Η λύση του χρέους 1 ΔΡΧ=1000 Ευρώ

Η λύση του χρέους 1 ΔΡΧ=1000 Ευρώ

Του Πάνου Παναγιώτου*

 

Η “ελληνική κρίση” έχει πολλές κρυφές πτυχές τις οποίες εντέχνως όσοι, λιγοστοί, πολιτικοί αξιωματούχοι γνωρίζουν έχουν κρατήσει στη σκιά, εμποδίζοντας τη Βουλή και τον ελληνικό λαό να τις πληροφορηθεί. Κάποιες από αυτές αφορούν στη διαπραγματευτική δύναμη της Ελλάδας απέναντι στην Τρόικα και τους ιδιώτες δανειστές της.

Στο πρώτο τμήμα της τρέχουσας σειράς άρθρων αποκάλυψης των μεγαλύτερων μυστικών της ελληνικής κρίσης αναφέρθηκα στο δίκαιο που διέπει τα ελληνικά ομόλογα, ένα θέμα το οποίο είχα αναδείξει με το άρθρο “Το κρυφό διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας για το χρέος της” από τον Ιούλιο του 2010 (βρίσκεται στο βιβλίο “Υπόθεση Ελληνική Κρίση, Περίεργες Συμπτώσεις” εκδόσεις Λιβάνη), παρουσιάζοντας μία σειρά σχετικών με το θέμα εκθέσεων κορυφαίων πανεπιστημίων και νομικών εταιριών.

Συνέχεια

ΑΓΟΡΕΣ, ΕΥΡΩΖΩΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΑΓΟΡΕΣ, ΕΥΡΩΖΩΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ:

Η χώρα μας είναι υποχρεωμένη, όπως επίσης όλοι οι άλλοι «εταίροι» της, να έχει εναλλακτικά σχέδια επιστροφής στη δραχμή – χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι, πρέπει να επιλέξει το συγκεκριμένο, εφιαλτικό σενάριο

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

«Όταν η Ευρωζώνη ξεκίνησε τη λειτουργία της, το εξωτερικό χρέος των χωρών-μελών της μετατράπηκε σε Ευρώ. Εάν τυχόν μία χώρα εγκαταλείψει την Ευρωζώνη (προβλέπεται μόνο η έξοδος της από ολόκληρη την ΕΕ, η οποία όμως θα διαρκούσε πολλά χρόνια), τότε αυτό που έχει σημασία, για την ενδεχόμενη ή μη αλλαγή του χρέους της στο εθνικό νόμισμα, είναι το εάν τα δάνεια της έχουν συναφθεί με το εθνικό της Δίκαιο ή με το διεθνές. Η Γερμανία έχει συνάψει μόλις το 0,2% των δανείων της με το διεθνές Δίκαιο, η Ολλανδία το 40%, ενώ η Πορτογαλία το 60%…. Η Nomura συστήνει ήδη στους πελάτες της να ελέγξουν, εάν τα ομόλογα που κατέχουν είναι σε εθνικό ή σε διεθνές Δίκαιο…. Το τέλος των νομισματικών ενώσεων στην Ιστορία συνοδευόταν ανέκαθεν από τεράστιες κοινωνικές αναταραχές – συχνά από εμφυλίους πολέμους» (S. Deo).

Άρθρο

Οι αγορές απαιτούν άμεσα καθαρές, βιώσιμες λύσεις από τη ζώνη του Ευρώ, όπως έχουμε τονίσει αρκετές φορές στο παρελθόν. Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι, οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης δεν είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν τις εντολές των αγορών – κάτι που θα είχε ίσως λογική, εάν δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό χρεωμένες.

Το ύψος των δημοσίων χρεών τους όμως, σε συνδυασμό με τα μεγάλα ελλείμματα των προϋπολογισμών τους, καθώς επίσης με τις «φθίνουσες» προοπτικές ανάπτυξης, τις αναγκάζουν ουσιαστικά να υποτάσσονται στις απαιτήσεις των αγορών – όπως έχουμε πολλές φορές διαπιστώσει.   

Αυτό που απαιτούν τώρα οι αγορές από την Ευρωζώνη είναι κάτι ανάλογο, με αυτό που έχουν στο παρελθόν απαιτήσει από τις μεγάλες επιχειρήσειςδηλαδή, καθαρούς «Ισολογισμούς».

Ειδικότερα, οι όμιλοι επιχειρήσεων ήταν κάποτε χωρισμένοι σε επί μέρους εταιρείες, οι οποίες ήταν μεν συνδεδεμένες μεταξύ τους, αλλά λειτουργούσαν χωριστά – με αποτέλεσμα να χρωστάει η μία στην άλλη, να πουλάει η μία στην άλλη, να υπάρχουν σκοτεινές θέσεις στους Ισολογισμούς τους, να μην μπορεί να βρεθεί το συνολικό ύψος των χρεών του ομίλου, να είναι αδύνατη η αξιολόγηση του κοκ.

Οι αγορές λοιπόν απαίτησαν και πέτυχαν σε πολλές περιπτώσεις την επανένωση των διαφορετικών επιχειρήσεων των ομίλων ή τον «τεμαχισμό» τους – έτσι ώστε να έχουν καθαρή εικόνα, όταν αποφασίζουν τόσο για το ύψος των πιστώσεων που παρέχουν, όσο και για τα επιτόκια, τα οποία διαμορφώνουν με κριτήριο το ρίσκο που αναλαμβάνουν.

Με την ίδια λογική, οι αγορές σήμερα απαιτούν είτε την ένωση της Ευρωζώνης (πολιτική, δημοσιονομική), είτε τη διάλυση της – έτσι ώστε να μπορούν να αποφασίζουν σωστά για τα επιτόκια δανεισμού και τις πιστώσεις (ομόλογα κλπ.), τις οποίες κάθε φορά εγκρίνουν.

Επομένως, ότι και αν αποφασίζεται κάθε φορά από τις συνεχείς συνόδους κορυφής, η κατάσταση δεν θα αλλάζει – μέχρι εκείνη τη στιγμή που θα ληφθεί η τελική απόφαση: Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ή διάλυση της νομισματικής ένωσης και επιστροφή στα εθνικά νομίσματα.

Στα πλαίσια αυτά είναι υποχρεωμένη η χώρα μας, όπως επίσης όλοι οι άλλοι «εταίροι» της, να έχει εναλλακτικά σχέδια επιστροφής στη δραχμή – χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να σημαίνει πως πρέπει να επιλέξει το συγκεκριμένο, εφιαλτικό σενάριο. Οφείλει όμως να καταλάβει ότι, η τυχόν μη συντεταγμένη επιστροφή στη δραχμή, η ξαφνική υιοθέτηση της, δηλαδή χωρίς σχέδιο και χωρίς προγραμματισμό, θα ήταν ένα σενάριο κατά πολύ πιο καταστροφικό, από το οποιοδήποτε «συντεταγμένο».

Λόγω αυτού ακριβώς του γεγονότος προτείναμε κάτι εναλλακτικό (άρθρο μας), έχοντας φυσικά την άποψη ότι, πρέπει να υπάρξουν πολλά άλλα – πόσο μάλλον όταν ευρισκόμαστε σε μία εποχή αλλαγής παραδείγματος, σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Κλείνοντας, έχουμε την άποψη ότι, οι αγορές θα τιμολογήσουν σύντομα και το σενάριο του υπερπληθωρισμού – πως θα αναγκασθεί δηλαδή η ΕΚΤ να «τυπώσει» χρήματα για τη διάσωση των υπερχρεωμένων κρατών, καθώς επίσης των τραπεζών. Ως εκ τούτου, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού (ομόλογα δημοσίου) μάλλον θα αυξηθούν, όταν θα συμπεριλάβουν «το σενάριο της ΕΚΤ» – όπως σήμερα τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, λόγω των φόβων διάλυσης της Ευρωζώνης (είναι «παραδόξως» υψηλότερα από τα μακροπρόθεσμα).           

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παρά το ότι οφείλουμε όλοι μας να είμαστε ρεαλιστές, να μην αρκούμαστε δηλαδή σε απλά ευχολόγια (πολιτική ένωση της Ευρώπης των Πολιτών της, σε συνθήκες ισοτιμίας κλπ.), όταν υποψιαζόμαστε πως οι πιθανότητες επίτευξης τους είναι ελάχιστες, διαπιστώνουμε ότι, η πολιτική ηγεσία της χώρας μας θεωρεί τους Έλληνες Πολίτες ανώριμους – οπότε δεν επιθυμεί το δημόσιο διάλογο, σε σχέση με τα σενάρια επιστροφής στη δραχμή, φοβούμενη πιθανότατα τη «συμπεριφορά» τους (bank run, αυτοεκπληρούμενη προφητεία κλπ.).

Από την άλλη πλευρά τώρα διαπιστώνουμε ότι, οι Πολίτες έχουν χάσει εντελώς την εμπιστοσύνη τους στην Πολιτική – στο σύνολο σχεδόν των υπερχρεωμένων κρατών της Δύσης. Για τους περισσότερους ανθρώπους οι όροι «Πολιτική» και «Κόμμα» σημαίνουν το μέσον, με το οποίο οι επί μέρους «πολιτικοί άνδρες» επιτυγχάνουν την εκπλήρωση των προσωπικών στόχων τους – ότι οι πολιτικοί δηλαδή δεν προσβλέπουν στο κοινό καλό ή στην εγκαθίδρυση/λειτουργία ενός δίκαιου κοινωνικού συστήματος, σε συνθήκες ισότητας και δημοκρατίας, αλλά στους απόλυτα ιδιοτελείς στόχους τους (πλουτισμός, δύναμη, εξουσία, δόξα κλπ.)

Το γεγονός αυτό φυσικά δεν είναι κάτι καινούργιο, αφού αρκετές δεκαετίες πριν είχαν γραφτεί τα παρακάτω, σε σχέση με τα κύρια χαρακτηριστικά των πολιτικών κομμάτων (S.Weil):

(α)  Ένα πολιτικό κόμμα είναι μία μηχανή, η οποία χρησιμοποιείται για την παραγωγή συλλογικών επιθυμιών – γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πολιτικών κομμάτων, τα οποία στο εσωτερικό τους, τόσο όσον αφορά τις «αρχές», όσο και τις επιδιώξεις τους, είναι «απολυταρχικά» (επίσημη γραμμή του κόμματος, κομματική πειθαρχία στις ψηφοφορίες, «διαγραφή» των αντιφρονούντων κλπ.). Είναι δυνατόν άραγε ένα από τη φύση του απολυταρχικό κόμμα να λειτουργήσει ποτέ δημοκρατικά, όταν αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μίας χώρας;

(β)  Ένα πολιτικό κόμμα είναι μία οργάνωση, η οποία είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε, να ασκεί συλλογική (κατα)πίεση στις σκέψεις εκείνων των ιδιοτελών ανθρώπων, οι οποίοι ανήκουν στο κόμμα. Ο μηχανισμός με τον οποίο ασκείται η (κατά)πίεση είναι χωρίς καμία αμφιβολία η προπαγάνδα – όπου ο στόχος της προπαγάνδας είναι η πειθώ («ξύλινα» λόγια κοκ) και όχι η καθαρή ερμηνεία των καταστάσεων. Δηλαδή, το κόμμα πείθει τα μέλη και τους οπαδούς του, με τη βοήθεια της «επί τούτου» προπαγάνδας, χωρίς να ενδιαφέρεται καν για την αναζήτηση της αλήθειας – της κοινωνικής οργάνωσης δηλαδή που επιθυμούν και μπορούν να λειτουργήσουν σωστά για να την επιτύχουν οι Πολίτες.           

(γ)  Ο πρώτος και ο μοναδικός στην πραγματικότητα στόχος ενός πολιτικού κόμματος, είναι η ανάπτυξη του – η αύξηση δηλαδή των μελών, των οπαδών και της ισχύος του, για ιδιοτελείς σκοπούς και χωρίς κανένα όριο (γεγονός που συμβαίνει παντού, όπου ο συλλογικός στόχος υπερισχύει της ατομικής σκέψης). Είναι λοιπόν κάτι εντελώς διαφορετικό το να ενδιαφέρεται κανείς για την Πολιτική, για τα κοινά καλύτερα, από το να ανήκει σε ένα συγκεκριμένο κόμμα – γεγονός που τεκμηριώνει το γεγονός ότι, αυτοί που μπορούν πραγματικά να προσφέρουν στη χώρα τους, δεν έχουν καθόλου «πολιτικές φιλοδοξίες».    

Ανεξάρτητα τώρα από το εάν τα παραπάνω είναι σωστά ή μη, καινούργια ή όχι, η δυσπιστία των Πολιτών απέναντι στην πολιτική είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ – ειδικά όταν διαπιστώνουν ότι, η αύξηση της ισχύος των κομμάτων συνοδεύεται από μεγαλύτερες κρατικές επιδοτήσεις για τη λειτουργία τους, ότι δανείζονται πολλά εκατομμύρια από τις κρατικές τράπεζες, χωρίς ουσιαστικά καμία εγγύηση εκ μέρους τους (για παράδειγμα, όταν ένα κόμμα που επιδοτείται με 20 εκ. € ετησίως χρωστάει 120 εκ. €, ποιος εγγυάται για το χρέος του και πως δεν θα διαφθείρεται;) ή ότι δεν μπορούν τα ίδια να διαχειριστούν σωστά τα οικονομικά τους. Παράλληλα βέβαια, παραμένει ως είχε η «υποτιμητική πεποίθηση» των επαγγελματιών-πολιτικών για τους Πολίτες (ανωριμότητα κλπ.).  

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε ότι, είναι μάλλον απίθανη η εξέλιξη των κρατών σε διακρατικές ενώσεις – όπως συνέβη κάποτε με τις πόλεις-κράτη, οι οποίες συνενώθηκαν σε εθνικά κράτη. Επομένως, η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων είναι απόλυτα απαραίτητη – αφού οι πιθανότητες διάλυσης της Ευρωζώνης είναι κατά πολύ υψηλότερες, από τις πιθανότητες πραγματικής ενοποίησης της.

Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ

Ολοκληρώνοντας, κρίνουμε σκόπιμη την προσθήκη μίας αναφοράς του Πλάτωνα στην Πολιτική, η οποία θεωρούμε ότι είναι αρκετά σημαντική – σε σχέση με τη διαμόρφωση άποψης σήμερα, για το πολιτικό σύστημα:   

Οι άριστοι δεν επιζητούν την τιμή της εξουσίας και φυσικά δεν την επιθυμούν για να ωφεληθούν με χρήματα από αυτήν. Η αιτία είναι ότι, δεν θέλουν ούτε φανερά να παίρνουν μισθό και να τους αποκαλούν μισθωτούς, αλλά ούτε κρυφά να σφετερίζονται τα δημόσια και να λέγονται κλέφτες – ούτε πάλι την αποζητούν για την τιμή, επειδή δεν είναι φιλόδοξοι.

Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποια επιτακτική ανάγκη ή ο φόβος κάποιας τιμωρίας, για να αποφασίσουν να αναλάβουν με τη θέληση τους μία Δημόσια Αρχή. Έτσι λοιπόν θεωρείται ντροπή το να αποδέχεται κάποιος μία Αρχή, χωρίς να του το επιβάλλει κάποια ανάγκη ή κάποιος φόβος.

Η μεγαλύτερη όμως τιμωρία για κάποιον άριστο, ο οποίος δεν θέλει να κυβερνήσει ο ίδιος, είναι το να κυβερνάται από άλλους, χειρότερους του. Κάτω από αυτόν το φόβο λοιπόν αναλαμβάνουν τη Δημόσια Αρχή οι άριστοι, όταν την αναλαμβάνουν. Επομένως, όχι επειδή την επιζητούν σαν ένα πράγμα καλό για τον εαυτό τους, ούτε για να καλοπεράσουν από την εξουσία, αλλά λόγω ανάγκης – αφού δεν έχουν να την αναθέσουν σε άλλους, καλύτερους τους ή ομοίους τους. 

Εάν ήταν δυνατόν λοιπόν να υπάρξει μία Πολιτεία, αποτελούμενη από τέλειους, άριστους ανθρώπους, όλοι θα προσπαθούσαν να μην αναλάβουν καμία Αρχή – όπως σήμερα όλοι επιθυμούν την πολιτική εξουσία.

Τότε θα τεκμηριωνόταν πλήρως αυτό που πιστεύω: ότι δηλαδή η φύση του πραγματικού πολιτικού ηγέτη είναι να αποβλέπει όχι στο δικό του συμφέρον, αλλά σε αυτό των υπηκόων του. Επίσης ότι, κάθε άνθρωπος με γνώση θα προτιμούσε καλύτερα να επωφελείται ο ίδιος από έναν άλλο, παρά να μοχθεί και να βασανίζεται για το καλό των άλλων”.  

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 29. Νοεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος και συγγραφέας, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΥΓ. Κυκλοφορεί το τέταρτο βιβλίο μας, με τον τίτλο «Σκάκι με το Διάβολο», περί τις 300 σελίδες, από τις ONEeditions (μπορείτε να το παραγγείλετε με την αποστολή μηνύματος στο kb@kbanalysis.com, στην τιμή των 11,90 € συν τα έξοδα αποστολής. Κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο «Υπέρβαση εξουσίας» (τιμή 25,00 € συν έξοδα αποστολής – 400 μεγάλες σελίδες), στο οποίο αποκαλύπτονται οι σκοτεινοί μέθοδοι της Γερμανικής Οικονομικής Αστυνομίας. Τα έσοδα των βιβλίων μας στηρίζουν τόσο τα άρθρα, όσο και τη σελίδα: www.casss.gr. 

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2488.aspx

Λεφτά υπάρχουν! [Για τις τράπεζες…]

Λεφτά υπάρχουν! [Για τις τράπεζες…]

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου



Στις τράπεζες – και μέσω αυτών στα μονοπώλια, στους βιομήχανους, στους εφοπλιστές, στους πλουτοκράτες – από την έναρξη της κρίσης έως σήμερα έχουν διατεθεί:

1) 28 δισ. από τη ΝΔ. Με το νόμο 3723/2008 δόθηκε η δυνατότητα να λάβουν οι τράπεζες από το κράτος τις ακόλουθες ενισχύσεις:

● 5 δισ. ευρώ σε μετρητά.

● 8 δισ. ευρώ σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία τα καταθέτουν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και λαμβάνουν ισόποση χρηματοδότηση, με πολύ χαμηλό επιτόκιο της τάξης του 1%.

● 15 δισ. ευρώ σε δάνεια που μπορούν να συνάψουν οι τράπεζες με τρίτους, δάνεια που, επίσης, έχουν εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

2) 80 δισ. από το ΠΑΣΟΚ

Με το Μνημόνιο (νόμος 3845/2010), αλλά και με τους νόμους που ακολούθησαν, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η τρόικα δεν παρέλειψαν να επιβάλουν μια νέα μεγάλη και προκλητική χρηματοδότηση των τραπεζών από το κράτος, ως εξής:

● 10 δισ. ευρώ σε μετρητά από το νεοϊδρυόμενο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ο σκοπός του οποίου – κατά το μνημόνιο – είναι «να διατηρήσει τη σταθερότητα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, χορηγώντας ίδια κεφάλαια με τη μορφή των προνομιούχων μετοχών». Τα 10 δισ. ευρώ προήλθαν από τα 110 δισ. της χρηματοδότησης της Ελλάδας από την τρόικα, για τα οποία ο ελληνικός λαός πληρώνει με μειώσεις μισθών, συντάξεων, χαράτσια κλπ.

● 15 δισ. ευρώ σε δάνεια από τρίτους με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Πρόκειται για την πρόβλεψη του μνημονίου περί επαύξησης των αρχικών 15 δισ. ευρώ που προβλέπονταν από το νόμο 3723/2008 της ΝΔ, τα οποία πλέον έγιναν 30 δισ. ευρώ.

● 25 δισ. ευρώ σε επιπλέον δάνεια από τρίτους, πάλι με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, με το νόμο που ψηφίστηκε λίγους μήνες μετά το μνημόνιο, στις 3 Σεπτέμβρη 2010 (ν. 3872/2010, άρθρο 7).

● 30 δισ. ευρώ με ειδική ρύθμιση του τότε υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, που ψήφισαν από κοινού το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ και ο ΛΑ.Ο.Σ., τον Απρίλη του 2011.

3) 60 δισ. ευρώ από τη συγκυβέρνηση του «μαύρου μετώπου»

Στις 21 Νοέμβρη, στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, συζητήθηκε η πράξη νομοθετικού περιεχομένου που εκδόθηκε στις 14 Σεπτέμβρη και προέβλεπε αρχικά την παροχή εγγύησης του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδας για κάλυψη πιστώσεων ύψους 30 δισ. προς τις τράπεζες.

Ο υπουργός Οικονομικών, Ε. Βενιζέλος, ανακοίνωσε ότι μετά από πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδας, το προβλεπόμενο ποσό αυξήθηκε στα 60 δισ. ευρώ!

Συγκεντρωτικά, λοιπόν:

Με το νέο αυτό «πακέτο» που έχει την υπογραφή της κυβέρνησης Παπαδήμου, τα κεφάλαια που έχουν πάει σε τράπεζες με τη μορφή μετρητών, εγγυήσεων κ.λπ., φρόντισαν οι κυβερνήσεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, καθώς και η σημερινή συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑ.Ο.Σ., να έχουν φτάσει πλέον στα 168 δισ. ευρώ.

Το ποσό αυτό – το οποίο αφορά ενισχύσεις μέσω «εθνικών ταμείων» και στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τα πάνω από 100 δισ. ευρώ που έχουν πάει στις τράπεζες μέσω των παράλληλων μηχανισμών της ΕΚΤ 

α) ξεπερνά κατά 53% όλο το δάνειο του πρώτου μνημονίου, το οποίο δεν έχει εκταμιευτεί παρά κατά το ήμισυ,

β) ξεπερνά κατά 30% το ποσό του δανείου του δεύτερου μνημονίου, πριν καν αυτό ακόμα υπάρξει!

Είναι προφανές: Λεφτά – για κάποιους – υπάρχουν…

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη 29 Νοέμβρη 2011, http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=6568681&publDate=29/11/2011

Ορθόδοξη Εκκλησία: Οι Μεταμοσχεύσεις ΙΙΙ

Οι Μεταμοσχεύσεις από Ορθόδοξη Εκκλησιαστική σκοπιά – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεου


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

ε) Όταν αντιμετωπίζεται το πρόβλημα των μεταμοσχεύσεων, γίνεται πολύς λόγος για την αγάπη ως θυσία. Κανείς δεν αντιλέγει σε αυτό το σημείο, και μάλιστα ομολογούμε ότι ο Χριστιανός, κατά το πρότυπο του Χριστού, πρέπει να θυσιάζη την ζωή του για να ζήσουν οι άλλοι. Αυτό το θυσιαστικό ήθος το βλέπουμε στον Γολγοθά και αυτό το θυσιαστικό ήθος είναι το λεγόμενο ευχαριστιακό ήθος, που είναι η πνευματική ατμόσφαιρα και το βαθύτερο περιεχόμενο της θείας Λειτουργίας.

Στην εκκλησιαστική ιστορία υπάρχουν πολλά παραδείγματα στα οποία φαίνεται η θυσιαστική αγάπη των Χριστιανών που έφθασαν και μέχρι το μαρτύριο χάρη του Χριστού και των συνανθρώπων τους, έφθασαν στο να πωλούν τον εαυτό τους ως δούλο και να εισέρχωνται στην φυλακή για να ελευθερωθούν οι άλλοι, έφθασαν στο σημείο να ζητούν να έλθη η ασθένεια του άλλου επάνω τους, εάν αυτό συντελούσε στην θεραπεία των άλλων.

Βέβαια, δεν έχω υπόψη μου παραδείγματα από την ζωή των αγίων που έδωσαν μέλη του σώματός τους και έμειναν εκείνοι ανάπηροι στην ζωή τους, αφού τότε δεν υπήρχε η δυνατότητα της μεταμοσχεύσεως. Και επειδή η ζωή της Εκκλησίας καθορίζεται από την δράση και την ενέργεια των αγίων γι’ αυτό και θα περιμένουμε και τέτοιες αντιδράσεις αγιασμένων ανθρώπων για να δώσουμε το στίγμα αντιμετωπίσεως του προβλήματος των μεταμοσχεύσεων. Εκείνο το οποίο μπορούμε να πούμε είναι ότι δεν αρκεί για την σωτηρία η λεγόμενη φυσική αγάπη, την οποία μπορεί να έχουν και οι άθεοι, αλλά η λεγομένη πνευματική αγάπη, που είναι καρπός και αποτέλεσμα της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό εν προσώπω Ιησού Χριστού. Ο αλτρουϊσμός έχει την κοινωνική και ανθρωπιστική του αξία, αλλά πρέπει να συντονίζεται στον ρυθμό της πνευματικής αγάπης. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: "και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι" (Α΄ Κορ. ιγ΄, 3).

στ) Ένα επιπλέον απαραίτητο σημείο το οποίο πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας όταν γίνεται λόγος για τις μεταμοσχεύσεις, είναι και το πρόβλημα του μυστηρίου του θανάτου. Αυτό δεν έχει σχέση μόνο με το πότε βγαίνει η ψυχή, δηλαδή πότε η ψυχή παύει να εφάπτεται όλων των σωματικών οργάνων, τα οποία παύουν να λειτουργούν κατά φύσιν, αλλά και σε ποια κατάσταση βρίσκεται εκείνη την ώρα ο άνθρωπος από τον οποίον λαμβάνονται τα όργανα του σώματος.

Βέβαια, εκ πρώτης όψεως φαίνεται, όπως είδαμε προηγουμένως στην ερμηνεία του αγίου Γρηγορίου του Νύσσης, ότι όταν παύουν να λειτουργούν κατά φύσιν όλα τα όργανα του σώματος του ανθρώπου ή τουλάχιστον τα βασικά, ήτοι η καρδιά και ο εγκέφαλος, τότε παύει να ενεργή ο νους, η ψυχή στα όργανα αυτά και βεβαίως εξέρχεται του σώματος, οπότε εφάπτεται του σώματος εξωτερικά και όχι εσωτερικά. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι αυτή η παύση λειτουργίας των οργάνων του σώματος γίνεται σταδιακά καθώς επίσης και μερικές φορές η πορεία του θανάτου είναι αναστρέψιμη. Τότε οπωσδήποτε υπάρχει η ψυχή μέσα στο σώμα. Και όταν μερικά όργανα κινούνται με υποστηρικτικές ενέργειες, και τότε εξακολουθεί να ενεργή η ψυχή μέσα στον άνθρωπο, εφ’ όσον ενεργεί σε άλλο υγιές σωματικό όργανο. Πάντως, όσο ο νους του ανθρώπου βρίσκεται, έστω και υπολειτουργούντων των οργάνων του σώματος, μέσα στο σώμα, μπορεί να μη λειτουργή η διανοητική λειτουργία, η μνήμη ή ίσως και η αίσθηση, αλλά, εφ’ όσον λειτουργεί η καρδιά, λειτουργεί η νοερά ενέργεια του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι τότε ο άνθρωπος μπορεί να μην έχη συνείδηση του περιβάλλοντος κόσμου, μπορεί να μη σκέπτεται, μπορεί να μη αισθάνεται ή ακόμη μπορεί αμυδρώς να αντιλαμβάνεται, αλλ’ όμως υπάρχει η ψυχή και είναι δυνατόν να έχη κοινωνία με τον Θεό. Και βέβαια εάν έχει συνηθίσει στην ζωή του να προσεύχεται, τότε η νοερά του ενέργεια βρίσκεται σε μεγάλη ένταση, δηλαδή ο άνθρωπος έχει αδιάλειπτη προσευχή.

Επίσης, την ώρα που χωρίζεται η ψυχή από το σώμα, τότε γίνονται πολλά πράγματα τα οποία αγνοούμε παντελώς. Η συνάφεια ψυχής και σώματος είναι φυσική κατάσταση, παρά φύση κατάσταση είναι η καταστροφή της συνάφειας. Η ψυχή δεν προϋπήρχε του σώματος, ούτε φυσικά το σώμα της ψυχής. Και τα δύο δημιουργήθηκαν ταυτοχρόνως από τον Θεό. Οπότε, το μυστήριο του αποχωρισμού της ψυχής από το σώμα είναι φοβερό και άγνωστο τώρα στα ανθρώπινα δεδομένα.

Αυτό το μυστήριο που γίνεται εκείνη την ώρα μπορούμε να το δούμε σε δύο τροπάρια του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, τα οποία ψάλλονται στην εξόδιο ακολουθία. Το ένα αναφέρεται στον βίαιο χωρισμό της ψυχής από το σώμα, με την βούληση του Θεού: "Όντως φοβερώτερον το του θανάτου μυστήριον πώς ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας και της συμφυίας ο φυσικώτατος δεσμός, θείω βουλήματι αποτέμνεται". Πρόκειται για έναν φυσικώτατο και αρμονικώτατο δεσμό ή σχέση, μεταξύ ψυχής και σώματος, η οποία αποτέμνεται βίαια με την βούληση και ενέργεια του Θεού, και αυτό αποτελεί το μυστήριο του θανάτου. Το δεύτερο τροπάριο αναφέρεται στις συγκλονιστικές εμπειρίες του ανθρώπου κατά τις τελευταίες στιγμές. Γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: "Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζομένη εκ του σώματος. Οίμοι πόσα δακρύει τότε, και ουκ υπάρχει ο ελεών αυτήν. Προς τους Αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει: προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα ουκ έχει τον βοηθούντα". Η ψυχή του ανθρώπου αναζητά έλεος και βοήθεια από τους αγγέλους και τους ανθρώπους, γιατί στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται θα παραμείνη αιώνια, δηλαδή εάν δεν έχει εισέλθη στο στάδιο της μετανοίας τότε θα δέχεται την κολαστική ενέργεια του Θεού, εάν όμως έχει εισέλθει στην κατάσταση της μετανοίας, τότε θα έχει μια διαρκή εξέλιξη.

Έχοντες υπ’ όψη αυτήν την πραγματικότητα δημιουργούνται διάφορα ερωτήματα. Πώς αισθάνεται εκείνη την ώρα η ψυχή; Πώς επεμβαίνουμε βίαια σε έναν άνθρωπο του οποίου δεν λειτουργούν μερικές εγκεφαλικές λειτουργίες, αλλά, επειδή λειτουργεί η καρδιά και υπάρχει ακόμη η ψυχή, ο άνθρωπος αισθάνεται; Ποιά είναι η ουσιαστική βοήθεια που προσφέρει η προσευχή για το αιώνιο ταξείδι; Μήπως τον βίαιο χωρισμό της ψυχής από το σώμα τον κάνουμε ακόμη βιαιότερο και επομένως μεγαλώνουμε τον πόνο της ψυχής, όταν λαμβάνουμε τα όργανα του σώματος, ενώ ακόμη ζη ο άνθρωπος; Στην κατάσταση εκείνη της διαδικασίας της εξόδου, που γίνονται και πολλά πνευματικά γεγονότα, εμφάνιση αγγέλων, αγίων, ακόμη και δαιμόνων, μήπως στεκόμαστε λίγο ανάλγητοι απέναντι του ψυχοραγούντος και μήπως δεν σεβόμαστε τις πλέον συγκλονιστικές προσωπικές πλευρές της ζωής του;

Τα ζώα στο τέλος της ζωής τους αποσύρονται στα βάθη της γης και τα θαλάσσια κήτη στα βάθη της θάλασσας για να τελειώσουν ήσυχα. Μήπως αυτό το προσωπικό γεγονός του θανάτου το στερείται ο άνθρωπος που όμως έχει ψυχή λογική και αθάνατη; Η Εκκλησία στέκεται απέναντι στον ψυχορραγούντα με προσευχή, διάκριση και σεβασμό. Μήπως όμως η υιοθέτηση σκληρών επιλογών, έστω για την παράταση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, εκλαμβάνεται ως βίαιη ενέργεια και μία ιδιότυπη "δολοφονία"; Πρόκειται για ερωτήματα τα οποία βεβαίως χρήζουν ουσιαστικής απαντήσεως.

Η ποιμαντική αντιμετώπιση του θέματος των μεταμοσχεύσεων

Η όλη ανάλυση του θέματος αυτού που επιχειρήσαμε προηγουμένως είχε βασικά δύο σκοπούς: ο ένας να δείξη ότι το θέμα των μεταμοσχεύσεων από πλευράς Εκκλησίας πρέπει να αντιμετωπίζεται θεολογικά. Δεν είναι δυνατόν να μελετάμε απλώς την ψυχολογική, ηθικοδεοντολογική, νομική και ιατρική πλευρά και να αποδεσμευόμαστε από την θεολογία της Εκκλησίας μας. Ο θεολογικός λόγος απαιτεί σοβαρότητα απέναντι του προσώπου και της σωτηρίας του. Ο άνθρωπος πραγματικά δεν αναζητά τόσο την παράταση της βιολογικής ζωής, όσο και την υπέρβαση του θανάτου. Ερωτά πώς θα υπερβή τον θάνατο, σωματικό και πνευματικό, πώς θα ζήση την ζωή, με την εκκλησιαστική σημασία της λέξεως. Ο άλλος σκοπός των αναλύσεων αυτών ήταν να δειχθή ότι το θέμα των μεταμοσχεύσεων δεν είναι δεδομένο. Δηλαδή, έχει δημιουργηθή η εντύπωση ότι έχουμε καθήκον να είμαστε δότες οργάνων για μοσχεύματα, και ότι εκείνο το οποίο πρέπει να ερευνούμε είναι απλώς το να τίθενται μερικοί κανόνες που θα διασφαλίζουν την προσφορά, ωσάν ο άνθρωπος να είναι απλώς μια έμψυχη μηχανή, χωρίς πνευματικές αναζητήσεις, και χωρίς να σεβόμαστε την διαδικασία διελεύσεώς του από την βιολογική ζωή στην άλλη ζωή, στην οποία, μέχρι της κοινής αναστάσεως, θα υπάρχη ο χωρισμός ψυχής και σώματος. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο δεδομένα.

Για να δώσουμε απάντηση καθαρότερη πάνω στους προβληματισμούς που θέσαμε προηγουμένως θα πρέπη να υπογραμμίσουμε τα ακόλουθα, που νομίζω πρέπει να βρίσκονται στην ποιμαντική μας προοπτική.

Πράγματι, το πρόβλημα των μεταμοσχεύσεων πιστεύω ότι δεν λύνεται με γενικές συμβουλές και καθηκοντολογίες, αλλά είναι πρόβλημα που αντιμετωπίζεται μέσα στην ποιμαντική προοπτική της Εκκλησίας. Το λυπηρό όμως είναι ότι έχουμε αφήσει την ποιμαντική των Χριστιανών μας και ασχολούμαστε με γενικές οδηγίες και κατευθύνσεις. Αλλά μια τέτοια νοοτροπία συνιστά έναν νομικισμό.

Νομίζω ότι δεν πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι έχουμε υποχρέωση να γίνουμε όλοι δότες οργάνων του σώματός μας, επειδή αυτό απαιτεί η αγάπη, ανθρωπιστική και χριστιανική, αλλά να αφήσουμε ανοικτές δύο δυνατότητες και ο κάθε άνθρωπος να επιλέξη μεταξύ των δύο αυτών δυνατοτήτων.

Την πρώτη εκφράζουν εκείνοι οι Χριστιανοί που είτε από αίσθηση της Χάριτος του Θεού, είτε από σεβασμό στο σώμα τους, είτε από την ιδιαίτερη ευαισθησία που έχουν απέναντι στο μυστήριο της διαδικασίας του θανάτου, είτε έστω και από φόβο, δεν επιθυμούν να γίνουν δότες οργάνων. Πρέπει να σεβαστούμε την επιθυμία τους, χωρίς να τους δημιουργούμε ενοχές ότι ενδεχομένως με την αρνητική τους επιλογή δεν διακρίνονται από αγάπη για τους πάσχοντας αδελφούς. Πρόκειται για μια δυνατότητα που βρίσκεται μέσα σε θεολογικά και εκκλησιαστικά πλαίσια.

Την δεύτερη δυνατότητα εκφράζουν εκείνοι οι οποίοι επιθυμούν να γίνουν δότες οργάνων του σώματος. Πρέπει να σεβαστούμε και την επιθυμία των ανθρώπων αυτών, συμβάλλοντας έτσι στην παράταση της ζωής μερικών άλλων ανθρώπων, με την ελπίδα να συντελέσουν στην υπέρβαση του θανάτου δια της μετανοίας και της ενχριστώσεώς τους.

Όμως, στην δεύτερη περίπτωση πρέπει η Εκκλησία απαραιτήτως να καθορίση μερικά πλαίσια, ώστε η προσφορά των ανθρώπων αυτών να είναι ουσιαστική. Μερικά βασικά πλαίσια είναι:

α) Να εξασφαλισθή η έγγραφη συγκατάθεση του δότη. Αυτό πρέπει να γίνη από τον καιρό που ζούσε και να μην είναι απλώς αποτέλεσμα επιλογών των συγγενών και να στηρίζεται σε μια εικαζομένη συναίνεση, ούτε και να είναι καρπός αμέσων ή εμμέσων εκβιασμών. Η ελευθερία του προσώπου πρέπει να γίνη σεβαστή.

β) Να καθορισθή επακριβώς από ιατρικής πλευράς πότε επέρχεται ο θάνατος και να γίνεται όχι μόνον κλινική, αλλά και εργαστηριακή διαπίστωση του εγκεφαλικού θανάτου. Η Εκκλησία πρέπει να σταθή αρνητικά απέναντι σε περιπτώσεις που προϋποτίθεται, ή, δια της αφαιρέσεως των οργάνων, θανάτωση των δοτών.

γ) Να διασφαλισθή ότι η ελεύθερη προσφορά ιστών και οργάνων του σώματος δεν θα γίνη αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών, τόσο από την πλευρά του δότη, όσο και από την πλευρά των άλλων, ήτοι συγγενών, ληπτών, ιατρικού προσωπικού, εταιρειών κλπ.

Γενικά, νομίζω ότι η απόφαση και ανακοίνωση της Εκκλησίας για τις μεταμοσχεύσεις πρέπει να διατυπωθή με θετικό τρόπο και ίσως να μη δίνη λεπτομερώς οδηγίες, ούτε να περιπλακή σε συζητήσεις που αντιτίθενται στο έργο της επιστήμης και εκφράζουν θέσεις, οι οποίες ενδέχεται να αναθεωρηθούν αργότερα. Άλλωστε, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ενεργεί όπως το Βατικανό, που καθορίζει όλες τις λεπτομέρειες της ζωής των ανθρώπων, εν σχέσει με τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζουν. Ίσως σε άλλα μεγαλύτερα κείμενα να κάνη ευρύτερες αναλύσεις, πάνω στο πνεύμα αυτό.

Έχω την εντύπωση ότι οι θέσεις της Εκκλησίας πρέπει να τεθούν περίπου ως εξής:

1. Σεβόμαστε την ιατρική επιστήμη και επικροτούμε κάθε προσπάθεια για την θεραπεία των ασθενών και την παράταση της ζωής των ανθρώπων, η οποία ζωή έχει μεγάλη σημασία για την πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου. Αρκεί βέβαια και η ιατρική επιστήμη, καθώς επίσης και οι ιατρικές έρευνες να κινούνται μέσα στα πλαίσια των ιατρικών και βιοηθικών δεοντολογικών κανόνων, και οι οποίοι κανόνες προστατεύουν τον άνθρωπο ως προσωπικότητα (πρέπει να γίνεται κλινική και εργαστηριακή διαπίστωση του θανάτου). Και οι ιατροί πρέπει να εργάζονται με ταπείνωση και βαθυτάτη αίσθηση ότι είναι όργανα του Θεού για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου.

2. Σεβόμαστε την ελευθερία των ανθρώπων εκείνων που, για διαφόρους λόγους δεν επιθυμούν να γίνουν δότες οργάνων του σώματός τους, καθώς επίσης σεβόμαστε και την ελευθερία των ιατρών εκείνων, οι οποίοι από ευαισθησία και λόγους συνειδήσεως δεν επιθυμούν να συμβάλλουν στην θανάτωση ζωντανών υπάρξεων, για να εξυπηρετήσουν κάποια άλλη ύπαρξη (πρέπει να καταργηθή το σχετικό άρθρο του νόμου).

3. Σεβόμαστε την ελεύθερη επιθυμία (προσωπική συναίνεση) εκείνων που επιθυμούν να γίνουν δότες οργάνων του σώματός τους, αρκεί βέβαια αυτό να γίνεται μέσα στο πνεύμα της αυτοθυσίας και ολοκληρωτικής αγάπης και όχι για άλλους σκοπούς (εμπορικές συναλλαγές).

4. Σεβόμαστε την επιθυμία των ασθενών εκείνων, που με την λήψη μοσχευμάτων επιθυμούν να παρατείνουν τον χρόνο της βιολογικής τους ζωής, με την προϋπόθεση ότι θα συντελέση στην πνευματική τους ολοκλήρωση και την επίτευξη του σκοπού της υπάρξεώς τους.

5. Γενικά, η ποιμαντική της Εκκλησίας προς τους δότες, τους λήπτες και τους ιατρούς πρέπει να είναι τέτοια, ώστε με όλους αυτούς τους τρόπους να δοξάζεται ο Θεός, να ολοκληρώνονται πνευματικά οι άνθρωποι, και η ασθένεια ή παράταση ζωής να γίνουν προϋπόθεση για την εκπλήρωση του βαθυτέρου σκοπού της δημιουργίας τους.

 

Μακαριώτατε Πρόεδρε και Σεβασμιώτατοι αδελφοί,

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την υπομονή με την οποία με παρακολουθήσατε, να ζητήσω τις ευχές σας, ώστε ο Θεός να φωτίζη τις καρδιές και τις διάνοιές μας, για να αντιμετωπίσουμε και το θέμα αυτό μέσα στα ορθόδοξα εκκλησιαστικά πλαίσια, χωρίς να επηρεαζόμαστε από ουμανιστικά και θρησκευτικά ρεύματα, αλλά εκφράζοντας την εμπειρία της Εκκλησίας.

 

ΠΗΓΗ: http://www.pelagia.org/htm/ar05.e.oi_metamosxeuseis_apo_orthodoxi_ekkl_pl.htm. Το είδα: 30   ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  2011, Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον, http://www.egolpion.com/transplant_nafpaktou.el.aspx

Ορθόδοξη Εκκλησία: Οι Μεταμοσχεύσεις ΙΙ

Οι Μεταμοσχεύσεις από Ορθόδοξη Εκκλησιαστική σκοπιά – Μέρος ΙΙ

 

Του Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεου


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Θεολογικές θέσεις για το πρόβλημα των μεταμοσχεύσεων

Προηγουμένως είχαμε αναφερθή στην θεολογική προοπτική μέσα από την οποία πρέπει να εξετάζεται το θέμα των μεταμοσχεύσεων. Νομίζω στο σημείο αυτό πρέπει να επεκτείνουμε τον λόγο και να δούμε μερικές εκκλησιαστικές – πατερικές απόψεις πάνω στο πρόβλημα αυτό, τις οποίες πρέπει να έχουμε πάντα κατά νουν, όταν το αντιμετωπίζουμε.

α) Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ψυχής και σώματος, αφού ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνο από ψυχή ή μόνο από σώμα, αλλά από το συναμφότερο. Η ψυχή λέγεται ανθρώπου ψυχή και το σώμα ανθρώπου σώμα. Το σώμα ζωογονείται δια της ψυχής και η ψυχή ενεργεί δια του σώματος. Θα μπορούσαμε γι αυτό το σημείο να αναφέρουμε πολλά πατερικά χωρία, αλλά όμως θα αρκεσθούμε στην διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Νύσσης που νομίζω είναι πολύ εκφραστική.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης διδάσκει ότι με τον όρο ψυχή μπορούμε να εννοήσουμε τρία συγκεκριμένα πράγματα ή μάλλον καλύτερα η ζωτική και ψυχική δύναμη διαιρείται σε τρεις λειτουργίες, ήτοι την αυξητική μόνο και θρεπτική που προσφέρει το κατάλληλο υλικό για την αύξηση των τρεφομένων που παρατηρείται στα φυτά, την αισθητική ενέργεια και αντίληψη, που μαζί με την προηγούμενη υπάρχει στην φύση των αλόγων ζώων και στην τελεία ψυχή που παρατηρείται στον άνθρωπο, η οποία εκτός του ότι είναι τρεφομένη και αισθανομένη, ταυτοχρόνως είναι "και λόγου μετέχουσα και νω διοικουμένη". Ο άνθρωπος έχει νου και λόγο, δηλαδή η ψυχή του είναι νοερά και λογική. Και εξηγεί ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ότι πρόκειται για ενέργειες ψυχικές και όχι για τρεις ιδιαίτερες ψυχές, αφού ο άνθρωπος έχει νου, λόγο και αίσθηση. Έτσι, η μόνη τελεία και αληθινή ψυχή είναι μία, η νοερή και άϋλη, η οποία δια των αισθήσεων αναμειγνύεται με την υλική φύση. Το υλικό μέρος του οργανισμού, όταν βρίσκεται σε τροπή και αλλοίωση, κινείται αυξητικώς εάν μετέχη της δυνάμεως που ψυχώνει, όταν όμως εκπέση από την ζωτική ενέργεια, τότε η κίνηση θα μετατραπή σε φθορά. Και καταλήγει ο άγιος Γρηγόριος: "Ούτε ουν αίσθησις χωρίς υλικής ουσίας, ούτε της νοεράς δυνάμεως, χωρίς αισθήσεως ενέργεια γίνεται".

Σημαντική θέση στην όλη ψυχοδυναμική συγκρότηση του ανθρώπου έχει ο νους. Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης φαίνεται σε μερικά σημεία να συνδέη τον νου με την διάνοια, αλλά σαφώς σε άλλα σημεία του κειμένου διαχωρίζεται ο νους από την διάνοια και συνδέεται άλλοτε με τον όρο ψυχή και άλλοτε με την νοερά ενέργεια της ψυχής. Δεν είναι ευχερής η διάκριση, γιατί ενιαία και πολυδύναμη είναι η ψυχή του ανθρώπου. Η προσπάθεια για μια τέτοια διάκριση μπορεί να θεωρηθή σχολαστική. Μιλώντας για τον νου του ανθρώπου εντοπίζει πολλές πραγματικότητες, κυρίως όμως θα υπογραμμίσουμε δύο από αυτές.

Η πρώτη είναι ότι ο νους ενεργεί δια των αισθήσεων. Μια ενιαία αντιληπτική δύναμις υπάρχει στον άνθρωπο και αυτός είναι ο νους που ευρίσκεται μέσα μας "ο δι’ εκάστου των αισθητηρίων δεξιών και των όντων επιδρασσόμενος". Ο νους βλέπει δια των οφθαλμών το φαινόμενο, αυτός συλλαμβάνει δια της ακοής το λεγόμενο, αγαπά το ευχάριστο και αποστρέφεται το δυσάρεστο, χρησιμοποιεί το χέρι σε ό,τι θέλει, κρατώντας και απωθώντας ό,τι νομίζει ότι τον ωφελεί. Έτσι ο νους ενεργεί και κινείται με όλα τα όργανα του σώματος. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα μιας πόλεως, μέσα στην οποία εισέρχονται οι άνθρωποι από διάφορες πύλες, λέγει ότι ο νους μοιάζει με το εσωτερικό της πόλεως που δέχεται τον κόσμο από τις διάφορες πόλεις, δηλαδή τις αισθήσεις, ο νους είναι εκείνος που εξετάζει και ξεχωρίζει όλους τους εισερχομένους και τοποθετεί τον καθένα στους κατάλληλους τόπους της γνώσεως.

Η δεύτερη πραγματικότητα είναι ότι ο νους δεν ευρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο όργανο του σώματος, αλλά ενεργεί σε ολόκληρο το σώμα, σε όλα τα όργανα του σώματος, τα οποία όμως είναι δεκτικά αυτής της ενεργείας. Στην εποχή του αγίου Γρηγορίου Νύσσης οι άνθρωποι επηρεασμένοι από διάφορες φιλοσοφικές και θεολογικές αντιλήψεις ερωτούσαν πού κατοικεί η ψυχή, ο νους, στην καρδιά ή στον εγκέφαλο; Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης απαντά ειδικά σε αυτό το θέμα με τέτοιο τρόπο που αφ’ ενός μεν εκφράζει την ορθόδοξη θεολογία, αφ’ ετέρου δε μπορεί σε μερικά σημεία να ανταποκρίνεται σε ιατρικά προβλήματα, όπως το θέμα των μεταμοσχεύσεων.

Γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ότι μερικοί θεωρούν ότι το ηγεμονικό του ανθρώπου βρίσκεται μέσα στην καρδιά και άλλοι ισχυρίζονται ότι ο νους διαμένει στον εγκέφαλο. Όμως "σιγησάτω τοίνυν πάσα στοχαστική ματαιολογία των μορίοις τισί σωματικοίς την νοητήν εναποκλειόντων ενέργειαν". Ο νους ενεργεί δια μέσου όλων των αισθήσεων και των σωματικών οργάνων, αλλά δεν διαμένει και δεν περικλείεται σε μερικά σωματικά μόρια. Ενώ ο νους δεν περικλείεται στα σωματικά μόρια εν τούτοις "ομοτίμως εκάστω των μορίων κατά το άφραστον της ανακράσεως λόγον εφάπτεσθαι νομισθέον". Ο νους εφάπτεται των μορίων και των σωματικών οργάνων και ενεργεί δια των νοητικών του ενεργειών, σύμφωνα με την φύση του καθενός οργάνου. Δηλαδή, σε εκείνα τα όργανα που λειτουργούν κατά φύση ενεργεί τα αρμόδια και σε εκείνα τα όργανα που δεν μπορούν να δεχθούν την κίνησή του μένει άπρακτος και ανενέργητος. "Πέφυκε γαρ πως ο νους προς μεν τον κατά φύσιν διακείμενον οικείως έχειν, προς δε το παρενεχθέν από ταύτης, αλλοτριούσθαι". Χωρίς ο νους να είναι δεμένος με κάποιο μέρος του σώματος εν τούτοις εφάπτεται όλου του σώματος του ανθρώπου "κατά τον ίσον" τρόπον, ενεργώντας την κίνηση κάθε μέρους του σώματος, ανάλογα με την φύση του. Αυτό το βλέπουμε ακόμη και κατά την διάρκεια του ύπνου. Όταν η ανθρώπινη φύση χαλαρώση λόγω του ύπνου, μένει και αυτός ο νους ακίνητος, ενώ όταν η ανθρώπινη φύση είναι ξυπνητή, τότε και ο ανθρώπινος νους διοικεί την ανθρώπινη φύση συνεργώντας και αυτός και κινούμενος.

Το συμπέρασμα του αγίου Γρηγορίου Νύσσης είναι ότι ο νους του ανθρώπου βρίσκεται σε όλο το σώμα, σε όλα τα όργανα του σώματος, αλλά δεν περιέχεται μέσα σε ένα μόνο μέρος του σωματικού οργανισμού "ούτε έξωθεν περιλαμβάνων, ούτε ένδοθεν κρατούμενος". Η κοινωνία του νου με το σωματικό έχει άφραστη και ακατανόητη συνάφεια, ούτε μέσα είναι, ούτε απ’ έξω περιέχει, "αλλά κατά τινα τρόπον αμήχανόν τε και ακατανόητον εγγίζων ο νους τη φύσει και προσαπτόμενος, και εν αυτή και περί αυτήν θεωρείται, ούτε εγκαθήμενος ούτε περιπτυσσόμενος".

Συμπερασματικά λέμε ότι τα όργανα του σωματικού οργανισμού του ανθρώπου όταν είναι ζωντανά και λειτουργούν κατά φύσιν σημαίνει ότι δέχονται την ενέργεια του νου, όταν όμως εκφεύγουν της φύσεως και αρχίζει η φθορά, ο νους παραμένει ανενέργητος ως προς αυτά. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για το θέμα μας, γιατί, όταν τα όργανα είναι ζωντανά, τότε ο νους εφάπτεται αυτών, χωρίς βέβαια να συγκρατήται από αυτά και χωρίς να προσβάλλεται, όταν γίνη κάποια χειρουργική επέμβαση.

β) Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο και βέβαια το προσωπικό στοιχείο συγκεκριμενοποιείται στην νοερά και λογική ενέργεια της ψυχής, η οποία βέβαια εκφράζεται, όπως είδαμε προηγουμένως, δια των αισθήσεων και των οργάνων του σώματος. Σχετικά με το σώμα του ανθρώπου μπορούμε να πούμε ότι άλλα μέλη του έχουν δημιουργηθή και έχουν διαρρυθμισθή από τον Θεό για την κατάσταση της βιολογικής ζωής του, προκειμένου να δοκιμασθή και στην συνέχεια να ζήση την πνευματική ζωή, και άλλα έχουν δημιουργηθή εν όψει της πτωτικής ζωής του.

Πράγματι, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να δοκιμασθή, ώστε στην συνέχεια να φθάση στην θέωση. Αυτό υποδηλώνει την ύπαρξη του δένδρου της γνώσεως του καλού και του καλού και του δένδρου της ζωής, όπως αναλύονται από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Στην κατάσταση της θεώσεως το σώμα του ανθρώπου δεν έχει ανάγκη της τροφής, αφού άλλωστε και στην ζωή μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα έχουμε σώμα άφθαρτο, πνευματικό (Α΄ Κορ. ιε΄, 42-49). Οπότε, όλα τα όργανα που έχουν σχέση με την πέψη και την διαδικασία της τροφής του ανθρώπου δεν έχουν θέση στον μέλλοντα αιώνα. Αυτό λέγεται για να απαντήση σε εκείνους που ενδεχομένως έχουν αντιρρήσεις σχετικά με τις μεταμοσχεύσεις, για το ότι το σώμα του δότου θα είναι ελλείπον κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Άλλωστε, κατά την ανάσταση των νεκρών θα γίνη οπωσδήποτε και νέα δημιουργία, αφού θα συμπληρωθούν και τα ελλείποντα μέρη των ανθρωπίνων σωμάτων.

Ο άνθρωπος φέρει επάνω του την θεία εικόνα, και αυτό είναι που τον καθιστά πρόσωπο. Το πρόσωπο του ανθρώπου δεν έχει σχέση ακόμη με τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως των φύλων. Όπως παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ερμηνεύοντας τα σχετικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, εκείνο που πρωτεύει στον άνθρωπο είναι το νοερό, ενώ η κοινωνία και η συγγένεια προς το άλογο είναι επιγέννημα. Ο Θεός πρώτα δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση και "είτα επάγει της ανθρωπίνης φύσεως τα ιδιώματα", δηλαδή, τον έκανε άρσεν και θήλυ. Επειδή ο Θεός προείδε την πτώση του ανθρώπου γι’ αυτό και κατεσκεύασε το σώμα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να είναι προσοικειωμένο προς την άλογη φύση. Έτσι, η διαφορά του γένους μεταξύ άρρενος και θήλεος προστέθηκε τελευταία στο πλάσμα.

γ) Πρέπει όμως να δούμε το θέμα των μεταμοσχεύσεων και από την πλευρά της αξίας της βιολογικής ζωής. Κανείς δεν αντιλέγει ότι η γέννηση και η παρουσία μας στον κόσμο αυτόν έχει μεγάλη σημασία, αλλά το πρόβλημα βρίσκεται στο εάν η βιολογική και αισθητική ζωή, η ζωή μας κατά τα χρονικά πλαίσια αυτού του βίου έχει απόλυτη σημασία. Φαίνεται ότι μερικοί από εκείνους που επιδιώκουν την παράταση της βιολογικής ζωής δίνουν μια απόλυτη σημασία και έννοια σε αυτήν.

Κατά την ορθόδοξη αντίληψη, όπως εκφράζεται στην Αγία Γραφή και την πατερική παράδοση, δηλαδή σε ολόκληρη την εκκλησιαστική μας εμπειρία, η παρουσία μας στην ζωή αυτή έχει σκοπό την ένωσή μας με τον Χριστό, την πορεία μας από την πτωτική κατάσταση στην θέωση, που είναι η κοινωνία μας με τον Θεό εν Χριστώ Ιησού, ώστε να περάσουμε σε μια άλλη μορφή ζωής που θα είναι πνευματική. Έτσι δίνουμε μεγάλη σημασία στην μετάνοια του ανθρώπου, η οποία μετάνοια νοείται ως πορεία από το παρά φύση στο κατά φύση και στο υπέρ φύση.

Μέσα από την προοπτική αυτή μπορούμε να δούμε και την παράταση της βιολογικής ζωής. Δεν είναι μια δυνατότητα για να συνεχισθεί η πτωτική κατάσταση, η αισθητική και αισθησιακή ζωή, αλλά μια προσπάθεια για πραγματική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό και εκπλήρωση του βαθυτάτου σκοπού της υπάρξεώς του. Μέσα από την προοπτική αυτή βλέπουμε και τον άνθρωπο εκείνον που βρίσκεται στην κατάσταση του λεγομένου κλινικού θανάτου ή ακόμη και του λεγομένου εγκεφαλικού θανάτου. Στην κατάσταση αυτή μπορεί να μη λειτουργούν μερικά όργανα του σώματος του ανθρώπου, οπότε η ψυχή, όπως λέγαμε προηγουμένως, είναι ενδεχόμενο να μην ενεργή δια των συγκεκριμένων αυτών οργάνων, αλλά όμως υπάρχει ακόμη η ψυχή μέσα στον άνθρωπο και λειτουργεί δι’ άλλων σωματικών οργάνων και ενεργειών. Οπότε, σε μια περίπτωση ανανήψεως του ανθρώπου που βρίσκεται στον λεγόμενο κλινικό θάνατο όπως έχουν εντοπισθή τέτοια παραδείγματα, μπορεί να συντελέση στην αιώνια σωτηρία του, δηλαδή είναι δυνατόν να ενεργήση σωστικά με ένα πνεύμα μετανοίας και στροφής προς τον Θεό.

Επομένως, αντιμετωπίζουμε από θεολογικής και ποιμαντικής πλευράς τόσο τον δότη όσο και τον λήπτη, μέσα από την προοπτική της μετανοίας για να επιτύχη το αιώνιο μέλλον του. Δεν μας ενδιαφέρει απλώς η βιολογική παράταση του λήπτου, αλλά η αιώνια σωτηρία του, καθώς επίσης δεν μας ενδιαφέρει απλώς η αγάπη του δότου, αλλά η δυνατότητα δι’ αυτού του τρόπου να αποκτήση το αιώνιο μέλλον του, να ενωθή με τον Χριστό. Άλλωστε, η παρούσα ζωή είναι στάδιο προετοιμασίας για την είσοδό μας σε άλλον τρόπο υπάρξεως, στον οποίον δίνουμε μεγάλη σημασία και προτεραιότητα.

δ) Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την μετοχή στα αγαθά της ενανθρωπήσεως ο άνθρωπος θεούται. Όταν κάνουμε λόγο για την θέωση του ανθρώπου, εννοούμε θέωση ψυχής και σώματος, οπότε ο άνθρωπος γίνεται κατοικητήριο του Τριαδικού Θεού και ναός του Παναγίου Πνεύματος. Η άκτιστη Χάρη του Θεού διαπορθμεύεται δια του νου και σε ολόκληρο το σώμα.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφερθώ στην διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Σε πολλά σημεία της διδασκαλίας του βλέπουμε ότι τα διάφορα μέλη του εθεωρούντο από αυτόν και ήταν μέλη του Σώματος του Χριστού. Άλλωστε αυτό λέγει και ο Απόστολος Παύλος: "η ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν, ου έχετε από Θεού, και ουκ εστέ εαυτών ηγοράσθητε γαρ τιμή δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού" (Α΄ Κορ. στ΄, 19-20). "Ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού έστιν; άρας ουν τα μέλη του Χριστού ποιήσω πόρνης μέλη; μη γένοιτο" (Α΄ Κορ. στ΄, 15). "Υμείς δε εστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους" (Α΄ Κορ. ιβ΄, 27). Ο άγιος Συμεών κατά την διάρκεια της θεωρίας του Θεού έβλεπε ολόκληρο το σώμα του ως σώμα Χριστού:

"Τις η άμετρος ευσπλαχνία σου, σώτερ;

Πώς ηξίωσας μέλος σόν με γενέσθαι,

τόν ακάθαρτον, τον άσωτον, τον πόρνον;

Πώς ενέδυσας στολήν με λαμπροτάτην

απαστράπτουσαν αίγλην αθανασίας

και φως ποιούσαν άπαντά μου τα μέλη;

Σώμα γαρ το σον, το άχραντον και θείον

απαστράπτει όλον πυρί θεότητός σου

αναφυραθέν και συμμιγέν αρρήτως

τούτο ουν καμοί εδωρήσω, Θεέ μου.

Το γαρ ρυπαρόν και φθαρτόν τούτο σκήτος

τω παναχράντω ενωθέν σώματί σου

και μιγέν το αίμα μου τω αίματί σου

ηνώθην, οίδα, και τη θεότητί σου

και γέγονα σον καθαρώτατον σώμα,

μέλος εκλάμπον, μέλος άγιον όντως,

μέλος τηλαυγές και διαυγές και λάμπον.

Ορώ το κάλλος, βλέπω την λαμπηδόνα,

ενοπτρίζομαι το φως της χάριτός σου

και το άρρητον εκπλήττομαι της αίγλης

και εξίσταμαι κατανοών εαυτόν

εκ ποίου οίος εγενόμην, ω θαύμα!

Και ευλαβούμαι και εμαυτόν αιδούμαι

και, ως σε αυτόν, και τιμώ και φοβούμαι

και εξαπορώ, εντρεπόμενος όλος,

το πού καθίσω και τίνι προσεγγίσω

και πού τα μέλη τα σα προσακλίνω,

εις ποία έργα, εις ποίας ταύτα πράξεις

όλως χρήσωμαι τα φρικτά τε και θεία".

Δεν μπορώ να εισέλθω στην καρδιά του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου για να γνωρίσω τι θα έκανε ύστερα από αυτήν την εμπειρία, εάν του ζητούσαν να γίνη δωρητής σώματος. Δεν μπορώ ακόμη να εισέλθω στην καρδιά του θεουμένου αυτού ανθρώπου και να εξετάσω αν θα ήθελε να δεχθή μόσχευμα για να επιμηκύνη τον χρόνο υπάρξεώς του επάνω στην γη, και δεν θα είχε στον νου του το χωρίο του Αποστόλου Παύλου "επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι" (Φιλ. α΄, 23).

Εκείνο που γνωρίζω και μπορώ να το εκφράσω όσο είναι δυνατόν απλά είναι ότι ένας σύγχρονος θεούμενος, που πολλές φορές είδε το άκτιστο φως, και είχε μεγάλες εμπειρίες της πνευματικής ζωής, ήταν προβληματισμένος από μια προσωπική του περιπέτεια. Χρειάστηκε να κάνη μεγάλη επέμβαση και να βάλη ξένο αίμα στον οργανισμό του. Το έκανε βεβαίως γιατί θεωρούσε ότι η παράταση της ζωής παρέχει την δυνατότητα μεγαλύτερης μετάνοιας. Αλλά όμως αισθάνθηκε ότι εισήλθε ξένο και βαρύ στοιχείο στον οργανισμό του και ότι έχασε την νοερά προσευχή για μήνες. Δηλαδή, χρειάστηκε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε ο πνευματικός του οργανισμός, που είχε γίνει μέλος του Σώματος του Χριστού, να οικειοποιηθή και να ενσωματώση το ξένο αυτό στοιχείο. Γνωρίζω ότι δεν βρισκόμαστε πολλοί σε αυτήν την κατάσταση, και δεν μπορεί να τεθή ως κριτήριο για την λήψη και την προσφορά οργάνων, αλλά είναι μια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορούμε να αρνηθούμε για τον προβληματισμό πάνω στο θέμα των μεταμοσχεύσεων. Αυτή η άποψη δεν είναι εξεζητημένη, αφού υποστηρίζεται και από ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι, κάνοντας λόγο για τις μεταμοσχεύσεις ιστών και οργάνων, ομιλούν για δυνατότητα αλλοιώσεως της ταυτότητας του προσώπου του λήπτου, "όταν ο αριθμός των (νευρικών) κυττάρων που μεταμοσχεύονται είναι πολύ μεγάλος".

Επίσης, δεν γνωρίζω αν πολλοί σύγχρονοι άγιοι που έχουν ζωντανή κοινωνία με τον Χριστό θα ήθελαν ευχαρίστως να γίνουν δωρητές οργάνων του σώματος. Και αυτό γιατί, καίτοι αγαπούν τους άλλους ανθρώπους, εν τούτοις στέκονται με μεγάλο σεβασμό απέναντι στο σώμα τους, το οποίο δεν το θεωρούν δικό τους, αλλά μέλος του Σώματος του Χριστού. Άλλωστε, το θέμα των μεταμοσχεύσεων δεν μπορούμε να το εξετάσουμε μόνο από την προοπτική του πότε βγαίνει η ψυχή ενός ανθρώπυ, ούτε από την χρηστική και ωφελιμιστική πλευρά αυτής της πράξεως, αλλά και μέσα από τους πνευματικούς νόμους. Και ξέρουμε καλά ότι η εκκλησιαστική πορεία είναι πορεία θεώσεως, και μάλιστα όλοι οι Χριστιανοί, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται βιώνουν μερικές ανταύγειες αυτής της εμπειρίας, είτε της καθαρτικής, είτε της φωτιστικής, είτε της θεοποιού ενεργείας του Θεού.

 

ΠΗΓΗ: http://www.pelagia.org/htm/ar05.e.oi_metamosxeuseis_apo_orthodoxi_ekkl_pl.htm. Το είδα: 30   ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  2011, Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον, http://www.egolpion.com/transplant_nafpaktou.el.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

Ορθόδοξη Εκκλησία: Οι Μεταμοσχεύσεις Ι

Οι Μεταμοσχεύσεις από Ορθόδοξη Εκκλησιαστική σκοπιά – Μέρος Ι

 

Του Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεου


 

Πριν αρχίσω την επεξεργασία του θέματός μου θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ιερά Σύνοδο και τον Μακαριώτατο Πρόεδρο, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο, για την ανάθεση σε μένα αυτού του συγχρόνου και κρισίμου θέματος. Η εισήγηση η οποία θα επακολουθήση δεν μπορεί να εξαντλήση το θέμα, αλλά απλώς θα ανοίξη την συζήτηση για να καταλήξουμε σε μερικά συμπεράσματα, τα οποία, βεβαίως, θα είναι η αρχή και όχι το τέλος της συζητήσεως αυτών των θεμάτων.

Διότι, εφ’ όσον το θέμα των μεταμοσχεύσεων συζητείται από ιατρικής, νομικής και βιοηθικής πλευράς, η Εκκλησία δεν πρέπει να καταλήξη σε τελικά συμπεράσματα. Ίσως για να αποφύγουμε το θέμα των διαρκών παλινδρομήσεων και μεταβολών θα πρέπει αφ’ ενός μεν να θέσουμε θεολογικά κριτήρια αντιμετωπίσεως του προβλήματος, αφ’ ετέρου δε να αφήσουμε τους ιατρούς και τους νομικούς να συζητούν το πρόβλημα, χωρίς να παρεμβαίνουμε σε αυτήν την συζήτηση, λόγω του ενεδρεύοντος πειρασμού να εμπλακή η Εκκλησία σε επιστημονικά θέματα τα οποία μπορεί να είναι ανατρέψιμα με την πάροδο του χρόνου. Μπορεί όμως να θέση τα πλαίσια αντιμετωπίσεως του θέματος.

Εισαγωγικά ακόμη θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι στα πατερικά κείμενα και στην όλη διδασκαλία της Εκκλησίας δεν μπορεί κανείς να βρη άμεσες απαντήσεις για το θέμα των μεταμοσχεύσεων, και αυτό γιατί δεν απησχόλησε το θέμα αυτό την πατερική σκέψη. Δηλαδή, στην εποχή τους δεν υπήρχε θέμα μεταμοσχεύσεων οργάνων, για να εκφράσουν την άποψή τους για το θέμα. Ωστόσο όμως μπορούμε να ανιχνεύσουμε μερικά παράλληλα θέματα και από εκεί να προσδιορίσουμε κάπως την στάση μας απέναντι στις μεταμοσχεύσεις, διότι οι άγιοι Πατέρες ασχολήθηκαν με τον άνθρωπο. Άλλωστε, η πατερική περίοδος δεν εξέλιπε. Κάθε εκκλησιαστική περίοδος είναι και πατερική, αρκεί να διασώζη τα ορθόδοξα εκκλησιαστικά κριτήρια ερμηνείας των προβλημάτων και πραγμάτων. Οπότε, μεγαλύτερη σημασία μπορούμε να δώσουμε όχι τόσο στις λύσεις, αλλά στις προϋποθέσεις που καθορίζουν την στάση μας απέναντι στα προβλήματα και στις λύσεις. Αυτό είναι το έργο της ορθοδόξου θεολογίας.

Η πολυποίκιλη, πολυεπίπεδη και πολυσήμαντη αντιμετώπιση των μεταμοσχεύσεων

Το θέμα των μεταμοσχεύσεων αντιμετωπίζεται από πολλά επίπεδα και πολλές πλευρές. Γι’ αυτό στην εισήγηση αυτή είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε αυτήν την απαραίτητη πλευρά του προβλήματος, καθορίζοντας τα πολυποίκιλα επίπεδα.

Το πρώτο επίπεδο είναι το αλτρουϊστικό και ψυχολογικό. Θεωρείται ότι η αγάπη για τους άλλους ανθρώπους, η οποία αγάπη φθάνει και μέχρι την θυσία, πρέπει να μας οδηγή στην προσφορά των οργάνων του σώματος για να ζήση κάποιος άλλος συνάνθρωπός μας, που υποφέρει και βασανίζεται. Ακόμη το να αισθάνεται κανείς ότι τα μάτια του παιδιού του ευρίσκονται σε κάποιον άλλον άνθρωπο και να μπορή σ’ αυτόν να βλέπη την συνέχιση της ζωής του παιδιού του, είναι ασφαλώς ψυχολογικό γεγονός, που μπορεί να δικαιολογή την προσφορά μοσχευμάτων σε άλλους ανθρώπους.

Το δεύτερο επίπεδο είναι το κοινωνικό. Η προσφορά οργάνων ασφαλώς λύει διάφορα κοινωνικά προβλήματα και αντιμετωπίζει διάφορες κοινωνικές ανάγκες, από πλευράς λήπτου. Γνωρίζουμε σήμερα τα προβλήματα που δημιουργούν οι παθήσεις των οργάνων σε οικογενειάρχες και νέους ανθρώπους. Και ακόμη γνωρίζουμε πόσο ανακουφίζονται οι συγγενείς των ταλαιπωρημένων ανθρώπων. Όταν ευρίσκεται ένας δότης και έτσι προσφέρεται η δυνατότητα να ζήση ο ασθενής, αλλά και να ηρεμήσουν τα άλλα μέλη της οικογενείας του ταλαιπωρημένου ανθρώπου, τότε αντιλαμβάνεται την αξία της προσφοράς.

Το τρίτο επίπεδο είναι το βιοηθικό, που συνίσταται στους δεοντολογικούς κανόνες μέσα από τους οποίους θα υπάρχη σωστή συνεργασία μεταξύ δότου και λήπτου μοσχευμάτων. Πολλά πράγματα μπορεί να κάνη κανείς στην ζωή για την βελτίωση των κοινωνικών, οικογενειακών και ατομικών συνθηκών. Το πρόβλημα όμως τίθεται στο κατά πόσον αυτές οι επιλογές είναι επιτρεπτές από τους γενικούς ηθικούς και δεοντολογικούς κανόνες. Για παράδειγμα, η βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος της ελευθερίας και του προσώπου. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Έτσι και στο θέμα των μεταμοσχεύσεων πρέπει να εξετάζεται οπωσδήποτε η βιοηθική πλευρά και να τίθενται ηθικοδεοντολογικοί κανόνες. Σε αυτό το θέμα εμπλέκονται η νομική και η ιατρική επιστήμη, και βέβαια διάφοροι Παγκόσμιοι Οργανισμοί.

Το τέταρτο επίπεδο είναι το νομικό. Δεδομένου ότι η παρουσία του ανθρώπου στην κοινωνία και η επικοινωνία του με τους συνανθρώπους του σχετίζονται και με τους νόμους της Πολιτείας, οι οποίοι επιδιώκουν να διασφαλίσουν την προσωπικότητα του ανθρώπου, αλλά και την αποφυγή πολλών παρανόμων ενεργειών, είναι φυσικό σε ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα να εισέρχεται και ο νομικός παράγοντας. Έτσι, με την νομοθεσία πρέπει να διασφαλίζεται η δικαιοπρακτική ικανότητα του δότη, η ελεύθερη γραπτή συγκατάθεσή του, η ακεραιότητα της σωματικής ζωής του δότη μετά την αφαίρεση των ιστών, ο τρόπος της αφαιρέσεως των ιστών και των οργάνων, ο καθορισμός του σκοπού της αφαιρέσεως ιστού και οργάνων που πρέπει να είναι θεραπευτικός και επιστημονικός και όχι εμπειρικός, η επιβεβαίωση ότι ο δότης έχει υποστή το λεγόμενο εγκεφαλικό θάνατο κλπ. Όλα αυτά είναι απαραίτητα να εξετάζωνται με τον καταρτισμό και την ψήφιση νόμων, κατόπιν συνεργασίας ιατρών, νομικών και άλλων παραγόντων που εμπλέκονται σε τέτοια ζητήματα.

Το πέμπτο επίπεδο είναι το καθαρά ιατρικό. Οι μεταμοσχεύσεις οργάνων γίνονται ενώ ακόμη ο άνθρωπος διατηρείται, έστω με μηχανική υποστήριξη, στην ζωή, ενώ δηλαδή τα μοσχεύματα είναι "ζωντανά". Οπότε τίθεται το πρόβλημα του θανάτου, δηλαδή πότε επέρχεται ο θάνατος, πότε η ιατρική επιστήμη προσδιορίζει το γεγονός του θανάτου, γιατί κανείς δεν θέλει να αισθάνεται δολοφόνος ενός ανθρώπου, ότι δηλαδή λαμβάνονται μοσχεύματα ενώ ο δότης βρίσκεται στην ζωή. Πράγματι, η ιατρική επιστήμη εξετάζει το πρόβλημα αυτό και ετέθησαν διάφορες λύσεις όπως το "μή ανατάξιμο κώμα", η διάγνωση της νεκρώσεως του "εγκεφαλικού στελέχους" κλπ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ και κατά. Σε σχετικό κείμενό του ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος με τίτλο "εγκεφαλικός ή καρδιακός θάνατος. Συμβολή στην εξελικτική πορεία των Μεταμοσχεύσεων" κάνει ευρύτατη ανάλυση του προβλήματος αυτού, και βέβαια οι απόψεις αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο στην συζήτηση του προβλήματος. Σαφώς πρέπει να διευκρινισθούν οι όροι κλινικός καρδιακός θάνατος, εγκεφαλικός θάνατος και βιολογικός θάνατος. Και αυτό είναι σημαντικό, αν σκεφθή κανείς ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των ιατρών γύρω από το θέμα πότε επέρχεται ο θάνατος. Δηλαδή, η άποψη ότι η νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους ταυτίζεται με τον βιολογικό θάνατο, δεν πρέπει να θεωρήται δεδομένη.

Το έκτο επίπεδο θεωρήσεως και αντιμετωπίσεως του προβλήματος των μεταμοσχεύσεων είναι το θεολογικό, και φυσικά αυτό ενδιαφέρει περισσότερο από όλα την Εκκλησία. Άλλωστε ο κόσμος σήμερα αναμένει την άποψη της Συνόδου πάνω σε βασικά ζητήματα που συνδέονται με τις μεταμοσχεύσεις. Ο Καθηγητής Αθανάσιος Αβραμίδης έθεσε μερικά τέτοια ερωτήματα, για τα οποία αναμένεται απάντηση από την Εκκλησία. Γράφει: "Στα συνειδησιακά λοιπόν ερωτήματα σχετικά με το α) πού εδράζεται το κέντρο της ζωής, στην καρδιά ή τον εγκέφαλο; β) πού η ψυχή; όπως και γ) πότε "βγαίνει" η ψυχή από τον άνθρωπο; υπάρχει σήμερα απάντηση εκ μέρους της Εκκλησίας;" [4]

Νομίζω ότι η ουσιαστικότερη προσφορά της Εκκλησίας πάνω στο θέμα αυτό που αντιμετωπίζουμε δεν πρέπει να περιορισθή μόνο στα τρία αυτά ερωτήματα, αλλά να προχωρήση ακόμη περισσότερο. Να εξετάση δηλαδή τι είναι η ζωή και ο θάνατος, τι είναι το πρόσωπο και οι σχέσεις του με τον Θεό και τους ανθρώπους, ποιά είναι η σχέση της ψυχής με το σώμα, τι σχέση υπάρχει μεταξύ του νου και του λόγου, και κατά πόσον η βλάβη του λόγου αναιρεί την νοερά λειτουργία, ποιές είναι οι δυνατότητες της ελευθερίας του ανθρώπου, δηλαδή ο άνθρωπος έχει απόλυτη ή σχετική ελευθερία, ο άνθρωπος είναι ανεξάρτητη και αυτοπροσδιορισμένη ύπαρξη ή σαφώς είναι μια εξαρτημένη και προσδιορισμένη, δεδομένη ύπαρξη, ποιά είναι η εσχατολογική κατάσταση του όλου ανθρώπου, πώς προσδιορίζεται η αγάπη και η σωτηρία, κλπ.

Όλα αυτά είναι ερωτήματα που αναζητούν απαντήσεις, είναι θέματα τα οποία επιδέχονται αντιμετώπιση και βέβαια αυτό πρέπει να γίνεται μέσα από την μελέτη της πατερικής διδασκαλίας. Γι’ αυτό και λέγαμε προηγουμένως ότι καίτοι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αντιμετώπισαν αμέσως το θέμα των μεταμοσχεύσεων, ωστόσο έδωσαν εμμέσους απαντήσεις, αρκεί να έχουμε την δυνατότητα να τις βλέπουμε και να τις μεταφέρουμε στο ποίμνιό μας.

Πάντως, εκείνο που πρέπει να γίνη κοινή συνείδηση είναι ότι οι Ποιμένες του λαού του Θεού δεν πρέπει να αρκούνται μόνον σε μια ψυχολογική, κοινωνική, ιατρική, ηθικοδεοντολογική, νομική αντιμετώπιση του θέματος, αλλά απαραιτήτως πρέπει να προχωρήσουν στις θεολογικές πλευρές του ζητήματος αυτού, που είναι πάμπολλες και βεβαίως εκείνες είναι που ενδιαφέρουν πρωτίστως τους ανθρώπους. Γιατί στο βάθος τους οι άνθρωποι δεν αναζητούν μια παράταση της βιολογικής ζωής, αλλά την υπέρβαση του θανάτου, επιδιώκουν να βρουν την προσωπική ελευθερία και όχι ατομικές ελευθερίες. Αν η Εκκλησία εμπλέκεται σε συζητήσεις που προκαλούν οι άλλοι ουμανιστικοί οργανισμοί, χωρίς να απαντά σε αυτά τα κρίσιμα υπαρξιακά ερωτήματα, τα οποία είναι ερωτήματα ζωής και θανάτου, τότε προξενεί μεγαλύτερη απόγνωση στους ανθρώπους και συντελεί στην εκκοσμίκευση της θεολογίας της.

Νομίζω, λοιπόν, ότι ενώ πρέπει να δίδουμε πρακτικές απαντήσεις σε ανθρώπους που απασχολούνται με τα θέματα αυτά, παράλληλα πρέπει να εξαντλούμε το θέμα και θεολογικά.

Η γνωμοδοτική μελέτη της Επιτροπής επί της Βιοηθικής της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Τον Δεκέμβριο του 1998 συγκροτήθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος Επιτροπή επί της Βιοηθικής, η οποία εργάσθηκε ένα ολόκληρο εξάμηνο συστηματικά και ήδη κατατέθηκε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος μια γνωμοδοτική μελέτη περί των μεταμοσχεύσεων, καθώς επίσης και τελικά συμπεράσματα-προτάσεις, που υποδεικνύουν την στάση την οποία θα μπορούσε να λάβη η Εκκλησία πάνω στο σημαντικό αυτό ζήτημα των ημερών μας.

Η γνωμοδοτική μελέτη με τίτλο "ηθική θεώρηση των μεταμοσχεύσεων" είναι ένα καταπληκτικό κείμενο αποτελούμενο από 138 σελίδες, στο οποίο εκτίθεται όλο το πρόβλημα από ιατρικής, κοινωνικής, νομικής και θεολογικής πλευράς. Θα ήθελα στην παρούσα εισήγηση απλώς να παραθέσω τους τίτλους των κεφαλαίων, καθώς επίσης να μνημονεύσω και τους συντάκτες κάθε κεφαλαίου.

1. Η μεταμοσχευτική πραγματικότητα διεθνώς και στην Ελλάδα, ηθικοί προβληματισμοί, υπό του Αρχιμ. π. Νικολάου Χατζηνικολάου.

2. Δεοντολογία των μεταμοσχεύσεων, υπό του κ. Σπύρου Δρακόπουλου.

3. Οι καρδιακές μεταμοσχεύσεις στον κόσμο και στην Ελλάδα, υπό του κ. Χρήστου Χαρίτου.

4. Μεταμοσχεύσεις ήπατος και νεφρών, υπό του κ. Σπύρου Δρακόπουλου.

5. Ο εγκεφαλικός θάνατος, υπό του καθηγητού κ. Σταύρου Μπαλογιάννη.

 6. Νομική θεώρηση των μεταμοσχεύσεων, υπό των κ.κ. Χαραλάμπους Κονιδάρη και Χαραλάμπους Παμπούκη.

7. Θεολογική προβληματική των μεταμοσχεύσεων, υπό του Καθηγητού κ. Γεωργίου Μαντζαρίδη.

8. Πνευματική ηθική και παθολογία των μεταμοσχεύσεων, υπό του Αρχιμ. π. Νικολάου Χατζηνικολάου.

9. Το μέλλον των μεταμοσχεύσεων, υπό του Αρχιμ. π. Νικολάου Χατζηνικολάου.

Όπως φαίνεται με την απλή απαρίθμηση των κεφαλαίων πρόκειται για ένα μεγάλο επίτευγμα, για το οποίο πρέπει να δοθούν συγχαρητήρια τόσο στον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος επί της Βιοηθικής, όσο και στους συντάξαντες τα επί μέρους κεφάλαια.

Επίσης, η ίδια Επιτροπή εξέδωσε και άλλο κείμενο με τίτλο "ηθική των μεταμοσχεύσεων συμπεράσματα – προτάσεις", το οποίο είναι περίληψη της προηγουμένης γνωμοδοτικής μελέτης. Στο δεύτερο αυτό περιληπτικό κείμενο υπάρχουν τα εξής κεφάλαια: α) βασικές αρχές, β) ο ρόλος της ιατρικής, γ) η δυνατότητα προσφοράς οργάνων, δ) περί εγκεφαλικού θανάτου, ε) περί συνειδητής και εικαζομένης συναινέσεως, στ) περί συγγενικής συναινέσεως, ζ) οι επιφυλάξεις της Εκκλησίας, η) κριτική του νέου νόμου περί μεταμοσχεύσεων, θ) ποιμαντικές δυνατότητες της Εκκλησίας, ι) προτεινόμενη πρακτική της Εκκλησίας.

Υιοθετώ το κείμενο αυτό, αλλά επειδή η Ιερά Σύνοδος το απέστειλε σε όλους τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας, και επομένως είναι γνωστό σε όλους σας, γι’ αυτό και δεν θα το σχολιάσω. Βεβαίως, εννοείται ότι και η εισήγησή μου κινείται μέσα σε αυτό το πνεύμα.


ΠΗΓΗ: http://www.pelagia.org/htm/ar05.e.oi_metamosxeuseis_apo_orthodoxi_ekkl_pl.htm. Το είδα: 30   ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  2011, Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον, http://www.egolpion.com/transplant_nafpaktou.el.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ: ΝΕΑ ΒΑΡΚΙΖΑ – ΝΕΟ ΣΧ. ΑΝΑΝ

ΝΕΑ ΒΑΡΚΙΖΑ ΚΑΙ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ Η ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου



Η υπερψήφιση από τη Βουλή της δανειακής σύμβασης μπορεί να έχει για την Ελλάδα τις ίδιες συνέπειες που είχε για την ελληνική ΕΑΜική αντίσταση η συμφωνία της Βάρκιζας και θα είχε, για το κυπριακό κράτος, το σχέδιο Ανάν, αν υιοθετείτο. Στην πραγματικότητα μάλιστα, οι συνέπειες για την Ελλάδα από την υπερψήφιση της δανειακής σύμβασης, μπορεί να είναι πιο τραγικές και από αυτές ακόμα, τις φοβερές, του εμφυλίου πολέμου, που προκάλεσε, δεν απέτρεψε η Βάρκιζα, ή της κατάλυσης του κυπριακού κράτους, που προέβλεπε το σχέδιο. Σας φαίνεται ασφαλώς απίστευτο, θα σας εξηγήσουμε όμως τον λόγο.

Ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται σήμερα στη θέση που βρέθηκε το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ στις 12 Φεβρουαρίου 1945 και ο Τάσσος Παπαδόπουλος στις 12 Φεβρουαρίου 2004(1). Δεν διαθέτει εναλλακτική στρατηγική, δεν γνωρίζει πως να πει, είναι απροετοίμαστος και φοβάται να πει το όχι. Η όποια ικανότητα αντίστασης του αστικού πολιτικού κόσμου της χώρας, αν ποτέ υπήρξε τέτοιο πράγμα, λιώνει σήμερα, κυριολεκτικά σαν το κεράκι, μπρος στα μάτια μας, θυμίζοντας μέρες του 1941. Οι πολιτικοί μας, ή όσοι από αυτούς δεν εκτελούν μηχανικά εντολές, ξέρουν από ένστικτο τι θα δουν αν ανοίξουν τα μάτια τους και προσπαθούνε επίμονα να μην το κάνουν, σου λένε κάθε μορφής παραλογισμούς. “Μοιραίοι και άβουλοι” βαδίζουν στην καταστροφή τους, απειλώντας να συμπαρασύρουν μαζί και το έθνος τους.

Το ΠΓ του ΚΚΕ, επικεφαλής ενός πολιτικο-στρατιωτικά παντοδύναμου ΕΑΜ υπέγραψε τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Δεν απέτρεψε τον εμφύλιο, τον διευκόλυνε, όπως και τη δική του ήττα. Η κυβέρνηση Παπαδήμου ετοιμάζεται να κάνει το ίδιο. Να αφοπλίσει την Ελλάδα από τα ισχυρότερα όπλα της στον πόλεμο χρέους που έχει εξαπολυθεί εναντίον της, υπερψηφίζοντας τη δανειακή σύμβασης από τη Βουλή. Ισχυρίζεται ότι θα αποτρέψει τη χρεωκοπία και θα εμποδίσει την έξοδο από το ευρώ, με τις συμφωνίες της 26ης Οκτωβρίου. Θα διευκολύνει και τα δύο, απαλλάσσοντας τους Πιστωτές από τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν αν η Ελλάδα χρεωκοπούσε τώρα και έβγαινε από το ευρώ. Αυτά τα προβλήματα θα έπρεπε να είναι ένα μέρος του οπλοστασίου της Αθήνας για να πετύχει συμβιβασμό. Με το ΅ναι σε όλα΅ που λέμε διαδοχικά εδώ και δύο χρόνια φτάσαμε στο σημείο που φτάσαμε, δηλαδή κάναμε πολύ πιο πιθανή μια επικίνδυνη ρήξη, αντί να εξαντλήσουμε τα περιθώρια αξιοπρεπούς συμβιβασμού.

Άλλωστε, το ελληνικό πρόβλημα σήμερα δεν είναι η αποφυγή της χρεωκοπίας ή η διατήρηση του ελληνικού κράτους στην ευρωζώνη, όπως υποστηρίζουν τα τρία κόμματα και ο κ. Παπαδήμος. Αυτό που διακυβεύεται τώρα είναι η ίδια η ύπαρξη του ελληνικού κράτους, όχι το νόμισμά του ή οι συμμαχίες του! Οι συμφωνίες της 26ης Οκτωβρίου, ειδικά η δανειακή σύμβαση, δεν εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού κράτους, όχι το βιοτικό επίπεδο που χάσαμε οριστικά, αλλά την ίδια την ύπαρξή του, την ικανότητα να θρέφει τον ελληνικό λαό και να προστατεύει τα σύνορά του.

Λέμε δανειακή σύμβαση γιατί πληροφορούμεθα ότι ο κ. Βενιζέλος έθεσε θέμα αγγλικού δικαίου στις διαπραγματεύσεις με τις Τράπεζες για την αναδιάρθωση. Είναι πολύ σπουδαίο, αν συνέβη, ελπίζουμε να επιμείνει, αλλά δεν είναι επαρκές, δεν φτάνει για να σώσει την Ελλάδα, γιατί, για λόγους που έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενα άρθρα μας στα Επίκαιρα και αλλού και μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα μας, η επικύρωση της απερίγραπτης πρώτης δανειακής σύμβασης, ίσως της χειρότερης για δανειζόμενο που έχει υπογραφεί στην παγκόσμια ιστορία, υποθηκεύει το σύνολο της ελληνικής δημόσιας περιουσίας, υπαρχούσης και μελλούσης. Την ίδια στιγμή εγκλωβίζει την Ελλάδα σε μια οικονομική πολιτική που την καταστρέφει και εξασφαλίζει ότι δεν θα μπορέσει να πληρώσει. Αν το Μνημόνιο ήταν λάθος, θα είχε διορθωθεί. Δεν ήταν λάθος, ήταν έγκλημα. ‘Όπως συνέβαινε και με το σχέδιο Ανάν στην Κύπρο, διατηρείται το κέλυφος του κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους, του αφαιρείται όμως η δυνατότητα, οι οικονομικές προϋποθέσεις να λειτουργεί.

Ακόμα και όσοι ανέλυσαν επαρκώς τη δανειακή σύμβαση, θεώρησαν τόσο τρομακτικές τις συνέπειες που κατέληξαν ότι είναι απίθανο να συμβούν! Όταν υπογράφονταν οι συνθήκες του 1960 για την Κύπρο, έλεγαν ότι ποτέ η Τουρκία δεν θα κάνει χρήση του δικαιώματος επέμβασης. Όταν ο Γκορμπατσώφ διαπραγματεύτηκε την ενοποίηση της Γερμανίας, συμφώνησε τη μη επέκταση του ΝΑΤΟ στην Αν. Ευρώπη. Θα έμπαινε ο όρος στα κείμενα, αν ο σοβιετικός ηγέτης δεν έλεγε ΅δεν χρειάζεται. Μου αρκεί ο λόγος σας΅. Το ΝΑΤΟ είναι τώρα στα περίχωρα της Αγίας Πετρούπολης. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι αρχηγοί του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσσου δεν πρόσεξαν επίσης τις λεπτομέρειες των συμφωνιών που υπέγραφαν γιατί δεν ήξεραν οικονομικά. Μετά διαπίστωσαν ότι είχαν παραδώσει τη χώρα τους, τη στιγμή που νόμιζαν ότι κέρδιζαν την ελευθερία τους. Ο αντιπρόεδρος του Λουξεμβούργου που επισκέφθηκε την Κούβα το περασμένο καλοκαίρι κατέπληξε τους συνομιλητές του λέγοντας: ΅Εντάξει είναι υπερβολή ότι θα τους πάρουμε την Ακρόπολη, αλλά δεν απέχει και πολύ από αυτό που θα κάνουμε΅

Ο αστικός κόσμος έχει ήδη ψυχολογικά αποδεχθεί την προοπτική μετατροπής της Ελλάδας σε οικονομικό προτεκτοράτο της Γερμανίας και γεωπολιτικό του Ισραήλ και ελπίζει να το διαχειρισθεί ο ίδιος. Ο κ. Παπαδήμος παίζει τον ρόλο που έπαιξε ο Γεώργιος Παπανδρέου για λογαριασμό των ¨Αγγλων και αφού παραμέρισε τεχνηέντως τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, στον Λίβανο και στη Γκαζέρτα, ή τον ρόλο που έπαιξε ο Σοφούλης όταν τον κάλεσαν στην Ουάσιγκτον το 1946 να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας και να πάει μέχρι τέλους τον εμφύλιο, παρά την αποτυχημένη προσπάθεια του Τσαλδάρη, μέσω του δολοφονηθέντος Πολκ, να τον σταματήσει.

Μόνο που ούτε στον κ. Παπαδήμο έχουν πει όλο το έργο, μόνο το κομμάτι που τον αφορά ξέρει, όπως και οι κ. κ. Παπανδρέου και Σαμαράς. Κανείς δεν πρόσεξε τη φρασούλα του Stratfor πέρυσι, ότι οι Έλληνες δεν έχουν καταλάβει τι άλλαξε το 1990. ¨Όταν οι ¨Αγγλοι και οι Αμερικανοί ξεκίναγαν τον εμφύλιο πόλεμο, για να ξανακάνουν προτεκτοράτο την Ελλάδα, χρειάζονταν κάπως να τη διατηρήσουν ζωντανή στον αρχόμενο ψυχρό πόλεμο. Πρέπει νάχεις την δύναμη της ενόρασης ενός Νόαμ Τσόμσκι, φωνής της παγκόσμιας συνείδησης, για να πεις “οι Τράπεζες θα καταστρέψουν την Ελλάδα” ή ενός Μίκη για να καταλάβεις ότι σκοπός είναι η “Ελλάδα χωρίς Έλληνες”.

Είθε ο φόβος να γεννήσει το θαύμα, όπως γέννησε, με τη νίκη του Θεμιστοκλή, αλλά και την πανουργία του Οδυσσέα, την ιδέα της Ευρώπης. Δύο επιλογές έχουμε εδώ που τα φέραμε και εδώ που μας φέρανε. Να ζήσουμε ή να χαθούμε.

22.11.2011

ΣΗΜΕΙΩΣΗ


(1) Κάνοντας ρεπορτάζ στις 12 με 14 Φεβρουαρίου 2004, διαπίστωσα ότι το σύνολο του ελλαδικού και κυπριακού πολιτικού κόσμου, με εξαίρεση τον Βάσσο Λυσσαρίδη, τον Νίκο Κουτσού και το ΚΚΕ, είχε πάθει “νεναικίτιδα”, delirium tremens, ενόψει της ανάγκης να πει όχι στον ΓΓ του ΟΗΕ. Αν ο κ. Ανάν τους ζητούσε να υπογράψουν ότι Ελλάδα και Κύπρος καθίστανται τμήμα της Σουαζιλάνδης, θα το υπέγραφαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Γι’ αυτό χρειάζονται ενίοτε τα δημοψηφίσματα και είναι ένα ακόμη από τα εγκλήματα του κ. Παπανδρέου ότι έκαψε την ιδέα με τον τρόπο που τη χρησιμοποίησε.

Η θέση του κ. Σαμαρά σήμερα, μοιάζει κάπως και με τη θέση που βρέθηκε ο Φαήλος Κρανιδιώτης, στο Ναϊρόμπι, το 1999. Έπρεπε να βάλει τις φωνές, να φωνάξει τα διεθνή πρακτορεία και τις τηλεοράσεις για να έχει ελπίδα να σώσει τον αιχμάλωτο. Αλλά δεν είχε τέτοια εκπαίδευση και προετοιμασία, γύρισε στην Αθήνα και έψαχνε βοήθεια εκεί που περίμενε ότι θα τη βρει. Σήμερα, «αιχμάλωτος» είναι η Ελλάδα και η δική της παράδοση ετοιμάζεται.

 

Δημοσιεύτηκε στα Eπίκαιρα, 24.11.2011

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011, http://konstantakopoulos.blogspot.com/2011/11/blog-post_27.html

Το τρίστατο

 Το τρίστατο

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή [Για το Αντίφωνο*]


 

Ένας άνθρωπος, είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του, καθόταν σ’ ένα τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά. Ένας διαβάτης τον ρώτησε ποιος είναι ο εύκολος δρόμος, ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι κατά κει, πορεύτηκε κατά κει ο ξένος.

Άλλος διαβάτης πέρασε, τον ρώτησε ποιος είναι ο δύσκολος δρόμος, ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι κατά δω, πήγε κατά δω ο ξένος. Τρίτο διαβάτη δεν απάντησε.

Άραγε ο τρίτος δρόμος πού να οδηγεί, αναρωτήθηκε δεν αναρωτήθηκε ο άνθρωπος.

Η πρώτη νύχτα πέρασε. Η πρώτη  μέρα ήρθε.

Ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του καθότανε στο τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά.

Ήθελε δεν ήθελε, τι άλλο να κάνει, άρχισε ν’ ανασκαλίζει τα παλιά. Όλη του τη ζωή τη βρήκε ίδια με τις τρίχες της κεφαλής του. Κι αυτή όπως κι αυτές, ήταν δεν ήταν.

Υπήρξε δεν υπήρξε παιδί. Είχε δεν είχε γονείς. Είχε δεν είχε γυναίκα. Απέκτησε δεν απέκτησε παιδιά. Είχε δεν είχε συγγενείς. Είχε δεν ειχε φίλους. Παρόμοια κι η δουλειά, η επιτυχιά, τα λεφτά, η περιουσία του όλη.

Ξυπνούσε δε ξυπνούσε τις μέρες. Κοιμόταν δε κοιμόταν τις νύχτες.  Δούλευε δε δούλευε. Και για όλα αυτά, ήταν δεν ήταν σίγουρος.

Ξάφνου πετάχτηκε όρθιος σα κεραυνοβολημένος. Πρώτη φορά γεννήθηκε μέσα του το θανατηφόρο ερώτημα.

Πέρασε η δεύτερη νύχτα. Η δεύτερη μέρα ξημέρωσε. Ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του καθότανε στο τρίστρατο ανασκαλίζοντας θέλοντας και μη τα περασμένα.

Από τούτο το τρίστρατο κάποτε  ξεκίνησε διαλέγοντας τον εύκολο δρόμο. Ήταν δεν ήταν αποφασισμένος να τον περπατήσει μέχρι τέλους. Μα ήθελε δεν ήθελε στο τέλος τον περπάτησε. Παραδόθηκε σε μεθυσμένα μερόνυχτα, κοιμήθηκε σε πλάνες αγκαλιές, ήπιε γλυκόπιοτα κρασιά, κατράμια τα κορμιά των ευνούχων που ερωτεύτηκε πλάι σε πάλευκα τσερκέζων  παλακίδων. Χαυνώθηκε  από αρώματα που ξελογιάζουν, τρύγησε δάση από νάρκισσους και ορχιδέες, στολίστηκε ασήκωτα βελούδα, μετάξια με υπόσταση το τίποτα, δαντέλες που έπλεξαν μέσα στο σώμα του δεύτερο σώμα. Ξεφάντωσε σε μουσικές, παραλήρησε με ψιθύρους, γλύστρισε σε βασιλικές κάμαρες, σε μαρμάρινα δάπεδα κυλίστηκε, κάτω από σκάλες ξενύχτησε, μέσα σε κιόσκια ονειρεύτηκε, πίσω από καφασωτά τρύπωσε κρυφά αγγίζοντας τα απαραβίαστα.

Όσο περπατούσε το δρόμο του  πλήθαιναν πάνω του τα μαχαίρια, τα σπαθιά και τα τόξα, σαν τους εχθρούς του. Πρόθυμα και μ’ ευκολία ολοένα μεγαλύτερη αφαιρούσε τα εμπόδια που συναντούσε. Στην αρχή μικροπράγματα, ύστερα αισθήματα, μετά χέρια, πόδια, μάτια, στο τέλος σώματα και ζωές.

Ώσπου, έφτασε κάποτε μπροστά σε μια χαράδρα κι εκεί αποκοιμήθηκε. Θυμόταν δε θυμόταν τι όνειρο είδε. Μα πρέπει να είδε κάποιο σπουδαίο όνειρο, γιατί την άλλη μέρα βρέθηκε στην απέναντι μεριά που έμοιαζε δεν έμοιαζε με την προηγούμενη. Και μιας και πίσω δε μπορούσε να κάνει, άρχισε να περπατά το δρόμο που βρέθηκε μπροστά του ήθελε δεν ήθελε.

Κανένας δεν τον πρόσεχε, κανείς δεν του μιλούσε. Καμιά απειλή, βάρος τα όπλα, βήμα βήμα τα πετούσε ένα ένα με τη σειρά. Λίγο λίγο απαρνήθηκε τον εαυτό του, τα πάθη, τις επιθυμίες του, μέχρι τις πιο μύχιες σκέψεις του. Συνέχισε να περπατά αρνούμενος τα ρούχα, τα υποδήματα και την τροφή. Άπλυτος και θεονήστικος πορεύτηκε. Ανέβηκε και κατέβηκε απόκρημνα όρη, έμεινε σε ανήλιαγες σπηλιές, θυμόταν δε θυμόταν πόσα μερόνυχτα πέρασε γονατιστός πάνω στις πέτρες στραμμένος προς τον ουρανό. Συγχώρεσε τους εχθρούς, τους φίλους, τον εαυτό του και τα πάθη του, όλη την προηγούμενη ζωή του. Ελεύθερος απ’ όλα συνέχιζε το δρόμο του μέχρι το τέλος. Να πώς βρέθηκε πάλι μπροστά σ’ αυτό το τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά.

Πού να οδηγεί άραγε ο τρίτος δρόμος, αναρωτήθηκε ξανά.

Άξαφνα ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του σωριάστηκε χάμω κεραυνοβολημένος. Δεύτερη φορά ξεπρόβαλλε μέσα του το θανατηφόρο ερώτημα.

Πέρασε η τρίτη νύχτα. Η τρίτη μέρα ξεπρόβαλλε. Ήθελε δεν ήθελε, δεν είχε άλλα περασμένα για να θυμηθεί. Μπορούσε δε μπορούσε μόνο ένας δρόμος του έμενε να περπατήσει. Ήταν ο τρίτος.

Τι άλλο να κάνει, ξεκίνησε. Περπάτησε, περπάτησε, περπάτησε. Άνθρωπο δε απάντησε, δέντρο δεν είδε. Μήτε θεριό, μήτε πουλί, μήτε νερό, μήτε φαϊ. Ξάφνου ο δρόμος χάθηκε από μπρος του. Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει, πουθενά ο δρόμος. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Μήτε δεξιά, μήτε ζερβά. Κι ο ήλιος να τον βαράει κατακούτελα στο δόλιο το κεφάλι που είχε δεν είχε τρίχες πάνω του.

Τρίτη φορά το θανατηφόρο ερώτημα πρόβαλλε εντός του απειλητικότερο από ποτέ. Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει σα μωρό παιδί. Έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε τόσο που τα δάκρυά του έφτιαξαν λίμνη κάτω απ’ τα μάτια  του. Έσκυψε κι ήπιε απ’ το νερό. Μπήκε μέσα και πλύθηκε. Βγήκε αλαφρωμένος να στεγνώσει.

Αυτό που αντίκρισε του φάνηκε σαν όνειρο, σαν οπτασία. Ήταν δεν ήταν σίγουρος. Ένα μικρό παιδί μπροστά του τον κοιτούσε κατάματα. Κρατούσε στα χέρια ένα κλουβί που μέσα είχε ένα κάτασπρο μικρό πουλί. Κοιτάζονταν ώρα πολλή. Κανείς δεν έλεγε την πρώτη λέξη.

Ήταν η ώρα να ειπωθεί το ερώτημα.

Αυτή είναι η ψυχή μου;” ρώτησε στο τέλος ο άνθρωπος και κάθε λέξη του έβγαινε με τον ίδιο κόπο που βγάζουν οι ανθρακωρύχοι πέτρες απ’ τα έγκατα της γης. Το παιδι δεν απάντησε. Μόνο τον κοίταζε κατάματα.

Θυμόμουν δε θυμόμουν πως έχω μια ψυχή”, είπε εξουθενωμένος. Το παιδί πάλι δεν είπε τίποτα. Μόνο τον κοίταζε βαθιά στα μάτια.

Ο άνθρωπος σηκώθηκε και το  πλησίασε. “Θα σου δώσω ό, τι μου ζητήσεις αν μου δώσεις πίσω την ψυχή μου”, είπε.

Πάρε με στην αγκαλιά σου”, του απάντησε το παιδί.

Ο άνθρωπος για μια στιγμή δίστασε δε δίστασε, μα στο τέλος το αποφάσισε. Γονάτισε κι άνοιξε τα δυο του χέρια. Έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του το παιδί με το κλουβί.

Μέσα στην απροσδόκητη ευτυχία που ένιωσε έκλεισε τα μάτια. Έτσι δεν είδε την πόρτα του κλουβιού ν’ ανοίγει. Ούτε είδε το πουλί να βγαίνει απ’ το κλουβί και να μπαίνει στο στέρνο του. Δεν είδε ούτε τον άγγελο που ήρθε να πάρει την ψυχή του. Μόνο ένιωσε σα νεογέννητο βρέφος που το πήρε ο πιο γλυκός ύπνος του κόσμου μέσα στην αγκαλιά της μάνας του.

Άνθρωποι και ζώα τότε απ’ τον έναν δρόμο κι απ’ τον άλλο, είδαν να ορθώνεται στον ουρανό ένα κατακόρυφο μονοπάτι που δεν έμοιαζε ούτε με τον έναν δρόμο ούτε με τον άλλον. Ήταν χρυσό σα βέλος. Κι ακόμα είδαν έναν άγγελο μέσα σε φως εκτυφλωτικό σαν απόκοσμο, να κρατά ένα χρυσό πουλί στα χέρια που όσο ψηλότερα ανέβαινε τόσο περισσότερο χρύσιζε μέσα στη νύχτα του κόσμου…

 

* http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Τέχνες/Αντιφωνικά/3207-Το-τρίστρατο.html

 

ΠΗΓΗ: Tuesday, November 22, 2011,  http://animusanimus.blogspot.com/2011/11/blog-post_22.html

Αλήθειες και ψέματα για την δραχμή

Αλήθειες και ψέματα για την δραχμή

 

Του  Δημήτρη Καζάκη

 


Τι θα γίνει έτσι και επιστρέψουμε στη δραχμή; Προφανώς θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει. Η Ελλάδα θα γίνει Αλβανία του Εμβέρ Χότζα, Βόρεια Κορέα του Κιμ Ιλ Σουνγκ, ή θα γυρίσουμε στην λίθινη εποχή. Ακριβώς δηλαδή όπως ήταν πριν αποκτήσουμε το ευρώ. Διότι, αν δεν με γελά η μνήμη μου, οι Έλληνες πριν το ευρώ κατοικούσαν στις σπηλιές και στα δέντρα, φορούσαν δέρματα, ζεσταίνονταν με κοπριές και έτρωγαν κουκουνάρια. Μιας και ποιος δεχόταν τότε την ξεφτιλισμένη πληθωριστική δραχμούλα;

Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία επιβίωνε – με όλα τα προβλήματά της – πολύ καλύτερα εκτός ευρώ παρά με το «ισχυρό ευρώ». Είχε διεθνείς σχέσεις και πριν το ευρώ και μάλιστα καλύτερες, με περισσότερες χώρες και πιο προσοδοφόρες. Και παρά το γεγονός ότι το εθνικό νόμισμα, δηλαδή τη δραχμή, την μεταχειρίζονταν οι κυβερνήσεις με κύριο σκοπό να διευκολυνθεί η κερδοσκοπία και να αυξηθεί η λεγόμενη ανταγωνιστικότητα με διαρκείς υποτιμήσεις, τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:

§ Τα εξωτερικά ελλείμματα της χώρας ποτέ δεν έφτασαν στα ύψη που βρέθηκαν επί ευρώ. Μάλλον ήταν αδιάφορο σ’ όλους όσοι εμπορεύονταν με την χώρα η κατάσταση της δραχμούλας. Οι εξωτερικές σχέσεις της χώρας ήταν σαφώς πιο εκτεταμένες και πιο πολύπλευρες απ’ ότι σήμερα που 3 χώρες ελέγχουν ουσιαστικά το εξωτερικό εμπόριό της.

§ Παρά τον πληθωρισμό και τις διαρκείς υποτιμήσεις οι εξωτερικοί όροι εμπορίου της χώρας ήταν πολύ καλύτεροι απ’ ότι την δεκαετία του ευρώ. Το ίδιο και η εσωτερική αγοραστική δύναμη της οικονομίας.

§  Χάρις στη δραχμούλα το χρέος ήταν απολύτως διαχειρίσιμο και παρά την εκτίναξή του επί Μητσοτάκη και Σημίτη δεν μας οδήγησε σε χρεοκοπία. Κι ούτε θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στη σημερινή χρεοκοπία, όσο διατηρούσαμε τη δραχμή.

Αυτά είναι τα γεγονότα. Να θυμίσουμε μόνο ότι από την υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολαρίου επί Μαρκεζίνη (1954), το εθνικό νόμισμα έχασε πάνω από 10 φορές την αξία του έως ότου μπήκαμε στο ευρώ. Στην μεταπολίτευση χάρις στις τρεις επίσημες υποτιμήσεις και την τακτική της διολίσθησης, η δραχμή έχασε το 90% της αξίας της. Καταστράφηκε η οικονομία; Μήπως χρεοκόπησε και δεν το γνωρίζουμε; Χάθηκαν οι καταθέσεις; Εξαφανίστηκε το νόμισμα; Κατέρρευσαν οι εξωτερικές οικονομικές δοσοληψίες; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί άραγε;

Επιπλέον, μήπως χρεοκόπησε ποτέ η Ελλάδα λόγω εθνικού νομίσματος; Ποτέ! Το 1893 η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω υπερδανεισμού σε χρυσό φράγκο, λόγω της ένταξης στην νομισματική Λατινική Ένωση, η οποία διαφημίστηκε και τότε ως ιδανική για φτηνά δάνεια προς το δημόσιο. Το 1932 η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω χρυσής δραχμής και υπερδανεισμού σε χρυσές λίρες, μιας και τότε ανήκε στην νομισματική ένωση της χρυσής λίρας στερλίνας.

Δεν υπάρχει «διεθνής λύση»

Το ίδιο και αμέσως μετά την απελευθέρωση όταν η Βρετανία επέβαλε την συμφωνία του Λονδίνου (1944) στην Ελλάδα με βάση την οποία η χρυσή λίρα λειτουργούσε ως βασικό γενικό ισοδύναμο της ελληνικής οικονομίας. Έτσι φτάσαμε να στοιχίζει ένα καρβέλι ψωμί μερικά εκατομμύρια δραχμές και ο μαυραγοριτισμός να σαρώνει. Αυτή η συμφωνία του Λονδίνου και η έκδοση κατόπιν της στρατιωτικής βρετανικής λίρας για το εσωτερικό της Ελλάδας, σηματοδότησε την δεύτερη περίοδο της κατοχής, την βρετανική κατοχή.

Οι παγκόσμιες κρίσεις του οικονομικού στερεώματος της αγοράς δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε διεθνές επίπεδο. Εκτός κι αν αποζητάμε εμπόλεμες συρράξεις ανάμεσα στους ισχυρούς με οικονομικούς, είτε πολιτικούς όρους. Μόνο έτσι ξέρει η παγκόσμια αγορά να αναζητά διεθνείς λύσεις. Αυτό αποτελεί θέσφατο για όποιον έχει στοιχειωδώς μελετήσει τις μεγάλες περιόδους παγκόσμιας κρίσης από την εποχή της πρώτης Μεγάλης Ύφεσης του 1873-1896.

Η ανάγκη εθνικού νομίσματος, ειδικά για τις πιο ασθενικές οικονομίες, γεννήθηκε ως αδήριτη ανάγκη αντιμετώπισης και θωράκισης των εθνικών οικονομιών από τις παγκόσμιες κρίσεις και αναταράξεις των αγορών. Εντελώς ενδεικτικά μόνο, θα άξιζε τον κόπο να αναφέρουμε ότι ο Τζον Μέϊναρτ Κέϊνς, που παπαγαλίζουν ορισμένοι σύγχρονοι idiotus ignoramus με πανεπιστημιακούς τίτλους, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη παγκόσμια κρίση χρέους, τι πρότεινε; Όταν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όλα τα εμπόλεμα κράτη βρέθηκαν καταχρεωμένα κυρίως προς την μόνη χώρα πιστωτή που είχε απομείνει, τις ΗΠΑ, ο Κέϊνς ξάφνιασε το αστικό κατεστημένο με δυο καίριες προτάσεις: Αφενός, ισχυρίστηκε ότι τα χρέη είναι αδύνατο να εξυπηρετηθούν και προκειμένου να επιβάλλουν οι εξεγερμένοι λαοί τη διαγραφή τους, θα έπρεπε να πειστούν οι ΗΠΑ να προβούν αυτές σε διαγραφή των χρεωστικών της απαιτήσεων. Αφετέρου, να καταργηθεί ο χρυσός κανόνας, οι σταθερές ισοτιμίες και το ιδιωτικά εκδιδόμενο χρήμα και οι οικονομίες να μεταβούν τάχιστα σε εθνικό νόμισμα που εκδίδει το οικείο κράτος με βάση τις ανάγκες του.

Όταν τόλμησε να τα προτείνει για πρώτη φορά το 1920, αντιμετωπίστηκε ως «γραφικός» και ανόητος από τους μεγάλους τραπεζίτες και χρηματιστές. Ο μεγαλοχρηματιστής Λέφινγουελ και συνεταίρος του Μόργκαν, όταν πρωτάκουσε τον Κέινς να προτείνει τόσο αιρετικές ιδέες, σχολίασε: «Ο Κέινς… φλερτάρει με περίεργους θεούς και προτείνει να εγκαταλείψουμε για πάντα τον χρυσό κανόνα και να τον αντικαταστήσουμε με ένα «κατευθυνόμενο» νόμισμα… είναι καλύτερα να έχουμε κάποια σταθερά παρά να παραδώσουμε τις υποθέσεις μας στην ευφυΐα των δημοσιολογούντων οικονομολόγων και των πολιτικών…».

 Εκεί βρισκόταν το κουμπί. Η αντικατάσταση του παγκόσμιου σταθερού νομίσματος με εθνικά «κατευθυνόμενα» νομίσματα με βάση τις ανάγκες των εθνικών οικονομιών, περιόριζε δραστικά τον έλεγχο από τους μεγάλους χρηματιστές και τραπεζίτες που λειτουργούσαν στην παγκόσμια αγορά. Κι αυτό ήταν κάτι αδιανόητο. Τι θα συνέβαινε αν γινόταν κάτι τέτοιο; Οι ουρανοί θα άνοιγαν και θα κατέστρεφαν τους ασεβείς! Μα είναι δυνατόν να λειτουργήσει η οικονομία χωρίς σταθερό νόμισμα με παγκόσμιο αντίκρισμα; Θα εξαφανιστεί το διεθνές εμπόριο. Θα χαθούν οι αποταμιεύσεις και κανείς δεν θα θέλει να συναλλάσσεται με ένα πληθωριστικό εθνικό νόμισμα, το οποίο το μόνο που θα κάνει είναι να υποτιμάται διαρκώς. Αυτά κι άλλα πολλά, σαν σήμερα, επικαλούνταν όσοι θεωρούσαν τον Κέϊνς τρελό, γραφικό και ανόητο που προτείνει τέτοια πράγματα.

Βέβαια ο Κέϊνς πίστευε λανθασμένα ότι μπορεί να πείσει τις κυβερνήσεις και κυρίως τις ΗΠΑ να το κάνουν από μόνες τους, πριν προλάβουν να τους το επιβάλουν οι λαοί. Όπως κάποιοι σήμερα πιστεύουν πώς μπορούν να πείσουν την ΕΕ και την ΕΚΤ να ασκήσει άλλη πολιτική από αυτή που ασκούν και να κρατήσουν άλλη στάση από αυτήν που κρατούν.

«Ισχυρό ευρώ» και πόλεμος

Το κλου της ιστορίας είναι ότι η κρίση του 1929 έφερε όλα αυτά που οι πολέμιοι του Κέϊνς χρέωναν ως δήθεν αναπόφευκτες συνέπειες των προτάσεων για διαγραφή του χρέους και αποκατάσταση του εθνικού νομίσματος. Οι λαοί εξεγέρθηκαν τελικά και οι ίδιοι που δεν ήθελαν με τίποτε να δουν να χάνονται τα χρηματιστικά κέρδη τους, έφεραν τον φασισμό και τον ναζισμό οδηγώντας τον κόσμο στο ολοκαύτωμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Το ίδιο θα συμβεί και σήμερα, αν αφήσουμε τις ίδιες δυνάμεις της ανοιχτής δικτατορίας του χρηματιστικού κεφαλαίου να επιμείνουν στην εξυπηρέτηση του χρέους και στην κατοχύρωση του «ισχυρού ευρώ». Κι αυτό ήδη συμβαίνει με τον διορισμό τραπεζιτών επικεφαλής δοτών κυβερνήσεων, όπως έγινε στην Ελλάδα με τον κ. Λουκά Παπαδήμο και στην Ιταλία με τον κ. Μάριο Μόντι.

Η επινόηση του ευρώ

Ορισμένοι λένε ότι μπορεί η είσοδος στο ευρώ να ήταν λάθος, αλλά τώρα που μπήκαμε η έξοδος θα ήταν καταστροφή. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από κάτι τέτοιο. Το ευρώ αποτελεί μια χρηματοπιστωτική επινόηση που δεν βασίζεται, ούτε απηχεί την πραγματική οικονομία ακόμη και σε επίπεδο ευρωζώνης. Η σταθερότητα του ευρώ εξαρτάται όχι από την πραγματική δυναμική της οικονομίας, αλλά από συγκεκριμένες αξιωματικές πολιτικές παραδοχές, από ορισμένες υποθέσεις εργασίας: (1) Σταθερή νομισματική κυκλοφορία, που δεν επιτρέπει την έκδοση πρόσθετου νομίσματος. (2) Χαμηλά επίπεδα χρέους και κρατικών ελλειμμάτων. (3) Συντονισμός οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

Η οικονομία όμως δεν κινείται με βάση πολιτικές παραδοχές και μάλιστα αξιωματικού χαρακτήρα, αλλά με βάση την αντικειμενική κατάσταση των συναλλαγών και της παραγωγής στην πραγματική οικονομία. Κι αυτή η κατάσταση είναι πάντα κυμαινόμενη σε τέτοιον βαθμό που καμιά σταθερά δεν μπορεί να λειτουργήσει. Όταν μια οικονομία είναι διαρκώς ελλειμματική στο επίπεδο της παραγωγής και των συναλλαγών, όσο κι αν προσπαθεί είναι αδύνατο να τηρήσει τις όποιες παραδοχές και αξιώματα. Ότι κι αν κάνει.

Έτσι και με το ευρώ. Ένα νόμισμα που βασίζεται σε εξωπραγματικά αξιώματα δεν μπορεί να διασωθεί ενισχύοντας τις υποθέσεις εργασίας πάνω στις οποίες στηρίχθηκε. Είναι αδύνατον. Όσο ενισχύονται οι αξιωματικές πολιτικές παραδοχές σε βάρος της πραγματικής κατάστασης της οικονομίας, τόσο περισσότερο θα σπέρνει την χρεοκοπία, την καταστροφή και την ισοπέδωση. Σε βαθμό μάλιστα πρωτάκουστο για τους λαούς της Ευρώπης.

Μέχρι εδώ το παραμύθι περί «λίθινης εποχής»

Επομένως η λίθινη εποχή δεν είναι ένα ενδεχόμενο που συνδέεται με την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, αλλά με την ίδια την παραμονή στο ευρώ. Άλλωστε στη λίθινη εποχή ζουν ήδη οι πάνω από 1 εκατομμύριο άνεργοι της χώρας, αλλά και τα 4 εκατομμύρια εργαζόμενοι που βιώνουν μια κατάσταση όπου είτε βρίσκονται με δουλειά χωρίς μέλλον, είτε με μέλλον χωρίς δουλειά, όπως το 50% και πλέον της νέας γενιάς. Δεν συζητάμε βέβαια για την ανέχεια που έχει ενσκήψει στην πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει η μέση ελληνική οικογένεια μπορεί να συγκριθεί μόνο με την κατοχική και την πρώτη μετακατοχική περίοδο.

Κι επειδή η κατάσταση αυτή θα επιδεινωθεί σε βαθμό ανήκουστο, θα πρέπει να ρωτήσουμε που βρίσκεται η «κόκκινη γραμμή»; Που πρέπει να φτάσουμε για να πούμε «φτάνει, ως εδώ»; Πόσοι από τους νέους μας πρέπει να μεταναστεύσουν μαζικά γιατί δεν βρίσκουν ούτε δουλειά του ποδαριού; Πόσοι εργαζόμενοι και μικρομεσαίοι πρέπει να ζήσουν σε συνθήκες πείνας και εξαθλίωσης; Πόσοι από τους ηλικιωμένους πρέπει να πεθάνουν γιατί δεν έχουν ούτε καν να πληρώσουν για την θέρμανσή τους; Πόσα άτομα με ειδικές ανάγκες πρέπει να ριχτούν στον Καιάδα γιατί καταργείται ακόμη και η πιο στοιχειώδης κοινωνική πρόνοια; Πόσοι θα πρέπει να αφήσουν την τελευταία τους αναπνοή σε κάποιο ράντσο, ή στα χέρια των δικών τους, γιατί διαλύεται ακόμη και η πρωτοβάθμια υγεία;

Είναι ή δεν είναι η λίθινη εποχή αυτή που ζουν σήμερα εκατομμύρια Έλληνες; Τι έχουν να φοβηθούν οι άνεργοι, οι κατεστραμμένοι επαγγελματίες και οι αφανισμένοι μικρομεσαίοι, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και οι εργαζόμενοι που ζουν κυριολεκτικά στο όριο; Τι έχουν να φοβηθούν όλοι αυτοί από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα; Μην χάσουν τις (ανύπαρκτες) καταθέσεις τους; Μην και χάσουν ακόμη κι αυτά τα λίγα που τους έχουν απομείνει; Μόνο ένας ανόητος ή ένα τυπικό κομματικό στέλεχος, μπορεί να πιστεύει στα σοβαρά σήμερα ότι δεν οδηγούμαστε με μαθηματική βεβαιότητα σε ολοκαύτωμα ενός ολόκληρου λαού προκειμένου να διατηρηθεί μια τυχάρπαστη κερδοσκοπική επινόηση των τραπεζιτών: το ευρώ.

Νέα αρχή να επιβάλλει ο ελληνικός λαός

Με το εθνικό νόμισμα μπορεί να γίνει μια νέα αρχή προς το συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Αρκεί να το επιβάλει ο ίδιος και όχι οι καταχτητές του και οι ντόπιοι δοσίλογοι. Με το εθνικό νόμισμα μπορεί να κερδίσει την ελευθερία του από τους δυνάστες των αγορών και να διεκδικήσει την κυριαρχία του σ’ αυτόν τον τόπο. Κι αυτό είναι το ζουμί της όλης υπόθεσης.

Μπορεί ένας λαός σαν τον ελληνικό να σταθεί στα πόδια του και να προχωρήσει με ίδιες δυνάμεις; Ή είναι καταδικασμένος να χρειάζεται πατερίτσες, προστάτες και νταβατζίδες; Αυτό είναι το δίλλημα που συνδέεται πρώτα και κύρια με το ζήτημα του εθνικού νομίσματος. Η τερατολογία που συνδέεται με την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα συνδέεται με την ανάγκη ο λαός να πιστέψει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του, ότι αν και κατοικεί σε μια από τις πιο ευλογημένες χώρες της Ευρώπης δεν μπορεί να παράγει τίποτε, δεν έχει τα μέσα για να σταθεί όρθιος με τις δικές του δυνάμεις.

Δεν είναι καινούργια αυτή η προσπάθεια. Λίγο μετά την ναζιστική κατοχή οι ίδιες δυνάμεις που υπηρέτησαν το καθεστώς κατοχής πάσχιζαν να πείσουν τον Έλληνα ότι η ανεξαρτησία και η εθνική κυριαρχία είναι ένας μύθος. Ο Γεώργιος Βλάχος της Καθημερινής, συνεργάτης των γερμανικών δυνάμεων κατοχής, έγραψε το 1958 ότι το σύνθημα της εθνικής ανεξαρτησίας είναι «κενό ουσίας πυροτέχνημα», ενώ ο διευθυντής  του γνωστού συγκροτήματος Χρ. Λαμπράκης, που διέπρεψε στην κατοχή, έγραφε την ίδια χρονιά πώς «η ανεξαρτησία στον σημερινό κόσμο είναι μια ουτοπία…». Στον χορό αυτού του νεοδοσιλογισμού και ονομαστοί διανοούμενοι της εποχής όπως ο κ. Γ. Θεοτοκάς, ο οποίος έγραφε ότι η «ιστορική αναγκαιότητα» οδηγεί στο ξεπέρασμα των εθνών και στη δημιουργία υπερεθνικών σχηματισμών, γιατί μόνο έτσι μπορεί «να αξιοποιηθεί εντελώς η σύγχρονη τεχνική» και να πραγματοποιηθεί η «σταθερή εξύψωση του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών του κόσμου.»

Αυθυπαρξία ή υποτέλεια;

Την εποχή εκείνη με νωπές της μνήμες των αγώνων κατά του καταχτητή παλιού και νέου, για την λαϊκή και εθνική κυριαρχία, δεν περνούσαν εύκολα οι ενδοτισμοί. Έτσι ο Ε. Παπανούτσος απαντώντας στον Θεοτοκά έγραφε: «ομολογώ πώς άμα βάζω στο νου μου πραγματοποιημένο το καθεστώς που προφητεύει ο καλός φίλος με πιάνει φόβος. Μεγάλος φόβος… Ας θυμηθούμε ότι ο Χίτλερ προόριζε την Ελλάδα για τουριστικά ταξίδια και για καλλιέργεια της αγριόμεντας…». Πολύ σωστά ο κ. Παπανούτσος διαβλέπει τους κινδύνους που συνεπάγονται για την Ελλάδα σε τέτοιες «υπερεθνικές ενώσεις» και σωστά υπογραμμίζει πως η «εθνική μας προσωπικότητα, η πολιτική μας παράδοση, το πνεύμα και το ήθος του λαού μας… ένας μόνο σίγουρος τρόπος υπάρχει να διαφυλαχθούν: η αυθυπαρξία, το δικαίωμα να διαθέτει κανείς τον εαυτό του όπως θέλει, να κυβερνάει αυτός το σπίτι του και όχι οι άλλοι – ας είναι και οι καλύτεροι φίλοι».

Αυθυπαρξία ενός λαού χωρίς οικονομική αυτοδυναμία και εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί να υπάρξει κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς. Και αφετηρία για μια τέτοια αυθυπαρξία αποτελεί η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα.


Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι, 24/11/2011

           

ΠΗΓΗ: 28-11-2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/11/blog-post_6158.html

Ναι «είμαστε» το 99%

Ναι «είμαστε» το 99%

 

Του Πολ Κρούγκμαν

 


Το «Είμαστε το 99%» είναι ένα εξαιρετικό σύνθημα. Διατυπώνει σωστά το πρόβλημα ως «η μεσαία τάξη εναντίον της ελίτ» (αντίθετα προς το «η μεσαία τάξη εναντίον των φτωχών»).

Επίσης πηγαίνει παραπέρα από την ευρέως διαδεδομένη, αλλά λανθασμένη, άποψη ότι η αυξανόμενη ανισότητα έχει να κάνει κυρίως με το ότι οι πιο μορφωμένοι τα πάνε καλύτερα από τους λιγότερο μορφωμένους. Οι μεγάλοι κερδισμένοι σήμερα είναι μια χούφτα σούπερ-πλούσιων και όχι οι απόφοιτοι πανεπιστημίου γενικώς.

Μάλιστα το ποσοστό 99% στοχεύει υπερβολικά χαμηλά. Μεγάλο μέρος των κερδών του 1% πήγε στην πραγματικότητα σε μια ακόμη μικρότερη ομάδα, στο κορυφαίο 0,1% – το πλουσιότερο ένα τοις χιλίοις του πληθυσμού.

Και ενώ στις ΗΠΑ οι Δημοκρατικοί επιθυμούν αυτή η σούπερ ελίτ να συμβάλει στη μακροχρόνια μείωση του ελλείμματος, οι Ρεπουμπλικάνοι θέλουν να μειώσουν την φορολογία της σούπερ-ελίτ ενώ κάνουν περικοπές στο κράτος πρόνοιας και στο σύστημα υγείας στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Η τελευταία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου για τις ανισότητες δεν κοίταξε εντός του κορυφαίου 1%, όμως η προηγούμενη κατέληξε ότι από το 1979 ως το 2005 το εισόδημα των Αμερικανών της μεσαίας τάξης αυξήθηκε κατά 21%. Η αντίστοιχη αύξηση του πλουσιότερου 0,1% ήταν 400%.

Στο μεγαλύτερο μέρος τους τα τεράστια αυτά κέρδη αντικατοπτρίζουν μια κατακόρυφη άνοδο στο εισόδημα της σούπερ ελίτ. Υπήρξαν όμως και φορολογικές μειώσεις που ευνόησαν τους πλούσιους.

Ειδικότερα, η φορολογία κερδών κεφαλαίου είναι σήμερα πολύ χαμηλότερη απ’ όσο το 1979- και το πλουσιότερο ένα τοις χιλίοις των Αμερικανών λαμβάνει τα μισά από τα συνολικά κέρδη κεφαλαίου.

Γιατί λοιπόν οι Ρεπουμπλικάνοι ζητούν περισσότερες μειώσεις στη φορολόγηση των πολύ πλούσιων ενώ την ίδια στιγμή κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα ελλείμματα και απαιτούν δραστικές περικοπές στα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης;

Η συνηθισμένη απάντηση –  εκτός από τις κραυγές «ταξικός πόλεμος!» –  είναι ότι η σούπερ ελίτ αποτελεί «δημιουργό θέσεων εργασίας», δηλαδή, έχει ειδική συμβολή στην οικονομία. Αυτό δεν στέκει από οικονομικής πλευράς. Δεν θα έστεκε ακόμη και αν η Αμερική είχε την τέλεια ιδεατή αγορά των συντηρητικών φαντασιώσεων.

Άλλωστε σε μια ιδεατή οικονομία της αγοράς, κάθε εργαζόμενος θα πληρωνόταν ανάλογα με το πόσο συμβάλει στην οικονομία, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο.

Αυτό θα ίσχυε εξίσου για τους εργαζόμενους που κερδίζουν 30.000 δολάρια τον χρόνο και για τα στελέχη που κερδίζουν 30 εκατ. δολάρια ετησίως. Δεν θα υπήρχε λόγος να θεωρήσουμε ότι η συνεισφορά εκείνων που κερδίζουν 30 εκ. αξίζει ειδική μεταχείριση.

Οι πλούσιοι μπορούν – και θα έπρεπε, από την άποψη του 99% – να πληρώνουν σημαντικά περισσότερους φόρους, όχι να τους προσφέρονται ακόμη μεγαλύτερες φοροαπαλλαγές λόγω των θαυμάσιων πραγμάτων που υποτίθεται ότι κάνουν.

Όμως, θα μου πείτε, μερικοί από τους πολύ πλούσιους πλούτισαν παράγοντας καινοτομίες οι οποίες έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία για τον κόσμο απ’ όσο το εισόδημά τους. Βεβαίως, αν όμως δείτε ποιοι αποτελούν το 0,1% θα καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι τα μέλη της σούπερ ελίτ είναι υπερβολικά καλοπληρωμένα, και όχι κακοπληρωμένα, γι’ αυτό που κάνουν.

Ποιοι αποτελούν το 0,1%; Ελάχιστοι είναι καινοτόμοι τύπου Στιβ Τζομπς. Οι περισσότεροι είναι ηγετικά στελέχη επιχειρηματικών ομίλων και ισχυροί παίκτες του χρηματοοικονομικού τομέα.

Πρόσφατη έρευνα βρήκε ότι το 43% της σούπερ ελίτ είναι στελέχη σε εταιρείες εκτός του χρηματοοικονομικού τομέα, το 18% είναι στον χρηματοοικονομικό τομέα και ένα 12% είναι δικηγόροι ή δραστηριοποιούνται στον κλάδο ακινήτων. Δεν κάνουν δηλαδή επαγγέλματα στα οποία υπάρχει σαφής σχέση ανάμεσα στο εισόδημα και την οικονομική συμβολή.

Οι αποδοχές των στελεχών εκτοξεύτηκαν στα ύψη τις τελευταίες δεκαετίες. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι με κακές επιδόσεις λαμβάνουν πλουσιοπάροχες αποδοχές ενώ ακόμη και τα αποτυχημένα στελέχη που απολύονται αποζημιώνονται συχνά με εκατομμύρια.

Εν τω μεταξύ, η οικονομική κρίση έδειξε ότι πολλή από την φαινομενική αξία που δημιούργησαν οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές πρακτικές ήταν μια ψευδαίσθηση.

Τα υψηλά κέρδη πριν την κρίση αντικατόπτριζαν απλώς το αυξημένο ρίσκο- ρίσκο το οποίο έπαιρναν κυρίως όχι οι ισχυροί παίκτες του χρηματοοικονομικού τομέα αλλά είτε οι αφελείς επενδυτές είτε οι φορολογούμενοι οι οποίοι έμειναν με τη χασούρα στο χέρι όταν όλα πήγαν στραβά.

Όπως παρατήρησε πικρόχολα διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας, «αν το να παίρνει κάποιος ρίσκο ήταν μια δραστηριότητα προστιθέμενης αξίας, οι παίκτες της ρωσικής ρουλέτας θα συνέβαλαν δυσανάλογα στην παγκόσμια ευημερία».

Πρέπει λοιπόν το 99% να μισεί το 0,1%;  Όχι, καθόλου. Πρέπει όμως να αγνοεί την προπαγάνδα περί «δημιουργών θέσεων εργασίας» και να απαιτεί να πληρώνει η σούπερ ελίτ σημαντικά περισσότερους φόρους.

Πηγή: New York Times, Το Βήμα

 

ΠΗΓΗ: 28-11-2011, http://www.nooz.gr/world/nai-eimaste-to-99-leei-o-kroigkman