Τα επτά βήματα της Αειφορίας
Του Χρύσανθου Λαζαρίδη*

Χρειάζεται αλλαγή συνολικού υποδείγματος – όχι, απλώς, να βάλουμε «λίγο παραπάνω περιβάλλον» στη ζωή μας.
Τα επτά βήματα της Αειφορίας
Του Χρύσανθου Λαζαρίδη*

Χρειάζεται αλλαγή συνολικού υποδείγματος – όχι, απλώς, να βάλουμε «λίγο παραπάνω περιβάλλον» στη ζωή μας.
Τι δε λέει ο κ. Μπαμπινιώτης
Του Στέλιου Μαρίνη*
Εννέα «κακά» της Παιδείας μας εντόπισε ο κ. Μπαμπινιώτης σε πρόσφατο άρθρο του στο ΒΗΜΑ (1). Περιληπτικά αυτά είναι η έλλειψη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος, η ανεπαρκής εκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η απαξιωμένη Τεχνική-Επαγγελματική εκπαίδευση, η απαξίωση του εκπαιδευτικού, η μετατροπή του Λυκείου σε κακό φροντιστήριο και η αναγόρευση των φροντιστηρίων σε θεσμό, το ξεπερασμένο και απωθητικό πρόσωπο του σχολείου, οι εκπαιδευτικές ανισότητες των σχολικών μονάδων, η διαχρονική υποτίμηση του ρόλου της παιδείας από μέρους της πολιτείας και η απουσία πολιτικής – κομματικής σύγκλισης στα ζητήματα της εκπαίδευση.
(1) ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (5/7/2009) (Σ. Σ. Στο τέλος του άρθρου του κ. Στ. Μαρίνη, παραθέτω ως admin όλη τη συνέντευξη στο ΒΗΜΑ του κ. Γ. Μπαμπινιώτη)
Σε γενικές γραμμές υπάρχει ευρύτερη συμφωνία στον ένα ή στον άλλο βαθμό με τις περισσότερες από τις επισημάνσεις του άρθρου, όμως, αφενός είναι ουσιαστικά ανώδυνες -και σ' αυτό συμβάλλει και το ύφος του άρθρου που αποφεύγει έντονες αιχμές – αφετέρου, χωρίς βαθύτερη ανάλυση των αιτίων τους, ανοίγουν ποικίλους ακόμη και αντίθετους μεταξύ τους δρόμους. Στο κείμενο που ακολουθεί προτείνονται πεδία συζήτησης που βρίσκονται έξω από τη φιλοσοφία του «διαλόγου» στο ΕΣΥΠ.
Πιο συγκεκριμένα: Ενώ δεν έχει υπάρξει η παραμικρή προετοιμασία για αξιολόγηση του συνολικού εκπαιδευτικού συστήματος, ήδη από την Υπουργία Αρσένη υπάρχει το θεσμικό υπόβαθρο για τη θεσμική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Στο ζήτημα της αξιολόγησης τα συλλογικά όργανα της εκπαιδευτικής κοινότητας αντιδρούν σθεναρά με επιχειρήματα που είναι παντελώς άγνωστα στην κοινή γνώμη, που πληροφορείται συνήθως μόνο με τίτλους. Πέρα απ' αυτό, ακόμη και εκείνοι που υποστηρίζουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αντιλαμβάνονται ότι πρέπει πρώτα να γίνει η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος συνολικά, να ακολουθήσουν οι αναγκαίες τομές και ύστερα να αποπειραθεί κάποιος την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.
Η απαξίωση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΤΕΕ) είναι γεγονός. Εκείνο όμως που συνήθως προσπερνιέται με συνοπτικές διαδικασίες είναι το κατά πόσο είναι σωστό αυτός ο διαχωρισμός των παιδιών σε εκείνους που θα προχωρήσουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και σε εκείνους που θα λάβουν τεχνική – επαγγελματική εκπαίδευση δεν πρέπει να είναι πρώιμος. Οι ραγδαίες εξελίξεις της τεχνολογίας απαιτούν εργαζόμενους που επειδή θα έχουν ευρύ φάσμα γενικών γνώσεων και στέρεα βάση στα μαθήματα γενικής παιδείας, θα μπορούν να αντεπεξέλθουν στα εκάστοτε νέα δεδομένα. Η ΟΛΜΕ έχει θέσει στόχο το ενιαίο Λύκειο και μετά απ' αυτό την παρακολούθηση σχολών ΤΕΕ. Κανείς διάλογος δεν έχει γίνει για τη θέση αυτή με την πολιτεία ή το ΕΣΥΠ.
Τέλος, αιτία της φροντιστηριοποίησης του Λυκείου και της ενδυνάμωσης των Φροντιστηρίων είναι ο εξεταστικοκεντρικός χαρακτήρας του σχολείου. Πώς αυτός θα υποχωρήσει με περισσότερες εξετάσεις σε όλες τις τάξεις του, όπως έχει δηλώσει ότι θα προτείνει ο κ. Μπαμπινιώτης;
Όμως, ο απωθητικός χαρακτήρα του σχολείου, αλλά και γενικότερα η αναποτελεσματικότητά του, καθώς και οι εκπαιδευτικές ανισότητες είναι δύο κρίσιμα σημεία στα οποία υστερούν δραματικά οι τοποθετήσεις του κ. καθηγητού και σ' αυτά θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας.
Προβλήματα έχουν όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα σε όλο τον κόσμο. Αναζητώντας στο Google σελίδες που να περιέχουν την ακριβή φράση: «problems of education system» βρίσκει κανείς 53 ιστοσελίδες από πάρα πολλές χώρες. Η ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας δυσχεραίνει αφάνταστα την παρακολούθησή της από τη θεσμική εκπαίδευση. Ο όγκος των πληροφοριών που λαμβάνουν οι μαθητές εκτός σχολείου είναι ασύλληπτα μεγαλύτερος από εκείνον των σχολικών μαθημάτων, πολύ ελκυστικότερος χάρη στην εικόνα που τις συνοδεύει, πολύ ευκολότερα αφομοιώσιμος, δεν απαιτεί προσπάθεια, είναι στα μάτια του παιδιού σημαντικότερος γιατί αποτελεί μέσο για την κοινωνική του ένταξη σε παρέες και σχέσεις, έχει άμεσο και όχι μελλοντικό αντίκρισμα. Επιπλέον, μικραίνει το διαθέσιμο «χώρο» για γνώσεις στον εγκέφαλο, καθώς η παθητική πρόσληψη γνώσης δε διευρύνει την ικανότητα του εγκεφάλου για περισσότερες γνώσεις, σε αντίθεση με την ενεργητική.
Για να ανταγωνιστεί το σχολείο αυτόν τον αντίπαλο πρέπει να δώσει κίνητρα. Τα κίνητρα πρέπει να δοθούν κυρίως από την κοινωνία. Όσο στην κοινωνία μας θα επικρατούν οι πομφόλυγες, όσο θα διαπρέπουν για παράδειγμα στη μουσική όχι οι ταλαντούχοι, εργατικοί και μελετημένοι, αλλά τα δημιουργήματα των κάθε λογής ριάλιτι, όσο το κύρος θα ταυτίζεται με το χρήμα και την αναγνωρισιμότητα, όσο το μέλλον των παιδιών μας θα είναι η ανεργία ή η υποπαπασχόληση, όσο θα υποχωρεί η πνευματική δημιουργία, οι ιδέες, η αισθητική, οι κοινωνικοί αγώνες, το σχολείο θα βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία και δυσπραγία.
Υπάρχει όμως ένας τομέας υπεροχής της διδασκαλίας που μπορεί να αποτελέσει κάποιο ανάχωμα. Είναι η ανθρώπινη επαφή. Αυτή που δεν τη δίνει η τηλεόραση, ενώ τη δίνει στρεβλά το ίντερνετ. Αλλά για να μπορέσει αυτή να αποτελέσει πράγματι στοιχείο που να βοηθάει την εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει η αναδιάρθρωση του σχολικού προγράμματος να δώσει έμφαση στον άνθρωπο. Με ένα εξοντωτικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών η δυνατότητα ανθρώπινης επαφής γίνεται σχεδόν αδύνατη.
Με την απειλή των εξετάσεων να επικρέμαται, ο ρόλος του δασκάλου – καθοδηγητή αλλοιώνεται. Με την προσπάθεια να στραφούν οι «αδύνατοι» στην εγκατάλειψη των σχολείων γενικής παιδείας, μέσω της άμεσης ή έμμεσης απόρριψης, οι ρόλοι δασκάλου – μαθητή γίνονται σχέσεις εξουσίας εξουσιαζόμενου. Να που πρέπει να στραφεί η συζήτηση, αν πράγματι μας ενδιαφέρει η βελτίωση της εκπαίδευσης και όχι να πιστεύει κανείς ότι απλώς εισάγοντας κάποιες καινοτομίες θα αλλάζει η κατάσταση.
Το δεύτερο σημείο που διαφεύγει ουσιαστικά από τις σκέψεις του κ. καθηγητού είναι οι εκπαιδευτικές ανισότητες, παρά το ότι τις μνημονεύει, αλλά με τρόπο που ακυρώνεται από το σύνολο των θέσεών του. Ελπίζω να αδικώ τον κ. Μπαμπινιώτη και θα χαρώ να με διαψεύσει θέτοντας ως ζήτημα πρώτης προτεραιότητας που θα προηγηθεί κάθε αλλαγής στο σύστημα πρόσβασης η δημιουργία ζωνών εκπαιδευτικής προτεραιότητας και σε περιοχές της χώρας και μέσα σε κάθε σχολείο. Χωρίς τέτοιες προβλέψεις που θα εξασφαλίσουν πράγματι σε κάθε παιδί όλα τα μέσα για να προοδεύσει η όποια αλλαγή θα δημιουργήσει ένα ψευδώνυμο σύστημα πρόσβασης όπως ακριβώς το σημερινό, δηλαδή ένα νέο σύστημα απόρριψης με όρους ταξικούς.
Ένα σύστημα πρόσβασης, το οποιοδήποτε σύστημα πρόσβασης, θα είναι επιτυχημένο στον τομέα αυτό όταν κάθε παιδί σπουδάζει ή μαθαίνει τέχνη ή επάγγελμα που να του ταιριάζει. Κι αυτό θα γίνει πειστικό μόνο όταν πολλά παιδιά γιατρών ή βιομηχάνων γίνουν υδραυλικοί γιατί έχουν τις αντίστοιχες δεξιότητες και κλίσεις και πολλά παιδιά εργατών ή μεταναστών γίνουν γιατροί και δικηγόροι.
ΠΗΓΗ: http://www.tritiopsi.gr/?p=4507
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Τα εννιά κακά της Παιδείας μας
Του Γεωργίου Μπαμπινιώτη**
Ασχολούμενος πολλά χρόνια με την Παιδεία μας σε όλες τις βαθμίδες, τελευταία δε- λόγω τού Εθνικού Διαλόγου- περισσότερο εντατικά και σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, διαπιστώνω- όχι για πρώτη φορά ούτε καν πρώτος- ορισμένες έκδηλες αδυναμίες, που αν δεν αρθούν δεν θα μπορέσει ποτέ να ορθοποδήσει η Εκπαίδευσή μας. Θα αναφερθώ επιγραμματικά σ΄ αυτές, σε ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί «τα εννιά κακά τής Παιδείας μας», αφήνοντας για επόμενο κείμενό μου τους τρόπους αντιμετώπισής τους. 1Εχουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν αξιολογείται! Δεν γνωρίζουμε δηλαδή με υπεύθυνο, επιστημονικό, συστηματικό και επαναλαμβανόμενο τρόπο τις αδυναμίες και τις δυνάμεις τού συστήματος με το οποίο μορφώνουμε τα παιδιά μας. Ετσι δεν μπορούμε να παρεμβαίνουμε διορθωτικά και να το βελτιώνουμε. Λειτουργούμε, κατά κανόνα, εμπειρικά. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα βαδίζει από χρόνια σχεδόν με αυτόματο πιλότο!
2 Έχουμε τους εκπαιδευτικούς μας ανεπαρκώς καταρτιζομένους στα Πανεπιστήμιά μας και σπανίως επιμορφούμενους στην Εκπαίδευση. Δεν τους ετοιμάζουμε δηλαδή όσο και όπως πρέπει για εκπαιδευτικούς στα πανεπιστήμιά μας κι αφού μπουν στην Εκπαίδευση δεν υπάρχει τακτική, περιοδική, υποχρεωτική επιμόρφωση, κατάλληλα οργανωμένη και με παροχή κινήτρων. Ακατάρτιστος και ανεπιμόρφωτος εκπαιδευτικός (σε συνδυασμό με τις αδυναμίες τού εκπαιδευτικού μας συστήματος) δεν εγγυάται καμιά ποιότητα στην Παιδεία μας…
3 Έχουμε μια Τεχνική- Επαγγελματική Εκπαίδευση εκπαιδευτικά και κοινωνικά απαξιωμένη. Φαίνεται σαν να τη θεωρούμε κατάλληλη μόνο για παιδιά ενός κατώτερου Θεού! Αποτέλεσμα: η συσσώρευση υποψηφίων για σπουδές στα Πανεπιστήμια και, κατ' επέκταση, οι στρατιές ανέργων, υποαπασχολουμένων και υπαμειβομένων πτυχιούχων.
4 Έχουμε «πετύχει» μια γενικότερη κοινωνική απαξίωση τού δασκάλου. Η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται τον δάσκαλο, όπως άλλωστε δεν εμπιστεύεται τον δικαστή, τον παπά, τον γιατρό, τον δημόσιο υπάλληλο κ.ά. Η αναξιοπιστία αυτή οδηγεί στην αναζήτηση όλο και περισσότερων δικλίδων ασφαλείας. Έτσι φτάσαμε σ' ένα αδιάβλητο μεν αλλά αναξιόπιστο και απάνθρωπο σύστημα εξετάσεων για τα πανεπιστήμια που από τη μια υπονόμευσε την έγκυρη φυσική αξιολόγηση τού μαθητή από τους δασκάλους του μέσα στο σχολείο κι από την άλλη μετέτρεψε το Λύκειο σε φροντιστήριο, χωρίς μάλιστα να εμπιστεύεται τη δουλειά που γίνεται σ' αυτό.
5 Έχουμε το φροντιστήριο να παίζει τον ρόλο τού Λυκείου και, στην πράξη, να υποκαθιστά το Σχολείο σε βαρύτητα, αξιοπιστία και φοίτηση. Από τη στιγμή που μια καίρια αυτοτελή μορφωτική βαθμίδα που ήταν το Λύκειο τη μετατρέψαμε σε προπαρασκευαστικό για τα Πανεπιστήμια σχολείο (χωρίς όμως να μετράει η φοίτηση και η επίδοση των μαθητών σ' αυτό!..), στρέψαμε τους μαθητές σ' ένα άλλο προπαρασκευαστικό «σχολείο», το φροντιστήριο, το οποίο- με όρους ιδιωτικής οικονομίας- λειτουργεί καλύτερα από το δημόσιο σχολείο και κατάφερε μάλιστα να γίνει και θεσμός!
6 Έχουμε ένα ξεπερασμένο εκπαιδευτικό σύστημα σχολείου, το οποίο απωθεί τους μαθητές (σχετική έρευνα έχει δείξει ότι οι μαθητές μας αισθάνονται αδιαφορία, καταπίεση, πλήξη έως απογοήτευση από το σχολείο!). Δεν αγαπούν οι μαθητές μας το σχολείο ούτε θέλουν να βρίσκονται σ' αυτό, γιατί πιστεύουν ότι όπως λειτουργεί δεν τους προσφέρει τίποτε ενδιαφέρον και σημαντικό για τη ζωή τους.
7 Έχουμε μεγάλες εκπαιδευτικές ανισότητες στη σχολική μας εκπαίδευση. Σχολεία χωρίς ή με εναλλασσόμενους δασκάλους, με εξαιρετικά ανόμοιες και αβοήθητες μαθητικές ομάδες, σχολεία διοικητικώς ανοργάνωτα και εκπαιδευτικώς ανυποστήρικτα. Σχολεία στο έλεος τού Θεού που λειτουργούν με τον πατριωτισμό κάποιων δασκάλων.
8 Εχουμε μια Πολιτεία που διαχρονικά στην Παιδεία και στον πολιτισμό δεν δίνει καμιά προτεραιότητα, όπως φαίνεται και από τα οικονομικά μεγέθη που διαθέτει στον Προϋπολογισμό. Παιδεία και πολιτισμός όχι μόνο έχουν διαχωρισθεί στη συνείδησή μας, αλλά έχουν υποβαθμισθεί θεσμικά, οικονομικά και κοινωνικά, με αποτέλεσμα να έχουν συσσωρευθεί με τον καιρό όγκοι προβλημάτων, τα οποία έχουν τελικά καταστεί και δυσεπίλυτα.
9 Εχουμε μια Παιδεία που, σε πολιτικό-κομματικό επίπεδο, είναι «πεδίο συγκρούσεων» αντί να αποτελεί «πεδίο συγκλίσεων». Σε όλες τις προηγμένες χώρες, αν υπάρχει ένα πεδίο που προχωρεί με σύγκλιση απόψεων, με συμπληρωματικότητα και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, είναι η Παιδεία. Στη χώρα μας αποτελεί αντιθέτως πεδίο τεχνητού και αδικαιολόγητου κομματικού ανταγωνισμού, με ανυπολόγιστο κόστος για την ανάπτυξη τού τόπου σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικό, οικονομικό, εθνικό).
Οι στρεβλώσεις, που πολύ αδρομερώς περιέγραψα, έχουν τόσο εδραιωθεί στη συνείδηση τού κόσμου, ώστε όταν μιλάς για μια δραστική συνολική αντιμετώπισή τους, σε κοιτούν ανήσυχα, ενίοτε τρομαγμένα, άλλοτε δύσπιστα, συχνά συγκαταβατικά, συμφωνώντας ωστόσο όλοι ανεξαιρέτως- να το πούμε κι αυτό- ότι είναι ανάγκη να γίνουν. Ενοχλεί ίσως όλους μας το ξεβόλεμα… Αλλά έχουμε άλλη διέξοδο ή άλλα περιθώρια;
** Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΠΗΓΗ: Γεώργιος Μπαμπινιώτης | TO BHMA | Κυριακή 5 Ιουλίου 2009
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=277062&ct=6&dt=05/07/2009
Η Αποταγή και η λαχτάρα της Αγάπης
(+) Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός*

Μια συνέντευξη από το Περιβόλι της Παναγίας στην οποία ο λόγος που απορρέει από την υπερεξηκονταετή ασκητική πείρα του Γέροντα Ιωσήφ, ακούγεται διαχρονικός σε σύγχρονα υπαρξιακά ζητήματα.
– Σεβαστέ γέροντα, θα θέλαμε να αναφερθείτε στο ορθόδοξο ασκητικό ήθος των Αγιορειτών πατέρων.
Οι Αγιορείτες, παιδί μου, είναι συνεχιστές της ακριβούς πατερικής ορολογίας. Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Αυτό που δημιούργησαν οι πρώτοι Πατέρες, οι θεοφόροι και θεοφώτιστοι, αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ο μοναχισμός ξεκίνησε από το βάθος της Αιγύπτου τον 4ο αιώνα. Μετά από τη θεμελίωση του από τον Μεγάλο Αντώνιο το μεγάλωσαν, το αύξησαν οι λεγόμενοι Ταβεννησιώτες, στην Ταβέννηση που ευρίσκονταν.
Το μετέφεραν στην Παλαιστίνη, αρχικά ο Μέγας Ευθύμιος, και ύστερα ο άγιος Σάββας. Ο άγιος Σάββας δημιούργησε τη Λαύρα, κοινόβιο μεν, αλλά υπήρχε ελευθερία προσευχής και διαίτης κατά βούληση. Κατόπιν ο Μέγας Θεοδόσιος κατήργησε την ιδιορρυθμία και εφήρμοσε την απόλυτη έννοια του κοινοβιακού συστήματος.
Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο, αφού εκείνα τα μέρη τα είχε πλέον η λαίλαπα της ισλαμικής κατάρας αφανίσει. Δημιουργήθηκε το λεγόμενο Στούδιο με ηγεμόνα, με αρχηγό και πνευματικό πατέρα τον Θεόδωρο, ο οποίος υπέστη τέσσερις εξορίες μαζί με πλήθος μοναχών χάριν της εικονομαχίας. Τον 10ο αιώνα, ένα μέλος της στουδιτικής αυτής γραμμής, ήταν ο Αθανάσιος ο Λαυριώτης, ο Αθωνίτης. Αυτός ο οποίος μετέφερε εδώ στον Άθωνα την ακρίβεια της συνεχείας της στουδιτικής παραδόσεως που ήταν ακριβώς η Πατερική. Έκτοτε συνεχίζει αυτή η γραμμή μέχρι σήμερα. Τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει, ο σκοπός είναι ένας.
Ο μοναχισμός, παιδί μου, δεν είναι κάτι το οποίο είναι ανθρώπινη εκλογή ή ανθρώπινη επινόησις ή σκέψη ή φαντασία. Ο μοναχισμός είναι πρόσκληση… και κάτι παραπάνω, έλξη. «Ουδείς δύναται ελθείν προς με εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν» (Ιωάν. 6, 44).
Στο πλήθος των χριστιανών λέει ο Κύριός μας: «Ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ' εγώ εξελεξάμην υμάς, και έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγητε και καρπόν φέρητε» (Ιωάν. 15, 16). Στους μοναχούς όμως εκδηλώνει μία ιδιαίτερη πρόνοια και λέει: «Ουδείς δύναται ελθείν προς με εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν». Άρα, λοιπόν, οι μοναχοί ειλκύσθησαν από την θεία Πρόνοια με ένα σκοπό· να επαναφέρουν την ισορροπία της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η ανθρωπίνη προσωπικότητα, η οποία κατασκευάσθη εξ αρχής κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού, με την πτώση διεφθάρη. Αυτή λοιπόν την προσωπικότητα «ενεδύθην άμα τη σαρκώσει του ο Θεός Λόγος».
Επανέφερε πίσω ο Θεός Λόγος, την θεία Χάρη, την οποία απολέσαμε με την πτώση. Την λάβαμε όλοι οι ορθόδοξοι από το Βάπτισμα. Οι μοναχοί την λαμβάνουν κατά δύο τρόπους. Και από το Βάπτισμα και από τη μοναχική τους κουρά. Έκτοτε χρειάζεται η πρακτική πλέον μορφή της έμπρακτης αυταπαρνήσεως της φιλοθεΐας, οπότε αρχίζει η ενέργεια της Χάριτος και επαναφέρει τον άνθρωπο στην θέση του, στον αγιασμό.
Ο ανθρώπινος προορισμός είναι η θέωση, ο αγιασμός. Αυτός ήταν ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως. «Όσοι έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. 1, 12). Άρα μετ' εξουσίας αποκαλούν τον Θεό, Πατέρα, ειδικά οι μοναχοί, επειδή αυτοί κυρίως εφαρμόζουν, ή μάλλον ξεκινούν από την περιεκτική αποταγή. Τους ξεκολλά η θεία αγάπη από την κοινωνική υποχρέωση δια της πλήρους αποταγής. Τους κρατά μόνον στο επάναγκες της βιολογικής υπόστασης: λίγη τροφή, μία ενδυμασία και ένα κελλί για ύπνο.
Η αποταγή είναι το θεμέλιο του μοναχισμού. Όταν ξεκινήσει ο μοναχός με την ελευθερία της αποταγής που δεν είναι δεσμευμένος ο νους σε τίποτε, γυρίζει ο νους εξ ολοκλήρου προς τον Θεό, διότι η πρώτη και κυρία εντολή είναι να αγαπήσει κανείς τον Θεό «εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας» (Μάρ. 12, 30). Και δεύτερη εντολή «να αγαπήση τον πλησίον ως εαυτόν» (Μάρ. 12, 31).
Άρα η πρώτη και κυρία εντολή, η οποία θα μας αναβιβάσει στις θείες επαγγελίες είναι η αγάπη, η αγάπη προς τον Θεό. Μα για να αγαπήσει ο άνθρωπος τον Θεό πρέπει σιγά – σιγά να αποκολλήσει από πάνω του κάθε τι που τον απασχολεί. Μέχρι που οι πατέρες έφθασαν ακόμα και τη βιολογική υπόσταση να αρνηθούν, πράγμα που καταντά να είναι σήμερα απίστευτο. Και όμως είναι γεγονός. Με την απόλυτη αυτή αποταγή και την απόλυτη έννοια της υποταγής προς το θείο θέλημα, αρχίζει η θεία Χάρις, η οποία είναι εντός ημών, να λειτουργεί.
Η θεία Χάρη είναι μεν μέσα μας, αλλά δεν έχει εξουσία εάν δεν προηγηθεί η ελευθερία της προσωπικότητας· εάν η ελευθερία της προσωπικότητας δεν κινηθεί, η θεία Χάρις, παρόλο που βρίσκεται παρούσα, δεν λειτουργεί. Πρέπει να αποδείξει ο άνθρωπος εκουσίως τι προτιμά. Προτιμά να αγαπήσει τον Θεό και να το αποδείξει με την πράξη; Τότε λειτουργεί η θεία Χάρις, η οποία καταστρέφει τον παλαιό άνθρωπο, «τον παλιάνθρωπο», και δημιουργεί τον νέο, τον καινό, τον κατά Χριστόν, στον οποίο ενεργείται ο αγιασμός.
– Ανεδείχθησαν τις τελευταίες δεκαετίες άγιες ασκητικές μορφές, όπως οι Γέροντες: Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Πορφύριος, Παΐσιος, Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. Πώς έφθασαν στην αγιότητα; Υπάρχουν και σήμερα τέτοιες μορφές; Θα γεννά πάντοτε το Άγιον Όρος αντίστοιχες προσωπικότητες;
Βέβαια, και πάντοτε θα υπάρχουν, αλλοίμονο εάν δεν υπάρχουν. Αυτοί είναι που "κρατούν τον Θεό" να μείνει μαζί με τη διαφθαρμένη κοινωνία. Ξεχνάτε τον διάλογο του Αβραάμ με τον Θεό, όταν Αυτός αποφάσισε οριστικά να καταστρέψει τα Σόδομα και τα Γόμορρα; Για να μην λέγω όλη την ιστορία: «…εάν λαλήσω έτι άπαξ εάν ευρεθώσι εκεί δέκα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκα των δέκα» (βλ. Γέν. 18, 20-33). Έ! λοιπόν, τώρα αυτοί οι δέκα είναι οι συνεχιστές. Εάν τώρα, στη μεγαλύτερη χρεοκοπία της ανθρώπινης δυστυχίας και προδοσίας, εάν τώρα λειτουργούν πρόσωπα φορείς του αγιασμού, πόσο μάλλον πιο πίσω, παλαιότερα, που υπήρχαν περισσότερες αιτίες και ήταν πιο λίγη η λύσσα της σατανικής επιδράσεως και της κοινωνικής χρεοκοπίας.
– Επισκεπτόμενος κάποιος το Άγιον Όρος αντικρίζει και έρημες, απόκρημνες περιοχές. Σήμερα ασκητεύουν σε αυτούς τους χώρους μοναχοί;
Δεν νομίζω να χρειάζονται, διότι τότε αυτά χρειάζονταν όταν βρισκόταν στο ζενίθ η απόλυτη ακτημοσύνη και φιλοπονία, οι οποίες είναι μεγάλες και δυσκατόρθωτες αρετές. Αλλά αυτά, εάν δεν τα ολοκληρώσει ο μοναχός υπό αυτήν την έννοια, δεν στερείται πάλι την επιτυχία του σκοπού του, του προορισμού του. Και επειδή σήμερα υστερούμεθα τέτοιων παραδειγμάτων, ούτως ώστε οι διάφοροι μεμονωμένοι, δηλαδή απομονωμένοι στα σπήλαια, να στηριχθούν σε αυτήν την αυστηρή ασκητική ζωή κατ' ανάγκην μένουν σε πληρέστερα κοινοβιακότερα περιβάλλοντα, οπότε η αποταγή και η μετάνοιά τους να αποβεί θετική και αποδοτική. Διότι «ουαί τώ ενί» (Εκκλ. 4, 10).
Ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί το θαύμα κάτι πολύ απόμακρο και ίσως αδύνατο να συμβεί. Μιλήστε μας για την παρουσία και την βίωση του θαύματος, στο Περιβόλι της Παναγίας, δώστε μας κάποια παραδείγματα. Παραδείγματα δεν χρειάζεται να σάς αναφέρω από το Περιβόλι της Παναγίας, αλλά και εκεί στο κέντρο, που είναι το μεγάλο χωριό, όπως λέμε. Και εκεί στην Αθήνα το θαύμα συνεχίζεται. Δεν είναι θαύμα όταν βλέπεις ένα νέο παιδί να περνά σήμερα από τις φλόγες της διαφθοράς και να μείνει ανέπαφο; «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15, 5), αλλά «πάντα ισχύομεν εν τώ ενδυναμούντι ημάς Χριστώ» (Φιλλιπ. 4, 13). Πώς βρίσκουμε σήμερα αγνές κόρες και αγνά παιδιά, τα οποία κρατούν την απόλυτη έννοια του ήθους και της πίστεως; Αυτά είναι τα πραγματικά θαύματα.
– Πολλοί είναι αυτοί που επισκέπτονται το Άγιον Όρος. Προσκυνητές που ευλαβικά μετέχουν στη λειτουργική ζωή και επισκέπτες που ζητούν να ζήσουν τη φύση, να θαυμάσουν σκευοφυλάκια και κειμήλια. Τι κερδίζει καθένας από αυτούς από τον αγιασμένο τόπο; Τι είναι αυτό που «αλλοιώνει» προς το καλύτερο τον καλοπροαίρετο προσκυνητή;
Κοιτάξτε, ο άνθρωπος και μετά την πτώση κράτησε τη μιμητικότητα, αλλά βέβαια και τη δύναμη της λογικής. Έρχονται εδώ εκείνοι, οι οποίοι έχουν επίγνωση για να συναντήσουν εφηρμοσμένο χριστιανισμό. Σήμερα παντού ακούγεται η ίδια κραυγή: «Μα τον καιρό εκείνο εντάξει… Είναι και στις ημέρες μας εφαρμόσιμος ο χριστιανισμός;». Αυτή είναι η γενική κατακραυγή. Λοιπόν, αυτή η κατακραυγή πάρα πολλούς από τους πιστούς τους φέρνει σε δίλημμα και τότε ξεκινούν ερευνώντας να δουν πρακτικά που είναι εφηρμοσμένος ο χριστιανισμός. Έτσι έρχονται, βλέπουν, παρατηρούν, θαυμάζουν και επηρεάζονται, διότι λειτουργεί ο νόμος της επιδράσεως και της επιρροής. Και πάρα πολλοί απ' αυτούς, οι οποίοι ήρθαν ακόμα και για να πειράξουν, εν τούτοις η θεία Χάρις τους τραβάει και αυτούς και ωφελούνται. Έ!, δεν μπορώ να πω απόλυτα ότι όλοι, αλλά πάρα πολλοί εξ αυτών ωφελούνται.
– Τι είναι αυτό που θέλγει σήμερα «επιστήμονες» του κόσμου να ενδύονται το μαύρο ράσο, να αποτάσσονται τον κόσμο και να έρχονται στο Περιβόλι της Παναγίας;
Αφού με τη χριστιανική τους αγωγή έξω στον κόσμο, με τη μελέτη των πατερικών κειμένων, έχουν καταλάβει τη σημασία του μοναχισμού και αφού το κατάλαβαν, τότε κατ' ανάγκη πρέπει να 'ρθουν εδώ, που είναι η έδρα του μοναχισμού για να πάρουν "προζύμι" και παράδειγμα και επιπλέον για να υποταχθούν. Στην αρχή, λοιπόν, για να δουν και να μελετήσουν, μετά όμως να ενταχθούν, να υποταχθούν. Να γίνουν και αυτοί όπως είναι τα πρότυπά τους, τα οποία ήρθαν να θαυμάσουν.
– Ποια είναι η παρουσία ξένων ορθοδόξων μοναχών στην Αθωνική Πολιτεία και ποιο το μήνυμα αυτής της συνύπαρξης μοναχών πολλών διαφορετικών εθνοτήτων;
Είναι γεγονός ότι στην περίοδο του Βυζαντίου είχε διδαχθεί σχεδόν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο ο χριστιανισμός και ο μοναχισμός. Βέβαια, αυτό δεν κράτησε πολύ. Στα Βαλκάνια όμως όχι μόνον κράτησε, αλλά και ολοκληρώθηκε. Στα Βαλκάνια έχει επίδραση το Βατοπαίδι από πολλά χρόνια. Ειδικά η Ρουμανία, τρεφόταν πνευματικά από το Βατοπαίδι. Είκοσι ένα μοναστήρια και σκήτες, ήταν μετόχια της Μονής Βατοπαιδίου στη Ρουμανία. Γενικά τα Βαλκάνια ήταν υπό την επίδραση του Αγίου Όρους, ειδικά της Μονής Βατοπαιδίου.
Τώρα λοιπόν, άρχισαν και αυτοί να ελευθερώνονται από τη λαίλαπα της κομμουνιστικής θηριωδίας και αισθάνθηκαν πιο άνετα. Αμέσως γυρίζουν προς τον Άθωνα, διότι είναι γεγονός ότι και η Εκκλησία τους στη Ρουμανία δεν στέκει καλά ακόμα. Δεν κατόρθωσαν να αναδιοργανωθούν και έτσι είναι κάπως προβληματική η κατάσταση εκεί. Γι' αυτό κατ' ανάγκην έρχονται στο Άγιον Όρος, διότι αναζητούν τη συνέχεια της παραδόσεώς τους, και εμείς επειδή το ξέρουμε, τους δεχόμεθα όχι ως Ρουμάνους, αλλ' ως αδελφούς γνησίους. Διότι στην πραγματικότητα η Ρουμανία υπήρξε τμήμα βυζαντινό.
– Το τελευταίο διάστημα διατυπώνονται διάφορες απόψεις σχετικά με τη στέρηση της δυνατότητας των γυναικών να επισκεφθούν το Άγιον Όρος. Για ποιο λόγο έχει καθιερωθεί, γέροντα, το άβατον του Αγίου Όρους;
Το άβατον έπρεπε να εφαρμοστεί σε όλα τα ανδρικά μοναστήρια· και στα γυναικεία επίσης. Διότι, εφόσον η βάση του μοναχισμού είναι η παρθενία και η αγνότητα, τι θέση έχει η γυναίκα στον ανδρικό μοναχισμό;
Η γυναίκα πρέπει να πάει εκεί που υπάρχει η συζυγία και η μητρότητα, αυτή είναι η αποστολή της. Εδώ που είναι επιβεβλημένη η παρθενία, τι γυρεύει η γυναίκα; Άρα το θέμα αγγίζει του δόγματος. Το άβατο δεν είναι θέμα ιδεολογίας που κάποτε εφαρμόσθηκε. Είναι απόλυτο δίκαιο, απόλυτη έννοια. Και, βλέπετε, προστάτης και κουροτρόφος του μοναχισμού είναι η Παναγία Θεοτόκος, η οποία είναι αειπάρθενος. Παρθένος έγινε μητέρα και μετά τη μητρότητά της έμεινε παρθένος και συνεχίζει να προστατεύει την παρθενική αγωγή και ζωή.
Γι' αυτό και βιώνουμε την παρουσία της εδώ στον Άθωνα, αισθητά με τη μητρική της κηδεμονία. Χώρια που εμείς εδώ οι Βατοπαιδινοί την έχουμε δει κατ' επανάληψιν οφθαλμοφανώς να περιέρχεται την αυλή της Μονής. Άρα, το θέμα της παρθενίας στον μοναχισμό είναι επιβεβλημένο, δηλαδή η αποχή στη σαρκική ένωση των δύο φύλων. Και στα γυναικεία μοναστήρια δεν πρέπει να υπάρχουν άνδρες, εκτός φυσικά από έναν εφημέριο που θα τους τελεί την θεία Λειτουργία ή για να τους κάνει μία εξομολόγηση· στα ανδρικά καθόλου να μην πλησιάσει γυναίκα. Τι χρειάζεται η γυναίκα; Δεν έχει καμία θέση εδώ. «Πας ο βλέπων η γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτής ήδη εμοίχευσεν αυτήν» (Ματθ. 5, 28). Βλέπετε; Άρα είναι επιβεβλημένο, δεν είναι νοοτροπία επιλογής.
– Το Άγιον Όρος παραμένει και σήμερα τόπος «αναπαύσεως» και «ησυχίας» και «ασκήσεως»; Οι περισσότερες μον
ές και σκήτες ζουν και πάλι σε εποχές αναστύλωσης. Πόσο επηρεάζεται έτσι ο τρόπος ζωής των μοναχών; Έχοντας μια παρουσία τουλάχιστον πέντε δεκαετιών ασκητικής ζωής στον ευλογημένο από την Παναγία αυτόν τόπο, θεωρείτε ότι υπάρχει κίνδυνος εκκοσμικεύσεως και αλλοίωσης του μοναχικού πνεύματος;
Σε αυτά τα συμπεράσματα μπορεί να καταλήγει κάποιος που βλέπει εξωτερικά τη μοναστική ζωή του Αγίου Όρους. Ο μοναχισμός για μας δεν είναι μία απλή διήγηση, μία αφηρημένη έννοια, διότι εμείς βαδίζοντας δια πίστεως και μόνον, δεν ερευνούμε τα αποτελέσματα και τα συναισθήματα πιστεύοντας ότι ο Θεός μας είλκυσε και μας απέσπασε από την κοινωνία και μας έφερε εδώ και μας δίδαξε πρακτικά, όχι διδακτικά μόνο. Διότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν μοναχός. Βλέπετε ότι μετά την παρουσία του στον Ιορδάνη – που εκεί μας αποκάλυψε το Τριαδολογικό μυστήριο, για να γνωρίσουμε που και πώς να πιστεύουμε – αμέσως αποχώρησε δια της αποταγής στην έρημο. Και ξεκίνησε στην έρημο με νηστεία, με αγρυπνία, με προσευχή, με παρθενία και με ακτημοσύνη. Αυτός δεν είναι ο μοναχός; Άρα δεν δίδαξε ο Χριστός μας μόνο προφορικά, αλλά και πρακτικά.
Αυτός μας δίδαξε με ακριβή τρόπο αυτές τις αρετές. Διότι, μέσω αυτού του πρακτικού τρόπου αποδείχθηκε η απόλυτη προς τον Θεό στροφή και αγάπη. Αν δεν τηρούμε τις εντολές, δεν εργαζόμαστε τις αρετές, τότε αναγκαστικά τα πάθη αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο. Όταν ο νους δεν αιχμαλωτίζεται από τα πάθη ο άνθρωπος αρκείται στις απαραίτητες ανάγκες της βιολογικής υποστάσεως. Ένα πιάτο φαΐ, ένα ύφασμα να τυλιχθούμε και ένα δωμάτιο να κοιμηθούμε μέσα. Αφού αυτά είναι εκείνα τα οποία αυταρκούν στη βιολογική υπόσταση, πέραν τούτων ο νους δεν έχει δικαίωμα να στρέφεται πουθενά αλλού. Διότι ο νους είναι η αιτία της αναπλάσεως, της αναστάσεως και της επιτυχίας του θριάμβου και του αγιασμού. Επειδή από τον νου έγινε η πτώση. Ο νους είναι το κεφάλαιο της προσωπικότητας. Ο νους είναι το κατ' εικόνα και ομοίωσιν. Μέλη έχουν και τα ζώα. Ο νους, λοιπόν, είναι εκείνος ο οποίος επλανήθη και δημιούργησε την πτώση και τη φθορά. Τον νου αυτόν εξυγίανε ο Υιός του Θεού του ζώντος, αφού εφόρεσε την ανθρώπινη φύση, αποδεικνύοντάς μας πρακτικά την απόλυτη υποταγή και εξάρτηση.
Τι χρειαζόταν στον Θεό Λόγο η υποταγή; «Μηδέν ων ήττον της πατρικής μεγαλωσύνης». Υποτάχθηκε για να μας δείξει τη βάση, το θεμέλιο. Ότι η παρακοή, ο αυταρχισμός, ο ετσιθελητισμός, η φιλαρέσκεια και η αυταρέσκεια, γεννήματα του εγωϊσμού, και γενικά, της εμπαθείας, είναι εκείνα που αιχμαλωτίζουν τον νου και δεν τον αφήνουν να ενωθεί με τον Θεό. Εάν ο νους δεν ξυπνήσει όχι μόνο να ενωθεί με τον Θεό, αλλά και να τον περικρατεί συνέχεια δια της επικλήσεως του θείου ονόματός του, δεν αφήνει η θεία Χάρις.
Για τον λόγο αυτόν, εμείς οι μοναχοί εδώ που μένουμε, προσπαθούμε ακριβώς την επίτευξη της ελευθερίας από οποιεσδήποτε προφάσεις και εφόσον υπάρχουν τις περιορίζουμε, κρατώντας μόνο την αυτάρκεια της βιολογικής υποστάσεως. Και τότε ο νους υποχρεωτικά επιστρέφει στον Θεό δια της αδειαλείπτου και επιμόνου προσευχής, αλλά και δια των υπολοίπων πρακτικών αρετών, της ταπεινοφροσύνης που είναι το αντίθετο του εγωισμού, της εγκρατείας που είναι το αντίθετο της ακρασίας και της σπατάλης και γενικά της ακτημοσύνης, που αποτελεί την ελευθερία του νου στο να μην δεσμεύεται σε κάτι εκτός από το να θυμάται τον Θεό, να τον αγαπά και να προσπαθεί να Τον ευαρεστήσει.
– Δεν σάς φοβίζουν δηλαδή αυτοί οι εξωτερικοί παράγοντες, φορτηγά, μηχανές κ.λπ.;
Τούτα, κοιτάξτε, είναι τα μέσα τα οποία υπάρχουν πάντοτε στη ζωή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος μετά την πτώση του ζούσε με πρωτόγονα μέσα· μεταχειρίστηκε την εξυπηρέτηση των ζώων. Και τότε με τα ζώα και τα πρόχειρα μέσα της χειρωνακτικής εργασίας κατόρθωσε να επιβιώσει. Όταν όμως ο άνθρωπος άρχισε να αυξάνει τις δραστηριότητές του και εισήλθε στη γνωσιολογία, άρχισε να επιζητεί βελτιωμένη την κοινωνική του ζωή, άρχισε να επινοεί και τρόπους, εργαλεία και εξαρτήματα για να τον συντηρούν. Έ, μέχρι σ' ένα σημείο αυταρκείας καλά είναι. Εάν όμως και σ' αυτά γίνεται παράχρηση, τότε αυτά γίνονται βλαβερά. Τώρα βέβαια εδώ στον Άθωνα, προσπαθούμε να μην επιζητούμε κάτι παραπάνω από τους όρους της χρείας. Γίνεται όμως στην σύγχρονη εποχή να επανέλθουμε να εξυπηρετούμεθα με τα ζώα; Πρώτα – πρώτα η σύγχρονη γενεά δεν μπορεί να το κάνει. Τα νέα παιδιά που έρχονται τώρα δεν έχουν τέτοια δύναμη αυταπαρνήσεως και φιλοπονίας, την οποία συναντήσαμε εμείς στους προγόνους μας.
Τότε κατ' ανάγκην δεν θα υστερήσουμε από τον σημερινό μοναχό την προκοπή, επειδή δεν μπορεί τρόπον τινά να υπερκουράζεται, αλλά θα βρούμε τρόπους που να του ελαφρώσουμε την κοπιαστική ζωή του, την τριβή, ούτως ώστε να μην φύγει αυτός από το αγωνιστικό στάδιο της μετανοίας χάριν της υπερκοπώσεως και έτσι να επιστρέψει, να ολιγοψυχήσει, να προδώσει. Οπότε μεταχειριστήκαμε την τεχνολογία, η οποία διευκολύνει την εξυπηρέτηση του ανθρώπου.
Εάν λοιπόν η τεχνολογία δεν οδηγεί σε παράχρηση, αλλά είναι μέσα στους όρους της χρείας, και αυτή τότε αποτελεί ένα χρήσιμο μέσο που διευκολύνει τον πνευματικό μας αγώνα. Δεν της αποδίδουμε ούτε λατρεία, ούτε είμεθα υποχρεωμένοι, ούτε δεμένοι σ' αυτήν, ούτε μας αιχμαλωτίζει. Απλώς κάνου
με τη χρήση για να βελτιώσουμε τη ζωή μας στις σημερινές συνθήκες.
Όταν σήμερα ένα παιδί έρχεται εδώ να γίνει μοναχός που μόλις τελείωσε το Λύκειο και ζούσε με πολλές ανέσεις, τώρα πώς θα περιμένεις από αυτόν κατευθείαν την περιεκτική φιλοπονία; Έ!, λοιπόν, για να μην του στερήσουμε την οδό του μοναχισμού, κατ' ανάγκην θα μεταχειριστούμε την τεχνολογία, μετατρέποντας ευκολότερη τη διαμονή του, ώστε να βοηθηθεί να δώσει την καλή ομολογία προς τον Θεό.
– Αγιορείτες μοναχοί, εκτός Αγίου Όρους, μιλούν σε αίθουσες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, συγγράφουν βιβλία, εκδίδουν λευκώματα, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οδηγούν τζιπ. Ποια η παρουσία σας ανάμεσα στον κόσμο; Μπορούμε να μιλάμε για σύγχρονα διακονήματα και σύγχρονους τρόπους ασκήσεως;
Όχι, αυτό δεν είναι για όλους. Εάν υπάρχουν μερικοί που το κάνουν αυτό και ειδικά νεώτεροι δεν είναι αξιέπαινο. Δεν ξέρουμε που θα καταλήξουν, διότι χωρίς να είναι ολοκληρωμένοι κατά Θεόν, μπήκαν μέσα στα αίτια. Ποιος πιστεύει ότι θα διατηρηθεί ακέραιος από τα αίτια; Όμως δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτοι. Οι πνευματικοί άνθρωποι, φερειπείν ο δικός μας ο ηγούμενος – ο οποίος ουδέποτε βγαίνει έξω γιατί το θέλει αυτός – το επιτάσσει όμως μία υπηρεσία της Μονής, ή μπορεί να έχει προσκληθεί για να κάνει μία ομιλία. Βγαίνοντας έξω λοιπόν, δεν παύει να εξασκεί και το πνευματικό έργο του. Πεπειραμένος της πνευματικής ζωής, έχοντας την ιερωσύνη και την πνευματική ιδιότητα ως λειτουργός, κάνει αυτήν την υπηρεσία, οπότε μπορώ να πω ότι αυτό είναι ωφέλιμο. Ουδέποτε εξ ιδίας θελήσεως, αλλά μόνο εάν παρουσιαστεί ανάγκη.
Το θέμα τώρα της συγγραφής, ξεκινήσαμε και εμείς οι ευτελείς, παρ' όλη την ατέλειά μας, αλλά ουδέποτε κινηθήκαμε βάσει δικής μας επιλογής ή νοοτροπίας. Επειδή ζήσαμε κοντά σε ανθρώπους θεοφόρους, πνευματικούς, αγίους και είδαμε και ψηλαφήσαμε με τα χέρια μας και τα μάτια μας το δρόμο του αγιασμού, την πράξη και τη θεωρία, από την είσοδο ως το τέλος. Όταν κατ' επανάληψη μας ρωτούσαν και μας ρωτούν να το περιγράψουμε, τους λέγαμε τα κατάλληλα. Μετά επιμένανε. «Μα, θα τα ξεχάσουμε πάτερ. Δεν τα γράφετε σε κάποιο βιβλίο;». Αυτή η επιθυμία τους μας ανάγκασε να καθίσουμε και να γράψουμε αυτά που παραλάβαμε από τους αγίους γεροντάδες μας, χωρίς να προσθέσουμε τίποτα δικό μας. Έ!, αυτό επιβάλλεται.
– Ποια η προσφορά του ελληνικού πνεύματος και της ορθοδοξίας στο σύγχρονο γίγνεσθαι;
Κοιτάξτε, το θέμα της ορθοδοξίας είναι δογματικό καθήκον, δεν είναι θέμα επιλογής. Και όποιος θέλει να βρει τον εαυτό του, μόνον αυτός είναι ο δρόμος. «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν. 11, 25). Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Όποιος, λοιπόν, θέλει να βρει την ανάσταση και τη ζωή έχει αποκαλυφθεί και αυτό βρίσκεται στην ορθοδοξία.
Τι είναι η ορθοδοξία; Είναι το χάρισμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος της Πεντηκοστής. Η Ορθοδοξία ως δόγμα δεν δέχεται καμία προσθήκη ή αφαίρεση. Όποιος "κρατεί" λοιπόν την Ορθοδοξία, στέκεται, όποιος τη βρει ανίσταται, όποιος την έχασε θα χαθεί. Δεν είναι θέματα σκέψεων και αποφάσεων και ανθρώπινες επιλογές. Αυτή είναι η πραγματικότητα. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν» (Μάρ. 8, 34). Κατάλαβες; «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με… Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ιωάν. 14, 21-23). Βλέπεις πώς φαίνεται καθαρά; Και δεν μιλάμε με μισαλλοδοξία, αλλά φιλαληθώς. Είναι γεγονός ότι τη φυλή μας την ευλόγησε ο Κύριός μας από την παρουσία του, ενταύθα. Δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς αυτό.
Όταν οι Έλληνες ζήτησαν από τους Αποστόλους να δουν τον Ιησού, τότε ο Κύριός μας είπε το αξιοθαύμαστο: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (βλ. Ιωάν. 12, 20-23). Ενώ στους Εβραίους είπε: «Αρθήσεται αφ' υμών η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής» (Ματθ. 21, 43). Το έθνος αυτό είναι το ελληνικό. Απόδειξη ότι τούτο είναι αλήθεια, είναι ότι οι διάδοχοι των δώδεκα Αποστόλων ήταν Έλληνες και οι Έλληνες μετέφεραν την αλήθεια του Ευαγγελίου στον "παγκόσμιο στίβο". Και μόνον οι Έλληνες το κρατούν μέχρι σήμερα απαραχάρακτα. Δεν μιλάμε φυλετικά. Όποιος θέλει ας ερευνήσει την ιστορία. Τώρα, λοιπόν, ο υγιής ελληνισμός για να είναι υγιής πρέπει να είναι και ορθόδοξος. Εάν κρατά αυτά τα δύο μαζί ο Έλληνας όπου και να πάει πάντοτε είναι επωφελής, και γίνεται υπόδειγμα ανιδιοτελείας και χριστιανικής βιωτής.
– Μάς είπατε ότι αγαπάτε την ελληνική οικογένεια και πονάτε για τις ελληνικές οικογένειες. Γνωρίζετε την αγωνία που έχει έξω ο κόσμος σήμερα;
Αυτό, παιδί μου, το κατάλαβα και εγώ και αφιέρωσα χρόνο για να το ερευνήσω καλά και να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα. Ξεκίνησα σαν μοναχός από 16 ετών… Είμασταν επτά αδέλφια, πέντε αγόρια και δύο κορίτσια. Τα τέσσερα αγόρια ήταν στην Αμερική. Και μάλιστα βρίσκονταν σε πολύ πλούσιο τόπο και ευκατάστατοι πάρα πολύ, στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Και τότε στην ηλικία αυτή που ήμουν με προσκάλεσαν να πάω για να σπουδάσω και εγώ ετοιμαζόμουν. Όμως με έπιασε η αγγλική νομοθεσία, διότι έπρεπε να φεύγουν κάθε χρόνο ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Επειδή το ποσοστό είχε συμπληρωθεί, δεν μπορούσα να πάω, θα αργούσε πολύ η σειρά μου. Τότε πλήρωσαν οι δικοί μου πολλά χρήματα για να αγοράσουμε τη θέση. Την αγοράσαμε τη θέση αυτή και είχα έτοιμα στην τσέπη τα εισιτήρια και όλα τα απαραίτητα χαρτιά για να φύγω. Τότε, κατά την "κρείττονα πρόνοια του Θεού", επισκέφθηκα ένα μοναστήρι, αρκετά πνευματικό, στην πατρίδα μου. Αν και στο σπίτι μας είχαμε ηθικοτάτη ζωή, για το υψηλότερο θέμα του αγιασμού δεν ξέραμε. Όταν λοιπόν πλησίασα τους μοναχούς και τους ρώτησα για να μου ερμηνεύσουν τον τρόπο της ζωής τους, τόσο με συγκλόνισαν τα λόγια τους και η καθόλη παρουσία τους.
Μετά μου έδειξαν τις εικόνες. «Παιδί μου, μου είπε κάποιος από αυτούς, αυτές τις εικόνες που προσκύνησες, αυτούς που λες αγίους και είναι άγιοι και εμείς τους προσκυνούμε και τους κάνουμε εορτές, αυτοί από τούτο το δρόμο πέρασαν, αυτός ο δρόμος είναι που τους ανέβασε εκεί, στον αγιασμό». Λέω: «Κύριε ελέησον! Και σήμερα μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα;» «Κάθε εποχή παιδί μου· και τώρα γίνεται!». Αυτό με συγκλόνισε. Τότε έβγαλα από την τσέπη μου τα διαπιστευτήρια, τα έσκισα, τα πέταξα στον φούρνο και είπα: «Εδώ θα μείνω». «Μα είσαι μικρός!». «Δεν πειράζει, δοκιμάστε με να δείτε πώς θα σάς κάνω υπακοή».
Κάθισα δέκα χρόνια εκεί Χάριτι Χριστού, χωρίς να υποχωρήσω και ωφελήθηκα πάρα πολύ, έπιασα όλο το νόημα της μοναστικής παραδόσεως. Αλλά δεν αναπαυόμουν, γιατί υπήρχε ο κόσμος και ήθελα να 'ρθω στον Άθωνα για ανώτερη πνευματική ζωή. Αλλά τότε δεν επέτρεπαν ο πόλεμος του '40 και ό,τι επακολούθησε. Έτσι, το 1936 πήγα στο Μοναστήρι Σταυροβουνίου στην Κύπρο και το 1947 ήρθα στον Άθωνα. Από τότε μένω εδώ στο Άγιον Όρος. Μέχρι τα 45 μου δεν είχα μιλήσει ποτέ με γυναίκα. Δεν είχα βγει έξω για να κάνω επαφές. Και στον τόπο μου εκεί στην Κύπρο που ήμουν και στον Άθωνα που ήρθα. Έζησα πρώτα με τον οσιώτατο γέροντά μου, Ιωσήφ τον Ησυχαστή († 1959), δώδεκα χρόνια και μετά σε ηλικία 45 ετών όταν αναγκάσθηκα να βρεθώ σε μετόχια μοναστηριών για πρώτη φορά ήρθα σ' επαφή με την οικογένεια.
Όταν είδα την οικογένεια σε τέτοια χάλια εγκαταλείψεως ολοκληρωτικής, πόνεσα. Και είπα: «Βρε παιδιά, μήπως άραγε πρέπει και εμείς να συμβάλλουμε σε κάτι, διότι εάν ξεριζωθεί η οικογένεια πώς θα συνεχιστεί η κοινωνία;». Η σκέψη μου ήταν καλή, αλλά πάλι λέω πώς θα πλησιάσω την οικογένεια, εφόσον το ένα μέρος είναι η γυναίκα και εγώ τι σημαίνει γυναίκα δεν ξέρω; Τότε λοιπόν άρχισα την έρευνα από την Αγία Γραφή, την αρχή της δημιουργίας με πάσαν λεπτομέρεια μέχρι την πατερική γραμματεία και το πλήρωμα της θεολογίας της Εκκλησίας. Μετά όταν μιλούσα με πρεσβυτέρες συζύγους και μητέρες με διαβεβαίωναν για τα συμπεράσματά μου. Έτσι κατάλαβα πώς λειτουργεί η γυναικεία νοοτροπία.
Από τότε άρχισα να πλησιάζω την οικογένεια, και να δίδω την έννοια της επιστροφής και της σωτηρίας. Το θέμα της διασπάσεως του ομαλού οικογενειακού βίου σήμερα, ειδικά σήμερα, το προκαλεί ο άνδρας. Επιμένω. Από την έρευνα που έκανα, σαν είδος διατριβής μπορεί να πει κανείς, ανακάλυψα ότι σε ποσοστό 85% οι άνδρες είναι οι υπεύθυνοι. Η γυναίκα από τη φύση της, παιδί μου, είναι γέννημα και προϊόν αγάπης και επομένως δεν ζει χωρίς αγάπη. Αληθινή αγάπη. Δεν γελιούνται, είναι έξυπνες. Εάν η αγάπη δεν είναι ειλικρινής, δεν πιστεύουν. Όταν λοιπόν βρει ειλικρινή αγάπη από τον άνδρα της, τότε είναι σε θέση αυτοθυσίας και ηρωισμού. Τότε έρχεται αρμονία στον οικογενειακό βίο. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο μεγαλύτερο απ' αυτό. Η αγάπη εν ονόματι της Χάριτος κάνει τα δύο ένα μετά το γάμο, «ουκέτι εισί δύο, αλλά σάρξ μία» (Ματθ. 19, 6). Έτσι επιδρά η αγάπη ευεργετικά στα παιδιά σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννηθούν με καλό χαρακτήρα.
Λοιπόν, σήμερα αναγκάζομαι να πω και τούτο, κάπως τολμηρό μα με φέρνει η ανάγκη να το πω, όταν κάθε μέρα ακούω «η γυναίκα μου είναι έτσι, η γυναίκα μου είναι τέτοια, οι γυναίκες είναι σατανάδες…». Λέω: «Συγγνώμη, αγαπητέ μου, αυτή τη γυναίκα που λες δεν την παντρεύτηκες εσύ;». «Ναι». «Καλά, όταν την παντρεύτηκες δεν βρήκες σ' αυτήν όλη την αγάπη, την τρυφερότητα, την ευτυχία;» «Ναι». «Τώρα γιατί άλλαξες; Η ίδια είναι. Και τότε που παντρεύτηκες και τώρα η ίδια είναι. Βλέπεις, ότι εσύ φταις;»
Συνάντησα ένα ανδρόγυνο μια φορά μεγάλης ηλικίας, σχεδόν 80 ετών, που είχαν μεταξύ τους πικρία και ήθελε, αν ήταν δυνατόν, να σκοτώσει ο ένας τον άλλο. Τούς λυπήθηκα, κάθησα κοντά τους και άρχισα να ερευνώ και είδα ότι από άγνοια το έπαθαν. Δεν γνώριζαν ούτε το χριστιανισμό ούτε περί ήθους, τίποτα. Όταν κάθισα και τους μίλησα είδα ότι δέχονταν και ό,τι τους έλεγα το άκουγαν. Έ!, αφού προσπάθησα συνοπτικά να τους δείξω ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον Θεό και έχει αιωνιότητα και ότι δεν θα μείνουμε για πάντα στον κόσμο αυτό και ότι η συζυγία δεν διαλύεται εδώ, αλλά θα συνεχιστεί στην αιωνιότητα, συγκινήθηκαν, και τα δέχτηκαν όλα αυτά. Έφυγα και αφού πέρασε λίγος καιρός μου στέλνουνε ένα γράμμα, στο οποίο μου γράφανε: «Γέροντα, είναι σαν να ξαναζούμε τον πρώτο μήνα του γάμου μας». Αυτοί που ήθελαν να σφαγούν, να σφάξει ο ένας τον άλλο. Βλέπεις τις αποδείξεις;
Θα σάς πω για ένα ακόμα χαρακτήρα πραγματικού συζύγου, που πάρα πολύ δύσκολα τον συναντούμε στις μέρες μας. Εμείς γνωρίσαμε όμως έναν. Κατά πάντα τέλειος χαρακτήρας, χριστιανός, πλήρως κοινωνικός. Άργησε να παντρευτεί, σχεδόν στα τριάντα του, όχι γιατί αποστρεφόταν, αλλά νόμιζε ότι έτσι έπρεπε. Και τότε έκανε την προσευχούλα του με πίστη και βρήκε μια κορούλα και παντρεύτηκε. Η κορούλα ήταν μικρή, δέκα χρόνια μικρότερη απ' αυτόν. Μόλις την παντρεύτηκε άρχισε αυτή να κάνει αταξίες. Έκανε πώς δεν έβλεπε αυτός, νόμιζε πώς είναι κορούλα του και αυτός πατέρας της. Είχαν όμως επιχειρήσεις μεγάλες στο εξωτερικό και έπρεπε κατ' ανάγκην να πάνε εκεί, έστω και προσωρινά. Την παίρνει λοιπόν και έφυγαν. Όταν πήγαν εκεί αυτή πείσμωσε. Λέει: «Για να με χωρίσει από το περιβάλλον μου το 'κανε. Εγώ θα τον αφήσω». Λοιπόν, τον παρατάει και έφυγε.
Έρχεται στην Ελλάδα και που πάει; Σ' ένα από αυτά τα "καζίνα" και ζούσε ως ελεύθερη γυναίκα επί αμοιβή. Αυτός, από την ημέρα που έφυγε δεν έπαυε κάθε μέρα να κάνει προσευχή με δάκρυα και να επιμένει, να εκβιάζει τον Θεό: «Πανάγαθε δεν υποχωρώ, δεν θα σ' αφήσω, εσύ μου έδωσες τη γυναίκα μου. «Παρά Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή». Θέλω τη σύζυγό μου. Εάν πλανήθηκε η κορούλα πρέπει να χαθεί; Γιατί ήρθες εσύ στη γη; Δεν ήρθες να ανεύρεις το απολωλός, να θεραπεύσεις τον άρρωστο, να αναστήσεις τον νεκρό; Δεν υποχωρώ, δεν θα σ' αφήσω ήσυχο. Θέλω τη γυναίκα μου, να μου τη φέρεις πίσω». Έκλαιε επί δύο χρόνια. Επέδρασε η προσευχή και τελικά ήρθε στον εαυτό της. «Πω, πω», ομολογούσε, «πρέπει να κάνει ο Θεός άλλη κόλαση, γιατί αυτή είναι για μένα μικρή!».
Πιάνει και του γράφει ένα γραμματάκι και του λέει: «Δεν τολμώ να σε ονομάσω, δεν έχω θέση. Αν επιστρέψω, με δέχεσαι σαν υπηρέτρια;». Απαντάει αυτός: «Αγάπη μου, γιατί είπες αυτή τη λέξη και με πλήγωσες; Δεν σε έστειλα για διακοπές και περιμένω με λαχτάρα την αγάπη μου να 'ρθει στην αγκαλιά μου;» Πήγε λοιπόν, την περίμενε στο αεροδρόμιο, όπως συννενοήθηκαν. Όταν βγήκε αυτή έξω και τον είδε έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται με κλάματα. Την πήρε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, γιατί κάνεις έτσι και με πληγώνεις; Σε περίμενα με λαχτάρα. Πάμε στο σπίτι μας, δεν χωρίσαμε ποτέ. Πάντοτε μαζί σου ήμουν».
Και απεδείχθη ύστερα ότι έγινε πιστή σύζυγος αυτή η κορούλα. Αυτή είναι η θέση του άνδρα, του συζύγου. Άμα οι σύζυγοι είναι τέτοιοι, δείξε μου ποια γυναίκα είναι κακή;
– Να σάς ευχαριστήσουμε πολύ γέροντα, και να εύχεσθε για όλο τον κόσμο.
Έντυπη πηγή: περιοδικό ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ, τ. 7
Ηλεκτρονική Πηγή: http://www.egolpio.com/PLOUTOS_ORTHOD/SYGXRONOS_LOGOS_g.IWSHF_VATOPAIDINOY.htm
Οι Φωτογραφίες: έχουν την αρχική τους ζεύξη.
Σημείωση admin: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin για να δείξει σε ποια σημεία στέκεται ιδιαίτερα ο ίδιος.
Σημειώνω μάλιστα ότι δεν αναφέρεται στα οικονομικά της Ι. Μονής, ούτε φαίνεται να έχει γνώση για τις «διαπραγματεύσεις» με κρατικούς φορείς της ηγουμενίας, ούτε με άλλες καπιταλιστικές οικονομικές ενασχολήσεις… Οι αντιφάσεις και αντινομίες αυτές δεν πρέπει επ' ουδενί να μας εκπλήσσουν. Μαθητής του Ιησού πρόδωσε τον διδάσκαλό Του.
«Αλλαγές και Μεταρρυθμίσεις» vs «Αρμονία και Ντικτέ»
του Στέργιου Ζυγούρα*

Οι κυβερνητικές «αλλαγές και μεταρρυθμίσεις» δεν αφορούν τη μουσική παιδεία. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε, όταν χρειάστηκαν 5 χρόνια, για να παραδεχθεί απλώς η σημερινή κυβέρνηση την προβληματική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια παιδεία. Έτσι, μέσα στο χρόνιο, αλλοπρόσαλλο περιβάλλον παιδείας και μουσικής, συνεχίζεται και μια «παράδοση» που χρόνο με το χρόνο αναδεικνύεται ως παγκόσμια πρωτοτυπία.
Η σχέση «μουσικής» και «μουσικολογίας», όπου η δεύτερη υποβαθμίζεται και η πρώτη συρρικνώνεται στα μέτρα της δεύτερης, καλά κρατεί. Και κρατεί κυρίως μέσω της εισαγωγής φοιτητών στα Τμήματα Μουσικών Σπουδών των ΑΕΙ. Εκεί όπου θεμελιώνεται το «τετελεσμένο», το «πτυχίο» η «αδυναμία αμφισβήτησης». Ποιος αγχωμένος υποψήφιος, ποιος ανενημέρωτος γονιός, ποιος απαξιωμένος καθηγητής θα βρει το χρόνο, τη δύναμη, να δημιουργήσει τις συνθήκες συγκρότησης ρεύματος αμφισβήτησης στο «εξεταστικό»; στην κρατούσα συνταγή «αρμονία και ντικτέ»;
Αφού στη μουσική διαχωρίστηκε η επιστήμη από την τέχνη, αφού στην κοινωνική σύγκρουση που ακολούθησε η πρώτη νίκησε τη δεύτερη, αφού η λογική επικράτησε της αίσθησης, αφού η παιδεία μας γενικότερα δεν ασχολείται με τη μόρφωση αλλά με την κατάρτιση, γιατί να απορούμε που στη μουσική πετύχαμε την υψηλότερη επίδοση του παράλογου; Αφού τα ίδια τα πανεπιστήμια δεν ενδιαφέρονται να απορροφήσουν τους καλύτερους μουσικούς[1], γιατί να απορούμε που βασιλεύει στη χώρα μας η προσοδοφόρα (γραπτή) σταυρολεξική «αρμονία» και ο αποσπασματικός-τεχνοκρατικός έλεγχος των «μουσικών ακουστικών ικανοτήτων»;
Ενώ οι φοιτητές των ΤΜΣ των ΑΕΙ σπουδάζουν την ελληνική, τη δυτική και την παγκόσμια μουσική τέχνη & επιστήμη, καταλληλότερος για τις σπουδές αυτές είναι όποιος έχει κατανοήσει πώς αλλάζουμε 10 τονικότητες σε λιγότερο από 1 λεπτό κεντροευρωπαϊκής μουσικής του 18ου-19ου αιώνα[2], όποιος έχει κατανοήσει ότι «μέτρο» είναι η ποσοτική κατανομή ομόχρωμων φθόγγων.[3] Ενώ η Πολιτεία παρεμβαίνει στη σύγκρουση εργασιακών δικαιωμάτων των μουσικών και των μουσικολόγων σχεδόν αποκλειστικά από θέση ψηφοθηρικής σκοπιμότητας, ταυτόχρονα υιοθετεί παρακμιακές Ωδειακές συνιστώσες στα Μουσικά Σχολεία του ΥπΕΠΘ και στις πανελλαδικές εξετάσεις που οδηγούν στα ΤΜΣ των ΑΕΙ (βλ και την περίφημη διατύπωση περί «υποχρεωτικού αρμονίας»).
Το κερασάκι στην τούρτα; Το διαδικαστικό μέρος των πανελλαδικών εξετάσεων στα ειδικά μαθήματα της αρμονίας και του ελέγχου μουσικών ακουστικών ικανοτήτων. «Οδηγίες» συμπληρώνονται κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αρμονίας από «διευκρινήσεις», ενώ κάλλιστα οι δεύτερες θα μπορούσαν να είχαν ενσωματωθεί στις πρώτες. Οι εκατοντάδες υποψηφίων που προσέρχονται για το μάθημα «έλεγχος μουσικών ακουστικών ικανοτήτων» σε κάθε ένα από τα μόλις 3 εξεταστικά κέντρα, δημιουργούν σοβαρά οργανωτικά προβλήματα, που καλούνται να διαχειριστούν οι επιτροπές τους. Με μια ανεξήγητη για την κοινή λογική απόφαση των Δ/σεων Β/θμιας Εκπ/σης, καθηγητές μουσικής επιτηρούν μαθητές τους, εκτρέφοντας την αμφιβολία της άνισης μεταχείρισης στους μαθητές που δεν φοιτούν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Πώς φτάνουμε τώρα σε πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα που κυρίως διδάσκονται στην ιδιωτική μουσική παιδεία; αυτό ας το ερμηνεύσουν από κοινού οι υπουργοί παιδείας και πολιτισμού. Εμείς ξέρουμε ότι οι «καινοτομίες» στην παιδεία εξαντλούνται σε επιλεκτικά επιχειρηματικά σχέδια. Ίσως όμως στην κρατική μουσική παιδεία οι αντιφάσεις είναι μεγαλύτερες. Το «αγγλοκρατούμενο» -ως προς τη μουσική- Π.Ι. μόλις και μετά βίας σήμερα κατόρθωσε να εντάξει στοιχεία από τις προ εικοσαετίας θετικές αγγλικές παρεμβάσεις, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.[4] Όσο για τη μουσική στην πρωτοβάθμια παιδεία, σε γενικές γραμμές επικρατεί ο εγκυκλοπαιδισμός και η αποσπασματικότητα.
Αυτή η κυβέρνηση έκρινε ότι η προσωπικότητα του ατόμου αποτελεί κρίσιμο μέγεθος για τα στελέχη της εκπαίδευσης, άρα πρέπει να ελέγχεται στη διαδικασία επιλογής τους, μέσω της συνέντευξης[5]. Ας περιμένουμε να δούμε ποια κυβέρνηση -που εξυμνεί το συμβολισμό των μαρμάρων της Ακρόπολης- θα αναγνωρίσει ότι η μουσική ταυτίζεται με το πρόσωπο και κάθε αντικειμενική αξιολόγηση την υποβιβάζει στο επίπεδο της τεχνικής. Ως τότε, η σχέση και η «σύνδεση παιδείας και πολιτισμού» θα συνεχίσει στην πράξη να λειτουργεί και ως σχολαστικισμός και ως τυπολατρεία και ως φτηνός εντυπωσιασμός.
6-7-2009
* Ο Στέργιος Ζυγούρας είναι Καθηγητής ΠΕ16
Σύνδεσμοι:
http://users.sch.gr/szygouras/epikair/2009/them_arm_eid_c_eid_no_0906.pdf
http://www.ypepth.gr/docs/them_dictee_omog_c_omog_no_0809.pdf
http://www.parodos.net.gr/mmpp/mmpp.pdf
[1] Υπάρχει και η αντίστροφη αγκύλωση: το ΥπΕΠΘ στο όνομα της ομοιομορφίας, δεν επιτρέπει σε ΤΜΣ να υιοθετήσουν διαφορετικούς τρόπους εξέτασης για διαφορετικούς τομείς σπουδών.
[2] Παρόλο που η μελωδική γραμμή ουδόλως ανήκει στο ύφος αυτής της περιόδου.
[3] Φέτος κατακτήθηκε η διάκριση ισχυρών και ασθενών φθόγγων: διευκρινίστηκε στο ντικτέ ότι «οι διαδοχές θα ακουστούν με τονισμούς στα ισχυρά και στα μετρίως ισχυρά μέρη των μέτρων». Αν γίνει και διάκριση των ηχοχρωμάτων, αν ξεφύγουμε από τους ηλεκτρονικούς ήχους, ίσως θα έχουμε ένα ακόμα βήμα για να πάμε από μια κακή εκδοχή της επιστήμης προς μια ενδεχόμενη τέχνη. Η πραγματική μουσική φοβίζει όσους επικαλούνται ή καταφεύγουν στην αντικειμενικότητα.
[4] Βλ. General Certificate of Secondary Education, Music και «Ανθολόγιο Μουσικών Κειμένων Α΄, Β΄, Γ΄, Γυμνασίου»
[5] Άλλο θέμα, το τι πραγματικά γίνεται σ' αυτές τις «συνεντεύξεις».
Οι Δάσκαλοι
Του Γιάννη Ποταμιάνου

Δάσκαλοι Προμηθείς
Κάθε βράδυ τάπητες υφαίνουμε,
Με ανεκπλήρωτα όνειρα
και τις στερήσεις μας
Κάθε πρωί τουφεκίζουμε τα όνειρά μας
Με την πλάτη στημένα στον μαυροπίνακα
Χρόνια ατέλειωτα στο ίδιο μονοπάτι
Με επιμονή χελιδονιού
Φωλιές χτίζουμε με λέξεις
Με ουσιαστικά, ρήματα και επιρρήματα
Κεντάμε με υπομονή, αράχνης
Συναρτήσεις και εξισώσεις
Εργαλεία κέρδους
Ανταλλάξιμα
Σε ελεύθερες αγορές
Σε σκλαβοπάζαρα ανθρώπων
Σε αρένες πάλης για μια θέση εργασίας
Δάσκαλοι Δεσμώτες
Στον Καύκασο της αδιαφορίας
Κουβαλάμε το σταυρό της ανίας
Ώρα την ώρα σβήνοντας λάμψεις
Στα μάτια των παιδιών
Δεσμώτες βιβλίων
Πρέσες παραμόρφωσης νέων ψυχών
Που διδάσκουν για τον άνθρωπο
Σκοτώνοντας τον ανθρωπισμό
Που διδάσκουν την ιστορία
Δικαιώνοντας τους κατακτητές
Που διδάσκουν την δικαιοσύνη
Δικαιώνοντας τους εκμεταλλευτές
Που διδάσκουν πίστη στο δίκαιο
που την αδικία δικαιώνει
Που διδάσκουν το κώνειο να πίνεται,
αδιαμαρτύρητα
Προβάλλοντας ως αρετή, την υποταγή
Στων ισχυρών την τάξη
Όμως εσύ νεολαίε, μάθαινε
Όχι αυτά που διδάσκουμε
Αλλά αυτά που υπονοούμε
Να ψάχνεις πίσω από τις γραμμές
Ανάμεσα στις γραμμές
Για κρυφούς σπόρους, αμφισβήτησης
Να ψάχνεις στις παρυφές των μύθων
Τα μονοπάτια των κρυφών νοημάτων
Μόνο έτσι το σχολείο, όπλο σου θα κάνεις
Όμως εσύ νεολαίε, μάθαινε
Να ψάχνεις πίσω από τα λόγια μας
Στη μελαγχολία των ματιών μας
Στους χτύπους της καρδιάς μας
Μόνο έτσι το δάσκαλο θα νοιώσεις, σύντροφο σου
Τις αλήθειες ξεχώριζε σαν μανιτάρια
Για να μην σε καταπιεί το ψέμα
Το μυαλό σου ακόνιζε στης δικαιοσύνης τον καημό
Κάντο στιλέτο ανατροπής,
Καρφί στο κορμί της αλλοτρίωσης
Λόγχη αμφισβήτησης, Ρωμαίου
Για να τρέξει νερό και αίμα
Από το πλευρό της σταυρωμένης κοινωνίας
Που θα ποτίσει σπόρους νέων ιδεών
Και αλήθειες που θα τις τραγουδάνε
Νέα χαρούμενα τραγούδια.
3 Ιουλίου 2009, Γιάννης Ποταμιάνος
Βιώσιμη αγροτική οικονομία I
Η πράσινη ανάπτυξη απάντηση στην γκρίζα κρίση για το Νομό Αιτωλοακαρνανίας
Του Γιάννη Σελιμά*

Η παγκόσμια οικονομική κρίση αναδεικνύει τα όρια της πλασματικής οικονομίας των διεθνών χρηματοροών και επαναφέρει την πραγματική οικονομία της παραγωγής στο προσκήνιο.διέρχεται μια δομική κρίση που δεν οφείλεται μόνο στην αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής από την πλευρά της Ε.Ε., αλλά σε χρόνιες αδυναμίες της υπαίθρου να συγκροτήσει ένα ισχυρό αναπτυξιακό πρότυπο.
Παράλληλα, ο αγροτικός τομέας που αποτελεί πυλώνα της πραγματικής οικονομίας τουλάχιστον για την Ελλάδα, διέρχεται μια δομική κρίση που δεν οφείλεται μόνο στην αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής από την πλευρά της Ε.Ε., αλλά σε χρόνιες αδυναμίες της υπαίθρου να συγκροτήσει ένα ισχυρό αναπτυξιακό πρότυπο.
Η βιώσιμη αγροτική οικονομία με έμφαση στα πιστοποιημένα και επώνυμα προϊόντα, ποιοτικά και ασφαλή κερδίζει διαρκώς μεγαλύτερο μερίδιο στις αναπτυγμένες αγορές γεωργικών προϊόντων. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να αξιοποιηθεί το ιστορικό προβάδισμα και το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας σε σχέση με τη μεσογειακή διατροφή. Σε ένα διεθνές περιβάλλον που διαρκώς αλλάζει το να μένεις ίδιος σημαίνει πως πηγαίνεις πίσω.
Η αλλαγή σε μεθόδους καλλιέργειας, σε προϊόντα που παράγονται αλλά και η μετάβαση από τον παραδοσιακό αγρότη στον νέο αγρότη επιχειρηματία είναι αναγκαία αν θέλουμε η Αιτωλοακαρνανία να γίνει ένας ασφαλής τόπος να μένεις, να δημιουργείς, να καλλιεργείς. Το περιβάλλον και η γεωργία συναντιούνται σε μια καινούργια προοπτική για το παρόν και το μέλλον της υπαίθρου.
Σημαντική έκταση του νομού έχει ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 (Τόποι Κοινοτικής Σημασίας και Ζώνες Ειδικής Προστασίας για τα πουλιά). Το δίκτυο Natura 2000 σε επίπεδο χώρας περιλαμβάνει 151 Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ-Οδηγία 79/409/ΕΚ) και 239 Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ – Οδηγία 92/43/ΕΚ). Η έκταση των περιοχών του Δικτύου, εξαιρουμένων των αλληλοεπικαλύψεων, ανέρχεται συνολικά σε 3.151.000 ha, το χερσαίο ποσοστό των οποίων ανέρχεται στο 19.1 % της χερσαίας έκτασης της χώρας. Το 7 % της συνολικής έκτασης του δικτύου Natura 2000 βρίσκεται στη Δυτική Ελλάδα με έκταση 214.332 ha.
Για την κήρυξη των περιοχών αυτών ως προστατευόμενων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία (Ν. 1650/86) προαπαιτείται η εκπόνηση Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτη(ΕΠΜ). Για το Ν. Αιτωλοακαρνανίας έχουν εκπονηθεί μέχρι σήμερα δυο ΕΠΜ, για τη Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου και τον Αμβρακικό κόλπο, που έχουν οδηγήσει αντίστοιχα σε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις χαρακτηρισμού αυτών των περιοχών ως Εθνικά Πάρκα. Για τη διαχείριση των Προστατευόμενων Περιοχών (Εθνικά Πάρκα ή Περιοχές Οικοανάπτυξης) έχουν ιδρυθεί σε εθνικό επίπεδο 27 Φορείς Διαχείρισης που καλύπτουν το 30 % των περιοχών Natura, και έχουν την υποχρέωση να εκπονούν Σχέδια Διαχείρισης και Κανονισμούς Διοίκησης & Λειτουργίας της Προστατευόμενης Περιοχής που εποτπεύουν. Για την περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας η έκταση των Προστατευόμενων περιοχών με το Ν. 1650/86 είναι 59.505 ha, ενώ υπάρχουν τρεις Φορείς Διαχείρισης.
Ένας από του τέσσερις βασικούς άξονες του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδας 2007-2013 «Αλέξανδρος Μπαλτατζής» είναι ο Άξονας 2 που αφορά την «Προστασία του περιβάλλοντος και αειφόρος διαχείριση των φυσικών πόρων". Στον άξονα αυτό περιλαμβάνονται 10 μέτρα ανάμεσα στα οποία:
α) ενισχύσεις για φυσικά μειονεκτήματα στους γεωργούς ορεινών περιοχών
β) ενισχύσεις Natura 2000 και ενισχύσεις που συνδέονται με την Οδηγία για τα Νερά (Οδ. 2000/60/ΕΚ)
γ) γεωργό-περιβαλλοντικές ενισχύσεις
δ) ενισχύσεις Natura 2000 (για δάση)
ε) αποκατάσταση του δασοκομικού δυναμικού και εισαγωγή δράσεων πρόληψης και άλλα μέτρα που στόχο έχουν την προστασία και διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου.
Μέσω του μέτρου 213 «Ενισχύσεις Νatura 2000 και ενισχύσεις που συνδέονται με την Οδηγία για το Νερά ( Οδ. 60/2000)» δίνονται ενισχύσεις σε γεωργούς, των οποίων τα αγροτεμάχια βρίσκονται εντός των περιοχών του Δικτύου Ναtura 2000, ώστε να αντισταθμιστεί η απώλεια εισοδήματος που προκύπτει από την εφαρμογή των ειδικών απαιτήσεων της πολλαπλής συμμόρφωσης, που ισχύουν στις περιοχές αυτές.
Δικαιούχος του μέτρου θα κριθεί αγρότης φυσικό και νομικό πρόσωπό εντός δικτύου NATURA 2000 εφόσον στα αγροτεμάχια του που βρίκονται στις περιοχές εφαρμογής εκτός από την τήρηση της πολλαπλής συμμόρφωσης αναλαμβάνει και τις ακόλουθες δεσμεύσεις:
i. Να συμμορφώνεται με τα διαλαμβανόμενα στα εξειδικευμένα σχέδια διαχείρισης ή διαχειριστικά μέτρα για την προστασία της περιοχής και των ειδών, όπου αυτά υπάρχουν.
ii. Να πραγματοποιεί το θερισμό από το κέντρο του αγροτεμαχίου προς το εξωτερικό, περιστροφικά ή σε λωρίδες εφόσον το μέγεθος του αγροτεμαχίου και τα διαθέσιμα μέσα το επιτρέπουν.
iii. Να εφαρμόζει τη νομοθεσία περί θήρας και συλλογής ειδών όπως προβλέπεται στην ΚΥΑ 414985/85 (Β 757), άρθρο 6, παρ.2 άρθρο 7, παρ 3γ, στο Π.Δ. 86/69 (Α 7), άρθρο 256, παρ.2. και στο ΠΔ 67/81 (Α 43), άρθρα 2 και 3 παρ.1. Εφόσον επιθυμεί να μην διενεργείται θήρα στο αγροτεμάχιό του, αναρτά κατάλληλη σήμανση μετά από άδεια από το οικείο Δασαρχείο.
iv. Να μην καταστρέφει τη φυσική αυτοφυή βλάστηση στα όρια των αγροτεμαχίων και στις νησίδες εντός των αγροτεμαχίων του. Να μην εισάγει την καλλιέργεια ξενικών ειδών χωρίς την ειδική άδεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΑΑΤ.
vi. Στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, όπου υπάρχει συγκέντρωση κοπριάς αυτή να γίνεται σε καλυμμένο χώρο, όπου λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή έκπλυσης ρυπαντών.
vii. Να μη χρησιμοποιεί για τη βόσκηση των ζώων του (από 1η Μαρτίου έως 31η Αυγούστου εκάστου έτους) νησίδες φυσικής βλάστησης όπου αναπαράγονται αποικιακά, είδη άγριας πανίδας. Οι περιοχές αυτές φέρουν σήμανση με ευθύνη των τοπικών αρχών.
viii. Να μην καταστρέφει φυσικές υδατοσυλλογές.
ix. Να μην καλλιεργεί γενετικά τροποποιημένα φυτά.
Με βάση τις πρόσθετες δεσμεύσεις και τις αγρονομικές υποθέσεις το ύψος ενίσχυσης ορίζεται στα 50 ευρω/εκτάριο ετησίως. Το ύψος αυτό θα αναθεωρηθεί, ώστε να λάβει υπόψην του την προσθήκη των επιπλέον δεσμεύσεων που θα προκύψουν μετά το 2009 από τα εγκεκριμένα σχέδια κατά περίπτωση ή κατά περιοχή NATURA 2000.
*Ο Σελιμάς Γιάννης είναι Περιβαλλοντολόγος-Οικονομολόγο, Σύμβουλος Διαχείρισης Περιβάλλοντος Φ.Δ/Λ.Μ Εργαστηριακός Συνεργάτης ΤΕΙ Μεσολογγίου, selimas77j@yahoo.com.

(Κιλκίς, 27 Ιουνίου 2009)
Πανοσιολογιότατε Γενικέ Αρχιερατικέ Επίτροπε της Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου,
Εντιμότατοι Άρχοντες του τόπου,
Αγαπητοί Φίλοι της «Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ Κιλκίς»,
Ελλογιμότατοι Κύριοι Καθηγητές,
Κυρίες και Κύριοι, φίλες και φίλοι της Ποίησης,
Εν πρώτοις οφείλω να εκφράσω σε όλους ειλικρινή αισθήματα χαράς και ικανοποίησης, ευχαριστώντας Σας από καρδι άς για την υψηλή τιμή που μού επιφυλάξατε, απονέμοντάς μου το Αριστείο «Κούρος Ευρωπού» για το 2009. Η πολυαπαιτητική σύνθεση της Επιτροπής του Αριστείου, δηλαδή προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους στον τομέα της μετ' επιστήμης ψηλάφησης ή αναψηλάφησης της Λογοτεχνίας, με χρεώνει για πολύ περισσότερα, «σκλαβώνοντάς» με αγαπητικά. Ιδιαίτερες χάριτες οφείλω στην Καθηγήτρια Κυρία Μαρία Λιτσαρδάκη, η οποία, με την ασκημένη της ματιά, διείδε στα γραφτά μου τόπους και ουτοπίες, που μήτε κι εγώ ο ίδιος θα ημπορούσα ποτέ να εντοπίσω.
Επιτρέψατέ μου από αυτή την επίσημη θέση να εξομολογηθώ, ότι, καλλιεργώντας -το κατά δύναμιν και κάποτε βουστροφηδόν- επί τρεις συναπτές ήδη δεκαετίες το «γεώργιον» της Ποίησης, ουδέποτε θεώρησα, ότι συμβάλλω έστω και κατ' ελάχιστον στο περίβλεπτο οικοδόμημα της Τέχνης του Λόγου, το οποίο εξαγίασαν ούτως ή άλλως μέχρι σήμερα κορυφαίες κι ευσκιόφυλλες προσωπικότητες, στων οποίων -εννοείται- μήτε την παρασκιά δεν έχω το σθένος να εγγίσω.
Εκείνο, που ανέκαθεν ήταν η Ποίηση για μένα, ονομάζεται ανάγκη όρασης. Πάντα μου (και δίχως καμιά διάθεση να παραστήσω τον οσιομάρτυρα του είδους) ένιωθα ως το μεδούλι να θεριεύει τριγύρω το Σκότος και η Λιγοσύνη σε όλα τα επίπεδα: Στις διαπροσωπικές, κοινωνικές, θρησκευτικές σχέσεις… Το πονηρότερο – επιδεξιότερο Σκότος ήταν το σωθικό μου. Κι ενώ ήξερα, ότι το Φως υφίσταται όντως και «φαίνει πάσι»[1], μάλιστα δε -εφόσον το αδράξω- δύναται να καταστεί ιαματικό, η περιρρέουσα συνήθως και μεγάφωνη Λιγοσύνη προκαλούσε συνήθως είτε μερική, είτε ολική έκλειψη του Φωτός.
Έτσι κατέφυγα από πολύ νωρίς στις μεθοδείες του λόγου ως αντίλογου ή αντίδοτου. Δημιούργησα την παυσίλυπη εκείνη αυτοπεποίθηση, ότι καρφώνοντας ή ξεκαρφώνοντας λέξεις στα ολόκλειστα παντζούρια της μοναχικότητάς μου, χτίζοντας νέα νοήματα εκεί που τ' άλλα είχαν για μένα προ πολλού γεράσει ή εξαντληθεί, αναρτώντας λαλέουσες σιωπές εκεί που οι κρότοι του περίκοσμου αστοχούσαν, παραγεμίζοντας με φωνήεντα δάκρυα τις παραμικρές ρωγμές των στίχων μου, κατόρθωνα να ξεγελάσω το κεντρί του Σκότους του πανούργου (κυρίως του σωθικού μου), αποφεύγοντάς το, προσλαμβάνοντας έτσι επιτέλους το Φως με την πάσα του έννοια, κτιστό ή άκτιστο.
Όμως το Φως ετούτο δεν είναι και για χόρταση… Αναφαίνεται τόσο κυριαρχικά ραγδαίο, τόσο αγέρωχα κατακλυσμιαίο, τόσο έντονα ερωτομανές, ώστε μονάχα σε πολύ-πολύ μικρές πολύτιμες δόσεις να το αντέχει ο υποψιασμένος. Είναι σα να το ακο ύω να με καλεί ολοένα: «Έσο έτοιμος! Και μια μόνη Αχτίδα μου να αιχμαλωτίσεις, αρκεί σου η χάρη»!
Έχω και σε άλλες περιπτώσεις[2] διευκρινίσει, ότι δεν θεωρώ όλες ετούτες τις διεργασίες που εξιστορώ (και άλλες ακόμη, ανεκλάλητες, πλην ευεργετικές) ως αξιομίμητη ή -πολλώ μάλλον- αξιοβράβευτη στάση ζωής. Απλή μέθοδος υπεκφυγής από την τυραννίδα του Εφήμερου ή διαφυγής από τις κατεστημένες τριβές της καθημερινότητας υπήρξε για τον ομιλούντα τρόπος θέασης των μήποτε ορωμένων ή απαστράπτουσα στολή παρρησίας έναντι του Θείου ευθεία οδός -δίχως μεσάζοντες- προς την Αγάπη ή και παρελκυστική τακτική έναντι του οπωσδήποτε Θανάτου.
Έτσι, σύμφωνα με τον Συμεών των «Θείων Ερώτων»,
«Μεταλαμβάνω του φω
τός, μετέχω και της δόξης
καί λάμπει μου το πρόσωπον,
ως και του ποθητού μου
καί άπαντα τα μέλη μου γίνονται φωτοφόρα
ωραίων ωραιότερος τότε αποτελούμαι,
πλουσίων πλουσιώτερος και δυνατών απάντων
υπάρχω δυνατώτερος (…)»[3]
Αγαπητοί μου,
Σύμφωνα με μια ρήση του Λεονάρντο ντα Βίντσι, «Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι. Εκείνοι που βλέπουν, εκείνοι που βλέπουν όταν τούς δείχνουν κι εκείνοι που δεν βλέπουν».
Όλοι μου οι στίχοι, λοιπόν, για ένα Βλέμμα προς το Φως!!! Αν το έχω δει ποτέ; Νομίζω, ναι! Όμως, δεν μού αρκεί… Το μάτι μου, άπληστο και βουλιμικότερο τώρα, επιποθεί δόσεις όλο και μεγαλύτερες πλέον… Και ας καώ…
[1] Από την Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων.
[2] Βλ. α) π. Παναγιώτη Καπο
δίστρια, «Λογομαχία για την Ποίηση», Περιοδικό Τετράμηνα, τεύχ, 44-45 (1991) 2917-2929 και β) Του ίδιου, «Συνομιλίες (για την Ποίηση και πάλι)», Τετράμηνα, τεύχ. 62-64 (2000) 4733-4749.
Πρβλ. Magriplis, Dimitrios. "Panagiotis Kapodistrias". The Literary Encyclopedia. 11 March 2009.
[http://www.litencyc.com/php/speople.php?rec=true&UID=12609, accessed 15 June 2009.]
[3] Από τον Ύμνο Ις΄. Βλ. Symeon Neos Theologos, Hymnen (Supplementa Byzantina): Einleitung Und Kritischer Text by Kambylis, Athanasios (Editor). Publisher: Walter de Gruyter & Co, Berlin – New York 1976, p. 112.
Θεολογία και σπουδές
ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ
ΩΣ ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Του Αλέξανδρου Σταθακιού

1. Οι πτυχιούχοι θεολογίας απέναντι σε ένα νέο σκηνικό
Θα ήταν μάλλον ομφαλοσκόπος, όποιος έλεγε ότι σήμερα το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, δεν είναι κρίσιμο ζήτημα του πολιτικού διαλόγου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και το θέμα των θεολογικών σπουδών και του μαθήματος των θρησκευτικών στα πλαίσια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που λειτουργεί μέσα σε ένα δημοκρατικό και ανεξίθρησκο κράτος, έχει αποκτήσει βαρύνουσα πολιτική σημασία.
Αναφορικά με το κεντρικό ζήτημα, φαίνεται να είναι απλή η λύση του για μια σεβαστή πλέον μερίδα «δημοσιολογούντων» και «δημοσιογραφούντων» σε χώρους, μέσα και έντυπα που ασκούν σημαντική επιρροή στην κοινή γνώμη: Άμεσος και απόλυτος χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους, αρχή που για πάρα πολλές από αυτές τις δηλώσεις, έχει ως συνέπεια την έξωση, ή την περαιτέρω υποβάθμιση (ως «ηθική», ή ως επιλεγόμενο μάθημα) του μαθήματος των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση, αφού μετά τον χωρισμό δεν είναι δυνατόν η Πολιτεία να θέτει ως σκοπό της δημόσιας εκπαίδευσης και την χριστιανική διαπαιδαγώγηση, πράγμα που ισχύει τουλάχιστον τύποις ακόμα και σήμερα .
Ότι και να πιστεύει κανείς για τα παραπάνω, η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική κοινωνία βάζει πλέον ως ζήτημα για διευθέτηση στο άμεσο μέλλον τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους και, όπως και να γίνει, ο χώρος δράσης του Επιστήμονα και Παιδαγωγού Θεολόγου, στην Εκπαίδευση κάθε βαθμίδας και στην Κοινωνία θα επηρεαστεί από μια τέτοια εξέλιξη.
Και δεν είναι μόνο η εγχώρια τάση, είναι και η διεθνής «πίεση» πλέον μια και ως λαός αποφασίσαμε να συνυπάρχουμε στο πλαίσια ευρύτερων Ευρωπαϊκών στην πλειονότητα τους διακρατικών θεσμών.[1]
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό ήρθε η πολιτεία, μετά από διεργασίες ετών, να καταθέσει προς ψήφιση νομοσχέδιο για την ίδρυση τεσσάρων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών κατά το πρότυπο των παραγωγικών σχολών του στρατού.[2]
Από την άλλη βέβαια, αντισταθμιστικά θα μπορούσε να πιστέψει κανείς, έρχεται νομοσχέδιο από πανεπιστημιακούς (Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) μέσω αρκετών βουλευτών όλων των κομμάτων που θεσμοθετεί το διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους με συγκεκριμένα «βήματα» σε κάθε τομέα που μέχρι τώρα υπάρχει «συγχώνευση». [3]
Αυτό το τελευταίο βέβαια, θα έρθει να προστεθεί «ως κερασάκι στην τούρτα» σε μια δύσκολη κατάσταση που βιώνει ο Θεολόγος. Δρα ανάμεσα σε εκατέρωθεν διαμορφωμένα στερεότυπα, που τον αλέθουν σαν «μυλόπετρες».
Από τη μια είναι η, όλο και πιο φωναχτή τελευταία, δυσκολία του κοινωνικού συνόλου να τον δεχτεί ως επιστήμονα. Όσοι από τους αποφοίτους των θεολογικών σχολών, προσπάθησαν να ανοιχτούν σε διεπιστημονικά πεδία, συνήθως συνάντησαν την καχυποψία των περισσοτέρων μελών της επιστημονικής κοινότητας για το περιεχόμενο των σπουδών τους. Και αυτό γιατί υπάρχει ένα ευρύτερα διαδεδομένο στερεότυπο: «Τώρα κι ο Θεολόγος ήρθε για να μας κάνει κατήχηση», λένε συχνά αρκετοί επιστήμονες -όμορων μάλιστα χώρων, άνθρωποι δηλαδή που υπηρετούν άλλες ανθρωπιστικές ή πολιτιστικές επιστήμες (και η «κατήχηση» όχι άδικα στην αντίληψη πολλών ταυτίζεται με την προπαγάνδα). Το στερεότυπο αυτό δεν είναι άσχετο με την στάση των περισσοτέρων θεολόγων στο κοντινό παρελθόν. Μια στάση που και σήμερα συναντάται, παρότι είναι πλέον μειοψηφική.
Από την άλλη βέβαια και η θεσμική εκκλησία, όχι λίγες φορές τον βλέπει με καχυποψία αυτόν το «θεολόγο του κομπιούτερ», ένα θεολόγο που βγήκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που βγάνουν και οι άλλοι ειδικοί και δεν τον ελέγχει. Και αυτό δυστυχώς το στερεότυπο έχει περάσει σε πολλούς από τους πολίτες που ακολουθούν ενεργότερα στο ιδεολογικό πεδίο (δυστυχώς υπάρχει και αυτή η πραγματικότητα) την Θεσμική Εκκλησία.
Ο άνθρωπος αυτός μοιάζει σαν ένα παιδί που διαλύθηκε η οικογένεια του και κανένας από τους δυο γονείς δεν θέλει να το πάρει.
2. Η ανάγκη για επανεξέταση του ρόλου των πτυχιούχων Θεολογίας μέσα στην κοινωνία και την εκκλησιαστική κοινότητα.
Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση κάθε ένας και κάθε μία που έτυχε να σπουδάσουν Θεολογία και αναγνωρίζουν κάποιο ρόλο για τον εαυτό τους είναι αδύνατο να καθεύδουν. Είναι ανάγκη, επιτέλους, να διακηρυχθεί συλλογικά από τους κάθε βαθμίδας πτυχιούχους Θεολόγους η ταυτότητά τους ως ένας καθαρά χώρος έρευνας, επιστήμης, παιδείας γενικότερα «από την κοινωνία για την κοινωνία» και η πλήρης χειραφέτηση της Θεολογικής επιστήμης από την εξουσία των Εκκλησιαστικών Θεσμών. Αυτή η θέση βέβαια δεν εμποδίζει όποιον Θεολόγο θέλει να έχει πνευματική και αδελφική σχέση με το Εκκλησιαστικό Σώμα. Άλλο τέτοιας ποιότητας σχέση και άλλο η εξουσία.
Σε σχέση με το τελευταίο αξίζει να αναφέρω ότι αρκετοί αξιολογότατοι συνάδελφοι, ανάμεσά τους και ο π. Φιλόθεος Φάρος σε άρθρο του στη Σύναξη, τοποθετούνται κριτικά απέναντι στην ανάγκη των Θεολόγων να κατοχυρώσουν προς όλες τις πλευρές την επιστημοσύνη τους. Είναι απόλυτα δίκαιη αυτή η κριτική για όσους θέλουν να κατοχυρώσουν μια δήθεν «καθαρή επιστήμη», μια αντικειμενική επιστήμη «από καθέδρας». Σίγουρα, το αν κάποιος είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, ή όχι μπορεί τον να επηρεάσει και να έχει μια ιδιαίτερη ματιά. Όπως μπορεί να επηρεάσει το αν είναι αριστερός ή δεξιός, το αν είναι διεθνιστής ή εθνικιστής και τόσα άλλα. Υπάρχουν άλλωστε Μαρξιστές και Φιλελεύθεροι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι, χωρίς κανένας ποτέ να αμφισβητήσει την επιστημοσύνη τους. Άλλο όμως είναι αυτό και άλλο να θέλουμε να κατοχυρώσουμε ένα πεδίο της πολιτισμικής πραγματικότητας, που ενδιαφέρει ευρύτερα την κοινωνία στην ομολογία και όχι σε κάποιες μίνιμουμ μεθοδολογικές αρχές που μπορεί να γίνουν σεβαστές από όλους. Τελικά μια τέτοια κατάσταση διαφυλάσσει ακόμα και την ίδια την Εκκλησία, γιατί δεν υπάρχει ο κίνδυνος οι ερμηνείες των δικών μας μετριοτήτων να τοποθετούνται στη θέση του Λόγου του Θεού. Αυτός μόνο εν Συνόδω διατυπώνεται για κρίσιμα για την «σωτηρία του σύμπαντος κόσμου» ερωτήματα και με τέτοια γλώσσα έτσι ώστε η Αλήθεια να μην ταυτίζεται με την διατύπωσή της.
Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, τόσο οριακά, γιατί επιτέλους δεν ξεκινά ένας ελεύθερος και πολύ-επίπεδος διάλογος από υπεύθυνους -κεντρικούς για το πρόβλημα της αυτοσυνείδησης των Θεολόγων- φορείς; Για παράδειγμα από τις εξεγερμένες εσχάτως -λόγω «Αρχιεπισκοπικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων»- κοσμητείες των Θεολογικών Σχολών; Νομίζω ότι αυτό αργεί από το φόβο των αντιδράσεων: Κυρίως να μην κατηγορηθούν οι επιστήμονες και παιδαγωγοί θεολόγοι για «αθεΐα», «νεωτερισμό», «αντιεκκλησιαστικό πνεύμα». Αλλά επίσης αργεί από την προσδοκία κάποιας επιτέλους συν-αντίληψης με την πλειοψηφία των θεσμικών ηγετών των Ελλαδικής Εκκλησίας.
Θέλω να πιστεύω λοιπόν, ότι η παρέμβασή μου αυτή θα διευκολύνει έναν διάλογο για να ξεπεραστούν κάποιες από τις αναστολές. Απευθύνομαι λοιπόν κυρίως στους ανθρώπους που έχουν την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας και εξηγούμαι:
Όποιος τα προτείνει αυτά δεν είναι «σώνει και καλά» άθεος και δεν διακατέχεται από αντιεκκλησιαστικό πνεύμα, αλλά φροντίζει για την κατοχύρωση του χώρου του στο πλαίσιο της κοινωνίας, της δημόσιας παιδείας και των ακαδημαϊκών σπουδών.
Όλοι ξέρουμε ότι το εκκλησιαστικό σώμα δεν φοβήθηκε πάντα την καινοτομία και τους νεωτερισμούς, αλλά αντίθετα πολλές φορές τα αποδέχτηκε, ερμηνεύοντας τα δυναμικά «υπό το φως της Ανάστασης του Χριστού». Όσοι Θεολόγοι θέλουν να διατηρήσουν την σχέση τους με το εκκλησιαστικό σώμα, θα βοηθηθούν με ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα. Θα κάνει τη σχέση τους με την Εκκλησία πιο υγιή, σύμφωνα με τις πραγματικές προϋποθέσεις της ιδιότητάς τους.
Επειδή έχω περάσει από Ελλαδική Θεολογική σχολή, φαντάζομαι την υποτιμητική αντίδραση ορισμένων κύκλων με το άκουσμα και μόνο αυτών των εισαγωγικών αράδων. Αυτά είναι «θύραθεν» θα πουν…Είναι αλήθεια, ακόμα και σήμερα, πολλοί και ορισμένες φορές διακεκριμένοι θεολόγοι φοβούνται μην χαρακτηριστούν «θύραθεν» ή «κοσμικοί» από ορισμένους κύκλους, που δυστυχώς επηρεάζουν όχι μόνο τον κλήρο, αλλά και ένα μέρος όσων ακολουθούν ενεργότερα την Θεσμική Εκκλησία[4].
Τι σημαίνει «θύραθεν», όταν είναι η δική μου αλήθεια, ο κόπος μου, ο προβληματισμός μου. Πράγματα που ο Χριστός δεν έρχεται να τα καταργήσει, αλλά να τα απαντήσει και να τα φωτίσει σε ένα ζωντανό διάλογο, σε μια προσωπική σχέση όπου το ανθρώπινο διασώζεται. Αυτό δεν πάμε να πούμε στην κοινωνία; Γιατί αν πάμε να πούμε διαφορετικά , τότε θα μας κλείσουν όλες τις πόρτες και καλά θα κάνουν.
Πέρα από τα τελευταία θυμικά μου επιχειρήματα, όλη αυτή η παραφιλολογία για το «θύραθεν» της επιστημονικής θεολογίας από τη μια και για την καταξίωσή της στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών από την άλλη έχει απαντηθεί ενδελεχώς εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια από τον καθηγητή Νίκο Ματσούκα σε άρθρο του στο περιοδικό «Διαβάζω». Αν και αισθάνομαι ότι επαναλαμβάνω πράγματα, θα σημειώσω την παρομοίωσή που έκανε για το εκκλησιαστικό σώμα ως γυναίκας που γεννά (και παράγει πολιτισμό) και ως γιατρού γυναικολόγου του θεολόγου (που ασχολείται επιστημονικά με αυτόν τον πολιτισμό). Σίγουρα μπορεί να γεννηθεί παιδί χωρίς την μεσολάβηση της επιστήμης. Όμως κανένας σώφρων γονιός δεν θα διακινδύνευε σήμερα να το επιχειρήσει.
Η επιστημονική θεολογία ξεκίνησε αξεδιάλυτα στην αρχή πλάι στην εκκλησιαστική πράξη, αλλά περιέλαβε γρήγορα όλες τις βασικές επιστημολογικές αρχές και μεθόδους που έχουν και σήμερα όλες οι ανθρωπιστικές επιστήμες, Σιγά – σιγά όμως άρχισε να αυτονομείται. (Αλήθεια που κατατάσσουν οι πολέμιοι του «θύραθεν» τον Ιουστινιανό, το Λέοντα τον Σοφό και τον κρατικό λειτουργό Φώτιο, πριν γίνει σε μια νύχτα πατριάρχης;) Είναι αλήθεια ότι σημείο καμπής υπήρξε η ίδρυση ορθόδοξων θεολογικών σχολών με βάση τα προτεσταντικά πρότυπα, αλλά αυτό ήδη είναι πολύ μακριά. Τα θεολογικά τμήματα σήμερα νομιμοποιούνται να υπάρχουν εκτός και ανεξαρτήτως των εκκλησιαστικών δομών, πιστεύω και από τις δυο πλευρές: Από την κοινωνία των πολιτών μέσω της ακαδημαϊκής κοινότητας, γιατί υπηρετούν με νόμιμες επιστημολογικές αρχές και μεθόδους ένα διακριτό τομέα σπουδών.
Επίσης, όσο και αν στην αρχή θα φανεί ρηξικέλευθο, μπορούν να γίνουν αποδεκτά και από την Εκκλησία. Όχι βέβαια με τις προτεσταντικές προϋποθέσεις των αρχών του 19ου αιώνα. Όχι δηλαδή ως ένας λόγος που κατευθύνει την Εκκλησία, αλλά ως ένα εργαλείο που μπορεί να το χρησιμοποιήσει η Εκκλησία ελεύθερα και δυναμικά.[5] Και ας ξαναέρθουμε στο παράδειγμα του γυναικολόγου. Κανείς μπορεί να έχει ένα διάλογο με τον γιατρό του, να ελέγξει τις μεθόδους του, να δει τι κάνουν και άλλοι συνάδελφοί του, να ελέγξει την ποιότητα των οργάνων που χρησιμοποιεί, αλλά αν δεν είναι ο πιο ακραίος φουνταμενταλιστής δεν θα απορρίψει την βοήθεια της ιατρικής επιστήμης.
Τι χρειαζόταν όλα τα παραπάνω; Απλούστατα γιατί, αν για τις θεολογικές σπουδές τίθεται το δίλημμα με την κοινωνία των πολιτών και χωρίς προκαθορισμούς, ή με την κηδεμονία της θεσμικής εκκλησίας, κατά την γνώμη μου πρέπει να δοθεί μια σαφέστατη απάντηση: Με την κοινωνία των πολιτών.[6]
Για μένα μια τέτοια απάντηση θα ισοδυναμεί με την ενηλικίωση της Ελλαδικής θεολογικής σκέψης: «Δεν είμαι Προφήτης, δεν είμαι Απόστολος (αυτό πάντα σε σχέση με το ότι έχω διδαχθεί), αλλά άμα κάνω σωστά τη δουλειά μου, μπορεί να βοηθήσω τους Προφήτες και τους Απόστολους».
3. Η ίδρυση των Εκκλησιαστικών Ακαδημιών και ο επαγγελματική ταυτότητα των πτυχιούχων θεολογίας
Καταρχήν, αν το θέμα ετίθετο γενικά και αόριστα, αν έχει, δηλαδή, ο εκκλησιαστικός οργανισμός δικαίωμα να ιδρύσει ακαδημαϊκού επιπέδου σχολές για να εκπαιδεύει και να παρέχει συνεχιζόμενη επιμόρφωση και ειδική κατάρτιση στα στελέχη του, ιερείς, ιεροψάλτες, στελέχη της διακονίας (μια δουλειά επιπέδου, σαν κι αυτή που έκανε και κάνει ο Κίσσαμου Ειρηναίος με την Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης), νομίζω, ότι όσοι θέλουμε να ξεχωρίζει σιγά- σιγά η Εκκλησία από το Κράτος, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάποια αντίρρηση, παραμένοντας συνεπείς στην θέση μας.
Όμως δεν πρόκειται για τέτοιες σχολές, πρόκειται για σχολές απομίμηση των αναλόγων στρατιωτικών, αφού η εισαγωγή προϋποθέτει την προ-έγκριση της διοίκησης της Εκκλησίας, έχει συνέντευξη, οι σπουδαστές μένουν υποχρεωτικά εσώκλειστοι και οι διδάσκοντες ελέγχονται από την διοίκηση για την «ορθόδοξη πίστη και το ήθος τους».[7]
Να δούμε όμως, με μια γρήγορη ματιά, τι προβάλλεται ως αιτία δημιουργίας αυτών των σχολών εκτός βεβαίως της εισηγητικής έκθεσης του νομοσχεδίου:
«Στις θεολογικές σχολές εισέρχονται νέοι που ελάχιστη σχέση έχουν με την Εκκλησία».[8]
Η διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μερίδα των καθηγητών θεολογίας και ιεραρχών.[9]
Ο περιορισμός της «ανεξέλεγκτης εξουσίας των ακαδημαϊκών θεολόγων πάνω στην Εκκλησία» και η ελλιπής θεολογική έρευνα και παραγωγή στις κρατικές θεολογικές σχολές, ο οποίοι βέβαια αισθάνονται τον ανταγωνισμό και αντιδρούν. [10]
Για το πρώτο και το δεύτερο σημείο νομίζω διεξοδικά τοποθετήθηκα παραπάνω: Εξαρτάται πως βλέπει κανείς την θεολογική επιστήμη: ως ένα λόγο που κατευθύνει την εκκλησία, ή ως ένα εργαλείο που όλοι – πρωτίστως η εκκλησιαστική κοινότητα και οι λειτουργοί της- μπορούν να χρησιμοποιήσουν ελεύθερα και δυναμικά.
Για το τρίτο σημείο χρειάζεται να γίνει παραπάνω κουβέντα: Ας υποθέσουμε και ίσως βάσιμα ότι οι πανεπιστημιακές θεολογικές σχολές ακολουθούν τις δυσκαμψίες των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. της χώρας μας, που πάρα πολλοί από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς ομολογούν.[11] Τι προτείνεται όμως ως λύση: να θεωρηθούν ανταγωνιστικά καθιδρύματα που η έρευνα και η γνώση -όχι με ανομικές καταστάσεις, αλλά βάσει νόμου- ποδηγετείται; Επίσης τι σημαίνει ότι οι θεολόγοι ασκούν ανεξέλεγκτα έλεγχο στην Εκκλησία; Αυτό είναι το καθήκον κάθε πολίτη αυτής της χώρας: είτε εκπαιδευτικός είναι αυτός είτε εφοριακός, ακόμα και μέσω του ρόλου του και μέσα στα πλαίσια των θεσμών έχει υποχρέωση να ασκήσει όσο και όποιο έλεγχο του έχει επιτρέψει η πολιτεία να ασκεί. Ο έλεγχος βέβαια των εκπαιδευτικών γίνεται μέσω της έρευνας και της παιδείας και αν τα κριτήρια ελέγχου τους δεν συντονίζονται με αυτά τα δυο, εκεί πρέπει να «νύξει» κανείς, όχι να ζητήσει την βοήθεια από άλλους, εξωγενείς για αυτό το πλαίσιο, παράγοντες.
Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη (εκτός λίγων εξαιρέσεων φυσικά) στον Εκκλησιαστικό οργανισμό ότι έχει την κατάλληλη οργάνωση και αντίληψη για να λειτουργήσει με όλα τα ακαδημαϊκά αλλά και δημοκρατικά εχέγγυα (που σήμερα είναι συνυφασμένα με τους σκοπούς της παιδείας και της έρευνας), ανώτατες εκπαιδευτικές δομές.[12] H ίδρυση των ανώτατων εκκλησιαστικών σχολών με τον τρόπο που επιχειρείται από την ιεραρχία -ως απομίμηση των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, πέρα από τον προβληματισμό για το πρόδηλο αρχέτυπο που έχει στο μυαλό της η θεσμική εκκλησία για τον σημερινό κλήρο και τους άλλους λειτουργούς της εκκλησιαστικής διακονίας (…«στρατιωτάκια ακίνητα, αμίλητα και αγέλαστα»), κάνει τους θεολόγους, σχετικούς γνώστες κάποιων πραγμάτων που αποσιωπούνται, να αντιδρούν. [13]
Έχουν δικαίωμα καταρχήν ως πολίτες, γιατί με χρήματα του ελληνικού δημοσίου θα στηρίζονται αυτές οι σχολές και είναι θεμιτό να έχουν λόγο περί της ποιότητας αυτών των σχολών, τουλάχιστον όσοι πολίτες γνωρίζουν από θεολογικές σπουδές.[14]
Πέρα από αυτό, νομίζω ότι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους Χριστιανό Ορθόδοξο έχουν λόγο εδώ ακόμα πιο παρεμβατικό, γιατί η Εκκλησία στην οποία ανήκουν, προβαίνει σε ένα τόσο σημαντικό βήμα χωρίς να κάνει διάλογο με τα μέλη της. (Γιατί άραγε να δοθούν αυτά τα χρήματα από το κράτος σε Εκκλησιαστικές δομές που δεν είναι πρώτης ανάγκης και όχι σε άλλες που τα μέλη της Εκκλησίας θεωρούν αναγκαίες;) Αλλά η Εκκλησιαστική ηγεσία δεν κάνει διάλογο ούτε με αυτούς που μέχρι σήμερα θεωρούσε δασκάλους των Ιεραρχών της. Δηλαδή με τον χώρο των Θεολογικών Γραμμάτων. Ποιος θα ακούσει όμως τα μέλη της Εκκλησίας; Όταν δεν βοούν βέβαια αγελαία σε συνάξεις και ζητούν δομές διαλόγου και συν-απόφασης εντός της Εκκλησίας; Γι' αυτόν τον λόγο συχνά και τα μέλη της Εκκλησίας αναζητούν την βοήθεια της Πολιτείας για «τα του οίκου τους». Έχουν -όχι αναίτια- την αίσθηση ότι ο λόγος τους, ο προβληματισμός τους, η ψήφος τους, η παρεμβολή τους σε πρόσωπα και δομές μπορεί να έχουν κάποια αποτελεσματικότητα στην συμπεριφορά της Πολιτείας, παρά της Θεσμικής Εκκλησίας. Έτσι δεν έγινε στο παρελθόν και με το θέμα της ενοριακής οργάνωσης (νόμος Τρίτση); Είναι λοιπόν αστείο, ακόμα και να λέγεται από μερικούς, ότι οι Θεολόγοι τα βάζουν με την Εκκλησία. Ποια Εκκλησία;
Τέλος πάντων, ακόμα και οι αδαείς περί των εκκλησιαστικών κατανοούν, ότι άλλες είναι οι πρωτεύουσες ανάγκες του εκκλησιαστικού οργανισμού και άλλες πάνε να καλυφθούν (οι οποίες έχουν σχέση με το γόητρο της εκκλησιαστικής ηγεσίας). Διότι ο ενοριακός κλήρος και το λοιπό προσωπικό των ενοριών χρειάζεται θεσμική αναβάθμιση του ρόλου του. Η αναβάθμιση αυτή, θα μπορούσε να υποστηριχθεί με πολλά ανοιχτά περιφερειακά μορφωτικά ιδρύματα της Εκκλησίας, που θα προσφέρουν πολυσχιδή και διαρκή κατάρτιση (στο πρότυπο της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης) και όχι με τις «Εκκλησιαστικές Ακαδημίες» στο πρότυπο των παραγωγικών σχολών του Στρατού[15].
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο καλό είναι να αναφερθεί κανείς και στο «πάπλωμα», αν και δεν γίνεται ο καυγάς μόνο για αυτό, παρόλα αυτά υπάρχει. Κανείς λοιπόν θεολόγος- ένας ανασφαλής εκ των πραγμάτων άνθρωπος, δεν αφήνει τις βάσιμες υπόνοιες του ότι αυτές οι σχολές φτιάχνονται για να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς τα θεολογικά τμήματα. Με λίγα λόγια να υποκαταστήσουν ή ακόμα και να αντικαταστήσουν στο μέλλον τα θεολογικά τμήματα και να μείνει ακόμα περισσότερο «ξεκρέμαστος». Ερέθισμα για αυτές τις υπόνοιες, είναι το ερώτημα «γιατί η Εκκλησία δεν αξιοποιεί σε πρώτη φάση τους άνεργους θεολόγους σε πολλές από τις θέσεις λαϊκών που θέλει να καλύψει με τις σχολές της;[16]»
Το πολύ πρόσφατο παρελθόν εδραιώνει την καχυποψία. Είναι γνωστή ιστορία των Ποιμαντικών Τμημάτων εντός των Θεολογικών Σχολών Αθήνας -Θεσσαλονίκης, τα οποία από διετείς επιμορφωτικές δομές για τους κληρικούς εξελίχθηκαν, μετά από πιέσεις εκκλησιαστικών και παρά-εκκλησιαστικών παραγόντων σε όμορους των θεολογικών τμημάτων χώρους ανέλιξης δευτεροβάθμιου εκπαιδευτικού προσωπικού. Βέβαια, όταν κάποια στιγμή εντάχθηκαν αθρόα στην επετηρίδα των θεολόγων εκατοντάδες απόφοιτοι των Ποιμαντικών τμημάτων που δεν είχαν πιο μπροστά δικαίωμα ένταξης, κανείς δεν νοιάστηκε για τα εργασιακά αδιέξοδα του κλάδου. Όπως κανείς δεν εξέτασε το ότι με διαφορετικά κριτήρια εισήχθησαν οι μεν και οι δε στο Πανεπιστήμιο. Αλλά είπαμε, αυτό που τότε μέτρησε ήταν να μην κατηγορηθούν οι πολιτικοί πως θέλουν να βγάλουν έξω από την Παιδεία την Εκκλησία και τους Κληρικούς. Το ίδιο «επιχείρημα» ακούγεται πάνω κάτω και σήμερα.
Κι αν πάει κανείς παρακάτω αξίζει να αναρωτηθεί γιατί η Εκκλησία δεν αξιοποιεί σε πρώτη φάση τους άνεργους θεολόγους σε πολλές από τις θέσεις λαϊκών που θέλει να καλύψει με τις σχολές της, δείχνοντας αν θέλετε και μια φιλάνθρωπη στάση για ανθρώπους που βρίσκονται συχνά στην έσχατη ένδεια;
Εδώ ακούγεται το επιχείρημα: «Δεν είμαστε σίγουροι, ότι θα βρούμε μέσα από αυτούς πραγματικά μέλη της Εκκλησίας.»
Αν το ερευνήσει όμως κανείς προσεκτικά θα δει ότι και αυτό ακόμα είναι πρόφαση: Είναι τόσοι πολλοί οι άνεργοι και υποαπασχολούμενοι απόφοιτοι που μπορεί εύκολα να γίνει μια επιλογή. Ας προσθέσουμε επίσης ότι πάρα πολλοί απόφοιτοι των θεολογικών σχολών προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, της Ελληνικής επαρχίας, όπου κατά κανόνα λειτουργούν παραδοσιακά πλαίσια νοοτροπιών και κοινωνικών στάσεων, αν ορισμένους τους τρομάζει «η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας», όπως θα έλεγε και ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων[17]. Και για το τυπικό του πράγματος θα μπορούσαν να ζητούν ως απαραίτητο εχέγγυο για την κάλυψη της θέσης , την διαβεβαίωση της ενοριακής επιτροπής της ενορίας των ενδιαφερομένων. Η ενοριακή επιτροπή μπορεί να γνωρίζει αν είναι κάποιος ή κάποια μέλος της Εκκλησίας. (Όσο γίνεται βέβαια με βάση εξωτερικά στοιχεία, εγώ ακόμα και γι' αυτό κρατάω επιφυλάξεις).
Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και τους σπουδαστές και τους αποφοίτους των Εκκλησιαστικών Ακαδημιών που υπάρχουν σήμερα. Είναι και αυτοί μετέωροι, θύματα μαζί με άλλους της επεκτατικής διάθεσης της Εκκλησιαστικής ηγεσίας, «πάλαι τε και επ' εσχάτων». Θα μπορούσε να προτείνει κανείς, όσοι από αυτούς, δεν κατάφεραν να εισαχθούν με κατατακτήριες στα Θεολογικά τμήματα, να τύχουν μιας ευνοϊκής ρύθμισης για εξομοίωση του πτυχίου τους με αυτό των Θεολόγων, κατόπιν περαιτέρω σπουδών, υπό την εποπτεία των Θεολογικών σχολών. Όπως ακριβώς έγινε με τους Δασκάλους των πρώην Παιδαγωγικών Ακαδημιών, που εξομοιώθηκαν με αυτούς των Παιδαγωγικών τμημάτων των Πανεπιστημίων. Στο ΑΣΕΠ θα δώσουν εν τέλει και αυτοί εξετάσεις, εκεί που είναι ένας προς είκοσι, ας είναι ένας προς είκοσι έναν. Από κει και πέρα όμως, αυτές οι σχολές θα πρέπει να αντικατασταθούν από Ινστιτούτα Εκκλησιαστικής Κατάρτισης που θα παρέχουν ειδική κατάρτιση για την καθημερινότητα της υπηρεσίας σε έναν Ναό (Λειτουργική, Ψαλτική κ.τ.λ.), στα οποία ακόμα και οι πτυχιούχοι Θεολόγοι που θέλουν να γίνουν κληρικοί θα πρέπει να φοιτούν, γιατί άλλο πράγμα είναι αυτές οι γνώσεις και δεξιότητες και άλλο η Θεολογική Επιστήμη[18].
4. Είναι οι εν λόγω Ακαδημίες Ομολογιακές Θεολογικές σχολές;
Τέλος μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η Θεσμική Εκκλησία θέλει αυτές τις σχολές, γιατί έχει αισθανθεί την ανάγκη ίδρυσης Ομολογιακών Θεολογικών σχολών. Θεωρεί ότι οι υπάρχουσες Θεολογικές σχολές, για να παραμείνουν στα πλαίσια των δημοσίων πανεπιστημίων, θα χειραφετηθούν ολοκληρωτικά από το Δόγμα και θέλει να προλάβει τις εξελίξεις. Βλέπει από την άλλη, παραδείγματα όμορων χώρων και λέει «γιατί όχι και εγώ;»[19]
Όμως αν είναι αυτός ο στόχος πρέπει να δηλωθεί ξεκάθαρα, και να γίνει διάλογος επ' αυτού. Γιατί ένα τέτοιο εκκλησιαστικό-κρατικό κατασκεύασμα σαν την «Εκκλησιαστική Ακαδημία», διόλου δεν θυμίζει λ.χ. τη «Γκρεγκοριάνα» ή το «Πανεπιστήμιο του Λατερανού» (που τέλος πάντων άλλη είναι η ιστορία τους[20]), αλλά καταστάσεις στις πρώην «ανατολικές» χώρες, όπου τα εκκλησιαστικά σεμινάρια ανακηρύχθηκαν «εν μία νυκτί» πανεπιστήμια, λόγω και του αυξημένου πολιτικού ρόλου των τοπικών εκκλησιών σε αυτές τις μεταβατικές περιόδους.[21] Και να μας πει βέβαια κανείς ποία η προσφορά στην θεολογικά γράμματα αυτών των σχολών. Αν είχαν έναν Στανιλοάε, τον είχαν από πριν. Και να μας πει βέβαια: «τι διαφορετικό εν τέλει θα κάνουν αυτές οι σχολές;»
Ο Καθηγητής του τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, Λ. Σιάσος υποστηρίζει ότι είναι «κορυφαία επιστημονική κατάκτηση των μοναδικών στην Ευρώπη θεολογικών μας σχολών να μην είναι ομολογιακές -και γι' αυτό είναι ευσήμως αναγνωρισμένες διεθνώς»[22] Σε αυτές τις σχολές όταν πλέον και τυπικά θα έχει κατοχυρωθεί πλουραλιστική έκφραση, θα είναι ευτύχημα να σπουδάζει κάποιος λειτουργός της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιατί σε έναν πλουραλιστικό κόσμο θα εργαστεί και πρέπει να προετοιμαστεί για αυτό με έναν τρόπο σπουδών που προάγει τον διάλογο.
Αλλά, ας πούμε ότι τα πράγματα ήταν ιδανικά και η Εκκλησία ήθελε να έχει ένα επιπλέον ερευνητικό ίδρυμα που να ασχολείται ακόμα πιο έντονα με «τα του οίκου της». Τίποτε μεμπτό σε αυτό. Να αναλάβει η Εκκλησία το κόστος ίδρυσης ενός τέτοιου οργανισμού (ενός γιατί αν δεν υπάρχει ο κρατικός κορβανάς, θα χρειαστεί οικονομία στα αργύρια) και να προχωρήσει. Θα έλεγα ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον νόμο που διέπει τα κολέγια και αν αργότερα πραγματικά γινόταν σοβαρή δουλειά θα μπορούσε να ζητήσει την αναγνώριση αυτής της σχολής από το κράτος. Επίσης, θα μπορούσε αν είχε αποκτήσει κύρος να συνεργαστεί με το «πανεπιστήμιο του Λατερανού» π.χ., όπως συνεργάζονται και άλλα κολέγια με ξένα πανεπιστήμια και να διευκολύνει τον δρόμο προς την αναγνώριση. Είναι αναγκαίο επίσης, να κατοχυρωθεί το αυτοδιοίκητο της σχολής αυτής, γιατί ακόμα και ως Ομολογιακή μια Θεολογική Σχολή παραμένει χώρος ακαδημαϊκής παιδείας και όχι απλής επαγγελματικής κατάρτισης. Αναγκαστικά η διοίκηση της Εκκλησίας θα επιλέξει το πρώτο σώμα εκλεκτόρων του διδακτικού προσωπικού αυτής της σχολής. Μεταξύ των ειδικών υπάρχει βέβαια δυσπιστία, αν αυτό θα μπορούσε να γίνει αξιοκρατικά, αλλά έτσι συγκροτείται η διοίκηση της Εκκλησίας σήμερα και αυτό το έχουμε de facto δεχτεί για μείζονα ζητήματα. Από κει και πέρα όμως η διοίκηση των σχολών θα έπρεπε να δοθεί αποκλειστικά στους διδάσκοντες. Η Ιεραρχία θα μπορούσε συμβουλευτικά και μόνο να έχει λόγο για γενικά ζητήματα, π.χ. πόσες διδιακτικές ώρες «λειτουργικής θεολογίας», ή «διεκκλησιαστικών σχέσεων» περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα σπουδών.
Τέλος (και πάλι «για το πάπλωμα») θα έπρεπε να συζητηθούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων τους ανοιχτά. Δηλαδή, αν λειτουργήσουν με την λογική ότι δεν εξυπηρετούν την Εκκλησία Θεολογικά τμήματα που είναι της αρχής «από την κοινωνία για την κοινωνία», οι απόφοιτοι τέτοιων «κλειστών» σχολών δεν είναι δυνατόν να έχουν εργασιακές αξιώσεις στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο.
5. Το μάθημα των θρησκευτικών
Με τα παραπάνω, κατά την γνώμη μου, γίνονται σαφή και τα κίνητρα της θεσμικής εκκλησίας που ζητά συχνά και ζήτησε πρόσφατα να έχει λόγο για το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών[23].
Θα πρέπει βέβαια να τονίζει εδώ κανείς ότι η θεσμική εκκλησία εκμεταλλεύεται την ατολμία των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας που δεν έχουν ξεκαθαρίσει το περιεχόμενο αυτού του μαθήματος για λόγους ψηφοθηρικούς. Δεν έχουν αποφασίσει να πουν ανοιχτά ότι τα θρησκευτικά είναι ένα μάθημα γνώσης του υπαρκτού θρησκευτικού πολιτισμού (με ιδιαίτερο ασφαλώς ενδιαφέρον για τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό, εξ αιτίας του χωροχρονικού εντοπισμού) και όχι μάθημα κατήχησης. Δεν ειπώθηκε καθαρά ότι για να σταθεί ένα τέτοιο μάθημα στα πλαίσια ενός ανοιχτού και δια-πολιτισμικού πλαισίου δημόσιας εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι ώρα προπαγάνδισης (έστω και «λάϊτ») μιας οποιασδήποτε ομολογίας. Ακόμα και αν η πλειοψηφία των γονιών θέλει κάτι τέτοιο, δεν είναι δυνατό να μη δεχτεί κανείς το δικαίωμα των νέων να διαμορφώνουν ελεύθεροι την θρησκευτική τους συνείδηση, τουλάχιστον χωρίς σκόπιμη κρατική προπαγάνδα. Από την άλλη η Πολιτεία πρέπει να έχει την υποχρέωση να μεταφέρει αδογμάτιστα πληροφορίες και γνώσεις για τον θρησκευτικό πολιτισμό που περιβάλλει τη νέα γενιά, γιατί αν δεν το κάνει αυτό αφήνει χώρο σε κάθε λογής φανατικούς, μάγους και φουνταμενταλιστές να δράσουν. Αλλά και τι ποιότητα κατήχησης να δώσει κανείς σε ένα περιθωριοποιημένο μάθημα, ανάμεσα σε άλλα μαθήματα με τα οποία δεν συνδέεται οργανικά; Έτσι σε κάθε κρίση στον χώρο της Δημόσιας Παιδείας, το μάθημα των Θρησκευτικών κατηγορείται ως ένας ενδεικτικός αναχρονισμός της κατάντιας της Παιδείας.
Αν δει κανείς σε βάθος τα πράγματα την θεσμική εκκλησία δεν την βλάπτει μια τέτοια κατάσταση. Γιατί, με την συνεχιζόμενη υποβάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών και την ταυτόχρονη «επέλαση» του αιτήματος χωρισμού εκκλησίας και κράτους, ευελπιστεί ότι κάποια στιγμή θα αναλάβει μόνη της την θρησκευτική αγωγή των παιδιών κάποιων παιδιών και μάλιστα στα πλαίσια του σχολείου. Είναι ένα ενδεχόμενο και θα παλέψει για γι αυτό. Μπορεί να της δοθεί ως αντάλλαγμα.. Ήδη έχουν ακουστεί παραδείγματα χωρών (Γερμανία) όπου τα θρησκευτικά είναι επιλεγόμενο μάθημα, το οποίο διδάσκεται εντός σχολικού ωρολογίου προγράμματος από λειτουργούς της κάθε αναγνωρισμένης ομολογίας. Για την θεσμική εκκλησία είναι μια λύση που την αναβαθμίζει σε παροχέα εκπαίδευσης (έστω περιορισμένης) στον χώρο της γενικής παιδείας, για τους Θεολόγους, επιστήμονες και παιδαγωγούς όμως;
Συνεπώς όλοι οι πτυχιούχοι Θεολογίας[24] θα ήταν καλύτερα να παλέψουν για τα αναφαίρετα δικαιώματά τους στη ζωή και την δημιουργία σε άλλο πλαίσιο και μήκος κύματος από την Θεσμική Εκκλησία. Χωρίς να χρησιμοποιούν ως ασπίδα την ορθόδοξη χριστιανική πίστη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, αλλά την εκπαίδευσή τους και την διάθεσή τους για αποτελεσματική εργασία.
Είναι μάλιστα ενθαρρυντικό ότι με ένα τέτοιο πλαίσιο για το ρόλο και το έργο του Θεολόγου- Καθηγητή, η επαγγελματική του θέση στο δημόσιο σχολείο δεν αμφισβητείται ούτε με βάση την οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης, ούτε με βάση το νομοσχέδιο των εισηγητών των χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους[25]. Ειδικά για την δεύτερη περίπτωση, ίσως δεν είναι άσχετος ο λόγος που βγήκε από πολλούς καθηγητές των Θεολογικών σχολών απέναντι στο ενδεχόμενο ίδρυσης Εκκλησιαστικών Πανεπιστημίων με κρατική «βούλα» και από το κρατικό «κομπόδεμα», λόγος που άρχισε να πείθει ορισμένους ότι στις Θεολογικές σχολές δεν διδάσκουν κατήχηση.[26] Και αυτό μάλιστα όταν δεν έχει σταματήσει η αρθρογραφία που μιλά για «το παράδοξο των παραγωγικών πανεπιστημιακών θεολογικών σχολών».[27]
Δεν αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους οι θεολόγοι αισθάνονται μέλη της Εκκλησίας, πρέπει όμως να κατανοήσουν ότι ο χώρος δουλειάς τους στην κοινωνία δεν προσφέρεται για Ιεραποστολή. Ή μάλλον καλύτερα, μπορούν να κάνουν και Ιεραποστολή με άλλον τρόπο. Αυτό-παραιτούμενοι από την διάθεση επέκτασης της ομολογίας τους και προωθώντας την συνάντηση, την συνεννόηση και την αλήθεια του Άλλου, γίνονται, με την σιγουριά τους, οι ίδιοι φωνές της Ανάστασης του Χριστού, χωρίς να χρειαστεί να κάνουν απολογητική. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάν ότι, όπως το Ελλαδικό κράτος τους έδωσε κάποτε ουσιαστικά την εντολή να κάνουν κήρυγμα στα σχολεία για τους δικούς του ιδεολογικούς και πολιτικούς σκοπούς,[28] μπορεί για τους ίδιους λόγους αύριο να τους αφαιρέσει κάθε δυνατότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση. Τότε σε άλλες ικανότητές του πρέπει να στηριχτούν και όχι στην δεξιότητα τους να «κηρύσσουν τον Λόγο του Θεού».
Με όλα αυτά πιστεύω ότι η επάρκεια κάθε Θεολόγου μπορεί να ζυγιαστεί στο αν δημιουργεί ένα κριτικό ενδιαφέρον για τον θρησκευτικό πολιτισμό, ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα του χειραφετημένου ανθρώπου (εν πολλοίς και του πιστού – μέλους της Εκκλησίας). Ο άνθρωπος σήμερα, αν ανήκει κάπου, θέλει να ανήκει «μέσα από τον δικό του δρόμο». Μπορεί βέβαια να τον κοιμήσεις με την τηλεοπτική πλύση εγκεφάλου για λίγο, αλλά δεν μπορεί να δεχτεί στατικές καταστάσεις. Όσοι πιστεύουν ότι αυτή η εξέλιξη είναι κυρίως αρνητική, είναι αδύνατο να αποκτήσουν οργανικό σύνδεσμο με την κοινωνία . Τότε τους μένει μόνο η προπαγάνδα και η άμυνα μέσω θεσμικών διευκολύνσεων. Σαν τον γονιό που χάνει την σχέση του με την οικογένειά του και ζητά δικαστικές αποφάσεις για να βλέπει τα παιδιά του.
[1]Ένας από αυτούς είναι και το «Συμβούλιο της Ευρώπης», που εξέδωσε πρόσφατα (10/2005) οδηγία για «την Εκπαίδευση και τη Θρησκεία», η οποία – αργά ή γρήγορα- θα επηρεάσει τον τρόπο που διδάσκονται τα θρησκευτικά στην Ελλάδα. Βλέπε σχετικά ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/10/2005 σ. 42.
[2] ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19/11/05, σ. 4 & Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 44-45
[3] ΤΑ ΝΕΑ 20/10/2005, σ.9
[4] Ονομάζω «θεσμική εκκλησία» αυτή την οντότητα που θα ονόμαζε κάποιος «ποιμαίνουσα εκκλησία», ή κάποιος άλλος «ιερατείο». Ωστόσο αυτός που θα ήθελε να γεφυρώσει την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία με τον σύγχρονο τρόπο θέασης των κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων ( οι εκκλησιαστικές σχέσεις στην «οριζόντια», αλλά ακόμα και στην «κάθετη» διάσταση τους είναι τέτοιες) θα προτιμούσε να χρησιμοποιεί τη λέξη «λειτουργός» από τη λέξη «ποιμήν». Για να μη μπει κανείς σε ένα κυκεώνα αντεγκλήσεων για «το μάτι της βελόνας», ας ξεκινήσω από το ότι τα «Λογικά Πρόβατα» έχουν βοσκό ένα «Σφαγμένο Αρνί». Για μια κοινωνία που έχει την «χειραφέτηση» ως πρώτιστη αξία, ο όρος «λειτουργός» και δόκιμος είναι και ιστορικός και περιγράφει καλύτερα αυτό που γίνεται . Όμως η «ποιμαίνουσα» Εκκλησία φαίνεται να συντονίζει τον λόγο της και τη δράση της στην ενδυνάμωση της θεσμικής της παρουσίας , πιστεύοντας ότι έτσι θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχειά της, παρά στην συνάντησή της με τον σημερινό άνθρωπο, με τις δυνατότητές του και τα αδιέξοδά του , πράγμα που με δυσκολεύει να την πω «Λειτουργούσα» όπως διακαώς θα ήθελα.
[5] Είναι αλήθεια ότι οι θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα ξεκίνησαν , υπηρετήθηκαν και μέχρι σήμερα υπηρετούνται σε ένα αυστηρά ομολογιακό πλαίσιο. Ωστόσο, αν σήμερα θέλει η θεολογία να πείσει σοβαρά για την ανεξαρτησία της από προκαθορισμούς και απολογητικές σκοπιμότητες είναι ανάγκη να δει την ομολογιακότητα με «άλλο μάτι». Προσωπικά πιστεύω, ότι η ομολογιακότητα στα Ελληνικά Θεολογικά γράμματα σήμερα, δεν πρέπει να είναι τίποτα άλλο, παρά μονάχα ένα ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τα προβλήματα της Ορθοδοξίας.
Σε πολλές χώρες του εξωτερικoύ λειτουργούν ταυτόχρονα μη ομολογιακές σχολές στα πλαίσια του συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης και ομολογιακές στα πλαίσια εκκλησιαστικών δομών. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο για την σημερινή Ελλάδα φοβίζει πολλούς θεολόγους και όχι αδικαιολόγητα. Υπάρχει το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων βέβαια, αλλά όχι μόνον αυτό. Στη συνέχεια του άρθρου αναφέρομαι ακροθιγώς στο θέμα αυτό.
[6] Καταλαβαίνω ότι είναι σχηματικός αυτός ο διαχωρισμός. Το θέμα είναι όμως πως αντιλαμβάνεται κανείς την Εκκλησία. Ως παρουσία της « Όντως Κοινωνίας» μέσα στην κοινωνία, ή ως παρα-κοινωνία απέναντι στην κοινωνία;
[7] Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ .6-7
[8] Ι. Γραμματικάκη, «Γιατί όχι ανώτατες εκκλησιαστικές σχολές», ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 29/9/2005, σ.1
[9] Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, «Υπερβολές και άγνοια», Το ΒΗΜΑ 25/10/2005, σ . Α 46
[10] π. Ν. Λουδοβίκος, «Το πραγματικό νόημα ενός Θεολογικού Εμφυλίου»,ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 29/9/2005, σ.2 Βλέπε και Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, «Υπερβολές και άγνοια», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 46 όπως και Χ. Κονταράκης, «Υποβολιμαία Συντεχνιακή Αντιμετώπιση», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 46
[11] Στ. Βραδέλης, «Γαλάζιες Μαφίες σε Πανεπιστήμια», ΤΑ ΝΕΑ 19/11/05, σ. 19
[12]Λάμπρου Χ. Σιάσου, «Θα εκλέξει η βουλή τον αρχιεπίσκοπο ισόβιο αρχιπρύτανη;», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ , 20 Mαρτίου 2005: «Βεβαίως, οι επίσκοποι της ελλαδικής εκκλησίας ποτέ δεν έκρυψαν την αποστροφή τους προς τις θεολογικές σχολές, η οποία ενίοτε φτάνει στα όρια του μίσους. Όντας μέτριοι φοιτητές οι πιο πολλοί εξ αυτών ως νεότατοι αρχιμανδρίτες, αφού έγιναν επίσκοποι έκοψαν κάθε επαφή με τη σχολή που τους έθρεψε θεολογικά. Στις καλύτερες των περιπτώσεων χρησιμοποιούν επιλεκτικώς καθηγητές για να στηρίξουν κάποιες από τις επιλογές του. Ποτέ όμως δεν έδειξαν να χαίρονται για την ελευθερία που απολαμβάνουν οι λαϊκοί ακαδημαϊκοί θεολόγοι. Σήμερα λίγοι διαθέτουν τον επιστημονικό εξοπλισμό ακόμη και ενός μέσου καθηγητού θεολογικής σχολής.»
[13] Ιω. Σ. Πέτρου, «Παραβιάζονται βασικές ακαδημαϊκές αρχές», Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ.6
βλέπε επίσης Μ. Κωνσταντίνου, «Διαμορφώνουν ιδεολογικούς πηρήνες», Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ.7 & Μ. Μπέγζος, «Αντικοινωνικός εκπαιδευτικός θεσμός», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 46
[14]Λάμπρου Χ. Σιάσου, «Οι τέσσερις «ανώτατοι στρατώνες» Xριστόδουλου», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7 ΟΚΤ. 2005
[15] Αφού οι Θεολογικές Σχολές των Κρατικών Πανεπιστημίων για όσους κληρικούς το θέλουν είναι σήμερα εύκολα προσπελάσιμες.
[16] Επιπρόσθετα, έτσι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα , οιοσδήποτε κληρικός, διαβάζοντας ελάχιστα, μπορεί να εισαχθεί με χαμηλότατη ειδική βαθμολογία στα θεολογικά τμήματα. Εκτός αν υποτεθεί, ότι αυτοί που θα εισάγονται στις εκκλησιαστικές σχολές, δεν θα είναι ανάγκη να κατέχουν στοιχειώδη γενική γνώση.
[17]« Ποιος μπορεί υπευθύνως να μας πει, ότι είναι έξω κάθε ιστορικής, εξελικτικής πραγματικότητος όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα και φαινόμενα της νέας γενεάς της ανθρωπότητος, η έξαλη μουσική, οι έξαλλοι χοροί, η έξαλη επένδυσις, όλη η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας; αν όλοι οι μικρόνοοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνομοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθεί με Θεανδρικήν κατανόησιν, εναθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός κόσμου, που έρχεται μακρόθεν και να ακούσει αυτήν την αγωνιώδη κραυγήν, που αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πει με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός οι κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της ιστορίας. ….» Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος, Λόγοι και Ομιλίαι, (Επιμ. Ανδρέας Νανάκης) αγιορειτικά τετράδια 7, Εκδόσεις «Πανσέληνος» , Άγιο Όρος 1991.
[18] βλέπε: Γ. Ρωμαίου «Περί Εκκλησιαστικής Παιδείας», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ. Α 63. Επίσης Ιω. Σ. Πέτρου, «Παραβιάζονται βασικές ακαδημαϊκές αρχές», Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 25/9/2005, σ.6
[19] Νικήτα Αλιμπράντη, «Σύνδρομο Βατικανού στην διοίκηση της Εκκλησίας», «ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ», 1/10/2005, σ..32
[20] Όπως και άλλη η ιστορία της Θεολογικής σχολής της Χάλκης, τίποτα δεν γίνεται με «παρθενογένεση».
[21] Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ . Α 44
[22] Λάμπρου Χ. Σιάσου, «Θα εκλέξει η βουλή τον αρχιεπίσκοπο ισόβιο αρχιπρύτανη;», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ , 20 Mαρτίου 2005
[23] Όχι βέβαια για να διορθώσει παραχαράξεις Δογμάτων της (να γράφουν δηλαδή ψέματα τα βιβλία ότι αυτά πιστεύουν οι Ορθόδοξοι και να μην τα πιστεύουν), αλλά για να προβάλει τον συντηρητισμό της και τη θέληση για έλεγχο. Π.χ. για θέματα Βιοηθικής για τα οποία η επίσημη, λεγόμενη, Εκκλησία μπορεί να έχει μιαν άποψη (όχι βέβαια εν Συνόδω και κατόπιν διαλόγου με το Εκκλησιαστικό σώμα), αλλά ανάμεσα στα μέλη της, Θεολόγους, άλλους επιστήμονες Χριστιανούς κτλ υπάρχει συζήτηση και προβληματισμός. Αυτό ο ελεύθερος επιστήμονας και όχι απολογητής που γράφει το βιβλίο, το παρατηρεί, εφόσον υπάρχει και οφείλει να το σημειώσει. Είναι θέμα σεβασμού στις αρχές της δημιουργικής και ακηδεμόνευτης παιδείας.
[24] Κάποιοι θα εκφράσουν την αντίρρηση ότι ο όρος Θεολόγος οδηγεί παραδοσιακά σε μια εσωτερική λειτουργία της κάθε Ομολογίας, παρόλο που οι επαγγελματικοί όροι από κοινωνικής πλευράς δεν είναι στατικοί και λαμβάνουν περιεχόμενο με βάση τις αντιλήψεις και εν τέλει τις πολιτικές θεσμίσεις. Αν η Θεσμική Εκκλησία διεκδικήσει το coryright μπορεί να αντικατασταθεί και με κάποιον άλλο π.χ. «ειδικός του Θρησκευτικού Πολιτισμού» («με κατεύθυνση την Ορθοδοξία» για τα δικά μας δεδομένα), καθώς ούτε ο όρος Θρησκειολόγος , έχει κατοχυρωθεί για άλλου τύπου σπουδές, κοντά στην σημερινή επιστημονική Θεολογία χωρίς να ταυτίζεται όμως απόλυτα.
[25] ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/10/2005 σ. 42. & Επίσης στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 20/10/2005 σημειώνεται για την πρόταση της ΕΕΔΑ : «Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του υπουργού Παιδείας επανακαθορίζεται το αναλυτικό πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών, έτσι όπως αυτό διδάσκεται στη στοιχειώδη και τη μέση εκπαίδευση, ώστε η διδασκαλία του να παύσει να έχει ομολογιακό χαρακτήρα και η ύλη του να περιλάβει εισαγωγή στην ιστορία, την κοινωνιολογία και τη δογματική όλων των θρησκειών. »
[26] Είναι βέβαια ζητούμενο να ξαναδούν οι αρμόδιοι των σχολών αυτών την «ομολογιακότητα». Στην πραγματικότητα -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- δεν θα κάνουν κάτι άλλο, από το να διακηρύξουν σαφώς αυτό που καθημερινά γίνεται στην πράξη.
[27] Βλέπε Ρ. Σωμερίτη «Παπαδοπαιδείας ανάγνωσμα», Το ΒΗΜΑ 25/9/2005, σ. Α12
[28] Βλέπε Β. Κρεμμυδά, «Η Εκκλησία του Κράτους», ΤΑ ΝΕΑ 19/11/05, σ. 4
Αθωώθηκε στο Εφετείο ο συνδικαλιστής Δημήτρης Πουλόπουλος
Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Αττικής*
Στις 12 Ιούνη, αθωώθηκε στο Εφετείο ο συνάδελφος Δημήτρης Πουλόπουλος, συνδικαλιστής από το Σύλλογο Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Αττικής και πρόεδρος του επιχειρησιακού Σωματείου Εργαζομένων στις εκδόσεις «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ», ο οποίος είχε καταδικαστεί πρωτόδικα, σε 10 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή, για συκοφαντική δυσφήμιση του Κέντρου Ξένων Γλωσσών «Ευρωπαϊκή Πορεία» (Άνω Πετράλωνα).
Το «έγκλημά» για την πρωτόδικη καταδίκη του ήταν ότι μοίρασε προκήρυξη της συνδικαλιστικής ομάδας Αυτόνομη Εργατική Πρωτοβουλία, που κατήγγειλε την αυθαίρετη απόλυση καθηγητή από το εν λόγω φροντιστήριο.
Η αθώωση του συναδέλφου αποτελεί νίκη για το κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε, εδώ και μήνες, από συνδικάτα και κοινωνικούς φορείς. Αποτελεί νίκη για όλο το εργατικό κίνημα. Η πάλη ενάντια στην ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης και της εργατικής αλληλεγγύης είναι υπόθεση όλου του εργατικού κινήματος.
Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς (σωματεία, συλλογικότητες, εργαζόμενους) που συμπαραστάθηκαν στο διωκόμενο συνάδελφο και στο Σύλλογό μας. Η στήριξή τους, ώστε να δημοσιοποιηθεί πλατιά και να καταγγελθεί η αντι-συνδικαλιστική επίθεση που δεχτήκαμε, καθώς και η αρωγή τους στο δικαστικό αγώνα (μάρτυρες υπεράσπισης, παρουσία στην ακροαματική διαδικασία, δικαστικά έξοδα) αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα που συνέβαλε στην κατάρρευση αυτής της επίθεσης.
Ο αγώνας συνεχίζεται κόντρα στην εργοδοτική αυθαιρεσία, τις αντιλαϊκές κυβερνητικές πολιτικές, την αστυνομική τρομοκρατία και την δικαστική εξουσία.
Το κοσμικό – ανθρωπιστικό μοντέλο της κοινωνίας είναι ένα από τα μοντέλα
Του πρωθιερέα π. Βσέβολοντ Τσάπλιν

Το κοσμικό ανθρωπιστικό μοντέλο της κοινωνίας δεν πρέπει να επιβάλλεται σ' όλο τον κόσμο ως το μόνο σωστό και προοδευτικό, – πιστεύει ο πρωθιερεύς Βσέβολοντ Τσάπλιν.
Σύμφωνα μ' αυτόν, τα δημογραφικά δεδομένα των ψυχολογικών και κοινωνιολογικών ερευνών «επιβεβαιώνουν πειστικά ότι η κοσμική ιδεολογία δεν επιτρέπει στην κοινωνία να έχει πολλά πλεονεκτήματα που έχει η κοινωνία με υψηλό βαθμό θρησκευτικού κινήτρου».
«Σήμερα, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα σύμφωνα με τα οποία μια κοινωνία στην οποία υπάρχουν θρησκευτικά κίνητρα, αποδείχνεται όχι λιγότερο, αλλά περισσότερο αποτελεσματική από μια κοινωνία βασισμένη στην κοσμική ταυτότητα (το σύστημα αξιών – Σύνταξη)», – σημείωσε.
«Επιπλέον, συνέχισε ο π. Βσέβολοντ,- σήμερα βλέπουμε ότι το έργο των «πολιτικών θρησκειών»,των «πανανθρώπινων αξιών»,η υποστήριξη της προτεραιότητας των αξιών της επίγειας ζωής πάνω από τις αξίες που συνδέονται με τους τελικούς στόχους της ύπαρξης, το πιθανότερο, έμεινε χωρίς επιτυχία για τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και της Δύσης».
Ο πατέρας Βσέβολοντ είπε ότι «η ύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών ομάδων, διάφορων μοντέλων της κοινωνίας, της οικογένειας, της τοπικής κοινότητας, που βασίζονται σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες και για τα οποία η κοσμοθεωρία είναι σημαντικότατη, είναι επίσης μια πραγματικότητα».
Είναι πεπεισμένος ότι είναι ανάγκη να στρέφουμε την προσοχή μας σε μια τέτοια εξέλιξη της κοινωνίας, αλλά και το «να την αγνοήσουμε θα ήταν αρκετά απερίσκεπτο τόσο για τους πολιτικούς όσο και για την πνευματική ελίτ».
Κατά την άποψή του, σήμερα πρέπει «να ξεφύγουμε από τις προσπάθειες ενοποίησης της ανθρωπότητας», από τον καθορισμό ενός από τα μοντέλα της κοινωνίας, του κράτους, των σχέσεων του κράτους, της κοινωνίας και της θρησκείας ως μόνο ορθό, να ξεφύγουμε από όλα αυτά προς μια κατάσταση στην οποία τα διαφορετικά μοντέλα της κοινωνίας, της οικογένειας και των τοπικών κοινοτήτων «αναγνωρίζονται εξίσου σημαντικά».
«Σε όλο τον κόσμο, και εδώ, στη Ρωσία, υπάρχουν κοινότητες που ζουν σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, ο οποίος, γι' αυτούς, είναι ο υπέρτατος νόμος. Για τον ορθόδοξο άνθρωπο η νόρμα του θρησκευτικού δικαίου είναι πάνω απ' όλα, και αυτός δεν πρέπει να αρνιέται την εκτέλεση αυτής της νόρμας, ακόμη και υπό την απειλή του θανάτου. Περί αυτού συνηγορεί και η εμπειρία των νεομαρτύρων και ομολογητών της Ρωσίας, και η εμπειρία των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού. Για τους οπαδούς του ιουδαϊκου νόμου, αυτός ο νόμος είναι σημαντικότατος», – σημείωσε ο πατέρας Βσεβολοντ.
Ταυτόχρονα, συνέχισε, μόνο για τη «μειοψηφία του πληθυσμού του πλανήτη, το κυριότατο είναι οι προτεραιότητες της παρούσας επίγειας ζωής, υλικής ύπαρξης, καθημερινής ψυχολογικής άνεσης και όλων εκείνων που είναι στο επίκεντρο των ανθρωπιστικών ιδεολογιών».
«Το κοσμικό-ανθρωπιστικό μοντέλο της κοινωνίας είναι ένα από τα μοντέλα, είναι ένα από τα συστήματα του δικαίου, και δεν μπορούν πλέον οι οπαδοί αυτού του συστήματος να εξηγήσουν με σαφήνεια για ποιο λόγο ακριβώς αυτό πρέπει να είναι γενικό», – θεωρεί ο ιερέας. Σύμφωνα μ' αυτόν, η σημερινή οικονομική κρίση προκάλεσε αμφιβολίες για το τελευταίο επιχείρημα των υποστηρικτών της κοσμικότητας, την αιώνια, δήθεν, οικονομική αποτελεσματικότητα του.
Εν κατακλείδι, ο πρωθιερεύς Βσέβολοντ Τσάπλιν έκφρασε την άποψη ότι ούτε ένα από τα μοντέλα της κοινωνικής οργάνωσης, συμπεριλαμβανομένης της Ορθόδοξης ή της Ισλαμικής, δεν πρέπει να είναι πλατφόρμα για διάλογο.
«Η πλατφόρμα για το διάλογο σήμερα είναι η προθυμία των αντιπροσώπων διαφόρων μοντέλων για να συζητήσουν το μέλλον χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς να «κολλάνε ρετσινιές» σύμφωνα με περισσότερη ή λιγότερη προοδευτικότητα, και ούτω καθεξής», – συνόψισε ο εκπρόσωπος της Ρωσικής Εκκλησίας.