Εκκλησία – σύγχρονα ζητήματα βιοηθικής I

"Η θεολογική απάντηση" της Εκκλησίας στα σύγχρονα ζητήματα βιοηθικής

 

του Χάρη Ανδρεόπουλου*


Tην αναγκαιότητα να βρίσκονται οι χριστιανικές Εκκλησίες σε συνεχή εγρήγορση, ώστε αξιολογώντας θεολογικά και εκκλησιολογικά τις ραγδαίες επιστημονικές εξελίξεις της ιατρικής και τη βιολογίας, να δώσουν υπεύθυνες απαντήσεις σε επίκαιρα ζητήματα βιοηθικής, όπως, π.χ. για τη χρήση των βλαστοκυττάρων, επεσήμανε ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιος, χαιρετίζοντας τις εργασίες της παγκόσμιας διάσκεψης θέμα: «Η έρευνα στα βλαστοκύτταρα στην υπηρεσία της ανθρώπινης ζωής; Ηθικός και θεολογικός προβληματισμός», η οποία διεξάγεται  στο Βόλο.

Την διάσκεψη   διοργανώνουν το Πρόγραμμα: «Πίστη, Επιστήμη, Τεχνολογία και Ηθική» του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) και η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος, δίδοντας έμφαση στα ηθικά και θεολογικά διλήμματα που δημιουργεί η χρήση βλαστοκυττάρων στην ιατρική και τη βιοτεχνολογία.

Χαιρετίζοντας χθές τη διάσκεψη ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος τόνισε ότι:

 

«Οι διάφορες χριστιανικές Εκκλησίες και παραδόσεις, ως όφειλαν εκ φύσεως και θέσεως, συμμετείχαν από την αρχή ενεργά στο διάλογο για τη σημασία και τις επιπτώσεις της τεχνολογικής κι επιστημονικής προόδου στη ζωή, κοινωνική και πνευματική, των μελών τους. Σήμερα, είναι αναγκαίο, λόγω των ραγδαίων εξελίξεων και αλλαγών, να βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση για την αξιολόγηση των νέων κάθε φορά δεδομένων, με βάση τις ηθικές αρχές, τους άξονες και τις κατηγορίες που ήδη διαθέτουν κι έχουν χρησιμοποιήσει κατά το παρελθόν, δηλαδή την πλούσια βιβλική, πατερική και λειτουργική τους παράδοση και διδασκαλία…

Η  έμπρακτη αγάπη και συμμετοχή του Ιησού στον ανθρώπινο πόνο, την ασθένεια και το θάνατο, η ευχαριστιακή κατανόηση συνόλου του βίου και του κόσμου, η χριστιανική ανθρωπολογία, η θεολογία του προσώπου και η εσχατολογική προοπτική του Σώματος του Χριστού, του οποίου είμαστε μέλη,  αποτελούν το πλαίσιο για μια αυθεντική θεολογική απάντηση στα διλήμματα που θέτουν οι σύγχρονες εξελίξεις στο χώρο της ιατρικής και της βιολογίας. Ορθώς μας υπενθυμίζει ο απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή (14:7-8) ότι: «οδες γρ μν αυτ ζ, κα οδες αυτ ποθνσκει· ἐάν τε γρ ζμεν, τ Κυρίῳ ζμεν, ἐάν τε ποθνσκωμεν, τ Κυρίῳ ποθνσκομεν. ἐάν τε ον ζμεν ἐάν τε ποθνσκωμεν, το Κυρου σμν»… ».

Τα παραπάνω δεν αποτελούν για τις χριστιανικές παραδόσεις απλώς ένα από τα αιτήματα των καιρών, αλλά άμεση θεολογική και εκκλησιολογική προτεραιότητα. Είμαστε βέβαιοι ότι η πραγματοποίηση της διάσκεψης θα συμβάλει ακόμη περισσότερο στην ενεργό και υπεύθυνη εμπλοκή της χριστιανικής θεολογίας στα ερωτήματα και τα διλήμματα  που προκύπτουν από την αξιοποίηση και τη χρήση νέων μεθόδων – τεχνικών για την πρόληψη και τη θεραπεία των ασθενειών και του ανθρώπινου πόνου».  

Στην πρώτη συνεδρία εισηγήσεις έκαναν οι: καθηγήτρια Celia Deane-Drummond (Αγγλία) και η καθηγήτρια Unhey Kim (Νότια Κορέα). Η πρώτη αναφέρθηκε στις εξελίξεις της έρευνας των βλαστοκυττάρων και στη συνέχεια ανέλυσε τις θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τις απόψεις της Συνόδου των Ορθόδοξων Επισκόπων της Εκκλησίας της Αμερικής (2001), καθώς και κάποια κοινωνικής δικαιοσύνης θέματα. Η Uhney Kim τόνισε την ανάγκη οι Εκκλησίες με ειλικρίνεια και θάρρος να θέσουν ανοιχτά τα ηθικά διλήμματα που συνδέονται με την έρευνα στα βλαστοκύτταρα, ώστε να είναι συνεπής με τη διδασκαλία και τον προορισμό τους.

Στη συνέχεια το πάνελ των ομιλητών συνέθεσαν οι: καθ. Peter Dabrock (Γερμανία), καθ. Aviad Raz (Ισραήλ), καθ. Alireza Bagheri (Ιράν), καθ. Celia Deane-Drummond (Ηνωμένο Βασίλειο) και καθ. Jea Hyun Park (Νότιο Κορέα). Οι ομιλητές/τριες ανέπτυξαν το ρόλο των θρησκειών απέναντι στις προκλήσεις της έρευνας για τα βλαστοκύτταρα στις κοινωνίες και τους πολιτισμούς στην Παγκόσμια Κοινότητα.

Ακολούθως οι σύνεδροι χωρίστηκαν σε δυο μικρότερες ομάδες και συζήτησαν από τη μια τα ηθικά θέματα που προκύπτουν από την έρευνα στα βλαστοκύτταρα και από την άλλη το ρόλο της θρησκείας στο δημόσιο διάλογο για το θέμα.


* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης της εφημ. «Ελευθερία» της Λάρισας, της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων "amen.gr" και καθηγητής Β/θμιας Εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου ν. Λάρισας)

 

ΠΗΓΗ: Amen.gr, Τελευταία Ενημέρωση: Nov 11, 2009, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=898

17 Νοέμβρη: Η νύχτα της οργής

17 Νοέμβρη: Η νύχτα της οργής

Του Γιάννη Ποταμιάνου

Η νύχτα ήταν, που άνθισαν οι άνθρωποι,

σαν νυχτολούλουδα, σαν γιασεμιά,

και μοσχοβόλησαν οι δρόμοι

Συνέχεια

Ο άνθρωπος και η περιπέτειά του στη ζωή

Με απασχολεί ο άνθρωπος και η περιπέτειά του στη ζωή

Συνέντευξη του Γιώργου Κόρδη στην Αυγή

 

Η έκθεση του Γιώργου Κόρδη στην αίθουσα τέχνης «Αμυμώνη»  των Ιωαννίνων υπήρξε η (επίκαιρη) αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί. Υπάρχει όμως ένας ακόμη πιο «βαθύς» λόγος που επιδιώξαμε τη συνομιλία. Ο Γιώργος Κόρδης είναι αγιογράφος ενώ παράλληλα  ανήκει (γεωγραφικά) και στο πλήρωμα της εκκλησίας. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν, να δούμε τι πιστεύει για την τέχνη της αγιογραφίας σε μια εποχή που οι άγιοι  απουσιάζουν…

* Τι θα δούμε στα Γιάννενα κ. Κόρδη;

Η έκθεση στα Γιάννενα πα ρουσιάζει διάφορες ενότητες της δουλειάς μου. Η πρώτη αφορά σ’ ένα κομμάτι δουλειάς που είχα κάνει πέρυσι για τον Κώστα Καρυωτάκη, μια αναφορά που βγήκε σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Αρμός». Υπάρχει επίσης ένα κομμάτι που εικονογραφεί το «Θαλασσινό κοιμητήριο του Πώλ Βαλερύ» καθώς επίσης, ακουαρέλες, λιθογραφίες και κάποια άλλα έργα τα οποία αφορμώνται από την ποίηση του Νίκου Καββαδία.

* Είναι πολλοί αυτοί που λένε ότι κατέχετε σε βάθος τη ζωγραφική παράδοση του Βυζαντίου. Ζωγραφίζετε με την τεχνοτροπία αυτή, σύγχρονα έργα αγιογραφίας αλλά και κοσμικής ζωγραφικής. Η δουλειά σας είναι απόρροια τεχνικής, ανάγκης ή συναισθήματος;

Θα έλεγα ότι είναι όλα μαζί. Ένα έργο τέχνης για να είναι τέτοιο, θα πρέπει να λειτουργεί μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο. Σε διαφορετική περίπτωση αποτελεί ιδιωτική έκφραση η οποία δεν αφορά κανέναν πέρα από τον ίδιο τον άνθρωπο που το κάνει. Για είναι έργο τέχνης πρέπει να έχει κοινοτική λειτουργία, άρα να έχει θέμα που ενδιαφέρει την κοινότητα, καταρχάς. Ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι προσωπικό γεγονός, να προέρχεται δηλαδή από ένα άνθρωπο να καταγράφει τη γνώμη του, την κατάθεση τα συναισθήματα, τον προσωπικό του ψυχισμό. Σε τελική ανάλυση όμως το υπέρτατο κριτήριο για το έργο τέχνης είναι να μπορεί να λειτουργεί σαν κοινωνικό γεγονός, να μπορεί να παράγει κοινωνία.

* Γιατί αυτή η καταφυγή στη Βυζαντινή τεχνοτροπία;

Γιατί η τεχνοτροπία  αυτή είναι στην πραγματικότητα η κατάληξη της ελληνικής ζωγραφικής. Ένας ζωγραφικός τρόπος που ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και φθάνει μέχρι τον Θεόφιλο. Τον τρόπο αυτό προσπαθώ να χρησιμοποιήσω, εντελώς συνειδητά πάντα διότι έχει κατά τη γνώμη την κοινωνική διάσταση που σας ανέφερα πριν.

* Αντίθετα με σας, οι σύγχρονοι αγιογράφοι αντιγράφουν τη Βυζαντινή Παράδοση. Έχετε αναρωτηθεί μήπως η  αγιογραφία είναι πλέον μια νεκρή υπόθεση, μια υπόθεση που δεν εμπνέει άρα δεν μπορεί να εξελιχθεί ή έστω να αποτελέσει αντικείμενο δημιουργικότητας να παράξει κοινωνία όπως λέτε;

Εφόσον το θέτουμε έτσι, ότι δηλαδή οι σημερινοί αγιογράφοι απλά αντιγράφουν το παρελθόν σαφώς τότε η αγιογραφία δεν μπορεί να διεκδικήσει να είναι ζωντανή τέχνη, αυτό είναι ξεκάθαρο. Εγώ αντίθετα πιστεύω ότι υπάρχει σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την αγιογραφία το οποίο λόγω εμπειρία είμαι σε θέση να το γνωρίζω. Αφ ης στιγμής λοιπόν υπάρχει ζήτηση από μερίδα κόσμου και μάλιστα πολύ μεγάλη, αυτόματα τίθεται το ζήτημα της δημιουργίας. Άρα υπάρχει περιθώριο να υπάρξει δημιουργία. Το θέμα είναι πως μπορεί να διεκδικήσει αυτό τον χαρακτήρα και να γίνει δημιουργία. Σήμερα η πλειοψηφία των αγιογράφων αντιγράφει αυτό που έχει συμβεί, αυτό όμως είναι μια φόρμα η οποία εξυπηρέτησε κάποτε. Σήμερα θα πρέπει με κάποιο τρόπο, να πάρει χαρακτήρα και χαρακτηριστικά από τη σημερινή πραγματικότητα, αλλιώς θα είναι νεκρό γεγονός.

* Οι βυζαντινοί καλλιτέχνες εξέφρασαν μιαν ανάγκη, δική τους και της κοινωνίας που ζούσαν. Υπάρχει σήμερα το πολιτιστικό πλαίσιο, η δυναμική που επιτρέπει να θεωρούμε ότι μπορεί να ανασυσταθεί, να αναδυθεί εκ νέου ένας πολιτισμός με αναφορά στις παλιές αξίες, και αυτό ανεξάρτητα από τη ζήτηση που αναφέρατε πριν;

Νομίζω πως ναι.

* Αγιογραφία σε μια κοινωνία χωρίς άγιους;

Επιμένω ότι η βασική λειτουργία της αγιογραφίας είναι να αποδώσει πρόσωπα και γεγονότα της θρησκείας με έναν ζωγραφικό τρόπο. Αυτό κάνει και αυτό έκανε πάντα. Άρα υπάρχουν κάποια σταθερά στοιχεία. Το θέμα είναι σταθερό. Από κει και πέρα ο ζωγραφικός τρόπος μπορεί να ανανεώνεται, να παρακολουθεί την πολιτισμική κίνηση σε κάθε εποχή.

 * Μια πολιτιστική κίνηση με κυρίαρχη την απουσία του Θεού, στον δυτικό τουλάχιστον κόσμο;

Εντάξει, αλλά ας μην παραβλέπουμε ότι υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι ανθρώπων που δεν παύουν να αναζητούν αυτήν την πραγματικότητα του Θεού και συνεπώς κανείς μπορεί να κινηθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Εγώ θα αντέστρεφα λιγάκι αυτό που λέτε. Αν δηλαδή υπήρχε μια πιο ζωντανή εκκλησιαστική τέχνη δεν θα μπορούσε να δώσει στην κοινωνία τη δυνατότητα να διαβάσει τον χώρο της θρησκείας με πολύ διαφορετικό μάτι; Γιατί καλώς ή κακώς σήμερα, με τη στατικότητα που υπάρχει στον εκκλησιαστικό χώρο- πολιτισμικά τουλάχιστον- αυτόματα αυτό παράγει συντήρηση η οποία πράγματι κουμπώνει τους ανθρώπους. Εάν αντίθετα υπήρχε μια ζωντανή τέχνη, αυτόματα θα υπήρχε δυνατότητα διαλόγου.

* Η εκκλησία πάντως αρέσκεται στη στατικότητα, δείχνει απρόθυμη να συμμεριστεί την άποψή σας…

Η εκκλησία συλλήβδην δεν είναι στατική. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν άλλη, πιο κινητική στάση και αντιμετώπιση. Άρα μέσα σ’ αυτό τον χώρο, μπορεί κανείς να δημιουργεί προϋποθέσεις για εσωτερικές ζυμώσεις και για δυνατότητες διαλόγου οι οποίες, αν μη τι άλλο, μπορούν να οδηγήσουν σε μια πιο ζωντανή πραγματικότητα.

  * Είσθε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, διδάσκετε, γράφετε και εικονογραφείτε βιβλία. Από πού εμπνέεστε κ. Κόρδη πού αναζητείτε την αλήθεια σας, σε λησμονημένες αξίες και πηγές;

Υπάρχει πάντα ένας κόσμος που τις αξίες και τις πηγές τις κρατάει ζωντανές, ζει με αυτές, άρα δεν έχουν λησμονηθεί. Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας ίσως να απέχει, να έχει απομακρυνθεί, να μην ενδιαφέρεται για αυτές τις μνήμες αλλά ένα άλλο κομμάτι ενδιαφέρεται. Συνεπώς δεν είναι πλήρως λησμονημένες. Αυτό είναι το καθαρά γεωγραφικό κομμάτι το οποίο για μένα είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, διότι είμαι ενταγμένος στον χώρο της εκκλησίας. Συνεπώς δεν προσπαθώ να ανασύρω κάτι, ζω εκεί δέχομαι κάποια πράγματα και μιλώ γι αυτά. Έτσι απλά. Αν μιλήσουμε για την κοσμική ζωγραφική τότε εντάξει εκεί μπορεί να μιλήσουμε για έμπνευση και για πηγές.

* Αν η ζωή στην εκκλησία είναι καθαρά γεωγραφικό κομμάτι, ποια είναι η εσωτερική σας καλλιτεχνική δυναμική;

Αυτό που πάντα με απασχολούσε είναι ο άνθρωπος και η περιπέτειά του μέσα στη ζωή. Συνεπώς τα θέματά μου κατά κύριο λόγο είναι ανθρωποκεντρικά. Δεν με απασχολεί το τοπίο, οι νεκρές φύσεις ή οτιδήποτε άλλο. Με απασχολεί ο άνθρωπος για αυτό και συχνά πυκνά ανατρέχω σε ποιητές από τους οποίους παίρνω αφορμές διότι εκεί μέσα υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν, αγωνιούν, πονούν, θέλουν να ζήσουν τέλος πάντων. Όλη αυτήν την αγωνία, την αγάπη, τον έρωτα για τη ζωή προσπαθώ να καταγράψω και να παρουσιάσω με τον τρόπο που γνωρίζω. Αυτή είναι η εικαστική μου απόπειρα.

Σ. Μ.

ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ, Ημερομηνία δημοσίευσης: 11/11/2009, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=503799

 

Ένα κεφάλαιο της πρόσφατης Ιστορίας

Ένα κεφάλαιο της πρόσφατης Ιστορίας

 

Του Φαίδωνα Μαλιγκούδη

 

Με τα εσωτερικά προβλήματα που ταλανίζουν την πολιτική παράταξη, η οποία, μόλις πριν από λίγο, κυβερνούσε τη χώρα θα ασχοληθώ και στο σημερινό σημείωμα και, ειδικότερα, με την εικόνα που παρουσιάζει σήμερα το κόμμα αυτό. Οι διεργασίες στο εσωτερικό της (όπως την προσδιορίσαμε στο προηγούμενο σημείωμα) σύγχρονής μας Δεξιάς, προμηνύουν εκβάσεις, οι οποίες δεν πρόκειται να ξενίσουν διόλου κάποιον που μελετά, χρόνια τώρα, το ιστορικό παρελθόν.

Ως ιστορικός λοιπόν θα επισημάνω εδώ ορισμένα φαινόμενα του παρόντος: την κινητικότητα που καταγράφεται στους κόλπους της ΝΔ, η οποία μας παραπέμπει σε γνωστές και από το παρελθόν διεργασίες αποδόμησης που καταλήγουν ενίοτε και σε διχοτόμηση η ακόμα και σε πολυδιάσπαση ενός φορέα της Εξουσίας (πολιτειακού μορφώματος ή θεσμού).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας διεργασίας παρακμής αποτελεί η βαθιά κρίση που επέφερε τελικά τη διάλυση του φεουδαλικού συστήματος διακυβέρνησης στη Δυτ. Ευρώπη. Μια ιστορική εμπειρία, την οποία έχω την αίσθηση ότι βιώνουμε κατά την τρέχουσα αυτή περίοδο, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών. Διότι η πεμπτουσία του Φεουδαλισμού (που δεν ήταν άλλη από το προσωπικό συμφέρον, τη στυγνή ιδιοτέλεια, που διατηρούσε προσκολλημένους τους επιμέρους ισχυρούς, τους βαρόνους, με τον φορέα της κεντρικής εξουσίας) αποτέλεσε και τον κατεξοχήν πυρήνα του Νεο-καραμανλικού συστήματος διακυβέρνησης, που επικράτησε στη χώρα μας κατά την τελευταία εξαετία. Ενός συστήματος που- όπως αντικειμενικά προκύπτει από τα φαινόμενα δημόσιας διαφθοράς που σημαδεύουν την περίοδο αυτήν- κατέληξε μοιραία στη σημερινή κρίση.

Οι συνέπειες της καταλυτικής αυτής διεργασίας είναι εκείνες, οι οποίες ταλανίζουν σήμερα την «ορφανή» τέως κυβερνητική παράταξη αλλά και, το χειρότερο, γίνονται οδυνηρά αισθητές από όλους εκείνους, οι οποίοι, τελικά παραμένουν αθώοι του εγκλήματος. Έτσι, δε είναι μόνον οι χιλιάδες νεαροί βλαστοί μας, οι «γαλάζιοι» στην πλειονότητά τους stagieres, που εξαπατήθηκαν από τους ευρηματικούς ιθύνοντες της Νεο-καραμανλικής κυβερνητικής κολλεγιάς, αλλά και ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο μιας Ψωροκώσταινας που, φτωχότερη σήμερα, έχει παραδοθεί στη χλεύη των κοινοτικών μας εταίρων.

Οι συνέπειες της κατάρρευσης είναι όμως αισθητές εντονότερα σε αυτήν την ίδια την έκπτωτη από την εξουσία παράταξη. Μια «ισορροπία τρόμου» κυριαρχεί στις τάξεις της τις στιγμές αυτές, η οποία δεν επέτρεψε κατά το πρόσφατο έκτακτο συνέδριό της να ακουστεί ούτε μια φωνή που θα απαιτούσε έναν, αυτονόητο ακόμα και για ένα πρωτοβάθμιο επαγγελματικό σωματείο, απολογισμό για το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα. Κανείς από τους απορφανισμένους συνέδρους δεν τόλμησε να υψώσει τη φωνή του και να καταγγειλει τον κατεξοχήν υπεύθυνο για την εκλογική συντριβή, που δεν είναι άλλος από τον ηγέτη της παράταξης.

Ένας ηγέτης, ο οποίος, «χωρίς σύνεσιν, χωρίς αιδώ» αποχαιρέτισε τους τέως υποτελείς του, όταν πλέον αισθάνθηκε ότι στο εξής το παιχνίδι με την εξουσία κάθε άλλο ευχάριστο για εκείνον θα ήταν , εκεί που ο ίδιος και οι επιτελείς του είχαν οδηγήσει τα πράγματα.

Η Ιστορία, σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, δεν αποτελεί μόνον ανάπλαση και αφήγηση των υψηλών πράξεων και των κατορθωμάτων σπουδαίων προσώπων που έδρασαν στο παρελθόν. Οι σελίδες της, αντίθετα, είναι γεμάτες από την καταγραφή αρνητικών επιδόσεων ατόμων που, τελικά, αποδείχθηκαν μέτρια ή ακόμα και κατώτερα των περιστάσεων. Σελίδες , στις οποίες θα καταγραφεί και το πλέον πρόσφατο κεφάλαιο της νεοελληνικής ιστορικής μας περιπέτειας.

 

ΠΗΓΗ: Wednesday, November 11, 2009, http://malingoudis.blogspot.com/2009/11/blog-post.html 

Πολλαπλή επιλογή – περιορισμένο επιλεγόμενο

Η ΚΑΤΑ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Πολλαπλή επιλογή, με περιορισμένο επιλεγόμενο

 

Του Χρήστου Κάτσικα

 

 

Αν κανείς κοιτάξει, τα τελευταία τριάντα χρόνια, τις διακηρύξεις των υπουργών Παιδείας, και άλλων παραγόντων, κάθε φορά που μιλούσαν για αλλαγή ή άλλαζαν το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα εκπλαγεί: τα αποτελέσματα των νέων τρόπων πρόσβασης στα ΑΕΙ – ΤΕΙ ήταν εντελώς αντίθετα από τις υποσχέσεις τους!

Αν κανείς ανιχνεύσει το «σώμα» της πρότασης του προέδρου του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΠΔΕ), κ. Γιώργου Μπαμπινιώτη, για το Λύκειο και την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, θα διαπιστώσει ότι μία είναι στην πραγματικότητα η ρύθμιση για την οποία ο κ. καθηγητής έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να «καταθέσει» το ρεπερτόριο της υλοποίησής της: οι εξετάσεις και τα περιφερειακά τεστ! Αυτά φαίνεται να αποτελούν το «παιδαγωγικό ευαγγέλιο» και τη «γραμματική» του και καθορίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να πριμοδοτούν, χωρίς να το δηλώνουν, την «παλινόρθωση» μιας εξεταστικοκεντρικής οργάνωσης του Λυκείου.

Πράγματι! Αν κανείς ξύσει τα γνωστά παραπλανητικά σοβατίσματα, θα ανακαλύψει ότι ο κ. καθηγητής προτείνει το παρακάτω: Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Λυκείου οι μαθητές να διαγωνίζονται σε περιφερειακά τεστ (τοπικές εξετάσεις τύπου πανελλαδικών) και όποιος καταφέρει και «επιζήσει σχολικά», μετά το τέλος του Λυκείου, να δίνει εξετάσεις πανελλαδικού χαρακτήρα για την εισαγωγή του στην ανώτατη εκπαίδευση. Παράλληλα, πρότεινε, ανάμεσα σε άλλα, οι εξεταστικές δοκιμασίες να βασίζονται σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, ως ασπίδα στη μηχανική αποστήθιση και παπαγαλία.

 

Αντικειμενική μεταμφίεση ανισοτήτων

 

Να το πούμε καθαρά: όλο πιο έντονα και έντεχνα, προβάλλονται με διάφορες ταχυδακτυλουργίες, παραδοσιακές πρακτικές ως πρωτότυπα και μαγικά ελιξίρια για την «ανανέωση» του σχολείου. Με τα περιφερειακά τεστ ο κ. καθηγητής επιδιώκει να καλλιεργήσει την αυταπάτη ότι το σύνολο της διαδικασίας θα είναι απόλυτα αντικειμενικό και αξιοκρατικό, αποκρύπτοντας έντεχνα το γεγονός ότι όσο «αντικειμενικό» κι αν είναι το διαδικαστικό μέρος, τα υπόλοιπα στοιχεία που «συναρμολογούν» τη λογική του, και διαμορφώνουν την κρίση για την επιλογή / πρόκριση – απόρριψη του μαθητικού πληθυσμού δεν μπορούν να «απογαλακτιστούν» από τις ανισωτικές λειτουργίες της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Όσοι έχουν ασχοληθεί με αυτήν και τις λειτουργίες της, γνωρίζουν καλά ότι αν οι εκπαιδευτικές ανισότητες μεταξύ των μαθητών αποτελούσαν στο σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων την εκπαιδευτική τους ιστορία, τώρα θα είναι το ζωντανό τους παρόν. Παράλληλα, η κρυφή ενσωμάτωση του συστήματος επιλογής στην καρδιά της λυκειακής βαθμίδας, με τα περιφερειακά τεστ από την Α΄ τάξη – που όλοι γνωρίζουν πόσο εύκολα μπορεί να απλώσουν τη «σκιά τους» στην ημερήσια διάταξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας – μεταμφιέζεται από τον κ. καθηγητή σε «απελευθέρωση του λυκείου ως αυτόνομης μορφωτικής βαθμίδας», ένα στάδιο πριν από «την ελεύθερη πρόσβαση στα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης». Ωστόσο, τα αποτελέσματα στα περιφερειακά τεστ δεν θα φωτογραφίζουν, δεν θα αποτιμούν απλώς την απόδοση και την πρόοδο του μαθητή από τάξη σε τάξη, αλλά θα καθορίζουν (νωρίς – νωρίς) ποιες σχολές θα «ανοίξουν» γι' αυτόν στο μέλλον και αν θα «ανοίξουν».

 

Εξετάσεις «παρακυβέρνησης»

 

Να το πούμε καθαρά: Δεν υπάρχει καλύτερο έδαφος για να βαθύνει ακόμη περισσότερο τις ρίζες της η εκπαίδευση της ακριβοπληρωμένης αμάθειας, καλύτερη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας για να τρέξουν ακόμη πιο γρήγορα οι εργολάβοι των εξετάσεων, τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα! Χέρι – χέρι, ο πάλαι ποτέ «μέγας εξισωτής», όχι μόνο δεν θα ελαφρώνει αλλά θα επικυρώνει και θα νομιμοποιεί με τον πιο «αντικειμενικό» τρόπο το στένεμα των διόδων! Στην υλοποίηση των προτάσεων Μπαμπινιώτη, εμφιλοχωρεί ο κίνδυνος, η μαθησιακή διαδικασία να καταδυναστευτεί ολοκληρωτικά από το «άπλωμα» των εξεταστικών δοκιμασιών και την ανάγκη ανταπόκρισης σ' αυτές και εκπαιδευτικοί και εκπαιδευόμενοι να μεταφέρουν στην «καρδιά» της σχολικής αίθουσας ρόλους εξεταστών – διορθωτών – βαθμολογητών, αφ' ενός, και εξεταζομένων, αφ' ετέρου, αφού το εκπαιδευτικό έργο καλείται να εστιάσει σε μια «τεχνολογία» των εξετάσεων, στην οργάνωση και διευθέτηση των προβλεπόμενων εξεταστικών δοκιμασιών.

Στο πλαίσιο αυτό, η λυκειακή βαθμίδα θα «ξεχάσει» πολύ γρήγορα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ότι οι μαθητές που φοιτούν στις τάξεις της έχουν διαφορετικές, άνισες μορφωτικές «αποσκευές», καθώς θα είναι επιφορτισμένη όχι στο να προετοιμάσει το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού αλλά κυρίως να διαπιστώσει – νομιμοποιήσει την ικανότητα εκείνων που προορίζονται να φοιτήσουν στις «καλές» σχολές, μέσα από διαδικασία επιλογής που θα επεκτείνεται χρονικά σε όλο το εύρος του Λυκείου και θα προσφέρει στη διαχειριστική αρμοδιότητα των καθηγητών – κριτών, ως στοιχεία για την κρίση των υποψηφίων, «αυτούσια» την ποιότητα των μορφωτικών «αποσκευών» που ο κάθε ένας θα μεταφέρει ανάλογα με το κοινωνικό – οικονομικό του «βάρος».

Παράλληλα, να τονίσουμε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα τεστ τύπου πολλαπλής επιλογής προάγουν την κριτική σκέψη και άλλες συναφείς δραστηριότητες, καθώς δέχονται σοβαρές αμφισβητήσεις. Τι ελέγχεται, αλήθεια, με αυτά που παρουσιάζονται σαν τη λυδία λίθο της αξιολόγησης των μαθητών; Θραύσματα γνώσεων και επιλεκτικής μνήμης που δεν είναι παρά μία από τις μορφές που παίρνει η ικανότητα συγκράτησης πληροφοριών, η οποία δρομολογείται στα ίδια ίχνη της αποστήθισης που υποτίθεται έρχεται να αναιρέσει. Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε ότι πολλές φορές καμιά άσκηση δεν εξηγεί τόσο πλήρως τις διανοητικές ελλείψεις των μαθητών όσο η εσωτερική συσχέτιση γνώσης και σκέψης με τη σημείωση των επιλογών πάνω σε διακεκομμένες γραμμές.

 

Επανασύνδεση του Λυκείου με την εργασία

 

Στη συζήτηση για το σύστημα πρόσβασης, οφείλουμε να επισημάνουμε τους οικονομικούς, κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς όρους που επιδρούν, στη διάρκεια της φοίτησης, πολύ πριν οι μαθητές, ως υποψήφιοι, φτάσουν στις πανελλαδικές εξετάσεις, στην έκβαση αυτής της φοίτησης και σε τελευταία ανάλυση στη διαφοροποιημένη κατάταξη των υποψηφίων. Οφείλουμε να στρέψουμε το μικροσκόπιο του ενδιαφέροντος, της πολιτικής και εκπαιδευτικής μας ανάλυσης στις λειτουργίες του υπαρκτού σχολείου από την πρώτη μικρή του δημοτικού, πολύ, δηλαδή πριν από το τέλος της λυκειακής βαθμίδας.
 Δεν υπάρχει «φαεινή ιδέα» για το εξεταστικό, πολύ περισσότερο δεν υπάρχει αντίπαλη πρόταση, αν δεν τοποθετηθεί κανείς για την ουσία της σχολικής εκπαίδευσης, καθώς, είναι σαφές ότι το σύστημα πρόσβασης δεν μπορεί να βρει δίκαιη λύση στο πλαίσιο των άνισων όρων που δημιουργεί η σημερινή εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα. Οφείλουμε να μιλήσουμε για την εκπαίδευση και το σχολείο σε συνάρτηση με τις υπαρκτές σχέσεις παραγωγής, με το σύστημα εκμετάλλευσης που προσδιορίζει και καθορίζει τη σχολική εκπαίδευση.

Η εκπαιδευτική κοινότητα πρέπει να κοιτάξει το δάσος και όχι το δέντρο και να μιλήσει για όλα τα παιδιά. Αλλιώς θα «εγκλωβιστεί» σε μια επιφανειακή συζήτηση που θα επικεντρώνεται στην τελευταία τάξη του λυκείου, θα μεγαλοποιεί το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει αυτό καθαυτό το «σύστημα πρόσβασης» και θα αφήνει απέξω τα μεγάλα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος.

Χρειάζεται, επίσης, να αποκαλύψουμε ότι η «αυτονομία» ή «αποδέσμευση του Λυκείου» δεν εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυση, από τις εξετάσεις πρόσβασης. Πρώτον γιατί κάθε βαθμίδα είναι λογικό να δένεται με την επόμενη. Δεύτερον, γιατί όπου κι αν μετατεθούν οι εξετάσεις πρόσβασης χρονικά, το Λύκειο θα συνεχίσει να είναι προθάλαμός τους, καθώς η «αξία» των τίτλων του Λυκείου στον υφιστάμενο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας δεν είναι, εδώ και χρόνια, συνδεδεμένη με κανένα επαγγελματικό δικαίωμα, είναι απαξιωμένη εργασιακά.

 

ΠΗΓΗ: Εφ. «Η Εποχή», φ. 982, Κυριακή, 01-11-2009, σελ. 17, http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3790&Itemid=1

Στο Χρυσόστομο

Στο Χρυσόστομο

(+ 13 Νοεμβρίου)

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Πατρίδα σου, οι «Συριάδες οι Αθήνες».

Και θαυμαστές σου, ο Λιβάνιος κι η οικουμένη όλη.

Και ο Δικέφαλος, σε πήρε στα φτερά του

Και σ' έφερε Αρχιεπίσκοπο στην Πόλη…

Κι εκεί της αδικίας είδωλα πολλά:

Ο μαμωνάς, η εξουσία και ο νόμος…

Κι εσύ των εξαθλιωμένων η φωνή

Και της Δικαιοσύνης  o αδέκαστος ο οικονόμος….

 

Κι όσο περσότερο άπλωνες εσύ

Του λόγου και του δίκιου τη σαγήνη,

Τόσο ανύσταχτα το δίχτυ του χαμού

 Έπλεκαν ολοτρίγυρά σου εκείνοι.

 

Κι οι δεσποτάδες; Πρωτεργάτες του κακού!

Φίδια φαρμακερά κι άγριοι λύκοι.

Κι οι φίλοι σου οι επίσκοποι;

Πιστοί! μ' αδύναμοι και πολύ λίγοι…

 

Κι η εξουσία; Η αποθέωση της ύψιστης αβελτηρίας!

Σατανικά συνταιριασμένη κι επικίνδυνα

Με τις λοιπές διαστροφές της εξουσίας:

Κάρφος αχύρου ανεμόδαρτο μες στον τυφώνα

Των δεσποτάδων της αδίστακτης της κακουργίας.

 

Και του λαού τα πλήθη; Ανυπεράσπιστα!

στο έλεος του φόβου και του τρόμου.

Ν' αντιμετωπίζουν  αποφασισμένα κι απροσκύνητα

Την άγρια σφαγή και την απανθρωπιά του νόμου…

 

Κι ως οι κακούργοι εξόρισαν τον άγγελο της Εκκλησίας,

Τον ορφανό ναό της Άγιας έκαψ' ο λαός Σοφίας

Και το περίλαμπρο το μέγαρο Της Γερουσίας.

 

Κι εσύ της εξορίας το δρόμο πήρες τον πικρό

Με τους αμείλικτους κι εγκάθετους φρουρούς σου

Αβάσταχτο να κάνουν το δυσβάστακτό σου το σταυρό,

Που σου φορτώσαν οι εργολάβοι του χαμού σου.

 

Πρώτα της Αρμενίας η Κουκουσός

Και ύστερα τα Κόμανα του Πόντου,

Που άφησες την τελευταία σου πνοή,

Θύμα της ύψιστης βλακείας και του φθόνου.

 

Μα, όταν πέρασαν χρόνια πολλά,

Τα κόκαλά σου ευδόκησαν να επαναπατρίσουν…

Κι εκεί στις λάρνακες των δολοφόνων σου ανάμεσα

«Σεμνά και ταπεινά» να τα φιλοξενήσουν…

 

Για να θυμίζουν έτσι ακόμη μια φορά

Τους λόγους τους αθάνατους και τους μοιραίους,

Που βροντοφώναξε ο Χριστός κατάμουτρα,

Παραμονές του Πάθους του, στους φαρισαίους:

 

 Τους  δολοφονημένους Άγιους  πως περίλαμπρα τιμούνε,

Για να 'χουν πάντοτε το άλλοθι τους ζωντανούς,

Νόμιμα και ξεδιάντροπα να τους δολοφονούνε…

 

παπα-Ηλίας, 12-11-2009

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

E-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

 

Υ. Γ.

 

Είμαι, Χρυσόστομε, φτωχός,

Για να σου χτίσω τοίχους.

Μ' από καρδιάς σ' ευχαριστώ,

Που επέτρεψες ν' αξιωθώ,

Να σου προσφέρω τούτους δω

Τους πενιχρούς τους στίχους.

 

Παπα-Ηλίας

 

Το δημόσιο χρέος στο ελληνικό κράτος από το 1824

Το δημόσιο χρέος στο ελληνικό κράτος από το 1824

 

Του Τάσου Ηλιαδάκη*

 
Α. 1824-1897

Την περίοδο αυτή η Ελλάδα πήρε 10 εξωτερικά δάνεια, συνολικά 770 εκ. γαλ. φράγκα (στο εξής γ.φ.). Κατά μέσο όρο η τιμή έκδοσης κυμάνθηκε στο 72,54%, δηλαδή χρεώθηκε 770 εκ. γ.φ. αλλά «στο χέρι» πήρε 464,1 εκ. γ.φ., τα υπόλοιπα ήταν τιμή έκδοσης και διάφορα άλλα έξοδα-κρατήσεις, ή πιο απλά ήταν το… κοινωνικό έργο των τραπεζών.

Αναλυτικότερα: 1

 

Δύο δάνεια από την Αγγλία κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το 1824 και το 1825, συνολικά 2,8 εκ. λίρες στερλίνες (στο εξής λ.σ.) ή 70.261.000 γ.φ. 2 Ένα, 60 εκ. γ.φ. με την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας, το 1832.

Δύο επί Κουμουνδούρου, το 1879 και το 1890, συνολικά 180 εκ. γ.φ.

Πέντε επί Χ. Τρικούπη το 1882-1885 και το 1886-1881, συνολικά 450 εκ. γ.φ. και τέλος

Ενα επί Σωτηρόπουλου-Ράλλη το 1893, 9.739.000 εκ. γ.φ.


Αι. Τα δάνεια της ανεξαρτησίας

 


– Κατά κοινή ομολογία υποκίνησαν τους δύο εμφύλιους το 1824. Όπως έλεγε ο Γκούρας, «χρυσού λαλούντος άπας άπρακτος λόγος».3 Επί πλέον ήταν προφανές ότι θα επικρατούσε εκείνο το κόμμα που θα έπαιρνε το δάνειο, καθ’ όσον, «νόμος και ισχύς αι λίραι του δανείου».

– Με την εξαγορά βουλευτών και στρατιωτικών διέφθειραν τον κοινοβουλευτισμό και τη διοίκηση. Όπως γράφει ο Παπατσώνης, «δια το μέσον του δανείου τούτου, εδιώρισαν εις όλας τας επαρχίας οπαδούς των υπαλλήλους»4.
Η πελατειακή διαχείριση των δανείων είχε στρέψει την αιχμή του δόρατος προς τη δύναμη της εποχής, τις οπλικές δυνάμεις, με τις μαζικές βαθμοδοσίες, το οικονομικό κόστος των οποίων κάλυπταν τα δάνεια. Οπως επισημάνθηκε «κατάντησε το έθνος να έχει υπέρ των 12.000 αξιωματικούς», σε σύνολο οπλικών δυνάμεων 20.000 ανδρών 5.

– Οι περισσότεροι καπετάνιοι εμφάνιζαν περισσότερους άνδρες για να επωφελούνται τους επιπλέον μισθούς. Έτσι ο Γκούμας έπαιρνε μισθούς για 12.000 άνδρες ενώ είχε μόνο 3.000 6. Αυτήν την ευρεμισθία ο λαός την τιτλοποίησε με το σκωπτικό, «ο καπετάν ένας», δηλαδή έπαιρνε πολλούς μισθούς για τους άνδρες του, ενώ είχε μόνον ένα, τον εαυτόν του. 7 Δεν είχαν απομείνει ούτε 20.000 λίρες για να σωθεί το Μεσολόγγι, όπως λέει ο Παπαρηγόπουλος. 8 Το «ταμείον κενόν», όπως ενημέρωνε τη Βουλή η Επιτροπή Ταμείου. 9 Η κυβέρνηση έκτοτε επωνομάσθη ψωροκώσταινα» 10.

Το 1825 η κυβέρνηση θα κηρύξει την πρώτη πτώχευση. Τον Απρίλιο του 1926, αναλαμβάνοντας η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη, στο ταμείο υπήρχαν μόνο 16 γρόσια, ουτε μία λίρα! Καθαρή δανειακή πρόσοδος από μεν το πρώτο δάνειο των 800.000 λιρών, 36%. Από το δεύτερο των 2 εκ. λιρών το 10,5%.

 

Α2 Οθωνική περίοδος

 

Το δάνειο των 60 εκ. γ.φ. του Όθωνα εγγυήθηκαν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (στο εξής Μ.Δ.) κάθε μία το ένα τρίτο.

Η τρίτη δόση των 20 εκ. γ.φ. ουδέποτε καταβλήθηκε στην Ελλάδα.

Κατακρατήθηκε από τη δανειοδότρια τράπεζα για την εξυπηρέτηση του δανειου. Από τις υπόλοιπες δύο δόσεις, 40 εκ. γ.φ., το 56,8% κατακρατήθηκε στο εξωτερικό, το υπόλοιπο σπαταλήθηκε από την αντιβασιλεία και σε έξοδα του Βαυαρικού στρατού.11

Τέλος, το 1835, στο δημόσιο ταμείο υπήρχαν 1,8 εκ. δρχ. και απ’ αυτά έπρεπε να καλυφθούν τα ελλείμματα 1833-35 και η εξυπηρέτηση του δανείου, που ήταν 2,7 εκατ. δρχ.

Τελικά η καθαρή πρόσοδος, από το δάνειο, για την Ελλάδα ήταν 14,2%. Στο τέλος του 1859 η Ελλάδα έναντι του δανείου χρωστούσε υπερτριπλάσια των όσων λογιστικά είχε επωφεληθεί από το δάνειο, ενώ από το 1843 είχαμε τη δεύτερη χρεοκοπία.


Α3. Τρικουπική περίοδος

 


Κατά την περίοδο αυτή κυρίαρχος θα αναδυθεί ο έμπιστος των ανακτόρων Α. Συγγρός. Ηταν ο άνθρωπος που εξασφάλιζε στο Ελληνικό Δημόσιο δανειοδότες, στους οποίους συμμετείχε και ο ίδιος. Ήταν ο άνθρωπος που από τη δανειακή πρόσοδο εκτελούσε δημόσια έργα (Ισθμός Κορίνθου, σιδηρόδρομοι Λαυρίου, Θεσσαλίας κλπ.). Ηταν ο υπερεργολάβος με ό,τι αυτό σημαίνει.
Από την άλλη πλευρά ο Χ. Τρικούπης θα αναδυθεί σε πρωταθλητή του εξωτερικού δανεισμού. Την περίοδο του ελληνικού βασιλείου 1832-1893 στον Τρικούπη χρεώνεται το 58,4% του εξωτερικού δανεισμού, με 450 εκ. γ.φ. Παρ’όλα αυτά το 1893 θα έχουμε την τρίτη χρεοκοπία.

Τον αιώνα αυτόν μέχρι το 1897, ο συνολικός δανεισμός έφθασε στα 770 εκ. γ.φ., από τα οποία «στο χέρι πήρε» 389 εκ. γ.φ. ή το 50,5%. Μέχρι το 1993 είχε αποσβέσει 472 εκ., δηλαδή το 120% των όσων δανειακά εισέπραξε και πάλι χρωστούσε 631,4 εκ., δηλαδή το 82% των όσων είχε δανεισθεί. Την ίδια χρονιά τα ετήσια έσοδα του ελληνικού κράτους ήταν 64 εκ. φ. δηλαδή μόλις το 10% του εξωτερικού δημόσιου χρέους.

Το 1898 η Ελλάδα θα τεθεί υπό τον  Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και ταυτόχρονα θα της παραχωρηθεί δάνειο 150 εκ. φ. Απ’ αυτό το 62% καταβλήθηκε ως αποζημίωση της Οθ. Αυτοκρατορίας (παραχώρηση Θεσσαλίας, πόλεμος 1897), 15% χρησιμοποιήθηκε για κάλυψη των ελλειμμάτων, το 20% στο κυμαινόμενο χρέος και το 3% στα έξοδα έκδοσης.

Β. 1900-1945


Β1. 1902-1914


Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και την υποχώρηση του κρατικού 12. Την ίδια αυτή εποχή η Αθήνα αντιμετωπίζει τον Μακεδονικό αγώνα και από το 1912 τους Βαλκανικούς.

Μέχρι το 1909 συνεχίζεται η ανεπάρκεια διαχείρισης των δημοσιονομικών13. Οι αθηναϊκές συντεχνίες με ψήφισμα τους τον Δεκέμβριο του 1908 διεκήρυτταν ότι δεν δέχονται πια νέους φόρους «προς συντήρηση εν τη αρχή του εκάστοτε κόμματος»14, ενώ η εισαγγελία Θεσ/κης θα επέμβει για διασπάθιση του δημοσιου χρήματος κατά την εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία 15.

Την περίοδο αυτή συνομολογήθηκαν τέσσερα εξωτερικά δάνεια, συνολικά 521 εκ. φ. Τα δύο πρώτα (76 εκ. φ.) μέχρι το 1910 και το τέταρτο 335 εκ. φ. το 1914.

Η δανειακή πρόσοδος χρησιμοποιήθηκε:


– Υπέρ της εξυπηρέτησης των ήδη υπαρχόντων εξωτερικών δανείων.

– Υπέρ της διεξαγωγής των Βαλκανικών πολέμων και

– Στην ενσωμάτωση των νέων περιοχών που προέκυψαν μετά τους Βαλκανικούς.
Με απλά λόγια τα νέα δάνεια ξεπλήρωναν τα παλιά.


Β2. 1915-1923

 


Η Ελλάδα του διχασμού εν μέσω του Α΄ΠΠ. Στη συνέχεια θα βιώσει τη Μικρασιατική καταστροφή και να βρεθεί με τους πρόσφυγες απ’ αυτήν.

Η οικονομική πορεία διαρθρώνεται από τις μεγάλες, έκτακτες πολεμικές δαπάνες (περίπου 6,2 δισ. δρχ.). Είναι περίοδος έξαρσης του εσωτερικού δανεισμού και σχεδόν έλλειψης εξωτερικού.

Στον εξωτερικό δανεισμό υπάρχουν δύο μυστικά γερμανικά δάνεια, από 40 εκ. μάρκα έκαστο προς την κυβέρνηση Σκουλούδη το 1915 και 1916. Τα δάνεια κρατήθηκαν εντελώς μυστικά, ακόμα και από τη Βουλή και ουδαμού αναγραφόμενα. Η μυστικότητα αυτή θα αποτελέσει θέμα της ποινικής δικαιοσύνης το 1918. Στο ειδικό δικαστήριο ο Σκουλούδης θα υποστηρίξει ότι κρατήθηκε μυστικό για να μην εκλειφθεί ως ένδειξη γερμανοφιλίας.

Τέλος υπήρξε ένα μικρό δάνειο καναδικό 8 εκ. δολ. Επίσης και ένα για την εξαγορά, από τη Γαλλία, της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσ/κης-Κων/λης, την οποία είχε καταλάβει ο ελληνικός στρατός το 1913.


Β3. Μεσοπόλεμος 1924-1932

 


Με τη Μικρασιατική καταστροφή ο ελληνισμός θα βρεθεί σε αμηχανία και σύγχυση. Από το 1924 μέχρι το 1928 ο κοινοβουλευτισμός θα βρεθεί σε οξύτατη κρίση, με 12 κυβερνήσεις, δηλαδή κάθε 4,5 μήνες και άλλη κυβέρνηση και με αποκορύφωμα το παγκαλικό «Θόδωρος κερνά και Θόδωρος πίνει». 16

Ο Βενιζέλος θα επιστρέψει και θα κερδίσει τις εκλογές του 1928, με 223 έδρες από τις 250. Εχει επιστρέψει συμβιβαστικός για να γεφυρώσει το χάσμα του διχασμού και είχε στόχο τον αστικό εκσυγχρονισμό. Η τετραετία του θα είναι περίοδος κοινοβουλευτικής ομαλότητας.

Τα επιτακτικότερα προβλήματα είναι το προσφυγικό και η σταθεροποίηση της δραχμής που η αξίας της είχε πέσει στο δέκατο πέμπτο της προπολεμικής. Η φορολογική επιβάρυνση παραμένει δυσβάστακτη. Σε σχέση με την προπολεμική έχει αυξηθεί κατά 37 φορές.

Από το 1924 μέχρι το 1930 εισέρρευσαν στην Ελλάδα 1,16 δισ. χρυσά φράγκα, εκ των οποίων το 78% ήταν δάνεια.17

Την περίοδο 1924-1931 συνομολογήθηκαν εννιά εξωτερικά δάνεια, συνολικά 992 εκ. φρ. ή 14,9 δισ. δρχ. 18 Τα δάνεια αυτά προήλθαν από την Αγγλία κατά 48%, τις ΗΠΑ κατά 31% και τα υπόλοιπα σε μονοψήφια ποσοστά από Βέλγιο, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία, Ελβετία, Αίγυπτο και Ιταλία.

Τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για την αποκατάσταση των προσφύγων, την εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού, τη σταθεροποίηση της δραχμής και παραγωγικά.
Την ίδια περίοδο η εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού απορροφούσε το 29% των τακτικών εσόδων.

Συνολικά την περίοδο 1824-1932 είχαμε δανεισθεί από το εξωτερικό 2,2 δισ. χρ. φρ. Μέχρι το 1932 είχαμε αποσβέσει 2,38 δισ. χρ. φρ. δηλαδή 183 περισσότερα απ’ όσα είχαμε δανεισθεί και πάλι χρωστούμε 2 δισ. χρ. ερ.

Το 1932 είχαμε την τέταρτη πτώχευση.

Μέχρι το 1945 δεν θα υπάρξει νέος εξωτερικός δανεισμός ενώ θα παγώσει, λόγω παγκόσμιας κρίσης, η εξυπηρέτηση των παλαιών.


Γ. 1946-1966 Ανασυγκρότηση και ανάπτυξη

 


Πρώτο μέλημα της χώρας η ανασυγκρότηση της από την κατοχική καταστροφή που είχε φθάσει 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946.

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ο εμφύλιος και το τρίτο οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, οι μεγαλύτερες στη Δυτ. Ευρώπη 19 και που έφθαναν στο 27,5% των συνολικών εξόδων.

Τα προβλήματα μέχρι το 1952-53 θα τα αντιμετωπίσουν συνολικά 18 κυβερνήσεις που θα προχωρήσουν σε οκτώ υποτιμήσεις. Κατά μέσο όρο κάθε 5,5 μήνες και άλλη κυβέρνηση και κάθε χρονιά και υποτίμηση.

Το δημ. χρέος (στο εξής Δ.Χ.) συντίθεται από το προπολεμικό και το μεταπολεμικό. Το προπολεμικό, μέχρι το 1962 ήταν υπερτριπλάσιο του μεταπολεμικού. Στο προπολεμικό ΔΧ το 90% καταλάμβανε ο προπολεμικός εξωτερικός δανεισμός.

Την περίοδο 1962-67 οι ελληνικές κυβερνήσεις θα διακανονίσουν το 97% του προπολεμικού εξωτερικού Δ.Χ., το οποίο μαζί με τους τόκους ανερχόταν στα 6,41 δισ. δρχ.

Μέχρι το 1955 η Ελλάδα είχε συνάψει μόνο τρια εξωτερικά δάνεια, συνολικά 145 εκ. δολ. Στη συνέχεια θα συνάψει άλλα 28 εξωτερικά, συνολικά 406,4 εκ. δολ.  Ο μετακατοχικός δανεισμός προήλθε κατά 58,4% από τις ΗΠΑ, κατά 19% από τη Δυτ. Γερμανία και κατά 14,36% από την Αγγλία. Τα υπόλοιπα από διεθνείς οργανισμούς.

Για την εξυπηρέτηση του μετακατοχικού εξωτερικού δανεισμού η Ελλάδα κατέβαλε το 128% της δανειακής προσόδου που λογιστικά είχε πάρει!


Δ. Δικτατορία, 1967-1974

 


Περίοδος υπέρογκου εσωτερικού δανεισμού, ο οποίος και τετραπλασιάσθηκε. Αντίθετα ο εξωτερικός δανεισμός σημειώνει μικρή αύξηση.

Συνολικά 19 εξωτερικά δάνεια, μόλις στο 6,4% του νέου Δ.Χ. εξ αυτών το 92,2% ήταν σε δολ., ενώ η αγγλική λίρα απουσίαζε.

Την περίοδο αυτή εμφανίζονται τα δάνεια σε συνάλλαγμα.

Πρόκειται για δάνεια εργοληπτικών εταιρειών, τα οποία έπαιρναν από το εξωτερικό, υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια τα παραχωρούσαν στο Ελληνικό Δημόσιο προς εκτέλεση δημοσιων εργων, με ανάδοχους τις εν λόγω εταιρείες. Συνολικά συνομολογήθηκαν 59 τέτοια δάνεια. Προφανώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι ο δανειολήπτης, έτσι δεν θεωρείται εξωτερικός δανεισμός. Στο νέο Δ.Χ. ο δανεισμός σε συνάλλαγμα αντιπροσώπευε το 23,6%.


Ε. Μεταπολίτευση 1975-1981

 


Το προπολεμικό εξωτερικό Δ.Χ., λόγω του διακανονισμού 1962-67 βαίνει συνεχώς μειούμενο. Από το 4% του συνολικού Δ.Χ. το 1974 θα πέσει το 1981 στο 0,6%.

Ο μεταπολεμικός εξωτερικός, κατά μέσο όρο, στο 3,9% των τακτικών εσόδων.

Συνολικά έχουμε 24 εξωτερικά δάνεια. Τρια από την γαλλική κυβέρνηση και τα υπόλοιπα απο διεθνείς οργανισμούς και τράπεζες. Κυριαρχία του δολαρίου και απουσία της αγγλικής λίρας.

Η επιδείνωση του Δ.Χ. προέρχεται από την αύξηση του εσωτερικού δανεισμού.

Στ. 1981-1989


Μετά το 1974 ο δημόσιος τομέας διευρύνεται εντυπωσιακά.

Μεταξύ 1978-87 οι απασχολούμενοι στην κεντρική διοίκηση -ΔΕΚΟ από 300.000 θα αυξηθούν σε 460.000. Μαζί δε με τις δημόσιες τράπεζες, προβληματικές και τις ελεγχόμενες από το Δημόσιο επιχειρήσεις θα φθάσουν τις 640.000.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπ. Οικονομικών και εισηγητικές εκθέσεις επί του προϋπολογισμού, τα ελλείμματα του ευρύτερα δημόσιου τομέα, από το 13,4% επί του ΑΕΠ το 1981 θα φθάσουν το 1989 στο 26,1%. Τα ελλείμματα θα καλυφθούν κατά 106% από τον δανεισμό.

Το 1985 η Ελλάδα ήταν παγκόσμια πρώτη στο κατά κεφαλήν Δ.Χ. Το Δ.Χ. είχε αρχίσει να προσδιορίζει την ύπαρξη της οικονομίας και όχι την ανάπτυξή της.

Το διάστημα 1982-89, κατά μέσο όρο, η συνολική εξυπηρέτηση του Δ.Χ. κάλυψε το 33,61% των τακτικών εσόδων της ίδιας περιόδου. Μεταξύ το 1975-87 συνομολογήθηκαν 18,4 δισ. δολ. εξωτερικών δανείων, εκ των οποίων το 81% διετέθει για την εξυπηρέτηση των δανείων.

Η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό έγινε για έργα συγκοινωνιακής, αγροτικής και αστικής υποδομής. Ένα, το 1982, για την αποκατάσταση των ζημιών από τους σεισμούς στην Καλαμάτα το 1981 και ένα για την υποστήριξη του ισοζυγίου πληρωμών.

Προφανώς μετά το 1824 ο εξωτερικός δανεισμός είχε γίνει έσοδο τακτικό και έξοδο υπέρβαρο.


Ζ. 1974-2008

 


α. εξωτερικό Δ.Χ


1990 2.452,4 δισ. δρχ.

1993 5.236,8 δισ. δρχ.

2004 2.503 εκ. ευρώ

2008 1.632 εκ. ευρώ

 

β. Δ.Σ. ποσοστό του ΑΕΠ


1974 22,5% του ΑΕΠ

1981 31,2% του ΑΕΠ

1987 56,1% του ΑΕΠ

1990 80,7% του ΑΕΠ

1993 111,6% του ΑΕΠ

2004 108,5% του ΑΕΠ

2008 97,16% του ΑΕΠ


Πηγές: Απολογισμοί ελληνικού κράτους, Στατιστικά Δελτία Τράπεζας της Ελλάδος

(Σημειώσεις)

1. Την ίδια εποχή η Αγγλία είχε δανείσει σε χώρες της Λατινικής Αμερικής 18,5 εκ. λίρες στερλίνες (λ.σ.), αλλά οι δανειολήπτες «πήραν στο χέρι» 11 εκ., δηλαδή το 60% των όσων χρεώθηκαν.

2. Την εποχή εκείνη 1 λ.σ.=25,01 γ.φ.

3. Καν. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 210

4. Π. Παπατσώνης, Απομνημονεύματα, σ. 79

5. Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας…, Τ2, σ. 295 σημ. 1
Αρχεία Ελληνικής Επανάστασης, Τ4, σελ. 456 Prokes Osten, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Τ1, σελ. 439

6. Κ. Παπαρρηγόπουλος, σ. 167, Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματ, σ. 181

7. Μιχ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Τ2, σ. 25,

Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 260 σημ. 1

8. Κ. Παπαρρηγόπουλος, σ. 171

9. Φωτάκος, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 293, Αρχεία Ελληνικής Επανάστασης, Τ4, σ. 244, Θ. Ρηγόπουλος, Απομνημονεύματα, σ. 41, Ι. Ορλάνδος, Ο Ορλάνδος απολογούμενος ενώπιον του κοινού, σ. 46

10. Θ. Ρηγόπουλος, ο.π., σ. 41

11. Γ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, χειρόγραφο Β., σ. 74,
Θ. Ρηγόπουλος, σ. 168, Γ. Κρέμος, Νεοτάτη Γενική Ιστορία, σ. 1020-1021,
Ανασ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, Τ7, σ. 56, Ν. Βλάχος, Ιστορία της Ελλάδος, σ. 27-28, Α. Σκανδάμης, Η. Τριαντακονταετία της βασιλείας του Όθωνα, σ. 520, Σ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος, Τ2, σ. 42

12. Σπ. Κορώδης, Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918, σ. 14,
Ξ. Ζολώτας, Η Ελλάδα στο στάδιο της εκβιομηχανήσεως, σ. 108

13. Λ. Κορομηλάς, Εισηγήσεις επί του προϋπολογισμού του 1912, Δελτίο Υπ. Οικονομικών 1912, σ. 283. 284., Αθ. Ευταξίας, Ενώπιον του Οικονομικού Αδιεξόδου, σ. 51 Εφημ. Συζητήσεων Βουλής 12.12.1911, σ. 1363, 1364

14. Αρ. Θεοδωρίδης, Η Επανάστασις και το έργο αυτής σ. 132, 135, 137, Κ. Οικονόμου, Σκέψεις επί της καταστάσεως, σ. 7,48, Ν. Ζορμπάς, Απομνημονεύματα, σ. 17, 124-125, Θ. Πάγκαλος, Απομνημονεύματα, Τ1, σ. 92-93, Σ. Μελάς, Η Επανάστασις του 1909, σ. 201, Α. Ανδρεάδης, Έργα, Τ2, σ. 545
15. Αθ. Ευταξίας, Το οικονομικόν πρόβλημα και το εθνικόν μας μέλλον, σ. 46, Πρακτικά Β Βουλής 17.12.1914

16. Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, Τ5, σ. 461 σημ. 1, Ν. Καστρινός, Αλ. Παπαναστασίου, σ. 153

17. Ηλιαδάκης, Δανεική Κοινωνικοποίηση (διδακτορικό), σ. 311

18. Ηλιαδάκης, ο.π., σ. 313-314

19. Νέα Οικονομία, Τ6, 1950, Γ. Καρτάλης, Εισηγητική έκθεση επί του προϋπολογισμού 1950-51, σ. 19-20, Χρ. Ευελπίδης, Εισηγητική 1952-53, σ. 4, 43, Σ. Λιναρδάτος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, Τ2, σ. 57.

* Ο Τάσος Μ. Ηλιαδάκης είναι μαθηματικός, πολιτειολόγος,  Δρ.

Κοινωνιολογίας, καθηγητής Σχολής Εθνικής Ασφάλειας


Δημοσιεύθηκε στην εφημερία ΠΑΤΡΙΣ, 3/11/2009

 

 

Από τη Τ.Ε. Ε. στη δια «Βίου Κατάρτιση»

Από τη Τεχνική-Επαγγελματική Εκπαίδευση στη δια «Βίου Κατάρτιση»

 

Του Κώστα Κορδάτου*

Σ΄ αυτό το κοινωνικό πεδίο αντιπαράθεσης

οι δυνάμεις του κεφαλαίου

δεν περιορίζονται μόνο στους άμεσους στόχους,

 επιδιώκουν,

 αφού ελέγξουν το νέο-δημιουργούμενο σύστημα κατάρτισης,

να το μετατρέψουν

 σε κύριο μηχανισμό των επαγγελματικών ειδικοτήτων των εργαζομένων,

 εκτοπίζοντας έτσι το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης ~

«Γιάννης Μηλιός»

 

Σε μια κατάσταση κρίσης και σημαντικών καπιταλιστικών οικονομικών μεταβολών επιβάλουν μια σειρά αναδιαρθρώσεων, σε κοινωνικό, εργασιακό επίπεδο και στα συστήματα εκπαίδευσης.  Οι εξαγγελίες της κ. υπουργού παιδείας για αλλαγές στην εκπαίδευση και ιδιαίτερα στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση (ΤΕΕ) ήταν και είναι από τους βασικούς άξονες των Κυβερνητικών Πολιτικών για το «ανθρώπινο δυναμικό», όπως συνήθως αναφέρεται, στις χώρες τις Ευρωπαϊκής ένωσης (Ε.Ε.) με τη πριμοδότηση της δομική ανάπτυξη της συνεχιζόμενης επαγγελματικής Κατάρτισης.

Προσπαθούν δηλαδή να συνδέσουν την εκπαίδευση με το νέο παραγωγικό μοντέλο με κοινωνικές σχέσεις νέου τύπου και καινούργιους τρόπους οργάνωσης των επιχειρήσεων στη θέση του παλιού μοντέλου του τεϊλορισμού.

Στη «Λευκή Βίβλο» που υιοθέτησαν οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. «στο επίκεντρο όλων των πρωτοβουλιών θα πρέπει να βρίσκεται λοιπόν υποχρεωτικά η ιδέα της δια βίου εκπαίδευσης και της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης», η οποία  αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη κάθε ατόμου στην επαγγελματική ζωή, στην παραγωγική διαδικασία με την ευρεία έννοια (στον κοινωνικό – καπιταλιστικό – καταμερισμό εργασίας).

Ακόμα και οι πλέον «ανειδίκευτες» εργασίες προ-απαιτούν πιστοποίηση για τους απασχολημένους σε ένα σύνολο πρόσκαιρων γνώσεων και πρακτικών δεξιοτήτων, που καθιστούν δυνατή την ένταξη τους στο κοινωνικό και νέο επαγγελματικό  περιβάλλον, αυτό με τις ευέλικτες μορφές εργασίας και του part time.

Η εκπαίδευση προφανώς θα προσανατολίζει τους εκπαιδευόμενους προς το σύστημα απασχόλησης λαμβάνοντας σαφώς υπόψη τα διαφορετικά επαγγελματικά περιεχόμενα αλλά και τις ιεραρχικές βαθμίδες του συστήματος απασχόλησης, του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας.

Από εδώ πηγάζει και η διαίρεση του εκπαιδευτικού συστήματος σε τρεις βαθμίδες: Υποχρεωτική, Μέση (Λύκειο-ΙΕΚ με δυο επίπεδα), Τριτοβάθμια (ΑΕΙ-ΤΕΙ-ΙΕΚ).

Η κατάρτιση διαφοροποιείται από την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση πρώτα απ΄ όλα γιατί δεν απευθύνεται στον «υπο ένταξη» (στην οικονομική – επαγγελματική ζωή) πληθυσμό, στη μαθητική και σπουδάζουσα νεολαία, αλλά στους επαγγελματίες: τους εργαζόμενους ή τους ανέργους.

Παρέχεται έτσι από διαδικασίες και φορείς που δεν εντάσσονται, εξ αντικειμένου, στο τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά διαμορφώνουν ένα παράλληλο ευέλικτο εκπαιδευτικό δίκτυο, ανεξάρτητο από τον εκπαιδευτικό κορμό του υπουργείου παιδείας.

Σήμερα βιώνουμε την απαξίωση της δημόσιας τεχνικής και επαγγελματικής παιδείας (ελλείψεις καθηγητών, υποδομών) που στόχο έχει τη κατάργησή της ώστε με τον τρόπο αυτό να ελαφρύνουν το κόστος λειτουργίας της εκπαίδευσης και του δημόσιου τομέα (βλέπε Αλμούνια) για να συγκλίνουν οι δείκτες όπως λένε με την Ε.Ε. Παράλληλα παραδίδουν το φιλέτο της επαγγελματικής ειδίκευσης και της δήθεν αποκατάστασης των νέων στους μεγαλοσχολάρχες των ιδιωτικών ΙΕΚ & ΚΕΚ και στα περιφερειακά κέντρα εξειδικεύσεων (βλέπε έτος ειδίκευσης) που έρχεται !.

Επιδιώκουν με το δίχτυο της δια βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης εκτός των άλλων και την αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις (αρχικά στους καθηγητές των τεχνικών ειδικοτήτων), μετονομάζοντας τους σε εκπαιδευτές (Ν. 2009/920 καταργώντας τη μονιμότητα στη ΤΕΕ ενός στο δίκτυο αυτό θα επικρατήσει κατά κόρον το  ωρομίσθιο.  

Με αυτή την αντιδραστική τομή θα βρίσκονται πολιτικά και τυπικά σε αντιστοιχία με της οδηγίες  του ΟΑΣΑ και των βιομηχάνων στα πλαίσια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης της Ε.Ε.

Για τον σκοπό αυτό η χρηματοδότηση της δια βίου εκπαίδευσης θα γίνεται πλέον από το ΥΠΘΠΕ και όχι από τον ΟΑΕΔ  (νέα αρμοδιότητα) ώστε να καταρτίσουν τα στελέχη της νέας οικονομίας με τρόπο τέτοιο που να  ενσωματώσουν πιο γρήγορα και ευέλικτα τη νέα τεχνολογία υπέρ της νέας «αύλης» παραγόμενης υπεραξίας των δικτύων, των ΜΜΕ, των πληροφοριών κ.α. ενώ οι απλοί εργαζόμενοι (που δεν θα μπορούν να αποφοιτούν από το Λύκειο τουλάχιστον) θα είναι απλά οι χρήστες-καταναλωτές των γνώσεων, χωρίς στοιχειώδης πρόσβαση σ΄ αυτές.

Σε αυτή την κρίσιμη φάση πρέπει κατά την γνώμη μας ένα αγωνιστικό συνδικαλιστικό κίνημα να αρθρώσει μια πρόταση γενικευμένου τύπου που θα τους καθυστερεί στην ανάπτυξη της δικής τους στρατηγικής ενώ θα διευρύνει τις αντιφάσεις του συστήματός τους. Παράλληλα τα παιδιά του Ελληνικού Λαού θα συνεχίζουν να παίρνουν τεχνικές γνώσεις και επαγγελματικά δικαιώματα από τη Δημόσια Τ.Ε.Ε.

 

* Ο Κώστας Κορδάτος είναι Πρόεδρος ΠΕΤΕΕΜ -ΤΕ1, Μέλος Δ.Σ. Β' ΕΛΜΕ Αιτωλ/νίας

Φροντιστήρια και η ιδεολογική ρύπανση

Η συζήτηση για τα φροντιστήρια και η ιδεολογική ρύπανση

 

Μήπως, τελικά, επενδύουμε υπέρογκα ποσά στα φροντιστήρια σε λάθος χρονική στιγμή για πρόσθετη διδακτική στήριξη και για λάθος σκοπό;

 


Του
Γιώργου Μαυρογιώργου*

Τον τελευταίο καιρό έχει αναζωπυρωθεί η συζήτηση για τα φροντιστήρια στην Κύπρο. Οι συζητήσεις για τα αναλυτικά προγράμματα ή την αλλαγή των εξετάσεων πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το αναδεικνύουν σε κομβικό ζήτημα. Αυτές τις ημέρες έχει, για μια ακόμη φορά, τεθεί και το ζήτημα της δίωξης εκπαιδευτικών που κάνουν παρανόμως φροντιστήρια. Η όλη συζήτηση είναι, προδήλως, αποπροσανατολιστική και αποσπασματική.

Είναι βέβαιο ότι το ζήτημα αντιμετώπισης της παραπαιδείας δεν είναι υπόθεση επιτήρησης, αστυνόμευσης και δίωξης. Μια «ένωση φροντιστών» που διεκδικεί την περιφρούρηση και προστασία των επαγγελματικών τους συμφερόντων ή που ενδιαφέρεται για τη φοροδιαφυγή, είναι σαν να επιδιώκει να νομιμοποιεί την εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης από όπου κι αν αυτή προσφέρεται και να μετατρέπει το εκπαιδευτικό ζήτημα σε οικονομικό/εργασιακό.

Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι στη συζήτηση που γίνεται, γενικώς, για την εκπαίδευση τα ζητήματα απλοποιούνται, υπεραπλουστεύονται και αποστεώνονται από τις κοινωνικοπολιτικές και τις εκπαιδευτικές τους παραμέτρους, με αφοριστικές γενικεύσεις και λύσεις που συνδέονται με έναν ιδιότυπο παιδαγωγικό «μυστικισμό» (Οι εξετάσεις μπορούν και κάνουν θαύματα? Προσοχή: μην τις μειώνετε!). Πολλοί είναι οι μύθοι που χρειάζεται να αποκαθηλωθούν, όπως:«η ελεύθερη πρόσβαση», «η προώθηση της γενικής παιδείας είναι υπόθεση εξετάσεων», «η επιτυχία είναι υπόθεση φροντιστηρίων», «οι εξετάσεις είναι μοχλός για την άνοδο των σχολικών επιδόσεων», κ.ά. Όλοι αυτοί οι μύθοι συμβάλλουν στην ομηρία της εκπαίδευσης σε αυτό που προβάλλεται ως «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση».

Απαιτείται η διαμόρφωση και η άσκηση μιας συνολικής εκπαιδευτικής πολιτικής που να δίνει πειστικές ενιαίες απαντήσεις και λύσεις σε όλα τα πεδία και σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από το νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο, σε συνδυασμό με την άσκηση της ευρύτερης κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Όσο τα σχετικά ζητήματα αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, ευνοούνται όροι και συνθήκες αναίρεσης και αναστολής.

Όσο π.χ. οι εισαγωγικές εξετάσεις αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, χωρίς να εντάσσονται σε μια συνολική πολιτική, συνήθως αναγορεύονται σε μοχλό «παρακυβέρνησης» της εκπαίδευσης, με στρεβλώσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία: π. χ., έξαρση της μηχανιστικής απομνημόνευσης, ομηρία εκπαιδευτικών/μαθητών/βαθμολογητών (αντικειμενικότητα βαθμών) στη σελίδα του σχολικού εγχειριδίου, την έξαρση των φροντιστηρίων, την ιδιωτικοποίηση του κόστους προετοιμασίας για τις εξετάσεις, την αναίρεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας του Λυκείου, την αποθέωση της ιδεολογίας του ανταγωνισμού και του ατομικισμού, κ.ά. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει εξεταστικό σύστημα που από μόνο του να είναι δυνατόν να αμβλύνει ή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα.

Αλλά ας εστιάσουμε σε κάποιους μύθους για τα φροντιστήρια. Μια αρκετά διαδεδομένη άποψη είναι ότι η σχολική επιτυχία και η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι υπόθεση φροντιστηρίου ή, αλλιώς, πως χωρίς φροντιστήρια είναι αδύνατη η επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις ή στις εξετάσεις ανεξεταστέων. Συνήθως, προβάλλεται η ανάδειξη των φροντιστηρίων σε ρυθμιστή και συντελεστή μάθησης και επιτυχίας, λες και χωρίς φροντιστήρια θα έμενε η τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς φοιτητές/τριες. Ας το ξανασκεφθούμε.

Όπως γνωρίζουμε, η ιδιωτική δαπάνη για τα φροντιστήρια είναι πολύ υψηλή, όπως και ο χρόνος που διατίθεται είναι αρκετά υπολογίσιμο μέγεθος. Ωστόσο, κάποιες παραδοχές φαίνεται ότι συμβάλλουν με ιδιαίτερο τρόπο στη διαπαιδαγώγηση της κοινής γνώμης για το έργο των φροντιστηρίων. Είναι σαφές, πως όσο επιτείνεται ο ανταγωνισμός στις εισαγωγικές δεν υπάρχει εξεταστικό σύστημα που να συμβάλλει στην κατάργηση των φροντιστηρίων.

Μόνο η ελεύθερη πρόσβαση θα μείωνε δραστικά τη λειτουργία των φροντιστηρίων. Η ελεύθερη πρόσβαση δε θα είναι, άραγε, ευκολότερο εφικτή, όταν οι τίτλοι σπουδών δε θα έχουν ανταλλακτική αξία για απασχόληση; Πότε έγινε εφικτή στο παρελθόν η κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και από το Γυμνάσιο στο Λύκειο;

Πώς αντιμετωπίστηκαν τα ζητήματα που αναδείχτηκαν με τις πρακτικές ακώλυτης προαγωγής και της ελεύθερης πρόσβασης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση; Η κατάργησή των εισαγωγικών αυτών εξετάσεων ήταν επαρκής και ικανή συνθήκη για τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης;

Αλλά ας δούμε πως λειτουργεί ο μύθος: Συνήθως, τα φροντιστήρια συγχαίρουν τους μαθητές τους για την επιτυχία τους. Είναι φανερό, ωστόσο, ότι το φροντιστήριο οικειοποιείται και ιδιοποιείται τη σχολική εργασία που έχει προηγηθεί στο νηπιαγωγείο και στο υποχρεωτικό σχολείο (για 9 χρόνια)! Ποιο φροντιστήριο θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιτυχία, αν οι μαθητές/τριες δεν είχαν ουσιαστική σχέση με τη γνώση έγκαιρα και από νωρίς στο σχολείο; Πέρα από αυτό, ο παροξυσμός των φροντιστηρίων αναστέλλει τη μορφωτική λειτουργία του Λυκείου για την «εκγύμναση» των υποψηφίων σε διαδικασίες μηχανιστικής μάθησης και για νόμιμη «κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας» (απομνημόνευση).

Το φροντιστηριακό μάθημα προβάλλεται ως «υπόδειγμα» καλής πρακτικής για το δημόσιο σχολείο! Ευτυχώς που τα σχολεία δεν κάνουν φροντιστηριακά μαθήματα! Το μόνο που θα μπορούσε να μιμηθεί το δημόσιο σχολείο από τις πρακτικές των φροντιστηρίων είναι η αναλογία διδασκόντων- διδασκομένων. Είναι βέβαιο ότι χρειαζόμαστε ριζική επανεξέταση των απλοϊκών και αυθαίρετων αυτών παραδοχών που ενισχύουν σε ιδεολογικό επίπεδο την υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και την αποθέωση του φροντιστηρίου.

Θα ήταν ενδιαφέρον να κάνουμε μια διερεύνηση: να συγκεντρώσουμε δεδομένα από τα μαθητολόγια Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού (Κοινωνική προέλευση, μορφωτικό επίπεδο και επάγγελμα γονέων, σχολική επίδοση, κ.α.) και με βάση αυτά να αναζητήσουμε τους μαθητές/τριες, έξι χρόνια μετά, στους καταλόγους των επιτυχόντων και αποτυχόντων, με την υπόθεση ότι η μελλοντική επιτυχία διακυβεύεται στο δημοτικό σχολείο. Πώς να εξηγήσουμε, άραγε ,τον υψηλό βαθμό κοινωνικής κινητικότητας που παρουσιάζουν τα παιδιά των δασκάλων σε σύγκριση με τα παιδιά των εκπαιδευτικών των άλλων βαθμίδων!

Μήπως, τελικά, επενδύουμε υπέρογκα ποσά στα φροντιστήρια σε λάθος χρονική στιγμή για πρόσθετη διδακτική στήριξη και για λάθος σκοπό; Δεν προτείνουμε φροντιστήρια στο νηπιαγωγείο. Αλλά εκεί και στο εννιάχρονο σχολείο είναι αποτελεσματικότερη η όποια παιδαγωγική παρέμβαση. Πρόκειται για μια επιλογή συστηματικής, ολοκληρωμένης και έγκαιρης προληπτικής και αντισταθμιστικής παιδαγωγικής παρέμβασης.


* Ο Γιώργος Μαυρογιώργος είναι Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΥΠΠ.

 

ΠΗΓΗ: Η κυπριακή εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ, 8/11/2009

Αναδιανομή: το οικ. πρόταγμα που χρεοκόπησε

Αναδιανομή: το οικονομικό πρόταγμα που χρεοκόπησε


Του Χρύσανθου Λαζαρίδη*


Αυτό που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση» στην Ελλάδα, υπήρξε τελικώς ένα πολιτικό καθεστώς, με οικονομικό πρόταγμα αποκλειστικά την αναδιανομή.
Αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου γίνεται συνήθως μέσω του δημόσιου προϋπολογισμού. Φορολογείται το «πλεόνασμα», για να βοηθηθούν οι οικονομικά ασθενέστεροι. Αλλά για να φορολογηθεί κάτι πρέπει να υπάρχει. Όταν δεν υπάρχει πλεόνασμα για να φορολογηθεί, τότε αρχίζει η φορολόγηση να γίνεται σε βάρος των μελλοντικών γενεών.

Αντί να φορολογηθούν οι «πλούσιοι» για να ενισχυθούν οι «φτωχοί», φορολογούνται πλέον οι μελλοντικές γενεές, υπέρ των σημερινών. Κι αυτό επιτυγχάνεται με το δανεισμό. Το κράτος μοιράζει δανεικά, τα οποία θα τα πληρώσουν οι επόμενοι…

Ο δανεισμός δεν είναι κατ' ανάγκην κάτι αρνητικό. Όταν το παραγόμενο εισόδημα είναι μεγαλύτερο από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, ο δανεισμός αυξάνει το εισόδημα, επιταχύνει την ανάπτυξη, συσσωρεύει πλούτο και παράγει ευημερία. Αν δηλαδή επενδύσουμε τα 1000 ευρώ που δανειζόμαστε, έτσι ώστε να αυξήσουμε το ετήσιό εισόδημά μας κατά 20 ευρώ το χρόνο στο εξής, και πληρώνουμε ετησίως 15 ευρώ τόκους για εξυπηρέτηση του χρέους, τότε βελτιώνουμε το καθαρό εισόδημά μας κάθε χρονιά κατά (20-15=) 5 ευρώ.

Τίποτε όμως δεν είναι παντοτινό. Και καμία επένδυση δεν αποδίδει πρόσθετο εισόδημα για πάντα. Το πρώτο πρόβλημα, λοιπόν, είναι αν εξαντλείται μια επένδυση πριν αποπληρωθεί το δάνειο με το οποίο χρηματοδοτήθηκε. Αν δηλαδή πάψει να μας δίνει πρόσθετο εισόδημα πριν την ξεπληρώσουμε. Κι έτσι βρεθούμε κάποτε να πληρώνουμε παραπάνω (γιατί χρωστάμε ακόμα), χωρίς να εισπράττουμε παραπάνω (γιατί η επένδυση έχει «απαξιωθεί»).
Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι η οικονομία δεν αναπτύσσεται συνεχώς.

Εμφανίζει κυκλικές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια των οποίων το εισόδημα υποχωρεί απότομα. Αλλά οι δόσεις αποπληρωμής του χρέους δεν υποχωρούν κι αυτές. Κι έτσι κάποια στιγμή βρισκόμαστε να πληρώνουμε χωρίς να εισπράττουμε. Αν τότε υποχρεωθούμε σε νέο έκτακτο δανεισμό για να αντέξουμε την ύφεση, τότε μόλις ξεπεραστεί η ύφεση θα έχουμε αυξημένες υποχρεώσεις εξυπηρέτησης αυξημένου χρέους. Και τότε η αρχική επένδυση, σε συνδυασμό με την ύφεση και τον αυξημένο δανεισμό που μας εξανάγκασε να αναλάβουμε, μπορεί τελικά να μας ζημιώνουν σε βάθος χρόνου. Και να μας αναγκάζουν να δανειζόμαστε όλο και περισσότερα…

Αυτά είναι τα δύο πιο σημαντικά ρίσκα που εμπεριέχει ο δανεισμός, ακόμα κι όταν είναι αρχικά «αποδοτικός». ΓιΆ αυτό κι είναι φρόνιμο να μη δανειζόμαστε πάνω από ένα ποσοστό του ετήσιου εισοδήματος. Γιατί αν το ξεπεράσουμε, τότε ο δανεισμός μας μπορεί να γίνει αυτοτροφοδοτούμενος και ανεξέλεγκτος. Δηλαδή είναι υποχρεωτικό να βρεθούμε να δανειζόμαστε όλο και περισσότερο, για να ξεπληρώνουμε τα τοκοχρεολύσια των προηγούμενων δανείων.


Ο εφιάλτης του δημόσιου χρέους


Αυτό ακριβώς έπαθε και η Ελλάδα: Το 1981 είχε εξαιρετικά χαμηλό δημόσιο δανεισμό. Μόλις το 29% του ΑΕΠ. Το 1989 βρέθηκε με δανεισμό γύρω στο 85% του ΑΕΠ…

Η «κοινωνική πολιτική» της πρώτης οκταετίας ΠΑΣΟΚ σχεδόν τριπλασίασε το δημόσιο χρέος! Όλη σχεδόν η «αναδιανομή» του ΠΑΣΟΚ έγινε με δανεικά, όχι με φορολόγηση των πλουσίων υπέρ των φτωχών. Στην πραγματικότητα φορολογήθηκαν οι επόμενες γενιές.

Στην τριετία 1990-1993, το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε στο 110%! Αυτό συνέβη, διότι μεσολάβησε μια ήπια διεθνής ύφεση, η οποία όμως, εξανάγκασε την ήδη υπερχρεωμένη Ελλάδα να δανειστεί πρόσθετα για να ανταπεξέλθει το βάρος των προηγουμένων δανείων. Κι ακόμα, την εποχή εκείνη κατέπεσαν εγγυήσεις του Δημοσίου για δάνεια ΔΕΚΟ και Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που είχαν συναφθεί τα προηγούμενα χρόνια, πριν το 1989.
Έτσι, η διακυβέρνηση ΝΔ εκείνης της τετραετίας φορτώθηκε δάνεια που είχαν συναφθεί επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη οκταετία. Είχαν εισπραχθεί επί ΠΑΣΟΚ, αλλά καταγράφηκαν στο «παθητικό» της ΝΔ…

Από τότε όλες οι διαδοχικές κυβερνήσεις έκαναν προσπάθεια να μειώσουν το χρέος. Πότε πραγματικά, πότε με μηχανισμούς «δημιουργικής λογιστικής». Ελάχιστα πράγματα κατάφεραν. Το δημόσιο χρέος παραμένει σήμερα γύρω στο 105% του ΑΕΠ ως ποσοστό, ενώ ως συνολικό νούμερο μεγαλώνει συνεχώς. Τα παλαιά χρέη προκαλούν νέα χρέη. Και το χρέος συσσωρεύεται συνέχεια…
Η αναδιανομή αντί να ανακουφίσει τους φτωχούς του σήμερα, οδηγεί σε χρεοκοπία την επόμενη γενιά. Οι αγέννητοί Έλληνες είναι ήδη χρεοκοπημένοι από σήμερα…

Στο μεταξύ η σταδιακή χρεοκοπία του δημόσιου τομέα προκάλεσε μια αποδυνάμωση της ιδιωτικής οικονομίας. Κανείς δεν επενδύει σε μια οικονομία όπου το δημόσιο βυθίζεται στα χρέη συνεχώς. Κι αυτό διότι όλοι οι επίδοξοι επενδυτές προεξοφλούν ότι μελλοντικά θα υπάρξουν μεγαλύτεροι φόροι, ώστε το κράτος να αντιμετωπίζει τις αυξημένες δανειακές του υποχρεώσεις.

Καθώς οι επενδύσεις μειώνονται ενώ τα χρέη αυξάνονται, τελικώς ο παραγωγικός μηχανισμός της χώρας παραλύει. Τότε πλέον δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο πλεόνασμα για να φορολογηθεί.

Στην Ελλάδα συνέβη μια πρωτοφανής από-επένδυση τις τελευταίες δεκαετίες. Εργοστάσια έκλεισαν επιχειρήσεις χρεοκόπησαν η μία μετά την άλλη, ολόκληρη κλάδοι εξαφανίστηκαν, μεγάλες μεταποιητικές μονάδες μετακόμισαν σε γειτονικά κράτη.

Αυτά όλα συνέβησαν πριν έλθει το «τσουνάμι» των πάμφθηνων Κινεζικών προϊόντων που σάρωσαν όλο τον κόσμο, κι έπληξαν την εγχώρια παραγωγή σε όλες τις χώρες. Όταν ήλθαν και τα «Κινέζικα», απλά ολοκληρώθηκε η αποβιομηχάνιση της χώρας. Η Ελλάδα παράγει πλέον μόνο υπηρεσίες και κάποια υλικά για τις δημόσιες επενδύσεις (τσιμέντα κλπ.).
Βασικοί παραγωγικοί τομείς στην Ελλάδα πλέον είναι οι λεγόμενες «υπηρεσίες». Και βασικές επενδύσεις είναι οι δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής.
Αλλά κι αυτό που ονομάζουμε «υποδομή» είναι έργα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια, λιμάνια, ενεργειακές μονάδες κλπ.

Όλα αυτά λέγονται υπό-δομές, γιατί υπό-στηρίζουν τον παραγωγικό μηχανισμό. Στηρίζουν την μεταφορά εμπορευμάτων, ημί-κατεργασμένων υλών, έτοιμων προϊόντων, την εμπορία τους και τις εξαγωγές τους, τη παραγωγή και μεταφορά ενέργειας, τις τηλεπικοινωνίες κλπ.

Στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών βελτιώθηκαν οι υπό-δομές και εξαφανίστηκαν οι «δομές», δηλαδή ο ίδιος ο παραγωγικός μηχανισμός, τον οποίο οι υποδομές υποτίθεται ότι στηρίζουν. Πολλαπλασιάστηκαν οι αυτοκινητόδρομοι, αλλά εξαφανίστηκαν τα εργοστάσια και οι μεταποιητικές μονάδες. Ενώ και η ίδια η γεωργική παραγωγή φθίνει.

Επενδύσεις γίνονται κυρίως για υποδομές, όχι για παραγωγικό μηχανισμό, ο δανεισμός του ιδιωτικού τομέα πηγαίνει κυρίως σε κατανάλωση όχι σε παραγωγικές επενδύσεις, ενώ ο δανεισμός του δημόσιου τομέα γίνεται κι αυτός κυρίως για δημόσια κατανάλωση και για να εξυπηρετηθεί το ήδη διογκούμενο χρέος.


Οι «σωτήριες» εισροές που ήδη φθίνουν


Το οικονομικό μοντέλο θα είχε ήδη καταρρεύσει, αν δεν ήταν τρείς μείζονες εισροές: Τα κοινοτικά κονδύλια, ο τουρισμός και η ναυτιλία.

– Αλλά τα κοινοτικά κονδύλια περιορίζονται σταδιακά και μεσοπρόθεσμα θα στερέψουν: Το 2013 η Κοινή Αγροτική Πολιτική θα αλλάξει. Και τότε θα μειωθεί δραστικά η σημερινή εισοδηματική ενίσχυση των αγροτών.
Καθώς η Ελλάδα εμφάνιζε αυξημένους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης του ΑΕΠ (λόγω κοινοτικών εισροών και επενδύσεων σε υποδομές), πλησίασε το μέσο κοινοτικό ΑΕΠ χωρίς παραγωγικό μηχανισμό! Έτσι μετά το 2013 θα βρεθεί να εισπράττει πολύ λιγότερο από τα κοινοτικά ταμεία στήριξης, ενώ τα κοινοτικά κονδύλια μειώνονται έτσι κι αλλιώς ως ποσοστό του κοινοτικού ΑΕΠ.
– Η ναυτιλία πλήγηκε σοβαρά από την τελευταία διεθνή κρίση (κι από την άνοδο στην τιμή του πετρελαίου, που προηγήθηκε). Βεβαίως θα ανακάμψει από τη σημερινή πτώση, αλλά δύσκολα θα επανέλθει στα προηγούμενα επίπεδά της, τουλάχιστο σε ορατό χρόνο. Στο εξής, όταν η ναυτιλία δεν πλήττεται από τη διεθνή ύφεση θα πλήττεται από την άνοδο του πετρελαίου…
Συνεπώς, ούτε η ναυτιλία θα δίνει πλέον τόσο δυνατή «εξωγενή ώθηση» στην ελληνική οικονομία, στο ορατό μέλλον.

– Τέλος, ο τουρισμός επλήγη κι αυτός από τη διεθνή κρίση και ασφαλώς θα ανακάμψει μόλις η κρίση ξεπεραστεί. Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο του πρόβλημα. Έχει σοβαρές διαρθρωτικές στρεβλώσεις και χρειάζεται κυρίως «στροφή στην ποιότητα». Δηλαδή στην προσέλκυση επισκεπτών υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου, που ξοδεύουν πολύ περισσότερο κατά κεφαλήν κι επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον, αντί για το μαζικό χαμηλού επιπέδου τουρισμό που κυρίως προσελκύουμε τώρα.

Αυτό όμως, χρειάζεται πολύ διαφορετικές τουριστικές μονάδες, διαφορές υποδομές και διαφορές συνέργειες ανάμεσα στον Τουρισμό κι άλλους κλάδους (Πολιτισμό κλπ.).

Για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει το πιο ελκυστικό αρχιπέλαγος στον κόσμο, αλλά δεν διαθέτει υποδομές αρχιπελαγικού τουρισμού! Έχει τεράστιο πολιτιστικό πλούτο, τον οποίο δεν μπορεί να αξιοποιήσει…

Με μειούμενες κοινοτικές εισροές, με περιορισμένο το ρόλο της ναυτιλίας, ο Τουρισμός είναι αμφίβολο να διασώσει μόνος του της Ελληνική Οικονομία.


Αναδιανομή μιζέριας


Συνεπώς, ολόκληρο το οικονομικό μοντέλο της μεταπολίτευσης, το οποίο στηρίχθηκε στο πρόταγμα της αναδιανομής με δανεικά, και οδήγησε:

– στην αποβιομηχάνιση, στην από-επένδυση, στον υπέρ-καταναλωτισμό,
– στην ιδιωτική υπερχρέωση με παράλληλη υποχώρηση της παραγωγικής επένδυσης,
– σε επέκταση υποδομών με παράλληλη συρρίκνωση του παραγωγικού μηχανισμού,
– σε όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωγενείς εισροές που πλέον υποβαθμίζονται ή στερεύουν,

όλο αυτό το μοντέλο πλέον καταρρέει.

Δεν κατέρρευσε η «δημοσιονομική διαχείριση της Νέας Δημοκρατίας». Κατέρρευσε (κι όχι μόνο λόγω της διεθνούς κρίσης) ένα ολόκληρο οικονομικό μοντέλο που επικράτησε την μεταπολιτευτική περίοδο, κυρίως με ευθύνη των επιλογών του ΠΑΣΟΚ, αλλά και χωρίς η ΝΔ, όταν βρέθηκε στην εξουσία, να κάνει το παραμικρό για να το αμφισβητήσει. Ή μάλλον έκανε πολύ λίγα, πολύ διστακτικά και πολύ αργά. Όπως οι επεμβάσεις στο Ασφαλιστικό, η μείωση φορολογίας των τελευταίων ετών κλπ.

Η αναδιανομή κατάντησε μια συνεχής επίκληση των αδύνατων στρωμάτων, που το ίδιο το μοντέλο πολλαπλασίαζε.

Αντί να θεραπεύει κοινωνικές ανισότητες, τις πολλαπλασιάζει.
Επικαλείται τους φτωχούς και δημιουργεί συνεχώς «νεόπτωχους».

Αναδιανέμει συνεχώς από τη μεσαία τάξη, ευκαιρίες και πλούτο προς τα πάνω και ψίχουλα προς τα κάτω.

Η αναδιανομή συμπίεσε έτσι τη μεσαία τάξη, δημιουργώντας «νέα τζάκια» κρατικοδίαιτων νεόπλουτων και στρατιές νεόπτωχων.

Αντί να βγάζει τους ανθρώπους από τη φτώχια, προσπαθεί να τους συντηρεί μέσα στη φτώχια.

Κατέστρεψε την παραγωγική ικμάδα της Ελληνικής κοινωνίας, μεγιστοποίησε την κομπίνα, δόξασε την «αρπαχτή», διέλυσε ταυτόχρονα την υγιή επιχειρηματικότητα και το εργασιακό ήθος.

Χρειάζεται επειγόντως νέο οικονομικό μοντέλο, αναπτυξιακό κι ανταγωνιστικό, με διάχυση ευημερίας και ευκαιριών, με πρόταγμα την ανάταξη της μεσαίας τάξης, τη διάλυση των καρτέλ, και την εξάλειψη όλων των άλλων στρεβλώσεων των αγορών.

Κάποιος χρειάζεται να τα πιστέψει όλα αυτά και να τα εμπνεύσει στους γύρω του. Και κάποιοι χρειάζεται να τα στηρίξουν αποφασιστικά. Κι όλοι μαζί να πείσουν την ελληνική κοινωνία, που πολύ σύντομα δεν θα Άχει να χάσει τίποτε παραπάνω από τη μιζέρια της.

Γιατί αυτή ακριβώς τη μιζέρια συσσωρεύει και …αναδιανέμει το χρεοκοπημένο μοντέλο της «αναδιανομής».

Και ο παραμερισμός του θα σημάνει το οριστικό τέλος της Μεταπολίτευσης.
Η την απαρχή μιας νέας Μεταπολίτευσης.

Πολύ πιο δημοκρατικής. Και πολύ πιο αναπτυξιακής και κοινωνικά δίκαιης.


* Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης είναι αντιπροέδρος του ΔΣ/Δ21


3η Νοεμβρίου 2009

 

ΠΗΓΗ: http://www.diktyo21.gr/item.asp?ReportID=952