Ο «Μικροαστός» – λειτουργικά

Ο «Μικροαστός»:

 

Ένα ερωτηματολόγιο περί της «μεταφράσεως» λειτουργικών κειμένων

 

Εγερτήριες σκέψεις πάνω σε μη καθεύδον θέμα

 

Του Πρεσβ. Αθανάσιου Λαγουρού

 

Υποστηρίζεται επιμόνως και μεθοδικώς εδώ και χρόνια με την επίκληση σχετικής επιχειρη­ματολογίας η «χρεία μετάφρασης των εκκλησια­στικών κειμένων της Λατρείας μας στα Νέα Ελλη­νικά, μια διαδικασία άκρως απαραίτητη, η οποία θα έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει προ πολλού» (*).

Τεκμηριωμένα έχει επίσης διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη, που υπερασπίζεται την παραδεδομένη γλώσσα.

Ειδικότεροι και αξιότεροι περί τα θέματα έχουν εκφέρει πλούσιο και θεμελιωμένο προβληματι­σμό. Εν τούτοις είναι τόσο ακριβό και απαράγραπτο το ελεύθερον της γνώμης, κατακριτέο δε το «υποσιωπάν και υποστέλλεσθαι», ώστε η κα­ταγραφή και της ταπεινότερης γνώμης να μπο­ρούσε να συμβάλει έστω κατ' ελάχιστον στην προ­αγωγή ενός διαλόγου, ο οποίος στα όρια της θεανθρωπίνης λειτουργίας υπηρετεί το θέλημα του Θεού (και όχι των ανθρώπων) και το καλό της Εκκλησίας, είναι δηλαδή ανοικτός στην φωνή του Ουρανού. Με μια επισήμανση, ότι στα εκκλη­σιαστικά πράγματα καραδοκεί ενίοτε ο κίνδυνος, η διαφοροποίηση γνωμών να προσλαμβάνει προ­σωπικό χαρακτήρα. Μη γένοιτο! Γι' αυτό εδώ αποφεύγεται η αναφορά σε πρόσωπα.

Με οδηγό την καλή προαίρεση προχωρώ στην σύντομη καταγραφή ορισμένων απλών (αν όχι απλοϊκών) και κοινών σκέψεων, λίγο ακατέργαστων και πολύ αφιλόδοξων, υπό μορφήν ειλι­κρινών ερωτημάτων (με χαρακτήρα προκαταρκτικό ή περιφερειακό), τα οποία όμως θεωρώ εξ ίσου σπουδαία με εκείνα που αφορούν στο βαθύ­τερο περιεχόμενο του εν λόγω θέματος (Αυτή καθαυτήν η μετάφραση, οι όροι της και η "ερμηνεία", η "ουσία", ο "χαρακτήρας" και η αξία της γλώσσης).

 

1. Αφετηριακό είναι το εξής: η «χρεία μετά­φρασης», το «άκρως απαραίτητο» του πράγμα­τος με ποιό τρόπο, με ποιό μετρητή μετριέται, αποδεικνύεται, ώστε επ' αυτού να θεμελιώνεται ένας ολόκληρος συλλογισμός; Πιθανόν η ποιμαντική ή διδακτική πείρα να απαντούν εν μέρει ότι οι νεώ­τερες γενιές πλέον (Σ: τα νέα ελληνικά μιλιούνται ήδη τον 10ο-12ο αι.!) δεν καταλαβαίνουν τα λό­για της Λατρείας, τους ύμνους, τις ευχές, καθ' ότι έχει αρχίσει να κρυσταλλώνεται μια αγεφύρωτη γλωσσική απόσταση και συνακόλουθη αδυναμία κατανοήσεως κ.λπ. Αλλά αυτό αρκεί;

Σαφηνίζω: η ποιμαντική αλλά και κοινωνική παρατήρηση λέει ότι σήμερα κι άλλα -άλλης βε­βαίως τάξεως- πράγματα της Εκκλησίας κυρίως, αλλά και του μέχρι τώρα αξιακού μας περιβάλ­λοντος, δεν γίνονται "κατανοητά", αλλά αυτό άραγε είναι δυνατόν να συνεπαχθεί τον "ανα­προσδιορισμό" ή την "τροποποίηση" ή την "κα­τάργησή" τους, όπως, παραδείγματος χάριν, τα θέ­ματα της νηστείας, των λεγομένων προγαμιαίων σχέσεων (δηλ. πορνεία), της ομοφυλοφιλίας ή των εκτρώσεων (δηλ. φόνος);

 

2. Αν υποτεθεί ότι υπερβαίνεται αυτό το πρώτο ερώτημα, έρχεται αμέσως ένα δεύτερο, που αφορά στην επάρκεια της "επιχειρησιακής μελέτης". Επειδή η προώθηση ενός τέτοιου σχεδίου αφορά σε μείζονος σημασίας θέμα, που σηματοδοτεί την πλήρη μετάβαση σε ένα άλλο "κόσμο", έχουν άραγε μελετηθεί με προσοχή όλες οι παράμετροι; Έχουν ζυγιστεί εξαντλητικά τα προσδοκώμενα ωφέλη και οι πιθανές ζημίες που θα προκύψουν; Ίσως να απατώμαι, αλλά μάλλον έχει δοθεί αρκετή έμφαση στη "νομική" εξέταση του ζητή­ματος (αν "επιτρέπεται" ή όχι η μετάφραση στην λογική των δήθεν ιερών γλωσσών), ή στην γλωσσοερμηνευτική του πλευρά (αν "πετυχαίνει", αν δηλ. είναι εφικτή η μεταφορά στα νέα ελληνικά), ενώ το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό.
Επικουρικώς, έχει γίνει άραγε εμπεριστα­τωμένη αξιολόγηση της χειροπιαστής εμπειρίας από το ανάλογο εγχείρημα υπό της λατινικής εκκλησίας; Διερωτώμαι για τα "ποσοστά επιτυ­χίας" του. Και ίσως να μη χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά από την Ελλάδα για να έχουμε μια πρώτη αντίληψη (!). Ο νοών νοείτω…

Και ο επιδιωκόμενος σκοπός; Άραγε να εκτιμάται ότι με την «μεταφρασμένη» Λατρεία θα γεμίσουν οι Ναοί (αν βεβαίως θεωρηθεί σαν επι­τυχία η "πλήρωση" των Ναών) ή ότι θα προα­χθεί το επίπεδο και η "ποιότητα" της συμμετοχής και προσευχής; Είμαστε στην πνευματική θέση και βεβαιότητα ότι θα "παραγάγουμε" ίσης πνευ­ματικής αξίας δημιουργία, η οποία θα αντικατα­στήσει επαξίως την υπάρχουσα;

 

3. Εφ' όσον υπάρχει επείγουσα «χρεία» να ανταποκριθούμε στις ανάγκες του σήμερα, έχουν άραγε χρησιμοποιηθεί και εξαντληθεί άλλα πρόσ­φορα μέσα; Άραγε η μεθοδική, συγκροτημένη, προγραμματισμένη (σε κεντρικό επίπεδο) κατή­χηση, εξήγηση, ερμηνεία και παροχή ελαχίστων γραμματικών γνώσεων (π.χ. με διανομή τευχιδίων κατά εορτολογική-λειτουργική περίπτωση) δοκι­μάστηκε και απέτυχε; Διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πως οι "ιδιωτικές" (από ιερείς , εκδότες, μονές, θεολόγους, κατηχητές) πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση είχαν ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Στο τέλος – τέλος αν λίγα πράγματα εξηγηθούν άπαξ, "κατανοηθούν" και αφομοιω­θούν (π.χ. στην Θ. Λειτουργία – πράγμα που κά­νουν πάρα πολλοί ευσυνείδητοι χριστιανοί μόνοι τους), υπάρχει λογικός, πειστικός λόγος να πα­ραμένει εφ' όρου ζωής ο βοηθητικός "νάρθηκας" (η μόνιμη πλέον "μεταπεφρασμένη Λατρεία"); (επιτρέψτε μου να παραπέμψω σχετ. στο Προλογικό Ση­μείωμα του υπογραφομένου στο μικρό βιβλίο «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ-με Ερμηνευτική Από­δοση στην Ν. Ελληνική», εκδ. «Τήνος», Αθήναι 1989 και έκτοτε επανειλημμένες εκδόσεις). Αλλά αυτή η σκέψη μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα.


4. Γιατί να έχει προεξοφληθεί πως οι νεώτε­ροι είναι τόσο απρόθυμοι να καταβάλουν ένα μι­κρό κόστος στον διάλογο, στην σχέση τους με τον Θεό; Νομίζω πως τους αδικούμε. Όταν τα Ελλη­νόπουλα μαθαίνουν δύο και τρεις ξένες γλώσσες, απορροφούν πλήθος παρεχομένων γνώσεων στην ηλεκτρονική εποχή μας, γιατί να τα απαξιώνουμε τόσο; Μαθαίνουν με ιδιαίτερη ευκολία π.χ. τα πο­λυάριθμα περιφραστικά ρήματα της αγγλικής γλώσσης και δεν μπορούν να μάθουν ότι «ποιώ» σημαίνει «κάνω», «Πάτερ ημών» «Πατέρα μας» και «παράσχου» «δίνω» (άλλο βεβαίως που το «δίνω» δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς με το «πα­ρέχω»!) κλπ; Εκτός αν συμβαίνει κάτι χειρό­τερο: μήπως με την υποστηριζομένη «μετάφραση» ανακυκλώνεται το κακό μάθημα της "ευκολίας"
(μάθημα που το μπουχτίζουν σε όλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής) με ευθύνη των ποιμένων;

Εδώ όμως ξεφυτρώνει κι άλλο ένα θέμα. Η ζωή στην Εκκλησία, ή η ζωή της Εκκλησίας έχει ένα μόνιμο χαρακτήρα, είναι μια διαρκής αγωγή και καλλιέργεια. Υποτίθεται λοιπόν ότι η Πίστη είναι η μητρική "γλώσσα" μικρών, μεγάλων (εξ ου και ο νηπιοβαπτισμός). Και η ζωή όλων των πιστών μέσα στην Εκκλησία τους εξοικειώνει φυ­σιολογικά με την λειτουργική γλώσσα. Προεκ­τείνοντας λίγο διερωτώμαι, χωρίς γλωσσολογική και παιδαγωγική "ειδικότητα": Στο νήπιο ποιός εξηγεί τα νοήματα που βαστάνε οι λέξεις; Ποιός του φυτεύει την "κατανόηση" σε τόσο μικρή ηλικία, όπου δεν υπάρχει "μετάφραση"; Ποιός είναι δηλ. ο μηχανισμός της μητρικής γλώσσης;
Άραγε αναλογικώς δεν θα μπορούσε το ίδιο να ισχύει και για το εν λόγω ζήτημα; Εκτός εάν ευσταθούν δύο υποθετικές παραδοχές:

α) ότι τίθεται εν αμφιβόλω η επάρκεια του τρόπου εισόδου των ανθρώπων στην Εκκλησία (ρε­αλιστικές προϋποθέσεις του νηπιοβαπτισμού, ουσιαστικό περιεχόμενο και χαρακτήρας της κα­τηχήσεως σήμερα κ.λπ.)
β) ότι προωθείται ένα τέχνασμα/πρόγραμμα λειτουργικού (λατρευτικού) φαστ-φουντ για πε­ραστικούς, βιαστικούς, ανυπόμονους, φυγόπο­νους, λίγο αδιάφορους, σχεδόν αποξενωμένους "πιστούς", άμαθους να υψώνουν «οσίους χείρας» (Α' Τιμ. β' 8) και να ξεκολλάνε τις καρδιές τους.

Ειδικότερα, η «μετάφραση» και συνεπώς η «κατανόηση» είναι άραγε αρκετή για να προσπε­λάσει ο πιστός στον πνευματικό κόσμο, στον οποίο τον καλεί η Λατρεία, ένα κόσμο γεμάτο σύμβολα; Χάριν παραδείγματος, άραγε "φτάνει", αρκεί η τέ­λεση μεταφρασμένης Θ. Λειτουργίας, κι αν αρκεί, τότε τί θα κάνουμε την μυσταγωγική Κατήχηση; Ή αλλιώς διατυπωμένο, μέσα στην Μυσταγωγική Κατήχηση, στην Εξήγηση της Θ. Λειτουργίας δεν θα μπορούσε να ενσωματωθεί και μια γλωσ­σική διασάφηση για "καλύτερη" κατανόηση, δηλ. «μετάφραση»; Και τέλος πάντων, αυτή η «κατα­νόηση» δεν κατανοείται, δεν εμπεδώνεται, δεν αφομοιώνεται ποτέ; Θεωρούνται δηλαδή οι πι­στοί σαν ανόητοι και ανεξέλικτοι δια βίου;

Η Εκκλησία έχει ως θεοπαράδοτο τρόπο ζωής και βίωμα την άσκηση, την γενική φιλοπο­νία, τον κόπο. Άρα η απόδυση όλων, ποιμένων και ποιμαινομένων, σε μια συντονισμένη εργασία για την ελαχίστη γλωσσική καλλιέργεια και την υπέρ­βαση των μικρών γλωσσικών "εμποδίων" στην Λα­τρεία, είναι εκκλησιαστικώς καταξιωμένη (π.χ. πλήθος ερμηνευτικών έργων [για τα «δυσκολοκατάληπτα», όπως γράφει] του αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου, στα οποία μαθητεύουν όσοι τίμιοι επιθυμούν να "καταλάβουν") και πάντως επιβε­βλημένη. Κανένας δεν γεννιέται γιατρός, δικα­στής, χημικός. Γίνεται. Το ίδιο και ο Χριστιανός. Γίνεται. Συνεχώς. Εκουσίως. Εν τω μέτρω της αυτού προαιρέσεως. Με τρόπους πνευματικούς, δηλαδή υλικούς – πρακτικούς – σωματικούς – ψυ­χικούς – συναισθηματικούς -λογικούς – εκκλησιαστικούς εν Χάριτι. Θα ήταν άραγε εντελώς μα εντελώς αβάσιμο να βλέπαμε σ' αυτή την μικρή "γλωσσική" διακονία "μια σύγχρονη μορφή, μια επικαιροποιημένη όψη αυτοπαραδόσεως στο βα­θιά ασκητικό, θυσιαστικό ήθος της Εκκλησίας;

Η σοφία της ερήμου φαίνεται να επιμαρτυρεί: Ο άγιος Βαρσανούφιος μπροστά στην αδυναμία ενός αδελφού, που τον ρωτά: «διαβάζω το ελληνιστί (κείμενο των Ψαλμών) και δεν νοώ τι λέγω», του απαντά πως ο κόπος για την εκμάθηση της γλώσσας όχι μόνο θα τον βοηθήσει στην κατα­νόηση, αλλά, πολύ περισσότερο, θα του δώσει πλούσια χάρη «εις ζωήν αιώνιον» (Απόκριση σκη'/228). Τί να σημαίνει αυτό;

 

5. Μετάφραση σημαίνει την μεταφορά από ξένη γλώσσα. Και η υποστήριξη του αιτήματος για την «μετά-φραση» δηλώνει έμμεση παραδοχή και θεώρηση της εκκλησιαστικής γλώσσης σαν δήθεν "ξένης". Αυτό υπό μία έννοια δεν θα μπορούσε να συνιστά και ένα είδος μειονεξίας ταυτότητος ή μειοδοσίας (εθνικής); Μήπως κατ' αυτόν τον τρόπο δεν κάνουμε τίποτ' άλλο από το να απο­δεικνύουμε πάλιν και πολλάκις τον επαρχιωτι­σμό μας μπροστά στην αρχοντιά της Παραδό­σεώς μας, την μικρότητά μας μπροστά στο μεγα­λείο του Πολιτισμού μας, την (αθέλητη) συνθη­κολόγησή μας με τις αρχαίες δυνάμεις που μη­χανεύονται τον αφανισμό της σαρκωμένης μαρ­τυρίας Χριστού, την (ακούσια) συμμαχία μας με τους προβοκάτορες του πνευματικού εξολοθρεμού μας;
Αν μη τι άλλο μήπως τίθεται θέμα στοιχει­ώδους αυτοσεβασμού. Ποιός άραγε μας εβάσκανε; Τί έμεινε να θυμίζει την γλώσσα που δίδασκε ο Αριστοτέλης τον Μ. Αλέξανδρο, μέρες πού 'ναι…; Τί μένει σήμερα χειροπιαστό, ζωντανό στην ανερ­μάτιστη Ελλάδα από τον θεωρητικώς (και εμπορικώς!) πολυδιαφημιζόμενο αλλά πρακτικώς πο­λύκλαυστο Ελληνικό Πολιτισμό; Λίγα πράματα μάλλον: κανένα ανθοστόλιστο παραθύρι, καμιά αχνοφώτιστη εκκλησιά, κανένα σπασμένο ακρο­κέραμο, κανένα αναμμένο προσκυνητάρι, κανένα λαμπρό πανηγύρι, καμιά ξυσμένη αγιογραφία, καμιά εγκάρδια φιλοτιμία στη δουλειά, κανένα λεβέντικο τραγούδι ν' ακούν τα βουνά, ν' ακούει ο ήλιος, ν' ακούει κι η θάλασσα και να ξεγελιούνται. Μα πιότερο απ' όλα το «Φως ιλαρόν», το «Σήμερον κρεμάται», το «Γλυκύ μου έαρ», το «Χριστός ανέ­στη», το «Χριστός γεννάται», το «Εν αρχή ην ο Λό­γος», το «τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα», «το Άξιον εστί», η γλώσσα της Εκκλησίας.

Και εν τοιαύτη περιπτώσει πώς θα απολογη­θούμε (και ως Ορθόδοξοι αλλά και ως Έλλη­νες) στους νεωτέρους, που η γενιά μας δεν είχε το σθένος να κρατήσει την πατρική κληρονομιά; Τί θα δικαιολογηθούμε, που τους αποκόψαμε από ένα ζωντανό κομμάτι πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα; Τί θα τους πούμε, που διακόψαμε σε μια τεχνητή συγκυρία -κατασκευασμένη από τις στρεβλώσεις του μεταπολιτευτικού Ελλαδιστάν- για χάρη μιας πρόσκαιρης διανοητικής "απολαύσεως" και διευκολύνσεως την από του Ομήρου μέχρι σήμερα αδιάκοπη λαλιά του λαού μας, που μιλιέται ακόμη -ναι, μιλιέται και τραγουδιέται, εις πείσμα πολλών- μέσα στις εκκλησιές; Τί θα τους πούμε, που πνίξαμε με τα ίδια μας τα χέρια τον ελληνικό λόγο στην ακατάπαυστη συνάντησή του με τον Λόγο του Θεού μέσα στην Σκηνή Του; Ποιών εν τέλει το χατήρι κάναμε και κόψαμε σύρ­ριζα τους δεσμούς μας με την συνέχειά μας;

Στους ομοδόξους αδελφούς μας, Σέρβους, Αραβες, Ρώσους, Γεωργιανούς τί θα βρούμε για δικαιολογία;

Αλλά και στους ξένους μελετητές τί θα πούμε, που στρέφονται, αν όχι με σεβασμό, τουλάχιστον με ενδιαφέρον, στην Ανατολή, η οποία κρατάει ζωντανά στην πρωτότυπη γλώσσα τα "ιδρυτικά" κείμενα, στις λέξεις των οποίων σημάνθηκε άπαξ η εις Χριστόν Πίστη και ζωή -κείμενα αναφοράς στην παγκόσμια Γραμματεία και Ιστορία- την Καινή Διαθήκη, την Θ. Λειτουργία, και κατόπιν την Υμνολογία;

Θα καταφέρναμε άραγε να τους καθησυχά­σουμε όλους αυτούς, και μεις να ξενοιάσουμε, αν τους εξηγούσαμε πως δεν μας άξιζε πια μια τέ­τοια ατίμητη περιουσία;
Ο Οδ. Ελύτης γράφει: «Είναι μία γλώσσα …που την τήρησε (ο λαός) με θρησκευτική προσ­ήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμε εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να την βοηθή­σουμε. Και σχεδόν την αφανίσαμε. Από το ένα μέρος της φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής της και από το άλλο της ροκανίσαμε την ίδια της την υπόσταση, την κοινωνικοποιήσαμε, την μεταβά­λαμε σε έναν ακόμα μικροαστό».


6. Μήπως με την «μετάφραση» επιτευχθεί μεν η «κατανόηση», διακυβευθούν δε άλλα πνευ­ματικά αγαθά, όπως η ακρίβεια και η ασφάλεια δια­τυπώσεως, η "δουλεμένη" συναρμογή αγιογρα­φικών αποσπασμάτων και υμνολογίας, πολύ πε­ρισσότερο δε αυτή η πνοή του Αγίου Πνεύματος, το οποίο ελάλησε εν τοις Αγίοις με τις λέξεις; Ο Μ. Αθανάσιος λέει συγκεκριμένα: «μηδέ πειραζέτω τας λέξεις μεταποιείν ή όλως εναλλάσσειν», γιατί το Πνεύμα βλέποντας να επαναλαμβάνουμε τα λόγια, που το Ίδιο "υπαγόρευσε" στους Αγί­ους, μας ακούει και μας συντρέχει. (Προς Μαρκελλίνον…, λ-λα', ΒΕΠΕΣ, σελ.28)
Στις Κατηχήσεις του (Προκατήχ., 9) ο άγ. Κύ­ριλλος Ιεροσολύμων, μιλώντας για τους εξορκι­σμούς, γράφει πως τα λόγια του ιερέως διώχνουν τα δαιμόνια όχι για τίποτε άλλο παρά μόνον επειδή είναι ειλημμένα αυτούσια από την Γραφή.
Επιπροσθέτως, στην παραβολή του Σπορέως (και παρεμπιπτόντως, τί "καταλαβαίνουμε" οι σημερινοί άνθρωποι των πόλεων από την λέξη «σπορά»;) (Λουκ. η' 5-15) αναφέρεται η απορία των μαθητών του Κυρίου για το νόημά της. Ερώ­τησαν δηλ. τον Χριστό τι σημαίνει η παραβολή αυτή. Έλαβαν τότε την απάντηση: «Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσι» (… με παρα­βολές: αινιγματώδεις διηγήσεις με βαθύτερες αλή­θειες από τις φαινομενικές, ίνα διεγείρη τον ακροατήν, επειδή πολλούς η ευκολία εις ραθυμίαν άγει [αγ. Ιω. Χρυσ.]). (βλ. και την σχετ. ερμην. από­δοση Π. Τρεμπέλα, σελ. 250). Άραγε αυτό το χωρίο θα μπορούσε να μας βοηθήσει στον συγκε­κριμένο προβληματισμό, αν συλλογιστούμε και την περίπτωση της «αναξίας του δέξασθαι» ακοής (αγ. Κύριλλος Ιεροσ.);


7. Θα είναι άραγε εντελώς απίθανο, παραλ­λήλως προς την «μετάφραση» για την καλύτερη «κατανόηση», να μας μπει και ο πειρασμός να προχωρήσουμε σε "εκκαθαρίσεις" υμνολογικών στοιχείων ή αναφορών, που σήμερα δεν γίνονται "κατανοητά" ή αποδεκτά, ή δεν "ταιριάζουν" με τα σημερινά δεδομένα;
Τότε φυσικά η επιδιωκόμενη «μετάφραση» θα λειτουργεί ως κερκόπορτα πολλών εισελάσεων και απελάσεων…

Αλλά, διόλου απίθανο, πώς θα αποτραπεί η εισαγωγή του υμνολογικού "κιτς"; (όπως οι κα­κόγουστες ζωγραφιές και χαλκομανίες, οι άτακτες φωνές, τα άγαρμπα ηλεκτρικά φώτα, τα εξουθε­νωτικά μεγάφωνα, τα άθλια παραφινόκερα). Και ποιός θα εμποδίσει κάθε περαιτέρω αυτοπροαίρετο αυτοσχεδιασμό, αφού πια το "πράσινο φως" θα έχει ανάψει; Μήπως κινδυνεύσουμε να γίνουμε μια υπερ-αγορά όπου ο καθένας θα "διαλέγει" τι προϊόν θα αγοράσει;

 

8. Συνωδά τω προηγουμένω αναφύεται και το εξής συμφυές: Με την εκκλησιαστική μουσική, η οποία ντύνει τον λειτουργικό λόγο, τί θα γίνει; Αραγε δεν είναι κι αυτή μια "γλώσσα" που δεν "μι­λιέται" πια; Και γιατί να μη σκεφθούμε, μετά την «μετάφραση» στην νέα ελληνική, να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, αυτό της μεταφοράς της μουσικής σ' εκείνην που "καταλαβαίνουν" οι άνθρωποι σήμερα; Κι αν τους το αρνηθούμε, ποιό επιχείρημα θα επιστρατεύσουμε;

Παραθέτω απόσπασμα που αλίευσα στο διαδίκτυο, το οποίο μου βαθαίνει πιο πολύ την απο­ρία, καθ' ότι η υποστηριζομένη θέση (περί μετα­φράσεως) προσκρούει στην προεξοφλημένη χρήση της εκκλησιαστικής (βυζαντινής) μουσικής:
«Ίσως να με ενθάρρυνε (δηλ. στην ιδέα για «για μετάφραση και των ποιητικών μερών εκτός των πεζών») το μελοποιημένο άκουσμα που είχα ενός εξαίρετου ποιήματος, προσόμοιου πάνω στον ειρμό "Αφραστον θαύμα": Δάκρυα χάμου/κι ανατριχιάζουν τα χώματα/της αγάπης μέγας χο­ρηγός/ελί-χρυσο θαύμα κρινάκι φύεται/για να μυρίζει ανόρθωση πενθούντων./Τη Χαρά/νά φοράτε μη λυπάσθε».

Αν η διατήρηση της εκκλησιαστικής γλώσσης εκλαμβάνεται ως προσκόλληση, τότε η διατή­ρηση του εκκλησιαστικού μέλους πώς χαρακτηρίζεται; (φορμαλιστική;) Και κατά λογική ακο­λουθία, διερωτώμαι (και «ανατριχιάζω») -χωρίς διόλου διάθεση ειρωνείας- γιατί να μη φορέσουμε στη νεοελληνική υμνογραφική παραγωγή τη μου­σική Χατζηδάκη, Θεοδωράκη, ή… Ρουβά;
Διευκρινίζω βεβαίως, πως προσωπικά μου αρέσει το ανωτέρω ποιητικό απόσπασμα. Αλλά, προχωρώντας έτι περαιτέρω, δεν είμαι σχεδόν καθόλου σίγουρος πως μια τέτοια ποίηση (μια ποίηση επιπέδου Ελύτη) θα είναι πιο "κατα­νοητή" μέσα στους ναούς. Οπότε ποιό το όφελος, αν θα χρειαζόμασταν και πάλι ερμηνεία-εξήγηση για τα νέα ελληνικά;
Ακόμη και η στιχουργική αυτού του απο­σπάσματος μεταχειρίζεται τεχνική παλαιάς (εκκλησιαστικής) κοπής. Νομίζω πως σήμερα η ποίηση δεν γράφεται εμμέτρως.
Και ακολούθως, θα μπορούσαμε εξ ίσου να διερωτηθούμε και για την εκκλησιαστική εικονο­γραφία. Η εκκλησιαστική ζωγραφική είναι πάλι μια "γλώσσα", "ακατανόητη" στον σύγχρονο ορθολογιστή άνθρωπο.
Μήπως άλλωστε δεν έχουμε ήδη αναρωτηθεί και για το Τυπικό (των Ακολουθιών), το οποίο μοιάζει μ' ένα «απολίθωμα» του μεσαίωνα;
Και πιο πέρα, τί θα μας δυσκολέψει να "ξα­ναδούμε" το θέμα (ήδη τεθειμένο) της χρήσεως των ευχαριστιακών ειδών στην Θ. Λειτουργία; Σή­μερα ο άρτος και ο οίνος δεν αποτελούν την "βα­σική γλώσσα" διατροφής του παγκοσμίου ανθρώ­που, όπως στην Παλαιστίνη στα χρόνια του Χρι­στού. Μια επαναδιαπραγμάτευση με σύγχρονη και ανοικτή "γλώσσα", άραγε δεν θα μας έδινε πιο "κατανοητά" αποτελέσματα, δεν θα μας απενεκλώβιζε από την απολίθωση του παρελθόντος και την ιεροποίηση του παλιού πολιτισμού;
Να τολμήσω να ρωτήσω κάτι πιο κατανοητό; Τί "καταλαβαίνει" ο σημερινός άνθρωπος ακού­γοντας την λέξη "θυσία"; Σε ποιά πραγματικότητά του, σε ποιά προσλαμβάνουσα παράστασή του αντιστοιχεί, ώστε να αναχθεί στην αναίμακτη Θυσία του Χριστού; Μήπως η πρόσβαση στο εννοι­ολογικό ή σημασιολογικό της περιεχόμενο θα επιτευχθεί δια της «μεταφράσεως», ή μήπως θα χρει­αστεί να "ανακαλύψουμε" ένα σύγχρονο υποκα­τάστατο της "θυσίας", δίκην "παρα-φράσεως";

Με λίγα λόγια η «μετάφραση» ενδέχεται να συμπαρασύρει – και θά'ναι ανακόλουθο να μη συμ­παρασύρει – κι άλλα πράγματα, καθώς αντιστοι­χεί σε μια γενική τάση (σε παγκόσμιο επίπεδο  – «Νέα Εποχή»;)

"επαναπροσδιορισμού", "επαναξιολογήσεως", "επανερμηνείας" των υφιστα­μένων "δομών" ή "παραδεδομένων αρχών", αιτη­μάτων δηλ. παρομοίων με τα θέματα της εικονο­μαχίας (π.χ. έχει προβληθεί ο ισχυρισμός πως η διατήρηση της εκκλησιαστικής γλώσσης ισοδυ­ναμεί με ειδωλολατρία). Η θεολογία της Εβδό­μης Οικουμενικής Συνόδου θα μπορούσε άραγε να μας διαφωτίσει συνολικώς σ' αυτό το ζήτημα;

 

9. Κατά την ωραία και νόμιμη διαδικασία επανόδου στην θεώρηση της Λατρείας μέσα στην αρχαιοεκκλησιαστική της προοπτική προκύπτει το εξής ζήτημα: Τα Ευαγγέλια (όχι όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης) γράφτηκαν στην καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής. Γιατί όμως μετά από τέσ­σερις αιώνες οι Μεγ. Πατέρες της Εκκλησίας και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι προβαίνουν σε ένα καθοριστικό τόλμημα και γράφουν τις ευχές της Αγ. Αναφοράς (εκτός από τα άλλα συγγράμματά τους-π.χ. ερμηνευτικές ομιλίες, δηλ. κηρύγματα στον λαό) σε γλώσσα, το επίπεδο της οποίας είναι "αττικό" και γυρίζει 800 χρόνια πίσω; Αυτή η επιλογή τους, ασφαλώς ενσυνείδητη, άραγε δεν περιλαμβάνεται ως δεδομένο μέσα στην αρχαία πα­ράδοση, άραγε δεν μας εφοδιάζει με ένα ισχυρό αξιολογικό κριτήριο; Ποιός λόγος να θεμελίωσε άραγε αυτή την επιλογή των θεοφόρων Πατέρων;

Κι ακόμη, βάσει ποίας λογικής, αρκετά αργό­τερα, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και οι μετ' αυτόν υμνογράφοι διευρύνουν κι άλλο το χάσμα και γρά­φουν Ιαμβικούς Κανόνες στην έτι αρχαιότερη και πλέον «δυσνόητη» ομηρική, που αναφιβόλως δεν μιλιόταν ούτε "καταλαβαινόταν" εκείνη την εποχή;


10. Μήπως η παραδεδομένη γλώσσα της εκκλησιαστικής Λατρείας συνιστά ένα αισθητοποιό υλικό και συγχρόνως ασκητικό στοιχείο απο­φυγής συσχηματισμού με τον κόσμο; Μήπως, δη­λαδή, η είσοδος στον χώρο και τον χρόνο της "αμετάφραστης" Λατρείας προικίζει τους πιστούς με ένα υποβοηθητικό στοιχείο για την έξοδό τους από το φρόνημα του κόσμου και την τρέχουσα καθημερινότητα και για μια «αληθινή είσοδο από έξω στην εκκλησία» (R. Taft);

Εκ παραλλήλου θα συνιστούσε άραγε κατα­κριτέα και απορριπτέα υπερβολή η παρομοίωση, η αναγωγική ερμηνεία των κατακομβών (του κριτηρίου των) με την διατήρηση της εκκλ. γλώσ­σης της Λατρείας; Δηλαδή όπως οι αρχαίοι Χρι­στιανοί κρύβονταν επί τρεις αιώνες στις κατακόμβες, για να προσφέρουν την Λατρεία τους στον Θεό, έτσι και σήμερα οι ελληνόφωνοι Χριστια­νοί υπό τον ακήρυκτο συνειδησιακό, αξιακό, γλωσ­σικό, πνευματικό, γιατί όχι και εθνικό, διωγμό "διασφαλίζουν" την Λατρεία τους και την Πίστη τους στο ασφαλέστερο περιβάλλον της ήδη εκκλη­σιαστικής γλώσσης; Μέσα σ' ένα κόσμο πλήρους συγχύσεως εννοιών, αρχών, δομών και αξιών, όπου οι λέξεις κατακερματίζονται, τα νοήματα διαμελίζονται, ο λόγος αποδομείται, η συνείδηση ξεχαρβαλώνεται και η συνεννόηση καθίσταται όλο και πιο δύσκολη, άραγε η «μετάφραση» των πεζών και ποιητικών μερών της Λατρείας δεν φα­ντάζει σαν το τελευταίο "απονεννοημένο" διά­βημα, να αυτοεμπλακεί δηλαδή η (ελληνόφωνη) Εκκλησία σε ένα φαύλο κύκλο "νεογλωσσικών ερί­δων" περί τις λέξεις, τα νοήματα, τις σημασίες, τις αποχρώσεις, ενώ έχει το πολύτιμο προνόμιο της ακριβούς εκφράσεως-διατυπώσεως;


11. Εξ άλλου η Λατρεία αποτελεί μια σύνθεση που έχει σχηματισθεί μέσα στις πνευματικές ζυ­μώσεις πολλών αιώνων και περικλείει ζωντανά στοιχεία ιστορικής (και εσχατολογικής) μνήμης, παροντοποιεί τα σωτηριώδη γεγονότα της Ενσάρκου Οικονομίας αλλά παραλλήλως κουβαλάει κι όλο το σφρίγος μιας Εκκλησίας που πάλεψε και παλεύει μέσα στους αιώνες να διαφυλάξει την Πί­στη ακριβώς διατυπωμένη και ανόθευτη και πα­ρέχει την δυνατότητα να ψηλαφήσουμε τις δια­φορετικές ιστορικές στρωματώσεις. Δικαιούμαστε να παρακάμψουμε αυτή την παράμετρο;

Αλλά κυριότερο κριτήριο, που ίσως αμφι­σβητεί την πρακτική λογική της «μεταφράσεως» είναι το ιστορικό: Η ίδια η "επιλογή" του Κυρίου για τον χώρο και τον χρόνο, τις ιστορικές συν­θήκες της Ενσαρκώσεως, τους Μαθητές Του, την Ίδρυση της Αποστολικής Εκκλησίας, την συγγραφή λίγο αργότερα των Ευαγγελίων και των Επιστολών της Καινής Διαθήκης με (κτιστό) εργαλείο χαράξεως, σημάνσεως, γραφής, περι­γραφής, καταγραφής της ιστορικής απαρχής και φανερώσεως της Σωτηρίας την ελληνική γλώσσα εκείνης της εποχής. Δεν νομιμοποιούμαστε άραγε να θεωρήσουμε πως κατά ένα τρόπο προνομιακό -όχι όμως νομικό ή αποκλειστικό- "κλείδωσε" η τότε ελληνική γλώσσα;

 

12. Δημιουργείται η εντύπωση -μακάρι εσφαλμένη- πως η Λατρεία (και η γλώσσα της) αντιμετωπίζεται αν όχι ως δοκιμαστικός σωλήνας ή κρυσταλλοπίνακας καταστήματος στην οδό Σκουφά (!…), τουλάχιστον ως είδος θρησκευτικής "παραστάσεως", ένα είδος "σκηνικού ντεκόρ", οπότε κάλλιστα είναι θεμιτοί πάσης φύσεως (δη­λαδή όχι μόνο γλωσσικοί…) πειραματισμοί. Η Λα­τρεία όμως είναι έκφραση της Πίστεως και της εν Χριστώ Ζωής της εκκλησιαστικής κοινότητος, αρχαιόθεν. Κατά συνέπειαν στην Λατρεία εκτός της Ορθοδόξου Πίστεως έχουν αποτυπωθεί και τα "ανώτατα επίπεδα πνευματικότητος", της ορθο­δόξου ζωής, ως δείκτες, ως φάροι, με τον ανθρω­πίνως υψηλότερο γλωσσικό τρόπο. Συναφώς, η Λατρεία, εξαιρέτως δε η Θ. Λειτουργία, είναι αδιά­σπαστα συνδεδεμένη με την εκκλησιαστική άσκηση, τόσο που μια Λειτουργία χωρισμένη από την "πνευματικότητα", την πνευματική προετοιμασία, κατά τον εκκλησιαστικό τρόπο, να κινδυνεύει να μετατραπεί σε "ιερό θέατρο". Η άσκηση όμως σή­μερα είναι μια ακόμα "ακαταλαβίστικη γλώσσα", μια "α-κατανόητη" υπόθεση, για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων, οπότε μήπως η «μετάφραση» αποκεκομμένη εμμέσως μεν, εμπράκτως δε, από την "αμετάφραστη γλώσσα της ασκήσεως" θα τους εξασφαλίσει μια ανέξοδη και "κατανοητή" "παράσταση";

 

13. Κρατώ προτελευταία την αναφορά στο μέγα θέμα της ερμηνείας καθαυτήν, η οποία θα είναι αναπόφευκτη κατά την νεοελληνική από­δοση. Γι' αυτό το θέμα εγκρατείς θεολόγοι, φιλόλογοι και διανοητές έχουν επιχειρηματολογή­σει. Σύντομα όμως επαναλαμβάνω ως ερώτημα: άραγε δεν είναι αναντιλέκτως αποδεκτό ότι πάντα μια μετάφραση είναι μια προδοσία; Ποιός αναλαμβάνει μια τέτοια ευθύνη; Κι αν την αναλαμβάνει για την "προδοσία", την αναλαμβάνει και για πι­θανό σχίσιμο της τοπικής Εκκλησίας;

14. Για τελευταία άφησα μια σκέψη κάπως προσωπικότερη: Μου φαίνεται λίγο δυσανάλογη, οξύμωρη και αιθερία η "εργώδης" αυτή υποστή­ριξη της «μεταφράσεως» αφ' ενός μεν ως προς την διαμορφωμένη κοινωνική κατάσταση καταρρεύσεως στην Ελλάδα, «όπου δεν έχει μείνει τί­ποτα όρθιο, όπου οι κάθε λογής αυθαιρετούντες απλώς αποτελειώνουν, με τα δικά τους μέσα, το καταστροφικό έργο των ελίτ του κατεστημένου. Ψάχνεις απεγνωσμένα για ελπίδα και βλέπεις παντού ωμή ιδιοτέλεια και ξεδιάντροπη υποκρι­σία» (Χαρίδ. Κ. Τσούκας, "Καθημερινή" 15/3/2009) αφ' ετέρου δε ως προς την προφητική διακονία του Λόγου του Θεού, στις μέρες μας. Απλούστερα, μου φαίνεται πιο ρεαλιστικός, πιο επείγων και πιο συμβατός με τις σημερινές ανάγκες ένας χαμη­λόφωνος ερμηνευτικός και (ει δυνατόν) βιωμα­τικός λόγος για τις αλήθειες της Πίστεως και συν­ολική αναθεώρηση τρόπου ζωής, μια ζωντανή, θερμή, ή και αιματηρή μαρτυρία αγάπης Χρι­στού, παρά μια "εργολαβία" Λειτουργικής Με­ταρρυθμίσεως (μεταφράσεως).

Αν οι άνθρωποι σήμερα τείνουν να αποστρέ­φουν το πρόσωπό τους από την Εκκλησία, μου φαίνεται πως δεν το κάνουν τόσο γιατί δεν κατα­νοούν την γλώσσα της Λατρείας, όσο γιατί, πρώτον, δεν κατανοούν ότι υπάρχουν αρκετά πράγματα που δεν "κατανοούνται", γιατί, δεύτερον, δεν κατανοούν τι ακριβώς "εννοούν" τα εκκλησιαστικά λόγια (ακόμα και μεταφρασμένα), δεν καταλα­βαίνουν δηλαδή τι νόημα μπορεί να έχουν τα "λό­για", τα νοήματα, τα πράγματα της Εκκλησίας στην ζωή τους (και δεν βρίσκεται εύκολα κάποιος ικανός να τους τα καταστήσει ζωντανά, να τους τα ερμηνεύσει αληθινά) και γιατί, τρίτον, ίσως και οι ίδιοι να μη έχουν και πάρα πολλή όρεξη να "καταλάβουν" κάτι από την Ζωή, τον Σταυρό και την Ανάσταση Ιησού Χριστού.

Κύριος Ιησούς δώη ημίν δώρημα αγαθόν: κάποτε κάτι να καταλάβουμε. Eλάχιστος εν πρεσβυτέροις, Αθανάσιος Στ. Λαγουρός


(*)(http://pakapodistrias.blogspot.com/2008/05/blog-post_20.html)

(Πηγή: «Χριστιανική Βιβλιογραφία», Τριμηνιαία Κριτική Έκδοση, αρ.φ. 42, Ιαν. – Μαρ. 2009)


(Η «Αλλη Όψις» θα ήθελε να ευχαριστήσει τον συγγραφέα του άρθρου, π. Αθανάσιο, για την άδεια δημοσίευσης)

 

ΠΗΓΗ: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1161

ΠΡΟΤΑΣΗ: leotinos

Ελλάδα: Χώρα ή Χώρος;

Ελλάδα: Χώρα ή Χώρος;

Του Σταύρου Λυγερού*

 

«Η πτώση των των κομμουνιστικών καθεστώτων προκάλεσε στη δεκαετία 1990 ένα μεγάλο κύμα παράνομης μετανάστευσης από ανατολικοευρωπαϊκές χώρες προς την Ελλάδα. Οι ροές αυτές δεν έχουν σταματήσει, αλλά τα τελευταία χρόνια είναι σαφώς μικρότερες. Αντιθέτως, διογκώνονται με εντυπωσιακό ρυθμό οι ροές λαθρομεταναστών από ισλαμικές χώρες, κυρίως από Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Παλαιστίνη, Σομαλία και Ερυθραία.

Συνέχεια

Μας ΒΟΥΛΗ-άζουν… – π. Ηλ. Υφ.

Μας ΒΟΥΛΗ-άζουν…

 

του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Στο στιχούργημά μου «της κλεφτουριάς»  (http://papailiasyfantis.blogspot.com, Μαϊος 2008) έγραφα μεταξύ άλλων:

«Στων Ελλήνων τη Βουλή

Υπάρχουν κλέφτες, λεν πολλοί.

Κλέβουνε και τρων και πίνουν

Κι ούτε σάλιο δεν αφήνουν…

Κλέβουν με νόμους άδικους

Κλεφτάδικους ληστάδικους…»!

Ένας, μεταξύ των πολλών κλεφτονόμων κα ληστονόμων, είναι, όπως φαίνεται και αυτός, που εξαναγκάζει τους πολίτες να πληρώνουν το χαράτσι της ΕΡΤ. Η οποία, όπως αποκαλύφθηκε τελευταία, δίνει με τον ιδρώτα και το αίμα του λαού, αστρονομικές συντάξεις σε κάποιους κομματικούς, ηλιθιόσοφους.

Και λέω «εξαναγκάζει», γιατί το ξεδιάντροπο αυτό χαράτσι το έχουν συνδυάσει με το λογαριασμό της ΔΕΗ.

Που σημαίνει ότι, αν ο πολίτης αρνηθεί να πληρώσει το ΕΡΤοχάρατσο, η αυτοκρατόρισσα ΔΕΗ θα του κόψει το ρεύμα. Που, με τα σημερινά δεδομένα, σημαίνει νέκρωση της όλης λειτουργίας του νοικοκυριού.

Και ποια η σκοπιμότητα του φασιστικού αυτού χαρατσιού;

Είναι μήπως η, δήθεν, έγκυρη και έγκαιρη-όπως διατείνονται-ενημέρωση του πολίτη;

Κάθε άλλο! Στην πραγματικότητα είναι η συστηματική του παραπλάνησή και ο αποπροσανατολισμός του. Έτσι ώστε να μη μπορεί να καταλάβει με ποιους και με πόσους τρόπους οι εκατόγχειρες του κατεστημένου τον λεηλατούν. Με αποτέλεσμα το κλεφτοκεθεστώς και το ληστοκαθεστώς των εχόντων και κατεχόντων να ζει και να βασιλεύει και να διαιωνίζεται ……

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την προνομιακή μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών. Για την οποία κάποιοι ισχυρίζονται ότι είναι απαραίτητη, προκειμένου να αποδίδεται έτσι αμερόληπτη και ακριβοδίκαιη δικαιοσύνη.

Αλλά η πραγματικότητα φωνάζει ότι, συχνά, ισχύει το αντίθετο: Αφού, όπως φαίνεται, η προνομιακή μισθοδοσία λειτουργεί ως αντικίνητρο για την ακριβοδίκαιη απονομή της δικαιοσύνης και κίνητρο για την μεροληπτική υπέρ του κατεστημένου και σε βάρος του λαού απονομή της…αδικίας!

Πέρα από το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά και ηθικά διάτρητος. Αφού ο καθένας θα μπορούσε να αναρωτηθεί και να ρωτήσει:

Πώς είναι δυνατόν το κατεστημένο να θέλει την ακριβοδίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, όταν με την προνομιακή μισθοδοσία μιας μερίδας δημοσίων υπαλλήλων (ή των υψηλόβαθμων στελεχών κάποιων ΔΕΚΟ, κλπ, κλπ) αδικεί a priori και κατάφωρα, όχι μόνο τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και γενικότερα το κοινωνικό σύνολο! Απ' το οποίο κάποιοι (αγρότες, κλπ) έχουν αποδοχές κατά 50 και εκατό φορές μικρότερες…

Εξάλλου το σύνολο των μη προνομιακά μισθοδοτούμενων δημοσίων υπαλλήλων θα μπορούσε ευλογότατα να ρωτήσει τους αρχιτέκτονες της μιας ή της άλλης πολύμορφης και πολυεπίπεδης αδικίας:

Αφού κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι μισθοδοτούνται προνομιακά, για να κάνουν καλά τη δουλειά τους, πώς είναι δυνατόν να κάμει το ίδιο και η συντριπτική πλειονότητα εκείνων, που κατάφωρα αδικούνται!

Και, κάτω απ' αυτές τις αστρονομικές ανισότητες είναι δυνατόν να λειτουργήσει εύρυθμα ο κοινωνικός ιστός! Και να μη φτάσουμε εδώ που φτάσαμε! Και να μη μας περιμένουν και τα ακόμη πολύ χειρότερα…

Και βέβαια το άκρον άωτον της φαυλότητας του κατεστημένου πηγάζει από τον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος. Που, δήθεν, είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ολιγαρχία. Που στις μέρες μας-με τον εκκολαπτόμενο νέο εκλογικό νόμο- τείνει, όπως φαίνεται, να μετασχηματισθεί σε αρχηγική δικτατορία.

Η οποία σε αγαστή συνεργασία με το φασιστικό πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, θα κρατεί παγιδευμένο και αλυσοδεμένο το λαό.

Έτσι ώστε να μη μπορεί να συνειδητοποιήσει το φαύλο κύκλο της αδικίας σε βάρος του. Και πολύ περισσότερο να διανοηθεί να αποδράσει απ' το θανάσιμο εναγκαλισμό του πάνοπλου με τους ληστονόμους και κλεφτονόμους, που -αντί για τανκς-διαθέτει το φασιστικό κατεστημένο…

Και βέβαια η απάντηση στο θυμόσοφο πρωθυπουργικό δίλημμα «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» είναι ευνόητη κι αυτονόητη:

Ασφαλώς βουλιάζουμε. Ή μάλλον- πιο σωστά μας ΒΟΥΛΗ-άζουν. Αυτοί, που τη δικαιοσύνη μονίμως τη χλευάζουν. Με την πολύμορφη και πολυεπίπεδη αδικία και ανισονομία και ανισοδικία.

Με κύρια εστία και πηγή της, ατυχώς, όπως φαίνεται, την ίδια τη… Βουλή!

 

Παπα-Ηλίας, 08-01-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordoress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

Ο πτυχιούχος – Γιάννη Ποτ.

Ο πτυχιούχος

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Ζωή  γεμάτη προσμονές

Στα τρένα, στους σταθμούς

αναμονές

Δωμάτια στα υπόγεια

Φαΐ στα καπηλειά

Μπροστάρηδες  τα όνειρα

και άξιοι οι στόχοι

Οδηγοί στα βήματά σου

οι  ιδέες

 

Χρόνο το χρόνο

Βαθμίδα την βαθμίδα

Τη σκάλα της εκπαίδευσης

ανέβαινες

Στον μάρσιπο της πλάτης

κουβαλώντας

Βιβλία και προσόντα

Πίστεψες και πάλεψες  

Για ιδανικά και ελευθερία

Για ανοιχτούς ορίζοντες

Για ταξίδια χωρίς πλήξη

 

Ξεχύθηκες στις αρένες της ζωής

με αδημονία

Αδέξιος νεοσσός που τη φωλιά του

εγκαταλείπει

Πέταξες ανεμίζοντας το Πτυχίο σου

και  τα φτερά σου

Και η καρδιά σου αηδονοφωλιά

Να δραπετεύουν νότες

 

Πόρτες χτύπησες, πολλές

Για μια θέση εργασίας

Καμιά όμως δεν άνοιξε

για σένα

Την περηφάνια σου σκόρπισες

Σε υποκλίσεις

Τα όνειρά σου ξόδεψες

Σε στημένους διαγωνισμούς

Και σε κομματικά γραφεία

Πάντα ελπίζοντας μια άνοιξη

να ανθίσει

Μια ευκαιρία για της καρδιάς

το όνειρο

 

Τώρα στο σταθμό ολομόναχος

περιμένεις

Μετράς τα χαμένα όνειρα

Και τις ελπίδες

Σφυρίζοντας το τρένο πέρασε

Αλλά εσύ ακόμα περιμένεις

 

Ξύπνα, βγες από τ' όνειρο

Άνεργε επιστήμονα

με τα ψαλιδισμένα σου φτερά

Μην αρνηθείς το χρέος σου

Κράτα ψηλά τη δάδα της απελπισίας

Βάλε μπουρλότο στην  ναυαρχίδα

της αδικίας

 

Τα μάτια σου μαύρα σύννεφα

Χειμωνιάτικα

Πλημμύρες ας φέρουν

Με αστραπές και καταιγίδες

Τα δάκρυά σου φουσκωμένα ποτάμια

Ας ξεχειλίσουν

Για να πνιγούν οι κάμποι

Να γίνει η άνοιξη πιο γόνιμη

Τα καλοκαίρια καρποφόρα

 

                                        23 Ιουλίου 2009, Γιάννης Ποταμιάνος

Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση

Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση. Θρησκειοπαιδαγωγικό σχόλιο

 

Του Χρήστου Νικ. Ζήκου*

 

Με αφορμή δημόσιες συζητήσεις για τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση, θα ήθελα να καταθέσω τους προβληματισμούς μου, με στόχο πάντα το διάλογο, δίνοντας μια σύντομη κατά το δυνατόν εικόνα του πώς αντιλαμβάνομαι τα πράγματα  για το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα. Θα επικεντρωθούμε σε τρεις βασικές σκέψεις-προβληματισμούς θρησκειοπαιδαγωγικής υφής, αλληλοσυνδεόμενες και αλληλοσυμπληρούμενες.

Αρχίζω με τον πρώτο προβληματισμό. Ποιο ψυχοπαιδαγωγικό πρόβλημα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε; Πώς διαπιστώνουμε επί παραδείγματι ότι με την ανάρτηση των θρησκευτικών συμβόλων στην αίθουσα διδασκαλίας καταπιέζεται η συνείδηση των μαθητών μας; Μελετήθηκε εμπειρικά το ως άνω προβαλλόμενο επιχείρημα; Από όσο γνωρίζουμε, όχι. Δε γνωρίζουμε λοιπόν τις στάσεις των μαθητών μας – γηγενών και αλλοδαπών – για το παραπάνω θέμα. Στο βαθμό ωστόσο που είναι καλό και πρέπει να γνωρίζουμε τις απόψεις των μαθητών μας για το τι παιδεία θέλουνε, είναι νομίζω καθόλα δημοκρατικό να ερωτηθούν και για το παραπάνω ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο παραμένει ζητούμενη η ορθή παιδαγωγική διαχείριση του όλου ζητήματος, επειδή συνδέεται άμεσα με το τι Θρησκευτικά διδάσκονται σήμερα τα παιδιά. Ξεκινώντας από το τελευταίο τίθεται αμέσως το παρακάτω ερώτημα: Ποια θα ήταν επί παραδείγματι η παιδαγωγική συνεισφορά στην ψυχοπνευματική συγκρότηση των μαθητών μιας ενδεχόμενης απόφασης απομάκρυνσης των θρησκευτικών συμβόλων από την αίθουσα διδασκαλίας και εν προκειμένω του Ιησού Χριστού; Ποια θα ήταν εν τέλει η παιδαγωγική αξία μιας ενέργειας όπως η παραπάνω; Και εξηγούμαι περαιτέρω: Αφού οι μαθητές μας διδάσκονται αυτά τα θρησκευτικά που διδάσκονται ως υποχρεωτικό μάθημα και δεδομένου ότι σε όλη τη θεολογία που διδάσκονται διαπραγματεύονται νοήματα συνεκτικά του βίου, υψηλά και θεμελιώδη, διαχρονικές αξίες και ιδανικά αφενός και αφετέρου δεν υπάρχει ούτε μία γραμμή από αυτά που διδάσκονται που να μην παραπέμπει σε συμβολισμό, γιατί να μην είναι συμβατή με αυτά που διδάσκονται και η ανάρτηση των συμβόλων  στην αίθουσα της  διδασκαλίας τους;

 Δεν μπορώ όμως ως Ορθόδοξος Θεολόγος να μην επεκταθώ και σε έναν δεύτερο προβληματισμό που σχετίζεται με τη συνύπαρξή μας ως προσώπων στο πλαίσιο της διευρυμένης και εμπλουτισμένης πολιτισμικά σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτή τη συν-ύπαρξη, πυρήνας της οποίας είναι η άνευ όρων και προϋποθέσεων αποδοχή της ετερότητας και κάθε μορφής ετερότητας, η Ορθοδοξία ως Συνάντηση Αγάπης, έχει πάρει άριστα διαχρονικά και σε αυτήν στηρίζει την ανάπτυξή της, τη διαρκή δηλαδή σάρκωση του Θεού μέσα στην Ιστορία. Κι ο Χριστός, ο Θεός ο εν σαρκί περιπολών, είναι η αγάπη, η δικαιοσύνη και η ειρήνη του κόσμου. Είναι με άλλους όρους η  εσταυρωμένη συνείδηση της ανθρωπότητας, η συνείδηση δηλαδή που υπέφερε και υποφέρει από την προσφυγιά, το διωγμό, τη ξενικότητα, την ανεστιότητα και άλλα δεινά. Ταυτόχρονα είναι και σύμβολο απελευθέρωσης από τα παραπάνω, από κάθε μορφής καταπίεση  και σύμβολο κατοχύρωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όπου γης.

Προβληματιζόμαστε όμως πρωτίστως ως παιδαγωγοί για τα αποδεδειγμένως αρνητικά για την ψυχοσωματική υγεία των παιδιών μας σύμβολα και πρότυπα που τους δίνει η σημερινή κοινωνία. Γνωστής ούσης της συμπράξεώς τους στην κακή ψυχολογική δόμηση του εγώ, δηλαδή στην στρεβλή ανάπτυξη. Και γνωρίζουμε ως παιδαγωγοί, ως ουσιώδη δηλαδή πρόσωπα για τα παιδιά, ως πρόσωπα αναφοράς, ότι η σχέση μας με τα παιδιά, δηλαδή η παιδαγωγική σχέση, είναι σχέση ψυχολογικής βοήθειας, σχέση δηλαδή διαμεσολάβησης για την οικειοποίηση όλων των θετικών συμβόλων και των συμβολικών συστημάτων που παρήγαγε και παράγει το ανθρώπινο είδος τόσο στη διαδικασία της φυλογένεσής του όσο και της οντογένεσης. Γνωρίζουμε δηλαδή τη μεγάλη ευθύνη μας για τον παιδαγωγικά ωφέλιμο χειρισμό τόσο των θετικών προτύπων όσο και των αντι-προτύπων που προβάλλονται στη συνείδησή τους.

Μας ανησυχούν όμως σφόδρα οι βάναυσες εικόνες με τις οποίες έρχονται τα παιδιά μας στο σχολείο, επειδή μειώνουν την θετική μας παιδαγωγική επιρροή. Μας ανησυχεί επί παραδείγματι η πλύση εγκεφάλου που υφίστανται τα παιδιά μας από τα διάφορα παράκεντρα που τα θέλουν ευκόλως χειραγωγήσιμα όντα και καταναλωτικά νευρόσπαστα. Προβληματιζόμαστε και για τις βάναυσες εικόνες στις οποίες εκτίθεται διαρκώς η συνείδησή τους και σκεφτόμαστε τι να κάνουμε με αυτές. Τις εικόνες του πολέμου, της προσφυγιάς, της φτώχειας, της πείνας, της ανεργίας, της αδικίας, της εκμετάλλευσης, της κακοποίησης, της καταστροφής του πλανήτη μας κ.ο.κ. Όλες οι παραπάνω εικόνες θα πρέπει να φροντίσουμε να αποκαθηλωθούν από τη ζωή μας, συνεπώς και από τη συνείδηση των παιδιών μας και όχι η εικόνα του Χριστού. Αυτές είναι που καταστρέφουν την αυτο-εικόνα των παιδιών μας και φθείρουν τα πρόσωπά τους. Ιδού λοιπόν πεδίο δράσεως ευρύ και ουσιώδες για όλους μας.

 

Πάτρα,  2-12-09

 

* Ο Χρήστος Νικ. Ζήκος είναι Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Δυτικής Ελλάδας

       

ΠΗΓΗ:  http://www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/news/symbola.htm

Το Συμβάν – Κεφ 4ο – 6ο

Το Συμβάν – Κεφ 4ο, 5ο, 6ο

 

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

 

Κεφ. 4ο

 

4. Όταν σχολούσα από το σχολείο πετούσα την τσάντα στην κουζίνα κι έτρεχα στο περιβόλι να βοηθήσω τον πατέρα. Ήμουν μοναχογιός και οι δουλειές στο κτήμα πολλές. Κάθε εποχή είχε και τις δικές της. Νοέμβρη και Δεκέμβρη μαζεύαμε τα πορτοκάλια, Γενάρη, Φλεβάρη τα λεμόνια και τα μανταρίνια, τον Μάρτη κλαδεύαμε και τον Απρίλη που ήταν η περίοδος του νοικοκυρέματος, όλα τα πεσμένα κλαδιά τα στοίβαζα σε μεγάλα σακιά για να τα χρησιμοποιήσει η μάνα μου στο φούρνο για το μαγείρεμα και στη ξυλόσομπα να ζεσταθούμε το χειμώνα. Μάζευα και τα πεσμένα φύλλα να έχουν φαγητό τα ζώα και να 'ναι το κτήμα καθαρό.

Η δουλειά μας δεν ήταν μια κοινή αγροτική δουλειά όπως σε άλλα μέρη της χώρας. Για μας ήταν κηπουρική. Άστραφταν από καθαριότητα τα περιβόλια του Κάμπου, σε κάποια ούτε πέτρες δεν θα έβρισκες, τις μάζευαν κι αυτές. Όλα ήταν σα ζωγραφιά, σα βιτρίνα πολυτελούς κατάστηματος, και συναγωνίζονταν οι καλλιεργητές μαζί με τα αφεντικά τους, ποιος θα έχει το πιο όμορφο κτήμα και ποιος θα βγάλει τα ωραιότερα πορτοκάλια, γιατί αυτή είναι η αλήθεια: όσο πιο φροντισμένο το περιβόλι τόσο πιο καλοί οι καρποί του. Σήμερα μάλλον ακούγεται παρανοϊκό, αλλά, τότε τους εργάτες που μάζευαν πολλά πορτοκάλια τους έδιωχναν απ' τη δουλειά γιατί αυτό σήμαινε πως ήταν απρόσεχτοι. Καλός εργάτης ήταν αυτός που μάζευε τα λιγότερα. Έπρεπε προσεχτικά με το τσιμπίδι να τα κόβουν ένα ένα και να μην έχουν νύχια στα χέρια που θα τα πλήγωναν.

 Τον Μάη άρχιζε το σκάψιμο του περιβολιού με τα τσατάλια, για ν' ανοίξουμε τα αυλάκια, να προετοιμάσουμε το χώμα για το πότισμα του Ιούνη που βαστούσε όλο το καλοκαίρι. Άμα είχαμε πότισμα και γυρνούσε ο μάγγανος έπρεπε να τον προσέχω με τις ώρες να μην καβαλήσει ο λιμπάς, γιατί η ζημιά θα ήταν μεγάλη. Ο λιμπάς ήταν η καδένα του μάγγανου, σα συρματόσχοινο που κρεμόταν κι ανεβοκατέβαινε μαζί του. Φρόντιζα να γεμίσει η στέρνα, να πάει το νερό στους κεφαλοποτιστάδες, –  τους κεντρικούς δρόμους του νερού, μέσα απ' τα κανάλια, από κει στους ποτιστάδες και μετά στ' αυλάκια. Με το αξινογύρι στο χέρι, – το κατάλληλο εργαλείο για το τσάπισμα και το αυλάκιασμα -, καθάριζα τα χώματα για να ποτιστεί κάθε δέντρο και μετά ν' αλλάξει κατεύθυνση το νερό για το επόμενο. Έπρεπε η γη να πίνει πολύ νερό και σε αραιά διαστήματα. «Σα λάδι να τρέχει το νερό», έλεγε ο πατέρας μου. Ώρες πολλές δουλειά που σταματούσε με τη δύση του ήλιου. Κι άλλες τόσες ώρες που δεν έκανες τίποτα άλλο από το να κοιτάς να δουλεύουν όλα με ρέγουλα. Πολλές φορές κόντεψα να κοιμηθώ όρθιος από τη ζέστη. Τέσσερα οχτάωρα βαστούσε ένα πότισμα. Και μέσα στο νερό να ρίχνεις σερμπέτια και κοπριά.

 Τα πορτοκαλάκια του Ιούνη τα διαλέγαμε προσεκτικά και τα στέλναμε στη Θεσσαλονίκη για να γίνουν γλυκό. Για ένα χαρτζιλίκι το κάναμε. Ήταν σκληρός ο αγώνας και οι καλές εποχές είχαν περάσει. Κάποτε η α΄ κατηγορία πορτοκαλιών πήγαινε στους συνεταιρισμούς κι εκεί αφού πρώτα στέγνωναν και σκουπίζονταν ένα ένα, τα χάρτωναν οι χαρτότριες στο ψιλόχαρτο και μετά τα έπαιρναν οι στοιβαδόρες να τα τοποθετήσουν σε ειδικές κάσες που φτιάχνονταν στην Τεργέστη για να φύγουν τα πολύτιμα φορτία στο εξωτερικό σε τιμές πολύ υψηλές. Είδος πολυτελείας ήταν στις αρχές του αιώνα τα εσπεριδοειδή, όπως το μετάξι και η μαστίχα. Και οι Χιώτες έμποροι ήταν πρώτοι. Τώρα τα πράγματα ήτανε δύσκολα. Αν κάποτε περίμεναν πώς και πώς οι έμποροι της Χώρας να κατέβουν οι Καμπούσοι για να αφήσουν χρήματα, τώρα ο πατέρας μου έκανε κι άλλες δουλειές για να τα βγάλουμε πέρα. Δεν πουλιόταν πια το πορτοκάλι μια δραχμή το τεμάχιο και χίλια πορτοκάλια μεταφραζόταν σε χίλιες δραχμές τη στιγμή που το μεροκάματο του εργάτη ήταν τριάντα. «Πρώτα να κάνεις αποθήκη κι ύστερα σπίτι», έλεγαν τότε. Εδώ κι ένα χρόνο ο πατέρας μου είχε αγοράσει ένα φορτηγό-ψυγείο κι εκτός από τα εσπεριδοειδή, πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια, γυρνούσε και πουλούσε κατεψυγμένο κρέας Αργεντινής και ψάρια Ευαγγελιστρίας μαζί με δικά μας κοτόπουλα. Ο Γενάρης του 1968 έφερε πρωτόγνωρες παγωνιές. Σφοδροί άνεμοι, βροχές και χαλάζι έπληξαν τις δενδροκαλλιέργειες. Μεγάλο μέρος της παραγωγής μας καταστράφηκε. Ακόμη και σπίτια έπεσαν.

Πολλές οι δουλειές χειμώνα καλοκαίρι και τα χέρια λίγα. Κι ο υφυπουργός της Κυβέρνησης Σιδεράτος έκανε δηλώσεις στις εφημερίδες, με τις οποίες γελούσαμε: «Η νεολαία πρέπει να προσκολληθεί εις τάς σπουδάς και να μείνει μακράν των κομμάτων». Ποιες σπουδές και ποια κόμματα; Τα αγόρια του Κάμπου συνήθως δεν ήταν καλοί μαθητές στο σχολείο. Εργατικά χέρια ήταν. Και με τα κόμματα καμία ανάμιξη βέβαια. Κι αν εγώ δεν αγαπούσα τόσο πολύ τα γράμματα ώστε τις νύχτες να ξαγρυπνώ κάτω από τη Λουξ ενώ τα μάτια μου έκλειναν από την κούραση, ούτε εγώ θα ήμουν καλός μαθητής. Μα ούτε τον πατέρα μου μπορούσα ν' αφήσω αβοήθητο ούτε τα γράμματα ν' αποχωριστώ που τόσο μ' έκανε ν' αγαπήσω ο παππούς μου. Το χαρτζιλίκι μου όλο πήγαινε στο βιβλιοπωλείο του Χαβιαρά ν' αγοράζω λογοτεχνικά βιβλία με δόσεις.

 Πώς και πώς περιμέναμε το φθινόπωρο. Μετά του Σταυρού, που ήταν το τελευταίο πότισμα, μ' έπαιρνε ο πατέρας μου και καβάλα στα γαϊδούρια ξεκινούσαμε μεγάλες παρέες για κυνήγι στα Δότια. Αυτή ήταν η ανάσα μας και η ξεκούραση όλου του χρόνου. Μα απ' την ώρα που αγάπησα την Ελισώ έπαψα να πηγαίνω. Δεν ξέρω γιατί και πώς ακριβώς συνδυάστηκε το ένα με το άλλο, αλλά εγώ ορτύκια πια πουλιά δεν μπορούσα να χτυπήσω. Απ' την άλλη είναι ίσως παράξενο, αλλά θαρρείς πως ήδη από τότε που πήρα αυτή την απόφαση ήρθα αντιμέτωπος με τη μοίρα μου. Ίσως αν εξακολουθούσα να κυνηγώ, όλα να ήταν πολύ διαφορετικά σήμερα. Μα δεν μπορούσα. Ήταν σαν κάποιος να μου είχε θέσει το δίλημμα: την Ελισώ ή το κυνήγι. Κι εγώ δίχως στιγμή να το σκεφτώ, απάντησα: την Ελισώ!

Όποτε μπορούσα κατέβαινα τις Κυριακές στη Χώρα κι έπαιρνα το ψαροκάικο του θείου μου, του καπετάν Θοδωρή, να πάω για ψάρεμα. Ήταν ο μικρός αδερφός του πατέρα μου και είχε μείνει ανύπαντρος. Μου είχε μεγάλη αδυναμία. Δεν μου χαλούσε χατίρι. Εξέταζε προσεκτικά τον καιρό σαν έμπειρος παλιός ναυτικός και μου έλεγε: «Πήγαινε και μη φοβάσαι τίποτα» ή « μη το συζητάς, ούτε που να το σκέφτεσαι». Καθαρές κουβέντες.

Αυτή ήταν η πιο δική μου ώρα: η θάλασσα μπροστά μου, η πετονιά στα χέρια μου και η σκέψη μου στην Ελισώ. Όσα ακόμα δεν μπορούσα να της πω τα έλεγα στη θάλασσα. Σηκωνόμουν όρθιος πάνω στη βάρκα και πρόσταζα τον άνεμο να πάρει τα λόγια μου και να της τα ψιθυρίσει στ' αφτί. Να μην ακούσει άλλος κανείς. Έτσι με είχε συμβουλέψει ο παππούς να κάνω για να μην στεναχωριέμαι που δεν μπορώ όλα να της τα πω ή να τα γράψω. Και ο παππούς ήξερε. Στον παππού τα έλεγα όλα. Μόνο σ' αυτόν. Τρεις θυγατέρες είχε η μάνα μου. Ήταν αρκετές για να την βοηθούν στο σπίτι, να της κρατούν παρέα, να λένε τα δικά τους. Εμείς ήμασταν άντρες. Με τον πατέρα μου όλη μέρα στο περιβόλι ή για δουλειές στην αγορά, ήταν άλλο. Κι αν αργούσα να πάω στη θάλασσα γιατί ο καιρός δε βοηθούσε, τότε, τα έλεγα στην πορτοκαλιά μου. Μέσα στο μεγάλο περιβόλι μας είχα μια πορτοκαλιά που ήταν όλη δική μου. Μπορεί όλα τα δέντρα να τα φρόντιζα κι όλα να τα αγαπούσα, αλλά κανένα δεν ήταν σαν την πορτοκαλιά μου. Καμιά φορά σκεφτόμουν πώς αν ποτέ συναντιόταν η θάλασσα με την πορτοκαλιά, οι δυο μαζί θα μπορούσαν να διηγηθούν όλη την ιστορία της παιδικής Καμπούσικης ζωής μου σε κάποιον που νιώθει τη γλώσσα των δέντρων και του νερού.

Η Καμπούσικη ζωή ήταν μια ζωή απλή και ήσυχη. Όλα κυλούσαν αργά σαν το νερό που πότιζε το καλοκαίρι τα περιβόλια. Σα λάδι κυλούσαν. Όλα είχαν τη θέση τους, την αξία τους, τη σημασία τους. Σπάνιζαν οι θόρυβοι από αυτοκίνητα όπως του πατέρα μου κι ακόμα θυμάμαι πως όταν περνούσε ένα κάρο βγαίναμε τα παιδιά στο δρόμο και τρέχαμε ξοπίσω του να χαιρετίσουμε τον καροτσέρη, που το οδηγούσε όρθιος φορώντας ένα μαντήλι δεμένο στο κεφάλι. Στα μάτια μας ήταν θεός.

Η Ελισώ ζούσε στη Χώρα. Εκείνη πήγαινε στο Θηλέων, εγώ στην Εμπορική Σχολή. Ο πατέρας της ήταν ένας απ' τους τρεις φαρμακοποιούς της Χίου κι αυτό ήταν που εξηγούσε τον αλλιώτικο αέρα της κόρης του, τόσο διαφορετικό απ' των άλλων κοριτσιών, καθώς και τις ελευθερίες που απολάμβανε που για τις περισσότερες Χιώτικες οικογένειες τότε ήταν αδιανόητες. Ο γιος του, ο Γιώργης, δεν πρόλαβε να γνωρίσει τη μάνα του. Πέθανε πάνω στη γέννα. Από τότε τα παιδιά τα ανέλαβε η οικονόμος ή «νταντά» όπως τη φώναζαν τα δυο αδέρφια, η κυρα-Φωτούλα. Αυτή ορμήνευε σα μάνα την Ελισώ, αυτή κρατούσε σφραγισμένα τα μυστικά της, αυτή τη δικαιολογούσε όταν έλειπε την ώρα που ο φαρμακοποιός επέστρεφε σπίτι και γύρευε τη θυγατέρα του. Ονειρευόταν να δώσει στην κόρη του άντρα επιστήμονα. Να ζήσει άνετη και πλούσια ζωή. Ποτέ δεν σκέφτηκε ενός ψαρά το γιο, ούτε περιβολάρη.

Το σπίτι τους ήτανε στην Απλωταριά: τον δρόμο που πήρε το όνομά του επειδή εκεί άπλωναν οι έμποροι και οι βιοτέχνες πήλινα σκεύη και μεταξωτά υφάσματα για να στεγνώσουν και στη συνέχεια να τα πουλήσουν. Έτσι έγινε ένας δρόμος καθαρά εμπορικός γεμάτος από καταστήματα υφασμάτων, νεωτερισμών κλπ.

Εκεί περνούσε η Ελισώ τον χειμώνα χαζεύοντας συνήθως απ' το παράθυρό της το δρόμο, την κίνηση των εμπορικών και τους διαβάτες. Εκεί κλώθονταν η ζωή της, όχι γιατί δεν θα μπορούσε να βγει έξω και να κάνει ό, τι θέλει, μα γιατί ο θάνατος της μητέρας της την είχε αλλάξει μεγαλώνοντάς την απότομα. Οι παρέες με τις συνομήλικες δεν της άρεσαν πια, προτιμούσε να μένει στο σπίτι, να διαβάζει, να κεντά, να πλέκει πλεξούδες τα μακριά μαλλιά της και να κοιτά τη ζωή κάτω απ' το παράθυρό της να περνά. Έτσι κυλούσαν οι μέρες και οι νύχτες της οι σιωπηλές μέχρι ν' αγαπηθούμε. Έτσι κυλούσαν και αφότου αγαπηθήκαμε με τη διαφορά πως κάτω στο δρόμο εκτός από τους διαβάτες έβλεπε τους δυο μας να περπατάμε αγκαλιασμένοι κι αυτό ήταν αρκετό για να την κάνει να χαμογελά.

 

Κεφ. 5ο:

 

5. Με τον καιρό αρχίσαμε να ξεμακραίνουμε απ' τους ασφυκτικούς μαντρότοιχους και τις σκιές τους. Τις συμπεριφορές των ντόπιων. Τις χειρονομίες τους. Όλα τους τα ενδιαφέροντα. Τους αφήναμε πίσω, τους ξεχνούσαμε. Εμείς ξεχνούσαμε. Οι άλλοι, οι πολλοί, δεν συγχωρούν όποιον τους λησμονεί. Οι πολλοί τους θέλουν όλους δικούς τους. Μαζί τους. Όμοιους. Ένα μ' αυτούς. Και δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν, δεν επιτρέπουν την αποχώρηση από την ομάδα ούτε τη διαφοροποίηση.

 

Τα σκόρπια λευκά σύννεφα άρχισαν να μαυρίζουν, πλησίασαν το ένα το άλλο και στο τέλος ενώθηκαν. Ξέσπασε η μπόρα. Αυτή που σαν όχλος οργανώνουν οι πολλοί, οι ισχυροί, οι ενωμένοι.

 Έγιναν εχθρικοί οι παλιοί μου φίλοι. Αυτοί που χτυπούσαν για πλάκα τα πουλιά με τις σφενδόνες, έβαζαν παγίδες στα μικρά ζώα, έπαιζαν πετροπόλεμο, κυνηγούσαν με τα φλόμπερ. Κάποτε ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους. Εδώ κι δύο χρόνια όμως που αγάπησα την Ελισώ αποτραβήχτηκα. Δεν μπορούσα να πάω με τον πατέρα μου στα Δότια για κυνήγι, που ήταν οι μόνες ώρες του χρόνου που ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον, θα πήγαινα με τους συνομήλικους με τους οποίους δεν ένιωθα πλέον να με συνδέει τίποτα; Ακόμα και τις μέρες που ήμουν χωρίς την Ελισώ, -και δεν ήταν λίγες αυτές-, μαζί τους δεν πήγαινα. Στο σχολείο μου σκάρωναν φάρσες. Στο δρόμο με τρόμαζαν. Άλλοτε σιγοψιθύριζαν κι άλλοτε κάγχαζαν όταν περνούσα απ' τις συντροφιές τους στα διαλείμματα. Προσπαθούσαν διαρκώς να με γελοιοποιούν.Τα λόγια τους άρχισαν να πέφτουν πάνω μου βέλη φαρμακερά. Και ήξεραν καλό σημάδι. Δεν άργησαν να φτάσουν στις οικογένειές μας.

Όταν βρισκόμασταν με την Ελισώ και της έλεγα όλα όσα μας καταλόγιζαν, δεν μου απαντούσε. Σαν να μην άκουγε. Σαν να μην την άγγιζε τίποτα απ' τα φαρμακερά λόγια, τις ειρωνείες, τα κακόβουλα σχόλια. Εξάλλου τα νέα είχαν φτάσει και στο σχολείο της, όπως και στον αδερφό της και στους φίλους του που φοιτούσαν στο Αρρένων. Ο Γιώργης έψαχνε αφορμή να μιλήσει εναντίον μου. Έβαζε λόγια στον πατέρα της κι εκείνος άρχισε να της μιλά με αυστηρότητα που μέχρι τότε δεν είχε φανερώσει.

Εκείνη, με κανέναν δεν ερχόταν σε αντιπαράθεση. Ποτέ δεν υπεράσπιζε τον εαυτό της. Έτσι κι αλλιώς η Ελισώ σπάνια μιλούσε. Σχεδόν όλα με τα μάτια τα έλεγε. Εκείνα τα μεγάλα μαύρα μάτια ίδια με τα μαύρα βότσαλα του Εμπορειού που μόνο μια έκρηξη ηφαιστείου μπορεί να τα φτιάξει τόσο μαύρα. Και η Ελισώ είχε ζήσει την έκρηξη του θανάτου της μητέρας της στα έξι της χρόνια. Είδε τη λάβα του θανάτου στην αρχή να κατακαίει κι ύστερα να πετρώνει το σπίτι. Να κάθεται καταχνιά πάνω στα έπιπλα, στα κουφώματα, στο νεροχύτη, στα κρεβάτια, στο πρόσωπο του πατέρα της. Της αδερφής του, της θείας Φρόσως που δεν την άντεξε για πολύ. Έμεινε στην αρχή μαζί τους να βοηθήσει στα πρακτικά και μόλις η Ελισώ πάτησε τα δώδεκα, έφυγε στον Βροντάδο που ήταν το σπίτι της. Είπε πως η ανιψιά της μεγάλωσε πια και πως η κυρα-Φωτούλα μπορούσε μια χαρά να τους φροντίζει. Κι ακόμα είπε πως είχε να κοιτάξει τη ζωή της, που κόντευε τα τριάντα κι ήταν ακόμα ανύπαντρη. Αυτά είπε κι έφυγε.

 

Η Ελισώ δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Μια λέξη ποτέ δεν είπε για όλη αυτή την αντάρα. Εξάλλου δεν είχε και λίγες μέριμνες. Είχε το σχολείο, τον πατέρα της που ζητούσε για παρηγοριά την συντροφιά της, να βοηθάει όπως μπορούσε τη νταντά της και να παίζει με τον Γιώργη που μέρα με τη μέρα αναλάμβανε τον ρόλο του προστάτη της, ιδίως τον καιρό που έλειπε ο πατέρας τους στην Αθήνα για δουλειές. Δεν γνώρισε το χάδι της μάνας του. Το στήθος της δεν το γεύτηκε. Δεν νανουρίστηκε στην αγκαλιά της. Γινόταν άντρας προτού γίνει αγόρι. Κι αυτό, όπως και να 'χει, ήτανε πράγμα αφύσικο.

 

Κεφ. 6ο:

 

6. Άνθρωποι ήσυχοι ήτανε οι γονείς μας που ήξεραν να κοιτάζουν τη δουλειά τους. Και οι δικοί μου, και ο πατέρας της Ελισώς, κι ας τον είχε σκληρύνει ο θάνατος της γυναίκας του. Μα άνθρωποι που στο πάρε δώσε με τους άλλους πείθονταν εύκολα ή κι αν δεν πείθονταν δεν ήθελαν να έρχονται σε ρήξη. Ο νους τους δεν τους βοηθούσε να υπερασπίσουν τα παιδιά τους ούτε την αγάπη τους σε μια τέτοια ηλικία. Και μάλιστα, τόσο διαφορετικά παιδιά που δεν ήταν σαν όλα τα παιδιά του κόσμου. Κι ακόμα χειρότερα: Η μία κόρη Χιώτη φαρμακοποιού κι ο άλλος κάποιου πρόσφυγα επιστάτη γιος.

Κόσμος ολόκληρος ήταν ο Κάμπος. Και μέσα σ' αυτόν ήταν τόσο εύκολο να ονομάσεις «παράξενο», ύστερα «αλλόκοτο» και στο τέλος «κακό», αυτό που δεν καταλαβαίνεις. Που ξεφεύγει απ' τον κανόνα ενός κόσμου ολόκληρου. Διαφορετικός ήταν ο κόσμος της Χώρας, ίσως πιο ανοιχτός, με πιο φιλελεύθερες απόψεις, αλλά όχι ικανές να υπερασπίσουν ό, τι ξεχώριζε. Γιατί όλα τα κάναμε και σε όλα βοηθούσαμε, όμως το βλέμμα μας ήταν απόμακρο. Αυτό μας καταλόγιζαν. Η σκέψη μας αλλού. «Πετάτε στα σύννεφα», μας έλεγαν. Το νιώθαμε. Δεν έλεγαν ψέματα, ούτε υπερβολές. Τα λόγια μας λίγα και κάποτε ακατανόητα. Ο ένας ζούσε για τον άλλον κι αυτό δεν κρύβεται. «Τι δουλειά έχεις εσύ με την πριγκιπέσσα», έλεγαν σ' εμένα. «Από πού κι ως πού εσύ με τον πρόσφυγα», έλεγαν σ' εκείνη, και πολλά άλλα παρόμοια που στ' αφτιά μας ακούγονταν άλλοτε αστεία, άλλοτε πικρά, μα πάντα οπωσδήποτε παράλογα.

Μόνον ο παππούς Νικήτας καταλάβαινε. Αυτός όμως ήταν από άλλον κόσμο. Άνθρωπος γραμματιζούμενος ήτανε, είχε τελειώσει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, μα δεν ήταν αυτό που τον είχε καθορίσει. Ήταν η ζωή του όλη. Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, πολέμους και μετά στα ποντοπόρα πλοία, είδε πολλά. Ταξίδεψε. Γνώρισε κόσμους μεγαλύτερους από τον κόσμο του Κάμπου και τον κόσμο της Χώρας. Κάποιοι ήταν και ομορφότεροι. Ανθρώπους κάθε λογής, καταγωγής, κάθε φυλής, συναναστράφηκε. Μίλησε με φτωχούς και πλούσιους. Σοφούς ανθρώπους, έξυπνους εμπόρους, ανίκανους και αλαζόνες, απατεώνες, λωποδύτες και ανάλγητους. Όταν γέρασε πια και δεν τον κρατούσαν και πολύ τα πόδια του, όσο κι αν το 'λεγε η καρδιά του, τ' άφησε όλα τούτα πίσω του. Και στο λιμάνι της Μασσαλίας μια γυναίκα μαζί με ένα κομμάτι της καρδιάς του. Τι είχε αυτή η γυναίκα που δεν το είχε η Μαρικούλα του;

Αυτό δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ακόμα κι εγώ το έμαθα, αφότου εκείνος έφυγε απ' τη ζωή και η δική μου άλλαξε όπως αλλάζει η μέρα με τη νύχτα.

Ίσως γι' αυτό έκανε τα πάντα για να προμηθεύεται βιβλία. Να διαβάζει τα βράδια ανενόχλητος ξανά και ξανά τα ίδια μυθιστορήματα και τους μεγάλους ποιητές. Φαίνεται πως εκεί την συναντούσε. Ήταν θαρρείς η πρωταγωνίστρια των ιπποτικών μυθιστορημάτων, η μούσα των ποιητών, το ανέφικτο που γεννιέται απ' το ποτάμι του λόγου προσωποποιημένο γι' αυτόν σε μιαν ανάμνηση. Μια γυναίκα απ' αυτές που πολλοί θα ήθελαν δίπλα τους μα μόνο οι ποιητές κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν. Τις περισσότερες φορές κι αυτοί ακόμα, μόνο μέσα στην παγίδα των γραφτών τους: το αντικείμενο του μεγάλου πόθου που μένοντας ανεκπλήρωτος συχνά ελκύει την μεγάλη τέχνη. Σαν αυτήν του Έλιοτ και του Πεσόα. Των δύο συνομήλικών του μεγάλων ποιητών.

«Υπάρχουν γυναίκες που δε πιάνονται», μου είπε ένα βράδυ, λίγο πριν αρρωστήσει. «Δεν είναι όλες οι γυναίκες ίδιες κι ας λένε αυτοί που τάχα γνώρισαν πολλές. Καμιά δεν γνώρισαν στ' αλήθεια και καμιά δεν κατάλαβαν. Είναι κάτι γυναίκες αλλιώτικες. Περνούν από μπροστά σου ίδια αστραπή. Αν απλώσεις το χέρι ή θα καείς ολόκληρος ή θα γλιτώσεις με κανένα έγκαυμα βαθιά στην καρδιά σου, απ' το οποίο δε θα γιατρευτείς ποτέ. Αυτές, καλύτερα να τις αφήνεις να περνούν. Να μην απλώνεις το χέρι. Γιατί αν καείς από δαύτες η μόνη σου παρηγοριά θα είναι κάποτε να λες πως, μπορεί να κάηκα, αλλά, τουλάχιστον άγγιξα τον κεραυνό…». Όσο τον άκουγα τόσο βεβαιωνόμουν πως ο δικός μου κεραυνός ήταν η Ελισώ. Ένα κορίτσι τόσο διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ένα κορίτσι που όταν το έβλεπες να περπατά άστραφτε στο πέρασμά του ο κόσμος. Γιατί όμως θα έπρεπε να την αφήσω; Γιατί να μην απλώσω το χέρι μου να την κάνω δική μου; Δε θα μπορούσα άραγε μέσα από την αγάπη μου να μεταμορφώσω τον κεραυνό σε φλόγα ήπια και ζεστή που μόνο ζεσταίνει; Αναρωτιόμουν μέσα μου και μόνος μου απαντούσα πως, είτε είναι κεραυνός είτε οχι, εγώ δεν μπορώ παρά να την αγαπώ τρελά και να ζω μόνο γι' αυτήν νύχτα και μέρα. Ο παππούς, σαν να άκουσε τις μύχιες σκέψεις μου, κατέληξε: «Μα πάλι, τι είναι ο άνθρωπος και τι το μερτικό του… Μπορείς να πεις σε κάποιον: μην το κάνεις αυτό; Όχι, δεν το μπορείς. Αν είσαι πλασμένος ν' αγγίξεις κεραυνό θα τον αγγίξεις, πάει τέλειωσε. Κότσια να 'χεις μετά να ζήσεις καμένος, μισός, σακατεμένος…». Ήμουν, λοιπόν, κι εγώ πλασμένος ν' αγγίξω τον κεραυνό. Θα τον άγγιζα και μετά ας καιγόμοουν ολόκληρος. Ήμουν αποφασισμένος για όλα.

Έτσι η ζωή του παππού γινόταν υποφερτή μέσα στον πανέμορφο και ασφυκτικό Κάμπο, αφότου έφυγε απ' τα καράβια. Έτσι μπορούσε να κρατά κλεισμένο στο σεντούκι της καρδιάς του το βαρύ μυστικό θησαυρό του. Διαβάζοντας βιβλία που κανείς δε διάβαζε τότε σε όλο το νησί. Νόμιζα στην αρχή πως διάβαζε να παρηγορηθεί για τον θάνατο της γιαγιάς μου. Δεν ήξερα τον άλλον του βαθύ καημό. Γιατί ακόμα και τον καημό της αγάπης διπλό τον είχε αυτός ο άνθρωπος.

Σαν ήμουνα μικρό παιδί ακόμα, μ' έπαιρνε αγκαλιά τις νύχτες, καλά καλά σχολειό δεν πήγαινα, και μου διάβαζε τα βιβλία που κρατούσαν άσβηστη τη φλόγα της αγάπης του. Νωπό το έγκαυμα του έρωτα που τον σημάδεψε ανεξίτηλα. Του έρωτα που άφησε πίσω για πάντα, σαν την χερσόνησο της Ερυθραίας, σ' ένα άλλο λιμάνι πολύ πιο μακρινό, στο οποίο, όπως και στην πατρίδα του, ποτέ δεν θα επέστρεφε.

Δεν κατάλαβα για πότε ο σπόρος της ποίησης με μεταμόρφωσε σ' ένα πλάσμα διαφορετικό για το οποίο θα καμάρωναν μόνον δυο άνθρωποι: Ο παππούς μου και η Ελισώ. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι ξανά, να μην ήταν αιτία για την αποχή μου από το κυνήγι ο έρωτάς μου, αλλά η ποίηση που με διαπότισε ως το μεδούλι της ψυχής μου. Γιατί η ποίηση είναι ίσως το μόνο πράγμα στον κόσμο που στέκεται στον αντίποδα της βίας, ως απόλυτος έρωτας των πάντων.

 

 

ΠΗΓΗ: Κεφ. 4ο:  Sunday, December 20, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/4.html

 

Κεφ. 5ο:  Tuesday, December 22, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/5.html

 

Κεφ. 6ο: Wednesday, December 23, 2009, http://animusanimus.blogspot.com/2009/12/6_23.html

O Οικολογικός λόγος του Οικ. Πατριαρχείου

O Οικολογικός λόγος του Οικουμενικού Πατριαρχείου

(Νεότερες πτυχές)*

 

Του Πρωτοπρ. Παναγιώτη Καποδίστρια**

 

Είναι στις μέρες μας παγκοίνως γνωστές οι προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Φαναρίου, ιερού Κέντρου και φωταγωγού της απανταχού Ορθοδοξίας, προς την κατεύθυνση του συναγερμού της ανθρωπότητας έναντι του ορατού κινδύνου της γης μας, εξαιτίας των πολυειδών και δυσεπίλυτων οικολογικών προβλημάτων.

Ο πρώτος διδάξας, μακαριστός Πατριάρχης Δημήτριος Α΄, παρέδωσε την ευθυνοφόρο σκυτάλη στον διάδοχό του, σημερινό Πρωθιεράρχη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κ. Βαρθολομαίο Α΄, ο οποίος κατά την τελευταία εικοσαετία, μαζί με τους πολύτιμους συνεργάτες του εντός κι εκτός Φαναρίου, έχουν επιδοθεί σε συγκεκριμένες αξιοπρόσεκτες και ιστορικής σημασίας κινήσεις ευαισθητοποίησης της παγκόσμιας κοινότητας, δεδομένων των περιβαλλοντικών προβλημάτων, συσσωρευμένων ήδη και ιδιαίτατα ανησυχητικών.

Βέβαια, εκ προοιμίου χρειάζεται να έχουμε κατά νου, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν διαθέτει δύναμη κοσμική, ούτε μπορεί να επηρεάσει τους ηγέτες των λαών hic et nunc, μεταχειριζόμενο πιέσεις οικονομικής, κοινωνικής μορφής. Η ισχύς του, πνευματική μονάχα, απορρέει από την δισχιλιετή εμπειρία μέσα στην αγαπητική ατμόσφαιρα της Χριστιανικής Κοσμολογίας και Ανθρωπολογίας, απ' όπου αντλεί μηνύματα για μιαν αυθεντική ζωή μέσα σ' ένα περιβάλλον, το οποίο προήλθε «εκ του μη όντος εις το είναι» από την πηγή της Αγάπης, που ΕΙΝΑΙ ο Θεός Δημιουργός.
Δύναμη λοιπόν του Φαναρίου είναι ο λόγος του, εμβαπτισμένος πάντοτε στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, αλλά κι εκφραζόμενος ολοένα με νεότερες μεθόδους και σύγχρονες πρακτικές.

Ήδη ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος Α΄, με τη ρομφαία του ευθαρσούς λόγου και των σοφών σκέψεών του υπέρ αδυνάτου (του φυσικού περιβάλλοντος, εννοείται) έχει αποσπάσει την καθολική αναγνώριση από την παγκόσμια κοινότητα ως «Πράσινος Πατριάρχης» (1). Τούτο σημαίνει, ότι όλοι πλέον γνωρίζουν (έστω και αν κάποιοι εθελοτυφλούν, κυρίως λόγω του αδιέξοδου εγκλωβισμού τους στην αυτάρεσκη μικρο-πνευματικότητά τους), ότι εκεί στην Πόλη του Κωνσταντίνου και δη στο ταπεινό και περίκλειστο Φανάρι, επιβιώνει μια σπίθα αγωνιώδους ελπίδας για το Περιβάλλον, ένας πνευματικός ηγέτης, ο οποίος ξαγρυπνά «επί σκοπόν», επισημαίνοντας όπου δει τους inter portas κινδύνους.

Αξίζει εδώ ν' αναφερθεί, ότι τον Απρίλιο 2008, το αμερικανικό περιοδικό ΤΙΜΕ συμπεριέλαβε τον κ. Βαρθολομαίο μεταξύ των εκατό προσωπικοτήτων «με τη μεγαλύτερη επιρροή» στον κόσμο. Ο Αρχιεπίσκοπος του Canterbury Rowan Williams, σ' ένα μικρό σημείωμα παρουσίασης του τιμώμενου, αναγράφει: «Όσο κανένας άλλος θρησκευτικός ηγέτης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης πέτυχε να αποδείξει την πνευματική διάσταση του περιβαλλοντικού ζητήματος. Η προστασία και η διάσωση του πλανήτη αποτελούν τους κύριους άξονες του πνευματικού του οράματος. Ο γενναίος αυτός και οραματιστής κληρικός έδωσε εντελώς νέα σημασία και περιεχόμενο στον πανάρχαιο τιμητικό τίτλο [του Πατριάρχη ΚΠ] το έργο του θέτει ξεκάθαρα στην ημερήσιά μας διάταξη το ζήτημα της πνευματικής μας ευθύνης για τον κόσμο στον οποίο ζούμε» (2).

Κάποιοι θα μιλήσουν σε διάφορα διαδικτυακά fora περί «πατριαρχειολατρίας» όλων ημών, οι οποίοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αναδεικνύουμε τις εν γένει πατριαρχικές κινήσεις, εν προκειμένω το μεγάλο του ενδιαφέρον για τα οικολογικά μας προβλήματα. Έχει όμως πλέον καταστεί σαφές, ότι αδικούν και τον ίδιο τον Πατριάρχη και την όλη προσπάθεια της Ανατολικής Εκκλησίας. Δεν υφίσταται θέμα προσωποληψίας. Χθες, στο πηδάλιο της Ορθοδοξίας, ήταν ο Δημήτριος, σήμερα ο Βαρθολομαίος, αύριο οι όποιοι διάδοχοί τους. Ο εκάστοτε Πατριάρχης συνοψίζει κι εκφράζει με νηφαλιότητα -είτε το θέλουμε, είτε όχι- την αμερόληπτη ορθόδοξη στάση για τα πράγματα του κόσμου μας, ισορροπώντας μεταξύ της πείρας του Παρελθόντος και των προοπτικών του Μέλλοντος. Το Φανάρι επισημαίνει πράγματα -προφητικώ τω τρόπω-, και «ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω» (3). Όσο για την όποια εναντίωση και τις μεμψιμοιρίες, δεν μπορούμε να λησμονήσουμε, ότι και η Ιερουσαλήμ απέκτεινε τους Προφήτες της, επειδή δεν άντεχε την Αλήθεια των λόγων τους.

 Παλαιότερα ασχοληθήκαμε εκτενώς με τις «πράσινες» ευαισθησίες του Οικουμενικού Πατριάρχη (4). Είχαμε την ευκαιρία να καταγράψουμε σε αδρές γραμμές τους τρόπους του οικολογικού φαίνεσθαι και φέρεσθαι τόσο του πρωτεργάτη μακαριστού Δημητρίου, όσο και του συνεχιστή των πρωτοβουλιών σημερινού Πατριάρχη:

1. Καθιέρωση της 1ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρας Προσευχής για το Περιβάλλον,

2. Πέντε θεολογικο-οικολογικά Σεμινάρια στη Χάλκη (1994-1998), αναφερόμενα στη σχέση του Περιβάλλοντος με τη Θρησκευτική Εκπαίδευση, την Ηθική, την Κοινωνία, την Δικαιοσύνη και τη Φτώχεια,


3. Οκτώ μέχρι σήμερα Διεθνή Οικολογικά εν πλω Συμπόσια σ' ευαίσθητες περιοχές του πλανήτη (1995 Αιγαίο-Πάτμος, 1997 Μαύρη Θάλασσα, 1999 Δούναβης, 2002 Αδριατική, 2004 Βαλτική, 2006 Αμαζόνιος, 2007 Αρκτική), 2009 Μισισιπής), ήδη μάλιστα έχει εξαγγελθεί το ανάλογο στον Νείλο,


4. Υπογραφή της «Διακήρυξης της Βενετίας» για το Περιβάλλον (Βενετία / Ρώμη, 10 Ιουνίου 2002) μεταξύ Βαρθολο
μαίου και Πάπα Ιωάννη-Παύλου Β΄. Πρόκειται για ένα βαρυσήμαντο κείμενο, το οποίο αξίζει να γνωσθεί και προσεχθεί απ' όλους (5) .

Ο Πατριάρχης εξάλλου έχει κατά καιρούς τιμηθεί με σημαντικά διεθνή Βραβεία, σε αναγνώριση των προσπαθειών του, όπως π.χ. το Νορβηγικό «Πράσινο Νόμπελ» της Οργάνωσης Sophie (2002), το Βραβείο «Υπέρμαχοι της Γης» (2005), το Βραβείο «Woodrow Wilson» (2008). Άλλωστε, πολλά πανεπιστημιακά τμήματα ανά τον κόσμο, σχετικά με το Περιβάλλον, του έχουν απονείμει τον επίζηλο τίτλο του επίτιμου Διδάκτορα.

Εν τω μεταξύ οι πατριαρχικές ενέργειες έχουν λειτουργήσει θετικά προς δύο κατευθύνσεις: 

Α) Έχουν συνεισφέρει καθοριστικά στον διαθρησκειακό και διαπολιτικό διάλογο σχετικά με τη στάση όλων των εταίρων του γίγνεσθαι των τοπικών ανά την οικουμένη στενών ή πλατύτερων κοινωνιών, σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον και τις επιπτώσεις από την καταστροφή του. 

Χάριν παραδείγματος αναφέρουμε μονάχα το «Ευρωπαϊκό Χριστιανικό Περιβαλλοντολογικό Δίκτυο», το οποίο από δεκαετίας δραστηριοποιείται στο πλαίσιο του «Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών», όπου μετέχουν ενεργά και Ορθόδοξες -εννοείται- Εκκλησίες. Κατά την Ζ΄ Συνέλευση του ΕΧΠΔ (Μιλάνο, 24-28.9.2008) (6), αφού συζητήθηκαν καίρια θέματα (7), κατέληξαν σε μια σημαντική «Έκκληση προς τις Εκκλησίες», μέσω της οποίας επιδιώκεται ο διάλογος προς κάθε κατεύθυνση, προτρέπονται τα μέλη των Εκκλησιών γι' απλούστερο τρόπο ζωής, εξοικονόμηση του νερού και των ενεργειακών πηγών και μη κατάχρηση των ιδιωτικών αυτοκινήτων, γίνεται πρόταση για εισαγωγή ειδικών μαθημάτων σχετικών με την Οικολογία σε Θεολογικές Σχολές και Σεμινάρια, καταλήγοντας, ότι «η νέα κοινωνία, την οποία οφείλομε να δημιουργήσωμε, πρέπει να είναι καρπός πνευματικής μεταστροφής και μετανοίας» (8).

Β) Έχουν επηρεάσει κατά πολύ κι επί τα βελτίω, αφ' ενός μεν την αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος από πλευράς των κατά τόπους Εκκλησιών (Μητροπόλεων, Ενοριών, Μοναστηριών), όσον αφορά στην εν γένει οικολογική τους συμπεριφορά και τις ποιμαντικές πρακτικές τους στους τομείς διακονίας ενός εκάστου (στις οικοδομήσεις κτιρίων ή τη συνετή διαχείριση των όποιων εκτάσεων, στα κηρύγματα, τις κατασκηνώσεις ή νεανικές συντροφιές (9), την ένταξη Μονών σε προγράμματα ανακύκλωσης, βιολογικής καλλιέργειας, κομποστοποίησης ή περιβαλλοντικής εκπαίδευσης (10), αφ' ετέρου δε την Ορθόδοξη Βιβλιογραφία, πλουτίζοντάς την ήδη με θεολογικά κείμενα σημαντικά και αξιομνημόνευτα, είτε αυτοτελή, είτε θησαυρισμένα σε διάφορα περιοδικά, συλλογικούς τόμους ή επετηρίδες, τα οποία αξίζει κάποτε να συγκεντρωθούν σ' ενιαίο corpus, γενόμενα κτήμα του κάθε ενδιαφερόμενου (11).

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι στο Μήνυμα, το οποίο εξαπέλυσαν οι Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά την Ιερά Σύναξή τους στο Φανάρι μεταξύ 10ης και 12ης Οκτωβρίου 2008 (12), και αφού ο ίδιος ο Πατριάρχης αναφέρθηκε απολογιστικά στις οικολογικές του δραστηριότητες (13), πήραν θέση επ' αυτών και μάλιστα στην από μέρους τους πρόσληψη των πατριαρχικών ενεργειών ως προς το Περιβάλλον, εκφράζοντας μ' έμφαση την αμέριστη υποστήριξη και στοίχισή τους στην όλη προσπάθεια. Ιδού η σχετική εύγλωττη παράγραφος:

«[…] 13. Οι Προκαθήμενοι και οι Αντιπρόσωποι των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών έχοντες πλήρη επίγνωσιν της σοβαρότητος των ανωτέρω προβλημάτων και αγωνιζόμενοι δια την άμεσον αντιμετώπισίν των ως "υπηρέται Χριστού και οικονόμοι μυστηρίων Θεού" (Α Κορ. 4,1), διακηρύττομεν εξ αυτής της έδρας της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας και επαναβεβαιούμεν:
[…]

δ) Την υποστήριξιν ημών προς τας πρωτοβουλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, δια την προστασίαν του φυσικού περιβάλλοντος. Η σημερινή οικολογική κρίσις, ως οφειλομένη και εις πνευματικούς και ηθικούς λόγους, καθιστά επιτακτικόν το χρέος της Εκκλησίας όπως συμβάλη δια των εις την διάθεσιν αυτής πνευματικών μέσων, εις την προστασίαν της δημιουργίας του Θεού εκ των συνεπειών της ανθρωπίνης απληστίας. Προς τούτο επαναβεβαιούμεν τον καθορισμόν της 1ης Σεπτεμβρίου, πρώτης ημέρας του εκκλησιαστικού έτους, ως ημέρας ειδικών προσευχών δια την προστασίαν της δημιουργίας του Θεού, και υποστηρίζομεν την εισαγωγήν του θέματος του φυσικού περιβάλλοντος εις την κατηχητικήν, κηρυγματικήν και εν γένει ποιμαντικήν δράσιν των Εκκλησιών ημών, ως τούτο ήδη συμβαίνει εις ωρισμένας εξ αυτών. […]» (14)

Ο εκ του Φαναρίου οικολογικός λόγος είναι κατά βάσιν θεολογικός. Στο Πατριαρχικό Μήνυμα για την 1η Σεπτεμβρίου 2007, ένα κείμενο βαθύ κι ευθύβολο, οριοθετείται κατ' αρχήν η διαφορά μεταξύ Κτίσεως και Κόσμου, προκρίνοντας μάλλον την Κτίση. Η Κτίση προϋποθέτει δημιουργική πράξη απ' τον Θεό. Πριν από αυτήν υπήρχε η ανυπαρξία. Αντίθετα, ο Κόσμος παραπέμπει στην αρχαιοελληνική φύση ως αντιγράφου των αγεννήτων ιδεών.

Κατόπιν φωτίζεται η διαφορά μεταξύ του βασιλείου και της Βασιλείας του Θεού. Η Κτίση είναι το βασίλειο, όπου υπάρχει και φανερούται η ενέργειά Του, ενώ η Βασιλεία Του είναι η μέθεξη της θεοποιού ενεργείας του Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος μετέχει της Βασιλείας, ο δε κόσμος καθίσταται βασίλειο του Θεού. Αυτές οι θεολογικές διευκρινήσεις οδηγούν στην αποφυγή και του πανθεϊσμού και του ουμανισμού.

Η ελεύθερη βούληση όμως του πεπτωκότος ανθρώπου συνεπήρε την άβουλη Κτίση, με αποτελέσματα οδυνηρά σε όλα τα επίπεδα. Κατά συνέπειαν, τα οικολογικά προβλήματα είναι κυρίως θεολογικά, οπότε η επίλυσή του προϋποθέτει πρωταρχικά αναγέννηση του ανθρώπου και ας ακολουθήσει η λογική και νομοθετική αντιμετώπιση. 

Ύστερα θυμίζει, ότι η Κτίση στη ζωή των Αγίων εξαγιάζεται, υπακούοντας μάλιστα σε αυτούς, επειδή – ως αναγεννημένοι – έχουν επανέλθει στην προ της παρακοής κατάσταση, ενώ την ίδια στιγμή, στη ζωή των εμπαθών ανθρώπων η Κτίση αμαυρώνεται, εξαιτίας των ανάρμοστων συμπεριφορών των βιαστών της, αυτών των ιδίων δηλαδή, οι οποίοι εντέλει και αυτοτιμωρούνται, παραπέμποντας με την τακτική τους στο προπατορικό αμάρτημα (15).

Σε άλλη περίπτωση καταδεικνύεται ο εγωκεντρισμός του σύγχρονου ανθρώπου («η άλλη όψις της αυτονομήσεώς του από τον Θεόν και η προσπάθεια αυτοθεώσεώς του») ως κύριο αίτιο της καταστροφικής του συμπεριφοράς έναντι του Περιβάλλοντος. Και προχωρεί ο πατριαρχικός λόγος ακόμη περισσότερο. Θέτει ευθαρσώς το πρόβλημα της χρησιμοποίησης των καθυποταγμένων φυσικών δυνάμεων στη θανάτωση ή καθυπόταξη του συνανθρώπου, μέσω π.χ. της κατανάλωσης ενέργειας για πολεμικούς σκοπούς (16). 

Ο εκ του Φαναρίου οικολογικός λόγος συνεχίζει να είναι ζωντανός και δυναμικός, εκπέμποντας μηνύματα προς την Οικουμένη, χριστιανούς και μη. Θεμελιακή νουθεσία του Πατριάρχη και μάλιστα από το επίσημο βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς την Ολομέλειά του (στις 24 Σεπτεμβρίου 2008), είναι η συνεργασία μεταξύ των κοινωνιών, πέραν των θρησκειακών ή εθνικών οριοθετήσεων. Όλοι βρισκόμαστε στον ίδιο «οίκο», στο ίδιο καράβι και όλοι έχουμε κοινό το μέλλον μας (17).

Θυμίζει προς τα οικονομικώς ανεπτυγμένα κράτη, «ότι ο υποτιμητικώς αποκαλούμενος "Τρίτος Κόσμος", δηλαδή εκείνα τα κράτη που υστερούν εις οικονομικήν ανάπτυξιν, δεν διατηρούν απλώς πολιτισμικόν, αλλά και φυσικόν πλούτον, ο οποίος είναι κρίσιμος δια την σωτηρίαν ολοκλήρου του πλανήτου μας.» (18)

 Ο εκ του Φαναρίου οικολογικός λόγος δεν είναι μονάχα καταγγελτικός ή παιδαγωγικά αυστηρός (ως άλλωστε και χρειάζεται να είναι), αλλά συγχρόνως παρηγορητικός κι ελπιδοφόρος. Ευρισκόμενος ο κ. Βαρθολομαίος πάνω από τ' αποκαΐδια της Πάρνηθας (στις 16 Μαΐου 2008) εστιάζει την ελπίδα για διέξοδο, στην αλλαγή – στροφή στην κατανόηση της σχέσης μας με τον περιβάλλοντα κόσμο, ενθυμούμενοι σε κάθε περίπτωση, ότι τίποτε από τα στοιχεία του δεν μάς ανήκει ως παιχνίδι ή ιδιοκτησία μας (19).

Ομιλώντας, εξάλλου, κατά την απονομή σε Αυτόν του Βραβείου «Woodrow Wilson» (Αθήνα, 15 Μαΐου 2008), επισημαίνει πού βρίσκεται η ρίζα του κακού, ήτοι στον διχασμό του πολύφερνου τεχνικού πολιτισμού μας από την Ηθική, παραθέτοντας μάλιστα συγκεκριμένα κραυγαλέα παραδείγματα προς αποφυγήν.

Υπεραμύνεται της αξίας του Μικρού κι Ελάχιστου, θυμίζοντας, ότι η κάθε μας πράξη κρίνεται υπό το φως της Αιωνιότητας, όταν μάλιστα επιφέρει όχι ευχάριστα αποτελέσματα. Αίφνης, η παράνομη ξύλευση των βροχόφιλων δασών στη Βραζιλία συνεπάγεται κλιματικές ακρότητες στον πλανήτη, η δε τήξη των πάγων στη Γροιλανδία απειλεί με πλημμύρες πλείστες όσες παράκτιες περιοχές. Και βεβαίως δεν ενέχονται οι εμπλεκόμενοι φτωχοί λαοί, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε τέτοιες καταστροφικές δράσεις από τους επιτήδειους.

Εδώ υπερτονίζει, ότι το πρόβλημα έγκειται στον απερίσκεπτο καταναλωτισμό μας και είναι κυρίως δεοντολογικό και ηθικό, καταθέτοντας την διαπίστωσή του, ότι οι (δήθεν πρωτόγονοι) αυτόχθονες Βραζιλίας και Γροιλανδίας έχουν καλύτερη θέαση των σχέσεών τους με τον Θεό και τον Κόσμο, απ' ότι οι δυτικόφρονες «ανεπτυγμένοι». Γι' αυτό ακριβώς και η σύγχρονη επιστήμη σέβεται ιδιαίτερα πλέον την παραδοσιακή γνώση (20).

Τα ερανίσματα πατριαρχικού – οικολογικού λόγου θα μπορούσαν να πληθυνθούν, παρέχοντάς μας αξιόπιστα εναύσματα για προβληματισμό και γόνιμες σκέψεις. Όμως οι παραπάνω πτυχές είναι -θεωρούμε- αρκετές, ώστε να καταδείξουν δύο τινά:

α) Ότι από πλευράς της κορυφής της Ορθοδοξίας υπάρχει ανήσυχη ευαισθησία για τα πολυτραύματα του φυσικού μας περιβάλλοντος, εκφραζόμενη με όλα τα μέσα που έχει στην διάθεσή της και
β) Ότι υψώνεται λόγος προφητικός από το ιερό της Κέντρο, ο οποίος απευθύνεται, όχι μονάχα προς τους θεσμικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς ηγήτορες του σύγχρονου κόσμου, αλλά και προς τον κάθε άνθρωπο, με την έννοια ότι ο καθένας μας μπορεί να συμβάλει απ' την δική του γωνιά και ιδιώτευση προς την ωφέλεια του δημόσιου συμφέροντος, αναγεννώμενος πρώτιστα ο ίδιος.

Ελπίζουμε και πιστεύουμε όλοι σε συνέχεια των οικολογικών πρωτοβουλιών της Μητέρας Εκκλησίας!


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

1. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Κεφάλαια Θεολογίας του Περιβάλλοντος, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2006, σσ. 93-135.

2. Βλ. Μερόπης Αναστασιάδου, «Βαρθολομαίος και "Χρόνος": Τα πράσινα μονοπάτια του Οικουμενισμού», Εφημερίδα Απογευματινή Κωνσταντινουπόλεως, 1 Ιουλίου 2008.

3. Λουκ 8, 8.

4. ό.π.

5. ό.π., 131-135.

6. Βλ. σχετικά, Περιοδικό Επίσκεψις, τεύχ. 691, Chambésy – Genève 30.9.2008, σ. 9-11.

7. α) «Η Φύση στη Λατρεία»,

β) «Η θεολογία της Δημιουργίας»,

γ) «Οι Κλιματικές αλλαγές»,

δ) «Παιδεία και Περιβάλλον»,

ε) «Η Αξία του ύδατος»,

στ) «Εκκλησιαστική Οικο-νομία» (eco-management),

ζ) «Το Κυκλοφοριακό πρόβλημα» και

η) «Βιο-ποικιλία (bio-diversity) και προστασία του περιβάλλοντος». Βλ. ό.π., σ. 10.

8. ό.π., σ. 11.

9. Βλ. τον Φάκελο με πλούσιο σχετικό υλικό των: π. Ευαγγέλου Μαρκαντώνη – Αυγερινού Γεωργοπούλου – Ιωάννη Ζαμπέλη, Τα φυτά στη λατρεία της Εκκλησίας, εκδ. Γραφείου – Ιδρύματος Νεότητος Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2006.

10. Βλ. το παράδειγμα της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Χρυσοπηγής Χανίων. Πρόκειται για μια δυναμική γυναικεία Μονή, η οποία έχει τις ιστορικές της καταβολές στον 16ο αιώνα και σήμερα αριθμεί περί τις τριανταπέντε Μοναχές. Πρβλ. ότι στις 26 Νοεμβρίου 2008 ο Δημήτριος Λούκας, τελειόφοιτος (τώρα πτυχιούχος) του Τμήματος Οικολογίας και Περιβάλλοντος (πλέον Τεχνολογίας του Περιβάλλοντος) του Α.Τ.Ε.Ι. Ιονίων Νήσων – Παραρτήματος Ζακύνθου, παρουσίασε την πολύ ενδιαφέρουσα πτυχιακή εργασία του, με θέμα: «Συνολική Εκτίμηση Εισροών, Εκροών και Περιβαλλοντικών Πιέσεων σε κλειστές Μοναστηριακές Κοινότητες. Περίπτωση μελέτης: Ι. Μ. Παντοκράτορος Αγίου Όρους».

11. Τούτο επισημαίνεται με σαφήνεια στο: Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου, «Εκκλησία και Περιβάλλον. Συμβολή του θεολογικού λόγου στη δημιουργία οικολογικής συνειδήσεως», Η Τακτική Σύγκλησις της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Αθήναι, 9-10 Οκτωβρίου 2007) Εισηγήσεις και Ανακοινωθέντα, εκδ. Επικοινωνιακή και Μορφωτική Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος – Κλάδος Εκδόσεων, Αθήναι 2008, σσ. 53-66.
 
12. Βλ. σχετικά, Περιοδικό Επίσκεψις, Chambésy – Genève 31.10.2008, τεύχ. 692, σσ. 2-16.

13. Βλ. ό.π., σ. 10.

14. ό.π., σ. 27 εξ.

15. Βλ. Περιοδικό Επίσκεψις, 30.9.2007, τεύχ. 678, σσ. 2-4.

16. Βλ. Πατριαρχικόν Μήνυμα 1ης Σεπτεμβρίου 2006, ό.π., 30.9.2006, τεύχ. 665, σ. 7.

17. «Πρόκειται για θέμα που αφορά όλους- χριστιανούς και μη- διότι ο πλανήτης είναι ο κοινός μας οίκος, το σπίτι μας. Η λέξη "οικολογία" προέρχεται άλλωστε από τη λέξη "οίκος", το σπίτι: είμαστε όλοι στο ίδιο καράβι επομένως και ή θα σωθούμε ή θα βουλιάξουμε όλοι μαζί. Όταν έρχεται ο τυφώνας, δεν κάνει διάκριση…» [Από την Ελληνική Ιστοσελίδα Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου]. Τα της ιστορικής αυτής επίσκεψης του Πατριάρχη στις Βρυξέλλες και της ομιλίας του στη Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (είχε προηγηθεί ανάλογη στο Στρασβούργο, τον Απρίλιο του 1994), βλ. στο: Περιοδικό Επίσκεψις, ό.π., σ. 5 εξ.

18. «Μήνυμα της Α. Θ. Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου δια την Παγκόσμιον Ημέραν Περιβάλλοντος (5.6.2008)», Περιοδικό Εκκλησία 85 (2008) 405.

19. « μεγάλη λπίδα βρίσκεται στή δική μας λλαγή. Στή δική μας προσωπική στροφή πρός μία λλη κατανόηση τς σχέσης μας μέ τόν φυσικό κόσμο. ς θυμόμαστε κάθε μέρα πώς τά δάση, ο λίμνες, τά ποτάμια, ο θάλασσες καί λα τά εδη ζως δέν μς νήκουν. Δέν ποτελον δικά μας παιγνίδια προσωπική μας περιουσία. ποτελον δημιουργία το Θεο, τήν ποία μες χουμε κληθε νά φροντίσουμε καί νά προστατεύσουμε. σημερινή περιβαλλοντική κρίση ποτελε δυστυχς πόδειξη τι κληροδοτομε στά παιδιά μας, στίς πόμενες γενεές, ναν κόσμο τόν ποον δέν σεβαστήκαμε». [Από τον ιστότοπο NaturaZante:

http://theoperiv.blogspot.com/2008/05/blog-post_8470.html 

20. Από τον ιστότοπο NaturaZante:

http://theoperiv.blogspot.com/2008/05/woodrow-wilson.html.

 

* [Το κείμενο αυτό, σε συντομευμένη μορφή, πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ 58 (Νοέμβριος 2009), τεύχ. 9, σσ. 18-23. Εδώ δημοσιεύεται ολόκληρο. Σημειωτέον, ότι γράφτηκε την Άνοιξη του 2009, που σημαίνει ότι δεν συμπεριλαμβάνει τα του Οικολογικού Συμποσίου στον Μισισιπή Ποταμό. Η πατριαρχική φωτό είναι του Νικολάου Μαγγίνα.]

 

** Ο Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Καποδίστριας είναι Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 07 Ιανουαρίου 2010, και με επιλογές λόγων και του πατριάρχου περισσότερα,  http://fanarion.blogspot.com/2010/01/blog-post_1746.html

 

Η ανισότητα στις διακρατικές σχέσεις

Η  ανισότητα στις διακρατικές σχέσεις

 

Του Χρήστου Τσουκαλά

 

 «Ζούμε σε ένα κόσμο ανισότητας και ποικιλότητας». Σ' ένα πλανητικό χωριό των μέγιστων   διαστάσεων και του ελάχιστου χρόνου  για τη διάνυσή τους. Παγκοσμιοποιημένο και ιμπεριαλιστικό.  Με ποικίλες αλληλεξαρτήσεις, αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις,    τοπικούς πολέμους ενταγμένους σε πλανητικές  και πάλι στρατηγικές. «Σκέψου πλανητικά, δράσε τοπικά» παροτρύνει εξ άλλου ένα οικολογικό σύνθημα. Με τις αναγκαίες προσαρμογές θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης,  των πολέμων, των δημογραφικών ανισορροπιών και άλλων ίσως μεγάλων προκλήσεων. Αν δεν σκεφθούμε πλανητικά, διαλεκτικά και ολιστικά  δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε, να ερμηνεύσουμε, τις εξελίξεις, τις μεγάλες ανατροπές της εποχής μας και να απαντήσουμε αποτελεσματικά.

Αν εξαιρέσουμε τους κροίσους και αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα,  που μπορούν  να ζήσουν ή και να μη ζήσουν οπουδήποτε σχεδόν,  οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί ζούμε σε  κράτη και η ζωή μας επηρεάζεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, κάποτε η ίδια η ύπαρξή μας, από τη γενικότερη δομή τους, τις σχέσεις τους, τις συγκρούσεις τους, από τη θέση τους, από το ρόλο τους στην παγκόσμια σκακιέρα και τελικά  από την όλη τους ισχύ.

Συγκεκριμένα  ανάμεσα στις περίπου διακόσιες (200) χώρες του πλανήτη παρατηρούνται πολλαπλές ανισότητες:

      α) στον πληθυσμό : 1η η Κίνα  με  1. 324. 655. 000 κατοίκους, ενώ το Λιχτενστάιν έχει μόνο 35.000 , είναι δηλαδή 37.847 φορές μικρότερο(!)  και υπάρχουν δεκάδες χώρες με πληθυσμό λιγότερο από ένα εκατομμύριο. Τελικά οι (6) έξι μεγαλύτερες σε πληθυσμό χώρες έχουν το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού και οι υπόλοιπες 200 το άλλο το 50%.

      β) στο ρυθμό αύξησης  του πληθυσμού που κυμαίνεται από  +10% (ετήσια μεταβολή) για το  Κατάρ  έως  -1%   για τη  Γεωργία (στοιχεία 2008)

    γ) στη γεννητικότητα που ποικίλει από τα 7,15 παιδιά ανά γυναίκα στο Νίγηρα έως τα  1,02 στο Χονγκ Κονγκ (2008)

    δ) στο Μέσο Όρο Ζωής που κυμαίνεται από τα  82,7 χρόνια για την  Ιαπωνία έως τα 44  για το Αφγανιστάν

      ε) στην  έκταση  που η Ρωσική Ομοσπονδία είναι το μεγαλύτερο κράτος της Γης με 17.075.200 χλμ², ενώ το Ναούρου είναι το μικρότερο με 21 μόνο τετραγωνικά χιλιόμετρα.

   στ)στην οικονομία (ΑΕΠ)  που έρχονται  1ες οι   Ηνωμένες Πολιτείες  με 14,204,322 εκατομμύρια $ και  182η   το Κιριμπάτι  με 131  εκατομμύρια $.  Οι πλουσιότερες 6 χώρες (το παλιό G6) διαθέτουν το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αν και έχουν μόνο το 10,2% του παγκόσμιου πληθυσμού.  Τώρα  μέσα σε αυτό το πλούσιο 10% υπάρχει άλλο ένα 10%  αυτού,  που καρπώνεται το 50% του ΑΕΠ των πλουσίων χωρών (δηλαδή το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώνεται τουλάχιστον το 1/4 (25%) του παγκόσμιου πλούτου)1*.  Μια ανισότητα,  μια ίδια σχέση, μια ίδια δομή στη μικρή και στη μεγάλη κλίμακα,  και εντός των κρατών  μα και μεταξύ τους, πλανητικά.  Αλλιώς: στο πεδίο της οικονομίας οι διακρατικές σχέσεις είναι εξίσου άνισες  με τις ταξικές σχέσεις εντός των χωρών ή εξίσου ταξικές. Αυτό το 1% κατορθώνει να κυριαρχεί πάνω σε ολόκληρο τον πλανήτη χρησιμοποιώντας ως μηχανισμούς, ως όργανά του, μια σειρά  από  διεθνείς οργανισμούς,   συμμαχίες,  περιφερειακές καπιταλιστικές  ολοκληρώσεις,  τα ίδια τα κράτη, τους φορολογικούς παραδείσους ακόμα.  (Κατά το  περιοδικό  Forbes    οι δισεκατομμυριούχοι του πλανήτη ήταν 800 το 2009 και οι πρώτοι από αυτούς διέθεταν περιουσίες 40 δις $ την ίδια στιγμή που ένα σχεδόν δισεκατομμύριο  άνθρωποι πεινούν.)

      ζ)   στο  κατά κεφαλήν  εισόδημα  με 69,737 $ που αναλογούν στον κάτοικο του Λουξεμβούργου  ενώ στον Αιθίοπα μόνο 113 $ ετήσιο εισόδημα.(2008)

 η) στο ρυθμό αύξησης του  ΑΕΠ  που παίζει από το -13.79% (Ισλανδία)  μέχρι +8.23% για το  Αζερμπαϊτζάν  (2008)

     ι) στη στρατιωτικές δαπάνες  με 1η   χώρα τις ΗΠΑ  οι οποίες δαπανούν το 41.5% του 1.464 δις $ που δαπανάται παγκοσμίως, με 2η την  Κίνα με  5.8%,  3η τη  Γαλλία με 4.5% ,  4η το  Ηνωμένο Βασίλειο με 4.5%,  5η τη  Ρωσία με 4.0%.  Έτσι που οι (15)  πρώτες  σε εξοπλισμούς χώρες δαπανούν το 81,4%  του παγκόσμιου ποσού και  όλες οι άλλες 190 χώρες το υπόλοιπο 18,6%.(2*)(αποκαλυπτική της σύμφυτης με τον πόλεμο απάτης είναι και  το γεγονός ότι οι δαπάνες αυτές ονομάζονται αμυντικές. Σαν να μπορούσε το  81,4  να απειληθεί από το 18,6.)

Οι παραπάνω ανισότητες  αποτελούν  μικρό μόνο δείγμα  του σχεδόν ανεξάντλητου κατάλογου των ανισοτήτων που παρατηρούνται στις παγκόσμιες διακρατικές σχέσεις. Ας σκεφθούμε ακόμα τις διαφορές στα κρατικά χρέη, στα συναλλαγματικά αποθέματα, στις  πολυεθνικές, στην ανεργία, στα ποσοστά φτώχειας, στα καθεστώτα, στην εγκληματικότητα, στην κοινωνική συνοχή, στην ανισοκατανομή του πλούτου, στις μεταναστευτικές ροές, στις θρησκείες, στις γλώσσες κλπ, κλπ.

Όλη αυτή η τεράστια ποικιλομορφία έχει βέβαια τη θετική της  πλευρά (αποτελεί μάλιστα ανασταλτικό παράγοντα στη βολική ομοιομορφία, που απαιτεί η εμπορευματική παραγωγή, η ‘'αγορά'').Τα κράτη όμως  μετατρέπουν όλες σχεδόν τις  ανισότητες, άλλες σε μεγαλύτερο άλλες σε μικρότερο βαθμό, σε συντελεστές ισχύος, σχηματίζοντας  έναν πλανήτη κρατών με άνιση ισχύ, άδικο και εκμεταλλευτικό.

Όταν λοιπόν τα κράτη συγκρούονται, συγκρίνονται, έρχονται σε επαφή, αναπτύσσουν σχέσεις, συμμαχούν,  σημαντικό κριτήριο αποτελεί και  παίζει σπουδαίο ρόλο η ισχύς τους. Και είναι αυτή που καθορίζει τη μορφή, το είδος, την ίδια την ανισότητα των σχέσεών τους. Έτσι  όταν «οι κεφαλαιοκράτες μοιράζουν τον κόσμο, τον μοιράζουν ανάλογα με τα κεφάλαιά τους, ανάλογα με τη δύναμή τους»      

Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πανάρχαια επιδίωξη των κρατών είναι η απόκτηση, η αύξηση και η διαρκής διεύρυνση της δικιάς τους ισχύος, εκμηδενίζοντας παράλληλα αυτή των αντιπάλων καθώς και η αποδυνάμωση ή έστω η αποτροπή ισχυροποίησης  των συμμάχων τους.  Αυτή η παμπάλαια επιδίωξη, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (ιμπεριαλισμού, αν δεν ενοχλεί), γίνεται επιτακτική ανάγκη, όρος απαράβατος  τόσο για την επικράτηση σε ολόκληρο τον πλανήτη, όσο και για την απλή     επιβίωση.  Τώρα «μια χούφτα (λιγότερο από το ένα δέκατο του πληθυσμού της γης, …….) πολύ πλούσια και ισχυρά κράτη  ληστεύουν όλο τον κόσμο «κόβοντας» απλώς κουπόνια».(3*)…. Εδώ και έναν αιώνα έχει ακόμα  γραφεί: «Η εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύναμων εθνών από μια χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη…»(3*).  Αυτό ισχύει περισσότερο τώρα που  η  ‘‘Αγορά'' είναι παγκόσμια και τείνει να γίνει  σε μεγαλύτερο βαθμό, για τα  καταναλωτικά αγαθά, τις  υπηρεσίες, τα εμπορεύματα, την ενέργεια, τα δάνεια, τα ομόλογα, τις μετοχές, τις προθεσμιακές αγορές κλπ.

Επίκαιρο παράδειγμα ανισότητας και εκμετάλλευσης των αδύναμων μικρών χωρών από τις πλουσιότερες και ισχυρότερες  είναι  και τα επιτόκια με τα οποία δανείζονται τα κράτη από τις διεθνείς αγορές. Πχ το  Ελληνικό  κράτος  δανείζεται  με επιτόκιο ως και 3% παραπάνω από όσο δανείζεται η Γερμανία και κάθε (1%) μονάδα-πανωτόκι  κοστίζει στα φορολογικά υποζύγια της χώρας μας  900 εκατμ ευρώ.  Η δε «φίλη» και «σύμμαχος» Γερμανία  απαιτεί θυσίες, αποκρατικοποιήσεις (όπως του ΟΤΕ, του Αεροδρομίου της Αθήνας) και συμβάσεις (όπως με τη Siemens).Ανάλογη (με τη δύναμή τους και τη δικιά τους θέση) στάση έχουν και οι άλλες χώρες της Ε.Ε. 

Γενικότερα οι χώρες που θα βρεθούν σε κατάσταση αδυναμίας είτε χρεοκοπούν ( όπως Αργεντινή) είτε υποδουλώνονται από στρατούς κατοχής ( όπως Ιράκ, Αφγανιστάν) είτε απειλούνται στρατιωτικά (όπως Β.Κορέα, Ιράν) είτε εκβιάζονται (όπως Λιβύη, Κούβα) είτε  οι εκλεγμένες τους κυβερνήσεις ανατρέπονται με πραξικοπήματα (όπως παλιότερα στην Ελλάδα, στη Χιλή, πρόσφατα στην Ονδούρα) είτε διαμελίζονται (όπως  η Γιουγκοσλαβία) κλπ.  Έχουμε έτσι την ταυτόχρονη λειτουργία δυο αντιθετικών διαδικασιών: την συντριβή του εκάστοτε αδύναμου κρίκου από τη μια και την ανάδυση νέων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων καθώς οι παλιές παρακμάζουν από την άλλη.

Ιδιομορφία της μετά το 1945 εποχής  η αποφυγή  παγκόσμιων πολέμων. Μόνο που οι στρατιωτικές αναμετρήσεις έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από τον αδυσώπητο οικονομικό ανταγωνισμό.

Οι συνέπειες όμως και τα θύματα του οικονομικού πολέμου   δεν είναι λιγότερα. Υπάρχουν τα δισεκατομμύρια των πεινασμένων, οι οικονομικοί ‘‘λαθρο''μετανάστες, οι φτωχοί εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, οικονομικοί κολοσσοί (Lehman Brothers) , ολόκληρες αυτοκρατορίες (όπως η Σοβιετική Ένωση).

Οι χώρες που καταρρέουν οικονομικά ακολούθως   χάνουν και την πολιτική τους ανεξαρτησία. Κάποτε    διαμελίζονται κιόλας. «Διεμερίσαντο τά ιμάτιά μου   'εαυτοίς και επί τον    'ιματισμόν μου έβαλον κλήρον».  Γιατί υπάρχουν και σήμερα σταυρωτήδες.

Ο ιμπεριαλισμός  λοιπόν είναι ο συνδυασμός   της ταξικής διάρθρωσης των κοινωνιών,  του κεφαλαίου που ‘'ξεχειλίζει''  και ξεχύνεται στο εξωτερικό μέχρι τις άκρες του πλανήτη,  της υπερεθνικής φύσης του κεφαλαίου, της συσσώρευσης πλούτου σε λίγα χέρια και της ανισότητας ισχύος των κρατών. Πιο απλά  είναι η ανισότητα των διακρατικών σχέσεων

 

1* Παγκόσμια Τράπεζα 2008

2*Οι δέκα πρώτες χώρες σε εξοπλιστικές δαπάνες και η Ελλάδα Χώρα / Αμυντικές δαπάνες (εκατ. δολ.) / Κατά κεφαλήν δαπάνες (δολ.) / % ΑΕΠ

ΗΠΑ / 552.568 / 1.835 / 3,99

Ρωσία / 32.215 / 228 / 1,54

Γαλλία / 60.662 / 993 / 2,37

Γερμανία / 42.108 / 511 / 1,27

Βρετανία / 63.258 / 1.041 / 2,28

Σαουδική Αραβία / 35.446 / 1.284 / 9,40

Ισραήλ / 11.607 / 1.806 / 7,17

Κίνα / 46.174 / 35 / 1,42

 Ινδία / 26.513 / 23 / 2,32

Ιαπωνία / 41.039 / 322 / 0,93

Ελλάδα / 7.000 / 636 / 2,9 Πηγή: Sipri, Institute for Strategic Studies

3*Λένιν «ο ιμπεριαλισμός ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού»

Η απογοήτευση … από τη Κοπεγχάγη

Η απογοήτευση εκ της συνόδου στη Κοπεγχάγη

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

 

            Την είχαν αναγγείλει από έτους και πλέον και συχνές ήσαν οι αναφορές σ' αυτήν, όσο πλησίαζαν οι ημέρες για την έναρξή της. Με ανταποκρίσεις από διάφορα σημεία του πλανήτη τα ΜΜΕ συντηρούσαν ακέραιες τις ελπίδες ότι εκείνοι που επρόκειτο να συμμετάσχουν θα αίρονταν στο ύψος των κρισίμων περιστάσεων και θα ελάμβαναν τα απαραίτητα προς αποφυγή του ολέθρου μέτρα. Οι ελπίδες για μια ακόμη φορά διαψεύσθηκαν. Ούτε η βουβή προσδοκία των πολλών ούτε οι θεατρινίστικες εκδηλώσεις των ακτιβιστών ενώπιον τις συνόδου στάθηκαν ικανές να εμπνεύσουν όραμα στους "ισχυρούς" της γης. Η παταγώδης αποτυχία ήταν αναμενόμενη και ευεξήγητη, απλώς εμείς μάθαμε να συντηρούμαστε με φρούδες ελπίδες μη έχοντας τη διάθεση να εγκύψουμε επάνω από το πρόβλημα του πλανήτη μας και να το ερευνήσουμε σε όλες του τις διαστάσεις.

Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι κάποιοι είχαν εκφράσει τις επιφυλάξεις τους για τη δυνατότητα συμφωνίας λόγω των αντικρουομένων συμφερόντων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι οι ηγέτες συμμετείχαν στη σύνοδο με πάθος προς προάσπιση συμφερόντων των λαών που εκπροσωπούσαν. Στην πραγματικότητα εκπροσωπούσαν οικονομικά συμφέροντα υπερεθνικά και αντικρουόμενα, καθώς οι πολιτικοί από δεκαετιών έχουν καταστεί αθύρματα του μεγάλου κεφαλαίου έχοντας παραδόσει άνευ όρων σ' αυτό την ισχύ που παρέχει στους εκλεγμένους η λαϊκή ετυμηγορία, εξασφαλίζοντας πλέον τους θώκους με την ισχύ του κεφαλαίου. Αν αυτό ισχύει για τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες ισχύει πολύ περισσότερο για τις υπό ανάπτυξη ή τις υπανάπτυκτες. Βέβαια η Κίνα φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση στη διαπίστωση αυτή, αλλά μόνο εφ' όσον γίνεται επιφανειακή εξέταση των πραγμάτων. Το σύστημα μπορεί να φαντάζει κομμουνιστικό, η δυνατότητα όμως που αυτό παρέχει στο διεθνές κεφάλαιο για επενδύσεις στην αχανή ασιατική χώρα, μαρτυρεί ότι και εκεί το αδηφάγο κεφάλαιο υπερασπίζεται συμφέροντα που δεν έχουν να κάνουν με το καλό του κινεζικού λαού. 

            Η Ευρωπαϊκή Ένωση φάνηκε και αυτή τη φορά να διακατέχεται από τη μεγαλύτερη ευαισθησία και διακήρυξε ότι μονομερώς θα προβεί στη λήψη μέτρων που θα υπερβούν κατά τις συνέπειες τα όποια μέτρα κοινής αποδοχής. Είναι η θέση αυτή προϊόν οικολογικής ευαισθησίας, που λείπει από τους άλλους, ή μη συναισθήσεως των συνεπειών των μέτρων για την ευρωπαϊκή ήπειρο; Η Ευρώπη, καπιταλιστική και κομμουνιστική, έχει πελώρια ευθύνη για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, καθώς πρώτη ανέπτυξε τη βιομηχανία παράλληλα προς τις χώρες της βόρειας Αμερικής. Θα ήταν επαινετή η απόφασή της, αν αυτή συνδέονταν με δύο ουσιώδη μέτρα που όφειλε να λάβει.

 Το πρώτο είναι η καταγγελία της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και η επάνοδος στον προστατευτισμό. Με το μέτρο αυτό θα ενίσχυε την παραπαίουσα ευρωπαϊκή βιομηχανία και θα τιμωρούσε τόσο την αλαζονεία των ΗΠΑ, οι οποίες επίσης κόπτονται υπέρ της οικονομίας της αγοράς, αλλά γνωρίζουν άριστα να προστατεύουν την εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα θα έθετε φραγμό στην εκμετάλλευση των φθηνού εργατικού δυναμικού των φτωχών χωρών από το διεθνές κεφάλαιο, που έχει ως συνέπεια να κατακλύζεται η ευρωπαϊκή αγορά από πάμφθηνα προϊόντα, τα οποία πάντως ο ευρωπαίος καταναλωτής προμηθεύεται αρκούντως υπερτιμημένα.

 Το δεύτερο είναι η στήριξη των οικονομιών των υπαναπτύκτων χωρών, ως αποζημίωση για την καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών επί αιώνες και την επιβάρυνση του περιβάλλοντος τους λόγω αδιαφορίας προς λήψη μέτρων για την προστασία του. Η υποσαχάρια Αφρική δοκιμάζεται ήδη από τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1970. Τα υδάτινα αποθέματα έχουν μειωθεί δραματικά, το ζωικό κεφάλαιο και οι καλλιέργειες έχουν συρρικνωθεί και η φυγή προς τα αστικά κέντρα του αγροτικού πληθυσμού έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις. Αποτέλεσμα αυτού είναι ένα το διαρκώς εντεινόμενο μεταναστευτικό κύμα. Αυτό ενισχύεται από το ασιατικό αντίστοιχο, το οποίο προκαλεί η χρόνια αστάθεια λόγω πολεμικών συρράξεων, στις οποίες εμπλέκονται ευρωπαϊκές χώρες στο πλαίσιο της επίδειξης ισχύος εκ μέρους των αλαζόνων πλανηταρχών και της έκδηλης δουλικότητας των "συμμάχων" τους.

Το οικολογικό πρόβλημα είναι πρωτίστως ηθικό. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ροπή του δυτικού ανθρώπου προς συσσώρευση πλούτου με μεθόδους, οι οποίες καταστρατηγούν κάθε ηθικό κανόνα. Ο καπιταλισμός έχει εμφυσήσει στα μέλη των δυτικών κοινωνιών τον άκρατο καταναλωτισμό ως υποκατάστατο ενός άνευ νοήματος βίου. Φυσικά και είναι ουτοπικό να προσδοκούμε από αυτούς που ενσπείρουν πολέμους σε όλη την έκταση που πλανήτη, που οδηγούν στην έντεχνη υπερτίμηση βασικών ειδών διατροφής δισεκατομμυρίων συνανθρώπων μας, που εκμεταλλέυονται άγρια, μέσω εγκαθέτων κυβερνήσεων, τον πλούτο πλείστων όσων χωρών να εκδηλώσουν ευαισθησία προς διάσωση του πλανήτη. Όποιος αδιαφορεί για το ανθρώπινο πρόσωπο που πεθαίνει καθημερινά λόγω πείνας ή μη διαθέσεως ποσίμου νερού, δεν θα συγκινηθεί από την τήξη των πάγων της αρκτικής ή την άνοδο της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας κατά μερικούς βαθμούς. Το πλέον ουτοπικό είναι να ελπίζουμε ότι ο Ομπάμα ή οποιοσδήποτε άλλος ηγέτης είναι σε θέση να τιθασεύσει αυτές τις δυνάμεις της απληστίας.

Η αποτροπή της κατάρρευσης του πλανήτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναθεώρηση του τρόπου ζωής μας. Τόσο η Εκκλησία, όσο και αρκετές θρησκευτικές δοξασίες προβάλλουν το ασκητικό πρότυπο βίου και τον σεβασμό της φύσης ως θείου δημιουργήματος. Ο δυτικός "ορθολογικός" άνθρωπος αισθάνεται ως απόλυτος δυνάστης φύσεως και ανθρώπων. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές κάθε σύνοδος θα οδηγείται σε παταγώδη αποτυχία. Ας πάψουμε να εκδηλώνουμε αφέλεια θέτοντας το ερώτημα "γιατί";

 

                                                                    "ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 03-01-2010  

Ο μικρός Αλή – Γιάννη Ποτ.

Ο μικρός Αλή

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Έπλενε τα τζάμια,

Όλο το πρωί

Δίπλα στα φανάρια

Πούλαγε λουλούδια,

Ο μικρός Αλή

Τα βράδια στις ταβέρνες

Ξέφευγε τα μπλόκα

της αστυνομίας

Ο μικρός Αλή,

Πήδαγε τις μάντρες

 

Έκλαιγε τα βράδια

μέχρι την αυγή

Μέσα στα σκοτάδια

Ο μικρός Αλή

Έβλεπε στον ύπνο του,

Τη μικρή Φατμέ

Πρόσωπο φεγγάρι

 

Σταυρώστε τον

εφώναξαν

Φαρισαίοι αστοί,

Θρήσκοι, πατριώτες

Στο μικρό Αλή

Είδαν απειλή

Θρησκείας, κοινωνίας,

τάξης

 

Γύρισε στις θάλασσες,

Κάτω απ' τη βροχή

Στο κύμα του Αιγαίου

Γαντζώνονταν στα βράχια

Ο μικρός Αλή

Κοιμόνταν στα αμπάρια,

 

Φλέγεται το μέτωπο

Καίγεται το σώμα

Κρεμάστηκε σε ένα γκρεμό

Ο μικρός Αλή

Έγινε ποτάμι

Χάθηκε στη θάλασσα

 

Πλήρωσε με τη ζωή,

Ο μικρός Αλή

Το όνειρο να ζήσει

 

                                         4  Ιανουαρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος