Η ΥΓΙΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΙΙ

Η ΥΓΙΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ:

…. η χρεοκοπία των κομμάτων, καθώς επίσης η ανάγκη διαχωρισμού της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι …Ο ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

 Προφανώς όλα όσα συμβαίνουν έχουν μία ή περισσότερες λογικές εξηγήσεις, οι οποίες συνήθως δεν είναι αυτές που διακρίνονται με την πρώτη ματιά. Σε τελική ανάλυση πάντως, όλες οι δυτικές χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα – άλλες περισσότερα και άλλες λιγότερα. Σε κάθε περίπτωση δε, η υπερχρέωση της δύσης, η οποία προωθήθηκε σκόπιμα από το Καρτέλ τα τελευταία τριάντα χρόνια, σε συνδυασμό με την ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, δεν μπορούν παρά να αποτελούν ένα μέρος των λογικών εξηγήσεων.   

Κατά την άποψη μας όλοι οι Πολίτες της δύσης νοιώθουν παγιδευμένοι – με τις ελευθερίες τους να περιορίζονται, με τις επαγγελματικές απαιτήσεις να αυξάνονται, με τις αμοιβές τους να μειώνονται και με τα έξοδα τους να μεγαλώνουν, στα πλαίσια ενός συνεχώς διευρυνόμενου, παγκόσμιου ανταγωνισμού. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καταρρέουν, οι πολυεθνικές αυξάνουν διαρκώς τα μεγέθη τους και η Πολιτική είναι αδύνατον να τις ελέγξει – αφού δεν έχει πλέον ούτε την ισχύ, ούτε ικανά στελέχη, ενώ χάνει συνεχώς την υποστήριξη των Πολιτών, οι οποίοι, συν τοις άλλοις, καλούνται να αναπληρώσουν τα μειωμένα έσοδα των κρατών, λόγω του περιορισμού της φορολογικής βάσης από τις πολυεθνικές, οι οποίες πληρώνουν (εάν) ελάχιστους φόρους.   

Η κατάσταση επομένως είναι κρίσιμη και το μέλλον δυσδιάκριτο – πόσο μάλλον με τον υπερπληθωρισμό προ των πυλών, με τη μητέρα των κρίσεων (Η.Π.Α.) να διαγράφεται απειλητική και με ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη στις φλόγες (όπου στις εξεγέρσεις των πεινασμένων, προστέθηκε η πυρηνική καταστροφή στην Ιαπωνία, καθώς επίσης ο πόλεμος στη Λιβύη – με την πετρελαϊκή κρίση να ακολουθεί άμεσα την επισιτιστική).    

Δυστυχώς, όπως φαίνεται, η Πολιτεία είναι εγκλωβισμένη – προσπαθώντας να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί. Οι Πολίτες έχουν «αποσύρει» την εμπιστοσύνη τους προς την πολιτική, το Καρτέλ πιέζει με όλα του τα μέσα και οι ηγεσίες των κρατών δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, αντιμετωπίζοντας από κοινού τον εχθρό – με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ευρωζώνη, η οποία ευρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα, προσπαθώντας να αμυνθεί στις επιθέσεις του ΔΝΤ, των εταιρειών αξιολόγησης και των πανίσχυρων επενδυτικών τραπεζών.     

 Εάν τελικά διαλυθεί η ζώνη του Ευρώ, μία πιθανότητα που δεν μπορεί κανένας πια να αποκλείσει, έχουμε την άποψη ότι θα καταλυθεί πλέον η Δημοκρατία. Στη θέση της θα επιβληθεί ο μονοπωλιακός καπιταλισμός στις ισχυρότερες χώρες της δύσης, με έδρα τις Η.Π.Α. – παράλληλα με την «εγκατάσταση» δικτατορικής μορφής καθεστώτων στην αδύναμη «περιφέρεια», αφού δημιουργηθούν εκείνες οι προϋποθέσεις (εγκληματικότητα, λαθρομετανάστευση, τρομοκρατία, φτώχεια, κοινωνικές αναταραχές κλπ), με βάση τις οποίες θα το ζητήσουν μόνοι τους οι εξαθλιωμένοι Πολίτες.  

 Απέναντι του, πάντοτε εάν δεν αντιδράσουν συλλογικά όλοι οι Πολίτες, ιδίως οι Ευρωπαίοι, θα βρεθεί ο κρατικοκεντρικός, απολυταρχικός καπιταλισμός – έτσι όπως λειτουργεί σήμερα στην Κίνα, με απρόβλεπτες συνέπειες για τον πλανήτη. 

Η ΑΝΑΓΚΗ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 Κατά την άποψη μας, το πρόβλημα δεν είναι η Πολιτική, αλλά τα πολιτικά κόμματα, τα οποία έχουν πλέον χάσει το νόημα της ύπαρξης τους – το αργότερο μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Α. Ευρώπη, καθώς επίσης μετά την κυριαρχία του μονοπωλιακού καπιταλισμού στις Η.Π.Α., στη Μ. Βρετανία και στη Γερμανία.

 Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, στα κράτη της πρώην σοβιετικής ένωσης δεν εγκαταστάθηκε η οικονομία της ελεύθερης αγοράς το 1991 αλλά, απλούστατα, κατέρρευσε ο κομμουνισμός – κάτι που δεν σημαίνει αυτόματα ότι επικράτησε ο καπιταλισμός. Η οικονομία της ελεύθερης αγοράς, όπως επίσης η δημοκρατία, είναι το αποτέλεσμα μίας επίπονης εξελεγκτικής διαδικασίας, η οποία απαιτεί πάρα πολλά χρόνια για να λειτουργήσει και δεν μπορεί να επιβληθεί εκ των άνω. Εάν αντιληφθούμε εδώ ότι, η γερμανίδα καγκελάριος έζησε μέχρι τα 35 χρόνια της στην Α. Γερμανία, χωρίς την παραμικρή γνώση του καπιταλιστικού συστήματος, θα συνειδητοποιήσουμε πως είναι φύσει αδύνατον να κατανοήσει πια τη λειτουργία του. Επομένως εάν περιμένει η Ευρωζώνη, πόσο μάλλον η Ελλάδα, λύσεις στα προβλήματα της από τη Γερμανία, η αποτυχία είναι μάλλον προδιαγεγραμμένη.   

Συνεχίζοντας στο θέμα μας θεωρούμε ότι, οι περισσότερο άνθρωποι σήμερα επιθυμούν την οικονομία της πραγματικά ελεύθερης αγοράς, μέσα στα πλαίσια ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο θα τους επιτρέπει να συναποφασίζουν για το μέλλον τους – κάτι που αδυνατούν πλέον φανερά να τους προσφέρουν τα υφιστάμενα, «χρεοκοπημένα» πολιτικά κόμματα.  

Η αναδιανομή των εισοδημάτων και η διαχρονική απασχόληση θα πρέπει να εξασφαλίζονται, γεγονός που σημαίνει ότι οφείλουν να τοποθετούνται όρια στην ανάπτυξη των πολυεθνικών – μεταξύ άλλων, μέσα από τη σωστή λειτουργία των επιτροπών ανταγωνισμού. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος πρέπει να «ρυθμισθεί» άμεσα, με τις τράπεζες να επιστρέφουν στην παλαιότερη μορφή τους – δηλαδή, στην «προώθηση» των αποταμιεύσεων προς τις επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, χωρίς κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στις πάσης φύσεως «αγορές».     

Περαιτέρω, η Πολιτική οφείλει να ελέγχει την τήρηση των νόμων, καθώς επίσης των κανόνων «συμβίωσης», με τους οποίους συμφωνεί η πλειοψηφία των Πολιτών. Τέλος, το κράτος πρέπει να έχει το μικρότερο δυνατό μέγεθος, ενώ η επιχειρηματική δραστηριοποίηση του οφείλει να περιορισθεί σε εκείνες μόνο τις εταιρείες, οι οποίες είναι είτε στρατηγικής σημασίας, είτε κοινωφελείς (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, ύδρευση) – διατηρώντας ελάχιστες άλλες (όπως για παράδειγμα μία εμπορική τράπεζα), για περιπτώσεις ανάγκης.  

Μέσα στα παραπάνω πλαίσια, θεωρούμε ότι είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική. Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα θα πρέπει να μετεξελιχθούν σε κυβερνητικές παρατάξεις (χωρίς νομοθετικές αρμοδιότητες αλλά μόνο εκτελεστικές), οι οποίες θα στελεχώνονται με τα ικανότερα άτομα ενός κράτους, κατά την κρίση των ηγετών τους  – έτσι ώστε να μπορούν να πείσουν τους πολίτες ότι έχουν τη δυνατότητα και τα στελέχη για να κυβερνήσουν (να επιβλέπουν τη τήρηση των νόμων, να εφαρμόζουν τα προγράμματα τους, να εκπροσωπούν τους πολίτες, να διοικούν τον κρατικό μηχανισμό, να διαχειρίζονται τις δημόσιες επιχειρήσεις κλπ).

Η νομοθετική εξουσία θα πρέπει να ασκείται από βουλευτές, οι οποίοι θα εκλέγονται από τους Πολίτες, χωρίς να έχουν κομματική ιδιότητα. Η Βουλή λοιπόν, η οποία θα στελεχώνεται με ανεξάρτητους βουλευτές, μέσα από μία παράλληλη εκλογική διαδικασία (οι Πολίτες θα ψηφίζουν χωριστά, αφενός μεν για την εκλογή κυβέρνησης, αφετέρου για την εκλογή βουλευτών, οι οποίοι δεν θα συμμετέχουν στην κυβέρνηση), θα νομοθετεί κατ’ αποκλειστικότητα, ελέγχοντας παράλληλα την εκτελεστική εξουσία. Ειδικά όσον αφορά τους σημαντικότερους νόμους, αφού προετοιμάζονται από τη Βουλή, θα πρέπει να ψηφίζονται απ’ ευθείας από τους Πολίτες, στα πλαίσια τακτικών δημοψηφισμάτων (άμεση Δημοκρατία).

Άλλωστε κάπως έτσι λειτουργούν και οι επιχειρήσεις, διαθέτοντας αφενός μεν ένα διοικητικό συμβούλιο/διευθύνοντα σύμβουλο (εκτελεστική εξουσία), αφετέρου μία γενική συνέλευση (νομοθετική εξουσία), η οποία συγκαλείται ετήσια, με σκοπό: «τον έλεγχο/έγκριση των αποτελεσμάτων, την εκλογή ελεγκτών, τις αμοιβές των μελών του ΔΣ, τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, καθώς επίσης τη απαλλαγή ή μη των μελών του ΔΣ και των ελεγκτών από τυχόν ευθύνες αποζημίωσης για τα πεπραγμένα της χρήσης». Κατά την άποψη μας, ο προτεινόμενος ετήσιος έλεγχος της κυβέρνησης από τη Βουλή, είναι προς το συμφέρον και των πολιτικών, αφού οι όποιες ευθύνες τους θα αφορούν μόνο το αμέσως προηγούμενο έτος – ενώ είναι ένας από τους τρόπους «επανάκτησης» της αξιοπιστίας της Πολιτικής και των πολιτικών.        

Χωρίς να επεκταθούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, έχουμε την άποψη ότι, όλοι οι πολίτες της «Δύσης» κάτι ανάλογο επιθυμούν – μία υγιή Πολιτεία δηλαδή, έχοντας πλέον «κουρασθεί» από την «κενότητα» του πολιτικού λόγου, από τις χωρίς αντίκρισμα υποσχέσεις των κομμάτων, από τα πολλά λόγια χωρίς έργα, από την ανικανότητα, από την ανεπάρκεια, από τη διαφθορά και από τη διαπλοκή. Ίσως λοιπόν να είναι αυτός ένας δρόμος για να αντιμετωπισθεί με επιτυχία η οικονομική εξουσία, χωρίς να μας οδηγήσει, μέσα από τη δικτατορία των αγορών, σε απολυταρχικά καθεστώτα – τα οποία θα καταστρέψουν πολλά από αυτά που έχουμε επιτύχει μέχρι σήμερα.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Σύμφωνα με τον Schopenhauer, “Όλα όσα θεμελιώνουν τις διαφορές στη μοίρα των ανθρώπων, μπορούν να αναχθούν στους εξής τρείς βασικούς προσδιορισμούς:

(α)  Στο τι είναι κανείς – δηλαδή, στην προσωπικότητα υπό την ευρύτερη της έννοια, όπου συγκαταλέγονται η υγεία, η δύναμη, η ομορφιά, η ιδιοσυγκρασία, η ηθική «ποιότητα», η ευφυΐα και η παιδεία του εκάστοτε ατόμου.

(β)  Στο τι έχει κανείς – δηλαδή, στην ιδιοκτησία, καθώς επίσης στην περιουσία κάθε μορφής.

(γ)  Στο τι «παριστάνει» κανείς – στο πως φαίνεται δηλαδή στα μάτια των άλλων ανθρώπων, καθώς επίσης ποια είναι η γνώμη τους για αυτόν.

Ειδικά όσον αφορά μία χώρα, την Ελλάδα εν προκειμένω, έχουμε την εντύπωση πως αν τελικά καταφέρουμε να ενεργήσουμε συλλογικά και όχι μόνο ατομικά, εάν δηλαδή αντικαταστήσουμε δημιουργικά το «εγώ» με το «εμείς», ενδιαφερόμενοι με το τι είμαστε ως κοινωνία, με το τι έχουμε σαν κράτος, καθώς επίσης με το πώς φαινόμαστε «στα μάτια των άλλων», προσελκύοντας ξανά ικανούς Πολίτες στην πολιτική, παράγοντας πλούτο και αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα μας, η έκβαση της κρίσης θα μπορούσε να μην είναι αρνητική (υπό την προϋπόθεση ότι θα προλάβουμε το ΔΝΤ, το οποίο πιθανολογούμε ότι πολύ σύντομα θα μας «καταδικάσει ερήμην»). 

Εάν όμως δεν μπορέσουμε τελικά να «υπερβούμε» τα χρόνια ελαττώματα μας, παραμένοντας στάσιμοι στη συνεχή, στην αρνητική, στη μη δημιουργική, στη «στείρα» κατ’ επέκταση κριτική «όλων σε όλους και για όλα» (είμαστε ίσως η μοναδική χώρα που «κατακρίνει» συνεχώς τον εαυτό της, χωρίς να κάνει πρακτικά τίποτα για να τον αλλάξει), τότε δυστυχώς δεν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε την  καταστροφή – η οποία θα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε εμάς, αφού είμαστε Πολίτες ενός πάμπλουτου, προικισμένου πολλαπλά κράτους.  

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 02. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2321.aspx

Η ΥΓΙΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ I

Η ΥΓΙΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ:

Τα βασικά σφάλματα των πολιτικών, η αναξιοπιστία της πολιτικής, ο εγκλωβισμός της Πολιτείας, … Μέρος Ι 

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Η πολιτική είναι ένα μίγμα απίστευτου θράσους, αυθάδους ανεπάρκειας, κοροϊδίας των πολιτών, ανικανότητας, εμπορίου με ξένα χρήματα και χρηματισμού, εις βάρος του δημοσίου…… Ουσιαστικά ένας άνθρωπος ωριμάζει, όταν παύει πια να επιβιώνει με τη βοήθεια των γονέων του – όταν αναλαμβάνει δηλαδή μόνος του όλες τις ευθύνες του. Αντίστοιχα, ένας Πολίτης ωριμάζει, όταν παύει να πιστεύει ότι οι πολιτικοί έχουν τη δυνατότητα να λύσουν τα προβλήματα του – όπως επίσης όχι τα προβλήματα των υπολοίπων ανθρώπων.

Κατά κανόνα λοιπόν, το καλύτερο για μία χώρα είναι να έχει μία κυβέρνηση, η οποία δεν κάνει τίποτα. Αυτό τουλάχιστον μας διδάσκει η Ιστορία, στηριζόμενη στη διαπίστωση ότι, το κενό μεταξύ των πολιτικών προθέσεων και των αποτελεσμάτων είναι τεράστιο, αγεφύρωτο καλύτερα. Είναι άλλωστε γνωστό πως οι σημερινές υποσχέσεις των πολιτικών, είναι οι αυριανοί φόροι, αφού το κράτος δεν κερδίζει χρήματα. Όλα όσα προσφέρει μία κυβέρνηση, θα πρέπει προηγουμένως να τα εισπράξει από κάποιους άλλους” (Φιλελεύθερο Ινστιτούτο).

Θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε, εν μέρει τουλάχιστον, με την παραπάνω τοποθέτηση, τεκμηριώνοντας εύκολα την αντίθεση μας με το ότι, «η μοναδική προστασία μας απέναντι στην Οικονομική Εξουσία, είναι η Πολιτική». Ακόμη περισσότερο, διαπιστώνοντας πως η οικονομική εξουσία, ειδικά οι μεγάλες πολυεθνικές, καθώς επίσης ο αχόρταγος χρηματοπιστωτικός κλάδος, αφενός μεν έχουν μονοπωλήσει τις αγορές, αφετέρου τείνουν να αποκρατικοποιήσουν την πολιτική εξουσία, αναλαμβάνοντας πλέον εξ ολοκλήρου τα ηνία της δύσης, είναι αδύνατον να αποδεχθούμε την κυριαρχία τους στη θέση της Πολιτικής – πόσο μάλλον όταν είναι εμφανές ότι καταστρέφουν πια τη μεσαία τάξη, η οποία είχε αναλάβει σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος της στήριξης του κοινωνικού κράτους.   

Από την άλλη πλευρά όμως, έχοντας συνείδηση των τεράστιων αδυναμιών της Πολιτικής, η οποία ουσιαστικά διευκόλυνε την εγκαθίδρυση της «δικτατορίας των αγορών», με τη βοήθεια του νεοφιλελευθερισμού, βρισκόμαστε σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν μπορούμε άλλωστε να αδιαφορήσουμε ή να υποτιμήσουμε τη σημασία των πέντε «συστημικών» σφαλμάτων των πολιτικών, έτσι όπως έχουν αναδειχθεί από τον M. Ridley:

(α)  Υπερκινητικότητα («μανιακή ενεργητικότητα»): Με την έκφραση αυτή υπονοείται η τάση των πολιτικών να ενεργούν άμεσα, καταναγκαστικά δηλαδή, χωρίς να έχουν σαφή γνώση των αιτιών που προκάλεσαν ένα πρόβλημα, καθώς επίσης χωρίς να γνωρίζουν τον τρόπο επίλυσης του.    

(β)  Ιδιοτέλεια: Πρόκειται για την επιλογή εκ μέρους των πολιτικών εκείνης της λύσης ενός προβλήματος, η οποία τους προσφέρει προσωπικά πλεονεκτήματα – συνήθως πολιτικά αλλά και διάφορα άλλα. 

(γ)  Μονόπλευρη αντιμετώπιση: Οι πολιτικοί συνήθως επικεντρώνονται σε ένα θέμα, εξετάζοντας το απομονωμένα. Δηλαδή, δεν ασχολούνται καθόλου με τις ενδεχόμενες «παρενέργειες» των εκάστοτε αποφάσεων τους, με αποτέλεσμα οι λύσεις που επιλέγουν να «παράγουν» αυτόματα νέα προβλήματα.

(δ)  Συναισθηματικές αποφάσεις: Κρίνοντας «εξ ιδίων τα αλλότρια», ενεργούν με βάση τα προσωπικά τους συναισθήματα, καθώς επίσης με τις υποκειμενικές εμπειρίες τους, προτείνοντας ή αποφασίζοντας ανάλογα «μέτρα».

(ε)  Υπερβολική αυτοπεποίθηση: Εδώ έχουν ουσιαστικά την εντύπωση ότι γνωρίζουν πολύ περισσότερα, από αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Ειδικότερα, επειδή είναι αρκετές φορές μη εκπαιδευμένοι στο πολιτικό αντικείμενο τους (για παράδειγμα, είναι συχνό το φαινόμενο ενός υπουργού υγείας, με νομικές σπουδές και όχι ιατρικές), οι ενέργειες τους είναι συνήθως καταστροφικές.   

Περαιτέρω, είναι επίσης δύσκολο να μην αποδεχθούμε το γεγονός ότι, η βασική επιδίωξη των πολιτικών είναι η εξουσία (δύναμη) – για την ανάληψη και διατήρηση της οποίας απαιτείται η πρόσβαση τους τόσο σε «κεφαλαιακές πηγές» (resources), όσο και σε «διατεταγμένα ΜΜΕ». Αναμφίβολα, ο βασικότερος στόχος τους είναι η εξέλιξη, η προσωπική τους καριέρα δηλαδή, όπως για παράδειγμα η άνοδος στην κομματική ιεραρχία και στη διακυβέρνηση μίας χώρας.

Άλλωστε, οι πολιτικοί δεν επιθυμούν λιγότερο από τους άλλους ανθρώπους να κερδίσουν χρήματα, ενώ συνήθως επιδιώκουν την εκπλήρωση των στόχων τους εις βάρος τρίτων. Δηλαδή, σπάνια επενδύουν τα δικά τους χρήματα, προτιμώντας να προωθούν την καριέρα τους με ξένα κεφάλαια – μοιράζοντας «υποσχέσεις επιστροφής» τους, όταν ανέλθουν στην εξουσία (όλες οι εκλογικές καμπάνιες των πολιτικών, σχεδόν στο σύνολο τους, χρηματοδοτούνται από την οικονομική εξουσία – προφανώς έναντι «αδρών» ανταλλαγμάτων).   

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα κόμματα, τα οποία συντηρούν τον πανάκριβο «μηχανισμό» τους αφενός μεν με τεράστια δάνεια από τις τράπεζες, αφετέρου δε με ενισχύσεις εκ μέρους των επιχειρήσεων (μαύρα ταμεία κλπ) – γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την εξάρτηση τους από τους πάσης φύσεως χρηματοδότες, εάν όχι «εργοδότες» τους (το ότι παράλληλα απαιτούν από τους πολίτες φορολογική συνείδηση, θυσίες και εντιμότητα, χωρίς κανέναν ηθικό ενδοιασμό, αποτελεί ένα ακόμη «δείγμα» της ιδιαιτερότητας τους).      

Επομένως, τόσο η διαφθορά, όσο και η διαπλοκή είναι, μάλλον «κατ’ ανάγκη», εάν όχι «εκ φύσεως», «συνώνυμα» της πολιτικής –  ενώ δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι οι πολιτικοί θα ενεργούν ηθικότερα από όλους τους άλλους ανθρώπους, θα ενδιαφέρονται περισσότερο για το κοινό καλό, θα είναι λιγότερο «καριερίστες» και δεν θα επιθυμούν να πλουτίσουν.  

Πως είναι δυνατόν λοιπόν να θεωρούμε ότι μπορεί η Πολιτική να μας προστατεύσει από την οικονομική εξουσία, αφού είναι σχεδόν υποχρεωμένη να διαπλέκεται μαζί της, εάν θέλει να επιτυγχάνει τους στόχους της; Ακόμη περισσότερο, πως μπορούμε να περιμένουμε ότι στην Πολιτική θα προωθούνται οι καλύτεροι, όταν  τους αμείβουμε πολύ λιγότερο από αυτά που προσφέρουν οι πολυεθνικές, υποχρεώνοντας τους ταυτόχρονα να αναλαμβάνουν πολλαπλάσιες ευθύνες; Δεν βλέπουμε καθημερινά ότι, τόσο το επίπεδο, όσο και η «επάρκεια» των πολιτικών πλησιάζουν απειλητικά στο «ναδίρ» – με τα συγκριτικά λιγότερο ικανά, αλλά περισσότερο «διαπλεκόμενα» άτομα να ανέρχονται στην ιεραρχία;

Στον Πίνακα Ι που ακολουθεί καταγράφονται οι αμοιβές των κεντρικών τραπεζιτών (Πολιτική Εξουσία), ενώ στον επόμενο (Πίνακας ΙΙ), οι αμοιβές των δέκα πιο ακριβοπληρωμένων διευθυντών πολυεθνικών (Οικονομική Εξουσία), έτσι ώστε να έχουμε κάποια συγκριτικά μεγέθη:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ετήσιες αμοιβές των κεντρικών τραπεζιτών της δύσης (2010) σε €

Όνομα

Τράπεζα

Μισθός (χιλιάδες)

 

 

 

Axel Weber

BUNDESBANK

391.522

Jean-Claude Trichet

EKT

367.863

Mervyn King

BANK OF ENGLAND

355.026

Masaaki Shirakawa

BANK OF JAPAN

299.436

Ben Bernanke

FED

143.566

Πηγή: FTD, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, ο (πρώην) κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας είναι ο πλέον ακριβοπληρωμένος, ενώ ο συνάδελφός του των Η.Π.Α. αμείβεται με τα λιγότερα, σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους. Σύμφωνα δε με το γερμανικό Τύπο (Die Welt), ο ετήσιος μικτός μισθός της καγκελαρίου είναι περίπου 192.000 €, ενώ ο αντίστοιχος των υπουργών 156.000 €.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Ετήσιες αμοιβές των δέκα πιο καλοπληρωμένων διευθυντών της Γερμανίας, το 2010 σε €

Όνομα

Εταιρεία

Μισθός (εκατομμύρια)

 

 

 

Martin Winterkorn

Volkswagen

9.330.000

Peter Loescher

Siemens

8.980.000

Dieter Zetsche

Mercedes (Daimler)

8.820.000

Wolfgang Reitzle

Linde

6.950.000

Juergen Grossmann

RWE

6.670.000

Josef Ackermann

Deutsche Bank

6.450.000

Michael Diekmann

Allianz

5.860.000

Kasper Rorsted

Henkel

5.640.000

Juergen Hambrecht

BASF

5.240.000

Herbert Hainer

Adidas

4.830.000

Πηγή: FTD, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, από τους παραπάνω Πίνακες Ι και ΙΙ διαπιστώνουμε αμέσως ότι, υπάρχουν τεράστιες αποστάσεις στις αμοιβές των στελεχών του ιδιωτικού τομέα, σε σχέση με αυτές του δημοσίου. Ο διευθυντής της Volkswagen αμείβεται με 9,33 εκ. € (777.000 € μηνιαία), ενώ η καγκελάριος μόλις με 192 χιλιάδες (με 16.000 μηνιαία ή σχεδόν κατά 50 φορές λιγότερα).     

Επομένως, ο ιδιωτικός τομέας, ειδικά βέβαια οι μεγάλες πολυεθνικές, καθώς επίσης ο τραπεζικός κλάδος, προσελκύουν τα καλύτερα δυνατά άτομα, με τα οποία προφανώς είναι πολύ δύσκολο, εάν όχι απίθανο, να ανταγωνισθεί ο δημόσιος τομέας – πόσο μάλλον εάν συνυπολογίσουμε ότι, ο κύριος διαφθορέας των πολιτικών είναι οι managers των πολυεθνικών.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ

 Επειδή σκόπιμα δεν θέλουμε να επικεντρωνόμαστε στη χώρα μας, επιθυμώντας να αποφύγουμε την (εσφαλμένη) εντύπωση πως όλα όσα «διαδραματίζονται» εδώ, δεν συμβαίνουν αλλού, ενώ οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στα οικονομικά μας προβλήματα (πράγμα που σίγουρα δεν συμβαίνει), θα εξετάσουμε περαιτέρω την αξιοπιστία ή μη της Πολιτικής στη Γερμανία – ένα τεράστιο πρόβλημα, με το οποίο ευρίσκονται αντιμέτωπες όλες οι δημοκρατικές χώρες του πλανήτη.   

Οι πολιτικοί στη Γερμανία έχουν υποστεί τον τελευταίο καιρό μια «δραστικότατη» μείωση, μία απώλεια καλύτερα της αξιοπιστίας τους – με αποτέλεσμα να είναι πλέον η «επαγγελματική ομάδα» με τη χειρότερη εικόνα, συγκριτικά με όλες τις άλλες. Πολλοί Γερμανοί λοιπόν αναρωτιούνται, εάν η έλλειψη της πολιτικής αξιοπιστίας είναι το πρόβλημα της εποχής μας ή εάν η πρακτική εξάσκηση της Πολιτικής αποτελεί από μόνη της πρόβλημα.  

Σύμφωνα με μία πρόσφατη δημοσκόπηση, οι γιατροί είναι το επάγγελμα με το μεγαλύτερο κύρος στη Γερμανία (78%), ακολουθούμενοι από τους ιερείς (39%) και τους καθηγητές Πανεπιστημίων (34%). Στον «επίλογο» της λίστας με τα πλέον «επιθυμητά» (prestige, γόητρο) επαγγέλματα, συναντάει κανείς τους πολιτικούς – με ένα ποσοστό της τάξης του 6%. Το τελικό συμπέρασμα της δημοσκόπησης είναι πως οι πολιτικοί έχουν αποξενωθεί εντελώς από τους Πολίτες, με το 98% των ερωτηθέντων να απαιτούν «στενότερη» επικοινωνία των πολιτικών με το λαό.

Το 80% ισχυρίζεται ότι, «λαμβάνονται σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, με τις οποίες δεν συμφωνεί η πλειοψηφία», ενώ το 85% αναφέρει πως «οι περισσότεροι πολιτικοί δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή». Παράλληλα, η πλειοψηφία των πολιτών κατηγορεί την κυβέρνηση για υπερβολική γραφειοκρατία, η οποία δυσχεραίνει την καθημερινότητα (αν σκεφθούμε βέβαια ότι, στη Γερμανία μπορεί κανείς να ξεκινήσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μία επιχείρηση, να εκδώσει τιμολόγια σε ένα λευκό χαρτί αμέσως, να σταματήσει τη λειτουργία μίας εταιρείας απλά με μία δήλωση του, να καθυστερήσει μόλις δέκα λεπτά σε μία δημόσια υπηρεσία κλπ, ζώντας σε μία χώρα χωρίς φροντιστήρια, με πραγματικά δωρεάν υγεία και δημόσια παιδεία, είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως ακριβώς «ορίζεται» εκεί η γραφειοκρατία).        

Περαιτέρω, εντελώς παραδόξως, οι ελπίδες της πλειοψηφίας των ερωτηθέντων, σε σχέση με την επίλυση των προβλημάτων τους, επικεντρώνονται στους ίδιους αυτούς πολιτικούς, τους οποίους ουσιαστικά χαρακτηρίζουν αναξιόπιστους. Όλες οι σκέψεις, καθώς επίσης οι προσδοκίες τους, κατευθύνονται στο εκάστοτε κόμμα της αντιπολίτευσης – το οποίο ήταν την αμέσως προηγούμενη περίοδο στην κυβέρνηση (!). Κάποιες φορές βέβαια σε κάποιον νέο πολιτικό, ο οποίος θα τα καταφέρει καλύτερα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παρακάτω πρόταση ενός Γερμανού πολίτη, στα πλαίσια μίας τηλεοπτικής συζήτησης: «Έχω νευριάσει μέχρι θανάτου, επειδή ψήφισα στις προηγούμενες εκλογές τους Ελεύθερους Δημοκράτες. Πολλοί φίλοι μου έχουν επίσης απογοητευθεί που ψήφισαν τους Χριστιανοδημοκράτες, οι οποίοι κυβερνούν μαζί με τους Ελεύθερους Δημοκράτες. Ο θυμός τους μάλιστα είναι τόσο μεγάλος που έχουν γίνει ήδη εντελώς πράσινοι (Οικολόγοι)».     

Συμπερασματικά λοιπόν η αξιοπιστία της Πολιτικής ευρίσκεται στο ναδίρ – σε μία χώρα μάλιστα που έχει πολύ λιγότερα προβλήματα από τη δική μας, με μάλλον περιορισμένη πολιτική διαπλοκή και διαφθορά η οποία, αν μη τι άλλο, δεν είναι θεσμοθετημένα ατιμώρητη, όπως δυστυχώς συμβαίνει στην Ελλάδα (οι ποινές είναι εξαιρετικά αυστηρές, ενώ ο έλεγχος συνεχής).

Ακόμη περισσότερο, οι Γερμανοί εκφράζουν φανερά την απέχθεια τους απέναντι στους Πολιτικούς, κοροϊδεύουν την κυβέρνηση για πρώτη φορά στην Ιστορία τους και αντιδρούν εγωιστικά βίαια – με αποτέλεσμα να αυξάνεται η μαύρη εργασία και να γιγαντώνεται η φοροδιαφυγή, παρά την ύπαρξη μίας εξαιρετικά ικανής, μίας τρομακτικής καλύτερα οικονομικής αστυνομίας, η οποία αποτελεί ένα πραγματικό «κράτος εν κράτει» στη χώρα.

Ταυτόχρονα, οι ελπίδες των Γερμανών για ένα καλύτερο μέλλον επικεντρώνονται στην Πολιτική – παρά το ότι αυξάνονται καθημερινά οι διαμαρτυρίες (διαδηλώσεις) και διογκώνεται η αποχή από τις εκλογές, ενώ η κομματική αφοσίωση (loyalty) περιορίζεται διαρκώς….

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 02. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2321.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Φυσική ή πολιτική επιβίωση; ψευδοδίλημμα…

Φυσική ή πολιτική επιβίωση; Ένα πολιτικό ψευδοδίλημμα υπεράνω εκβιασμών…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Το πολιτικό σινάφι αποκλείεται να φανταζόταν ποτέ ότι υπήρχε περίπτωση να εκδηλωθούν μεταπολιτευτικά εναντίον του αθρόες επιθέσεις που θα υπερέβαιναν τις λεκτικές αποδοκιμασίες. Ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου επιχειρούσε έναν από τους συνηθισμένους του φραστικούς εντυπωσιασμούς, όταν «προφήτευε» στις 4/6/2010 πως ο κόσμος θα κυνηγήσει «με τις πέτρες» τους πολιτικούς που δεν θα τον σεβαστούν στο εξής.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 316, 1/4/2011.

Προσποιόταν μεταμέλεια για τις παρελθοντικές πρακτικές των διαφθαρμένων συναλλαγών, κι επιχειρούσε την εμπέδωση της εμπιστοσύνης μέσα από την αλλαγή νοοτροπίας που υπόσχεται η υποτιθέμενη συνειδητοποίηση της μέγιστης απειλής. Αν ο κ. Παπανδρέου πίστευε πραγματικά ότι είναι πιθανό το ξέσπασμα βίαιων αντιδράσεων εναντίον των συναδέλφων του πολιτικών, θα προσπερνούσε κάθε επικίνδυνη πρόβλεψη, ικανή να υποκινήσει αντίστοιχες συμπεριφορές, και μάλιστα νομιμοποιημένες, εφόσον ο ίδιος ο πρωθυπουργός θα ’χε ήδη αναγνωρίσει το «δίκαιο» των επιθέσεων. Τη στιγμή που η πολιτική επιχειρεί να διευθύνει την οργή εξαιτίας των ατασθαλιών της και να την κατευνάσει, θα ’ταν παράλογο να την υποδαυλίζει παράλληλα, υποδεικνύοντας τη μορφή του ξεσπάσματος. Είναι φανερό πως οι εξελίξεις, επαληθεύοντας την πρωθυπουργική «προφητεία», ξεπέρασαν κάθε πολιτική φαντασία.

Η άσκηση βίας εναντίον πολιτικών μεταβλήθηκε από μεμονωμένο, περιθωριακό περιστατικό σε καθημερινότητα. Ένα είδος άτυπης διαμαρτυρίας, που ενέχει και χαρακτηριστικά λαϊκού δικαστηρίου, στρέφεται κυρίως εναντίον των πολιτικών που στρατεύονται στα κόμματα εξουσίας. Το μέγεθος της βίας ποικίλει από λεκτικές αποδοκιμασίες και «λάιτ» χειροδικίες, όπως η εκτόξευση γιαουρτιών, μέχρι προπηλακισμούς με την απειλή λιντσαρίσματος. Η εικόνα του αιμόφυρτου πρώην υπουργού της Νέας Δημοκρατίας κ. Κωστή Χατζηδάκη, ο οποίος δέχτηκε επίθεση κατά την πορεία διαμαρτυρίας της Γ.Σ.Ε.Ε. και της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. στις 15/12/2010, παραμένει ζοφερή. Ο κατάλογος όσων δέχονται επιθέσεις διαρκώς επιμηκύνεται, περιλαμβάνοντας τόσο στελέχη της παρούσας κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όπως η υπουργός Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου (1/3/2011), ο αντιπρόεδρός του κ. Θεόδωρος Πάγκαλος (26/2/2011 και 16/3/2011), ο ίδιος ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου (21/2/2011), όσο και στελέχη προηγούμενων κυβερνήσεων, όπως ο πρώην υπουργός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ. Άκης Τσοχατζόπουλος (25/2/2011) ή ο πρώην πρωθυπουργός της ίδιας κυβέρνησης κ. Κώστας Σημίτης (3/3/2011).

Η ανεξέλεγκτη τροπή του φαινομένου αποτυπώνεται στη δήλωση πανικού με την οποία ο κ. Θεόδωρος Πάγκαλος επιτέθηκε στην παράταξη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τον πρόεδρό του για το σε βάρος του γιαούρτωμα στα Καλύβια Αττικής (16/3/2011): «Με υποδεικνύει ο κ. Τσίπρας και το κόμμα του, με όσα λέει οδηγεί στη δολοφονία μου· τον προειδοποιώ ότι θα έχει μεγάλη ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη γίνει από δω και πέρα εναντίον μου» («in.gr», http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231100645,  21/3/2011). Μπορεί ο κ. Πάγκαλος να συνηθίζει τα λεκτικά, συχνά αήθη, πυροτεχνήματα εναντίον των ιδεολογικών του αντιπάλων, όμως η συγκεκριμένη δήλωση απέχει από ένα απλό πολιτικό παιχνίδι σπίλωσης. Η απόπειρα να εξορκιστεί το ενδεχόμενο μιας δολοφονικής ενέργειας μέσα από τη ρητή κατονομασία της επιδιώκει την κατάδειξη της απειλής στο πραγματικό της μέγεθος και την επιθυμία της πρόληψης και της αποτροπής της, που πηγάζει από ένα καθαρά ανθρώπινο ένστικτο επιβίωσης. Από εκεί και πέρα, βέβαια, η διασφάλιση της φυσικής επιβίωσης θα χρησιμοποιηθεί κουτοπόνηρα, υπεράνω κάθε προηγούμενου πανικού, και για την πρόκληση συμπάθειας, η οποία θα συνδράμει στη διαιώνιση της πολιτικής επιβίωσης.

Η πολιτική αυθαιρεσία και αγυρτεία είναι μια πραγματικότητα για την οποία ο πολίτης δεν διαθέτει κανένα νόμιμο μέσο προκειμένου να την αντιμετωπίσει. Οι πολιτικοί απολαμβάνουν το απυρόβλητο ενός απαράδεκτου νομικού συστήματος που οικοδόμησαν οι ίδιοι, προκειμένου να παρανομούν και να μένουν ατιμώρητοι ακόμη κι αν δεν προστατεύονται από τη βουλευτική ασυλία. Είναι τόσο δαιδαλώδη και υποκείμενα στη διαφθορά τα μονοπάτια της Δικαιοσύνης, ώστε κανείς έμφρων δεν ευελπιστεί στη συμβολή της προς αποκάλυψη των ενόχων. Αντιθέτως, κανόνας αποδεικνύεται η παραγραφή και η συγκάλυψη. Η παρούσα κατάσταση ωστόσο δεν παρέχει σε κανέναν το αυτόματο δικαίωμα να υποκαταστήσει το νομικό πλαίσιο προβαίνοντας σε χρήση βίας, που υποθάλπεται μάλιστα από την ανωνυμία ομάδων κινούμενων σαν μάζες. Οι προπηλακισμοί και οι απόπειρες λιντσαρίσματος τι είδους ευνομία είναι δυνατόν να υποκρύπτουν; Η ανεξέλεγκτη βία ενός φρενήρους όχλου, ανίκανου λόγω των συνθηκών δράσης του να αποφασίσει συνετά, δεν αποδίδει δικαιοσύνη, αφού στη θέση τού ούτως ή άλλως άδικου απυρόβλητου της πολιτικής αυθαιρεσίας προτείνει ένα εξίσου άδικο πεδίο βολής, όπου οι σφαίρες – μεταφορικές, με προοπτική κυριολεξίας – θερίζουν ισοπεδωτικά οτιδήποτε βρεθεί στην πορεία τους. Πόση εμπιστοσύνη είναι δυνατόν να αποδοθεί σε όχλους που δεν έχουν το θάρρος των πράξεών τους και καλύπτονται δειλά πίσω από κουκούλες; Τι όραμα εμπνέουν όσοι υψώνουν χέρι αιμοχαρές κι εγκληματικό, χωρίς καμία τιθάσευση;

Επιπλέον, οι βιαιότητες οποιασδήποτε μορφής τείνουν να ηρωοποιήσουν τους πρωταγωνιστές της αδιαφάνειας, της συναλλαγής και της διαφθοράς, όταν αυτοί γίνονται αποδέκτες τους. Πέρα από τον αποτροπιασμό που προκαλεί κάθε βίαιος θάνατος, η ντοκιμαντερίστικη ή κινηματογραφική ηρωοποίηση πολιτικών που θα λιντσαριστούν τάχα για τη συμμετοχή τους στο φαύλο σύστημα, θα ακύρωνε κάθε αντίδραση. Είναι εντυπωσιακό άλλωστε το πώς συσπειρώνεται κάθε φορά ο πολιτικός κόσμος πίσω από τις αντιδράσεις βίας και δυναμώνει. Η οπωσδήποτε καταδικαστέα βία προσφέρει εντούτοις σ’ ένα σαθρό πολιτικό σύστημα τη δυνατότητα να καμωθεί το δημοκρατικό, το ευάλωτο, το αδικημένο. Επομένως, όχι μόνο δεν αποκαθαίρει τη σαπίλα, μα τη νομιμοποιεί και την εδραιώνει.

Η λερναία ύδρα της βίας συνιστά μία τερατώδη ανωμαλία που ξεπερνά το πεδίο της πολιτικής κι έχει δυστυχώς ποτίσει βαθιά όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις. Η βία εμφωλεύει εδώ και δεκαετίες στον κοινωνικό κόρφο, χωρίς κανείς φορέας να μεριμνά για την αντιμετώπισή της. Χούλιγκαν καταστρέφουν γήπεδα, τον περιβάλλοντα χώρο τους, κι απειλούν τους αθλητές· «επαναστατημένοι» φοιτητές(;) οικοδομούν τοιχία σε πόρτες και παράθυρα των καθηγητικών γραφείων στις πανεπιστημιακές σχολές· μαθητές βιαιοπραγούν εναντίον συμμαθητών τους και διδασκόντων. Η πολιτεία παρακολουθεί αμήχανη. Οι ενδεδειγμένες προτεινόμενες λύσεις είναι οι «νουθεσίες»! Το έγγραφο του υπουργείου Παιδείας για την «πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας και της επιθετικότητας μεταξύ μαθητών» (14/2/2011) φωτίζει την κρατική ύπνωση και ανεπάρκεια που συντηρεί και γιγαντώνει τη βία, αντί να την περιορίζει. Αιθεροβάμονες γραφειοκράτες που στελεχώνουν τον «Συνήγορο του Πολίτη» και τον «Συνήγορο του Παιδιού» προτείνουν την αντιμετώπιση της βίας μέσα από διαδικασίες «επικοινωνίας και διαλόγου», «ανάδειξης των απόψεων των μαθητών», «ακρόασης», «ομάδων φιλίας ή διαμεσολάβησης»· διαδικασίες που αρμόζουν αναμφίβολα σ’ ένα πολιτισμένο περιβάλλον, που προκαλούν ωστόσο τη θυμηδία όσων μεταχειρίζονται τη βία, εφόσον τους επιτρέπουν να συνεχίζουν την ωμή, στανική επιβολή τους, χλευάζοντας το «πολιτισμένο» σύστημα που τους «νουθετεί» ατιμώρητους. Οι ρομαντικές εξιδανικεύσεις της εκτός τόπου και χρόνου γραφειοκρατίας αγνοούν τη σκληρή πραγματικότητα, χαρίζοντας τους συνετούς και νηφάλιους βορά στους αμετανόητους νταήδες.

Οι προτεινόμενες «νουθεσίες», αποτελώντας δείγμα νάρκωσης και ατολμίας, διαιωνίζουν τις εκβιαστικές στάσεις. Η συντριπτική κοινωνική πλειοψηφία που δεν εκφράζεται βίαια, αντί να προστατεύεται, λοιδορείται. Κι όταν το σκώμμα πηγάζει απ’ τα χείλη φορέων της επίσημης πολιτείας, η ελπίδα για τη συντριβή της βίας ξεθωριάζει. Η ανακοίνωση της Ε.Ρ.Τ., ενός κρατικού φορέα, με αφορμή τα επεισόδια που σημειώθηκαν στον ποδοσφαιρικό αγώνα Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού τής 19/2/2011 και την αποσιώπησή τους από την κρατική τηλεόραση, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Ο διευθύνων σύμβουλος της Ε.Ρ.Τ. κ. Λάμπης Ταγματάρχης δήλωσε τότε μεταξύ άλλων: «Ο ρόλος της Ε.Ρ.Τ. δεν είναι να ρίχνει λάδι στη φωτιά, ο ρόλος της Ε.Ρ.Τ. δεν είναι να αναδεικνύει ασχήμιες και ύβρεις, ο ρόλος της Ε.Ρ.Τ. είναι να συμβάλλει στην εκτόνωση του επικίνδυνου κλίματος, το οποίο προφανώς δε δημιούργησε η ίδια.» Πρόκειται για εξέλιξη που την είχαμε προβλέψει ήδη από το 2008, όταν σχολιάζαμε: «Το θράσος του αθλητικού τύπου έχει γιγαντωθεί τόσο, ώστε δεν θα πρέπει να μας φανεί περίεργο αν ακούσουμε ποτέ επιχειρηματολογία υποκριτική της μορφής “δεν παρουσιάζω τα φονικά για να μην υποδαυλίζω τις αντιπαλότητες” […]» («Οι “μωρές παρθένες”, που ’τανε μόνο μωρές! Η χυδαιότητα των αθλητικών εφημερίδων κι ο ευτελισμός της ανθρώπινης ζωής», εφημερίδα «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 239, 6/2/2008.)

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η δήλωση του ποδοσφαιριστή της Α.Ε.Κ. κ. Νίκου Λυμπερόπουλου πως «η ημέρα του νεκρού ποδοσφαιριστή δεν είναι μακριά» (εφημερίδα «Το Βήμα», 20/3/2011) όχι απλώς δεν κινδυνολογεί υπερβάλλοντας, μα συνιστά εξέλιξη στην οποία οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια. Και, φυσικά, το ζήτημα δεν είναι αν ο επόμενος νεκρός θα φέρει την ιδιότητα του ποδοσφαιριστή ή κάποια άλλη. Η χορεία των νεκρών για τους οποίους ευθύνεται η βία δεν είναι απλώς μια δυσοίωνη προοπτική, μα μια τραγική πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους οπαδούς αθλητικών συλλόγων που σφάζονται στα «ραντεβού θανάτου» ή στους νεκρούς υπαλλήλους της τράπεζας «Μαρφίν», που κάηκαν απ’ την «επαναστατημένη», «δίκαιη» και «κάθε άλλο παρά τυφλή» μολότοφ. Η πυρκαγιά έχει ήδη ανάψει και μαίνεται ανεξέλεγκτη.

Η προσήλωση από την πλευρά του νηφάλιου και ειρηνόφιλου κοινωνικού συνόλου στον «πολιτισμό» της θρησκευτικού τύπου μαρτυρικής εγκαρτέρησης απέναντι σε κάθε βιαιοπραγία συνιστά εθελοτυφλία. Η πυρκαγιά της βίας δεν κατασβήνεται με νουθεσίες. Η κακώς εννοούμενη ανεκτικότητα κι η ατιμωρησία αποθρασύνουν την παραβατικότητα. Δεδομένου πως υπό το κράτος εκβιασμών και τρόμου είναι αδύνατον να εργαστεί και να αποδώσει ο οποιοσδήποτε κοινωνικός κρίκος, επιβάλλεται επιτακτικά να αναλάβει η πολιτεία δράση προστατευτική της νηφαλιότητας και της νομιμοφροσύνης. Η ανάληψη της αντίστοιχης δράσης όμως προϋποθέτει μία πολιτεία που σέβεται εκείνη πρώτη τους νόμους και δεν παλινωδεί καταστρατηγώντας τους. Ίσως η πίεση που ασκείται στον πολιτικό κόσμο να ’δινε το έναυσμα για την αποκατάσταση της ομαλότητας, εφόσον και οι πολιτικοί βιώνουν πλέον το φάσμα της βίας που ταλανίζει τα υπόλοιπα κοινωνικά μέλη. Επειδή ωστόσο η αποκατάσταση της νομιμότητας, παρόλο που θα διασφαλίσει καί το πολιτικό σινάφι από την απειλή της βίας, θα σημάνει την κατάρρευση της κομματικοκρατίας με την παράλληλη κατάργηση των υποχθόνιων συναλλαγών και του ρουσφετιού, κρίνεται εξαιρετικά αμφίβολο εάν οι πολιτικοί επιθυμούν όντως την εθελούσια έξοδο από το σύστημα που, αν και απειλεί τη φυσική ζωή τους, τους συντηρεί στην πολιτική ζωή. Τούτο σημαίνει πως η ζοφερή μάστιγα της βίας δυστυχώς δεν θα ξεκολλήσει από τις σάρκες του κοινωνικού σώματος, όσο κι αν προκαλέσει ακόμη πιο επώδυνες πληγές.

Γιάννης Στρούμπας

Νέο Σχολείο: "Παγίδα και ύπνωση" η μεταρρύθμιση

"Παγίδα και ύπνωση" η μεταρρύθμιση

 

Συνέντευξη του Χρήστου Τσολάκη [στη Φιλομήδα Δημολαΐδου]*


 

Τα τεκταινόμενα από το υπουργείο Παιδείας απογοητεύουν τον ομότιμο καθηγητή του ΑΠΘ Χρίστο Τσολάκη.

“Θέλουμε το σχολείο της παιδείας, το οποίο θα ετοιμάσει τον ελεύθερο άνθρωπο, που με τη σειρά του θα καταλύσει την αγορά εργασίας και θα στήσει μιαν άλλην δίκαιη”, τονίζει σε συνέντευξη που παραχώρησε στη “Θ” ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ Χρίστος Τσολάκης, ασκώντας σκληρή κριτική στα σχέδια του υπουργείου Παιδείας για το νέο λύκειο. 

Ο γνωστός παιδαγωγός-δάσκαλος δηλώνει ότι οι πρόσφατες ανακοινώσεις του υπουργείου Παιδείας τον απογοήτευσαν. Κατά την άποψή του το εκπαιδευτικό πρόβλημα πρέπει να το δούμε συνολικά, από το νηπιαγωγείο έως το πανεπιστήμιο. Οι αλλαγές σύμφωνα με τον κ. Τσολάκη πρέπει να αρχίσουν από χαμηλά. Μία αρχή θα μπορούσε να γίνει με την ίδρυση κέντρων του παιδιού, τα οποία θα δέχονται ελληνόπουλα, ιδίως των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, από την ηλικία των 2,5 ετών και θα τους προσφέρουν γλωσσική αγωγή και παιδεία. 

 

Λιγότερα μαθήματα, μειωμένες ώρες διδασκαλίας – τουλάχιστον στις πρώτες δύο τάξεις λυκείου – επιλογή μαθημάτων, ερευνητικές εργασίες. Το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας για το νέο λύκειο μοιάζει ελκυστικό. Μήπως όμως κρύβει παγίδες; 

 

Πράγματι ακούγεται ευχάριστα από τον καθένα και προπάντων από τους μαθητές. Δεν ακούγεται όμως ευχάριστα από εκείνον που ανάλωσε 50 χρόνια στην εκπαίδευση και δίδαξε τόσο στη δευτεροβάθμια όσο και στην τριτοβάθμια προβληματιζόμενος διαρκώς πάνω στα επίμαχα εκπαιδευτικά μας θέματα. Ο προβληματισμός του γίνεται πιο οδυνηρός, διότι έζησε μεταρρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις ως μαθητής και συνεργάτης του Ε. Παπανούτσου και του Ι. Θ. Κακριδή και ως θιασώτης του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και θαυμαστής του Δ. Γληνού, του Αλ. Δελμούζου, του Μ. Τριανταφυλλίδη. Σε αυτόν τα τεκταινόμενα από το υπουργείο Παιδείας φέρουν απογοήτευση, όταν μάλιστα βλέπει ότι ακόμη μία φορά προδίδεται η σοβαρότερη εκπαιδευτική κίνηση που έγινε στη χώρα μας κατά τον 20ό αιώνα, ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός. 

Όρθρος πνευμάτων και μέσα φως και έξαρση ψυχών και συνειδήσεων η παιδεία. Αυτό είναι το πρόβλημά μας και σε αυτό δεν απαντά η λεγόμενη μεταρρύθμιση του σημερινού λυκείου. Διότι δεν ορθρίζει ο λόγος του υπουργείου. Αντίθετα και ο ίδιος υπνώττει και τους άλλους οδηγεί στην ύπνωση, αφού παγιδεύει μαθητές και δασκάλους. Παγίδα και ύπνωση είναι ο περιορισμός των μαθημάτων και τα άλλα ηχηρά παρόμοια των υπουργικών ευαγγελισμών. Και βέβαια πρέπει να λιγοστέψουν τα μαθήματα, αλλά το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον αριθμό τους. Βρίσκεται στα περιεχόμενα μάθησης, στην ποιότητα των διδακτικών εγχειριδίων, στους τρόπους διδασκαλίας και προπάντων στις επιδιώξεις της. Επιδιώκει αφύπνιση συνειδήσεων και ψυχών ή εκλαμβάνει το κεφάλι του παιδιού ως δοχείο, για να το γεμίσει και ύστερα να το μετρήσει με τη μεζούρα της αξιολόγησης, για να διαπιστώσει πόσο γέμισε, ώστε αναλόγως να αμειφθεί εισαγόμενο ή όχι στο πανεπιστήμιο; Δυστυχώς συμβαίνει το δεύτερο.

Συμφωνούμε και εμείς στον περιορισμό μαθημάτων, γιατί πιστεύουμε ότι οι γνώσεις πληθύνθηκαν τόσο πολύ κι αυτές πάλι παλιώνουν τόσο γρήγορα, γιατί έρχονται άλλες και άλλες, ώστε είναι άσκοπο να επιμένουμε στον παλαιό τρόπο απάντησής τους. Ματαιοπονούμε. Αυτό σημαίνει ότι το παραδοσιακό σχολείο “εξεμέτρησε το ζην”. 

Χρειαζόμαστε επομένως το νέο σχολείο στηριγμένο στη νέα πραγματικότητα, από την οποία εκπηγάζει η νέα φιλοσοφία, που ως κατηγορική προσταγή διδάσκει τη γύμναση των ψυχών και των πνευμάτων των νέων. Αυτός είναι ο σκοπός της εκπαίδευσης και αυτό οφείλει να είναι το όραμα μιας μεταρρύθμισης από την οποία έχει ανάγκη ο τόπος μας και η ανθρωπότητα: η προσφορά παιδείας. Γι’ αυτό το σκοπό ιδρύθηκαν τα σχολεία από καταβολής πολιτισμένων κοινωνιών και όχι για να υπηρετούν τις αγορές εργασίας και τα συμφέροντα των κερδοσκόπων και των καιροσκόπων, που τις έστησαν, για να πλουτίζουν και να απομυζούν τους λαούς. 

Και εδώ είναι που διολίσθησαν οι προγραμματιστές του υπουργείου Παιδείας. Το μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα αποδέχεται τη σημερινή αγορά εργασίας και την υπηρετεί, ώστε η αδικία των αδίστακτων και ύποπτων μαζί εμπόρων των εθνών σε βάρος των λαών να διαιωνίζεται. Εδώ βρίσκεται και η δική μας διαφωνία: Θέλουμε το σχολείο της παιδείας, το οποίο θα ετοιμάσει τον ελεύθερο άνθρωπο, που με τη σειρά του θα καταλύσει την αγορά εργασίας και θα στήσει μιαν άλλην δίκαιη”. 

 

Μήπως όμως χωρίς την εξειδικευμένη γνώση, που προσφέρει το νέο λύκειο, υπήρχε κίνδυνος να αυξηθεί η παραπαιδεία; 

 

Μιλούμε για ένα λύκειο παιδείας και όχι για λύκειο που προετοιμάζει υποψηφίους για πανεπιστημιακές σχολές ή εργάτες για τις αγορές εργασίας. Αυτό όμως το λύκειο, για να ευοδωθεί, είναι ανάγκη να είναι αυτονομημένο και όχι εξαρτημένο από την τριτοβάθμια εκπαίδευση ή την αγορά εργασίας. Η εξάρτηση μεταβάλλει αυτομάτως το λύκειο σε πελώριο φροντιστήριο – προθάλαμο των πανεπιστημιακών σπουδών. Αυτή άλλωστε η εξάρτηση είναι η νοσογόνος εστία όλων των σημερινών προβλημάτων και αδιεξόδων της εκπαίδευσής μας. Έντονα το χρωμάτισαν προς αυτήν την κατεύθυνση η μεταρρύθμιση του νόμου 2525 (1997-2000) και η σημερινή. Βαρύ ολίσθημα. Η σημερινή μάλιστα είναι και η χειρότερη, διότι δρασκελίζει το κατώφλι του λυκείου και περνά και στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου. Μπαίνουν και εκεί τα φροντιστήρια. Και το ανήκουστο της χλεύης και της θρασύτητας των μεταρρυθμιστών: Δεν θα διδάσκεται η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία στην α’ κατεύθυνση της β’ και γ’ λυκείου. Δηλαδή τα περισσότερα ελληνόπουλα θα μένουν με τα Αρχαία Ελληνικά του γυμνασίου. Αιδώς, Αργείοι. 

 

Ο φαύλος κύκλος

 

Ποιο κατά την άποψή σας θα ήταν το ιδανικό λύκειο; 

 

Δεν θα απαντήσω ευθέως. Αποτελεί ως ερώτηση μέρος ενός προβλήματος, το οποίο θα το ιχνογραφήσω και μέσα από αυτήν την ιχνογράφηση θα βρείτε την απάντηση. Κάπως έτσι σέρνονται και σήπονται οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις, ψευδομεταρρυθμίσεις στην πραγματικότητα. Αυτοί που τις επιχειρούν δεν τις πιστεύουν στο βάθος. Κινούνται στην ομίχλη. Γι’ αυτό και δυσκολεύονται να δουν ολόκληρο το εκπαιδευτικό πρόβλημα, ένα μέρος του βλέπουν. Αυτή όμως η αδυναμία τους τούς καθιστά αυτομάτως και τους ίδιους μέρος του προβλήματος. Αλλά εκείνος που αποτελεί μέρος ενός προβλήματος αδυνατεί να το λύσει, διότι δεν το αντικρίζει στην ολότητά του. Αυτό συμβαίνει με το υπουργείο Παιδείας τα τελευταία χρόνια. Γι’ αυτό και παραπατά: Πότε δοκιμάζει τις μεταρρυθμίσεις στο λύκειο και πότε αλλού. Κι όμως το εκπαιδευτικό μας πρόβλημα πρέπει να το αντικρίσουμε συνολικά από τη νηπιακή ηλικία έως το πανεπιστήμιο. Ένα αυτό. Δεύτερον, να αρχίσουμε από χαμηλά τις αλλαγές. Πρέπει παραδείγματος χάριν να ιδρυθούν κέντρα του παιδιού, τα οποία θα δέχονται τα ελληνόπουλα, ιδίως των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, από την ηλικία των 2,5 ετών και θα τους προσφέρουν γλωσσική αγωγή και παιδεία, μορφωτικά δηλαδή αγαθά που αδυνατούν να τα δώσουν οι οικογένειές τους. Θα μετριαστούν έτσι οι κοινωνικές διαφορές και η δημοκρατία μας θα κάμει ακόμη ένα βήμα προς την ολοκλήρωσή της. Θα προσφέρει από τη μικρή ηλικία σε όλα τα παιδιά της ίσες ευκαιρίες μόρφωσης. Τρίτον, να προσανατολίσουμε την εκπαίδευσή μας προς τον επ’ αληθείας πολιτισμό, δηλαδή προς την παιδεία. Σήμερα είναι προσανατολισμένη στην αγορά εργασίας. Το ίδιο έχει γίνει και με τα πανεπιστήμια. Είμαστε οι δεσμώτες των διαβόητων αγορών των εμπόρων της γης. Όσο πιστότερα ένα πανεπιστήμιο υπηρετεί αυτόν τον κίβδηλο κόσμο, τόσο διασημότερο θεωρείται. Άλλωστε αυτό λογίζεται πρόοδος και εκσυγχρονισμός: Οι αγορές να χρηματοδοτούν τα πανεπιστήμια και αυτά να προσανατολίζουν τις έρευνές τους στην υπηρεσία των αγορών. Φαύλος κύκλος. 

Ε, λοιπόν, αυτό το φαύλο κύκλο έρχεται να υπηρετήσει η σημερινή μεταρρύθμιση του λυκείου. Γι’ αυτό και τα λύκεια εξαρτήθηκαν από τα πανεπιστήμια. Όλα αυτά σημαίνουν ότι σκοπός της εκπαίδευσης σε αυτού του τύπου τις μεταρρυθμίσεις είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή των ανθρώπων που θα υπηρετούν τα αγοραία βιομηχανικά και τεχνολογικά δρώμενα. Είναι όμως γνωστό ότι ο εξαρτημένος άνθρωπος, ο άνθρωπος υπηρέτης του εμπορικού κατεστημένου είναι ξένος προς κάθε έννοια παιδείας. Από αυτόν τον άνθρωπο που θεραπεύει κρατούσες καταστάσεις, χωρίς να θέλει ή να μπορεί να τις μεταβάλει, όταν κακοφορμίζουν, δεν έχει να περιμένει φως η ανθρωπότητα. Δεν έχει μέλλον αυτός και μαζί του δεν έχει μέλλον και η ζωή. 

 

ΠΗΓΗ: 4-4-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=28377

 

* Άρθρο της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ"

Από το τελευταίο έπος στον εθνομηδενισμό

Από το τελευταίο έπος στον εθνομηδενισμό 

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Κύπρος πωλήθηκε το 1878 από τον σουλτάνο στους Άγγλους σε ένδειξη ευαρέσκειας για τη στάση της κραταιάς όσο και άθλιας τότε αυτοκρατορίας κατά το συνέδριο του Βερολίνου, οι αποφάσεις του οποίου απέτρεψαν την εκτόπιση των Οθωμανών από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Και η Ελλάδα φάνηκε τότε να επωφελείται, αφού απετράπη η δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας. Θα κέρδιζε όμως πολλαπλάσια, αν τον θρόνο του βασιλείου της δεν κατείχε πειθήνιο όργανο της βρετανικής πολιτικής, ο Γεώργιος Α΄, ο οποίος δεν αποδέχθηκε τη ρωσική πρόταση για την από κοινού κήρυξη του πολέμου κατά της Τουρκίας.

Κύλισαν τα χρόνια έγιναν πόλεμοι και πόλεμοι και έφθασε η ώρα που οι αυτοκρατορίες των νεοτέρων χρόνων κατέρρευσαν. Πρώτη κατά σειρά η οθωμανική. Τότε οι άπληστοι για ενεργειακούς πόρους δυτικοί βρήκαν την Ελλάδα ως την πλέον πρόσφορη προς εξυπηρέτηση των σχεδίων της. Ζήτησαν να αποβιβάσει στρατεύματα στις ακτές της Μικράς Ασίας, προκειμένου να επιβλέψει τον αφοπλισμό του οθωμανικού στρατού, ενός από τους ηττημένους του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Και εμείς ξεσηκωθήκαμε για την πραγμάτωση του πόθου της απελευθέρωσης των υποδούλων αδελφών μας χωρίς συναίσθηση των καταστάσεων: Τα τραύματα από τους απελευθερωτικούς πολέμους των ετών 1912-1913, τη βαθειά πληγή από τον εθνικό διχασμό εξ αιτίας ηγετών στην υπηρεσία των ξένων συμφερόντων, πληγή που ακόμη έχασκε, την αναξιοπιστία των “συμμάχων” και τα ιδιάζοντα συμφέροντά τους. Και υποστήκαμε την μεγαλύτερη συμφορά κατά την μακρόχρονη ιστορία του Γένους. Εκθεμελιώσαμε τον μικρασιατικό ελληνισμό από τις εστίες του τριών χιλιάδων ετών!

Δεν προλάβαμε να συνέλθουμε από τον αγώνα για την ενσωμάτωση του πλήθους των προσφύγων και κηρύχθηκε νέος πόλεμος που προκάλεσε η ταπεινωμένη από τον πρώτο Γερμανία. Ματώσαμε για μία ακόμη φορά υπέρ το δέον. Ματώσαμε και στην Κρήτη, όταν η χώρα μας είχε πλέον συνθηκολογήσει, για να δώσουμε στους Άγγλους τον χρόνο να ετοιμάσουν την άμυνα στο αφρικανικό μέτωπο. Και υποστήκαμε τα πάνδεινα από τους ωμοφάγους κατακτητές, που σήμερα ξανάρχονται ως θριαμβευτές να σύρουν την πατρίδα μας πίσω από το άρμα της οικονομικής ευρωστίας τους έχοντας λησμονήσει τις οφειλές τους όχι για τις ανθρώπινες ζωές που οι κλινικά σαδιστές στρατιωτικοί τους αφαίρεσαν από αμάχους, αλλά από το κατοχικό δάνειο και τον χρυσό που άρπαξαν με την υποδούλωση της χώρας μας.

Από το στρατόπεδο των νικητών μας είχαν δοθεί τότε πολλές υποσχέσεις. Η Βόρειος Ήπειρος και η Κύπρος θα ενσωματώνονταν στον εθνικό κορμό. Την πρώτη μας τη στέρησε ο “πατερούλης” Στάλιν, την άλλη οι άθλιοι αποικιοκράτες Άγγλοι, διότι δεν ήθελαν να απωλέσουν τόσο σημαντική βάση στον νευραλγικό χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Και για να μας αποδυναμώσουν προκάλεσαν τον εμφύλιο, γνωρίζοντας και την αρρωστημένη προδιάθεσή μας για εμφύλιες συρράξεις. Και καθώς η αυτοκρατορία τους κατέρρεε μας παρέδωσαν στην ανερχόμενη υπαρατλαντική δύναμη, η οποία ανέλαβε να μας θέσει υπό την ασπίδα “προστασίας” της, καθώς διατρέχαμε κινδύνους από τη γειτνίαση με τον κομμουνιστικό κόσμο. Μας έσυραν στο άντρο του ΝΑΤΟ, γευθήκαμε τις οδυνηρές συνέπειες του εμφυλίου επί δεκαετίες και απωλέσαμε οριστικά το δικαίωμα να ασκούμε εξωτερική πολιτική. Σιωπήσαμε κατ΄ εντολή τους, όταν ο Τίτο καλλιέργησε στους γείτονές μας το ιδεολόγημα περί Μακεδονίας, σιωπήσαμε, όταν οι Τούρκοι “σύμμαχοί” μας έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο του αφανισμού του ελληνικού πληθυσμού στην Ίμβρο και στην Τένεδο, υποκύψαμε στο σχέδιο εκτουρκισμού των Πομάκων. Και όταν, με καθυστέρηση, τολμήσαμε να φέρουμε το θέμα της Κύπρου στον ΟΗΕ, δεχθήκαμε τον ωμό εκβιασμό των νέων αφεντικών μας για να σταθούμε “φρόνιμοι”.

Τότε η ελληνική ψυχή έδειξε για μία ακόμη φορά το σθένος της. Την πρώτη Απριλίου 1955 άρχισε τη δράση της η ΕΟΚΑ, η εθνική οργάνωση Κυπρίων αγωνιστών. Οι συνθήκες δεν ήσαν για μία ακόμη φορά ευοίωνες. Ούτε ο όρος εθνικός ούτε, πολύ περισσότερο, ο ηγέτης της οργάνωσης Γεώργιος Γρίβας (Διγενής) ως εκ της εμπλοκής του στον ελληνικό εμφύλιο, μπορούσαν να εγγυηθούν τη σύμπνοια των Ελληνοκυπρίων. Κάποιοι θεωρούσαν πως οι αγώνες πρέπει να διεξάγονται για την εξάπλωση της ιδεολογίας. Η πατρίδα ως όρος επρόκειτο να εξασθενίζει με την πάροδο του χρόνου για να περιβληθεί με μανδύα απαξίας ακόμη και από εκείνους που την είχαν καπηλευθεί στο παρελθόν εξαπατώντας τον άδολο και φιλόπατρι λαό. Οι Άγγλοι, που θα εγκατέλειπαν κατά τα αμέσως προσεχή έτη το σύνολο των αποικιών τους, για να μας τιμωρήσουν συνεργάστηκαν με τους κεμαλικούς της Άγκυρας και προκάλεσαν τη λεηλασία και καταστροφή των πλήθους ρωμαίικων κτισμάτων της Πόλης, με συνέπεια να απομακρυνθούν από τις εστίες τους πολλοί Ρωμηοί.

Στην ΕΟΚΑ εντάχθηκαν κυρίως νέοι που ζούσαν πολύ κοντά στην Εκκλησία. Οι στρατολογήσαντες ήσαν σε πολλές περιπτώσεις ιερείς, που για μία ακόμη φορά χρεώθηκαν έναντι της Εκκλησίας για να πιστώσουν το Γένος. Αυτοί οι ιερείς κοινωνούσαν στους κρατούμενους αγωνιστές τα Άχραντα Μυστήρια από τα συρματοπλεγματα, καθώς απαγορευόταν η είσοδος στα στρατόπεδα, όπου οι κατακτητές εφάρμοζαν ναζιστικές μεθόδους βασανιστηρίων. Την πίστη των αγωνιστών και την αγάπη προς την πατρίδα μαρτυρούν περίτρανα συμβάντα καθ’ όλη τη διάρκεια του τετραετούς αγώνα και κυρίως κατά τις τελευταίες ημέρες ή ώρες της ζωής των καταδικασθέντων σε θάνατο. Θα παραθέσουμε μαρτυρίες με την ελπίδα να αισθανθούμε όλοι μας λίγη ντροπή για το σημερινό μας κατάντημα.

Ο Ανδρέας Ζάκος 24 ετών έγκλειστος και καταδικασμένος σε θάνατο είχε ζητήσει από την ΕΟΚΑ να μην εκτελέσει τον Άγγλο Τζων Κρήμερ, όταν οι Άγγλοι αρνήθηκαν την ανταλλαγή τους. Η ΕΟΚΑ ικανοποίησε την παράκληση του μελλοθανάτου, οι Άγγλοι όμως εξετέλεσαν τον “τρομοκράτη”, ο οποίος έγραψε από το κελλί στον αδελφό του: “Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει ηρεμία…Στη θέση που βρισκόμαστε τώρα ούτε με το μικροσκόπιο δεν μπορούμε ν’ ανακαλύψουμε πού υπάρχει τραγωδία στον θάνατο…” 

Ο Στέλιος Μαυρομάτης 23 ετών έγραψε στους γονείς και στα αδέλφια του: “Τώρα που σας γράφω ευρίσκομαι μέσα στο σκοτεινό κελλί περιμένοντας με θάρρος τον δήμιο να ‘ρθη να με οδηγήση στον τόπο της εκτελέσεως. Αισθάνομαι τον εαυτό μου ισχυρόν και γαλήνιον, γιατί έχω τον Χριστό μέσα μου και είμαι βέβαιος πως θα με βοηθήση μέχρι τέλους…”

Ο Μιχάλης Κουτσόφτας 20 ετών έγραψε στη μητέρα του: “…Προσεύχομαι στην Υπεραγίαν Θεοτόκον να σας δώση θάρρος και ψυχραιμίαν, γιατί και Εκείνη έχασε τον Υιόν της. Ο Χριστός σταυρώθηκε, για να μας απαλλάξη από τα δεσμά, από την αδικίαν και από τον φόβον του θανάτου. Ανεστήθη και εδοξάσθη, ενώ οι παράνομοι παίρνουν την αιωνίαν κατάραν έως σήμερον…”

Ο Ανδρέας Παναγίδης 22 ετών και πατέρας τριών τέκνων έγραψε στην οικογένειά του: “… Κάποτε η μάννα σας θα σας αναπτύξη, γιατί εκτελέστηκα. Σας εύχομαι αγαπημένα μου παιδιά να γινήτε καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε τον δρόμο της αρετής…”

Ο Ιάκωβος Πατάτσος, έφηβος ακόμη, κατά την πορεία του προς την αγχόνη έψαλλε, εν μέσω νεκρικής σιγής των φυλακισμένων, το τροπάριο “Ότε κατήλθες προς τον θάνατον”. Στο άκουσμα του γδούπου εκ του απαγχονισμού όλοι άρχισαν να τραγουδούν τον εθνικό μας ύμνο.

Εκεί στην Κύπρο μας, την αιματοβαμμένη από τη νεότερη προδοσία και την τόσο “μακρινή” μετά την εισβολή του Αττίλα, υπάρχουν ακόμη τα φυλακισμένα μνήματα. Όλα τα θεριά πασχίζουν να δημιουργήσουν τετελεσμένα που θα θέσουν τέρμα στην ελληνική κυριαρχία επί του νησιού. Δικοί μας υπέρμαχοι του σχεδίου Ανάν, άφωνοι όταν προηγουμένως οι μαυροντυμένες συγγενείς των αγνοουμένων έσερναν τα βήματά τους στις συνάξεις των ισχυρών, όταν έχυναν το αίμα τους οι Σολωμός και Ισαάκ, εργάζονται τώρα πυρετωδώς για να επιτύχουν την αποδόμηση του έθνους των Ελλήνων ταγμένοι στην υπηρεσία της νέας τάξης. Δεν έχουν διαβάσει ποτέ τους το ποίημα του κυπριακού ελληνισμού δια στόματος του εθνομάρτυρος αρχιεπισκόπου Κυπριανού (1821):

“Η Ρωμιοσύνη έν’ φυλή συνότζαιρη του κόσμου…

Η Ρωμιοσύνη έν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!”

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 4-4-2011

Κίνημα χωρίς υποτακτικούς και υπάκουους

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΑΚΟΥΟΥΣ!

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Σπίθας ήταν ευθύς εξαρχής το πατριωτικό κάλεσμα που απεύθυνε προς όλο τον λαό ο Μίκης Θεοδωράκης. Ένα κάλεσμα αφύπνισης και αγώνα ενάντια σ' έναν εσωτερικό και εξωτερικό εχθρό που δεν επιδιώκει απλά να καθυποτάξει τη χώρα και το λαό της με τα όπλα, αλλά να εγκαθιδρύσει έναν πολύ χειρότερο ζυγό, μια δουλοπαροικία χρέους από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή για τις τωρινές και τις μελλοντικές γενιές. Πρόκειται για την μεγαλύτερη απειλή που γνώρισε ποτέ στην ιστορία του αυτός ο τόπος.

Τον περασμένο χρόνο ολόκληρη η χώρα βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Η πλειοψηφία του κοινοβουλίου ψήφισε υπέρ της επιβολής καθεστώτος κατοχής με πρόσχημα το δημόσιο χρέος. Απέναντι σ' αυτή την πλειοψηφία, έχουμε μια κοινοβουλευτική μειοψηφία που συμπεριφέρεται λες και δεν συνέβη τίποτε σημαντικό. Κι έτσι συνεχίζουν να ασκούν αντιπολίτευση όπως και πριν. Όμως, ο λαός γνωρίζει πολύ καλά το εξής: ένα καθεστώς κατοχής δεν εξωραΐζεται, δεν βελτιώνεται, δεν εξανθρωπίζεται, δεν μεταρρυθμίζεται. Μόνο ανατρέπεται από τον ίδιο τον λαό. Κι επομένως περίμενε εναγωνίως ένα εγερτήριο σάλπισμα, που μόνο ο Μίκης, με όλο το ιστορικό φορτίο που φέρει το όνομά του, οι αγώνες του και η πορεία του, τόλμησε να επιχειρήσει. Έβαλε τη σπίθα, όπως ο είπε ο ίδιος, και χιλιάδες αγωνιστές, δημοκράτες, προοδευτικοί, πατριώτες ανταποκρίθηκαν.

Όπως ήταν φυσικό το πρώτο ζήτημα που απασχόλησε την συγκρότηση της Σπίθας ήταν το οργανωτικό. Με ποιον τρόπο θα μπορούσε η Σπίθα να μετατραπεί σε οργάνωση ανοιχτή σε όλες τις μάχιμες δυνάμεις του λαού, να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να βοηθήσει στην συγκρότηση εκείνου του παλλαϊκού μετώπου που θα μπορούσε να ανατρέψει το σημερινό καθεστώς; Ο ίδιος ο Μίκης είχε από την ιδρυτική της 1ης Δεκέμβρη ρίξει τις ιδέες της αυτοοργάνωσης και της άμεσης δημοκρατίας. Η ιδέες αυτές μίλησαν σε πολλές καρδιές. Δεν ήταν όμως όλοι έτοιμοι να επενδύσουν στην πρωτοβουλία, στην αυτενέργεια, στην ελευθερία της ζύμωσης και της δράσης που πρέπει να έχει μια αυθεντικά λαϊκή οργάνωση, όπως ήταν εξυπαρχής η Σπίθα.

Δυστυχώς υπήρξαν αντιλήψεις που εύκολα διολίσθησαν σε λογικές και πρακτικές εντελώς ξεπερασμένες και αντιδραστικές. Η σπίθα που θέλησε να ανάψει ο Μίκης έγινε στα χέρια τους ένα είδος άγιου λείψανου που περιφερόταν από εκκλησίασμα σε εκκλησίασμα για να το προσκυνήσουν οι πιστοί. Η αυτοοργάνωση και η άμεση δημοκρατία μπήκαν σε δεύτερη μοίρα. Προείχαν οι εντολές, οι ντιρεκτίβες και η πειθαρχία σ' αυτές. Το όνομα ενός αγωνιστή σαν τον Μίκη έγινε λατρευτικό αντικείμενο. Η υποταγή και η τυφλή υπακοή στην θέληση του Μίκη, όπως την εξέφραζαν οι «αντ’ αυτού», έγινε η ύψιστη αρετή. Έτσι είχαμε μια άκομψη προσπάθεια να μεταμορφωθούν οι Σπίθες, να εξοβελιστούν οι πιο ατίθασοι και οι πιο ανυπάκουοι, ώστε να μείνουν μόνο οι πιστοί και υπάκουοι. Είχαμε το φαινόμενο να σβήνουν, ή να διαλύονται μαζικές Σπίθες με δράση και άποψη, να προβοκάρονται, ακόμη και να προπηλακίζονται μη αρεστές Σπίθες και Σπιθιστές με σκοπό να αποχωρήσουν, προκειμένου να φυτρώσουν στη θέση τους αδύναμες, μικρές Σπίθες, τις περισσότερες φορές καθ' υπόδειξη ή με ενέργειες συγκεκριμένων ομάδων ή ατόμων οι οποίοι επιλέγουν ποιοι θα συμμετάσχουν σ' αυτές με βασικό κριτήριο το ποιος πειθαρχεί στις εντολές άνωθεν, ποιος είναι πιστός στον «Οδηγητή του Κινήματος» και στους ex officio εκπροσώπους του επί της γης.

Φτάσαμε στο σημείο να εξυμνείται ένα μοντέλο οργάνωσης που ερχόταν από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας. Φτάσαμε στο σημείο να συζητά η Σπίθα ένα πρότυπο οργανωμένης δράσης που θα μπορούσε εύκολα να συνοψιστεί στα παρακάτω λόγια: «Δεν είναι μολοντούτο απαραίτητο ο καθένας απ' αυτούς που αγωνίζονται για την θεωρία να ξέρει απόλυτα, ούτε να γνωρίζει με λεπτομέρειες κάθε μια από τις σκέψεις του αρχηγού του κινήματος. Το βασικό είναι να καλλιεργηθεί και ν' αναπτυχθεί σύμφωνα με ορισμένες ουσιαστικές αρχές της θεωρίας, λίγες ας είναι, μα οπωσδήποτε πρωταρχικές. Ακόμη κι αν δεν καταλάβει τελείως αυτές τις αρχές, είναι αρκετό να πεισθεί για την αναγκαιότητα της νίκης της θεωρίας και του κόμματός του. Ο στρατιώτης δεν είναι ανάγκη να ξέρει τα σχέδια των επιτελαρχών.

 Πρέπει λοιπόν να τον κρατήσουμε στα πλαίσια μιας αυστηρής πειθαρχίας και να του εμφυσήσουμε την πεποίθηση ότι τα αίτια της θεωρίας είναι δίκαια κι ότι για να επικρατήσει χρειάζεται να αναλωθεί ολόκληρος. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ' έναν στρατό όπου όλοι οι στρατιώτες του θάταν στρατηγοί, προικισμένοι με ανώτερες ικανότητες; Ή τι χρησιμότητα θα είχαν για ένα κόμμα τα μέλη του, αν όλα ήταν «εξέχουσες» προσωπικότητες; Όχι, μας χρειάζονται απλοί στρατιώτες γιατί δίχως αυτούς δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε εσωτερική πειθαρχία. Μια «οργάνωση» απ' την ίδια της τη φύση, δεν θα μπορέσει να υπάρξει παρά μόνο με μια ανώτατη διοίκηση από μορφωμένους και με την πλατειά μάζα πίσω της που θα την καθοδηγεί περισσότερο το συναίσθημα

Μπορεί το παραπάνω απόσπασμα να το έγραψε ο Χίτλερ το 1928 και να αποτυπώνει την οργανωτική φιλοσοφία του ναζισμού, αυτό όμως δεν απέτρεψε ορισμένους από το να επαναφέρουν την ίδια λογική στα οργανωτικά τους σχέδια για την Σπίθα. Μόνο που αυτή την φορά τα εμφάνισαν ως θέληση του «Οδηγητή του Κινήματος» όπου όλοι οι άλλοι έπρεπε να πειθαρχήσουν.

Η επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη για το Οργανωτικό (1/4) αποδεικνύει ότι τα αγωνιστικά αντανακλαστικά που έχει οικοδομήσει κάποιος σε μια ολόκληρη ζωή γεμάτη αγώνες για τη δημοκρατία, για την λαοκρατία και για τη λευτεριά της Ελλάδας, δεν ατονούν με το πέρασμα του χρόνου. Η Σπίθα αν θέλει πραγματικά να συμβάλει καθοριστικά στη δημιουργία ενός αυθεντικού παλλαϊκού μετώπου, συνεχιστή των καλύτερων παραδόσεων της Φιλικής Εταιρείας και άξιο διάδοχο του ηρωικού ΕΑΜ, δεν έχει ανάγκη υποταχτικούς και υπάκουους. Δεν χρειάζεται ανθρώπους που πνίγουν την νοημοσύνη τους στο συναίσθημα, που αντί να σκέφτονται ελεύθερα ως αυτόφωτες προσωπικότητες ξέρουν μόνο να πειθαρχούν σε εντολές. Δεν μπορούν τέτοιοι άνθρωποι να σηκώσουν το βάρος ενός αγώνα ενάντια στην καταπίεση και στον εξανδραποδισμό της χώρας. Δεν μπορούν να κάνουν πράξη τα υψηλότερα ιδανικά από τα οποία μπορεί να εμπνευστεί ο λαός αυτής της χώρας.

Άνθρωποι σαν τον Μίκη και τη γενιά του το ξέρουν αυτό πολύ καλά. Το έμαθαν στην πράξη στις πόλεις και τα χωριά με το όπλο στο χέρι, στις φυλακές, στις εξορίες, στα απάνθρωπα βασανιστήρια επί δεκαετίες. Όποιος νόμιζε ότι τέτοιοι άνθρωποι, που στη ζωή τους «δέθηκαν με το ατσάλι» θα μπορούσαν να κολακευθούν με την αναγωγή τους σε Οδηγητές, ή αυτεξούσιους Ηγέτες που απαιτούν υποταγή, γελάστηκε οικτρά. Μόνο ανυπόταχτοι άνθρωποι μπορούν να σηκώσουν το βάρος ενός τέτοιου αγώνα. Μόνο όσων η συνείδηση δεν μπορεί να «συμμορφωθεί προς τας άνωθεν υποδείξεις». Μόνο ελεύθερες προσωπικότητες που δεν φοβούνται την ανοιχτή ζύμωση, την αναμέτρηση στο πεδίο των επιχειρημάτων και των ιδεών, μπορούν να βγουν μπροστά προτάσσοντας το συμφέρον του λαού. Και μόνο τέτοιες προσωπικότητες μπορούν να παράγουν μια νέου τύπου πειθαρχία, την πειθαρχία που επιβάλει η συνείδηση και ο σκοπός του αγώνα.

Η Σπίθα ξεκίνησε μ' αυτή τη λογική. Επιχειρούσε ευθύς εξαρχής μια νέα μορφή οργάνωσης, όπου όλοι μπορούν να είναι επιτελάρχες, όλοι στρατηγοί και όλοι προικισμένοι με ανώτερες ικανότητες. Όλοι μπορούν να είναι εξέχουσες προσωπικότητες, όχι με τις πλάτες ενός μηχανισμού, ούτε ελέω Υψίστου, αλλά με βάση την πραγματική συνεισφορά τους στη συλλογική σκέψη και πράξη.

Ξεκινάμε λοιπόν από την αρχή. Ξεκινάμε από την ιδρυτική αφετηρία της Σπίθας. Ξεκινάμε να οικοδομούμε μια οργάνωση δίχως Αρχηγούς και Οδηγητές, αλλά με ανεξάρτητους και ελεύθερους ανθρώπους που δοκιμάζονται στην συλλογική δράση στη βάση κοινών αρχών και στόχων. Μια οργάνωση όπου όλοι είναι συνδιαμορφωτές της ιδεολογίας και της πολιτικής της μέσα από την πιο ελεύθερη και ανοιχτή ζύμωση με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας στη βάση.

Σε μια τέτοια οργάνωση η ηγεσία κατακτάται και δεν διορίζεται, ούτε χρίζεται. Δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά απόδειξη της θεωρητικής και πρακτικής συμβολής της μέσα από ελεύθερες, ανοιχτές και πλήρως δημοκρατικές διαδικασίες, όπου συμμετέχουν όλοι με την ίδια βαρύτητα και ρόλο. Μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε μια οργάνωση ελεύθερα σκεπτόμενων αγωνιστών οι οποίοι καθοδηγούνται από τη συνείδηση και τη γνώμη τους, χωρίς να γίνονται υποχείρια κανενός, ούτε να υποτάσσονται στο τυφλό συναίσθημα. Μόνο έτσι μπορούμε να αποκτήσουμε μια οργανωμένη δύναμη που να είναι ικανή να φέρει σε πέρας το τιτάνιο έργο της ανατροπής του σημερινού καθεστώτος και της αναγέννησης της χώρας, όπου για πρώτη φορά ο λαός, ο εργαζόμενος λαός και όχι όσοι ζουν από τον μόχθο και το αίμα του, θα γίνει αληθινά αφέντης στον τόπο του.

 

ΠΗΓΗ: 02-04-2011, http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=609

Ταξικότητα – Η περίπτωση της «Σπίθας»

Η κρίση είναι ταξική και η λύση αριστερή – Η περίπτωση της «Σπίθας»

 

Του Στέργιου Βασιλείου

 

 

Η όξυνση   της κρίσης εντείνει αναπόφευκτα τις ταξικές και πολιτικές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Παράλληλα αναβιώνουν σειρά από φαινόμενα που είχαν ατονήσει όσο καιρό το σύστημα περνούσε εποχές απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας και σχετικά ομαλής οικονομικής λειτουργίας. Η κρίση επαναφέρει στην επιφάνεια όχι μόνο βασικά θέματα πολιτικής αλλά καθαρότερα από κάθε άλλη φορά το ζήτημα της εξουσίας από την πλευρά της εργατικής τάξης ως ριζική λύση στην κρίση και στο αδιέξοδο του καπιταλισμού.

Η άρχουσα τάξη, προκειμένου να αποφύγει την αναβίωση παρόμοιων θεμάτων, ασκεί με όλα τα μέσα που διαθέτει ισχυρότατη ιδεολογική και πολιτική πίεση σε όλα τα στρώματα του ελληνικού λαού και ιδίως στην εργατική τάξη… Σε αυτές τις εφεδρικές λύσεις περιλαμβάνονται και κινήσεις που παίζουν το χαρτί της «σωτηρίας της πατρίδας» κάτω από το οποίο κρύβεται η σωτηρία του συστήματος. Μια τέτοια κίνηση είναι η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών – Σπίθα την οποία εξήγγειλε ο Μίκης Θεοδωράκης

Η όξυνση   της κρίσης εντείνει αναπόφευκτα τις ταξικές και πολιτικές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Παράλληλα αναβιώνουν σειρά από φαινόμενα που είχαν ατονήσει όσο καιρό το σύστημα περνούσε εποχές απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας και σχετικά ομαλής οικονομικής λειτουργίας. Η κρίση επαναφέρει στην επιφάνεια όχι μόνο βασικά θέματα πολιτικής αλλά καθαρότερα από κάθε άλλη φορά το ζήτημα της εξουσίας από την πλευρά της εργατικής τάξης ως ριζική λύση στην κρίση και στο αδιέξοδο του καπιταλισμού.

Η άρχουσα τάξη, προκειμένου να αποφύγει την αναβίωση παρόμοιων θεμάτων, ασκεί με όλα τα μέσα που διαθέτει ισχυρότατη ιδεολογική και πολιτική πίεση σε όλα τα στρώματα του ελληνικού λαού και ιδίως στην εργατική τάξη.

 

Εφεδρικές λύσεις του συστήματος

 

Η πίεση της αστικής τάξης δεν μένει χωρίς αποτέλεσμα. Ορισμένα από τα φαινόμενα της πίεσης είναι και η παραγωγή νέων πολιτικοϊδεολογικών ρευμάτων στα πλευρά του συστήματος ως ενδιάμεσων εφεδρικών λύσεων για την περίπτωση αποτυχίας των τυπικών πολιτικών εκπροσώπων του.

Τα ρεύματα αυτά παίρνουν διάφορες μορφές, αλλά έχουν δύο βασικές ομοιότητες. Από τη μια δεν θίγουν την ύπαρξη του συστήματος και από την άλλη κινούνται σε λύσεις μέσα από το οπλοστάσιο του καπιταλισμού. Αυτό οδηγεί στη γέννηση νέων θολών πολιτικών φορέων, οι οποίοι κάνουν αγώνα δρόμου για να κλείσουν την αντίθεση ανάμεσα στο σύστημα και στον λαό, ειδικά δε στην εργατική τάξη.

Ο λαός βομβαρδίζεται με «τεχνοκρατικές» αναλύσεις της κρίσης και του χρέους, με τεχνικές λύσεις που θα μας βγάλουν από την κρίση «χωρίς να χάσουμε πολλά», ακόμη και δήθεν «επαναστατικές τεχνικές λύσεις», όπως ο λογιστικός έλεγχος του χρέους, το «κούρεμα», η ελεγχόμενη πτώχευση, η «πετυχημένη αναδιαπραγμάτευση, η «επιμήκυνση», κλπ.

Από τη στιγμή που η όποια λύση δεν συνδέεται με την ανατροπή του καπιταλισμού αλλά με την επίληση της κρίσης στα πλαίσια του συστήματος και με δικά του εργαλεία, στην ουσία γίνεται εφεδρική λύση του συστήματος.

Σε αυτές τις εφεδρικές λύσεις περιλαμβάνονται και κινήσεις που παίζουν το χαρτί της «σωτηρίας της πατρίδας» κάτω από το οποίο κρύβεται η σωτηρία του συστήματος.

 

Η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών – Σπίθα

 

Μια τέτοια κίνηση είναι η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών – Σπίθα την οποία εξήγγειλε ο Μίκης Θεοδωράκης. Η κίνηση αυτή στελεχώθηκε ταχύτατα από ορισμένους αριστερούς σε μια περίεργη ιδεολογικοπολιτική συνεύρεση με ανθρώπους του «πατριωτικού» εθνικιστικού φάσματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η μείξη δεν ήταν τυχαία, αφού για μεν τους αριστερούς πρόσφερε μια ανώδυνη «αριστερή» ή «αριστερούτσικη» λύση αντίστασης στο σύστημα, για δε τους «πατριώτες» μια λύση «σωτηρίας της Ελλάδος» από τους ξένους με ταυτόχρονη σωτηρία του συστήματος με το οποίο και την ταυτίζουν. Η κίνηση στην ουσία τόσο από τις θέσεις όσο και από τις πρακτικές της ακυρώνει κάθε αριστερό ή προοδευτικό προσανατολισμό και τον αντικαθιστά με αταξικό «εθνικό» περιεχόμενο.

Η Κίνηση αντιλαμβάνεται την κρίση και το δημόσιο χρέος ως εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα και όχι ως ταξικό, με αποτέλεσμα να προτείνει «εθνική απελευθέρωση» από τους δανειστές. Στη διακήρυξη αναφέρεται καθαρά ότι «η ουσιαστική εξάρτηση που μας έχει επιβληθεί, προσδίδει (…) τα χαρακτηριστικά ενός απελευθερωτικού αγώνα».

Σε αυτή τη βάση συγκροτείται η κίνηση.  Όμως η αντιπαράθεση είναι ταξική, όχι εθνική. «Εθνική» θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει εμμέσως μόνο στον βαθμό που ταυτίζει το εθνικό με το ταξικό συμφέρον της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, εξαιρώντας τη μεγάλη και τη μονοπωλιακή αστική τάξη, τον κρατικό μηχανισμό και τους υπηρέτες της, που δυστυχώς είναι ακόμη πάρα πολλοί. Η οικονομική ολιγαρχία του τόπου με σύσσωμη την πολιτική της εκπροσώπηση ταυτίζεται με τους ξένους δανειστές και το μνημόνιο, συμμετέχει στη ληστεία του λαού και ιδίως της εργατικής τάξης και συμμαχεί εναντίον της με το ΔΝΤ. Η Ελλάδα της πλουτοκρατίας που κυβερνά διαχωρίζεται ταξικά από την Ελλάδα που αγωνίζεται εναντίον της.

Η ίδια η αναφορά του Μίκη στη διακήρυξή του ότι με τις αμυντικές δαπάνες «κόβουμε κάθε χρόνο δισεκατομμύρια από το υστέρημά μας και φτωχαίνουμε, για να κάνουμε πιο πλούσιους τους πλούσιους λαούς» (!) μας μετατρέπει σε εχθρούς όχι του ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου αλλά των άλλων λαών, προκειμένου να παρουσιάζει το πρόβλημα ως εθνικό! Παραβλέπει ότι οι άλλοι λαοί εξίσου με μας βιώνουν την κρίση και τους ονομάζει εκμεταλλευτές μας, ενώ από τα τεράστια κονδύλια των αμυντικών δαπανών μόνο το κεφάλαιο των χωρών αυτών κερδίζει. Οι λαοί τους κερδίζουν μόνο κρίση, λιτότητα, αυταρχισμό. Είναι συνεπώς εξ αρχής λάθος η τοποθέτηση για τον χαρακτήρα των αντιθέσεων τις οποίες παράγει η κρίση.

Δεν περνάει απαρατήρητη η υιοθέτηση από την κίνηση της γνωστής από παλιά θέσης της άρχουσας τάξης ότι «τρώμε περισσότερα από όσα καταναλώνουμε»! Έτσι προτείνει «να αλλάξει σε εθνικό επίπεδο η νοοτροπία μας. Το να ζούμε πάνω απ' τις δυνάμεις μας, να καταναλώνουμε περισσότερο από όσα παράγουμε, αυτή η τακτική δεν πάει άλλο»! Και συμπεραίνει το απίστευτο, ότι αυτό «μας οδηγεί σταθερά σε μεγαλύτερη εθνική και επομένως ατομική εξάρτηση και τελικά γενικευμένη πτώχευση, παρακμή, δυστυχία, ντροπή». Η απαλλαγή της άρχουσας τάξης για την κρίση και το χρέος και η καταδίκη του λαού ως υπαίτιου γι’ αυτή είναι πασιφανείς. Με τέτοια επιχειρήματα όμως μόνο η άρχουσα τάξη βγαίνει κερδισμένη.

Η κίνηση δεν παραλείπει να δίνει τα διαπιστευτήριά της στην αστική τάξη και στους ιμπεριαλιστές αναφέροντας στο πρόγραμμά της ότι «όσα προτείνουμε σήμερα θα πρέπει να είναι όχι μόνο καίρια αλλά και ρεαλιστικά και προ παντός δεν θα πρέπει να προκαλέσουν επικίνδυνους κραδασμούς σε μια εποχή εξαιρετικά λεπτή ως προς τους χειρισμούς και ευαίσθητη ως προς την ετοιμότητα τόσο του λαού όσο προ παντός και της χώρας μας να δεχθεί μεταβολές πάνω από το όριο των δυνατοτήτων της, μας υποχρεώνει να είμαστε προσεκτικοί και όσα προτείνουμε να είναι μέσα στα όρια του δυνατού λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων, τις εθνικές δεσμεύσεις και την εξαιρετικά δύσκολη θέση της χώρας μας». Η προστασία του συστήματος και η αδιατάρακτη υποταγή στον ιμπεριαλισμό είναι πάνω απ’ όλα!

Έτσι είναι χωρίς περιεχόμενο η παρακάτω φράση της διακήρυξης ότι «Για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας θα πρέπει η χώρα μας να αποχωρήσει από τον μηχανισμό στήριξης Ε.Ε. – ΔΝΤ και από το ΝΑΤΟ». Για λόγους αξιοπρέπειας! Όχι για τα εθνικά συμφέροντα τα οποία υποτίθεται βάζει πάνω απ όλα. Υποκρισία! Όταν λαμβάνεις υπόψη τις «εθνικές δεσμεύσεις», ακυρώνεις κάθε άρνησή τους. Για να μην έχουμε αυταπάτες, παρακάτω δεν προτείνει έξοδο από το ΝΑΤΟ, αλλά απάλειψη από τις συμφωνίες με αυτό μόνο «όσων θίγουν τα εθνικά μας συμφέροντα». Τα σχόλια περιττεύουν.

 

Αντιφάσεις

 

Παρότι στην αρχή της διακήρυξης ο Μίκης Θεοδωράκης λέει ότι «Το μοναδικό μου κίνητρο είναι να βοηθήσω να δημιουργηθεί ένα κίνημα και μια ζύμωση ιδεών, ανεξάρτητα και μακριά από το υπάρχον πολιτικο-κομματικό κατεστημένο», στις προτάσεις του για την έξοδο από την κρίση αναφέρει ότι «θα έπρεπε να συμφωνήσουν όλα τα κόμματα σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία να κυβερνούσε έχοντας την ευρύτατη συναίνεση του εκλογικού σώματος»! Είναι να απορεί κανείς τι ακριβώς προτείνει και τι απορρίπτει!

 Επιπλέον η παράγραφος της διακήρυξης που λέει «Ποιος έχει συμφέρον να εξαλείψει τη λέξη και την έννοια «Έθνος», που αποτελεί την κύρια συγκολλητική δύναμη που μας ενώνει όλους, Δεξιούς, Κεντρώους, Αριστερούς, πλούσιους, φτωχούς, μορφωμένους, αμόρφωτους, όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες, που αν τύχει να ενωθούν όλοι μαζί και σχηματίσουν μια γροθιά, όπως έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1940, αποτελούν δύναμη που μπορεί όχι μόνο να αντισταθεί αλλά και να νικήσει;» αποτελεί αδιαμφισβήτητη άρνηση της ταξικής φύσης τη κρίσης και υπερ-υιοθέτηση της «εθνικής» θέσης. Εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, θύματα και θύτες, τραπεζίτες, κυβερνήτες και λαός που έχει πτωχεύσει εξαιτίας τους λαός, όλοι μαζί σε ενιαίο εθνικό συμφέρον!!! Αυτό δεν απέχει και πολύ από το «Μαζί τα φάγαμε» – εσείς θα τα πληρώσετε του Πάγκαλου!

Τέλος ενώ στη διακήρυξη υιοθετείται η «άμεση δημοκρατία» των κινήσεων «Σπίθα» δήθεν σαν αντίδοτο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία που παραπαίει, χωρίς όμως να θίγεται η οικονομική βάση του συστήματος, εκ των πραγμάτων η θέση αυτή βρέθηκε σε πλήρες αδιέξοδο μόλις επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί. Το αποτέλεσμα ήταν να ανατραπεί από τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη χωρίς καμιά δημοκρατική διαδικασία, όταν στην ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, στις 27/2/2011, αναφέρθηκε στην «ανάγκη της ύπαρξης ενός εθνικού κέντρου (…) Κάποιες Σπίθες (…) θεωρούν ότι οι αποφάσεις που πήραν στην Γενική τους Συνέλευση είναι ανώτερες από τις οδηγίες της Συμβουλευτικής. Αυτό το είδος της Δημοκρατίας εγώ το θεωρώ Αναρχία». Η αναίρεση της αρχικής θέσης είναι φανερή.

Ένας νεολογισμός που προκαλεί εντύπωση είναι η υποστήριξη της θέσης στην κοινωνία για «Δίκαιη Ανισότητα». Και μόνο η αναφορά προκαλεί ανατριχίλα για τη νομιμοποίηση της ληστείας του λαού από το κεφάλαιο. Γιατί θα ήταν γελοίο να αναφέρεται κανείς σε συνθήκες καπιταλισμού στη διαλεκτική ερμηνεία του όρου στον οποίο παραπέμπει η βασική κομμουνιστική παραγωγική σχέση «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».

 

Οι εθνοκεντρικές θέσεις στην υπηρεσία του συστήματος

 

Η σκόπιμη απουσία αναφοράς της «Σπίθας» στην ταξική φύση της κρίσης γίνεται για να δέσει με τα μέτρα «εθνικής» εξόδου από την κρίση που προτείνει χωρίς να θιγεί το υπάρχον καθεστώς. Δεν είναι χωρίς νόημα οι προτάσεις του για καπιταλιστικού χαρακτήρα συνεργασία με άλλους ιμπεριαλιστές, όπως η Κίνα και η Ρωσία, για να αποδεσμευτεί η χώρα από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές! Από τη Σκύλα στη Χάρυβδη μας προτείνει ως λύση.

Ως προς το εσωτερικό της «Σπίθας» είναι φανερή η αταξικότητα αλλά και η εχθρική στάση προς την Αριστερά. Στο «τι μας ενώνει» απαντάει: «Η κοινή μας θέση απέναντι στην ξένη εξάρτηση και τα όργανά της. (…) Είμαστε Ριζοσπάστες Πατριώτες Προοδευτικοί. Και στόχος μας είναι η ανεξαρτησία της Ελλάδας και η ευτυχία του Ελληνικού Λαού. Όλα τα άλλα, Αριστερά, Δεξιά, Κεντρώοι, έρχονται μετά. Και ας τα κρατήσει καθένας μέσα του. Όχι μέσα στις Σπίθες». Εδώ στην πράξη ζητάει δήλωση απάρνησης της ιδεολογίας. Όταν όμως η Αριστερά καλεί τον λαό σε συσπείρωση και μάχη ανεξαρτήτως ιδεολογικής και πολιτικής τοποθέτησης, δεν υπονοεί ότι συγκροτεί μέτωπο ανεξαρτήτως ιδεολογίας και πολιτικής αλλά ακριβώς το αντίθετο.

 

Αταξικές λύσεις σε ταξικά προβλήματα δεν υπάρχουν

 

 Όποιος προσπαθεί να μετατρέψει τα ταξικά προβλήματα σε «εθνικά» και τα ζητήματα εξουσίας σε ζητήματα μεταξύ εθνών και λαών διολισθαίνει αντικειμενικά στις εφεδρείες του συστήματος. Η αυταπάτη ότι μέσα από την «εθνικοποίηση» της ταξικής αντίθεσης θα προέλθει η συσπείρωση του λαού και κατόπιν αντικειμενικά ο λαός θα υιοθετήσει από την πείρα του αριστερές θέσεις είναι μια παγίδα που νομίζουν ότι στήνουν για το σύστημα, στην οποία όμως θα ρίξουν τον λαό.

Άλλωστε ο θαυμασμός του Μίκη μέσα στη διακήρυξη για την πρακτική της δεξιάς-ακροδεξιάς κυβέρνησης της Ουγγαρίας έναντι του ΔΝΤ και για την «εργατικότητά» της(!) κλπ. είναι δείγμα μιας ολισθηρής τοποθέτησης αλλά και εκχώρηση εδάφους σε επικίνδυνους εχθρούς του λαού.  

 

Οι προτάσεις της «Σπίθας»

 

Το σύνολο των προτάσεων της κίνησης κινούνται μέσα στα πλαίσια του συστήματος και μας προβάλλουν έναν «καλό καπιταλισμό» με ανθρώπινο πρόσωπο, χωρίς διαφθορά και εξαρτήσεις. Θυμίζει έντονα διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη του ΠΑΣΟΚ που, παρότι προχωρούσε πολύ παραπέρα από τη «Σπίθα», αποτέλεσε το κύριο όπλο ποδηγέτησης και ευνουχισμού του λαϊκού κινήματος. Ακόμη και το σύνθημα με το οποίο κλείνει η διακήρυξη της «Σπίθας» ότι «Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» είναι γνωστό τι θυμίζει και προπαντός πόσο παραπλάνησε και εγκλώβισε τον λαό. Και τότε διαστρεφόταν ο ταξικός χαρακτήρας των προβλημάτων σε εθνικά μέσα από τον «ελληνικό δρόμο» για τον σοσιαλισμό. Αυτό που κραυγαλέα απουσιάζει πάντα είναι το θέμα της ταξικής εξουσίας.

Θέσεις για την κρίση και το χρέος όπως να μπουν «όλα τα κόμματα σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας», «εκμετάλλευση» κρατικής περιουσίας, «δίκαιο» φορολογικό σύστημα, πάταξη της φοροδιαφυγής, αναζήτηση άλλων πηγών με μικρό επιτόκιο, συμψηφισμό χρεών με τη δημιουργία κοινοπραξιών, σύναψη νέων συμφωνιών με τους ιμπεριαλιστές της Ρωσίας και Κίνας κλπ δεν είναι παρά οι εφεδρικές και αποδεκτές θέσεις του συστήματος, αρκεί να κρατηθεί ο λαός υπόδουλος. Όσο η κρίση και οι ταξικές αντιθέσεις θα οξύνονται τόσο οι θέσεις αυτές θα προβάλλονται ως σωτήριες για το «έθνος» και το λαό!

 

Το θέμα είναι τι προτείνει ο καθένας. Διόρθωση του καπιταλισμού ή ανατροπή του;

 

Η λύση για κάθε αριστερό κόμμα, κίνηση ή άτομο δεν είναι να επιλύσει τεχνικά το θέμα της κρίσης και του χρέους αφήνοντας άθικτη την εξουσία του κεφαλαίου. Μόνη διέξοδος είναι οι αριστερές λύσεις που ξεκινούν από την ποδηγέτηση του κεφαλαίου και την απόκρουση των πολιτικών του και φτάνουν μέχρι την ανατροπή της εξουσίας του και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ταξική εργατική λύση και όχι για απολίτικη ή αταξική.

 

ΠΗΓΗ: 01-04-2011, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9401

Τοπικοποίηση: Μια απάντηση παγκοσμιοποίηση ΙΙ

Τι χάθηκε – Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση – Μέρος ΙI

Παρουσίαση του Αλέκου Ζούκα στην εκδήλωση – συζήτηση με τον Γιώργο Κολέμπα*


Συνέχεια από το Μέρος Ι… Εν μέσω κομματικών αλληλοσπαραγμών, μισαλλοδοξίας και αποτυχημένων πολέμων και κινημάτων, ο Παν. Γεννάδιος θα συνεχίσει το έργο του και θα ολοκληρώσει το περίφημο Φυτολογικό Λεξικό του, το 1914, με πάνω από δέκα χιλιάδες φυτά, με αναφορές στις ιδιότητές τους, στην καλλιέργειά τους, τις παθήσεις τους και την αντιμετώπισή τους [6].

Η φτώχεια, βέβαια, σε βαθμό εξαθλίωσης της υπαίθρου είχε ήδη συγκινήσει τους διανοούμενους και λογοτέχνες της εποχής. Αρκετοί αποτύπωσαν στο έργο τους τη δυστυχία που επικρατούσε στην ύπαιθρο, άλλοι συμπαρατάχθηκαν με το μέρος των δυστυχισμένων εκθειάζοντας τον Κοινοτικό τρόπο ζωής όμως κανένας δεν βρέθηκε με το μέρος του κομματικού κράτους και των καπιταλιστικών του οραμάτων με ελάχιστες βέβαια εξαιρέσεις αυτών που ενέδωσαν στις μεγαλοϊδεατικές προσδοκίες της εποχής.

Αρκεί κανείς να ανατρέξει στο «Ζητιάνο» του Α. Καρκαβίτσα ή στον πρόλογο του Συνεταιρισμού της Κοινότητας Κοσκινά Καρδίτσας του 1908, που υπογράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [7] προκειμένου να κατανοήσει τις συνθήκες που επικρατούν. Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον εμφανίζονται οι Ντίνος Μαλούχος και Κων/νος Καραβίδας, κύριοι εκφραστές του Κοινοτισμού ως εναλλακτικού σχεδιασμού της οικονομικής και διοικητικής οργάνωσης του κράτους.

«Το καθεστώς Βενιζέλου, επισημαίνει ο Μαλούχος, μετά το 1909 άφησε ελεύθερο το πεδίο δράσης στα νέα ιδεολογικά ρεύματα που έρχονταν από την Ευρώπη, όπως οι κοινωνιολόγοι, οι σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές. Οι θεωρίες αυτές, τελευταίες αναλαμπές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοσθούν στην Ελλάδα, διότι η ελληνική πραγματικότητα ήταν πλατύτερη από τα σχήματα αυτά. Προσέκρουαν στην ψυχρή αδιαφορία των αγροτών, μικροεπαγγελματιών και άλλων λαϊκών τάξεων, δηλαδή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Παρόμοια ξενόφερτη, εντελώς θεωρητική, χωρίς πρακτικά αποτελέσματα προσπάθεια ανασυγκρότησης, υπήρξε αυτή των κομμουνιστών. Προσπάθεια άγονη, τουλάχιστον για την μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που αποτελείται από μικρονοικοκυραίους, αγρότες και επαγγελματίες, θεωρία που διδάσκει την πάλη του προλεταριάτου εναντίον των κεφαλαιούχων, την στιγμή που στην Ελλάδα το μεν προλεταριάτο είναι σχεδόν ανύπαρκτο, το δε κεφάλαιο διασκορπισμένο στα χέρια όλου σχεδόν του αγροτικού και μικροαστικού πληθυσμού» [8].

Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνοτρόφων στη Λάρισα 19/4/1920

Είναι η εποχή που αρθρώνονται οι πρώτες αμφισβητήσεις σχετικά με τον καπιταλιστικό προσανατολισμό της ανάπτυξης της χώρας, με κύριους εκπροσώπους τον Ντίνο Μαλούχο και τον Κωνσταντίνο Καραβίδα, κατ’ αρχή στο περιοδικό «Κοινότης». Οι αμφισβητήσεις αυτές πολύ γρήγορα πήραν το χαρακτήρα πολεμικής και πάλι εις μάτην. Τόσο ο Μαλούχος, που πέθανε πολύ νέος μόλις 33 ετών, με την αρθρογραφία του, όσο και ο Καραβίδας με τις πολυετείς έρευνες πεδίου, σχετικά με την αγροτική παραγωγή -κύρια στην Μακεδονία- επισήμαναν την εγκληματική αδιαφορία της πολιτικής με την έννοια της κομματοκρατίας και την αναπηρία του κοινοβουλευτικού μοντέλου διακυβέρνησης. Πιστεύοντας ακράδαντα στην άμεση δημοκρατία και στον Συνεταιριστικό – Κοινοτικό τρόπο οργάνωσης της υπαίθρου, θα αναλύσουν διεξοδικά τα μοντέλα παραγωγής, κύρια τους Συνεταιρισμούς, για τους γεωργούς, και τα Τσελιγκάτα για τους κτηνοτρόφους.

Ο Καραβίδας στο μνημειώδες έργο του τα «Αγροτικά» [9] θα αναλύσει διεξοδικά την κατάσταση της υπαίθρου ενώ με εκατοντάδες αναφορές του θα προσπαθήσει να τραβήξει την προσοχή των κυβερνώντων πάνω στο πρόβλημα της οικονομικής και δημογραφικής κατάρρευσης της υπαίθρου. Το αρχικό βιβλίο, υπό μορφή ογκώδους έκθεσης μερικών χιλιάδων σελίδων, που παραδόθηκε το 1929 ιδιοχείρως στον Υπουργό Εξωτερικών της Κυβέρνησης Βενιζέλου, ο υπουργός (μάλλον ο Μιχαλακόπουλος) το έχασε!!! «Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας ερεύνησε ενδελεχώς την νεοελληνική κοινότητα. Η σκέψη του μετατοπίστηκε από μια εξαντλητική και επιτυχή συλλογή πρωτογενούς υλικού στην ανάδειξη της κοινότητας σε μια «πραγματική ουτοπία» προορισμένη να συγκρουστεί στο χώρο της ιδεολογίας με άλλες «πραγματικές ουτοπίες». Ο Καραβίδας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κοινότητα όχι μόνο υπήρξε, αλλά διεκπεραίωνε λειτουργίες διοικητικές και παραγωγικές. Γηγενής αντικαπιταλιστικός θεσμός, δημιούργημα εν πολλοίς γεωοικονομικών παραγόντων, είναι αναγκαία σε κάθε στάδιο της τεχνικής εξέλιξης και κλειδί για την κατανόηση του νεοελληνισμού»[10].

Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος που ακολούθησε επέβαλαν άλλες προτεραιότητες και η ύπαιθρος για μια ακόμα φορά περιορίσθηκε στα απολύτως απαραίτητα. Ωστόσο οι διατροφικές ανάγκες της κατοχής και η φτώχεια ανάγκασαν το λαό ειδικά της υπαίθρου, για ένα μικρό δυστυχώς χρονικό διάστημα, να ξαναθυμηθεί μια πληθώρα πρακτικών και προϊόντων της φύσης όπως τα άγρια μπιζέλια, την μολόχα, διάφορα είδη κιχώριου (από την καβουρδισμένη και τριμμένη ρίζα του παράγονταν και ένα υποκατάστατο του καφέ), το πρωινό κατσαμάκι, τα σούρβα, διάφορες επίσης φυτικής προέλευσης βαφές: ριζάρι (Ερυθρόδανο), Λάπατο (αποξηραμένοι κόνδυλοι των ριζών έβγαζαν καφεκίτρινο χρώμα), καρύδι (το σαρκώδες περίβλημα του καρυδιού για βαφή), οι χλωρές φλούδες του μέλεγου ή μέλιου για την απολύμανση του νερού των πουλερικών κ.ο.κ. Σχεδόν κάθε αγροτικό νοικοκυριό ήταν και ένα μικρό εργαστήριο που συντηρούσε τα εργαλεία του, ύφαινε τα απαραίτητα στρωσίδια ή ρούχα, κατασκεύαζε τις αποθήκες και τους στάβλους του και επισκεύαζε τις ζημιές τους, με τους μπαχτσέδες του, τα οπωροφόρα του και τα λίγα οικόσιτα ζώα. Αντίστοιχα κάθε κτηνοτρόφος, ακόμα και οι νομάδες, είχε τον κήπο του δίπλα στα μαντριά του, έφτιαχνε τα τουλούμια του για το τυρί από δέρματα συνήθως κατσικιών, ξύλινες βαρέλες για νερό, οι γυναίκες ύφαιναν τα μαλλιά κ.ο.κ. Σήμερα οι εντατικές καλλιέργειες εξαφάνισαν την αυτάρκεια του αγροτικού νοικοκυριού και ένα από τα μεγάλα προβλήματα των κτηνοτρόφων είναι το … πετρέλαιο που χρειάζονται για να κάψουν τα μαλλιά των κοπαδιών.

Πριν τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο ήδη η κτηνοτροφία είχε αρχίσει να συρρικνώνεται και από εξαγωγική δύναμη που ήταν στις αρχές του αιώνα άρχισε να μην καλύπτει τις ανάγκες του πληθυσμού. Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι πολεμικές συγκρούσεις και η πολιτική αστάθεια του πρώτου κυρίως μισού του 20ου αιώνα το κατάφερε ο Δυτικός προσανατολισμός των κυβερνήσεων. Η Α. Χατζημιχάλη [11] στα 1955 θα καταγράψει 1.839 τσελιγκάτα (κοινοπρακτικές μορφές οργάνωσης της κτηνοτροφίας) τα οποία ανήκουν σε 7.620 οικογένειες και αριθμούν 1.403.875 κεφάλια ζώα. Η καταγραφή αυτή αφορούσε μόνον τους Σαρακατσαναίους νομάδες κτηνοτρόφους στις περιοχές της θερινής τους διαβίωσης στα βουνά της Πελοποννήσου, Ηπείρου, Μακεδονίας, Στερεάς, Θεσσαλίας και Θράκης. Στα 1983 ο συνολικός πληθυσμός των ζώων της μεταβατικής κτηνοτροφίας στην Ελλάδα μόλις που φθάνει τα 630.000 [12] ζώα σ’ ολόκληρη τη χώρα, ενώ δεν έμεινε ούτε ένα τσελιγκάτο! Η κατάρρευση υπήρξε ραγδαία…

Η εκτατική (κοπαδιάρικη) κτηνοτροφία αντικαταστάθηκε σταδιακά από τα βιομηχανικά εκτροφεία προβάτων και βοοειδών που κι αυτά σήμερα δεν καλύπτουν ούτε το 30% της εγχώριας κατανάλωσης κρέατος. Δεν χρειάζεται νομίζω ν’ αναφερθώ στον διατροφικό εφιάλτη της Ευρώπης, τουλάχιστον αυτόν που ανακαλύπτει κατά καιρούς ο Τύπος (σκεφτείτε τι άλλο γίνεται που δεν το μαθαίνει ή το αποσιωπά) ούτε φαντάζομαι στην αναγνώριση των θεσσαλικών προϊόντων στην ιστορική τους πορεία. Κι αφού ούτε τα βιομηχανικά βουστάσια της Δανίας διαθέτουμε, ούτε ταΐζουμε τα ζώα ορυκτέλαια, ας προστατέψουμε τουλάχιστον τα υψηλής ποιότητας γεωργοκτηνοτροφικά μας προϊόντα και φυσικά ας στηρίξουμε (και στηριχτούμε) στην εκτατική μας κτηνοτροφία και στις μικρές εκτατικές καλλιέργειες που μπορούν να αποτελέσουν την μοναδική απάντηση στο σύγχρονο διατροφικό εφιάλτη. Η κάθοδος στο στίβο του παγκόσμιου ή και ευρωπαϊκού ανταγωνισμού, χωρίς την προστασία των προϊόντων και με κόστη παραγωγής πολλαπλάσια των ανταγωνιστών μας (λόγω ορυκτελαίων, οστεάλευρων κ.λ.π.), φαντάζει σαν απονενοημένο διάβημα.

Η Τοπική αυτοδιοίκηση μη ανθιστάμενη ουσιαστικά κι ακολουθώντας άκριτα τις επιλογές της κεντρικής εξουσίας, περιφρόνησε την παραγωγική φυσιογνωμία της περιοχής της και εγκατέλειψε το πρόβλημα στις δυνάμεις της αγοράς η παντοδυναμία της οποίας τείνει να υποκαταστήσει κάθε εθνικό σχεδιασμό σε οικονομικό επίπεδο. Αλλά και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΤΑ περιόρισε τις βασικές της λειτουργίες αφού «ο νεοέλληνας νομοθέτης δεν αξιώθηκε να καταλάβει πως η κοινότητα δεν ήταν μόνο διοικητική περιφέρεια αλλά εστία αναπτύξεως και εφαρμογής των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην πιο συγκεκριμένη τους εκδήλωση» [13]. Οι ρυθμίσεις των αγροτικών χρεών, τόσο σε αγρότες όσο και σε συνεταιρισμούς, παρά το ότι επιβάρυναν τον Έλληνα φορολογούμενο, έχουν αποδειχθεί ετεροχρονισμένες και αναποτελεσματικές. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν πρόσκαιρα το χαρτοφυλάκιο της ΑΤΕ και να συγκαλύψουν τις ευθύνες των κυβερνήσεων και των διοικούντων τον αγροτοσυνεταιριστικό χώρο.

Ζούμε στην εποχή όπου η ποσότητα θριάμβευσε υπέρ της ποιότητας με τις ποικίλες ανησυχητικές προεκτάσεις αυτής της διαπίστωσης. Σε όλους τους τομείς της ζωής και ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα αθροίζουμε ποσότητες ενώ καθημερινά χάνουμε γενετικό υλικό. Στην αμπελουργία για παράδειγμα, δεκάδες παλιές ποικιλίες αμπελιών αντικαταστάθηκαν από σύγχρονες ευρωπαϊκές μεγαλύτερης απόδοσης. Ο Αγιορείτης Ευλόγιος Κουρίλας διερεύνησε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. εκατοντάδες ποικιλίες γνωστές στους αρχαίους, με τα ιδιαίτερα ονόματα και ιδιότητές τους [14]. Από αυτές ελάχιστες υπάρχουν σήμερα και μόνο σε παλιούς αμπελώνες, μη εκμεταλλεύσιμους, στα νησιά ή στα ορεινά της χώρας. Αρκετές ποικιλίες ελληνικών βοοειδών εξαφανίστηκαν χάριν των κρεατοπαραγωγών μοσχαριών υψηλής απόδοσης Σαρολέ, Λιμουζίν και άλλων. Ο Μόκας κι ο Φασούλας στους Καλαρύτες με τα δόντια κυριολεκτικά κρατάνε αμιγή τα κοπάδια τους με τα βραχύσωμα Καλαρυτινά (τα λεγόμενα Μπούτσκα), πρόβατα με τεράστια πλεονεκτήματα έναντι των άλλων.

Αγαπητοί φίλοι δεν σας κρύβω ότι αντιμετωπίζω με μελαγχολία όλη αυτή την υπόθεση. Δεν ξέρω αν υπάρχει πλέον χρόνος προκειμένου να ανατραπεί αυτή η πορεία. Ωστόσο πιστεύω πως το μεγαλύτερο κέρδος από τους προβληματισμούς αυτούς και από όλα αυτά τα κινήματα είναι πως κάποιοι άνθρωποι συνειδητοποιούν καθημερινά πως υπήρχε -και υπάρχει- κι άλλος δρόμος από αυτόν που ακολουθήθηκε. Μια διαφορετική πορεία που απελευθερώνει τον άνθρωπο από οικονομικά, πολιτικά ή άλλου είδους δεσμά και τον μεταμορφώνει σε κυρίαρχο της προσωπικής και κοινωνικής του ιστορίας. Κι αυτό είναι μια ιστορική αλήθεια που θα δυναμώσει την πίστη όσων κουράστηκαν να σέρνονται πίσω από τα τερτίπια του κοινοβουλευτισμού δηλαδή τις υποσχέσεις, τα διλήμματα και τους εκβιασμούς.

Αρκετά όμως ως εδώ και ευχαριστώ για την υπομονή σας.

 

 [7] 1908, Αλεξάνδρος Παπαδιαμάντης, τόμος Ε’, επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδόσεις Δόμος. «Το βιβλιάριον τούτο, το περιέχον το Καταστατικόν της νεωστί αποκαταστάσης Κοινότητος του μικρού χωρίου Κοσκινά της Καρδίτσης, μοι φαίνεται ως μία αίγλη φωτός, εν φαεινόν βήμα, εν εύηχον κήρυγμα προόδου, ευημερίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Η αλλαγή εξουσίας και Κυβερνήσεως, και η φυσική εντεύθεν ανωμαλία, η ζύμωσις η εκ του κομματισμού προερχομένη, η ανεπάρκεια και αφροντισία των Ελληνικών Κυβερνήσεων, των λόγω μεν επαγγελλομένων εκάστοτε την λεγομένην αποκέντρωσιν, πράγματι δε εξασκουσών την συγκέντρωσιν μέχρις αποπνιγμού, και η γειτνίασις του συχνά πλημμυρούντος Παμίσου, όλα ταύτα συλλήβδην υπήρξαν αφορμή όπως μη διοικήται καλώς το χωρίον και φθίνη η Κοινότης. Χάρις τω Θεώ ανέτειλεν επ’ εσχάτων η ευεργέτις πρωτοβουλία νεαρών ευπαιδεύτων ανδρών, τέκνων του αυτού χωρίου, εις το πνεύμα των οποίων επήλθε φωτισμός και ευβουλία, προς άρσιν των κακών τούτων και το ανά χείρας βιβλιάριον δύναται να χρησιμεύση ως υπόδειγμα πώς πρέπει να διευθύνωνται εκασταχού αι κοινοτικαί περιουσίαι. Οι γεωργικοί πληθυσμοί της Θεσσαλίας και της Ελλάδος, οίτινες αποτελούσι την βάσιν της κοινωνίας, και πρέπει να σεμνύνωνται δι’ αυτό, ας λάβωσι διδάγματα και ας καρπωθώσιν ωφελήματα εκ του διαυγούς τούτου Καταστατικού, του περιποιούντος τιμήν εις εκείνους οίτινες το υιοθέτησαν και το κατήρτισαν, και, συν Θεώ αρωγώ, τάχ’ αύριον έσσετ’ άμεινον. Το μέλλον αναγκαίως θα είναι καλύτερον του παρελθόντος».

[8] Μελετόπουλος Μελέτης, ό. π.

[9] Κ. Δ. Καραβίδα «Αγροτικά», «Έρευνα επί της οικονομικής και κοινωνικής μορφολογίας εν Ελλάδι και εν ταις γειτονικαίς σλαυϊκαίς χώραις», Μελέτη Συγκριτική, Παράρτημα του ΣΤ» τεύχους του Γεωργικού Δελτίου, Αθήνα 1931.

[10] Σπύρος Κουτρούλης, «Ο κοινοτικός συνεργατισμός και ο Κ. Καραβίδας», Περιοδικό Άρδην τ. 44.

[11] Χατζημιχάλη Α.: «Σαρακατσάνοι», τ. Α., Αθήνα 1975.

[12] Ψυχογιός Δ., Παπαπέτρου Γιούλη: «ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ», άρθρο στο «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ», Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1987.

[13] Νικόλαος Πανταζόπουλος «Κοινοτισμός και τοπική αυτοδιοίκηση», άρθρο στην εφ. MAKΕΔΟΝΙΑ, Κυριακή 07.11.2010.

[14] Ευλογίου Κουρίλα Λαυριώτου «Οι Αμπελώνες του Άθω» Θεσσαλονίκη 2001 (απόσπασμα από το έργο «Άθως, φως εν σκότει», Αθήνα 1935).

 

*…συγγραφέα του βιβλίου «Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση», που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 13 Μαρτίου στο Μύλο Ματσόπουλου από την κίνηση αποανάπτυξης τρικαλινών πολιτών.

 

ΠΗΓΗ: http://apokoinou.com/?p=319#comment-6

Τοπικοποίηση: Μια απάντηση παγκοσμιοποίηση Ι

Τι χάθηκε – Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση

 Μέρος Ι

Παρουσίαση του Αλέκου Ζούκα στην εκδήλωση – συζήτηση με τον Γιώργο Κολέμπα* 

 

Θα αναρωτιούνται, όπως είναι φυσικό, οι νεότεροι, δηλαδή όλοι όσοι μεγάλωσαν μέσα σ’ ένα καθεστώς επάρκειας ή, στην καλύτερη περίπτωση, ευμάρειας για το ποιος ήταν άραγε αυτός ο πλούτος σε προϊόντα, διατροφικά ή άλλα, που χάθηκε και κάτω από ποιες συγκεκριμένες συνθήκες; Ή, πιο συγκεκριμένα, ήταν τόσο απαραίτητα όλα αυτά τα προϊόντα που η εξαφάνισή τους από τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου να προβάλλεται σήμερα ως  πλήγμα στην ισορροπημένη ζωή και υγιεινή διατροφή του;

Η απάντηση στο τελευταίο αυτό ερώτημα είναι προφανής. Στη φύση δεν περισσεύει τίποτα, απαραίτητα για την διατροφή του ανθρώπου μπορεί να μην είναι τα λαθούρια, αλλά σίγουρα σε κάποια άλλη βιολογική αλυσίδα είχαν το ρόλος τους. Με την σταδιακή τους εξαφάνιση φτωχαίνει η βιοποικιλότητα ενός τόπου κι οπωσδήποτε θα εμφανισθούν οι συνέπειές της.

Ίσως ακόμα να σκέφτονται κάποιοι με μια δόση εφησυχασμού πως τελικά η εξέλιξη είναι αυτή που ρυθμίζει αυτού του είδους τις απώλειες και πως αυτό είναι μια εντελώς φυσιολογική διαδικασία, που ονομάζεται και Φυσική Επιλογή. Θα συμφωνούσα, πράγματι, με την τελευταία άποψη αν αυτό συνέβαινε σε ένα καθεστώς πλήρους ελευθερίας, αν δηλαδή η επιλογή ήταν αποτέλεσμα μιας απρόσκοπτης φυσικής διαδικασίας κι όχι της εντατικής ανθρώπινης παρέμβασης. Δυστυχώς όμως όπως θα φανεί στη συνέχεια δεν υπήρξε καμιά ελεύθερη επιλογή, αντιθέτως, ο χάρτης της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής και ο κατάλογος των διατροφικών προϊόντων, διαμορφώθηκαν ως αποτέλεσμα της μεθοδικής αλλοίωσης της παραγωγικής φυσιογνωμίας της χώρας.

Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνοτρόφων στη Λάρισα 19/4/1920

Ωστόσο δεν ήταν μόνον η παραγωγική φυσιογνωμία της χώρας που αλλοιώθηκε στους δύο περίπου αιώνες ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Ή, καλύτερα, κι αυτή ακολούθησε με τη σειρά της ολόκληρο τον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο προσανατολισμός αυτός, από την δημιουργία του ελληνικού κράτους, και για ολόκληρο τον 19ο αιώνα μέχρι και τα μέσα του εικοστού, ήταν πρωτίστως πολιτικός, στραμμένος ακλόνητα προς την δύση, κυρίως Αγγλία και Γαλλία, και σπανιότερα Ρωσία[1]. Υπήρξαν βέβαια και ορισμένες περιπτώσεις που η προσήλωση αυτή είχε καθαρά ιδιοτελή κίνητρα ενώ κατά τα τέλη του 20ου αι. ο οικονομικός και μιλιταριστικός της χαρακτήρας. Επιπροσθέτως ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός των δυνάμεων αυτών μεταφέρονταν και στο εσωτερικό της χώρας με συνέπεια οι εγχώριες κομματικές αντιπαλότητες να παίρνουν ενίοτε πολεμικό χαρακτήρα ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οδήγησαν τη χώρα σε εθνικές περιπέτειες.

Όμως η ελληνική ύπαιθρος ήταν αυτή που ιστορικά δοκιμάστηκε σκληρά. Μετά το αποτυχημένο Κίνημα των Ορλωφικών του 1770 γνώρισε την ανελέητη βιαιότητα των Οθωμανών, μεγάλες κωμοπόλεις που ανθούσαν από το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων καταστράφηκαν, αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, παραδόθηκαν στη λεηλασία, με λίγα λόγια η ύπαιθρος στα χρόνια εκείνα γνώρισε τη μεγαλύτερη καταστροφή, από την επικράτηση των Οθωμανών τον 15ο αι. Ωστόσο μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας είχαν ανασυνταχθεί, όπως φαίνεται από τις αναφορές διαφόρων περιηγητών και ιδιαίτερα στις εκθέσεις του Γάλλου προξένου Felix Beaujour[2], ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις των προϊόντων που κατείχαν αξιοσημείωτη θέση στο εξαγωγικό εμπόριο και στην ευρωπαϊκή αγορά. Οι περίφημες κάπες της Ζαγοράς που κατασκευάζονταν με γιδόμαλλο, που έφτανε στο Χορευτό με καΐκια από την περιοχή της Λειβαδιάς, κι αυτές των Καλαρυτών, διακινούνταν στην Ευρώπη αλλά και στους Έλληνες και Αλβανούς κτηνοτρόφους (μακριές μέχρι τον αστράγαλο) και κοντές (τα λεγόμενα κοντοκάπια) για τους ναυτικούς του Αιγαίου και της Αδριατικής. Τα υφαντουργεία του Τιρνάβου, προμήθευαν τον Οθωμανικό στρατό με τόνους τσόχες, αμπάδες, σερβέτες, και άλλα υφάσματα, ο Συνεταιρισμός των Αμπελακίων έβαφε και διακινούσε τα μεταξωτά νήματα σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ενώ οι εξαγωγές των μαλλιών και δερμάτων είχαν φθάσει στο απόγειό τους. Η εξαιρετική, για την εποχή, επεξεργασία κάποιων προϊόντων καθώς και οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν προκάλεσαν την περιέργεια των Ευρωπαίων που «προσπάθησαν να βρουν το «μυστικό» της βαφής των νημάτων. Έστελναν δήθεν περιηγητές, που δεν ήταν παρά εμπορικοί κατάσκοποι, στα Αμπελάκια, στον Τύρναβο και αλλού κι έμαθαν τον τρόπο βαφής. Ο Beaujour τον περιγράφει με ακρίβεια χημικού. Προμηθεύτηκαν σπόρους ριζαριού, τους μετέφεραν στη Γαλλία, κυρίως στη Μασσαλία και στο Παρίσι, ακριβοπλήρωσαν Αμπελακιώτες τεχνίτες και τους πήραν στη Γαλλία. Με το ριζάρι της Γαλλίας, με τους Έλληνες τεχνίτες και με την επίβλεψη του διάσημου Λαβουαζιέ (Lavoiser), πατέρα της χημείας, προσπάθησαν να επιτύχουν καλές βαφές. Γίνονταν όλα σχολαστικά, με συνεχείς επαναλήψεις. Το αποτέλεσμα πάντα ήταν απογοητευτικό. Άλλο χρώμα έδινε το παραγόμενο στην Θεσσαλία ριζάρι με τον ήλιο και το νερό της Ελλάδας και άλλο στην Γαλλία χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις. Ο Λαβουαζιέ και οι άλλοι πρωτοπόροι της χημείας παράτησαν τελικά την προσπάθεια με τα χρωστικά φυτά και στράφηκαν στις χημικές βαφές. Και ανακάλυψαν τα χρώματα ανιλίνης». [3]

Ωστόσο η πανώλη των αρχών του 19ου αιώνα ανέκοψε αποφασιστικά αυτή την πορεία την οποία ανακοπή ολοκλήρωσαν τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 και οι, εξ αυτών, συχνές εκστρατείες των στρατευμάτων της Πύλης. Κάθε εκστρατευτική προπαρασκευή σήμαινε για τους κτηνοτρόφους και γεωργούς της υπαίθρου βαρύτατες απώλειες που κοντά σ’ αυτές θα πρέπει να υπολογιστεί και η τροφοδοσία -οικειοθελώς ή παρά τη θέλησή τους- των ελληνικών επαναστατικών σωμάτων.

Στην σύντομη πρωθυπουργία του ο Καποδίστριας (1828 – 1831) συνειδητοποίησε την ανάγκη ανασυγκρότησης της κατεστραμμένης αγροτικής οικονομίας και μεταξύ των άλλων μέτρων μετακάλεσε από τη Γαλλία τον Γρηγόριο Παλαιολόγο φιλόλογο και κυρίως γεωπόνο, μέλος της Κηποκομικής και της Γεωργικής Εταιρείας στο Παρίσι, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα με χρήματα, μηχανήματα και σπόρους για να βοηθήσει την ελληνική γεωργία. Εδώ ανέλαβε την διεύθυνση των Εθνικών Κτημάτων και του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθας. Η δολοφονία όμως του Καποδίστρια απομάκρυνε με σκαιό τρόπο τον Παλαιολόγο από τις θέσεις του και το αγροκήπιο ερήμωσε. Ωστόσο οι ιδέες του για την αγροτική ανασυγκρότηση της χώρας, μπολιασμένες με τις ιδέες του Σαιντ Σιμόν που είχαν – με προτροπή του Κοραή – αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους, πρώτα στο Πανεπιστήμιο, άρχισαν να κυκλοφορούν και στους αγροτικούς πληθυσμούς κυρίως μέσα από διαλέξεις, επαφές και αρθρογραφία, στο περιοδικό Αθηνά, που συνέχιζε ο Παλαιολόγος και μετά την απομάκρυνσή του.

Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο άνθρωπος που πρώτος αυτός στη νεότερη Ελλάδα προσπάθησε να ανασυγκολλήσει τη χαμένη συνέχεια της γνώσης των αρχαίων γύρω από τα φυτά και τις ιδιότητές τους. Το Κεχρί (με το αλεύρι του εμπλούτιζαν το ψωμί), τα Κουκιά, ο Βίκος (πλούσια σε παραγωγή γάλακτος ζωοτροφή), ο Όροβος ή ρόβι (για την διατροφή των βοοειδών), το Φηγόπυρο ή μαυροσίταρο (όσπριο με το οποίο γίνονταν το κρίμνο ή ο χόνδρος δηλ. το ψιλό ή χονδρό πληγούρι), ο Θέρμος (ξεχασμένο και στα χρόνια του Παλαιολόγου όσπριο για ζωοτροφή που εμπλούτιζε με την καλλιέργειά του όπως και το κεχρί τα φτωχά εδάφη), [4] όπως και πολλά, ξαναήρθαν στην επιφάνεια σε σχέση και με τις ευρωπαϊκές επιδόσεις της καλλιέργειάς τους αλλά και σε σχέση με τις παρατηρήσεις των αρχαίων (Θεόφραστου, Διοσκουρίδη, Γαληνού και άλλων) για τη θρεπτική τους αξία και τις άλλες τους ιδιότητες. Με το ογκώδες δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία 1833 – 1835, αλλά και με τις δεκάδες μονογραφίες του με πρακτικές οδηγίες και καλλιεργητικές συμβουλές, άφησε για τις επερχόμενες γενεές μια σπουδαία παρακαταθήκη γνώσεων που στο σύνολό τους παραμένουν, δυστυχώς, επίκαιρες. Η ελληνική ύπαιθρος συνέχισε να παραδέρνει έρμαιο, αυτή τη φορά, των ομοεθνών μεγάλων γαιοκτημόνων οι οποίοι διαδέχθηκαν, στην κυριότητα της γης, τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς.

Η αρπαγή της γης με διάφορα νομικά τερτίπια και το καθεστώς της δουλοπαροικίας των ακτημόνων, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, θα συγκινήσει τον επαναστάτη και οραματιστή πολιτικό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο (στο διάστημα 1865 – 1883 εξελέγη δέκα φορές πρωθυπουργός) που ξεκίνησε το μεγάλο μεταρρυθμιστικό του σχεδιασμό από τη Θεσσαλία, η οποία ελευθερώθηκε επί πρωθυπουργίας του και η οποία με κατάλληλες υποδομές (σιδηρόδρομος, εγγειοβελτιωτικά έργα), με την αποκατάσταση των ακτημόνων και με συνδυασμένη αγροτική – βιομηχανική ανάπτυξη, θα μπορούσε να ξελασπώσει τη βαλτωμένη οικονομία της χώρας και να χορτάσει τον εξαθλιωμένο της πληθυσμό. Σ’ αυτό το ελπιδοφόρο περιβάλλον, έρχεται από την Αμερική -όπου σπούδασε φυσικές και φυσικοϊστορικές επιστήμες ο Παναγιώτης Γεννάδιος, γιος του λόγιου και διδάσκαλου του γένους Γεωργίου Γεννάδιου. Η δράση του υπήρξε πολυσχιδής, όντας Επιθεωρητής Γεωργίας στο Υπ. Εσωτερικών, την περίοδο 1880 – 1894, γράφει, επιμελείται και εκδίδει το μηνιαίο περιοδικό «Ελληνική Γεωργία» για 12 χρόνια αδιαλείπτως [5]. Γύρω από το περιοδικό συγκεντρώνονται αρκετοί επιστήμονες γεωπόνοι, χημικοί, βοτανολόγοι και άλλοι. Αν σκεφτεί κανείς τα μέσα της εποχής και την ανάγκη περιγραφής των ασθενειών με εικόνες (εδώ γίνονταν με σκίτσα) η προσπάθεια του Γεννάδιου φαντάζει τιτάνια!

Τον Κουμουνδούρο όμως ανατρέπει ο υπουργός του Χαρίλαος Τρικούπης με τη βοήθεια βουλευτών που εξυπηρετούσαν πρωτίστως τα συμφέροντα των μεγαλογαιοκτημόνων. Ο Τρικούπης θα διαχειριστεί το δάνειο των 5 εκ. φράγκων, που είχε συνάψει ο Κουμουνδούρος με τη Γαλλία, για τα εγγειοβελτιωτικά έργα στη Θεσσαλία, για ίδιο κομματικό όφελος. Τροποποιεί τη σύμβαση του σιδηροδρόμου και ορίζει πλάτος της γραμμής το ένα μέτρο (μετρική) κι όχι το διεθνές πλάτος του 1,44 μέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για την Ελλάδα. Η μειονεκτική της θέση (τερματικός προορισμός) επέβαλε στη χώρα να πληρώνει παντού τις διελεύσεις των εμπορευμάτων της, από και προς την Ευρώπη, και να μην εισπράττει από κανέναν. Τώρα πληρώνει και την ενοικίαση των ξένων βαγονιών για τις μεταφορές της και την μεταφόρτωση τους στο μεθοριακό σταθμό του Πυργετού Λάρισας στα οθωμανικά τρένα. Η σκληρή του στάση στα συλλαλητήρια της εποχής, για την αποκατάσταση των ακτημόνων και ενάντια στις αυθαιρεσίες – με την ανοχή των αρχών – των τσιφλικάδων, παρακίνησε το Δημοτικό Συμβούλιο της Λάρισας στις αρχές του αιώνα, έπειτα από εισήγηση του Δήμαρχου Γαλάτη, να κηρυχθεί ο Τρικούπης πρόσωπο ανεπιθύμητο για τη Λάρισα και να μην ονομασθεί ποτέ οποιαδήποτε οδός ή μνημείο στο όνομά του.

Αντίθετα το Άγαλμα του Κουμουνδούρου καθώς και το όνομά του τιμούν την πρώτη οδό της πόλης. Θεωρώ πως είναι ντροπή, αν όχι ανοησία, άνθρωποι που δηλώνουν ιστορικοί, και ιδιαίτερα Θεσσαλοί, να αναφέρονται στον Τρικούπη με το χαρακτηρισμό «υποδειγματικός ηγέτης» υπερεκτιμώντας τις πολιτικές του δεξιότητες και παραβλέποντας το γεγονός πως η πολιτική τελικά, ακόμα και στην εξαιρετική περίπτωση, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το μέσο, το «όχημα» δηλαδή που θα οδηγήσει τον άνθρωπο και την κοινωνία στην ευτυχία και όχι αυτοσκοπός…

[1] «Αυτό το φαινόμενο οφείλεται, σύμφωνα με τον (Ντίνο σ.δ.) Μαλούχο, (α) στον υλικό και ψυχικό κάματο που προήλθε από την Επανάσταση, (β) στην τεχνική και υλική υπεροχή της Δύσης, (γ) στην έλλειψη ντόπιας ιθύνουσας τάξης, ικανής να αντιμετωπίσει τα μετεπαναστατικά προβλήματα, (δ) στον ρόλο των εξ Ευρώπης Ελλήνων πολιτικών, (ε) στην ευνοϊκή για την Ελλάδα παρέμβαση των δυτικών δυνάμεων». Μελετόπουλος Μελέτης, «Ο Ντίνος Μαλούχος και η επιθεώρηση «Κοινότης»», Περιοδικό Άρδην, τ. 44., όπου και σπουδαίες πληροφορίες για τις δυσχέρειες και την «τύχη» των ιδεών του Κοινοτισμού στην Ελλάδα.

[2] Felix Beaujour «Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία» (1787-1797), εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1974.

[3] Λάζαρος Αρσενίου «Η Θεσσαλία στην τουρκοκρατία», σελ. 76, Επικαιρότητα, Αθήνα 2010.

[4] Γρηγόριος Παλαιολόγος «Γεωργική και Οικιακή Οικονομία», τόμος 1ος, Ναύπλιο, εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας, 1833 και τόμος 2ος, Αθήνα, ο.π. 1835.

[5] «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ», «Σύγγραμμα κατά μήνα εκδιδόμενον, όργανον των συμφερόντων των απανταχού Ελλήνων κτηματιών, καλλιεργητών της γης και κτηνοτρόφων», υπό Π. Γενναδίου, έτος πρώτον, Αθήνα 1885.

[6] Π. Γ. Γενναδίου, «Φυτολογικόν Λεξικόν, περιλαμβάνον τα ονόματα, την ιθαγένειαν και τον βίον υπερδεκακισχιλίων φυτών, εν οις και τα λόγω χρησιμότητος ή κόσμου καλλιεργούμενα, των οποίων περιγράφονται και η ιστορία, η καλλιέργεια, τα προϊόντα και αι νόσοι», Αθήνα 1914.

*…συγγραφέα του βιβλίου «Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση», που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 13 Μαρτίου στο Μύλο Ματσόπουλου από την κίνηση αποανάπτυξης τρικαλινών πολιτών.

 

ΠΗΓΗ: http://apokoinou.com/?p=319#comment-6

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Σχολικές Βιβλιοθήκες και Εφηβική Λογοτεχνία

Σχολικές Βιβλιοθήκες και Εφηβική Λογοτεχνία

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Όταν ένα παιδί γεννιέται σε μια εγγράμματη κοινωνία και ζει περικυκλωμένο από χιλιάδες γραπτά μηνύματα, ξεφυλλίζει βιβλία και περιοδικά, παρατηρεί συσκευασίες προϊόντων, βλέπει διαφημίσεις και ακούει ιστορίες, αποκτά φυσικά και αβίαστα πολύτιμες αναγνωστικές γνώσεις και εμπειρίες. Αρκεί να υπάρχει πάντα κοντά του ο έμπειρος ενήλικος, που θα το βοηθήσει να ξεκλειδώσει τα μυστικά του γραπτού λόγου.

Αρχικά οι γονείς, στη συνέχεια οι νηπιαγωγοί και λίγο αργότερα οι δάσκαλοι θα συντροφεύσουν το μικρό παιδί και αργότερα τον έφηβο σε ένα ταξίδι χωρίς τέλος, που αρχίζει με τη γέννηση και οδηγεί στη χαρά, την απόλαυση και, εν τέλει, στην τέχνη της ανάγνωσης. Η ανάγνωση ως απόλαυση κι όχι ως καταναγκασμός  μπορεί να προσφέρει εκείνο το λυτρωτικό βύθισμα στο απέραντο εσωτερικό μας πεδίο, αφού χάνεσαι στα βιβλία και βρίσκεις τον εαυτό σου. Γιατί,  όταν διαβάζει κανείς κάποιο δυνατό κείμενο έχει την εντύπωση πως βλέπει ένα πρόσωπο να διαγράφεται κάπου πίσω από τη σελίδα.

Το έντονο βίωμα, η αισθητική συγκίνηση, η ψυχική απόλαυση, η εσωτερική απελευθέρωση, το διανοητικό χόρτασμα, η πνευματική πλήρωση, η δημιουργική έγερση αμφισβήτησης και αμφιβολίας για βαλτωμένες βεβαιότητες, η τόνωση της αυτοπεποίθησης και παράλληλα της προσωπικής υπευθυνότητας, είναι μερικές μόνο από τις εξομολογήσεις ουσίας εφήβων, μακριά από ξύλινους λόγους και κουραστικές συμβατικές «κατασκευές»… Όταν επαναστατώ, γράφω για τους εφήβους… έχει πει ο Μάνος Κοντολέων και δεν είναι καθόλου τυχαία η ρήση του…

Προσωπικές ανησυχίες εφήβων, κοινωνικά και ψυχολογικά καθορισμένες: βαθύτερες ανάγκες για επικοινωνία, λυτρωτικό φως στα σκοτεινά αδιέξοδα της ψυχής,  εύρεση «ξέφωτου» στους δαιδαλώδης λαβυρίνθους του μπερδεμένου και πολύπλοκου ψυχισμού τους. Προσπάθεια διαμόρφωσης προσωπικής ταυτότητας μακράν της δοτής ταυτότητας που προσπαθούν να τους επιβάλλουν οι θεσμοί, οι νόρμες και τα καθιερωμένα μοντέλα ζωής του κόσμου των ενηλίκων: να τι ωθεί τους εφήβους στην ανάγνωση της λογοτεχνίας που τους αφορά. Γιατί το λογοτεχνικό βιβλίο είναι ένα από τα κλειδιά που ανοίγουν τον πλούτο του κόσμου στον άνθρωπο.

Η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Μάνου Κοντολέοντος, που φέρει τον τίτλο “Μάσκα στο Φεγγάρι” δικαιώνει πλήρως όσα γράφει στον πρόλογό του ο Κώστας Γεωργουσόπουλος: ότι δηλαδή ο συγγραφέας συνέλαβε  την ιδέα πως η παιδαγωγική διαδικασία, όταν δεν παγιδεύεται σε σχηματοποιήσεις και στείρες θεωρητικολογίες, δεν είναι τίποτε άλλο από μια τελετή μυήσεως και ότι σ’ αυτό το συναρπαστικό βιβλίο, όπου κυριαρχεί ένα φετίχ, μια μάσκα στο φεγγάρι, η εμπειρία της μυήσεως οδηγεί στη διαύγεια μιας λυτρωτικής ανατολής ηλίου.

Η λογοτεχνία για παιδιά και νέους έχει τη δύναμη να προετοιμάσει τους νεαρούς αναγνώστες, να τους δώσει τα εφόδια εκείνα που θα τους επιτρέψουν να ζήσουν, να ερωτευτούν , να θυμώσουν και να παθιαστούν, όχι σαν άβουλα όντα, αλλά σαν υπεύθυνα και ευαίσθητα άτομα. Παράλληλα όμως έχει τη δυνατότητα να τους μυήσει στην ιστορία της χώρας τους, της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου μέσα από το ιστορικό μυθιστόρημα για εφήβους.

Η θεματολογία των σχετικών βιβλίων σύγχρονης παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας είναι πλούσια. Γιατί , αν κάποτε υπήρχαν θέματα που ήταν σχεδόν απαγορευμένα για αναγνώστες νεαρής ηλικίας, σήμερα τέτοια απαγόρευση, θεωρητικά και πρακτικά, δεν ισχύει. Έτσι οι νεαροί αναγνώστες μπορούν να συναντήσουν στη λογοτεχνία πολλά από τα θέματα και τις πιεστικές ανησυχίες που τους απασχολούν.

Κάθε λογοτεχνικό κείμενο, εκτός από την αισθητική απόλαυση,  προσφέρει στον αναγνώστη και μία στάση ζωής. Μέσα από αυτή θα προτείνει πιθανές διεξόδους στα συναισθηματικά ή ψυχολογικά αδιέξοδα ή δρόμους για την κατανόηση καταστάσεων που ο καθένας έφηβος έχει ήδη ζήσει ή μπορεί να συναντήσει στο μέλλον. 

Εντελώς σχηματικά μπορούμε να πούμε, ότι η Σύγχρονη Παιδική και Εφηβική Λογοτεχνία από θεματολογική πλευρά χωρίζεται σε 3 κατηγορίες. 

1.  Κατηγορία  διαπροσωπικών σχέσεων και ατομικών προβλημάτων

Εντάσσονται τα βιβλία με τις θεματικές: Σχέσεις γονέων παιδιών (συγκρούσεις, διαζύγιο, υιοθεσία), Ερωτικό στοιχείοένστικτο, Σχέσεις δασκάλου μαθητή Μεταφυσικές αγωνίες του ανθρώπου (Γέννηση , ορφάνια, θάνατος), Εργαζόμενο παιδί, Παιδιά με ειδικές ανάγκες (Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των βιβλίων, αποτελεί σχετικά νέα θεματολογία για την Παιδική λογοτεχνία και εκδόθηκαν κυρίως μετά το 1980).

2. Κατηγορία  ευρύτερων κοινωνικών  προβλημάτων

Εντάσσονται τα βιβλία με τα ακόλουθα θέματα: Μετανάστευση, Ναρκωτικά AIDS, Τρομοκρατία,Ρατσισμός. Βία στα γήπεδα. Αρχαιοκαπηλία. Μέσα μαζικής επικοινωνίας, Τηλεόραση, Διαδίκτυο, Εθισμός στο διαδίκτυο.

Κατηγορία  οικουμενικών θεμάτων και  προβλημάτων. Εντάσσονται τα βιβλία με θέματα: Οικολογία – Φύση, Ειρήνη, Τεχνολογική εξέλιξη – Επιστημονική φαντασία, Βιβλία Φαντασίας – «Μαγείας» και Συμβόλων.

Συνήθως, οι εισηγήσεις των θεωρητικών ειδικών της εφηβικής λογοτεχνίας  άπτονται ποικίλων ζητημάτων: προσδιορισμός του περιεχομένου και της ορολογίας της εφηβικής λογοτεχνίας, τα υποείδη της και τα γνωρίσματά της,  οι διαχωριστικές γραμμές (εάν υπάρχουν) μεταξύ της εφηβικής λογοτεχνίας και της παιδικής λογοτεχνίας ή  της εφηβικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας για ενηλίκους, διδακτικές προσεγγίσεις της εφηβικής λογοτεχνίας, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και επιλογές/σύστημα αξιών, εξουσία και εφηβεία, αυτοβιογραφία, ιστορία και εφηβεία, ιθαγένεια, εξωτισμός και εφηβεία, διαπροσωπικές σχέσεις και εφηβεία, κοριτσίστικη λογοτεχνία, σχέση μητέρας και κόρης, ταυτότητες, ανδρική-γυναικεία ταυτότητα, ομοφυλοφιλική, μαύρη ταυτότητα, παραβατικότητα, ερωτισμός και σεξουαλικότητα, σχέση με σώμα, γλώσσα της εφηβείας, αφηγηματικές τεχνικές κ.λπ.

Ο «ενδιάμεσος» ρόλος της λογοτεχνίας για εφήβους στα διλημματικά  σταυροδρόμια της νέας τους ζωής είναι κομβικός, πρωταρχικής σημασίας ως μέσου προσωπικής αναζήτησης και συνομιλίας με τον εσώτερό τους εαυτό, ως δρόμου θεραπευτικού τραυματικών καταστάσεων, ως απελευθερωτικού, ανοικτού ορίζοντα αισθητικής συγκίνησης και πνευματικής ανάτασης. Άρα, Λογοτεχνία και εφηβεία: μια σχέση ζωής; 

Βεβαίως, εφόσον και οι σχολικές βιβλιοθήκες  αποκτήσουν εμψυχωμένη ζωντάνια και από αποστεωμένα, αποστειρωμένα, απαρχαιωμένα φυλακτήρια βιβλίων, τεχνικά τακτοποιημένων και βιβλιοθηκονομικά οργανωμένων, άψυχων χώρων απρόσιτων στο μέσο μαθητή,  μετατραπούν σε εργαστήρια έρευνας, δημιουργικού και γόνιμου διαλόγου, άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των μελών της σχολικής κοινότητας, σε πυρήνες δράσεων πολιτισμού, λόγου και τέχνης.

Δυστυχώς, ο απόμακρος και ταυτόχρονα διαβρωτικός ρόλος θεσμών και ανθρώπων στα ανώτερα επίπεδα της πυραμίδας της εκπαίδευσης έχει, εδώ και συναπτά έτη, δώσει πικρούς καρπούς, έχει  ήδη γίνει φανερός: η άγονη προσκόλληση στον τύπο μιας πνευματοκτόνας γραφειοκρατίας απομύζησε τους ζωτικούς χυμούς του σώματος της συνολικής, σφαιρικής μας παιδείας, καθιστώντας το άψυχο κουφάρι που κείτεται σε κοινή θέα όλων μας.

Ωστόσο και παρά τις εγγενείς δυστοκίες, θετική θα κρινόταν η συμβολή ενός υπεύθυνου βιβλιοθήκης, όμως πρωτίστως παιδαγωγού, εμψυχωτή, πομπού και δέκτη ταυτόχρονα μηνυμάτων, ανοιχτού μυαλού στις απεγνωσμένες εκκλήσεις, άλλοτε κραυγές, άλλοτε ψιθύρους της ευάλωτης εφηβικής ψυχής. Με εκπαιδευτικά προγράμματα, παρουσιάσεις λογοτεχνικών βιβλίων για εφήβους με καινοτόμους τρόπους, αγώνες δισσών ή αντιθέτων λόγων, παράθεση επιχειρημάτων, ιστορίες βιβλίου και ανάγνωσης, αντιπαραβολή αποσπασμάτων βιβλίων με αντιθετικό ή παρεμφερές περιεχόμενο, παρουσία και ενεργητική εμπλοκή των συγγραφέων και εικονογράφων στις παρουσιάσεις, αυθεντικές προσωπικές αφηγήσεις που τέρπουν και ξεκουράζουν μυαλό και ψυχή, θα μπορούσε κάτι φωτεινό να ξεπηδήσει από το εν γένει σκοτεινό τοπίο της εκπαίδευσης.

Το ευρύτερο μορφωτικό περιβάλλον αποτελεί μια πρόκληση για τις Σχολικές Βιβλιοθήκες, οι οποίες καλούνται να ανταγωνιστούν μια κοινωνική απαξίωση του μορφωτικού αγαθού. Η αγορά εργασίας με την χρησιμοθηρική της λογική οδήγησε σε μια εργαλειακή αντίληψη της γνώσης: χρήσιμη γνώση είναι μόνο αυτή που μπορεί να πιστοποιηθεί και να οδηγήσει έστω και στην θολή και αβέβαιη προσδοκία επαγγελματικής αποκατάστασης. Πώς να πείσει μια Σχολική Βιβλιοθήκη για την απόλαυση της ανάγνωσης, για την αισθητική, την νοημοσύνη των συναισθημάτων, για την αξία της μελέτης και της προσέγγισης του «περιττού», για την απρόσκοπτη καλλιέργεια του κριτικού πνεύματος; Για να το πετύχει αυτό στο μέτρο του δυνατού, διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις αίθουσες διδασκαλίας και στη Σχολική Βιβλιοθήκη δεν μπορούν να υπάρξουν.  Ο κυρίαρχος ρόλος της Σχολικής Βιβλιοθήκης είναι η αναζήτηση και η κριτική εξέταση της γνώσης, η διδασκαλία με εφαρμογή μαθητοκεντρικών – ενεργητικών προτύπων. Σε όλο τον κόσμο οι Σχολικές Βιβλιοθήκες στελεχώνονται από εκπαιδευτικούς υπευθύνους (Teacher Librarians), που πρώτα απ' όλα είναι εκπαιδευτικοί και κατά δεύτερο λόγο έχουν ειδικές γνώσεις σχολικής βιβλιοθηκονομίας. Στο εξωτερικό, μάλιστα, προσφέρονται από τα παιδαγωγικά τμήματα μεταπτυχιακά προγράμματα σχολικής βιβλιοθηκονομίας.

Είναι επίσης επιτακτική η ανάγκη για άμεση και έμμεση διασύνδεση των λογοτεχνικών βιβλίων για εφήβους με το νέο αναλυτικό πρόγραμμα. Το σπουδαίο ζητούμενο, σχεδόν διακύβευμα σύμφωνα με παιδαγωγούς και κοινωνιολόγους,  της ελληνικής λογοτεχνικής παιδείας αποτελεί η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου: με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης: «μέθεξη», συναισθηματική εμπλοκή, αισθητική απόλαυση μακριά από υπερβολικές φιλολογικές διυλήσεις και στημένους, σχεδόν σκηνοθετημένους διδακτισμούς. Περισσότερη έμφαση στην καλλιέργεια συναισθηματικής νοημοσύνης και λιγότερη επιμονή στην εξιχνίαση νοητικών σχημάτων και συγγραφικών-αφηγηματικών τεχνικών: γιατί απόλαυση της ανάγνωσης σημαίνει βίωμα, αδιαμεσολάβητη μεταφορά συγκίνησης, συναρπαστική «υφαρπαγή» στην ατμόσφαιρα άλλων εποχών, βύθισμα στους παράλληλους κόσμους της φαντασίας του συγγραφέα που είναι για τον έφηβο οδηγός, μύστης μα και δάσκαλος. Και τον δάσκαλό σου έχεις το δικαίωμα και την υποχρέωση να τον αμφισβητήσεις, διαλεγόμενος μαζί του για τη γοητεία μα και την ασχήμια της ζωής. «Γιατί δεν πρέπει ο ελεύθερος να μαθαίνει τίποτα δια της βίας σα δούλος… τα μαθήματα που μπαίνουν μες στην ψυχή με τη βία, δε στεριώνουν ούτε διατηρούνται μέσα της»
Πλάτωνα Πολιτεία VII,537 μετ. Ι. Γρυπάρη.
 

Στο φαινόμενο της γραφής και της ανάγνωσης, στην τέχνη του λόγου, αναρωτιέται κανείς: Ποιο μέγεθος προηγείται και ποιο έπεται; Μάλλον συμπλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους. Σήμερα πολύς λόγος γίνεται από παράγοντες της εκπαίδευσης και της Παιδείας για Ανανέωση, καινοτομία, σχέση ΜΜΕ, Διαδικτύου και εφηβικής λογοτεχνίας. Από την άλλη μεριά παρατηρείται, σύμφωνα με έρευνες ειδικών, περιορισμός του φαινομένου της ανάγνωσης σε μικρές ηλικίες, κυριαρχία της ψυχαγωγίας υπό τη μορφή περισσότερο της διασκέδασης με τις αναμενόμενες διαφοροποιήσεις λόγων διαφορετικών ηλικιακών κατηγοριών (διάδοση ebooks, video clips, video games, τραγούδια, ταινίες, εικόνες, ηλεκτρονικά παιχνίδια). Υπό αυτές τις νέες συνθήκες δημιουργείται μια νέα σχέση ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο. Στην ηλεκτρονική δημοσίευση των κειμένων ο αναγνώστης δεν ξεφυλλίζει, δεν πιάνει στα χέρια του το βιβλίο, δεν μυρίζει το χαρτί. Το βιβλιοπωλείο υφίσταται βέβαια ακόμη με την παραδοσιακή έννοια, εφόσον το βιβλίο υπάρχει και στο Διαδίκτυο ως υλικό αντικείμενο και η υλική του διάσταση συνίσταται στον τίτλο, την εικόνα του εξωφύλλου και ενδεχομένως σε κάποιο συνοδευτικό σχόλιο, αλλά το ηλεκτρονικό βιβλίο αρχίζει να καλύπτει ένα μεγάλο μέρος των απαιτήσεων του κοινού. Έτσι, η προώθηση και η αγορά του βιβλίου αποκτάει στις μέρες μας άλλες διαστάσεις. Πέρα από την ηλεκτρονική μορφή που αποκτάει το βιβλίο, αλλάζει και ο τρόπος διάθεσής του, είτε αυτό είναι έντυπο είτε ηλεκτρονικό, αφού ένα μεγάλο μέρος πια αγοράζεται όχι από τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία αλλά με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού εμπορίου από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο.

Εξάλλου, «Οι μέλισσες πετάνε από λουλούδι σε λουλούδιαλλά μετά κάνουν το μέλι που είναι κατάδικο τους,δεν είναι πια ούτε θυμάρι ούτε μαντζουράνα», Μονταίν (Essais, I,XXVI).

Εποχή μετάβασης, ρευστότητας, αλλαγής δεδομένων, νέος τύπος ανθρώπου; Ποια η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου για εφήβους μέσα σε όλα αυτά; Μέσα στην μεταμοντέρνα πολυπλοκότητα των πολυπαραγοντικών κοινωνικών και ψυχολογικών φαινομένων; Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η λογοτεχνία, εκτός όλων των άλλων ζωτικών λειτουργιών της, είναι ένα διαχρονικό σύστημα επικοινωνίας των ανθρώπων. Ο λογοτέχνης αντλεί από τα βιώματά του, τις εμπειρίες του, τα συγκινησιακά και γνωστικά του αποθέματα σημασίες και νοήματα και τα καθιστά προσιτά και ζωντανά μέσα από το λόγο του. Τα νοήματα αυτά μεταφέρουν πολιτισμική ουσία και συνιστούν στάσεις ζωής. Αποτελούν μηνύματα του λογοτέχνη, πότε οικεία και άμεσα αναγνωρίσιμα και πότε έμμεσα και συγκαλυμμένα, τα οποία οι αναγνώστες προσλαμβάνουν με διαφορετικό τρόπο και εμπλουτίζουν με βάση τις δικές τους αναγνωστικές και γενικότερες εμπειρίες ζωής. Τα νέα δεδομένα της θεωρίας της λογοτεχνίας και της διδακτικής της σε συνδυασμό με τις Νέες Τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιήσουν αυτά τα κειμενικά στοιχεία σε σχέση με τα εξωκειμενικά δεδομένα, τα βιώματα και τα στοιχεία που συγκροτούν εν γένει τον κοινωνικό και ψυχικό μικρόκοσμο των μαθητών μας.

Πάντως και πέρα από κάθε αμφιβολία, η στυγνή επιδίωξη της χρησιμοθηρίας στην παιδεία και την εκπαίδευση έρχεται συνήθως σε σύγκρουση και αντίθεση με την επίτευξη της ψυχοπνευματικής ισορροπίας. Δυσκολεύει, δημιουργεί προσκόμματα στην παιδαγωγική σχέση δασκάλου-μαθητή, ανατρέπει και ακυρώνει την υπέρτατη αξία του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο κι όχι μόνο στο συγγενή, εμποδίζει τη μετάδοση πανανθρώπινων ιδανικών που εξευγενίζουν τον άνθρωπο, απαλείφει την ατομική υπευθυνότητα για τα κακώς κείμενα της κοινωνικής ζωής έναντι μιας προβληματικής, σχεδόν παθολογικής απρόσωπης συλλογικότητας.

Ωστόσο, η Λογοτεχνία για εφήβους σήμερα έχει κανείς, πολλές φορές, την αίσθηση ότι αιωρείται ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Υιοθετώντας την οπτική γωνία του εφήβου, οι συγγραφείς του είδους αποσκοπούν «στην όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη μετάβαση του αναγνώστη από τον κόσμο της αθωότητας στον κόσμο της ευθύνης και της αυτονομίας της προσωπικότητας, από την ηλικία της ανωριμότητας στην ωρίμανση», όπως το θέτει η πανεπιστημιακός Αντα Κατσίκη-Γκίβαλου. Σύμφωνα με την τελευταία, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, τα βιβλία της ξένης εφηβικής λογοτεχνίας χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σ' αυτά των οποίων τα θέματα εκκινούν από σύγχρονα προβλήματα και σ' εκείνα που ανήκουν στο χώρο του φανταστικού.

Τα θέματα της πρώτης κατηγορίας είναι ιδιαίτερα σκληρά: η κακοποίηση ενηλίκων, οι άστεγοι, η τρομοκρατία, οι μυστικές οργανώσεις, η βία μεταξύ εφήβων, ο διαβρωτικός κόσμος του λάιφ στάιλ, ο αλκοολισμός… Ενας μεγάλος αριθμός βιβλίων, επίσης, ασχολείται με τη γυναικεία σεξουαλικότητα, την ετεροφυλοφιλία αλλά και τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, την εγκυμοσύνη, τις εκτρώσεις, την αιμομειξία, καθώς τα ψυχολογικά αδιέξοδα των ηρώων διαπλέκονται με θέματα που σχετίζονται με το σώμα τους και την ταυτότητά τους.

Η παραπάνω θεματολογία αντιμετωπίζεται από τους έλληνες εκδότες ως πολύ προχωρημένη για τη δική μας κοινωνία, αλλά τον τελευταίο καιρό βλέπουμε κάποια μεταφρασμένα δείγματά της, όπως το «Πίκρα» του Νικ Χόρνμπι, το «Υπάρχω» του Κέβιν Μπρουκς ή το «Πρόσωπο της Σάρα» του Μέλβιλ Μπέρτζες (και τα τρία από τις εκδ. Πατάκη).

Στο σημείο αυτό η φράση του Χάιντεγκερ: «το δέντρο μεγαλώνει από τα κλαδιά του αλλά και από τις ρίζες του» έρχεται να μας θυμίσει τη στενή σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο απαιτείται μια γόνιμη σύνθεση, μια χρυσή τομή: γιατί η απόλυτη ρήξη με το παρελθόν συσκοτίζει το πολυσύνθετο παρόν και δυσχεραίνει τον, κατά το μάλλον ή ήττον, ορθολογικό σχεδιασμό του μέλλοντος…

Ήδη από το 1958, εξηγεί η Χάννα Άρεντ στο δοκίμιό της «η κρίση της εκπαίδευσης»: «Μου φαίνεται ότι ο συντηρητισμός νοούμενος ως συντήρηση, αποτελεί την ίδια την ουσία της εκπαίδευσης, η οποία έχει πάντοτε ως έργο της να περιβάλλει και να προστατεύει κάποιο πράγμα – το παιδί έναντι του κόσμου, τον κόσμο έναντι του παιδιού, το καινούργιο έναντι του παλαιού, το παλαιό έναντι του καινούργιου».

Αναμφίβολα, όλοι μας παίρνουμε μαθήματα, προσπαθώντας να γράψουμε για την παιδεία σε εποχή πνευματικού, κοινωνικού και οικονομικού αναβρασμού. Δεν μπορούμε να γράψουμε ή να μιλήσουμε εύκολα για ό,τι αγαπούμε πολύ και μας πληγώνει. Η αγάπη μας πολλές φορές κάνει την άποψή μας εξομολογητική ή παράπονο. Η εξομολόγηση είναι προσωπική, όπως είναι και το παράπονο. Σίγουρα, χρειάζεται λογική σκέψη, απόσταση και ψυχραιμία, για να μην προσθέσουμε ταραχή στην ταραχή αλλά, αντίθετα, να προσφέρουμε στήριγμα έστω κι αμυδρό. Γιατί "κάθε φορά που ο λόγος ξετυλίγει ένα γεγονός, ο κόσμος ξαναχτίζεται από την αρχή. Τίποτε δεν είναι τόσο μεγάλο όσο ο λόγος, ο οποίος δημιουργεί τόσα πολλά με τόσο λίγο." (E. Benveniste).

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.) /Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης  2ου ΕΠΑΛ Τρικάλων… ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr