12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών… II

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

προς τον αγωνιζόμενο κόσμο και τα πολιτικά στελέχη της Ελληνικής Αριστεράς –  12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών (5-6-2011) – Μέρος ΙΙ

 

Της Παγώνας Στόμη και του Λάμπρου Χήτα*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

3. Για το κεντρικό πολιτικό αίτημα της Εξέγερσης

 

Δύο είναι τα βασικά αιτήματα και οι βασικοί πολιτικοί  πόλοι της Εξέγερσης. α) Η άμεση απομάκρυνση και παραδειγματική τιμωρία των πολιτικών ελίτ που εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας έχουν οδηγήσει τη χώρα σε πλήρες αδιέξοδο και έχουν επιβάλλει τη συνθήκη ολοκληρωτικής συντριβής των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του λαού και της νεολαίας.

β) Η αναχαίτιση της επίθεσης των εθνικών και υπερεθνικών ελίτ απέναντι στα δικαιώματα του εργαζόμενου κόσμου και της νεολαίας, μέσα από την υπέρβαση της κρίσης του χρέους  και της πολιτικής του Μνημονίου, σε μια προοπτική  άμεσης στάσης πληρωμών και  διαγραφής του χρέους. Ως ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις, για την υπεράσπιση της δημόσιας περιουσίας αλλά και των κοινωνικών κατακτήσεων και των ελευθεριών του λαού.

Και στις δύο περιπτώσεις μετέχει  η πρόθεση της υπεράσπισης της δημόσιας και εθνικής περιουσίας αλλά και η ανάγκη για υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Δηλαδή, το συνολικό συνειδησιακό και πολιτισμικό φόντο μέσα στο οποίο η Εξέγερση ξεδιπλώνει τη δυναμική της είναι ο εθνικός εδαφικός χώρος και όχι μια αφηρημένη ανθρωπότητα, ευρωπαϊκότητα, ή παγκοσμιότητα.  Προφανώς, γύρω από τον πόλο «της τιμωρίας και της απομάκρυνσης» τοποθετούνται τα πιο συντηρητικά (από πολιτική άποψη) στρώματα και πληθυσμοί της Εξέγερσης, που, εντούτοις, βρίσκονται κι αυτά σε διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, αναφορικά με το σημείο από το οποίο εκκινούν. Ενώ γύρω από τον πόλο «της στάσης πληρωμών και της διαγραφής του χρέους» τοποθετούνται τα πιο ριζοσπαστικά και προοδευτικά στρώματα.

Σε καμία περίπτωση οι μάζες που κινούνται γύρω από τον πρώτο πόλο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ακροδεξιοί, φασίστες ή ναζιστές ή, αντίστοιχα, όσοι κινούνται στο δεύτερο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ακροαριστεροί, αναρχικοί ή τρομοκράτες. Και οι δυο πόλοι αποτελούν μέρη μιας ενιαίας διαδικασίας και ορίζουν το όριο και τη συνολική διαλεκτική μέσα στην οποία διεξάγεται η πάλη για την ηγεμονία της συνολικής πολιτικής κατεύθυνσης και φυσιογνωμία της Εξέγερσης.

Όσες αναγνώσεις επιχειρούν να διαιρέσουν την Εξέγερση χωροταξικά στους «Πάνω» και στους «Κάτω», είτε συμβολικά σε αυτούς που μόνο συζητούν και σε αυτούς που μόνο αγωνίζονται, είτε ιδεολογικά στους πατριώτες και στους διεθνιστές, είναι όλες εντελώς λαθεμένες. Όχι μόνο δεν συμβάλλουν στη γενίκευση και την επιτυχία της Εξέγερσης αλλά αντίθετα εκκινούν από την άρνηση της συμμετοχής τους σε αυτήν και καταλήγουν στο να υπονομεύουν κάθε δυνατότητα για την παραπέρα ανάπτυξη της δυναμικής της.

Η Εξέγερση είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη!

Για να μπορέσει να κερδίσει πρέπει να γενικευτεί και κεντρικοποιηθεί ακόμη περισσότερο το αίτημα για άμεση στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Η Εξέγερση θα έχει αποτύχει εάν η εξέλιξη θα είναι η επανάληψη μιας κατάστασης «Καθαρά Χέρια» όπως στην Ιταλία και τελικά αναλάβει την εξουσία ένας νέος Έλληνας Μπερλουσκόνι, υποτιθέμενα  τίμιος και άξιος. Η Εξέγερση πρέπει να ανοίξει συνολικό δρόμο για την αλλαγή της πορείας του τόπου σε μια κατεύθυνση υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής και ταξικής χειραφέτησης και αυτό μπορεί να συμβεί μονάχα μέσα από μια συνολική αναδιάταξη των όρων με τους οποίους η ελληνική κοινωνία εντάσσεται στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς κύκλους της Ε.Ε. και του ΔΝΤ.

Άμεση πτώση της κυβέρνησης

Ήττα κάθε επίδοξου διαχειριστή της κρίσης

Έξω το ΔΝΤ από την Ελλάδα. Έξω η Ελλάδα από την Ε.Ε.

Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή κυριαρχία

Άμεση στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους

ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΜΕ το χρέος που δημιούργησε μια άθλια κοινωνική και οικονομική ελίτ

ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ τη δημόσια περιουσία και τον πλούτο της χώρας μας

ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ με τη μείωση των μισθών  μας, με τη φοροεπιδρομή και την τοκοκλοπή.

 

4. Για την πολιτική προοπτική της Εξέγερσης

 

Θα ήταν λάθος να προεξοφλήσουμε την πολιτική προοπτική της Εξέγερσης με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια ενόραση και πρόβλεψη στην οποία κινείται το αστικό πολιτικό προσωπικό γι’ αυτήν. Δηλαδή, ότι η Εξέγερση θα εκφυλιστεί κάτω από το βάρος των αντιφάσεών της αλλά και κάτω από την πίεση του συνολικού πολιτικού αδιεξόδου και του διεθνούς αρνητικού συσχετισμού δύναμης. Άλλωστε, πρέπει να σκεφτούμε ότι τα αστικά πολιτικά επιτελεία κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία, δηλαδή εύχονται τον εκφυλισμό της Εξέγερσης, γιατί δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν πολιτικά. Άλλωστε, δεν θα είχαν κανένα λόγο ύπαρξης οι ριζοσπάστες και οι επαναστάτες, εάν δεν μπορούσαν να παρεμβαίνουν σε αντιφατικές κινήσεις μαζών, προσπαθώντας να αναδείξουν ως κυρίαρχη, μια υπαρκτή δευτερεύουσα τάση.

Και αυτή η δευτερεύουσα τάση της δυνατότητας της πολιτικής νίκης της Εξέγερσης είναι υπαρκτή. Υπάρχει τεράστια δυνατότητα αναγνώρισης και διείσδυσης του ιδεολογικού και συνειδησιακού χαρακτήρα της Εξέγερσης σε τεράστιες μάζες πληθυσμού. Όποιοι επεχείρησαν να ανοίξουν αυτή τη συζήτηση σε γειτονιές και να καλέσουν το λαό σε συμμετοχή στις πλατείες διαπιστώνουν αβίαστα αυτή την άμεση φαντασιακή διασύνδεση του λαού με τους εξεγερμένους. Άλλωστε, το σημερινό πολιτικό σύστημα (συμπεριλαμβανομένης της επίσημης Αριστεράς) δεν θέλει και δεν μπορεί να απαντήσει στα ζωτικά προβλήματα του λαού.

Συνεπώς, η πολιτική προοπτική της Εξέγερσης δεν μπορεί να είναι άλλη από τον ανυποχώρητο αγώνα μέχρι τη πτώση της κυβέρνησης και την άμεση απαίτηση για την συνολική ανατροπή του σημερινού πολιτικού συστήματος.

          Ήττα της κυβέρνησης

          Αλλά και ήττα των επίδοξων διαχειριστών της σημερινής κρίσης

          Ήττα όμως και όσων (δεξιών ή αριστερών) σχηματίζουν και ελπίζουν ότι θα επωφεληθούν εκλογικά από μια διαδικασία οικονομικού και κοινωνικού εξανδραποδισμού του λαού. Πρόκειται για το στοίχημα στη χρεοκοπία του λαού, το πολιτικό ανάλογο του στοιχήματος όσων επενδύουν στα γυμνά CDS και στη χρεοκοπία της χώρας.

Η Εξέγερση πρέπει να μπορέσει να νοηματοδοτηθεί ως μια ανεξάρτητη και αναγκαστική πρωτοβουλία του λαού για την άμεση πτώση της κυβέρνησης και την απελευθέρωση της χώρας από την πολιτική του Μνημονίου και του χρέους και του πολιτικού συστήματος που τα εγκατέστησαν.

Προφανώς, η ιδία η διαδικασία της Εξέγερσης επανακαθορίζει τους συνολικούς πολιτικούς όρους της αναμέτρησης και το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Η Εξέγερση πρέπει να συνεχίσει να απαιτεί την αποδοκιμασία και τη διαπόμπευση όλων όσων συνέβαλαν στη σημερινή πολιτική και κοινωνική κρίση και να πιέζει με αυτόν τον τρόπο τη συνολική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Πρέπει να μπορεί να πιέζει και τα πολιτικά στελέχη και τις οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς να προχωρήσουν σε ενεργητική πολιτική στήριξη και συμμετοχή στον αγώνα αλλά και για την ανάληψη παραδειγματικών πρωτοβουλιών για το από εδώ και πέρα.

Στήριξη του πανελλαδικού χαρακτήρα της Εξέγερσης, επιτροπές βάσης παντού, σε γειτονιές, εργασιακούς χώρους και σχολές

Πρέπει το σύνολο του προοδευτικού πολιτικού κόσμου να πάρει ρητή πολιτική θέση και συμμετοχή. Η Εξέγερση μπορεί να  νικήσει. Η νίκη της Εξέγερσης δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένας γενικολόγος διακηρυκτισμός, αλλά ως απτός πολιτικός στόχος.

Το σημερινό πολιτικό σύστημα και τα υποστηρίγματα του μπορούν να ηττηθούν. Μόνο έτσι μπορεί να ανοίξει και ένας άλλος δρόμος για τη χώρα.

 

5. Για την Αριστερά και το αριστερό ριζοσπαστικό και λαϊκό πολιτικό μέτωπο

 

Για την Αριστερά, αυτή η Εξέγερση είναι ακόμη πιο αναγκαία και ζωογόνα. Εάν αυτός ο αγώνας χάσει, εάν γυρίσουμε πίσω ηττημένοι, τότε η επόμενη μέρα θα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Είναι σαφές πως για τον κόσμο της Αριστεράς, η σημερινή διεθνής δομική καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης διαμορφώνει το μακροσκοπικό πλαίσιο μιας συνολικής αναδιάταξης των ενδοϊμπεριαλιστικών και ταξικών αντιθέσεων σε διεθνή κλίμακα.

Η δομική καπιταλιστική κρίση εμφανίζεται και προσλαμβάνει διαφορετικό χαρακτήρα και μορφή, ανάλογα με τις ειδικές ιστορικές συνθήκες αλλά και την ειδική θέση του κάθε κοινωνικού σχηματισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Συνεπώς, με άλλον τρόπο η κρίση και τα αποτελέσματα της γίνονται αισθητά στην Αμερική, με άλλον τρόπο στην Ινδία, στην Κίνα, στις αραβικές χώρες, στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και περιφέρειας κ.λπ.. Ειδικότερα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η καπιταλιστική κρίση παίρνει την ειδική μορφή των τεραστίων ελλειμμάτων των τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ των κρατών, γεγονός που εκτινάσσει το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος. Η διαδικασία αυτή οδηγεί στην ανάγκη ενός συνεχούς δανεισμού χωρίς πραγματικές εγγυήσεις, ανάγκη που διαμορφώνει συνθήκες πλήρους αστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το γεγονός αυτό ανατινάζει την αντικειμενική βάση έδρασης του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος. Αυτή η διαδικασία δικαίως ονομάζεται από διάφορους ριζοσπάστες οικονομικούς αναλυτές ως κρίση του ευρώ.

Στη χώρα μας αυτή η καπιταλιστική κρίση και η ειδική έκφραση της, ως «κρίση του ευρώ» μετασχηματίζεται σε κρίση υπερχρέωσης, σε γενική αδυναμία πληρωμής του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, σε γενική κρίση ανταγωνιστικότητας των ελληνικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, σε κρίση ανεργίας και φτώχειας και, τελικά, σε απροκάλυπτη κρίση της αστικής στρατηγικής, αλλά και σε γενική κρίση του πολιτικού συστήματος εξουσίας. Όλα αυτά πάνω κάτω είναι αποδεκτά από τη μεγάλη πλειοψηφία των αριστερών ριζοσπαστών διανοουμένων της χώρας μας.

Αυτό, όμως, που πρέπει να τονίσουμε σήμερα είναι το γεγονός πως  στη συνολική αυτή πολιτική κρίση αναπάντεχα συμμετέχει και συνεχώς διευρύνεται και η πολιτική  κρίση της ελληνικής Αριστεράς.

Η κρίση αυτή συντελείται εφόσον η Αριστερά αποτελεί διαλεκτικό συμπλήρωμα και συνέχεια μιας συνολικής ιστορικής κοινωνικο-οικονομικής ιδεολογικής και πολιτικής πραγματικότητας της αστικής κυριαρχίας εντός ενός ενιαίου κοινωνικού σχηματισμού. Η Αριστερά μετέχει στο κοινωνικό ιδεολογικό και πολιτικό σύμπαν, δεμένη με την αστική κυριαρχία με σχέσεις καθορισμού. Συνεπώς, η συνολικότερη ιδεολογική και κοινωνική κρίση ενυπάρχει και επανεγγράφεται μέσα στο σώμα της Αριστεράς η οποία δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένα αδιάσπαστο μέρος μιας συνολικής κοινωνικής πραγματικότητας.

Αυτή η αντικειμενική διαδικασία μπορεί, όμως, να ανακόπτεται, μονάχα σε στιγμές του ιστορικού χρόνου, όπου η Αριστερά καταφέρνει να συνθέσει και κυρίως να υπηρετήσει ένα ανεξάρτητο από την αστική κυριαρχία πολιτικό πρόγραμμα (δηλαδή, ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό πρόγραμμα)  που να συγκινεί ευρύτερες λαϊκές μάζες και να τροφοδοτεί κοινωνικές κινήσεις, και φυσικά να  παράγει πολιτικο-κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε πλήρη ρήξη με τα αστικά συμφέροντα. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν είναι πάντα εφικτή και ιδιαίτερα όταν για διάφορους ιστορικούς λόγους συντηρητικοποιούνται οι κυρίαρχες ιδεολογικές της εκφράσεις. Η Αριστερά δεν είναι de facto μια ριζοσπαστική πολιτική έκφραση, είναι μονάχα εν δυνάμει.

Άλλωστε, πέραν των αποτελεσμάτων των σχέσεων καθορισμού, λαμβάνουν χώρα, με πολλούς τρόπους και πραχτικές, διαδικασίες πραγματικής πολιτικής αφυδάτωσης της Αριστεράς μέσα στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (τύπος, κρατικά συνδικάτα, κοινοβουλευτική πολιτική, ακαδημαϊσμός κ.λπ.). Πολλές διαφορετικές μορφές κρατικοδίαιτης χρηματοδότησης συγκροτούν τους όρους της κοινωνικής ενσωμάτωσης της Αριστεράς εντός του συνολικού κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, εκτός από την κρίση του πολιτικού συστήματος έχουμε μπροστά μας και μια βαθιά πολιτική κρίση της Αριστεράς.

Άλλωστε, αυτή η θέση διατυπώθηκε από ένα σύνολο διανοουμένων ριζοσπαστών ανθρώπων, όταν έγινε αισθητό πως οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργατικών μαζών δεν μπορούσαν να αποκτήσουν διάρκεια και δυναμική. Οι εργαζόμενοι αναζητούσαν μια πρωτοπόρα Αριστερά, ικανή «να ανοίξει δρόμους» για τους αγώνες του λαού και η Αριστερά εμφανίζονταν βουβή να αναζητά  στους αγώνες των εργαζομένων τη διάνοιξη δρόμων για τον εαυτό της!… Συνεπώς, όταν πριν από μερικούς μήνες διατυπώθηκαν οι σκέψεις από ένα σύνολο αριστερών διανοουμένων και ριζοσπαστών αρθογράφων, ότι βαδίσουμε σε μια νέα, τελείως διαφορετική  περίοδο, όπου το συνολικό πολιτικό σύστημα θα αναδιαρθρωθεί κάτω από το βάρος της επίθεσης των εθνικών και διεθνικών ελίτ και τη γενική χρεοκοπία της αστικής στρατηγικής, αλλά και τη γενική αδυναμία της αριστεράς να ανοίξει δρόμους,  διαμορφώθηκε σε όλους τού χώρους μια ορισμένη αμηχανία και σκεπτικισμός.

Σήμερα, μέσα στην κορύφωση αυτής της Εξέγερσης, είναι φανερό πως η κρίση στην Αριστερά είναι ανάλογη, αν όχι μεγαλύτερη, με αυτή που διάγει το συνολικό πολιτικό σύστημα. Δεν είναι μόνο ότι ως Αριστερά χάνουμε πολύτιμο χρόνο, περιμένοντας η ιδία η εξέλιξη της κρίσης να μας δώσει αυτόματα την αναγνώριση και το πλεονέκτημα στις μάζες, κάτι που ποτέ δεν συμβαίνει αυτόματα. Δεν είναι μονάχα η μεγάλη μας αδυναμία να συνειδητοποιήσουμε τους μηχανισμούς  με τους οποίους κινούνται οι μάζες (όχι μόνο άμεσο ταξικό συμφέρον αλλά και εθνική ταυτότητα κ.λπ.). Δεν είναι μονάχα ο μεταφυσικός τρόπος που περιγράφουμε τα χαρακτηριστικά των εξεγέρσεων που περιμένουμε για να έρθουν, με αποτέλεσμα, όταν τελικά αυτές συμβαίνουν,  εμείς οι ίδιοι να μην μπορούμε καν να τις αναγνωρίσουμε.

Είναι, κυρίως, ότι ως Αριστερά δεν μπορεί να παίξουμε παρά έναν ελάχιστο προωθητικό ρόλο, όταν τελικά πράγματι συνειδητοποιούμε τη συνολική πολιτική συνθήκη και την κομβικότητα της Εξέγερσης μέσα σε αυτήν.

Ποια είναι άραγε η στάση του ΚΚΕ απέναντι στην Εξέγερση, όταν ακριβώς στην πιο κρίσιμη φάση του αγώνα, η γενική γραμματέας του ΚΚΕ δηλώνει πως πρέπει να αρνηθούμε την έξοδο της χώρας από το ευρώ στις παρούσες συνθήκες; Τι λέει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, που εξακολουθεί να ψαρεύει στα θολά νερά του ευρωομολόγου, όταν χιλιάδες λαού εξεγείρονται και απαιτούν άμεση στάση πληρωμών; Τι κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όταν τελικά προάγει κάτι ανάμεσα στη στήριξη των εσωτερικών της διαδικασιών, των συνηθισμένων συνδικαλιστικών καθηκόντων και την χαλαρή ακαδημαϊκή στήριξη και συμμετοχή; Ποια είναι η πραγματική πολιτική στήριξη των οργανώσεων της Αριστεράς στην Εξέγερση, όχι μονάχα στο επίπεδο των δηλώσεων και των ηγεσιών αλλά και στο επίπεδο των ενδιάμεσων στελεχών, αυτών που μπορούν να δώσουν σπονδυλική στήλη στον αγώνα; Πού είναι οι πολιτικές νεολαίες της Αριστεράς;  

Σήμερα δεν είναι αρκετό, μετά από δώδεκα μέρες Εξέγερσης, να συνειδητοποιούμε ότι πρέπει να συμμετάσχουμε σε αυτή, και μετά να πρέπει να ξανασυζητήσουμε εάν θα πρέπει να συμμετάσχουμε στην κάτω η στην πάνω πλατεία. Σήμερα, εντελώς αντίθετα, είναι αναγκαίο να βρούμε τις πολιτικές εφεδρείες, να ενοποιήσουμε τα πολιτικά χαρακτηριστικά της Εξέγερσης και να δημιουργήσουμε τους όρους ανατροπής του πολιτικού συστήματος από τα αριστερά και όχι από τα δεξιά.

Για όσους θέλουμε  να αναμετρηθούμε με αυτήν την κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα και δεν είμαστε ευχαριστημένοι απλώς στην μικροαναπαραγωγή του υποκειμενισμού μας, τρία είναι τα βασικά ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε:

1. Η κρίση χρέους είναι διαχειρίσιμη ή όχι;

2. Η κρίση του πολιτικού συστήματος είναι διαχειρίσιμη ή όχι;

3. Η κρίση της Αριστεράς είναι διαχειρίσιμη  ή όχι;

Σήμερα, η απάντησή μας πρέπει και μπορεί να είναι καθαρή:

1. Το χρέος  δεν θα μπορέσει να αποπληρωθεί και αντικειμενικά οι σχέσεις της χώρας με τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα  θα αναδιαρθρωθούν.

2. Το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν θα αντέξει την πολιτική πίεση και θα αναδιαταχθεί

3. Η Αριστερά δεν θα μπορέσει να αντέξει την πολιτική πίεση της ίδιας της πραγματικότητας και δεν θα μπορέσει να αναπαραχθεί με τις σημερινές της μορφές.

Συνεπώς, το θέμα είναι εάν αυτό που θα προκύψει θα είναι κάτι τελείως πιο αντιδραστικό και χειρότερο από αυτό που υπάρχει σήμερα ή θα μπορέσει η Αριστερά να συμβάλει σε μια προοδευτική αλλαγή.

Στο έδαφος αυτών των παραδοχών είναι επιτακτική η ανάγκη να συγκροτηθεί μια πρόταση για ένα αριστερό και λαϊκό ριζοσπαστικό και πολιτικό μέτωπο. Η πρόταση αυτή θα πρέπει άμεσα να δουλευτεί και να διατυπωθεί από το σύνολο του πρωτοπόρου αριστερού μαχητικού και ριζοσπαστικού διανοούμενου κόσμου, από όλες τις οργανώσεις της Αριστεράς, σε μια κατεύθυνση πλήρους ρήξης με την κυβέρνηση, το  σημερινό πολιτικό σύστημα εξουσίας, την Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Μια σειρά από άξονες που πρέπει να περιλαμβάνονται αλλά πρέπει να δουλευτούν και περαιτέρω είναι:

          ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ και της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

          ΠΑΝΤΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΒΑΣΗΣ ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΜΕ, ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ, ΔΕΝ  ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ, στους δρόμους, στους εργασιακούς χώρους, στις σχολές

          ΑΜΕΣΗ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

          ΚΑΜΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

          ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΟΣΗ , ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, ΚΑΜΙΑ ΥΠΟΘΗΚΗ,  ΑΜΕΣΗ ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

          ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

          ΑΜΕΣΗ ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

          ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ.

          ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΗΝ Ε.Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΔΝΤ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

          ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε. και το ΕΥΡΩ  με τον τρόπο και στο χρόνο που θα εξασφαλίζεται η εξυπηρέτηση του λαϊκού συμφέροντος.

Είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου που να συνδυάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά της Εξέγερσης δηλαδή μια μετωπική συγκρότηση που να συνδυάζει τη διαφορετικότητα με την ενότητα θέλησης, τις διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές με την πολιτική προγραμματική σαφήνεια.

Η πρόταση του αριστερού ριζοπαστικού πολιτικού και λαϊκού μετώπου δεν μπορεί παρά να απαιτεί από τις αστικές κυβερνήσεις να υλοποιήσουν μέρος των αιτημάτων του έως το όριο, με κινηματικούς όρους να επιβάλει μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας. Η πρόταση, όμως, για στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους δεν αποτελεί ανέξοδο γενικό ιδεολογικό διακηρυκτισμό, αλλά πραγματικό προγραμματικό πολιτικό στόχο, ως το αντικειμενικό έδαφος όπου οι εργαζόμενες μάζες μπορούν να παλέψουν με αντικειμενικά καλύτερους όρους για τα συμφέροντα και τις ανάγκες τους. Συνεπώς η πρόταση του αριστερού και λαϊκού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου  προσβλέπει στην πάλη για την πολιτική εξουσία με τρόπο αποφασιστικό και πλειοψηφικό. Η συνθήκη αυτή είναι απαραίτητη, ώστε να μην μπορεί η δυναμική του μετώπου να αναχαιτιστεί από τις αστικές κυβερνήσεις

Η πρόταση αυτή καμία σχέση δεν έχει με τις προτάσεις περί κοινού ψηφοδελτίου της Αριστεράς, που έχουν καταθέσει κατά καιρούς άλλοι σύντροφοι και οργανώσεις. Η πρόταση αυτή αποσκοπεί στην αναγκαία ριζοσπαστική μετωπική και πολιτική συγκρότηση τη Αριστεράς και όχι σε μια γενική άνευρη αμυντική παναριστερή συμπαράταξη. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός και η μεσοπρόσθεση προγραμματική συγκρότηση προϋποτίθενται της συγκρότησης του Μετώπου. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη.

Ειδικότερα και με αναφορά τη συζήτηση για την έξοδο της χώρας από το ευρώ, που είναι αντικειμενικά ανοιχτή και εξαιρετικά κρίσιμη, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως η σημερινή συγκυρία δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί στο σύνολο της και ο επακόλουθος κύκλος των πολιτικών μετατοπίσεων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ως παράδειγμα, τοποθέτηση του Παναγιώτη Λαφαζάνη αλλά και Γιάννη Τόλιου για έξοδο της χώρας από το ευρώ στο ΣΥΝ, αλλά και την πρόσφατη προσχώρηση της Αλέκας Παπαρήγα στις δυνάμεις που «ανησυχούν» για τις συνέπειες από μια πιθανή έξοδο της χώρας από το ευρώ.

Προφανώς, μια πολιτική συζήτηση για το ευρώ, που δεν αποτελεί γενικό ιδεολογικό διακηρυκτισμό αλλά επιχειρεί να τοποθετηθεί ως μαζική πλειοψηφική και υλοποιήσιμη πολιτική πρόταση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη της το χρόνο και τον τρόπο που θα επιχειρηθεί η επανακατοχύρωση της νομισματικής αυτοτέλειας της χώρας. Π.χ., είναι άλλο πράγμα η έξοδος από το ευρώ με πρωτοβουλία της Ε.Ε., άλλο πράγμα με πρωτοβουλία μιας επιθετικής αστικής κυβέρνησης και άλλο πράγμα με πρωτοβουλία μιας αριστερής λαϊκής κυβέρνησης κ.λπ. Όπως, επίσης, είναι άλλο πράγμα η έξοδος από το ευρώ με διατήρηση τη σημερινής ισοτιμίας και είναι άλλο πράγμα η έξοδος με ελεγχόμενη ή με ανεξέλεγκτη υποτίμηση. Συνεπώς και η συζήτηση αυτή αναγκαστικά θα παραμένει ανοιχτή και εντός του αριστερού και λαϊκού ριζοπαστικού πολιτικού μετώπου.

Ωστόσο όμως,  η επίκληση της όποιας διαφωνίας γύρω από το ευρώ δεν μπορεί να γίνεται με τρόπο τέτοιο που να προσπαθεί να καταργήσει την δυνατότητα συγκρότησης του αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου. Αλλά μονάχα για να το ενισχύσει και να το εξοπλίζει. Θα πρέπει να εξοπλίζει τον λαό στην πάλη του για τη χειραφέτησή του από τους εκβιασμούς της αστικής τάξης και όχι να τον παγιδεύει.

Η συζήτηση θα πρέπει να παραμένει ανοιχτή και να γίνεται με τρόπο τέτοιο, που να ορίζει ότι η νομισματική αυτοτέλεια της χώρας αποτελεί κρίσιμο εργαλείο στην πάλη για επανακατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας και θα χρησιμοποιηθεί στο βαθμό και με τον τρόπο που είναι αναγκαίος, ώστε να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα της ζωντανής εργασίας έναντι αυτών της περιουσίας, δηλαδή της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας έναντι της ολιγαρχίας. Σε τελευταία ανάλυση, η πλήρης ρήξη με την Ε.Ε. και το ευρώ αποτελεί μια αναγκαστική προοπτική και λογικό συνεπακόλουθο της στάσης πληρωμών που λογικά προηγείται.

Το αριστερό ριζοσπαστικό και λαϊκό πολιτικό μέτωπο θα πρέπει να προβάλει τη θέση πως η κίνησή του θα καθορίζεται από την προτεραιότητα της πάλης για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος, σε πλήρη αντίθεση με την επιβολή στο κοινωνικό σώμα μιας θεραπεία σοκ, ας πούμε αριστερού τύπου. Η Αριστερά δεν πρέπει να φοβάται τις εξεγέρσεις και τα αιτήματά τους. Αντίθετα, πρέπει να μπει ενεργητικά μέσα στην πρόκληση της ανατροπής του σημερινού πολιτικού συστήματος και μαζί με αυτήν την ανατροπή να επιδιώξει και τη συνολική αλλαγή του ταξικού πολιτικού συσχετισμού.

Δεν αλλάζει πρώτα ο συσχετισμός και μετά αλλάζει και η Αριστερά. Προϋποτίθενται τομές στην Αριστερά για να αλλάξει και ο ταξικός συσχετισμός.

 

* Η Παγώνα Στόμη και ο Λάμπρος Χήτας είναι Μέλη της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης

12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών… I

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

προς τον αγωνιζόμενο κόσμο και τα πολιτικά στελέχη της Ελληνικής Αριστεράς –  12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών (5-6-2011) – Μέρος Ι

 

Της Παγώνας Στόμη και του Λάμπρου Χήτα*

 

1. Για την πολιτική της σημασία

2. Για την σημασία των ειδικών  χαρακτηριστικών της

3. Για το κεντρικό πολιτικό της αίτημα

4. Για την πολιτική της προοπτική

5. Για την Αριστερά και το αριστερό και λαϊκό ριζοσπαστικό και πολιτικό μέτωπο

ΑΓΩΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΝΙΚΗ

 

1. Για την πολιτική σημασία της Εξέγερσης

Ένα χρόνο από την επιβολή της συνθήκης «εκτάκτου ανάγκης» στην οποία εξανάγκασαν «συνωμοτικά» τον ελληνικό λαό από κοινού η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η Τρόικα, ένας περήφανος μαχητικός λαϊκός ξεσηκωμός γενικεύεται και διαψεύδει κατηγορηματικά όλους (δεξιούς και αριστερούς) όσοι πίστεψαν ότι σ’ αυτή την πολιτική συγκυρία δεν μπορούν να υπάρξουν μαζικές λαϊκές πολιτικές αντιστάσεις.

Μέσα σε ελάχιστο και εντελώς συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο, εκατοντάδες χιλιάδες λαού συμμετείχαν, λιγότερο η περισσότερο, στην ανθρωποπλημμύρα που γέμισε τις πλατείες των «εξεγερμένων» όλης της χώρας, δημιουργώντας ένα διαρκές πολιτικό γεγονός τεράστιας σημασίας. Όλος αυτός ο κόσμος που έμοιαζε έτοιμος «να σκάσει!!» μέσα στην απίστευτα πνιγηρή ατμόσφαιρα της συναίνεσης των επαγγελματιών πολιτικών και των συνδιαχειριστικών κομμάτων, την ανοιχτά προδοτική στάση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και του υποταχτικού πολιτικού χαρακτήρα της επίσημης Αριστεράς, τελικά, βρίσκει «μόνος του» το δρόμο του αγώνα. Η Εξέγερση συνιστά την πιο αυθόρμητη και μαχητική έκφραση ενός λαού που ψάχνει να βρει δρόμους χωρίς και ενάντια στη διαμεσολάβηση των κρατικά διορισμένων αλλά και των αυτόκλητων και αυτάρεσκων πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών.

Σήμερα δώδεκα μέρες μετά την απροσδόκητη έναρξη αυτής της γνήσιας λαϊκής Εξέγερσης, που δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία του τόπου μας, τίποτα δεν παραμένει το ίδιο.  Πρόκειται για ένα κορυφαίο πολιτικό γεγονός στην ιστορία της πάλης του λαού μας, γιατί μπόρεσε να ραγίσει και συνεχίσει να ραγίζει, όλη αυτή τη «συνθήκη» του σιδερένιου κλουβιού, στην όποια  η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου επιχειρεί να μας εξαναγκάσει.

Γιατί ανατρέπει, στην ίδια του τη διαδικασία, όλο αυτό το πνιγηρό κλίμα του σιωπηλού μονόδρομου, της απίστευτης οικονομικής βίας, της συνειδητής κοινωνικής και οικονομικής απαξίωσης της εργατικής τάξης και της νεολαίας, της  απροσχημάτιστης αστυνομικής βίας, του ρατσισμού και νεοναζισμού, του πολιτικού ολοκληρωτισμού της καθολικής πολιτικής συναίνεσης και των MΜΕ, του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, της  εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας.

Γιατί, αναπάντεχα, χρωματίζει τις εξελίξεις με την καταλυτική παρουσία του λαϊκού παράγοντα. Τίποτα δεν θα είναι πλέον εύκολο για τις δυνάμεις της αντίδρασης. Ο λαός είναι στους δρόμους και αντιστέκεται στις επιλογές και το βολονταρισμό μιας σταθερά παρακμάζουσας εξουσίας. Η Εξέγερση αποδεικνύει ότι ο λαός μπορεί να πάρει την τύχη του στα χέρια του και πως  η μοναδική πολιτική διαδικασία που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα είναι αυτή που διεξάγεται έξω από το Κοινοβούλιο, μεταφορικά. και κυριολεκτικά.

Γιατί ξαναθέτει το ερώτημα «πού και πώς να πάει ο τόπος», με τους όρους των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας. Γιατί ανοίγει τα κεντρικά πολιτικά ερωτήματα, γιατί επιδιώκει να κάνει πολιτική για το σύνολο του λαού και όχι για το κάθε ξέχωρο μέρος του, γιατί μεταφέρει τις αντιθέσεις στις κεντρικές πολιτικές επιλογές της εξουσίας και όχι στον κοινωνικό εμφύλιο της μιζέριας και της φτώχειας και της παθητική αποδοχής του κοινωνικού Καιάδα του μισού μισθού, της ανεργίας, της φορολεηλασίας και της τοκοκλοπής του λαϊκού εισοδήματος από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο.

Γιατί, κυρίως, αντιμάχεται κατά μέτωπο και απαιτεί τη διάλυση του συνόλου του σημερινού συστήματος πολιτικής και εξουσίας, έτσι όπως αυτό ιστορικά έχει διαμορφωθεί στην χώρα μας, γιατί αντιλαμβάνεται όχι μονάχα τα κόμματα και τα συνδικάτα της συνδιαχείρισης ως μέρος του ατσαλένιου κλουβιού που πρέπει να σπάσει αλλά και την αδυναμία ή και την έλλειψη βούλησης των μεγάλων πόλων της Αριστεράς να αντισταθούν και να ανοίξουν άλλους δρόμους.

Αυτή είναι η τεράστια, μέχρι τώρα, συμβολή αυτής της λαϊκής Εξέγερσης: Ότι μπορεί και ανοίγει τη συζήτηση, με τους όρους ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Και είναι αυτό το στοιχείο απαραίτητη προϋπόθεση για να δημιουργηθούν και άλλα ενδεχόμενα και άλλες προοπτικές για το λαό, από αυτή την μαύρη καταθλιπτική «μοίρα» της διαρκούς φτώχειας των αναρίθμητων μνημονίων, και του «εσωτερικού» οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού, πολιτισμικού και εθνικού αποπληθωρισμού.

Η Εξέγερση λέει κάτι πολύ απλό αλλά εξαιρετικά ουσιώδες και ζωτικά αναγκαίο:

Εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι, θα πρέπει να τους ανοίξουμε!

Αυτή η Εξέγερση αποτελεί έναν αυθεντικό λαϊκό ξεσηκωμό που αλλάζει όλα τα πολιτικά δεδομένα του αισθητού πολιτικού μας σύμπαντος.

Δεν είναι μόνο το γεγονός πως η Εξέγερση αποτελεί τη μοναδική δύναμη που φαίνεται ότι μπορεί σήμερα να οικειοποιείται το δρόμο και να αναχαιτίσει έμπρακτα -τουλάχιστον στα όρια της έκτασής της- την κρατική αστυνομική βία και να ανακόπτει την πολιτική δράση των φασιστικών ομάδων.

Δεν είναι μόνο πως η Εξέγερση μπορεί και δημιουργεί έναν τρόπο αγωνιστικής έκφρασης, συνάθροισης και αναγνώρισης μιας εξαιρετικά συμπιεσμένης  εργατικής τάξης και μιας κατακερματισμένης λαϊκής συμμαχίας.

Είναι κυρίως το ότι η Εξέγερση σαλπίζει το τέλος μιας εποχής και επικυρώνει την έναρξη ενός νέου γύρου συνολικών πολιτικών αγώνων μιας ανώτερης κλίμακας. Αγώνων που κινούνται σε συνολική ρήξη με  το σημερινό αστικό πολιτικό σύστημα και τα στηρίγματα του.

 

2. Για τη σημασία των ειδικών  χαρακτηριστικών της Εξέγερσης

 

Όλη αυτή η διάρκεια, η μαχητικότητα και ο ριζοσπαστισμός, και κυρίως η λαϊκή συμπαράσταση και αναγνώριση της Εξέγερσης, δεν θα μπορούσε να  αναπτυχτεί, εάν μια σειρά από κρίσιμα πολιτικά στοιχεία και φυσιογνωμικές αναγνωρίσεις δεν είχαν συντελεστεί.

α) Η ευθύτητα της αντιπαράθεσης με το πολιτικό σύστημα και όλο το πολιτικό προσωπικό της εξουσίας.

Η οικειοποίηση του δρόμου, ως του φυσικού χώρου άσκησης της πολιτικής του λαού.

Η ευθεία συμβολική αναμέτρηση με την πολιτική εξουσία μπροστά στη Βουλή και η ανάδειξη ενός ορίζοντα και μιας διάθεσης συνολικής αναμέτρησης με την πολιτική εξουσία, καθώς και η συμβολική κατοχύρωση μιας εν δυνάμει δυαδικής εξουσίας, που επιθυμεί να αναμετρηθεί στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα.

Η άμεση και πλήρης οριοθέτηση αυτού το κινήματος από τη σφαίρα της βίας. Η εγρήγορση απέναντι σε κάθε πράξη που θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία στην πολιτική εξουσία να διαφύγει του πεδίου της πολιτικής αναμέτρησης, προάγοντας έναν ακόμη κύκλο προκατασκευασμένης αστυνομικής βίας.

Η μαχητικότητα, η αποφασιστικότητα και η διάρκεια.

Η έμφαση στην πολιτική αυτοτέλεια και ανεξαρτησία

β) Η ευθύτητα στην καταγγελία του φιλελεύθερου καπιταλιστικού «Χρέους», ως το καθοριστικό πεδίο συμπύκνωσης όλων των ταξικών και ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

γ) Η υπεράσπιση της πρακτικής της συνάθροισης και της ενιαίας διαμαρτυρίας του λαού, χωρίς συμβολικούς διαχωρισμούς. 

Η αριθμητική και πολιτική περιθωριοποίηση του εθνικισμού και του ρατσισμού.

Η συμβολική ενίσχυση του διεθνιστικού χαρακτήρα του αγώνα, δηλαδή η αναγνώριση και η άντληση δύναμης και αυτοπεποίθησης από τους αγώνες των άλλων λαών.

Η κατοχύρωση του πατριωτικού χαρακτήρα του αγώνα, δηλαδή η συμβολική κατοχύρωση του δικαιώματος του αγωνιζόμενου λαού να αγαπάει και να προστατεύει την χώρα του και τα σύμβολά της, ως αναγκαία προϋπόθεση ώστε να μπορεί να κατανοεί και να αντλεί δύναμη από των αγώνα και άλλων λαών που μάχονται για την υπεράσπιση  της δικής τους πατρίδας.

δ) Η ισοτιμία της έκφρασης.

Η δημοκρατία στη λήψη αποφάσεων.

Η συνεχής προσπάθεια για οργανωτική  ενίσχυση του αγώνα

Η έμπρακτη και συμβολική αλληλεγγύη μεταξύ των συναγωνιστών.

Η καθαριότητα, ο σεβασμός και η προστασία του δημόσιου χώρου.

Χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν θα μπορούσε η Εξέγερση να κατοχυρώσει την ταυτότητά της και να ξεδιπλώσει το σύνολο της δυναμικής της.

Όλη η πρόσφατη και σχετικά πρόσφατη ιστορία των ταξικών και πολιτικών αγώνων του λαού μας μετέχει σ’ αυτή την εξεγερσιακή εμπειρία. Η ιστορική μνήμη, τα πολιτικά ανακλαστικά,  τα ταξικά βιώματα του κόσμου, δημιουργούν όλο το πολιτισμικό και συνειδησιακό φορτίο του ξεσηκωμού.

          Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου.

          Οι συγκλονιστικοί αγώνες της μαθητικής και της φοιτητικής νεολαίας στις δύο τελευταίες δεκαετίες.

          Οι αγώνες εναντία στους πολέμους της Νέας Τάξης.

          Η Πρωτοβουλία Αγώνα 2003 και τα κινήματα ενάντια στην Παγκοσμιοποίηση και τα διεθνή κοινωνικά Forum.

          Ο Δεκέμβρης.

          O αγώνας της Κερατέας.

          Η ηρωική απεργία των μεταναστών.

          Οι πρωτοβουλίες ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ.

          Οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων.

          Οι μεγάλες αντιμνημονιακές απεργιακές διαδηλώσεις της 5ης Μάη, της 15ης Δεκέμβρη κ.λπ.

          Οι εξεγέρσεις σε όλη τη Μεσόγειο

           Η σκληρή βιοπάλη και  ο καθημερινός αγώνας της αξιοπρέπειας.

Όλες αυτές οι μεγάλες και μικρές ιστορικές μνήμες, οι άμεσες αγωνιστικές εμπειρίες και οι ιδεολογικές αναπαραστάσεις, συνυπάρχουν μέσα σε αυτό το κίνημα και συγκροτούν μια ενιαία σφαίρα εμπειριών και ώριμων συμπερασμάτων του αγωνιζόμενου λαού.

Είναι η ίδια η πράξη του αγώνα η οποία ανοίγει δρόμους και κατακτά αυτό που αρνούνται να κάνουν τα «πολιτικά επιτελεία» της Αριστεράς, δηλαδή να συνθέσουν ένα ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα – πλαίσιο, που να μπορεί να είναι ταυτόχρονα ενωτικό αλλά και μαχητικό. Να μπορεί να διατηρεί απόσταση από το πολιτικό σύστημα, τους μηχανισμούς και τη στρατηγική του, και ταυτόχρονα να μπορεί να το διαρρηγνύει και να το ανταγωνίζεται με όρους μαζικών και πλειοψηφικών χαρακτηριστικών, με όρους μιας πλατιάς λαϊκής συμπαράταξης και μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας.

Αυτή η Εξέγερση δείχνει ξεκάθαρα πως το κοινωνικό υποκείμενο της  αντίστασης και του ανυποχώρητου ανατρεπτικού αγώνα υπάρχει. Είναι εδώ και αποτελεί γέννημα μιας κοινωνικής αναγκαιότητας αλλά και της εθνικής και πολιτικής ιστορίας ενός περήφανου λαού, του ελληνικού λαού.

Ενός λαού που προσπαθεί και παραμένει περήφανος σε πείσμα όλων των μισθοφόρων κονδυλοφόρων και των αφεντικών τους, που βρομίζουν ότι αγγίζουν και που προσπαθούν να μας κάνουν όλους να χάσουμε την εμπιστοσύνη στην τάξη μας και στο λαό μας.

Αντίθετα, αυτό που πραγματικά λείπει και δεν υπάρχει είναι το πολιτικό υποκείμενο του αγώνα, δηλαδή μια πραγματικά ριζοσπαστική πολιτική κατεύθυνση και η υποκειμενική συγκρότησή της, που να καθοδηγεί και να εκφράζει την πολιτική πάλη του λαού. ¨Ένα πολιτικό υποκείμενο που να μπορεί να ανταλλάξει με το κοινωνικό σώμα σε βάθος, που να μπορεί να διακρίνει το πρωτεύον από τα δευτερεύοντα,  το αίτιο  από το αιτιατό, το λογικά προηγούμενο από το συνεπακόλουθο, και το οποίο να μπορεί να ανοίξει ανατρεπτικούς πολιτικούς δρόμους για το λαό και τη νεολαία.

Σε αυτό το «τέλος εποχής» είναι εμφανής πλέον η αδυναμία του αστικού πολιτικού συστήματος εξουσίας να ανταποκριθεί στις ελάχιστες απαιτήσεις, ακόμη και ενός ήπιου μεταρρυθμιστικού και οικονομίστικου συνδικαλιστικού κινήματος. Ακόμη περισσότερο, είναι εμφανές πως προκειμένου αυτό το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο να συνεχίσει να μπορεί να αναπαράγεται ως κοινωνική ελίτ και εξουσία, επιδιώκει την ολοκληρωτική συμπίεση και τον πολιτικό εξανδραποδισμό της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων.

Από αυτή την άποψη, πρέπει να κρίνουμε και τη γενική απαίτηση της Εξέγερσης για διάλυση όλου του πολιτικού συστήματος. Προφανώς και δεν αποτελεί μια έκφραση γενικής άρνησης της πολιτικής. Αντίθετα, αποτελεί μια ρητή γενική κατακραυγή  απέναντι στο αστικό πολιτικό κατεστημένο αλλά και σε όλες τις συνδικαλιστικές και πολιτικές μορφές που αυτό εκτρέφει. Ακόμη όμως και εκεί όπου η όποια άρνηση του κατεστημένου αποκτά και αυτή καθεστωτικά χαρακτηριστικά.

Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος που η Εξέγερση γεννά τόση μεγάλη αμηχανία στο επίσημο πολιτικό προσωπικό και τελικά τους κάνει ανήμπορους να βρουν έναν τρόπο να την αναχαιτίσουν.

Η Εξέγερση (τουλάχιστον στα όρια της έκτασής της) γκρεμίζει όλα τα ερείσματα του επίσημου πολιτικού κόσμου αλλά και την επιρροή όλων των μηχανισμών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχό της.

Το συμπέρασμα είναι τούτο: το Κράτος αδυνατεί να αντιμετωπίσει την Εξέγερση.

Ελπίζει μονάχα ότι αυτή θα καταρρεύσει κάτω από το βάρος των αντιφάσεών της και την πίεση της παραδοχής του γενικού πολιτικού αδιεξόδου το οποίο στηρίζει και η επίσημη Αριστερά.

Η κατάρρευση της Εξέγερσης  πράγματι μπορεί να συμβεί.

Μπορεί όμως και να μην συμβεί!

 

* Η Παγώνα Στόμη και ο Λάμπρος Χήτας είναι Μέλη της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Ευρώ: Ένα καθ’ όλα πραγματικό δίλημμα

Με το ευρώ και ξερό ψωμί ή επιστροφή στη δραχμή;

Ένα καθ’ όλα πραγματικό δίλημμα

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Αμέσως μετά την μυστική σύσκεψη στο Λουξεμβούργο στις 6/5, η οποία αποκαλύφθηκε από διατεταγμένο δημοσίευμα του Der Spiegel, άρχισε ένα πραγματικό όργιο προπαγάνδας. Η κατακλείδα: «μας διώχνουν από το ευρώ»! Η αλήθεια βέβαια είναι ότι καμμιά τέτοια πρόθεση ή σκέψη δεν υπάρχει από μέρους των ισχυρών της ευρωζώνης, των ευρωκρατών και των τραπεζιτών της. Κι αυτό γιατί ξέρουν πολύ καλά τις συνέπειες για ολόκληρη την ευρωζώνη.

Το ευρώ για να σταθεί ως νόμισμα χρειάζεται περισσότερο οικονομίες σαν της Ελλάδας, παρά σαν της Γερμανίας. Χρειάζεται τα εξωτερικά και παραγωγικά ελλείμματα της Ελλάδας για να μπορούν να υπάρχουν τα πλεονάσματα της Γερμανίας. Χρειάζεται τις τεράστιες δανειακές ανάγκες μιας αναιμικής και εξαρτημένης οικονομίας σαν της Ελλάδας ώστε οι μεγάλες τράπεζες να συνεχίσουν να κερδίζουν και να επεκτείνονται.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε την κυρίαρχη προπαγάνδα να ξεπεράσει κυριολεκτικά τον εαυτό της. Το γνωστό συγκρότημα ΔΟΛ, όπως πάντα στην ιστορία του, αποτελεί πρωτοπορία του καθεστώτος υποτέλειας, εκποίησης και διάλυσης της χώρας. Πρώτα εις εκ των στελεχών του ο κ. Καρακούσης έδωσε τον τόνο την επαύριο της μυστικής σύσκεψης: «Ουδείς μπορεί να βεβαιώσει ότι η υπάρχουσα πολιτική ηγεσία έχει το πολιτικό και ηθικό βάρος, αλλά και τη διάθεση να εφαρμόσει απρόσκοπτα, χωρίς φόβο και πάθος, το νέο πρόγραμμα διάσωσης της χώρας. Υπό αυτή την έννοια η προσφυγή στις κάλπες ίσως πλέον να είναι και επιβεβλημένη. Αφού υπάρξει η συμφωνία και παρουσιασθεί στον ελληνικό λαό, να ζητηθεί και η κρίση και η ευθύνη του απέναντι στη χώρα. Ο κάθε πολίτης να τοποθετηθεί και με την ψήφο του να επιλέξει αν επιλέγει και στηρίζει τη διάσωση εντός της ευρωζώνης ή την προτιμά χρεοκοπημένη και εκτός της ευρωζώνης. Στις Δημοκρατίες έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Ευρώ με αποδοχή των μέτρων ή χρεοκοπία με δραχμή και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει; Ιδού το δίλημμα, χωρίς φόβο και πάθος» (Το Βήμα online)

Ενώ το μεγάλο αφεντικό ο κ. Ψυχάρης στο κύριο άρθρο του Κυριακάτικου Βήματος (22/5), είναι ακόμη πιο ξεκάθαρος: «…Είναι άγραφοι αλλά πασίγνωστοι οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις του δανειολήπτη με τον δανειστή. Συνήθως ο ένας είναι θρασύς τοκογλύφος και ο άλλος ταπεινός επαίτης… Αντίστοιχες είναι οι σχέσεις των ισχυρών κρατών που δανείζουν πτωχές χώρες. Τίποτε δεν είναι δωρεάν στη διεθνή ζωή… Με αυτά τα δεδομένα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται οι αξιώσεις των δανειστών μας. Φυσικά τα περιθώρια είναι ελάχιστα. Μας δανείζουν με τους όρους τους, αν μας αρέσει. Τελευταία απαίτηση η πολιτική συναίνεση στην Ελλάδα… Συναίνεση δεν είναι η στήριξη της κυβερνητικής πολιτικής αλλά η σύγκλιση των δύο κομμάτων στη μέση οδό. Τέτοια σύγκλιση δεν υπάρχει και φυσικά καθένας των δύο πολιτικών αρχηγών διατηρεί τις απόψεις του. Θα ήταν πολύ διαφορετική η κατάσταση της χώρας αν ο κίνδυνος της οικονομικής καταρρεύσεώς της είχε προκαλέσει κλίμα συναίνεσης και σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση οι δύο πολιτικοί αρχηγοί τραβούν διαρκώς το σεντόνι προς το μέρος τους. Βέβαια η έλλειψη συναίνεσης έχει και τα καλά της. Πιστώνεσαι τα κέρδη εις το ακέραιον ή πληρώνεις το μάρμαρο εις ολόκληρον.Σημείωση: Στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Υπάρχουν εκλογές».

Την σκυτάλη πήρε με τη σειρά του ο κ. Δασκαλόπουλος ο οποίος από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ (24/5) είπε: «Προχωρούμε στον δρόμο που επιβάλλει η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, με τους όρους και με τις θυσίες, που απαιτεί η παραμονή μας στην ευρωζώνη; Είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε το κόστος των αλλαγών, που απαιτούνται για να μην κατέβουμε από το τρένο της Ευρώπης; Ή αποχωρούμε και πορευόμαστε πλέον μόνοι, χωρίς τους όρους, αλλά και χωρίς τα δισεκατομμύρια των εταίρων μας; Θέλει η κοινωνική πλειοψηφία να προκρίνει έναν δρόμο, που μας οδηγεί στο περιθώριο και την εθνικά υπερήφανηεξαθλίωση;»

Από αυτό το προσκλητήριο δεν θα μπορούσε να λείψει ούτε η κ. Δαμανάκη. Η κυρία επίτροπος εξαργύρωσε για μια ακόμη φορά τις πολιτικές επιλογές της δηλώνοντας στις 25/2:  «Η μεγαλύτερη κατάκτηση της μεταπολεμικής Ελλάδας, το ευρώ και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας είναι σε κίνδυνο. Το σενάριο της απομάκρυνσης της Ελλάδας από το ευρώ βρίσκεται πλέον στο τραπέζι καθώς και η μεθόδευσή του. Είμαι υποχρεωμένη να μιλήσω ανοικτά. Έχουμε ιστορική ευθύνη να δούμε το δίλημμα καθαρά: Ή συμφωνούμε με τους δανειστές μας σε ένα πρόγραμμα σκληρών θυσιών με αποτελέσματα, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες για το παρελθόν μας ή επιστρέφουμε πίσω στη δραχμή. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα στις σημερινές συνθήκες

Το πήρατε το μήνυμα; Ή συναινούμε στην εκποίηση και στη διάλυση της χώρας προς όφελος του ευρώ, των δανειστών και της ολιγαρχίας που για δεκαετίες λεηλάτησαν αυτόν τον τόπο, ή θα μας γυρίσουν στη δραχμή. Το μήνυμα φυσικά είναι τόσο κυνικό που απευθύνεται κυρίως στα δύο μεγάλα κόμματα και στις εφεδρικές δυνάμεις γύρω τους. Πρόκειται για ένα προσκλητήριο συναίνεσης, «συνευθύνης», όπως δήλωσε ο Καρτζαφέρης, και κοινής παράταξης όλων των δυνάμεων του κυρίαρχου συστήματος απέναντι στην μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού που έχει αντιληφθεί πια που μας οδηγούν. 

Ωστόσο, το δίλημμα που έθεσαν είναι καθ’ όλα πραγματικό. Στα πλαίσια του ευρώ η Ελλάδα δεν έχει καμμιά πιθανότητα ανάκαμψης, ή πολύ περισσότερο ανάταξης της οικονομίας της. Αυτό σήμερα γίνεται φανερό ακόμη και στους πιο αδαείς. Η χώρα δεν έχει τη δυνατότητα ούτε καν να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος της με τους όρους που το κάνουν όλες οι άλλες χώρες του πλανήτη. Δεν μπορεί ούτε καν να προχωρήσει σε ήπια ή και φιλική προς τους δανειστές αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, χωρίς να διακινδυνεύει την επίσημη πτώχευση. 

Καθώς επιδεινώνεται η κατάσταση της οικονομίας και το χρέος εκτινάσσεται στα ύψη, τόσο περισσότερα όρνια γυροφέρνουν το κουφάρι της Ελλάδας. Ειδικοί και εταιρείες εκπονούν σενάρια επί σεναρίων για την αναδιάρθρωση του χρέους. Οι περισσότεροι ορέγονται τις παχυλές αμοιβές που συνήθως αρμέγουν οι σύμβουλοι της αναδιάρθρωσης του χρέους.

Σχετικά πρόσφατα το Βήμα (26/4) δημοσίευσε «Τα επτά σενάρια για το χρέος της χώρας που επεξεργάζεται διεθνής οίκος». Σύμφωνα με το δημοσίευμα τα σενάρια αυτά για το ελληνικό χρέος έχει μελετήσει διεθνής νομική εταιρεία, καθώς λόγω της φημολογίας που δεν λέει να κοπάσει έχουν «ανοίξει δουλειές» πάνω σε αυτό από εταιρείες που φιλοδοξούν να παίξουν ρόλο συμβούλου.

Πρόκειται για το γραφείο Cleary Gottlieb Steen & Hamilton το οποίο έχει παρουσία στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Ασίας και της Λ. Αμερικής. Η συγκεκριμένη εταιρεία έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην εθελοντική αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης το 2003.

Τα σενάρια αυτά έχουν λιγότερη αξία από το χαρτί πάνω στο οποίο έχουν γραφτεί. Πρόκειται για κοινοτοπίες, ή για ασκήσεις επί χάρτου προκειμένου να πλασαριστεί η συγκεκριμένη εταιρεία και τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ντόπια και ξένα, που συνδέονται μ’ αυτήν. Τον λόγο μας τον εξηγεί ένας από τους πλέον ειδικούς στην εθελοντική αναδιάρθρωση του χρέους, ο Lee C. Buchheit, συνεργάτης της εν λόγω εταιρείας στο γραφείο της στη Νέα Υόρκη. Ο Buchheit, ο οποίος απέκτησε φήμη λόγω της επιτυχούς εμπλοκής του στην αναδιάρθρωση της Ουρουγουάης, απάντησε πρόσφατα σε ερώτημα που του τέθηκε σχετικά με τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους ως εξής:

«Τοποθετήστε την Ελλάδα στην Πανότια ήπειρο, δώστε της ένα άλλο νόμισμα εκτός από το ευρώ και επαναρυθμίστε την βάση των πιστωτών της έτσι ώστε να μειωθεί η εξαιρετικά επικίνδυνη έκθεση των Ευρωπαϊκών τραπεζών, και τότε θα υπάρξει ελάχιστη αμφιβολία ότι μια ριζική αναδιάρθρωση του χρέους θα ήταν δυνατή. Όμως η πιθανότητα για μια αναδιάρθρωση του χρέους αποκλείεται εκ προοιμίου για μια Ελλάδα που βρίσκεται εντός ευρώ, δαπανά ευρώ και χρωστά σε ευρώ. Γιατί; Η προφανής απάντηση βρίσκεται σε αυτή την ενδεικτική λέξη ‘ευρώ’. Κι ενώ αυτό είναι αληθινό, είναι εν μέρει σωστό. Μια αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους μπορεί να επιτρέψει ένα σκουλήκι αμφιβολίας να γλιστρήσει στα κεφάλια των αγοραστών των άλλων ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων και ίσως όχι μόνο των κυβερνήσεων που βρίσκονται στη ζώνη της ελιάς. Αυτό το σκουλήκι θα καταναλώσει αναπόφευκτα μονάδες βάσης από τα μελλοντικά κουπόνια των ομολόγων, αλλά πόσες μονάδες βάσης, και για πόσο χρονικό διάστημα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει.»

Το αδιέξοδο αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι ευρωκράτες και οι ντόπιοι κυβερνώντες, αλλά η ανάγκη να προχωρήσουν, όχι τώρα πια με θυσίες, αλλά με τη θυσία του λαού και της χώρας, γίνεται επιτακτική προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της χρηματιστικής ολιγαρχίας και του νομίσματός της, του ευρώ. Η μετατροπή της Ελλάδας σε μια διαλυμένη χώρα υπό καθεστώς δουλοπαροικίας του χρέους, εξασφαλίζει όχι βέβαια την επιβίωση του ελληνικού λαού, αλλά την στήριξη του ευρώ. Κι επομένως για οποιονδήποτε στέκει καλά στα μυαλά του, το όλο θέμα του ευρώ δεν μπορεί παρά να τίθεται εξαρχής.

Η αναζήτηση της οικονομικής σταθερότητας στο πεδίο της νομισματικής ρύθμισης αποτελεί μια πολύ παλιά νεύρωση του καπιταλισμού. Έχει την καταγωγή της στα νομισματικά πειράματα του Τζον Λο τον 16ο αιώνα, που οδήγησαν στις πρώτες χρηματοπιστωτικές φούσκες με καταστροφικά αποτελέσματα. Ήταν τόσο απεχθής η εμπειρία από εκείνους τους πρώτους πειραματισμούς του Λο που οι πιο φωτισμένοι εκπρόσωποι της πολιτικής και της οικονομίας για σχεδόν δυο αιώνες αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι η κυριαρχία του χρήματος, της πίστης και των χρηματαγορών συνιστούσαν το μέλλον της «οικονομίας της αγοράς, ενώ οι οικονομολόγοι της εποχής αγωνίστηκαν να πείσουν πως η σταθερότητα της οικονομίας δεν εξαρτάται από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα αλλά πρωταρχικά από τη διευρυμένη παραγωγή υλικού πλούτου. Μάλιστα, ακόμη κι ο Άνταμ Σμιθ, είχε προειδοποιήσει ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ότι η ανάγκη για εθνικό χαρτονόμισμα, που εκδίδεται από μια εθνική κεντρική τράπεζα, δεν αφορά τόσο στα μεγάλα κράτη όσο τα μικρά, ώστε να διαθέτουν τους ελάχιστους δυνατούς όρους ελέγχου της οικονομίας τους και το εμπόριό τους να μη γίνεται έρμαιο των ισχυρών νομισμάτων[1]. Μήπως ήξερε κάτι που θέλουν να αγνοούν πολλοί σήμερα;

Όποτε οι διεθνείς κερδοσκοπικές ορέξεις των πιο αντιδραστικών κύκλων του κεφαλαίου γνώριζαν νέες εξάρσεις, όποτε ο άγριος ανταγωνισμός, οικονομικός και πολιτικός, για κυριαρχία στις παγκόσμιες αγορές άναβε, τότε εμφανίζονταν θεωρίες που πρότασσαν ως θεμελιώδη ανάγκη την ύπαρξη ενός ισχυρού παγκόσμιου χρήματος. Τέτοιες ήταν οι νομισματικές αντιλήψεις των μερκαντιλιστών του 17ου αιώνα, που ήθελαν να δικαιολογήσουν την ακόρεστη δίψα για χρυσάφι των μεγάλων αυτοκρατοριών της εποχής. Ανάλογες νευρώσεις διέκριναν και τους θιασώτες του «χρυσού κανόνα», που φαντάζονταν ότι η μετατροπή του χρυσού σε γενικό διεθνές ισοδύναμο για όλα τα νομίσματα θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα. Η τραγική αυτή αυταπάτη χάθηκε οριστικά στα συντρίμμια που προκάλεσε το μεγάλο κραχ του 1929.

Η νομισματική προσάρτηση – μιας κι αυτό σημαίνει «παγκόσμιο χρήμα» – αποτελούσε για τις ισχυρές χώρες ένα καλό μέσο για την προώθηση των δικών τους οικονομικών συμφερόντων εις βάρος λιγότερο ισχυρών χωρών. Στη βάση αυτή υπήρξε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και η Λατινική Νομισματική Ένωση, η οποία δημιουργήθηκε στη βάση του χρυσού γαλλικού φράγκου και έγινε για την προώθηση των γαλλικών χρηματιστικών-τοκογλυφικών συμφερόντων. Σ’ αυτήν είχε ενταχθεί και η Ελλάδα. Η εμπειρία για τη χώρα μας υπήρξε καταστροφική, έστω κι αν και οι τότε κυβερνώντες εκθείαζαν τη σύνδεση της δραχμής με το «ισχυρό φράγκο» ως παγίωση της «σταθερότητας» και του «αναπτυξιακού δυναμισμού» της ελληνικής οικονομίας. Στην πραγματικότητα η Λατινική Ένωση συνέβαλε σημαντικά στην καταστροφική υπερχρέωση της χώρας. Οι μόνοι που ωφελήθηκαν ήταν οι Γάλλοι τραπεζίτες και όσοι «χρυσοκάνθαροι» ντόπιοι σπεκουλαδόροι συνδέονταν με γαλλικά χρηματιστικά συμφέροντα, όπως π.χ. ήταν ο μεγαλοχρηματιστής Βλαστός, ο οποίος υπήρξε ένας από τους παρασκηνιακούς αρχιτέκτονες του στημένου πολέμου του 1897, μόνο και μόνο για να επωφεληθεί αυτός και οι όμοιοί του από την χρεωκοπία της Ελλάδας και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

 Στην Ελλάδα η θεωρία αυτή εισήχθη από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Ο λόγος ήταν απλός: οι δανειστές, που με τον ΔΟΕ είχαν δεσμεύσει τις βασικές πηγές εσόδων του ελληνικού κράτους, ήθελαν να εισπράττουν σε σκληρό νόμισμα, παρά σε πληθωριστική δραχμή. Κι έτσι άρχισαν να μιλούν για την αξία της σκληρής χρυσής δραχμής και πόσα καλά θα έφερνε στην Ελλάδα. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η χώρα στην τέταρτη ιστορικά επίσημη πτώχευση του 1932, αφού πρώτα την είχε εξουθενώσει με πολιτικές λιτότητας σαν τις σημερινές, η δημοσιονομική επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών.

Στην ουσία η Ελλάδα απέκτησε εθνικό νόμισμα που καθόριζε και εξέδιδε η ίδια, μόνο μετά τον πόλεμο, όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 μπήκε δοκιμαστικά σε παραγωγή χαρτονομίσματος η εκτυπωτική offset μηχανή που είχαν αφήσει πίσω τους οι κατοχικές δυνάμεις. Ουσιαστικά μόνο μετά την νομισματική μεταρρύθμιση Μαρκεζίνη (1953) έχουμε ομαλή κυκλοφορία εθνικού νομίσματος που εκδίδεται απευθείας στην Ελλάδα. Η υιοθέτηση του ευρώ ήταν η κατάληξη μιας διαδικασίας διαρκών υποτιμήσεων όχι μόνο της δραχμής, αλλά και της πραγματικής οικονομίας, προκειμένου η Ελλάδα να μετατραπεί βίαια σε μια «ανοιχτή οικονομία» στην κερδοσκοπία των κεφαλαιαγορών της Ευρώπης και παγκόσμια.

Καμιά σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να υπάρξει για την αντιμετώπιση της δεινότατης κατάστασης, αν πρώτα απ’ όλα δεν απεγκλωβιστεί η χώρα από το ευρώ. Αυτό σημαίνει απλά ότι είναι άμεση ανάγκη η αποδέσμευση εδώ και τώρα από το ευρώ. Δίχως αυτήν είναι αδύνατον να υπάρξουν πολιτικές ριζικής αντιμετώπισης των οξύτατων προβλημάτων προς το συμφέρον της χώρας και του λαού της. Βέβαια υπάρχουν πάντα οι θρησκόληπτοι με την «ευρωπαϊκή προοπτική», οι τρόφιμοι του λεβαντινοραγιαδισμού, τα λαμόγια των ευρωπαϊκών κονδυλίων, οι λαθροθήρες του φυσικού και κοινωνικού πλούτου της χώρας και το πολιτικό τους προσωπικό, που μπροστά στον κίνδυνο της αφύπνισης του λαού καλούν σε πανστρατιά. Απειλούν με δημοψήφισμα για ευρώ και ξερό ψωμί ή επιστροφή στη δραχμή. Ας το τολμήσουν. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου δημοψηφίσματος θα αποτελέσει την απαρχή της αντίστροφης μέτρησης γι’ αυτούς. Μιας και επιτέλους θα ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι. Θα ξεκαθαρίσει το ποιος-ποιον. Ιδίως μέσα στις γραμμές των αυθεντικά δημοκρατικών και πατριωτικών δυνάμεων του λαού.

Θα ξεκαθαρίσει επιτέλους και το τοπίο στην αριστερά, η οποία έχει συμβιβαστεί σε τέτοιο βαθμό με το καθεστώς υποταγής που θεωρεί είτε «δαιμονοποίηση του ευρώ» την άμεση απαλλαγή από αυτό, είτε «αντικειμενική αναγκαιότητα» την πορεία προσάρτησης της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Όμως τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Όσοι αρνούνται να θέσουν ως άμεσο αίτημα την αποδέσμευση από το ευρώ και την ΟΝΕ, δεν είναι παρά συνυπεύθυνοι, συνένοχοι στα αδιέξοδα που οικοδομεί το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι μηχανισμοί του, όσο κι αν ασκούνται σε αντικαπιταλιστικές κορώνες, σε αναφορές στο σοσιαλισμό και σε σκληρές καταγγελίες της κυβέρνησης και της ΕΕ.

 

Δημοσιεύτηκε στο Hellenic Nexus, τεύχος 53, Ιούνιος, 2011 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, Book IV.iii.b.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/06/blog-post_2000.html

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΙΙ

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ:

…. η εξαθλίωση, η επόμενη ημέρα και η μόνιμη σχέση με το ΔΝΤ – Μέρος ΙΙ

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι Η ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ

Ανακεφαλαιώνοντας, σαν αποτέλεσμα των τρομακτικών πιέσεων που ασκήθηκαν τόσο από τις τράπεζες, όσο και από τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της δύσης, η τουρκική κυβέρνηση αναγκάσθηκε, εκείνο το Σάββατο του Απριλίου του 2001, δύο μόλις μήνες μετά το ξέσπασμα της κρίσης και ενώ ο λαός ήταν ακόμη υπό την επήρεια του σοκ, να καταθέσει ένα αυστηρότατο πρόγραμμα μέτρων («μνημόνιο») – εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων και διαμαρτυριών των εργαζομένων. Το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε μία ευρύτατη αναδιάρθρωση της οικονομίας της χώρας, σε συνδυασμό με δραστικές μειώσεις του βιοτικού επιπέδου των Πολιτών της.

Ο βασικός λόγος, ο οποίος ανάγκασε την κυβέρνηση να λάβει τις συγκεκριμένες, οδυνηρές αποφάσεις ήταν, όπως αναφέραμε, οι «επιθετικές κινήσεις» της ισχυρότατης τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας, καθώς επίσης του τότε προέδρου της χώρας – σε στενή συνεργασία με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Όλοι μαζί οι παραπάνω είχαν σαν «επίσημο» στόχο (κάλυψη;), την ολοκληρωτική διάλυση του «εδραιωμένου δικτύου» των πολιτικών, των δημοσίων υπαλλήλων και των μεγάλων επιχειρηματιών, οι οποίοι κυριαρχούσαν για πολλές δεκαετίες στην τουρκική κοινωνία. Ο σύνδεσμος όμως των βιομηχάνων και επιχειρηματιών (Tusiad) ήταν επίσης μέλος της ομάδας που επεδίωκε την αλλαγή, με σύνθημα του την «κήρυξη του πολέμου εναντίον της διαφθοράς», καθώς επίσης τον «εκδημοκρατισμό της χώρας» – έτσι ώστε να ενισχυθούν, όπως τόνιζε, οι προσπάθειες του τόσο από το εσωτερικό, όσο και από το εξωτερικό. Επομένως, πως ήταν δυνατόν να απαιτούσε ο ίδιος την τιμωρία του;

Κλείνοντας, σύμφωνα με ανεξάρτητους ξένους παρατηρητές της εποχής εκείνης, το αυστηρότατο πρόγραμμα μέτρων, το οποίο κατατέθηκε από την (σκιώδη) κυβέρνηση, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο εάν εξαθλιωνόταν εντελώς ο ήδη φτωχός πληθυσμός της χώρας – ενώ δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας. Αντίθετα, ήταν εντελώς ασυμβίβαστο με τους κανόνες της Δημοκρατίας, η οποία βέβαια δεν θα μπορούσε να επιβιώσει σε συνθήκες άκρατου νεοφιλελευθερισμού και βασιλείας των αγορών. Απλούστερα, οι νέοι καπετάνιοι του τουρκικού υπερωκεανίου θα πετούσαν έναν μεγάλο αριθμό ταξιδιωτών στη θάλασσα, για να μπορέσει το καράβι να συνεχίσει το δρόμο του με τους υπόλοιπους – οι οποίοι, αφενός μεν θα αποδέχονταν δουλικά, αφετέρου δε θα ισχυροποιούσαν και θα έτρεφαν πλουσιοπάροχα τους νέους ιδιοκτήτες. Σε σχέση με το συγκεκριμένο συμπέρασμα, είναι μάλλον χαρακτηριστική η παρακάτω διαπίστωση ενός ξένου δημοσιογράφου, όσον αφορά τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Τουρκία: «Πως είναι δυνατόν να επιζήσει ένας φυσιολογικός άνθρωπος εδώ; Τα χαμηλά εισοδήματα είναι της τάξης των 175-250 €, ενώ τα μεσαία κυμαίνονται μεταξύ 350 € και 450 € μηνιαία. Ανάλογα με το εκάστοτε εισόδημα, το 35% πηγαίνει στο ενοίκιο, οπότε μένουν ελάχιστα χρήματα για τα υπόλοιπα έξοδα. Το κόστος διαβίωσης δεν είναι χαμηλό στην Τουρκία, όπως υποθέτουν πολλοί στην Ευρώπη – αντίθετα, είναι απερίγραπτα υψηλό. Ένα τηλεφώνημα κοστίζει τριπλάσια, από όσο στην Ευρώπη – δεκαπλάσια, εάν το μετρήσει κανείς με κριτήριο τα πραγματικά του εισοδήματα. Ένα ζευγάρι παπούτσια κοστίζει στην επαρχία περίπου 50 € – θα πρέπει δηλαδή να δουλέψει κανείς τουλάχιστον μία εβδομάδα για να τα αγοράσει. Το κρέας είναι ακριβότερο από τη Γερμανία, ενώ όλα τα υπόλοιπα τρόφιμα επίσης, με εξαίρεση μόνο τα φρούτα και τα λαχανικά. Για να μπορέσει μία τετραμελής οικογένεια να ζήσει με σχετική αξιοπρέπεια στην Τουρκία, χρειάζεται περίπου 900 € μηνιαία – ενώ συνήθως δεν διαθέτει ούτε τα μισά. Είναι πραγματικά μυστήριο το πως μπορεί και επιβιώνει ένας μέσος εργαζόμενος άνθρωπος εδώ – για τους άνεργους και τους συνταξιούχους, ένας άλυτος γρίφος. Πεθαίνουν στην κυριολεξία άνθρωποι στους σκουπιδότοπους και κανείς δεν τους δίνει την παραμικρή σημασία. Δεν είμαι πια σίγουρος εάν ο πόλεμος της φτώχειας είναι καλύτερος από το συμβατικό. Τουλάχιστον στον κανονικό πόλεμο, πεθαίνει κανείς με αξιοπρέπεια και με υπερηφάνεια για την πατρίδα του. Είναι πραγματικά οδυνηρή η εικόνα αυτού του κάποτε υπερήφανου, στρατιωτικού λαού, ο οποίος καθημερινά ζητιανεύει στους σκονισμένους, άθλιους δρόμους της λεηλατημένης χώρας του – δούλος μίας παγκόσμιας, αχόρταγης ολιγαρχίας που δεν πρόκειται ποτέ στη ζωή του να συναντήσει».    

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ

Μεταξύ των ετών 2002 και 2005 η οικονομία αυξανόταν με έναν ρυθμό της τάξης του 7,2% ετήσια – με τις εξαγωγές να διπλασιάζονται στο ίδιο χρονικό διάστημα (μία μάλλον μέτρια «επίδοση», εάν υπολογίσει κανείς την τεράστια υποτίμηση του νομίσματος κατά 96%, καθώς επίσης τις μειώσεις των μισθών). Φυσικά δε, μόλις το 20% του πληθυσμού της χώρας είχε κάποιο όφελος από  την ανάπτυξη – με την περιοχή της Κωνσταντινούπολης να απολαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των «νέων» εισοδημάτων της χώρας. Οι αμοιβές των εργαζομένων συνέχισαν να μειώνονται μέχρι και το 2006, ενώ η διαφορά τους, σε σχέση με το 2000, διαμορφώθηκε στο -30,2% (πηγή: O.Onaran). Δηλαδή, οι ονομαστικοί μισθοί των εργαζομένων στην Τουρκία το 2006 ήταν κατά 30% περίπου χαμηλότεροι, σε σχέση με το 2000 (οι πραγματικές αμοιβές το 2007 ήταν χαμηλότερες κατά -21,5%, σε σχέση με το 1979 – παρά τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας και του ΑΕΠ της χώρας). Ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, επιβλήθηκαν μεγάλες μειώσεις στους μισθούς, υπό το φόβο της ανεργίας – ενώ τα συνδικάτα των εργαζομένων αποδέχθηκαν ακόμη και απολύσεις, χωρίς αποζημιώσεις. Το 2005, ο βασικός μισθός ενός δεκαεξάχρονου ήταν 350 νέες τουρκικές λίρες (200 €), ενώ το επίσημο όριο της φτώχειας για μία τετραμελή οικογένεια 1.600 λίρες (915 €) – δηλαδή, ο βασικός μισθός ήταν περίπου 4,5 φορές χαμηλότερος από το όριο της φτώχειας, ενώ μόλις το 48% των εργαζομένων ήταν ασφαλισμένοι.           

Συνεχίζοντας, ο πληθωρισμός περιορίσθηκε σε μονοψήφια μεγέθη για πρώτη φορά μετά από 37 έτη, ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού μειώθηκε στο -7% το 2004. Στην πραγματικότητα βέβαια, ήταν (συνεχίζει να είναι) πολύ δύσκολο να διαπιστώσει κανείς τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη της Τουρκίας, αφού «αποτυπώνονταν» κάθε φορά με διαφορετικούς τρόπους – ενώ ήταν «επηρεασμένα» από την ιδιαίτερα στενή συνεργασία της νέας τουρκικής κυβέρνησης με το ΔΝΤ. Έτσι λοιπόν, όπως αναφερόταν το 2005 από το ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ περιορίσθηκε από 91% το 2001, στα 63,5% το 2004 – παράλληλα με τη σημαντικότατη μείωση του πληθωρισμού, σε επίπεδα της τάξης του 10%. Οι αριθμοί όμως αυτοί ήταν (είναι) σε μεγάλο βαθμό «παραπλανητικοί», επειδή οφείλονταν στην έντονα υπερτιμημένη τότε τουρκική λίρα. Εάν δηλαδή εξέταζε κανείς τα μεγέθη χωρίς τη «νομισματική επίδραση», τότε θα διαπίστωνε πως το δημόσιο χρέος αυξήθηκε ουσιαστικά κατά 50% – παράλληλα με την τεράστια αύξηση των εισαγωγών. Απλούστατα λοιπόν, η υπερτιμημένη λίρα περιόριζε το κόστος των εισαγωγών, μείωνε το εξωτερικό, καθώς επίσης το δημόσιο χρέος, ενώ λειτουργούσε αποπληθωριστικά – ένα πραγματικά εξαιρετικό τέχνασμα του «Ταμείου» το οποίο, αφενός μεν εξυπηρέτησε τα μέγιστα την είσοδο των ξένων κερδοσκοπικών κεφαλαίων, με στόχο τη λεηλασία του δημοσίου/ιδιωτικού πλούτου της Τουρκίας, αφετέρου δε τη «διαιώνιση» των προβλημάτων της χώρας (αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο κλπ.), έτσι ώστε να παραμένει σταθερά «στον ορό του ΔΝΤ». Περαιτέρω, τόσο το δημόσιο χρέος (ειδικά για μία χώρα με σχετικά περιορισμένες υποδομές και ξεπουλημένα πλέον περιουσιακά στοιχεία), όσο και το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου, παραμένουν επικίνδυνα υψηλά  – παρά το ότι εισπράχθηκαν άνω των 20 δις $ από τις ιδιωτικοποιήσεις. Πρέπει να επισημάνουμε βέβαια το γεγονός ότι, οι ιδιωτικοποιήσεις ξεκίνησαν/ολοκληρώθηκαν ουσιαστικά μετά το 2005 – από τη  νέα κυβέρνηση της χώρας. Το γεγονός αυτό μας κάνει να αναρωτιόμαστε για ποιόν ακριβώς λόγο θεωρείται ικανός «ηγέτης» ο νυν πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο οποίος ουσιαστικά συνθηκολόγησε με τους «κατακτητές» της.  Μία μεγάλη «απειλή» για την Τουρκία ήταν (και είναι) η ισοτιμία της λίρας, η οποία αντικαταστάθηκε την 1η Ιανουαρίου του 2005 από τη νέα τουρκική λίρα (με έξι μηδενικά λιγότερα). Ειδικότερα, αν και το συνολικό δημόσιο χρέος της Τουρκίας ήταν το 2004 σε απόλυτα νούμερα 235,8 δις $, σε «μετρήσιμα μεγέθη» ήταν καταχωρημένο με 198,7 δις $ – λόγω της ανατίμησης της λίρας (είχε αρχικά υποτιμηθεί, το 2001 δηλαδή, κατά -96%). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός (αν και τα μεγέθη του είναι σε μεγάλο βαθμό «σχετικά»):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι:  «Σχετικά» μεγέθη της Τουρκίας (ΑΕΠ, Εξαγωγές, Εισαγωγές σε δις $, κατά κεφαλήν εισόδημα σε $)

Μεγέθη

2002

2005

2008

 

 

 

 

Ρυθμός ανάπτυξης

7,90%

7,60%

4,00%

ΑΕΠ*

180,90

374,80

455,50

ΑΕΠ σε ΑΔ**

./.

575,7

750,0

Κατά κεφαλή ΑΕΠ

2.598

5.008

6.113

Πληθωρισμός

44,4%

7,7%

10,1%

Εξαγωγές

36,06

72,10

125,80

Εισαγωγές

51,55

115,70

201,82

Εμπορικό έλλειμμα

-15,49

-43,60

-76,02

Έλλειμμα Προϋπ.***

-24,84

-2,35

-11,05

Έλλειμμα /ΑΕΠ****

-13,73%

-0,63%

-2,42%

Ανεργία

10,35%

10,00%

9,70%

Δημόσιο χρέος

134,40

181,80

289,30

Δημόσιο χρέος/ΑΕΠ

74,29%

48,50%

63,51%

* Η αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ των ετών 2002 και 2005 δεν φαίνεται σωστή, με κριτήριο το ρυθμό ανάπτυξης. Εν τούτοις, έχει γραφτεί με βάση την πηγή του Πίνακα (ενδεχομένως να είναι το αποτέλεσμα της ανατίμηση της λίρας ως προς το δολάριο).

** ΑΕΠ σε συγκριτική αγοραστική αξία – *** Σε δις €. Μειώθηκε το 2005 λόγω της πώλησης δημόσιας περιουσίας. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού διπλασιάστηκε το 2009, στα -29,57 δις €  – **** Εκτινάχθηκε στο -6,7% το 2009 (με σχέση 1:1 για € και $)

Πηγή: Συνδυασμός WP και EurostatΠίνακας: Β. Βιλιάρδος – Σημείωση: Το 65% του ΑΕΠ προέρχεται πια από τις υπηρεσίες, το 25% από τη βιομηχανία, ενώ μόλις το 10% από τη γεωργία – με την πληθώρα όμως των επιχειρήσεων στα χέρια των ξένων (οι εξαγωγές αυτοκινήτων το 2005, ξένων βιομηχανιών προφανώς, ξεπέρασαν τα 13,7 δις $). Στο τέλος του 2007, οι ξένες κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις στην Τουρκία ήταν περίπου 18.000 – εκ των οποίων πάνω από 3.000 γερμανικές. Όπως συμπεραίνουμε από τον Πίνακα Ι το δημόσιο χρέος, παρά το ότι μειώθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ, διπλασιάστηκε σε απόλυτα μεγέθη το 2008, σε σχέση με το 2002 – παρά το ότι ιδιωτικοποιήθηκαν οι μεγάλες κρατικές εταιρείες, αποφέροντας σημαντικά ποσά στα ταμεία της χώρας. Το εμπορικό έλλειμμα δε της Τουρκίας διατηρεί την αυξητική του πορεία – γεγονός που προφανώς σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα της, παρά την τεράστια μείωση των αμοιβών των εργαζομένων της, συνεχίζει να παραμένει χαμηλή.

Εάν δε υπενθυμίσουμε πως το κατά κεφαλήν εισόδημα της Τουρκίας (6.000 $) είναι περίπου πέντε φορές χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας (περί τα 30.000 $), τότε θα καταλάβουμε ότι τόσο οι ρυθμοί ανάπτυξης της, όσο και η «πικρή» θεραπεία του ΔΝΤ, οδηγήθηκαν σε ξένα «ταμεία» – επίσης όμως την τεράστια απειλή της πατρίδας μας, από μία ενδεχόμενη άλωση της από τους συνδίκους του διαβόλου. Ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε εδώ ότι, το ποσοστό της φοροδιαφυγής υπολογίζεται στο 26,22% του ΑΕΠ της Τουρκίας (πηγή WP για το 2005) – γεγονός που σημαίνει ότι το κράτος, σε απόλυτους αριθμούς, χάνει περίπου έσοδα ύψους 9-11 δις $ ετησίως (2,94% του ΑΕΠ, με συντελεστή φορολόγησης τότε στο 20%). Αυτό θα βοηθήσει να κατανοήσουμε την σκόπιμα  εσφαλμένη «μετάφραση» κάποιων εννοιών στην Ελλάδα – όπου το ποσοστό της φοροδιαφυγής επί του ΑΕΠ θεωρείται ταυτόσημο με τα διαφυγόντα έσοδα του δημοσίου. Προφανώς τα εισοδήματα που (κακώς) φοροδιαφεύγουν, δεν θα φορολογούνταν με 100%, αλλά με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή – αφαιρουμένων των εξόδων. Κατά την άποψη μας δε, η φοροαποφυγή των πολυεθνικών, ειδικά στις χώρες που έχουν αλώσει με τη βοήθεια του ΔΝΤ, είναι απείρως υψηλότερη. Περαιτέρω στο θέμα μας, με δεδομένο ότι η ανάπτυξη (διόγκωση καλύτερα) της Τουρκίας στηρίχθηκε κυρίως στην ανοικοδόμηση (το 30% των συνολικών επενδύσεων του 2010 κατευθύνθηκε στις ανέγερση κτιρίων – ειδικά στην Κωνσταντινούπολη και μέσω μεγάλων «πιστωτικών διευκολύνσεων», η «ποιότητα» των οποίων θα φανεί αργότερα), ενώ το πρόβλημα του ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου της συνεχώς επιδεινώνεται (-8,9% του ΑΕΠ το 2010, με αυξανόμενο ρυθμό), έχουμε την άποψη ότι, εφόσον δεν συμβεί κάτι εντελώς διαφορετικό, η Τουρκία θα καταλήξει ξανά σε μία νέα κρίση – αυτή τη φορά χωρίς να διαθέτει σημαντική δημόσια περιουσία, προς εξασφάλιση νέων δανείων. Το ενδεχόμενο αυτό ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το ότι, η μετά-ΔΝΤ πολιτική ηγεσία της χώρας, η οποία κυβερνάει από το 2002, έχει στηρίξει την «ηγεμονία» της στην ανάπτυξη – οπότε είναι εύλογα επιρρεπής σε μεγάλα «σφάλματα» οικονομικής πολιτικής (όπως μάλλον είναι τα νέα μεγάλα έργα που ανακοινώθηκαν). Εάν λοιπόν κάποια στιγμή τα κερδοσκοπικά κεφάλαια που «εισέρρευσαν» μαζί με το ΔΝΤ στη χώρα, κεφάλαια τα οποία λειτουργούν πολλές φορές σαν φοβισμένη «αγέλη ζώων», εγκαταλείψουν ξαφνικά την Τουρκία, η προηγούμενη κρίση της θα θεωρηθεί μάλλον «αμελητέα».  

Η ΜΟΝΙΜΗ ΣΧΕΣΗ ΔΝΤ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Οι σχέσεις της Τουρκίας με το ΔΝΤ”, διαβάζαμε στον Τύπο το 2010, “αποτελεί ένα ιδιαίτερα μεγάλο κεφάλαιο. Οι δύο πλευρές συζητούν περίπου δύο χρόνια για τη σύναψη ενός έκτακτου δανείου, ύψους 20 δις $. Το νέο αυτό δάνειο αποτελεί ουσιαστικά αναπροσαρμογή παλαιότερου δανείου 10 δις $, το οποίο είχε λάβει η Τουρκία από τον διεθνή οργανισμό (έληξε τον Δεκέμβριο του 2008). Η τουρκική κυβέρνηση, εδώ και μήνες, ισχυρίζεται ότι ολοκληρώνεται σύντομα η συμφωνία – με αποτέλεσμα να εντείνεται η απογοήτευση τόσο των επενδυτών, όσο και της επιχειρηματικής κοινότητας της χώρας. Θεωρείται βέβαιο ότι το ΔΝΤ ασκεί έντονες πιέσεις στην κυβέρνηση, για να εφαρμοστεί ένα νέο υποχρεωτικό πρόγραμμα λιτότητας. Φυσικά δεν προβλέπονται αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι ήλπιζαν ότι θα ισοσταθμίσουν κάπως τις απώλειες των εισοδημάτων τους, προερχόμενες από την πτώση της τιμής της λίρας.  Η οικονομική σταθεροποίηση, σε συνδυασμό με την συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών που απαιτεί το ΔΝΤ («απελευθέρωση» των πάντων, εκμηδενισμός των μισθών, αύξηση των ωρών και των χρόνων εργασίας, περιορισμός των κοινωνικών παροχών κλπ.), αποτελούν καθοριστικό βήμα στην περαιτέρω διεθνοποίηση της τουρκικής οικονομίας. Βέβαια, αυτή η τακτική του ΔΝΤ ενοχλεί σε μεγάλο βαθμό την τουρκική κυβέρνηση, η οποία όμως δεν έχει εναλλακτικό τρόπο επιβίωσης – αν και προσπαθεί απεγνωσμένα να το κρύψει από τους ψηφοφόρους της. Τόσο στους ακαδημαϊκούς κύκλους, όσο και στις τηλεοπτικές εκπομπές, η «μόνιμη σχέση» ΔΝΤ-Τουρκίας συζητείται έντονα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα – ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο σενάριο, από πολλές δεκαετίες. Όταν η Τουρκία αντιμετωπίζει προβλήματα, όπως συνήθως συμβαίνει, ευρίσκονται πρόθυμοι ξένοι δανειστές – οι οποίοι τοποθετούν κερδοσκοπικά τα χρήματα τους, χρεώνοντας τοκογλυφικά επιτόκια, σε ένα πηγάδι που μοιάζει να μην έχει πυθμένα”.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

“Η επιτυχία της επέκτασης των πολυεθνικών με τη βοήθεια των κρίσεων χρέους στη Ν. Αμερική, στην Ασία, στην Τουρκία και αλλού, έχει αποφέρει στις ίδιες τόσο εντυπωσιακά κέρδη, ώστε να διψούν για συνεχώς νέες κατακτήσεις. Στα σχέδια τους πια δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, αλλά και οι πλούσιες χώρες της Δύσης – όπου τα κράτη ελέγχουν ακόμη πιο προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν επικερδώς οι ιδιωτικές εταιρείες: τηλεφωνικές επικοινωνίες, λιμάνια, μεταφορές, αεροδρόμια, εταιρείες ηλεκτρισμού, εταιρείες ύδρευσης κλπ”.  Με κριτήριο την τραυματική εμπειρία της Τουρκίας, την οποία προσπαθήσαμε να αποδώσουμε περιληπτικά όσο καλύτερα γινόταν, συμπεραίνεται χωρίς καμία αμφιβολία ότι, η προσέγγιση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην επίλυση των προβλημάτων χρέους, συνίσταται στη «μετακύλιση» ολόκληρου του κοινωνικού κόστους στα ασθενή εισοδηματικά στρώματα – επειδή αυτά αποτελούν την συντριπτική, αλλά και αδύναμη πλειοψηφία. Επίσης συμπεραίνεται πως η σχέση μίας χώρας με το ΔΝΤ δεν είναι σε καμία περίπτωση χρονικά περιορισμένη – ενώ δεν λύνει κανένα από τα πραγματικά προβλήματα της Οικονομίας της. Τέλος ότι, η αλλαγή της εκάστοτε κυβέρνησης, του «τρέχοντος» κόμματος εξουσίας καλύτερα, δεν σημαίνει ουσιαστικά τίποτα για τους συνδίκους του διαβόλου – αντίθετα, έχει μάλλον προϋπολογισθεί, με την υφιστάμενη κυβέρνηση να θεωρείται «νομοτελειακά αναλώσιμη». Στο παράδειγμα της Τουρκίας, η νέα κυβέρνηση και όχι η παλαιά, ήταν αυτή που αφενός μεν «διεύρυνε» την εξαθλίωση των Πολιτών της, αφετέρου ξεπούλησε σχεδόν το σύνολο της δημόσιας περιουσίας – παραμένοντας σταθερά «υποτελής» του Καρτέλ και των τοκογλύφων, χωρίς παραδόξως να διακινδυνεύει την εκλογική της δύναμη. Φυσικά το ξεπούλημα έγινε «έντεχνα», αφού ακολούθησε 2-3 έτη μετά την εκλογική της νίκη και τη σταθεροποίηση της στην εξουσία. 

* Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 04. Ιουνίου 2011, viliardos@kbanalysis.comΟ κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

 ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2357.aspx

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ Ι

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ:

Ιστορική αναδρομή στην οθωμανική αυτοκρατορία, η χρεοκοπία της, η νέα τουρκική δημοκρατία, το μεσοδιάστημα, η μεγάλη κρίση του 2001, η κατάληψη της εξουσίας, το μνημόνιο,… – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Μία απίστευτη διαπλοκή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής μαφίας με την πολιτική διαφθορά, δημιουργεί από διαδικτυακά, ανύπαρκτα χρήματα πραγματικές αξίες, κλέβει από τους Πολίτες τη δημόσια περιουσία τους και συνεχίζει να τους εκμεταλλεύεται – για όσο διάστημα θέλει και με όποιον τρόπο μπορεί. Η δικτατορία των αγορών πετυχαίνει με εγκληματική δύναμη και με δολοφονική μανία τους στόχους της.

«Ή θα ιδιωτικοποιήσετε τα πάντα, παραμένοντας δούλοι μας, ή θα καταστραφείτε εντελώς», απειλούν σχεδόν καθημερινά. Με απλούστερα λόγια «Τα χρήματα σας ή τη ζωή σας», όπως ακριβώς συνηθίζουν να εκβιάζουν και να πανικοβάλουν τα θύματα τους οι κλέφτες του πεζοδρομίου – αν και αυτοί δεν προσβάλλουν την υπερηφάνεια και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια ολόκληρων λαών, όπως συμβαίνει σήμερα με τους Έλληνες (άποψη Γερμανού αναγνώστη της Zeit στο διαδίκτυο). Στο θέμα μας τώρα, η βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη το 19ο αιώνα, δεν επεκτάθηκε στην τότε οθωμανική αυτοκρατορία – κυρίως λόγω των περιορισμένων κεφαλαίων και ελάχιστων υποδομών, καθώς επίσης σαν αποτέλεσμα της έλλειψης επιχειρηματικότητας, όσον αφορά το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας. Τόσο η στρατιωτική, όσο και η δημοσιοϋπαλληλική καριέρα ήταν πολύ πιο επιθυμητοί στόχοι, ενώ απολάμβαναν μεγαλύτερο κύρος από την επιχειρηματική δραστηριοποίηση – με το υπόλοιπο μέρος των Πολιτών να απασχολείται στη γεωργία, να είναι επαγγελματίες τεχνίτες ή ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων γης. Οι βιοτεχνίες ήταν αντιμέτωπες με διαρκώς μεγαλύτερες δυσκολίες, επειδή δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα βιομηχανικά παραγόμενα προϊόντα της δύσης – αφού οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν αναγκάσει την αυτοκρατορία να μην επιβάλει δασμούς στα εισαγόμενα εμπορεύματα τους, τα οποία πλημμύρισαν την τουρκική αγορά με φθηνές τιμές. Επί πλέον, οι ανάγκες χρηματοδότησης, η πάγια οικονομική αδυναμία, καθώς επίσης οι πανάκριβοι πόλεμοι που διεξήγαγε, είχαν σαν αποτέλεσμα να οδηγείται η οθωμανική αυτοκρατορία σε μία όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση της από την Ευρώπη.

Το έτος 1875, σαν απόρροια των υψηλών τόκων, σε συνδυασμό με τα μεγάλα δημόσια χρέη, η αυτοκρατορία χρεοκόπησε – οπότε αναγκάσθηκε να εκχωρήσει τη δημοσιονομική της κυριαρχία στους πιστωτές της, έτσι ώστε να είναι σε θέση να πληρώνει τις υποχρεώσεις της. Χωρίς να επεκταθούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες η δημοσιονομική, καθώς επίσης η οικονομική ανεξαρτησία της αυτοκρατορίας, ανακτήθηκε μετά την ίδρυση της τουρκικής δημοκρατίας (1927) – δηλαδή, πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια αργότερα. Περαιτέρω, η «βαριά» κληρονομιά τού οθωμανικού παρελθόντος ήταν εξαιρετικά απαιτητική για τη νεοϊδρυθείσα δημοκρατία. Εκτός αυτού τόσο οι βιοτεχνίες, όσο και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, καθώς επίσης το εξαγωγικό εμπόριο, υπέφεραν από την έλλειψη της επαγγελματικής εξειδίκευσης των Αρμενίων, καθώς επίσης της κοινωνικής-επιχειρηματικής «προσφοράς» των Ελλήνων. Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η εκδίωξη της πλειοψηφίας των «μειονοτήτων» είχε σαν αποτέλεσμα αφενός μεν την απώλεια κεφαλαίων, αφετέρου δε πολλών άλλων «παραγωγικών» συντελεστών – όπως της επιχειρηματικής εμπειρίας και των διεθνών σχέσεων (γνωριμιών).

Συνεχίζοντας η γεωργία, μη ορθολογικά οργανωμένη και στα χέρια πολύ λίγων μεγαλοκτηματιών, οι οποίοι υπενοικίαζαν τα χωράφια τους σε μικρούς αγρότες, δεν μπορούσε να προσφέρει στη χώρα αρκετά έσοδα για επενδύσεις. Επί πλέον εξέλιπε μία σύγχρονη οικονομική νομοθεσία, μία λειτουργική δημόσια διοίκηση, ένα μεθοδικό φορολογικό σύστημα, καθώς επίσης ένας σωστά εκπαιδευμένος πληθυσμός – αφού το έτος 1927 οι αναλφάβητοι ήταν το 90% των 14 εκ. Τούρκων τότε. Παρά το ότι λοιπόν η νέα κυβέρνηση της χώρας ακολούθησε μία φιλελεύθερη πολιτική, επένδυσε στις υποδομές και προσπάθησε να αναπτύξει τη βιομηχανία, με τη βοήθεια του δανεισμού της από τη Ρωσία, δεν επιτεύχθηκε η αναμενόμενη πρόοδος – αφού το 1953 απασχολούνταν μόλις 26.000 εργαζόμενοι στις ιδιωτικές βιομηχανίες και 86.000 στις κρατικές.  

Μεταξύ των ετών 1945 και 1980 τώρα, η Τουρκία ακολούθησε μία φιλόδοξη οικονομική πολιτική εσωτερικής ανάπτυξης – όπου οι επιχειρήσεις της αφενός μεν επιδοτούνταν, αφετέρου δε προστατεύονταν από τον ανταγωνισμό των εισαγωγών, με τη βοήθεια των υψηλών δασμών. Επειδή όμως η κρατική γραφειοκρατία εμπόδιζε την ανάπτυξη των εξαγωγών, εξέλιπε το απαραίτητο συνάλλαγμα για τις επενδύσεις στην περαιτέρω βιομηχανοποίηση, μέσω της εισαγωγής μηχανημάτων και πρώτων υλών. Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων επιχειρήσεων της Τουρκίας ήταν μη ανταγωνιστικά οργανωμένο, ενώ χρησιμοποιούταν από την Πολιτική τόσο για κομματικούς, όσο και για κοινωνικούς σκοπούς.

Για να επιτυγχάνει τώρα το κράτος τα φιλόδοξα πενταετή του προγράμματα, τα οποία είχαν υιοθετηθεί ήδη από την ίδρυση του, ήταν υποχρεωμένο να επενδύει περισσότερα, από όσα εισέπραττε. Κατ’ επακόλουθο, αυξανόταν τα ετήσια ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και εξ αυτών το δημόσιο χρέος – με τον πληθωρισμό να παραμένει σταθερά διψήφιος. Η διαρκώς αυξανόμενη λοιπόν εξάρτηση της χώρας από τα εξωτερικά χρέη είχε σαν αποτέλεσμα αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις (τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70), οι οποίες προκαλούσαν κοινωνικές και πολιτικές «εκρήξεις» – ενώ κατέληγαν σε στρατιωτικά πραξικοπήματα και σε απίστευτες «θηριωδίες».  Τελικά, η οικονομικοπολιτική αλλαγή στην Τουρκία επήλθε μετά το 1982 – όπου η χώρα ακολούθησε μεθοδικά τη φιλελεύθερη κατεύθυνση μίας εξαγωγικά προσανατολισμένης εκβιομηχάνισης, με την συστηματική αναθεώρηση της χρηματοπιστωτικής, της νομισματικής και της εξαγωγικής της πολιτικής. Με στόχο την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της λοιπόν, καταργήθηκαν οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί των εισαγωγών, ενώ ενισχύθηκαν οι εξαγωγές. Η γραφειοκρατία άρχισε να περιορίζεται αισθητά, ενώ αυξήθηκαν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις – μεταξύ άλλων, με τη βοήθεια των επιλεκτικών αποκρατικοποιήσεων δημοσίων εταιρειών. Η διευκόλυνση όμως των εισαγωγών και ο περιορισμός των δασμών, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση των ανταγωνιστικών πιέσεων στις τουρκικές επιχειρήσεις – με οριακό σημείο την είσοδο της χώρας στην ευρωπαϊκή «τελωνειακή ένωση», το 1996. Κατ’ επακόλουθο, οι οικονομικές κρίσεις δεν σταμάτησαν να την απειλούν, με τις τελευταίες το 1994, το 1999, το 2000 και το 2001 – οφειλόμενες κυρίως στα ελλειμματικά εξωτερικά ισοζύγια της, σε συνδυασμό με ένα αδύναμο χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς επίσης με ένα μη λειτουργικό δημόσιο. Τα προβλήματα αυτά ξέφυγαν τελικά από τον έλεγχο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η Τουρκία, το 2001, στα νύχια του ΔΝΤ.   

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση ξέσπασε ουσιαστικά το Φεβρουάριο του 2001 – με αφορμή τη στοχευμένη επίθεση του προέδρου της χώρας εναντίον του πρωθυπουργού της, στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (ένα κρατικό όργανο, στο οποίο υπερίσχυε το στρατιωτικό καθεστώς). Ο τότε πρόεδρος είχε κατηγορήσει τον πρωθυπουργό, ισχυριζόμενος ότι έχει αποτύχει παταγωδώς στην καταπολέμηση της διαφθοράς – με το «σκάνδαλο» να αναπαράγεται και να μεγαλοποιείται από όλα σχεδόν τα τουρκικά και διεθνή ΜΜΕ. Αμέσως μετά τη διαμάχη της ανώτατης ηγεσίας, κατέρρευσαν οι μετοχές στο χρηματιστήριο της χώρας ενώ αργότερα, μετά την «απελευθέρωση» της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, ακολούθησε η υποτίμηση της κατά 40% – επομένως και η αντίστοιχη, θανατηφόρα ασφαλώς μείωση των πραγματικών αμοιβών των εργαζομένων. «Θυμάμαι ακριβώς τι συνέβη τότε», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας ξένος παρατηρητής, συνεχίζοντας: «Ήταν η 21η Φεβρουαρίου του 2001. Από τη μία ημέρα στην άλλη, το δολάριο δεν κόστιζε πια 690.000 λίρες, αλλά 850.000 – πριν ακόμη ανακοινωθεί επίσημα από την κυβέρνηση η απελευθέρωση της τουρκικής λίρας. Μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του 2001, την κύρια ημέρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, την ημέρα μηδέν, η ισοτιμία αναρριχήθηκε σχεδόν στις 900.000 λίρες. Αργότερα, έφτασε στο 1.300.000 λίρες».    

Σαν επακόλουθο των παραπάνω, η οικονομία της χώρας κατέρρευσε με τη σειρά της – με την ύφεση να ξεπερνάει το 3% και τον πληθωρισμό να πλησιάζει το 50%, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης (κατά την Morgan Stanley τότε, η ύφεση ήταν της τάξης του 7,2% και ο πληθωρισμός 70%). Παράλληλα, τα επιτόκια δανεισμού για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έφτασαν στο 110% – ένα μέγεθος με το οποίο ήταν αδύνατον να επιβιώσουν (ίσως από εδώ μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την τεράστια σημασία του Ευρώ για την Ελλάδα, καθώς επίσης τις «εγκληματικές» παροτρύνσεις να εγκαταλείψουμε τη Ευρωζώνη). Κατά τη διάρκεια των επομένων εβδομάδων η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 10%, αρκετές χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρεοκόπησαν, ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι (υποδήματα, κλωστοϋφαντουργίες) έπαψαν να λειτουργούν, ενώ περίπου 500.000 εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους – παρά το ότι η ανεργία ήταν ήδη στο 18%, πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση. Εκτός αυτού, τα φάρμακα σε όλα τα νοσοκομεία της Τουρκίας εξαντλήθηκαν, αφού οι ξένες φαρμακοβιομηχανίες σταμάτησαν να προμηθεύουν τη χώρα – λόγω της αβέβαιης ισοτιμίας του νομίσματος της.   

Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Στις αρχές Μαρτίου του 2001, οι υπευθυνότητες για το μεγαλύτερο μέρος της Οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ανατέθηκαν στον K.Dervisστον μέχρι τότε αντιπρόεδρο δηλαδή της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο οποίος ήταν στο στελεχιακό δυναμικό της από τη δεκαετία του ’70. Ο K.Dervis, αρκετά χρόνια προηγουμένως, είχε διαχωρίσει το δρόμο του από τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό της Τουρκίας, όταν αυτός (B.Ecevit) είχε πολύ σωστά εναντιωθεί στη δραστική ιδιωτικοποίηση της οικονομίας – ιδρύοντας μαζί με άλλους πολιτικούς, το 1994, τη «Νέα Δημοκρατική Κίνηση». Η οργάνωση αυτή, υπό τη ηγεσία του προέδρου των εργοδοτών, ήταν υπέρ ενός συμβιβασμού στο κουρδικό θέμα, «προωθούσε» τη συνεννόηση με το πολιτικό Ισλάμ και σχεδίαζε τη ριζική φιλελευθεροποίηση της Οικονομίας – στα πλαίσια των αρχών των «παιδιών του Σικάγου». Εν τούτοις, μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του 1995 η «οργάνωση», στην οποία συμμετείχε ο K.Dervis, εξαφανίσθηκε εντελώς από την πολιτική σκηνή.

Στις 19 Μαρτίου του 2001, η κυβέρνηση συμφώνησε με το ΔΝΤ σε ένα «μεσοπρόθεσμο» πρόγραμμα ριζικής «αναμόρφωσης» της τουρκικής οικονομίας – το οποίο προέβλεπε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, τον δραστικό περιορισμό των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, μέσα από τη μεγάλη μείωση των δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης τις ιδιωτικοποιήσεις όλων των κρατικών εταιρειών. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η τουρκική οικονομία είχε χαρακτηρισθεί ως «σοβιετικού τύπου» από τους ιθύνοντες του ΔΝΤ – οι οποίοι τοποθέτησαν αμέσως το δικό τους άνθρωπο, στην ισχυρότερη θέση της χώρας (Υπουργείο Οικονομικών). Συνεχίζοντας οι διεθνείς επενδυτές, οι τοκογλύφοι και το Καρτέλ δηλαδή, δεν εμπιστευόντουσαν ότι η τότε πολυκομματική κυβέρνηση, συναποτελούμενη από τη σοσιαλιστική, τη συντηρητική και την εθνικιστική παράταξη (Γκρίζοι Λύκοι), θα μπορούσε να επιβάλλει τις αλλαγές – πόσο μάλλον όταν τόσο οι κρατικές τράπεζες, όσο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, ήταν οι βασικές «δεξαμενές» άντλησης πολιτικής δύναμης για τα κόμματα. Ακριβώς για το λόγο αυτό οι δυτικές κυβερνήσεις, το ΔΝΤ και οι τράπεζες (η πραγματική Τρόικα ουσιαστικά, σύμφωνα με την ευρηματική ονομασία που της έδωσαν πρώτοι οι Έλληνες), πίεζαν μαζικά και από κοινού την Τουρκία με απώτερο, κρυφό στόχο την «άλωση» και τη λεηλασία της. Έτσι λοιπόν, τα «παρακλητικά» γράμματα του τότε πρωθυπουργού για την παροχή οικονομικής βοήθειας στη χώρα του (δάνεια), είτε δεν γινόταν αποδεκτά, είτε συνδέονταν με απίστευτες απαιτήσεις ολοκληρωτικής αναδιάρθρωσης (ξεπουλήματος καλύτερα)  της τουρκικής οικονομίας. Παράλληλα, τόσο τα διεθνή ή τοπικά ΜΜΕ, όσο και οι σύνδεσμοι των εργοδοτών, βιομηχάνων και επιχειρηματιών, ενισχυόμενοι σιωπηλά από τη στρατιωτική εξουσία (η οποία απειλούσε έμμεσα ακόμη και με πραξικόπημα), είχαν εξαπολύσει μία απίστευτη «γκεμπελική καμπάνια», κατηγορώντας με κάθε τρόπο την κυβέρνηση για ανικανότητα και διαφθορά. Ο δήθεν στόχος τους ήταν η μετατροπή της Τουρκίας σε μία σύγχρονη Δημοκρατία, μακριά από τον «κρατισμό» του παρελθόντος.   

ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

Συνεχίζοντας, παρά το ότι η κυβέρνηση είχε αποδεχθεί το πρόγραμμα του ΔΝΤ, δεν έκανε απολύτως τίποτα για να επιβάλλει της διαρθρωτικές αλλαγές του – περιοριζόμενη στις συνεχείς αυξήσεις των φόρων στη βενζίνη, στον καπνό, στο οινόπνευμα, στη ζάχαρη και σε πολλά άλλα είδη. Όταν όμως η πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας υποτιμήθηκε από τις διεθνείς τράπεζες και τις εταιρείες αξιολόγησης, παράλληλα με τη νέα υποτίμηση του νομίσματος της, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να συναντηθεί, κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου, με τους αντιπροσώπους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, υπογράφοντας ένα δεσμευτικό «μνημόνιο» συνεργασίας – με βάση το οποίο ήταν πλέον αναγκασμένη να υποκύψει σε όλες τις απαιτήσεις τους. 

Σύμφωνα με τους γνωστούς μας πια Financial Times της Γερμανίας τότε (09.04.2001), «Οι δαπάνες του δημοσίου έπρεπε να μειωθούν άμεσα κατά 25%, ενώ τα έσοδα να αυξηθούν κατά 10%. Από τις αρχές του 2002 έπρεπε να καταργηθούν οι επιδοτήσεις των αγροτών, καθώς επίσης να πουληθούν όλα τα δημόσια αγροτικά εργοστάσια. Η ανάπτυξη όφειλε, μετά την ύφεση του 2001, να είναι 4,5% το 2002 και 5,5% το 2003». Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, οι (με απόσταση) δύο μεγαλύτεροι πελάτες της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, η οποία είναι ένας από τους σημαντικότερους «διαφθορείς συνειδήσεων» διεθνώς (άρθρο μας), είναι η Ελλάδα και η Τουρκία – γεγονός που σημαίνει ότι δεν είναι εντελώς απίθανο να «υποδαυλίζει» η Γερμανία τις συνεχείς «αντιπαλότητες» μεταξύ τους, οι οποίες συμβάλλουν αφενός μεν στις εξαγωγές της Γερμανίας, αφετέρου δε στην υπερχρέωση της Ελλάδας και της Τουρκίας (εξοπλιστικά προγράμματα). Περαιτέρω, έπρεπε να καταργηθούν όλοι οι offshore-λογαριασμοί στις τράπεζες, ενώ οι ιδιοκτήτες των χρεοκοπημένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα ήταν υπεύθυνοι για τα χρέη τους, με την ιδιωτική τους περιουσία (οι πιστωτικές απώλειες των κρατικών τραπεζών υπολογίσθηκαν στα 20 δις $ – αν και τελικά δεν έκλεισε καμία τράπεζα). Το πρόγραμμα λιτότητας απαιτούσε επίσης την απόρριψη τουλάχιστον 5.000 κοινωφελών επενδυτικών σχεδίων της κυβέρνησης. Εκτός αυτού, η πλειονότητα των 230.000 υπαλληλικών κατοικιών έπρεπε να πουληθεί, ενώ ένα μεγάλο μέρος των 2,5 εκ. δημοσίων υπαλλήλων όφειλαν να απολυθούν.

Συνεχίζοντας στη μεγάλη λεηλασία της Τουρκίας, οι ιδιοκτήτες των αυθαιρέτων ήταν υποχρεωμένοι να νομιμοποιήσουν τα ακίνητα τους, πληρώνοντας ποσά, τα οποία θα απέφεραν συνολικά στα ταμεία του κράτους περί τα 5 δις $. Επίσης, οι δημόσιες επιχειρήσεις ήταν υποχρεωτικό να πουληθούν στις τότε εξευτελιστικές τιμές στο διεθνές κεφάλαιο – οι κρατικές τράπεζες δηλαδή, οι επιχειρήσεις ενέργειας, ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, οι αεροπορικές εταιρείες, οι τηλεπικοινωνίες κλπ. Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα της χώρας έπρεπε να ανεξαρτητοποιηθεί εντελώς από την Πολιτική. Μάλλον οφείλουμε να συμπληρώσουμε επίσης εδώ ότι, συνήθως αυξάνεται δυσανάλογα το δημόσιο χρέος με την είσοδο των συνδίκων του διαβόλου σε μία χώρα, επειδή τα αδύναμα κράτη υποχρεώνονται να συμπεριλάβουν τις εγγυήσεις προς τις τράπεζες, καθώς επίσης τις ζημίες των επιχειρήσεων του δημοσίου, όπως και αποζημιώσεις του προσωπικού που απολύουν – έτσι ώστε οι κρατικές επιχειρήσεις να πουληθούν στους ιδιώτες όχι μόνο σε εξευτελιστικές τιμές, αλλά και «ελεύθερες βαρών». Επομένως, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση η αλματώδης αύξηση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας, τα τελευταία δύο χρόνια – επίσης όχι η συνεχής «ανοδική αναθεώρηση» των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού μας. Περαιτέρω το ΔΝΤ, μετά την υπογραφή του «μνημονίου υποτέλειας», αποφάσισε τελικά να δανείσει τα 6 δις $ στην Τουρκία, τα οποία είχε υποσχεθεί και δεν εκταμίευε (το σύνηθες τέχνασμα), ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα υπολόγισε τις ανάγκες εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος στα 35 δις $ – καθώς επίσης τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα των επομένων τριών μηνών, τα οποία δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει η Τουρκία, στα 10,1 δις $ (το συνολικό δάνειο του ΔΝΤ προς την Τουρκία, μεταξύ των ετών 2002-2004, ήταν 31 δις $).   

Ολοκληρώνοντας, σύμφωνα με τις τότε δημοσκοπήσεις, κανένα από τα τρία κόμματα που συγκυβερνούσαν δεν ξεπερνούσε πλέον το ελάχιστο όριο εισαγωγής τους στη Βουλή (10%) – ενώ ο πρωθυπουργός δεν ήθελε (ίσως δεν του επιτρεπόταν από το ΔΝΤ) να παραιτηθεί, παρά το ότι είχε χαθεί εντελώς η εμπιστοσύνη τόσο των βουλευτών, όσο και των Πολιτών της χώρας απέναντι του. Όπως αποδείχθηκε δε στη συνέχεια, κανένα από τα παλαιότερα κόμματα δεν «επέζησε» ως είχε – χωρίς αυτό να σημαίνει δυστυχώς ότι, η νέα ηγεσία συμπεριφέρθηκε όπως μάλλον θα περίμεναν οι Πολίτες της χώρας. Αν μη τι άλλο, το κόμμα που διαδέχθηκε τα «συντρίμμια» που άφησε το ΔΝΤ, ήταν αυτό που τελικά «ξεπούλησε» τη δημόσια περιουσία της Τουρκίας, όσο και αν κάτι τέτοιο φαίνεται παράδοξο – κυρίως δε τις κερδοφόρες κρατικές επιχειρήσεις, καθώς επίσης τις προσοδοφόρες, αποκλειστικές άδειες εκμετάλλευσης (τυχερών παιχνιδιών, τηλεοπτικών συχνοτήτων κλπ.).  

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 04. Ιουνίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2357.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ΝΕΑ ΑΛΩΣΗ

Η ΝΕΑ ΑΛΩΣΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε η κατάληξη μιας πορείας υπό συνθήκες παρακμής του ελληνισμού. Ανάξιοι και διεφθαρμένοι, πλην εξαιρέσεων, αυτοκράτορες, αυλικοί, ανώτεροι κληρικοί, άνθρωποι των γραμμάτων και άπληστοι για πλούτο οικονομικά ισχυροί συνέθεταν την εικόνα της ηγέτιδας ομάδας. Τα έσοδα εκ των φόρων σπαταλούνταν γι’ αυτό και επιβάλλονταν νέοι. Η συσσσώρευση πλούτου, παρά τις εξωτερικά δυσμενείς συγκυρίες, ήταν κύριο μέλημα και όχι η διάθεση αυτού για την άμυνα της χώρας.

Την έλλειψη υπερασπιστών της ελευθερίας αναπλήρωνε μισθοφορικός στρατός, ο οποίος εύκολα μετακινείτο στο στρατόπεδο του εχθρού σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής. Ο έλεγχος του εμπορίου, με αντιστάθμισμα την παροχή εκδουλεύσεων, είχε περιέλθει στις ανταγωνιστικές δυνάμεις της Βενετίας και της Γένουας με συνέπεια την δραματική συρρίκνωση των δημοσίων πόρων. Και τα στίφη των επιδρομέων διαδέχονταν το ένα το άλλο. Όπως σε κάθε περίοδο παρακμής πριν από την τελική κατάρρευση τις ελπίδες είχαν πάψει να εναποθέτουν στον Θεό. Tις είχαν στηρίξει στη Δύση, που ζητούσε ως αντάλλαγμα τη θρησκευτική υποταγή, τήν ψευτοένωση των Εκκλησιών.

Ο λαός έχοντας ως οδηγούς φωτισμένους κληρικούς αντιστεκόταν στο ξεπούλημα της πίστης του. Είναι άκρως εντυπωσιακό ότι δέχθηκε με ενθουσιασμό κατά την επάνοδό του στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρκο, τον μητροπολίτη της υπό δουλεία πλέον Εφέσσου, που δεν είχε υποκύψει στις πιέσεις των παπικών, ενώ αποδοκίμασε τους υπογράψαντες την ψευτοένωση. Είναι επίσης εντυπωσιακό το ότι ο τελευταίος μέγας δούξ, τρόπον τινά πρωθυπουργός, Λουκάς Νοταράς έμεινε γνωστός για τη φράση του: “Προτιμότερο είναι να δω να βασιλεύει στην πόλη το τουρκικό τουρμπάνι παρά η καθολική τιάρα”. Η στάση των ανθενωτικών δέχθηκε αυστηρή την κριτική πολλών ιστορικών, ξένων και Ελλήνων. Χαρακτηρίζονται αυτοί  συλλήβδην ως όχλος φανατικών και εμπαθών, οι οποίοι συνετέλεσαν στο να χαθεί τελικά η αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία, που πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν χαίρει εκτιμήσεως από πλείστους όσους δικούς μας ιστορικούς που προβαίνουν σε ιστορικές αναλύσεις με βάση δυτικές ιδεολογίες. Εκείνο που αποκρύπτεται με επιμέλεια τόσο από τους συμπαθούντες όσο και από τους αντιπαθούντες τους ανθενωτικούς είναι η στάση που κράτησε κάποιος άλλος από εκείνους που μετείχαν στις συνόδους Φερράρας και Φλωρεντίας, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος (μη χριστιανός) Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων), σύμβουλος του αυτοκράτορα. Υπήρξε μεταξύ των ελαχίστων που αρνήθηκαν να υπογράψουν το κείμενο της ψευτοένωσης όχι βέβαια για λόγους θρησκευτικούς, αφού τα δόγματα της πίστεως τον άφηναν αδιάφορο, αλλά για λόγους αξιοπρέπειας! Τελικά “η πόλις εάλω”, παρά τη βοήθεια που έλαβε (μικρή ασφαλώς) μετά τη δραματικό συλλείτουργο στον ναό της του Θεού Σοφίας τον Δεκέμβριο του 1452.

Εκείνο που δεν κατάφεραν οι ενωτικοί να επιτύχουν τότε το πέτυχαν μετά την ανασύσταση του ελληνικού κράτους με την παρέμβαση, διπλωματική και πολεμική (Ναυαρίνο), των μεγάλων Δυνάμεων. Ο λαός, όσος δεν λύγισε κατά τη μακραίωνη σκλαβιά, παρέμενε σταθερά προσηλωμένος στην παράδοση της ρωμηοσύνης. Πολιτειακοί και πολιτικοί παράγοντες, διανόηση δυτικοσπουδαγμένη και μέρος του ανωτέρου κλήρου επέτυχαν μετά από αιώνα και πλέον να ξερριζώσουν από την καρδιά του λαού την παράδοση τη θεμελιωμένη στην ορθόδοξη πίστη και να τον κατευθύνουν προς τον δυτικό τρόπο ζωής. Καμμιά φωνή διαμαρτυρίας δεν ακούστηκε όταν ρίχτηκε το σύνθημα “ανήκομεν εις την Δύσιν”, σύνθημα που έκανε να τρίζουν τα κόκκαλα εκείνων που είχαν δεχθεί στο διάβα της ιστορίας το δολοφονικό μαχαίρι της. Ο λαός παραδόθηκε με μικρή σχετικά αντίσταση στο εκμαυλιστικό τραγούδι των σειρήνων, που, άλλωστε δεν ζητούσαν, όπως τότε, να νοθεύσει την πίστη του, αφού στη Δύση η θρησκευτική πίστη έχει πάψει από καιρό να διαδραματίζει ρόλο σημαντικό στη δημόσια ζωή των χωρών και έχει καταπέσει σε προσωπική υπόθεση μικρής μειοψηφίας.

Ο λαός δεν ρωτήθηκε πριν υπογράψουν οι εκπρόσωποί του τις συμβάσεις ένταξής του στη Δύση (ΕΟΚ –ΕΕ). Δεν ενημερώθηκε για τις συνέπειες της. Απεναντίας αισθάνθηκε επί τέλους τη ζωή του να αλλάζει με την αύξηση της αγοραστικής του δύναμης και ο καταναλωτισμός έγινε η νέα του θρησκεία! Κύλισαν 30 έτη “ονειρεμένα” και ξαφνικά ξύπνησε σε πραγματικότητα αδυσώπητη! Εκείνοι που μας εκμαύλισαν δια των “ενωτικών” εντολοδόχων – εκπροσώπων μας άρχισαν να ζητούν πίσω τα δανεικά. Μάλιστα έχουν θαυμαστούς τρόπους να τα υπολογίζουν με τόκους και πανωτόκια και να τα πολλαπλασιάζουν. Και αυτοί που μας οδήγησαν στη συμφορά με το “ενωτικό” παραλήρημα προβάλλουν τώρα ως οι αγωνιστές για να εξέλθει η χώρα μας από την κρίση. Μια κρίση που βαθαίνει μέρα με την ημέρα, που οδηγεί στην εκποίηση της περιουσίας του δημοσίου, στον αφανισμό της μικρής επιχείρησης, στη διόγκωση της ανεργίας και στο νέο κύμα μετανάστευσης πλήθους επιστημόνων, ενώ η χώρα πλημμυρίζει από μετανάστες απόκληρους από τις χώρες που γεύτηκαν πριν από μας τις αγαθές προσφορές του πολιτισμένου δυτικού ανθρώπου! Μια κρίση που δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πρωτίστως ηθική.

Και ενώ η χώρα μας δοκιμάζεται, όπως και τότε που η παρακμή του λαού οδήγησε στην άλωση τη βασιλεύουσα των πόλεων, όλοι αναζητούμε εναγωνίως τον ηγέτη που θα ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στους οικονομικά ισχυρούς που καταδυναστεύουν τους λαούς και θα χαρακτηρίσει το χρέος επαχθές! Είναι όμως πρόθυμος ο λαός να ακολουθήσει για λόγους αξιοπρέπειας έναν τέτοιο ηγέτη; Ή θα παραμένει απαθής βλέποντας να εκποιούνται εργοστάσια της ΔΕΗ, αεροδρόμια και λιμάνια, έδαφος και υπέδαφος, νησιά και, τέλος, η Ακρόπολη; (Ακόμη και αν αυτό το τελευταίο αποτελεί ακραία υπερβολή, η συζήτησή του είναι ένδειξη του πόσο στερούμαστε αξιοπρέπειας). Σε τελευταία ανάλυση μας αξίζει ένας τέτοιος ηγέτης; Είναι καιρός να συνειδητοποιούμε ότι η επίθεση άρχισε αυτή τη φορά από την πρωτεύουσα της παρακμής μας, ενω στην εξουσία βρίσκονται οι “ενωτικοί”; Η “βασιλεύουσα”, με αρχαίο χιτώνα κακοΰφαντο στη Δύση και όχι βυζαντινή χλαμύδα, βρίσκεται υπό μερική κατοχή των αποκλήρων, που δεν έσπευσαν εδώ υποκινούμενοι από τις υποσχέσεις ενός νέου πορθητή για δηώσεις και λάφυρα, αλλά από την ανάγκη να εξασφαλίσουν τον επιούσιον άρτο;

Τί είναι πιθανότερο; Να επιβιώσουμε στην ιστορία ταυτιζόμενοι απόλυτα με τη Δύση ή διαχωρίζοντες πλήρως τη θέση μας από τους ολετήρες του πλανήτη; Ενωτικοί ή ανθενωτικοί; Το κύριο δίλημμα του Νεοέλληνα στην περίοδο που επιχειρείται η επανεγγραφή της ιστορίας του μακροβιότατου έθνους μας.

 

                                                                        “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 6-6-2011               

Υπάρχει ζωή και μετά το ευρώ!

Υπάρχει ζωή και μετά το ευρώ!

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Μπορεί να επιβιώσει η χώρα χωρίς το ευρώ; Για να απαντήσει κανείς σ' αυτό το ερώτη­μα θα πρέπει πρώτα να απαντήσει στο αν μπορεί να επιβιώσει η χώ­ρα με το ευρώ. Αν έχετε προσέξει, όλοι οι απολογητές του ευρώ και της Ε.Ε., από τους διατεταγμένους προ­παγανδιστές του επίσημου δωσιλογισμού έως τα «παπαγαλάκια» τους στην Αριστερά, αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθούν στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Αρκούνται μόνο σε μια απίστευτη καταστροφολογία για το τι δήθεν θα γίνει, αν τυχόν η χώρα απαλλα­γεί από τον χαλινό του ευρώ. Ενώ όταν αναγκάζονται να μιλήσουν για το τι μας έχει «προσφέρει» το ευρώ, τότε απογειώνονται από τον μάταιο τούτο κόσμο της κοινής λο­γικής και αναζητούν καταφύγιο στη νεφελοκοκκυγία του παραλόγου. Εκεί δηλαδή όπου τα εξωτερικά ελ­λείμματα είναι απόδειξη αναπτυξι­ακής δυναμικής κι όχι παραγωγικής αποσύνθεσης. Εκεί όπου ο υπερδανεισμός, ιδιωτικός και δημόσιος, δεν αποτελεί πρόβλημα ούτε οδη­γεί στη χρεοκοπία. Εκεί όπου με τη δραχμή είχαμε πολύ περισσότερα αδιέξοδα και προβλήματα, παρά με το ευρώ. Εκεί όπου η άνοδος του ΑΕΠ, του πιο εικονικού δείκτη της οικονομίας, αποτελεί βασικό κρι­τήριο της οικονομικής ανάπτυξης. Εκεί όπου το να πληρώσουν με κά­ποιο τρόπο λαός και εργαζόμενοι το τοκογλυφικό χρέος που έχει συσ­σωρεύσει η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, είναι ο μόνος δρόμος.

Κι όχι μόνο αυτό. Η ίδια η κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης έχει εξαφανιστεί παντελώς από την ανά­λυσή τους. Δεν είναι παρά μια απλή παράπλευρη συνέπεια της παγκόσμι­ας κρίσης, έστω κι αν ο ίδιος ο Τρισέ έχει πει ότι «από τον Σεπτέμβριο του 2008 αντιμετωπίζουμε την πιο δύσκο­λη κατάσταση από την εποχή του Δευ­τέρου Παγκοσμίου Πολέμου – ίσως ακόμη και από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» («DerSpiegel», 15.5.10)

Η κρίση του ευρώ

Τι ξέρει ο Τρισέ από ευρώ και κρί­ση, όταν υπάρχουν προοδευτικοί, ακόμη και αριστεροί, φωστήρες, που ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με όλα αυτά σαν να ήταν ασήμαντες λεπτο­μέρειες. Η απολογητική στην οποία ασκούνται όλοι αυτοί, κάνει ακόμη και τους Μπαρόζο – Τρισέ να ωχριούν. Όσο για την τερατώδη υπερδιόγκωση των τραπεζών και την επιβολή ενός δημοσιονομικού ολοκληρωτισμού στην ευρωζώνη υπέρ των χρηματαγορών, ούτε που τους απασχολεί. Γι' αυτούς δεν υπάρχει μεγαλύτερος «διεθνισμός», δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση του «ευρωπαϊσμού» τους από την ολοκληρωτική ισοπέδωση λαών, χωρών και εργαζομένων που εφαρμόζει η Ε.Ε. σήμερα.

Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.

Εκτός ευρωζώνης

Καταρχάς, σήμερα σχεδόν το σύνολο των οικονομικών αναλυτών διεθνώς, πέρα από τους τρόφιμους των ευρωκονδυλίων, των γνωστών τραπεζικών και επιχειρηματικών κυκλωμάτων που χρησιμοποιούν το ευρώ για να καταληστέψουν τα πάντα, έχει καταλήξει ότι η Ελλάδα δεν μπορείνα ανακάμψει χωρίς διαγραφή χρέους και επαναφορά του εθνικού νομίσματος. Χαρακτηριστική περίπτωση, ο Mark Weisbrot, διευθυντής ενός από τα πιο φημισμένα διεθνώς κέντρα δημοσιονομικής πολιτικής, του Κέντρου Έρευνας για την Οικονομία και την Πολιτική (CEPR): «Η Πορτογαλία μόλις ολοκλήρωσε ένα σύμφωνο με το ΔΝΤ που προβλέπει δυο χρόνια ύφεσης ακόμα. Καμιά κυβέρνηση δεν πρέπει να δέχεται αυτή την τιμωρία. Κάθε ηγέτης που σέβεται τον εαυτό του και τη χώρα του θα τόνιζε προς τις ευρωπαϊκές αρχές πως έχουν τα χρήματα για να υποστηρίξουν την Ελλάδα με πολιτικές "αντι-κυκλικές" (όπως οι κεφαλαιακές ενισχύσεις), παρόλο που επιλέγουν να μην το κάνουν. Επίσης υπάρχει η ιδέα ότι η Ελλάδα – όπως και η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία – μπορούν να ανανήψουν μέσα από μια "εσωτερική υποτίμηση".

Δηλαδή, μέσα από την αύξηση της ανεργίας, με σκοπό οι μισθοί να πέσουν τόσο, ώστε να γίνει η χώρα ανταγωνιστική διεθνώς. Το κοινωνικό κόστος μιας τέτοιας ενέργειας, όμως, είναι εξαιρετικά υψηλό και δεν αποδίδει. Η ανεργία διπλασιάστηκε στην Ελλάδα (στο 14,7%), υπερδιπλασιάστηκε στην Ισπανία (σε 20,7%) και υπερτριπλασιάστηκε στην Ιρλανδία (σε 14,7%). Αλλά η ανάκαμψη δεν υπάρχει στον ορίζοντα. Να είστε σίγουροι ότι οι ευρωπαϊκές αρχές θα προσέφεραν στην Ελλάδα μια καλύτερη συμφωνία αν αντιμετώπιζαν μια σοβαρή απειλή αποχώρησής της από την ευρωζώνη…

Όμως το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα δεν αντέχει να δεχτεί συμφωνίες που δεν την αφήνουν να αναπτυχθεί και έτσι να βρει τον δρόμο της εξόδου από την ύφεση. Τα δάνεια που απαιτούν αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν πολιτικές που ενισχύουν τον "κύκλο" – μείωση εξόδων και αύξηση φόρων μπροστά στην ύφεση – πρέπει να βγουν από το τραπέζι. Η προσπάθεια να γλιτώσει η Ελλάδα μέσω της υποτίμησης έχει αποτύχει. Αν αυτό είναι όλο κι όλο που μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη, τότε είναι ώρα για την Ελλάδα, ίσως και για άλλους, να πουν αντίο στο ευρώ» («The New York Times», 9.5).

Η λύση της δραχμής

Η απάντηση στο παραπάνω είναι έτοιμη: ο κύριος αυτός είτε είναι «γραφικός» είτε εκπροσωπεί σκοτεινά αμερικανικά συμφέροντα. Κι αυτά τα λένε όσοι δεν χάνουν ευκαιρία να εξαργυρώνουν επιταγές αλληγορικά και κυριολεκτικά. Από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν κάθε είδους μίσθαρνα όργανα; Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο ή θέσφατο;

Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλώς την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν από λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί για το τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους «Times» του Λονδίνου (30.5), ο επικεφαλής του CEBR Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%». Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%;

Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της Ε.Ε., που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο, μια και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανένας σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας, την οποία άλλοι προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δύο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ' αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Δύο μοντέλα

Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας, γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις πού, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ό,τι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή, την οποία οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.

Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.

Ανάγκη «οικονομικής αυτονομίας»

Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεοκοπίας του 1932, τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πώς θ' ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκτου ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν».

Ο Διομήδης δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι, αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης, δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στη χρεοκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.

Αιτία χρεοκοπίας

Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο, είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και τη λειτουργία του ευρώ, ή απλώς προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συνέβη τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά.

Μια άλλη πολιτική

Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα όσο και για τη χρεοκοπία της. Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμάται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυ­πώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού, και αυτές δεν είναι νομι­σματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με τη συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά.

Τι σημαί­νει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντό­πιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επι­χειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομί­ας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημο­σίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλού­του, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στον διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματι­κές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπο­ρικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περι­οχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντι­κών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδή­λωση πληθωριστικών πιέσεων.

Στεγνώνει η οικονομία από ρευστότητα

Επειδή οι παπαγάλοι του ευρώ έχουν ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, θα πρέπει να τους πούμε τα εξής: Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα με τη μέρα.

Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί τους αμέσως επόμενους μήνες, μια και η κρίση ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας θα επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και το χαρτονόμισμα θα γίνει δυσεύρετο.

Ποια αναστήλωση;

Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχει να αντιμετωπίσει, αν και όποτε κατορθώσει ο λαός να επιβάλει την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις στους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της.

Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ' αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα; Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940 είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ' αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα;

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/06/blog-post_05.html

Η μεγάλη σφαγή των διδασκόντων 407/80

Η μεγάλη σφαγή των διδασκόντων 407/80

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις εκατοντάδων συμβασιούχων διδασκόντων 407/80 στα Πανεπιστήμια, να στερήσει τα Τμήματα από προσωπικό χωρίς το οποίο δεν μπορούν να λειτουργήσουν να οδηγήσει σε πρωτοφανή υποβάθμιση τα προγράμματα σπουδών.

Με έγγραφό του Υφυπουργού Πανάρετου προς τα Πανεπιστήμια (αντίστοιχο έχει στείλει και στα ΤΕΙ για θέσεις έκτακτου προσωπικού) ανακοινώνει ότι φέτος δεν θα δοθούν πιστώσεις σε κάθε ίδρυμα για να τις κατανείμει, αλλά το ίδιο το Υπουργείο θα αξιολογήσει τις ανάγκες των τμημάτων και θα προσφέρει συγκεκριμένες πιστώσεις για συγκεκριμένα μαθήματα. Για το σκοπό αυτό ζητά από τις γραμματείες των Τμημάτων αναλυτικά στοιχεία για τα μαθήματα που θα διδαχθούν από συμβασιούχους, το εάν είναι υποχρεωτικά ή επιλογής, τον αριθμό των μελών ΔΕΠ ανά τμήμα, το πόσοι φοιτητές το δήλωσαν την περασμένη χρονιά κ.λπ. Στη βάση αυτών των στοιχείων το ίδιο το Υπουργείο θα κρίνει και όχι τα τμήματα αν δικαιούνται πιστώσεις ή όχι. Ξεκαθαρίζει επίσης ότι για τα τμήματα με περισσότερα από 25 μέλη ΔΕΠ δεν θα πάρουν καθόλου πιστώσεις, παρά μόνο ελάχιστες κατ’ εξαίρεση.

Είναι προφανές ότι το Υπουργείο ετοιμάζεται να κάνει τεράστιας κλίμακας περικοπή πιστώσεων 407/80. Άλλωστε, ήδη υπάρχει ρητή εντολή του Υπουργείου Εσωτερικών για περικοπή -50% των συμβασιούχων σε όλα τα Υπουργεία. Βάζοντας το πλαφόν των 25 μέλη ΔΕΠ στερεί από πάρα πολλά τμήματα, με μεγάλες διδακτικές ανάγκες, το αναγκαίο προσωπικό. Επιπλέον, η διαδικασία αξιολόγησης και ιεράρχησης που θα κάνει το Υπουργείο είναι σχεδόν νομοτελειακό ότι θα είναι χρονοβόρα, χαοτική και εγγενώς διαβλητή, όπως φάνηκε και από την επαναξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων. Μετά τη στάση πληρωμών έρχεται και η στάση προσλήψεων.

Είναι μια μεθόδευση παράνομη (αφού αφαιρεί από τα πανεπιστήμια το δικαίωμα επιλογής που ρητά ορίζει το ΠΔ 407/80) που θα έχει τρομακτικές συνέπειες μέσα στα Πανεπιστήμια. Μιλάμε για βέβαιη απόλυση εκατοντάδων διδασκόντων σε όλη την Ελλάδα και για χιλιάδες μαθήματα που δεν θα προσφέρονται την επόμενη χρονιά. Μια ολόκληρη γενιά επιστημόνων, αφού για χρόνια γεύτηκαν την εργασιακή περιπλάνηση, τον εξευτελισμό των σπαστών συμβάσεων, τις τεράστιες καθυστερήσεις πληρωμών, τώρα έχουν μπροστά τους την προοπτική της πλήρους εργασιακής και ακαδημαϊκής εξαθλίωσης. Είναι η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου για τους συμβασιούχους διδάσκοντες.

Πολλά τμήματα δεν θα μπορέσουν να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα σπουδών ή θα το υποβαθμίσουν ριζικά. Σε συνδυασμό με το πάγωμα ουσιαστικών των διορισμών των εκλεγμένων μελών ΔΕΠ, το πάγωμα των προκηρύξεων νέων θέσεων, τις μαζικές συνταξιοδοτήσεις μελών ΔΕΠ τα πανεπιστήμια δεν οδηγούνται απλώς σε συρρίκνωση αλλά σε ένα πραγματικό ακαδημαϊκό κραχ. Ταυτόχρονα, ο πολυεπίπεδος στραγγαλισμός των Πανεπιστημίων αντικειμενικά ανοίγει το δρόμο όχι μόνο για τη συρρίκνωση αλλά και για την εμπορευματοποίηση των πανεπιστημίων, αφού μόνο  με την εισαγωγή διδάκτρων και γενικότερα μορφών ανταποδοτικότητας θα μπορούν να λειτουργήσουν τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

Με αυτή την πραγματικότητα δεν χωράει κανένας συμβιβασμός. Ή τώρα θα υπάρξει μαζική και αποφασιστική αντίδραση, συλλογικός αγώνας για τη σωτηρία του δημόσιου πανεπιστημίου ή απλώς θα μετράμε τη μία απώλεια μετά την άλλη. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε το νέο νόμο, ο νόμος ήδη εφαρμόζεται με τις τεράστιες περικοπές στους προϋπολογισμούς, τις απολύσεις διδασκόντων 407/80, το πάγωμα διορισμών και προσλήψεων, τις συνεχείς παρεμβάσεις του Υπουργείου, τα ενεργά σχέδια για συγχωνεύσεις – καταργήσεις. Τώρα είναι η ώρα της απάντησης, όχι το Σεπτέμβρη. Με μαζικές συνελεύσεις όλης της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, ενωμένοι διδάσκοντες, φοιτητές και διοικητικοί να κατεβάσουμε το Πανεπιστήμιο στο δρόμο. Με απεργίες, με διαδηλώσεις, με καταλήψεις με αγωνιστική αναστολή λειτουργίας των Ιδρυμάτων πριν το Υπουργείο Παιδείας βάλει οριστική ταφόπλακα στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Η ανοχή ή η μοιρολατρική αναμονή απλώς θα μας κάνουν συνένοχους στο έγκλημα…

 

ΠΗΓΗ: 3-6-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=34758

Σχολείο και αντισχολείο – Σκέψεις

Σκέψεις για τη σκοπιμότητα της  λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο και την επίδραση της διοίκησής του σε αυτή

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*


 

Μπλεγμένη στους λαβυρίνθους της σκέψης μου και προσπαθώντας, παράλληλα, να κάνω έναν ελάχιστο «απολογισμό» εμπειριών, θεωριών και ιδεών για τη σκοπιμότητα της  λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο, «σκόνταψα» ευεργετικά στο κίνημα της αποσχολειοποίησης:  Η αποσχολειοποίηση ή το αντι-σχολείο ήταν ένα κίνημα της δεκαετίας του ΄70 και σκοπό είχε να απαλλαγεί η κοινωνία από το σχολείο.

Το κίνημα αυτό αμφισβήτησε τις προθέσεις του σχολείου και τον ρόλο της εκπαίδευσης. Κύριος εκφραστής ήταν ο Ιvan Ιllich, ο οποίος υποστήριζε ότι το σχολείο ως θεσμός είναι αποτυχημένος, ότι ο άνθρωπος αποκτά τις γνώσεις έξω από αυτό και ότι υπάρχει καταπίεση με την υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο. Σύμφωνα με αυτό το κίνημα, το σχολείο δρα ως φυλακή του πνεύματος. Αν και η κριτική που άσκησε στο σχολείο το κίνημα της αποσχολειοποίησης ήταν αρκετά εύστοχη, παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να δώσει ικανοποιητικές εναλλακτικές απαντήσεις και λύσεις. Οι θιασώτες του υποστήριζαν βέβαια ότι αν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή στις κοινωνικές δομές, δεν θα μπορέσει να αλλάξει και η εκπαιδευτική δομή της κοινωνίας.

Θεωρώ πως το κίνημα της αποσχολειοποίησης συμπυκνώνει αριστοτεχνικά, ακόμη και στην άρνησή του, και ιδιαίτερα με εκφράζει, το ακόλουθο απόσπασμα του Μπουσκάλια από το βιβλίο του: «Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις»:

«Βέβαια, ο άνθρωπος χρειάζεται έναν οδηγό. Ο δάσκαλος – όπως κι ο γονιός – είναι τέτοιος οδηγός. Μ’ αρέσει να με ονομάζουν παιδαγωγό. Δε μ’ αρέσει να με λένε καθηγητή. Ο καθηγητής θυμίζει την έδρα κι από έδρες έχουμε πήξει. Η παιδαγωγική βγαίνει από το ρήμα άγω, που σημαίνει οδηγώ, διευθύνω, κι αυτό θα ‘πρεπε να κάνουμε. Υπάρχει ένα τραπέζι γεμάτο θαύματα. Η αγωγή είναι ο τρόπος να οδηγήσεις τους ανθρώπους σ’ αυτό. Μπορείς να διακοσμήσεις το τραπέζι, μπορείς να βάλεις πάνω του όλα τα φαγητά του κόσμου, μα δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να φάει. Ο Καρλ Ρότζερς λέει, «κανείς δε δίδαξε ποτέ τίποτε σε κανέναν. Κι αυτό είναι αλήθεια. Μόνο τον εαυτό μας διδάσκουμε. Ο δάσκαλος που νομίζει ότι έχει όλες τις απαντήσεις είναι ο πιο μεγάλος ηλίθιος του κόσμου! Τι θαυμάσιο πράγμα ν΄ακούς ένα παιδί να βάζει ένα ερώτημα πραγματικά έξυπνο και ν΄απαντά ο δάσκαλος: «μπράβο! Δεν την ξέρω την απάντηση, αλλά πάμε να την βρούμε μαζί». Ίσως είναι αυτός ο τρόπος να πεις στον άλλο: η μάθηση είναι συναρπαστική. Δε χρειάζεται να ξέρεις τα πάντα. Θα οδηγήσουμε ο ένας τον άλλο».

Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργατική λειτουργία μιας σχολικής κοινότητας, θεωρητικά, πρέπει να στοχεύει στην κάλυψη ορισμένων πιθανών δεικτών, σε ομάδες κριτηρίων για την εύρυθμη λειτουργία της, που αφορούν:

Α) Το φυσικό περιβάλλον

·        Το σχολείο είναι ένα ασφαλές μέρος

·        Το σχολείο είναι καθαρό και τακτοποιημένο

·        Η δουλειά των μαθητών γίνεται γνωστή

·        Οι αίθουσες είναι ελκυστικές, γεμάτες χρώματα και δημιουργούν θετικές αντιδράσεις.

Β) Το κοινωνικό περιβάλλον και μαθησιακό περιβάλλον

. Υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ δασκάλων και μαθητών

. Δεν υπάρχει εκφοβισμός μέσω απειλών

Γ) Η επαγγελματική  αντίληψη και πρακτική

. Υπάρχουν ευκαιρίες για να αναπτύξει το προσωπικό γνώσεις και να αποκτήσει εμπειρίες

. Οι δάσκαλοι συνεργάζονται και ανταλλάσσουν εμπειρίες καλής πρακτικής

. Οι δάσκαλοι έχουν ευκαιρίες να πάρουν πρωτοβουλίες, να εισαγάγουν καινοτομίες και να αποδείξουν τις διοικητικές τους ικανότητες.

Στον τρόπο διοίκησης που εφαρμόζεται, και ειδικά από τη συμπληρωματικότητα των  μονομελών του οργάνων, του διευθυντή και του υποδιευθυντή, εντάσσεται και η διάθεση του να  επαινούνται οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν οι διδάσκοντες καθηγητές (π.χ.: η μεταβολή δύο από τους πέντε περιπάτους σε επισκέψεις σε μουσεία, προκειμένου να αναβαθμίσουν το σχολείο και να δώσουν ερεθίσματα στους μαθητές). Με τον τρόπο αυτό οι καλοπροαίρετοι δηλώνουν ικανοποιημένοι από το κλίμα του σχολείου και την καλή επικοινωνία μεταξύ του προσωπικού και της διεύθυνσης. Τέτοιες ενέργειες χαρακτηρίζουν το διευθυντή ως ένα μορφωμένο και ευσυνείδητο εκπαιδευτικό λειτουργό, με δημοκρατική ιδεολογία, που έχει όραμα για το σχολείο που διοικεί και με πειστικό τρόπο το μετουσιώνει.

Ένας σωστός διευθυντής, συμβάλλοντας στην καλή, από άποψη κτιριακής και υλικοτεχνικής υποδομής, λειτουργία του σχολείου και στο ότι πολλές φορές με την παρέμβασή του αποφεύγονται συγκρούσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών, αποδεικνύει έμπρακτα πως νοιάζεται για τη διατήρηση και την ενίσχυση του συλλογικού πνεύματος στο σχολείο του. Επίσης, πρέπει να  καταβάλλει συστηματική προσπάθεια, με στόχο, αφενός, ιδιαίτερα οι νέοι εκπαιδευτικοί, να αναπτύσσουν απρόσκοπτα και να βελτιώνουν τους διδακτικούς και παιδαγωγικούς χειρισμούς τους, και, αφετέρου, να ενταχθούν ομαλά στη μικροκοινωνία του σχολείου και του συλλόγου διδασκόντων. Κατά τη γνώμη μου, η προσπάθεια του διευθυντή να βοηθήσει να ενσωματωθούν όσο το δυνατό γρηγορότερα στο κλίμα του σχολείου και στο σύλλογο διδασκόντων  νέοι συνάδελφοι, είναι εξαιρετικά σημαντική για τη συνοχή του σχολείου.

Τέτοιοι  διευθυντές συνήθως έχουν στόχους για το συγκεκριμένο σχολείο, ενεργούν κατά την ουσία των νομικών κειμένων και δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι  παρακινητικοί, ιδιαίτερα φιλικοί και ευαισθητοποιημένοι, βρίσκονται κοντά στις ανάγκες και στα προβλήματα των μαθητών,  επιδιώκουν να κρατούν τις ισορροπίες στο σχολείο.

Θεωρώ ότι  ένας δημοκρατικός «ηγέτης» που θέλει να ακούει τις απόψεις του προσωπικού και δεν επιβάλλει τη δική του γνώμη, που δέχεται τις αποφάσεις της πλειοψηφίας, ακόμη και για θέματα στα οποία έχει αντίθετη άποψη, είναι ικανός να δημιουργήσει  καλό κλίμα στο σχολείο του και  να προωθήσει τη συνεργασία του προσωπικού με τους χειρισμούς του, οι οποίοι στηρίζονται στο σεβασμό της προσωπικότητας κάθε ατόμου, είτε είναι εκπαιδευτικός είτε μαθητής, και στην προσπάθεια εύρεσης της καλύτερης δυνατής λύσης. Πολλοί συνάδελφοι, άλλωστε, δηλώνουν ότι συμμετέχουν σε δραστηριότητες ή αναλαμβάνουν εξωδιδακτικές πρωτοβουλίες, επειδή γνωρίζουν ότι θα έχουν την αμέριστη συμπαράστασή του διευθυντή τους και επειδή τους εμπνέει το όραμά του για ένα διαφορετικό δημόσιο σχολείο.


* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος -ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com

Ελλάδα: ξεπούλημα στην ΕΕ και οι πλατείες

Το ξεπούλημα της Ελλάδος στην ΕΕ και οι πλατείες*

 

Του Τάκη Φωτόπουλου


 

Ενώ η χώρα είναι στα πρόθυρα να ανακηρυχθεί και επίσημα προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ (δηλ. της πολιτικής και οικονομικής ελίτ των ΗΠΑ και ΕΕ), η παραπέρα συνέχιση του δανεισμού μας… για να ξεπληρώνουμε τα παλιά δάνεια εξαρτάται τώρα από το ξεπούλημα κάθε κοινωνικού πλούτου (λιμάνια, αεροδρόμια, τρένα, ηλεκτρικό, νερό κ.λπ.) στις ίδιες ελίτ – και ό,τι ξεροκόμματο αρπάξει και η ντόπια οικονομική ελίτ – που θα επιβλέπουν σαν γκαουλάιτερ την όλη διαδικασία.

Για το ξεπούλημα αυτό, που ακόμη και οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς περιγράφουν ως «απώλεια όχι μόνο της κυριαρχίας αλλά και της αξιοπρέπειας της χώρας»,[1] είναι άμεσα συνυπεύθυνα τα κόμματα εξουσίας που συναίνεσαν στην «αξιοποίηση» (όπως βάφτισαν σαν τον Ροΐδη) το ξεπούλημα αντί πινακίου φακής του κοινωνικού μας πλούτου, που θα έχει καταστροφικές συνέπειες στο μέλλον.

Έμμεσα όμως συνυπεύθυνα  είναι και τα κόμματα της  «Αριστεράς» και «οικολογίας», καθώς και η πνευματική  και πολιτιστική ελίτ, που δεν θέτουν θέμα άμεσης και μονομερούς εξόδου από την ΕΕ (και όχι απλά από το Ευρώ που θα ήταν καταστροφική λύση) αλλά αποπροσανατολίζουν τον λαό στο να «δέρνει το σαμάρι», – δηλαδή, τους επαγγελματίες πολιτικούς  για τη διαφθορά τους κ.λπ., που είναι βέβαια αλήθεια αλλά δεν είναι η απώτερη αιτία τη βαθιάς κρίσης, αφού είναι απλά εκτελεστικά όργανα των ελίτ. Έτσι, σύσσωμη η αριστερά, από τον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι, πιο αριστερά, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (που μιλά για ρήξη και καπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ… σε τρία τέρμινα), καθώς και την πατριωτική Αριστερά του Μίκη (που μιλά για προστατευτισμό… μέσα στην ΕΕ!) αντιμετωπίζουν ως ταμπού το θέμα της εξόδου από την ΕΕ και ασχολούνται με τον… Λογιστικό Έλεγχο του Χρέους (μήπως ‘κουρέψουμε’ κάποιο τμήμα του!), ενώ κάποιοι παπαγαλίζουν τη συστημική γραμμή  ότι η επιστροφή στην δραχμή οδηγεί στην καταστροφή, «ξεχνώντας» ν’ αναφέρουν ότι αυτό ισχύει μόνο αν η έξοδος από την ΕΕ δεν συνοδεύεται από σειρά άλλων μέτρων και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό μοντέλο. Δηλαδή, ένα μοντέλο που θα μας απαλλάξει δια παντός από την ξένη εξάρτηση μέσα από μια αυτοδύναμη (όχι αυτάρκη) οικονομία, πιθανώς σε μια συνομοσπονδία αυτοδύναμων οικονομιών του Ευρωπαϊκού «Νότου»[2]. Τέλος το ΚΚΕ βλέπει μεν σωστά ότι χωρίς την έξοδο από την ΕΕ δεν είναι δυνατή η ελεγχόμενη από τον λαό οικονομία, αλλά ανάγει το θέμα στην κατάκτηση της Λαϊκής Εξουσίας, δηλαδή όταν και εάν δημιουργηθούν επαναστατικές συνθήκες! Και, φυσικά, η αντιεξουσιαστική «Αριστερά» περί άλλα τυρβάζει…

Η οικονομική αυτοδυναμία σήμερα είναι, επομένως, όχι μόνο επιθυμητή (όπως πάντα ήταν, ως προϋπόθεση της οικονομικής δημοκρατίας, δηλαδή της εξουσίας του δήμου στην οικονομική σφαίρα που προϋποθέτει οικονομική ισότητα) αλλά και εφικτή. Η αυτοδυναμία αυτή δεν σημαίνει, βέβαια, «κλείσιμο των συνόρων», όπως διαστρεβλώνουν πολλοί την διαδικασία αυτή, αλλά ανάκτηση του κοινωνικού ελέγχου στην οικονομία, που σήμερα είναι αδύνατος με ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές. Στην πραγματικότητα, η οικονομική αυτοδυναμία αποτελεί τη μόνη λύση για διέξοδο όχι μόνο από τη τωρινή βαθιά κρίση, αλλά και από τη μακροπρόθεσμη κρίση, ιδιαίτερα την οικολογική, που βαθαίνει καθημερινά. Η ανάγκη άλλωστε της αυτοδυναμίας γίνεται σήμερα επιτακτική όταν π.χ. προβλέπεται μαζική εξαθλίωση σε λίγα χρόνια εξαιτίας του διπλασιασμού των τιμών τροφίμων που φέρνει, άμεσα η έμμεσα, η παγκοσμιοποίηση και η συναφής κερδοσκοπία![3] Όπως προσπάθησα να αναλύσω αλλού[4], οι αυτοδύναμες οικονομίες αποτελούν σήμερα όχι μόνο τη μόνη απάντηση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αλλά και θεμελιακά στοιχεία ενός νέου διεθνισμού, ο οποίος υιοθετεί μεν τις βασικές αρχές του παραδοσιακού διεθνισμού της Αριστεράς, αλλά και τον υπερβαίνει, διότι θεμελιώνεται σε μια διεθνοποιημένη οικονομία που δεν καθορίζεται ούτε από την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, ούτε από το κεντρικό Πλάνο, αλλά από την Οικονομική Δημοκρατία, δηλ. τις αυτό-καθοριζόμενες (μέσω των συνελεύσεων των πολιτών) οικονομίες.

Στο μεταξύ, ένα πρωτόγνωρο είδος ειρηνικής εξέγερσης ξεκίνησε στις πλατείες της Ισπανίας και της Ελλάδας που δυνητικά έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τις εξεγέρσεις στις Αραβικές χώρες, εφόσον στρέφεται, έστω έμμεσα προς το παρόν, κατά της ίδιας της υπερεθνικής ελίτ και όχι ενάντια σε εύκολα αναλώσιμους τυράννους τύπου Μουμπάρακ και Μπεν Αλί. Ο αυθόρμητος και αμεσοδημοκρατικός χαρακτήρας των εξεγέρσεων αυτών είναι η δύναμή τους αλλά και η πιθανή πηγή αδυναμίας τους. Είναι η δύναμή τους γιατί σε αυτές μετέχουν οι πολίτες σαν πολίτες και όχι σαν κομματικά η γραφειοκρατικά στελέχη συνδικάτων κ.λπ. Αλλά είναι και η πηγή αδυναμίας τους γιατί, αν δεν υιοθετήσουν στόχους και στρατηγική με βάση κάποιο πολιτικό πρόταγμα που θα έχει μια στοιχειώδη ανάλυση των συστημικών αιτίων της κρίσης και των τρόπων για την υπέρβασή της, εύκολα, τα μη συνειδητοποιημένα στοιχεία τους θα ενσωματωθούν πάλι στο σύστημα, ενώ τα πιο ριζοσπαστικά θα συντριβούν από τη Χουντική  βία, ιδιαίτερα εάν η εξέγερση αυτή δεν καταφέρει να γίνει ακόμη πιο μαζική και οργανωμένη.

 

* Μια μικρότερη εκδοχή του συγκεκριμένου άρθρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 04-06-2011

 

Παραπομπές

 

[1] Lex, “Eurozone sovereignty: ‘gunboat’ diplomacy”, Financial Times, 29/5/2011

[2] βλ Τ. Φωτόπουλος, “Η Λατινοαμερικανοποίηση του ευρωπαϊκού «Νότου»”, Περιεκτική Δημοκρατία, τεύχος 22  (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2010)

[3] βλ΄Εκθεση Oxfam, “E”, 31/5/2011

[4] βλ Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος, 2011), Μέρος Ε

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2011/2011_06_04.html