιμη τροφή, αλλά την δημιούργησαν και την μορφοποίη­σαν αυτοί οι ίδιοι. Οπωσδήποτε υπήρχε ο Λόγος των Ευαγγελίων και της Πα­λαιάς Διαθήκης, αλλά αυτό που κυρίως υπήρχε και τους άνοιξε δρόμο φωτει­νό, ήταν η μετοχή τους στα μυστήρια και το άγιο Πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν θα κατόρθωναν τίποτα άξιο θεογνωσίας και θεολογίας. Το γνώριζαν και το είπαν. Αντί λοιπόν να ακολουθήσουμε – αντί δηλαδή να συνεχίσουμε – αυτό τον δρόμο εμείς οι σημερινοί, μπλέκουμε με εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες δια­βάσματα και βιβλία (πρέπει κανείς σήμερα να μιλά για βιβλιακή θεολογία) και διασταυρώνουμε τις όποιες πανεπιστημιακές θεολογίες μας με άλλες χρι­στιανικές ή μη.

Καταδαπανώμαστε έτσι σε ατέρμονες συζητήσεις και αναλύ­σεις των πιο υψηλών θεολογικών αληθειών και εναλλάσσουμε ερμηνείες, λη­σμονώντας ότι για να υπάρξουν αυτά που υποτίθεται αναζητούμε, προσδο­κούμε, επιθυμούμε αν όχι και διεκδικούμε, απαιτείται συγκεκριμένη προσωπική εργασία και εμπειρία, προσωπική μεταμόρφωση και ανακαίνιση για να φτάσουμε κάποτε (αν είναι δυνατό αυτό) σε ευρύτερη ανακαινισμένη εκκλη­σιαστική κοινότητα.

Οι θεολογικές αλήθειες δεν είναι ζήτημα συζητήσεων και διανοητικής έρευνας επιστημονικού, δηλαδή διαλογικού, χαρακτήρα. Αυτό αφορά το δευ­τερότερο μέρος της θεολογικής εμπειρίας, ένα είδος φιλολογικής επεξεργασίας και μελέτης. Αλλά το κυρίως θεολογικό είναι ζήτημα θεοπνευστίας και χάρης, είναι ζήτημα μετοχής στα μυστήρια, είναι ζήτημα ανοίγματος, όχι στον κόσμο και στον πολιτισμό, όπως λέει σε ορισμένα σημεία το βιβλίο, αλλά πρώτιστα στο ένδοθεν της καρδίας, στον Λόγο και την Αγάπη που μας δόθηκε διαμέσου του σταυρού και της ανάστασης.

Γιατί πώς είναι δυνατόν να ανοιχτώ στον κόσμο και τον πολιτισμό όταν και τα δύο αυτά σήμερα παρουσιάζουν τις όψεις που λίγο πολύ ξέρουμε; Ο σ. αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο στην αθεΐα (και καλά κάνει) αλλά από την άλλη ζητά δια της αθεΐας, εννοώντας την παρουσία της και την πρόκληση που παρουσιάζει, να ανανεώσουμε την νεκρωμένη και παραμορφωμένη Ορθοδοξία μας. Ο κόσμος και ο πολιτισμός, πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε, ότι σήμερα βρίσκονται σε απέραντη διάχυση και ακατάπαυστη ροή (αλλά και απόλυτη εμπορευματοποίηση), από τη στιγμή που ο άνθρωπος, καταλύοντας τα όρια που του είχε θέσει ο Θεός, παραδόθηκε στις άπειρες δυνατότητες και ξαμολύθηκε σε κατάκτηση των πάντων σε επίπεδο γνωστικό και εκμεταλλευτι­κό, αν μπορώ να το πω, απαιτώντας λυσσαλέα από τη γη (αν όχι και από άλλους πλανήτες) να ικανοποιήσουν την ακόρεστη επιθυμία του για ηδονή και ευτυχία, απολύτως υλιστικού τύπου. Φυσικά τα πράγματα δεν έφτασαν ακόμη στον πάτο, γι' αυτό άλλωστε εξακολουθούμε να μιλούμε. Και υπάρχουν ευτυχώς οάσεις φωτός και αγάπης και ομορφιάς και τέχνης και γνώσης και ζωής μέσα στον κόσμο, ορθόδοξο και μη. Αλλά σπανίζουν και βεβαίως αντι­στέκονται στην εξάπλωση του μηδενιστικού πολτού.

Τονίζεται στο βιβλίο σε διάφορα σημεία (ενημερωτικά λέω ότι χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια με διπλή εισαγωγή στην αρχή, υστερόγραφο και βέβαια τα απαραίτητα ευρετήρια) η ανθρωπολογική διάσταση, με την έννοια ότι δεν προωθήθηκε όσο έπρεπε στην ορθόδοξη παράδοση ή ότι καταπόθηκε από μια διόγκωση θεολογικής διάστασης ή μάλλον της παρουσίας του Θεού εις βάρος του ανθρώπου. Πρώτα πρώτα πρέπει να πω ότι είναι άλλο ανθρωπολογία και άλλο θεανθρωπολογία. Είναι δυνατόν να διαχωριστεί η ανθρώπινη πλευρά πλήρως και να επιχειρούμε να την προωθήσουμε ή να την μελετήσουμε, όταν μέσα στην εκκλησιαστική μας παράδοση ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δεν ορίζε­ται καθαυτός (σε σχέση με την υλική και πνευματική του υπόσταση) αλλά – μετά την Ενανθρώπηση – από τη σχέση του με τον Θεό και τον πλησίον (άλλο). Ο μητρ. Περγάμου μάλιστα ανάγει τη διαφοροποίηση στην εβραϊκή νοοτροπία που μεταθέτει (σε σχέση με τις ελληνικές καταβολές) τη συνείδηση στην καρδιά, κέντρο της υπακοής και της αγάπης αντί για τον νου. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος γνωρίζει μόνο γιατί γνωρίζεται από το Θεό, αλλάζει εντελώς τον προσανατολισμό, αφού κάτοπτρο της συνείδησης είναι ο Χριστός και βέ­βαια οι ενδοεκκλησιαστικές σχέσεις ανάμεσα στους πιστούς ως ενιαίο Σώμα κλπ.

Δεν μπορούμε λοιπόν να αντλήσουμε διδάγματα ανθρωπολογίας και ανθρωπογνωσίας από τον περιρρέοντα πολιτισμό ανατολικό ή δυτικό, αν δεν έχουμε στην καρδιά μας αυτή την πραγματικότητα. Και για να συμπληρώσω, όταν ο σ. μιλά για πολιτισμό της σάρκωσης, θα πρέπει να μιλήσει και για σταυροαναστάσιμο πολιτισμό, με πρώτο τον σταυρό. Κι αυτό σημαίνει Εκκλησία μέσα στην Ιστορία. Αλλά η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με την Ιστορία. Είναι άνοιγμα, από τότε που υπάρχει ιστορικά, της δυνατότητας του ανθρώπου να υιοθετηθεί από το Θεό, είναι αρχίνισμα μετοχής στη βασιλεία. Είναι διαρκής υπέρβαση και άσκησή μου να ρυθμίσω το θέλημα του Πατρός με το ίδιον θέ­λημα. Και εννοείται, εδώ δοκιμάζεται μονίμως και η ελευθερία μου και όχι στην κατάφαση σε οποιοδήποτε καπρίτσιο δικό μου ή του άλλου.

Το αν αυτά γίνονται ή θα γίνουν στην Ανατολή ή στη Δύση, δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι η Δύση κατακλύσθηκε από μια πιο ανθρωποκεντρική θεολογία η οποία έδωσε Αναγέννηση, ουμανισμό, διαφωτισμό και αντιχριστιανισμό: αυτοθεοποίησε τον άνθρωπο, θεοποίησε τον ορθό λόγο αν όχι και τα συναισθήματα και τις ορμές, για να μην πούμε τίποτα για το Κρά­τος – Λεβιάθαν και την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ο Μπερντιάγεφ αποκαλεί «ληστρικό σύστημα» (φαίνεται έντονα στις μέρες μας για όσους έχουν μάτια). Όποτε τίθεται το ερώτημα; Πώς θα «προσλη­φθούν» όλα αυτά και θα μεταμορφωθούν;

Ένα ακόμη θέμα που προκαλεί την ευαισθησία μου είναι το σχετικό με την επιστήμη. Γίνονται αναφορές στην ανθρωπική αρχή, τον Prigogine, τον Hawking και τον Μ. Βασίλειο λόγω της Εξαημέρου κυρίως. Ας μου επιτρα­πεί να αναφέρω την ενότητα για την επιστήμη από το βιβλίο μου Η κρίση τον πολιτισμού (Αρμός 1999) όπου υπογραμμίζω όπως δεν κάνει μάλλον κανέ­νας ειδικά σε σχέση με τον Βασίλειο και τους Πατέρες, ότι το πρώτιστο είναι ό,τι αναφέρεται σε αποκαλυπτικό λόγο, τη σημασία και αξία του οποίου έχει βεβαιώσει ο Χριστός στα Ευαγγέλια. Αυτά έχουν ως βάση και όχι τις επιστη­μονικές θεωρίες. Διαβάζουμε στον Βασίλειο: «περί μεν της ουσίας του ουρα­νού μας φτάνουν όσα έχει πει ο προφήτης Ησαΐας, ο οποίος με απλούς λό­γους, αρκούντως μας εφανέρωσε τη φύση του ειπών "ο στερεώσας τον ουρανόν ωσεί καπνόν" (Ης. 51,6)· δηλαδή ο δημιουργήσας τον ουρανό ως φύ­ση λεπτή και όχι στερεά ούτε πηχτή» (ό.π. σ. 142-143) ενώ αλλού μιλώντας για τη γη λέει «και αν παραδεχθούμε ότι η γη είναι μετέωρη αφ’ εαυτής, ή πούμε ότι ισορροπεί πάνω στα νερά, είναι ανάγκη να μη απομακρυνόμαστε από το ευσεβές νόημα αλλά να ομολογούμε ότι όλα ομού συγκρατούνται με τη δύναμη του Δημιουργού τους» (σ.148). Σχεδόν πανομοιότυπο (αν όχι και πιο επιτακτι­κό) είναι το παρακάτω απόσπασμα του Δαμασκηνού «καν ουν εφ' εαυτής, καν επί αέρος, καν επί υδάτων, καν επ' ουδενός δώμεν ηδράσθαι αυτήν, χρη μη αφίστασθαι της ευσεβούς εννοίας, αλλά πάντα ομού συγκρατείσθαι, ομολογείν, και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος» (Ιωάν. Δαμασκηνού, έκδοση ακριβής Ορθ. Πίστεως, Β' (10) 24 «Περί γης και των εξ αυτής», ΕΠΕ 1976, σ. 196).

Τί σχέση έχουν αυτά με το παρακάτω απόσπασμα που διαβάζουμε στο υπό εξέτασιν βιβλίο: «...οι βιβλικές περιγραφές και εικόνες τούτου του πως (ενν. το πως της δημιουργίας) δεν αποτελούν παρά συγχρονικές ερμηνείες, που σχετίζονται άμεσα και συνεπώς προϋποθέτουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γνώσεις που σήμερα έχουν ξεπεραστεί και ως εκ τούτου ακυρω­θεί. Είναι σαφές ότι οι περιγραφές της δημιουργίας στη Γένεση, όπως και στην Εξαήμερο για παράδειγμα του Μεγάλου Βασιλείου, παραπέμπουν στο κοσμοείδωλο της εποχής τους.» (σ. 294).

 Βέβαια πρέπει να πω ότι παρά τον λαβυρινθώδη τρόπο του συγγραφέα, είναι φανερό ότι υποστηρίζει τη θεολογία και όχι την επιστήμη, οπότε και υπογραμμίζει τη διαφορά τους. Το ζήτημα όμως δεν είναι η υπεράσπιση της θεολογίας αλλά η κατανόηση της πατερικής στάσης: οι Πατέρες είναι προσανατολισμένοι στον Πατέρα και στον Λόγο που ενανθρώπησε, όπως περίπου δείχνει το παρακάτω απόσπασμα Γρηγορίου του Παλαμά: «Μόνος γαρ απάντων εγγείων τε και ουρανίων εκτίσθη κατ' εικόνα του πλάσαντος, ως προς εκείνον ορώη και αυτόν αγαπώη κακείνου μόνου μύστης και προσκυνητής είη, και τη προς αυτόν πίστει και νεύσει και διαθέσει την οικείαν καλλονήν συντηροίη, πάντα δε τάλλ’ όσα γη και ουρανός όδε φέρει, κατώτερα εαυτού ειδείη και νου παντάπασιν άμοιρα» (Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα, στην έκδοση Π. Χρήστου, εκδόσεις Κυρομάνος, ΘεσΙνίκη 1992, τ. ε', σ. 49). Οπότε, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι στη διάρκεια των αιώνων η ορθόδοξη παράδοση δεν προσανατολίστηκε σε αυτή τη διάσταση – έστω και αν θα λέγαμε ότι αφορά προπαντός τους «εκλεκτούς» – αντί να μιλούμε για ξε­περασμένες θέσεις των Πατέρων, θα ήταν καλύτερα να ζητήσουμε (και να ανα­ζητήσουμε) την όσο γίνεται βαθύτερη βίωση των ευαγγελικών εξαγγελιών, του­λάχιστον για τον χριστιανικό κόσμο, από το να περιμένουμε ή να ελπίζουμε να αφυπνιστούμε μέσω τής αθεΐας και των υποστηρικτών της.

Όσο για την περίπτωση του Prigogine που φαίνεται να τα βάζει με την «ανθρωπική αρχή» ως εισάγουσα «την δυαδικότητα», ενώ θα έπρεπε να ζη­τούμε μια «σύλληψη του σύμπαντος που να εμπεριέχει τη σκέψη και τη βιολο­γία χωρίς να έρχονται σε αντίφαση με τη φυσική.» (σ. 302) θεωρουμένων και ημών εννοείται ως «προϊόντων της εξελικτικής πορείας της φύσης», θα έλεγα το εξής απλούστατο: εάν απλώς είμαστε προϊόντα της εξελικτικής πορείας της φύσης, πάει περίπατο το "κατ' εικόνα" και βεβαίως η διάκριση κτιστού-ακτίστου. Αυτό αρκεί.

 

*


Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να αφεθώ στον ποιητικό τρόπο του κεφαλαίου Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης με αναφορές στον Χαίλντερλιν και τον Χάιντεγγερ (αλλά και τον Πεντζίκη που με ενδιαφέρει περισσότερο και τον Λειβαδίτη, όμως εκείνη τη «Μαρία Νεφέλη» τί την ήθελε;), παρουσιάζονται μερικές ενστάσεις του ή παρατηρήσεις -που περιέχονται μάλιστα σε υποσελίδειες σημειώσεις- και μου χαλούν τη διάθεση. Ο σ. προωθεί την ακόλουθη ένσταση: «Δεν μπορώ όμως σε καμιά περίπτωση να καταλάβω, γιατί είναι πρό­βλημα να βλέπει κανείς -"σε κάθε ενέργεια του ανθρώπου που προάγει τον πνευματικό αλλά και τον τεχνικό πολιτισμό, τον άμεσο καρπό της σάρκωσης του Χριστού- ασυνείδητον έστω και ακούσιο καρπό- μια συνεχή προς τα πρό­σω εξέλιξη εν Χριστώ των ιστορικών γεγονότων και των κοινωνικών σχέσεων προς το σημείο Ωμέγα της παγκόσμιας ολοκλήρωσης (σ. 327-328 σημείω­ση).

Το απόσπασμα με τα μικρά εισαγωγικά ανήκει στο βιβλίο του Γιανναρά Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα (Δόμος 1992) και αφορά τον Νη­σιώτη. Θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί συμπυκνωμένη θέση και των δύο. Ο Νησιώτης αντιδρούσε κυρίως (και ο Γιανναράς συμφωνεί μαζί του) σε αυτό που αποκαλούσε «γενικευμένη χριστολογία» κατά την οποία κάθε ανθρώπινη ενέργεια που συντελεί στην πνευματική, κοινωνική και τεχνολογική πρόοδο και εξέλιξη κρύβει πίσω της αυτομάτως την παρουσία του Χριστού. Εξω­θείται έτσι η χριστιανική θεολογία να επιδοκιμάσει καθολικά την εξέλιξη, την κοινωνική μεταβολή, αν όχι και να αναγνωρίσει την ωριμότητα του σύγχρονου ανθρώπου! Προέκταση των παραπάνω είναι η διατύπωση του θεολόγου Σακατζιάδη, μελετητή του Νησιώτη, που γράφει ότι ο κόσμος έτσι «αυτοερμηνεύεται και πορεύεται συνεχώς προς τα εμπρός, χωρίς τη θεϊκή παρεμβολή, χάρη στο κύρος και τα έργα του "νέου" ανθρώπου» (Αναλόγιον τχ. 2, σ. 130). Ο Χρ. Σταμούλης λοιπόν φαίνεται να συντάσσεται με αυτή την «αυτόματη» κα­τάσταση.

Αν λάβω υπ’ όψη μου και κάποιες φράσεις του συγγραφέα (στη σ. 330) όπου ο Χάιντεγγερ και ο Χαίλντερλιν κοντεύουν να μας παραπέμπουν στη «σάρκωση» και στη «θεανθρωπία» (η απορία μου είναι: η Εκκλησία δεν μας παραπέμπει;) το πράγμα γίνεται σοβαρό και δεν ξέρω πόσο μπορεί κανείς να γράφει τέτοια πράγματα. Σπεύδω ωστόσο να προσθέσω για να μη παρεξη­γηθώ, ότι και ο φιλόσοφος και ο ποιητής δεν είναι ούτε άμοιροι της σάρκω­σης του Λόγου, όπως έρχεται μέσα από την ιστορική εκκλησιαστική παράδο­ση, ούτε πνευματικά άσχετοι. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.

Τελειώνοντας, για να μη κουράσω άλλο τον αναγνώστη, θα έλεγα, ότι οι κα­λύτερες σελίδες του βιβλίου είναι αυτές στις οποίες επιχειρεί να συγκεράσσει την επιστημονική διαλογική θεολογία με ποιητικές προσεγγίσεις, με ένα λόγο δηλαδή που χωρίς θεολογικές αναλύσεις μεταφέρει άμεσα σκιρτήματα συνο­μιλίας με τον Άλλο. Όμως αυτό δεν οφείλεται στην ιδιόρρυθμη γλώσσα αλλά στο προσωπικό βίωμα των συγκεκριμένων ποιητών, οι οποίοι μας μεταφέ­ρουν με αυτή τη γλώσσα το βίωμά τους, όχι την διανοητική τους ερμηνεία, αναζήτηση και αμφισβήτηση. Το καλύτερο υποκεφάλαιο είναι αυτό που τιτλο­φορείται «Ώσπερ ξένος και αλήτης ή σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης» (σ. 334-347), μία ενότητα που θαρρείς ότι γράφτηκε ερήμην του υπόλοιπου βι­βλίου. Με την ενότητα αυτή μπορώ να πω ότι συμφωνώ πλήρως. Βρίσκω ωστόσο εξαιρετικά κουραστική την πληθώρα παρεμβολών μέσα στα κείμενα και στην όλη ροή δεκάδων ονομάτων συγγραφέων ή παραπομπών σε αυτούς, ανθρώπων τελείως διαφορετικών (λόγου χάρη Πλάτων και Κρίστεβα), αλλά και τις εκτενέστατες υποσελίδειες σημειώσεις. Θα ήταν καλύτερα όλα αυτά τα εκτενή να είχαν μπει στο τέλος εν είδει παραρτήματος.

 

* Ο Σωτήρης Γουνελάς είναι συγγραφέας.

 

ΠΗΓΗ: «Θεολογία», Ιούλ. – Σεπτ. 2010. Το είδα 22-1-2011: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1732

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ:

 

Το ιδρυτικό σφάλμα της Ευρωζώνης, η υποτίμηση του ρίσκου, τα τεχνάσματα των τραπεζών, καθώς επίσης οι αδυναμίες του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Σε προηγούμενο άρθρο μας (η ελληνική πραγματικότητα) έχουμε αναφέρει ότι, «Όσο περνάει πολύτιμος χρόνος, χωρίς ριζικές αποφάσεις, τόσο υψηλότερες θα γίνονται οι απαιτούμενες διαγραφές χρεών, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος στάσης πληρωμών και τόσο πλησιέστερη η διάλυση της Ευρωζώνης».

Επίσης πως «Εάν το ΔΝΤ δεν εγκαταλείψει τη χώρα μας, το αργότερο εντός του πρώτου εξαμήνου του 2011, δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον – ενώ η κατάσταση θα γίνει εκρηκτική, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρωζώνη (ανάπτυξη ή χρεοκοπία). Τέλος, προσπαθήσαμε να δώσουμε κάποια «πειστική» απάντηση, στα ερωτήματα που απασχολούν την πλειοψηφία των Ελλήνων, με την εξής «διατύπωση»:  

«Υπάρχει ελπίδα, έστω με πολύ μεγάλες θυσίες εκ μέρους μας, να μηδενίσουμε τα τεράστια ελλείμματα, να ξεφύγουμε από την παγίδα του δημοσίου χρέους, να μην ξεπουλήσουμε τη δημόσια περιουσία, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την ύφεση, να καταπολεμήσουμε την ανεργία και να αναδιανέμουμε ορθολογικά τα εισοδήματα; Μπορούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε από το ΔΝΤ, να επανακτήσουμε την Εθνική μας κυριαρχία, να μην υποταχθούμε στις οδηγίες του Καρτέλ, να μην «αποικιοκρατηθούμε» από κανέναν ισχυρό (Η.Π.Α., Γερμανία, Κίνα κλπ), καθώς επίσης να επιλύσουμε όλες τις υπόλοιπες «χρόνιες ασθένειες» της Ελλάδας, οι οποίες δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά επίσης πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές;» (άρθρο μας: η έξοδος από την κρίση). 

Δυστυχώς παρά το ότι (όπως αναλύσαμε, απαντώντας στα ερωτήματα), υπάρχουν δυνατότητες για να αποφύγουμε το «μοιραίο», τίποτα το ουσιαστικό δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα. Όπως φάνηκε δε από την πρόσφατη σύνοδο (EurogroupEcofin), η Ευρώπη συνεχίζει να λειτουργεί στη βάση του πρώτου σεναρίου (άρθρο μας) – σύμφωνα με το οποίο «όλα παραμένουν ως έχουν, αφού πάντοτε προκύπτει, έστω και την τελευταία στιγμή, μία κάποια λύση στα προβλήματα που εμφανίζονται». Εν τούτοις, έχοντας την άποψη ότι, οι «δυσλειτουργίες» του συστήματος αυξάνονται, όσο δεν λαμβάνονται ριζικές αποφάσεις, θεωρούμε ότι θα επανέλθει ξανά το θέμα των τραπεζών – κατ’ επέκταση των κρατών, ενδυναμωμένο, «ζοφερό» και εξαιρετικά επικίνδυνο, μέσα από τη διαφαινόμενη «παγίδα των ομολόγων».

Ειδικότερα οι ευρωπαϊκές τράπεζες, πόσο μάλλον οι Ελληνικές, απειλούνται από μία νέα «κεφαλαιακή ανεπάρκεια» – αφού οι «επόπτες» του χρηματοπιστωτικού συστήματος ερευνούν σοβαρά το ενδεχόμενο, να απαγορεύσουν την καταχώρηση των ομολόγων των χωρών της Ευρωζώνης στα λογιστικά βιβλία των τραπεζών, με τον τρόπο που συνέβαινε μέχρι σήμερα. Δηλαδή, τα ομόλογα του δημοσίου δεν θα εκλαμβάνονται πλέον σαν «χωρίς ρίσκο τοποθετήσεις», οι οποίες δεν απαιτούσαν τη διατήρηση ελαχίστων αποθεματικών – με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η αύξηση των κεφαλαίων των τραπεζών η οποία, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις της Βασιλείας ΙΙΙ, θα δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό κλάδο.

Σε κάθε περίπτωση έχουμε την άποψη ότι, είτε αποφασισθεί τελικά κάτι τέτοιο, είτε όχι, οι αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης θα το λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν – υποβαθμίζοντας ανάλογα τις ευρωπαϊκές τράπεζες (τα κράτη επίσης), με βάση τα συγκεκριμένα κριτήρια (ρίσκο ομολόγων).   

Φυσικά η αύξηση των κεφαλαίων των τραπεζών, η οποία βέβαια κοστίζει, δεν είναι υποχρεωτική – αφού θα μπορούσαν κάλλιστα να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις, μειώνοντας την έκθεση τους σε ομόλογα. Στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να πουλήσουν αυτά που ήδη διαθέτουν, αποφεύγοντας προφανώς να αγοράσουν καινούργια. Κάτι τέτοιο όμως θα «αναζωπύρωνε» και θα επιτάχυνε την κρίση χρέους των μελών της Ευρωζώνης, γεγονός που θα λειτουργούσε όχι μόνο αρνητικά για τη ζώνη του Ευρώ, αλλά και για τις ίδιες τις τράπεζες – αφού θα αύξανε περαιτέρω το «ρίσκο» των τοποθετήσεων τους και επομένως την ανάγκη υψηλότερων ελαχίστων αποθεματικών. Πρόκειται λοιπόν για μία επικίνδυνη παγίδα, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπισθεί υπό τις παρούσες συγκυρίες – με τις τράπεζες ή τα κράτη να κινδυνεύουν τόσο από τη Σκύλλα, όσο και από τη Χάρυβδη.

 

Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΣΚΟΥ

 

Συνεχίζοντας, η «υποτίμηση» του ρίσκου των ομολόγων δημοσίου των χωρών της Ευρωζώνης, συνιστά ένα «ιδρυτικό σφάλμα» της – προερχόμενο από το ότι, οι τότε υπουργοί οικονομικών συμφώνησαν, αποφάσισαν καλύτερα, πως τα δάνεια των χωρών-μελών ήταν εντελώς ακίνδυνα. Η τοποθέτηση τους αυτή ήταν φυσικά αμοιβαία επωφελής, αφού οι τράπεζες δεν ήταν υποχρεωμένες να διατηρούν ακριβά «εγγυητικά» κεφάλαια – ενώ τα κράτη μπορούσαν να χρηματοδοτούν τα συνεχώς αυξανόμενα ελλείμματα τους (χρέη), με χαμηλά επιτόκια.

Σήμερα, επανεξετάζοντας τη συγκεκριμένη απόφαση, φαίνεται ότι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της Ευρωζώνης – ενώ συνετέλεσε τα μέγιστα στην παρούσα κρίση. Εάν δηλαδή δεν υπήρχε η αντιμετώπιση αυτή, τότε οι τράπεζες δεν θα είχαν επενδύσει τόσο πολλά χρήματα σε κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης, αφού θα ήταν υποχρεωμένες να υπολογίσουν κάποιο ποσοστό ρίσκου – με έμμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό τουλάχιστον του προβλήματος της αλληλεξάρτησης ευρωπαϊκών τραπεζών και κρατών (συγκοινωνούντα δοχεία). Από την άλλη πλευρά, οι χώρες της Ευρωζώνης δεν θα είχαν τη δυνατότητα του φθηνού, εύκολου δανεισμού τους – οπότε δεν θα είχαν αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό τα χρέη τους.

Εκτός αυτού, η «οριζόντια» αντιμετώπιση όλων ανεξαιρέτως των χωρών της Ευρωζώνης, σαν «περιοχές» με μηδενικό ρίσκο, συνετέλεσε στη συσσώρευση ομολόγων «χαμηλής ποιότητας» εκ μέρους των τραπεζών – κάτι ανάλογο δηλαδή με τα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης των Η.Π.Α. (Subprimes), από τα οποία ξεκίνησε η υφιστάμενη χρηματοπιστωτική κρίση. Αρκεί να συνειδητοποιήσει λοιπόν κανείς ότι, μόνο και μόνο οι γερμανικές τράπεζες έχουν «επενδύσει» περισσότερα από 200 δις € σε ομόλογα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας (σύμφωνα με την τράπεζα διεθνών διακανονισμών), χωρίς τη διατήρηση ελαχίστων αποθεματικών κεφαλαίων, για να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος.        

Κατ’ επέκταση, μια ενδεχόμενη στάση πληρωμών ενός οποιουδήποτε κράτους-μέλους, συνυπολογίζοντας ίσως το θέμα των «πιστωτικών» ασφαλειών (CDS), θα προκαλούσε σίγουρα μία νέα, παγκόσμια τραπεζική κρίση – ενώ το ρίσκο στις ευρωπαϊκές τράπεζες (κυρίως στις γερμανικές και γαλλικές) είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, από όσο μπορούμε να φαντασθούμε.

 

ΤΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

 

Αναλυτικότερα, στα «εμπορικά βιβλία» κάποιων ευρωπαϊκών τραπεζών (ειδικά των γερμανικών), τα ομόλογα αξιολογούνται με τις εκάστοτε τιμές αγοράς – αντίθετα, στα «τραπεζικά βιβλία» τους, υπάρχει μεγαλύτερη «ελευθερία κινήσεων». Μετά από τη χρεοκοπία όμως της Lehman Brothers πολλές τράπεζες, ιδιαίτερα οι γερμανικές, «μετέφεραν» αρκετά ομόλογα, όπως επίσης άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, από τα εμπορικά βιβλία τους στα τραπεζικά. Με τη βοήθεια αυτής της «μεταφοράς» δυστυχώς, η οποία ουσιαστικά τις βοήθησε να «αποκρύψουν» τις αδυναμίες τους, κρίθηκαν οι Ισολογισμοί τους υγιείς, στο πρόσφατο τεστ αντοχής (crash test) – το οποίο «πέρασαν» ακόμη και οι χρεοκοπημένες τράπεζες της Ιρλανδίας.

Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι, οι τράπεζες θα υποχρεωθούν στη διατήρηση υψηλότερων «εγγυητικών κεφαλαίων» (ή χαμηλότερων «αποθεμάτων» σε ομόλογα), για τους «τίτλους» που διατηρούν στα χαρτοφυλάκια τους – παρά το ότι τα αποτελέσματα για την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, πόσο μάλλον για τις «επικίνδυνες» χώρες της, θα είναι εξαιρετικά επώδυνα. Εκτός αυτού, όσο έχουν τη δυνατότητα να καταχωρούν τα ομόλογα στα «τραπεζικά βιβλία» τους και όχι στα εμπορικά, η εκτίμηση της πραγματικής αξίας των μετοχών τους, εκ μέρους των επενδυτών, θα είναι μάλλον αδύνατη.

Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ διπλασίασε ήδη τα κατατεθειμένα κεφάλαια της, θέλοντας προφανώς να «θωρακισθεί» απέναντι στον κίνδυνο απώλειας δημοσίων ομολόγων κάποιων κρατών – ενώ επιδιώκει τη μεταβίβαση του προβλήματος στο μάλλον «διάτρητο» (όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια), «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSF). Από την άλλη πλευρά οι γερμανικές τράπεζες (κυρίως η Deutsche Bank), υποστηρίζουν «διακαώς» την εγγύηση ή την αγορά ομολόγων από το «μηχανισμό» (μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων) – έτσι ώστε να μην αναγκασθούν να εγγράψουν λογιστικές ή πραγματικές απώλειες (haircut) στα βιβλία τους. Αντίθετα, οι ελβετικές τράπεζες φαίνεται να έχουν επιλύσει ήδη το πρόβλημα – λαμβάνοντας, κατά το σύνηθες στη χώρα, ριζικές αποφάσεις και «καθαρίζοντας» τους Ισολογισμούς τους.

 

Υπενθυμίζουμε τα αποτελέσματα από το τελευταίο «τεστ αντοχής» των τραπεζών (Πίνακες Ι και ΙΙ) όπου, στο «μοντέλο» που χρησιμοποιήθηκε, λήφθηκε ως δεδομένη μία πτώση της αξίας των ομολόγων κάποιων κρατών, μέχρι και -30%. Όποιο πιστωτικό ίδρυμα δηλαδή είχε στο χαρτοφυλάκιο του ομόλογα της Ελλάδας, της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας, αξιολογούταν δυσμενέστερα, σε σχέση με τα υπόλοιπα:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Αποτελέσματα του «τεστ αντοχής» των Ελληνικών τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο αρνητικής κατάταξης την τελευταία στήλη) και με βάση τα παρακάτω σενάρια:

 

Βασικό σενάριο: Οι «ανοιξιάτικες» προβλέψεις ανάπτυξης της οικονομίας 

Σενάριο κρίσης: -3% ύφεση, υποτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης, καθώς επίσης διάφορες άλλες δυσμενείς εξελίξεις.

Σενάριο κραχ: Μεγάλη μείωση της αξίας των ομολόγων δημοσίου

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

ΑΤΕ

1,3

15,1

8,4%

10,7%

8,9%

4,4%

Πειραιώς

3,4

37,4

9,1%

10,9%

8,3%

6,0%

Εθνική

7,6

67,4

11,3%

11,7%

9,6%

7,4%

Eurobank

5,3

47,8

11,2%

11,7%

10,2%

8,2%

Alphabank

5,9

51,1

11,6%

12,3%

10,9%

8,2%

Ταχ.Ταμ.

1,3

7,5

17,1%

17,0%

15,0%

10,1%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Για μερική σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ («μερική» επειδή διαφοροποιούνται οι εκάστοτε τοπικές προϋποθέσεις), ο Πίνακας ΙΙ:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Αποτελέσματα του «τεστ αντοχής» των μεγαλύτερων ανά χώρα τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο τα ίδια κεφάλαια)

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

BCP Portugal

6,1

65,6

9,3%

9,4%

8,4%

8,4%

Santander Sp.

56,0

562,6

10,0 %

11,0%

10,2%

10,0%

Unicredit It.

39,0

452,4

8,6%

10,0%

8,1%

7,8%

Bank Ireland

9,6

104,6

9,2%

9,0%

7,6%

7,1%

BNP Paribas

62,9

620,7

10,1%

11,4%

9,7%

9,6%

HSBC

122,2

1133,2

10,8%

11,7%

10,4%

10,2%

Deutsche Bank

34,4

237,5

12,6%

13,2%

10,3%

9,7%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Ολοκληρώνοντας, αυτό που από οικονομικής πλευράς φαίνεται απόλυτα αναγκαίο,  συχνά δεν συμβαδίζει με την Πολιτική. Η εκ νέου αξιολόγηση των ομολόγων του δημοσίου, σύμφωνα με τις σημερινές τιμές αγοράς, αφενός μεν θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα στους τραπεζικούς Ισολογισμούς, αφετέρου δε θα «εκτόξευε» στα ύψη το κόστος δανεισμού των κρατών της ΕΕ, λόγω του αυξημένου ρίσκου «απώλειας». Εν τούτοις, σύμφωνα με τις εταιρείες αξιολόγησης, τα ομόλογα του δημοσίου με χαμηλότερο «βαθμό» από το «ΑΑ-», οφείλουν να καταχωρούνται με περισσότερο από -20% ρίσκο στα βιβλία των τραπεζών – ενώ ήδη οι χρηματοπιστωτικές αγορές τα αξιολογούν έως και -50% (δηλαδή, υπολογίζουν ενδεχόμενη διαγραφή τους – haircut – ύψους 50% της αξίας τους).  

Αν και πολλοί οικονομολόγοι τώρα προτείνουν να καταχωρούνται με μηδενικό ρίσκο οι τίτλοι του δημοσίου για χώρες με χαμηλότερο χρέος από τα 60% του ΑΕΠ τους, η επιτροπή της Βασιλείας φαίνεται να επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο – την υποχρέωση δηλαδή των τραπεζών να διατηρούν ελάχιστα κεφάλαια για όλα τα στοιχεία του ενεργητικού τους (επίσης για τα ομόλογα του δημοσίου). Εν τούτοις, το ποσοστό είναι μόλις 3% (πολλαπλασιαστής Ιδίων Κεφαλαίων – leverage – στο 33, από το 50 σήμερα), ενώ πρόκειται να εφαρμοσθεί από το 2018 – κάτι που σίγουρα δεν πρόκειται να επιλύσει το πρόβλημα.   

 

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ

 

Ο μηχανισμός στήριξης ύψους 750 δις €, ο οποίος ψηφίσθηκε στις 10 Μαΐου του 2010 από τους 27 υπουργούς οικονομικών της ΕΕ, όταν η Ελλάδα «αναγκάσθηκε» να καταφύγει σε αυτόν, αποτελείται από τα εξής τρία «μέρη»:

(α)  Το σημαντικότερο στοιχείο του είναι η «βοήθεια» εκ μέρους όλων των χωρών της Ευρωζώνης, οι οποίες ίδρυσαν τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF), με έδρα το Λουξεμβούργο. Η συγκεκριμένη εταιρεία ειδικού σκοπού έχει τη δυνατότητα, με τη βοήθεια της έκδοσης ομολόγων, να χρηματοδοτείται από τις «αγορές», με στόχο την ενίσχυση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Για την έκδοση αυτών των ομολόγων, εγγυώνται τα κράτη της Ευρωζώνης (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιρλανδία, μέχρι στιγμής), για το συνολικό ποσόν των 440 δις €.

(β)  Έως και 60 δις € τώρα προσφέρονται από τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSM), μέσω του οποίου η Κομισιόν (η ΕΕ των 27 δηλαδή), μπορεί να συνάψει δάνεια από τις αγορές – για να τα διοχετεύσει στις αδύναμες χώρες.    

(γ)  Το ΔΝΤ είναι το τρίτο μέρος του ευρύτερου μηχανισμού στήριξης, αφού ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει με το 50% των χρημάτων που θα διατίθενται κάθε φορά από το μηχανισμό – επομένως, συνολικά μέχρι 250 δις €.

Εν τούτοις, τα χρήματα που μπορούν να διατεθούν, είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα από 750 δις € – γεγονός στο οποίο οφείλονται οι απόψεις, σχετικά με το ότι δεν θα φτάσουν, εάν υποχρεωθεί και η Ισπανία να καταφύγει στο μηχανισμό στήριξης. Ο λόγος είναι πως για τα 440 δις € εγγυώνται όλες οι χώρες – όχι μόνο δηλαδή αυτές που διαθέτουν αξιολόγηση ΑΑΑ. Οι εταιρείες αξιολόγησης λοιπόν, για να βαθμολογήσουν με ΑΑΑ το μηχανισμό (γεγονός που θα σήμαινε ότι θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές με χαμηλό επιτόκιο), απαιτούν περισσότερα χρήματα σαν εγγύηση. Στην αντίθετη περίπτωση, αξιολογούν με ΑΑΑ μόνο τα ποσά εκείνα, με τα οποία εγγυώνται οι χώρες με ΑΑΑ αξιολόγηση – δηλαδή, «επιτρέπουν» να χρηματοδοτηθεί (να εκδώσει ομόλογα, με χαμηλά επιτόκια), μόλις με 250 δις € και όχι με 440 δις €.

Επομένως, οι δύο «μηχανισμοί» (EFSF και EFSM), μπορούν να δανεισθούν μόνο 250 δις € και 60 δις € αντίστοιχα (συνολικά 310 δις €) από τις «αγορές». Με το ΔΝΤ λοιπόν να καλύπτει το 50% (155 δις €), το ποσόν που τελικά μπορεί να διατεθεί με χαμηλά επιτόκια, δεν ξεπερνάει τα 465 δις €.

Μέχρι στιγμής, κάτω από το συγκεκριμένο μηχανισμό έχει υπαχθεί μόνο η Ιρλανδία – εγκρίθηκαν 85 δις €, εκ των οποίων όμως οι Ιρλανδοί ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλλουν οι ίδιοι τα 17,5 δις €. Το ΔΝΤ ανέλαβε τα 22,5 δις € και η Ευρώπη τα 45 δις € – εκ των οποίων το 50% θα χρηματοδοτηθεί από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας (Κομισιόν – EFSM), δια μέσω του δανεισμού του από τις αγορές (εξέδωσε ήδη ομόλογα αξίας 5 δις €). Από το υπόλοιπο 50% (22,5 δις €), ανέλαβε τα 17,7 δις € ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSF), ενώ τα 4,8 δις € η Μ. Βρετανία, μαζί με τη Δανία και τη Σουηδία (διακρατικά δάνεια).

Αφαιρούμενης λοιπόν της δικής της συμμετοχής, καθώς επίσης των διακρατικών δανείων, η Ιρλανδία θα λάβει 62,7 δις € από το μηχανισμό – οπότε απομένουν 402,3 δις € στη διάθεση του (αν σκεφθεί κανείς βέβαια ότι, τα χρέη των ιρλανδικών τραπεζών είναι πολλαπλάσια του ΑΕΠ της χώρας, τα 62,7 δις € που θα λάβει η Ιρλανδία είναι μάλλον «σταγόνα στον ωκεανό»). Επομένως, υπάρχουν αρκετά χρήματα για μία ενδεχόμενη «διάσωση» της Πορτογαλίας, ενώ φαίνεται ότι ο μηχανισμός θα φτάσει στα όρια του, εάν χρειασθεί να υπαχθεί η Ισπανία – η 4η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης (πόσο μάλλον εάν η Ιρλανδία «απαιτήσει» πολύ περισσότερα χρήματα, από αυτά που ήδη έχουν εγκριθεί).          

Σύμφωνα τώρα με την πρόσφατη τοποθέτηση του κ. Ορφανίδη, μέλους της ΕΚΤ, ο μηχανισμός θα μπορούσε να αγοράζει ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης, έτσι ώστε να μειώνονται οι πιέσεις που εξασκούνται από τις «αγορές» στις αδύναμες χώρες – με αποτέλεσμα την αύξηση τόσο των επιτοκίων δανεισμού τους, όσο και την «επιβάρυνση» της ΕΚΤ, η οποία αγοράζει σήμερα αυτά τα ομόλογα. Όμως, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αδύνατο, εάν συνυπολογίσει κανείς τις ενδεχόμενες μελλοντικές ανάγκες του μηχανισμού – όπως τις αναφέραμε προηγουμένως. Ίσως λοιπόν για το λόγο αυτό γίνεται προσπάθεια αύξησης του ποσού στα 660 δις €, από τα 465 δις € που είναι σήμερα – μέσω της παροχής επί πλέον εγγυήσεων, εκ μέρους των κρατών με αξιολόγηση ΑΑΑ.

 

Όπως φαίνεται όμως, δεν συμφωνεί η Γερμανία, αφού θα πρέπει να αυξήσει το δικό της μέρος στα 187,5 δις € (από 123 δις € σήμερα) – γεγονός που απαιτεί νέα έγκριση εκ μέρους του Κοινοβουλίου της. Φυσικά πιθανολογούμε ότι θα το έκανε, υπό την προϋπόθεση της ανάληψης της θέσης του κ.Trichet από το Γερμανό κ.Weber, μετά το τέλος της θητείας του πρώτου. Κάτι τέτοιο αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους βασικότερους στόχους της Γερμανίας, τον οποίο θα έπρεπε μάλλον να αποφύγουν οι χώρες της Ευρωζώνης, εάν δεν θα ήθελαν να σηματοδοτήσουν το ξεκίνημα μίας Pax Germanica.  

Θα ήταν προτιμότερο λοιπόν να αυξήσουν τα 440 δις € στα 750 δις €, εάν βέβαια χρειασθεί, δανειζόμενες με επιτόκια υψηλότερα (αφού δεν θα είχε ο μηχανισμός την αξιολόγηση ΑΑΑ στο σύνολο του), παρά να υποκύψουν στις έντεχνες πιέσεις της γερμανικής ηγεσίας – επιδεινώνοντας τις προοπτικές της Ευρώπης.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι, δεν χρειαζόμαστε καθόλου μία γερμανική Ευρώπη (θα ήταν εις βάρος των ίδιων των Γερμανών Πολιτών), αλλά μία ευρωπαϊκή Γερμανία – εάν φυσικά είναι κάτι τέτοιο εφικτό και δεν διαλυθεί τελικά η Ευρωζώνη (κάτι που φυσικά απευχόμαστε, ελπίζοντας να μην συμβεί).

 

Σημείωση 20.01.10: Τα ελληνικά ομόλογα στο εξωτερικό υπολογίζονται στα 263 δις €, σύμφωνα με τους Financial Times. Επίσης κατά το ίδιο έγκυρο έντυπο, σχεδιάζεται η «επαναγορά» τους από την Ελλάδα – με χρήματα που θα της δοθούν από το μηχανισμό χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (ESFS), πιθανότατα με το επιτόκιο που θα χρεώνεται ο μηχανισμός (3,5%).

Η επαναγορά τους προγραμματίζεται σε τιμές της τάξης του 70-80% της αξίας τους (haircut). Η αποπληρωμή τους (αναδιάρθρωση) σχεδιάζεται μακροπρόθεσμη, με πρωτοβουλία της Γερμανίας. Ενδεχομένως λοιπόν θα έχουμε, αφενός μεν διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους μας από τις «αγορές» (όχι από τους Πολίτες των άλλων χωρών), αφετέρου επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων – όπως ακριβώς «προτείναμε» στο άρθρο μας «Οι προοπτικές της Ευρώπης», εφ’ όσον βέβαια «ευοδωθούν» αυτά που αναφέρουν οι γερμανικοί FT.    

Η Ελλάδα, δεν πήρε τα 110 δις € από το μηχανισμό των 750 δις €, αλλά απευθείας από 14 χώρες της Ευρωζώνης – οπότε, από τα χρήματα του μηχανισμού, έχουν αφαιρεθεί μόνο αυτά που δόθηκαν στην Ιρλανδία, όπως ακριβώς αναφέρεται στο κείμενο. Πιθανότατα, ο ίδιος σχεδιασμός (διαγραφή, αναδιάρθρωση) θα ακολουθηθεί και για την Ιρλανδία.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 19. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2266.aspx