ΧΡΕΗ, ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ Ι

ΧΡΕΗ, ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ: Τα ομόλογα, … – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*



 “Τα βαθύτερα αίτια πίσω από τα γεγονότα, τα οποία οδηγούν μία πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη χώρα, όπως για παράδειγμα την Ελλάδα, στα ελλείμματα και στην υπερχρέωση, είναι η μακροχρόνια έλλειψη εμπιστοσύνης των Πολιτών προς την Πολιτεία – προς την Πολιτική, προς τους Θεσμούς, προς το «πλαίσιο» λειτουργίας (επιχειρηματικό, φορολογικό κα.), καθώς επίσης προς τις πάσης φύσεως υπόλοιπες «εξουσίες» (ΜΜΕ, συνδικαλιστικές οργανώσεις κλπ.).

Η χρεοκοπία τώρα ενός κράτους δεν προκαλείται τόσο από την υπερχρέωση ή από την απώλεια της πιστοληπτικής αξιολόγησης του, όσο από την άρνηση των Πολιτών του να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση του, καθώς επίσης στις προσπάθειες εξυγίανσης της οικονομίας του – από την ανυπακοή τους δηλαδή στα μέτρα που επιλέγονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Κατ’ επέκταση, μία κυβέρνηση είναι «καταδικασμένη», όταν δεν είναι ικανή να εφαρμόσει τα προγράμματα που έχει ψηφίσει ή συμφωνήσει με τους δανειστές – όταν δεν μπορεί πλέον να πείσει τους Πολίτες να πληρώσουν κερδίζοντας, ως οφείλει, την εμπιστοσύνη τους. Τέλος, όταν μία χώρα χρεοκοπεί, είναι μάλλον αναπόφευκτες οι αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις – με το Κοινοβούλιο ή τους υπόλοιπους Θεσμούς της να απειλούνται με την «τύχη» της «λαιμητόμου και της Βαστίλης», έτσι όπως βιώθηκαν στα πλαίσια της Γαλλικής ΕπανάστασηςΣε κάθε περίπτωση, πάντοτε υπάρχουν λύσεις, ακόμη και όταν μία χώρα ευρίσκεται στο χείλος της καταστροφής – υπερχρεωμένη, εξευτελισμένη, υποχείριο των δανειστών ή των «εταίρων» της και «καταρρακωμένη». Αρκεί να υπάρξει, έστω και την ύστατη στιγμή, μία επαρκής, έντιμη πολιτική ηγεσία, η οποία να μπορέσει να ανακτήσει την πλήρη εμπιστοσύνη των Πολιτών της – υποχρεώνοντας τους Θεσμούς, καθώς επίσης όλες τις υπόλοιπες εξουσίες, να λειτουργήσουν σωστά και με ανιδιοτέλεια, προς όφελος του συνόλου”.    

ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗΣ

Ανεξάρτητα από τις παραπάνω διαπιστώσεις, η αύξηση των δημοσίων χρεών ήταν ανέκαθεν το αποτέλεσμα κρίσεων ή/και πολέμων – ενώ για τη Δύση, η σημερινή κρίση χρέους είναι ήδη η τέταρτη, από το ξεκίνημα του εικοστού αιώνα (ενδεχομένως η πρώτη, η οποία οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην ανεπάρκεια ή/και στην εκτεταμένη διαφθορά της δυτικής Πολιτικής). Χωρίς να αναλωθούμε σε περιττές λεπτομέρειες, υπάρχουν ουσιαστικά πέντε βασικές «απαντήσεις» στο πρόβλημα του χρέους – είτε αυτό αφορά πολύπλοκες διακρατικές ενώσεις, όπως την Ευρωζώνη, είτε αυτόνομα κράτη: 

(α)  Διαγραφή χρέους (haircut): Συνώνυμο ουσιαστικά με τη χρεοκοπία, έχει χρησιμοποιηθεί για πάρα πολλά χρόνια, από αρκετές χώρες – με κύριο στόχο τη μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, λόγω της επιβάρυνσης των τόκων. Χωρίς καμία αμφιβολία πρόκειται για μία επικίνδυνη διαδικασία, αφού η άρνηση πληρωμής χρέους δημιουργεί τεράστια προβλήματα στους πιστωτές – είτε αυτοί είναι οι Πολίτες του κράτους (εσωτερικός δανεισμός), είτε οι τράπεζες του, είτε οι διεθνείς, πάσης φύσεως δανειστές του. Σε κάθε περίπτωση, καταστρέφονται αυτόματα χρήματα («καίγονται», επειδή η πίστωση τα παράγει, ενώ η εξόφληση τα «αναιρεί»), κυρίως επειδή τα ομόλογα του δημοσίου χάνουν εντελώς την αξία τους. Μίας μεγάλης έκτασης διαγραφή χρεών θα μπορούσε να οδηγήσει στην «σύντηξη» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μέσα από τις χρεοκοπίες τραπεζών και τον πανικό των επενδυτών, με αποτέλεσμα να βυθιστεί στην ύφεση η παγκόσμια οικονομία – με καταστροφικές συνέπειες τόσο για τις επιχειρήσεις, όσο και για τους ιδιώτες. Η «ελαφριάς μορφής», η ελεγχόμενη καλύτερα κρατική πτώχευση, όπου τα κράτη πληρώνουν τα ονομαστικά χρέη τους, αλλά διαφοροποιούν τις συνθήκες (επιτόκια, χρόνος αποπληρωμής κλπ.), σε συμφωνία με τους πιστωτές τους, έχει ηπιότερα αποτελέσματα για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα – μέθοδος που ακολουθήθηκε από αρκετές χώρες μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, στις οποίες οι κυβερνήσεις τους επέβαλλαν ανώτατα όρια επιτοκίων δανεισμού και ύψους χρεολυσίων (τα κράτη εξοικονομούσαν τόκους και χρόνο, χωρίς να δημιουργούν χρηματοπιστωτικά σοκ – ίσως ο μοναδικός «βατός» δρόμος για την Ελλάδα σήμερα).

(β)  Εσωτερικός δανεισμός: Είναι ο δρόμος που έχει επιλέξει η Ιαπωνία, η οποία καταφέρνει να πληρώνει τις υποχρεώσεις της, παρά το ότι έχει το «μακράν» υψηλότερο χρέος παγκοσμίως (220% του ΑΕΠ της, με αυξητικές τάσεις). Η δυνατότητα της αυτή προέρχεται από τον πλούτο του ιδιωτικού τομέα της, σε συνδυασμό με την «πατριωτική» του εντιμότητα – αφού κατέχει σχεδόν το 90% του δημοσίου χρέους, με επιτόκια που δεν ξεπερνούν το 1%. Η «μέθοδος» αυτή θα μπορούσε να είχε εφαρμοσθεί και από την Ελλάδα, ο ιδιωτικός τομέας της οποίας ήταν από τους υγιέστερους στην Ευρώπη (άρθρο μας), εάν η κυβέρνηση είχε κάνει σωστές επιλογές, όταν ανέλαβε την εξουσία – πόσο μάλλον σε συνδυασμό με το μηδενισμό του χρέους και με τα εθνικά ομόλογα, προς όφελος της εθνικής μας κυριαρχίας. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια θα ήταν η εμπιστοσύνη των Πολιτών προς την Πολιτεία, κατά το παράδειγμα της Ιαπωνίας – κάτι που μάλλον δεν μπόρεσε να επιτευχθεί στη χώρα μας. Τέλος, ο εσωτερικός δανεισμός έχει υιοθετηθεί σε κάποιο βαθμό και από την Ιταλία, το δημόσιο χρέος της οποίας ξεπερνάει το 120% του ΑΕΠ της – γεγονός όμως δεν φαίνεται να διατηρείται στο μέλλον, εάν δεν καταπολεμηθεί άμεσα η ασυνέπεια, η αυξανόμενη διαφθορά και η διαπλοκή στη χώρα (η Ιταλία κινδυνεύει πολύ περισσότερο από την Ισπανία να χρεοκοπήσει, ειδικά εάν τυχόν οι Πολίτες της «αποσύρουν» την εμπιστοσύνη τους προς την κυβέρνηση – αφού το δημόσιο χρέος της, σε σχέση με το ΑΕΠ της, είναι διπλάσιο από αυτό της Ισπανίας).     

(γ)  Πληθωρισμός: Πρόκειται για μία «αγαπημένη» ιστορικά μέθοδο, για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης. Όταν ακριβαίνουν οι τιμές, αυξάνονται συνήθως τόσο τα εισοδήματα (μισθοί κλπ.), όσο και τα φορολογικά έσοδα των κρατών – παρά το ότι τα χρήματα χάνουν σε αγοραστική αξία. Αντίθετα, το ύψος των υφισταμένων χρεών παραμένει σταθερό, κάτι που διευκολύνει σε σημαντικό βαθμό τη διαχείριση τους. Σύμφωνα με πολλούς οικονομολόγους, η αύξηση του πληθωρισμού σήμερα στο 4-6% θα ήταν αρκετή για την επίλυση του προβλήματος της Δύσης. Δυστυχώς, όσον αφορά την Ευρωζώνη, δεν συμφωνεί η Γερμανία, λόγω των φόβων της από το παρελθόν (υπήρξε δύο φορές θύμα του υπερπληθωρισμού). Ο πληθωρισμός βέβαια (όπως και η διαγραφή χρεών) είναι εις βάρος των αποταμιευτών, καθώς επίσης των ιδιοκτητών περιουσιακών στοιχείων (με εξαίρεση τα ακίνητα και κάποια άλλα), αφού οι απαιτήσεις τους περιορίζονται σε όρους αγοραστικής αξίας των χρημάτων τους. Συνήθως επηρεάζονται ανάλογα και οι συντάξεις – ενώ οι μισθοί ακολουθούν την αυξητική πορεία των τιμών και δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα (ακόμη και σε ιστορικές περιόδους υπερπληθωρισμού, οι μισθωτοί ήταν σε σχετικά καλή θέση). Το μεγάλο πρόβλημα είναι όμως το ότι, ο πληθωρισμός δεν είναι εύκολο να χειρισθεί με ακρίβεια. Για παράδειγμα σήμερα, παρά το ότι οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν συνεχώς την ποσότητα χρήματος («τυπώνουν»), οι τιμές δεν είναι ανοδικές, επειδή κανένας δεν θέλει να ξοδέψει – ούτε οι καταναλωτές, ούτε οι επιχειρηματίες, για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων. Κάποια στιγμή όμως τα πράγματα αλλάζουν ξαφνικά, οι δαπάνες τόσο των καταναλωτών, όσο και των επιχειρήσεων αυξάνονται απότομα, οι κεντρικές τράπεζες δεν προλαβαίνουν να απορροφήσουν την υπερβάλλουσα ποσότητα χρημάτων και ο υπερπληθωρισμός (άνω του 10%) καταστρέφει τελικά το νόμισμα – το οποίο απαξιώνεται εντελώς, με τρομακτικά επώδυνες συνέπειες για όλους (Πολίτες και κράτη).

(δ)  Λιτότητα: Εάν ακολουθηθεί η συγκεκριμένη τακτική (όπως σήμερα στην Ευρώπη, κατ’ εντολή της Γερμανίας), οι κυβερνήσεις μπορούν να επιλέξουν εύκολα εκείνες τις ομάδες της κοινωνίας, οι οποίες θα επιβαρυνθούν περισσότερο (με τη βοήθεια της φορολογικής πολιτικής). Το πρόβλημα είναι όμως πως το ίδιο το κράτος είναι ένας σημαντικός οικονομικός παράγοντας – οπότε, εάν καθυστερεί τις επενδύσεις, μειώνει τις αμοιβές και απολύει δημοσίους υπαλλήλους, οδηγεί τη χώρα σε ύφεση. Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζονται τα έσοδα του και να αυξάνουν οι δαπάνες του, λόγω της ανεργίας που προκαλεί – με αναγκαστικό επακόλουθο τη συνέχιση της ανόδου των χρεών, τόσο σε απόλυτα, όσο και σε σχετικά μεγέθη (ως προς το ΑΕΠ κλπ.). Επομένως, η λιτότητα κοστίζει ανάπτυξη και η ελλειμματική ανάπτυξη οδηγεί την οικονομία στη χρεοκοπία – εκτός εάν η πολιτική της λιτότητας εφαρμόζεται από πειθαρχημένες, πλούσιες χώρες, χωρίς μεγάλα ελλείμματα και χρέη, αφού μόνο αυτές έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν την οικονομία τους για εκείνο το χρονικό διάστημα (αρκετά μεγάλο) που απαιτείται για την εξυγίανση τους.  

(ε)  Ανάπτυξη: Τα κράτη δεν είναι υποχρεωμένα να συμπεριφέρονται σαν τις καλές νοικοκυρές (A.Merkel), οι οποίες κάνουν οικονομία για να μειώσουν τα χρέη τους – αφού η «διαχειρισιμότητα» των οφειλών τους δεν εξαρτάται από το απόλυτο ύψος τους, αλλά από τη σχέση τους αναφορικά με το ΑΕΠ. Για παράδειγμα, οι Η.Π.Α. περιόρισαν το δημόσιο χρέος τους μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από το 108% του ΑΕΠ, στο 50% – παρά το ότι, σε απόλυτα μεγέθη, οι οφειλές τους αυξήθηκαν (από τα 269 δις $ τότε, στα 274 δις $).  Ειδικότερα, όσο υψηλότερο είναι το ΑΕΠ μίας χώρας, τόσο περισσότερα είναι τα φορολογικά έσοδα, τα οποία έχει στη διάθεση της η κυβέρνηση για την αποπληρωμή των τόκων και των χρεολυσίων των δανείων της. Ουσιαστικά, αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ με ρυθμό υψηλότερο των επιτοκίων, για να θεωρείται απόλυτα διαχειρίσιμο το χρέος. Ακριβώς για το λόγο αυτό, η ανάπτυξη θεωρείται ως ο «βασιλικός δρόμος» για την έξοδο από μία χρηματοπιστωτική κρίση – είναι όμως ταυτόχρονα ο δυσκολότερος στην επίτευξη του. Πόσο μάλλον κάτω από τις σημερινές συνθήκες, οι οποίες θυμίζουν τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 – χαμηλή ανάπτυξη, χαμηλός πληθωρισμός και ανοιχτά σύνορα για το διεθνές κεφάλαιο. Την εποχή εκείνη (1933), όπου οι Η.Π.Α. υιοθέτησαν καθυστερημένα τον κανόνα του χρυσού (απαγορεύοντας την κατοχή του από τους ιδιώτες και μετατρέποντας όλα τα αποθέματα σε ράβδους, στην ιδιοκτησία του κράτους – εξ’ ου και τα εναπομένοντα νομίσματα Double Eagle, ονομαστικής αξίας μόλις 20 $, πωλούνται με 7,6 εκ. $), καμία σχεδόν βιομηχανική χώρα δεν εξόφλησε τις υποχρεώσεις της – ενώ ακολούθησε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος.  Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε σκόπιμο να προσθέσουμε εδώ τον Πίνακα Ι, ο οποίος καταγράφει τις είκοσι χώρες, οι οποίες εξάγουν τις μεγαλύτερες ποσότητες όπλων παγκοσμίως:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς πολεμικού εξοπλισμού παγκοσμίως

Χώρα

Μερίδιο Αγοράς %

Χώρα

Μερίδιο Αγοράς %

 

 

 

 

Η.Π.Α.

30,3

Ισραήλ

1,9

Ρωσία

23,0

Ουκρανία

1,7

Γερμανία

11,0

Ελβετία

1,2

Γαλλία

7,0

Καναδάς

1,0

Μ. Βρετανία

4,0

Ν. Αφρική

0,5

Ολλανδία

3,0

Ν. Κορέα

0,5

Κίνα

3,0

Πολωνία

0,5

Ισπανία

3,0

Βέλγιο

0,5

Ιταλία

2,0

Νορβηγία

0,4

Σουηδία

2,0

Βραζιλία

0,3

Πηγή: Spiegel, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Οι εξαγωγές όπλων τα τελευταία πέντε έτη αυξήθηκαν κατά 20% – ενώ η Γερμανία κατάφερε να διπλασιάσει το μερίδιο της, κυρίως στους τομείς των υποβρυχίων, των πολεμικών πλοίων και των αρμάτων μάχης (σημαντικότεροι πελάτες της η Τουρκία με 14% των εξαγωγών της, η Ελλάδα με 13% και η Ν. Αφρική με 12%).  Όπως διαπιστώνεται από τον Πίνακα Ι, όλες οι υπόλοιπες χώρες του πλανήτη εξάγουν μόλις το 3,2% του πολεμικού εξοπλισμού παγκοσμίως, ενώ μόνο η Η.Π.Α. και η Ρωσία το 53,3%. Η υπεροχή της «πλούσιας Δύσης» στον τομέα είναι εμφανής, όπως επίσης η μεγάλη αδυναμία της Κίνας να ανταγωνιστεί τις δύο πολεμικές υπερδυνάμεις – αλλά και την τρίτη κατά σειρά, τη Γερμανία. Επίσης θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε τον Πίνακα ΙΙ, στον οποίο φαίνεται η εξέλιξη των δημοσίων χρεών της υπερδύναμης, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τα παιδιά του Σικάγου και την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής τους – η οποία μείωσε ραγδαία την εμπιστοσύνη των Πολιτών προς την Πολιτεία, ενώ οδήγησε τελικά τις Η.Π.Α. στην αποβιομηχανοποίηση, μέσα από την παγίδα των ιδιωτικοποιήσεων:

ΠΙΝΑΚΑΣ IΙ: Ιστορική κατανομή του δημοσίου χρέους των Η.Π.Α., συνολικού ύψους 14,3 τρις $

Περίοδος

Πρόεδρος

Ποσοστό επί του συν. χρέους

*Χρέος

 

 

 

 

Έως το 1981

Προ Reagan

7,0%

1,01

1981-1989

Reagan

13,2%

1,89

1989-1993

Bush senior

10,5%

1,50

1993-2001

Clinton

9,8%

1,40

2001-2009

Bush junior

42,7%

6,11

2009-2010

**Obama

16,8%

2,39

 

 

 

 

Σύνολα

 

100%

14,3

* Αύξηση χρέους σε τρις $. ** Εντός ενός μόνο έτους ξεπέρασε την οκταετία Reagan ενώ, εάν δεν συμβεί κάτι εξαιρετικό, θα ξεπεράσει ακόμη και τον Bush junior. Σημείωση: Ο μεγαλύτερος πιστωτής των Η.Π.Α. είναι η Fed, αφού κατέχει το 11,6% του δημοσίου χρέους – ήτοι 1,66 τρις $. Ακολουθεί η Κίνα (1,20 τρις $) και η Ιαπωνία (0,91 τρις $). Πηγή: New York Times, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως συμπεραίνουμε από τον Πίνακα IΙ οι Η.Π.Α., έως και το 1981, συσσώρευσαν χρέη ύψους μόλις 1,01 τρις $ – γεγονός που συνέβη και στις περισσότερες άλλες χώρες της Δύσης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Από το 2001 όμως μέχρι το 2009 το δημόσιο χρέος έφτασε στα ύψη, αφού αυξήθηκε κατά 6,11 τρις $ – μία κατάσταση που συνεχίζει να υφίσταται, μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Obama. Το γεγονός αυτό δεν μας επιτρέπει μεγάλες ελπίδες για το μέλλον, όσο και αν ακούγεται το αντίθετο – αφού η αντιστροφή της τάσης είναι, κατά την άποψη μας, εξαιρετικά δύσκολη.

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 04. Σεπτεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com  * Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2414.aspx

ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Εκκλησία, όπως η ίδια διακηρύσσει, δεν είναι κοσμικό αλλά θείο καθίδρυμα, αυτό το Σώμα του Θεανθρώπου Κυρίου με Κεφαλή τον ίδιο τον Ιησού Χριστό και μέλη του όσους δέχθηκαν  το Βάπτισμα και παραμένουν ενωμένοι μαζί Του. Οι άνθρωποι, χαρακτηριζόμενοι από την ως εκ της πτώσεως των πρωτοπλάστων αδυναμία, ρέπουν διαχρονικά προς την παραχάραξη της κατά τον Απόστολο Παύλο “άπαξ παραδοθείσης πίστεως”.

Αποτέλεσμα αυτής της ροπής είναι η αναστάτωση του σώματος της Εκκλησίας από τις ποικιλόμορφες αιρέσεις. Και οι μεν αιρέσεις των πρώτων αιώνων στο χώρο της Ανατολής, αφού αναστάτωσαν επί μακρόν το σώμα της Εκκλησίας, έπαψαν να υφίστανται ή διαθέτουν σήμερα μικρό αριθμό πιστών σε χώρες δοκιμαζόμενες από την ισλαμική πλημμυρίδα. Οι αιρέσεις όμως που εμφανίστηκαν αργότερα στη Δύση παγιώθηκαν και όχι απλά επηρέασαν την ιστορική πορεία των λαών αυτής αλλά και τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στις χώρες της. Εννοούμε τον Παπισμό, που προηγήθηκε, και τη Διαμαρτύρηση που ακολούθησε ως αντίδραση στον πρώτο.

Σε αντίθεση με τον χώρο των αιρέσεων, στην Εκκλησία διατηρήθηκε σταθερή και αναλλοίωτη η Ιερή παράδοση στην πάροδο των αιώνων. Κι όταν αναφερόμαστε στην Ιερή Παράδοση δεν εννοούμε ανθρώπινες θέσεις και έθιμα, που παραδίδονται από γενεά σε γενεά, αλλά την «παρακαταθήκη», που παρέδωσε ο ίδιος ο Χριστός στούς Αποστόλους και εκείνοι με τή σειρά τους στούς διαδόχους τους μέχρι και σήμερα. Η Ιερή Παράδοση σε τελική ανάλυση είναι η «πάσα αλήθεια», που ταυτίζεται με τον Χριστό («εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια»). Η Ιερή Παράδοση έχει σχέση με την οριοθέτηση της ορθής Πίστεως, τη διαφύλαξη και την ερμηνεία των Αγίων Γραφών, την αποτύπωση του ορθοδόξου εκκλησιαστικού ήθους και την διατήρηση της εν πνεύματι και αληθεία λατρείας του Θεού και με τελικό σκοπό την κάθαρση, τον φωτισμό και τη θέωση του ανθρώπου.

Αυτή η Παράδοση της Εκκλησίας βοήθησε τους πιστούς να αποφύγουν σφάλματα, τα οποία βαρύνουν τρομακτικά τους χριστιανούς της Δύσης. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Παπισμού είναι η ανύψωση του πάπα σε κατ εξοχήν αντιπρόσωπο του Θεού επί της γης και το πνεύμα της απολυταρχίας, το οποίο η παπική αυλή επέβαλε κατά τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα με συνέπεια να γραφούν οι μελανότατες σελίδες της “Ιεράς Εξετάσεως”. Εκεί το “Κανονικό δίκαιο” απολυτοποιήθηκε και η “Οικονομία” της Εκκλησίας αφανίστηκε, για να επικρατήσει ως ένας “άκαμπτος ηθικός κώδιξ”, όπως επιτυχημένα έγραψε διαπρεπής υλιστής κατά τον 20ο αιώνα. Στην Εκκλησία το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο είναι διάχυτο στο Ευαγγέλιο του Χριστού, παρέμεινε αλώβητο χάρη στο συνοδικό σύστημα διοίκησης και στις ερμηνείες των θεουμένων Πατέρων της. Δεν ισχυριζόμαστε ότι δεν υπήρξαν και στην Εκκλησία πρόσωπα, τα οποία αστόχησαν, λόγω αδυναμιών, όπως φιλοδοξία, εγωισμός η δειλία, και αδίκησαν ή υπετάγησαν στις εντολές των ισχυρών των ημερών τους, όπως η αυλή του Βατικανού στην τάξη των “ευγενών”, με την οποία συμπορεύτηκε επί αιώνες, λησμονήσαντες το “πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις”. Υπήρξαν και άλλα πρόσωπα που εκδήλωσαν έντονο τον ζηλωτισμό και εξετράπησαν σε διωγμούς κατά προσώπων ή ομάδων προσώπων. Για τις αστοχίες αυτές η Εκκλησία ουδεμία ευθύνη φέρει, καθώς ποτέ στην ιστορία της δεν θεσμοθέτησε εκτροπές από το πνεύμα του Ευαγγελίου του Χριστού.

Το θρησκευτικό κίνημα των Διαμαρτυρομένων ήταν η αναπόφευκτη αντίδραση στο απολυταρχικό πνεύμα του Παπισμού. Αγνοώντας όμως οι πρωτεργάτες του κινήματος την Παράδοση της Εκκλησίας, εξετράπησαν σε προσωπικές ερμηνείες των πάντων αφώτιστοι όντες και μη πνευματοφόροι σε αντίθεση προς τους Πατέρες. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η πολυδιάσπαση του προτεσταντικού κόσμου και η αλλοτρίωση ακόμη και σε κεφαλαιώδη θέματα της πίστεως. Μόνο στις ΗΠΑ αριθμούνται πλέον περί τις 23.000 προτεσταντικές παραφυάδες, στις οποίες προστίθενται διαρκώς και νέες. Οι προτεστάντες, οι οποίοι έχουν απεμπολήσει παντελώς την ασκητική θεώρηση του βίου, χαρακτηρίζονται από θλιβερή σύγχυση μεταξύ ελευθερίας και ασυδοσίας.  

Τα δύο αυτά κακέκτυπα χριστιανικών πίστεων έδωσαν γέννηση στα δύο κοινωνικοοικονομικά συστήματα, που ταλάνισαν τον πλανήτη, τον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό, για να “θριαμβεύσει” τελικά το προτεσταντικό πρότυπο της κοινονικοοικονομικής ασυδοσίας, το καπιταλιστικό.

Είναι θλιβερό να γίνεται λόγος στις ημέρες μας από μέλη της Εκκλησίας, που εμφανίζονται να εκπροσωπούν την αποκαλούμενη νεοπατερική ή μεταπατερική θεολογία, ότι εντός Αυτής είναι διάχυτο το πνεύμα της τρομοκράτησης των πιστών και εντονότατες οι απαγορεύσεις και οι συνεπαγόμενες από το Κανονικό δίκαιο τιμωρίες για τις παρεκτροπές αυτών, κατά τα βατικάνεια πρότυπα. Και θλιβερότερο ακόμη είναι το ότι αποφεύγουν την όποια διάκριση του πνεύματος της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας από το άλλο του παπισμού, τον οποίο, χρησιμοποιώντας αριστοτεχνική διπλωματικής φύσεως γλώσσα, αποφεύγουν να θεωρήσουν αίρεση συμπλέοντες με όσους, μεγαλόσχημους ή μικρόσχημους, επιχειρούν να συμβάλουν δια των οικουμενιστικών-συγκρητιστικών συνάξεων της αμετροεπούς αγαπολογίας στην επίτευξη ψευδοένωσης των “Εκκλησιών” στα πλαίσια της “νέας τάξης πραγμάτων”.

Στην προσπάθεια να πείσουν ότι επανανεκάλυψαν το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο είχαν δήθεν αποκρύψει κατά το παρελθόν οι σωρεύσαντες πλήθος κακών στην Εκκλησία, ολισθαίνουν προς την προτεσταντική ελευθεριότητα καταθέτοντας αντιπατερικό λόγο σε κεφαλαιώδη θέματα, όπως τα Μυστήρια της Εκκλησίας και οι ενοχές ως αναπόφευκτη συνέπεια της αμαρτίας. Μέσω των καινοφανών και αντιπατερικών αυτών θέσεων επιδιώκεται δήθεν η προσέγγιση προς τους νέους, οι οποίοι απέχουν στον καιρό μας από την εκκλησιαστική ζωή. Αλλά το πείραμα αυτό το επιχείρησαν πρώτοι οι προτεστάντες πριν από αρκετές δεκαετίες, καθώς η έλλειψη παραδόσεως σ’ αυτούς το καθιστούσε κατά πολύ πιο εύκολο στην πραγματοποίησή του. Κατάφεραν για λίγο να συγκεντρώσουν τους νέους στους ναούς τους με μουσικές και τραγούδια. Ύστερα από λίγα έτη όλα τελείωσαν. Σήμερα οι προτεστάντες σε διάφορες χώρες πουλούν ναούς λόγω έλλειψης εκκλησιάσματος. Αν ο νέος δεν ακούει για την ασκητική της αγάπης, δεν έχει λόγο να προσέλθει σε ναό.

Το εκκλησιαστικό σώμα ταλανίζεται στις ημέρες μας από την τάση του κλήρου προς υιοθεσία του παπικού πνεύματος της ανελευθερίας και του λαού προς υιοθεσία προτεσταντικών θέσεων στο όνομα δήθεν της ελευθερίας. Και τα δύο είναι αντιπατερικά, συνεπώς αντορθόδοξα. Στο μέτρο που δεν κατανοούμε ότι οι νέοι μας ταλανίζονται από το προτεσταντικό πνεύμα του καταναλωτισμού και απεναντίας επιδιώκουμε να τους προσεγγίσουμε προσφέροντας αφειδώς και μάλιστα δωρεάν συγχωροχάρτια θα αποτυγχάνουμε οικτρά στο να τους προσεγγίζουμε. Οι νέοι, ακόμη και άγευστοι περί τα εκκλησιαστικά, κάνουν λόγο στις “συνομιλίες” τους στο διαδίκτυο για τον γέροντα Παΐσιο. Οι νέοι, παρά τη λειψή έως ανύπαρκτη εκκλησιαστική παιδεία αναζητούν ακόμη το γνήσιο. Και δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν με τις εκπτώσεις σε καμμιά περίπτωση. Το πολύ να αυτοδικαιωθούν, όσοι αντιπαθούν την Εκκλησία,  για την αντιεκκλησιαστική τους  στάση.

Αρκετά ταλανιστήκαμε, κλήρος και λαός, από την Παλιγγενεσία ώς σήμερα από το πλήθος των δυτικών επιρροών. Μήπως είναι ευκαιρία, τώρα που ο λαός μας δρέπει τους πικρούς καρπούς από την προσκόλληση των κρατούντων στη Δύση με την ασθενή έως ανύπαρκτη αντίδραση της Διοικούσας Εκκλησίας στον πολιτιστικό εκδυτικισμό μας, να αρχίσουμε να μιλούμε για την ασκητική θεώρηση του βίου κατά την αγιοπατερική παράδοση. Και γνωρίζουμε ότι αυτή δεν “χαϊδέυει αυτιά”, επειδή διατήρησε αλώβητη την εν Χριστώ αγάπη.

                                                                                   

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ¨, 5-8-2011   

Ο βαθύς συντηρητισμός της υπουργού Παιδείας

Ο βαθύς συντηρητισμός της υπουργού Παιδείας

 

Του Γιώργου Ρούση*


 

Ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει με ύφος πολλών καρατίων η πανεπιστημιοκτόνος υπουργός Παιδείας υπέρ της εφαρμογής του νόμου για τα ΑΕΙ είναι ότι όποιος υποστηρίζει πως αυτός δεν πρέπει να εφαρμοστεί μετά την ψήφισή του, αμφισβητεί το Κοινοβούλιο και τελικά τη δημοκρατία.

Και πράγματι έτσι είναι. Τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς που δηλώνουμε ότι θα αγωνιστούμε για τη μη εφαρμογή του νόμου αμφισβητούμε εκείνη τη δημοκρατία που υποστηρίζει η πανεπιστημιοκτόνος και το σινάφι της. Και την αμφισβητούμε διότι:

*Δεν θεωρούμε ότι η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελεί το τέλος της ιστορίας. Αντίθετα, υποστηρίζουμε ότι είναι δυνατόν να υπάρξουν και ανώτερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης από αυτήν, ανώτερες μορφές από τη φύσει αντιδημοκρατική κρατική μορφή οργάνωσης, ανώτερες μορφές από την αντίφαση εν τοις όροις που αποτελεί η δημοκρατία, μια και δεν μπορεί να υπάρξει κράτος που να ταυτίζεται με τον δήμο-λαό.

*Θεωρούμε ότι πρέπει να ξεπεραστεί ο διαχωρισμός ανθρώπου, πολίτη και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους, ένας διαχωρισμός που συγκαλύπτει την κοινωνική ανισότητα των πραγματικών ανθρώπων με την ισότητα της αφηρημένης κατηγορίας του πολίτη, θεωρούμε ότι πρέπει να ξεπεραστεί η πολιτική κοινωνία.

*Υποστηρίζουμε ότι δεν αποτελεί πραγματική δημοκρατία να βγαίνει κάθε τέσσερα χρόνια ο λαός από το καβούκι του για να υποδείξει το αφεντικό του και μετά να ξαναμπαίνει μέσα, όπως πολύ γλαφυρά περιγράφει ο Ρουσό, και μάλιστα στο μεσοδιάστημα να μην του αναγνωρίζεται ούτε το δικαίωμα να αμφισβητεί τις αποφάσεις αυτού του αφεντικού.

*Υποστηρίζουμε ότι και το πιο δημοκρατικό κράτος δεν είναι ουδέτερο, αλλά ταξικό, και ότι οι αποφάσεις των οργάνων του Κοινοβουλίου συμπεριλαμβανομένου, δεν εξυπηρετούν το «εθνικό», κατά τα άλλα ανύπαρκτο, συμφέρον, αλλά εκείνο της κυρίαρχης αστικής τάξης.

*Υποστηρίζουμε ότι, όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε ο Λένιν, το πιο δημοκρατικοφανές κράτος, όπως για παράδειγμα οι ΗΠΑ, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και το πλέον αντιδραστικό.

*Γνωρίζουμε ότι, όπως παλαιότερα είχε δηλώσει και η ίδια η υπουργός όταν εκσυγχρονίζονταν στας Βρυξέλλας, το μεγαλύτερο μέρος των αποφάσεων που επιβάλλονται στους λαούς, δεν λαμβάνονται πια από τα «εθνικά» Κοινοβούλια, αλλά από παντελώς ανεξέλεγκτους από αυτούς οργανισμούς.

*Γνωρίζουμε ακόμη ότι οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, και όχι μόνον οι φοιτητικές ή εργατικές συνελεύσεις – τις αποφάσεις των πρώτων – επιλεκτικά αμφισβήτησε ως μειοψηφικές η πανεπιστημιοκτόνος – συχνά δεν εκφράζουν την πλειοψηφία του λαού, και λόγω των μεγάλων ποσοστών αποχής και ακόμη συχνότερα λόγω καλπονοθευτικών εκλογικών συστημάτων, τα οποία, στο όνομα της «αρχής» των ισχυρών κυβερνήσεων, αναιρούν την «αγία» δημοκρατική αρχή του σεβασμού της βούλησης των εκπροσώπων της πλειοψηφίας.

*Γνωρίζουμε επίσης ότι, ακόμη και αν μια απόφαση λαμβάνεται από έναν αριθμό βουλευτών που αριθμητικά εκφράζουν την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, όπως για παράδειγμα η απόφαση υπέρ του μνημονίου, τούτο καθόλου δεν σημαίνει ότι η απόφαση αυτή εκφράζει τη βούληση της λαϊκής πλειοψηφίας.

*Τέλος, υποστηρίζουμε ότι ακόμη και αν μια απόφαση πράγματι εκφράζει αυτήν τη βούληση, αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αυτή είναι και ορθή, διότι, όπως σοφά και πάλι έλεγε ο Ρουσό, η βούληση της πλειοψηφίας μπορεί να είναι αντίθετη με τη «γενική βούληση», δηλαδή με το δέον, δηλαδή με εκείνο που θα ήθελε η πλειοψηφία, αν ήταν πραγματικά ελεύθερη. Και στον καπιταλισμό όχι μόνον η τεράστια πλειοψηφία του λαού δεν είναι πραγματικά ελεύθερη, αλλά είναι βαθύτατα αποξενωμένη-αλλοτριωμένη-ανελεύθερη. Τρανή απόδειξη αποτελεί η υποστήριξη καθεστώτων όπως εκείνα του Μουσολίνι, ή του Χίτλερ και άλλων, από μεγάλες, αν όχι και πλειοψηφικές, λαϊκές μάζες.

Κι όποιος υπερασπιστεί τη θέση ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο σύστημα για να αντικαταστήσει την κίβδηλη αστική δημοκρατία θα του αντιτείνω και ότι απαρχή τέτοιων συστημάτων υπήρξε κατά το παρελθόν (βλέπε Παρισινή Κομούνα, Σοβιέτ, εργοστασιακά συμβούλια…) και ότι θα υπάρξουν και άλλα, έστω κι αν δεν υπάρχουν σήμερα.

Αλλωστε αποτελεί βαθύτατα συντηρητική συλλογιστική να υποστηρίζει κανείς ότι κάτι που δεν υπάρχει δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, ότι το υπάρχον είναι οριστικό και ασάλευτο. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε θα έπρεπε να κυριαρχεί ακόμη στην ανθρωπότητα το δουλοκτητικό σύστημα. Ετσι λοιπόν, άθελά τους, στην προσπάθεά τους να υπερασπιστούν την εφαρμογή του νόμου-εκτρώματος, τόσο η πανεπιστημιοκτόνος υπουργός και οι ομογάλακτοι της, οι οποίοι συνεχίζουν να εμπαίζουν το λαό αυτοαποκαλούμενοι σοσιαλιστές, όσο και σύσσωμο το σινάφι της αστικής εξουσίας που τη στήριξε, ανέδειξαν και τον γενικότερο συντηρητισμό που τους διέπει. Και πού είσαι ακόμη!!

ΥΓ.: Το γεγονός ότι η κριτική μου στον σεχταρισμό της καθοδήγησης του ΚΚΕ χαρακτηρίζεται από το όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του (30/8, σελίδα 15) ως «ψευδαισθήσεις και αποκυήματα φαντασίας με επικίνδυνη πορεία προς επιδείνωση της ψυχικής [μου] υγείας», υποδηλώνει σαφώς ότι, αν κάποτε η εν λόγω ηγεσία είχε την εξουσία, θα με φρόντιζε εγκλείοντάς με, μαζί με πολλούς άλλους κομμουνιστές και μη, σε ψυχιατρικό άσυλο, για να με «θεραπεύσει» από τη βαριά ψυχική ασθένεια της κριτικής. Πού είσαι «Πατερούλη των λαών» να θαυμάσεις τα άξια τέκνα σου. Πού είστε επαγγελματίες αντικομμουνιστές να πάρετε μαθήματα διασυρμού του κομμουνισμού.

 

* Ο Γιώργος Ρούσης είναι Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου,  grousis@ath.forthnet.gr.

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=306807

Η άρνηση του λαού οδηγεί αναγκαστικά στον φασισμό!

Η άρνηση του λαού οδηγεί αναγκαστικά στον φασισμό!

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Λάβαμε ένα επώνυμο σχόλιο σχετικά με το «Επιστρέφει η δουλεία», το οποίο αν και δεν έχει να πει απολύτως τίποτε σχετικά με το συγκεκριμένο κείμενο, θέτει ένα ζήτημα το οποίο χρήζει άμεσης απάντησης γιατί μας οδηγεί σε πολύ επικίνδυνα μονοπάτια.

Το σχόλιο:

Ενδιαφέρον κείμενο, αν και όχι από τα καλύτερά σας. Εκείνο όμως που μου τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή είναι η καθηλωτική βεβαιότητά σας πως "Μόνο οι λαοί μπορούν να επιφέρουν την κατάρρευση του κυρίαρχου συστήματος". Ευτυχώς, είπα μέσα μου, υπάρχει ακόμα ένας από μηχανής θεός, ένας "τιμωρητικός" ή έστω "εξισορροπητικός" παράγων της Ιστορίας ο οποίος μπορεί, αν θέλει, να καταλύσει το σύστημα – για να βάλει στη θέση του άραγε τί; Σας παρακαλώ, κ. Καζάκη, γιατί αδικείτε τόσο τους τακτικούς αναγνώστες σας  – τουλάχιστον όσους ακόμα έχουν απαιτήσεις;

Φοβάμαι πως δεν πρόσεξατε πως αυτή η οντότητα που βαφτίζετε "λαοί" είναι απλώς μια βολική και κουρασμένη απόπειρα να δοθεί μεταφυσική διάσταση σε έναν ουδέτερο περιγραφικό όρο. Το ίδιο έχει συμβεί στο παρελθόν με ανάλογα ιδεολογήματα, όπως "προλεταριάτο", "εργατική τάξη" ή, για να πάμε και στην άλλη άκρη του φάσματος, "αρία φυλή"…

Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι "λαοί" ή οι άλλες ανάλογες μαγικές λέξεις δεν είναι τα υποκείμενα της Ιστορίας — είναι απλώς αφηρημένες λέξεις. Υποκείμενα της Ιστορίας, άρα και ανατροπείς σαθρών συστημάτων, είναι μόνο οι συνειδητές πολιτικές ομάδες εξουσίας που συγκρούονται μέχρι θανάτου με τις κυρίαρχες ελίτ επιδιώκοντας να τις διαδεχτούν και να υποκαταστήσουν τα παλαιά κοσμοθεωρήματα με τα δικά τους. Η Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα: Οι μασσονικές στοές πριν τη Γαλλική Επανάσταση, οι καρμπονάροι στην Ιταλία, οι μπολσεβίκοι στη Ρωσσία, οι ναζί στη Γερμανία κ.ο.κ. Όσο για την επίκληση των λαών, των προλεταριάτων, των εργατικών τάξεων, των αρίων φυλών και άλλων ηχηρών λέξεων, όλα αυτά είναι πολύ χρήσιμα επινοήματα στις προσπάθειες των επίδοξων ελίτ να στρατολογήσουν οπαδούς μέσα από τις "λαϊκές" μάζες για την τελική επικράτησή τους.

Αν δεν ήμουν σαφής μέχρις εδώ, καιρός να γίνω: Η τραγωδία του καιρού μας δεν είναι πως μας λείπουν λαοί, αλλά επίδοξες ελίτ, έτοιμες και αποφασισμένες να διεκδικήσουν ένα φιλόδοξο ιστορικό ρόλο. Απέναντι στην ασύδοτη διεθνή χρηματοπιστωτική ελίτ και το ετοιμόροπο σύστημα που έχει στήσει δεν υπάρχει ούτε υποψία πραγματικά αντίπαλης πολιτικής ομάδας με συγκεκριμένους στόχους και στρατηγικές. Και είναι πολύ λογικό: Είναι ακόμα πολύ νωρίς. Οι πλατιές μάζες και κυρίως η υπό εξαφάνιση μεσαία τάξη, που θα μπορούσε δυνητικά να είναι το φυτώριο μιας νέας επίδοξης ελίτ εξουσίας, είναι ακόμα αφιονισμένες από το πανίσχυρο καταναλωτικο όνειρο και το μόνο που προσδοκούν είναι η αποκατάσταση της προτεραίας καταναλωτικής κατάστασης — μάταια βέβαια. Έχει, λοιπόν, πολύ δρόμο ακόμα το κατρακύλισμα στου κακού τη σκάλα, χωρίς μάλιστα τη βεβαιότητα πως υπάρχει πράγματι ένα τελευταίο σκαλί. Ας μην ξεχνάμε πως δεν είναι πάντα ευτυχείς όλες οι ιστορικές εκβάσεις ούτε όλες οι κανούργιες ελίτ τα καταφέρνουν καλύτερα από τις παλιές.

Έτσι, η πρόβλεψή σας για επιβίωση του συστήματος "ακόμη και σε συνθήκες της πιο γενικευμένης βαρβαρότητας" και η εκτίμησή σας ότι η κρίση δεν είναι κάτι παροδικό, μου φαίνονται ως η έσχατη λογική συνέπεια της μονοδιάστατης πορείας από τον πολιτικό άνθρωπο στον καταναλωτικό άνθρωπο. Και όσο απουσιάζει από το πολιτικό προσκήνιο μια ικανή αντι-ελίτ, με παιδευτικό, καθοδηγητικό και ανατρεπτικό ρόλο, ο απογαλακτισμός μας από την καταναλωτική φαντασίωση και τις άλλες παγίδες του καταρρέοντος ύστερου βιομηχανισμού δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με βίαιο, χαοτικό και αιματηρό τρόπο.

Σπύρος Μάνδρος

 

Η απάντηση:

Καταρχάς, η λογική που περιγράφεται κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί ως νεοφασιστική. Οι λογικές που αρνούνται την δράση μαζών, τάξεων, στρωμάτων και λαών στο όνομα κάποιων υπερδραστήριων ελίτ και επικυρίαρχων που καθορίζουν την ιστορική πορεία, αναπτύχθηκαν στα πλαίσια του θεολογικού και πολιτικού κορπορατισμού στα μέσα του 19ου αιώνα. Σαν αντίδραση στην περίοδο των μεγάλων δημοκρατικών επαναστάσεων της Ευρώπης, αλλά και σαν νομιμοποίηση της άγριας καταστολής και της γενικευμένης λευκής τρομοκρατίας εναντίον κάθε μαζικού δημοκρατικού κινήματος των λαών.

Την εποχή εκείνη και μόνο το άκουσμα της λέξης «δημοκρατία» αρκούσε για να συλληφθείς και να διωχθείς ως σκοτεινός συνωμότης και επίδοξος ανατροπέας της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Αυτός ο κορπορατισμός και οι βασικοί του θεωρητικοί αποτέλεσαν λίγο αργότερα το ιδεολογικοπολιτικό λίκνο του φασισμού και του ναζισμού, όπου ο Ντούτσε ή ο Φύρερ με μια ομάδα επίλεκτων στελεχών τους μπορούσε να καθορίσει τον ρου της ιστορίας. Σήμερα, οι θεωρίες αυτές, δηλαδή οι θεωρίες του νεοκορπορατισμού, αναπαράγονται με την μορφή της θεωρίας των ελίτ, των "ομάδων πίεσης" και της "κοινωνίας των πολιτών" των επιδοτούμενων ΜΚΟ. Η κοινωνία δεν υπάρχει, ούτε ο λαός υπάρχει και επομένως δεν υπάρχουν, ούτε μπορούν να υπάρξουν λαϊκές ελευθερίες και δικαιώματα. Η ίδια η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, το θεμέλιο ακόμη και της τυπικής δημοκρατίας, παρουσιάζεται ως φανταστική νομική έννοια που απλά δικαιολογεί τον οποιοδήποτε επιβήτορα να μιλά εξ' ονόματος του λαού, είτε έχει, είτε δεν έχει υφαρπάξει την ψήφο του εν είδη "λευκής επιταγής".

Πρόκειται για τον θεωρητικό νεοφασισμό της εποχής μας, ο οποίος μάλιστα έχει και την επίσημη ακαδημαϊκή σφραγίδα. Σήμερα ο φασισμός δεν χρειάζεται να επιδεικνύεται με κοκορόφτερους και μελανοχίτωνες, ούτε ο ναζισμός χρειάζεται να περιφέρεται με την σβάστικα. Όσοι το κάνουν ακόμη αυτό ανήκουν στο περιθώριο και στον υπόκοσμο. Είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι και εύκολα τους αποφεύγει κανείς. Τι γίνεται όμως με εκείνους που διαδίδουν την ιδεολογία του φασισμού και του ναζισμού, ως σύγχρονη θεωρία των ελίτ. Σήμερα ο φασισμός και ο ναζισμός φορά κοστούμι και γραβάτα, κατοικοεδρεύει στα καλά σαλόνια της ακαδημίας, της οικονομίας, της πολιτικής και των ΜΜΕ. Πλασάρεται ως μεταμοντέρνος λόγος, βασισμένος στην διατεταγμένη άγνοια που αναπαράγεται από το κυρίαρχο σύστημα παιδείας.

Αντί να εκθειάζει ανοιχτά τον Φύρερ και κρεματόρια, μιλά δήθεν ακαδημαϊκά για θεωρίες των ελίτ. Όμως όλες οι θεωρίες του κορπορατισμού, παλιές και νέες, είχαν και έχουν πάντα την ίδια μαύρη κατάληξη για την κοινωνία και την πολιτική. Έχουν πάντα τους ίδιους σκοτεινούς σκοπούς. Γι' αυτό και πριμοδοτούνται αδρά από το σημερινό επιχειρηματικό πανεπιστήμιο.

Τώρα αν θεωρεί ο κ. Μάνδρος ότι αυτή η τερατώδης διαστρέβλωση της ιστορίας, όπου τα πάντα καθορίζονται δήθεν από τα πάνω, από τους Ήρωες, τους Φύρερ και τις Ελίτ, δεν είναι παντελώς απλουστευτική, αντιστόρητη και άκρως αντιδραστική, τότε φοβάμαι ότι ανήκει σε μια κατηγορία που αρνούμαι να κατανοήσω μιας και μιλάμε άλλη γλώσσα, ανήκουμε σε άλλους κόσμους. Ο λαός δεν είναι μια φανταστική έννοια, αλλά μια σύνθετη ιστορική διαδικασία που κάνει την εμφάνισή της για πρώτη φορά — ακόμη και στην γραπτή αποτύπωση των γεγονότων — στις πρώτες μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα. Η ανάδειξη του λαού προϋποθέτει την διάλυση της τοπικής αυτάρκειας, την υπέρβαση της φυλετικής, ή της στενής εθνοτικής καταγωγής και την συγκρότηση μιας νέας κοινωνικοπολιτικής ενότητας, ενός ενιαίου κοινωνικοπολιτικού συνόλου που διεκδικεί την κυριαρχία από τον τύραννο.

Ο λαός εμφανίζεται ως ανεξάρτητο υποκείμενο της ιστορίας από την στιγμή που σπάει τα δεσμά της απολυταρχίας, η οποία στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο λαός και το έθνος δεν μπορούν να εκφράζονται από μόνοι τους παρά μόνο μέσα από την βούληση της υπέρτατης εξουσίας, κοσμικής και υπερκοσμικής. Να από που μας έρχεται η νεόκοπη θεωρεία των ελίτ. Ο λαός και το έθνος υπάρχουν, υφίστανται μόνο όσο υπάρχει και τους εκφράζει συγκεντρωτικά η απολυταρχία. Όσο κυριαρχεί ιστορικά η απολυταρχία, όσο επιβάλλονται οι κοινωνικοπολιτικές ελίτ, οι άρχοντες, οι δικτάτορες και οι παρά φύση ηγέτες, ναι, τότε δεν υπάρχει λαός, δεν μπορεί να υπάρξει λαός. Υπάρχει μόνο με το νόημα που έδινε ο Χίτλερ στην έννοια Volk, δηλαδή ενός απόλυτα υποτακτικού πλήθους υπεξουσίων, ή υπηκόων, που για να εκφραστεί μπορεί να το κάνει μόνο μέσα από επιφανείς ηγέτες ή ελίτ, που λειτουργούν σαν «πατερούληδες» έξω, πέρα και πάνω από την μάζα.

Ο λαός εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας όταν για πρώτη φορά διακυρρήσει με την πράξη του και με το αίμα του ότι το έθνος είναι αυτός ο ίδιος, ότι δεν αναγνωρίζει κανέναν πάνω από αυτόν και επομένως δεν αναγνωρίζει κανενός είδους εξουσία που δεν πηγάζει από την θέλησή του και δεν ασκείται προς όφελός του. Κι επομένως δεν χρειάζεται κανέναν υπεράνω αυτού για να εκφράζεται, ή για να υπάρχει. Αντίθετα είναι αυτός που καθορίζει την συγκρότηση του κράτους και της επικράτειας. Αυτός είναι ο "αυτοκράτωρ λαός" όπως έλεγε ο Ρήγας. Δεν είναι τυχαίο ότι το Σύνταγμα εμφανίζεται αυτήν ακριβώς την εποχή.

Το γεγονός ότι η σύγκρουση με την τυραννία καθορίζει την πρώτη ιστορική ενότητα του λαού, αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι ο λαός είναι ενιαίος και με ενιαία θέληση, όπως λανθασμένα εκτιμούσε ο Ρουσώ. Μέσα στα πλαίσιά του συγκρούονται, ανειρήνευτα τις περισσότερες φορές, κοινωνικά στρώματα και τάξεις από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η ενότητα του λαού μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από την αναμέτρηση των διαφορετικών κοινωνικών δυνάμεων που τον απαρτίζουν με την εξουσία και τα συμφέροντα που κάθε φορά υπερασπίζει. Γι’ αυτό και κανένας θεσμός, όσο αντιπροσωπευτικός κι αν είναι, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την λαϊκή κυριαρχία, η οποία εκφράζεται απολύτως ελεύθερα και πρωταρχικά πρώτα και κύρια μέσα από την κατοχύρωση στην πράξη του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι για κάθε επιμέρους κοινωνικό στρώμα και τάξη του λαού.

Στο εσωτερικό του λαού διεξάγεται μια ασίγαστη πάλη που μόνο προσωρινά και υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες διακόπτεται από ευρείες συμμαχίες. Μόνο και μόνο για να ανατραπούν στην αμέσως επόμενη στροφή των εξελίξεων. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν αναγκαστικά στο επίκεντρό τους το ποια τάξη ή στρώμα θα βάλει την σφραγίδα των συμφερόντων του στην ενότητα του λαού. Ποια δηλαδή κοινωνικοταξικά συμφέροντα θα επικρατήσουν και θα εμφανιστούν με καθολική ισχύ ως συμφέρον όλου του λαού και του έθνους. Και οι συγκρούσεις αυτές, όπως όλες οι συγκρούσεις που γέννιουνται από τα κατάβαθα της κοινωνίας, εκφράζονται πρώτα και κύρια ως συγκρούσεις ιδεολογικές, ως συγκρούσεις οργανώσεων, κομμάτων και κινημάτων που επιδιώκουν να εκφράσουν την λαϊκή ενότητα.

Όμως καμιά ομάδα, καμιά οργάνωση, κανένα κόμμα, ή κίνημα που διεκδικούσε την καθεστωτική ανατροπή δεν κέρδισε έστω προσωρινά την εξουσία, χωρίς να έχει εκφράσει άμεσα και πρακτικά την μεγάλη πλειονότητα του λαού, ή έστω δεν είχε κερδίσει την έμπρακτη συμπάθειά της. Κανένας συνωμότης δεν κατάχτησε ποτέ την εξουσία χωρίς να έχει κερδίσει επάξια και έμπρακτα την ηγεμονία του λαού. Οι μόνοι συνωμότες που κέρδισαν στην ιστορία την εξουσία χωρίς τον λαό, είναι μόνο εκείνοι όπου η ίδια η εξουσία τους παραδόθηκε. Όπως έγινε στην περίπτωση του ναζιστικού κόμματος, που, ενώ προσπάθησε, δεν τα κατάφερε τελικά από μόνο του να αποκτήσει ρίζες μέσα στον Γερμανικό λαό, γι' αυτό και όταν ήρθε η ώρα να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα για τα οποία ιδρύθηκε — δηλαδή τα συμφέροντα της πιο αδίστακτης μερίδας της δικτατορίας των μονοπωλίων στην Γερμανία — η εξουσία του παραδόθηκε σε "ασημένια πιατέλα" από το επίσημο πολιτικό κατεστημένο.

Γι' αυτό και είναι τουλάχιστον ηλίθιο — για να εκφραστώ ευγενικά — να ταυτίζεται ο ναζισμός ως "συνωμοτική οργάνωση" με τους καρμπονάρους, του γιακωβίνους και τους μπολσεβίκους. Όσο για την προσπάθεια να ταυτιστεί η έννοια λαός, προλεταριάτο, εργατική τάξη με την «άρια φυλή», το θεωρώ κακόγουστο αστείο που μπορεί να στηρίζεται μόνο σε μια τρομαχτική άγνοια και επομένως το προσπερνώ δίχως σχόλια.

Το να διαφωνεί κανείς με την δράση μιας λαϊκής ή εργατικής επαναστατικής οργάνωσης, ή να έχει όποια άποψη θέλει για την ιστορική δράση της, είτε τα ιστορικά αποτελεσμάτα της δράσης της, δεν του επιτρέπει με τίποτα να είναι τόσο ανιστόρητος και τόσο εμπαθής ώστε να ταυτίζει ναζί, καρμπονάρους, γιακωβίνους και μπολσεβίκους. Για να μην ξεχνάμε: καρμπονάρικη οργάνωση ήταν και η Φιλική Εταιρεία. Εκτός κι αν θεωρεί κανείς ότι και αυτή ήταν μια ακόμη πρώιμη ιστορική εκδοχή του ναζισμού. Αν μπλέξεις με τέτοιους "απαιτητικούς" αναγνώστες σαν τον κ. Μάνδρο, πολύ φοβάμαι ότι θα τ' ακούσεις κι αυτό.

Το να θεωρεί κάποιος ότι οι μεγάλες επαναστάσεις δεν ήταν τίποτε άλλο παρά πραξικοπήματα σκοτεινών συνωμοτών, φοβάμαι ότι έχει μάθει(;) την ιστορία των μεγάλων λαϊκών και κοινωνικών κινημάτων μέσα από τα αστυνομικά δελτία της εποχής, τα έκτακτα στρατοδικεία, ή ακόμη χειρότερα από τους ξεπεσμένους αριστοκράτες, οι οποίοι κάθε φορά που άκουγαν για λαό ένιωθαν ρίγη τρόμου γιατί έφερναν στην μνήμη τους την τρομερή εικόνα των "ξεβράκωτων" της μεγάλης Γαλλικής επανάστασης που έλυσαν τις διαφορές τους με την πιο παρασιτική τάξη της ιστορίας – πριν εμφανιστούν και κυριαρχήσουν οι τραπεζίτες, οι χρηματιστές και οι ποικίλοι κανάγιες των χρηματαγορών –  πάνω στην γκιλοτίνα.

Χωρίς αυτές τις λαϊκές επαναστάσεις, χωρίς τον ίδιο τον λαό δεν μπορεί να υπάρξει ούτε καν ως ιδέα η δημοκρατία. Ακόμη και με την ήττα του ο λαός μπόρεσε να κερδίσει δικαιώματα και κατακτήσεις που χωρίς αυτές δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε καν αυτή η άθλια και επίπλαστη κοινοβουλευτική δημοκρατία του αποκαλούμενου "δυτικού κόσμου". Για όσο της επιτρέπουν να υπάρχει ακόμη οι σύγχρονοι αριστοκράτες του χρήματος που ακούν "λαός" και τους πιάνει σύγκρυο, όπως ακριβώς συνέβαινε και με τους παλιούς αριστοκράτες της βελάδας.

Προσωπικά δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους των αναγνωστών μου, ούτε είναι σωστό κάτι τέτοιο. Ούτε βέβαια τιμά τον οποιοδήποτε να θεωρεί τον εαυτό του "απαιτητικό" και κάθε άλλον που δεν διακατέχεται από δικά του σύνδρομα και τις ιδεοληψίες να τον αντιμετωπίζει ως παρακατιανό. Είναι κι αυτό ένα ακόμη σύμπτωμα των ελίτ. Οι θεωρητικοί των ελίτ, πάντα κρυφίως και υποσυνειδήτως, βλεπουν τους εαυτούς τους στην θέση της επιλεκτικης μικρής ομάδας που έχει ταχθεί από την ιστορία, ή το κισμέτ, να μας διαφεντεύει όλους εμάς τους ασήμαντους και ελάχιστα "απαιτιτικούς" αναγνώστες. Όμως αυτό ανήκει στην σφαίρα της ψυχιατρικής και σ' αυτό δεν μπορώ να βοηθήσω. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να συστήσω στον κ. Μάνδρο μερικούς εξαιρετικούς ψυχίατρους, οι οποίοι, επειδή ανήκουν και στο ΕΠΑΜ, θα αναλάβουν να τον περιθάλψουν δωρεάν.

Τέλος πάντων. Αν είναι να έχω αναγνώστες "απαιτητικούς" σαν τον κ. Μάνδρο, που θεωρούν ως "απαιτητική" την πιο μαύρη εκδοχή της πιο ανιστόρητης εκδοχής του νεοφασιστικού κορπορατισμού, δηλαδή την θεωρία των ελίτ, τότε να με συγχωρείται αλλά να μου λείπουν τέτοιοι αναγνώστες.


 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/09/blog-post.html

Δάσκαλος δεσμώτης -του Γιάννη Ποτ.

Δάσκαλος δεσμώτης

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:

Δάσκαλοι Προμηθείς

Κάθε βράδυ τάπητες υφαίνουμε,

με ανεκπλήρωτα όνειρα

                              και τις στερήσεις μας

Κάθε πρωί τουφεκίζουμε

                                          τα όνειρά μας

με την πλάτη στημένα

                                 στον μαυροπίνακα

ΜΑΘΗΤΗΣ:

Δάσκαλοι δεσμώτες

                    σε εγχειρίδια παραπλάνησης

Που διδάσκουν για τον άνθρωπο

                 σκοτώνοντας τον ανθρωπισμό

Που διδάσκουν την ιστορία

                δικαιώνοντας τους κατακτητές

 

ΧΟΡΟΣ:

Χρόνια ατέλειωτα στο ίδιο μονοπάτι

με την πλάτη στημένα

                                 στον μαυροπίνακα

τουφεκίζεις τα όνειρά σου

Ναι, χρόνια ατέλειωτα στο ίδιο μονοπάτι

Δεσμώτης σε αλλότριες ιδέες

Κάθε πρωί προσεύχεσαι 

                                   σε άδικους θεούς  

 

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:

Δάσκαλοι δεσμώτες

                στον Καύκασο της αδιαφορίας

Κουβαλάμε το σταυρό της ανίας

Μέρα με τη μέρα  σβήνουμε τη λάμψη

                       απ’ τα μάτια των παιδιών

Με επιμονή χελιδονιού χτίζουμε φωλιές

                                                    με λέξεις

με ουσιαστικά, 

                          ρήματα και επιρρήματα

Κεντάμε με υπομονή, αράχνης

                 με συναρτήσεις και εξισώσεις

εργαλεία παραγωγής κέρδους

                           στις ελεύθερες αγορές

ψυχών και  ανθρώπων

Γαλουχούμε μονομάχους  

σε αρένες πάλης

                          για μια θέση εργασίας

 

 

ΜΑΘΗΤΗΣ:

Δάσκαλοι δεσμώτες

Διδάσκετε δικαιοσύνη

            δικαιώνοντας τους εκμεταλλευτές

Διδάσκετε το δίκαιο

                           που δικαιώνει την αδικία

Διδάσκετε  να πίνουμε το κώνειο

                                          αδιαμαρτύρητα

Διδάσκετε ως  αρετή, την υποταγή

                             στων ισχυρών την τάξη

 

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:

Όμως εσύ μαθητή μου, μάθαινε

 όχι αυτά που διδάσκουμε

                                  αλλά όσα υπονοούμε

Ψάξε πίσω από τις γραμμές

                                ανάμεσα στις γραμμές

Για κρυφούς σπόρους, αμφισβήτησης

Ψάξε πέρα απ’ τους μύθους

στα μονοπάτια

                         των κρυφών νοημάτων

 Όμως εσύ μαθητή μου, μάθε να ψάχνεις

                                   πίσω από τα λόγια μας

Στη μελαγχολία των ματιών μας

                    στους χτύπους της καρδιάς μας

Μόνο έτσι θα νοιώσεις το δάσκαλο,

                                                σύντροφο σου

Τις αλήθειες ξεχώριζε σαν μανιτάρια

                για να μην σε καταπιεί το ψέμα

Το μυαλό σου ακόνιζε στης δικαιοσύνης

                                                        τον καημό

 

ΜΑΘΗΤΗΣ:

Που να βρω την ψυχή μου

              στα μισόλογα των νοημάτων σου

Δάσκαλε μίλα καθαρά, οπλίσου

                  με το θάρρος του νεομάρτυρα

Σπείρε βαθιά να φυτρώσουν

τα άνθη του φόβου

                     στον ανθόκηπο της εξουσίας

 Ας γυρίσει η παιδεία τα μέσα έξω

 

 

ΧΟΡΟΣ: 

Μόνο έτσι το σχολείο θα γίνει καρφί

                        στο κορμί της αλλοτρίωσης

Λόγχη αμφισβήτησης

                           για να τρέξει νερό και αίμα

απ’ το πλευρό της

                             σταυρωμένης κοινωνίας

Για να ποτίσει τους σπόρους

                                          των νέων ιδεών

με αλήθειες, που θα τις τραγουδάμε

                     σε νέα χαρούμενα τραγούδια.

 

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:

Ας φωτιστεί το έρεβος

                               με αυτόφωτα άστρα

Η γνώση ας ξεχορταριάσει

                              τα δνοφερά μονοπάτια

Να περάσει η Ιστορία καβάλα στο δίκιο

Ας λάμψουν τα βεγγαλικά των ιδεών

                      στη στιλβηδόνα τ’ ουρανού

να φωτίσουν τα αρπακτικά

                                           που ελλοχεύουν

 

                              (τροποποίηση-2/9/2011), Γιάννης Ποταμιάνος

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΩΣ ΑΓΟΡΑ

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΩΣ ΑΓΟΡΑ


Κείμενα: Π. Αντωνόπουλος, Α. Καλούσης, Γ. Κρεασίδης, Ντ. Ρέππα, Κ. Τουλγαρίδης

 

I) ΚΕΝΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Υποχρηματοδότηση με πολιτικά κίνητρα

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εφαρμόζοντας το πρώτο Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο, επιχειρεί μια διαρκή επίθεση με στόχο την απαξίωση,  την υποβάθμιση και εντέλει τη διάλυση της δημόσια και δωρεάν παιδείας. Εκρηκτική θα είναι η κατάσταση σε σχολεία και Πανεπιστήμια με τη νέα χρονιά.

Η ψήφιση του νόμου-εκτρώματος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση προμηνύει σεισμικές δονήσεις πολλών ρίχτερ. Ταυτόχρονα, το πρώτο κουδούνι θα βρει τα σχολεία με χιλιάδες κενά μια και φέτος είχαμε τους λιγότερους διορισμούς μεταπολεμικά (546  έναντι 2500 πέρσι). Με δεδομένο ότι συνταξιοδοτούνται 11.500 εκπαιδευτικοί, ο αριθμός  προσλήψεων  αναπληρωτών (16.220 από το Γενικό Κρατικό Προϋπολογισμό και 4.500 μέσω ΕΣΠΑ) καθώς και οι συμπράξεις μεταξύ Μ.Κ.Ο. και «Καλλικρατικών» δήμων για πρόσληψη εκπαιδευτικού προσωπικού καταδεικνύει την πρόθεση της κυβέρνησης για επέκταση και εδραίωση των ελαστικών σχέσεων εργασίας στο χώρο της εκπαίδευσης με συνθήκες γαλέρας. Παράλληλα, ήρθε η ώρα της αλήθειας για τις περσινές συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων. Δημιουργούνται τεράστια κενά εκπαιδευτικών  πολλές χιλιάδες χαμένες διδακτικές ώρες, σχολεία με περισσότερους μαθητές ανά τμήμα και με τους μαθητές στην επαρχία να διανύουν μεγάλες αποστάσεις. Ακόμη και  τα βιβλία δεν θα  είναι στα χέρια των μαθητών στην αρχή της σχολικής χρονιάς αφού μόλις πριν λίγες μέρες έγινε η απευθείας ανάθεση εκτύπωσης (10 εκατ. ευρώ) με αδιαφανείς διαδικασίες. Ταυτόχρονα, η υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης (2,7% του ΑΕΠ) οδηγεί το….manager με το νέο αυταρχικό  πλαίσιο λειτουργίας των σχολικών μονάδων, κάτι που έγινε φανερό και από τις διαδικασίες επιλογή τους. Την ίδια στιγμή, οι περικοπές που προβλέπει το μεσοπρόθεσμο (μείωση 150 ευρώ το μήνα καθαρά), με τις περικοπές από το νέο μισθολόγιο-σφαγείο να ακολουθούν, η αναδρομική ισχύ τους και ο κεφαλικός φόρος από την εφορία μέσα στο Σεπτέμβρη είναι η υφαρπαγή ενός μισθού μέχρι τα Χριστούγεννα. Αν η παραπάνω κατάσταση στην εκπαίδευση είναι βόμβα έτοιμη να εκραγεί, είναι σαφές ότι μπορεί να την απασφαλίσει η οργή και ο θυμός που δημιουργεί η νέα οικονομική αφαίμαξη των εκπαιδευτικών. [Επιδιώκουν το] «νέο» σχολείο της αγοράς, να ανοίξει τις πύλες του σε κάθε επίδοξο χορηγό και ιδιωτικοποιεί τη δημόσια εκπαίδευση. Απαραίτητος για τη λειτουργία του σχολείου αυτού, είναι ο Διευθυντής

II) ΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Υψηλής ειδίκευσης αμάθεια σε μια εκπαίδευση που παύει να είναι δημόσια και δωρεάν. Τα τελευταία χρόνια μόνιμα επαναλαμβάνεται από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ η ανάγκη για μια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» για να ξεπεραστεί η κρίση στην παιδεία. Αυτό που ονομάζουν «κρίση» δεν είναι παρά οι αναντιστοιχίες της εκπαίδευση με τις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου. Το πλαίσιο αυτής αναπροσαρμογής περιγράφει η ΕΕ για λογαριασμό του κεφαλαίου συνολικά στην Ευρώπη σε μια σειρά από διακηρύξεις και ντοκουμέντα, με πιο καθοριστικό αυτό της Μπολόνια.

Φυσικά από τις διακηρύξεις στην πράξη υπάρχει απόσταση, είτε λόγω του αστάθμητου παράγοντα της σημερινής κρίσης είτε λόγω των αγώνων του κινήματος παιδείας. Έτσι μετά από κάθε νόμο για την παιδεία η συζήτηση ξεκινά από την αρχή και η προηγούμενη «μεταρρυθμιστική τομή» περνάει στην ιστορία μαζί με τους τσαλακωμένους υπουργούς παιδείας. Στη σημερινή συγκυρία, η ανάγκη αλλαγών είναι για το κεφάλαιο επιτακτική, καθώς επιχειρεί τη λεγόμενη «επανίδρυση του καπιταλισμού» προσπαθώντας να αντέξει ή και να ξεπεράσει την κρίση με μια βουτιά στη βαρβαρότητα.  Κρίσιμη πλευρά αυτής της πολιτικής είναι η αποχώρηση του κράτους από την παροχή των κοινωνικών υπηρεσιών, η κατάργηση της έννοιας του δημόσιου αγαθού. Το κόστος της εκπαίδευσης και της δημόσιας υγείας για παράδειγμα δεν αντιμετωπίζονται πια ως ανελαστικές δαπάνες. Θεωρούνται δαπάνες που μπορούν να καταργηθούν, για να εξοικονομηθούν πόροι για τις νέες προτεραιότητες, όπως η σωτηρία των τραπεζών, οι εξοπλισμοί ή η διόγκωση των μηχανισμών καταστολής.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως μια μεγάλη αγορά. Στις αρχές του 21ού αιώνα ένα 6% από το ακαθάριστο προϊόν στις χώρες του ΟΟΣΑ πήγαινε στην εκπαίδευση. Το 80% από αυτό ήταν δαπάνες της κρατικής χρηματοδότησης του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτά τα ποσά αντιμετωπίστηκαν ως διαφυγόντα κέρδη για τη διεθνή βιομηχανία εκπαίδευσης που έχει έναν τεράστιο και διευρυνόμενο τζίρο.

Σε αυτό το πλαίσιο έρχεται η ριζική περικοπή δαπανών, από τα λειτουργικά έξοδα μέχρι το κόστος των προσλήψεων. Ακολουθεί η ιδιωτικοποίηση πλευρών της λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όπως η καθαριότητα ή το σχολικό βιβλίο και το πανεπιστημιακό σύγγραμμα, οι υποδομές και ο εξοπλισμός συνολικά. Παραπέρα ενισχύεται η απευθείας λειτουργία φορέων ιδιωτικής παιδείας όλων των βαθμίδων, γι’ αυτό και ο νόμος Διαμαντοπούλου προβλέπει τη συμμετοχή κολεγίων στην παροχή των πιστωτικών μονάδων που θα συνθέτουν τα πιστοποιητικά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προσπερνώντας έτσι τη συνταγματική απαγόρευση των ιδιωτικών ΑΕΙ. Μια ακόμη διάσταση της ιδιωτικοποίησης είναι η άμεση εμπορευματοποίηση της έρευνας και η λειτουργία των ΑΕΙ με τρόπο που να εξυπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου, δίνοντας έτσι μια εναλλακτική λύση στο τεράστιο κόστος της λειτουργίας ενός πανεπιστημίου.

Η λειτουργία με ιδιωτικοοκονομικά κριτήρια και η προβολή της δήθεν ανάγκης τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να είναι οικονομικά βιώσιμα, να «βγάζουν τα λεφτά» τους, καλύπτουν τη μετακύλιση του κόστους άμεσα στην κοινωνία. Είναι παράλογο να περιμένει κανείς άμεση οικονομική απόδοση από την εκπαίδευση. Το κέρδος δεν είναι παρά το μορφωτικό επίπεδο και ό,τι θετικό συνεπάγεται αυτό για την κοινωνία. Η γενικευμένη εμπορευματοποίηση οδηγεί σε μια πραγματικότητα όπου μπορεί τα σχολεία να παραμένουν κρατική υπηρεσία, η παιδεία όμως χάνει το δημόσιο χαρακτήρα της ως κοινωνικού αγαθού που παρέχεται δωρεάν.

Όσο για το αν παραμένει εκπαίδευση, αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Η εκπαίδευση της «επανίδρυσης του καπιταλισμού» έχει στρατηγικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου μοντέλου εργαζόμενου της εποχής των Μνημονίων. Η τεχνολογική εξέλιξη έχει οδηγήσει σε σημείο ώστε ο μηχανικός εξοπλισμός να ενσωματώνει ικανότητες που μόνο ο άνθρωπος εμφάνιζε στην παραγωγή, για παράδειγμα στο μηχανολογικό ή αρχιτεκτονικό σχέδιο ή ακόμη και στην υλοποίησή του, μέσα από τις προοπτικές που ανοίγει η πειραματική σήμερα τρισδιάστατη εκτύπωση. Παράλληλα όμως χρειάζονται ικανότητες χειρισμού, για τις οποίες αρκεί η διαχείριση πληροφοριών με περιορισμένο ορίζοντα και περιορισμένη αντίστοιχα διάρκεια ζωής. Είναι η διαφορά ανάμεσα στον προγραμματιστή και στο χειριστή ενός πακέτου λογισμικού. Από αυτόν απαιτούνται κατάρτιση χειρισμού υπολογιστή, πληροφορίες για το συγκεκριμένο πρόγραμμα, αλλά και η ικανότητα να τις ανανεώσει όταν θα έρθει η ώρα αναβάθμισης του προγράμματος. Όχι όμως και ολοκληρωμένες γνώσεις πληροφορικής. Επίσης υπάρχει στροφή στις ελαστικές σχέσεις εργασίας είτε πρόκειται για τον προγραμματιστή είτε για τον ταμία στο σουπερμάρκετ. Το κεφάλαιο φιλοδοξεί να γλιτώσει από τον πληρωμένο νεκρό χρόνο του οχτάωρου, τις γνώσεις μιας γενικής παιδείας που δεν αφορούν άμεσα τη μία ή άλλη τη δεξιότητα που απαιτεί η συγκεκριμένη δουλειά και πάνω απ’ όλα ζητά την εμπέδωση μιας νέας εργασιακής ηθικής. Αυτής που θέλει εργαζόμενους να δουλεύουν εντατικά, με κατάρτιση μιας χρήσης, για δουλειές μιας χρήσης, χωρίς δεσμεύσεις του εργοδότη, χωρίς δικαιώματα και χωρίς τυπικά προσόντα που ενισχύουν την αυτοπεποίθηση και τη διεκδίκηση.

Σε αυτό το πλαίσιο το βάρος στην εκπαίδευση πέφτει σε συγκεκριμένες δεξιότητες (γραφή, ανάγνωση, αριθμητική, ξένες γλώσσες και κυρίως αγγλικά και πληροφορική) που διδάσκονται πλέον από την Α‘ δημοτικού.

Αντί της γνώσης στο επίκεντρο μπαίνει η πληροφορία και η διαχείριση της. Αυτό εξυπηρετούν τα βιβλία με την πληθωρική ύλη ασύνδετων μεταξύ τους πληροφοριών και η διδακτική μεθοδολογία των εξετάσεων και των τεστ. Ολοκληρώνεται στο «νέο λύκειο» με το πρότζεκτ, την ερευνητική εργασία. Εκεί αντίθετα την έρευνα και την πρωτοβουλία του μαθητή που πρεσβεύει η επιστημονική θεωρία, το βάρος πέφτει στην παρουσίαση και διαχείριση του υλικού. Αυτό καθώς πρέπει να υλοποιηθεί στον περιορισμένο χρόνο του τετραμήνου και με περιορισμένη βοήθεια από έναν καθηγητή που επιβλέπει μεγάλο μαθητών, είναι πολύ πιθανό να είναι ετοιματζίδικο από το διαδίκτυο, βοηθήματα της αγοράς κ.ο.κ.

Την εξοικείωση με τη σκληρή εργασία φέρνουν το πολύωρο πρόγραμμα και οι εντατικοί ρυθμοί. Αυτοί διαμορφώνονται με επιλογές που ξεκινούν από τα 7ωρα της Α’ δημοτικού στα 800 πιλοτικά ολοήμερα μέχρι τον εξεταστικό μαραθώνιο του «νέου λυκείου». Ενισχυτικά λειτουργεί και η αλλαγή που θέλει το «τεχνολογικό λύκειο» να δίνει βάρος στη μαθητεία παρά στο μάθημα, δηλαδή στη νεανική εργασία με όρους παραγιού.

Η επιλογή στα πανεπιστήμια και τη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση για αντικατάσταση του πτυχίου από πιστοποιήσεις ατομικών και διαφοροποιημένων προγραμμάτων σπουδών και κατάρτισης, διασφαλίζει στο κεφάλαιο εργαζόμενους χωρίς μια ενιαία μορφωτική βάση και τα αντίστοιχα ενιαία εργασιακά δικαιώματα, την υπονόμευση δηλαδή της δυνατότητας διεκδίκησης συλλογικής σύμβασης εργασίας και συνδικαλιστικής ενοποίησης.

Κεντρική θέση σε αυτό το μοντέλο έχει ο αυταρχισμός που ουσιαστικά μεταφέρει το μοντέλο διοίκησης των επιχειρήσεων στην εκπαίδευση. Διευθυντικό δικαίωμα, ποινές, κατάργηση των εκλεγμένων οργάνων και άκριτη αποδοχή των εντολών, δημιουργούν ένα πλαίσιο χειραγώγησης και προετοιμασίας για την καπιταλιστική παραγωγή. Αποτελούν παράλληλα εγγύηση οπισθοδρόμησης, καθώς μάθηση και έρευνα χωρίς ελευθερία γνώμης και κριτικής δεν μπορεί να υπάρξει με δημιουργικό τρόπο.

Βέβαια αν έτσι το κεφάλαιο προσανατολίζει την εκπαίδευση σε αυτό που έχει ανάγκη, ένα εργατικό δυναμικό ευέλικτο, φτηνό και υποταγμένο, δε σημαίνει ότι γλιτώνει από τις αντιφάσεις. Η γενικευμένη στροφή από τη γνώση στις πληροφορίες δημιουργεί την ιδιομορφία μιας υψηλής εξειδίκευσης αμάθεια, που διασφαλίζει πολλά στο επίπεδο του κόστους και της κοινωνικής συνείδησης, αλλά δε συνιστά πλεονέκτημα στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι συνειρμοί που γεννά το γεγονός ότι η Κίνα τείνει να περάσει σε επιστημονικές ανακοινώσεις τις ΗΠΑ δεν παραπέμπουν σε μια υπερδύναμη με ακλόνητη θέση.

Ακόμη χειρότερα η ριζική περικοπή των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση σε οδηγεί πάντα το χέρι των γονιών βαθύτερα στην τσέπη που έτσι κι αλλιώς αδειάζει εύκολα και γεμίζει δυσκολότερα. Έτσι λχ οι συγχωνεύσεις σχολείων σε πολλές περιοχές δημιουργούν ανάγκες για μετακίνηση μαθητών, η οποία καθώς περνά στους χρεοκοπημένους δήμους, προσθέτει ένα ακόμη κοινωνικό πρόβλημα. Η μεγάλη μείωση των διορισμών αφήνει άδεια από προσωπικό τα ολοήμερα και σε αδιέξοδο τους εργαζόμενους γονείς. Για να ακολουθήσουν οι μαζικές προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων με όρους ακόμη πιο «ελαστικούς», ενώ στο προσκήνιο ήρθε και με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών για να συμπληρωθούν τα κενά.

III) ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ

Φετίχ ο νέος ατομικός φάκελος προσόντων

Αντιμέτωπη με ιστορική μετάλλαξη βρίσκεται η θεσμική εκπαίδευση, πιο δειλά στις πρώτες βαθμίδες και πιο καθαρά στην τριτοβάθμια. Το σχολείο και ιδιαίτερα το Πανεπιστήμιο αλλάζουν ριζικά. «Ως πριν από λίγες δεκαετίες η βασική εκπαίδευση και τα προσόντα καθόριζαν τη θέση του καθενός στην κοινωνία περίπου για όλη του τη ζωή. Σήμερα όχι μόνο οι μηχανές (το φυσικό κεφάλαιο) αλλά και τα άτομα (το ανθρώπινο κεφάλαιο) μπορούν να καταστούν απαρχαιωμένα… Έτσι ο σκοπός του σχολείου δεν θα είναι πλέον να παράσχει ένα τελικό προϊόν για τη βιομηχανία» (Ρόλαντ Γκας, σύμβουλος ΟΟΣΑ σε εκπαιδευτικά θέματα). Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν καθορίζεται πια από το «τι διδάσκεται ο εκπαιδευόμενος» αλλά από το «τι μπορεί να κάνει μετά την εκπαίδευσή του», που ορίζεται ως «μαθησιακά αποτελέσματα». Οι έννοιες αλλάζουν εντελώς. Το χρήσιμο στην αγορά εργασίας δεν είναι πια μια γνώση έστω και με τη μορφή κατάρτισης, αλλά πλήθος εξαιρετικά συγκεκριμένων δεξιοτήτων και πληροφοριών που μπορούν να αποδώσουν γρήγορα και οικονομικά το μέγιστο κέρδος για το κεφάλαιο σε πολλές και διαφορετικές εργασίες. Γι’ αυτό σε όλη τη βασική εκπαίδευση τα βιβλία επικεντρώνουν κυρίως σε συγκεκριμένες δεξιότητες, σε βάρος της γενικής παιδείας, στην πρωτοβάθμια μπήκαν τα Αγγλικά και οι υπολογιστές στην Α’ δημοτικού, στη δευτεροβάθμια το νέο Λύκειο είναι της εξειδίκευσης και της διαφοροποίησης ενώ στο Πανεπιστήμιο συντελείται η εκ βάθρων ανατροπή μια και οι σπουδές παύουν να έχουν ένα στοιχειωδώς ολοκληρωμένο, αναγκαίο περιεχόμενο αλλά γίνονται χυλός.

Σ’ αυτό το περιβάλλον ο εκπαιδευόμενος καλείται να γεμίσει το ατομικό του φάκελο με προσόντα και πιστοποιήσεις, φτιάχνοντας το ξεχωριστό εργασιακό του προφίλ. Μέχρι σήμερα, κάθε τίτλος σπουδών οδηγούσε σε συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα και σε αντίστοιχα συλλογικά. Σήμερα, απόφοιτοι ίδιου τύπου Λυκείου και Πανεπιστημίου θα έχουν διαφορετικούς ατομικούς φακέλους προσόντων κι άρα καμία αντικειμενική βάση διεκδίκησης συλλογικού δικαιώματος. Η τεράστια αυτή ανατροπή που δε θα εξαρτάται από την ταξική πάλη αλλά θα αποκτά «αντικειμενική» βάση στα προσόντα των εργαζομένων, είναι βασικό όφελος και επιδίωξη του κεφαλαίου. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας για το εκπαιδευτικό κι εργατικό κίνημα. Η μάχη του περιεχομένου και της δομής των σπουδών αποκτά για πρώτη ίσως φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά τόσο κομβική σημασία γιατί δένεται άρρηκτα με τη βάση συσπείρωσης των εργαζομένων που πάντα ήταν το συλλογικό δικαίωμα.

 

IV) ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΟΡΟΙ, ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ ΤΟ ΚΛΙΜΑ

Πανεκπαιδευτικό κίνημα αγώνα

Δεν έχει στοιχεία υπερβολής η εκτίμηση ότι η κυβέρνηση ενοποιώντας ως θύματα της πολιτικής της μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικούς και μεγάλο κομμάτι των πανεπιστημιακών, δηλαδή το ζωντανό στοιχείο της εκπαίδευσης, δημιουργεί όρους για ένα επικίνδυνο πανεκπαιδευτικό κίνημα. Βιάζεται η κυβέρνηση να ξεμπερδεύει με κατακτήσεις δεκαετιών και έχει δημιουργήσει το πιο εκρηκτικό κλίμα των τελευταίων 40 χρόνων. Η χρονιά ξεκινά μέσα σε συνθήκες γενικευμένης δυσφορίας, αλλά και αγωνιστικής ετοιμότητας, όπως έγινε φανερό από τις διαδηλώσεις, μεγάλου όγκου, ενάντια στο νόμο Διαμαντοπούλου, την Τετάρτη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το εκρηκτικό κλίμα ενισχύεται γιατί η κυβέρνηση βρίσκεται στη δυσχερή θέση να επιτίθεται ταυτόχρονα σε όλα τα εμπλεκόμενα κομμάτια της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ στεγνή από κάθε μορφωτικό όραμα, σφραγισμένη από διοικητικό αυταρχισμό, υποτάσσει τα πάντα στη σταθερότητα του ευρώ και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αυταπατάται η κυβέρνηση πιστεύοντας ότι νομοθετώντας στα μουλωχτά και δημιουργώντας νομικά τετελεσμένα θα αποφύγει την κοινωνική έκρηξη.

Το κίνημα έχει δημοκρατικές και αγωνιστικές παρακαταθήκες πολιτικών συγκρούσεων.  Η επιδίωξη του να σταματήσει το θανατηφόρο ηλεκτροσόκ της αγοράς είναι πρωταρχικός στόχος. Τώρα μάλιστα που η κυβέρνηση απομονώνεται, χάνει παραδοσιακά κοινωνικά της στηρίγματα και καταφεύγει στα κόμματα της Δεξιάς ζητώντας συναίνεση. Η δράση του κινήματος πρέπει να είναι άμεση και δυναμική με απαρέγκλιτο κριτήριο τη διασφάλιση των αναγκών και δικαιωμάτων εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτικών. Από αυτή την άποψη η πάλη πρέπει να είναι περισσότερο από ποτέ πανεκπαιδευτική, με κοινό πλαίσιο διεκδικήσεων, κοινό αγωνιστικό βηματισμό και με επιδίωξη να παίρνει όσο γίνεται παλλαϊκά χαρακτηριστικά με τη δραστική συμμετοχή του γονεϊκού κινήματος αλλά και ευρύτερα του εργατικού αναδεικνύοντας την πάλη για τη δημόσια και δωρεάν Παιδεία σε υπόθεση όλης της κοινωνίας.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δε θέλει να έρθει σε πραγματική συνολική σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική και τους εκπροσώπους της γι’ αυτό δε θέτει συνολικούς πολιτικούς στόχους, κατακερματίζει τα προβλήματα και περιορίζεται σε επιμέρους άνευρες ανακοινώσεις επικοινωνιακής διαμαρτυρίας, προβάλει συντεχνιακές λογικές, όπως η ιδιαιτερότητα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος.  Υπονομεύει έτσι, στην ουσία του τον αναγκαίο πανεκπαιδευτικό και πανεργατικό συντονισμό τόσο σε επίπεδο κοινών αιτημάτων όσο και σε αγωνιστικό σχεδιασμό. Αντιμετωπίζει το συντονισμό γραφειοκρατικά, μόνο κάτω από την ομπρέλα της κακόφημης ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ. Φυσικά, δεν απευθύνεται στην κοινωνία με τρόπο που να συμβάλλει στον ξεσηκωμό της και στον κοινό αγώνα.

Η ανάπτυξη ενός δυναμικού ρωμαλέου πανεκπαιδευτικού κινήματος με διασύνδεση  με την κοινωνία και συμβολή στο γενικότερο ξεσηκωμό της και στη δημιουργία ενός πανεκπαιδευτικού «μπλακ άουτ» θα κριθεί στη δυνατότητα να ξεπεράσει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και να συνευρεθεί κι οργανωθεί από τα κάτω. Θα κριθεί από την ικανότητα της μαχόμενης εκπαίδευσης να ανοίξει νέους δρόμους επικοινωνίας με κοινές συνελεύσεις των διαφορετικών κομματιών την ανάδειξη σχολείων και σχολών σε κέντρα αγώνα ευρύτερων κομματιών της κοινωνίας (μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών, γονιών, εργαζομένων), τη συμβολή και επικοινωνία με το κίνημα των πλατειών και εργασιακών χώρων αλλά και στην ανάπτυξη αποφασιστικών συγκρουσιακών μορφών διαρκείας τόσο απεργιακά όσο και με καταλήψεις σχολείων και σχολών αλλά και κέντρων διοίκησης και κρατικής εξουσίας (διευθύνσεις, περιφέρειες, Δήμους, Υπουργείο).

Η ανατροπή των Μνημονίων και του Μεσοπρόθεσμου, η διαγραφή του χρέους με έξοδο από το ευρώ και η ανατροπή της κυβέρνησης είναι στόχοι που διευρύνουν την αντίθεση στην εκπαιδευτική πολιτική. Ανοίγουν και δρόμους για πλατιές κοινωνικές συμμαχίες με τους εργαζόμενους γονείς που πλήττονται άμεσα, με το δημόσιο που χτυπιέται επίσης από το νέο μισθολόγιο, με την εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία που δέχεται επίθεση στο όνομα του χρέους και της σωτηρίας του ευρώ. Η δράση του κινήματος πρέπει να είναι άμεση και δυναμική με απαρέγκλιτο κριτήριο τη διασφάλιση των αναγκών και δικαιωμάτων εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτικών.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ (28.8.2011)

Πανελλ. Εξ.: Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΙΑΣ

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΙΑΣ ΣΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Οι πρώτοι, οι έσχατοι και η συνταγή της επιτυχίας

 

Του Χρήστου Κάτσικα


 

Η πίστη στη «φυσική ευφυΐα-χάρισμα» που διαφοροποιεί τους μαθητευόμενους μέσα στο σχολείο και αργότερα βέβαια στην κοινωνία, είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστεί για δύο κυρίως λόγους : α) Πρώτα – πρώτα γιατί είναι μια αντίληψη που στηρίζει και στηρίζεται πάνω στην κοινωνική ανισότητα και κάθε προσπάθεια αναίρεσης της αυθαίρετης αυτής πίστης προσκρούει σ’ αυτούς που από κυρίαρχη θέση δικαιώνουν αυτή την ανισότητα β) γιατί αυτό το ιδεολόγημα είναι πολύ παλιό, πολύ ισχυρό και ευρύτατα διαδεδομένο.

Η ανακοίνωση των επιτυχόντων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα συνοδεύεται κάθε φορά από την παρουσίαση των υποψηφίων εκείνων  που η επιτυχία τους «ξεδίπλωσε την τροχιά της» μέχρι  την κατάληψη των πρώτων θέσεων.

Οι «πρώτοι» και οι «πρώτες» των σχολών παίρνουν τη θέση τους στους «καταλόγους των αρίστων», ενώ από τον πρώτο η πρώτη των πρώτων αναζητιέται επίμονα να αναλύσει, στις «πίστες του θεάματος» των ΜΜΕ, τη συνταγογραφία της επιτυχίας του και τα σχέδιά του για το μέλλον.

Από τις κοινωνικές στις ατομικές διαφορές

Η παραδοσιακή αντίληψη που κυριαρχεί στα λόγια των αριστούχων, αντιλαμβάνεται τη διαφοροποιημένη επίδοσή τους – ιδιαίτερα σε σχέση με τους συμμαθητές τους που δεν πέτυχαν – σαν προϊόν της φιλομάθειας, επιμέλειας, εργατικότητας και μεθοδικότητας, σαν άμεση και φυσική συνέπεια των ατομικών διαφορών στις ικανότητες. Ανεπαίσθητα, με αριστοτεχνικό τρόπο, οι όροι του εκπαιδευτικού «παιχνιδιού» της επιλογής, σύμφωνα με τους οποίους η διαφοροποίηση εκφράζεται με τη μορφή μιας σειράς προτεραιότητας, μετασχηματίζονται σε ουσιαστικές ιδιότητες των «παικτών». Ασυναίσθητα αντιμετωπίζουν σαν ανισότητες φυσικών χαρισμάτων τις ικανότητες που είναι κοινωνικά καθορισμένες και εκλαμβάνουν σαν φυσικό τους χάρισμα ιδιότητες που είναι, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, απλά αποτέλεσμα της κοινωνικής τους βάσης.

Η ανάλυση της σχολικής επιτυχίας με όρους ατομικών ικανοτήτων, η προσγείωσή της στην πίστα της «θέλησης», των «στόχων», του «συστηματικού διαβάσματος», της «αποφασιστικότητας», γενικά της ατομικής προσπάθειας, ουσιαστικά διαγράφει με μια μονοκονδυλιά την αντικειμενική και υλική πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Στα πλαίσιο αυτό, η κοινωνική κληρονομιά μεταμορφώνεται σε ατομικό χάρισμα, σε προσωπική αξία. Πρόκειται για μια επιχείρηση φυσιοποίησης του κοινωνικού, μετατροπή ενός κοινωνικού αποκτημένου, μιας «κληρονομιάς» σε φυσικό χάρισμα.

Η προβολή του «παραδείγματος»

Τι σκοπό έχει η προβολή των «συνταγών της επιτυχίας» που συνοψίζονται μονότονα στο «καλό διάβασμα – ισχυρή θέληση» και παραπέμπουν στην ατομική προσπάθεια του υποψηφίου; Αυτοί που νομίζουν ότι μια προτροπή ή μια «οδηγία» θα αύξαινε σημαντικά τον αριθμό των μαθητών  που θα πρώτευαν, αγνοούν ότι στην ουσία, παρόμοιες ενέργειες θα πρόσθεταν απλά μια πληροφορία παραπάνω στις άλλες που καθημερινά μας κατακλύζουν.

Μια τέτοια «πληροφορία», όταν απευθύνεται σε όσους συνδέουν τα σχολικά τους αποτελέσματα με την αποτυχία, θυμίζει τις απεγνωσμένες προσπάθειες των ανθρώπων εκείνων που νομίζουν ότι συνεννοούνται με έναν ξένο, όταν μιλάνε αργά, δυνατά και καθαρά, ενώ ο καθένας μιλά τη δική του γλώσσα. Έτσι, η πληροφόρηση ή η προτροπή δεν επενεργούν αποτελεσματικά παρά σε όσους έχουν δεχτεί από το περιβάλλον τους τη διάχυτη προτροπή για μια τακτική πρακτική διαβάσματος ή σε εκείνους που η συστηματική και μακράς διάρκειας σχολική πράξη καλλιέργησε ανάλογες διαθέσεις και στάσεις.

Τα θύματα αποδέχονται τη μοίρα τους…

Έχει επισημανθεί ότι οι ευνοημένες κοινωνικές κατηγορίες βρίσκουν μέσα στην χαρισματική ιδεολογία μια αναγνώριση ως φυσικών των πολιτιστικών τους προνομίων, τα οποία έτσι μεταβάλλονται από κοινωνική κληρονομιά σε προσωπικό χάρισμα ή σε ατομική αξία. Αυτή η «αλχημεία» πετυχαίνει τόσο καλύτερα, όσο οι λαϊκές τάξεις, αντί να της αντιπαραθέσουν μια άλλη αντίληψη της επιτυχίας στο σχολείο, δέχονται ως δικιά τους τη θεωρία των ανώτερων κοινωνικών κατηγοριών περί φυσικών χαρισμάτων και βιώνουν τη μειονεκτική τους θέση ως αποτέλεσμα της προσωπικής τους μοίρας.

Το δράμα είναι πως αυτές οι ερμηνείες, αυτή η ιδεολογία των δώρων, θα ξαναλογαριαστούν από εκείνους μάλιστα που είναι θύματά της: οι μη ευνοημένοι θα πειστούν πως η σχολική αποτυχία τους προέρχεται από έλλειψη δώρων.

Σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους της εκπαίδευσης η ιδεολογία του φυσικού χαρίσματος, εκτός από το γεγονός ότι επιτρέπει στις ευνοημένες κατηγορίες τη δικαίωση αυτής της ιδιότητάς της, συμβάλλει συγχρόνως στο να φυλακίζει τα μέλη των μη προνομιούχων τάξεων μέσα στο πεπρωμένο που η κοινωνία τους επιφυλάσσει, οδηγώντας τα στο να εκλαμβάνουν σαν φυσικές ανικανότητες τις ιδιότητες που είναι απλώς αποτέλεσμα της κατώτερης κοινωνικής τους θέσης, και πείθοντάς τα έτσι ότι υπεύθυνη για την κοινωνική τους μοίρα (όλο και στενότερα δεμένη με τη σχολική τους μοίρα, καθώς προχωρεί ο εξορθολογισμός της κοινωνίας) είναι η ατομική τους φύση, που της λείπουν τα φυσικά χαρίσματα.

Ο «βαθμός» και η «αξία» του μαθητή

Η τρέχουσα αντίληψη της επίδοσης και του βαθμού που την απεικονίζει, είναι χαρακτηριστικό ιδεολογικό στοιχείο των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Με την έννοια ότι μέσω αυτής συσκοτίζεται η κοινωνική γένεση του εμπειρικού δεδομένου «επίδοση», και συνεπώς η ευθύνη του σχολείου στη γένεσή του,  και προβάλλει στη θέση της  η επίδοση ως έκφραση των δυνατοτήτων του μαθητή. Η αφετηρία της επίδοσης τοποθετείται στο εσωτερικό του μαθητή, στην ατομική του «ζώνη ευθύνης». Στο πλαίσιο αυτό ο βαθμός του μαθητή θεωρείται ότι απεικονίζει την αξία του. Στο μέτρο που ο καθένας θεωρείται ότι είναι υπεύθυνος για την αξία του, ο μαθητής είναι υπεύθυνος για το βαθμό του. Σαν να εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις δυνατότητές του, δυνατότητες που έρχεται να σταθμίσει ο βαθμός.

Η έρευνα, όμως,  πάνω στον εκπαιδευτικό θεσμό έχει διαπιστώσει ότι η σχολική επίδοση είναι συνάρτηση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητευομένων. Η παραδοσιακή αντίληψη που ερμήνευε τη σχολική επιτυχία με τις εγγενείς νοητικές ικανότητες και την αποτυχία με την απουσία τους, δέχτηκε συντριπτικά χτυπήματα στο επίπεδο της θεωρίας από δεκάδες αναλύσεις, μελέτες και στατιστικά στοιχεία, που απέδειξαν ότι η κοινωνική ανισότητα διευθύνει τη σχολική. Αυτό που λέμε νοημοσύνη, φαίνεται να είναι μια «ειδική ευαισθησία» που διαμορφώνει (ή δεν διαμορφώνει) στο παιδί το περιβάλλον του και με την οποία «ευαισθησία» αυτό «αντιλαμβάνεται» και «αντιδρά» στις εμπειρίες του. Αλλά αυτό είναι ζήτημα μαθησιακής παρέμβασης, είναι αγωγή που προέρχεται από το κοινωνικό περιβάλλον. Επομένως, η σχολική επιτυχία ή η αποτυχία δε γίνεται κατανοητή παρά μόνον εάν τη θεωρήσουμε ως ένα φαινόμενο κοινωνικά προσδιορισμένο.

Έμφυτη και αποκτημένη ευφυΐα

Η ικανότητα που ο πολιτισμός μας ονομάζει ευφυία, γράφει ο Καρλ Λιούγκμαν, επηρεάζεται από πάρα πολλούς παράγοντες, που αρχίζουν από τη διατροφή, τη βιολογική και ψυχολογική κατάσταση της μητέρας, του εμβρύου, το κοινωνικό περιβάλλον κ.λπ., δηλαδή με λίγα λόγια την ταξική προέλευση. Είναι καθαρά επιστημονική απάτη να ισχυρίζεται κανείς ότι μπορεί να απομονώσει όλους αυτούς τους συντελεστές, την επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων και ν’ αποφανθεί σχετικά με την κληρονομικότητα της ευφυίας.

Παρ’ όλα αυτά όμως η βασική αντίληψη που είναι ριζωμένη μέσα κι έξω από το σχολείο, σε δασκάλους και εκπαιδευόμενους, στην κοινωνία όλη, είναι αυτή που εξηγεί την ανισότητα στη σχολική απόδοση σαν φυσική, καθώς την αποδίδει συγχρόνως στην έλλειψη ή ύπαρξη «φυσικών» χαρισμάτων στους μαθητευόμενους. Σύμφωνα μ’ αυτό το ιδεολόγημα, ο μαθητευόμενος που συνδέει τη σχολική του ζωή με επιτυχία στα σχολικά αποτελέσματα, είναι αυτός που έχει διαλεχτεί από την πρόνοια ή το μετά βίας λαϊκοποιημένο ομοίωμά της, τη φύση, και είναι «προορισμένος« για τη σχολική επιτυχία. Οι «άλλοι» που δεν τα «καταφέρνουν», προφανώς, σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, δε δέχτηκαν την επίσκεψη του πνεύματος.

Παράλληλα, αποτέλεσμα του αδιόρατου τρόπου εγχάραξης της καλλιέργειας που κατακτιέται στον οικογενειακό κύκλο είναι η ενίσχυση της πεποίθησης ότι η επιτυχία του ευνοημένου παιδιού συνδέεται με τη «φυσική» του περιοχή. Το πολιτιστικό κεφάλαιο εμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά του έμφυτου και του αποκτημένου, παρόλο που είναι κοινωνικό προϊόν. Του έμφυτου, όπως σημειώνει ο Μπουρντιέ, εφόσον η «φυσική υπεροχή» είναι στο βάθος ο τρόπος κάτω από τον οποίο εκδηλώνεται το «καλά αποκτημένο» πολιτιστικό κεφάλαιο, και του αποκτημένου, εφόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπεξαιρέθηκε με κάποια κληρονομική δολιότητα.

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011, ΕΠΟΧΗ  Το είδα: Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011, http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2011/08/blog-post_3228.html#more

Ο άγριος καπιταλισμός βγαίνει στους δρόμους

Ο άγριος καπιταλισμός βγαίνει στους δρόμους

 

Του David Harvey* Μετάφραση: Κων/νος Σ.


 

«Μηδενιστές και άγριους έφηβους» τους αποκάλεσε η Daily Mail: οι τρελοί έφηβοι, προερχόμενοι από κάθε κοινωνικό στρώμα που απελπισμένοι, αλόγιστα ξεχύθηκαν στους δρόμους εκτοξεύοντας τούβλα, πέτρες και μπουκάλια στους μπάτσους. Ενώ λεηλατούσαν από τη μια και βάζανε φωτιά από την άλλη, οδήγησαν τις Αρχές σε ένα φαιδρό κυνηγητό, όπου αυτές δεν ήξεραν ποιον να πρωτοπιάσουν, καθώς χάραζαν με tweets την πορεία τους από τον έναν στρατηγικό στόχο στον άλλον.

Η λέξη «άγριοι» με χτύπησε σαν αστροπελέκι. Μου θύμισε το πώς απεικονίζονταν οι κομμουνάροι στο Παρίσι το 1871, σαν άγρια θηρία, σαν ύαινες, που τους άξιζε να εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες στο όνομα της ιερότητας της ατομικής ιδιοκτησίας, της ηθικότητας, της θρησκείας και της οικογένειας. Και συνήθως αυτό γίνονταν. Όμως μετά, η λέξη μου έφερε στο μυαλό έναν άλλο συνειρμό: την επίθεση στα «άγρια ΜΜΕ» από τον Tony Blair, ο οποίος είχε βολευτεί τόσο καιρό στην αριστερή τσέπη του Rupert Murdoch, έως ότου αργότερα αντικαταστάθηκε, όταν ο Murdoch έχωσε το χέρι στη δεξιά του τσέπη για να τραβήξει τον David Cameron.

Θα υπάρξουν φυσικά οι συνηθισμένες υστερικές συζητήσεις ανάμεσα σε όσους ρέπουν στη θέαση των ταραχών ως ζήτημα καθαρής, αχαλίνωτης και αδικαιολόγητης εγκληματικότητας και όσους ανυπομονούν να θέσουν τα γεγονότα στο πλαίσιο της εναντίωσης, σε ένα περιβάλλον κακής αστυνόμευσης, συνεχιζόμενου ρατσισμού, αδικαιολόγητης δίωξης της νεολαίας και των μειονοτήτων, μαζικής ανεργίας των νέων, ακμάζουσας κοινωνικής αποστέρησης και βλακώδους πολιτικής λιτότητας που δεν έχει να κάνει με τα οικονομικά, αλλά με τη διαιώνιση και την παγίωση προσωπικού πλούτου και ισχύος. Μερικοί μπορεί ακόμα και να υπερθεματίσουν, καταδικάζοντας την έλλειψη νοήματος και τα αλλοτριωτικά χαρακτηριστικά μιας σειράς επαγγελμάτων και μεγάλου μέρους της καθημερινής ζωής, εν μέσω τεράστιων αλλά ανισομερώς κατανεμημένων δυνατοτήτων άνθησης του ανθρώπου.

Αν είμαστε τυχεροί, θα έχουμε επιτροπές και αναφορές που θα αναφέρουν ξανά ό,τι ειπώθηκε για το Brixton και το Toxteth στα χρόνια της Θάτσερ. Λέω «τυχεροί» γιατί τα άγρια ένστικτα του τωρινού πρωθυπουργού μοιάζουν περισσότερο εναρμονισμένα με τα κανόνια νερού, τα δακρυγόνα και τις πλαστικές σφαίρες, ενώ κάνει υποκριτικά από καθέδρας κήρυγμα για την απώλεια του ηθικού προσανατολισμού, την παρακμή των καλών τρόπων συμπεριφοράς και τον θλιβερό εκφυλισμό των οικογενειακών αξιών και της πειθαρχίας στις τάξεις των πλανημένων νεολαίων.

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο καπιταλισμός ο ίδιος έχει γίνει ανεξέλεγκτα άγριος. Άγριοι πολιτικοί κλέβουν στα έξοδά τους, άγριοι τραπεζίτες κουρσεύουν το δημόσιο κορβανά, γενικοί διευθυντές, διαχειριστές των hedge funds και ιδιοφυΐες των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων λεηλατούν τον παγκόσμιο πλούτο, τηλεφωνικές και πιστωτικές εταιρίες φορτώνουν τους λογαριασμούς όλων με μυστήριες χρεώσεις, καταστηματάρχες αισχροκερδούν, και ανά πάσα στιγμή απατεώνες και κομπιναδόροι στήνουν παπατζιλίκια στα υψηλότερα κλιμάκια του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου.

Εξαπάτησε και κλέψε!

Η πολιτική οικονομία της μαζικής ανέχειας, των ληστρικών πρακτικών που μοιάζουν με ληστεία, μέρα-μεσημέρι, ιδιαίτερα των φτωχών και ευπαθών, των άδολων και των νομικά απροστάτευτων, αποτελεί την ημερήσια διάταξη. Πιστεύει κανείς ότι είναι δυνατό να βρεθεί πια ένας τίμιος καπιταλιστής, ένας τίμιος τραπεζίτης, ένας τίμιος πολιτικός, ένας τίμιος καταστηματάρχης ή ένας τίμιος αστυνομικός διευθυντής; Ναι, υπάρχουν. Όμως, μονάχα ως μια μειοψηφία που όλοι οι άλλοι την θεωρούν ηλίθια. Βάλε μυαλό. Βγάλε εύκολα κέρδη. Εξαπάτησε και κλέψε! Οι πιθανότητες να πιαστείς είναι μικρές. Και εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν πολλοί τρόποι να θωρακίσεις τον προσωπικό σου πλούτο απέναντι στο κόστος της κατάχρησης.

Αυτό που λέω ίσως σοκάρει. Οι περισσότεροι από εμάς δεν το βλέπουμε επειδή δεν θέλουμε, επί της ουσίας, να το δούμε. Σίγουρα κανένας πολιτικός δεν τολμά να το πει και ο Τύπος θα το τύπωνε μόνο για να «θάψει» αυτόν που το ‘πε. Αλλά φαντάζομαι πως κάθε ταραξίας στους δρόμους γνωρίζει ακριβώς τι εννοώ. Κάνουν μονάχα ό,τι κάνουν όλοι οι άλλοι, αν και με διαφορετικό τρόπο – πιο κραυγαλέα και εξόφθαλμα στους δρόμους. Ο θατσερισμός απελευθέρωσε τα άγρια ένστικτα του καπιταλισμού (το «πνεύμα του ζώου» του επιχειρηματία όπως σεμνότυφα το ονόμασαν) και έκτοτε τίποτα δεν έχει εμφανιστεί για να τα χαλιναγωγήσει. Κουρέλιασε και κάψε (slash and burn) είναι τώρα το απροκάλυπτο σύνθημα των κυρίαρχων τάξεων παντού.
Αυτή είναι η νέα κανονικότητα στην οποία ζούμε. Με αυτό θα έπρεπε να ασχοληθεί η επόμενη μεγάλη εξεταστική επιτροπή. Όλοι, όχι μόνο οι ταραξίες, θα έπρεπε να απολογηθούν. Ο άγριος καπιταλισμός θα έπρεπε να δικαστεί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα κατά της φύσης.

Δυστυχώς, αυτό είναι κάτι που τούτοι οι άμυαλοι ταραξίες δεν μπορούν να δουν ή να απαιτήσουν. Όλα συνωμοτούν στο να μας αποτρέψουν από το να το δούμε και να το απαιτήσουμε. Γι’ αυτό η πολιτική εξουσία φορά με τόση βιάση τα ιμάτια της αφ’ υψηλού ηθικότητας και της υποκριτικής επιχειρηματολογίας· ώστε κανείς να μη μπορέσει να δει πόσο γυμνά διεφθαρμένη και ηλίθια παράλογη είναι.

Όμως, υπάρχουν διάφορες αναλαμπές ελπίδας και φωτός στον κόσμο. Τα κινήματα των αγανακτισμένων (indignados) στην Ισπανία και την Ελλάδα, οι επαναστατικές τάσεις στη Λατινική Αμερική, τα κινήματα χωρικών στην Ασία, όλα αρχίζουν να βλέπουν πέρα από την απέραντη βρομιά και αγυρτεία που ένας αρπακτικός και άγριος παγκόσμιος καπιταλισμός έχει αμολήσει στον κόσμο. Τι χρειαζόμαστε οι υπόλοιποι από εμάς για να το δούμε και δρώντας να το αλλάξουμε; Πώς μπορούμε να κάνουμε μια νέα αρχή; Τι κατεύθυνση να ακολουθήσουμε; Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Όμως, ένα πράγμα ξέρουμε στα σίγουρα: μπορούμε να πάρουμε σωστές απαντήσεις μόνο κάνοντας τις σωστές ερωτήσεις.


* Ο David Harvey είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο City University of New York και συγγραφέας.

 

ΠΗΓΗ: New Left Project, www.ilesxi.wordpress.com Το είδα: Δευτέρα, 29 Αύγουστος 2011, http://www.edromos.gr/index.php…=46

Η κατάληξη της διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη

Θεωρία και πράξη:

Η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη και η κατάληξή της

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη*


 

Ήδη πέρασαν 37 συναπτά χρόνια από την ιδρυτική διακήρυξη  της 3ης του Σεπτέμβρη. Η διακήρυξη αυτή, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι το αποτέλεσμα επίπονων και μακροχρόνιων θεωρητικών διεργασιών του ΠΑΚ στα χρόνια από την ίδρυσή του ως τη μέρα δημοσιοποίησης της την 3η του Σεπτέμβρη.

Ξεκίνησε από το πρώτο κείμενο του Ανδρέα Παπανδρέου μετά την έξοδό του από την Ελλάδα το 1968 και, μετά από βασανιστική επεξεργασία σε σεμινάρια, συνέδρια και ειδικές συνεδριάσεις, ολοκληρώθηκε μετά την τελική του επεξεργασία στο Καστρί (στο ξενοδοχείο Καστρί και το σπίτι Καστρί του Ανδρέα Παπανδρέου), για να διακηρυχθεί πια ως πολιτικό κείμενο αρχών ενός πολιτικού φορέα.[1] Με την αυτοοργάνωση, ως επαναστατική οργανωτική αρχή, ξεκίνησε η πολιτική του πορεία. Κατοχύρωνε τέσσερις βασικές αρχές: Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Κοινωνικοποίηση και Δημοκρατικές Διαδικασίες, που στην πορεία του Κινήματος δυσφημίστηκαν σκόπιμα, διαστρεβλώθηκαν κακόβουλα, στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν από τον Ανδρέα Παπανδρέου και στο τέλος – με την οριστική και τελεσίδικη επικράτηση της αντιλαϊκής νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο Κίνημα επί Κώστα Σημίτη και  τώρα Γιώργου Παπανδρέου – πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων.

Όπως και να χαρακτηρίσει κανείς την 3η του Σεπτέμβρη και όσο και να θέλει να υποβιβάσει την αξία της, όπως προσπαθούν ανεπιτυχώς μερικοί, δεν μπορεί να απορρίψει με κανένα τρόπο τις αρχές που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, οι οποίες έχουν διαχρονική αξία και των οποίων η ισχύς παραμένει αναλλοίωτη. Τελικά αποτελούν ακόμη και σήμερα ζητούμενο. Αγωνιστήκαμε σε ανύποπτο χρόνο, με πάθος και αυταπάρνηση από τις γραμμές του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ για τις αρχές αυτές, στη διαμόρφωση των οποίων πήραμε ενεργό μέρος, έως την απαρχή της καθοδικής του πορείας, που ξεκινάει νομοτελειακά μετά το 1977. 

Το Κίνημα στην πορεία του αντί να αλλάξει την κοινωνία, άλλαξε το ίδιο. Τελικά μεταλλάχτηκε σ’ ένα νεοφιλελεύθερο, σκληρό,  αντιλαϊκό κόμμα, στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Το σημάδεψε η «αριστερή φρασεολογία και η δεξιά πολιτική του πρακτική», που ξεκίνησε από τον ίδιο τον ιδρυτή του. Η εξέλιξή του αυτή δεν είναι τυχαία. Έχει τις αιτίες της. Η αρνητική του πορεία – και αυτό πρέπει να γίνει συνείδηση – ξεκινάει ήδη από τη στιγμή που ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου εδραιώνει ένα συγκεντρωτικό, προσωποπαγές, αρχηγικό κόμμα, θέτοντας τα θεμέλια για την σταδιακή ακύρωση όλων των διακηρυγμένων αρχών. Εκεί εντοπίζεται η προδιαγεγραμμένη καθοδική του πορεία, όπου πια διαπιστώνεται η οριστική απόκλιση της διακηρυγμένης θεωρίας από την πολιτική του πρακτική.

Ήδη από το 1977 έγραφα στην παραίτησή μου: «Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, τα πρώτα αχνάρια, τις πρώτες αμυδρές ενδείξεις ότι ακολουθούμε λαθεμένη τακτική, άρχισα να αποκτώ με το κυνήγι των παλαιοκομματικών και τη μέθοδο που ακολουθούσε το Κίνημα τότε. Οι ενδείξεις έγιναν πια βεβαιότητα πριν από το Προσυνέδριο στις 16 Μαρτίου 1975 και ύστερα ό,τι ακολούθησε μετά απ’ αυτό. Από κει και πέρα μου ήταν τελείως ξεκάθαρο ότι ακολουθούμε καθοδική πορεία… Και δεν υπάρχει καμιά, μα καμιά απολύτως ένδειξη ότι ο κατήφορος αυτός θα σταματήσει». [2]

Αυτά έγραψα τότε και έτσι όπως τα έγραψα έτσι και χειρότερα εξελίχτηκαν τα πράγματα. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε πια δια γυμνού οφθαλμού. Τώρα ακόμη και οι πιο άπιστοι Θωμάδες με καλή προαίρεση, διαπιστώνουν εκ των υστέρων με μεγάλη απογοήτευση, ότι το πάλαι ποτέ πατριωτικό, σοσιαλιστικό Κίνημα δεν έχει πια σωτηρία. Ας το πάρουν απόφαση εκείνοι που ακόμη προσδοκούν την ανάσταση των νεκρών. Δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε για ανασυγκρότηση, ούτε για ανάκαμψη, ούτε για αναγέννηση, ούτε για επανίδρυση. Όλες οι προσπάθειες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Και το λέει και το γράφει ένας άνθρωπος, που βίωσε σ’ όλες του τις φάσεις και σ’ όλα τα επίπεδα τον πολιτικό αυτό φορέα από μέσα και συνετέλεσε τα μέγιστα στη δημιουργία του.

Πώς είναι ένα αμπέλι που έχει πάθει φυλλοξήρα; Έτσι είναι και το ΠΑΣΟΚ. Δεν υπάρχει ελπίδα επιστροφής στις ρίζες. Φέρει μέσα του την νόσο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής από την οποία δεν υπάρχει γιατρειά και σωτηρία. Και πάλι γράφαμε: «Το ΠΑΣΟΚ σταδιακά και σταθερά μετατράπηκε σ’ ένα συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, χωρίς αρχές, χωρίς ιδεολογικές βάσεις, χωρίς στοιχειώδη δημοκρατία, μ’ έναν λαϊκισμό που δημιουργούσε προσδοκίες, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα».[3]

Ένας πολιτικός φορέας που χάνει το όραμά του, την ιδεολογία του, τους στρατηγικούς του στόχους, μετατρέπεται σε μηχανισμό, που σημαίνει ότι ο μόνος εναπομείνας στόχος είναι η κατάκτηση και η νομή της εξουσίας ως αυτοσκοπός. Που κι αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι πάλι ο προδομένος ελληνικός λαός θα σηκώσει το σταυρό του μαρτυρίου, πληρώνοντας τα ανομήματα μια ανάξιας και αφερέγγυας ηγεσίας και ενός ΠΑΣΟΚ που δεν είναι πια ΠΑΣΟΚ, αλλά νεοφιλελεύθερο, νεοταξικό ΑΝΤΙ – ΠΑΣΟΚ.

Αν σήμερα λοιπόν αναζητούμε κάποιον πολιτικό φορέα που να εκφράζει και να παλεύει με συνέπεια για τις αρχές και αξίες της 3ης του Σεπτέμβρη, αυτές σίγουρα δεν βρίσκονται πια στο ΠΑΣΟΚ. Οι αυταπάτες για όσους πίστεψαν στο όραμα έχουν ημερομηνία λήξης και  τα άλλοθι για τους καιροσκόπους τελείωσαν!  Φτάνει πια η απάτη και ο εμπαιγμός! Ήδη από τις αρχές της μεταπολίτευσης κατέγραψα, με βάση τις πολιτικές εξελίξεις, την παρακμιακή πορεία της χώρας μας, αναλύοντας τα τεκταινόμενα στο ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής.  Επειδή η μεταπολιτευτική πορεία καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το ΠΑΣΟΚ, έχει σημασία να αναλύσουμε αυτή την πορεία και να επισημάνουμε σε ποιο βαθμό και σε τι μέγεθος προσδιόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις στην Ελλάδα, για να φθάσουμε σ’ αυτή την παντελή και σε όλα τα επίπεδα κρίση. Γιατί η κρίση δεν είναι πρωταρχικά οικονομική, αλλά κυρίως κοινωνική, πολιτική και προ πάντων πολιτισμική. Και όταν λέμε κρίση πολιτιστική εννοούμε την παντελή εξαχρείωση και κατάπτωση των πνευματικών και ηθικών αξιών αυτού του τόπου, για χάρη της καταναλωτικής αποκτήνωσης και αποχαύνωσης με δανεικά.

Κανένας τομέας της δημόσιας ζωής δεν έμεινε αλώβητος. Παιδεία, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, εκκλησία, στρατός κ.λπ εκφυλίστηκαν τελείως και απαξιώθηκαν από την κοινωνία. Η διαπλοκή, η διαφθορά, ενώ πριν ήταν «προνόμιο» των ελίτ της οικονομίας και της πολιτικής, τώρα διαπέρασε ως επάρατος νόσος ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Ενώ παλιά υπήρχαν κάποιοι θύλακες αντίστασης σ’ αυτή την παρακμιακή πορεία, όπως δικαιοσύνη, εκκλησία, στρατός, αριστερά, τελικά τίποτε δεν έμεινε όρθιο, που πάνω του μπορεί να στηριχτεί, ως σανίδα σωτηρίας.

Η σημερινή κακοδαιμονία, την οποία συνοπτικά περιγράφουμε στα ανωτέρω, οφείλεται κατά βάση σ’ αυτή την πολιτική που διαμόρφωσε και εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ, μετά την μεταπολίτευση, με πρωτεργάτη φυσικά τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στο ΠΑΣΟΚ απίθωσε ο ελληνικός λαός τις ελπίδες του για μια άλλη πορεία, που εκφράστηκε με το περίφημο σύνθημα «αλλαγή». Στο ΠΑΣΟΚ εναπόθεσε όλες του τις προσδοκίες για την ακύρωση και ανατροπή όλης της αντιδραστικής μετεμφυλιακής πολιτικής της δεξιάς. Είναι απύθμενο ψέμα ότι το ΠΑΣΟΚ δημιούργησε την εθνική συμφιλίωση. Εθνική συμφιλίωση δεν εδραιώνεται πάνω στο ατομικό συμφέρον.

Γιατί οι εξελίξεις διέψευσαν τις ελπίδες και τις προσδοκίες απ’ αυτό το Κίνημα, είναι ένα ερώτημα που απαιτεί την απάντησή του. Το πρώτο και σημαντικό πρόβλημα δημιουργήθηκε από την εφαρμογή κατ’ ουσίαν των ίδιων αξιών και προτύπων του κράτους της δεξιάς. Αυτή τη φορά με προοδευτικό πρόσημο. Ποιο ήταν αυτό; Απλούστατα ο Ανδρέας Παπανδρέου – και από κει πρέπει να ξεκινήσει κανείς – δημιούργησε σε αντιστοιχία προς το παλιό κράτος της δεξιάς, το κομματικό κράτος τους ΠΑΣΟΚ, άλωσε το κράτος και το μετέβαλε σε κτήμα του κόμματος, σε προσοδοφόρα φλέβα του κομματικού μηχανισμού του κόμματος της «αλλαγής». Γι' αυτό πολλοί δικαιολογημένα μιλούν για το τελευταίο κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Με βάση την αναξιοκρατία, την αυταρχική δομή, την αλαζονεία και την απαξίωση κάθε ηθικής αρχής, επέπεσε ο κομματικός μηχανισμός πάνω στο δημόσιο και το καταλήστεψε. Ότι δηλαδή αντιστοίχως είχε κάνει και η «επάρατη» δεξιά. Οι ίδιες μέθοδοι, οι ίδιες τακτικές. Αποκλειστικός στόχος να παραμένει ο Ανδρέας στην εξουσία με την εξαγορά ψήφων, που αποτελούσε διακαή πόθο και αυτοσκοπό. Το παρακράτος του ΠΑΣΟΚ εναλλάσσονταν στην εξουσία με το παρακράτος της Νέας Δημοκρατίας. Μπροστά στο ΠΑΣΟΚ φαντάζει τώρα η Νέα Δημοκρατία αριστερό κόμμα. Εκεί καταλήξαμε.

Επειδή μια τέτοια δεξιά πολιτική δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστεί με στελέχη που δεν ήταν διατεθειμένα να προδώσουν τις διακηρυγμένες αρχές για μια άλλη πορεία εξυγίανσης της δημόσιας ζωής, έπρεπε να διαγραφούν η να περιθωριοποιηθούν και διαδοχικά να αντικατασταθούν με πειθήνια όργανα, πραιτοριανούς, που θα ακολουθούσαν πιστά τις εντολές του, με αντάλλαγμα προσωπικά οφέλη. Έτσι κατακλύστηκε το ΠΑΣΟΚ από δεκάδες χιλιάδες επιτήδειους καιροσκόπους από δεξιά και αριστερά, που το μόνο «ιδανικό» που τους διαπότιζε ως συνεκτικός κρίκος ήταν κυρίως η ιδιοτέλεια ή και μερικώς η αυταπάτη ότι επρόκειτο πράγματι για ένα κόμμα της αλλαγής. Βέβαια υπήρχαν στις γραμμές του και υπάρχουν ακόμη αφελείς,  που θέλουν να πιστεύουν σ’ αυτό, για συναισθηματικούς και άλλους λόγους ή που αρνούνται να αποδεχτούν ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μεταλλαχθεί σ’ ένα αντιλαϊκό, νεοφιλελεύθερο κόμμα ή το χειρότερο απ’ όλα πιστεύουν ακόμη ότι μπορεί κάτι να αλλάξει.

Ολόκληρος πακτωλός χρημάτων από τη φορολογία και τα κοινοτικά προγράμματα (τα περίφημα πακέτα Ντελόρ) διοχετεύθηκαν στην εξυπηρέτηση ημετέρων και τη διασπάθιση σε καταναλωτικά αγαθά, δημιουργώντας έναν επίπλαστο παράδεισο. Το γνωστό και συνάμα γελοίο και υποκριτικό των τρωκτικών: «Επί Ανδρέα Παπανδρέου φάγαμε ψωμί!». Και δεν έφθανε μόνο αυτό, αλλά το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, κατασπατάλησε και τα χρήματα που προσπορίστηκε από δανεισμό για να φτιάξει αυτή την επίπλαστη κοινωνία της αφθονίας και να εξαπατά με τον τρόπο αυτό τον Έλληνα ψηφοφόρο, τον οποίο εξαγόραζε, υποθηκεύοντας το μέλλον των παιδιών του και των επερχόμενων γενεών. Εξάντλησε όλη τη δυναμική του Κινήματος, χωρίς κανένα αναπτυξιακό σχέδιο και καμία στρατηγική, ενώ είχε τα πάντα στη διάθεσή του.

Τον μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να εκλέγεται πρωθυπουργός. Καμία επένδυση σε παραγωγή, σε διαθρωτικές αλλαγές, σε παραγωγική εργασία. Τα πάντα στην κατανάλωση. Οι επενδύσεις στην πραγματική οικονομία ήταν πολύ περιορισμένες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ανέλαβε το κράτος του ΠΑΣΟΚ τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, δήθεν για να τις εξυγιάνει και τις μεταπούλησε μετά φτηνά στους ιδιώτες επιχειρηματίες, αν δεν είχαν χρεοκοπήσει τελικά και δεν υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας. Και πέρα απ’ όλα αυτά, που ήταν και το χειρότερο, δημιούργησε μια παρασιτική καταναλωτική νοοτροπία, βασισμένη πια στη διαπλοκή, τη διαφθορά και την πλήρη αναξιοκρατία. Και όλα αυτά στο όνομα του λαού και της «προοδευτικής παράταξης», με πρόσημο το σοσιαλισμό!

Το παράδειγμα αυτό ακολούθησε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, από την οποία βέβαια δεν είχαμε αξιώσεις να συμπεριφερθεί διαφορετικά. Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, προχώρησε σε ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα: Τα έδωσε όλα στους διαπλεκόμενους, απλώς για να τον στηρίξουν στην εκλογή του ως πρωθυπουργό, αξίωμα που ονειρεύονταν ακόμη από την εποχή του Ομίλου Παπαναστασίου το 1962. Γεγονός είναι ότι τον ίδιο τον Κώστα Σημίτη και όλους τους χθεσινούς πρωτοκλασάτους ανέδειξε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πολλοί από άγνοια, αλλά και από σκοπιμότητα το αποκρύβουν. Όλοι αυτοί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι όλη αυτή τη γενιά και ηγετική ομάδα των επίδοξων καιροσκόπων σοσιαλΗστών ανέδειξε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Τα υπόλοιπα ανέλαβαν στη συνέχεια οι διαπλεκόμενοι. (οι γνωστοί πια και μη εξαιρετέοι νταβαντζήδες εντός και εκτός Ελλάδας).

Εκτός απ’ όλα τα άλλα που έπραξαν οι προηγούμενοι ο Κ. Σημίτης έβαλε εμπρός συστηματικά (είχε αρχίσει νωρίτερα) την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (τα ασημικά του δημοσίου, όπως λέγεται). Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι ότι επί εποχής της «ισχυρής Ελλάδας» του Σημίτη (αμέτοχος δεν είναι και ο Γιώργος Παπανδρέου καθόλου, ως άμεσος συνεργάτης του σε κρίσιμα Υπουργεία τότε), διορίστηκαν κατά χιλιάδες στις κρατικές υπηρεσίες, στα Πανεπιστήμια και στις καίριες θέσεις των ιδρυμάτων της πολιτείας, κυρίως δηλαδή στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, οι λεγόμενοι εκσυγχρονιστές. Όλοι αυτοί οι αναθεωρητές της ελληνικής ιστορίας, από την Αριστερά και τη δεξιά και απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, που κύριο μέλημα και κύριος στόχος τους ήταν και είναι (γι’ αυτό εξάλλου πληρώνονται οι περισσότεροι με παχυλές αμοιβές από τα χρήματα του φορολογούμενου Έλληνα (ανίδεου) πολίτη, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΜΚΟ), να αποδομήσουν το έθνος–κράτος, προς χάριν της παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης.

Και φτάνουμε στο τελικό στάδιο της «σοσιαλιστικής» πολιτικής, μετά το διάλειμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που συνέχισε πιστά την πορεία αυτή σε όλα τα μέτωπα, εκτός από συγκεκριμένα θετικά βήματα στην εξωτερική πολιτική, να έχουμε πια οφθαλμοφανή τα σημάδια της εθνομηδενιστικής πολιτικής του Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ με συνειδητά και μεθοδευμένα στρατηγικό σχέδιο για τη διάλυση του έθνους – κράτους και τη δημιουργία μιας πολυεθνικής και συνάμα πολυπολιτισμικής και συνάμα πολυφυλετικής και πολυεθνικής κοινωνίας, τύπου ΗΠΑ. (και μάλλον χειρότερα, γιατί εκεί τουλάχιστον σέβονται ή αναγκάζονται να σεβαστούν τη σημαία τους). Στόχος που επιδιώκει η νεοφιλελεύθερη και ανάλγητη παγκοσμιοποίηση του Γιώργου Παπανδρέου. Έτσι φτάσαμε, με τη συνειδητή πολίτική του στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην σκόπιμη επιτήρηση της Τρόικας.

Η τελική μου ετυμηγορία εν κατακλείδι: Ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου άνοιξε τον τάφο της Ελλάδας. Ο Κώστας Σημίτης έβαλε το φέρετρο μέσα και ο Γιώργος Α. Παπανδρέου προσπαθεί, αν δεν τον εμποδίσουμε, να βάλει την ταφόπλακα. Αυτή είναι η αλήθεια!

* Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι εκπαιδευτικός, ηγετικό και ιδρυτικό στελέχος του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ, Γενικός Γραμματέας του ΠΑΚ Δυτικής Γερμανίας –Δυτικού Βερολίνου, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ, υπεύθυνος του Κέντρου Μελετών και Διαφώτισης (ΚΕΜΕΔΙΑ) επί ΠΑΚ και ΠΑΣΟΚ, επιφορτισμένος για τη συγγραφή της 3ης του Σεπτέμβρη.

                                                                                                              Αθήνα, 1.9.2011

Παραπομπές

[1] Πολλοί καλοθελητές υποστηρίζουν παραπλανητικά ότι το κείμενο της 3ης του Σεπτέμβρη το έγραψαν ο Κώστας Σημίτης και ο Κώστας Λαλιώτης και ορισμένοι άλλοι. Τίποτε απ’ αυτά δεν είναι αληθές. Το απόλυτα αληθές είναι ότι είναι ένα συλλογικό κείμενο, διαχρονικά διαμορφωμένο, όπως αναφέρω πιο πάνω. Φυσικά και η προσφορά του καθενός δεν είναι η ίδια.

[2] βλ. ΠΑΚ – ΠΑΣΟΚ, μύθος και πραγματικότητα, εκδ. «Βέγας», Αθήνα, Μάης 1977, σ. 12 – 13.

[3] Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Ο μύθος του Ανδρέα. ή οι θεωρητικές βάσεις της Ένωσης Κέντρου,  του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η πρακτική τους κατάληξη, εκδ. «εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 2007. Για όσους έχουν την αγαθή πρόθεση και τη θέληση να μάθουν την πραγματική αλήθεια, το βιβλίο αυτό τους δίνει τις πρώτες βοήθειες. Πολλές συμπληρωματικές αναλύσεις είναι αναρτημένες στο ιστολόγιό μου: www.damonpontos.gr. Ανάμεσα σ' αυτές δύο είναι οι πιο σημαντικές, που φέρουν τον τίτλο: Ο Ανδρέας Παπανδρέου, "Ο αρχιτέκτονας της διαφθοράς και ολετήρας της Ελλάδας". και  "Ο Ανδρέας Παπανδρέου, Νούμερο δύο και έπεται συνέχεια".

Κριτήρια της ιστορικής έρευνας, ανάλυσης, κλπ

Σκέψεις για τα κριτήρια της ιστορικής έρευνας, ανάλυσης και ερμηνείας

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Κατά κοινή παραδοχή όλων των καλών ιστορικών όλων των εποχών (πλην κάποιων βαλκάνιων και ελλήνων «κριτικών» ιστοριογράφων) η καλή ιστοριογραφία είναι κατά βάση θουκυδίδεια (Romilly- Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη). Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων: Ο Θουκυδίδης «τείνει στην απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή», θέτει τα Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας.

Οφείλει τη μεγάλη αξία του στο γεγονός πως κατόρθωσε: να «βλέπει τη λεπτομέρεια σε συνάρτηση με το σύνολο, παραθέτει και αξιολογεί «μόνο εκείνες τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάποιο σημαντικό σκοπό, εξετάζει ό,τι έχει γνώρισμα καθολικό, παραθέτει «προθέσεις» ή «γνώμες» διαχρονικής αξίας και ανεξαρτήτως των ατομικών περιπτώσεων. Εστιάζει την προσοχή του με αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας και με τρόπο που μας επιτρέπει «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα  πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα. Αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες.

Κατά τη μετέπειτα  πρωτοχριστιανική περίοδο, ο Διονύσιος, επίσκοπος της Κορίνθου, καταγγέλλει σε επιστολή του ότι η Εκκλησία πλαστογραφεί συνεχώς τα αρχικά «Ευαγγέλια», μία πρακτική που οι χριστιανοί από την εμφάνισή τους έχουν αναγάγει σε επιστήμη (για μία λεπτομερέστερη παρουσίαση του φαινομένου  ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το  μνημειώδες έργο των Foote – Wheeler), ενώ ήδη έχει γίνει θλιβερή πραγματικότητα η εγγενής χριστιανική πολυδιάσπαση σε αυτοτιτλοφορούμενους «καθολικούς», «γνήσιους», «ορθόδοξους» από τη μία πλευρά και σε «αιρετικούς» από την άλλη, μία πολυδιάσπαση την οποία θα περιγελάσει  ο φιλόσοφος Κέλσοςστο ξεκίνημά τους ήσαν ολιγάριθμοι και είχαν ενιαία πίστη, αλλά στην συνέχεια πλήθυναν και εξαπλώθησαν και έκτοτε διασπώνται σε διάφορες αιρέσεις… και αλληλοκατηγορούνται σε βαθμό που αν υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσά τους αυτό είναι μόνο το όνομα, το οποίο βέβαια ντρέπονται να το εγκαταλείψουν αν και κατά τα άλλα βρίσκονται μεταξύ τους σε μία διαρκή αντιπαλότητα…», «Αληθής Λόγος», σελ. 57 – 58) αλλά και πολύ αργότερα ο Βολταίρος: «δεν είχαν προλάβει να τελειώσουν με το κήρυγμα του Χριστού και κατηγορούσαν ο ένας τον άλλον πως ήσαν αντίχριστοι… και φυσικά δεν υπήρξε ούτε μία από αυτές τις θεολογικές αντιδικίες που να μην στηριζόταν σε απάτες και παραλογισμούς».

Ένας  Σύριος, ο μαθητής του Ιουστίνου και αυτοαποκαλούμενος «βαρβαροφιλόσοφος» Τατιανός, τον οποίο ο Geffcken (105 – 107) αποκαλεί «ανατολίτη εχθρό της μόρφωσης» που «ψεύδεται προς τους άλλους και προς τον εαυτό του», στρατεύεται και αυτός στην Ρώμη κατά του «ειδωλολατρικού» πολιτισμού και στο έργο του «Προς Έλληνας» βομβαρδίζει με ύβρεις τους Έλληνες και τους Ρωμαίους που προφανώς θεωρεί ως κατεξοχήν αντιπρόσωπους του κόσμου που ο Τζεσούα  θέλει να καταστρέψει. Οι θεσμοί, η Επιστήμη, η Τέχνη, τα ήθη, η Θρησκεία είναι όλα… «γελοία», «ανόητα» και οι άνθρωποι που τα τιμούν «αλαζόνες», «ατάλαντοι», «επιπόλαιοι», «χαμένα κορμιά», οι μεγάλοι φιλόσοφοι είναι «υπερφίαλοι» και «πολυλογάδες».

Βεβαίως   το έθνος και κάθε έθνος θα πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό το αληθές (Δ. Σολωμός). Έβρισκα πάντοτε περίεργο πόσοι ασπάζονται δημοσίως και ενθέρμως την παραπάνω φράση ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να μας αποδείξουν πως τα έθνη δεν υπάρχουν (ακυρώνοντας έτσι τις δυο από τις τρείς θεμέλιες λέξεις της φράσεως).  Στην προσπάθεια τους να δείξουν ότι είμαστε ένας λαός εθισμένος (αν όχι βασισμένος) στο ψεύδος, την απάτη και την λαθροχειρία ανατέμνουν ακούραστα όλους τους «εθνικούς μύθους», τους οποίους καταγγέλλουν (με αποδείξεις) ως ψέμματα. Ως προς αυτό βρίσκονται πιο πίσω και από τους πλέον πρωτόγονους λαούς, αφού αντίθετα με τους τελευταίους αγνοούν ότι ο μύθος δεν είναι ψέμα. Ο μύθος είναι πέραν της αλήθειας και του ψέματος. Είναι πίσω ακόμα και από τους ηθικολόγους παραμυθάδες ως προς τούτο: αντί να σκεφτούν ποτέ να εξετάσουν αν ο μύθος έχει μια θετική ηθική ή άλλη επιρροή, περιορίζονται στην καταγγελία του σαν ψέμα. Το τι σκέφτεται ένας λαός το δείχνει το περιεχόμενο των ιστοριών που πιστεύει, όχι η εγκυρότητα τους.

Το σημαντικό κατά τους μυθοδιώκτες διαφωτιστές μας δεν είναι ότι ο τάδε που παρουσιάζεται ως ήρωας αποτελεί θετική επιρροή: το σημαντικό είναι πως στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα απλό κλεφτρόνι. Είναι σαν να κατηγορούν όποιον θαυμάζει έναν κινηματογραφικό ήρωα επειδή ο ηθοποιός που τον υποδύεται είναι παλιάνθρωπος. Αγνοούν το προφανές: ότι, δηλαδή, το έθνος το οποίο βλακωδώς οικτίρουν για την ηρωοποίηση του αυτή δεν θαυμάζει ένα (έστω υπαρκτό) κλεφτρόνι: θαυμάζει έναν (έστω ανύπαρκτο) ήρωα. Επομένως, «έχει την καρδιά του στην σωστή θέση» για να δανειστούμε μια έκφραση από τους αγγλοσάξονες φίλους μας. O Τσέστερτον το θέτει ως εξής: "Η λατρεία των ηρώων είναι σαφώς μια ευγενική και ανθρώπινη τάση: ο ήρωας μπορεί να είναι σκάρτος, η λατρεία του ποτέ."

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια  3ου Γυμνασίου Τρικάλων.

Email: ailiadi@sch.gr, http://blogs.sch.gr/ailiadi/, http://www.matia.gr,  (Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη) http://users.sch.gr/ailiadi.