Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτηση

Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτησή τους

 

Του Σωτήρη Γουνελά*


 

Με αφορμή το βιβλίο του Χρυσόστομου Α. Σταμούλη,

«Έρως και θάνατος», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009


Αναμφίβολα έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο πλούσιο. Εννοώ βιβλίο όπου αποθησαυρίζονται πλήθος αναφορών και αποσπασμάτων από σπου­δαία θεολογικά κείμενα αρχαιότερα και σύγχρονα συνυπολογίζοντας βέβαια τον κόπο της συλλογής, επεξεργασίας και μελέτης τους.

Παρουσιάζονται και αναπτύσσονται θέματα πολύ σημαντικά που αφορούν την ορθόδοξη θεολογία, την εκκλησιαστική πραγματικότητα, τη γενικότερη χριστιανική παράδοση, αλλά και βασικές πλευρές της φιλοσοφίας και μάλιστα της σύγχρονης ευρω­παϊκής. Είναι έντονη ακόμη η ποιητική αίσθηση και η μεταφορά στο βιβλίο μικρών ποιημάτων ξένων και ελλήνων ποιητών, ευτυχώς όχι των «κλασικών». Στα πλεονεκτήματα της εργασίας αυτής, πρέπει να περιλάβουμε τον συγκερα­σμό ποιητικής προσέγγισης και θεολογίας, την προσπάθεια η συγγραφή να ξε­φύγει από το είδος των ξερών επιστημονικών θεολογικών μελετών και να μι­λήσει μια γλώσσα ζωντανή και υπαρξιακή, μια γλώσσα που δεν θέλει να ακο­λουθήσει το συνηθισμένο καλούπι παρόμοιων εργασιών.
Εάν τώρα θελήσουμε να προσπελάσουμε το κείμενο βαθύτερα, η πληθώρα των εναλλασσόμενων πεδίων δείχνει μια ανάκραση ετερογενών στοιχείων που ζητούν να οικοδομήσουν το «νέο σπίτι», την Εκκλησία στη βάση της αρχικής ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά ανανεωμένη και απαλλαγμένη από την παρα­μόρφωση και την αλλοτρίωση.
Έχω ωστόσο σοβαρές επιφυλάξεις για τις εξηγήσεις που δίδονται στα κύ­ρια θεολογικά ζητήματα, αλλά και για τον τρόπο που ο σ. συνθέτει το λόγο του. Αυτή η προσπάθεια να συνδυάσει πατερική θεολογία με σύγχρονη φιλοσοφία και ποίηση, ενώ σε πρώτη ματιά μοιάζει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, νομίζω πως εμπεριέχει σοβαρά κενά ή μετέωρα σχήματα.

 

*

 

Ο σ. διάλεξε ένα πρωτότυπο τρόπο για να μας εισαγάγει στο θέμα του: την ταινία Οι ζωές των άλλων (2006). Καταγράφει πολλές σκηνές και στο εισαγω­γικό κεφάλαιο "Μεθιστορία" συσχετίζει την πραγματικότητα της ταινίας με τον «χώρο της Ορθοδοξίας».

Η καταγγελία του «συστήματος» που υπάρχει στην ταινία, αλλά και η δυ­νατότητα σωτηρίας ή μάλλον μετάνοιας ενός «υπηρέτη του συστήματος» ελκύ­ουν τον σ. να αναζητήσει αναλογίες στα καθ’ ημάς. Είναι «μια προσπάθεια να καταδειχτεί με άμεσο τρόπο πως το σύστημα, στην προκειμένη περίπτωση το κομμουνιστικό, αλλά και κάθε σύστημα – καπιταλιστικό, θρησκευτικό, πολιτι­κό, πολιτιστικό, κοινωνικό, δεν έχει σημασία – αποτελεί εκείνο το ιδιοφυές δημιούργημα ανθρώπων ανελεύθερων, εξουσιαστικών, ανθρώπων θεσμικών, που κλεισμένοι στην απόλυτη εσωστρέφειά τους προσπαθούν να δημιουργή­σουν μια πλαστή πραγματικότητα… Μια αυταπάτη ικανή, όμως, να κρύψει τον πραγματικό κόσμο και να ακυρώσει τον αληθινό άνθρωπο» (σσ. 51-52-53). Εννοείται πως μέσα από την ταινία και τους συσχετισμούς συζητά τα μεγάλα θέματα της ελευθερίας, της αγάπης και της πίστης, αλλά και της ιδιότυπης ηθικής που γεννά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του συστήματος.

Για να δείξει τι πιστεύει και τι εισηγείται επιλέγει κεντρικές ρήσεις από το Ευαγγέλιο, τον Παύλο, τον Καβάσιλα, τον Αρεοπαγίτη, τον άγιο Μάξιμο, τον Χρυσόστομο και άλλους, τονίζοντας την μυστικότερη, μυστηριακότερη και κενωτική αλήθεια και πραγματικότητα της Εκκλησίας και του Χριστού ως αντί­δοτο σε κάθε παραχάραξη. Αναφέρεται σε ένα «πολιτισμό της σάρκωσης» στους αντίποδες μιας Εκκλησίας και της θεολογίας της που, καθώς λέει «έχουν φορέσει το προσωπείο του συστήματος», καθώς φαίνεται «να παγιδεύ­τηκαν στην "ακίνδυνη;" ιστορική διάσταση και την απόλυτη εσωστρέφεια της μιας και μόνης μεθόδου». Το τελευταίο το εξηγεί λέγοντας «ότι η θεολογία στο σύνολό της σχεδόν ταυτίστηκε με τον απόλυτο επιστημονικό ιστορικισμό» (σ. 79). Δανείζεται τις σχετικές καταγγελίες του Στέλιου Ράμφου περί «νέκρωσης των συμβόλων» και εγκλωβισμού στο παρελθόν, καταγγελίες που σηκώνουν μεγάλη συζήτηση, αν ληφθεί υπ' όψιν η συνολική θεωρητική βάση πάνω στην οποία αναπτύσσει εκείνος τον κατά βάσιν δυτικοκεντρικό προβληματισμό του. Η θέση του σ. «τα βιβλικά και πατερικά κείμενα της ορθόδοξης παράδοσης, που κατά κανόνα ταυτίζονται με ποιμαντικές ανάγκες, είναι σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα» (σ. 80) δεν μας βρίσκει σύμφωνους, θα λέγαμε μάλιστα ότι τί­ποτε δεν είναι ξεπερασμένο. Συμφωνούμε όμως με την επόμενη θέση του ότι «η γενίκευση, αυτής της παρατήρησης και ο ολοκληρωτικός μηδενισμός που αγνοεί την πατερική πάλη με τα πρόσωπα και τα πράγματα σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, είναι μία νέα επιστημο­νική αίρεση» και βλέπουμε εδώ να υπάρχει περιθώριο για γόνιμη συζήτηση με το βιβλίο.

Στο κεφάλαιο που ακολουθεί «Από την ελευθερία στη σύμβαση» (με υπο­κεφάλαιο «Ποιμαντική ειδωλολατρία»), διαβάζουμε μια ριζική ανάγνωση της εκκλησιαστικής πραγματικότητας, ριζική με την έννοια ότι τονίζεται η παθολο­γία της κυρίως, η συμβατικότητά της, «η ανέραστη δεοντολογία της». Ωστόσο, βρίσκω τρομαχτική αφαίρεση και γενίκευση τη διατύπωση: «μιλώ εδώ για μια διεργασία που κράτησε σχεδόν δεκαεννιά αιώνες, από τα πρώτα μεταευαγγελικά χρόνια μέχρι και σήμερα» (σ. 91), εννοώντας ότι η παραμόρφωση του όλου Σώματος, η αλλοτρίωση της θεολογίας ή η «ποιμαντική ειδωλολατρία» καθώς λέει, από τότε αρχίζει. Για να καταλήξει αμέσως παρακάτω ότι «έχει κα­νείς την αίσθηση ότι ο χώρος της Ορθοδοξίας σήμερα δεν είναι παρά μια έρη­μη και άνυδρη χώρα που κατοικείται από ομοιόμορφα φαντάσματα θυσια­σμένα στο βωμό της απουσίας» (σ. 92).

Δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι έτσι. Παρ’ όλο που ο ίδιος έχω μιλήσει και γράψει επανειλημμένα για την παραμόρφωση, λέγοντας και ξαναλέγοντας για «αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών», η κατάσταση ή μάλλον ο τρό­πος του καθηγητή Χρ. Σταμούλη είναι υπερβολικός, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι από μια μεριά άκρως ιδεαλιστικός. Αναζητά μια ιδεατή Εκκλησία, αψεγά­διαστη, η οποία λάμπει και εκπέμπει τη λάμψη της στην κοινωνία από την αμόλυντη κορυφή όπου βρίσκεται. Όμως η Εκκλησία, όσο είναι Σώμα Χρι­στού άλλο τόσο -κλήρος και λαός- αποτελείται από ανθρώπους. Οι άνθρωποι, είτε το θέλουμε είτε όχι, μετέχουν της γενικότερης ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Εάν δεχτούμε ότι ζούμε σε περίοδο γενικής κρίσης, έκπτω­σης και απώλειας νοήματος, όπως και συμβαίνει όντως, πώς απαιτούμε από τους χριστιανούς ή έστω τους ποιμένες να βρίσκονται στην κατάσταση του πρώτου χριστιανικού αιώνα; Θέλω να πω με αυτά ότι είναι άλλο η κριτική και η απαίτηση για μια ριζική ενεργοποίηση της πίστης, της θεολογίας, της αλη­θινής εν Χριστώ ζωής και άλλο η περιγραφή με κατάμαυρα χρώματα της όλης κατάστασης, ή η σχεδόν γενική απόρριψη.
Εδώ βέβαια πρέπει να αναφερθούμε στο θέμα που θίγει ο σ. και το οποίο ήρθε έντονα στο προσκήνιο τον τελευταίο καιρό, ειδικά μετά το συνέδριο του Βόλου (δες Αναταράξεις στη μεταπολεμική Θεολογία, η «θεολογία του '60», Ίνδικτος 2009), που πραγματοποιήθηκε το 2005 στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Μητρ. Δημητριάδος με τη συνεργασία του περιοδικού «Σύνα­ξη». Είναι το θέμα Ανατολή – Δύση, ο αντιδυτικισμός των θεολόγων της γενιάς του '60, η προώθηση υπέρβασης του αντιδυτικισμού αυτού και συνακόλουθα η προώθηση ενός πνεύματος που θέλει να μας συμφιλιώσει όχι μόνο με τη Δύ­ση στη χριστιανική της διάσταση αλλά γενικότερα με τον δυτικό πολιτισμό. Μάλιστα σε σημείωση της σ. 92 ο σ. τονίζει ότι ακόμη και ο Χρ. Γιανναράς «ο κατ' εξοχήν πολέμιος της θρησκειοποιημένης Δύσης και των αντίστοιχων μορ­φωμάτων της εντός του χώρου της καθ' ημάς Ανατολής», στο βιβλίο του Ενάντια στη Θρησκεία (Ίκαρος 2006) μετατοπίζεται από εκεί και «υποστηρίζει την άποψη πως οι ρίζες του προβλήματος είναι κοινές σε Ανατολή και Δύση» (ό.π.).

Οπωσδήποτε η αλλοτρίωση αρχίζει στο Βυζάντιο – αν το πούμε έτσι βιαστι­κά – αλλά όταν λέμε αλλοτρίωση ή παραμόρφωση, δεν πρέπει να εννοούμε το σύνολο της εκκλησιαστικής και χριστιανικής ζωής σε όλες του τις εκφάνσεις και εκφράσεις, αλλά την κατά περιόδους έκπτωση ή αλλοίωση του αρχικού πνεύματος, ή πάλι τμήματα αυτής της ζωής, ή συμπεριφορές προσώπων, τά­σεις, αιρέσεις, ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις. Πολλές από αυτές ή από αυτά οφείλονταν και οφείλονται σε μειωμένη βίωση μυστηριακής ζωής, σε μειωμένη κατανόηση των λόγων του Ευαγγελίου και των αγίων, σε παρερμη­νεία των Πατέρων, αλλά μπορεί να προσθέσει κανείς εδώ και τον ρόλο που έπαιξε η προσπάθεια «πρόσληψης» του τότε κόσμου, του κόσμου που αντίκρυσε η πρώτη Εκκλησία και κλήθηκε να τον μεταμορφώσει, ενός κόσμου με τις δεισιδαιμονίες του, τις ειδωλολατρίες του, τις κοσμοθεωρίες του, τις αμαρ­τίες του. Όλα αυτά δημιουργούν το πρόβλημα.

Αλλά η αρνητική αυτή εξέλιξη δεν είναι γραμμική, δεν είναι μόνιμη αλλά περιοδική και αποσπασματική, με αυξομειώσεις, με κορυφώσεις ή πτώσεις, με βίαια ξεσπάσματα, με σχίσματα. Μόνη εξαίρεση από μια ιστορική στιγμή και ύστερα ο νεώτερος δυτικός πολιτισμός, όχι κατά τη δική μου κρίση, αλλά κατά την κρίση του Moltmann, που οι θεολόγοι της γενιάς του ‘90, αν την ονο­μάσουμε έτσι, φαίνεται να τον έχουν σε εκτίμηση. Τί λέει λοιπόν για τον πολι­τισμό αυτόν; «Η νεωτερικότητα θέτει κάθε παράδοση και ιδιαίτερα κάθε θρη­σκευτική παράδοση υπό κριτικό έλεγχο και αμφισβήτηση και τις σχετικοποιεί. Εν όψει αυτών των ιδιαίτερων προβλημάτων του κόσμου της νεωτερικότητας, η θεολογία που διαμεσολαβεί τη χριστιανική παράδοση έχει μπροστά της μια διπλή αποστολή: αφενός οφείλει να υπερασπίσει με απολογητική διάθεση την νομιμότητα και τη σημασία της χριστιανικής πίστης ενάντια στις αμφισβη­τήσεις και την κριτική του πνεύματος της νεωτερικότητας· αφετέρου πρέπει να αποδείξει τη θεραπευτική σημασία της χριστιανικής πίστης για τις ασθένειες του νεωτερικού πνεύματος και για τις απορίες και τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου» (Τί είναι Θεολογία σήμερα; μετ. Π. Γιατζάκης, Αρτος Ζώης 2009, σ. 84). Τί λογής μανία λοιπόν είναι αυτή να βγάλουμε λάδι τον πολιτισμό αυτόν; Ο γιγαντισμός του ανθρώπου που κυριάρχησε από μια στιγμή και ύστερα, η αυτοθεοποίηση, η απόλυτη χειραφέτηση από τον Θεό – Πατέρα – Δη­μιουργό, η προώθηση του αποχριστιανισμού που καταντά αντιχριστιανισμός δεν θα ληφθούν υπ’ όψιν; Το ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει σήμερα είναι το γεγονός ότι μετέχουμε λίγο πολύ όλοι των κοινών στοιχείων του πολι­τισμού αυτού, που όμως είναι τα πιο μαζικά και τα πιο απρόσωπα.

Μετέχο­ντας λοιπόν αυτών των στοιχείων ερχόμαστε αναγκαστικά σε σχέση με τις ποι­κίλες όψεις του και καλούμαστε να τις γνωρίσουμε χωρίς ωστόσο να χάσουμε ό,τι φωτεινό διαθέτουμε. Αυτό δεν είναι ζήτημα επιφυλάξεων ή καχυποψίας στη σχέση μας με τον κόσμο ή με τον πολιτισμό ή τους πολιτισμούς ή δεν ξέ­ρω τι άλλο, είναι ζήτημα βίωσης του εκκλησιαστικού πνεύματος και της προ­σωπικής μας ανακαίνισης. Δεν έχει σημασία αυτό; Δεν πρέπει να υπογραμμι­στεί αυτή η πλευρά; Το γεγονός ότι μπορεί να νιώθουμε ασφυξία μέσα σε μία παραμορφωμένη ή αλλοτριωμένη Ορθοδοξία δεν χρειάζεται να μας ρίξει στην αγκαλιά της Δύσης. Το λευτέρωμα της ανάσας δεν θα προέλθει από έξω αλλά από την ουσιαστική βίωση της Αλήθειας της Εκκλησίας, που στο κάτω κάτω χωράει και το μέσα και το έξω. Όταν η ζωή μας είναι κενωτική και όχι οιηματική, ζωή πόζας θεολογικής, ιεραρχικής ή άλλης, αλληλοφαγωμάρας και αντιπαλότητας, αλληλοϋπονόμευσης και διχόνοιας, όπως συμβαίνει συνήθως. Ας μη ξεχνούμε άλλωστε ότι η συνάντηση με τον άλλο πρώτα γίνεται μέσα μας και ύστερα έξω.

Κανένα νόημα δεν έχει να τονιστεί η κατάφασή μας στον δυτικό πολιτισμό γιατί απλούστατα τίποτα δεν μας γονιμοποιεί σε πνευματικό επίπεδο εξωτερικά. Θέλω να πω ότι αυτό που προέχει είναι ο πολιτισμός που γέννησε και γεννά η Εκκλησία. Αυτός ο πολιτισμός μας ενδιαφέρει, αυτός είναι γονιμοποιός, αυτός είναι ο πολιτισμός που γεννήθηκε μετά την Εναν­θρώπηση. Προτού φτάσουμε στον σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό – με την έννοια της παγκοσμιοποίησης και όχι της παγκοσμιότητας ή της οικουμενικό­τητας – μεσολαβούν χίλια χρόνια βυζαντινού πολιτισμού μέσα στον οποίο υπάρχει και η Ευρώπη, όπως ήταν τότε ενσωματωμένη στην Αυτοκρατορία – Ανατολικό και δυτικό κράτος – ενωμένη ωστόσο και μετέχουσα στην ίδια Αλήθεια και ενεργούσα, η Ευρώπη, μέσα στο ίδιο Σώμα Χριστού, εφ’ όσον υπήρχε η Μία, Αγία και Αποστολική Εκκλησία πριν υπάρξει το πρώτο και το δεύτερο Σχίσμα. Όταν ο Καρλομάγνος δημιουργεί χωριστή αυτοκρατορία (αυτό είναι το πρώτο που τον ενδιαφέρει) αυτό έχει συνέπειες σε όλα τα επίπεδα βίου και βεβαίως στο εκκλησιαστικό – θεολογικό – πνευματικό. Ο νεώτε­ρος δυτικός πολιτισμός απορρέει από την Εκκλησία, την εμπειρία εν Πνεύματι, την παρουσία αγίων ανθρώπων που άδειασαν από τον εαυτό τους για να δε­χτούν την ενοίκηση του Χριστού, ή απορρέει από τον Καρλομάγνο και μετααναγεννησιακά από την σταδιακή αντίθεση σε όλες τις χριστιανικές και πνευμα­τικές πραγματικότητες ή σε πιο μαλακή έκφραση από την εκκοσμίκευση κάθε «κατάστασης» (και όχι έννοιας) που παρέλαβε από τη χριστιανική παράδοση;

Γενικά θα έλεγα ότι διακρίνω στο βιβλίο μια ευκολία σε μια μορφή επι­στροφής πίσω «στη στιγμή της δημιουργίας», στους πρώτους χρόνους της Εκ­κλησίας, αντίληψη βέβαια που έχουν υποστηρίξει και άλλοι θεολόγοι στην Ελλάδα και αλλού και που βρίσκεται στους αντίποδες της λεγόμενης εσχατολογικής θεολογίας που κουβεντιάζεται πολύ τα τελευταία χρόνια. Φοβάμαι πως τέτοιες επιστροφές στην αρχή του κόσμου ή σε κάτι ανάλογο δεν έχουν κα­νένα νόημα γιατί ακολουθούν μια άποψη ότι όλα τα γνήσια και αυθεντικά βρί­σκονται στην αρχή, λησμονώντας ότι στην αρχή βρίσκεται και … η Πτώση. Οπότε δεν θέλει φιλοσοφία για να καταλάβουμε ότι η δική μας η δουλειά δεν είναι πίσω μέσα στον χρόνο αλλά εμπρός μαζί με το πίσω ως ιστορική κατάσταση, που ανοίγεται στο μέλλον, δηλαδή στην βασιλεία, την οποία ήδη βιώ­νουμε από τώρα ως Εκκλησία, όσοι και όπως την βιώνουμε, αλλιώς τί αυτε­ξούσιοι είμαστε; Η εκκλησιαστική κατάσταση δεν είναι μαζική. Υπάρχει φυ­σικά η κοινότητα των πιστών αλλά μέσα εκεί η σχέση μας με τον ενανθρωπήσαντα Λόγο είναι προσωπική. Δεν υπάρχει μαζικότητα στην Εκκλησία, υπάρ­χει κοινωνία, σχέση και ενότητα. Αυτά τα έχει ξεκαθαρίσει ωραία εδώ και χρόνια ο Ν. Νησιώτης και ο Π. Νέλλας που ο σ. φαίνεται να τους εκτιμά και να τους έχει μελετήσει.

 

*

Ένα θέμα που φαίνεται να βασανίζει το συγγραφέα και που παρουσιάστη­κε τον τελευταίο καιρό φτάνοντας σε ακραίες διατυπώσεις και αντιλήψεις (πε­ρίπτωση Μέσκου) είναι το «προπατορικό αμάρτημα» και το γεγονός της Πτώ­σης, που συνδέονται βέβαια και τα δύο με το θάνατο (πρώτα τον πνευματικό και ύστερα τον βιολογικό). Με το θέμα είχα ασχοληθεί στην κριτική για το βιβλίο του Αρσένιου Μέσκου Σοκ και δέος δημοσιευμένη στο 3ο τεύχος της Θεολογίας (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009), όπου και παραπέμπω.

Για το περίφημο ζήτημα της πρόσληψης μας χρειάζεται εδώ μια φράση του Π. Νέλλα, στον οποίο αναφέρεται μερικές φορές και ο καθηγητής. Η ακόλου­θη: «Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το έργο της διακρίσεως ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό, της προσλήψεως του θετικού και του εγκεντρισμού του στην Εκκλησία, είναι αναγκαία μια παράλληλη αδιάκοπη προσπάθεια ασκή­σεως και αγιασμού». Και συνεχίζει: «Η αγιοποιός άσκηση καθαιρεί και ενο­ποιεί τον άνθρωπο, αποκαθιστά τις γνωστικές λειτουργίες του στην πρώτη τους καθαρότητα και λειτουργικότητα, επανορθώνει και τελειοποιεί την άμεση σχέ­ση του ανθρώπου με τον κόσμο. Η μεταλλαγή αυτή ολοκληρώνεται με τα μυστήρια και την προσευχή. Μ' αυτά ο άνθρωπος γίνεται διαφανής και ανοιχτός στο Θεό και τον κόσμο» («Οι χριστιανοί μέσα στον κόσμο», Σύναξη, τ. 13, 1985, σ.22-23).

Ένα άλλο ζήτημα που με απασχολεί σε σχέση με το βιβλίο είναι η μόνιμη διάθεση να συζητηθούν οι κύριες θεολογικές πραγματικότητες που με τρομερό αγώνα (πολλές φορές θυσιάζοντας τη ζωή τους) κατάφεραν οι Πατέρες, οι άγι­οι, οι μεγάλοι θεολόγοι-φιλόσοφοι (φιλόσοφος στην περίπτωση της χριστια­νικής παράδοσης είναι ο εραστής του Χριστού αντικαθιστώντας τον αρχαίο φιλόσοφο, εραστή της σοφίας) να διατυπώσουν και να αποσαφηνίσουν, έστω και αν κάποια ζητήματα θεωρούνται αμφίσημα αν όχι και άλυτα ή άγνωστα. Και όχι μόνο να συζητηθούν, αλλά ει δυνατόν να αμφισβητηθούν και ύστερα, υποτίθεται μέσα από την περιβόητη διαδικασία της έρευνας, να καταλήξουμε σε παραπλήσιες θέσεις ή ακόμη και στις ίδιες. Έχω την αίσθηση ότι στους πε­ρισσότερους θεολόγους διαφεύγει το γεγονός ότι δουλεύουν – και δουλεύουμε όλοι μας – πάνω σε έτοιμη τροφή! Οι Βασίλειοι και οι Γρηγόριοι και οι άλλοι δεν δούλεψαν σε έτοιμη τροφή, αλλά την δημιούργησαν και την μορφοποίη­σαν αυτοί οι ίδιοι. Οπωσδήποτε υπήρχε ο Λόγος των Ευαγγελίων και της Πα­λαιάς Διαθήκης, αλλά αυτό που κυρίως υπήρχε και τους άνοιξε δρόμο φωτει­νό, ήταν η μετοχή τους στα μυστήρια και το άγιο Πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν θα κατόρθωναν τίποτα άξιο θεογνωσίας και θεολογίας. Το γνώριζαν και το είπαν. Αντί λοιπόν να ακολουθήσουμε – αντί δηλαδή να συνεχίσουμε – αυτό τον δρόμο εμείς οι σημερινοί, μπλέκουμε με εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες δια­βάσματα και βιβλία (πρέπει κανείς σήμερα να μιλά για βιβλιακή θεολογία) και διασταυρώνουμε τις όποιες πανεπιστημιακές θεολογίες μας με άλλες χρι­στιανικές ή μη.

Καταδαπανώμαστε έτσι σε ατέρμονες συζητήσεις και αναλύ­σεις των πιο υψηλών θεολογικών αληθειών και εναλλάσσουμε ερμηνείες, λη­σμονώντας ότι για να υπάρξουν αυτά που υποτίθεται αναζητούμε, προσδο­κούμε, επιθυμούμε αν όχι και διεκδικούμε, απαιτείται συγκεκριμένη προσωπική εργασία και εμπειρία, προσωπική μεταμόρφωση και ανακαίνιση για να φτάσουμε κάποτε (αν είναι δυνατό αυτό) σε ευρύτερη ανακαινισμένη εκκλη­σιαστική κοινότητα.

Οι θεολογικές αλήθειες δεν είναι ζήτημα συζητήσεων και διανοητικής έρευνας επιστημονικού, δηλαδή διαλογικού, χαρακτήρα. Αυτό αφορά το δευ­τερότερο μέρος της θεολογικής εμπειρίας, ένα είδος φιλολογικής επεξεργασίας και μελέτης. Αλλά το κυρίως θεολογικό είναι ζήτημα θεοπνευστίας και χάρης, είναι ζήτημα μετοχής στα μυστήρια, είναι ζήτημα ανοίγματος, όχι στον κόσμο και στον πολιτισμό, όπως λέει σε ορισμένα σημεία το βιβλίο, αλλά πρώτιστα στο ένδοθεν της καρδίας, στον Λόγο και την Αγάπη που μας δόθηκε διαμέσου του σταυρού και της ανάστασης.

Γιατί πώς είναι δυνατόν να ανοιχτώ στον κόσμο και τον πολιτισμό όταν και τα δύο αυτά σήμερα παρουσιάζουν τις όψεις που λίγο πολύ ξέρουμε; Ο σ. αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο στην αθεΐα (και καλά κάνει) αλλά από την άλλη ζητά δια της αθεΐας, εννοώντας την παρουσία της και την πρόκληση που παρουσιάζει, να ανανεώσουμε την νεκρωμένη και παραμορφωμένη Ορθοδοξία μας. Ο κόσμος και ο πολιτισμός, πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε, ότι σήμερα βρίσκονται σε απέραντη διάχυση και ακατάπαυστη ροή (αλλά και απόλυτη εμπορευματοποίηση), από τη στιγμή που ο άνθρωπος, καταλύοντας τα όρια που του είχε θέσει ο Θεός, παραδόθηκε στις άπειρες δυνατότητες και ξαμολύθηκε σε κατάκτηση των πάντων σε επίπεδο γνωστικό και εκμεταλλευτι­κό, αν μπορώ να το πω, απαιτώντας λυσσαλέα από τη γη (αν όχι και από άλλους πλανήτες) να ικανοποιήσουν την ακόρεστη επιθυμία του για ηδονή και ευτυχία, απολύτως υλιστικού τύπου. Φυσικά τα πράγματα δεν έφτασαν ακόμη στον πάτο, γι' αυτό άλλωστε εξακολουθούμε να μιλούμε. Και υπάρχουν ευτυχώς οάσεις φωτός και αγάπης και ομορφιάς και τέχνης και γνώσης και ζωής μέσα στον κόσμο, ορθόδοξο και μη. Αλλά σπανίζουν και βεβαίως αντι­στέκονται στην εξάπλωση του μηδενιστικού πολτού.

Τονίζεται στο βιβλίο σε διάφορα σημεία (ενημερωτικά λέω ότι χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια με διπλή εισαγωγή στην αρχή, υστερόγραφο και βέβαια τα απαραίτητα ευρετήρια) η ανθρωπολογική διάσταση, με την έννοια ότι δεν προωθήθηκε όσο έπρεπε στην ορθόδοξη παράδοση ή ότι καταπόθηκε από μια διόγκωση θεολογικής διάστασης ή μάλλον της παρουσίας του Θεού εις βάρος του ανθρώπου. Πρώτα πρώτα πρέπει να πω ότι είναι άλλο ανθρωπολογία και άλλο θεανθρωπολογία. Είναι δυνατόν να διαχωριστεί η ανθρώπινη πλευρά πλήρως και να επιχειρούμε να την προωθήσουμε ή να την μελετήσουμε, όταν μέσα στην εκκλησιαστική μας παράδοση ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δεν ορίζε­ται καθαυτός (σε σχέση με την υλική και πνευματική του υπόσταση) αλλά – μετά την Ενανθρώπηση – από τη σχέση του με τον Θεό και τον πλησίον (άλλο). Ο μητρ. Περγάμου μάλιστα ανάγει τη διαφοροποίηση στην εβραϊκή νοοτροπία που μεταθέτει (σε σχέση με τις ελληνικές καταβολές) τη συνείδηση στην καρδιά, κέντρο της υπακοής και της αγάπης αντί για τον νου. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος γνωρίζει μόνο γιατί γνωρίζεται από το Θεό, αλλάζει εντελώς τον προσανατολισμό, αφού κάτοπτρο της συνείδησης είναι ο Χριστός και βέ­βαια οι ενδοεκκλησιαστικές σχέσεις ανάμεσα στους πιστούς ως ενιαίο Σώμα κλπ.

Δεν μπορούμε λοιπόν να αντλήσουμε διδάγματα ανθρωπολογίας και ανθρωπογνωσίας από τον περιρρέοντα πολιτισμό ανατολικό ή δυτικό, αν δεν έχουμε στην καρδιά μας αυτή την πραγματικότητα. Και για να συμπληρώσω, όταν ο σ. μιλά για πολιτισμό της σάρκωσης, θα πρέπει να μιλήσει και για σταυροαναστάσιμο πολιτισμό, με πρώτο τον σταυρό. Κι αυτό σημαίνει Εκκλησία μέσα στην Ιστορία. Αλλά η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με την Ιστορία. Είναι άνοιγμα, από τότε που υπάρχει ιστορικά, της δυνατότητας του ανθρώπου να υιοθετηθεί από το Θεό, είναι αρχίνισμα μετοχής στη βασιλεία. Είναι διαρκής υπέρβαση και άσκησή μου να ρυθμίσω το θέλημα του Πατρός με το ίδιον θέ­λημα. Και εννοείται, εδώ δοκιμάζεται μονίμως και η ελευθερία μου και όχι στην κατάφαση σε οποιοδήποτε καπρίτσιο δικό μου ή του άλλου.

Το αν αυτά γίνονται ή θα γίνουν στην Ανατολή ή στη Δύση, δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι η Δύση κατακλύσθηκε από μια πιο ανθρωποκεντρική θεολογία η οποία έδωσε Αναγέννηση, ουμανισμό, διαφωτισμό και αντιχριστιανισμό: αυτοθεοποίησε τον άνθρωπο, θεοποίησε τον ορθό λόγο αν όχι και τα συναισθήματα και τις ορμές, για να μην πούμε τίποτα για το Κρά­τος – Λεβιάθαν και την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ο Μπερντιάγεφ αποκαλεί «ληστρικό σύστημα» (φαίνεται έντονα στις μέρες μας για όσους έχουν μάτια). Όποτε τίθεται το ερώτημα; Πώς θα «προσλη­φθούν» όλα αυτά και θα μεταμορφωθούν;

Ένα ακόμη θέμα που προκαλεί την ευαισθησία μου είναι το σχετικό με την επιστήμη. Γίνονται αναφορές στην ανθρωπική αρχή, τον Prigogine, τον Hawking και τον Μ. Βασίλειο λόγω της Εξαημέρου κυρίως. Ας μου επιτρα­πεί να αναφέρω την ενότητα για την επιστήμη από το βιβλίο μου Η κρίση τον πολιτισμού (Αρμός 1999) όπου υπογραμμίζω όπως δεν κάνει μάλλον κανέ­νας ειδικά σε σχέση με τον Βασίλειο και τους Πατέρες, ότι το πρώτιστο είναι ό,τι αναφέρεται σε αποκαλυπτικό λόγο, τη σημασία και αξία του οποίου έχει βεβαιώσει ο Χριστός στα Ευαγγέλια. Αυτά έχουν ως βάση και όχι τις επιστη­μονικές θεωρίες. Διαβάζουμε στον Βασίλειο: «περί μεν της ουσίας του ουρα­νού μας φτάνουν όσα έχει πει ο προφήτης Ησαΐας, ο οποίος με απλούς λό­γους, αρκούντως μας εφανέρωσε τη φύση του ειπών "ο στερεώσας τον ουρανόν ωσεί καπνόν" (Ης. 51,6)· δηλαδή ο δημιουργήσας τον ουρανό ως φύ­ση λεπτή και όχι στερεά ούτε πηχτή» (ό.π. σ. 142-143) ενώ αλλού μιλώντας για τη γη λέει «και αν παραδεχθούμε ότι η γη είναι μετέωρη αφ’ εαυτής, ή πούμε ότι ισορροπεί πάνω στα νερά, είναι ανάγκη να μη απομακρυνόμαστε από το ευσεβές νόημα αλλά να ομολογούμε ότι όλα ομού συγκρατούνται με τη δύναμη του Δημιουργού τους» (σ.148). Σχεδόν πανομοιότυπο (αν όχι και πιο επιτακτι­κό) είναι το παρακάτω απόσπασμα του Δαμασκηνού «καν ουν εφ' εαυτής, καν επί αέρος, καν επί υδάτων, καν επ' ουδενός δώμεν ηδράσθαι αυτήν, χρη μη αφίστασθαι της ευσεβούς εννοίας, αλλά πάντα ομού συγκρατείσθαι, ομολογείν, και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος» (Ιωάν. Δαμασκηνού, έκδοση ακριβής Ορθ. Πίστεως, Β' (10) 24 «Περί γης και των εξ αυτής», ΕΠΕ 1976, σ. 196).

Τί σχέση έχουν αυτά με το παρακάτω απόσπασμα που διαβάζουμε στο υπό εξέτασιν βιβλίο: «...οι βιβλικές περιγραφές και εικόνες τούτου του πως (ενν. το πως της δημιουργίας) δεν αποτελούν παρά συγχρονικές ερμηνείες, που σχετίζονται άμεσα και συνεπώς προϋποθέτουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γνώσεις που σήμερα έχουν ξεπεραστεί και ως εκ τούτου ακυρω­θεί. Είναι σαφές ότι οι περιγραφές της δημιουργίας στη Γένεση, όπως και στην Εξαήμερο για παράδειγμα του Μεγάλου Βασιλείου, παραπέμπουν στο κοσμοείδωλο της εποχής τους.» (σ. 294).

 Βέβαια πρέπει να πω ότι παρά τον λαβυρινθώδη τρόπο του συγγραφέα, είναι φανερό ότι υποστηρίζει τη θεολογία και όχι την επιστήμη, οπότε και υπογραμμίζει τη διαφορά τους. Το ζήτημα όμως δεν είναι η υπεράσπιση της θεολογίας αλλά η κατανόηση της πατερικής στάσης: οι Πατέρες είναι προσανατολισμένοι στον Πατέρα και στον Λόγο που ενανθρώπησε, όπως περίπου δείχνει το παρακάτω απόσπασμα Γρηγορίου του Παλαμά: «Μόνος γαρ απάντων εγγείων τε και ουρανίων εκτίσθη κατ' εικόνα του πλάσαντος, ως προς εκείνον ορώη και αυτόν αγαπώη κακείνου μόνου μύστης και προσκυνητής είη, και τη προς αυτόν πίστει και νεύσει και διαθέσει την οικείαν καλλονήν συντηροίη, πάντα δε τάλλ’ όσα γη και ουρανός όδε φέρει, κατώτερα εαυτού ειδείη και νου παντάπασιν άμοιρα» (Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα, στην έκδοση Π. Χρήστου, εκδόσεις Κυρομάνος, ΘεσΙνίκη 1992, τ. ε', σ. 49). Οπότε, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι στη διάρκεια των αιώνων η ορθόδοξη παράδοση δεν προσανατολίστηκε σε αυτή τη διάσταση – έστω και αν θα λέγαμε ότι αφορά προπαντός τους «εκλεκτούς» – αντί να μιλούμε για ξε­περασμένες θέσεις των Πατέρων, θα ήταν καλύτερα να ζητήσουμε (και να ανα­ζητήσουμε) την όσο γίνεται βαθύτερη βίωση των ευαγγελικών εξαγγελιών, του­λάχιστον για τον χριστιανικό κόσμο, από το να περιμένουμε ή να ελπίζουμε να αφυπνιστούμε μέσω τής αθεΐας και των υποστηρικτών της.

Όσο για την περίπτωση του Prigogine που φαίνεται να τα βάζει με την «ανθρωπική αρχή» ως εισάγουσα «την δυαδικότητα», ενώ θα έπρεπε να ζη­τούμε μια «σύλληψη του σύμπαντος που να εμπεριέχει τη σκέψη και τη βιολο­γία χωρίς να έρχονται σε αντίφαση με τη φυσική.» (σ. 302) θεωρουμένων και ημών εννοείται ως «προϊόντων της εξελικτικής πορείας της φύσης», θα έλεγα το εξής απλούστατο: εάν απλώς είμαστε προϊόντα της εξελικτικής πορείας της φύσης, πάει περίπατο το "κατ' εικόνα" και βεβαίως η διάκριση κτιστού-ακτίστου. Αυτό αρκεί.

 

*


Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να αφεθώ στον ποιητικό τρόπο του κεφαλαίου Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης με αναφορές στον Χαίλντερλιν και τον Χάιντεγγερ (αλλά και τον Πεντζίκη που με ενδιαφέρει περισσότερο και τον Λειβαδίτη, όμως εκείνη τη «Μαρία Νεφέλη» τί την ήθελε;), παρουσιάζονται μερικές ενστάσεις του ή παρατηρήσεις -που περιέχονται μάλιστα σε υποσελίδειες σημειώσεις- και μου χαλούν τη διάθεση. Ο σ. προωθεί την ακόλουθη ένσταση: «Δεν μπορώ όμως σε καμιά περίπτωση να καταλάβω, γιατί είναι πρό­βλημα να βλέπει κανείς -"σε κάθε ενέργεια του ανθρώπου που προάγει τον πνευματικό αλλά και τον τεχνικό πολιτισμό, τον άμεσο καρπό της σάρκωσης του Χριστού- ασυνείδητον έστω και ακούσιο καρπό- μια συνεχή προς τα πρό­σω εξέλιξη εν Χριστώ των ιστορικών γεγονότων και των κοινωνικών σχέσεων προς το σημείο Ωμέγα της παγκόσμιας ολοκλήρωσης"» (σ. 327-328 σημείω­ση).

Το απόσπασμα με τα μικρά εισαγωγικά ανήκει στο βιβλίο του Γιανναρά Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα (Δόμος 1992) και αφορά τον Νη­σιώτη. Θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί συμπυκνωμένη θέση και των δύο. Ο Νησιώτης αντιδρούσε κυρίως (και ο Γιανναράς συμφωνεί μαζί του) σε αυτό που αποκαλούσε «γενικευμένη χριστολογία» κατά την οποία κάθε ανθρώπινη ενέργεια που συντελεί στην πνευματική, κοινωνική και τεχνολογική πρόοδο και εξέλιξη κρύβει πίσω της αυτομάτως την παρουσία του Χριστού. Εξω­θείται έτσι η χριστιανική θεολογία να επιδοκιμάσει καθολικά την εξέλιξη, την κοινωνική μεταβολή, αν όχι και να αναγνωρίσει την ωριμότητα του σύγχρονου ανθρώπου! Προέκταση των παραπάνω είναι η διατύπωση του θεολόγου Σακατζιάδη, μελετητή του Νησιώτη, που γράφει ότι ο κόσμος έτσι «αυτοερμηνεύεται και πορεύεται συνεχώς προς τα εμπρός, χωρίς τη θεϊκή παρεμβολή, χάρη στο κύρος και τα έργα του "νέου" ανθρώπου» (Αναλόγιον τχ. 2, σ. 130). Ο Χρ. Σταμούλης λοιπόν φαίνεται να συντάσσεται με αυτή την «αυτόματη» κα­τάσταση.

Αν λάβω υπ’ όψη μου και κάποιες φράσεις του συγγραφέα (στη σ. 330) όπου ο Χάιντεγγερ και ο Χαίλντερλιν κοντεύουν να μας παραπέμπουν στη «σάρκωση» και στη «θεανθρωπία» (η απορία μου είναι: η Εκκλησία δεν μας παραπέμπει;) το πράγμα γίνεται σοβαρό και δεν ξέρω πόσο μπορεί κανείς να γράφει τέτοια πράγματα. Σπεύδω ωστόσο να προσθέσω για να μη παρεξη­γηθώ, ότι και ο φιλόσοφος και ο ποιητής δεν είναι ούτε άμοιροι της σάρκω­σης του Λόγου, όπως έρχεται μέσα από την ιστορική εκκλησιαστική παράδο­ση, ούτε πνευματικά άσχετοι. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.

Τελειώνοντας, για να μη κουράσω άλλο τον αναγνώστη, θα έλεγα, ότι οι κα­λύτερες σελίδες του βιβλίου είναι αυτές στις οποίες επιχειρεί να συγκεράσσει την επιστημονική διαλογική θεολογία με ποιητικές προσεγγίσεις, με ένα λόγο δηλαδή που χωρίς θεολογικές αναλύσεις μεταφέρει άμεσα σκιρτήματα συνο­μιλίας με τον Άλλο. Όμως αυτό δεν οφείλεται στην ιδιόρρυθμη γλώσσα αλλά στο προσωπικό βίωμα των συγκεκριμένων ποιητών, οι οποίοι μας μεταφέ­ρουν με αυτή τη γλώσσα το βίωμά τους, όχι την διανοητική τους ερμηνεία, αναζήτηση και αμφισβήτηση. Το καλύτερο υποκεφάλαιο είναι αυτό που τιτλο­φορείται «Ώσπερ ξένος και αλήτης ή σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης» (σ. 334-347), μία ενότητα που θαρρείς ότι γράφτηκε ερήμην του υπόλοιπου βι­βλίου. Με την ενότητα αυτή μπορώ να πω ότι συμφωνώ πλήρως. Βρίσκω ωστόσο εξαιρετικά κουραστική την πληθώρα παρεμβολών μέσα στα κείμενα και στην όλη ροή δεκάδων ονομάτων συγγραφέων ή παραπομπών σε αυτούς, ανθρώπων τελείως διαφορετικών (λόγου χάρη Πλάτων και Κρίστεβα), αλλά και τις εκτενέστατες υποσελίδειες σημειώσεις. Θα ήταν καλύτερα όλα αυτά τα εκτενή να είχαν μπει στο τέλος εν είδει παραρτήματος.

 

* Ο Σωτήρης Γουνελάς είναι συγγραφέας.

 

ΠΗΓΗ: «Θεολογία», Ιούλ. – Σεπτ. 2010. Το είδα 22-1-2011: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1732

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ:

 

Το ιδρυτικό σφάλμα της Ευρωζώνης, η υποτίμηση του ρίσκου, τα τεχνάσματα των τραπεζών, καθώς επίσης οι αδυναμίες του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Σε προηγούμενο άρθρο μας (η ελληνική πραγματικότητα) έχουμε αναφέρει ότι, «Όσο περνάει πολύτιμος χρόνος, χωρίς ριζικές αποφάσεις, τόσο υψηλότερες θα γίνονται οι απαιτούμενες διαγραφές χρεών, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος στάσης πληρωμών και τόσο πλησιέστερη η διάλυση της Ευρωζώνης».

Επίσης πως «Εάν το ΔΝΤ δεν εγκαταλείψει τη χώρα μας, το αργότερο εντός του πρώτου εξαμήνου του 2011, δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον – ενώ η κατάσταση θα γίνει εκρηκτική, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρωζώνη (ανάπτυξη ή χρεοκοπία). Τέλος, προσπαθήσαμε να δώσουμε κάποια «πειστική» απάντηση, στα ερωτήματα που απασχολούν την πλειοψηφία των Ελλήνων, με την εξής «διατύπωση»:  

«Υπάρχει ελπίδα, έστω με πολύ μεγάλες θυσίες εκ μέρους μας, να μηδενίσουμε τα τεράστια ελλείμματα, να ξεφύγουμε από την παγίδα του δημοσίου χρέους, να μην ξεπουλήσουμε τη δημόσια περιουσία, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την ύφεση, να καταπολεμήσουμε την ανεργία και να αναδιανέμουμε ορθολογικά τα εισοδήματα; Μπορούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε από το ΔΝΤ, να επανακτήσουμε την Εθνική μας κυριαρχία, να μην υποταχθούμε στις οδηγίες του Καρτέλ, να μην «αποικιοκρατηθούμε» από κανέναν ισχυρό (Η.Π.Α., Γερμανία, Κίνα κλπ), καθώς επίσης να επιλύσουμε όλες τις υπόλοιπες «χρόνιες ασθένειες» της Ελλάδας, οι οποίες δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά επίσης πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές;» (άρθρο μας: η έξοδος από την κρίση). 

Δυστυχώς παρά το ότι (όπως αναλύσαμε, απαντώντας στα ερωτήματα), υπάρχουν δυνατότητες για να αποφύγουμε το «μοιραίο», τίποτα το ουσιαστικό δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα. Όπως φάνηκε δε από την πρόσφατη σύνοδο (Eurogroup–Ecofin), η Ευρώπη συνεχίζει να λειτουργεί στη βάση του πρώτου σεναρίου (άρθρο μας) – σύμφωνα με το οποίο «όλα παραμένουν ως έχουν, αφού πάντοτε προκύπτει, έστω και την τελευταία στιγμή, μία κάποια λύση στα προβλήματα που εμφανίζονται». Εν τούτοις, έχοντας την άποψη ότι, οι «δυσλειτουργίες» του συστήματος αυξάνονται, όσο δεν λαμβάνονται ριζικές αποφάσεις, θεωρούμε ότι θα επανέλθει ξανά το θέμα των τραπεζών – κατ’ επέκταση των κρατών, ενδυναμωμένο, «ζοφερό» και εξαιρετικά επικίνδυνο, μέσα από τη διαφαινόμενη «παγίδα των ομολόγων».

Ειδικότερα οι ευρωπαϊκές τράπεζες, πόσο μάλλον οι Ελληνικές, απειλούνται από μία νέα «κεφαλαιακή ανεπάρκεια» – αφού οι «επόπτες» του χρηματοπιστωτικού συστήματος ερευνούν σοβαρά το ενδεχόμενο, να απαγορεύσουν την καταχώρηση των ομολόγων των χωρών της Ευρωζώνης στα λογιστικά βιβλία των τραπεζών, με τον τρόπο που συνέβαινε μέχρι σήμερα. Δηλαδή, τα ομόλογα του δημοσίου δεν θα εκλαμβάνονται πλέον σαν «χωρίς ρίσκο τοποθετήσεις», οι οποίες δεν απαιτούσαν τη διατήρηση ελαχίστων αποθεματικών – με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η αύξηση των κεφαλαίων των τραπεζών η οποία, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις της Βασιλείας ΙΙΙ, θα δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό κλάδο.

Σε κάθε περίπτωση έχουμε την άποψη ότι, είτε αποφασισθεί τελικά κάτι τέτοιο, είτε όχι, οι αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης θα το λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν – υποβαθμίζοντας ανάλογα τις ευρωπαϊκές τράπεζες (τα κράτη επίσης), με βάση τα συγκεκριμένα κριτήρια (ρίσκο ομολόγων).   

Φυσικά η αύξηση των κεφαλαίων των τραπεζών, η οποία βέβαια κοστίζει, δεν είναι υποχρεωτική – αφού θα μπορούσαν κάλλιστα να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις, μειώνοντας την έκθεση τους σε ομόλογα. Στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να πουλήσουν αυτά που ήδη διαθέτουν, αποφεύγοντας προφανώς να αγοράσουν καινούργια. Κάτι τέτοιο όμως θα «αναζωπύρωνε» και θα επιτάχυνε την κρίση χρέους των μελών της Ευρωζώνης, γεγονός που θα λειτουργούσε όχι μόνο αρνητικά για τη ζώνη του Ευρώ, αλλά και για τις ίδιες τις τράπεζες – αφού θα αύξανε περαιτέρω το «ρίσκο» των τοποθετήσεων τους και επομένως την ανάγκη υψηλότερων ελαχίστων αποθεματικών. Πρόκειται λοιπόν για μία επικίνδυνη παγίδα, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπισθεί υπό τις παρούσες συγκυρίες – με τις τράπεζες ή τα κράτη να κινδυνεύουν τόσο από τη Σκύλλα, όσο και από τη Χάρυβδη.

 

Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΣΚΟΥ

 

Συνεχίζοντας, η «υποτίμηση» του ρίσκου των ομολόγων δημοσίου των χωρών της Ευρωζώνης, συνιστά ένα «ιδρυτικό σφάλμα» της – προερχόμενο από το ότι, οι τότε υπουργοί οικονομικών συμφώνησαν, αποφάσισαν καλύτερα, πως τα δάνεια των χωρών-μελών ήταν εντελώς ακίνδυνα. Η τοποθέτηση τους αυτή ήταν φυσικά αμοιβαία επωφελής, αφού οι τράπεζες δεν ήταν υποχρεωμένες να διατηρούν ακριβά «εγγυητικά» κεφάλαια – ενώ τα κράτη μπορούσαν να χρηματοδοτούν τα συνεχώς αυξανόμενα ελλείμματα τους (χρέη), με χαμηλά επιτόκια.

Σήμερα, επανεξετάζοντας τη συγκεκριμένη απόφαση, φαίνεται ότι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της Ευρωζώνης – ενώ συνετέλεσε τα μέγιστα στην παρούσα κρίση. Εάν δηλαδή δεν υπήρχε η αντιμετώπιση αυτή, τότε οι τράπεζες δεν θα είχαν επενδύσει τόσο πολλά χρήματα σε κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης, αφού θα ήταν υποχρεωμένες να υπολογίσουν κάποιο ποσοστό ρίσκου – με έμμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό τουλάχιστον του προβλήματος της αλληλεξάρτησης ευρωπαϊκών τραπεζών και κρατών (συγκοινωνούντα δοχεία). Από την άλλη πλευρά, οι χώρες της Ευρωζώνης δεν θα είχαν τη δυνατότητα του φθηνού, εύκολου δανεισμού τους – οπότε δεν θα είχαν αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό τα χρέη τους.

Εκτός αυτού, η «οριζόντια» αντιμετώπιση όλων ανεξαιρέτως των χωρών της Ευρωζώνης, σαν «περιοχές» με μηδενικό ρίσκο, συνετέλεσε στη συσσώρευση ομολόγων «χαμηλής ποιότητας» εκ μέρους των τραπεζών – κάτι ανάλογο δηλαδή με τα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης των Η.Π.Α. (Subprimes), από τα οποία ξεκίνησε η υφιστάμενη χρηματοπιστωτική κρίση. Αρκεί να συνειδητοποιήσει λοιπόν κανείς ότι, μόνο και μόνο οι γερμανικές τράπεζες έχουν «επενδύσει» περισσότερα από 200 δις € σε ομόλογα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας (σύμφωνα με την τράπεζα διεθνών διακανονισμών), χωρίς τη διατήρηση ελαχίστων αποθεματικών κεφαλαίων, για να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος.        

Κατ’ επέκταση, μια ενδεχόμενη στάση πληρωμών ενός οποιουδήποτε κράτους-μέλους, συνυπολογίζοντας ίσως το θέμα των «πιστωτικών» ασφαλειών (CDS), θα προκαλούσε σίγουρα μία νέα, παγκόσμια τραπεζική κρίση – ενώ το ρίσκο στις ευρωπαϊκές τράπεζες (κυρίως στις γερμανικές και γαλλικές) είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, από όσο μπορούμε να φαντασθούμε.

 

ΤΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

 

Αναλυτικότερα, στα «εμπορικά βιβλία» κάποιων ευρωπαϊκών τραπεζών (ειδικά των γερμανικών), τα ομόλογα αξιολογούνται με τις εκάστοτε τιμές αγοράς – αντίθετα, στα «τραπεζικά βιβλία» τους, υπάρχει μεγαλύτερη «ελευθερία κινήσεων». Μετά από τη χρεοκοπία όμως της Lehman Brothers πολλές τράπεζες, ιδιαίτερα οι γερμανικές, «μετέφεραν» αρκετά ομόλογα, όπως επίσης άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, από τα εμπορικά βιβλία τους στα τραπεζικά. Με τη βοήθεια αυτής της «μεταφοράς» δυστυχώς, η οποία ουσιαστικά τις βοήθησε να «αποκρύψουν» τις αδυναμίες τους, κρίθηκαν οι Ισολογισμοί τους υγιείς, στο πρόσφατο τεστ αντοχής (crash test) – το οποίο «πέρασαν» ακόμη και οι χρεοκοπημένες τράπεζες της Ιρλανδίας.

Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι, οι τράπεζες θα υποχρεωθούν στη διατήρηση υψηλότερων «εγγυητικών κεφαλαίων» (ή χαμηλότερων «αποθεμάτων» σε ομόλογα), για τους «τίτλους» που διατηρούν στα χαρτοφυλάκια τους – παρά το ότι τα αποτελέσματα για την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, πόσο μάλλον για τις «επικίνδυνες» χώρες της, θα είναι εξαιρετικά επώδυνα. Εκτός αυτού, όσο έχουν τη δυνατότητα να καταχωρούν τα ομόλογα στα «τραπεζικά βιβλία» τους και όχι στα εμπορικά, η εκτίμηση της πραγματικής αξίας των μετοχών τους, εκ μέρους των επενδυτών, θα είναι μάλλον αδύνατη.

Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ διπλασίασε ήδη τα κατατεθειμένα κεφάλαια της, θέλοντας προφανώς να «θωρακισθεί» απέναντι στον κίνδυνο απώλειας δημοσίων ομολόγων κάποιων κρατών – ενώ επιδιώκει τη μεταβίβαση του προβλήματος στο μάλλον «διάτρητο» (όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια), «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSF). Από την άλλη πλευρά οι γερμανικές τράπεζες (κυρίως η Deutsche Bank), υποστηρίζουν «διακαώς» την εγγύηση ή την αγορά ομολόγων από το «μηχανισμό» (μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων) – έτσι ώστε να μην αναγκασθούν να εγγράψουν λογιστικές ή πραγματικές απώλειες (haircut) στα βιβλία τους. Αντίθετα, οι ελβετικές τράπεζες φαίνεται να έχουν επιλύσει ήδη το πρόβλημα – λαμβάνοντας, κατά το σύνηθες στη χώρα, ριζικές αποφάσεις και «καθαρίζοντας» τους Ισολογισμούς τους.

 

Υπενθυμίζουμε τα αποτελέσματα από το τελευταίο «τεστ αντοχής» των τραπεζών (Πίνακες Ι και ΙΙ) όπου, στο «μοντέλο» που χρησιμοποιήθηκε, λήφθηκε ως δεδομένη μία πτώση της αξίας των ομολόγων κάποιων κρατών, μέχρι και -30%. Όποιο πιστωτικό ίδρυμα δηλαδή είχε στο χαρτοφυλάκιο του ομόλογα της Ελλάδας, της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας, αξιολογούταν δυσμενέστερα, σε σχέση με τα υπόλοιπα:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Αποτελέσματα του «τεστ αντοχής» των Ελληνικών τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο αρνητικής κατάταξης την τελευταία στήλη) και με βάση τα παρακάτω σενάρια:

 

Βασικό σενάριο: Οι «ανοιξιάτικες» προβλέψεις ανάπτυξης της οικονομίας 

Σενάριο κρίσης: -3% ύφεση, υποτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης, καθώς επίσης διάφορες άλλες δυσμενείς εξελίξεις.

Σενάριο κραχ: Μεγάλη μείωση της αξίας των ομολόγων δημοσίου

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

ΑΤΕ

1,3

15,1

8,4%

10,7%

8,9%

4,4%

Πειραιώς

3,4

37,4

9,1%

10,9%

8,3%

6,0%

Εθνική

7,6

67,4

11,3%

11,7%

9,6%

7,4%

Eurobank

5,3

47,8

11,2%

11,7%

10,2%

8,2%

Alphabank

5,9

51,1

11,6%

12,3%

10,9%

8,2%

Ταχ.Ταμ.

1,3

7,5

17,1%

17,0%

15,0%

10,1%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Για μερική σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ («μερική» επειδή διαφοροποιούνται οι εκάστοτε τοπικές προϋποθέσεις), ο Πίνακας ΙΙ:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Αποτελέσματα του «τεστ αντοχής» των μεγαλύτερων ανά χώρα τραπεζών (σε δις €, με κριτήριο τα ίδια κεφάλαια)

 

Τράπεζα

Κεφάλαιο*

Ρίσκο Ενεργητ.

Κεφαλ. Επάρκεια

Βασικό σενάριο

Σενάριο κρίσης

Σενάριο κραχ

 

 

 

 

 

 

 

BCP Portugal

6,1

65,6

9,3%

9,4%

8,4%

8,4%

Santander Sp.

56,0

562,6

10,0 %

11,0%

10,2%

10,0%

Unicredit It.

39,0

452,4

8,6%

10,0%

8,1%

7,8%

Bank Ireland

9,6

104,6

9,2%

9,0%

7,6%

7,1%

BNP Paribas

62,9

620,7

10,1%

11,4%

9,7%

9,6%

HSBC

122,2

1133,2

10,8%

11,7%

10,4%

10,2%

Deutsche Bank

34,4

237,5

12,6%

13,2%

10,3%

9,7%

* Τα κεφάλαια στο τέλος του 2009, τα σενάρια για το 2011 

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Ολοκληρώνοντας, αυτό που από οικονομικής πλευράς φαίνεται απόλυτα αναγκαίο,  συχνά δεν συμβαδίζει με την Πολιτική. Η εκ νέου αξιολόγηση των ομολόγων του δημοσίου, σύμφωνα με τις σημερινές τιμές αγοράς, αφενός μεν θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα στους τραπεζικούς Ισολογισμούς, αφετέρου δε θα «εκτόξευε» στα ύψη το κόστος δανεισμού των κρατών της ΕΕ, λόγω του αυξημένου ρίσκου «απώλειας». Εν τούτοις, σύμφωνα με τις εταιρείες αξιολόγησης, τα ομόλογα του δημοσίου με χαμηλότερο «βαθμό» από το «ΑΑ-», οφείλουν να καταχωρούνται με περισσότερο από -20% ρίσκο στα βιβλία των τραπεζών – ενώ ήδη οι χρηματοπιστωτικές αγορές τα αξιολογούν έως και -50% (δηλαδή, υπολογίζουν ενδεχόμενη διαγραφή τους – haircut – ύψους 50% της αξίας τους).  

Αν και πολλοί οικονομολόγοι τώρα προτείνουν να καταχωρούνται με μηδενικό ρίσκο οι τίτλοι του δημοσίου για χώρες με χαμηλότερο χρέος από τα 60% του ΑΕΠ τους, η επιτροπή της Βασιλείας φαίνεται να επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο – την υποχρέωση δηλαδή των τραπεζών να διατηρούν ελάχιστα κεφάλαια για όλα τα στοιχεία του ενεργητικού τους (επίσης για τα ομόλογα του δημοσίου). Εν τούτοις, το ποσοστό είναι μόλις 3% (πολλαπλασιαστής Ιδίων Κεφαλαίων – leverage – στο 33, από το 50 σήμερα), ενώ πρόκειται να εφαρμοσθεί από το 2018 – κάτι που σίγουρα δεν πρόκειται να επιλύσει το πρόβλημα.   

 

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ

 

Ο μηχανισμός στήριξης ύψους 750 δις €, ο οποίος ψηφίσθηκε στις 10 Μαΐου του 2010 από τους 27 υπουργούς οικονομικών της ΕΕ, όταν η Ελλάδα «αναγκάσθηκε» να καταφύγει σε αυτόν, αποτελείται από τα εξής τρία «μέρη»:

(α)  Το σημαντικότερο στοιχείο του είναι η «βοήθεια» εκ μέρους όλων των χωρών της Ευρωζώνης, οι οποίες ίδρυσαν τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF), με έδρα το Λουξεμβούργο. Η συγκεκριμένη εταιρεία ειδικού σκοπού έχει τη δυνατότητα, με τη βοήθεια της έκδοσης ομολόγων, να χρηματοδοτείται από τις «αγορές», με στόχο την ενίσχυση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Για την έκδοση αυτών των ομολόγων, εγγυώνται τα κράτη της Ευρωζώνης (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιρλανδία, μέχρι στιγμής), για το συνολικό ποσόν των 440 δις €.

(β)  Έως και 60 δις € τώρα προσφέρονται από τον «Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας» (EFSM), μέσω του οποίου η Κομισιόν (η ΕΕ των 27 δηλαδή), μπορεί να συνάψει δάνεια από τις αγορές – για να τα διοχετεύσει στις αδύναμες χώρες.    

(γ)  Το ΔΝΤ είναι το τρίτο μέρος του ευρύτερου μηχανισμού στήριξης, αφού ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει με το 50% των χρημάτων που θα διατίθενται κάθε φορά από το μηχανισμό – επομένως, συνολικά μέχρι 250 δις €.

Εν τούτοις, τα χρήματα που μπορούν να διατεθούν, είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα από 750 δις € – γεγονός στο οποίο οφείλονται οι απόψεις, σχετικά με το ότι δεν θα φτάσουν, εάν υποχρεωθεί και η Ισπανία να καταφύγει στο μηχανισμό στήριξης. Ο λόγος είναι πως για τα 440 δις € εγγυώνται όλες οι χώρες – όχι μόνο δηλαδή αυτές που διαθέτουν αξιολόγηση ΑΑΑ. Οι εταιρείες αξιολόγησης λοιπόν, για να βαθμολογήσουν με ΑΑΑ το μηχανισμό (γεγονός που θα σήμαινε ότι θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές με χαμηλό επιτόκιο), απαιτούν περισσότερα χρήματα σαν εγγύηση. Στην αντίθετη περίπτωση, αξιολογούν με ΑΑΑ μόνο τα ποσά εκείνα, με τα οποία εγγυώνται οι χώρες με ΑΑΑ αξιολόγηση – δηλαδή, «επιτρέπουν» να χρηματοδοτηθεί (να εκδώσει ομόλογα, με χαμηλά επιτόκια), μόλις με 250 δις € και όχι με 440 δις €.

Επομένως, οι δύο «μηχανισμοί» (EFSF και EFSM), μπορούν να δανεισθούν μόνο 250 δις € και 60 δις € αντίστοιχα (συνολικά 310 δις €) από τις «αγορές». Με το ΔΝΤ λοιπόν να καλύπτει το 50% (155 δις €), το ποσόν που τελικά μπορεί να διατεθεί με χαμηλά επιτόκια, δεν ξεπερνάει τα 465 δις €.

Μέχρι στιγμής, κάτω από το συγκεκριμένο μηχανισμό έχει υπαχθεί μόνο η Ιρλανδία – εγκρίθηκαν 85 δις €, εκ των οποίων όμως οι Ιρλανδοί ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλλουν οι ίδιοι τα 17,5 δις €. Το ΔΝΤ ανέλαβε τα 22,5 δις € και η Ευρώπη τα 45 δις € – εκ των οποίων το 50% θα χρηματοδοτηθεί από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας (Κομισιόν – EFSM), δια μέσω του δανεισμού του από τις αγορές (εξέδωσε ήδη ομόλογα αξίας 5 δις €). Από το υπόλοιπο 50% (22,5 δις €), ανέλαβε τα 17,7 δις € ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διευκόλυνσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSF), ενώ τα 4,8 δις € η Μ. Βρετανία, μαζί με τη Δανία και τη Σουηδία (διακρατικά δάνεια).

Αφαιρούμενης λοιπόν της δικής της συμμετοχής, καθώς επίσης των διακρατικών δανείων, η Ιρλανδία θα λάβει 62,7 δις € από το μηχανισμό – οπότε απομένουν 402,3 δις € στη διάθεση του (αν σκεφθεί κανείς βέβαια ότι, τα χρέη των ιρλανδικών τραπεζών είναι πολλαπλάσια του ΑΕΠ της χώρας, τα 62,7 δις € που θα λάβει η Ιρλανδία είναι μάλλον «σταγόνα στον ωκεανό»). Επομένως, υπάρχουν αρκετά χρήματα για μία ενδεχόμενη «διάσωση» της Πορτογαλίας, ενώ φαίνεται ότι ο μηχανισμός θα φτάσει στα όρια του, εάν χρειασθεί να υπαχθεί η Ισπανία – η 4η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης (πόσο μάλλον εάν η Ιρλανδία «απαιτήσει» πολύ περισσότερα χρήματα, από αυτά που ήδη έχουν εγκριθεί).          

Σύμφωνα τώρα με την πρόσφατη τοποθέτηση του κ. Ορφανίδη, μέλους της ΕΚΤ, ο μηχανισμός θα μπορούσε να αγοράζει ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης, έτσι ώστε να μειώνονται οι πιέσεις που εξασκούνται από τις «αγορές» στις αδύναμες χώρες – με αποτέλεσμα την αύξηση τόσο των επιτοκίων δανεισμού τους, όσο και την «επιβάρυνση» της ΕΚΤ, η οποία αγοράζει σήμερα αυτά τα ομόλογα. Όμως, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αδύνατο, εάν συνυπολογίσει κανείς τις ενδεχόμενες μελλοντικές ανάγκες του μηχανισμού – όπως τις αναφέραμε προηγουμένως. Ίσως λοιπόν για το λόγο αυτό γίνεται προσπάθεια αύξησης του ποσού στα 660 δις €, από τα 465 δις € που είναι σήμερα – μέσω της παροχής επί πλέον εγγυήσεων, εκ μέρους των κρατών με αξιολόγηση ΑΑΑ.

 

Όπως φαίνεται όμως, δεν συμφωνεί η Γερμανία, αφού θα πρέπει να αυξήσει το δικό της μέρος στα 187,5 δις € (από 123 δις € σήμερα) – γεγονός που απαιτεί νέα έγκριση εκ μέρους του Κοινοβουλίου της. Φυσικά πιθανολογούμε ότι θα το έκανε, υπό την προϋπόθεση της ανάληψης της θέσης του κ.Trichet από το Γερμανό κ.Weber, μετά το τέλος της θητείας του πρώτου. Κάτι τέτοιο αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους βασικότερους στόχους της Γερμανίας, τον οποίο θα έπρεπε μάλλον να αποφύγουν οι χώρες της Ευρωζώνης, εάν δεν θα ήθελαν να σηματοδοτήσουν το ξεκίνημα μίας Pax Germanica.  

Θα ήταν προτιμότερο λοιπόν να αυξήσουν τα 440 δις € στα 750 δις €, εάν βέβαια χρειασθεί, δανειζόμενες με επιτόκια υψηλότερα (αφού δεν θα είχε ο μηχανισμός την αξιολόγηση ΑΑΑ στο σύνολο του), παρά να υποκύψουν στις έντεχνες πιέσεις της γερμανικής ηγεσίας – επιδεινώνοντας τις προοπτικές της Ευρώπης.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι, δεν χρειαζόμαστε καθόλου μία γερμανική Ευρώπη (θα ήταν εις βάρος των ίδιων των Γερμανών Πολιτών), αλλά μία ευρωπαϊκή Γερμανία – εάν φυσικά είναι κάτι τέτοιο εφικτό και δεν διαλυθεί τελικά η Ευρωζώνη (κάτι που φυσικά απευχόμαστε, ελπίζοντας να μην συμβεί).

 

Σημείωση 20.01.10: Τα ελληνικά ομόλογα στο εξωτερικό υπολογίζονται στα 263 δις €, σύμφωνα με τους Financial Times. Επίσης κατά το ίδιο έγκυρο έντυπο, σχεδιάζεται η «επαναγορά» τους από την Ελλάδα – με χρήματα που θα της δοθούν από το μηχανισμό χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (ESFS), πιθανότατα με το επιτόκιο που θα χρεώνεται ο μηχανισμός (3,5%).

Η επαναγορά τους προγραμματίζεται σε τιμές της τάξης του 70-80% της αξίας τους (haircut). Η αποπληρωμή τους (αναδιάρθρωση) σχεδιάζεται μακροπρόθεσμη, με πρωτοβουλία της Γερμανίας. Ενδεχομένως λοιπόν θα έχουμε, αφενός μεν διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους μας από τις «αγορές» (όχι από τους Πολίτες των άλλων χωρών), αφετέρου επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων – όπως ακριβώς «προτείναμε» στο άρθρο μας «Οι προοπτικές της Ευρώπης», εφ’ όσον βέβαια «ευοδωθούν» αυτά που αναφέρουν οι γερμανικοί FT.    

Η Ελλάδα, δεν πήρε τα 110 δις € από το μηχανισμό των 750 δις €, αλλά απευθείας από 14 χώρες της Ευρωζώνης – οπότε, από τα χρήματα του μηχανισμού, έχουν αφαιρεθεί μόνο αυτά που δόθηκαν στην Ιρλανδία, όπως ακριβώς αναφέρεται στο κείμενο. Πιθανότατα, ο ίδιος σχεδιασμός (διαγραφή, αναδιάρθρωση) θα ακολουθηθεί και για την Ιρλανδία.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 19. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2266.aspx

Επισημάνσεις για τη συνεισφορά του Τρότσκι

Μερικές επισημάνσεις για τη συνεισφορά του Τρότσκι

στην σκέψη και την δράση του επαναστατικού εργατικού κινήματος*

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Ο Τρότσκι, η σκέψη και η δράση του, ανήκουν οργανικά στην λενινιστική κληρονομιά του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές, αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες που μπορεί να επισημάνει κανείς ανάμεσα στον Τρότσκι και στον Λένιν.

* Εισήγηση στην παρουσίαση του 4ου τόμου της βιογραφίας του Τρότσκι από τον Τόνι Κλιφ, εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, ΕΣΥΕΑ, 10/12/2010.

Και οι δυο τους, ο καθένας τους μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που έδρασε και αναδείχθηκε, συνθέτουν την διαλεκτική ενότητα της κληρονομιάς του μεγάλου Οχτώβρη και του κινήματος που άντλησε την καταγωγή του από αυτόν. Πρόκειται για μια κληρονομιά η οποία στις μέρες μας είναι επίκαιρη παρά ποτέ. Αρκεί να ξέρουμε πώς να την μελετήσουμε και πώς να διδαχθούμε από αυτή.

Το δυστύχημα με τον Τρότσκι, όπως και με τον Λένιν, ήταν ότι είχε πολύ περισσότερους οπαδούς από άξιους συνεχιστές και επιγόνους. Κι ο οπαδός, όπως πάντα, αυτό που θέλει και χρειάζεται είναι να προσκυνά ένα άγιο εικόνισμα, ένα ιδεατό σύμβολο. Έτσι συνέβη και με τον Τρότσκι. Πολλοί από τους οπαδούς του ούτε καν αντιλήφθηκαν ότι ο ίδιος ο Τρότσκι, ακόμη και την εποχή που ίδρυσε την λεγόμενη 4η Διεθνή, δεν θεμελίωσε ένα ξεχωριστό ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα, αλλά διεκδίκησε τη συνέχεια – άσχετα με το αν και κατά πόσο το κατάφερε – της λενινιστικής, μπολσεβίκικης γραμμής του κομμουνιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια ο Τρότσκι δεν υπήρξε ποτέ τροτσκιστής, αλλά λενινιστής, μπολσεβίκος, κομμουνιστής. Και μ’ αυτή την έννοια η εμμονή ορισμένων ακόμη και σήμερα που οι παλιές ιστορικές διαμάχες στο πάλαι ποτέ κομμουνιστικό κίνημα έχουν ξεθωριάσει, να επιμένουν στον αυτοπροσδιορισμό τους ως τροτσκιστές λέει πολλά για την μεταφυσική, σχεδόν θεολογική προσέγγιση του ίδιου του Τρότσκι.

Αν και κατά τη γνώμη μου θα έλεγα ότι σε πολλές περιπτώσεις, πρόκειται για μια καθυστερημένη προσπάθεια να δικαιωθεί εκ των υστέρων μια πολιτική γραμμή, η οποία παρέμεινε στο περιθώριο του κινήματος όλη την περίοδο που αυτό βρισκόταν στα «πάνω του». Τώρα που το κομμουνιστικό κίνημα ηττήθηκε και διαλύθηκε, ή βιώνει με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο την χρεοκοπία του, κάποιοι νιώθουν την ανάγκη να δικαιώσουν εκ των υστέρων ένα σύστημα ιδεολογίας και πρακτικής, που ελάχιστα κοινά είχε με τις απόψεις και τις θέσεις του ίδιου του Τρότσκι, αλλά και συνεισέφερε ελάχιστα, αν συνεισέφερε καθόλου, στο οργανωμένο κίνημα της εργατικής τάξης και στην επαναστατική πάλη των μαζών, την οποία δεν μπόρεσε ποτέ να εκφράσει, ούτε καν να κατανοήσει. Ιδίως στις πιο κρίσιμες στιγμές της, στις κορυφώσεις της. Δεν ξέρω βέβαια πόσο τιμά όσους επιχειρούν κάτι τέτοιο σήμερα, χωρίς να κάνουν τον κόπο να μας εξηγήσουν το γιατί δεν μπόρεσαν να εκφράσουν το κίνημα ούτε όταν βρισκόταν σε άνοδο, αλλά ούτε κι όταν βρέθηκε ηττημένο και αυτοί «δικαιωμένοι». Εκτός βέβαια κι αν για όλα φταίει πάντα ο κακός εχθρός και η άτιμη κοινωνία.

Έτσι αντί να κατανοηθεί στην ουσία της η «θεωρία της διαρκούς επανάστασης», που αν αξίζει κάτι αυτό έχει να κάνει με το πώς μια δημοκρατική επανάσταση συνδέεται οργανικά στην πορεία της με την σοσιαλιστική, ή διαφορετικά με το πώς η πάλη για τις δημοκρατικές διεκδικήσεις σήμερα ανοίγει τον δρόμο για την επαναστατική αλλαγή και τον σοσιαλισμό αύριο, ερμηνεύθηκε όχι σπάνια σαν μια θεωρία προσπεράσματος της πάλης για την κατάκτηση της δημοκρατίας, σαν μια συνταγή για το απευθείας πέρασμα στο σοσιαλισμό. Το ίδιο συνέβη επίσης και με την θεωρία για την «άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη» του παγκόσμιου καπιταλισμού, που στην καλύτερη περίπτωση η ταυτολογία του προφανούς υποκατέστησε την συγκεκριμένη ανάλυση των σχέσεων εκμετάλλευσης, εξάρτησης και υποδούλωσης που υπάρχουν ανάμεσα στις χώρες του ιμπεριαλισμού και στην πληθώρα των χωρών υπό καθεστώς υποτέλειας.

 

Ο ορθόδοξος μαρξισμός του Τρότσκι

 

Ο Τρότσκι σε όλο του το έργο ήταν και παρέμεινε ορθόδοξος μαρξιστής και μάλιστα πολύ περισσότερο από τον ίδιο τον Λένιν. Νομίζω ότι είχε απόλυτο δίκιο ο Α. Λουνατσάρσκι όταν έγραφε για τον Τρότσκι τα εξής: «Κατά τη γνώμη μου ο Τρότσκι είναι ασύγκριτα πιο ορθόδοξος από τον Λένιν, αν και πολλοί ίσως να βρουν κάτι τέτοιο πολύ παράξενο. Η πολιτική καριέρα του Τρότσκι υπήρξε κάπως βασανιστική: δεν ήταν ούτε Μενσεβίκος, ούτε και Μπολσεβίκος, αναζήτησε τη μέση οδό πριν το δικό του ρυάκι συγχωνευθεί με τον ποταμό των Μπολσεβίκων. Κι όμως ο Τρότσκι στη πραγματικότητα είχε πάντα σαν γνώμονα του, τους ακριβής κανόνες του επαναστατικού Μαρξισμού. Ο Λένιν είναι ταυτόχρονα δεσποτικός και δημιουργικός στο βασίλειο της πολιτικής σκέψης και έχει πολύ συχνά διαμορφώσει παντελώς καινούργιες γραμμές πολιτικής, που κατοπινά αποδείχτηκαν εξαιρετικά ικανές να οδηγούν σε αποτελέσματα. Ο Τρότσκι δεν χαρακτηρίζεται από μια τέτοια τόλμη της σκέψης: παίρνει τον επαναστατικό Μαρξισμό και βγάζει από αυτόν τα συμπεράσματα που είναι εφαρμόσιμα σε μια δοσμένη κατάσταση. Είναι όσο τολμηρός χρειάζεται να είναι όταν αντιπαρατίθεται με τον φιλελευθερισμό και τον μεσοβέζικο σοσιαλισμό, αλλά δεν είναι καινοτόμος.»[1]

Ο Λουνατσάρσκι μιλά για την ορθοδοξία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, της οποίας οι κύριοι θεωρητικοί εκπρόσωποι, όσο ιδιοφυείς κι αν ήταν, είχαν μετατρέψει τον μαρξισμό σ’ ένα σύστημα έτοιμων συμπερασμάτων, σιδερένιων νομοτελειών, απ’ όπου το κίνημα αντλούσε κάθε φορά αυτό που χρειαζόταν. Ο Τρότσκι ήξερε πώς να πάρει αυτό που χρειαζόταν από την ιστορική παράδοση του μαρξισμού, ώστε να ερμηνεύσει τις μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία και την πολιτική που το εκπληκτικό επαναστατικό του ένστικτο αντιλαμβανόταν με αλάνθαστο τρόπο, αλλά ως εκεί. Απέδειξε στην πράξη ότι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς που γέννησε από τα σπλάχνα του το επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης, αλλά δεν υπήρξε αντίστοιχα και μεγάλος θεωρητικός του. Φυσικά με μέτρο τον ίδιο τον Λένιν και τις άλλες πολύ μεγάλες φυσιογνωμίες που γνώρισε το κίνημα. Κι όχι βέβαια σε σύγκριση με όλους τους κατοπινούς άξεστους και ανεκδιήγητους γραφειοκράτες της κομματικής μετριότητας που κληρονόμησαν ελέω μηχανισμού το «αλάθητο» των μεγάλων δασκάλων.

Η αλήθεια αυτή φαίνεται και στο γεγονός ότι ο Τρότσκι ήταν από τους πρώτους που διαχωρίστηκε στον τρόπο που κατανοούσε εκείνη την εποχή η ιστορική σοσιαλδημοκρατία τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Ωστόσο, η κυριαρχία της επίσημης προσέγγισης των θεωρητικών ταγών της μαρξιστικής ορθοδοξίας ήταν τέτοια, που δεν άφησε τον Τρότσκι να βαθύνει στις διαφορές ανάμεσα στην «εθνική» οπτική της σοσιαλδημοκρατίας και την «διεθνική» οπτική του νέου επαναστατικού ρεύματος που γεννιόταν στα σπλάχνα της. Στην πραγματικότητα, η βασική συνεισφορά του Τρότσκι έμεινε ακριβώς σ’ αυτό, δηλαδή στο ότι ανακάλυψε ξανά τον καπιταλισμό ως παγκόσμιο σύστημα και απέρριψε την εθνοκεντρική λογική της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας. Επομένως, γι’ αυτόν ο ιμπεριαλισμός δεν ήταν απλά η επεκτατική πολιτική των ισχυρών κρατών, αλλά η κορύφωση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Κι έτσι, το να απαλλαγεί η εργατική τάξη από τον ιμπεριαλισμό σήμαινε ότι πρέπει να απαλλαγεί όχι μόνο από μια μορφή «εθνικού καπιταλισμού», αλλά από τον παγκόσμιο καπιταλισμό στο σύνολό του. Με άλλα λόγια, η μόνη απάντηση στον ιμπεριαλισμό, η μόνη διέξοδος από αυτόν, δεν ήταν άλλη από την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση.

Με αυτή την έννοια η άποψη του Λ. Τρότσκι, παρά το γεγονός ότι είχε αποβάλει την εθνοκεντρική οπτική της ηγετικής σοσιαλδημοκρατίας, διέφερε ουσιαστικά μόνο ως προς τα πολιτικά της συμπεράσματα από την κυρίαρχη σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση του ιμπεριαλισμού. Δεν μπόρεσε να βαθύνει στην ουσία της νέας περιόδου, στην ταυτότητα του ιμπεριαλισμού και του καπιταλιστικού μονοπωλίου, όπως επεχείρησε ο Μπουχάριν και φυσικά ολοκλήρωσε σε μεγάλο βαθμό ο Λένιν.

Ο Τρότσκι αντιλαμβανόταν τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο όχι ως οργανική εκδήλωση μιας νέας ποιοτικά ανώτερης φάσης μετεξέλιξης του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά κυρίως ως κορύφωση μιας διαδικασίας καταστροφικής «υπέρβασης» του εθνικού κράτους, που είχε καταστεί πλέον αναγκαία από την ίδια την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο Τρότσκι όριζε την εποχή του παγκόσμιου πολέμου ως εξής: «Οι παραγωγικές δυνάμεις που ο καπιταλισμός δημιούργησε, έχουν υπερβεί τα όρια του έθνους και του κράτους. Το εθνικό κράτος, η παρούσα πολιτική μορφή, είναι πολύ στενή για την εκμετάλλευση αυτών των παραγωγικών δυνάμεων. Επομένως, η φυσική τάση του οικονομικού μας συστήματος είναι η επιδίωξη να ξεπεραστούν τα κρατικά σύνορα. Ολόκληρος ο πλανήτης, η γη και η θάλασσα, η επιφάνεια, όπως και το υπέδαφος, έχουν μεταβληθεί σ’ ένα οικονομικό εργαστήριο, όπου τα ξεχωριστά μέρη συνδέονται αδιάρρηκτα μεταξύ τους. Αυτό το έργο κατορθώθηκε από τον καπιταλισμό. Όμως, στην προσπάθειά τους να επιτευχθεί αυτό, τα καπιταλιστικά κράτη κατέληξαν σε μια πάλη για την υποταγή του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος στα κερδοσκοπικά συμφέροντα της αστικής τάξης κάθε ξεχωριστής χώρας. Αυτό που η πολιτική του ιμπεριαλισμού έχει αποδείξει περισσότερο από κάθε τι άλλο, είναι ότι το παλιό εθνικό κράτος που δημιουργήθηκε στις επαναστάσεις και τους πολέμους του 1789-1815, 1848-1859, 1864-1866 και 1870 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο και τώρα αποτελεί ένα αφόρητο εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη.» [2]

Η άποψη αυτή που έβλεπε στη νέα εποχή του ιμπεριαλισμού και του παγκόσμιου πολέμου τη μετατόπιση του «ειδικού βάρους» της ιστορικής εξέλιξης από την «εθνική οικονομία», το εθνικό κράτος, στην παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου, αντικατόπτριζε περισσότερο τις βαθύτερες πολιτικές ανάγκες μετεξέλιξης των φορέων της, την ίδια στιγμή που η θεωρητική εμβάθυνση στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα παρέμενε αιχμάλωτη των ανελαστικών παραδοσιακών σχημάτων της μαρξιστικής ορθοδοξίας. Έτσι πολλοί ήταν εκείνοι, ακόμη και από τους πιο προικισμένους, που στην προσπάθειά τους να διαφοροποιηθούν πολιτικά από την παλιά «εθνικο-κρατική» οπτική της ηγετικής σοσιαλδημοκρατίας – η οποία όλο και περισσότερο ανέδυε τη δυσοσμία της καθολικής παραίτησης από τα ταξικά καθήκοντα και της ανοιχτής προσχώρησης στην ιμπεριαλιστική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων – έβρισκαν πιο απλή την αντιστροφή των παραδοσιακών σχημάτων της καθιερωμένης μαρξιστικής ορθοδοξίας της εποχής τους.

Από τις κυρίαρχες ιδέες που είχαν αλυσοδέσει τη συνείδηση του κινήματος την εποχή της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, δεν είχαν απαλλαγεί οι θεωρητικές αναλύσεις ακόμη και κορυφαίων προσωπικοτήτων των διεθνιστών επαναστατών, όπως ήταν ο Λ. Τρότσκι. Απλά προσπαθούσε να κατανοήσει τη νέα ιστορική κατάσταση, τα νέα καθήκοντα, που το ιδιαίτερα οξύ ταξικό και πολιτικό του αισθητήριο αντιλαμβανόταν, αντλώντας θεωρητικό υλικό και επιχειρήματα από την κατεστημένη ιδεολογική συγκρότηση του κινήματος. Εδώ βρίσκεται και η θεμελιώδης διαφορά της οπτικής του Τρότσκι με εκείνη του Λένιν και της δικής του ανάλυσης του ιμπεριαλισμού, η οποία πήγαινε πολύ πιο πέρα και πολύ πιο βαθιά από την απλή διαπίστωση της «άνισης και συνδυασμένης ανάπτυξης» που όπως κι αν την αντιλαμβάνεται κανείς χαρακτήριζε τον παγκόσμιο καπιταλισμό εξαρχής, από τη γέννησή του. Κι επομένως δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξηγήσει την νέα εποχή.

 

Η μεγάλη στροφή στην θεωρία

 

Ωστόσο δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι ο Τρότσκι ήταν από τους πρώτους που έσπασαν τα κυρίαρχα θέσφατα της κατεστημένης μαρξιστικής ορθοδοξίας σχετικά με τον τρόπο που αυτή κατανοούσε τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Μέχρι τότε η κυρίαρχη λογική της σοσιαλδημοκρατίας έβλεπε την παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου σαν ένα άθροισμα εθνικών οικονομιών σε διαδικασία «αλληλεξάρτησης», κυρίως εμπορικής, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων κάθε χώρας. Στην πράξη έβλεπαν οικονομίες ίδιου τύπου, όπου το επίπεδό τους διαφοροποιόταν ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες γέννησης του καπιταλισμού σε κάθε συγκεκριμένη χώρα και «εισόδου» της στην παγκόσμια οικονομία. Από εκεί και πέρα ο ιστορικός δρόμος και τρόπος ανάπτυξης του καπιταλισμού που ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει κάθε χώρα ήταν πανομοιότυπος με όλους τους άλλους και κυρίως με εκείνον που ακολούθησαν οι πιο ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού.

Γι’ αυτό και ο μόνος διαχωρισμός που αναγνώριζε επίσημα η σοσιαλδημοκρατία της εποχής εκείνης ανάμεσα στις χώρες του παγκόσμιου καπιταλισμού ήταν ανάλογα με το επίπεδο και τον τύπο των παραγωγικών δυνάμεων που κυριαρχούσαν σ’ αυτές. Έτσι κάποιες από αυτές ήταν πρωτίστως βιομηχανικές και άλλες πρωτίστως αγροτικές. Όμως κι αυτός ο διαχωρισμός ήταν προσωρινός, μιας και το τράβηγμα μιας χώρας στην παγκόσμια οικονομία την έσπρωχνε αναγκαστικά σε μια καπιταλιστική ανάπτυξη «κατ’ εικόνα και ομοίωση» των ήδη ανεπτυγμένων χωρών. Η θεωρία αυτή την συναντάμε ακόμη και σήμερα μέσα από τη λογική του «εθνικού κοινωνικού σχηματισμού», να διεκδικεί τα εχέγγυα του πιο συνεπούς και μάλιστα επαναστατικού μαρξισμού ισχυριζόμενη ότι η παγκόσμια οικονομία του καπιταλισμού δεν είναι παρά ένα άθροισμα εθνικών μερών του ίδιου τύπου υπό καθεστώς αλληλεξάρτησης. [3]

Η άποψη αυτή, πέρα από το γεγονός ότι δεν ήταν η άποψη του Μαρξ, μιας και κατάγεται ουσιαστικά από την αντίληψη του μερκαντιλισμού για την εθνική οικονομία, ήταν αδύνατο να κατανοήσει την αποικιοκρατία παρά μόνο ως ένα λογικό και προοδευτικό φαινόμενο επέκτασης των ανώτερων παραγωγικών δυνάμεων που διέθεταν οι ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού. Έτσι, οι ηγεσίες της σοσιαλδημοκρατίας δεν έβλεπαν τίποτε κακό στην αποικιοκρατική εξόρμηση των μεγάλων δυνάμεων του καπιταλισμού, πέρα από το αναγκαστικό, βίαιο τράβηγμα των καθυστερημένων πληθυσμών και περιοχών του πλανήτη στην τροχιά της παγκόσμιας οικονομίας. Γι’ αυτούς ήταν ένα αναγκαίο ξύπνημα στον σύγχρονο πολιτισμό των βαρβάρων αυτού του πλανήτη και ως εκ τούτου η μόνη διαφωνία τους με την αποικιοκρατική πολιτική των κυρίαρχων δυνάμεων επικεντρωνόταν στις απάνθρωπες μεθόδους που αυτές χρησιμοποιούσαν. Ολόκληρη αυτή η λογική αποτυπώθηκε στις συζητήσεις και τις αποφάσεις του Παγκόσμιου Συνεδρίου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στην Στουτγκάρδη το 1907, όπου για πρώτη φορά η διεθνής σοσιαλδημοκρατία διασπάστηκε γύρω από το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Η μάχη τα κατοπινά χρόνια γύρω από τον τρόπο κατανόησης του ιμπεριαλισμού και της παγκόσμιας οικονομίας, έκρινε όχι μόνο την τύχη της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και την έκβαση των επαναστατικών αναμετρήσεων του κινήματος διεθνώς.

Ο Τρότσκι είχε εντελώς διαφορετική γνώμη: «Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι η παγκόσμια οικονομία είναι ένα σύνολο από εθνικά μέρη ίδιου τύπου. Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι απλά συμπληρωματικά στα γενικά χαρακτηριστικά, όπως οι κρεατοελιές πάνω σ’ ένα πρόσωπο. Στην πραγματικότητα, οι εθνικές ιδιαιτερότητες αντιπροσωπεύουν έναν πρωτότυπο συνδυασμό των βασικών γνωρισμάτων της παγκόσμιας διαδικασίας.»[4] Με αυτόν τον τρόπο ο Τρότσκι επανατοποθέτησε το ζήτημα της παγκόσμιας οικονομίας του καπιταλισμού στην ορθή του βάση, δηλαδή στη βάση που το είχε τοποθετήσει και ο Μαρξ. Όμως δεν κατόρθωσε να κατανοήσει ότι οι ανισότητες και οι ιστορικές καθυστερήσεις ανάμεσα στις διαφορετικές χώρες, όχι μόνο δεν έπαψαν να αναπαράγονται μέσα στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά άρχισαν να διευρύνονται στο έδαφος του καπιταλιστικού μονοπωλίου και της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης των εξαρτημένων χωρών. Ο ιμπεριαλισμός και το μονοπώλιο μετασχηματίζουν όλες τις χώρες κατά το πρότυπό τους, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουν τις αποστάσεις ανάμεσά τους, οδηγούν αναγκαστικά σε μια όλο και πιο οξεία πόλωση. Μόνο έτσι μπορεί το καπιταλιστικό μονοπώλιο να αντλήσει υπερκέρδη από την παγκόσμια οικονομία.

 

Η άποψη του Μαρξ για τον παγκόσμιο καπιταλισμό

 

Για τον Μαρξ, η παγκόσμια αγορά, η παγκόσμια οικονομία του καπιταλισμού, δεν είναι ένα απλό άθροισμα, μια συνηθισμένη εμπορική αλληλεξάρτηση των «εθνικών οικονομιών», ή κάποιων «εθνικών καπιταλισμών». Οικονομικό υποκείμενο της παγκόσμιας αγοράς δεν ήταν τα έθνη, τα «έθνη-κράτη», ή οι «εθνικές οικονομίες», αλλά αυτό καθαυτό το κεφάλαιο. Αντίθετα, τα έθνη, οι εθνικές οικονομίες και οι εθνικές ιδιαιτερότητες των διαφόρων κρατών, αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ανελέητης εκμετάλλευσης, πολύτιμο εξάρτημα του παγκόσμιου κυνηγητού για «πρόσθετο κέρδος», που χαρακτηρίζει τον επεκτατισμό του κεφαλαίου από την εποχή της εμφάνισής του έως σήμερα.

Η διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου δεν μπορεί να περιοριστεί από κανένα φυσικό, κοινωνικό, οικονομικό και εθνικό όριο. Για το κεφάλαιο όλα τα όρια, μαζί και τα σύνορα των εθνικών κρατών, των «εθνικών οικονομιών», είναι μόνο εξωτερικά, προσωρινά, ιστορικώς παροδικά, τυχαία εμπόδια, που πρέπει να ξεπεραστούν. Γι’ αυτό και το κεφάλαιο και κατά συνέπεια ολόκληρος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, είναι αδιανόητος, είναι αδύνατον να υπάρξει δίχως την παγκόσμια αγορά. «Η τάση δημιουργίας – τόνιζε ο Μαρξ – της παγκόσμιας αγοράς ενυπάρχει απευθείας στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου. Κάθε όριο εμφανίζεται ως εμπόδιο, το οποίο οφείλει να ξεπεραστεί.»[5] Ο Μαρξ μιλά για μια παγκόσμια αγορά που δεν αποτελεί μια απλή «προέκταση», ούτε μια απλή αλληλεξάρτηση εθνικών οικονομιών, αλλά για απόσπαση του εθνικού εδάφους κάτω από τα πόδια του κεφαλαίου, της παραγωγής και του εμπορίου. ΜΕ αυτήν την έννοια η παγκόσμια αγορά σαν προνομιακό πεδίο δράσης του κεφαλαίου γίνεται αδυσώπητος «πολιορκητικός κριός» ενάντια στις εθνικές οικονομίες.

Έτσι, για τον Μαρξ το πραγματικό περιεχόμενο της «αλληλεξάρτησης των εθνών», που φέρνει στο ιστορικό προσκήνιο ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, είναι μια ανελέητη διαδικασία απαλλοτρίωσής τους από την παγκόσμια αγορά, με όρους που καθορίζονται πρωταρχικά, όχι από «ιστορικές ιδιαιτερότητες και καταγωγές», αλλά από τον κεφαλαιοκρατικό ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις σε διεθνές επίπεδο για μερίδια αγοράς, εμπορικά και παραγωγικά «συγκριτικά πλεονεκτήματα» και προπάντων για σφαίρες τοποθέτησης κεφαλαίων. Γι’ αυτό και ήταν ο πρώτος που μπόρεσε να εξιχνιάσει το μυστικό των «εθνικών ανταγωνισμών», αναζητώντας το όχι στους όρους «εθνικής ανάπτυξης» κάθε κράτους, όπως έκαναν πολλοί πριν και μετά από αυτόν, αλλά πρωταρχικά στις αδήριτες αναγκαιότητες και τις αντιθέσεις διεθνοποίησης του κεφαλαίου.

Τι είναι, όμως, εκείνο που ωθεί ακατάπαυστα το κεφάλαιο να επεκτείνεται, να διεθνοποιείται και να καθολικοποιεί τους ιστορικούς όρους της συσσώρευσής του μέσα από την παγκόσμια αγορά; Η απάντηση που έδιναν παραδοσιακά οι οικονομικοί στοχαστές, εντοπιζόταν στη δυνατότητα μιας «εθνικής οικονομίας» να παράγει «περίσσευμα» αγαθών γενικά, ή ειδικά εκείνων που με όρους αγοράς διέθετε «συγκριτικό πλεονέκτημα» απέναντι στις υπόλοιπες. Γι’ αυτό και επέμεναν να αντιμετωπίζουν τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις πρωταρχικά και κυρίως στο επίπεδο της ανταλλαγής με τη μορφή του εξωτερικού εμπορίου και κατ’ επέκταση αντιλαμβάνονταν ως βάση της παγκόσμιας αγοράς, τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.    

Για τον Μαρξ, αντίθετα, κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας αγοράς και συνολικά της παγκόσμιας οικονομίας του καπιταλισμού, δεν ήταν το εμπόριο, αλλά η εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό. Αυτή η οργανική ανάγκη για εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό – με όλες τις μορφές του, χρηματική και εμπορευματική – δεν γίνεται γιατί τα κεφάλαια αυτά γενικά «περισσεύουν» από την εγχώρια αγορά, αλλά γιατί μπορούν να εξασφαλιστούν μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους αλλού, σ’ άλλες χώρες, σ’ άλλες αγορές. «Αν στέλνεται κεφάλαιο στο εξωτερικό – έλεγε ο Μαρξ – αυτό γίνεται όχι γιατί δεν θα μπορούσε απολύτως καθόλου να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό. Αυτό γίνεται γιατί μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους.» [6]

Το κυνήγι αυτού του μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους είναι που οι έως τότε κλασσικοί οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι μπορεί να γίνει μόνο μέσα από ανισότιμες ανταλλαγές, μέσα από δυσμενείς εμπορικούς όρους με τις πιο φτωχές χώρες. Κι ως εκ τούτου αργά η γρήγορα η αγορά – απελευθερωμένη από τις «στρεβλώσεις» της – θα μπορούσε να επαναφέρει την ισορροπία. Αντίθετα, για τον Μαρξ αυτό το πρόσθετο κέρδος μπορεί να το καρπωθεί η πλούσια χώρα, ακόμη κι όταν η φτωχή δεν χάνει, αλλά κερδίζει από τις εμπορικές της δοσοληψίες: «Κέρδος μπορεί να βγει και με την απάτη, με το ότι ο ένας κερδίζει τόσα όσα χάνει ο άλλος. Η ζημιά και το κέρδος εξισώνονται στα πλαίσια μιας χώρας. Δεν γίνεται το ίδιο ανάμεσα σε διάφορες χώρες. Ακόμα και σύμφωνα με την θεωρία του Ρικάρντο… μπορούν 3 ημέρες εργασίας μιας χώρας να ανταλλαχθούν με μια ημέρα εργασίας μιας άλλης χώρας. Ο νόμος της αξίας υφίσταται εδώ ουσιαστική τροποποίηση… Στην περίπτωση αυτή η πλουσιότερη χώρα εκμεταλλεύεται τη φτωχότερη, ακόμη κι όταν η δεύτερη χώρα κερδίζει από την ανταλλαγή…»[7]

Ο Μαρξ, λοιπόν, θεωρούσε ότι με την καθολικοποίηση των όρων συσσώρευσης του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, η εκμετάλλευση μιας φτωχής από μια πλούσια χώρα, μπορεί να υπάρξει ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχουν τυπικά και εμπορικά ισότιμες ανταλλαγές. Κι αυτό συμβαίνει γιατί το μονοπώλιο του κεφαλαίου μεταφράζεται πάντα σε μονοπώλιο των πιο ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων, της υψηλότερης παραγωγικότητας. Μάλιστα εκτιμούσε ότι ακριβώς επειδή το κεφάλαιο τείνει στην επιδίωξη όλο και μεγαλύτερου πρόσθετου κέρδους με βάση την μονοπώληση των πιο ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων, τη μονοπώληση της υψηλότερης παραγωγικότητας, χρειάζεται όλο και μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης και διευρυμένης αναπαραγωγής διεθνώς, χωρίς τα τεχνητά όρια που θέτουν τα αποικιακά προνόμια και τα εθνικά σύνορα. Γι’ αυτό και προέβλεπε ότι θα φτάσει η στιγμή που ο ίδιος ο καπιταλισμός θα κάνει αναγκαία την εξαφάνιση των αποικιών. Πράγμα που συνέβη, αλλά πολύ αργότερα και με αρκετά πιο διαφορετικούς όρους, από ότι προέβλεπε ο Μαρξ.

Επομένως, η εκμετάλλευση μιας χώρας από μια άλλη – και άρα της οικονομικής εξάρτησης των φτωχών από μια χούφτα πλούσιων χωρών – είναι εσωτερικό οργανικό στοιχείο της ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς του κεφαλαίου από την εποχή ακόμη του «ελεύθερου ανταγωνισμού». Το κυνήγι του πρόσθετου κέρδους στην παγκόσμια αγορά ήταν εκείνο που, από τη μια, μετέτρεπε ακόμη και «πολιτισμένα έθνη» σε αντικείμενο ανελέητης εκμετάλλευσης, από εκείνα που κατείχαν το μονοπώλιο της πιο προηγμένης παραγωγής και, από την άλλη, πυροδοτούσε τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε κεφάλαια και κράτη για να αποκτήσουν τα δικά τους «συγκριτικά πλεονεκτήματα», που θα τους επιτρέψουν την απόσπαση πρόσθετου κέρδους από την εκμετάλλευση των ανταγωνιστών τους στην παγκόσμια αγορά, όπως και των λιγότερο ανεπτυγμένων, ή καθυστερημένων εθνών.

Επομένως, η παγκόσμια αγορά, η παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου δεν είναι μόνο προνομιακό πεδίο διεθνοποίησης των εσωτερικών νομοτελειών του καπιταλισμού, αλλά και «τροποποίησής» τους, έτσι ώστε η ανισομέρεια και η απόκλιση ανάμεσα στα επίπεδα χωρών και περιοχών, να προσφέρουν ικανά περιθώρια «πρόσθετου κέρδους» και διαρκώς νέες δυνατότητες εξαγωγής κεφαλαίου. Έτσι, στο έδαφος της παγκόσμιας αγοράς, το κεφάλαιο δεν απορροφά μόνο, ούτε μεταπλάθει απλά «κατ’ εικόνα» του το σύνολο του πλανήτη, αλλά ταυτόχρονα αναπαράγει την ιστορική καθυστέρηση και οπισθοδρόμηση στο εσωτερικό των περισσοτέρων χωρών, που με καταναγκαστικό τρόπο τραβά στην τροχιά της παγκόσμιας οικονομίας.

Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να μιλάμε, ιδίως την εποχή του ιμπεριαλισμού, για αλληλεξάρτηση αν δεν τονίζουμε ταυτόχρονα όχι μόνο την ανισότητα και την ανισομέρεια, αλλά και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, εκμετάλλευση, υποταγή και υποτέλεια της πλειοψηφίας των λιγότερων ανεπτυγμένων χωρών από τις κυρίαρχες δυνάμεις του ιμπεριαλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν να «δεθούν» οι χώρες αναμεταξύ τους μέσα στα πλαίσια του παγκόσμιου καπιταλισμού. Κι αν δεν είμαστε αιχμάλωτοι μιας τυπικής αστικής ή μικροαστικής ερμηνείας του ιμπεριαλισμού, που παραδοσιακά τον αντιλαμβάνεται μόνο ή κυρίαρχα στο επίπεδο της στρατιωτικοπολιτικής ισχύος και κατάκτησης, τότε οφείλουμε να αντιλαμβανόμαστε την ιμπεριαλιστική υποταγή και υποτέλεια πρώτα και κύρια με οικονομικούς όρους, με όρους επικυριαρχίας των παγκόσμιων αγορών, των υπερεθνικών μονοπωλίων και κεφαλαίων και φυσικά των οργάνων τους διεθνώς, όπως είναι το Δ.Ν.Τ. και η Ε.Ε.

Αυτό όπως είναι φυσικό μας αναγκάζει να διαχωρίζουμε τις εκμεταλλεύτριες από τι εκμεταλλευόμενες χώρες, να προσεγγίζουμε διαφορετικά το πρόβλημα της επανάστασης και της προετοιμασίας της σε μια ιμπεριαλιστική και σε μια εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό χώρα. Στην δεύτερη περίπτωση το εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα είναι στενά δεμένο με το ταξικό. Με άλλα λόγια το ταξικό ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί – τουλάχιστον στην αρχή – ξεχωριστά από το εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα. Και ζήτημα εθνικής απελευθέρωσης δεν τίθεται μόνο υπό καθεστώς στρατιωτικοπολιτικής κατοχής, αλλά κάθε φορά που ο ιμπεριαλιστικός ζυγός γίνεται αφόρητος για τον λαό μιας εκμεταλλευόμενης χώρας. Όπως συμβαίνει σήμερα με την Ελλάδα. Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση το εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα δεν είναι υπόθεση της αστικής τάξης, αλλά κατεξοχήν της ίδιας της εργατικής τάξης, που πρέπει να το σηκώσει, να το αναδείξει και να συσπειρώσει γύρω της τα υπόλοιπα καταπιεσμένα τμήματα του έθνους της έτσι ώστε να αποδείξει αυτό που ο ίδιος ο Τρότσκι έλεγε: «Η διαρκής επανάσταση δεν είναι ένα ‘άλμα’ για το προλεταριάτο, αλλά η ανοικοδόμηση του έθνους κάτω από την ηγεσία του προλεταριάτου.» [8]

Αλήθεια, τι σημαίνει αυτή η αποστροφή του Τρότσκι, την οποία είχε αφιερώσει σε όλους εκείνους που τον κατηγορούσαν ότι με τη «διαρκή επανάσταση» προσπαθούσε να αποφύγει, να «υπερπηδήσει» τις δημοκρατικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου στο όνομα του σοσιαλισμού; Μήπως σημαίνει ότι το προλεταριάτο δεν πρέπει να αναδείξει στην πάλη του για το σοσιαλισμό όλα εκείνα τα ενδιάμεσα και μεταβατικά αιτήματα που του χρειάζονται για να αναδειχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του έθνους; Για το ακριβώς αντίθετο μιλούσε ο Τρότσκι. Όπως άλλωστε έκανε ανέκαθεν κάθε αληθινός μαρξιστής, λενινιστής, κομμουνιστής.

Ο ίδιος ο Τρότσκι με αφορμή τον Σινο-Ιαπωνικό πόλεμο είχε γράψει σε όλους εκείνους που δεν αποδέχονταν τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του αγώνα ενός λαού και κατηγορούσαν ως “σοσιαλπατριώτες” όσους επαναστάτες καλούσαν το προλεταριάτο να σηκώσει τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας, τα εξής: «Δεν αντιμετωπίσαμε ποτέ όλους του πολέμους με τον ίδιο τρόπο. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποστήριξαν την επαναστατική πάλη των Ιρλανδών εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας, των Πολωνών εναντίον του τσάρου, παρά το γεγονός ότι σ’ αυτούς τους δύο εθνικούς πολέμους οι ηγέτες ήταν, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τους, μέλη της αστικής τάξης και σε ορισμένες περιπτώσεις της φεουδαρχικής αριστοκρατίας… σε κάθε περίπτωση, αντιδραστικοί καθολικοί. Όταν ο Αμπέλ Καρίμ εξεγέρθηκε εναντίον της Γαλλίας, οι δημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες μίλησαν με μίσος για τον αγώνα του «βάρβαρου τύραννου» εναντίον της «δημοκρατίας». Το κόμμα του Λέοντα Μπλουμ υποστήριξε αυτή την άποψη. Όμως εμείς, οι Μαρξιστές και Μπολσεβίκοι θεωρήσαμε την πάλη των ανθρώπων του Ριφ ενάντια στην επικυριαρχία του ιμπεριαλισμού ως έναν προοδευτικό πόλεμο. Ο Λένιν έγραψε εκατοντάδες σελίδες αποδεικνύοντας την πρωταρχική σημασία του να ξεχωρίζει κανείς ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά έθνη και στα έθνη των αποικιών ή ημιαποικιών που συνιστούν την πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Το να μιλά κανείς για «επαναστατικό ντεφετισμό» γενικά, χωρίς να διακρίνει ανάμεσα σε χώρες εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενες, είναι σαν να μετατρέπει τον Μπολσεβικισμό σε μια άθλια καρικατούρα και να θέτει αυτή την καρικατούρα στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστών.» [9]

Το ίδιο ισχύει σήμερα και για την Ελλάδα. Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας της, της εθνικής ανεξαρτησίας της, τίθεται εκ των πραγμάτων από το καθεστώς κατοχής που έχει θεσμοθετήσει το Δ.Ν.Τ. και η Ε.Ε.. Το καινούργιο στοιχείο που υπάρχει είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να το σηκώσει σήμερα η αστική τάξη, η οποία ένα κομμάτι της έχει ταυτιστεί με καθεστώς κατοχής, ενώ ένα άλλο κομμάτι της – ιδίως το μη μονοπωλιακό – διαλύεται μαζί με την αποσύνθεση της εσωτερικής αγοράς. Η μόνη δύναμη που μπορεί και οφείλει να το αναδείξει ως κυρίαρχο ζήτημα είναι η εργατική τάξη. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να συσπειρώσει γύρω της και όλα τα άλλα κοινωνικά στρώματα του λαού και να θέσει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα εξουσίας. Χωρίς να αναδείξει το ζήτημα εθνικής απελευθέρωσης από την σύγχρονη ιμπεριαλιστική κατοχή, δεν είναι σε θέση να θέσει ή να αναδείξει το ταξικό της ζήτημα. Χωρίς να ηγηθεί της σωτηρίας της χώρας, της ανόρθωσης του έθνους, της κατάχτησης της εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορεί να ανοίξει το δρόμο για την δική της εξουσία. Το να αγνοούν αυτό το γεγονός σήμερα ορισμένοι στην κατάσταση που βρίσκεται η Ελλάδα, υπερασπιζόμενοι υποτίθεται την καθαρότητα των ταξικών στόχων του κινήματος, τότε να με συγχωρείτε αλλά ισχύει αυτό που σε μια ανάλογη περίπτωση είχε πει με τον δικό του πολύ ιδιαίτερο τρόπο ο ίδιος ο Τρότσκι:

«Εδώ πρόκειται είτε για πραγματικούς προδότες, είτε για παντελώς ηλίθιους. Όμως η ηλιθιότητα, ανεβασμένη σ’ αυτό το επίπεδο, ισοδυναμεί με προδοσία.» [10]

 

10/12/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

Παραπομπές

 

[1] A. V. Lunacharsky, Revolutionary Silhouettes, New York: Hill and Wang, 1968, σ. 66-67.

[2] Leon Trotzky, The Bolsheviki and World Peace, New York: Boni & Liveright, 1918, σ. 20-21.

[3] Αν και σήμερα αυτή η παλιά σοσιαλδημοκρατική διαστροφή του μαρξισμού κυριαρχεί στην ιδεολογία της λεγόμενης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, συμπεριλαμβανομένης και της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο πιο συνεπής εκπρόσωπός της στην χώρα μας είναι ο Γ. Μηλιός, ο οποίος αποδίδει στον Μαρξ την άποψη ότι «συνέδεε πάντοτε την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με το εθνικό κράτος» και κατανοούσε την παγκόσμια οικονομία μόνο στο επίπεδο της «αλληλεξάρτησης» των «εθνικών οικονομιών» (Βλέπε χαρακτηριστικά Γ. Μηλιός, Θεωρίες για τον Παγκόσμιο Καπιταλισμό. Αθήνα: Κριτική, 1997, σ. 20, κ. ά.)

[4] L. Trotsky, Permanent Revolution, Calcutta: Gupta Rahman & Gupta, 1947, σ. 4.

[5] Κ. Μαρξ, Grundrisse. K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 28. Moscow: Progress Publishers, 1986, σ. 335

[6] Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή,1978, σ. 324.

[7] Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1985, σ. 120.

[8] L. Trotsky, Permanent Revolution, Calcutta, Gupta Rahman & Gupta, 1947, σ. 58.

[9] L. Trotsky, On the Sino–Japanese War, International Bulletin, Organizing Committee for the Socialist Party Convention (New York), no. 1, October 1937.

[10]  Στο ίδιο.

Σχετικά με το κλείσιμο των σχολικών μονάδων

Σχετικά με το κλείσιμο των σχολικών μονάδων

 

Του Βασίλη Βασιλειάδη


 

Οι θέσεις μας για τις δραματικές επιπτώσεις του μνημονίου και του Καλλικράτη στην Παιδεία δυστυχώς δικαιώνονται. Γυρίζοντας πίσω πολλές δεκαετίες το  υπουργείο Παιδείας αναμένεται να αποφασίσει για την κατάργηση ή τη συγχώνευση σχολείων. Δεν ξέρουμε αν με το κλείσιμο των σχολείων θα ξεπηδήσουν φυλακές, σίγουρα όμως πολλά δεινά θα γεννηθούν.

Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται παραπλανητικό το σύνθημα της Διαμαντοπούλου «πρώτα ο μαθητής».  Αφού κατάργησε την πρόσθετη διδακτική στήριξη και την ενισχυτική διδασκαλία, αφού μείωσε δραματικά τα λεφτά για τις σχολικές επιτροπές, αφού χάθηκαν δεκάδες χιλιάδες ώρες από το μη επαρκή και έγκαιρο διορισμό εκπαιδευτικών, αφού διαλύει τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών (ωρομίσθιοι, αναπληρωτές ΕΣΠΑ), αφού καταργεί τα αθλητικά σχολεία εν μια νυκτί με εγκύκλιο κατά παράβαση κάθε νόμου, αφού προτίθεται να καταργήσει και τη διανομή βιβλίων στους μαθητές, έφτασε η ώρα να κλείσουν σχολεία προς όφελος του μαθητή!

Ας μη γελιόμαστε. Οι καταργήσεις των σχολικών μονάδων θα έχουν σημαντικές αρνητικές συνέπειες. Πηγαίνουμε για όριο τους 30 μαθητές ανά τμήμα – κατά δήλωση του υπουργείου (αυτό κι αν είναι παιδαγωγικό κριτήριο). Θα ερημώσουν χωριά, θα μαραζώσουν οι τοπικές κοινωνίες και θα αυξηθεί η μαθητική διαρροή (ήδη ο νομός Ηλείας είναι στους πρώτους στη  μαθητική διαρροή – σύμφωνα με έρευνα του ίδιου του υπουργείου το 2007). Θα σημαίνει επιπλέον χάσιμο χρόνου από το διάβασμα και την ξεκούραση και μάλιστα για μαθητές που ήδη δαπανούν 3-4 ώρες για τη μετάβαση σχολείο – σπίτι με το ήδη υπάρχον σύστημα. Θα υπάρξει μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για τις οικογένειες των μαθητών που προέρχονται από κοινωνικά, οικονομικά και μορφωτικά επιβαρυμένα στρώματα. Και να μην λησμονούμε το άθλιο οδικό δίκτυο της χώρας και τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες στις ορεινές περιοχές.

Εκτός των καταργήσεων αναμένονται και προσπάθειες συγχωνεύσεων με γιγάντια σχολεία στις πόλεις βορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Σχολεία στα οποία ακόμα κι αν περισσεύουν οι υποδομές, θα λείπουν οι ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ εκπαιδευτικών στο σύνολό τους, στοιχεία απαραίτητα για μια ομαλή παιδαγωγική προσέγγιση και αποτελεσματικότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Καμμία άλλωστε σύγχρονη μέθοδος διδασκαλίας δεν αναφέρεται σε σχολεία μαμούθ με τάξεις των 30 παιδιών, όπως αναχρονιστικά διατυμπανίζουν η υπουργός Παιδείας και οι άσχετοι, κρατικοδίαιτοι αυλοκόλακές της.

Πρόκειται για μια ξεκάθαρα ταξική πολιτική εναρμονισμένη στα πλαίσια του μνημονίου και του Καλλικράτη. Η κυβέρνηση, όπως ακριβώς και στο νόμο «αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού» δείχνει ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να μειώσει το κόστος ανεξάρτητα από την υποβάθμιση της ποιότητας, πιστή στη λογική του φθηνού σχολείου που απαιτούν οι πιστωτές, αδιαφορώντας πλήρως για τις επιπτώσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία. Χρειάζεται όλοι να κατανοήσουμε ότι αυτή η πολιτική θα φορτώσει ακόμα περισσότερα βάρη στις πλάτες της εργαζόμενης οικογένειας. Θα κριθούμε όλοι σε αυτή τη μάχη. Δεν είναι μόνο ευθύνη των εκπαιδευτικών αλλά και των τοπικών κοινωνιών να αντισταθούμε σε αυτή τη λαίλαπα

 

Δεν πρέπει να αφήσουμε να υλοποιηθεί αυτή η πολιτική.

21-1-2011

Στα… πούλμαν οι μαθητές θ' αναστενάζουν…

Φεγγαράκι μου λαμπρό:

Στα… πούλμαν οι μαθητές θ' αναστενάζουν…

 

Της Πίκιας Στεφανάκου   

 

Από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, χιλιάδες μαθητές θα τρώνε το χιλιόμετρο με το κουτάλι. Χθες, η υφυπουργός Παιδείας, Εύη Χριστοφιλοπούλου, έδωσε για διαβούλευση το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας για τη συγχώνευση και κατάργηση εκατοντάδων σχολείων ανά τη χώρα. Η διαβούλευση θα διαρκέσει μόλις τέσσερις ημέρες, λήγει δηλαδή την ερχόμενη Δευτέρα, κι αν σκοπεύατε να εκφράσετε σ' αυτήν διαφορετική άποψη, δεν υπάρχει χώρος.

Συμμετέχουν μόνο όσοι αντιλαμβάνονται "την αναγκαιότητα για συνενώσεις-ιδρύσεις σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης" και έχουν να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία του υπουργείου Παιδείας με επιπλέον "λόγους". Προφανώς μεταξύ αυτών δεν θα είναι και οι γονείς των μαθητών που θα κληθούν να διανύουν κάθε ημέρα μια απόσταση ισοδύναμη με Αθήνα-Κόρινθο για να φτάσουν στο σχολείο τους και, μετά τα μαθήματα, ξανά στον δρόμο για την επιστροφή στο σπίτι.

Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς του υπουργείου Παιδείας, η χιλιομετρική απόσταση που θα αναγκάζονται να διανύουν κάθε ημέρα οι μαθητές από δύσκολες και δυσπρόσιτες περιοχές "δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισή ώρα για τα σχολεία της πρωτοβάθμιας και τα τρία τέταρτα της ώρας για τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης"! Μικρά παιδιά και έφηβοι θα ξημερώνονται και θα βραδιάζονται σε δρόμους επικίνδυνους, με αντίξοες καιρικές συνθήκες, για να μειώσουν το κόστος της εκπαίδευσης! Για πρώτη φορά, η κυβέρνηση παραδέχεται ότι η δημιουργία ενός νέου Σχολικού Χάρτη αποσκοπεί "στον περιορισμό της σπατάλης". Διότι σπατάλη θεωρεί η κυβέρνηση του Μνημονίου τη συντήρηση και λειτουργία μικρών και μικρομεσαίων σχολείων ώστε όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση χωρίς να χρειάζεται να τρώνε το χιλιόμετρο με το κουτάλι!

Προσοχή! Η μία ώρα για τα παιδιά του δημοτικού και το δίωρο aller-retour για τα παιδιά του γυμνασίου είναι μόνο για τις δυσπρόσιτες περιοχές. Οι υπόλοιποι μαθητές, που δεν θα θεωρηθεί ότι έρχονται από δύσβατα κι απόκρημνα μέρη, μπορεί να τρώνε στα πούλμαν της μεταφοράς πολύ περισσότερο χρόνο από τους άλλους.

Εκτός αυτού, μαθητές και εκπαιδευτικοί πρέπει να ξεχάσουν τις παλιές καλές εποχές με τα μικρά τμήματα. Στα δημοτικά, ο αριθμός των μαθητών θα είναι 25 και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ακατέβατα 30! Θυμηθείτε ότι πριν από λίγους μήνες έσκιζαν τα ιμάτιά τους στο υπουργείο Παιδείας ότι η ΟΛΜΕ λέει ψέματα και δεν υπάρχει ούτε ένα τριαντάρι τμήμα. Τώρα το καθιερώνουν ως κανόνα, χωρίς άλλες εξηγήσεις.

Το σχέδιο εκπαιδευτικής αποψίλωσης είναι ιδιαίτερα εμφανές σε ό,τι αφορά τα λύκεια. Σύμφωνα με το κείμενο διαβούλευσης, "σχολικές μονάδες που συνενώνονται αποτελούν ενιαία σχολική μονάδα χωρίς παραρτήματα ή λυκειακές τάξεις". Αυτό σημαίνει ότι πολλές περιοχές της χώρας θα βρεθούν χωρίς λύκεια. Για παράδειγμα, η Αμοργός, όπου στο γυμνάσιο του νησιού λειτουργούν λυκειακές τάξεις. Η Αμοργός τις χάνει. Τα παιδιά της Αμοργού πού θα πάνε για να βγάλουν το λύκειο; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οδεύουμε σε μια εκτεταμένη μαθητική μετανάστευση, αλλά και αποψίλωση των θρανίων από μαθητές που δυσκολεύονται να βρουν το σχολείο τους στον χάρτη της κ. Χριστοφιλοπούλου.

Κι όλα αυτά τα αποφασίζουν μόνοι τους. Με πλήρη μυστικότητα, όπου οι καταργήσεις σχολείων δεν είναι τίποτα άλλο από έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας, όπως δήλωσε προκλητικά ο περιφερειάρχης Αττικής, Κ. Κουμέντος. "Η γνώμη των εκπροσώπων των νέων δήμων", απλώς "θα συντελέσει στη διαμόρφωση της τελικής πρότασης". Από 'κει και πέρα θα χρεωθούν τον λογαριασμό της μεταφοράς ανεξάρτητα αν μπορούν (που δεν μπορούν) να τον πληρώσουν. Εντύπωση προκαλεί ότι το υπουργείο Παιδείας δεν αναλαμβάνει καμία δέσμευση για το αν θα καλύψει το κόστος της μεταφοράς.

Η αντίσταση στις συγχωνεύσεις φαίνεται ότι θα αποτελέσει σημείο συνάντησης εκπαιδευτικών και τοπικών κοινωνιών. Η ΔΟΕ, εξαγγέλλει νέα κινητοποίηση (δίωρη στάση εργασίας) για την ερχόμενη Τετάρτη, διαμαρτυρόμενη για τις σχεδιαζόμενες συγχωνεύσεις, αλλά και τα εκατοντάδες κενά που υπάρχουν ακόμη και σήμερα στα δημοτικά. Επίσης διαμαρτύρεται για τη συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση των σχολικών επιτροπών, που αδυνατούν να ανταποκριθούν ακόμη και στις στοιχειώδεις ανάγκες των σχολείων.

Στο μεταξύ, η κ. Χριστοφιλοπούλου παρουσίασε χθες, στο Υπουργικό Συμβούλιο, το πιλοτικό πρόγραμμα των 800 ολοήμερων σχολείων της δουλείας 5.800 εκπαιδευτικών που έχουν να πληρωθούν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Τι θράσος, αλήθεια…

 

ΠΗΓΗ:   Ημερομηνία δημοσίευσης: 21/01/2011, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=594106

"Η αθηναϊκή ταβέρνα"

"Η αθηναϊκή ταβέρνα"

[Στο ψευδοκράτος των Αθηνών]

 

Του Περικλή Κοροβέση* 


 

Η γιορτή είναι ένα είδος αρχέγονου κομμουνισμού που προϋπήρχε του χριστιανισμού.  Σε όλους τους πολιτισμούς, είτε αυτοί βρίσκονται στον Αμαζόνιο είτε στα λαμπρά, φωτεινά κέντρα του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, υπάρχει μια ποικιλία γιορτών. Συχνά είναι ιδεολογικά φορτισμένες. Και μια κυρίαρχη γιορτή μπορεί να συμπεριφέρεται εχθρικά σε μια προηγούμενη, άσχετα αν έχει λεηλατήσει όλο το τελετουργικό της.

Αυτή η φόρτιση μπορεί να είναι εθνικιστική ή θρησκευτική. Αλλά στην ουσία, δεν αναιρείται η σημασία της γιορτής. Γιορτή είναι η συλλογικότητα. Στην ονομαστική μας γιορτή κοινωνικοποιούμε τον απομονωμένο εαυτό μας. Στο καρναβάλι ξεπερνούμε τα όριά μας. Και στο μεθύσι μας, γινόμαστε ποιητές.

Υπάρχουν άραγε ακόμα ταβέρνες, που σε τελική ανάλυση είναι το μόνιμο θεσμικό πλαίσιο της γιορτής; Σε αυτό το ερώτημα μας απαντάει πληρέστατα ο Γιώργος Πίττας με το βιβλίο του «Η Αθηναϊκή Ταβέρνα» (εκδόσεις Ινδικτος). Για αυτή τη δουλειά έφαγε περίπου είκοσι χρόνια από τη ζωή του. Δεν συνυπολογίζουμε τους μεζέδες που έφαγε, ούτε τα κρασιά που ήπιε. Υπάρχουν βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα που δεν τα πιάνει το μάτι μας. Και ούτε φυσικά επιδοτούνται από πουθενά. Ευτυχώς, είχε τη συμπαράσταση της γυναίκας του, της αγαπημένης μας Μπήλιως Τσουκαλά, «που κοντά της σπούδασε και σπουδάζει την τέχνη της γραφής». Και πράγματι, αυτό το βιβλίο θα μπορούσε και να διαβαζόταν σαν ένα λογοτεχνικό κείμενο. Οι τριάντα ταβέρνες που επιλέγει θα μπορούσαν να ήταν και τριάντα εκλεκτά διηγήματα.

Δεν είναι στην αρμοδιότητα της στήλης η βιβλιοπαρουσίαση. Εντούτοις θεωρώ αυτή την έκδοση ένα πολιτιστικό γεγονός. Είναι μια εθνολογική μελέτη του λαϊκού τρόπου ζωής και διασκέδασης, όπου η ταβέρνα ήταν για όλους η οικογενειακή τους τραπεζαρία. Κάποιες από αυτές δεν υπάρχουν πια. Αλλά κάποιες άλλες βρίσκονται σε πλήρη δράση. Και είναι μια πρόκληση στους καιρούς που ζούμε, όπου το δήθεν μοντέρνο και εμπορευματικό κάνει τον δημόσιο χώρο πανάκριβο και απωθητικό. Για την ιστορία να αναφέρουμε πως ο Γιώργος Πίττας ήταν από τους συνδημιουργούς του «Νέου Κατοικείν», αυτής της πρωτοποριακής επιχείρησης που ανέπτυξε τον σχεδιασμό του ελληνικού επίπλου που κράτησε περίπου μια εικοσαετία. [ΣΣ. "επίπλου" γιά ποιά νοικοκυριά; Λαϊκά; Προλεταριακά; Μπουχαχαχαχαχαχα]

Για τις ανάγκες της έρευνας, ο Πίττας κάνει και μια βαθιά βουτιά στην ιστορία της ταβέρνας, που διαβάζεται μονορούφι. Και παράλληλα πιάνει και το τραγούδι σε όλες του τις μορφές. Και εδώ ας μου επιτραπούν κάποιες ενστάσεις. Το λεγόμενο «ελαφρό τραγούδι» είναι αδόκιμος όρος. Σε αυτή τη σχολή του αστικού τραγουδιού χρωστάμε τραγούδια με υπέροχες μελωδίες και ανεπανάληπτους στίχους που είναι ζωντανά και έχουν ακόμα φίλους. Πολλά μαγαζιά ζουν από αυτά τα τραγούδια. Και μια που μπήκα στο κριτικό μέρος αυτού του σημειώματος, να σταθώ και λίγο στις ξένες κουζίνες. Δεν είναι μόδα. Κατά κανόνα είναι η κουζίνα των μεταναστών. Και κάθε χώρα έχει να επιδείξει τη δική της κουζινική ιδιοφυΐα, ανάλογα με τις πρώτες ύλες που διαθέτει. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να γίνουν επενδύσεις σε ξένες κουζίνες. Π.χ. τη μεγαλύτερη αλυσίδα ελληνικών εστιατορίων στη Στοκχόλμη την έχει μια λιβανέζικη φίρμα. Άλλο επενδύσεις, άλλο κουζίνα. Καλή μας χρονιά.

 

* perkor29@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010, Έντυπη Έκδοση, http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&s=sto-yeydokratos-twn-a8hnwn&c=politikh&date=02/01/2010

Για τον κόσμο η εξέγερση είναι μονόδρομος

Για τον κόσμο η εξέγερση είναι μονόδρομος

(Συνέντευξη στο Δρόμο)

 

Του Κώστα Βεργόπουλου


 

Για επικράτηση του νόμου της αρπαγής σε ένα σύστημα που δεν λειτουργεί και κινδυνεύει να καταρρεύσει, κάνει λόγο μιλώντας στον Δρόμο ο Kώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII. «Έχουμε μπει σε μία άγρια φάση, που μας παραπέμπει στον 19ο ή τον 18ο αιώνα, στην οποία ο καπιταλισμός δεν ενδιαφέρεται για την ίδια του την αναπαραγωγή, αλλά καταβροχθίζει τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής του», σημειώνει.

Αναφερόμενος στην Αριστερά, χαρακτηρίζει την περίοδο ειρωνεία της ιστορίας, επισημαίνοντας ότι «επί πολλές δεκαετίες οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις εύχονταν και περίμεναν αυτή τη στιγμή και τώρα που η στιγμή έρχεται, οι ίδιες αποκαλύπτονται ανέτοιμες. Δεν είναι σε θέση όχι μόνο να ηγηθούν, αλλά ούτε καν να ακολουθήσουν την κοινωνική έκρηξη που κυοφορείται…».
Παροτρύνει τη νεολαία να ακολουθήσει το παράδειγμα της Τυνησίας και να εξεγερθεί, αφού διαφορετικά δεν έχει ελπίδα και καλεί την Αριστερά να αφουγκραστεί τον κόσμο οργανώνοντας ένα μέτωπο κοινωνικών δυνάμεων.

 

Τι γεύση αφήνει το 2010 και τι προοιωνίζεται το 2011;


Το 2010 ήταν η χρονιά του δράκοντα. Ο καπιταλισμός έδειξε τα νύχια του, όλη του τη φρίκη. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει και μεγαλύτερη φρίκη να δείξει το 2011. Από το 2008 συνεχώς γίνεται όλο και πιο επιθετικός, πιο αρπακτικός. Από την εμφάνιση της κρίσης βλέπουμε καθαρότερα το ληστρικό του χαρακτήρα, που ασφαλώς υπήρχε από πριν, αλλά δεν ήταν τόσο εμφανής. Ό,τι έκανε πριν συγκεκαλυμμένα, τώρα το κάνει απροκάλυπτα. Το 2010 κλονίζονται – όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και στην Αμερική – τα πιο βασικά κοινωνικά κεκτημένα. Δεν μιλάω για ποσοτικά κεκτημένα, αλλά για θεσμικές κατακτήσεις που κλονίζονται από τη βάση τους. Βαδίζουμε προς έναν πιο άγριο και αρπακτικό καπιταλισμό. Πάντα αυτή ήταν η φύση του, με τη διαφορά ότι πριν η κοινωνία έβλεπε την επίφαση ενός συστήματος που λειτουργούσε. Τώρα το σύστημα δεν λειτουργεί, βρίσκεται σε κρίση, κινδυνεύει να καταρρεύσει και επικρατεί ανοιχτά ο νόμος της αρπαγής χωρίς όρια. Αρπάζουν όχι μόνο το πλεόνασμα της κοινωνίας, την υπεραξία, όπως θα έλεγε ο Μαρξ ή ο Πολ Σουίζι. Αρπάζουν ακόμη και το αναγκαίο για την αναπαραγωγή των ανθρώπων. Δηλαδή, έχουμε μπει σε μία άγρια φάση, που μας παραπέμπει στον 19ο ή τον 18ο αιώνα, στην οποία ο καπιταλισμός δεν ενδιαφέρεται για την ίδια του την αναπαραγωγή, αλλά καταβροχθίζει τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής του, οι οποίες αφορούν τη δυνατότητα του εργαζόμενου και της οικογένειάς του να αναπαράγεται, να υπάρχει εκπαίδευση, να υπάρχει υγεία, δημόσια αγαθά για όλους κ.λπ. Ο καπιταλισμός δεν διστάζει, βρίσκεται σε ένα ιστορικό σημείο και προωθεί τη λύση της αύξησης των κοινωνικών αποκλεισμών, ξεπερνώντας και αυτή την ίδια την εκμετάλλευση, περνώντας στην αρπαγή.


Αυτό που περιγράφετε δείχνει και ένα μεγάλο αδιέξοδο…

Βέβαια, γι’ αυτό λέω ότι είναι σε αδιέξοδο και ως σύστημα καταρρέει. Αναδεικνύεται και επιβάλλεται ο νόμος της αρπαγής.


Στην Ευρώπη και στην ευρωζώνη ειδικότερα η πραγματικότητα που διαμορφώνεται τι φανερώνει;


Η Ευρώπη βρίσκεται σε πολύ άσχημη θέση. Κινδυνεύει να καταρρεύσει από τις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζει, με Γερμανική παρότρυνση. Οι περικοπές δαπανών, δημοσίων και ιδιωτικών, είναι ό,τι χρειάζεται για να καταρρεύσει η ίδια η Ευρώπη, όπως επίσης και οι επιμέρους εθνικές οικονομίες.


Οι πολιτικές που περιγράφετε δένουν με αυτό που λέγατε πριν για αρπαγή και ισοπέδωση των ίδιων των δυνάμεων από τις οποίες ζει ο καπιταλισμός…


Βεβαίως. Στην Ευρώπη έχουμε αυτό το δραματικό φαινόμενο. Η Ευρώπη αυτοκτονεί. Στο παρελθόν είχαμε τις επαγγελίες ότι η Ευρώπη θα μας προστάτευε από την παγκοσμιοποίηση – έτσι, επαγγελλόταν ο Ζακ Ντελόρ. Τώρα, όχι μόνο δεν μας προστατεύει, αλλά μας αφοπλίζει και μας παραδίδει δέσμιους χειροπόδαρα στην παγκοσμιοποίηση, στη εκτός ελέγχου δικτατορία του αφηρημένου χρήματος, των χρηματιστηρίων και των δήθεν ανώνυμων αγορών. Οι αγορές, βέβαια, είναι οι τράπεζες, τις οποίες επιδοτούμε ως φορολογούμενοι, τις χρηματοδοτούμε ως λαός και αυτές μας πιάνουν απ’ το λαιμό και μας πνίγουν.


Πολλοί εκτιμούν ότι το 2011 θα είναι χρονιά κοινωνικών εκρήξεων. Μπορεί στη φάση που είμαστε και με τα δεδομένα που έχουμε να ξεπεραστεί η ασύμπτωτη πορεία πολιτικού και κοινωνικού;


Κοινωνικές εκρήξεις είναι βέβαιο ότι θα έχουμε. Ήδη έχουν ξεκινήσει στη Β. Αφρική (Τυνησία, Αλγερία). Αυτό που είναι ασύμπτωτο είναι το πολιτικό. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις να οργανώσουν ή να ηγηθούν και ούτε και θα υπάρξουν. Αλλά κοινωνικές εκρήξεις έχουμε και είναι μεταδοτικές. Θα μεταδοθούν σύντομα και στην ίδια την Ευρώπη. Βέβαια, για τις προοδευτικές δυνάμεις αυτή ακριβώς είναι η ειρωνεία της ιστορίας. Επί πολλές δεκαετίες οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις εύχονταν και περίμεναν αυτή τη στιγμή και τώρα που η στιγμή έρχεται, οι ίδιες αποκαλύπτονται ανέτοιμες. Δεν είναι σε θέση όχι μόνο να ηγηθούν, αλλά ούτε καν να ακολουθήσουν την κοινωνική έκρηξη που κυοφορείται…


Αυτό πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας;


Έχουν κάνει λάθος στη σύλληψη των πραγμάτων. Έχουν αντιληφθεί λάθος την παγκοσμιοποίηση, την οποία αρκετοί, μάλιστα, θεωρούν προοδευτικό γεγονός, χωρίς να βλέπουν την εξαπάτηση γύρω από την έννοια της παγκοσμιοποίησης. Και μάλιστα, για να τη… σώσουν έχουν προσθέσει το «όχι στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση». Λες και υπάρχει και άλλη παγκοσμιοποίηση, που δεν είναι νεοφιλελεύθερη. Από την Attac προήλθε αυτή η διευκρίνιση και δείχνει ακριβώς πόσο έξω από τα πράγματα είναι η ίδια η Attac. Ενώ όταν ξεκίνησε το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης από το Σιάτλ ήταν ξεκάθαρα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, αργότερα ήρθε η Attac και επέβαλε τη στροφή: εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή, σαν να υπάρχει και κάποια παγκοσμιοποίηση καλή. Η Αριστερά που προσυπογράφει τις θετικές πλευρές – και αυτό αφορά τις περισσότερες αριστερές δυνάμεις στον ευρωπαϊκό χώρο – είναι σήμερα έξω από το παιχνίδι.
Μου άρεσε ένα σύνθημα που έρχεται από τη Γαλλία: Να βγούμε από την παγκοσμιοποίηση για να μπορέσουμε επιτέλους να διεθνοποιηθούμε. Να αναπτύξουμε το διεθνισμό. Ο διεθνισμός έχει νόημα. Η παγκοσμιοποίηση είναι καθαρά αντιδραστικό πρόσχημα, όχι πραγματικότητα. Πρόσχημα που γίνεται πραγματικότητα όταν επιβάλλεται. Ιδεολογία, που όταν επιβάλλεται, γίνεται πραγματικότητα.


Τι μπορεί να κάνει η Αριστερά σήμερα για να βγει από το αδιέξοδό της;


Η Αριστερά όχι μόνο έχει βρεθεί έξω από το γίγνεσθαι, αλλά έχει δυσφημιστεί κιόλας. Και ό,τι πρωτοβουλίες παίρνει, αντιμετωπίζονται από την κοινωνία όχι ενθαρρυντικά, αλλά με δυσπιστία, διότι ο κόσμος αισθάνεται ότι υπάρχει η μάχη της καρέκλας, γραφειοκρατίες, ηγεσίες κ.λπ. Η Αριστερά δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει είναι να σταθεί και να ακούσει την κοινωνία. Να προσπαθήσει να την ακολουθήσει, διότι η κοινωνία βρίσκεται πιο μπροστά. Έχει δυναμικό, έχει νέους. Το βλέπουμε αυτό στην Τυνησία και στην Αλγερία, όπου το 50% του πληθυσμού είναι νέοι κάτω των 20 ετών. Και στην Ελλάδα οι νέοι κάτω των 20 ετών, με πρωτοπορία τους μαθητές Λυκείου, δίνουν σήμερα τον παλμό της κοινωνίας. Πρέπει να αφουγκραστούμε αυτόν τον παλμό. Εάν η Αριστερά μπορέσει και αφουγκραστεί αυτόν τον παλμό θα έχει κάνει ένα μεγάλο βήμα για να βγει από το γυάλινο πύργο της.


Ο κίνδυνος να έχουμε κοινωνικές εκρήξεις, η οποίες, όμως, εξαιτίας της απουσίας της Αριστεράς, θα πάνε τα πράγματα σε πιο συντηρητική κατεύθυνση υπάρχει;


Βέβαια υπάρχει αυτός ο κίνδυνος. Εάν δεν μπορέσουν αυτές οι κοινωνικές εκρήξεις να ανοίξουν μία προοδευτική προοπτική θα επωφεληθεί από αυτό η αντίδραση, όπως έγινε και στο παρελθόν. Κάπου πρέπει να πάει αυτή η οργή και αυτό παίζεται. Ή θα πάει προς τα αριστερά ή θα πάει προς συντηρητικές λύσεις. Είναι πολύ πιθανός αυτός ο κίνδυνος.

 

Για παράδειγμα, στη Γαλλία ενώ διογκώνεται η δυσφορία προς τον Σαρκοζί και υπάρχει μια στροφή προς τα Αριστερά, εμφανίζεται ως φαβορί ο Ντομινίκ Στρος Καν. Αυτό δεν είναι αντιφατικό;


Ναι, πράγματι εμφανίζεται ο Στρος Καν, αλλά δεν ξέρουμε αν θα κρατήσει έως το τέλος. Και σίγουρα δεν είναι λύση ο Στρος Καν. Είναι πολύ συντηρητικός και – ξαναλέω αν φτάσει ώς το τέλος – οι λύσεις που θα φέρει θα είναι συντηρητικές.

Στο πλαίσιο που διαμορφώνεται πώς βλέπετε την ελληνική Αριστερά;


Είπα και πριν ότι το βασικό για να βγούμε από το καβούκι μας είναι να αφουγκραστούμε τον κόσμο. Απαιτείται ένα μέτωπο κοινωνικών δυνάμεων. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε ένα πολιτικό πρόγραμμα, διότι τότε δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ, αλλά σε ορισμένα μίνιμουμ ζητήματα. Ένα μέτωπο, λόγου χάρη, για να ανατραπεί αυτή η κυβέρνηση. Να ένα πρόγραμμα. Τι άλλο θέλεις; Δεν είναι αυτό ένα πρόγραμμα; Όσοι είμαστε εναντίον αυτής της κυβέρνησης να συνεργαστούμε για να την ανατρέψουμε. Κι αν μετά την ανατροπή της παραμένουμε διαφορετικοί, ας τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Αυτός είναι ένας άμεσος στόχος. Με ρωτάνε: «μα καλά, τι άλλο να γίνει, όταν έχουμε τόσο χρέος και τόσο έλλειμμα». Υπάρχουν και άλλοι τρόποι αντιμετώπισης του χρέους και του ελλείμματος. Δεν είναι μοναδική λύση η πλήρης υποταγή και παράδοση στους δανειστές. Το κράτος πλέον εξελίσσεται σε εισπρακτικό μηχανισμό που δουλεύει για τους δανειστές του. Δηλαδή, ρουφά το αίμα του ελληνικού λαού και το παραδίδει στους δανειστές του. Και επιπλέον το χρέος δεν μειώνεται. Υπάρχουν δρόμοι διαφορετικοί και πιο αποτελεσματικοί.

Αν ένα τέτοιο μέτωπο κατάφερνε να ανατρέψει αυτήν την κυβέρνηση δεν θα άλλαζε συνειδήσεις, δεν θα άλλαζε συσχετισμούς, δεν θα έβαζε τον κόσμο σε μία διαφορετική αντίληψη;


Ε βέβαια. Ο Παπανδρέου έχει επιβιώσει όχι επειδή τον υποστηρίζουν θετικά, αλλά γιατί έχει περάσει την ιδέα ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Έχει επιβάλλει την αντίληψη του μονόδρομου. Αυτό πρέπει να σπάσει και θα σπάσει, γιατί ο κόσμος και στην Ελλάδα εξεγείρεται. Για τον κόσμο η εξέγερση είναι μονόδρομος. Οι νέοι, όταν στις επαρχίες έχουμε ανεργία 40% – 50%, δεν έχουν άλλες λύσεις, εκτός από αυτήν που έχουν και οι νέοι της Τυνησίας. Δηλαδή, να τα κάνουν γυαλιά καρφιά, αλλιώς δεν έχουν ελπίδα. Η αντίδραση είναι αυτή και έρχεται με μαθηματική ακρίβεια. Τότε θα δούμε ότι υπάρχει άλλη λύση. Ο μονόδρομος είναι ένας: Οι νέοι είναι υποχρεωμένοι να τολμήσουν, να ξεσπάσουν για να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση και το δικομματικό σύστημα που διαχειρίζεται εδώ και χρόνια αυτήν τη νοσηρή κατάσταση, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως μονόδρομο.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 17 Ιανουάριος 2011 11:37,  ΔΡΟΜΟΣ, 

http://edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3911:%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7&Itemid=61

Ξυπνήστε! Φωνάξτε!!!…

Ξυπνήστε! Φωνάξτε!!!…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Συνάδελφοι Μπλόκερς

Αυτή την Κυριακή – 23 του Γενάρη – γιορτάζουμε! Γιορτάζουμε μαζί με το Βαρτίμαιο, τον τυφλό της Ιεριχώς. Τον τυφλό, που φώναζε για τη θεραπεία του. Γιατί δεν άντεχε άλλο τη φυλακή του σκοταδιού, μέσα στην οποία ζούσε. Και βέβαια οι βολεμένοι ανοιχτομάτηδες τον επέπλητταν να σωπάσει…

Όπως συμβαίνει και σε τόσες άλλες, ανάλογες περιπτώσεις:

Όταν οι φυλακισμένοι στη Βαστίλη της αδικίας και πεινασμένοι για ψωμί, δικαιοσύνη και ελευθερία φωνάζουν και διαμαρτύρονται.

Και οι έχοντες και κατέχοντες τον πλούτο και την εξουσία συνιστούν ψυχραιμία και ησυχία:

Για να μπορούν να κλέβουν και να ληστεύουν αυτοί…«με την ησυχία τους»! Και ο λαός να δυστυχεί και να πεθαίνει μέσα στην παθητικότητα και την αδράνεια. Κι αυτός… «με την ησυχία του»!

Και, για να πετυχαίνουν αυτοί την – με ή χωρίς «σοσιαλισμό» – βάρβαρη ησυχία, έχουν – σαν πρώτη γραμμή επίθεσης και άμυνας απέναντι στο λαό – τα συντάγματα και τους νόμους. Με τα οποία και τους οποίους περιφρουρούν το καθεστώς της κλοπής και της απάτης. Και – συλλήβδην – παντός, σε βάρος του λαού, εγκλήματος.

Και το δηλητηριώδες αυτό δολοφονικό, για το λαό, συνοθύλευμα και παρασκεύασμα το σερβίρουν περιτυλιγμένο, με το χρυσόχαρτο της – τάχα – «Δικαιοσύνης». Την οποία, με πομπώδες και φανφαρόνικο ύφος, χαρακτηρίζουν αδέσμευτη και ανεξάρτητη. Τη στιγμή, που, την έχουν αλυσοδεμένη χειροπόδαρα… Κι όχι μόνο δεν θέλουν ν’ ακούν γι’ αυτήν, αλλά έχουν κηρύξει εναντίον της απροκάλυπτο και αμείλικτο διωγμό.

Ως δεύτερη γραμμή άμυνας και επίθεσης – μετά τα συντάγματα και τους νόμους και την έτσι κι αλλιώς ανύπαρκτη δικαιοσύνη τους – έχουν τα σώματα ανασφάλειας και αταξίας:

Ανασφάλειας, αφού οι ίδιοι αισθάνονται ανασφαλείς, εξαιτίας της απροκάλυπτα εχθρικής και επιθετικής εναντίον του λαού συμπεριφοράς τους.

Έτσι ώστε, όσο εχθρικότερα και ληστρικότερα απέναντι στο λαό πολιτεύονται, τόσο περισσότερους ασφαλίτες να χρειάζονται, για να τους περιφρουρούν…. Και αταξίας, επειδή κανένα καθεστώς καταπίεσης και αδικίας δεν μπορεί να σταθεί, χωρίς τη βία και τα όπλα.

Όσο όμως περισσότερο οι βολεμένοι ανοιχτομάτηδες – για να ξαναγυρίσουμε στο Βαρτίμαιο –  του φώναζαν να σιωπήσει, τόσο περισσότερο εκείνος φώναζε, μέχρι, που πέτυχε τη θεραπεία του. Κι έρχεται τώρα και φωνάζει και σε μας. Και μας λέει:

Πώς μπορείτε να ζείτε μέσα στο σκοτάδι της αδικίας! Τόσο πολύ σας έχουν αδρανοποιήσει οι αεροψεκασμοί της Νέας Τάξης καθαρμάτων. Και οι τηλε-ψεκασμοί κάποιων εξωνημένων δημοσιογράφων!

Φωνάξτε, για τους εαυτούς σας και τους άλλους! Για όλους όσοι ζουν στη θανατηφόρα Βαστίλη και το κρεματόριο του ντόπιου και διεθνούς κανιβαλισμού.
Φωνάξτε! Γιατί, αν δεν φωνάξετε εσείς, θα φωνάξουν οι πέτρες. Κι όχι μόνο θα φωνάξουν, αλλά και θα σηκωθούν απ’ τη γη και θα σας βαρέσουν στο κεφάλι…

 

παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com

 

Υ. Γ. Αγαπητοί συνάδελφοι

Δε νομίζετε ότι κάποτε θα πρέπει ν’ αφήσουμε ο καθένας τον πύργο του. Με τις δονκιχωτικές του επάλξεις και την ατελέσφορη ομφαλοσκόπηση. Και να συνασπισθούμε σε έναν κοινό αγώνα:

Με τη «Σπίθα» του Θεοδωράκη, τη «Σεισάχθεια», τη «Χριστιανική», το «Ρεσάλτο», την «Κοινωνία». Και όποιους άλλους ο καθένας μας γνωρίζει…
Χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς «ναι μεν, αλλά», χωρίς «το εμόν και το σον, το ψυχρόν τούτο ρήμα», όπως θα έλεγε και ο Χρυσόστομος.

Με κοινό παρονομαστή και όραμα τον Ήλιο της Δικαιοσύνης! Ως πότε οι «γιοί του σκότους» θα είναι σοφότεροι απ’ τους «γιούς του φωτός»!
Ως πότε, ενώ αυτοί “τα βρίσκουν” μεταξύ τους, εμάς διαιρεμένους θα μας σύρουν, ως αιχμάλωτους και δούλους δορυάλωτους, πίσω απ’ το θριαμβευτικό άρμα των εφιαλτών του ντόπιου δικομματισμού και των κανιβάλων της διεθνούς τοκογλυφίας!…
Δεν νομίζετε πως ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε; Ο τυφλός της Ιεριχώς σαλπίζει εκκωφαντικά εγερτήριο! Δεν ξεχωρίζουμε το σκοτάδι από το φως; Ή έχουμε σφαλιστά τα μάτια μας!

 

Με αγάπη και τιμή

παπα-Ηλίας, 21-1-2010

Θρησκευτικά ανοικτών οριζόντων

Θρησκευτικά ανοικτών οριζόντων

 

Tην πρόταση για τον χαρακτήρα του μαθήματος παρουσίασε στην Λάρισα

ο Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Δρ. Στ. Γιαγκάζογλου


 

–         Προτείνεται να παραμείνει υποχρεωτικό το μάθημα στο νέο Λύκειο

– «Δεν νοείται εγκύκλια παιδεία χωρίς Θρησκευτικά και Ιστορία»

 

«Χρειαζόμαστε μία θρησκευτική αγωγή με ανοικτούς ορίζοντες, ώστε να διαλέγεται με ζητήματα και προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός», τόνισε ο Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, δρ. Θεολογίας, Σταύρος Γιαγκάζογλου μιλώντας χθές βράδυ σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το 14ο Γυμνάσιο της πόλης μας και το Βιβλιοπωλείο «Παιδεία», στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Βραδιές Θεολογίας».

Μιλώντας ο κ. Γιαγκάζογλου ενώπιον του πυκνού ακροατηρίου εκπαιδευτικών στο πατάρι του βιβλιοπωλείου και εξειδικεύοντας στο θέμα της συγκρότησης μιας νέας συνθετικής πρότασης για τη φυσιογνωμία του θρησκευτικού μαθήματος στο ελληνικό σχολείο υπογράμμισε ότι ο θεολογικός και παιδαγωγικός χαρακτήρας του μαθήματος θα πρέπει να αναπλαισιωθεί σε νέες διευρυμένες βάσεις και αρχές με βάση και αφετηρία την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση.

 

Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΑ

 

Το θρησκευτικό μάθημα στη διδακτική πράξη, τόνισε, οφείλει να συνδέεται σταθερά με το χαρακτήρα της παιδείας και του πολιτισμού, αναδεικνύοντας την καθολική παιδευτική του αξία και προσέθεσε : «Επιβάλλεται το θρησκευτικό μάθημα  να συνδέεται με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας, να συναντά με σεβασμό και κατανόηση τον άλλο στο πρόσωπο του ετερόδοξου, του ετερόθρησκου, του αδιάφορου. Ούτως ή άλλως, το θρησκευτικό μάθημα αφορά μια νεωτερική φάση του θεολογικού λόγου ή της εκκλησιαστικής διδαχής και δεν συνιστά κατήχηση με την αυστηρά εκκλησιολογική και θεολογική σημασία. Συνάμα, χρειάζεται να συνδέεται κατάλληλα με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, να είναι κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας».

 

ΒΑΣΗ ΚΑΙ ΑΦΕΤΗΡΙΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

 

Ο ομιλητής αναφερόμενος στο χαρακτήρα που θα πρέπει να έχουν τα Θρησκευτικά  τάχθηκε υπέρ ενός μαθήματος το οποίο δεν πρέπει να στενεύει μονόπλευρα τον ορίζοντά του σε μια εθνοκεντρική ορθοδοξία, αλλά να αποτελεί γνώση της ελληνορθόδοξης πολιτιστικής παράδοσης και κληρονομιάς.

Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη, επεσήμανε, να μην έχει απλώς θρησκειολογικό ή πληροφοριακό και ενημερωτικό χαρακτήρα, αλλά να συζητά διαλεκτικά τα καίρια προβλήματα του κόσμου, του ανθρώπου και της κοινωνίας του στα όρια της ελευθερίας και του αλληλοσεβασμού. Τούτο, υποστήριξε ο κ. Γιαγκάζογλου, επιτυγχάνεται, έχοντας ως αφετηρία και βάση την ορθόδοξη παράδοση της Εκκλησίας και την δυναμική ερμηνεία του θεολογικού της λόγου στις σύγχρονες πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες, δίχως χειραγωγικό χαρακτήρα, αλλά σεβόμενο κάθε θρησκευτική και πολιτισμική πολυφωνία και ετερότητα». Τέλος, αναφορικά με το θέμα του θρησκευτικού μαθήματος στο νέο Λύκειο και το εάν θα είναι υποχρεωτικό ή επιλεγόμενο, ο κ. Γιαγκάζογλου ανάφερε ότι η πρόταση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου είναι να παραμείνουν τα Θρησκευτικά – όπως και η Ιστορία –  στο βασικό κορμό των υποχρεωτικών μαθημάτων γενικής παιδείας, τονίζοντας ότι «δεν μπορεί να νοηθεί εγκύκλια παιδεία χωρίς Θρησκευτικά και Ιστορία».

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑ: «ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ»

 

Στη εκδήλωση παραβρέθηκε εκπροσωπών την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου και ο πρεσβύτερος – θεολόγος π. Βασίλειος Τάσιος, ο οποίος μετέφερε τον χαιρετισμό του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ.κ. Ιγνατίου και τη θέση της Εκκλησίας να παραμείνει οπωσδήποτε στα υποχρεωτικά μαθήματα του νέου Λυκείου  το μάθημα των Θρησκευτικών διατηρώντας, παράλληλα, τον ομολογιακό – κατηχητικό χαρακτήρα του, διδάσκοντας Χριστό και Ελλάδα, όπως υπογράμμισε εμφαντικά ο εκπρόσωπος της Ιεράς Μητρόπολης π. Βασίλειος, δίνοντας την αφορμή για ένα δημιουργικό διάλογο γύρω από το θέμα του χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος στην εκπαίδευση.

 

ΑΛΛΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΑΛΛΟ ΚΑΤΗΧΗΣΗ

 

Σχολιάζοντας την θέση αυτή της διοικούσας Εκκλησίας που θέλει το μάθημα ομολογιακό – κατηχητικό, ο κ. Γιαγκάζογλου υποστήριξε πως «άλλο είναι το έργο μας, ως θεολόγων, στους κόλπους της Εκκλησίας και άλλο το έργο της Θεολογίας στο πανεπιστήμιο και, εν γένει, στο χώρο του σχολείου. Δεν πρέπει να κάνουμε κατήχηση μέσα στο σχολείο, η κατήχηση είναι έργο της Εκκλησίας, έχει δε από εκκλησιολογικής απόψεως όρους και προϋποθέσεις, όπως είναι η ενορία, η θεία ευχαριστία, οι ποιμένες, ο επίσκοπος.  Η κατήχηση, τόνισε ο Σύμβουλος του Π.Ι.,  είναι πολύ σπουδαία υπόθεση και είναι καθαρά έργο της Εκκλησίας. Άλλο, λοιπόν, το ένα (κατήχηση: έργο της Εκκλησίας, που απευθύνεται μόνο στους Ορθοδόξους) και άλλο, το άλλο (εκπαίδευση: έργο της πολιτείας / κράτους που απευθύνεται προς όλους, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκείας)…». Επισημαίνοντας, πάντως, ο κ. Γιαγκάζογλου το πλαίσιο της καλής συνεργασίας  που υπάρχει ανάμεσα στη υπουργό Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου και τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, εκτίμησε ότι και στο θέμα αυτό η πολιτική ηγεσία του υπουργείου θα συζητήσει διεξοδικά με την διοίκηση της Εκκλησίας και τις θεσμικούς φορείς του θεολογικού κόσμου (θεολογικές Σχολές, φορείς θεολόγων, κλπ.)  έτσι ώστε μέσα από ένα δημιουργικό διάλογο  να προκύψει η βέλτιστη – εξ επόψεως εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής – πρόταση για το μάθημα των Θρησκευτικών στο «νέο Λύκειο». 

Τον κ. Γιαγκάζογλου παρουσίασε ο διευθυντής του 14ου Γυμνασίου, θεολόγος – ιστορικός Νίκος Παύλου, ενώ τις εργασίες της εσπερίδας και τον διάλογο που ακολούθησε συντόνισε ο δημοσιογράφος και θεολόγος καθηγητής, Χάρης Ανδρεόπουλος.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκε η Περιφερειακή Διευθύντρια Εκπαίδευσης Θεσσαλίας κ. Κωνσταντία Πράντζου – Κανιούρα, η οποία εξέφρασε την ικανοποίησή της για την διενέργεια παρόμοιων επιστημονικών εκδηλώσεων που προάγουν, όπως επεσήμανε, τον ουσιαστικό διάλογο, τον οποίο έχει ανάγκη η εκπαίδευση, ενώ χαιρετισμό έστειλε και ο διευθυντής Β/θμιας εκπαίδευσης ν. Λάρισας Αθαν. Μαργαριτόπουλος, ο οποίος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί εξ αιτίας υπηρεσιακών του υποχρεώσεων.  Παραβρέθηκαν επίσης Σχολικοί Σύμβουλοι της Β/θμιας και Α/θμιας Εκπαίδευσης, διευθυντές Γυμνασίων και Λυκείων, δεκάδες θεολόγοι καθηγητές καθώς και δάσκαλοι,  οι οποίοι με τη παρουσία τους φανέρωσαν τη μεγάλη αγάπη τους για το μάθημα και τη διάθεσή τους για αγώνες – με επιχειρήματα και πειθώ –  που θα κατατείνουν στην αναβάθμισή του. 

 

ΠΗΓΗ: Ημ. Δημοσίευσης: Jan 20, 2011, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4625

Το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

 

Του Γιώργου Κοντογιώργη*


 

1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα[1], στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης.

Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.

Όντως, στις άλλες χώρες το πολιτικό σύστημα ενέχεται για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και αγοράς, με την ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους στο διατακτικό της τελευταίας. Το κράτος όμως θα εξακολουθήσει να παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, καθώς η κοινωνία παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον σκοπό της πολιτικής. Εξού και, στις άλλες χώρες, το κράτος είχε τη δυνατότητα και τη βούληση να αναλάβει τον ρόλο του διασώστη του οικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, η άρση των αιτίων της κρίσης ανεδείχθη σε διακύβευμα που συνέχεται ευθέως με τον χαρακτήρα του κράτους. Όντως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την εξυπαρχής ανασυγκρότηση του κράτους και τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής, ώστε να αναφέρεται στοιχειωδώς στο κοινό συμφέρον.

Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα» πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Έχω αναλύσει αλλού την αιτιολογία της δυσπλασίας αυτής του νεοελληνικού κράτους και των στρεβλώσεων που συνεπάγονται στη λειτουργία του [2]. Περιορίζομαι να υπογραμμίσω απλώς ότι η παθογένεια αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Συνθέτει τη σταθερά του από τη δεκαετία του 1830. Η μεταπολίτευση, μπορεί να ορισθεί απλώς ως η ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας /κομματοκρατίας του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα. Το κράτος αυτό είναι ευθέως υπόλογο για την αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού και την παραρτηματική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στο ηγεμονικό σύμπλεγμα της Εσπερίας.

Η εγγενής αυτή παθογένεια του ελληνικού κράτους αποδίδεται, από την κρατική διανόηση, στην κοινωνία και στις κληρονομίες της. Η ελληνική κοινωνία, θα ισχυρισθεί, προσομοιάζει σε μια λατινοαμερικανικού τύπου περιφερειακή κοινωνία, που παρασύρει το κράτος σε μη «ευρωπαϊκές» συμπεριφορές. Περιττεύει να πω ότι η διάγνωση αυτή είναι στοχευμένη ιδεολογικά και, σε κάθε περίπτωση, ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Το ελληνικό πρόβλημα είναι υπόλογο της αναντιστοιχίας του νεοτερικού κράτους προς το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος αυτό ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, περιάγοντας την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Κατά τούτο, προσιδιάζει σε προ-πολιτικές κοινωνίες, όπως οι δυτικοευρωπαϊκές που μόλις εξέρχονταν από τη δεσποτική φεουδαρχία, όχι όμως στην ελληνική, που στη μικρή κλίμακα των κοινών συγκροτούσε ως επί το πλείστον δήμο [3].

Θεμελιώδες γνώρισμα του νεοελληνικού κράτους, είναι ότι έχει αγκιστρωθεί επί της ελληνικής κοινωνίας ενείδει παρασίτου που κατέχει και απομυζά το παραγωγικό, πολιτισμικό και ιστορικό της υπόβαθρο. Συμβαίνει, μάλιστα, να χρεώνει την ιδιότητα αυτή στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, προκειμένου να την αποσείσει. Η παρασιτική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού από το κράτος εξηγεί τη χαοτική απόσταση που υπάρχει μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης, το γεγονός ότι ο δημόσιος ρόλος του κράτους σταματάει εκεί που έπρεπε να αρχίζει, ότι απουσιάζει από αυτό η έννοια της "δημόσιας" αποτελεσματικότητας, του ελέγχου και της κύρωσης του προσωπικού του, καθώς και της εφαρμογής της νομιμότητας. Έτσι, για παράδειγμα, από τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος για την οδική κυκλοφορία, το κράτος εγκαταλείπει την εφαρμογή του στην "καλή θέληση" των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει ανεξαιρέτως σε όλους τους τομείς. Συγχρόνως, ο πολίτης για να απολαύσει τις υπηρεσίες που δικαιούται, όπως σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία, πρέπει να έχει "μέσον". Σε γενικές γραμμές, το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και διαχειριστής του κράτους, λειτουργεί ως επικαρπωτής του. Η κομμματοκρατία, ως πολιτικό σύστημα, αποδίδει τη σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και ορίζει το σκοπό των πολιτικών του κράτους [4].

Η κοινωνία, στην κομματοκρατία, δεν αντιμετωπίζεται ως η αιτία της ύπαρξης του κράτους, αλλά ως ο μείζων εχθρός που απειλεί το κεκτημένο της πολιτικής τάξης. Η κομματική αντιπαλότητα αποτελεί επιμέρους ζήτημα, που αφορά στη νομή του κράτους. Κατά τούτο, η έννοια του πολιτικού κόστους περιλαμβάνει αποκλειστικά την αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που έχουν διαπλακεί με την πολιτική τάξη στη διαχείριση της εξουσίας και έχουν συνάψει ειδικά προνόμια μαζί της, με λάφυρο τη (δημόσια) περιουσία της κοινωνίας. Όταν αντιθέτως εγείρεται θέμα συμμόρφωσης της πολιτικής τάξης με την βούληση της κοινωνίας, οι φορείς της δηλώνουν με έπαρση, ότι δεν παρασύρονται από την δημοσκοπούμενη «κοινή γνώμη». Και αυτό είναι αληθές.

2. Στο πλαίσιο αυτό, σπεύδω να επισημάνω ότι η βαρύτητα της ελληνικής κρίσης και το κλίμα του αδιεξόδου που πλανάται πάνω από τη χώρα, συνέχεται με το γεγονός ότι από πουθενά δεν προκύπτει η πρόθεση της πολιτικής τάξης να την απαλλάξει από το καθεστώς της. Ο χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, ο υπαίτιος της κρίσης, καλείται να βγάλει την χώρα από αυτήν, στοιχειοθετεί το αδιέξοδο της. Διότι η πολιτική τάξη ούτε νομιμοποιείται γι’αυτό ούτε έχει συμφέρον ούτε και τη σχετική πρόθεση, αφού θα σηματοδοτήσει το τέλος του ιστορικού καθεστώτος πάνω στο οποίο θεμελίωσε την ηγεμονία της επί της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και δεν επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια έναντι της κοινωνίας.

Αξίζει να προσεχθεί ότι η διαπίστωση της κρίσης δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του πολιτικού συστήματος για τη διάσωση της χώρας. Όλες οι δράσεις του πολιτικού προσωπικού προετοίμασαν το έδαφος για την υπαγωγή της σε διεθνή επιτροπεία. Με αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την χώρα να γίνουν πολλαπλασίως επαχθέστερες. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: ταξινομούνται στους υπέρ ή κατά του μνημονίου, ενώ διέρχονται εν σιωπή το ζήτημα της άρσης των αιτίων που οδήγησαν σ΄αυτό. Η κατάρρευση του κράτους επιχειρείται να εμφανισθεί ως υπόθεση ολίγων μηνών πριν ή μετά τις εκλογές, δηλαδή ως ευθύνη του ενός ή του άλλου κομματικού μονομάχου. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ευθύνες του τέλους, είναι δεδομένο ότι τα θεμέλια της τωρινής κρίσης ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με ξεχωριστή την εμπλοκή των Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή. Και οπωσδήποτε, ενέχεται σ'αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.

3. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έξοδος από την κρίση έχει μεταβληθεί σε διακύβευμα εναλλαγής στην εξουσία και όχι σε πρόταγμα για τη σωτηρία της χώρας. Ο πολιτικός διάλογος οριοθετεί, όπως είδαμε, τους υπέρ ή τους κατά του μνημονίου και όχι την άρση των αιτίων του. Αν επιχειρήσουμε μια αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν μετά το μνημόνιο – ή που προτάθηκαν από την αντιπολίτευση -, διαπιστώνουμε ότι έχουν όλα είτε μονοσήμαντο εισπρακτικό περιεχόμενο, με αποδέκτες τα συνήθη υποζύγια – τους εμφανείς φορολογούμενους – είτε ως μέτρο τη μετάλλαξη της εργασίας των πολιτών σε εμπόρευμα. Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δεν εμπεριέχονται στις προγραμματικές πολιτικές των κομμάτων.

Η επίκληση ορισμένων όλως ενδεικτικών παραδειγμάτων διευκρινίζουν νομίζω επαρκώς το κλίμα αυτό. Παρατηρούμε ότι ο περιορισμός των δαπανών δεν περιλαμβάνει τους τομείς που θα έθιγαν το πολιτικό σύστημα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματική, να εναρμονισθεί με το δημόσιο σκοπό της, να γίνει φιλική προς το πολίτη ή να συνδράμει την παραγωγική ανάταξη της χώρας, παρόλα όσο λέγονται, δεν περιλαμβάνεται στο πολιτικό πρόγραμμα της κομματοκρατίας.

Θα ανέμενε κανείς, ο περιορισμός των ελλειμμάτων να συνοδεύεται από μέτρα ανασύνταξης του θεσμού στον οποίο αναφέρονται, ώστε το όφελος που θα προκύψει από τον περιορισμό της σπατάλης και την πάταξη της διαφθοράς να αντισταθμίσει τις απώλειες, με την ποιοτική αναβάθμιση και την αποτελεσματικότητα του προσφερομένου έργου. Αυτό δεν συνέβη πουθενά. Ούτε στο στενό ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα . Και μάλιστα, παρά την ισχυρή πίεση της τρόικας, η οποία διαβλέπει στην εμμονή της πολιτικής τάξης να διατηρήσει ακέραιο το κεκτημένο της έναν μείζονα κίνδυνο για τα ζωτικά της συμφέροντα.

Παραμένει σημειολογικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό δεν συναίνεσε, ούτε προσχηματικά, στη μείωση των απολαβών του, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων των κομμάτων είναι πανομοιότυπος. Συμπεριφέρονται δηλαδή ως εάν η χώρα δεν βιώνει τη χειρότερη δοκιμασία από το 1922. Διαγκωνίζονται για την ενοχή των αντιπάλων, επιρρίπτοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον. Η συμφωνία όλων των κομμάτων στη διαφύλαξη, εν σιωπή, της ακεραιότητας του πολιτικού συστήματος, που συντηρεί την απόκοσμη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που σκεπάζει τη χώρα, είναι εντυπωσιακή.

Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και, συγκεκριμένα, της σύνδεσής της με τη δικαιοσύνη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο διότι η εμμονή στην ολοκληρωτική ασυλία του πολιτικού προσωπικού υποδεικνύει τον αντίπαλο. Έναντι τίνος επιδιώκει να προστατευθεί η πολιτική τάξη; Προφανώς, έναντι της κοινωνίας. Η αλληλουχία αναχωμάτων προστασίας που έχουν υφανθεί με το Σύνταγμα, τους νόμους και την «πολιτεία» της Βουλής, ώστε να αποτραπεί ένας πιθανός έλεγχος της έκνομης συμπεριφοράς των μελών της, δεν έχει προηγούμενο στον σύγχρονο κόσμο. Ο πιο ευφάνταστος κακοποιός δεν θα είχε εφεύρει τόσους και τόσο περίτεχνους τρόπους προστασίας του. Προκαλεί ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ο τρόπος που η πολιτική τάξη διαχειρίζεται την εκτροπή από τη δημόσια λειτουργία της στο μέσον της κρίσης και της δημόσιας κατακραυγής που τη στοχοποιεί συλλήβδην ως λεηλατική και καταστροφέα της χώρας, δεν άλλαξε στο παραμικρό. Εν είδει παραδείγματος, αναφέρω ότι όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε κανείς για την καταστροφή της χώρας, αλλά και οι ομολογημένες υποθέσεις σκανδάλων λαμβάνεται μέριμνα να κλείσουν με εύσχημο τρόπο και ανωδύνως. Ούτε λόγος να γίνεται για τον εγκλεισμό έστω και ενός πολιτικού προσώπου στη φυλακή, παρά την πίεση που ασκείται στο σύστημα από την κοινωνία και την τρόικα. Αν όλα τα δεινά που συσσώρευσε η πολιτική τάξη στην ελληνική κοινωνία, είχαν συμβεί στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τουλάχιστον ο ηγετικός πυρήνας του κομματικού κατεστημένου, θα είχε αυτοκτονήσει από εντροπή ή έστω για να αποφύγει την ταπείνωση της φυλακής. Αντί άλλης αντίδρασης προσθέτω απλώς ότι τα κόμματα εισέπραξαν προκαταβολικά, στο μέσον της κρίσης, ατόφιες τις αποφασισθείσες από αυτά επιχορηγήσεις του κράτους, οι οποίες εκτιμάται ότι υπερβαίνουν, αναλογικά, κατά πολύ εκείνες των γαλλικών κομμάτων.

Στο γεγονός αυτό, πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ότι η ασυλία αφορά μόνο στις αδικοπραγίες του ιδιωτικού βίου και στην κατάχρηση ιδίως δημοσίου χρήματος. Δεν καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τις πολιτικές τους, οι οποίες τίθενται στο απυρόβλητο, υπεράνω του νόμου [5]. Ο πολιτικός δύναται να καταστρέψει τη χώρα και να το ομολογήσει, «αναλαμβάνοντας» την πολιτική ευθύνη. Δεν υπόκειται όμως στην δικαιοσύνη, ούτε αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για τη βλάβη που υπέστη. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ορίζεται ως αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό [6].

Ενώ όμως ο πολιτικός αυτο-τοποθετείται ολοκληρωτικά στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης και, κατ'επέκταση, της κοινωνίας, στη συνέχεια την εγκαλεί ως διεπομένη από την «ψυχολογία του όχλου και της μάζας» και ως απειλή για τη "δημοκρατία ", όταν στην απελπισία της επικαλεσθεί το μόνο όπλο που της απομένει, την αυτοδικία. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, παραμένει αναπάντητο: πώς δικαιολογείται, ο υπαίτιος της κρίσης να επιμένει ότι είναι ο μόνος αρμόδιος να θεραπεύσει το πρόβλημα, όταν μάλιστα δεν επιδεικνύει την παραμικρή μεταμέλεια, εξακολουθεί να διαφεύγει τον έλεγχο και, μάλιστα, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που οδήγησε στην κρίση;

4. Η θεσμική αυτή θωράκιση της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνίας, συμβαδίζει με ανάλογες πολιτικές που δείχνουν ότι εννοεί να πορεύεται ως εάν δεν αποτελεί η ίδια το πρόβλημα ή με μοναδικό στόχο τη διατήρηση των προνομιών της. Έτσι, για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Βουλής καλεί τους Έλληνες να εισφέρουν τον οβολό τους για την σωτηρία της χώρας, ενώ ο ίδιος συνεχίζει την φαύλη πολιτεία των προκατόχων του, αυξάνοντας αντί να μειώσει τον προϋπολογισμό της. Η υπουργός Παιδείας υπόσχεται μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ σε επίπεδο «κορυφής», ομολογώντας ότι δεν προτίθεται να αγγίξει τον πυλώνα της κομματικής ιδιοποίησης των πανεπιστημίων, τις παρατάξεις, ενώ δεν κρύβει τη βαθιά δυσπιστία που τρέφει προς τις ανεξάρτητες εκείνες ακαδημαϊκές προσωπικότητες που ομολογουμένως θα τα οδηγούσαν στην έξοδο από την απαξία. Ο αρμόδιος υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει με «καμάρι» ότι δεν θα παίξει το ρόλο του «σερίφη», εννοώντας προφανώς, ότι θα επαναφέρει την αστυνομία στο καθεστώς του ιδιότυπου «παρατηρητή» της δράσης των ιδεολόγων της καταστροφής και των παρασιτικών στοιχείων που ιδιοποιούνται τους δημόσιους χώρους, μεταβάλλοντας έτσι την πρωτεύουσα σε τριτοκοσμική πόλη. Ούτε το διάλειμμα «Χρυσοχοϊδη» φαίνεται ότι εμπνέει.

5. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πολιτικές της κομματοκρατίας, οι οποίες όλες κατατείνουν στο να εγκιβωτίσουν την κοινωνία σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και στη διέλευση του (οικονομικού κλπ) βίου της από τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επειδή βιώνουμε την οικονομική κρίση, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αγωνία της πολιτικής τάξης να αποκλείσει κάθε προοπτική απελευθέρωσης της κοινωνίας και, ιδίως να διατηρήσει τους μηχανισμούς της ιδιοποίησης ως σημαίνον γνώρισμα της σχέσης του πολίτη με το κράτος:

(α) το επιχειρηματικό κλίμα. Είναι πασιφανές ότι οι δουλείες στις οποίες υποβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα οφείλονται εξ ολοκλήρου στη διάθεση των νομέων του κράτους να ελεγχθεί με όρους ιδιοποίησης ο τομέας αυτός της οικονομίας. Να "μοιρασθεί" δηλαδή μαζί του το "επιχειρείν". Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, το ζήτημα θα είχε «αυθωρί» επιλυθεί. Όπως έχει επιλυθεί στις χώρες όπου το κράτος διατηρεί ακόμη μια ελάχιστη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος.

Η άρνηση της πολιτικής τάξης να άρει το καθεστώς της κομματοκρατίας, που μεταβάλλει το κράτος σε δυνάστη της κοινωνίας, υποστηρίζεται ιδεολογικά με διατυπώσεις ενοχοποίησης της κοινωνίας («όλοι μαζί τα φάγαμε») ή με το επιχείρημα ότι η κοινωνία ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της χώρας κ.α. Εντούτοις, μελέτες που εκπονήθηκαν σε ανύποπτη στιγμή, δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ζούσαμε υπεράνω των δυνατοτήτων μας, αλλ’ότι, εάν το κράτος επιδείκνυε στοιχειώδη προσήλωση στη δημόσια αποτελεσματικότητα και επολιτεύετο με πρόσημο το κοινό συμφέρον, το κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν ανάλογο εκείνου των Σκανδιναβών.

(β) Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα, αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, άλλα της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός ΠΕκΚΑ, για την οποία η κοινωνία αποτελεί την μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.

Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεθέν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.

Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κλπ) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.

Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τωρινή υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το "λαδόσημο" στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό, η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξεπόψεως υποδομών, στο καθεστώς του ΄23, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει και η πολεοδομία στο παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές.

Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίζεται ότι σε απόσταση τελικά 350μ από τις ακτές – φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών – η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία.

Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση της ανάπτυξης. Από τους "ταλιμπανιστές" του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ'αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας.

(γ) Σταθερή επωδός που δικαιολογεί τη μονοσήμαντα αντικοινωνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το κράτος είναι διεφθαρμένο και, οπωσδήποτε, δεν προσφέρεται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αυτή καθεαυτή η επισήμανση ότι το ελληνικό κράτος είναι «μοναδικό σε δυσλειτουργικότητα» και το «πλέον σπάταλο και διεφθαρμένο δυτικό κράτος» συνέχεται με την «πολιτεία» της πολιτικής τάξης. Η εμμονή στη διατήρησή του όμως, σοβούσης της κρίσης, επιβεβαιώνει επίσης ότι η αιτία του κράτους αυτού δεν εξέλειπε. Διότι, όχι μόνο δεν ελήφθη ουσιαστικά κανένα μέτρο για την εξυγίανσή του, αλλά και μας διαβεβαιώνουν, με ποικίλους όσους τρόπους, ότι δεν προτίθενται να λάβουν. Όντως, η μόνιμη επωδός της πολιτικής τάξης εστιάζεται στην επισήμανση του προβλήματος, στην "απειλή" ότι θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι έναντι της τρόικας ή της υπηκόου κοινωνίας. Κορυφαίος υπουργός διετείνετο πρόσφατα ότι για τα κακώς κείμενα του κράτους φταίει ο μεγάλος αριθμός των βουλευτών και ο εκλογικός νόμος!!!.. Τίποτε άλλο…

(δ) Η απουσία κάθε πολιτικής βούλησης για την ανάταξη του κράτους και τη διάσωση της κοινωνίας, διαπιστώνεται με κάθε σαφήνεια στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Αρκεί, νομίζω, ένα μόνο αλλά κραυγαλέο παράδειγμα, από τα πολλά που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του ΦΜΑΠ αυτοί που υπέβαλαν δήλωση ήσαν ελάχιστοι σε σχέση με τους υπόχρεους. Η καθόλα ψευδής επίσημη εκδοχή ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθούν. Έδωσαν, ωστόσο, εξαρχής στους φοροφυγάδες τη δυνατότητα να διαφύγουν τη δήλωση με την επίκληση της "υπεύθυνης δήλωσής" τους ότι το μέγεθος της περιουσίας που κατείχαν δεν υπερέβαινε το αφορολόγητο μέτρο. Σήμερα, εντούτοις, το πρόσχημα της αδυναμίας εξέλειπε αφού έχει διαμορφωθεί με το Ε9 περιουσιολόγιο και ανά πάσα στιγμή (δηλαδή αυτόματα, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα) μπορούν να ελεγχθούν όσοι είχαν υποχρέωση από το 1997 να υποβάλουν δήλωση ΦΜΑΠ και δεν το έπραξαν. Γιατί δεν το πράττουν; Η λύση είναι απλή: όσοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις του ΦΜΑΠ σύμφωνα με το τωρινό Ε9 – με γνώμονα όμως τις πρόνοιες του τότε νόμου – να κληθούν να εξηγήσουν ποιά ήταν η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας τους, από το 1997 έως την μεταβολή του νόμου. Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη – η ισότητα που προβλέπει το Σύνταγμα – και στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει χρήμα πολύ, αφού αυτοί που διέφυγαν την καταβολή του φόρου, αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνων που υπέβαλαν δήλωση.

5. Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος; Πρέπει να διευκρινίσω ότι η λύση δεν θα προέλθει από μια επανάσταση της κοινωνίας. Η κοινωνία επέδειξε την απέχθειά της προς το σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το δρόμο της εξόδου από την κρίση με ποικίλους τρόπους: Με τη στοχοποίηση της κομματοκρατίας και της πολιτικής τάξης ως υπεύθυνων για την καταστροφή της. Με τη δήλωσή της σε ποσοστό 75% ότι θα εγκατέλειπε τη χώρα εάν είχε τη σχετική δυνατότητα. Με την αυξημένη εκλογική αποχή και τη διάθεση αυτοδικίας των πολιτών έναντι της πολιτικής τάξης.

Από την άλλη, είναι μάλλον «ουτοπικό» να αναμένει κανείς την υπέρβαση της δυναστικής κομματοκρατίας, με πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτικής τάξης. Απομένει, επομένως, είτε η απόφαση ενός ηγέτη να υπερβεί εαυτόν και να πολιτευθεί ως εάν δεν αποτελεί μέρος της είτε η ολοκληρωτική κατάρρευση των επιλογών της, οπότε από τα συντρίμμια της χώρας θα μπορούσε να αναδειχθεί η διάδοχη κατάσταση. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει μάλλον απίθανη αφού η πολιτική τάξη είναι δομικά ταυτισμένη με τη λογική της κομματοκρατίας, οι δε μηχανισμοί των διαπλεκομένων αναδεικνύουν πολιτικούς ηγέτες των οποίων το διαμέτρημα είναι απαγορευτικό για το εγχείρημα. Η δεύτερη λύση, πέραν του ότι δεν υποδεικνύει το αποτέλεσμα, εφόσον συνδυασθεί με ένα απονενοημένο διάβημα της κοινωνίας, ελέγχεται ως ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε βαθύτερο αδιέξοδο.

Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση ατόφιου του κρατούντος πολιτικού συστήματος, προμηνύεται αφενός τη διαιώνιση του καθεστώτος κατοχής, στο οποίο υπεβλήθη η ελληνική κοινωνία σχεδόν με τη μετάβασή της στο κράτος έθνος, και αφετέρου, μη αναστρέψιμες απώλειες για τη χώρα.

6. Η επισήμανση αυτή δηλώνει ότι αντί, επομένως να κρύβεται κανείς πίσω από το μνημόνιο (και, συγκεκριμένα, το καθεστώς επιτροπείας, στο οποίο παρεδόθη ως μη όφειλε η χώρα και, μάλιστα, χωρίς διαπραγμάτευση), καλείται να λάβει ακαριαία μέτρα ανατροπής του καθεστώτος εσωτερικής κατοχής, στο οποίο εμμένει η πολιτική τάξη, απελευθερώνοντας την κοινωνία από τα πολυσήμαντα δεσμά της.

Επείγει ως προς αυτό:

(α) να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, με γνώμονα την εγκαθίδρυση μιας θεσμικής ισορροπίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ισορροπία, η οποία δεν είναι προφανώς εφικτή στο πεδίο της πολιτικής δυναμικής, δηλαδή εξωθεσμικά, και, οπωσδήποτε, με πρόσημο την εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Οι παραδοσιακοί τρόποι πολιτικής δράσης (η απεργία, η διαδήλωση κλπ) έχουν από καιρό ξεπερασθεί μαζί με τις συνθήκες που τους εισήγαγαν. Δεν αρκεί επίσης η επίκληση της δεοντολογίας («ότι οφείλει η πολιτική να αντιπροσωπεύει την κοινωνία»), για να λειτουργήσει το κράτος εν αρμονία με το κοινό συμφέρον. Είναι αναγκαία, εφεξής, η θεσμική ενσωμάτωση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών και, σε κάθε περίπτωση, η συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης, στην πολιτική διαδικασία. Απαιτείται γι’αυτό να θεσμοθετηθούν πρακτικές συναγωγής της συλλογικής βούλησης και ανάρτησής της στο πολιτικό διάλογο, έτσι ώστε να αποτελέσει διακύβευμα των πολιτικών του κράτους.

Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με τη γενικότερη εξέλιξη του κόσμου, δεδομένου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους και αναπτύσσει το διακύβευμά της διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο κοσμοσύστημα, τόσο η κοινωνία θα επιδιώκει την εγκατάστασή της στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος για να αντισταθμίσει την αδυναμία της να επηρεάσει τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας επάγεται προφανώς την κατάργηση όλων των πυλώνων της κομματοκρατίας, την άμεση υπαγωγή της πολιτικής στη δικαιοσύνη, την απόρριψη του ιδιοτελούς προτάγματος της «διακυβέρνησης», που αναδεικνύει την κατ'εφημισμόν «κοινωνία πολιτών» [7], αντί του σώματος της κοινωνίας των πολιτών, σε μέτρο του σκοπού της πολιτικής.

(β) να αναπροσδιορισθεί ο σκοπός του κράτους. Το γενικό/δημόσιο συμφέρον να υποκατασταθεί από το κοινό συμφέρον. Η έννοια του κοινού συμφέροντος προϋποθέτει, εντούτοις, την ανοικοδόμηση του κοινωνικού ιστού, στη βάση μιας ισχυρής συνεκτικής αρχής (ή συλλογικής ταυτότητας) που θα κινητοποιεί τα δημιουργικά αντανακλαστικά της κοινωνίας και θα τα ανάγει σε συλλογική βούληση. Ο συνδυασμός της αντιπροσωπευτικής προσομοίωσης της πολιτείας με την ισχυρή ταυτοτική συλλογικότητα, θα δημιουργήσει μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα αποκλείει την πελατειακή εξατομίκευση της πολιτικής λειτουργίας. Η συνάντηση του σκοπού της πολιτικής με το βούληση/συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, προόρισται να μεταβάλει το κράτος, από δυνάστη της σύνολης κοινωνίας, σε αρωγό του πολίτη, σε εγγυητή της ζωής, της περιουσίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του.

(γ) η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας προϋποθέτει την εισαγωγή της αρχής του ελέγχειν του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας και την προσέγγιση της πολιτικής ευθύνης υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Συνεπάγεται περαιτέρω την αναγνώριση στα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δικαιώματος έννομου συμφέροντος, τόσο έναντι των φορέων του πολιτικού συστήματος όσο και των μελών της διοίκησης και της δικαιοσύνης.

Η καθιέρωση του δικαιώματος αυτού, συνάδει με την εισαγωγή της αρχής του «ελέγχειν» για το πολιτικό προσωπικό και τη διοίκηση, που θα ήταν αυτονόητη εάν το πολιτικό σύστημα προσομοίαζε στοιχειωδώς προς την αντιπροσώπευση. Αν μη τι άλλο, ο πολίτης δικαιούται να έχει λόγο στη διαχείριση της περιουσίας του, αυτής που εκχωρείται στο κράτος μέσω του δημοσιονομικού συστήματος. Δεν νοείται, επίσης, ο βλαπτόμενος από τις αρχές του κράτους πολίτης να μην δικαιούται να υποβάλει σε έλεγχο τον βλάπτοντα ή να αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο που χρηματοδοτεί ο ίδιος και όχι από τον υπαίτιο. Με απλούστερη διατύπωση, οφείλει να καταργηθεί κάθε νόμος – περί [μη] ευθύνης υπουργών – και να εφαρμοσθούν οι κοινές περί δικαίου διατάξεις που διέπουν όλους τους πολίτες. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας πληροφορούν ότι στην αντιπροσώπευση και στη δημοκρατία τα εγκλήματα των πολιτικών τιμωρούνται αυστηρότερα επειδή βλάπτουν τους πολλούς. Δεν εξισώνονται με εκείνα των κοινών ανθρώπων και προφανώς δεν τίθενται στο απυρόβλητο. Οπωσδήποτε, είναι επιεικώς απαράδεκτο, οι ρυθμίσεις για την "πολιτική ευθύνη" των πολιτικών, να αποφασίζονται από τους ιδίους σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η δε απόφαση για τη δίωξή τους και η εκδίκαση της υπόθεσης να ανήκει στους ίδιους.

(δ) Όπως είδαμε, το κράτος της κομματοκρατίας θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί όπου όφειλε να αρχίζει. Εξού και δεν θεωρεί ότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του η έννοια της αποτελεσματικότητας και ο έλεγχος των υπηρεσιών του, η κύρωση για την εφαρμογή της νομιμότητας και για την εναρμόνισή του με το κοινό συμφέρον. Η αναστροφή της λογικής αυτής, συνδυάζεται με το γεγονός ότι το κράτος στο σύνολό του είναι άκρως αποτελεσματικό στη διαχείριση του κομματικού συμφέροντος και για την ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Το κράτος αυτό πρέπει να εκλείψει ακαρεί. Να ανασυγκροτηθούν εκ βάθρων η διοίκηση, η δικαιοσύνη, οι δυνάμεις της τάξης κλπ, με γνώμονα την ανταποκρισιμότητά τους στις ανάγκες της κοινωνίας. Να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός επιχειρησιακή διάσταση, με μέτρο όχι ασφαλώς την "αγορά", αλλά τη δημόσια αποτελεσματικότητα και πρόσημο το κοινωνικό συμφέρον.

(ε) να καταργηθεί αμέσως το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ελευθερία της κοινωνίας και την μεταβάλει σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Να γίνει σαφές στην πολιτική τάξη (και στην απολογητική νεοτερική διανόηση) ότι η οικονομική πολιτική που προάγει την εξουθένωση, την ταπείνωση και την περιαγωγή της κοινωνίας στην εργασιακή, εισοδηματική και ιδιοκτησιακή εξαχρείωση, προσήκει στο καθεστώς της ανομίας και στις σχέσεις δύναμης, που σταδιοδρομούν στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται η εποχή μας, όχι στην φύση της σύνολης εξέλιξης. Με άλλα λόγια, μια οικονομική πολιτική με πρόσημο την πρόοδο συνάδει με την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανάδειξη της «πολιτικής αγοράς», δηλαδή της κοινωνικής βούλησης, σε ρυθμίζουσα παράμετρο, από την οποία αντλούν λόγο ύπαρξης το κράτος και, φυσικά, η «οικονομική αγορά». Μια υπεροχή που απαιτεί την άρση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών.

7. Οι ανωτέρω πολιτικές εισάγουν ως πρόκριμα ότι ο πολιτικός ηγέτης έχει επίγνωση του διακυβεύματος που εγείρεται ενώπιον του κόσμου στην εποχή μας και την βούληση να υπερβεί τη συγκυρία των συσχετισμών, αντί να παραμένει απλός διαχειριστής του κρατούντος συστήματος. Να γνωρίζει, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, ότι η έξοδος από την κρίση, χωρίς την ανήκεστη συντριβή της, απαιτεί την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του παρόντος κράτους, ως πολιτικού συστήματος και ως διοίκησης.

Είναι προφανές ότι η άρση της αιτίας της κρίσης και, εν προκειμένω, της κομματοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει από μια κυβέρνηση που θα αποτελείται από κομματικά ενεργούμενα και «φίλους» ή συνεργούς της καταστροφής, αλλά από μέλη της κοινωνίας που αναγνωρίζονται για τη βαθιά γνώση του διεθνούς διακυβεύματος και του ελληνικού προβλήματος και των οποίων η «πολιτεία» εγγυάται την προσήλωσή τους στο κοινό συμφέρον και στην ελευθερία της. Η ανατροπή της κομματοκρατίας απαιτεί την παράκαμψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, από την Αριστερά έως τη Δεξιά της πτέρυγα.

Η υπέρβαση αυτή, αφορά κατ’επέκταση και στο περιεχόμενο του προγραμματικού πολιτικού λόγου. Η επικέντρωση της συζήτησης στο δίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου υποδεικνύει το δρόμο που θα επιλεγεί για την τελειωτική καταστροφή. Το διακύβευμα της υπέρβασης ανάγεται στην αναίρεση του δυναστικού κράτους που συντηρεί η κομματοκρατία και, υπό το πρίσμα αυτό, στην επανεξέταση του συνόλου των πολιτικών του.

Ευλόγως, λοιπόν, επανέρχεται το ερώτημα. Ποιός άραγε ο ηγέτης που θα αναλάβει την απελευθέρωση της κοινωνίας ή μήπως η τελευταία θα υποχρεωθεί να αναζητήσει, υπό το βάρος της κατάρρευσης, τρόπους για τη διάσωσή της; Διαπιστώσαμε ήδη ότι ο ηγέτης που θα οδηγήσει στην υπέρβαση της κομματοκρατίας δεν μπορεί να προέλθει από την κρατούσα πολιτική τάξη και τους διαπλεκομένους συγκατανευσιφάγους που την περιβάλλουν. Πριν από χρόνια, διαβλέποντας το αναπόφευκτο της καταστροφής, διατύπωνα την άποψη ότι η υπέρβαση του φαυλοκρατικού καθεστώτος θα γινόταν μόνο μέσα από το αδιέξοδο μιας μείζονος κρίσης, στην οποία θα οδηγείτο τελικά η χώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας και των δυνάμεων της διαπλοκής που τη στηρίζουν, είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία δημιούργησε ένα επαρκώς ανθεκτικό μείγμα, αποτρεπτικό στην εκκόλαψη του νέου. Εξού και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι για τη χώρα οδυνηρές.

Η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι ότι είναι δυνατή η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού συστήματος και μέτρο τον εξαναγκασμό του από την τρόικα σε μεταρρυθμίσεις είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου εσφαλμένη. Διότι η έξοδος αυτή, πέραν του ότι μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην κοινωνία, θα διαιωνίσει το καθεστώς της κατοχής της και θα συνοδεύεται από το στίγμα της βέβαιης υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προοπτική αυτή είναι, από τη φύση της, επικίνδυνη, αφού υπονοεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας συνάδει με εκείνο των ξένων δυνάμεων και όχι με το εθνικό της κράτος.

8. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι διεθνής. Όμως, η Ελλάδα κάνει τη διαφορά. Η τωρινή κρίση προστίθεται στην αλυσίδα σειράς καταστροφών που επισώρευσε το νεοελληνικό κράτος επί της ελληνικής κοινωνίας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η κρίση αυτή προετοιμάσθηκε ιδεολογικά, τα τελευταία χρόνια, από την κρατική διανόηση, ενόσω η λεηλατική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού και η ομηρία της κοινωνίας, έπαιρναν εμφανείς διαστάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη βούληση και το συμφέρον της κοινωνίας εξομοιώθηκε με τον λαϊκισμό, η δε επίκληση της εθνικής συλλογικότητας ως αναχώματος στην καθυπόταξη του κράτους στις «νομοτέλειες» της ιδιωτικής οικονομίας, ενοχοποιήθηκε ως ταυτολογία του εθνικισμού. Τα «δικαιώματα» αποτέλεσαν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική επίθεση της κρατικής διανόησης εναντίον της ελευθερίας της κοινωνίας και, περαιτέρω, για την υποβάθμιση της εργασίας του πολίτη στην κατηγορία του εμπορεύματος. Μια ομοβροντία δημοσιευμάτων προέβαλαν, την περίοδο αυτή, τον κίνδυνο που στοιχειοθετούσε η «πλειοψηφία» για τα δικαιώματα. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η «πλειοψηφία», η οποία κινητοποιεί τα ολιγαρχικά αντανακλαστικά της κρατικής διανόησης, συνέχεται με την εγκιβωτισμένη στον ιδιωτικό χώρο κοινωνία και όχι, προφανώς, με μια πολιτειακά δομημένη (ως δήμος) κοινωνία των πολιτών, διαθέτουσα, ως εκ τούτου, ιδίαν θεσμική βούληση. Η προοπτική ακριβώς αυτή είναι που τρομάζει τις δυνάμεις της (πνευματικής και πολιτικής) ολιγαρχίας, δεδομένου ότι η πολιτειακή δόμηση της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως αναιρετική της διαπλοκής των ομάδων συμφερόντων με την πολιτική εξουσία και, προφανώς, του δυναστικού κράτους της κομματοκρατίας.

Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τον τρόπο προσέγγισης της κρίσης, επιβεβαιώνουν ότι η κατεστημένη άρχουσα τάξη δεν είναι προετοιμασμένη να επεξεργασθεί πολιτικές ολικής ανατροπής του φαυλοκρατικού καθεστώτος της κομματοκρατίας, εναρμονιζόμενη με την Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, κυρίως δε προς έναν κοινωνικό σκοπό της πολιτικής, που θα διαρρήγνυε τη σχέση της με εδραιωμένα συμφέροντα και πολιτικές νοοτροπίες δυναστικού τύπου.

Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να επιμένω ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα δεν διέρχεται από την εναλλαγή στην εξουσία, ουδέ καν από την παράκαμψη του πολιτικού προσωπικού που λειτουργεί την παρούσα κομματοκρατία. Διότι στη θέση της θα εγκατασταθεί μεσοπρόθεσμα, μόλις καταλαγιάσει η κρίση, μια άλλη, δυναστική πολιτική τάξη. Η λύση έγκειται στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η οποία θα διέλθει αποκλειστικά από την αναίρεση του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, το οποίο, όντας αναντίστοιχο με το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, οδηγεί στην κομματοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός αυτός του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορεί να επισυμβεί μόνο με τη θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών –ή, κατ’ελάχιστον, της κοινωνικής βούλησης- στην πολιτεία, δηλαδή με την αντιπροσωπευτική προσομοίωση του πολιτικού συστήματος.

Τα ανωτέρω, μας επαναφέρουν, επομένως, στην αρχική μας διαπίστωση ότι η αιτία της κρίσης προδικάζει και το αδιέξοδο της χώρας. Διότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας – και των δυνάμεων της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής που τη στηρίζουν – είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία ενίσχυσε την ανθεκτικότητα του μείγματος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκόλαψη του νέου. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, εκείνοι που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή να εμφανίζονται ως τιμητές και, μάλιστα, να επιμένουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι κατάλληλοι να την σώσουν. Δεν αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτό επιβαρύνουν περαιτέρω τη θέση τους καθώς ομολογούν ότι οδήγησαν τη χώρα στην κρίση εν επιγνώσει. Όλα δείχνουν ότι η παρούσα θέση της χώρας προσομοιάζει πλήρως με εκείνη του 1897 [8].

Σε κάθε περίπτωση, η διαιώνιση της αναντιστοιχίας αυτής μεταξύ του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί γιατί ο ελληνισμός δεν συνήλθε ακόμη από τις συνέπειες της ήττας που ολοκληρώθηκε με την είσοδό του στο κράτος έθνος. Το παρήγορο του πράγματος, έγκειται, ωστόσο, στο ότι η ίδια η νεοτερικότητα έχει αρχίσει, αμυδρά, να διακρίνει στην αναντιστοιχία αυτή, την αιτία του δικού της προβλήματος [9].

 

Αθήνα, 14.01.2011

 

Παραπομπές

 

[1] Για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, την οποία αναγγείλαμε με κείμενο μας το 2007, όπως και για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, βλέπε το βιβλίο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2009, σελ. 9-102, 193 επ..

[2]  Σε πλήθος έργων μου παλαιόθεν, όπως στα Histoire de la Grèce, Éditions Hatier, Παρίσι, 1992. "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας," στο Η Μελέτη, τ. Ε΄, Αθήνα, 2010, σελ. 545-565. "Το διακύβευμα της μικρασιατικής εκστρατείας και οι σταθερές του νεοελληνικού κράτους" κ.α.

[3]  Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2008.

[4]  Βλέπε σχετικά στο έργο μου, "Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα", στο Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 689 επ.

[5] Περισσότερα, στα κεφάλαια, "Δικαιοσύνη και πολιτικό σύστημα" και "Διαφθορά και πολιτικό σύστημα" του βιβλίου μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

[6] Όπως έχω καταδείξει στο ανωτέρω έργο μου, το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να είναι και τα δυο, αφού αυτά μεταξύ τους είναι ασύμβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συνυπάρξουν.

[7]  Δηλαδή τις συντεταγμένες ομάδες που διακινούν επιμέρους συμφέροντα, νέμονται το δημόσιο αγαθό και υπαγορεύουν το περιεχόμενο του πολιτικού κόστους. Για το μείζον αυτό ζήτημα, που σχεδιάσθηκε για να υπηρετήσει αυθεντικά την πολιτική κυριαρχία της αγοράς, βλέπε το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

[8] Αρκεί να αντιμεταθέσει κανείς το χρόνο και το περιεχόμενο της κρίσης για να πιστοποιήσει ότι πόσο η σημερινή πραγματικότητα δεν άλλαξε στο παραμικρό από εκείνη του 1897. Βλέπε σχετικά το έργο μου "Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας", όπ.παρ.

[9] Πολλά από τα παραπεμπόμενα κείμενα στο εδώ πόνημα, ο αναγνώστης μπορεί να τα αναζητήσει στην ιστοσελίδα του συγγραφέα. "http://contogeorgis.blogspot.com" ή απλώς "κοσμοσύστημα"

 

* Ο Γιώργης Κοντογιώργης είναι  Docteur d’État του Παν/μίου του Παρισιού ΙΙ, Υφηγητής της Νομικής Σχολής του Παν/μίου Θεσ/κης, … υhttp://www.blogger.com/profile/17457348961666636232

 

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011, http://contogeorgis.blogspot.com/2011/01/blog-post_20.html