Αξιολόγηση και εκπαίδευση Ι

Αξιολόγηση και εκπαίδευση σήμερα (Σ. Σ. 2000)

 

των Αντώνη Ναξάκη και Παναγιώτη Μπούρδαλα

Αναμφίβολα πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα και πιο σύνθετα προβλήματα που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν οι υποτελείς τάξεις, σε σχέση με τις μεθόδους επιβολής της εξουσίας πάνω τους. Ένα θέμα που σχετίζεται με την παραγωγή και αναπαραγωγή εξουσιαστικών σχέσεων για όλη την κοινωνία και σε όλες τις δράσεις του ανθρώπου. Στις διαδικασίες δηλαδή παραγωγής, κατανάλωσης και αναπαραγωγής του.

Είναι αδύνατον κανείς να διαχωρίσει το ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, στις διάφορες ιστορικές φάσεις διαχωρίζοντάς το από το εκπαιδευτικό μοντέλο της αντίστοιχης περιόδου, άρα και από το παραγωγικό μοντέλο, όπως επίσης και από το ζήτημα της αξιολόγησης της νεολαίας από τους εκπαιδευτικούς.

Από αυτή την άποψη είναι σαφές ότι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, που ίσχυε στην χώρα μας πριν από το 1981, ανταποκρινόταν στο μοντέλο της  μεγάλης βιομηχανίας, δηλαδή της ταινίας παραγωγής, της λεγόμενης βιομηχανίας κλίμακας.

Κύριος στόχος αυτού του μοντέλου ήταν η αποτύπωση κοινωνικών συμπεριφορών και προτύπων, που ανταποκρίνονταν στον εγκλεισμό του εργαζομένου, της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας, στις συνθήκες λειτουργίας της μεγάλης βιομηχανίας. Η εκπαιδευτική συμπεριφορά αυτού του σχολείου ήταν κυρίως η έμμεση αποτύπωση συμπεριφορών και προτύπων γι αυτόν το σκοπό και όχι μορφωτικού (κυρίως επιστημονικού) κεφαλαίου, που καλλιεργούσε στην νεολαία.

Εξ' άλλου το ενδιαφέρον για επιστημονικές γνώσεις περιοριζόταν σε ένα μικρό τμήμα της νεολαίας, αυτό που τελικά επάνδρωνε το σύστημα ελέγχου στην διαδικασία της παραγωγής και ευρύτερα της κοινωνίας. Επιτύγχανε αυτόν τον έμμεσο παιδευτικό ρόλο από την ίδια την δομή του (τάξη, θρανία εν σειρά), όπως οι Τεϊλορικές μηχανές, δάσκαλος – αυθεντία, όπως ο τμηματάρχης στην μεγάλη βιομηχανία, τιμωρίες, βία για τις αποκλίνουσες συμπεριφορές κ.τ.λ.

Επομένως η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού πριν από το 1981 (επιθεωρητισμός) σκόπευε στην πειθάρχηση ολόκληρου του εκπαιδευτικού μοντέλου στις παραπάνω προδιαγραφές, με βασικό στρώμα, που έπρεπε να ελέγχεται και να πειθαρχεί, τον εκπαιδευτικό. Βασικός μοχλός αυτής της πειθάρχησης ήταν οι εκθέσεις αξιολόγησης των επιθεωρητών με τις αλήστου μνήμης επισκέψεις τους στις τάξεις διδασκαλίας. Μια αξιολόγηση που συνδεόταν με βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, δηλαδή ο εκπαιδευτικός έπρεπε να κριθεί θετικά για να πάρει τον επόμενο βαθμό και άρα υψηλότερο μισθό.

Το μοντέλο αυτό λειτουργούσε στα πλαίσια ενός γενικότερου αυταρχικού – αντιδημοκρατικού μοντέλου που χαρακτηριζόταν από την παντοκρατορία του διευθυντή, που ήταν μόνιμος σε αυτή την θέση, την απαγόρευση συμμετοχής σε κόμματα των εκπαιδευτικών, την ανυπαρξία παρατάξεων συνδικαλιστικών και μέχρι το 1974, το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων των εκπαιδευτικών προκειμένου να διοριστούν. Το πλαίσιο αυτό προσδιόριζε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας του 1951, που δημιουργήθηκε καθ' υπόδειξη των αμερικάνων.

Στα πλαίσια του ευρύτερου λαϊκού ξεσπάσματος της μεταπολίτευσης και με τους συνεχείς εκπαιδευτικούς αγώνες της δεκαετίας του ‘70, καταργήθηκε ο Επιθεωρητής και αντικαταστάθηκε από τον Σύμβουλο με υποτίθεται άλλο ρόλο, καταργήθηκε η μονιμότητα του διευθυντή, έγινε δυνατή η απόλυτη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών, λειτούργησαν τα σχολεία δημοκρατικά και καταργήθηκε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας.

Αρχές λοιπόν της δεκαετίας του 80 πολλά αιτήματα των εκπαιδευτικών γίνονται πραγματικότητα, ενώ αυξάνει ο αριθμός τους με νεοεισερχόμενη γενιά, αυτή   του Πολυτεχνείου, η οποία συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στην αλλαγή του κλίματος στα σχολεία.

Και ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 80 επικρατεί σχετική ευφορία στους εκπαιδευτικούς χώρους, η βαθιά διεθνή καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του 70 αρχίζει να εμφανίζει και στην χώρα μας μόνιμα χαρακτηριστικά, με κορυφαίο παράδειγμα την πλειάδα των προβληματικών (Τεϊλορικών) επιχειρήσεων που μεταφέρονται στο κράτος για «εξυγίανση», δηλαδή στις τσέπες των εργαζομένων.

Την ίδια στιγμή που το λαϊκό κίνημα αδυνατεί να εκτιμήσει το είδος και το βάθος αυτής της κρίσης, η Πασόκικη διακυβέρνηση αρχίζει, μετά μικρή ανάπαυλα, από το 1984 και μετά, την μάχη για την επιβολή ξανά της αξιολόγησης, προσπαθώντας να πείσει ότι αυτή αφορά για κάτι νέο σε σχέση, με τον επιθεωρητισμό.

 

Προσπάθειες επαναφοράς του επιθεωρητισμού την δεκαετία του ‘80

 

Ήδη από το 1982 το Π.Δ. που καθιερώνει τους σχολικούς Συμβούλους αναφέρει ότι αυτοί συμμετέχουν στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού.

Ο νόμος 1566 του Απ. Κακλαμάνη προβλέπει την έκδοση Π.Δ. για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που ο ίδιος δεν επιχείρησε να καθιερώσει. Το επιχείρησε όμως ο Α. Τρίτσης την Άνοιξη του 1987, με κύρια άποψη ότι αν δεν αξιολογηθεί ο εκπαιδευτικός, η εκπαίδευση δεν βελτιώνεται. Η άμεση αντίδραση των ΕΛΜΕ του λεκανοπεδίου της Αττικής με απειλή ακόμα και το μπλοκάρισμα των Πανελλαδικών εξετάσεων ανάγκασε την κυβέρνηση να ανακρούσει πρύμνα.

Η μεγάλη απεργία του 1988 και η πολιτική ρευστότητα της περιόδου 1989-90, ανέστειλαν πάλι την προώθηση Π. Δ. αξιολόγησης μέχρι το 1991.Το δε Βατερλό του υπερφίαλου Β. Κοντογιαννόπουλου το 91, ακύρωσε την προσπάθεια για αξιολόγηση που προέβλεπαν οι νόμοι του, ενώ ο διάδοχος του Γ. Σουφλιάς εκδίδει Π. Δ. τις παραμονές της ανατροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ο υπουργός Παιδείας  Φατούρος της κυβέρνησης Παπανδρέου παγώνει το Π. Δ. Σουφλιά τον Δεκέμβρη του 94.

Στον Σουφλιά όμως οφείλουμε ιδιαίτερη μνεία. Είναι αυτός που δρομολογεί τα μεταλυκειακά ΙΕΚ. Ένα θεσμό που λειτουργεί με βάση το ωρομίσθιο και τα ελαστικά ωράρια, δηλαδή χωρίς μονιμότητα, που αντικειμενικά σπρώχνει προς την αξιολόγηση (με την έννοια της απόλυσης) και στην άρση της μονιμότητας.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο Σουφλιάς είναι ο πρώτος που προσπαθεί να συνδέσει άμεσα την αξιολόγηση με την επιμόρφωση. Και στον νόμο 2009 (ΙΕΚ, επιμόρφωση) και κυρίως στο 3μηνο ΠΕΚ πριν από τον διορισμό, προσπαθεί η εισαγωγική επιμόρφωση (πριν τον διορισμό) να μετατραπεί σε αξιολογητικό μηχανισμό απόρριψης των "ανικάνων".

Το εκπαιδευτικό κίνημα έδωσε μια από τις πιο συστηματικές και σημαντικές μάχες για να καταργήσει την εισαγωγική επιμόρφωση – αξιολόγηση – απόρριψη του Σουφλιά.

Το 1997 έρχεται η σειρά του Γερ. Αρσένη που μέσο του περιβόητου νόμου 2525, του Π. Δ. 140/98 και τις Υ.Α.Δ2/1938/26 – 2 – 98 εγκυκλίου, προσπαθεί με τον πιο ακραίο τρόπο να ξεμπερδεύει μια και καλή με το εκπαιδευτικό κίνημα και τις αντιστάσεις του. Με τον Αρσένη άλλη μια προσπάθεια χειραγώγησης και υποταγής αποτυγχάνει λόγω των σθεναρών εκπαιδευτικών αντιστάσεων, κόντρα στις λογικές της υποταγής και της αναποτελεσματικότητας των αγώνων.

 

                                        Το σημερινό μοντέλο Ευθυμίου

 

Κατά την γνώμη μας, θα είναι λάθος να δούμε την νέα προσπάθεια Ευθυμίου ως προσπάθεια σαν όλες τις άλλες που προηγήθηκαν.

Πρώτα-πρώτα σε αυτή την 10ετία εφαρμόστηκαν εκπαιδευτικές πολιτικές κρίσιμες για το ζήτημα της αξιολόγησης και κυρίως μερικές από αυτές εμπεδώθηκαν, δημιουργώντας κοινωνικά δεδομένα. Οι σπουδαιότερες από αυτές είναι:

1ο Η σταθεροποίηση των θεσμών ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ, Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών (μορφές ιδιωτικών ΑΕΙ), προγράμματα εθνικών και κοινωνικών μειονοτήτων, προγράμματα Δήμων κ.τ.λ. Αυτή η σταθεροποίηση έφερε και μια σταθεροποίηση των νέων εργασιακών σχέσεων του ωρομίσθιου, της 6άμηνης σύμβασης κ.τ.λ. ένα μεγάλο δυναμικό εργαζομένων στην προσφορά εκπαιδευτικού έργου σκέφτεται πλέον, ενεργή και ονειρεύεται, με βάση το περιβάλλον που δημιουργούν οι νέες εργασιακές σχέσεις. Είναι ο αυριανός πολιορκητικός κριός για την "τελική" άρση της μονιμότητας που σκέφτεται να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση και οι μελλοντικές κυβερνήσεις. Η απουσία του εκπαιδευτικού κινήματος σε αυτούς τους χώρους και η αδυναμία του να διαμορφώσει συγκεκριμένες αντιστάσεις μέσα στις νέες εργασιακές σχέσεις είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα σήμερα. Η επιμονή μόνο σε διακηρυκτικά αιτήματα όπως η κατάργηση των ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ κ.τ.λ. δεν οδηγεί πουθενά, ούτε βέβαια στην μελλοντική επιτυχία αυτών των στόχων (δηλαδή την κατάργηση ΙΕΚ, ΚΕΚ κ.τ.λ.)

Ήδη ο πραγματικός στόχος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που είναι η πλήρης ιδιωτικοποίηση του τομέα της κατάρτισης, άρχισε με την ιδιωτικοποίηση – ξεπούλημα του ΟΑΕΔ. Μια τέτοια επιλογή για το δίκτυο ΟΑΕΔ – ΤΕΕ – ΙΕΚ – προγράμματα μειονοτήτων θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την ήδη αυξανόμενη πίεση στο θέμα της αξιολόγησης με τελικό στόχο την ολική άρση της μονιμότητας.

2ο Την 5αετία 95 – 2000 ένα νέο μοντέλο δράσης των νεοφιλελεύθερων στις εκπαιδευτικές δομές άρχισε να κάνει δυναμικά την εμφάνιση του. Πρόκειται για την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και νόρμες, που έχουν να κάνουν κυρίως με την χρηστικότητα τους για τις δυνάμεις της αγοράς. Το μοντέλο εφαρμόστηκε ήδη καθολικά για τα ΙΕΚ και τα ΚΕΚ, πειραματικά σε ΑΕΙ – ΤΕΙ ενώ πρώτες κρούσεις άρχισαν να γίνονται και για ΤΕΕ.

Μια τέτοια γενικευμένη πορεία περιοδικής πιστοποίησης εκπαιδευτικών δομών οδηγεί στην απαξίωση του εκπαιδευτικού με άλλο τρόπο από την κλασσική ατομική αξιολόγηση. Αγνοώντας τις ταξικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, γλωσσικές κ.τ.λ. διαφορές, κανονικοποιεί το σύνολο των εκπαιδευτικών δομών πάνω σε ενιαίες πανελλαδικές φόρμες ανά κατηγορία σχολών, συνθλίβοντας έτσι τον εκπαιδευτικό και το έργο του και μάλιστα αυτών που εργάζονται με τις δυσμενέστερες συνθήκες.

3ο Η συνεχής μεταφορά εκπαιδευτικών δομών στον α΄  και β΄ βαθμό Τ. Α. ως προς το κόστος λειτουργίας και συντήρησης τους, με παράλληλη ελλιπή χρηματοδότηση, οδηγεί σταδιακά στον στόχο της κρατικής χρηματοδότησης ανά μαθητή της Τ. Α., με τελικό αποτέλεσμα την απομόρφωση ολόκληρων περιοχών, αυτών που οικονομικά και κοινωνικά είναι ασθενέστερες.

Αυτές τις μέρες συντελείται η μεταφορά των παιδικών σταθμών στους Δήμους ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την προηγούμενη κατάσταση. Την ίδια όμως στιγμή το κράτος αναλαμβάνει υποχρέωση ίσης χρηματοδότησης εκπαιδευτικών ιδιωτικών δομών, αναλαμβάνει την επιμόρφωση του προσωπικού τους, την εκπαίδευση του στις νέες «εκπαιδευτικές» ανάγκες (τεχνολογίες), την συμμετοχή τους (των ιδιωτικών φορέων) στα υπηρεσιακά συμβούλια κ.τ.λ.

Μία τέτοια πορεία πραγμάτων θα σπρώξει τους Δήμους για να ανταποκριθούν σε αύξηση των κοινοτικών φορέων από την μία και από την άλλη σε εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς του εκπαιδευτικού προσωπικού. Ήδη σε αυτή την κατεύθυνση το Πασόκικο νεοφιλελεύθερο κράτος οξύνει τα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά των τοπικών κοινωνιών, δείχνοντας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν οι Δήμοι στο ζήτημα της αξιολόγησης.

4ο Επί υπουργίας Γ. Παπανδρέου είδε το φως της δημοσιότητας το σχέδιο αλλαγής του άρθρου 16 του συντάγματος, πού αφορά τα μορφωτικά αγαθά. Τυπικά αυτή η αναθεώρηση δεν προωθήθηκε, διότι για τους αντιδρώντες εισήγαγε την δυνατότητα ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Σήμερα χωρίς να αναθεωρείται το άρθρο 16 υιοθετείται και υλοποιείται ολόκληρη η πρόταση Παπανδρέου. Με την οδηγία 89/48, που ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2000 στην βουλή, ονομάζονται σπουδές Πανεπιστημιακού επιπέδου τα πτυχία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών.

Μετατρέπονται οι επιστημονικές ενώσεις σε επαγγελματικές και αναλαμβάνουν την χορήγηση άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος. Αναλαμβάνουν δηλαδή να καταργήσουν το πτυχίο ως μοναδικό κριτήριο για εργασία, αφού θα πραγματοποιούν εξετάσεις κ. α., για να χορηγούν την άδεια. Έχουν ξεκινήσει ήδη τα Δημοτικά Πανεπιστήμια. Ο Κόκκαλης ετοιμάζει το δικό του. Η ουσία του προτάσεων Παπανδρέου κρύβεται στην πρόταση: «συνεχής  πιστοποίηση – αξιολόγηση με «ανεξάρτητες» επιτροπές σοφών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων και συνεχής δια βίου αξιολόγηση πραγματικών επαγγελματικών προσόντων εκ των υστέρων, που να ελέγχονται από τις επαγγελματικές τάξεις».

Η αδίστακτη θεωρεία του απασχολήσιμου, που εκφράζει αυτή η διατύπωση, του ανθρώπου δηλαδή που οποιοδήποτε προσόν του, θεωρείται ανά πάσα στιγμή όχι ισχυρό, αλλά προς συνεχή επιβεβαίωση και επανεξέταση, όσο γίνεται πράξη και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση επιβολής στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, τόσο σπρώχνει μεγάλες κοινωνικές ομάδες σε συντηρητική λαϊκίστικη κατεύθυνση. Μια κατεύθυνση που θα σπρώχνει στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και στην άρση της μονιμότητας τους. Οι αποκάτω και μάλιστα οι ποιο αδικημένοι, επιδιώκεται να αποτελέσουν τους φορείς πίεσης για την αντιδραστική αξιολόγηση και την άρση της μονιμότητας των εκπαιδευτικών.

Επομένως η νέα προσπάθεια Ευθυμίου για τον έλεγχο-χειραγώγηση και πλήρη υποταγή του εκπαιδευτικού γίνεται επί της βάσης νέων δεδομένων:

α) Η πιστοποίηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για την εξυπηρέτηση καλύτερα της αγοράς, διευρύνει τις δυνατότητες επιβολής της ατομικής αξιολόγησης.

β) Η μετατροπή της επιμόρφωσης σε αξιολόγηση.

γ) Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού με βάση την κοινωνική συνεισφορά του τίθεται όπως αναλύσαμε σε νέα βάση.

Το κυριότερο όμως όλων από όσα περιγράψαμε είναι ότι τα προηγούμενα δεν βρίσκονται στο στάδιο των προθέσεων ή των διακηρύξεων, αλλά έχει προχωρήσει αρκετά η υλοποίηση τους, ώστε αυτό να αποτελεί την υλική βάση πάνω στην όποία πατάει η νέα προσπάθεια Ευθυμίου.

Οι νέες ρυθμίσεις του ΥΠΕΠΘ, όπως αποτυπώνονται στο πρόσφατο προσχέδιο νόμου έχουν ως εξής:

1) Οι Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης (Π. Δ. Ε.) που συστήθηκαν με βάση το άρθρο 14, παρ. 29 του νόμου 2817/00 και λειτουργούν στην έδρα κάθε περιφέρειας της χώρας, θα έχουν «τον έλεγχο και την εποπτεία» των σχολείων, των εκπαιδευτικών δομών πάσης φύσεως και εκπαιδευτικών (πλην γ/θμιας εκπαίδευσης). Κάθε Π.Δ.Ε. περιλαμβάνει τρία τμήματα: α) Διοίκησης, β) Επιστημονικής – Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) Επιστημονικής Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Βέβαια ο Περιφερειακός Διευθυντής και οι Προϊστάμενοι των τριών τμημάτων διορίζονται και παύονται από τον υπουργό.

2) Ο έλεγχος της αξιολόγησης μετατίθεται στο ΚΕΕ (Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας) και στο Π. Ι. (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο), δυο όργανα άμεσα ελεγχόμενα από το ΥΠΕΠΘ. Αυτά τα νέα όργανα αναλαμβάνουν το «έργο της ανάπτυξης και προτυποποίησης δεικτών και κριτηρίων» αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου.

3) Εισάγεται η Θατσερικής έμπνευσης αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, με βάση ποσοτικούς δείκτες. Ήδη ανακοινώθηκε η ίδρυση ειδικής επιτροπής αξιολόγησης εκπαιδευτικών δομών όλων των βαθμίδων στα πλαίσια του νόμου 2327, στα πλαίσια δηλαδή του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ).

4) Αξιολόγηση εκπαιδευτικών:

α. Καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 2525/97 για το σώμα μόνιμων αξιολογητών (Σ.Μ.Α.) και η Επιτροπή Αξιολόγησης Σχολικών Μονάδων (Ε.Α.Σ.Μ.).

β. Προτάσσονται για αξιολόγηση οι νεοεισερχόμενοι, μέχρι την νομιμοποίηση τους και όσοι επιδιώκουν θέσεις στελέχους εκπαίδευσης.

γ. Τίθεται σε εθελοντική βάση προσωρινά η αξιολόγηση των υπολοίπων.

δ. Αξιολογούνται άμεσα όσες μεμονωμένες περιπτώσεις θεωρηθεί σκόπιμο!!!

ε. Σκόπιμα παραλείπεται προσωρινά το ποινολόγιο της αξιολόγησης, όπως και η σύνδεση της με την βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.

Τα επίπεδα αξιολόγησης είναι τα γνωστά από παλιά, Παιδαγωγική – Επιστημονική και διδακτική επάρκεια από τον Σύμβουλο, υπηρεσιακή συνέπεια, επικοινωνιακή δυνατότητα, (με Μαθητές – Καθηγητές) από τον Δ/ντή σχολικής μονάδας και τα τρία νέα: κοινωνική δραστηριότητα και συνεισφορά από Δ/ντή και Σύμβουλο, συνεισφορά για την βελτίωση των ποσοτικοποιημένων δεικτών που έχει επιβάλει στην σχολική μονάδα η επιτροπή αξιολόγησης σχολικών μονάδων και τα  bonus από τις αξιολογημένες επιμορφώσεις που έχει συμμετάσχει ο εκπαιδευτικός.

 

Απ' αυτές καθ' αυτές τις προτάσεις Ευθυμίου είναι φανερά τα ακόλουθα:

 

1) Το δήθεν αποκεντρωμένο μοντέλο δεν έχει καμία σχέση με την λαϊκή απαίτηση για αποκέντρωση, που σημαίνει μεταφορά εξουσιών προς την βάση, δηλαδή προς τον εκπαιδευτικό και τους συλλόγους διδασκόντων. Αντίθετα πρόκειται για το πιο ιεραρχοποιημένο ασφυκτικά ελεγχόμενο σύστημα από την κεντρική εξουσία. Ένα σύστημα απόλυτης εξουσίας ακόμα και στους δικούς του ανθρώπους, όπως επίσης σε κάθε μορφή εκπαίδευσης ακόμα και στην ιδιωτική.

2) «Η προτυποποίηση δεικτών και κριτηρίων» για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών που θα επιβάλλουν το ΚΕΕ και το Π. Ι., αντανακλά την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη για πλήρη αντιστοίχηση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς. Μια αντίληψη που θεωρεί το σχολείο επιχείρηση και τον εκπαιδευτικό εργαζόμενο – παραγωγό, που η δουλειά του θα εκτιμηθεί από την αξία των κομματιών (μαθητών) που παράγει. Μια αξία που η αγορά επιβεβαιώνει, (δηλαδή το κατά πόσο οι απόφοιτοι απορροφούνται από την αγορά εργασίας).

Μια φασίζουσα αντίληψη που αγνοεί τις κοινωνικές, ταξικές, μορφωτικές, γλωσσικές, χωροταξικές κ.α. διαφορές των υποκειμένων, (μαθητών πάνω στους οποίους εφαρμόζονται οι ποσοτικοποιημένοι δείκτες και κριτήρια μέσω των οποίων θα αξιολογηθούν οι καθηγητές )

Το ίδιο συμβαίνει και για τα ποσοτικοποιημένα μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.

Μια αντίληψη που αγνοεί δήθεν που οδήγησε η μετρήσιμη διδασκαλία το Αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα και η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων το Αγγλικό.

3) Η διάσπαση και κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών σε σχέση με την δυνατότητα αντιστάσεων τους, είναι φανερή σε όλο  το νομοσχέδιο, αφού ξεκινά την αξιολόγηση από τους νεοδιόριστους και όσους επιθυμούν (εθελοντικά) και όσοι θέλουν να γίνουν στελέχη εκπαίδευσης. Προσπαθεί να πείσει ότι τα κριτήρια αξιολόγησης της σχολικής μονάδας θα παίρνουν υπόψιν τις κοινωνικές συνθήκες έναρξης κάθε σχολείου. Αποφεύγει να μιλήσει άμεσα για ποινές ή για σύνδεση βαθμού – μισθού και δίνει μια περίοδο χάριτος σε όλους, αφού το σύστημα θα ξεκινήσει την αξιολόγηση από πάνω προς τα κάτω.

Για την ηπιότητα που δείχνει το σύστημα Ευθυμίου ως προς την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και ως προς αυτή των εκπαιδευτικών, σε σχέση με τα αντίστοιχα αγγλοαμερικανικά, πρέπει να συνεκτιμήσουμε:

 1ον  Την κατάρρευση αυτών των μοντέλων σε Αγγλία – Αμερική.

2ον  Την κουλτούρα της καθημερινότητας της κοινωνίας μας, που ακόμα αντέχει σε ορισμένα αντιδραστικά δυτικά πρότυπα.

3ον   Την δυναμική της ταξικής πάλης της προηγούμενης τριετίας.

4ον  Την οικονομική αδυναμία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού να διαθέσει κονδύλια για μια ουσιαστική κατηγοριοποίηση των μισθών συνδεδεμένη με αξιολογικά κριτήρια.

5ον Την αναγκαιότητα να περπατήσει στην ζωή ένα ηπιότερο σύστημα που θα επιτρέψει  στο μέλλον μια επιθετικότερη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων μέτρων, όπως την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού από την απόδοση των μαθητών στις εξετάσεις, το κλείσιμο των σχολικών μονάδων που δεν ανταποκρίνονται στ κριτήρια της επιτροπής αξιολόγησης των σχολείων, την χρηματοδότηση των Δήμων ανά μαθητή, δηλαδή μεταφορά άμεσα του κόστους στους πολίτες μέσο των Δήμων, όπως επίσης και την μεταφορά των εκπαιδευτικών μισθών στους Δήμους. Και αυτό, γιατί και οι μνήμες του επιθεωρητισμού είναι έντονες, όπως έντονες είναι και αυτές των δημοδιδασκάλων.

6ον Η επικινδυνότητα στρατηγικά αυτού του μοντέλου πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κρύβεται στη ηπιότητά του.

 

Σε τι εξυπηρετεί μια κοινωνία η αξιολόγηση;

 

Η αξιολόγηση αναμφίβολά δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει μια ουδέτερη διαδικασία εντός οποιουδήποτε ταξικού – ιεραρχικού συστήματος. Εξαρτάται από το ποιος αξιολογεί, ποιόν αξιολογεί και με ποιόν ιδιαίτερο σκοπό.

Πρώτον:

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μιλάμε για αστική αξιολόγηση σε συνθήκες εξέλιξης του καπιταλισμού (μετατεϋλοφορντικών και μετακεϋνσιανών αλλαγών). Ταυτόχρονα ο καπιταλισμός δεν είναι ο έφηβος των 2 αιώνων πριν, είναι ένα υπερώριμο σχήμα (σύστημα). που οι αλλοτριοτικές μαζικές συνθήκες ελέγχου – χειραγώγησης – υποταγής και εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας, που έχει εφεύρει και εφαρμόζει στην συντριπτική λαϊκή πλειοψηφία, μόνο με τα συστήματα της ώριμης μανδραρινοκρατίας μπορούν να συγκριθούν (Φαραωνισμός, κινέζικες δυναστείες κ.τ.λ.). Είναι δε υποχρεωμένος να αναπτύξει τόσο πολύπλευρες και πολυποίκιλες ιεραρχοποιημένες εξουσιαστικές δομές, που μόνο αυτή κάθε αυτή η ιεραρχοποίηση αποτελεί λαιμητόμο για τα υποκείμενα που πάνω τους εφαρμόζεται.

Δεύτερο και κυριότερο:

Σ' αυτή την υπερώριμη αστική φάση, η επέμβαση στα προγράμματα σπουδών, στις διδακτικές μεθόδους, στην αξιολόγηση και στην αποτύπωση αξιών στην νεολαία, έχει κάνει τόσο ασφυκτική την επιβολή του αστικού κοσμοειδώλου σε αυτές τις διαδικασίες, που ή οι άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούν βιωματικά το αστικό κοσμοείδωλο ή δεν έχουν άλλη επιλογή από την ανατροπή του.

Συγκεκριμένα. Η φορμαλιστική – τεχνοκρατική επέμβαση στα προγράμματα σπουδών 20 χρόνια τώρα, από το Δημοτικό ως το Λύκειο, με υποβάθμιση έως εξαφάνιση μαθημάτων που αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα όπως η Γεωμετρία, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σαν να ήταν μια ξένη γλώσσα, η αφαίρεση από την ύλη των μαθηματικών και φυσικής του Λυκείου (και γενικότερα των μαθημάτων γενικών επιστημών) των αποδείξεων των θεωρημάτων και η εκμάθηση μόνο της χρηστικότητας τους, το σύστημα των ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών που παράγει ηλίθιους, οι έτοιμες ερωτήσεις ανά μάθημα που παράγει το ΚΕΕ κ.τ.λ., όλα αυτά οδηγούν από την μια στην αποσάθρωση της κριτικής ικανότητας της νεολαίας και από την άλλη δεν εκπαιδεύει τους ανθρώπους να παράγουν γνώσεις, αλλά «απλές» πληροφορίες, που μπορούν όμως να δημιουργήσουν εμπορικό αποτέλεσμα (να πουληθούν). Τους μαθαίνει αυτό το μοντέλο την γρήγορη αποβολή απαξιόσιμων πληροφοριών και την γρήγορη πρόσληψη νέων.

Κυρίως τους μαθαίνει ότι τα πάντα είναι εμπορεύσιμα. Συνεπικουρούμενο το μοντέλο αυτό από την κοινωνία του θεάματος, οι νέοι μαθαίνουν πως ότι υπάρχει στον χώρο και στον χρόνο και στο ανθρώπινο, είναι εμπορεύσιμο. Τους μαθαίνει επίσης ότι τα προεπαγγελματικά προσόντα, είναι εντελώς εξατομικευμένα και κανείς δεν μπορεί να έχει ίδια προσόντα και δεξιότητες για ένα επάγγελμα, και επομένως ο καθένας έχει συμφέρον να ανταγωνίζεται τον διπλανό του, να ενισχύει την μοναδικότητα του με κάθε τρόπο, να μην διανοηθεί από εδώ και στο εξής να συλλογιστεί μαζί με άλλους ως ομάδα για να ζήσει, αλλά και να διεκδικήσει τα δικαιώματα και τις ανάγκες του.

Ταυτόχρονα αυτό το μοντέλο αποτρέπει και «αποκλείει» τις συνολικές και συλλογικές αφηγήσεις για μια καλύτερη κοινωνία, αποκλείει τα πανάρχαια ερωτήματα τι είναι ελευθερία και τι αλήθεια, κ.τ.λ.

Αναπαράγει, διαμορφώνει και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός καταμερισμού εργασίας, που ενώ φαίνεται να οδηγεί σε τέσσερα διακριτά σύνολα εργαζομένων (παραγωγούς νέας γνώσης, πολυλειτουργικούς εργαζόμενους, απασχολήσιμους και συνεχώς επανακαταρτιζόμενους, οργανικά άνεργους), ταυτόχρονα μέσα σε αυτά τα σύνολα ο καθένας είναι πλήρης εξατομικευμένος σε σχέση με τα προεπαγγελματικά τους εφόδια και άρα ανταγωνιστικός με όλους.  Του αφήνουν βέβαια ανοικτές τις δυνατότητες μεταπήδησης από το ένα στρώμα στο άλλο, περισσότερο όμως ως ελπίδα.

Για να μην μείνει καμία αμφιβολία για τις δυνατότητες τους να επιβάλουν μακροχρόνια αυτό το μοντέλο, δημιουργούν «πανίσχυρους» μηχανισμούς προσαρμογής των εκπαιδευτικών δομών σε συγκεκριμένα ποσοτικοποιημένα κριτήρια και δείκτες. Παρόμοια κριτήρια και δείκτες παράγουν και για την διδασκαλία κάθε μαθήματος για να ελέγχουν (μετρήσουν) πλήρως όλες τις δυνατότητες διαφυγής από το Οργουελικό μοντέλο τους. Για να μην μείνει επίσης καμία αμφιβολία για τις υλικές συνέπειες του ελέγχου τους, οδηγούν τα σχολεία που δεν θα πιάσουν τα κριτήρια αξιολόγησής τους σε κλείσιμο (όπως Αγγλία) και τους καθηγητές που δεν λειτουργούν με τα μετρήσιμα κριτήρια τους, σε αξιολόγηση – απόρριψη, με χειραγώγηση-υποταγή, με συνεχείς περικοπές μισθού, στο τέλος μέχρι και απόλυση.

Τρίτον:

Την ίδια στιγμή που προσπαθούν να επιβάλουν αυτό το ασφυκτικό σε κάθε τομέα της καθημερινότητας (εκπαιδευτικής και όχι μόνο) κοσμοείδωλο ελέγχου και υποταγής (εκπαιδευτικών – μαθητών), το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα απογειώνει σε επίπεδο ευρύτερης κοινωνίας τις ταξικές, μορφωτικές, οικονομικές γλωσσικές, χωροταξικές (διαφορά χωριού – πόλης) κ.α. διαφορές. Αυτή η ποσοτικοποιημένη, εξειδικευμένη, λεπτομερειακή και καθημερινή αξιολογητική υποταγή, φέρνει σε τρομακτική αντίθεση την υλοποίηση αυτών των προτύπων με την πραγματικότητα των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Τέταρτον:

Ο εκπαιδευτικός από την στιγμή που ακόμα δεν μπορεί να αντικατασταθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, δέχεται με μεγάλη ένταση τις παραπάνω αντιφάσεις. Γιατί η ενσωμάτωση του στο αστικό φαντασιακό της νέας φάσης είναι και θα παραμείνει μικρή, ενώ είναι μάρτυρας της κοινωνικής ταξικής πραγματικότητας που αυτό δημιουργεί και αναπαράγει, ταυτόχρονα όμως ο ίδιος είναι βασικός φορέας της υλοποίησης του. Δέχεται μια διπλή και πολλή μεγάλη πίεση.

Συγκρούεται με την συνείδηση και το δικό του φαντασιακό που δεν συμπίπτει με το Οργουελικό αστικό φαντασιακό και ταυτόχρονα με την πραγματικότητα των στεναγμών που δημιουργεί η διαδικασία της επιβολής του στην λαϊκή πλειοψηφία υπό το βάρος των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Είναι σαφές πως στα ερωτήματα που θέσαμε στο ποιος αξιολογεί, πώς και ποιόν αξιολογεί και με τι γενικό και ειδικό συμφέρον, οι απαντήσεις μας αφορούν και ερμηνεύουν την προσπάθεια μίας μικρής μειοψηφίας (των αστών) και μια δομή της καπιταλιστικής δομής, να επιβάλει νέες μεθόδους ελέγχου, χειραγώγησης και υποταγής.

Μεθόδους που ότι συνέβαινε στο παρελθόν, που το παρελθόν ωχριά μπροστά τους και που το γενικό και ειδικό συμφέρον από την επιβολή τους, συνίσταται στην δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, που να αποδέχεται βιωματικά (θεληματικά) την θέση που του επιβάλλεται μέσα στην κοινωνία. Δηλαδή να αποδέχεται την απόλυτη κοινωνική του διακριτότητα και τον ανταγωνισμό του με όλους τους άλλους, σαν κάτι φυσικό και αιώνιο και την παραίτηση του από κάθε αντίσταση ενάντια στους πραγματικά υπευθύνους της κατάστασής του. Να αποδέχεται βιωματικά και αυτονόητα να του κλέβουν το προϊόν της εργασίας του και να μην αμφισβητεί την υποταγή του, όπως οι δούλοι που δεν ήθελαν την ελευθερία τους.

-Είναι δυνατόν να διαφύγει ο εκπαιδευτικός από αυτή την αξιολόγηση και από κάθε ιεραρχική και άρα καπιταλιστική αξιολόγηση;

-Είναι δυνατόν να παράγει άλλο αποτέλεσμα από τους στόχους που του επιβάλλουν να υλοποιήσει;

Είναι γνωστό πώς το εκπαιδευτικό έργο είναι μη μετρήσιμο. Το παιδαγωγικό μορφωτικό, ακόμα και το ειδικό επιστημονικό αποτέλεσμα της δράσης του εκπαιδευτικού πάνω στην νεολαία εκδηλώνεται πάντα μακροπρόθεσμα. Ακόμα και να θέλαμε να το μετρήσουμε αυτό μακροπρόθεσμα, δεν γίνεται γιατί αν μη τι άλλο σε μακροχρόνιο επίπεδο επεμβαίνουν στην ανθρώπινη ύπαρξη άπειροι και πολλές φορές απρόβλεπτοι παράγοντες.

Είναι επίσης σαφές, ότι δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες παιδαγωγικής και συμπεριφορών. Χιλιάδες προσπάθειες των αστικών ιδεολογιών και των παιδαγωγικών ερευνητικών σχολών τους, οδηγήθηκαν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα. «Δεν υπάρχουν παιδαγωγικοί κανόνες και συμπεριφορές που να προάγουν από μόνες τους και  αποδεδειγμένα το μορφωτικό αγαθό».

Γιατί η παιδαγωγική σχέση μαθητή – καθηγητή, εκπαιδευτικού – εκπαιδευόμενου, εσωκλείει τους βαθύτερους προσδιορισμούς και ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι μεγάλοι παιδαγωγοί δεν γεννήθηκαν με εκπαιδευτικές διαδικασίες. Δημιουργήθηκαν στην καθημερινότητα από εκείνα τα  πρόσωπα, που είχαν το «χάρισμα» να ενσωματώνουν μέσα τους τις βαθύτερες συλλογικές, σε συνθήκες ισοτιμίας, ανθρώπινες προσδοκίες.

Αυτό είναι το ισχυρό σημείο των εκπαιδευτικών και ιδίως αυτών που αντιστέκονται από την πλευρά των καταπιεσμένων στην βαρβαρότητα του καπιταλισμού, γιατί αυτοί κατά τεκμήριο διαθέτουν το παιδαγωγικό χάρισμα.

Ενώ λοιπό, ακριβώς γιατί το εκπαιδευτικό έργο δεν είναι μετρήσιμο και η παιδαγωγική δεν έχει κανόνες, οι εκπαιδευτικοί ως στρώμα συλλογικό έπρεπε να τύχουν της μέγιστης ελευθερίας να συνδιαλέγονται, να παράγουν δηλαδή συλλογικά επιμόρφωση και να παρακολουθούν με συλλογικό τρόπο τις κοινωνικές αλλαγές.

Λόγω όμως των απελευθερωτικών δυνατοτήτων ενός τέτοιου δρόμου, οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνη η συλλογικότητα, που ουδέποτε είχε δυνατότητα και ελευθερία να καθορίζει το είδος, την ποιότητα και τις συλλογικές διαδικασίες αυτομόρφωσής της.

Αντίθετα με άλλα στρώματα, που λόγω του φορμαλιστικού χαρακτήρα του έργου τους, της μετρησιμότητας του δηλαδή, είχαν πάντα την δυνατότητα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού για την διεύρυνση του γνωστικού τους πεδίου: μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι αυτοορίζουν τις επιμορφωτικές ανάγκες τους, όχι όμως και οι εκπαιδευτικοί.

Στο ερώτημα λοιπόν, αν ο εκπαιδευτικός μπορεί να "δημιουργήσει" άλλο παιδαγωγικό αποτέλεσμα από αυτό που προσπαθούν να επιβάλουν οι κρατούντες, η απάντηση είναι θετική και θα ισχύει πάντα ανεξαρτήτως του είδους και της μορφής της εξουσίας.

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές όμως, γίνονται στην βάση της γνώσης των κρατούντων, σε σχέση με αυτό το δεδομένο. Γι' αυτό προσπαθούν, όσο μπορούν, με την μέτρηση και την ποσοτικοποίηση, όπως περιγράφτηκε σε αυτό το κείμενο, να περιορίσουν και να εξαλείψουν αυτό το πλεονέκτημα των εκπαιδευτικών.

Είναι σίγουρο, πώς ο εκπαιδευτικός ως πρόσωπο και υπό το βάρος των συνολικών εκπαιδευτικών αλλαγών, όσο συγκροτημένος και να είναι και όσο αποφασιστικά ταξικά τοποθετημένος με τους εκμεταλλευόμενους και αν είναι, δεν μπορεί να αντέξει και να παλέψει μόνος του μέσα στο νέο μοντέλο, δημιουργώντας διακριτά αποτελέσματα.

Μόνο ένα κίνημα παιδείας, ένα κίνημα πολιτισμού της καθημερινότητας για την παιδεία, ένα κίνημα που θα υποβάλει σε ριζική κριτική τον φορμαλισμό των προγραμμάτων σπουδών, την κατάργηση-μετάλλαξη των μαθημάτων κριτικής ικανότητας, την νέα διδακτική και τα καταστροφικά test πολλαπλής επιλογής, την πεποίθηση της απόλυτα εξατομικευμένης εκπαίδευσης, που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε συλλέκτη πληροφοριών κ.τ.λ., μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες απονομιμοποίησης της αξιολόγησης-χειραγώγησης, την ίδια στιγμή που δημιουργεί προϋποθέσεις γενικότερων αλλαγών στην εκπαίδευση.

Η αντιμετώπιση λοιπόν της αξιολόγησης-χειραγώγησης, δεν μπορεί να γίνει μόνο δια της άρνησής της, πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με μια ριζική κριτική στα προγράμματα σπουδών και στους στόχους τους, στη νέα διδακτική και στο περιεχόμενο, γιατί μόνο τότε οι λόγοι της άρνησης της αξιολόγησης γίνονται πιστευτοί κοινωνικά (σε μαθητές -καθηγητές-εργαζομένους).

 

Γίνεται αξιολόγηση σήμερα ;

 

Κοινωνία σημαίνει αξιολόγηση. Αξιολόγηση που προκαλεί συγκρούσεις τάξεων εναντίον άλλων τάξεων, ιδεολογικών ρευμάτων εναντίων άλλων, παντοτινών κοινωνικών αντιθέσεων (άντρας-γυναίκα, ατομικό-συλλογικό, φύση-κοινωνία), μεσοχρονικών αντιθέσεων, όπως κυρίαρχης τάξης-υποτελών τάξεων (δούλοι-δουλοκτήτες, φεουδάρχες-δουλοπάροικοι, αυτοί-προλετάριοι κ.τ.λ.) και τρεχουσών αντιθέσεων. Η αξιολόγηση επομένως είναι σύμφυτη με την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα.

Όταν αρνούμαστε λοιπόν την δομημένη ιεραρχικά αξιολόγηση στην εκπαίδευση και χθες και σήμερα και αύριο, δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε κάθε αξιολόγηση. Πρώτα-πρώτα αυτό είναι στρουθοκαμηλισμός. Γιατί τι άλλο είναι να αρνείσαι ότι είναι καθημερινά μπροστά σου.

Σήμερα στην εκπαίδευση γίνεται αξιολόγηση με άμεσες επιδράσεις και αποτελέσματα ορατά (π.χ. δυσμενείς μεταθέσεις εκπαιδευτικών κατά απαίτηση μαθητών-γονέων κ.τ.λ. ). Διεξάγεται εκπαιδευτική αξιολόγηση από μαθητές, γονείς, διάφορους κοινωνικούς φορείς, την λεγόμενη κοινή γνώμη κ.τ.λ. ). Όμως αυτή η αξιολόγηση δεν είναι ουδέτερη, έξω από τα κοινωνικά πρότυπα και συμπεριφορές, έξω από τις προτυπικές επιβολές της κοινωνίας του θεάματος, έξω από την κυρίαρχη αντίληψη της εμπορευματοποίησης των πάντων, του εξατομικευμένου και φοβισμένου ανθρώπου.

Επομένως αυτή η αξιολόγηση, όχι μόνο δεν είναι ουδέτερη, αλλά στην πραγματικότητα η ποιότητά της εκφράζει στη συγκυρία τον συσχετισμό δύναμης, των δυνάμεων που επιδιώκουν την εκμετάλλευση και την υποταγή με τις δυνάμεις που τα αντιστρατεύονται. Στις σημερινές συνθήκες με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης για τις λαϊκές δυνάμεις, η μεν ιεραρχικά δομημένη συστημική αξιολόγηση είναι αποβλητέα, η δε κοινωνική αξιολόγηση θέλει αντιμετώπιση.

Την πρώτη μπορεί να την παλέψει το εκπαιδευτικό κίνημα, ώστε να μην εφαρμοστεί, όπως κάνει δυο 10ετίες τώρα, την δεύτερη όμως όχι μόνο δεν μπορεί να την αγνοήσει, αλλά αν το κάνει μπορεί να έχει ως συνέπεια να ηττηθεί και στην πρώτη. Και για αυτό επίσης τον λόγο, η αντίληψή μας, όπως σε αυτό το κείμενο αναλύεται, περιέχει ως στοχοθεσία μια ριζική κριτική στους στόχους των προγραμμάτων σπουδών, την νέα διδακτική και την προσπάθεια που καταβάλουν μέσω αυτών, να αποσαθρώσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας  κ.τ.λ.

Για να μεταβάλουμε την συντηρητική κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται ενάντια στην εκπαίδευση, σε μια κοινωνική εκπαιδευτική αξιολόγηση που επιβάλει μια εκπαιδευτική και μορφωτική διαδικασία προς το συμφέρον των υποτελών τάξεων, χρειαζόμαστε ένα νέο κίνημα πολιτισμού, που υποβάλει σε ριζική κριτική τις προδιαγραφές του νέου εκπαιδευτικού μοντέλου.

Το σύνθημά μας λοιπόν δεν μπορεί να είναι: «Στην αξιολόγηση της απόρριψης, αντιτάσσουμε την απόρριψη της αξιολόγησης». Γιατί αυτό απαντά με την άρνηση και σωστά στην δομημένη αξιολόγηση-χειραγώγηση των εκμεταλλευτικών και καταπιεστικών δυνάμεων, αλλά δεν απαντά στην ευρύτερη κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται στην μορφωτική-εκπαιδευτική διαδικασία.

Χρειάζεται λοιπόν ένα σύνολο πρακτικών και θεωρητικών δράσεων κάτω από το σύνθημα: «όχι στην αξιολόγηση, ναι στην βελτίωση του εκπαιδευτικού έργο», όπου το δεύτερο σκέλος του συνθήματος θα σημαίνει μια βελτίωση των μορφωτικών διαδικασιών, όπως την εννοεί μια εκπαιδευτική θεώρηση, που προτάσσει το συμφέρον των υποτελών στρωμάτων και τάξεων.

(Σημείωση Παναγ. Μπούρδαλα: Πρόκειται δηλαδή για πολλαπλή και δυναμική αλληλεπίδραση όλων των υποκειμένων του χώρου της εκπαίδευσης).

Αυτό σημαίνει, ανάμεσα σε πολλά:

α) Την ενεργητική δράση του συλλόγου των διδασκόντων σε θέματα όπως συστηματικές απουσίες εκπαιδευτικών από τα μαθήματα, ακραίες συμπεριφορές από μέρους των, εμπορίας μορφωτικού αγαθού (φροντιστήρια στους μαθητές τους κ.τ.λ. ). β) την ανάπτυξη σχέσεων των συλλόγων διδασκόντων (συνεργασία όλων των συλλόγων διδασκόντων μιας περιοχής) με τις τοπικές κοινωνίες, από τη σκοπιά μιας έμπρακτης απόδειξης ενδιαφέροντος του εκπαιδευτικού κινήματος για το μορφωτικό αγαθό. Άρα κάθε σχολείο ή ομάδα σχολείων απαιτείται να έχει μορφωτική παρέμβαση στον περίγυρό του.

γ) Είναι αναγκαία επίσης η ανάπτυξη δραστηριοτήτων ανά περιοχή γενικά στην κουλτούρα των μαθητών ή και ανά ειδικότητα π.χ. στο επίπεδο μιας περιοχής που συγκεντρώνει σχετική εννιαιότητα μαθητικής δυσκολίας στα μαθηματικά, φυσική, γλώσσα κ.τ.λ., μπορεί να επιλεγούν ειδικές πρακτικές και συλλογικές δράσεις των εκπαιδευτικών ανά ειδικότητα.

Μια τέτοια δράση, όσο θα παίρνει γενικευμένα χαρακτηριστικά θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας πραγματικής μάχης πάνω στο θέμα της «επιμόρφωσης». Μιας μάχης που το εκπαιδευτικό κίνημα θα διεκδικήσει τον έλεγχο κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο στις ανάγκες, στο περιεχόμενο και στον τρόπο διεξαγωγής κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο που θα σπάσει τον φαύλο κύκλο, που θέλει τον εκπαιδευτικό μαθητή του συστήματος και όχι της κοινωνίας.

Μια τέτοια συλλογική-συνεργατική δράση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού κινήματος για την βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, θα πρέπει βαθιά να κατανοεί, να περιφρουρεί και να πείθει την κοινωνία για την «απόλυτη» ελευθερία, που είναι αναγκαίο να χαίρει ο εκπαιδευτικός, όσο αφορά το ουσιαστικό του έργο μέσα στην τάξη. Η παιδαγωγική ικανότητα και η διδακτική δεινότητα δεν έχουν μέτρο και σε αυτό το ζήτημα καμία παραχώρηση ο εκπαιδευτικός και το εκπαιδευτικό κίνημα δεν μπορεί να κάνει. Γιατί η όποια παραχώρηση είναι στην ουσία ενάντια στην «ισόρροπη» ανάπτυξη της κοινωνίας.

Πρέπει να γίνει δηλαδή κατανοητό κοινωνικά, ότι ακόμα και η αρνητικότητα ενός εκπαιδευτικού σ' αυτά τα ζητήματα (παιδαγωγική-διδακτική) αποτελούν για τον μαθητή μέσο σύγκρισης και άρα μέτρο εμβάθυνσης της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων του. Μ' άλλα λόγια σε τέτοιας έκτασης κοινωνικούς θεσμούς, όπως είναι τα εκπαιδευτικά συστήματα και κυρίως σε τέτοιους θεσμούς που οι επιδράσεις τους στους ανθρώπους δεν μπορούν να μετρηθούν άμεσα όχι μόνο δεν μπορεί, αλλά δεν πρέπει οι εκπαιδευτικοί να είναι αντίγραφα του ίδιου μοντέλου.                                     

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές στο σύνολό τους στοχεύουν ακριβώς να δημιουργήσουν εκτός των άλλων ένα εκπαιδευτικό υποκείμενο, ραμμένο με το ίδιο πατρόν. Είναι αυτό ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα όχι του εκπαιδευτικού, αλλά της κοινωνίας μας. Μίας κοινωνίας που πρέπει να αποφασίσει και εξ' αυτού του θέματος αν θέλει να πορευτεί προς το "θάνατο" ή τη ζωή. Γιατί η ομοιομορφία είναι πηγή θανάτου και όχι ζωής.

 

Αξιολόγηση και γνώση.

 

Η κεντρική σημασία που δίνουμε στο θέμα της γνώσης είναι φανερή σ' ολόκληρο το κείμενο. Όμως μέχρι τώρα το κύριο βάρος δόθηκε στην κριτική της φορμαλιστικής κατεύθυνσης των προγραμμάτων σπουδών. Ιδιαίτερα στην κριτική της προσαρμογής των προγραμμάτων σπουδών σε καταρτίσεις που εξυπηρετούν άμεσα και με ένα τρέχον τρόπο τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Κριτικάραμε επίσης τα προγράμματα σπουδών στον βαθμό που αποψιλώνονται από μαθήματα που αποδεδειγμένα αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας, όπως επίσης και τα νέα συστήματα διδακτικής και αξιολόγησης ( test πολλαπλής επιλογής κ.τ.λ.).

Όμως το θέμα της γνώσης στην εποχή μας έχει ανοίξει σ' ένα βαθύτερο επίπεδο, που αφορά αυτό καθεαυτό το περιεχόμενό της. Και πως μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν αυτή η γνώση στην υλοποιημένη μορφή της (εφαρμογή της σ' όλους τους τομείς της ζωής), έχει οδηγήσει σε αμφισβήτηση υπαρξιακή, εμάς και τον πλανήτη μας.

Με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, ο καπιταλισμός κατάφερε να ελέγξει πλήρως την γνώση. Κατάφερε να υποκλέψει το σύνολο της παραγωγικής γνώσης που ήταν στα χέρια των εργατών – παραγωγών και να την μετατρέψει σε νεκρή εργασία. Αποθησαύρισε αυτή την γνώση και μετέφερε την διαδικασία επεξεργασίας της έξω από τον χώρο της παραγωγής. Έτσι μορφοποίησε την υλοποιημένη μορφή της (μηχάνημα) κατ' εικόνα και κατ' ομοίωση των αξιακών προτύπων του. Ιδιαίτερα με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, δεν μπορούμε να μιλάμε πια για γνώση γενικά, αλλά για καπιταλιστική γνώση. Μια γνώση δηλαδή που εγγράφει στο εσωτερικό της τις ίδιες τις αστικές αξίες, τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις.

Το περιεχόμενο λοιπόν των προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες φιλτράρεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιέχει μόνο γνώσεις που αξιώνουν και αναπαράγουν το αστικό αξιακό πρότυπο και φαντασιακό. Επομένως ο εκπαιδευτικός, πρέπει να αναπαράγει γνώσεις που εμφανώς σε πολλά σημεία είναι αντιανθρώπινες. Στο βαθμό που αυτό θα γίνεται βαθιά και πλατιά αντιληπτό, η σύγκρουση θα αναπτύσσεται και η αξιολόγηση καλείται να παίξει τον ρόλο του Προκρούστη.

Είναι αδήριτη αναγκαιότητα ένα νέο ρεύμα πολιτισμού να υποβάλλει σε ριζική κριτική τα προγράμματα σπουδών, ως προς το περιεχόμενο της γνώσης σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Είναι ανάγκη το κίνημα αυτό να απαιτήσει και να επιβάλει ριζική αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών, πρώτα-πρώτα σε αντιφορμαλιστική κατεύθυνση.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην β/βάθμια εκπαίδευση, έτσι ώστε να περιέχουν αφετηριακές γνώσεις από όλα τα πεδία που το ανθρώπινο πνεύμα προσδιορίστηκε. «Ρατσιστική» αντιμετώπιση της ποσοτικής γνώσης, υπέρ μιας γνώσης που αναπτύσσει την κριτική ικανότητα. Εκτεταμένα αντισταθμιστικά προγράμματα στήριξης εκείνων των κομματιών της νεολαίας, που μειονεκτούν κοινωνικά και μορφωτικά.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην γ/βάθμια εκπαίδευση, όχι μόνο προς την κατεύθυνση του ενός πτυχίου ανά επιστημονικό κλάδο, αλλά και εισαγωγή βασικών γνώσεων από όλους τους κλάδους, σε κάθε κλάδο. Εισαγωγή τουλάχιστον σε πανεπιστημιακό επίπεδο σε όλα τα επιστημονικά πεδία γνώσεων διαφορετικών ρευμάτων πολιτισμού από τον δυτικό πολιτισμό, και όχι μόνο.

Δεν μπορούν π.χ. οι επιστήμες της αγωγής να αφορούν τον νηπιαγωγό, τον δάσκαλο και όσους εργάζονται στην β/βάθμια εκπαίδευση, αλλά όχι και τον γιατρό, τον νομικό, τον μηχανικό κ.τ.λ., όπως δεν μπορεί η ιατρική να μην αφορά τον εκπαιδευτικό, τον μηχανικό κ.τ.λ.

Είναι τραγικό οι μισοί έλληνες να τρέχουν στον βελονιστή, τον ομοιοπαθητικό, και στην πρακτική ιατρική, αλλά αυτά τα πεδία να μην υπάρχουν ούτε καν στις ιατρικές σχολές.

Θέλουν έναν επιστήμονα μηχάνημα. Έναν μηχανικό  π.χ. που να μην γνωρίζει στοιχεία ιατρικής και παιδαγωγικής, ώστε να μπορεί να κρίνει τις συνέπειες των ερευνών του.

Είναι φανερό πως ένα τέτοιο κίνημα γενικευμένης κριτικής των βαθύτερων αστικών προθέσεων σε σχέση με την παιδεία – εκπαίδευση στο βαθμό, που θα έχει στοιχειώδη αποτελέσματα, θα επιφέρει πλήγματα στην ιεραρχική – ατομικιστική γνώση (δηλαδή την καπιταλιστική), υπέρ μιας γνώσης με στοιχεία αντιϊεραρχικά – συλλογικά και συνεργατικά.

Θα απορροφηθούν (ξεπεραστούν) έτσι αιτήματα για επιπλέον έτος παιδαγωγικής επάρκειας, αφού η παιδαγωγική και η φιλοσοφία είναι σε όλα τα επιστημονικά πεδία αναγκαία. Θα ξανατεθεί επιτέλους το ερώτημα επί της ουσίας και εφ' όλης της ύλης. Ποια γνώση και για ποιόν;

Και ίσως σιγά-σιγά, ανοίξει το πραγματικό κατά την γνώμη μας ερώτημα, που συνίσταται στο «όχι μόνο ποιες παραγωγικές σχέσεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές, αλλά και ποιες παραγωγικές δυνάμεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές που σήμερα κυριαρχούν».

Όπως το νέο αξιολογικό αστικό μοντέλο δεν διαχωρίζει την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών δομών, την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, την δια βίου ατομική αξιολόγηση (εκπαιδευτικών – μαθητών), έτσι και το εκπαιδευτικό – λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να διαχωρίσει την αξιολόγηση – κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος, των προγραμμάτων σπουδών του, την νέα διδακτική του, την αγοραία προσασμοστικότητά του.

Μια κριτική όμως, που για να έχει αποτελέσματα, πρέπει να συνοδεύεται με πρακτικές βελτιώσεις του εκπαιδευτικού έργου σε ένα περιεχόμενο και μια κατεύθυνση αντικαπιταλιστική. Γιατί ο καπιταλισμός, όπως και το λαϊκό κίνημα, διεκδικούν τον ίδιο κόσμο, ο καθένας κάτω από το δικό του φαντασιακό.  

                                                       

Πάτρα, Φθινόπωρο του 2000.

 

Εθνική και κοινωνική Συνείδηση

Εθνική και κοινωνική Συνείδηση

 

Του Κωστή  Μοσκώφ

 

Μια παραγωγική εμπορευματική δραστηριότητα διασώζεται ανάμεσα στον 16ο και 18ο αιώνα, στον ελεύθερο από τα αντικίνητρα του οθωμανικού φεουδαλισμού νεοεποικισμένο ορεινό χώρο, ή στις όμοιας ιστορικής γένεσης νησιώτικες κοινωνίες του Αιγαίου, αποκλειστικά σχεδόν εκεί.

Η οικονομική ενότητα της ελλαδικής κοινωνίας έχει διασπαστεί τώρα: Οι αστικές σχέσεις αναπτύσσονται στα εμπορευματικά βουνίσια αυτά κέντρα, διεισδύουν σταδιακά στην περίοική τους αγροτιά, δεν διοχετεύονται όμως και προς τον φεουδαλοποιημένο πεδινό χώρο. Όχι ότι μια ανάπτυξη της οικονομίας δεν πραγματοποιείται και στα μέρη αυτά. Οι καινούργιες καλλιέργειες, η σταφίδα κυρίως, αλλά και το βαμβάκι, ο καπνός, το καλαμπόκι, ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη ολοένα ζήτηση της Ευρώπης, κι έστι η παραγωγή αυξάνεται σημαντικά από τα τέλη του 17ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο σαν σύνολο.

Όμως, τα πλεονάσματα στον κάμπο δημιουργούνται κυρίως με διοικητικό τρόπο από φορολογίες, ιδίως από τη δεκάτη, από τον ισστιρά, την υποχρέωση πώλησης μέρους της παραγωγής σε χαμηλές τιμές προς το κράτος. Η εξαγωγική δραστηριότητα που θα αναπτυχθεί δίνει στους εξαγωγείς, μεγάλους φεουδαλικούς άρχοντες κυρίως, και στην κεντρική διοίκηση, ένα σημαντικό εισόδημα σε νόμισμα «σκληρό», ευρωπαϊκό, αλλά στην τέτοια οικονομική διαδικασία οι καλλιεργητές ελάχιστα θα συμμετέχουν. Η αγορά, στον πεδινό αυτό χώρο, δεν θα διαμορφωθεί παρά μέσα από θύλακες, «comptoirs», που αφομοιώνουν στον διεθνή χώρο τα πιο προσοδοφόρα τμήματα της πεδινής αγροτικής οικονομίας σε μια κατευθείαν σύνδεση άρχουσας τάξης και εισαγωγέων της Ευρώπης· η σταφιδοπαραγωγή, ιδίως, μέσα σε τέτοια πλαίσια αναπτύσσεται· μέσα σε τέτοια πλαίσια, πάνω σε μια φεουδαλική και μεταπρατική βάση, θα διαμορφωθούν κοινωνικά και οι ασχολούμενοι με τις καλλιέργειες αυτές πληθυσμοί.

Αντίθετα, τα παραγωγικά πλεονάσματα δεν θα δημιουργηθούν στα ορεινά κέντρα, παρά μόνο περιθωριακά μέσα από την αγροτική παραγωγή. Βέβαια, η εισαγωγή νέων καλλιεργειών θα προκαλέσει, και εδώ, το πολλαπλασιαστικό φαινόμενο· το καλαμπόκι, το βαμβάκι βοηθούν στο να αξιοποιηθεί καλύτερα η γη στο βουνό, όπου η ύδρευση, σύμφωνα με τα τεχνικά μέσα της εποχής, είναι πιο πρόσφορη· η κάποια ανάπτυξη όμως της αγροτικής παραγωγής, που επακολουθεί, δεν οδηγεί προς την εξαγωγή αλλά προς την εξασφάλιση μεγαλύτερης αυτάρκειας απέναντι στην πεδιάδα σε ό,τι αφορά τα εδώδιμα, στη σημαδιακή στροφή προς τη βιοτεχνία, προς τα υφαντικά ιδίως προϊόντα. Η νηματουργία βαμβακιού και μαλλιού, η μεταξουργία και η βαφική θα αποτελούν τους κυριώτερους πόλους της οικονομικής ανάπτυξης μέσα σ' αυτόν τον ορεινό ελλαδικό χώρο.

Καινούργιοι όροι, αυτοί εξωγενείς, θα ωθήσουν την παραγωγή προς μια νέα, επιταχυνόμενη ανάπτυξη· η συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, που τερματίζει τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, στα 1774, δίνει τη δυνατότητα σε όλους τους χριστιανούς υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να χρησιμοποιήσουν τη ρωσική προστασία, εξασφαλίζοντάς τους από το αυθαίρετο της διοίκησης, αλλά και εξομοιώνοντάς τους, από φορολογική άποψη, με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές, θέτοντάς τους ακόμα σε μια θέση πιο ευνοϊκή από αυτήν που κατέχουν οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι συντοπίτες τους. Η διάνοιξη της Μαύρης Θάλασσας και της ρωσικής αγοράς στο ελληνικό εμπόριο, ο ηπειρωτικός αποκλεισμός και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, προσφέρουν καινούργιες δυνατότητες στην ελλαδική οικονομία· η οικονομική απογείωση αγκαλιάζει, από τα 1780-1790, τα εμπορευματικά κέντρα του βουνού, από τα 1790 το σύνολο του ελλαδικού χώρου. Η οικονομική δραστηριότητα θα συγκεντρωθεί σε τρεις τομείς· στα βιοτεχνικά κέντρα, στα ναυτικά νησιά, στις πλουσιώτερες σταφιδοπαραγωγικές πεδινές εκτάσεις.

Τα βιοτεχνικά κέντρα είναι, όπως είδαμε, δημιουργήματα της διαφοροποιημένης αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής του νεοεποικισμένου ορεινού χώρου· μοναδική εξαίρεση στον τομέα αυτόν, η περίπτωση της υφαντουργίας του θεσσαλικού Τυρνάβου(1)· η μεταξοβιοτεχνία γίνεται η κύρια παραγωγική απασχόληση στα Πηλιορίτικα χωριά και στην περιοχή της δυτικής Μάνης, ενώ στον βορεινό Κίσσαβο και στα χωριά του Κάτω Ολύμπου αναπτύσσεται η βαφική, η νηματουργία και η υφαντική· μια σειρά άλλα ορεινά κέντρα συγκεντρώνουν την κατεργασία του μαλλιού και των δερμάτων. Στα 1800 η βιοτεχνία απασχολεί ένα σύνολο 40.000-50.000 ατόμων και κινητοποιεί κεφάλαια το λιγώτερο 50.000.000 χρυσών φράγκων, με ένα ετήσιο κέρδος κυμαινόμενο από 12% ως 30%(2).

Τα νησιά είναι ο άλλος πόλος της νεοελληνικής αναγέννησης· άλλα στο χρώμα της ώχρας του ξερού τοπίου τους, και άλλα στο χρώμα της ελιάς, γεννούν ανάλογα με την υφή της γης τους και δική τους μορφή κοινωνίας. Τα πλουσιώτερα νησιά, αυτά της μικρασιατικής ακτής, βρίσκονται στην ελληνική ιστορία από τα πιο αρχαία χρόνια, όπως η Λέσβος της αιολικής ποίησης και του αθηναϊκού λαδιού, όπως η Σάμος, η Χίος, η Ρόδος· πλούσια όμως και άγονα, θα μοιραστούν την κατάπτωση που προκαλούν οι διαρπαγές και η πειρατεία στα υστερώτερα χρόνια· η Σάμος δεν κατοικείται παρά από λίγες εκατοντάδες βοσκούς στα χρόνια του Σουλεϊμάν, η Λέσβος και η Ρόδος, από 10.000 η καθεμιά τους πενόμενους αγρότες, και η Δήλος, κάποτε κέντρο ιερό ή μέγιστο σκλαβοπάζαρο της Μεσογείου, καταντά στα ίδια αυτά χρόνια και για αιώνες πολλούς βοσκοτόπι της γειτονικής Μυκόνου. Αν η Χίος διατήρησε, χάρη στα προνόμιά της και στην εύνοια της Γαλλίας, τη θέση της μέσα στο Αιγαίο και αν η βενετσιάνικη ως τα 1715 κατοχή στην Τήνο διατήρησε στο νησί έναν πληθυσμό πυκνό, 28.000 στα 1780, ωστόσο δεν είναι τα πλούσια αυτά ελαιοφόρα νησιά που βγαίνουν θριαμβευτικά στο προσκήνιο της νεοελληνικής ιστορίας, αλλά τα άλλα, τα ξεχασμένα και μικρά, που η λειτουργία τους προσομοιάζει με αυτήν των βουνών της ηπειρωτικής χώρας και που γίνονται, μετά τα 1700, καταφύγια, από την ανασφάλεια, το στερνό κύμα φεουδαλοποίησης των κάμπων, της αλλαγής στο επαχθέστερο της αγροτικής φορολογίας. Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, αλλά και ο Πόρος, η Μύκονος, η Κάσσος, η Σύμη, η Σκιάθος, βράχια του Μυρτώου και του Αιγαίου ακατοίκητα, συγκεντρώνουν έναν πληθυσμό που φτάνει τις 15.000-20.000 ήδη την εποχή των Ορλωφικών· οι μετά τα 1774 ευνοϊκές συνθήκες θα αυξήσουν παραπέρα τον πληθυσμό τους, που θα φτάσει στα 1820 στις 20.000 για την Ύδρα, 8.000 για τις Σπέτσες, 6.000 για τα Ψαρά, κάπου 100.000 για όλα τα μη γεωργικά νησιά του Αρχιπελάγους(3). Το ειδικό βάρος του νησιωτικού αυτού χώρου δεν φαίνεται μόνο από τη δημιουργημένη μέσα σε 30 χρόνια κραταιή ναυτιλία του -πάνω από 300 καράβια άνω των 100 τόννων, συνολικού εκτοπίσματος 61.500 τόννων στα 1819-, αλλά από την εμπορική και τραπεζιτική λειτουργία, που ασκεί για το σύνολο του ελλαδικού χώρου η συσσώρευση του ναυτιλιακού κεφαλαίου στα κυριώτερα από αυτά, κάπου 50.000.000 χρ. φράγκα σε νομίσματα, ένα ανάλογο ποσό επενδυμένο σε καράβια(4).

Όσο και αν ο οικονομικός διχασμός του ελλαδικού χώρου γίνεται μέσα στα χρόνια της οικονομικής απογείωσης ολοένα και εντονώτερος, ωστόσο από τα τέλη του 18ου αιώνα θα εμφανιστούν και στη φεουδαλική οικονομία του κάμπου τα επακόλουθα των ευνοϊκώτερων όρων που η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή παραχώρησε.

Ο μεταπρατικός αγροτικός χώρος θα απλώνεται σε όλη τη δυτική πλευρά του Μωρηά, από την Κόρινθο ως την Καλαμάτα. [ ] Οι καλλιέργειες αρχίζουν βαθειά στα ενδότερα, στους πρόποδες των λόφων, όπου η ελιά, το αμπέλι και η συκιά δίνουν σταδιακά τη θέση τους στη σταφίδα· τα 5 ή 6 καράβια φόρτωμα, που μας πληροφορούν τα περιηγητικά κείμενα του 17ου αιώνα ότι αποτελούσαν την τότε παραγωγή, γίνονται εκατοντάδες, εκατό χρόνια πιο μετά· στα 1800 ένα προϊόν αξίας 4.000.000 φράγκων κατευθύνεται προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια ή τα βρεττανικά νησιά(5).

Η αγορά τα χρόνια αυτά έχει απόλυτο κυρίαρχο τον χριστιανό μεγαλοκτηματία, έμπορο και φοροεισπράκτορα μαζί, σαράφη ακόμα και προύχοντα της κοινότητάς του(6). Στα 1820, μετριούνται σε εκατοντάδες αυτοί οι πλούσιοι έμποροι και κτηματίες στον δυτικό Μωρηά· μεταξύ τους μοιράζονται κεφάλαια αξίας πάνω από 20.000.000 χρ. φράγκα· η Πελοπόννησος συγκεντρώνει 97.118 άτομα στα 1687, 259.564 στα 1719 και η αύξηση συνεχίζεται και μετά τη λήξη της δεύτερης βενετικής κατοχής· στα πρόθυρα της εξέγερσης του '21 ο πληθυσμός θα έχει υπερδιπλασιασθεί ακόμα στα 504.000 άτομα(7).

Η οικονομική διαφοροποίηση, προχωρώντας μετά τα 1770 με ολοένα και πιο γοργό ρυθμό, έχει οδηγήσει και εδώ σε μια κοινωνική ιεράρχηση. Στην Πελοπόννησο, η πρώτη φορολογική τάξη, μεγαλοκτηματίες και μεγαλέμποροι, καραβοκυραίοι, σαράφηδες και ανώτεροι κληρικοί, οι «αϊλάδες», όπως αποκαλούνται στην οθωμανική δημοσιονομία, αποτελούν τα 3%-5% του χριστιανικού πληθυσμού· η μεσαία τάξη, κτηματίες κυρίως των βορειοδυτικών περιοχών, οι «εσσατλάρ», αποτελούν τα 30%-35% του πληθυσμού, αλλά 50% περίπου οι μεγάλες μάζες, ενώ οι άποροι, οι «φουκαριλάρ» των κειμένων, άλλα 10%-15% του πληθυσμού, εξαιρούνται, σύμφωνα με το Σεριάτ, από φόρους. Στην Κεντρική Μακεδονία, αντίθετα, η ανώτερη τάξη αποτελεί τα 6%-9% του πληθυσμού, τα 70%-75% η μεσαία, τα 15%-19% η κατώτερη· η διαφοροποίηση εδώ είναι πιο προχωρημένη, αλλά και τα εισοδήματα σημαντικά ανώτερα· είναι χαρακτηριστικοί οι αριθμοί για την πόλη της Θεσσαλονίκης· μέσα στην ελληνική κοινότητα των 2.175 οικογενειών, που σε σημαντικό βαθμό διατηρούν μιαν αγροτική λειτουργία, οι σχέσεις είναι: 7% η ανώτερη, 60% η μεσαία, 30% περίπου η κατώτερη τάξη· ανάμεσα στις 3.671 οικογένειες τής αποκλειστικά με τη βιοτεχνία και το εμπόριο απασχολούμενης ισραηλιτικής κοινότητας, οι ίδιες σχέσεις είναι αντίστοιχα: 5%, 20% και 70% περίπου(8).

Η οικονομική απογείωση ολοκληρώνεται έτσι στις αρχές του 19ου αιώνα, πρόκειται όμως για μια απογείωση ανώμαλη, που όχι μόνο δεν πραγματοποιεί, αλλά εντείνει ακόμα περισσότερο τη διάσπαση της ενότητας της ελλαδικής αγοράς· με την Ελλάδα του ξερικού κάμπου, την εγκαταλελειμμένη στην ελονοσία και τον υποπληθυσμό της, θα συνυπάρχει τώρα η Ελλάδα των ορεινών βιοτεχνικών κέντρων, των ναυτικών νησιών, των μεταπρατικών κοιλάδων του Μωρηά· η Ελλάδα της σύνθετης ήδη και προηγούμενης στον καιρό της -σε ό,τι αφορά τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τουλάχιστο- βιοτεχνικής παραγωγής, θα έχει τώρα να υποστεί όλες τις συνέπειες της έλλειψης μιας δικής της ενδοχώρας, τις συνέπειες ίσως, να έλεγε κανείς, της τραγικής της «ύβρεως», που θα αποτελέσει ο εποικισμός και η πραγμάτωση, παρά τις τόσες αντιξοότητες, μιας οικονομικής ανάπτυξης στο βουνό. Η αδιαφιλονίκητη μετά το Βατερλώ κυριάρχηση της διεθνούς αγοράς από την βρεττανική βιομηχανία θα υπαγορέψει τώρα τους όρους ενός δύσκολου θανάτου· η ελληνική βιοτεχνία θα πεθάνει μέσα στην πιο σφριγηλή της εφηβεία, ανυπεράσπιστη από την πολιτική ηγεσία του τόπου, οπού θα κυριαρχήσει ο μεταπρατικός κόσμος.

Τα Αμπελάκια, όπου έχουν συσσωρευτεί κεφάλαια 30.000.000 χρ. φράγκων στα 1807, αποδυναμωμένα από την αυστριακή χρεωκοπία του 1811, που εξανεμίζει τα 2/3 των σε βιεννέζικες τράπεζες κατατεθειμένων διαθεσίμων τους, θα επιζήσουν επώδυνα ως τα μέσα του 19ου αιώνα· στα 1850 θα υπάρχουν ακόμα εκεί 300 περίπου παραγωγικές ομάδες υφαντικής και βαφής από τις 1.500 που υπήρχαν 20 χρόνια προτήτερα(9). Στον Τύρναβο της Θεσσαλίας, παρ' όλες τις απανωτές κρίσεις ανάμεσα 1811 και 1818, παρ' όλες τις δηώσεις των δύο πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, θα επιζούν στα 1830 κάπου 400 από τους 2.500 αργαλειούς του 1812(10). Η ελληνική βιοτεχνία πεθαίνει, αλλά πεθαίνει δύσκολα και αργά.

Η ακόμα πιο μεγάλη διαφοροποίηση της ελλαδικής αγοράς, που φέρνει η ανεξαρτησία των μεσημβρινών επαρχιών, η καλπάζουσα αποικιοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα βόρεια, θα δώσουν το χαρακτηριστικό κτύπημα εκεί ανάμεσα 1830 και 1850. Η οικονομική απογείωση των τελευταίων χρόνων του 18ου αιώνα βοηθά στο να εμφανιστεί για μια ακόμα φορά ο Έλληνας στον πανάρχαιο ρόλο του· η ίδια η εντελέχεια της κοινωνίας του θα τον έχει σπρώξει μέσα στην ζέση της ενεργητικότητάς του προς τον ορεινό χώρο πρώτα, προς τον εξωτερικό χώρο έπειτα· η μοίρα του θα είναι για τα μεγάλα και όχι για τα μικρά της ιστορίας· ενώ το εσωτερικό της εθνικής αγοράς του θα βρεθεί να κατακλύζεται, να αλλοτριώνεται, στην οικονομία της ανεπτυγμένης Ευρώπης, αυτός θα συνεχίζει κοντοτιέρος της εμπορευματικής ανάπτυξης και του νεωτερικού πνεύματος στα βορειότερα Βαλκάνια, τον Εύξεινο και την Μικρασία, να διοργανώνει τις αστικές σχέσεις στον γύρω χώρο του, σπέρνοντας εκεί, όπου άλλα έθνη με το πλήρωμα του χρόνου θα δρέψουν…

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ

Τίποτα δεν χαρακτηρίζει περισσότερο αυτή τη διάχυτη υφή της ελληνικής δομής, από την ανάπτυξη που παίρνει μετά τον 17ο αιώνα η παροικιακή εξάπλωση του ελληνισμού σε όλον τον χώρο της οικονομικής του δράσης· το φαινόμενο δεν αποτελεί βέβαια παρά έξαρση μιας κατάστασης που ενυπάρχει στις ελλαδικές κοινωνίες από τον πρωταρχικό σχηματισμό τους, φθάνει όμως την φορά αυτή σε τέτοιο μέγεθος, που τείνει να γίνει ένα από τα κυριαρχικά στοιχεία του ελλαδικού συστήματος στα μεταξύ 1800 και 1900 χρόνια(11).

Η παροικία στην αρχή είναι το αποτέλεσμα μιας φυγής· άλλη μορφή στο ίδιο φαινόμενο που προκαλεί τον εποικισμό του ελλαδικού βουνού, πιο ολοκληρωμένη αυτή, καθώς διακόπτει, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ή και οριστικά, κάθε επαφή του πάροικου με τον γενέθλιό του τόπο· ωστόσο, με την παραπέρα ανάπτυξη των αστικών παραγωγικών σχέσεων, η λειτουργία της παροικίας θα αλλάξει· τα μέλη της γίνονται οι προσωπικοί φορείς της επαφής της ελληνικής αγοράς με τον εξωτερικό χώρο, αλλά και οι φορείς συνάμα προς τον εσωτερικό χώρο του νεωτερικού πνεύματος.

Ενδεικτικός είναι σχετικά ο τρόπος που σχηματίζεται, το παροικιακό πληθυσμιακό στρώμα σε μια τυπική, για την ανάπτυξη του φαινομένου στις ευρωπαϊκές χώρες, περίπτωση στην πόλη της Τεργέστης(12).

Η παροικία της Τεργέστης, όπως όλες οι ανάλογες της Δύσης, στην καινούργια αυτή περίοδο θα λειτουργήσει σαν πρακτορείο της ελλαδικής αγοράς· οι πάροικοι θα μείνουν περιθωριακά στοιχεία του εξελιγμένου ήδη τόπου εγκατάστασης· φροντίζουν για την τοποθέτηση των αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων του τόπου τους στην ξένη αγορά, είναι και διάμεσοι συνάμα της εισαγωγής των ξένων προϊόντων στην χώρα τους. Η παροικία θα έχει 16 οικογένειες μέλη στα 1774, 27 στα 1782, πάνω από 200 στα πρόθυρα της Ελληνικής Επανάστασης.

Στα βορεινά Βαλκάνια, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στο εσωτερικό της Μικρασίας -οι ακτές της, αυτή την εποχή, αποτελούν ακόμα εθνικό χώρο του Ελληνισμού- η παροικία αποκτά μια λειτουργία πρόσθετη· πρακτορεύει από τη μία πλευρά τις ανταλλαγές με τον ελλαδικό χώρο, αλλά από την άλλη πλευρά γίνεται και ο διοργανωτής της αγοράς μέσα στις ξένες και καθυστερημένες αυτές οικονομίες, που διανύουν το πατριαρχικό ή το πρώτο φεουδαλικό τους στάδιο.

Στα πριν την Επανάσταση χρόνια το παροικιακό είναι ακόμα ένα νέο φαινόμενο· οι παλαιότεροι παροικιακοί -προσφυγικής γένεσης- πληθυσμοί μόνο μετά τα 1750 θα αποκτήσουν μια κάπως άνετη οικονομική υπόσταση. [ ]

Από τα 1805 ήδη μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικές τάσεις στην διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης των παροικιών, ανάλογα με το ειδικό βάρος που στο εσωτερικό της κάθε μιας έχει παίξει ο καθένας από τους παραπάνω παράγοντες. Οι Δυτικές παροικίες, ιδιαίτερα οι ιταλικές, γαλλικές και της Τεργέστης, ηγεμονεύονται ιδεολογικά από το Παρίσι, μέσα από τον κύκλο που δημιουργείται γύρω στον Κοραή· η επίδραση της γαλλικής πολιτικής και ιδεολογικής ζωής είναι στον κύκλο αυτό πιο άμεση, ίσως και πιο μηχανιστική και άκριτη· εδώ θα είναι το προπύργιο της φιλελεύθερης τάσης, όχι όμως πάντοτε και του αστικού ριζοσπαστισμού.

Στις Ανατολικές παροικίες, αντίθετα, ηγεμονεύει το Βουκουρέστι, αν και λιγώτερο αποκλειστικά απ' ό,τι στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο η γαλλική πρωτεύουσα. Εδώ υπάρχει μια κρατική παράδοση, δημιουργημένη στις καλύτερες στιγμές του Φαναριωτισμού, και η προέλευση των παροίκων από τα ορεινά βιοτεχνικά κέντρα θα δώσει μια πιο λαϊκιστική, εθνικιστική, πιο ριζοσπαστική κάποτε χροιά στην ιδεολογική τους στάση. Αλλά και εδώ η διαμόρφωση του παροικιακού πνεύματος δεν θα είναι ομοιόμορφη· τα Βαλκάνια, οι Μαυροθαλασσίτικες ακτές, η Ανατολή, ζούνε ακόμα τότε μες στην πληθώρα των εθνικών ομάδων ταυτόχρονα πολλές κοινωνικοϊστορικές εποχές. Το παρόν, το μέλλον, το παρελθόν, διαχέονται στον ίδιο τόπο· δεν έχεις παρά να μετακινηθείς από το ένα χωριό στο άλλο, στις πόλεις από τον ένα στον άλλο μαχαλά, για να βρεθείς από το ένα στάδιο της ιστορικής εξέλιξης σε ένα άλλο· στο καθένα το άτομο κρατά και άλλη πολιτιστική στάση. Η παροικία, κάτω από την αλληλοεπίδραση των γύρω της καταστάσεων, στα καθένα φορεί κι ένα διαφορετικό ηθικό και υλικό προσωπείο.

Μπορεί να μιλήσει κανείς για αλλαγή θεμελιακή στην δεύτερη και τρίτη γενιά του παροικιακού κόσμου· ανεξάρτητα από την τοπική προέλευση, η παροικία τείνει να καταστεί τώρα φορέας πάντοτε μεταπρατικής ιδεολογικής επίδρασης· από εδώ θα ξεκινήσουν στα χρόνια του Αγώνα χιλιάδες οι πάροικοι με τις πιο καλόβουλες προθέσεις, εδώ όμως θα πρέπει να αναζητηθεί και η μεγαλύτερη πηγή του κοσμοπολίτικου πνεύματος, η απαρχή της κατεστημένης μας λεβαντίνικης ιδεολογίας.

Ο Κοραής και ο κύκλος του, ο Ά. Γαζής και ο δικός του κύκλος της Βιέννης, οι Σμυρνιοί έμποροι -χιώτικης οι περισσότεροι ή καραμανλήδικης προέλευσης-, ο κύκλος της «Νέας Ημέρας» της Τεργέστης, οι Ψυχάρηδες, οι Αιγυπτιώτες βαμβακέμποροι -μια γενιά πιο μετά- θα είναι φορείς μιας τέτοιας πνοής.

Η ανάπτυξη στα νοτιώτερα της Ελλάδας ενός κράτους ανεξάρτητου δεν θα θέσει σε περιθωριακό επίπεδο την επίδραση της παροικίας. Οι μεγάλοι πάροικοι, όπως θα δούμε, θα είναι η ισχυρότερη οικονομική δύναμη μέσα στην αθηναϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα, και στον πολιτικό κόσμο θα καταλάβουν καίριες θέσεις. Η ιδεολογική τους επίδραση, μέσα από τέτοια πόστα, θα μείνει πάντοτε δυνατή, στήριγμα της ντόπιας μεταπρατικής τάξης. Έτσι, οι παροικίες, ως ένα σημείο, θα γυρίσουν πίσω την οφειλή, ένα κομμάτι από την εθνική ενέργεια που είχαν απορροφήσει· η είσπραξη όμως θα γίνεται με τη μορφή ελεημοσύνης και δωρεάς· ο τόπος θα έχει για πάντα στερηθεί την εργασία και τα κεφάλαιά τους σαν στοιχεία μιας δικής του οργανικής ζωής, τη συμβολή τους σε μια εθνοτική, αυτόνομη προοπτική ανάπτυξης. Και στην δική τους ύπαρξη θα έρθει άλλωστε καιρός -στη Ρουμανία από τα 1904, στην Βουλγαρία από τα 1907, από τα 1908 ήδη στις έξω από τον εθνικό χώρο περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αργότερα στην Αίγυπτο-, που η άρνηση των παροικιακών πληθυσμών να μεταβληθούν από ξένα σώματα σε μειονότητες εθνικές της χώρας όπου έχουν ανθήσει, οδηγεί στην καταπίεσή τους και στην παρακμή. Θα είναι οδυνηρή η στιγμή που για μιαν ακόμα φορά ένα κομμάτι της εθνικής μας ζωής θα εκμηδενίζεται, οδηγημένο από την εντελέχεια της ελλαδικής δομής, δίχως δυνατότητες αντίστασης· θα είναι η ώρα της τραγικής Αλεξάνδρειας του Καβάφη.

 

* Από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1972.

 

Σημειώσεις

1. Βλ. Α. Βακαλόπουλου, έ.α., τόμ. Β΄1, σελ. 96.

2. Βλ. ιδίως Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 167-170.

3. Βλ. Ι. Κοντογιάννη, Οι Έλληνες κατά τον Α΄ Ρωσσοτονρκικό πόλεμο, Αθήναι, 1952, σελ. 235-236, που αναφέρεται σε σχετική απογραφή του λοχαγού Α. Κρίνεν· επίσης Α. Μάμουκα, Στατιστική…, ΙΑ΄, σελ. 230, και J. Hasluck, De Population in the Aegean Islands and the turkish conquest, «Annual of the British School of Athens», τόμ. 17 (1910-1911), σελ. 156-181.
4. Α. Andreades, La marine marchande grecque, «Alcan», Paris, 1916, σελ. 36-37.
5. Pouqueville, έ.α., τόμ. Ill, σελ. 171.

6. Συχνή είναι η χρησιμοποίηση του κοινοτικού ταμείου, ή και του επισκοπικού, για τη διευκόλυνση και επέκταση των εμπορικών συναλλαγών. Ο Pouqueville αναφέρεται σχετικά στην Μητρόπολη Καστοριάς, στο ταμείο της οποίας κατέθεταν και μωαμεθανοί ακόμα γαιοκτήμονες ή πραματευτάδες, και τα κεφάλαια του οποίου αξιοποιούνται με τόκο 10%-12% μέσω των μεγαλεμπόρων, κάτω από την αλληλέγγυο ευθύνη της Μητρόπολης. Βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 1-2.

7. Η Πελοπόννησος συγκεντρώνει τα χρόνια αυτά τα 25% του πληθυσμού του ελλαδικού χώρου, σε σύγκριση με 10% σήμερα. Για δημογραφικά την εποχή της απογείωσης βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. III, σελ. 192-195.

8. Βλ. Pouqueville, έ.α., τόμ. VI, σελ. 225-261, και Ι. Βασδραβέλλη, Οθωμανικά αρχεία Θεσσαλονίκης, τόμ. Ι, σελ. 526.

9. L. Heuzey, Excursion dans la Thessalie turque, Paris, «Belles Lettres», 1927, σελ. 23.

10. L. Heuzey, έ.α., σελ. 24.

11. Τη σπουδαιότητα της λειτουργίας του παροικιακού φαινόμενου μέσα στην νεοελληνική ιστορία επισημαίνουν οι περισσότεροι ιστοριογράφοι· βλ. ιδίως Π. Καρολίδη, Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος, τόμ. Β΄, σ. 109-110, Αθήνα, 1892, Κ. Ντίτριχ, Ο εν διασπορά Ελληνισμός, «Εμπορεία Αθηνών», τεύχ. 33, 1920, Γ. Κορδάτου, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τόμ. Α΄, σ. 214, Αθήνα, 1957, και τη μονογραφία του Ν. Ψυρούκη, Το παροικιακό φαινόμενο, Αθήνα, 1965.
12. Βλ. Σ. Λάμπρου, Περί το συνοικισμού των γραικών εν Τεργέστη (παρουσίαση χειρόγραφης μελέτης του Χ. Φιλητά), «Δελτίον Εθνολογικής Αρχαιολογικής Εταιρείας», 1897, σελ. 370-376.

 

ΠΗΓΗ  Άρθρου:   Άρδην τ. 74

 

*  Ο Κωστής Μοσκώφ (1939 – 1998) γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1939 στη Θεσσαλονίκη, απ' τον εκ Πόντου καπνέμπορο Ηρακλή Μοσκώφ και την εξ Ιταλίας Αμίνα Αριγκόνι. Οι σπουδές του στ' αμερικανικά κολλέγια Αθηνών και Θεσσαλο­νίκης, στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. και στην Ecole des Hautes Etudes της Σορβόνης θα συνοδευτούν απ' τη συμμετοχή του στον χώρο της αριστερής διανόησης.

Απ' τον γάμο του με την ηθοποιό Καλιόπη Πασχαλίδη θ' αποκτήσει την Αμίνα και τον Ηρακλή, θα υπηρετήσει στο Πολεμικό Ναυτικό και θα προσβληθεί απ' τη νόσο του Χότκιν. Αν και μαρξιστής θ' αναζητήσει τον Ορθόδοξο λόγο, συγγράφοντας ιστορία, γεωγραφία, πολιτική ιδεολογία, κι εν τέλει λογοτεχνία.

Ως δημοτικός σύμβουλος, υποψήφιος βουλευτής Κ.Κ.Ε., δήμαρχος, σύμβουλος Υπουργείου Πολιτισμού, διευθυντής του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, δημοσιογράφος, μορφωτικός ακόλουθος πρεσβείας στην Αίγυπτο κι εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, ο Κωστής Μοσκώφ θα σφραγίσει την εποχή του.

Μορφωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στην Αίγυπτο επί εννέα χρόνια ως το θάνατό του.

Απ' τις 29 Ιουνίου 1998 αναπαύεται στο πατρικό κτήμα του στον Πλαταμώνα, όπου συνέθεσε το μεγαλύτερο μέρος του πολύτροπου έργου του.

.………………………………………………

Η νόσος του δε λύγισε ούτε τις ιδέες του. Δε λύγισε ούτε τους δεσμούς του και την επαφή του μέχρι τέλους με το κόμμα του, το ΚΚΕ, όσο κι αν η πίκρα των ανατροπών του '89, η ζωτική ανάγκη να βγάλει το ψωμί του και να αντιμετωπίζει την πανάκριβη αρρώστια του, οδήγησαν τον μεγαλοαστικής γενιάς Κ. Μοσκώφ, που γύρισε από νέος την πλάτη στο χρήμα, "κυνηγημένος από τα αποτρόπαια όρια του έρωτα και της ιστορίας", όπως ποιητικά έλεγε σε μια συνέντευξή του, να "καταφύγει" στο Κάιρο, αναλαμβάνοντας τη θέση του μορφωτικού συμβούλου της Ελλάδας στην Αίγυπτο. Ο Κ. Μοσκώφ συνειδητά, αμετάκλητα, έμπρακτα, λόγω και έργω, "στρατεύτηκε" στις ιδέες του σοσιαλισμού για την "ποίηση" ενός κόσμου όλων των ανθρώπων, της ειρήνης, της φιλίας, της συνεργασίας, του πολιτισμού των λαών………

ΠΗΓΗ Βιογραφικού:  http://www.romios.bravehost.com/logotexnia/moskof.html

 

ΠΗΓΗ 2ου Βιογραφικού:   http://www.athina984.gr/node/9215  

 

ΠΗΓΗ 3ου Βιογραφικού:   http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=3732520&publDate=5/7/1998

 

ΠΗΓΗ 4ου Βιογραφικού:  http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2007/05/blog-post.html

 

 

Η κυρά της Ρω Ι

13 Μαίου 1982 – 2009: 27 χρόνια από το θάνατο της κυράς της Ρω

 

Του Νικόλαου Φωτιάδη

 

Πέρασαν 27 χρόνια από τότε που η Δέσποινα Αχλαδιώτου, η γνωστή «Κυρά της Ρω», έφυγε για πάντα από κοντά μας. Η Ελληνίδα, σύμβολο αγνού πατριωτισμού, ηρωϊκή μορφή που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα, έχασε την τελευταία μάχη της με το θάνατο. Στις 13 Μαΐου 1982 πέθανε σε νοσοκομείο της Ρόδου στα 92 της χρόνια, έχοντας παλέψει επί-τρεις μήνες με το χάρο, για να υποκύψει τελικά σε εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η τελευταία της επιθυμία της ήταν να ταφεί στο νησάκι που κατοικούσε από το 1927, στην ακριτική μας Ρω. Μετά την κηδεία της, που πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη, παρουσία του τότε υφυπουργού Άμυνας Αντώνη Δροσογιάννη στο Καστελόριζο, η σωρός της μεταφέρθηκε στην έρημη πια Ρω, για να ταφεί κάτω από τη σημαία για πάντα.

Η νησίδα Ρω, όπου ύψωνε την ελληνική σημαία η Δέσποινα Αχλαδιώτου επί σαράντα χρόνια κάθε πρωί, βρίσκεται σε απόσταση 3 περίπου ναυτικών μιλίων βόρεια του Καστελόριζου και έχει έκταση μόλις 1.460 τ.μ με μήκος ακτών 8,682 μ. Πάνω στο νησάκι υπάρχει ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο και μόλις δυο μικρά σπιτάκια με παράπλευρα κτίσματα που τροφοδοτούνται σε βρόχινο νερό από το μοναδικό πηγάδι τους.

Το 1927 εγκαταστάθηκαν στη Ρω μόνιμα ο Κώστας και η Δέσποινα Αχλαδιώτου, για να ασχοληθούν με τη κτηνοτροφία εντελώς μόνοι τους μέχρι το 1940. Τη χρονιά εκείνη όμως αρρώστησε βαριά ο Κώστας Αχλαδιώτης. Η φωτιά που άναψε η γυναίκα του, για να ειδοποιήσει με σινιάλα καπνού τους Καστελοριζιούς και τους παραπλέοντες ψαράδες, δεν έγινε δυστυχώς εγκαίρως αντιληπτή. Ο Κώστας, μοναδικός σύντροφος της μιας και δεν είχαν παιδιά, άφησε την τελευταία του πνοή μέσα σε μια ψαρόβαρκα που τον είχε παραλάβει καθυστερημένα, για να τον μεταφέρει στο γιατρό του Καστελόριζου.

Η κυρά της Ρω φρόντισε μόνη της για την ταφή του συντρόφου της. Έπειτα, γύρισε πάλι στη Ρω, αυτή τη φορά με τη γριά μητέρα της, όπου πέρασε τα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Εκεί θα παρέμενε ακλόνητος φύλακας η κόρη της Ρω, όπως την αποκαλούσαν οι Καστελοριζιοί, και θα προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες σε στρατιώτες του Ιερού Άόχου.

Η λεοντόκαρδη γυναίκα, άφοβη, με τη βροντερή φωνή και τη γοργή περπατησιά όπως την περιγράφει ο βιογράφος της Κυριάκος Χονδρός, δεν εγκατέλειψε ποτέ το νησάκι της, ακόμα κι όταν το Καστελόριζο που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το 1943, ερήμωσε σχεδόν από τους κατοίκους του, που έντρομοι οι περισσότεροι εξαναγκάστηκαν στο δρόμο της προσφυγιάς.

Μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, τα Δωδεκάνησα και μαζί μ' αυτά και το Καστελόριζο και όλες οι παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες, σύμφωνα με τη Συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, περιήλθαν στην Ελλάδα. Η μοίρα της Ρω ήταν λοιπόν αναπόσπαστα συνδεδεμένη μ' αυτή του Καστελόριζου. Το ακριτικό μας νησί, η Μεγίστη, ο κ οκκινόβραχος, πολιτογραφημένο με τη μεσαιωνική ονομασία ως Καστελόριζο προσαρτήθηκε μαζί με τα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, Η Μεγίστη με έκταση 8,88 τ.χμ κείται στο μέσο σχεδόν των παραλίων της Λυκίας και απέχει στο ελάχιστο σημείο 800 μέτρα από τις μικρασιατικές ακτές, 75 ναυτικά μίλια από τη Λινδία Ακρα (Ρόδος).

 

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1943 για πρώτη φορά Ελληνικό αντιτορπιλικό, το «Παύλος Κουντουριώτης», μέσα σε μια συγκινητική ατμόσφαιρα υποδοχής κατέπλευσε στο Καστελόριζο που βομβαρδίστηκε τότε ανηλεώς μέχρι τις 19 Νοεμβρίου 1943 από Γερμανικά στούκας. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν πάλι να φύγουν με συμμαχικά πλοία είτε προς Κύπρο είτε προς τις μικρασιατικές ακτές. Μόνο η Κυρά της Ρω παρέμεινε στο βράχο της να υψώνει κάθε πρωί την Ελληνική σημαία, προσφέροντας τη βοήθεια της σε Ιερολοχίτες που βρήκαν καταφύγιο στο νησάκι της. Με τη λήξη του πολέμου, ορισμένοι κάτοικοι επέστρεψαν στο Καστελόριζο κατά ομάδες.

Οι περιπέτειες για την Κυρά της Ρω δεν τελείωσαν με την απελευθέρωση. Τον Αύγουστο του 1975, ο Τούρκος δημοσιογράφος Ομάρ Κασάρ και δύο ακόμα άτομα, παρακολουθώντας τη Ρω και εκμεταλλευόμενοι την ολιγοήμερη απουσία της Δέσποινας Αχλαδιώτου για λόγους υγείας, αποβιβάστηκαν εκεί και τοποθέτησαν πάνω σ' ένα κοντάρι 4 μέτρων τη σημαία τους (τα προεόρτια των γεγονότων με τα Ύμια). Η Κυρά της Ρω την κατέβασε αμέσως, όταν γύρισε. Στις 1 Σεπτεμβρίου 1975, κατάπλευσε στο Καστελόριζο το ανθυποβρυχιακό σκάφος "Γ. Πεζόπουλος" για συμπαράσταση στην κυρά της Ρω. Όμως δεύτερη τουρκική σημαία τοποθετήθηκε αυτή τη φορά στη νήσο Στρογγυλή απέναντι στα νότια του Καστελόριζου.

Οι τουρκικές προκλήσεις δεν πτόησαν την ατρόμητη Κυρά της Ρω που μόνη στο νησάκι της συνέχιζε ν' ανεβάζει την Ελληνική σημαία κάθε πρωί. Η γυναίκα της μοναξιάς, της αντίστασης, σύμβολο αγνού πατριωτισμού και αγάπης για την Πατρίδα τιμήθηκε έκτοτε πολλές φορές από την Ακαδημία Αθηνών με βραβείο που της επέδωσε ο τότε Πρύτανης Λούρος, ο Δήμος Ρόδου, η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, συμπατριώτες της στη Ρόδο και άλλοι φορείς. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έστειλε ναυτικό άγημα και αντιπροσωπεία του Γ. Ε. Ν. στο Καστελόριζο όπου, στις 23 Νοεμβρίου 1975, της απένειμε το μετάλλιο, για την πολεμική περίοδο 1941-1944, για τις «προσφερθείσες εθνικές υπηρεσίες της», όπως ανέφερε η απόφαση του Υπουργού Άμυνας.

Η «Κυρά της Ρω» αναπαύεται μόνη στο νησάκι κάτω από τη σημαία για πάντα εδώ και 26 χρόνια.

Ο βιογράφος της Κυριάκος Χονδρός με τίτλο "Η γυναίκα με τη σημαία" γράφει:
«-Τι να σου πω:

– Ξέρω τι νοιώθεις και ξέρω ακόμη τι βάσανα τράβηξες όλα αυτά το. χρόνια της φωτιάς. Όμως ξέρετο ότι μας έδωκες ένα μάθημα εμάς τους πεισματάρηδες τους άνδρες. Πως η γυναίκα άμα θέλει, έχει τόλμη να υπερασπίζει όχι μονάχα τον εαυτό της και την οικογένεια., αλλά και την πατρίδα. Είσαι λεβέντισσα. Έχεις αλύγιστη ψυχή. Μοναχή αλλά ορθή».

 

* Αντγος ε.α  Νικόλαος Φωτιάδης Επίτιμος Υδκτης Δ'ΣΣ.


ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
Α. Περιοδικό «ΈΥΕΛΠΙΣ», Τεύχη Σεπ-Δεκ. 1997.

Β. Βιογραφία του Κ.Χονδρού . Η Γυναίκα με τη Σημαία Ρόδος 1992.
Γ. Στρατιωτική Επιθεώρηση Σεπ.-Οκτ. 2002

 

ΠΗΓΗ: ΧΡΟΝΟΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, 07.05.2009,

http://www.xronos.gr/detail.php?ID=46043&phrase_id=774194

Εκκλησία και διαφάνεια

Εκκλησία και διαφάνεια

 

του Θανάση Ν. Παπαθανασίου *

 

Ο επίσκοπος κατέχει κεντρική θέση στη δομή της Εκκλησίας. Πλήθος ιερών κανόνων μπορεί να προσκομιστεί προς επιβεβαίωση της "κεντρικότητάς" του. Τελεία και παύλα; Αντιθέτως! Εδώ ακριβώς ανακύπτει ένα πρώτο ζήτημα. Μόνο στα ξόρκια οι λέξεις έχουν αναπόδραστα ένα και το αυτό περιεχόμενο. Η "κεντρικότητα", συνεπώς, του επισκόπου δεν σημαίνει ένα και μόνο πράγμα! Χάος χωρίζει μια κεντρικότητα που κατανοείται ως μοναρχία, από μια κεντρικότητα που ασκείται ως διακονία.

Στην πρώτη περίπτωση το επισκοπάτο πολιτεύεται ως χαλιφάτο, στη δεύτερη ως το εκ διαμέτρου αντίθετο: ως διακονία. Ως ευθύνη, δηλαδή, για την υπηρέτηση του εκκλησιαστικού σώματος, το οποίο και οφείλει να λειτουργεί συνοδικά. Αυτά τα δυο μαζί – η διακονικότητα και η συνοδικότητα – καλούνται να είναι θεμελιώδες κριτήριο για τη συγκρότηση της εκκλησιαστικής ταυτότητας και, συνακόλουθα, για την ερμηνεία κάθε ιερού κανόνα. Αλλιώς, η μετάλλαξη των ωραιότερων πραγμάτων σε αβάσταχτη ασχήμια, όχι απλώς δεν αποκλείεται, αλλά – πολύ περισσότερο – γίνεται καθεστώς! Καθαυτή η πορεία της Εκκλησίας μέσα στον χρόνο δεν είναι περίπατος μιας συμπαγούς ουσίας, αλλά αδιάκοπη σύγκρουση ρευμάτων: χαλιφάτο κατά διακονίας! Ιδού μερικές εκδηλώσεις αυτής της αδιάκοπης σύγκρουσης:

Στους λεγόμενους "Αποστολικούς Κανόνες" (μάλλον περί τα τέλη του 3ου αιώνα) περιλαμβάνονται αρκετοί κανόνες που αναθέτουν τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας προσωπικά και ανενδοίαστα στον επίσκοπο. Είναι όντως επισκοποκεντρικοί. Ανάμεσά τους πάντως βρίσκεται κι ένας (ο 40ός), ο οποίος ξεκινά με την εξής εκπληκτική απαίτηση: "Να είναι φανερή η προσωπική περιουσία του επισκόπου, αν βέβαια έχει, και φανερή η περιουσία της εκκλησίας"!

Στη φράση αυτή επωάζεται ένα δίπολο εξαιρετικής δυναμικής. Από τη μια, η αξίωση για διαφάνεια, από την άλλη, η ακτημοσύνη του επισκόπου – και μάλιστα σαν να είναι το φυσικότερο πράγμα του κόσμου! Αξίζει να σκεφτούμε, τι σημαίνει η εκφορά αυτού του κανόνα! Κάποιες ατασθαλίες απαίτησαν προφανώς τη γέννησή του και κάποιες εκκλησιαστικές ευαισθησίες που διέθετε η Εκκλησία την ώθησαν να προχωρήσει σε κάποια εμβρυακή θέσμιση της διαφάνειας, προφανώς διαπιστώνοντας ότι όσα υπέροχα λέει η θεολογία για τον πατρικό ρόλο του επισκόπου δεν αρκούν – δεν παράγουν αυτομάτως αληθινούς πατέρες, ούτε αποτρέπουν αυτομάτως την κακοποίηση των τέκνων.

Αυτή η ετοιμότητα για διορθωτικές κινήσεις (πράγμα που σημαίνει απόρριψη της άποψης ότι το εκκλησιαστικό σκάφος ποντοπορεί με αυτόματο πιλότο) σκάει μύτη κάθε τόσο στην ιστορία της Εκκλησίας, ως ρεύμα που πασχίζει να αντιμετωπίσει τα ρεύματα της αδράνειας και του μισοσκόταδου στα οποία φωλιάζουν διαφόρων λογιών καμόρες. Ενάμισυ αιώνα μετά από τους "Αποστολικούς Κανόνες" διατυπώθηκε ένας νέος κανόνας, από την τέταρτη οικουμενική σύνοδο αυτή τη φορά. Ο 26ος κανόνας της κάνει ένα παραπέρα βήμα για τη θέσμιση της διαφάνειας:

"Επειδή, όπως πληροφορηθήκαμε, σε κάποιες τοπικές εκκλησίες οι επίσκοποι διαχειρίζονται την εκκλησιαστική περιουσία χωρίς οικονόμους" (κοντολογής, ολομόναχοι – αλλά αυτό δεν είχαν ορίσει οι "Αποστολικοί Κανόνες";), αποφασίζουμε να οριστεί σε κάθε τοπική εκκλησία οικονόμος κάποιος από τους κληρικούς της, ώστε να συνεργάζεται με τον επίσκοπο "και να μην είναι αμάρτυρη η εκκλησιαστική διαχείριση και εξαιτίας αυτού να διασπαθίζεται η περιουσία και να αποδίδεται μομφή στην ιεροσύνη".

Πολλά σημεία αυτών των ρυθμίσεων μπορούν να συζητηθούν σήμερα, καθόσον γνωρίζουμε πολύ καλά ότι μύριες τρικλοποδιές σκαρφίζεται η εξουσία προκειμένου να συνεχίσει να μένει και αδιατάρακτη αλλά και νομότυπη! Καθαυτή η δίψα του πλουτισμού, για παράδειγμα, αποτελεί πρόβλημα για τον εκκλησιαστικό εαυτό. Μα κι από την άλλη, για τι είδους ακτημοσύνη πρόκειται, όταν ο εκκλησιαστικός ανήρ δεν έχει μεν τίποτα γραμμένο στο όνομά του, αλλά αξιοποιεί τη θέση του για να ζει τρυφηλά και ανάλγητα;

Ο οικονόμος, εξάλλου, πώς θα μπορέσει να λειτουργήσει όντως υπέρ της διαφάνειας, αν απλώς είναι ένας ανοχύρωτος υφιστάμενος; Εδώ, λοιπόν, είναι ενδιαφέρουσα η ύπαρξη κανόνων που ζητούν την ενημέρωση και τη συμμετοχή όλων των κληρικών της τοπικής εκκλησίας και της συνόδου (κανόνες 24 της Αντιοχείας και 33 της Καρθαγένης, το 341 και το 419 αντίστοιχα), "ώστε να μην ενεργούν αυταρχικά οι επίσκοποι καταχρώμενοι την εξουσία που τους είχε δοθεί με τους Αποστολικούς Κανόνες", όπως σημείωνε τον 12ον αιώνα ο κανονολόγος Ιωάννης Ζωναράς.

Από το πυκνό δάσος της εκκλησιαστικής νομοθεσίας επέλεξα ενδεικτικά την επισήμανση αυτών των πολυχρονεμένων κλαδιών, με τη ελπίδα ότι αναδεικνύουν δυο ραχοκοκκαλιές:

Πρώτον, ότι η απαίτηση για διαφάνεια πηγάζει από τα ίδια τα σπλάχνα της εκκλησιαστικότητας. Είναι όρος αλήθευσης της ίδιας της Εκκλησίας, κι όχι απλώς μια πίεση έξωθεν. Οι εκκλησιαστικοί άνδρες, συνεπώς, που μεθοδεύουν συγκαλύψεις, είναι υπόλογοι για τη στρέβλωση καθαυτού του εκκλησιαστικού γεγονότος.

Δεύτερον, ότι η δυνατότητα για νέες εκκλησιαστικές ρυθμίσεις ώστε να αντιμετωπιστούν νέα προβλήματα και νέες φαλκιδεύσεις, είναι πάγια δυνατότητα και οφειλή της Εκκλησίας. Και αφορά, φυσικά, άμεσα το λαϊκό σώμα της Εκκλησίας – και τη μεγάλη εκκρεμότητα της θεσμικής συμμετοχής του στο ίδιο του το σπιτικό!

* Ο Θ. Ν. Παπαθανασίου είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη.

ΠΗΓΗ: Το κείμενό του «Εκκλησία και διαφάνεια» δημοσιεύτηκε στη σημερινή   «Χριστιανική», Πέμπτη 14-05-2009.  

4 είδη κοινωνίας με το Θεό

Περί των τεσσάρων ειδών κοινωνίας με τον Θεό στην Ορθόδοξη Εκκλησία

 

Του στάρετς Κλεόπα Ήλιε

 

Πατέρες και αδελφοί,

Η ένωση και κοινωνία μας με τον Θεό σε γενικότερες γραμμές γίνεται με δύο τρόπους. Με την μυστική κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου και με την πνευματική κοινωνία. Ο δεύτερος τρόπος διαιρείται εν συνεχεία σε τρεις άλλους τρόπους. Γι' αυτό, στον παρόντα λόγο θα σας ομιλήσω γι' αυτούς τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κοινωνήσουμε και να ενωθούμε με τον Θεό, φέροντας μαρτυρίες από την Θεία Γραφή και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων.

Ι. Η πρώτη και σπουδαιότερη κοινωνία μας με τον Χριστό γίνεται με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος Του. Ένας χριστιανός που δεν πιστεύει ότι το φαινόμενο ψωμί και κρασί είναι αληθώς το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, είναι ένας αιρετικός και ξένος προς την αληθινή πίστη του Χριστού, ο Οποίος λέγει στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (6,55) «Η γάρ σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις, και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις». Ενώ ο Απόστολος Παύλος μας λέγει τα έξης: «Το ποτήριον της ευλογίας ό ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού εστί; τον άρτον ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού εστίν;» (Α' Κορ. 10,16).

Όποιος λοιπόν κοινωνεί αναξίως, γίνεται ένοχος, όπως λέγει ο ίδιος ο Απόστολος «Ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου» (Α' Κορ. 11,27). Ο χριστιανός όμως που κοινωνεί με φόβο, ευλάβεια και προετοιμασία, αξιώνεται αναρίθμητων δωρεών, στις οποίες οι σπουδαιότερες είναι οι εξής:

α) Ενώνεται με τον Χριστό κατά χάριν, διότι όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» (Ίωάν. 6,56) β) Συμμετέχει στην αιώνιο ζωή, όπως λέγει το χωρίο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον (Ίωάν. 6,54).

γ) Θα αναστηθεί την ημέρα της κρίσεως, όπως λέγει το χωρίο: «Και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ενθ' ανωτ.).

δ) Δημιουργεί κατοικία ο Χριστός μέσα στην καρδιά μας, όπως λέγουν τα χωρία: «κατοικήσαι τον Χριστόν διά της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Έφεσ. 3,17) και «εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν» (Ιωάν. 14,20) και αλλά.

ε) Όποιος κοινωνεί τον Χριστό έχει Αυτόν ζώντα μέσα του «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20), και «τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, μέχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν!» (Ενθ. ανωτ. 4,19).

στ) Προοδεύει και αυξάνεται στα πνευματικά έργα, κατά το χωρίο: «αληθεύοντες δε εν αγάπη αύξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφεσ. 4,15).

ζ) Καθαρίζει από αμαρτίες, αγιάζει, φωτίζει και χαρίζει την αιώνια ζωή. (Από την ευχή της Θ. Μεταλήψεως του αγίου Ιωάννου Δαμάσκηνου).


η) Επιφέρει τον αγιασμό σώματος και ψυχής, εκδιώκει τις φαντασίες και καθαρίζει από τα πάθη, δίνει παρρησία προς τον Θεό, φωτισμό και ενίσχυση για την αύξηση των αρετών και την τελειότητα (6η ευχή Θ. Μεταλήψεως του αγίου Βασιλείου).

θ) Επιφέρει πνευματική χαρά, υγεία σώματος και ψυχής, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας.

Αυτοί και άλλοι πολλοί ακόμη είναι οι πνευματικοί καρποί τους οποίους αποκτά ο πιστός που προσέρχεται συχνά και με καλή προετοιμασία στην Θεία Ευχαριστία. Αυτός που δεν προσέρχεται σ' αυτό το Μυστήριο, ποτέ δεν θα μπορέσει να προοδεύσει στην εργασία των αρετών, διότι δεν παραμένει μέσα στον Χριστό και Εκείνος μέσα του, καθώς λέγει και ο Ίδιος: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15,4).


ΙΙ. Ο δεύτερος τρόπος κοινωνίας και ενώσεως με τον Χριστό γίνεται με την προσευχή του Ιησού, κατά την οποία ο νους βυθίζεται στην καρδιά και εκεί λέγει συνεχώς το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό».

α) Η προσευχή που γίνεται με τον νου στην καρδιά έχει μεγάλη σημασία, διότι ενώνεται η ψυχή μας με τον Ιησού Χριστό και δι' Αυτού με τον Πατέρα, διότι η μόνη οδός που οδηγεί στην ένωση με τον Πατέρα είναι ο Χριστός, όπως λέγει ο Ίδιος: «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ειμή δι' εμού» (Ιωάν. 14,6).

β) Η καρδιακή προσευχή προσφέρει την δυνατότητα στο Άγιο Πνεύμα να κατοικήσει και εργασθεί στην καρδιά μας και να ενωθούμε εμείς με το Πνεύμα. Αυτή η ένωση με την ακατάπαυστη προσευχή ομοιάζει με την νύμφη που αγαπά πάρα πολύ τον Νυμφίο Χριστό και δεν θέλει ποτέ να αποχωρισθεί απ' Αυτόν.


III. Ο τρίτος τρόπος κοινωνίας με τον Δημιουργό Θεό μας γίνεται με την εφαρμογή των εντολών Του και την απόκτηση των αρετών.

α) Αυτή η συγκατοίκηση με τον Ιησού φανερώνεται στην Γραφή από τον Ίδιο, όταν λέγει: «Εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρά αυτώ ποιήσωμεν» (Ιωάν. 14, 23), ενώ σε άλλο κεφάλαιο λέγει: «εάν τας εντολάς μου τηρήσητε μενείτε εν τη αγάπη μου, καθώς εγώ τας εντολάς του πατρός μου τετήρηκα και μένω αυτού εν τη αγάπη» (Ιωάν: 15,10).

β) Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης λέγει ότι η ομοιότητα και ένωση μας με τον Θεό επιτελείται μόνο με την εφαρμογή των θείων εντολών (Λόγος περί σωτηριώδους γνώσεως).

γ) Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όσον αφορά την ένωση μας με τον Θεό, λέγει: «Ο λόγος του Θεού και Πατρός ευρίσκεται μυστικά σε κάθε μία από τις εντολές Του, οπότε αυτός που δέχεται τον λόγο του Θεού δέχεται τον Θεό.

δ) Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομιλώντας για την θέωση του ανθρώπου με την εφαρμογή των εντολών του Θεού, λέγει: «Οι εντολές του Θεού παρέχουν όχι μόνο την γνώσι, αλλά και την θέωση».


ΙV. Ο τέταρτος τρόπος κοινωνίας με τον Χριστό γίνεται με την ακρόαση των λόγων του Θεού.

α) Περί αυτού μας ομιλεί η Καινή Διαθήκη: «πολλοί δε των ακουσάντων τον λόγον επίστευσαν, και εγενήθη ο αριθμός των ανδρών ωσεί χιλιάδες πέντε» (Πράξ. 4,4).

β) Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι: «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή διά ρήματος Θεού» (Ρωμ. 10,17).

γ) Εάν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου είναι η αληθινή βρώσις και πόσις, τότε ο λόγος του Κυρίου γενόμενος δεκτός από τους πιστούς γίνεται σ' αυτούς «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον (Ιωάν. 4,14) και «άρτος ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωάν. 6,58), ενώ κατά τον άγιο Δαμασκηνό λέγεται μάννα της αφθαρσίας και μάννα το μυστικό.

Ο Απόστολος Παύλος διά της ακοής δέχθηκε τον λόγο του Θεού, όταν προσκλήθηκε με το θείο φως στον δρόμο προς Δαμασκό και φωνή άκουσε εξ ουρανού. Η Σαμαρείτιδα διά της ακοής λαμβάνει τον λόγο του Θεού, ενώ πάλι οι Σαμαρείτες πιστεύουν και βαπτίζονται από το κήρυγμα του Αποστόλου Φιλίππου (Πράξ. 8,5 6,12) και λαμβάνουν το Άγιο Πνεύμα (Πράξ. 8,14,18).
Πατέρες και αδελφοί, σας έφερα μερικές από τις σπουδαιότερες μαρτυρίες της Γραφής και των Αγίων Πατέρων, οι οποίες θα μας βοηθούν στην πορεία μας για μία ακατάπαυστη ένωση με τον Νυμφίο Χριστό.

Ο ιδιαίτερος και αγιότερος τόπος, όπου επιτυγχάνεται αυτή η πολύτροπος κοινωνία μας με τον Χριστό είναι η Εκκλησία μας. Εκεί όλοι οι πιστοί μας, ερχόμενοι με ευλάβεια και πίστη στις ιερές ακολουθίες, ευρίσκονται σε μία ατμόσφαιρα μυστική και κοινωνούν με τον νου, την καρδιά, την προσευχή και την συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Προπαντός η λειτουργική Θυσία είναι η τέλεια έκφραση της ενώσεως με τον Κύριο μας. Η μνημόνευση ονομάτων των χριστιανών στην Προσκομιδή, και όταν αυτοί είναι μεν αμαρτωλοί αλλά μετανοημένοι, δίνει την ευλογία της κοινωνίας αοράτως των ψυχών με τον Σαρκωθέντα και Αναστάντα Κύριο, ο Οποίος παρέχει ενίοτε και την σωματική των θεραπεία.

Είθε το έλεος και οι οικτιρμοί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Οποίος είναι ο Λόγος του Θεού να έλθει και κατασκηνώσει μέσα μας με τους ανωτέρω τέσσερις τρόπους που συνοπτικά αναφέραμε.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ, Ιερομ. ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ, Εκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

 

 

Το σύμφωνο συμβίωσης και η Εκκλησία

Το σύμφωνο συμβίωσης και η Εκκλησία

Του (παπα) Κώστα Ε. Μπέη 

 

Στην ιουδαϊκή παράδοση, η μητέρα του γαμπρού τον στεφάνωνε εν μέσω συγγενών και φίλων, δίχως ιεροτελεστία, επακολουθούσε δε ευωχία οίνου. Οι πλούσιοι είχαν πλήθος συζύγων και παλλακίδων. Η πορνεία απαγορευόταν μόνο για τις Ισραηλίτισσες. Οπωσδήποτε οι προφήτες κατέκριναν κάθε ερωτική απόλαυση, συρρικνώνοντας την αποστολή του γάμου στην παιδοποιία -κατά την εντολή του Γιαχβέ, «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε».

Η βάση του 10 Ι

Η βάση του 10 ως νέος μοχλός για ξεκαθάρισμα εκπαιδευτικών και πολιτικών λογαριασμών

 

Του Παναγ. Α. Μπούρδαλα*

 

1. Εισαγωγή.

Έχει χυθεί πολύ μελάνι κυρίως τη φετινή καλοκαιρινή περίοδο (Σ. Σ. Καλοκαίρι 2006) για το θέμα. Όπως έγινε και την προηγούμενη περίοδο ενάντια στους «αιώνιους φοιτητές» και πριν λίγα χρόνια ενάντια στην «επετηρίδα» των εκπαιδευτικών.

Τότε για μια δεκαετία οι «πληρωμένοι κονδυλοφόροι» κάνοντας παρέα με πολλούς πολιτικά αφελείς και στηριζόμενοι από μικροϋπολογισμούς ενός στρατεύματος πτυχιούχων ΑΕΙ που προέρχονταν από ένα κατά τεκμήριο άνευρο φοιτητικό κίνημα, «χτύπησαν» ιδεολογικά την «επετηρίδα πρόσληψης». Όχι ότι η επετηρίδα  δεν είχε αντιφάσεις και προβλήματα. Όλα τα «τσόφλια» αυτής της ζωής τα έχουν. Αλλά χρειάζονται για να προφυλάγουν τους καρπούς από την «κακοκαιρία» άγριων πολιτικών. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Επετηρίδα Ασεπιτών, 16άμηνου, τριαντάμηνου, αναπληρωτών, πολυτεκνίας και δεν συμμαζεύεται, για κάθε κλάδο και ειδικότητα.   Και το κυριότερο είναι ακόμα ο μεταξύ αυτών των ανέργων συντεχνιακός πόλεμος χαρακωμάτων. Και αν καταργηθούν οι πολλές επετηρίδες και πάμε στην «προφορική συνέντευξη» θα λυθεί το πρόβλημα της εργασίας τους; Όχι βέβαια.

Ο στόχος ήταν άλλος: Να «αξιολογήσουμε τα αξιολογημένα πτυχία σε μια και μόνη εξέταση» και να φτιάξουμε το ιδεολόγημα των «καλύτερων». Οι «καλύτεροι» είναι πάντα ο «δούρειος ίππος» για τη γνώση και την εργασία, σε μια κοινωνία του ανταγωνισμού, που πάει να επιβληθεί ως το όραμα της Νέας τάξης?

Τα ίδια γράφτηκαν για το «πρόβλημα των αιώνιων φοιτητών».  Ένα νέο μηχανιστικό όχημα, που είχε απορριφθεί από το φοιτητικό κίνημα του 1979, επανήλθε για την ιδεολογία της «αξιολόγησης των πανεπιστημιακών τμημάτων και τις πιστωτικές μονάδες των φοιτητών» ως ένας βασικός δείκτης. Ένας δείκτης που μετράει το μέσο όρο φοίτησης για το πτυχίο.

 Οι έρευνες λένε όμως ότι οι «αιώνιοι» δεν μπαίνουν στο λογαριασμό, αφού δεν παίρνουν πτυχίο. Άλλος είναι ο σχεδόν ανομολόγητος στόχος. Τον απέδειξε ο πρώτος και νικηφόρος γύρος ενός πρωτόγνωρου για μας φοιτητικού κινήματος. Η είσοδος της κυριαρχίας αγοράς και των επιχειρήσεων στο χώρο της όλης εκπαίδευσης και η ατέρμονη εντατικοποίηση των φοιτητών στην ειδίκευση για να μη προλαβαίνουν να σκέπτονται ούτε για δικό τους μέλλον.

Γι? αυτό και η αλλαγή του άρθρου 16 του συντάγματος. Διάβασε κανείς τις υπόλοιπες αλλαγές, πέρα από τη μη κρατικά πανεπιστήμια, που προτείνει[i]  η Νέα Διακυβέρνηση; Μάλλον  κάνει «σουρωτήρι» την υποχρέωση της Πολιτείας για δωρεάν δημόσια εκπαίδευση; Μα επί τέλους, όλα τα της παιδείας στα θα γίνουν ΣΔΙΤ[ii];

  2. Πρώτες απαντήσεις σε «απλοϊκά» επιχειρήματα υπέρ της βάσης του δέκα.

Γράφει  αξιοπρεπής, κατά τα άλλα,  πασίγνωστος δημοσιογράφος  για το νέο δούρειο ίππο, τη λεγόμενη «βάση του δέκα»: «…Tο ένα είναι η αποτυχία του 40% των υποψηφίων να συγκεντρώσουν μέση βαθμολογία βάσης = 10! H διαπίστωση αυτή μπορεί να σημαίνει, επίσης, δύο πράγματα διαφορετικά και ταυτόχρονα ταυτόσημα. Ως υποψήφιοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν έχουν τις αναγκαίες γνώσεις για να παρακολουθήσουν τα μαθήματά της. Αλλά και ως απόφοιτοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λογικά δεν διαθέτουν αξιόπιστο πτυχίο αποφοίτησης»[iii].

Ένας άλλος  αξιοπρεπής κατά τα άλλα πρώην σχολ. Σύμβουλος φιλολόγων  συμπληρώνει: « ?Βέβαια το πρόβλημα της αξιολόγησης για την επιλογή των καλύτερων είναι σύνθετο, αλλά οπωσδήποτε σε ένα θεσμό εισαγωγικών εξετάσεων κατ' ανάγκην χρησιμοποιούνται αντικειμενικά δεδομένα, όπως είναι οι βαθμοί, για να μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Επομένως δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπόψη τις «βάσεις» εκείνες της βαθμολογίας, που κατά τεκμήριο, το κατώτατο όριο, που επιτρέπει στους υποψήφιους να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές. Αν αρνηθούμε τη «λογική των βάσεων», θα πρέπει  να καταργήσουμε τις εισαγωγικές εξετάσεις. Τότε όμως οι απόφοιτοι της Μ.Ε. να μπορούν να γράφονται σε ένα προπαρασκευαστικό έτος σπουδών των ΑΕΙ, όπου όμως από τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων επιβάλλονται αυστηρότατες εξετάσεις επιλογής»[iv].

Ποιες αλήθειες φανερώνουν και ποιες αλήθειες, αλήθεια, κρύβουν – για μένα τον καχύποπτο εκπαιδευτικό και γονέα, συνειδητά ή ασυνείδητα, αδιάφορο – οι δύο δημοσιογραφούντες; Ας τα  παρατηρήσουμε με μια σχετικά λεπτομερή προσπάθεια:

1). «Η αποτυχία του 40% να συγκεντρώσει τη βάση του δέκα». Κατ? αρχήν να διορθώσουμε το ποσοστό. Είναι 41,70 %. «Από τα στοιχεία φαίνεται ότι ο αριθμός όσων υποψηφίων βαθμολογήθηκαν κάτω του 10 σε όλες τις κατευθύνσεις είναι φέτος 38.982 σε σύνολο 93.423 εξετασθέντων (ποσοστό 41,70%) έναντι 38.942 σε σύνολο 89.318 (ποσοστό 43,66%) του 2005»[v].

Δηλαδή είχαμε μια μείωση της αποτυχίας σχεδόν 2%. Το ποσοστό αυτό είναι στατιστικά,  γι' αυτού του είδους τις εξετάσεις, σχεδόν χωρίς καμιά ιδιαίτερη αξία. Παρόμοια ποσοστά έχομε τα τελευταία χρόνια. Άγνοια επομένως της Κυβέρνησης δεν υπήρχε. Μόνο σκοπιμότητα. Το αποτέλεσμα το είδαμε.

2). «?Ως υποψήφιοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν έχουν τις αναγκαίες γνώσεις για να παρακολουθήσουν τα μαθήματά της…».  Ο ισχυρισμός αυτός έχει μια «βάση», αλλά είναι στην καλύτερη περίπτωση απλοϊκός. Διότι εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε ότι   «Συνολικά, στα TEI έμειναν 17.245 κενές θέσεις, εκ των οποίων οι 14.365 «ανήκουν» στους υποψηφίους των ενιαίων λυκείων και οι υπόλοιπες 2.880 στους «δικαιούχους» των TEE?Χθες, το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε τις βάσεις εισαγωγής στα AEI και TEI και συνολικά 18.768 θέσεις έμειναν κενές από υποψηφίους που δεν πέρασαν τη βάση. Μεταξύ αυτών, οι 15.361 ήταν υποψήφιοι από τα ημερήσια ενιαία λύκεια – όπου και ο μεγάλος όγκος των μαθητών -, οι οποίοι άφησαν κενές 1.394 θέσεις σε ξενόγλωσσα πανεπιστημιακά τμήματα και Ακαδημίες του Εμπορικού Ναυτικού, καθώς και 13.967 θέσεις στα TEI»[vi].

Επομένως σε όλα σχεδόν τα ΑΕΙ οι θέσεις καλύφτηκαν και πάλι με φοιτητές που έγραψαν πάνω από τη βάση. Προς τι ο θρήνος και ο σπαραγμός για τους μελλοντικούς επιστήμονες; Οι κενές θέσεις λοιπόν έμειναν στα ΑΤΕΙ, που είναι κυρίως τμήματα εφαρμογής και υψηλής κατάρτισης και στα ξενόγλωσσα ΑΕΙ. Οι απόφοιτοι αυτοί επομένως κατευθύνονται κυρίως στην χαμηλή κατάρτιση των κυρίως ιδιωτικών ΙΕΚ ή θα  δώσουν εκ νέου εξετάσεις. Αυτό λοιπόν είναι προτιμότερο;

Αποκρύβεται όμως ότι εισάχθηκαν  χιλιάδες  φοιτητές με βάση κάτω των 10.000 μορίων με μικρότερη αυτή των 8.500, ενώ έμειναν από έξω περίπου τελείως άδικα 10.000 υποψήφιοι με περισσότερα μόρια απ?  αυτούς (λείπουν τα πλήρη ακριβή στοιχεία). Μια πρόβλεψη και η εξήγηση γι? αυτό το «παράδοξο»  είχε δημοσιευτεί στις 17-07-2006 από τον μαθηματικό κ. Εμμ. Αμαριαννάκη[vii]

3). «…Αλλά και ως απόφοιτοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λογικά δεν διαθέτουν αξιόπιστο πτυχίο αποφοίτησης?». Με αυτή την έκφραση διαφαίνεται  το λογικό υπόβαθρο του άρθρου αγνοεί ότι:

– στο απολυτήριο (που είναι μια άλλη βάση του δέκα) συμμετέχουν πλέον ισότιμα οι προφορικοί βαθμοί, οι οποίοι, καλώς από παιδαγωγική και μορφωτική πλευρά, εκφράζουν μια διαρκή, ετήσια  και σύνθετη ικανότητα για τις βασικές γνώσεις των μαθημάτων.

– συμμετέχουν και οι γραπτοί βαθμοί των έξη ή επτά πανελλαδικώς εξεταζόμενων μαθημάτων.

–  πρόκειται για το μέσο όρο με μαθήματα που δεν εξετάζονται πανελλαδικά.

–  το απολυτήριο εκφράζει, με το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα, το τέλος μιας μορφωτικής διαδικασίας με το ελάχιστο των απαραίτητων γνώσεων για έξοδο στην κοινωνία, αλλά όχι για επιστημονική συνέχεια.

–  υπάρχουν χώρες (π.χ. Φιλανδία) που όλοι οι μαθητές αποφοιτούν, ανεξαρτήτως βαθμού.

Πρόκειται επομένως για το  παρόμοιο επιχείρημα και από τους ίδιους κύκλους με την οποία υποτιμούνται όλα τα πανεπιστημιακά πτυχία (που αποτελούν καρπό μακροχρόνιας διαδικασίας και αξιολόγησης) από το βαθμό μιας διήμερης εξέτασης στον ΑΣΕΠ, που είχε στόχο τότε την κατάργηση της επετηρίδας. Τώρα το επιχείρημα αυτό έχει πάλι στόχο την πάρα πέρα μείωση των αποφοίτων του Γεν. Λυκείου και του ΕΠΑ.Λ. και αύξηση των μαθητών στη πολύ χαμηλή κατάρτιση των ΕΠΑ.Σ.

        4). «?Αν αρνηθούμε τη «λογική των βάσεων», θα πρέπει  να καταργήσουμε τις εισαγωγικές εξετάσεις. Τότε όμως οι απόφοιτοι της Μ.Ε. να μπορούν να γράφονται σε ένα προπαρασκευαστικό έτος σπουδών των ΑΕΙ, όπου όμως από τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων επιβάλλονται αυστηρότατες εξετάσεις επιλογής». Ο αγαπητός μου συνάδελφος με αυτή την έκφραση υποπίπτει στα εξής απανωτά πολιτικά λάθη:

– Χρησιμοποιεί την έννοια της σχετικής βάσης για κάθε τμήμα, αφού έχει εκεί οριστεί κλειστός αριθμός εισακτέων, υπονοώντας  τη βάση του δέκα  η οποία όμως αποτελεί οριστικό αποκλεισμό, ανεξάρτητα από τις κενές θέσεις. Και το χρησιμοποιεί φέτος που είχαμε 17.245 κενές θέσεις στα ΑΤΕΙ και έχει διχαστεί ο εκπαιδευτικός και μη κόσμος!!!

– Ενώ όλοι μιλάμε για τη βάση τελικού αποκλεισμού, αναφέρεται στις πολλές βάσεις, για τις οποίες δεν έχει τεθεί ζήτημα.

– Εισάγει το ζήτημα της κατάργησης των εισαγωγικών εξετάσεων για να οδηγηθεί συμπερασματικά με τεράστιο άλμα σκέψης στο «προπαρασκευαστικό έτος», που αποτελεί μεν την πρόταση συναδέλφων του στο Π.Ι.[viii], ενώ παράλληλα αγνοεί ή αποκρύβει το σχέδιο του ΕΣΥΠ[ix] για περιφερειακές εξετάσεις. Πολύ δε περισσότερο ότι  είναι δυνατόν ένα μορφωτικό και εκπαιδευτικό κίνημα να οδηγήσει, με ένα πράγματι μακροχρόνιο σχεδιασμό για αναβαθμισμένο ενιαίο και βαθιά αντισταθμιστικό σχολείο[x],   και σε ελεύθερη εισαγωγή σε ΑΕΙ -ΑΤΕΙ.

-Οδηγεί πλαγίως τη σκέψη του μη ειδικού στο  συμπέρασμα ότι προτιμότερο μια βάση του δέκα παρά ένα τέτοιο προπαρασκευαστικό έτος και επομένως «τα κεφάλια μέσα» και μη σκεφτείτε άλλες λύσεις.

3. Το αντι-επιστημονικό της βάσης του δέκα.

Όπως απέδειξε συνάδελφος και ερευνητής[xi], η χρήση μιας τέτοιας βάσης είναι και επιστημονικά αστήρικτη. Με βάση μια σειρά πινάκων με στοιχεία του ΥΠΕΠΘ, εκθέτει τα πραγματικά στοιχεία που ισχύουν για τη βάση του δέκα, ως φίλτρο αποκλεισμού:

«Όμως, η προσεκτική έρευνα των βαθμολογιών αποδεικνύει ότι το 10 είναι ένα τελείως αυθαίρετο όριο αν λάβουμε υπόψη ότι:

-Από χρόνο σε χρόνο και ανά μάθημα έχουμε ποσοστά υποψηφίων που γράφουν κάτω από 10 που κυμαίνονται από το 20 έως το 80%.

-Πολύ κοντά στο 10 βρίσκεται ο μέσος βαθμός των υποψηφίων. Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος υποψήφιος είναι σχεδόν ακατάλληλος για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;

-Οι μέσοι βαθμοί ανά μάθημα παρουσιάζουν τεράστιες διακυμάνσεις που, σε κάποια μαθήματα, ξεπερνούν τις 5 μονάδες! (Πίνακας 1) Ποια μπορεί να είναι η σημασία του 10 σε τέτοιες συνθήκες.

-Σε κάθε επιστημονικό σύγγραμμα αναφέρεται ότι κριτήριο αντικειμενικότητας ενός τεστ είναι τα ίδια τα αποτελέσματά του. Όταν 70% των υποψηφίων γράφουν σε κάποιο μάθημα κάτω από τη βάση, εκείνος που πρέπει να «κοπεί» είναι το ίδιο το διαγώνισμα – ίσως και ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα- και πάντως όχι οι συμμετέχοντες σ'  αυτό».

4. Επίλογος

Το ζήτημα δεν τελειώνει με αυτές τις παρατηρήσεις. Έχει πολλές πλευρές ακόμα. Θα σημειώσω τελείως επιγραμματικά άλλες τρεις:

1). Την αντι-κοινωνική πλευρά. Όχι μόνο για το ότι τα παιδιά που αποκλείονται από τα ΤΕΙ προέρχονται κυρίως από τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, όπως απέδειξε γνωστός ερευνητής[xii], και αυξάνεται η ταξικότητα στις ανώτερες σπουδές. Αλλά και από την μείωση των φοιτητών στις μεσαίες ελληνικές πόλεις (42 τον αριθμό έχουν πρόβλημα).

Και δεν αναφέρομαι στην οικονομική ζημιά στο εισόδημα από τους φοιτητές (ενοίκια, καταστήματα, κλπ). Εκεί χρειάζονται μάλλον μέτρα μάλλον υπέρ των φοιτητών (φοιτητικές εστίες κλπ). Αναφέρομαι στο πολιτισμικό, κοινωνικό και πολιτικό ζωντάνεμα αυτών των πόλεων από τον φοιτητικό κόσμο.

2). Την αντι-εκπαιδευτική. Χρησιμοποιείται για άλλες εκπαιδευτικές πολιτικές, όπως η αναδιάρθρωση των ΑΤΕΙ, οι αλλαγές στο εξεταστικό του Λυκείου, η αλλαγή του ποσοστού ροής προς την ΤΕΕ, ενώ όλοι γνωρίζαμε από πριν το αποτέλεσμα. Λες και μας προσκόμισε «γλαύκας εις Αθήνας»… Και παρόλα αυτά το ΥΠΕΠΘ επιμένει ακόμα να μην πάρει επιλαχόντες, ενώ έπαιξε  ήδη με 27.000 υποψήφιους χωρίς τη βάση 10, που  το άκουσαν και έκαναν  μηχανογραφικό,  όπου περίπου οι μισοί έχουν περισσότερα από 8.500 μόρια, τα οποία ήταν η φετινή βάση των βάσεων…

3). Την αντι-δημοκρατική. Όχι μόνο γιατί οι φετινοί υποψήφιοι το έμαθαν, ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει την Γ΄ Λυκείου, αλλά και γιατί χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τις εκπαιδευτικές πολιτικές σε ΑΤΕΙ και Λύκεια[xiii].

Με αυτό το πολιτικό ήθος μας λέει η πολιτική εξουσία της Νέας Εποχής ότι, εκτός του ότι δεν λογαριάζει τον ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο εντός και εκτός των θεσμών,  προσπαθεί να μας παραπλανήσει, όπως με την «επετηρίδα» και τους «αιώνιους φοιτητές».

Είναι το χειρότερο μάθημα δημοκρατίας που μπορεί να δώσει το ΥΠΕΠΘ της Ν.Δ.. Και μαζί με αυτό και ένα μεγάλο κομμάτι αξιοπρεπών κονδυλοφόρων. Ελπίζουν μάλιστα όλοι αυτοί ότι δεν θα υπάρξει πάλι δυναμικό, πλατύ και μακρόπνοο φοιτητικό ή μαθητικό κίνημα;

Στην αντίθετη και απευκταία γι? αυτούς περίπτωση, πιθανά να ακουστούν πάλι αυτά που ακούστηκαν επί υπουργίας του αλήστου μνήμης Γερ. Αρσένη το 1999-2000 ή το περασμένο καλοκαίρι με την υπουργό μας. 

Τότε πάλι θα αναμετρηθούν οι συνειδήσεις μας  με την κραυγή αγωνίας και αγώνα της ανυπότακτης νεολαίας στο πολιτικό εκπαιδευτικό ψέμα…

 

  * Αντιπρόεδρος της Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας, μέλος Δ.Σ. Ομοσπονδίας ενώσεων Γονέων Ν. Αχαΐας (Σ. Σ. την περίοδο εκείνη).

 

Οβρυά Πάτρας, 08-09-2006.

 


[i] http://www.parliament.gr/ergasies/anathsyntagmaDetails.asp?lawid=451

[ii]  Στα ΣΔΙΤ 37 εκπαιδευτικά κτίρια: http://www.edra.ipet.gr/  Δημοσιεύθηκε την: 06.09.2006 19:10:01, Πηγή: ΥπΕΠΘ).     

[iii] 4). Αντ. Καρκαγιάννης, H αποτυχία του 10!: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ? ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ,  04/07/2006,

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_04/07/2006_189689

[iv] Θ.Κ., Οι «βάσεις» των εισαγωγικών εξετάσεων,  ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, 31-08-2006, Αρ. Φ. 733 (1046), σελ. 1 και 2.

[v]  http://www.alfavita.gr/ejetaseis05/ejet0690.htm   και

http://www.alfavita.gr/ejetaseis05/GenikosBathmosProsbasis2006.xls

[vi] Απόστολου Λακασά, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25-08-06,

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100054_25/08/2006_195286

[vii] ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ; του Εμμ. Αμαργιανάκη (17/07/06), Γιατί ένας υποψήφιος με ΓΒΠ 7,5 και 10000 μόρια θεωρείται καλύτερος από έναν υποψήφιο με ΓΒΠ 9,95 και 9991 μόρια;

http://www.alfavita.gr/anakoinoseis/anak1650.htm

[viii] ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ,

http://www.paremvaseis.org/eisigisipi.htm

[ix] Τι αλλάζει σε Γυμνάσιο ? Λύκειο. Όλο το σχέδιο του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: 

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14808&m=A04&aa=1 και

http://assets.in.gr/newspapers/reportofesyp.doc

[x]  http://www.bibliopolis.gr/allGreeks/content.php?article.226 και

http://www.kke.gr/koinvnia/paideia/protash/3/protash_6.html

[xi] Τα αποτελέσματα της βαθμολογικής βάσης (5/9/06), Σ. Μαρίνη,

http://www.proslipsis.gr/cmCat_treePrd.php?&cm_catid=58&cm_prdid=2275

[xii] Χρ. Κάτσικας, ΤΑ ΝΕΑ, 28-8-06, 

http://www.alfavita.gr/typos/typos1988.htm

[xiii] 14). Δ.Σ. ΟΛΜΕ, 312-08-06:

http://www.olme.gr/2002/vaseisTELIKO0906.pdf

 

Το δόγμα του αμοραλισμού…

Το δόγμα του αμοραλισμού…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Πώς βλέπεις την πολιτική κατάσταση; Ρώτησα κάποιον.

-Εδώ και πολύν καιρό, είπε,  είχαμε καταλάβει ότι απ' το «σεμνά και ταπεινά», καταντήσαμε στο αμοραλιστικά και αλαζονικά. Αλλά, τώρα, σ' αυτή τη φάση, με το κλείσιμο της Βουλής και την συνακόλουθη παραγραφή των οποιωνδήποτε ευθυνών πολιτικών προσώπων, έχω την εντύπωση ότι απ' την κοινοβουλευτική ολιγαρχία ξεπέσαμε στην απόλυτη πρωθυπουργική μοναρχία…

-Ναι, αλλά ο, τι έγινε, έγινε με βάση το νόμο.

Μάλλον τώρα αποδεικνύεται πως εκείνο το περιώνυμο απόφθεγμα ότι «το νόμιμο είναι, τάχα, και ηθικό», δεν ήταν το «λάθος» ενός κάποιου υπουργού. Αλλά είναι πάγιο και κύριο δόγμα του καπιταλισμού. Και εδώ στον τόπο μας του δικομματισμού. Όπου οι περισσότεροι νόμοι τους δεν έχουν καμιά σχέση με την ηθική και προπάντων με τη δικαιοσύνη. Αν οι άνθρωποι αυτοί σκέφτονταν με βάση την ηθική και τη δικαιοσύνη, ύστερα απ' αυτό, που έγινε, όχι μόνο δεν θα ούρλιαζαν τις ίδιες και τις ίδιες ψευτιές και ανοησίες, προκειμένου να κάμουν το μαύρο άσπρο, αλλά θα ντρέπονταν ακόμη και να ξεμυτίσουν απ' το σπίτι τους. Αλλά ισχύς τους η αδιαντροπιά τους και η ανίατη ευπιστία του λαού…

-Λένε πως δεν υπήρχαν στοιχεία για πολιτικές ευθύνες!…

-Μια λαϊκή παροιμία λέει πως «όταν το λύκο τόνε βλέπουμε δεν ψάχνουμε για ντορό. Όταν τα σκάνδαλα «με χίλιες γλώσσες κρένουν» για πολιτικές ευθύνες, το να ισχυρίζονται κάποιοι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία συνιστά προσβολή της κοινής λογικής. Η έλλειψη στοιχείων, στις περιπτώσεις αυτές, δεν δείχνει, αναγκαστικά, την αθωότητα κάποιων. Δείχνει μάλλον ότι έχουμε να κάνουμε με ιδιοφυΐες και σπεσιαλίστες του είδους, που ξέρουν να κλέβουν και να ληστεύουν, αλλά και να κρύβονται. Πέραν του ότι μπορεί να υπάρχει ένα πολυεπίπεδο καθεστώς κουκουλώματος. Όπως φαίνεται να συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση.

-Και για τις αντιδράσεις του λαού τι έχεις να πεις;

-Ποιου λαού; Αυτουνού που χειροκροτεί και ζητωκραυγάζει και ασφαλώς ψηφίζει τους πρωταθλητές της απάτης! Δεν είδες τι κάνει το κατεστημένο! Κουκουλώνει τον ένα και τον άλλο. Κι ύστερα τους στέλνει στο λαό, για να σφυγμομετρήσει τις αντιδράσεις του. Κι όταν ένα μέρος του λαού, που τους έχουν κάνει «υιούς γεένης διπλότερους» απ' τους εαυτούς τους, τους υποδέχεται μετά βαΐων και κλάδων, αποβάλλουν και το τελευταίο ίχνος ενδοιασμών και δεν διστάζουν να φτάσουν στο ζενίθ του αμοραλισμού. Όπως φαίνεται να συνέβη και τώρα. Κι έτσι ο φαύλος κύκλος καλά κρατεί….

-Δεν βλέπεις καμιά εναλλακτική λύση;

-Φοβάμαι πως, έτσι που είναι στημένο το σκηνικό της εξαπάτησης του λαού, όχι. Αφού τον καλούν διαρκώς να διαλέξει ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι η Σκύλλα μπορεί να είναι διαφορετική από τη Χάρυβδη. Όταν μάλιστα το παρελθόν φωνάζει για το αντίθετο. Και δεν νομίζω ότι θα 'ρθει κάποια στιγμή, κατά την οποία κάποιοι λύκοι, που είχαν συνηθίσει να τρώνε αρνάκια, τώρα θ' αλλάξουν και θα βόσκουν χορταράκια.

-Δεν υπάρχουν κάποιοι, που θα μπορούσαν να μας βγάλουν απ' την αποτελμάτωση;

-Και πολλοί μάλιστα! Αλλά το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο δεν τους αφήνει. Δεν είδες τι έγινε, για παράδειγμα, με το Πανελλήνιο Μακεδονικό Μέτωπο! Τα μεγαλοκάναλα το «έθαψαν». Ενώ την ίδια στιγμή ανακάτευαν την κοπριά των σκανδάλων. Και παρήλαυναν ένθεν κακείθεν οι ίδιοι και οι ίδιοι φαφλατάδες του δικομματισμού. Και έλεγαν τα αιωνίως επαναλαμβανόμενα ανιαρά και βλακώδη. Που αποπνέουν την ίδια αποκρουστική και δύσοσμη πτωμαΐνη, με την οποία δηλητηριάζουν το ήθος και το πνεύμα του λαού. Έτσι ώστε να βρίσκεται σε λήθαργο και υπνηλία και να παγιδεύεται διαρκώς στο ίδιο αδιέξοδο. Θα τους χαλούσε βλέπεις την «ορθοδοξία» του αμοραλισμού, αν ακούγονταν και δυο «αιρετικά» λόγια εθνικής αξιοπρέπειας και πολιτικού ήθους.

-Δηλαδή, ούτε πολύ ούτε λίγο, φέρνεις την απελπισία.

-Η απελπισία έρχεται, όταν θα πάψουμε να παλεύουμε. Όπως εκείνοι δεν διστάζουν να πετούν κατά πρόσωπο στο λαό την κοπριά της απάτης και της ψευτιάς, έτσι κι εμείς δεν θα πρέπει να διστάζουμε ν' ανάβουμε, όπου μπορούμε τα κεράκια της αλήθειας!

 

παπα-Ηλίας, 12-05-2009

Ορθοδοξία και σύγχρονος πολιτισμός

Ορθοδοξία και σύγχρονος πολιτισμός

 

του Σεβασμ. Μητροπολίτου Περγάμου κ.κ. Ιωάννη

 

Ποια είναι η σχέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον πολιτισμό και ποια είναι η ιδιαίτερη σχέση της με τον πολιτισμό των ημερών μας; Είναι γνωστό ότι η Εκκλησία είναι «εν τω κόσμω», αλλά όχι εκ του κόσμου. Και αυτό περιπλέκει πάντοτε την αυτοσυνειδησία της και κάνει τον κύριο εκφραστή της αυτοσυνειδησίας αυτής, που είναι η Θεολογία, να αναζητεί τρόπους, με τους οποίους η εσχατολογική ταυτότητα της Εκκλησίας, δηλ. το όχι εκ του κόσμου τούτου, θα διατηρηθεί χωρίς να πάψει να ισχύει το «εν τω κόσμω», δηλαδή η σχέση της με τον ευρύτερο πολιτισμικό περίγυρό της. Η σχέση της Εκκλησίας με τον εκάστοτε πολιτισμό είναι πάντοτε διαλεκτική.

Θετική και συγχρόνως αρνητική. Σχέση αγάπης και μίσους, θα έλεγε κανείς. Έτσι περιγράφεται και στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον και έτσι θα παραμείνει μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Όταν ο τρόπος υπάρξεως της Εκκλησίας και εκείνος του κόσμου θα ταυτισθούν πλέον στη Βασιλεία του Θεού. Όταν δηλαδή ο κόσμος θα γίνει Βασιλεία του Θεού.

Ποιες γέφυρες θα μπορούσαν να υπάρξουν σήμερα μεταξύ της ορθοδόξου παραδόσεως και του συγχρόνου πολιτισμού; Το ζητούμενο είναι να μην αποκοπεί η ορθόδοξη παράδοση από τον σύγχρονον κόσμο, αλλά και να μην ταυτισθεί με το σχήμα του κόσμου τούτου σε βαθμό επικίνδυνο για τον εσχατολογικό προορισμό της Εκκλησίας. Δύο παρατηρήσεις κρίνονται απαραίτητες εισαγωγικά. Η πρώτη είναι ότι η ορθόδοξη παράδοση πάντοτε στάθηκε απέναντι στον πολιτισμό με θετική διάθεση. Ο πολιτισμός δεν είναι κάτι το δαιμονικό, που πρέπει να το εξορκίσομε. Η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξη, συνέβαλε στη δημιουργία πολιτισμού, όπως μαρτυρεί η ανάπτυξη και άνθιση της Βυζαντινής Τέχνης σε όλες τις μορφές της: Εικόνες, ποίηση, λογοτεχνία και τόσα άλλα. Και τούτο γιατί κατά την Ορθόδοξο Θεολογία ο άνθρωπος, ως εικών του Θεού, πλάσθηκε για να είναι δημιουργός, μεταμορφωτής της δοσμένης σ' αυτόν φύσεως. Της έξωθεν φύσεως, αλλά και της δικής του φύσεως.

Μεταμορφωτής σε είδος και κάλλος, κάνοντας χρήση της ελευθερίας, του αυτεξουσίου του. Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι ο σύγχρονος πολιτισμός διέρχεται κρίση. Η κρίση αυτή είναι πολύπλευρη και βαθιά. Και το ερώτημα είναι, τι πρέπει να κάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία ζώντας «εν τω κόσμω», αλλά μη όντας εκ του κόσμου, μπροστά στην κρίση αυτή. Για να δοθεί όμως κάποια απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε δυο πράγματα. Τι εννοούμε με τον όρο «ορθόδοξη παράδοση» και τι εννοούμε με τον όρο «σύγχρονο πολιτισμό». Γιατί και στα δύο αυτά υπάρχει κάποια σύγχυση στη σκέψη των ανθρώπων της εποχής μας. Και πρώτα ως προς τον όρο «ορθόδοξη παράδοση».

Αν ρωτήσουμε ένα σύγχρονο συνομιλητή μας τι εννοεί με αυτόν τον όρο, θα μας πει συνήθως, ότι έχει κατά νου τη δογματική, λατρευτική και ασκητική παράδοση, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια του Βυζαντίου και ολοκληρώθηκε το αργότερο τον 14ο αιώνα με τον Ησυχασμό και τη Θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Όλα τα μετά την εποχή αυτή αποτελούν ορθόδοξη παράδοση μόνο στον βαθμό που συνεχίζουν ή μάλλον επαναλαμβάνουν και αντιγράφουν ακόμη και στις εξωτερικές τους λεπτομέρειες τα χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης.

Πρόκειται για έναν κλασικισμό, ανάλογο με εκείνον της αρχαίας Ελληνικής παιδείας, που αποτέλεσε τη βάση της διαμορφώσεως της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας στα νεώτερα χρόνια. Η αντίληψη αυτή για την ορθόδοξη παράδοση δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στη γεφύρωσή της με τον σύγχρονον πολιτισμό. Με την επιμονή της να αντιγράφει πιστά το παρελθόν κινδυνεύει η αντίληψη αυτή να μεταβάλει την Ορθοδοξία σε εξωτερικό φαινόμενο, προορισμένο να περιθωριοποιηθεί και να προκαλεί απλώς την περιέργεια του σύγχρονου κόσμου, χωρίς να επηρεάζει το ιστορικό γίγνεσθαι. Πάρτε ως παράδειγμα την Αγιογραφία, η οποία ανθεί σήμερα στον ορθόδοξο χώρο, κυρίως μετά τον αείμνηστο Φώτη Κόντογλου.

Πρόκειται για πιστό αντίγραφο του παρελθόντος, το οποίο δεν ρίχνει καμία απολύτως γέφυρα στο σύγχρονο πολιτισμό. Το ίδιο ισχύει και για την ακαδημαϊκή δογματική Θεολογία του τόπου μας, που δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να επαναλαμβάνει χωρία των Πατέρων και διατυπώσεις χωρίς καμία ερμηνεία στο φως των αναζητήσεως του σύγχρονου ανθρώπου. Όλα αυτά και άλλα παρόμοια θα οδηγήσουν της Ορθοδοξία σε περιθωριοποίηση. Κάτι που δεν γίνεται ακόμη αντιληπτό στον Ελλαδικό χώρο λόγω του μεταβατικού σταδίου, της μεταβατικής φάσεως που διέρχεται ο σύγχρονος Έλληνας. Φάσεως από τη Βυζαντινή του παράδοση προς τον εκδυτικισμό του τρόπου ζωής του. Έναν εκδυτικισμό, που είναι διάχυτος στην πολιτική, στην οικονομία, στον τρόπο με τον οποίο ο Έλληνας ζει καθημερινά, διασκεδάζει κ.λ.π.

Ως προς τον όρο «σύγχρονος πολιτισμός» θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν πρόκειται για τίποτε άλλο, από την ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού στο αποκορύφωμά του. Ο σύγχρονος πολιτισμός, είτε το θέλομε είτε όχι, κυριαρχείται και καθορίζεται από τις αξίες που αναπτύχθηκαν στη Δύση από τότε που η Ελληνική Παιδεία και η χριστιανική πίστη πέρασαν στα χέρια των Ρωμαίων και προσέβαλαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ρωμαϊκής νοοτροπίας. Χωρίς μια βαθιά και ακριβή γνώση των χαρακτηριστικών αυτών δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον σύγχρονο πολιτισμό.

Το πρώτο είναι η ατομοκρατία. Η έννοια του ανθρώπου ως ατόμου έχει τις ρίζες της στον ιερό Αυγουστίνο, τον Βοήθιο και τους άλλους Λατίνους Θεολόγους, οι οποίοι διαμόρφωσαν και τον μεσαιωνικό και τον νεώτερο δυτικό πολιτισμό. Σύμφωνα με αυτήν ο άνθρωπος αποτελεί μονάδα και αξία καθεαυτήν. Και η ικανοποίηση των αναγκών του είναι ο ύψιστος σκοπός του πολιτισμού. Αποτελεί επίσης υποκείμενο του «σκέπτεσθαι» και του «δραν», του «ενεργείν».

Το δεύτερο στοιχείο είναι ο ευδαιμονισμός. Σκοπός του πολιτισμού είναι η ευδαιμονία του ατόμου. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το ιδανικό της ευδαιμονίας του ατόμου έχει ήδη περάσει και στα Συντάγματα των Δυτικών Χωρών. Υπάρχει και στο Σύνταγμα της Αμερικής, των ΗΠΑ. Η ευτυχία του ατόμου είναι περίπου ο σκοπός του πολιτισμού. Η Τέχνη νοείται ως μέσον ευχαριστήσεως ή αισθητικής καλλιέργειας του ατόμου, η παιδεία ως ανάπτυξη και διαμόρφωση του χαρακτήρα του ατόμου, η οικονομία ως αύξηση του εισοδήματος του ατόμου κ.λ.π.

Τρίτο χαρακτηριστικό είναι η χρησιμοθηρία. Τελικό κριτήριο του πολιτισμού, του σύγχρονου πολιτισμού, είναι η παραγωγικότητα, δηλαδή η χρησιμότητα του πολιτισμού στην προώθηση της ευδαιμονίας του ατόμου. Όσα περισσότερα παράγει το άτομο, τόσο περισσότερο αυξάνει την ευδαιμονία του, τόσο περισσότερο είναι πολιτισμένο.

Τέταρτο στοιχείο είναι η λογοκρατία. Ο άνθρωπος νοείται κατ' εξοχήν ως σκεπτόμενο ον. Αυτό ανάγεται, όπως είπα, στον Αυγουστίνο περισσότερο. Αναπτύσσεται έτσι στον σύγχρονο πολιτισμό η διανοητική ικανότητα του ανθρώπου, με αποτέλεσμα την κυριαρχία της πληροφορίας ως μέσου γνώσεως, της συσσωρεύσεως γνώσεων περί των πραγμάτων και προωθείται η πίστη, ότι όσο πιο πολλά γνωρίζομε, τόσο πιο ασφαλείς είμαστε. Όλα πλέον τα εναποθέτομε στη γνώση.

Είναι βαθύτατη η πίστη του πολιτισμού μας, ότι αν ο άνθρωπος γνωρίζει, είναι ασφαλής, δεν κινδυνεύει, προστατεύεται. Αγνοείται δηλαδή ότι μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίζει κάτι, αλλά να μη θέλει να το κάνει. Εδώ εντάσσεται και η ασύδοτη πλέον διείσδυση του ανθρωπίνου νου στα μυστικά της φύσεως με όλα τα τρομερά προβλήματα Βιοηθικής, τα οποία αντιμετωπίζει ο πολιτισμός μας εντονότατα. Συνέπεια της συνθέσεως όλων αυτών των χαρακτηριστικών είναι η υπερτροφία του λογικού, το οποίο κατεξουσιάζει την πραγματικότητα μέχρι του σημείου να την πλάθει όπως θέλει αυτό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι έχει δημιουργηθεί ο όρος «virtual reality», δηλαδή η εικονική πραγματικότητα, που την πλάθει η ίδια η πληροφορία. Καθώς και η κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσεως, με αποτέλεσμα το γνωστό μας οικολογικό πρόβλημα. Το σημαντικό στην όλη αυτή κατάσταση είναι ότι ο πολιτισμός μας νομίζει ότι όλα τα προβλήματά του θα τα λύσει με την αύξηση της πληροφορίας και της γνώσεως, ενώ ακριβώς με τον τρόπο αυτό αναπαράγει τα προβλήματα. Βρισκόμαστε σ' ένα φαύλο κύκλο, από τον οποίο δεν μπορούμε να βγούμε χωρίς ριζικές και βαθιές τομές, χωρίς δηλαδή αναθεώρηση των θεμελιωδών αρχών, πάνω στις οποίες στηρίζεται και οικοδομείται ο πολιτισμός μας.

Μπροστά στην κατάσταση αυτή η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο δίλημμα. Θα χρησιμοποιήσει τον σύγχρονο πολιτισμό για να περάσει τα μηνύματά της, με τα οποία θα επιχειρήσει να διορθώσει τα κακώς κείμενα, τουτέστιν να αναιρέσει τον ίδιο τον πολιτισμό; Ή θα επιμείνει στη χρησιμοποίηση των δικών της μέσων για τον σκοπό αυτό; Ορισμένα παραδείγματα αποκαλύπτουν τη σοβαρότητα του διλήμματος. Είναι γνωστή η σημασία του Διαδικτύου στο σύγχρονο πολιτισμό μας. Πολύ σύντομα όσοι δεν θα είναι δικτυωμένοι σ' αυτό, θα είναι κωφάλαλοι και ανίκανοι να μεταφέρουν τα μηνύματά τους οπουδήποτε. Αλλά το Διαδίκτυο αποτελεί κατά κοινήν ομολογία, το αποκορύφωμα της ατομοκρατίας και λογικοκρατίας. Και οι κίνδυνοι που συνεπάγεται για τις ανθρώπινες σχέσεις είναι πλέον γνωστοί. Αν η Εκκλησία δικτυωθεί σ' αυτό για να μεταφέρει τα μηνύματά της στο σύγχρονο κόσμο, στην ουσία θα αρνηθεί και θα καταστρατηγήσει η ίδια το μήνυμά της με τον τρόπο αυτό, αφού η ουσία του μηνύματός της καταργείται από την ίδια τη φύση του οργάνου που χρησιμοποιεί. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις μορφές της πληροφορικής και τα λεγόμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κ.λπ. Η συμμετοχή της Εκκλησίας σε όλο αυτό το βουητό της πληροφορήσεως αποτελεί παράδοση του εαυτού της στα χέρια του σύγχρονου πολιτισμού. Δηλαδή αλλοτρίωση.

Είναι προφανές ότι η Εκκλησία για πρώτη φορά κατά τη γνώμη μας κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της, προσπαθώντας να την προβάλει στον σύγχρονο πολιτισμό. Τι πρέπει να γίνει;

Νομίζω ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει παγιδευθεί άσχημα στο παιγνίδι τόσο της ατομοκρατίας, όσο και της λογικοκρατίας και της χρησιμοθηρίας. Έχει πιστέψει ότι θα σώσει τον κόσμο μιλώντας πολύ, κάνοντας πολλά και επιτυγχάνοντας πολλά. Έτσι λησμόνησε μια βασική αλήθεια: Ότι η Εκκλησία δεν σώζει με αυτά που λέγει, ούτε με αυτά που κάνει, αλλά με αυτό που είναι!

Ας δούμε τι σημαίνει αυτό σε σχέση με το θέμα του πολιτισμού. Η Ορθοδοξία, πρώτον, δεν μπορεί να ασκήσει δημιουργική κριτική του συγχρόνου πολιτισμού, χωρίς να έχει βαθιά συνείδηση της παραδόσεως και της κληρονομιάς της. Η Ορθοδοξία πρέπει να αναπτύξει τη σπουδή της Θεολογίας της, της Πατερικής κυρίως Θεολογίας, κατά τρόπο συστηματικό μέσα στο δυτικό χώρο.

Πρέπει να λησμονήσομε την αντίληψη, ότι οι Ποιμένες είναι απλοί Διοικηταί. Χωρίς Θεολογία οι Ποιμένες θα γίνουν έρμαια και άκριτοι οπαδοί του περιβάλλοντος πολιτισμού. Θα βυθίσουν τα ποίμνιά των και θα βυθισθούν και οι ίδιοι μέσα στα αδιέξοδα του πολιτισμού μας, ο οποίος είναι άλλωστε τόσον ελκυστικός. Δεύτερον, η κριτική στάση της Ορθοδοξίας έναντι του συγχρόνου πολιτισμού, για να είναι εποικοδομητική και δημιουργική, δεν πρέπει να είναι πολεμική, αλλά αποτέλεσμα συμπαθούς και φιλανθρώπου συγκαταβάσεως της Εκκλησίας στο σύγχρονο άνθρωπο και τα υπαρξιακά προβλήματά του.

Ας μη λησμονήσουμε ότι ο δυτικός άνθρωπος δεν είναι πλέον ο άλλος, ο απέναντι και έξω από την Εκκλησία μας, αλλά ο ενορίτης μας, όπως θα είναι και τα παιδιά του, τα παιδιά των παιδιών του. Η κριτική συνεπώς δεν πρέπει να ασκείται με την αντιπαράθεση «εμείς και οι άλλοι». Αλλά με τη συμπάθεια και την κατανόηση που θα εδείχναμε προς τους δικούς μας, προς τα ίδια μας τα παιδιά. Τρίτον, η μαρτυρία της Ορθοδοξίας ως εποικοδομητική και δημιουργική παρουσία στο χώρο της Δύσεως δεν πρέπει να ασκείται κυρίως δια των λόγων, είτε πρόκειται για προφορικό, είτε γραπτό, είτε πλέον και για ηλεκτρονικό λόγο. Η καλύτερη μαρτυρία είναι η ίδια η Εκκλησία, όταν συγκροτείται και λειτουργεί σωστά. Όταν π.χ. μέσα στον ατομοκρατούμενο δυτικό πολιτισμό μας υπάρχει και λειτουργεί σωστά η Ενορία.

Η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον πολιτισμό μας είναι πολύ πιο σημαντική από όλα τα κηρύγματα και την αρθρογραφία μας. Διότι με τον τρόπο αυτό προβάλλεται ένα πρότυπο και μια στάση ζωής, μια εναλλακτική λύση στα αδιέξοδα που δημιουργεί ο ατομισμός των κοινωνιών μας. Το ίδιο ισχύει και για την ευχαριστιακή κοινότητα και την ασκητική παράδοση και εμπειρία της Εκκλησίας μας ως αντίδοτα στα αδιέξοδα που δημιουργεί η οικολογική κρίση και ο ευδαιμονισμός του πολιτισμού μας. Αν η Ορθοδοξία έχει συγκροτημένη και σωστή Ενορία, ευχαριστιακή κοινότητα και μοναχικό βίο σύμφωνα με τη θεολογική της παράδοση, τότε η παρουσία της όχι μόνο θα προστατεύσει την ίδια από την αφομοίωση, αλλά θα επενεργήσει ως φύραμα λυτρωτικό για ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο. Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για την είσοδό μας ήδη στην Τρίτη μετά Χριστόν Χιλιετία.

Τι θα φέρει η Χιλιετία αυτή στον πολιτισμό μας: Αν ο σύγχρονος κόσμος, ο μετά τον Διαφωτισμό πολιτισμό μας, ακολουθήσει την εγγενή στα κύρια χαρακτηριστικά του νομοτέλεια, τότε ορισμένα βασικά στοιχεία του πολιτισμού του αιώνος αυτού διαγράφονται ήδη σαφώς στον ορίζοντα. Αυτά είναι δυο μεγάλων κατηγοριών.

Πρώτον είναι το πρόβλημα της διασώσεως του ανθρωπίνου προσώπου. Το πρόσωπο δεν είναι άτομο. Είναι μεγάλη η διαφορά μεταξύ ατόμου και προσώπου. Το άτομο νοείται ως μονάδα απομονωμένη, καθευατήν. Το πρόσωπο δεν μπορεί να νοηθεί ως μονάδα απομονωμένη. Το πρόσωπο είναι μια ταυτότητα, μια ιδιαιτερότητα, που προέρχεται από σχέση με τους άλλους.

Ένα πρόσωπο δεν υπάρχει. Είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για ένα πρόσωπο. Και ο Θεός είναι τρία πρόσωπα. Δεν μπορούμε να πούμε, ότι ο Θεός είναι ένα πρόσωπο. Με κανένα τρόπο. Επομένως, η έννοια του προσώπου είναι αντίθετη προς την έννοια του ατόμου. Και αυτή η έννοια του προσώπου, που πηγάζει από σχέσεις με τους άλλους, καταλήγει σε μια μοναδικότητα και προϋποθέτει μια ελευθερία, που δεν είναι απαραίτητη στην περίπτωση του ατόμου. Και σήμερα ακριβώς η πρόοδος της επιστήμης, η γνώση, απειλεί το πρόσωπο.

Απειλεί την έννοια του προσώπου. Θέλει να το μεταβάλει σε άτομο, το οποίο χρησιμοποιείται για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και τις επιθυμίες του.
Αλλά έτσι ο άνθρωπος από ύψιστος σκοπός, γίνεται μέσον προς σκοπόν. Τέτοιες απειλές κατά του προσώπου δημιουργεί πλέον ο πολιτισμός μας με την πρόοδο της γνώσεως. Η γνώση αρχίζει πλέον να μας απειλεί. Και έρχεται με τη μορφή των διαφόρων επιστημών, κυρίως δε με τη μορφή της Βιολογικής Επιστήμης. Όλοι μας αρχίζομε πλέον να διερωτώμεθα τι θα γίνει; Είναι αλματώδης η πρόοδος αυτή. Κάθε μέρα ακούμε και κάτι άλλο. Μόλις στη χθεσινή εφημερίδα διαβάσαμε «διασταύρωση ανθρώπου και ποντικού», αν δεν κάνω λάθος. Η δημιουργία αντιγράφων των ανθρώπων με τη μέθοδο της κλωνοποίησης υπόσχεται πάρα πολλά στη βελτίωση, στην ευδαιμονία του ατόμου.

Αλλά τι γίνεται με τη μοναδικότητα του προσώπου; Όταν πλέον μπορούμε να παράγουμε αντίγραφα ανθρώπων. Και όταν μπορούμε αυτά τα αντίγραφα να τα παράγουμε με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουμε ως πράγματα, για να βελτιώσομε την υγεία ή την ευδαιμονία του ανθρώπου. Φτιάχνομε έναν άνθρωπο, για τον χρησιμοποιήσομε ως όργανο για να θεραπεύσομε έναν άλλο άνθρωπο. Η μοναδικότητα του προσώπου είναι πλέον τεράστιο πρόβλημα του πολιτισμού μας. Ακούει κανείς και από ειδικούς Γενετιστές, όπως συνέβη να ακούσω όταν πρωτοεμφανίστηκε το επίτευγμα της κλωνοποίησης από Καθηγητή της Γενετικής εδώ στην Ελλάδα:

Τι ωραιότερο πράγμα υπάρχει από το να μπορούμε να κάνομε αντίγραφα ανθρώπων, εις τρόπον ώστε, όταν μια μητέρα χάσει το παιδί της, να της πούμε: Ορίστε, πάρε το αντίγραφό του! Μα έχομε πραγματικά χάσει εντελώς την έννοια της μοναδικότητας; Μπορεί να παρηγορηθεί μια μητέρα με το αντίγραφο του παιδιού της, όσο και αν αυτό είναι ακριβές; Ίσως μπορεί. Αλλά εάν φτάσει και η μητέρα να παρηγορείται από το αντίγραφο, τότε πλέον να ξεχάσομε τη μοναδικότητα. Είναι λοιπόν τεράστιο το πρόβλημα. Ένα άλλο πρόβλημα που δημιουργεί πλέον η πορεία του πολιτισμού, και μη σας φανεί περίεργο, είναι η διάσωση του σώματος. Ναι, το σώμα απειλείται.

Εάν σκεφτούμε βαθύτερα τι συνεπάγεται η πληροφορική, το Διαδίκτυο και όλα αυτά τα μέσα, με τα οποία οι άνθρωποι επικοινωνούν πλέον μεταξύ τους, καταλαβαίνουμε ότι το μεγαλύτερο θύμα όλου αυτού του πολιτισμού είναι το ανθρώπινο σώμα. Δεν χρειάζεται πλέον να χρησιμοποιώ το σώμα μου για να ψωνίζω, να πάω στο διπλανό μαγαζί να συναντήσω εκεί το γείτονά μου να ψωνίζει και αυτός. Μπορώ θαυμάσια μέσω του Διαδικτύου να παραγγείλω τα ψώνια, να κάθομαι στο σπίτι μου, να επικοινωνώ με τους γείτονές μου, με τους φίλους μου, χωρίς να χρησιμοποιώ το σώμα μου. Χωρίς το σώμα αυτό να το έχω ως μέσο κοινωνίας με τους άλλους. Θα είναι λοιπόν θύμα του πολιτισμού το σώμα! Και δεν είναι τυχαίο, ότι όλο αυτό συνδέεται με έναν άλλο κίνδυνο πολύ σημαντικό, που είναι ο κίνδυνος για τη φύση. Για το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα ακούγονται πάρα πολλά σήμερα. Λησμονούμε ίσως ότι η ευθύνη, η κοσμοθεωριακή ευθύνη για την εμφάνιση της οικολογικής κρίσεως, είναι ακριβώς η θεώρηση του ανθρώπου ως σκεπτομένου όντως, το οποίο μπορεί τον υλικό κόσμο να τον κάνει ό,τι θέλει.

Αυτή η αποξένωση του ανθρώπου από το ίδιο το σώμα του με το οποίο σώμα του συνδέεται με τον υπόλοιπο κόσμο, αυτή η αποκοπεί του ανθρώπινου προσώπου από το σώμα του, συνδέεται με την αποκοπή του από τη φύση, με την οποία συνδέεται το σώμα του. Κάνομε εμείς οι Θεολόγοι μεγάλη πολεμική κατά του Δαρβίνου, διότι είχε κάποιες μορφές, με τις οποίες παρουσίασε τη θεωρία του, που θα μπορούσαν να μας προβληματίσουν. Αλλά το να τονίσει κανείς την αλήθεια, ότι ο άνθρωπος βιολογικά συνδέεται με τα υπόλοιπα ζώα είναι μια αλήθεια που τη χρειαζόμαστε πάρα πολύ σήμερα. Και η οικολογική κρίση δεν θα αντιμετωπισθεί χωρίς αυτή τη σύνδεση πλέον του ανθρώπου. Την αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι σώμα, είναι μέρος του υπολοίπου κόσμου και όταν καταστρέψει τα άλλα ζώα, καταστρέφει τον εαυτό του. Και ερχόμαστε στο μεγάλο πρόβλημα, στη μεγάλη ευθύνη της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία δεν κάνει τίποτα για όλα αυτά. Βεβαίως γίνονται πολλά και ιδίως σ' αυτόν το χώρο, όπως είπα και στην αρχή, για να ψηλαφίσομε τα προβλήματα, να διαλεχθούμε Εκκλησία και Επιστήμη, Θεολογία και Επιστήμη για τα προβλήματα αυτά. Αλλά η Εκκλησία στο σύνολό της δεν έχει ακόμη βρει τον δρόμο της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι απουσιάζει εντελώς από την Εκκλησία η έννοια της αμαρτίας κατά της φύσεως, της αμαρτίας κατά του φυσικού περιβάλλοντος. Ποιος πνευματικός επέβαλε επιτίμιο σε κάποιον που εμόλυνε το περιβάλλον; Και ποιος πιστός πίστεψε ποτέ, ότι αμάρτησε, επειδή κατέστρεψε το περιβάλλον; Χρειαζόμαστε μια αναθεώρηση βασική ορισμένων πραγμάτων. Και όλα αυτά είναι μπροστά μας.


Περιοδικό Διάλογοι Καταλλαγής, Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2002** Ομιλία του Σεβασμ. Μητροπολίτου Περγάμου κ. κ. Ιωάννη κατά την τελετή αναγορεύσεώς του σε  Έταιρον της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης στις 1 Δεκεμβρίου 2002

ΠΗΓΗ:  www.e-politismos.gr 

http://antifono.com/joomla.gr_1.0.13_pdf_R3/index.php?option=com_content&task=view&id=149&Itemid=29

 

H λανθασμένη κατανόηση της αγιότητας

Προειδοποιήσεις προς τους ορθοδόξους χριστιανούς από την «λανθασμένη κατανόηση της αγιότητας»

 

Του  Ηγούμενου Πέτρου (Μεσσερίνοφ) 

 

Ένα σοβαρό πρόβλημα που υπάρχει σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της αγιότητας από τους πιστούς, δήλωσε ο ηγούμενος Πέτρος (Μεσσερίνοφ) αναπληρωτής του επικεφαλής του Πατριαρχικού Κέντρου για την πνευματική ανάπτυξη των παιδιών και της νεολαίας, στη Μονή του Αγίου Δανιήλ της Μόσχας.

«Η αγιότητα, μάλιστα, μετατράπηκε σε ηρωισμό για μερικά άτομα, και σε μια περίεργη, στην πραγματικότητα, λανθασμένη θέση των περισοτέρων οι οποίοι μετανοούν για το ότι δεν είναι ικανοί γι' αυτόν τον ηρωισμό», – τόνισε ο ιερέας σε σεμινάριο, που πραγματοποιήθηκε στον Ρωσικό Οίκο εξωτερικού, Αλέξανδρος Σολζενίτσιν.

Σύμφωνα με τον πατέρα Πέτρο, πολλοί άνθρωποι, κάτω από την επιρροή της εκκλησιαστικής διδακτικής, σχηματίζουν μια εσφαλμένη αντίληψη της αγιότητας και προσπαθούν να την εφαρμόσουν.

«Φυσικά, δεν βγαίνει τίποτα, και οι άνθρωποι μετανοούν γι' αυτό. Νομίζω ότι πολλοί ιερείς γνωρίζουν ότι μερικοί άνθρωποι έρχονται στην εξομολόγηση, και αρχίζουν να μιλάνε γι' αυτό που δεν έχουν: δεν έχουν την προσευχή, την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού, και φτερά πίσω από την πλάτη τους επίσης δεν έχουν. Το γεγονός ότι ο Θεός στον Λόγο του δεν απαιτεί τέτοιο ηρωισμό για μας δεν έχει καμία σημασία, διότι οι απαιτήσεις αυτές, έτσι συνέβη ιστορικά, διεκδικούνται εκ μέρους της Εκκλησίας, και με τέτοιο τρόπο ώστε, αν δεν τις λάβει κανείς, αυτό σημαίνει αμαρτία κατά της Εκκλησίας», – σημείωσε ο ιερέας.

Κατά την άποψή του, ένα εξαιρετικό παράδειγμα της διαστρεβλωμένης κατανόησης της αγιότητας και των μέσων για την επίτευξή της, σήμερα, σχετίζεται με το μυστήριο της Κοινωνίας, που, «από καθημερινό, αναγκαιότατο Μυστήριο της Εκκλησίας, γίνεται ένα είδος αθλητισμού με εντατική προετοιμασία, μετά από την οποία ακολουθεί μια ορμή, και στη συνέχεια απομακρυνόμαστε από αυτό, συσσωρεύουμε νέες αμαρτίες, χαλαρώνουμε και προετοιμαζόμαστε για την επόμενη ορμή».

Μια τέτοια υποκατάσταση των εννοιών, σύμφωνα με τον ορθόδοξο ιερέα, έγινε «γιατί για τον άνθρωπο δεν είναι εύκολο να ζει μια εσωτερική,αφανή στους άλλους, ευαγγελική ζωή».

Να μιλήσουμε για την ευρεία θρησκευτική αναγέννηση στη Ρωσία, όπως πιστεύει ο πατέρας Πέτρος, δεν είναι ορθό.

«Υπάρχει η χριστιανική πίστη, και υπάρχει μια κοινή ανθρώπινη θρησκευτικότητα, και μου φαίνεται ότι στη δεκαετία του ενενήντα αναγεννήθηκε ακριβώς αυτή. Η αναβίωση του χριστιανισμού, όπως η ηθική, πνευματική ευθύνη του ατόμου στην κοινωνία, δεν έχει συμβεί. Έγινε μια αναβίωση της φυσικής θρησκευτικότητας. Κάποιοι ελπίζουν ότι μέσα από αυτή μπορούμε να έρθουμε στη πραγματική χριστιανική πίστη. Δεν συμφωνώ μ' αυτό, γιατί η εμπειρία δείχνει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει», – είπε ο ιερέας.

Στην κοινωνία εξακολουθεί να συνειδητοποιείται ανεπαρκώς η σημασία της καθημερινής πνευματικής και ηθικής πορείας της χριστιανικής ζωής – «αντ' αυτής μας προτείνουν ένα ηρωικό κατόρθωμα, ασκητικό κατόρθωμα ή κατόρθωμα της διατήρησης των βάσεων της Ορθοδοξίας από το μοντερνισμό».

Ο ιερέας τόνισε μιλώντας γι' αυτό, ότι «η σύγχρονη εποχή μας χρειάζεται , τους ζωντανούς, να είμαστε Χριστιανοί, και να παρουσιάζουμε στην πραγματική καθημερινή ζωή μας την εικόνα της πραγματικής χριστιανικής αγιότητας».

 

ΠΗΓΗ:  http://www.bogoslov.ru/greek/text/393524/index.html,  25 Μαρτίου 2009.