Ελληνική ταυτότητα & δραγωνικά

 

Ελληνικής ταυτότητας παραλειπόμενα ή περί πρωτοασηκρήτισσας (Γ.Γ.) του Υπ. Αεθνικής Παιδείας

 

    Του φιλαλήθη/philalethe00

 

Λέγαμε πριν για την γαλλική-φράγκικη εθνική ταυτότητα και το ότι ο Σατωμπριάν μας γράφει τα κάτωθε:

“Η καθημερινή εμπειρία μας οδηγεί να αναγνωρίσουμε ότι οι Γάλλοι ενστικτωδώς βαδίζουν προς την εξουσία· δεν αγαπούν καθόλου την ελευθερία·η ισότητα είναι το μόνο είδωλό τους. Όμως, η ισότητα και ο δεσποτισμός έχουν μυστικούς δεσμούς. Με βάση αυτά τα δύο δεδομένα, ο Ναπολέων κατάγεται απευθείας από την καρδιά των Γάλλων” (Σατωμπριάν, “Σκέψεις και αφορισμοί”, σ. 47).

        O Chateaubriand (1768-1848)
Από την άλλη, η ελληνική ταυτότητα έχει άλλα γνωρίσματα, τα οποία ήδη σκιαγραφήσαμε στα πιο πάνω. Δηλαδή είναι η ζήτηση της αλήθειας σε όλες της μορφές της, το Ωραίο, την Γνώση κ.λπ.

Μία θαυμάσια περιγραφή της ελληνικότητας μας δίνει ο Απόστολος Παύλος στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο, καθώς και η όλη εξιστόρηση των Πράξεων. Ο Παύλος περιηγούμενος στις Αθήνες βλέπει, ότι οι Αθηναίοι είναι “κατά πάντα δεισιδαιμονέστεροι”(το ίδιο που έλεγαν οι μεγάλοι Καππαδόκες/Έλληνες Πατέρες για τον Λιβάνιο, δηλαδή), δηλαδή ευσεβέστεροι, δηλαδή θεοκεντρικότεροι.  Η θεοκεντρικότητα, λοιπόν, είναι ένα δεύτερο τυπικό χαρακτηριστικό της ελληνικότητας.  Ο Παύλος, στην θαυμάσια αυτή του ομιλία, εφελκύει, πέραν του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και Δαμάρεως, στωικούς, επικουρείους. Μάλιστα, ως μεγάλος ελληνιστής βάσει των σπουδών του, χρησιμοποιεί αυτούσιες φράσεις Αρχαίων Ελλήνων ποιητών (εδώ -”ως και τινες των καθ’ υμάς ποιητών ειρήκασι“), για να πολεμήση την ειδωλολατρία και την ενοίκηση (πρβλ. καθιέρωση) θεών σε είδωλα!

Τρίτο, έλασσον, χαρακτηριστικό είναι η εμμονή στην ιδιαίτερη αξία του ανθρώπου και η υπέρβαση του ατόμου, ο ανθρωπισμός, ιδιαίτερα ένα ρεύμα που ξεκίνησε από την εποχή του Μενάνδρου (4ος-3ος αι. μ.Χ.) και μετά και ολοκληρώθηκε στον “χριστιανικό ανθρωπισμό” (πρβλ. “το Σάββατο δια τον άνθρωπο έγινε και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο”). Όλη η αρχαία ελληνική φιλοσοφία έχει ονομαστή ανθρωπισμός. Ο απόλυτα ελληνολατρης ρήτορας Κικέρωνας χαρακτήριζε humanitas την αρχαία ελληνική παιδεία, εξ ου και το “ανθρωπιστική παιδεία” που λέμε σήμερα.

Τέταρτο χαρακτηριστικό είναι η μυστική πορεία, η ανακάλυψη του μικρόκοσμου που είναι ο άνθρωπος, η μυστική γνωσιολογία, όπως την γνωρίζουμε από τον Πυθαγόρα, τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο, τους Ορφικούς, τα Ελευσίνια Μυστήρια, ενώ τέτοιες τάσεις είχε και ο Πλάτωνας, που κατέληξε στο ικανοποιητικό για την εποχή του “Θεός ου μείγνυται ανθρώποις”. Αυτή η σπερματική πορεία ολοκληρώθηκε στην Ορθοδοξία. Αυτή ήταν, ως λέγεται, η αρχαιοελληνική γνωσιολογία. Από την άλλη, στην αλλοτριωμένη Δύση, αυτό το νήμα υπάρχει, αλλά είναι κρύφιο. Υπάρχει στον αναγεννησιακό Μπαίμε, στον κατ’εξοχήν Γερμανό ρομαντικό Χριστιανό Νοβάλις, τον Ολλανδό φιλόσοφο Hemsterhuis (πρβλ. τα περί “ιερής αίσθησης” με την Ορθόδοξη θεολογία της “καρδίας”!), τον Ιωάννη του Σταυρού, τον Ιωάννη της Σιωπής, την Τηρεσία της Άβιλα,  εσχάτως τον υπαρξισμό. Αλλά πάντως το κύριο νήμα, υφάδι είναι αυτό που ξεκίνησε με τον Ακινάτη που κατέστησε τις Ενέργειες, την Χάρι του Θεού …χάριτες κτιστές και μετρήσιμες (!) με μία κοσμική νομικιστική λογική περί αξιομισθιών των Αγίων*.  Καλή ανάλυση, κατανοητή και προσιτή στο κοινό σε όλα αυτά έχει κάνει ο Θεσσαλονικέας συγγραφέας, τουρκολόγος και δημοσιογράφος Ν. Χειλαδάκης στο αξιολογότατο βιβλίο του “Ανατολική αυτοκρατορία”, όπου μιλάει και για τον σύγχρονο πόλεμο Ανατολής -Δύσης, ένα γνωσιολογικό, γνωσιοθεωρητικό πόλεμο στο βάθος.

Πολλά θα μπορούσα να ειπωθούν και τελείως άλλα ίσως επ’αυτών.Γεγονός είναι, ότι και εθνική συνέχεια υπάρχει (κατ’εξοχήν, θα έλεγα) στον ελληνισμό, όπως δέχονται οι περισσότεροι σοβαροί εθνολόγοι, ιστορικοί, κ.α. του εξωτερικού και φέρει ως κληρονομιά πάρα πολύ βαριές παρακαταθήκες, από τις σημαντικότερες που έχουν ποτέ εμφανιστεί. Ίσως για αυτό και ο Κλήμης ο Αλεξανδρείας μιλούσε κάπου για ειδική κλήση του ελληνισμού. Βεβαίως, όπως και στο εβραϊκό έθνος, η αξία μας βασίζεται στο άηθες ήθος (“οι πράξεις μας είναι η μόνη ιδιοκτησία”, όπως έλεγε ο Χρυσόστομος) και το πνεύμα μας, όχι στην όποια και οσοδήποτε υψηλή καταγωγή μας, που παράγει απαιτήσεις, αφού γνωρίσαμε την αλήθεια περισσότερο.

Δεύτερο γεγονός είναι, ότι το έθνος (βλ. Αριστοτέλη, Ηρόδοτο, Θουκυδίδη) συγχέεται από πάρα πολλούς με το λατινικό natio (του 18ου αιώνα)! Αυτή η μετάφραση των αρχαίων ελληνικών όρων στην λατινική έχει προκαλέσει πάρα πολλά προβλήματα, όπως έλεγε και ο μέγιστος εκ των παρ’ημίν φιλοσόφων και δοκιμιογράφων Χρ. Μαλεβίτσης. Άλλο είναι ο Λόγος (που εμπεριέχει τα όριά του) και άλλο η Ratio, άλλο είναι το έθνος και άλλο το νεοφανές natio, άλλο είναι η κοινωνία και άλλο η societas, άλλο είναι η αλήθεια και άλλο η veritas (και άλλο η ρωσσική πράβντα, συμπληρώνω). Συνείδηση ελληνισμού, σε επίπεδο παιδείας ή καταγωγής, υπήρχε καθ’όλη την Αυτοκρατορία της Ρωμανίας, εξ ου και διδασκόταν στα σχολιά ο Έλληνας τω γένει ιερέας εθνικός το θρήσκευμα Πλούταρχος και όχι ο Βιργίλιος, ο Οράτιος, ο Σενέκας ή ο Κικέρων. Αυτή η συνείδηση ενισχύθηκε, όπως έλεγε και η Ε. Γ.-Αρβελέρ, μετά την Εικονομαχία, και έγινε “ελληνορθόδοξη”, όπως γράφει κάπου. Τότε, λέει και ο Δ. Ζακυθηνός, είχαμε το Οικουμενικό Χριστιανικό Κράτος του Ελληνισμού. Ο δε Μπερντιάεφ στο “για την κοινωνική ανισότητα” γράφει, ότι οι “Βυζαντινοί” έβγαλαν τους τότε παγανιστές Ρώσσους από την βαρβαρότητα, δίνοντάς τους εκείνη την εποχή περίπου, την Ορθόδοξη πίστη και την ελληνική παιδεία.

Όσον αφορά δε ένα ορισμένο (διότι υπήρχαν πάρα-πάρα πολλών ειδών, βέβαια***) ρομαντισμό που οι αληθινοί, καθολικοί Φιλέλληνες όπως ο Λ. Γκεμερέυ μέμφονται, ζωγράφησε μία παραμορφωτική εικόνα του ελληνισμού και ιδιαίτερα του αρχαίου ελληνισμού. Σε αυτήν την παραμορφωμένη εικόνα οφείλονται και οι επιθέσεις προσώπων όπως ο Χάιντεγκερ στην αρχαία Ελλάδα ή του πρώιμου Γκαρωντύ που έγραψε το περίφημο εξαίρετο δοκίμιό του “Η Δύση είναι ένα ατύχημα”.  Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι, ότι η πρώιμη νεωτερικότητα, δηλαδή τα δυτικά “ορθολογιστικά φώτα”, τόνισε/αν περισσότερο σε επίπεδο κοσμοθεωρητικό τις έννοιες της Πατρίδας και της Δημοκρατίας, σε βαθμό που ο “αρχάγγελος της επανάστασης” της Γαλλίας Σαιν-Ζυστ (ο πρώτος συνοδοιπόρος και φίλος του “έφιππου Ναπολέοντα”  Μαξ. Ροβεσπιέρου) είχε θεωρητικά θεμελιώσει την Ιακωβινική Δικτατορία με μία αποφθεγματική λογική άρνησης της Δημοκρατίας για την σωτηρία της Πατρίδας. Αλλά έτσι, βέβαια, τα φώτα αυτά (των οψιμων αυτών “φωταδιστών”) ξεθωριάζουν στα μάτια των πολλών και η δημιουργική (“ρομαντική”) αντίδραση στα φώτα που τελικά νίκησε εκεί όπου γεννήθηκαν αποκτά αίγλη…

* Αλλά, όπως έλεγε και ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίβοβιτς στους “στοχασμούς περί καλού και κακού”, ο Θεός είναι περισσότερο Θεός αγάπης παρά Θεός ισότητας.

 

**Εξαίρετες επισημάνσεις και παραθέματα σε όλα αυτά έχει δώσει και ο αείμνηστος Ι. Μ. Χατζηφώτης, π.χ. στο “Βυζάντιο και Εκκλησία”, και πολλοί διδάχθηκαν αρρήτως από αυτόν, όπως έχω διαπιστώσει προσωπικά.

 

***αρκεί να δούμε την διαφορά μεταξύ του “προοδευτικού” γερμανικού ρομαντισμού του Χριστιανού Novalis και του όψιμου γερμανικού ρομαντισμού που προσβλέπει στο παρελθόν και το κύρος του με “νοσταλγία” επιστροφής.

 

Υ.Γ Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορείτε να δήτε και να σκεφτήτε και την/επί της συλλογή/-ής υπογραφών που ξεκίνησε το περιοδικό Άρδην και η εφ. Ρήξη εδώ.

Η παναγιότατη δολοφονία…

Η παναγιότατη δολοφονία… του Ιω. Χρυσοστόμου

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


Το ερώτημα είναι: Ποια είναι η καλύτερη συνταγή για τη δολοφονία μιας μεγαλοφυΐας; Και η ιστορία αποκρίνεται: Το εκρηκτικό μίγμα της κακουργίας με τη βλακεία. Συνταγή που «θαυματούργησε» και στην περίπτωση του Χρυσόστομου (27 Ιανουαρίου, Ανακομιδή λειψάνων )…

Διέπρεψε στις μέρες του άβουλου αυτοκράτορα Αρκαδίου, για τον οποίο οι ιστορικοί της εποχής του λένε, πως ο Πρωθυπουργός του Ευτρόπιος τον μεταχειριζόταν, σαν πρόβατο. Τόσο, που φρόντισε ο ίδιος να βάλει στο πλευρό του, ως αυτοκράτειρα, τη μωροφιλόδοξη Ευδοξία.

Αυτή, λοιπόν, η Ευδοξία, μεθυσμένη απ' τα αυτοκρατορικά μεγαλεία, ζήτησε και της έστησαν, κοντά στην Αγία-Σοφία, ασημένιο άγαλμα. Όπου το σούσουρό των καθημερινών θεατρικών παραστάσεων, που γίνονταν προς τιμήν της, δημιουργούσε προβλήματα, όχι μόνο στις εκκλησιαστικές ακολουθίες της Αγια-Σοφιάς, αλλά και στα κηρύγματα του Χρυσοστόμου. Γεγονός που τον ανάγκασε να διαμαρτυρηθεί…

Τη διαμαρτυρία του οι εχθροί του την παρουσίασαν ως ανταρσία κατά της αυτοκράτειρας και πολλαπλασίασαν σκόπιμα τους θορύβους. Έτσι ώστε να τον παγιδεύσουν και να τον αναγκάσουν ν' απαντήσει στην πρόκληση μ' έναν πύρινο, εναντίον της αυτοκράτειρας, λόγο. Και να κατηγορηθεί, κατόπιν αυτού, για έσχατη προδοσία, ώστε να δρομολογηθεί η εξόντωσή του…

 Αν όμως η σύγκρουσή του με την αυτοκράτειρα ήταν η εύλογη αφορμή του διωγμού του, η βαθύτερη και ουσιαστική αιτία ήταν η αντίθεσή του με το κατεστημένο της εποχής του. Με πρώτους και χειρότερους τους δεσποτάδες…

Οι οποίοι, όχι μόνο τον φθονούσαν για την ασύγκριτη μεγαλοφυΐα του, αλλά και τον μισούσαν θανάσιμα, γιατί η απλότητα και η λιτότητα της ζωής του αποτελούσε ανυπόφορο έλεγχο για τα αμαρτωλά τους συμφέροντα και την πολυτελή διαβίωσή τους.

Έμεινε άλλωστε παροιμιώδης η φράση με την οποία επισημαίνει την εξαιρετική επικινδυνότητα του συναφιού τους, όταν λέει: «Τίποτε δεν φοβήθηκα τόσο, όσο τους δεσποτάδες, πλην ελαχίστων»!…

Ποιοι άλλοι, πέραν των δεσποτάδων, αποτελούσαν το κατεστημένο της εποχής του; Όλοι αυτοί που ζούσαν ηγεμονικά. Με τις μεγαλοπρεπείς κατοικίες τους. Με τα ρούχα από μετάξι και χρυσάφι. Με τις ολόχρυσες άμαξες, που τις έσερναν χρυσοχάλινα άλογα. Και τα τόσα άλλα. Που όλα τα απολάμβαναν σε βάρος της πλειονότητας του λαού, που ζούσε σε συνθήκες αβάσταχτης φτώχειας, με αποτέλεσμα να περιπλανιέται, κατά κοπάδια, στη ζητιανιά …

Ο ίδιος ο Χρυσόστομος ντυνόταν με τα πλέον κοινά υφάσματα. Απλότητα που επιδίωξε και στις εκκλησιές. Όπου τα μεταξωτά και τα χρυσά, τις τάπητες και τα πορφυρά παραπετάσματα και τα πλούσια ιερατικά ενδύματα διέταξε να τα πουλήσουν, για να διατεθούν, προφανώς, τα χρήματα για τους φτωχούς.

Γεγονός, που αποτελούσε αβάσταχτο έλεγχο της άσωτης πολυτέλειας και της άδικης κραιπάλης μέσα στην οποία ζούσαν οι χρυσοκάνθαροι. Και που επισημαίνει ο ίδιος ως βασικότερη αιτία της εναντίον του καταδρομής, λέγοντας στον περίφημο, πριν απ' την εξορία, λόγο του: «Γνωρίζετε για ποια αιτία θέλουν να με καθαιρέσουν; Γιατί δεν έστρωσα τάπητες και δεν φόρεσα μεταξωτά και γιατί δεν ικανοποίησα τη λαιμαργία τους…».

Ήταν στο πλευρό των ανθρώπων της ανάγκης: «Ο ένας, λέει ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ζητούσε τη μαρτυρία του στο δικαστήριο, ο φυλακισμένος τη λευτεριά του, ο πεινασμένος τροφή, ο γυμνός ρούχα, ο ξένος φιλοξενία, ο άρρωστος τη γιατρειά, ο πονεμένος την παρηγοριά, ο καταπιεζόμενος απ' τις αυθαιρεσίες της εξουσίας τη συμπαράστασή του. Και ο πατέρας (ο Χρυσόστομος) ανταποκρινόταν καθημερινά στου καθενός το κάθε πρόβλημα…».

Καταδίκαζε την κοινωνική ανισότητα: Οι πλούσιοι, που δεν συγκινούνται απ' τα παθήματα των φτωχών, έλεγε, είναι ιερόσυλοι, που κλέβουν το Θεό. Τα θέλουν όλα δικά τους. Πράγμα, που δείχνει ότι είναι αγριότεροι κι απ' τ' άγρια θηρία. Γιατί τα λιοντάρια και οι αρκούδες, όταν χορτάσουν, παύουν ν' αναζητούν τροφή. Ενώ οι πλούσιοι είναι αχόρταγοι…

Με τέτοια, λοιπόν, και παρόμοια, που έλεγε και έκανε πώς να μην τον μισήσουν; Πώς ν' αντέξουν τ' άρρωστα μάτια τους τις αστραπές του πνεύματός του; Κι έτσι, που ένιωθαν συντριπτική την υπεροχή του, πώς να μην τον φθονήσουν και πώς με κάθε τρόπο να μην προσπαθήσουν να τον δολοφονήσουν!….

Αλλεπάλληλες ήταν οι εναντίον του απόπειρες δολοφονίας. Γεγονός, που ανάγκασε το λαό να περιφρουρεί την Αρχιεπισκοπή όλο το 24ωρο. Ώσπου τελικά αποφασίστηκε η καθαίρεσή του και η εξορία του. Οπότε ο κλοιός του λαού γύρω απ' την αρχιεπισκοπή έγινε ασφυκτικότερος. Με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η πραγματοποίηση της εξορίας για μήνες.

Τελικά, για να αποφευχθεί η αιματοχυσία, ο Χρυσόστομος αναγκάστηκε, χρησιμοποιώντας κάποια μυστική έξοδο, να παραδοθεί στη φρουρά, που τον οδήγησε στην εξορία. Γεγονός ,που, όταν έγινε αντιληπτό, προκάλεσε την έκρηξη της οργής του λαού, ο οποίος έκαψε το ναό της Αγίας Σοφίας και το μέγαρο της Γερουσίας.

Η εξορία ακολούθησε μια κλιμακωτή πορεία θανάτου. Όπως πρόβλεπε η συνταγή δολοφονίας, που σχεδίασαν οι παναγιότατοι και σεβασμιότατοι αρχιερείς και το μεγαλειότατο αυτοκρατορικό ζεύγος.

Έτσι ώστε οι διαρκώς αυξανόμενες κακουχίες, σε συνδυασμό με τη σωματική του αδυναμία και την κλονισμένη του υγεία να τον οδηγήσουν αναπόφευκτα στο θάνατο (407 μ. Χ.).

Πράγμα, που κάνουν όλοι οι καλλιτέχνες της κακουργίας, που ευφραίνονται να δολοφονούν, αλλά παράλληλα προσέχουν να διατηρείται το ονοματάκι τους άσπιλο και αμόλυντο…

Οι οπαδοί του Χρυσοστόμου δημιούργησαν ιδιαίτερη θρησκευτική μερίδα, τους «Ιωαννίτες», οι οποίοι, παρά τους διωγμούς και τα βασανιστήρια, δεν συμβιβάστηκαν με την «εκκλυσία» των δολοφόνων.

Μέχρις ότου, τριάντα, περίπου, χρόνια μετά το θάνατό του, το λείψανό του μεταφέρθηκε με αυτοκρατορικές τιμές στην Κων/πολη απ' το γιο του Αρκαδίου και της Ευδοξίας, το Θεοδόσιο το Β΄. Ο οποίος, αφού ζήτησε συγνώμη από τον άγιο για λογαριασμό των γονιών του, τοποθέτησε το λείψανό του στο ναό των Αγίων Αποστόλων, δίπλα στις λάρνακες των γονιών του.

Για να σκηνοθετήσει, κάπως έτσι, η τραγική ειρωνεία της ιστορίας την, έστω και μεταθανάτια, συνύπαρξη της κακουργούσας μωρίας με την ασυμβίβαστη μεγαλοφυΐα…

 

Παπα-Ηλίας, 27-01-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

E-mail: papailiayfantis@gmail.com

Δίκτυο για την θρησκεία και τον πολιτισμό Ι

Διεπιστημονικό δίκτυο για την θρησκεία και τον πολιτισμό

 

«Θρησκεία και Πόλις»: συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή καθηγητών Θεολογίας, Φιλοσοφίας, Νομικής και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Επιστημονική εκδήλωση αύριο με ομιλητή τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας Ιωαν. Πέτρου

 

Επιμέλεια: Χάρης Ανδρεόπουλος *

 

Το δίκτυο «Θρησκεία και Πόλις» διοργανώνει εκδήλωση με ομιλία του Ιωάννη Πέτρου (φωτ.), Καθηγητή Κοινωνιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με θέμα:  «Θρησκεία και Δημόσιος χώρος». Η διάλεξη θα δοθεί αύριο Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010 και ώρα 7.30 μ.μ. στην αίθουσα Δ. Κωνσταντόπουλου της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Το διεπιστημονικό δίκτυο για τη θρησκεία, τον πολιτισμό και την πολιτική με την επωνυμία «Θρησκεία και Πόλις» έχει ως στόχο τη μελέτη του θρησκευτικού φαινομένου και ιδίως των τρόπων με τους οποίους η θρησκεία αλληλεπιδρά με την πολιτική και τον πολιτισμό μέσα στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Οι θρησκευτικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις φαίνεται πως επιδρούν στο δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο και επηρεάζοντας τη λειτουργία των θεσμών, τη διαμόρφωση ταυτοτήτων και τη συνάντηση με τον Άλλο. Η μελέτη των παραπάνω θεμάτων απαιτεί τη συνεργασία επιστημόνων από διαφορετικές ειδικότητες.

Για τον λόγο αυτό το εν λόγω διεπιστημονικό δίκτυο συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή καθηγητών από τα τμήματα: Θεολογίας, Φιλοσοφίας, Νομικής και Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Για το πρώτο εξάμηνο του 2010, το δίκτυο οργανώνει κύκλο σεμιναρίων που επικεντρώνονται στο θέμα της Βίας και της σχέσης του με το θρησκευτικό φαινόμενο.

 

* Τα μέλη του Δικτύου: 

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Καθηγητής A.Π.Θ,

Ιωάννης Πέτρου, Καθηγητής Α.Π.Θ,

Γιάννης Σταυρακάκης, Αν. Καθηγητής Α.Π.Θ.,

Φιλήμων Παιονίδης, Επ. Καθηγητής, Α.Π.Θ,

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.,

Νικόλαος Μαγγιώρος, Επ. Καθηγητής, Α.Π.Θ., 

Κώστας Παπαστάθης  Εντεταλμένος Διδάσκων  Α.Π.Θ,

Παναγιώτης Χαρίτος, Υπ. Διδάκτορας, Α.Π.Θ.

 

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης της εφημ. «Ελευθερία» της Λάρισας, καθηγητής Β/'θμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου), Μ.Sc. Εκκλησιαστικής Ιστορίας και υπ. Δρ. ΑΠΘ.

 

  ΠΗΓΗ: Amen.gr. Τελευταία Ενημέρωση: Jan 27, 2010,  http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=1561

Για το Πρόγραμμα Σταθερότητας II

Για το Πρόγραμμα Σταθερότητας

 

Συνολική πάλη για την ανατροπή του ΠΣΑ

 

Του Βασίλη Μηνακάκη

 

Το επικαιροποιημένο ελληνικό Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) που παρουσίασε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη εβδομάδα συνιστά μια σημαντική κοινωνική, οικονομική και πολιτική τομή, που επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί από το εργατικό κίνημα και την Αριστερά με τη σημασία και τη διάσταση που του αρμόζει.

Τι εννοούμε; Από τη μια επιβάλλεται να αναδειχτεί η ιδιαίτερη αξία και βαρύτητά του, παράλληλα όμως επιβάλλεται να συναρθρωθεί με τα άλλα μέτρα που προωθούνται την ίδια περίοδο από την κυβέρνηση, το κεφάλαιο και την ΕΕ (προϋπολογισμός, φορολογία, εργασιακά, παιδεία, ασφαλιστικό κ.λπ.) – και είτε ενσωματώνονται στο ΠΣΑ είτε όχι.

Ώστε και να αναδειχθεί η αντίθεση στο ΠΣΑ ως συνολική πολιτική αιχμή του κινήματος την παρούσα περίοδο, ως συνολικό αίτημα αμτιπαράθεσης με την ΟΝΕ/ΕΕ, την κυβέρνηση και το κεφάλαιο, αλλά και να εξασφαλιστεί ότι αυτή η αντιπαράθεση δεν θα εξαντληθεί στο επίπεδο της πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά θα τροφοδοτήσει ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό ρεύμα ρήξης και ανατροπής της αστικής πολιτικής, που θα καταγράφεται τόσο στις επιμέρους μάχες σε χώρους και μέτωπα, όσο και σε συνολικό πολιτικό επίπεδο..
Μάλιστα, καθώς το ΠΣΑ περιγράφει ένα ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα, με αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις -ειδικά το 2010-, ανακύπτει κι ένα ακόμη μείζον ζήτημα στρατηγικής για το κίνημα και την αντικαπιταλιστική Αριστερά: θα εξαντληθούν σε κάποιες κινήσεις πολιτικής διαμαρτυρίας που θα «σέρνονται» πίσω από το ημερολόγιο της αστικής επίθεσης ή τους δήθεν «αγωνιστικούς σταθμούς» του αστικοποιημένου συνδικαλιστικού κινήματος (αλλά δεν θα χτίζουν την ταξική αγωνιστική ενότητα της εργατικής τάξης ούτε θα οικοδομούν άλλους συσχετισμούς) ή θα διαμορφώσουν μια στρατηγική γραμμή αντιπαράθεσης και μάχης, με προτεραιότητες και ιεραρχήσεις, στόχους οικοδόμησης και πολιτικής αποκρυστάλλωσης, μαζικοκινηματικές και πολιτικές επιδιώξεις;
Μείζον, βέβαια, από μακροπρόθεσμη άποψη, είναι και για το κεφάλαιο να «πετύχει», το ΠΣΑ.. Γιατί, απ' αυτό προσδοκά όχι απλώς κάποιους πολιτικά οφέλη ή μια διαχειριστική τακτοποίηση των ελλειμμάτων, αλλά μια πιο σοβαρή ανάταξη των όρων κερδοφορίας και πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Θα τα καταφέρουν; Ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει τη μια ή την άλλη εξέλιξη – ούτε καν οι εμπνευστές του ΠΣΑ, που με κάθε ευκαιρία δηλώνουν πως οι προβλέψεις του στηρίζονται σε πολλούς αστάθμητους παράγοντες, ότι οι αβεβαιότητες είναι πολλές και ότι ίσως χρειαστεί να ενεργοποιηθούν πρόσθετα μέτρα και εναλλακτικά σενάρια Β ή και Γ.

Πρόγραμμα βαθιάς εκμετάλλευσης

Το ΠΣΑ που διαμόρφωσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε πολλά σημεία (π.χ., σσ. 4, 10) εξηγεί ρητά ότι έχει διπλή διάσταση: διαχειριστική (μείωση δημοσιονομικού ελλείμματος και χρέους) και αναδιαρθρωτική («μεταρρυθμιστικές ενέργειες» που θα αντιμετωπίσουν τις στρεβλώσεις, θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και επιχειρηματικότητα και θα αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα).
Τούτες οι δύο πλευρές είναι αξεδιάλυτες στο ΠΣΑ, που -για να μην αφήσει ίχνος παρανόησης- σημειώνει ότι «το πρώτο αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το δεύτερο» (4), ότι «η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας τόσο με διαρθρωτικούς όρους όσο και με όρους τιμών αποτελεί παράλληλο στόχο με αυτόν της δημοσιονομικής προσαρμογής» (5) και ότι «το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιονομικού προβλήματος είναι διαρθρωτικής φύσης» (29). Επιπλέον, επισημαίνει ότι «οι κίνδυνοι αυτοί [σσ.. να μην επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του] θα αντιμετωπιστούν με τη συνεχή προσπάθεια να εισαχθεί και να εκτελεστεί το κυβερνητικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων» (30).
Χαρακτηριστική τούτης της αλληλοσυσχέτισης είναι και η εκτίμηση ότι στη μείωση του ελλείμματος θα συνεισφέρουν η μείωση της γραφειοκρατίας (2-3% του ΑΕΠ), το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων (1%), η άρση των περιορισμών στον ανταγωνισμό (2%) και η αυξημένη αποτελεσματικότητα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (1%)!
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη πλευρά, την αναδιαρθρωτική (την πιο υποτιμημένη τόσο στη δημόσια συζήτηση όσο και στις αναλύσεις της Αριστεράς), διευκρινίζεται ότι απαιτείται θεμελιώδης μεταβολή του αναπτυξιακού υποδείγματος της ελληνικής οικονομίας, από το προηγούμενο, που αντιμετώπιζε την κατανάλωση ως κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης, σε ένα νέο μοντέλο, που θα βασίζεται στη βιώσιμη μεγέθυνση των εγχώριων και διεθνών επενδύσεων και στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (4, 10, 30). Με άλλα λόγια, διακηρύσσεται -σε πλήρη αρμονία με τα πιο κλασικά νεοφιλελεύθερα δόγματα- ότι βασική φιλοσοφία της προωθούμενης πολιτικής δεν είναι η στήριξη του λαϊκού εισοδήματος (μέσω ενός κλασικού ή ενός «τραπεζικού» κεϊνσιανισμού των δανείων και των πιστωτικών καρτών), αλλά η στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και ανάπτυξης, με την ελπίδα ότι θα οδηγήσουν σε μείωση της ανεργίας και βελτίωση της θέσης των εργαζομένων (κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί, μιας και τα τελευταία χρόνια η καπιταλιστική ανάπτυξη «παράγει» ανεργία και όχι νέες θέσεις εργασίας)
Ας ξεκινήσουμε όμως από την πρώτη πλευρά, της «δημοσιονομικής εξυγίανσης», που αφορά τον περιορισμό των δημόσιων ελλειμμάτων και τους χρέους. Αναμφίβολα αποτελεί δεσπόζουσα επιδίωξη του ΠΣΑ, που ποσοτικοποιείται στο στόχο της μείωσης του ελλείμματος από 12,7% το 2009 στο 2,8% το 2012.
Ένα πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο εδώ είναι ότι το ΠΣΑ δεν περιορίζεται απλώς στη διατύπωση αυτού του στόχου. Παράλληλα, ενσωματώνει ένα αυστηρότατο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης (τον τάδε μήνα αυτό το νομοσχέδιο, τον άλλο εκείνο, «υποχρεωτική αναφορά της εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε μηνιαία βάση» κ.λπ.) κι έναν επίσης αυστηρότατο μηχανισμό παρακολούθησης και ελέγχου της υλοποίησής του τόσο από τεχνοκράτες της ΕΕ όσο και από εγχώριες διυπουργικές ομάδες εργασίας, που «θα αναλαμβάνουν διαρθρωτική δράση σε όλες τις περιπτώσεις υπέρβασης των δαπανών, ενώ σε περίπτωση που τα έσοδα του προϋπολογισμού είναι χαμηλότερα από τα προβλεπόμενα, μπορούν να μειώνουν τα έξοδα, προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη του στόχου για το έλλειμμα» (31, 35). Ενσωματώνει, δηλαδή, μηχανισμούς ελέγχου τόσο σε μακρο-επίπεδο (τριετίας – π.χ. «τα υπουργεία θα υποβάλλουν, μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2010, προτάσεις για περικοπές δαπανών στα πλαίσια τριετών προϋπολογισμών») όσο και σε μικρο-επίπεδο (μήνας).
Πώς θα εξασφαλιστεί η μείωση των ελλειμμάτων; «Με ένα μίγμα μέτρων», απαντά το ΠΣΑ, «τόσο στο σκέλος των εσόδων, όσο και στο σκέλος των δαπανών». Μάλιστα, «στο σκέλος των δαπανών γίνεται επίσης αναδιάταξη από τις λιγότερο παραγωγικές δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνονται μειώσεις στις αμυντικές δαπάνες και το λειτουργικό κόστος, προς τις πιο παραγωγικές, που συμβάλλουν στη μεγέθυνση και ανάπτυξη της οικονομίας σύμφωνα με τις προτεραιότητες και τη στρατηγική της Λισαβόνας» (20).
Σε ό,τι αφορά τα έσοδα, κεντρική θέση στο ΠΣΑ κατέχει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο θα ψηφιστεί το Μάρτιο, ενώ πολύ υποδεέστερης σημασίας είναι οι «σάλτσες» για αύξηση αποτελεσματικότητας εισπρακτικών μηχανισμών, μείωση φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, πάταξη διαφθοράς, διαχείριση ανείσπρακτων εσόδων, αυτοσυμμόρφωσης κ.ά. Ο στόχος της επί θύραις φορολογικής μεταρρύθμισης είναι σαφής: διεύρυνση της φορολογικής βάσης, εφαρμογή καλά σχεδιασμένων μέτρων και εξασφάλιση της αποτελεσματικότητάς τους (21). Ποιος θα πληρώσει για όλα αυτά; Από τα 2.610 εκ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα αποδώσουν τα μόνιμα φορολογικά μέτρα το 2010, τα 1.100 θα προέλθουν από την ενιαία φορολογική κλίμακα και την κατάργηση των εξαιρέσεων, τα 650 εκ. από τον υψηλότερο φόρο στα τσιγάρα, τα 400 από τους υψηλότερους φόρους στη κινητή τηλεφωνία και το πετρέλαιο.
Κοινώς, όλα τα βάρη στους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους. Ανερυθρίαστα, βέβαια, η κυβέρνηση και το ΠΣΑ, ισχυρίζονται ότι και οι τράπεζες θα πληρώσουν, καθώς «μέρος του ποσού που χορηγήθηκε στα πλαίσια του πακέτου στήριξης της ρευστότητας για την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών θα επιστραφεί» (29). Μόνο που το μέρος αυτό είναι μόλις 3,8 δις, ενώ το πακέτο στήριξης ήταν 28 δις (αντίστοιχοι είναι και οι «λεονταρισμοί» του Ομπάμα, που ζητά πίσω από τις τράπεζες 90 δις δολ., όταν μόνο από το πακέτο Πόλσον είχαν καρπωθεί 700 δις).
Σε ό,τι αφορά τη μείωση των δημόσιων δαπανών, κεντρική θέση κατέχουν η μείωση των δαπανών για μισθούς στο δημόσιο, με τη μείωση των επιδομάτων κατά 10%, το πάγωμα των αμοιβών άνω των 2.000, τη μείωση στο 1/3 των συμβασιούχων, τη μείωση των προσλήψεων στην εκπαίδευση ως και 70%, την πρόσληψη ενός υπαλλήλου για κάθε πέντε που συνταξιοδοτούνται στο δημόσιο). Ας σημειωθεί ότι το ψαλίδισμα των εργατικών αμοιβών είναι καθολική στόχευση του ΠΣΑ, που εκτιμά ότι θα υπάρχει μείωση του πραγματικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος κατά 1% την περίοδο 2011-2013. Αν αυτό συσχετιστεί με την εκτίμησή του για τον πληθωρισμό (1,8-1,9%), είναι φανερό ότι οδηγούμαστε σε μια άμεση μισθολογική απώλεια της τάξης του 3% ετησίως.
Κεντρική επίσης επιδίωξη είναι η μείωση των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης (μόνο το 2010 κατά 9,7%, κυρίως λόγω της μείωσης των δαπανών υγείας), η μείωση των λειτουργικών δαπανών κατά 10,8% λόγω μείωσης των δαπανών για κρατικές προμήθειες, των επιχορηγήσεων δημόσιων φορέων κ.ά. (μια κατεύθυνση που θα θέσει σε δοκιμασία πολλές από τις υπάρχουσες μορφές κρατικομονοπωλιακής διαπλοκής, ιδίως των μικρότερων επιχειρήσεων).
Είναι χαρακτηριστικό το πώς αποτιμά το ίδιο το ΠΣΑ τη συμβολή κάθε παράγοντα στη μείωση των δαπανών: από τα 1.825 εκ. ευρώ που θα μειωθούν οι κρατικές δαπάνες το 2010, τα 650 θα προέλθουν από τις περικοπές στα επιδόματα και τα 75 από τις υπερωρίες, τα 150 από την αναστολή των προσλήψεων και τα 50 από τη μείωση των συμβασιούχων, τα 540 από τη μείωση των επιχορηγήσεων στα ασφαλιστικά ταμεία και μόνο τα 360 εκ. από την πολυδιαφημισμένη μείωση των λειτουργικών δαπανών.
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι και το εξής (26): ενώ οι δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πέσουν από 52% το 2009 σε 47,7% το 2013 (4,3%). τα έσοδα θα ανέλθουν από 39,3% το 2009 σε 45,7% το 2013 (6,4%), Πράγμα που σημαίνει ότι γύρω από την «αντιμετώπιση του ελλείμματος» στήνεται όχι μια ειλικρινής επιχείρηση «σωτηρίας της εθνικής οικονομίας», αλλά ένας γιγάντιος μηχανισμός έμμεσης εκμετάλλευσης και ανακατανομής του κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαίου. Αν, μάλιστα, αυτό συνδυαστεί με τις προαναφερθείσες μισθολογικές κατευθύνσεις του ΠΣΑ, τότε γίνεται φανερό ότι οδεύουμε σε μια μακρά περίοδο όχι μόνο σχετικής αλλά και απόλυτης εξαθλίωσης μεγάλων τμημάτων της εργαζόμενης πλειοψηφίας.
Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το «εντατικό πρόγραμμα μετοχοποιήσεων, ιδιωτικοποιήσεων και αναδιαρθρώσεων στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας», το οποίο θα δημιουργήσει έσοδα ύψους 2,3% του ΑΕΠ μέσα στα επόμενα χρόνια» (28-9 και 59-60) και θα οδηγήσει στη «μείωση ή εξάλειψη του κρατικού ελέγχου στις περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες εκτός των δημόσιων αγαθών και στη συνεχιζόμενη κατοχή μετοχών σε τομείς στρατηγικής σημασίας για το δημόσιο συμφέρον και την εθνική ασφάλεια» (59). Για την έκταση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων είναι ενδεικτικό το εξής: από αυτό θα εξασφαλιστούν 2,5 δις ευρώ το 2010 και συνολικά 5,6 δις την επόμενη τριετία, όταν η συμμετοχή του δημοσίου στις εν λόγω επιχειρήσεις υπολογίζεται σε 9,224 δις ευρώ. Που σημαίνει ότι την επόμενη τριετία, το δημόσιο θα εκποιήσει το 60^ της περιουσίας του!

Μέτωπο πάλης κατά ΕΕ και κεφαλαίου

Η ίδια η ύπαρξη και ο χαρακτήρας του ΠΣΑ, ο τρόπος κι ο λόγος για τον οποίο καταρτίστηκε, ο θεσμός στον οποίο θα λάβει την τελική έγκριση και οι μηχανισμοί που θα ελέγχουν -ασφυκτικά και εκ του σύνεγγυς- την υλοποίησή του παραπέμπουν ευθέως και εντελώς ωμά και ανοιχτά στην ΕΕ και στο πλαίσιο που εκ των πραγμάτων θέτει η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν. Δικαιώνεται, έτσι, η λογική της αντικαπιταλιστκής Αριστεράς που χρόνια τώρα υποστηρίζει ότι όποιο πρόβλημα κι αν προσπαθήσει να αντιμετωπίσει το κίνημα, δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί με την ΕΕ, τις οδηγίες, τις δεσμεύσεις τη συνολική της φύση και το χαρακτήρα της.
Βεβαίως, αυτή η λογική δεν έχει καμιά σχέση με την εκσυγχρονισμένη λογική της «ψωροκώσταινας», που βλέπει το ΠΣΑ να κατατίθεται στα πόδια της Μέρκελ και του Σαρκοζί, ή με τις νεοεξαρτησιακές προσεγγίσεις του ΚΚΕ, που θεωρούν ότι έτσι εκχωρούνται τα πάντα στο διευθυντήριο των Βρυξελλών ή με τις καρατζαφερικές εθνικοανεξαρτησιακές κορώνες.
Το ΠΣΑ, πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα αποτελεί ένα σκαρίφημα στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου για τη μακροπρόθεσμη ανάταξη της οικονομικής κερδοφορίας και της πολιτικής κυριαρχίας του. Ένα σχέδιο που απηχεί, κατά μείζονα λόγο, τις επιδιώξεις των ισχυρότερων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου, που διαθέτουν πολυεθνική διαπλοκή και λειτουργούν με όρους καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης» και ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Ταυτόχρονα το ΠΣΑ απηχεί και τους όρους που θέτουν οι ισχυροί ευρωπαϊκοί πολυεθνικοί κολοσσοί και τα ιμπεριαλιστικά κράτη της πρώτης γραμμής ως κυρίαρχο πλαίσιο λειτουργίας της ΟΝΕ και της ΕΕ – γιατί ασφαλώς αυτοί οι οργανισμοί δεν είναι ένας κόσμος «όμορφος και αγγελικά πλασμένος», αλλά ένα σφαγείο των μισθωτών που οικοδομείται με βάση και τις ενδοαστικές συγκρούσεις και το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των κεφαλαίων.
Ας μην ξεχνάμε, συνεπώς, τις δηλώσεις αρκετών εκπροσώπων του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που λένε ευθέως πως «ακόμα κι αν δεν υπήρχε η ΕΕ, θα έπρεπε από μόνοι μας να διαμορφώσουμε ένα ΠΣΑ» ή ότι οι ελεγκτές της ΕΕ θα πηγαίνουν χέρι χέρι με τους εξίσου άτεγκτους τεχνοκράτες των εγχώριων διϋπουργικών επιτροπών στο κυνήγι της χωρίς παρεκκλίσεις υλοποίησης του ΠΣΑ..

Συντάξεις πείνας άνεργοι – σκλάβοι

Η αναδιαρθρωτική πλευρά περιλαμβάνει αλλαγές που στοχεύουν στην «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην αντιμετώπιση των στρεβλώσεων της αγοράς και στην αντιμετώπιση των ζητημάτων της διακυβέρνησης, της διαφάνειας και της υποχρέωσης λογοδοσίας.
Τέτοιος χαρακτήρας, πέραν του άμεσα «εισπρακτικού», αποδίδεται στην αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, στην αναδιάταξη των δημόσιων δαπανών σε αποτελεσματικούς τομείς (17), στη μείωση των εργαζόμενων στο δημόσιο, στον έλεγχο του λογαριασμού μισθοδοσίας τους μέσω Ενιαίας Αρχής Πληρωμών (25), στη μείωση των επιπέδων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην ομαδοποίηση και δραστική μείωση του αριθμού των δημόσιων οργανισμών που συνδέονται με τις τοπικές αρχές (Καλλικράτης).
Βασική αναδιαρθρωτική παράμετρος του ΠΣΑ είναι οι αλλαγές στην ασφάλιση, όπου προωθούνται μέτρα «εξορθολογισμού δαπανών, αύξησης της βάσης των εσόδων… αλλά και θεσμική μεταρρύθμιση» (41). Ο στόχος είναι «ο διαχωρισμός της κοινωνικής ασφάλισης και των λειτουργιών κοινωνικής πρόνοιας του συστήματος… και η εγγύηση τόσο της παροχής ενός δικτύου κοινωνικής πρόνοιας για τους ηλικιωμένους όσο και του περιορισμού του ελλείμματος του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ο πρώτος στόχος θα πρέπει να επιτευχθεί με την εισαγωγή μιας μη ανταποδοτικής σύνταξης στους πολίτες, ενώ ο δεύτερος θα επιτευχθεί κυρίως μέσα από την αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ του επιπέδου των συντάξεων και του ύψους των συσσωρευμένων εισφορών κοινωνικής ασφάλισης». Μάλιστα, γίνεται η πρωτοφανής εκτίμηση ότι «υπάρχει σημαντικό περιθώριο για τη μείωση της συνεισφοράς του κρατικού προϋπολογισμού στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα» (42), η οποία υλοποιείται «αυθωρεί και παραχρήμα» με τον προϋπολογισμό του 2010, που μειώνει την κρατική χρηματοδότηση στο συνταξιοδοτικό σύστημα από 6,6% του ΑΕΠ το 2009 στο 6%, με προοπτική το 5,2% το 2012 (43). Το παζλ συμπληρώνουν οι μεταρρυθμίσεις στον ΟΓΑ -κυρίως η αύξηση της εισφοράς κατά 1%-, που θα μειώσει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού στο εν λόγω ταμείο από 2,6% το 2010 σε 2% το 2012.
Κεντρική θέση στο αναδιαρθρωτικό τμήμα του ΠΣΑ κατέχουν οι λεγόμενες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (50-51), που υιοθετούν την «αρχή των αμοιβαίων υποχρεώσεων, σύμφωνα με την οποία οι αναζητούντες εργασία θα κάνουν ενεργή αναζήτηση με αντάλλαγμα στοχοθετημένες ενέργειες που θα τους βοηθήσουν να βρουν εργασία», την «υποχρεωτική συμμετοχή για όλους τους ανέργους νέους σε πρόγραμμα κατάρτισης στην αναζήτηση εργασίας, μετά το πέρας ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ανεξάρτητης αναζήτησης», την «ολοκλήρωση της συγχώνευσης των αρμόδιων γραφείων για την καταβολή του επιδόματος με τα αρμόδια γραφεία για τα μέτρα επαναφοράς στην αγορά εργασίας», τη «μετατροπή των επιδομάτων ανεργίας σε μέτρα υποστήριξης της απασχόλησης», τη «μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας με … την επιδότηση του κόστους κοινωνικής ασφάλισης για την πρόσληψη νέων»,την «ίδρυση ΣΔΙΤ που εστιάζονται στη βελτίωση των υπηρεσιών της αγοράς εργασίας».
Πολύ σημαντική είναι και η «δημιουργία ανεξάρτητης υπηρεσίας προϋπολογισμού, από τεχνοκράτες που θα ελέγχει σε μηνιαία βάση τους δημοσιονομικούς λογαριασμούς» (34), καθώς και η αλλαγή στον τρόπο κατάρτισης του προϋπολογισμού με μετάβαση σε προϋπολογισμούς προγραμμάτων, «αυστηρό έλεγχο και αιτιολόγηση των επιμέρους δαπανών» (35) και «από μηδενικής βάσης αξιολόγηση του κάθε στοιχείου των δαπανών του προϋπολογισμού του 2011» (31, 36). Νέος νόμος για τη διαδικασία κατάρτισης, παρακολούθησης και εκτέλεση του προϋπολογισμού θα κατατεθεί στα μέσα του 2010.
Τέλος, εδώ εντάσσονται η αναδιάρθρωση των κρατικών δαπανών και ώστε να υπάρξει αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, η αναθεώρηση του επενδυτικού νόμου μέσα στο 2010 (θα προβλέπει πρόσθετα κίνητρα για δραστηριότητες πράσινης ανάπτυξης, παραγωγική αναδιάρθρωση αγροτικού τομέα, σύσταση καινοτόμων επιχειρήσεων, προώθηση εξαγωγών κ.λπ.» (48), η σύσταση Ελληνικού Αναπτυξιακού Ταμείου και η βελτίωση και η διευκόλυνση της εφαρμογής του νόμου για τις ΣΔΙΤ (48).

 

ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 24/01/2010

Tο καλό παράδειγμα …

Tο καλό παράδειγμα

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Είχαμε γράψει σε πρόσφατο άρθρο ότι το όνειρο του Νεοέλληνα υπήρξε κατ' εξοχήν βραχύβιο. Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα, για την οποία οι κατά καιρούς κυβερνώντες δεν μας είχαν προετοιμάσει, αλλά ούτε και εμείς θελήσαμε να προετοιμαστούμε προς αντιμετώπισή της, όπως ακριβώς δεν θέλαμε να αναρωτηθούμε πώς προέκυπταν εκείνα τα εντυπωσιακά κέρδη κατά την αρχική φάση του μεγάλου στημένου παιχνιδιού του χρηματιστηρίου.

Τώρα καλούμαστε να κατανοήσουμε την κρισιμότητα των περιστάσεων και να αποδεχθούμε αδιαμαρτύρητα τις θυσίες που πρέπει να υποστούμε προς αποφυγή καταρρεύσεως της οικονομίας της χώρας.

Εκείνο το οποίο καθιστά δυσχερή την αποδοχή των θυσιών είναι η πλήρης αναξιοπιστία των πολιτικών (όχι αποκλειστικά των σήμερα κυβερνώντων). Ούτε ευθύνες για την ως τώρα κακοδιαχείριση έχουν αναλάβει (αποδεικτική η πρόσφατη εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού για το θέμα της οικονομίας) ούτε διάθεση να ελαφρύνουν τους πλουτίσαντες κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ούτε τη δύναμη να κατοχυρώσουν ότι απόμεινε διαθέτουν. Εκείνο όμως που δεν αναφέρεται διόλου είναι ότι όχι μόνον οι καλλιεργήσαντες τη διαπλοκή αλλά και μεγάλο μέρος του λαού ωφελήθηκε από την κατασπατάληση πόρων κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μηδέ και των γεωργοκτηνοτρόφων εξαιρουμένων, αυτών που τώρα βρίσκονται σε κατάσταση απόγνωσης. Αφού η Πολιτεία εμφύσησε σ' αυτούς το πνεύμα του ατομισμού, κυρίαρχη αντίληψη του καπιταλισμού, τους εξώθησε στη διάλυση των συνεταιρισμών και στη σπατάλη για την αγορά πλεονάζοντος μηχανικού εξοπλισμού, προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους οι βιομηχανίες της Δύσης.

Το ίδιο πνεύμα με την Πολιτεία καλλιέργησε και η τοπική Αυτοδιοίκηση. Έχοντας να αντιμετωπίσει πλείστα όσα προβλήματα, την επίλυση των οποίων μετέφερε σ' αυτήν η κεντρική Εξουσία χωρίς να μετακινήσει και αναλόγους πόρους, αναλώθηκε στη διάθεση σημαντικών κατ' έτος ποσών για λεγόμενες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ο όροι παράδοση και πολιτισμός στις ημέρες μας είναι τραγικά παρεξηγημένοι. Σχετίζονται με τη σπατάλη προς στήριξη τόσο των διονυσιακών εκδηλώσεων της Αποκριάς, της μόνης ίσως κληρονομιάς των αρχαίων προγόνων μας που αναγνωρίζουν αρκετοί από τους πρωταγωνιστές του εθίμου, και προς στήριξη της πληθώρας των θερινών εκδηλώσεων, κατά τις οποίες ακριβοπληρωμένοι εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού κόσμου απομυζούν τα ισχνά κονδύλια της τοπικής Αυτοδιοίκησης προς δωρεάν τέρψη του λαού του άρτου και του θεάματος.

Βέβαια δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι πλείστες όσες τοπικές αρχές έχουν καταστεί δέσμιες των πρωταγωνιστών και "υπευθύνων" των εκδηλώσεων αυτών αλλά και μερίδας επαγγελματιών, οι οποίοι επωφελούνται από την αυξημένη κίνηση, και παρά την καλή τους θέληση να περικόψουν τα ποσά που σπαταλώνται, δεν τολμούν να αποφασίσουν αναλογιζόμενοι το πολιτικό κόστος, καθώς αντιγράφουν τη συλλογιστική της κεντρικής Εξουσίας. Και για να είμαστε πλέον ακριβείς δεν είναι μικρό το τμήμα εκείνο του λαού που επιθυμεί να συνεχιστεί η σπατάλη, έστω και αν αντιμετωπίζει οξυμμένα οικονομικά προβλήματα.

Το κατ' εξοχήν γνώρισμα της κεντρικής Εξουσίας υπό το καθεστώς της λεγόμενης οικονομίας της αγοράς είναι η αναλγησία προς αντιμετώπιση προβλημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Στον τομέα αυτό καλείται η τοπική Αυτοδιοίκηση να αποστασιοποιηθεί και να επωμισθεί το χρέος έναντι των αποκλήρων της κοινωνίας που καθίστανται ημέρα με την ημέρα και περισσότεροι. Πρέπει όμως προς την κατεύθυνση αυτή να υποστηριχθεί από όλους εκείνους που αποτελούν τη σιωπηλή πλειονοψηφία, από εκείνους που περιφέρονται από γραφείο σε γραφείο για να εξασφαλίσουν μια δίμηνη σύμβαση εργασίας για τον άνεργο γυιό τους και δεν επιθυμούν να ξεσαλώνουν ένα βράδυ με δωρεάν κρασί! Αυτοί μπορούν να δείξουν τη θέλησή τους με την παρουσία τους ή μη στα δρώμενα. Αν ο λαός δεν εκδηλώσει τη θέλησή του, η τοπική Εξουσία θα συνεχίσει την σπατάλη και των τελευταίων ποσών που διαθέτει. Βέβαια πολύ θα βοηθούσε η δημοσιοποίηση, μετά το τέλος των εορταστικών εκδηλώσεων, ενός απολογισμού της δαπάνης. Τότε ο λαός θα αντιδρούσε διαφορετικά. Προς το παρόν ας αναλογισθεί ο καθένας,  τί μπορεί να πράξει προσωπικά. Μια πρώτη κίνηση είναι η μείωση της φλυαρίας μας μέσω των κινητών τηλεφώνων. Αναλογιζόμαστε πόσο μας κοστίζει (σε χρήμα και σε υγεία);   

Ίσως είναι αργά για αλλαγή αποφάσεων εν όψει της προσεχούς Αποκριάς. Καλό είναι να ληφθούν τα γραφόμενα υπ' όψη πριν από τις εκδηλώσεις του θέρους και του χρόνου. Η κρίση θα διαρκέσει και θα επιδεινωθεί. Κανείς δεν τολμά να μας διαβεβαιώσει περί του αντιθέτου.

                                                           

"ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 24-01-2010      

             

 

Αγορά και κοινωνία – Περιεκτική Δημ.

Αγορά και κοινωνία

 

Εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η «περιεκτική δημοκρατία» και οι πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές πλευρές της


Του Τάκη Νικολόπουλου *

 

Το βιβλίο του Τάκη Φωτόπουλου Περιεκτική Δημοκρατία, που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά, χαρακτηρίζεται από αυτό που λείπει από όλα σχεδόν τα ομοειδή βιβλία και άρθρα τα οποία ασχολούνται με την καταγραφή και ανάλυση της παγκόσμιας (κυρίως οικονομικής αλλά όχι μόνο) κρίσης: δηλαδή μία συνολική πρόταση για το ξεπέρασμα της κρίσης, ένα εφικτό, κατά τον συγγραφέα, απελευθερωτικό πρόταγμα για μία αληθινή δημοκρατία, η οποία θα ξεπερνά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική και οικολογική κρίση.

Πράγματι, ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς και αναλυτές της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης μένουν κυρίως στη διάγνωση και τα αίτια αυτής, ο Φωτόπουλος, εκτός του ότι αναλύει την κρίση αυτή και τα αίτιά της μέσα από την ιστορική της κυρίως εξέλιξη όπως αποτυπώθηκε στις διάφορες εκφάνσεις της αγοράς, «τολμά» να προτείνει ένα εναλλακτικό σχέδιο (το οποίο, όπως ο ίδιος λέει, δεν είναι μαγική συνταγή) με βάση αφενός ενός την κλασική αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία επεκτείνει και εμπλουτίζει, και αφετέρου τη σύνθεση και υπέρβαση των κορυφαίων κοινωνικών κινημάτων του αιώνα (δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, ριζοσπαστικού, οικολογικού αλλά και φεμινιστικού και ελευθεριακού).

Η περιεκτική αυτή δημοκρατία θα βασίζεται, τεχνικά και διαδικαστικά, στον συνομοσπονδιακό κοινοτισμό, ενώ ηθικά και φιλοσοφικά σε έναν νέο «δημοκρατικό ορθολογισμό».

Πρέπει να σημειωθεί ότι τις σκέψεις και τις θέσεις του ο συγγραφέας τις έχει κατά καιρούς παρουσιάσει και αναπτύξει τόσο στο περιοδικό «Δημοκρατία και Φύση» (το οποίο διευθύνει) όσο και στο περιοδικό «Κοινωνία και Φύση» (παλαιότερα).


Βασική αιτία της κρίσης, κατά τον Φωτόπουλο, είναι η φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς, η οποία «συστηματοποιήθηκε» ως τέτοια πριν από δύο μόλις αιώνες, όταν άρχισε η διαδικασία αγοραιοποίησης και έφθασε σήμερα στη νεοφιλελεύθερη «διεθνοποιημένη» (όσον αφορά ιδίως την κινητικότητα των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων) φάση της, την, κατά τον συγγραφέα, «διεθνοποιημένη», όρο που ο Φωτόπουλος προκρίνει έναντι του ευρύτατα χρησιμοποιούμενου όρου παγκοσμιοποίηση (ο οποίος θα πρέπει, όπως υποστηρίζει, να χαρακτηρίζει την παραγωγή αγαθών). Οι οικονομίες, έτσι, από κοινωνικά ελεγχόμενες, έγιναν σήμερα αυτόνομες αγορές.

Η οικονομία της αγοράς βασιζόμενη στον ατομικισμό και στον ανταγωνισμό οδήγησε σε υπερσυγκέντρωση και άνιση κατανομή οικονομικής και πολιτικής δύναμης, χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία.

Το πρότυπο αυτό και οι οικονομικές νοοτροπίες που παράγει έχει διεισδύσει πλέον και σε χώρες όπως η Ελλάδα, στις οποίες η οικονομία και η κοινωνία βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε κοινοτικές αξίες, όπως ο συνεργατισμός, η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη.

Κατά τον συγγραφέα όμως και οι αξίες αυτές στις οποίες μπορεί να στηρίζονται σήμερα, σε πολλά κράτη της Δύσης, απόπειρες εγκαθίδρυσης της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας, λίγες ελπίδες έχουν «από μόνες τους» επιβίωσης και ακόμη λιγότερο σύστασης μίας ολοκληρωμένης πρότασης διεξόδου από την κρίση, αφού τελικά απορροφώνται και ενσωματώνονται στην κυρίαρχη οικονομία.


Παρ' όλα αυτά ο Φωτόπουλος θεωρεί ότι «εκ των κάτω» μπορεί να ξεκινήσει η υπέρβαση της οικονομίας της αγοράς αλλά και του κεντρικού σχεδιασμού ικανοποίησης των αναγκών και η μετάβαση σε αυτό που αποκαλεί, εναρμονιζόμενος προς τις απόψεις του Μ. Bookchin, συνομοσπονδιακή περιεκτική δημοκρατία, ένα νέο είδος δηλαδή πολιτικής οργάνωσης που θα βασίζεται στη γεωγραφικά καθορισμένη κοινότητα. Η περιεκτική δημοκρατία θα εμπεριέχει την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική και την οικολογική δημοκρατία και, τέλος, θα διαμορφώνει μια νέα ιδιότητα του πολίτη ως μέλους μίας πραγματικά ανοικτής κοινωνίας, κοινωνίας δηλαδή αληθινών συνειδητοποιημένων πολιτών.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως υποστήριξε πρόσφατα σε συνέδριο του ΤΕΙ Μεσολογγίου με θέμα «Παγκοσμιοποίηση και Κοινωνική Οικονομία», η τελευταία αλλά και γενικότερα η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να συστήσει μία επιτυχή αντίσταση στην πρώτη. Ο συγγραφέας, «ιδιαίτερα προσεκτικά», απορρίπτει την κοινωνία των πολιτών στα πλαίσια μιας «ριζοσπαστικής» δημοκρατίας, διότι η προσέγγιση αυτή είναι ανιστορική και αρνητικά ουτοπική.

Ανιστορική, επειδή οι ενώσεις αυτές των πολιτών ευνουχίστηκαν από το κράτος στα πλαίσια των δομικών αλλαγών που οδήγησαν στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και ουτοπική επειδή στο παραπάνω πλαίσιο το οποίο, όπως και το κράτος, θεωρούν δεδομένο οι υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών (βλέπε και την τελευταία έκθεση του ΟΗΕ για την ανθρώπινη ανάπτυξη), η ενίσχυση και η ενδυνάμωση τέτοιων αυτόνομων θεσμών και ενώσεων είναι δυνατή μόνο στον βαθμό που δεν αντιτίθεται στη λογική και τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς.

Από κάπου δεν θα πρέπει όμως να γίνει η αρχή; Η σημερινή κοινωνία των πολιτών, δηλαδή οι ίδιοι οι πολίτες δεν θα είναι αυτοί που θα αποτελέσουν τη βάση των τοπικών και αργότερα συνομοσπονδιοποιημένων κοινοτήτων; Αυτά τα ειδικότερα κινήματα των πολιτών δεν θα αποτελέσουν τα οργανικά «συστημικά» τμήματα ενός γενικότερου κινήματος για ριζική αλλαγή με στόχο την περιεκτική και αυθεντική δημοκρατία; Με την υπάρχουσα αγορά δεν θα πρέπει να αντιπαλέψουν; Επ' αυτού ο συγγραφέας προτείνει τη δημιουργία, σε ένα μεταβατικό στάδιο, τεχνητών αγορών για την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών της κοινότητας της αγοράς (π.χ. συνεταιρισμοί κτλ.).

Μπορεί κάποιοι να σταθούν επιφυλακτικά απέναντι στην πρόταση της περιεκτικής δημοκρατίας, επειδή πλέον έχουν κουραστεί να πιστεύουν και έχουν ταυτιστεί με την «πραγματικότητα», αποδεχόμενοι το τέλος της Ιστορίας. Δεν μπορούν όμως να μείνουν αδιάφοροι στην έξοχη και παραδειγματική ανάλυση του σημερινού συστήματος και των αιτιών της πολυδιάστατης κρίσης του που κάνει ο συγγραφέας, μία ανάλυση που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί ευρύτερα, οπωσδήποτε όμως από τους φοιτητές των οικονομικών σχολών.

Το βιβλίο του Φωτόπουλου ενέχει την ουτοπία, αλλά με τη θετική έννοια του όρου. Δεν αναφέρεται σε μία ιδεαλιστικού τύπου ιδεατή κοινωνία, αλλά λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πραγματικότητα. Πρόκειται για μία ρεαλιστική ουτοπία. Στο κάτω κάτω, «οι ουτοπίες μπορεί να πέθαναν, η ουτοπία παραμένει». 

 

TO BHMA (16 Ιανουαρίου 2000)

 

 * Ο κ. Τάκης Νικολόπουλος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΤΕΙ Μεσολογγίου και επιστημονικός  συνεργάτης του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol1/vol1_no2_nikolopoulos_greek.htm

 

Ο Κήπος – Αγ. Γρηγόριος θεολόγος

Ο Κήπος

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Είναι, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, ο Χριστιανισμός μια παρωχημένη υπόθεση; Ή μήπως είναι απλά ξεχασμένος, ακόμη κι απ' αυτούς, που πιστεύουν και διατείνονται ότι είναι χριστιανοί!…

Προκειμένου να το καταλάβουμε αυτό, θα αναφερθούμε σε μια προσωπικότητα, που παρότι έζησε πριν από 1600 και περισσότερα χρόνια, εντούτοις ο βίος και η πολιτεία του μας κάνουν να πιστέψουμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο, που έρχεται απ' το μακρινό μέλλον. Και βέβαια πρόκειται για το Γρηγόριο το Θεολόγο, που στις 25 Ιανουαρίου γιορτάζουμε τη μνήμη του.

Πιστεύεται γενικά ότι η εποχή, κατά την οποία έζησε ο Γρηγόριος (4ος μ. Χ. αιώνας) ήταν μια ειδυλλιακή για την Εκκλησία εποχή. Δεδομένου ότι χαρακτηρίζεται ως «ο χρυσός αιώνας» της Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα όμως, πέρα απ' την εκκλησιαστική γραμματεία και τα έξοχα παραδείγματα κάποιων κληρικών και γενικότερα χριστιανών, πρόκειται για μια τρικυμιώδη και πολυτάραχη εποχή.

Πώς και από πού προέκυψε η ταραχή και η τρικυμία; Προέκυψε απ' το γεγονός ότι ευθύς μετά την κατάπαυση των διωγμών, ανοίχτηκε για την Εκκλησία το μέτωπο διαπάλης της με τη φιλοσοφία. Στην οποία διαπάλη πήραν από δω κι από κει μέρος κάποιοι, με θέσεις ακραίες και απροκάλυπτα εχθρικές. Τόσο μάλιστα, ώστε να καταλήγουν ακόμη και σε εγκλήματα.

Όπως ήταν απ' την πλευρά των χριστιανών, για παράδειγμα, το λιντσάρισμα της περίφημης φιλοσόφου Υπατίας (γύρω στα 415 μ. Χ). Ενώ απ' το άλλο μέρος έχουμε την περίπτωση του Ιουλιανού, που έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει στους χριστιανούς τη σπουδή της αρχαίας ελληνικής σκέψης:

«Σε μας, έλεγε ειρωνευόμενος τους χριστιανούς, ανήκουν η ευγλωττία και οι τέχνες της Ελλάδος, καθώς και των θεών της η λατρεία. Δικός σας κλήρος είναι η αμάθεια και η σκαιότητα (=η χωριατιά), που είναι η δική σας η σοφία».

 Ανάμεσα, λοιπόν, στις συμπληγάδες αυτών των δυο μετώπων στάθηκε ο Γρηγόριος. Που όχι μόνο δεν καταφρόνεσε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, αλλά ρίχτηκε με όλη τη ζέση της μεγαλοφυΐας του να αποθησαυρίσει, όσο γινόταν μεγαλύτερο πνευματικό πλούτο. Ξεκινώντας απ' την ιδιαίτερη πατρίδα του τη Ναζιανζό και συνεχίζοντας τις σπουδές του στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, και την άλλη Καισάρεια της Παλαιστίνης κι ύστερα την Αλεξάνδρεια. Για να καταλήξει στην Αθήνα, όπου για μια ολόκληρη εξαετία ρούφηξε μέχρι σταγόνας το ελληνικό πνεύμα. Και όπου, συν τοις άλλοις, ήταν συμφοιτητές με το Βασίλειο και για ένα εξάμηνο και με τον Ιουλιανό. Και, επειδή, όπως είναι ευνόητο, υπήρχαν πάμπολλοι, που δυσανασχετούσαν ακόμη και στο άκουσμα της λέξης φιλοσοφία, αναγκαζόταν να λέγει:

«Πιστεύω πως απ' όλους τους μυαλωμένους ανθρώπους είναι παραδεκτό πως το μεγαλύτερο αγαθό μας είναι η μόρφωση. Και δεν εννοώ μόνο τη χριστιανική, εννοώ και την εθνική, που πολλοί απ' τους χριστιανούς, κακώς σκεπτόμενοι, την απορρίπτουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνη και λαθεμένη και απομακρύνει από το Θεό. Εμείς αντίθετα αποδεχόμαστε των εθνικών σοφών την έρευνα και τη θεωρία, εκτός από εκείνα, που οδηγούν στην πλάνη και την απώλεια».

Μεταξύ των άλλων παρενεργειών, που προκάλεσε η φιλοσοφία, ήταν, σε μεγάλο βαθμό, και οι αιρέσεις, που δημιουργήθηκαν στην προσπάθεια των χριστιανών να δώσουν λογική εξήγηση σε θέματα της πίστης. Και, μεταξύ αυτών, η αίρεση, που προκάλεσε τα μεγαλύτερα παλιρροϊκά κύματα, ήταν εκείνη του Αρείου. Ιδιαίτερα, γιατί εκτός απ' το λαϊκό έρεισμα, είχε και ισχυρούς προστάτες και μάλιστα μεταξύ των αυτοκρατόρων:

Όπως, για παράδειγμα, το γιο του Μεγάλου Κων/νου, Κωστάντιο. Ό οποίος, παίρνοντας την εξουσία στα χέρια του, φρόντισε να αποκεφαλίσει όλο του το συγγενολόι, μεταξύ των οποίων και τον πατέρα και τον αδερφό του Ιουλιανού. Μακελειό για το οποίο ηθικός αυτουργός λέγεται πως ήταν και ο επίσκοπος της Νικομηδείας Ευσέβιος. Γεγονός που εξηγεί, ως ένα βαθμό, και την καταφορά του Ιουλιανού εναντίον των χριστιανών.

Οι αρειανοί, εξάλλου, με την υποστήριξη του επίσης αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη είχαν κυριαρχήσει στην Κωνσταντινούπολη. Και οι ορθόδοξοι, προκειμένου να αναχαιτίσουν την πλημμυρίδα αυτή των αρειανών, αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη συνδρομή του Γρηγορίου. Ο οποίος, σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατόρθωσε, με τη ρητορική του δεινότητα και τη φιλοσοφική του εμβρίθεια, να φέρει «τ' απάνω κάτω». Με αποτέλεσμα οι αρειανοί, προκειμένου να εκδικηθούν, να λιθοβολήσουν τους ορθόδοξους και να τραυματίσουν το Γρηγόριο, κατά την ώρα της τέλεσης της θ. λειτουργίας του Πάσχα (379).

Συνέβη όμως την ίδια χρονιά να πεθάνει ο Ουάλης και να πάρει την εξουσία ο υποστηρικτής των ορθοδόξων, Θεοδόσιος. Με αποτέλεσμα να υποστούν απ' τους ορθόδοξους τώρα τα ίδια αντίποινα οι αρειανοί. Και όχι μόνο. Γιατί μαζί με τους αρειανούς διώχτηκαν και οι εθνικοί. Για να συμβούν τότε πολλές απ' τις μεγάλες καταστροφές σε βάρος των πνευματικών και καλλιτεχνικών θησαυρών των Ελλήνων. Που συνοδεύονταν με απαγόρευση της λατρείας των εθνικών, δήμευση περιουσιών και θανατικές ακόμη εκτελέσεις.
Ο Γρηγόριος, που στο μεταξύ, με την υποστήριξη του Θεοδοσίου και απόφαση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου είχε ανακηρυχτεί πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διαφώνησε με τους διωγμούς αυτούς.

Και προκάλεσε την κατακραυγή των φανατικών και των καιροσκόπων. Οι οποίοι, όταν εκείνος θηριομαχούσε με τους αρειανούς, που με την υποστήριξη του Ουάλεντα, «είχαν το πάνω χέρι», οι κατήγοροί του, σαν τα σαλιγκάρια, είχαν λουφάξει μέσα στο κέλυφος της θρασυδειλίας. Και τώρα βρήκαν να κατηγορήσουν το Γρηγόριο ακόμη και για τη φτώχεια, μέσα στην οποία, σύμφωνα με το χριστιανικό ιδεώδες, ζούσε. Ιδιαίτερα μάλιστα, επειδή καταδίκαζε την πολυτελή ζωή των αυλικών και των άλλων, κοσμικών και εκκλησιαστικών, μεγιστάνων…

Αλλά πολύ περισσότερο τον κατηγόρησαν για την επιείκεια, που έδειχνε απέναντι στους αιρετικούς:

«Είναι αισχρό, έλεγε, και τελείως αταίριαστο για χριστιανούς, ενώ μιλάμε για ειρήνη στους άλλους, οι ίδιοι να βρισκόμαστε σε διαμάχη μεταξύ μας. Κι ακόμη χειρότερο να πιστεύουμε ότι θα σωθούμε με την τρομοκρατία σε βάρος των αντιπάλων μας»!

Και, επειδή δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τη δίψα για εκδίκηση, αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του:

«Εάν αμάρτησα, που δεν μπορώ να συμμεριστώ τη νοοτροπία σας και τη συμπεριφορά σας, τους είπε, επιτρέψτε μου να ξαναγυρίσω στην ήσυχη και ερημική αγροτική ζωή».

Κι έτσι ξαναγύρισε στο χωριουδάκι του την Αριανζό, όπου μέχρι το τέλος της ζωής του (γύρω στα 390 μ. Χ.) καλλιεργούσε έναν μικρό κηπάκο…

Αλήθεια, αυτοί, που, αντί για τους ανόητους και ολέθριους φανατισμούς και αλληλοσπαραγμούς, προτιμούν, όπως ο Γρηγόριος, να καλλιεργούν τον κήπο τους, ανήκουν στο παρωχημένο παρελθόν ή σε κάποιο μακρινό μέλλον;…

 

Παπα-Ηλίας, 25-01-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

 

Το εθνικόν και το αληθές στην … Αυγή!

Το εθνικόν και το αληθές

(Αυγή)

 

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου 

 

Ποια είναι η ποσόστωση πατριωτισμού και διεθνισμού που αναλογεί σε έναν αριστερό; Δηλαδή, εντάξει, οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Αλλά πού τέμνεται η ταξική τους συνείδηση με την εθνική τους; Η αφορμή των ερωτημάτων είναι προφανής: η συζήτηση που φούντωσε για το βιβλίο «Τι είναι η πατρίδα μας;» των κ. Δραγώνα και Φραγκουδάκη και ο παράδοξος, οριζόντιος διαχωρισμός πολιτικών κομμάτων και ακαδημαϊκής κοινότητας σε υπερασπιστές τους και σφοδρούς επικριτές τους. Η συζήτηση και η τροπή της αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τη μάλλον επιδερμική (και τελικά διχοτομημένη) σχέση της αριστεράς με τις έννοιες έθνος και εθνικό.

Ακολουθώντας το μότο του Σολωμού πως «Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό», μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής:

1) Είναι αληθές και αυτονόητο ότι η αριστερά δεν μπορεί να επιτρέψει να προπηλακίζονται η επιστημονική έρευνα και η ακαδημαϊκή ελευθερία. Οφείλει να τις υπερασπίζεται από σκοταδιστικές επιθέσεις.

2) Είναι αληθές (σε βαθμό κοινοτοπίας) ότι η γέννηση των σύγχρονων εθνών είναι ένα φαινόμενο ιστορικό, συνδεδεμένο με το κοινωνικό πλαίσιο κάθε εποχής. Και μιλώντας ιδιαίτερα για τα ευρωπαϊκά έθνη είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τη διαμόρφωσή τους από τις εθνικές αγορές και τα εθνικά κράτη που αναδύθηκαν δια πυρός, σιδήρου και επαναστάσεων τους τρεις τελευταίους αιώνες. Εξ ου και κανείς δεν μιλά σήμερα για έθνη Ρωμαίων, Γότθων, Τευτόνων, Σαξόνων ή Φράγκων, που για μια χιλιετία κατασπάραζαν το κουφάρι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

3) Είναι ακόμη αληθές ότι, πέρα από την εθνική αγορά και το εθνικό κράτος, τα εθνικά νομίσματα, τα εθνικά μέτρα και σταθμά, την εθνική έννομη τάξη, κάθε σύγχρονη εθνική ταυτότητα στηρίχθηκε στην κατασκευή μιας εθνικής μυθολογίας στην οποία διασταυρώνονται και συνυπάρχουν πραγματικά και φαντασιακά δεδομένα. Και είναι επίσης αληθές ότι στην κατασκευή του εθνικού μύθου, στον οποίο χωνεύονται όλες οι αντιθέσεις μιας «εθνικής» κοινωνίας, συνέβαλαν τα εθνοκεντρικά εκπαιδευτικά συστήματα, προσκολλημένα για δεκαετίες στην αλαζονεία, την καχυποψία, ακόμη και την εχθρότητα, για τους «άλλους».

4) Είναι, όμως, επίσης αληθές ότι η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, πριν γίνει συμπαγής εθνική ταυτότητα, είναι μια διεργασία πολύ πιο σύνθετη και μακρόχρονη και υπερβαίνει το πλαίσιο μιας από καθέδρας εκπορευόμενης ιδεολογικής κατασκευής. Ότι σε κάθε ατομική εθνική συνείδηση επιβιώνει συλλογική μνήμη αιώνων, αποτυπωμένη στη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις, τη διαδοχή των πολιτισμών, έστω κι αν ο ένας οικοδομείται στα ερείπια του άλλου.

5) Είναι επίσης αληθές ότι στις εθνικές συνειδήσεις επιβιώνουν στοιχεία και μνήμες που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και τα θεμελιώδη ιδεολογήματα των κυρίαρχων τάξεων. Επιβιώνει και μια ματιά στην ιστορία από τη σκοπιά των υποτελών. Τι σημαίνουν, για παράδειγμα, το «προδομένο ʼ21», η «προδομένη εθνική αντίσταση», η ταξικών διαστάσεων σύγκρουση για το γλωσσικό στην Ελλάδα; Και τι σημαίνει, αντίστροφα, η συλλογική σιωπή των Γερμανών για τη «μαύρη τρύπα» της ιστορίας τους; Είναι, δηλαδή, αληθές ότι η εθνική μνήμη ποτέ δεν είναι ενιαία και είναι αδύνατο να αποκρύψει κανείς ότι σε κάθε έθνος υπάρχουν δύο (τουλάχιστον) έθνη, δύο ιστορίες. Ότι σε κάθε μεγάλο «εθνικό πόλεμο» υπάρχει κι ένας μικρός ή μεγάλος εμφύλιος που η αποτίμησή του γίνεται πάντα από τη σκοπιά των νικητών.

6) Είναι αληθές ότι εκτός από τον διεθνισμό της αριστεράς, υπάρχει ο διεθνισμός της «Συντηρητικής Διεθνούς», ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου, που βρίσκει συχνά στις εθνικές ιδιαιτερότητες τα εμπόδια που άλλοτε συναντούσε στα σύνορα των αγορών. Τα σύνορα έχουν καταρρεύσει, αλλά αυτό που λείπει από την «αυτοκρατορία των αγορών» είναι ένας πολίτης χωρίς σύνορα, χωρίς ταξική, ιδεολογική, εθνική ή φυλετική ταυτότητα. Ένας καταναλωτής – παραγωγός, που, αν είναι δυνατόν, έχει μια γλώσσα, μια θρησκεία, ένα στυλ, ένα πολιτισμικό DNA συμβατό με τα brand names των προϊόντων που κατακλύζουν το σπίτι του. Εξ ου και οι οικονομικές ολοκληρώσεις της εποχής μας, με κορυφαία την ευρωπαϊκή, αναζητούν εναγωνίως να αντικαταστήσουν τις δεκάδες εθνικές ταυτότητες με μια ευρωπαϊκή. Ή μια ευρωατλαντική.

Το παράδοξο είναι ότι η προσπάθειά τους έχει μάλλον τα αντίστροφα αποτελέσματα. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και η γεωπολιτική του χάους που επαναχαράσσει τα σύνορα του πλανήτη όχι μόνο ενισχύει εθνισμούς και εθνικισμούς, αλλά προκαλεί και ένα νέο κύμα εθνογενέσεων στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική. Αυτή η αναζωπύρωση του εθνισμού δεν είναι φυσικά μονοσήμαντη. Ο ριζοσπαστισμός της μπορεί να τροφοδοτήσει σκοταδισμό, ρατσισμό, πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς, φασίζοντα καθεστώτα.

Ή, αντίστροφα, να λειτουργήσει ως απελευθερωτική δύναμη για τον κόσμο της εργασίας και τις καταπιεζόμενες τάξεις. Έχουμε αναλογιστεί, για παράδειγμα, τι είδους «εθνικά ανακλαστικά» ερεθίζει η αλητεία ανηλεών επιθέσεων στην «εθνική οικονομία» της Ελλάδας; Αλλά και πόσο βαθύ, ταξικό περιεχόμενο μπορούν να αποκτήσουν αυτά τα ανακλαστικά όταν ανακαλύψουν εντός του «απειλούμενου έθνους» δεν υπάρχει καμιά ενότητα συμφερόντων; Ή όταν έλθουν σε ρήξη με κεντρικές επιλογές της οικονομικής και πολιτικής ελίτ την τελευταία τριακονταετία, όπως ο ευρωπαϊσμός και η «ορθοδοξία» της ΟΝΕ;

Επομένως, όλοι οι εθνικισμοί και οι αντι-εθνικισμοί δεν είναι ίδιοι. Ούτε το συντηρητικό περιεχόμενο των πρώτων είναι δεδομένο ούτε η προοδευτικότητα των δεύτερων αυταπόδεικτη. Και επομένως, ο διεθνισμός της αριστεράς περιέχει αναγκαστικά και μια ποσόστωση «εθνισμού» που έχει ένα ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό περιεχόμενο, στο βαθμό που αποκαλύπτει τη βασική αντίθεση της εποχής μας: την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, περίτεχνα καμουφλαρισμένη κάτω από δεκάδες άλλες αντιθέσεις. Το θέμα είναι ποιος έχει τα κότσια να σκίσει το καμουφλάζ.

 

ΠΗΓΗ: Η ΑΥΓΗ  24/01/2010,  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519432

 

Υ. Γ: Ευχαριστώ το φίλο Γ. Μ. για την προσφορά της αλίευσης…

Παγκοσμιοποίηση – εκδυτικισμός παραδ. θρησκειών

Η παγκοσμιοποίηση ως εκδυτικισμός των παραδοσιακών θρησκειών 

 

Του π. Νικολάου Λουδοβίκου*


Ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι ἀρρήκτως δεμένη μέ τό παλιό φιλοσοφικό ὄνειρο τοῦ τέλους τῆς ἱστορίας. Πρόκειται γιά ἕνα εὐρωπαϊκό ὄνειρο τό ὁποῖο εἶναι βεβαίως ἀρρήκτως ἐπίσης συνδεδεμένο μέ τίς χριστιανικές καί ρωμαϊκές καταβολές τῆς Δύσης, στήν ἐκκοσμικευμένη τους φυσικά ἐκδοχή. Τό φιλοσοφικό ὄνειρο αὐτό ἔλαβε τήν εὐκρινέστερη θεωρητική μορφή του στή φιλοσοφία τοῦ Χέγκελ. Πρόκειται γιά θεμελιώδη εὐρωπαϊκή οὐτοπία: τό τέλος τῆς ἱστορίας, γιά τόν Χέγκελ, εἶναι ἡ βαθμιαία διαλεκτική ἀνύψωσή της ὡς τήν εὐτυχῆ ἐκείνη κατάσταση τήν ὁποία ὁ φιλόσοφος προ-γνωρίζει ὡς πλήρη αὐτοσυνειδησία τῆς ἐλευθερίας.

Ἄς τό ἐξηγήσουμε καλύτερα. Γιά τόν Χέγκελ ὁ Θεός δέν εἶναι μιά ὀντότητα πέρα ἀπ' τόν κόσμο, ἀλλά ἡ ἰδέα πού πραγματοποιεῖται μέσα στήν (καί ὡς) ἱστορία. Πρόνοια δέν εἶναι κάποιο εἶδος «ἐξωτερικοῦ τέλους», ἕνα ὑπερφυσικό σχέδιο τοποθετημένο ἀπό τόν Θεό στήν φύση, ἀλλά ἕνα «ἐσωτερικό τέλος», ὁ ἔσχατος σκοπός τῆς ἴδιας τῆς ἱστορίας. Καί ἡ ἀθανασία δέν εἶναι κάποια ζωή στόν οὐρανό, ἀλλά ἡ διαρκής μνήμη τοῦ ρόλου μας στήν ἱστορία. Σκοπός τῆς ἱστορίας λοιπόν εἶναι ἡ αὐτο-συνειδησία κάθε ἔθνους, ἤ ἀκριβέστερα, ἡ διαλεκτική μέσω τῆς ὁποία αὐτό φθάνει στήν αὐτο-συνειδησία του αὐτή.

 Ἡ αὐτοσυνειδησία αὐτή, ὡς συλλογικό γεγονός, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου, πού, γιά τόν Χέγκελ, εἶναι ἡ ἐλευθερία. Αὐτό σημαίνει πώς σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, τέλος του, εἶναι ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς. Ἐπειδή ὅμως αὐτό εἶναι περισσότερο κάτι πού αὐτός πρέπει νά κατορθώσει παρά κάτι πού τοῦ ἔχει ἤδη δοθεῖ, ἡ πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ ἀπαιτεῖ τήν ἀνθρώπινη δραστηριότητα, μ' ἄλλα λόγια μπορεῖ νά κατορθωθεῖ, μᾶς λέγει ὁ Χέγκελ, μόνο μέσα στήν ἱστορία. Καί μάλιστα, μόνο σ' ἕνα συγκεκριμένο ἱστορικό «τέλειο» κράτος. Τό ὑποτιθέμενο αὐτό κράτος εἶναι ἡ ἀπόλυτη πραγμάτωση τοῦ πνεύματος (τοῦ Θεοῦ δηλαδή) μέσα στήν ἱστορία, ὡς μιά θαυμαστή κοινότητα ἴσων καί ἐλεύθερων ἀτομικοτήτων οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ν' ἀποδείξουν ἀληθινή καί πραγματική τήν ἀφηρημένη διϋποκειμενική αὐτοσυνειδησία πού ὑποτίθεται πώς ἀποτελεῖ τήν οὐσία τοῦ Πνεύματος. Μέσα ἀπό πανουργίες καί διαλεκτικές μεταμφιέσεις ὁ Λόγος πραγματώνεται καί τά ἰδεώδη τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης τελειώνουν τότε τήν παγκόσμια ἰστορία, σ' ἕναν διαλεκτικῶς ἀναπόφευκτο παράδεισο. Ἡ παγκοσμιοποίηση, στή Δύση, εἶναι βαθειά συνημμένη μέ τό παρεφθαρμένο ὄραμα αὐτοῦ τοῦ παραδείσου.

Φυσικά ὁ Χέγκελ θά εἶχε λόγους νά φοβᾶται, ἀκόμη κι αὐτός, τήν παγκοσμιοποίηση αὐτή. Διότι, παρά τίς ἀντιφάσεις του, ὁ φιλόσοφος τοῦ «Παγκοσμίου Πνεύματος» γνώριζε πώς, αἴφνης, δέν καταλαβαίνουμε γιά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες «περισσότερα ἀπ' ὅσα σκέφτεται ἕνας σκύλος» – ἡ βαθειά διαφορά μεταξύ τῶν πολιτισμῶν καθιστᾶ δύσκολη ἕως ἀφελῆ τήν προσπάθεια νά προσδιορισθεῖ ἡ πορεία τους πρός τήν «αὐτοσυνειδησία». Πόσο μᾶλλον ἡ κοινή τους πορεία πρός αὐτήν. Ἀλλά, τότε, τί εἶναι ἡ παγκοσμιοποίηση; Πῶς εἶναι δυνατόν νά πραγματωθεῖ τό Παγκόσμιο Πνεῦμα, μέσα μάλιστα στήν πλήρη ἐπίγνωση ὅλων πώς ἐδῶ καί τώρα πραγματώνεται;

Δέν εἶναι ἄραγε πολύ σοφότερο νά θεωροῦμε μαζί μέ τόν Jacques Le Goff πώς, στήν πραγματικότητα, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι, περισσότερο ἀπό κάθε τί ἄλλο, ἕνας κδυτικισμός, μιά ἀναγωγή ὅλου τοῦ ὑπόλοιπου κόσμου σ' ἕνα κλασσικό δυτικό ὄραμα ἱστορικῆς τελειοποίησης, δεμένο μάλιστα πιό στενότατα μέ τό δόγμα, σήμερα, τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ;

Στήν πράξη αὐτά ὅλα σημαίνουν πώς, στό βαθμό πού ἕνας οἱοσδήποτε λαός τοῦ πλανήτη μας σήμερα ἐπιθυμεῖ νά συμμετάσχει στό δυτικό ἐκσυγχρονιστικό ὄραμα τῆς αὐτοσυνείδητης καί αὐτοεκπληρωνόμενης ἱστορίας εἰσέρχεται ἀναπόφευκτα στήν τροχιά τῆς παγκοσμιοποίησης. Ὄχι μάλιστα τῆς οἰκονομικῆς παγκοσμιοποίησης ἁπλῶς, ἀλλά καί τῆς πολιτιστικῆς, εἰς τρόπον ὥστε ὄχι μόνον ἡ οἰκονομία, ἀλλά καί ἡ συγκεκριμένη ἀνθρώπινη κοινωνία νά μεταβάλλει τούς παραδοσιακούς της στόχους προσκτώμενη τούς καινούργιους στόχους τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐνδοϊστορικῆς αὐτοπραγμάτωσης.

Ὅλα τά παραδοσιακά καί πολιτιστικά σχήματα τείνουν νά ἐπαναπροσδιορισθοῦν, μέ βάση τίς νέες ἀπαιτήσεις αὐτές˙ ἔτσι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ φαίνεται νά διέρχεται ἀναπόφευκτα ἀπό τήν παγκοσμιοποίηση ὡς «ἐκδυτικισμό» ἀκριβῶς τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ζωῆς καί σκέψης. Φυσικά οἱ θρησκεῖες, ὡς θεμελιώδεις τέτοιες μορφές, βρίσκονται ἀμέσως στήν τροχιά ἑνός τέτοιου «ἐκδυτικισμοῦ», βρίσκονται δέσμιες δηλαδή στήν ἀνάγκη νά ἀποδείξουν πώς μποροῦν νά «συνεισφέρουν» στόν νέο αὐτό τύπο ἀνθρώπου καί κράτους πού ἀπαιτεῖ ὁ παγκοσμιοποιημένος αὐτός ἐκσυγχρονιστικός ἐκδυτικισμός.

Αὐτό σημβαίνει τόσο μέ θρησκεῖες ὅπως τό Ἰσλάμ ἤ ὁ Βουδισμός, ὅσο καί μέ ἱστορικά μή δυτικές χριστιανικές ὁμολογίες, ὅπως ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλες αὐτές οἱ θρησκεῖες ἀναγκάζονται νά ἀπαντήσουν ἤ νά θεραπεύσουν συγκεκριμένα προβλήματα τῶν δυτικῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί κοινωνιῶν, δημιουργούμενα στήν δική τους ἱστορική πορεία πρός τούς «παγκόσμιους» στόχους πού θέτει σήμερα ὁ δυτικός κόσμος. Ἄς δοκιμάσουμε νά τό ἐξηγήσουμε αὐτό καλύτερα, ξεκινώντας ἀπό τό παράδειγμα τοῦ Ἰσλάμ. Τό ὁποῖο ὀφείλει, ἄν εἶναι νά ἐπιβιώσουν οἱ λαοί πού τό ἀσπάζονται, νά ἐκσυγχρονιστεῖ (υἱοθετώντας ἕνα σημαντικό μέρος τῶν τεχνικῶν καί τῶν ἱστορικῶν τάσεων τῆς Δύσης) καί ὁ ἐκσυγχρονισμός αὐτός, πού ἤδη ἔχει ἀρχίσει, ὀνομάζεται στήν περίπτωση αὐτή ἀπό τόν J. Le Goff, «συγκρουσιακός» -ὑπό τήν ἔννοια πώς ἀφορᾶ στήν ἄρχουσα κυρίως τάξη καί προχωρεῖ συγκρουόμενος μέ τήν ἰσλαμική παράδοση. Ἡ δύναμη πού προωθεῖ τόν συγκρουσιακό αὐτό ἐκσυγχρονισμό εἶναι, ὅπως ἔλεγε ὁ F. Braudel, ὁ ἐθνικισμός ἤ καλύτερα ἡ «ἐθνικιστική περηφάνεια» τῶν λαῶν αὐτῶν, πού ὁδηγεῖ ἐν τέλει, παρά τίς ἰσχυρές ἀντιστάσεις τῆς παραδόσεως, στό ἄνοιγμα, ἀργά ἀλλά σταθερά, πρός τόν «ἐκδυτικισμό». Σέ πνευματικό ἄλλωστε ἐπίπεδο, ἡ εἴσοδος τοῦ Ἰσλάμ ὡς θρησκείας πλέον στή Δύση δέν εἶναι ἐπίσης ἄσχετη μέ τόν ἐκδυτικισμό του. Μέ δεδομένη τήν μακρά παράδοση ἰδεαλισμοῦ καί νεοπλατωνισμοῦ πού φιλοξενεῖ στά σπλάγχνα του ὁ δυτικός χριστιανισμός, καίριο σημεῖο ἕλξης τοῦ Ἰσλάμ γιά τούς Εὐρωπαίους καί Ἀμερικανούς προσηλύτους του ὑπῆρξε ἀκριβῶς ἡ μή σαφής διάκριση ἐδῶ, μεταξύ ἐγκοσμίου καί πνευματικοῦ στοιχείου, καθώς καί ἡ βιβλικῆς προέλευσης «ὑλική» ἐσχατολογία του. Στά πλαίσια τῆς ὁποίας, ἡ καταξίωση τοῦ ὑλικοῦ-σωματικοῦ στοιχείου ἀναδίδει, γιά τόν κουρασμένο ἀπό ἠθικιστικές καί ἰδεαλιστικές ὑπερθέσεις εὐρωπαῖο, τήν ἐλπίδα μιᾶς καταξίωσης τῆς ψυχοσωματικῆς του ὁλότητας καί ταυτόχρονα τῆς βασανισμένης ἀπό τήν ἀπόλυτη ἐκκοσμίκευση ἐγκόσμιας καθημερινότητάς του. Εἶναι φυσικά σαφές πώς ὅλα αὐτά συνιστοῦν μιάν ἀφαίρεση σέ σχέση μέ τήν θεωρητική πληρότητα τοῦ Ἰσλάμ.

Παρεμφερή μποροῦν νά θεωρηθοῦν τά συμβαίνοντα μέ τόν Βουδισμό. Στήν ἐκδοχή τῆς διείσδυσής του στή Δύση εἶναι ὅπως παρατηρεῖ ὁ P. Bruckner, στήν κυριολεξία ἀγνώριστος, ἔχει καταφανῶς «ἐκδυτικισθεῖ». Δέν δίνει βαρύτητα στά δόγματά του, ἔρχεται ὅμως νά ἐγκατασταθεῖ στό κενό ἀκριβῶς πού δημιουργεῖ ἡ διάσταση μεταξύ θεωρίας καί πράξης στή Δύση. Δέν ἀντιμάχεται τόν χριστιανισμό ἀλλά μιμεῖται θεμελιώδη καί ξεχασμένα, ἔνεκα τῶν λόγων πού περιγράψαμε πιό πάνω, χαρακτηριστικά του: διδάσκει λοιπόν τόν μετριασμό τῶν παθῶν, τήν ἐφημερότητα τοῦ βίου, τήν ἀνάγκη γιά ἀσκητική ἁπλότητα καί λιτότητα, τήν φρόνηση καί τόν σεβασμό ἐνώπιον τῆς δημιουργίας. «Μιμεῖται» αὐτές τίς διδασκαλίες, διότι ἡ χριστιανική θεολογία ἔχει προσδώσει ἄλλο περιεχόμενο καί διαφορετικό ὁρίζοντα σ' αὐτές, ἐντελῶς διάφορα ἀπ' ὅ,τι ἡ ὀντολογική ἐφημερότητα τοῦ κόσμου καί τοῦ προσώπου στόν Βουδισμό ὑπαγορεύει. Ὅλα αὐτά ἐνῶ, ὅπως εἶναι γνωστό, ὅλες οἱ παραδοσιακές βουδιστικές ἤ ἰνδουϊστικές χῶρες προσβλέπουν ταυτόχρονα μέ λαχτάρα στόν δικό τους ἐκδυτικισμό, χωρίς ὅμως ἀκόμη νά ἔχει διενεργηθεῖ ὁ βαθύς διάλογος μεταξύ τῶν διαφορετικῶν παραδόσεων πού θά καθιστοῦσε κάτι τέτοιο λιγότερο συγκρουσιακό ἤ βίαιο.

ς λθουμε τώρα, δι' λίγων, στήν ρθοδοξία. Καί ἐδῶ ἡ σαφέστατη τάση τῆς ἐθνικῆς ἤ κάποτε ἐθνικιστικῆς ὑπερηφάνειας τῶν λαῶν ὑπαγορεύει τόν ἐκδυτικισμό, ἐνῶ ἡ παράδοση ἀνθίσταται. Δύο φαινόμενα, δυτικοῦ μάλιστα τύπου, ἀναφαίνονται ταυτόχρονα. Ἀπό τήν μιά ὁ φονταμενταλισμός, ὡς ἀγχώδης καί ἐν πολλοῖς ἄκριτη εἰδωλοποίηση τοῦ γράμματος τῆς παράδοσης, μέ παράλληλη ἀδιαφορία ἤ ἀδυναμία διαλόγου μέ τήν νεωτερικότητα˙ ἀπό τήν ἄλλη, ἕνας ἐπιθετικός, συγκρουσιακός, διαφωτιστικοῦ τύπου ἐκσυγχρονισμός πού στήν πραγματικότητα ἀπεμπολεῖ καί ἀπορρίπτει τήν παράδοση ἤ τήν χρησιμοποιεῖ μέ μίαν αὐθαίρετη ἐπιλεκτικότητα. Ἡ σύγκρουση τῶν δύο τάσεων αὐτῶν εἶναι βαθειά καί παραμένει ἀνοικτή καί ἀπρόβλεπτη.

Τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε γιά τό μέλλον; Σ'ὅλες τίς παραπάνω περιπτώσεις αὐτό πού ὑπάρχει κοινό εἶναι ἡ βαθειά τάση τῶν παραδοσιακῶν πολιτισμῶν πρός τό Δυτικό «τέλος τῆς Ἱστορίας», τήν διαλεκτικῶς ἐκπληρωμένη ἱστορικότητα, τήν παγκοσμιοποιημένη παραδείσια δυνατότητα συλλογικῆς αὐτοπραγμάτωσης τοῦ ἀνθρώπου, καί τοῦτο παρά τίς συσσωρευμένες καί καταστροφικές ἀντιφάσεις τοῦ δυτικοῦ καπιταλισμοῦ. Κύριος μοχλός τῶν ὁποίων ὑπῆρξε, ὅπως παρατηροῦσε ὁ Daniel Bell, ἡ ἔλλειψη «ὁρίων παράβασης», ἡ καταστροφή κάθε «ἱεροῦ» ἤ παραδοσιακοῦ (ὅπως π.χ. ἡ προτεσταντική ἠθική) μεγέθους ἀπό τήν κτητικότητα καί τήν αὐθαιρεσία μιᾶς ξέφρενης ἀνάπτυξης. Ἡ ὁποία, πάλι μέ ἑγελειανό τρόπο, φαίνεται νά ἔχει ἀποβεῖ ὀντολογικό στοιχεῖο τῆς δυτικῆς νεωτερικότητας, δίνοντας στήν νεώτερη δυτική ἀντίληψη περί ἱστορίας μιά τάση ἐκ-στατικῆς, ὑπέρ-βουλητικῆς καί κυριαρχικῆς ὑπερβατικότητας. Ἡ πραγματική ὅμως ἱστορικότητα εἶναι νηφάλιος διάλογος μεταξύ πραγματικῶν λαῶν ἤ προσώπων καί ὄχι παγκοσμιοποιημένος πολιτιστικός συγκρητισμός. Οἱ παραδόσεις καί οἱ θρησκεῖες, εὐρισκόμενες σήμερα στήν προοπτική τοῦ ἴδιου πλέον παγκόσμιου ἐκδυτικισμοῦ, θά πρέπει νά συνειδητοποιήσουν τήν μεγάλη ἀλλαγή ἱστορικῆς προοπτικῆς καί νά ἐργασθοῦν διαλεγόμενες μ' αὐτήν.

Δέν εἶναι ὅλες οἱ θρησκεῖες ὅμοιες οὔτε ὅλες ἔχουν ἴδιο μέρος ἀλήθειας, ὅπως στά πλαίσια αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ συγκρητισμοῦ συχνά λέγεται. Ἡ ἐκδυτικιστική παγκοσμιοποίηση μπορεῖ νά γίνει ἔναυσμα γιά ἕναν οὐσιαστικό διάλογο πού θά ἀναδείξει τό μέγα βάθος τῶν πνευματικῶν αἰτημάτων πού γέννησαν πολιτισμούς καί θρησκεῖες, παιδαγωγώντας ταυτόχρονα τήν βιασύνη της. Συνάμα θά δημιουργήσει ὀρίζοντες γιά ἐσωτερική αὐτοκριτική τῶν θρησκειῶν καί, πιθανῶς, γιά τήν μελλοντική ἀνάδειξη ὄχι μιᾶς παγκόσμιας θρησκείας, ἀλλά τῆς αὐθεντικῆς αὐτοαποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, πού γιά μᾶς βέβαια τούς χριστιανούς ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ καί εἶναι ὁ Χριστός. Τό Χριστολογικό ὅμως μυστήριο ἐνεργεῖται ἀρρήτως καί  πολλαχῶς σ' ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας…

 

* Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι Καθηγητής Δογματικῆς καί Φιλοσοφίας  στήν  Ἀνωτάτη Ἐκκλ.  Ἀκαδημία Θεσ/νίκης καί στό Ὀρθόδοξο Ἰνστιτοῦτo τoῦ  Cambridge.

 

ΠΗΓΗ: http://www.imado.gr/monastery/index.php?option=com_content&task=view&id=118&Itemid=180

Πιστοί στην ποίηση … κληρικοί ορθόδοξοι

  Πιστοί στην ποίηση

 

της Σταυρούλας Παπασπύρου

 

«Το μοναστήρι του νησιού/ επισκέφτηκαν οι τουρίστες.

Με τα σορτσάκια τους δοκίμασαν/ τα πεπαλαιωμένα στασίδια.

Δείχνοντας τις ξεθωριασμένες τοιχογραφίες /πιστοποίησαν την υπεροχή των νυχιών τους./

Εν γένει επεκράτησε άνεση/ και φιλοπερίεργη ζωηρότητα./

Αλλωστε η ποσότητα του αντηλιακού/ εγγυάτο ότι δεν κινδύνευαν/ από τον Ηλιο της Δικαιοσύνης».

(«Daily Excursions», του π. Βασίλειου Θερμού)

Τα μοναστήρια των νησιών, όπως και οι εκκλησίες των πόλεων, θα δεχτούν αυτές τις μέρες πολλούς «τουρίστες», πιθανότατα λιγότερο ζωηρούς. Τη Μεγάλη Βδομάδα, πολλοί από εκείνους που δεν ανήκουν στον κλειστό πυρήνα των θρησκευόμενων χριστιανών, ανοίγουν παραπάνω την ψυχή τους. Κι ίσως αυτοί ν' αποτελούν το ιδανικό κοινό για ιερωμένους που δεν εκφράζουν την αγάπη τους προς το Θεό μόνο με την προσευχή, αλλά και με την ποίησή τους.

Παρά την καχυποψία της χριστιανικής παράδοσης απέναντι στη φαντασία και τον ευμετάβλητο κόσμο του συναισθήματος, κάποιοι – μετρημένοι στα δάχτυλα – κληρικοί, επιχειρούν να στήσουν ένα προσωπικό ποιητικό σύμπαν.

Η κληρονομιά της βυζ αντινής ποίησης βαραίνει βέβαια στους ώμους τους. Όμως, η συναναστροφή μέσα από το λειτούργημά τους με τον Ρωμανό τον Μελωδό, τον Στέφανο τον Αγιοπολίτη ή την Κασσιανή, δεν παύει ν' αποτελεί γερό θεμέλιο για τα γραπτά τους.

* Η επίσημη Εκκλησία μάλλον τους αγνοεί. Όπως λέει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, «η ενασχόληση με την ποίηση αντιμετωπίζεται είτε ως παραγέμισμα του ελεύθερου χρόνου κάποιων λογίων ρασοφόρων, είτε ως αγαθή, με την κακή όμως έννοια, παρέκκλιση από τα "ισορροπημένα" γνωστά μας. Καμιά φορά, δε, και ως έκφανση διαταραγμένων -τουλάχιστον!- προσωπικοτήτων που αποβλέπουν στο περιθώριο μάλλον, παρά στο επίκεντρο, της κοινωνικής δραστηριότητας»…

 

 

Κληρικός από το '83, ο 40χρονος Παν. Καποδίστριας έχει δημοσιεύσει πέντε ποιητικές συλλογές (ανάμεσά τους, «Δήθεν υαλογραφία», εκδ. «Περίπλους» και «Ενύπνιο μετά τρούλλου», εκδ. «Μπάστας»), έχει αποσπάσει θετικά σχόλια από τον ίδιο τον Ελύτη, κι είναι από τους στυλοβάτες της πνευματικής ζωής της Ζακύνθου, στη Μητρόπολη της οποίας υπηρετεί ως γενικός αρχιερατικός επίσκοπος.

«Στο χαρτί ζωντάνεψα /τη Λευκή Πολιτεία./ Αστόχησε μια μελανιά/ και τη μαύρισα ολάκερη» («Σφάλμα», 1979).

Γράφοντας ποίηση ο Π. Καποδίστριας αναπνέει, αναζωογονείται, οπλίζεται με νέες αντοχές. «Μητέρα των μαχών μου», όπως λέε

ι, «η εσωτερική μου άβυσσος». Ποιητικά του πρότυπα, τόσο οι Κανόνες, που έλκουν την καταγωγή από τον βυζαντινό 8ο αιώνα, όσο και τα ιαπωνικά χάι-κου με την πυκνή τους λιτότητα. Και στο έργο του, «ο λόγος πάντα

αλογόκριτος, τζάμι» ισχυρίζεται, καθώς «ο Θεός ουδέποτε υπήρξε σεμνότυφος ή υποκριτής».

Οι «απ' έξω», βέβαια, απορούν. «Δυσκολεύομαι να καταλάβω τους ποιητές που είναι πιστοί, θρήσκοι», δήλωνε τις προάλλες η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.


* «Μου φαίνεται οξύμωρο. Γιατί να γράφεις, όταν έχεις την εξήγηση του κόσμου; Ποιος είπε, όμως, ότι ο πιστός δεν βασανίζεται από ερωτηματικά»; «Η πίστη» ισχυρίζεται ο π. Βασίλειος Θερμός,είναι μια προσωπική σχέση με το Θεό, όπου έχεις συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν θα πάρεις όλες τις απαντήσεις. Μια σχέση με ρίσκο, που δεν εξαντλείται σε διανοητικές διατυπώσεις. Γι' αυτό ακριβώς σηκώνει πολλή ποίηση!».
«

Απόφοιτος της Θεολογικής αλλά και της Ιατρικής Αθηνών, με ειδίκευση στην παιδο-ψυχιατρική, ο 45χρονος Β. Θερμός κατέφυγε στην ποίηση ενήλικος κι αφού είχε ήδη χειροτονηθεί κληρικός. Η συλλογή «Φωνήεντες στεναγμοί» (εκδ. «Αρμός»), ένα είδος ποιητικοποιημένης θεολογίας, ήρθε να προστεθεί σε μια πλειάδα έργων του γύρω από τη θρησκεία, την εκπαίδευση και τις οικογενειακές σχέσεις.

Ομολογημένο μέλημά του είναι να διακρίνει «τη σφραγίδα του Θεού μέσα από τις κοσμικές συμπεριφορές και ν' αναδείξει "την ομορφιά που κρύβεται πίσω από κάθε προσωπείο"». Υπάρχουν άραγε θέματα που δεν τολμά ν' αγγίξει; «Πολύ σπάνια δίστασα. Κι όχι επειδή υπήρχε μια άνωθεν απαγόρευση, αλλά επειδή νοιάζομαι να μην προκαλέσω κάποιους ανθρώπους. Δεν θα ήθελα να τους σοκάρω».

* Ο κοσμικότερος μάλλον των ιερωμένων ποιητών, δεν είναι άλλος από τον αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό.

«Όσο γερνώ το αισθάνομαι βαθύτερα/

πως η γραφή δεν είναι τέχνη/

είναι λειτουργία ερωτική./

Η δίψα της αφής δεν ικανοποιείται/

αν δεν αγκαλιάσω κατάσαρκα/

τη λευκή σελίδα/

γι' αυτό ό,τι δεν γράψω με το χέρι/

μου φαίνεται σχεδόν σαν ψευδεπίγραφο»

διαβάζουμε στην τελευταία -30ή τον αριθμό!- συλλογή του «Ο βαθμός της εκπλήξεως» (εκδ. Καστανιώτη).

 

«Δεν γράφουμε για να εξηγήσουμε τον κόσμο» λέει. «Αυτό θα ήταν πιο πολύ από θρασύ. Θα ήταν βλάσφημο! Ο κόσμος είναι, ώς το τελευταίο μόριο κονιορτού, μυστήριο. Η επιστήμη φιλοδοξεί να τον εξηγήσει. Ο ποιητής προσπαθεί να τον αναδείξει και να τον σεβαστεί. Η ποίηση είναι εξ ορισμού ιερή λειτουργία. Όποιος αρνείται την προτεραιότητα του θείου που μας καλεί υπό μορφήν εμ-πνεύσεως, θα πει ότι δεν υπήρξε ποτέ "ένθεος", δηλαδή "ένθους". Ο ενθουσιασμός, όμως, ακόμη και σε περιστάσεις που το κυρίαρχο αίσθημα είναι η απογοήτευση, δεν λησμονεί ποτέ την "γοήτευση" που προηγήθηκε».

Προσωπικότητα εκρηκτική κι από τους σημαντικότερους ορθόδοξους θεολόγους, ο Στυλιανός Χαρκιανάκης, γράφει με τους ρυθμούς ενός Ρίτσου – ποιητή που, μαζί με τους Σεφέρη, Ελύτη, Λειβαδίτη και Πεντζίκη, αγαπάει πολύ. Το αξίωμά του όχι μόνο δεν τον εμπόδισε να εκφραστεί ελεύθερα. Αντίθετα «στάθηκε πάντοτε το βαθύτερο ερέθισμα και η ευγενέστερη προϋπόθεση για να προσκυνήσω στο θαύμα της ζωής», λέει με ειλικρίνια.

Η θεματική του γκάμα εκτείνεται από τις οικολογικές του ανησυχίες μέχρι τα προβλήματα των μεταναστών. Και οι αναφορές στη μητέρα του, τη γενέτειρά του Κρήτη ή τον απόδημο ελληνισμό, διαδέχονται εκείνες για τους «Δολοφόνους» που «μισούν όσους πιστεύουν στο φως» (το ομώνυμο ποίημα είναι αφιερωμένο στον Π. Μπακογιάννη) ή τις «τεχνητές πλειοψηφίες» που «κατόρθωσαν να οδηγήσουν σε παραίτηση έναν Μιχαήλ Γκορμπατσόφ» (βλ. «Η εποχή των Νάνων»).

 

«Είναι ο καϋμός μου αρσενικός/ 

και θηλυκιά η καρδιά μου/ 

βοήθα, Θεέ μου, να κρατήσω ασάλευτα/

τα λογικά μου»

γράφει στη «Δέηση». Ενώ ανακαλώντας την πατρίδα, σημειώνει: «

Ελλάδα δεν είναι ο Ολυμπος/

μήτε ο Παρθενώνας/

μήτε ακόμη κι η Αγιά Σοφιά./

Είναι ο τρόπος που πίνεις κρασί/

κι ακόμη ακριβέστερα/

 το πώς παραμιλάς στο μεθύσι».

 

Για τον ίδιο, δεν υπάρχουν θέματα-ταμπού: «Μόνο σχήματα και προσχήματα που είναι ξένα προς το κλίμα της "κατανύξεως"».

Ακόμα και την οδική κυκλοφορία προσφ έρεται να υμνήσει βλέποντάς την σαν «την πιο συγκινητική εκδήλωση απέραντης εμπιστοσύνης για συνεργασία με αγνώστους, και με όλα τα δεδομένα απρόβλεπτα κι αστάθμητα. Μέχρι και να μη γυρίσεις στο σπίτι ζωντανός!». Το μόνο εμπόδιο που αναγνωρίζει ο κ. Στυλιανός στην ποίηση ενός κληρικού, είναι το λεξιλόγιο. Εμπόδιο, αλλά ταυτόχρονα και προνόμιο. Γιατί «με την ιερωσύνη του ως θώρακα, ο κληρικός δύσκολα παρασύρεται σε χυδαιολογίες και ματαιολογίες ώστε να θεωρηθεί μοντέρνος και τολμηρός».

Η ποίηση, ωστόσο, ανθεί και  στο Αγιον Ορος. Απόδειξη, τα «Αθωνικά ποιήματα» του Μωυσή του Αγιορείτη (εκδ. Αρμός), ο οποίος υπερασπίζεται τα «Χιλιόχρονα στασίδια» και παρακαλεί:

 «Αφήστε μας να κλάψουμε για τον τόπο/ και μη μας ταράζετε της μοναξιάς τη χάρη/ μη μας πολιορκείτε μ' ερωτήσεις/ πηγαίνετε στους ποδοσφαιριστές και στους μεγάλους/ αφήστε αλώβητη την αθωνική ησυχία / που χίλια χρόνια αγρυπνεί στα ίδια στασίδια/ και βρίσκει φως μέσ' στα σκοτάδια/ που διώχνει νέφη, ραγισματιές, πληγές κι ερωτήσεις». Στο πιο «απάνθρωπο» και ταυτόχρονα πιο φιλόξενο μέρος του κόσμου, κατέφυγε κι ο περουβιανής καταγωγής Συμεών, ένας εστέτ που καλλιέργησε συνειδητά την πειθαρχία, πεπεισμένος ότι κι η τέχνη γεννιέται μέσα από τους περιορισμούς. Ήδη οι εκδόσεις Αγρα περιμένουν μια ακόμη ποιητική του συλλογή μετά το «Συμεών μνήμα» και το «Με ιμάτιον μέλαν».

 

* Ο Νικόδημος, πάντως, («Το χρώμα των αιώνων», «Επειδή εγώ», εκδ. Λιβάνη) έπειτα από 19 χρόνια «καλλιέργειας μιας ερωτικής σχέσης με το Θεό», το 1990 επέστρεψε στα εγκόσμια.

«Πάρε θέματα από την Καινή Διαθήκη», τον συμβούλευαν οι άλλοι μοναχοί, αμήχανοι μπροστά σε τέτοιες εκμυστηρεύσεις: «Εσύ πρώτη το μήλο δάγκωσες/ για να εξουσιάζεις/ της πεσμένης μου φύσης/ την έρημη πλεύση./ Σειρήνα,/ έταξες το καράβι μου/ άρμεξες όλο τον κάματο του μυαλού μου,/ όσο πάλευα με το φίδι μέσα μου».

«Εμένα με κέρδισε η τέχνη», λέει, «επειδή γράφοντας ή ζωγραφίζοντας αισθάνομαι πιο ελεύθερος απ' ό,τι μέσα στο θρησκευτικό δόγμα. Αυτό ενδιαφέρει τους θεολόγους, όχι τον σημερινό άνθρωπο». Και σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος από τους παραπάνω ομοτέχνους του, παραδέχεται: «Υπάρχει πάντα η ανάγκη να παραμείνεις πιστός, αλλά αυτή η πίστη, μέσα σ' ένα σκηνικό που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, διασπάται πια σε χιλιάδες κομμάτια. Η θρησκεία χρειάζεται και λίγο νερό στο κρασί της… Κι η Εκκλησία θα έπρεπε ν' ανοιχτεί ακόμα περισσότερο, ώστε να επιτρέψει σ' εκείνους που αδιαφορούν γι' αυτήν να την κρίνουν. Εκεί θα δοκιμαστεί η αντοχή της. Το μήνυμά της πρέπει να εκπέμπεται προς τα έξω, όχι να κάνει κύκλους μέσα στον ίδιο χώρο».

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, 7 – 28/04/2002, http://archive.enet.gr/online/online_p1_text.jsp?c=113&id=1541316