Σιγά μη διακινδυνεύσουν το Μπακαλορεά …

Σιγά μη διακινδυνεύσουν το Μπακαλορεά για τη Νεότερη Ιστορία…

 

Της Πίκιας Στεφανάκου   

 

Οι αντιδράσεις για την αποβολή της Νεότερης Ιστορίας από το "νέο Λύκειο" υποχρέωσαν την υπουργό Παιδείας να στρίψει το τιμόνι για να αποφύγει το τρακάρισμα. Το μεσημέρι της Πέμπτης, το Γραφείο Τύπου του υπουργείου Παιδείας εξέδωσε ανακοίνωση για να διευκρινίσει ότι "το κείμενο σχετικά με τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στο Λύκειο, που είδε το φως της δημοσιότητας, αποτελεί πρόταση μιας Επιτροπής και όχι απόφαση του υπουργείου". Οι προτάσεις του ΥΠΕΠΘ για το "νέο Λύκειο", καταλήγει η ανακοίνωση, είναι υπό διαμόρφωση και θα δοθούν προς διαβούλευση εντός του Οκτωβρίου.

Το κείμενο, στο οποίο αναφέρεται η ανακοίνωση, περιγράφει κατ' ώρα τι θα κάνει το νέο Λύκειο. Η περιγραφή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί copy paste των προγραμμάτων International Baccalaureate (συντομευμένα Ι.Β.) που έχουν φέρει μεγάλα ιδιωτικά σχολεία. Στόχος αυτού του… φραντσάιζινγκ της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είναι η διάνοιξη, συνήθως σε "γόνους καλών οικογενειών", εναλλακτικών δρόμων εισαγωγής σε ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του εξωτερικού (κυρίως Αγγλία και Αμερική). Η γενική παιδεία, η μορφωτική αποστολή του λυκείου και άλλα τέτοια, δεν απασχολούν τον Διεθνή Οργανισμό του Ι.B. που εδρεύει στην Ελβετία και ζει από τα τσουχτερά δίδακτρα και τα εξέταστρα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα θέματα δεν απασχολούν ούτε την υπουργό Παιδείας. Έτσι, η γενική παιδεία στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου συμπυκνώνεται σε τρία υποχρεωτικά μαθήματα (Γλώσσα, Αγγλικά και Γυμναστική) και τα υπόλοιπα, ολόκληροι επιστημονικοί κλάδοι, θα είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής. Η Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας δεν υποβαθμίζεται απλώς. Αποβάλλεται διά παντός. Στη θέση της, πάντα ως μαθήματα επιλογής, μπαίνουν η Ευρωπαϊκή Ιστορία και η Ιστορία των Ιδεών.


Ο παραπάνω σχεδιασμός "είδε το φως της δημοσιότητας" την προηγούμενη Κυριακή. Από τότε μέχρι την Πέμπτη μεσολάβησαν τέσσερις ημέρες χωρίς να υπάρξει καμία αντίδραση από την πλευρά του υπουργείου. Παρά το γεγονός ότι οι επιστημονικές ενώσεις των φιλολόγων, των φυσικών, των χημικών, των βιολόγων και των καθηγητών πληροφορικής διατύπωσαν ενστάσεις και διαμαρτυρίες από την πρώτη ώρα της διαρροής του κειμένου, το υπουργείο Παιδείας ούτε διέψευδε ούτε επιβεβαίωνε…

Ποιους είχε λοιπόν αποδέκτες η δήλωση της Πέμπτης; Πρώτα τη Ν.Δ. Η παθούσα από τη Νεότερη Ιστορία της Ελλάδας ΣΤ' Δημοτικού, την τέταρτη ημέρα "ξύπνησε" και αποφάσισε να υποβάλει την κ. Διαμαντοπούλου στα πάθη που η ίδια πέρασε. Πρώτος, ο κ. Στυλιανίδης ζητάει να πληροφορηθεί αν όντως το υπουργείο Παιδείας προτίθεται να καταργήσει το μάθημα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας από το Λύκειο. Σημειώνεται ότι ο Ευ. Στυλιανίδης είναι ο υπουργός Παιδείας με τα πιο γρήγορα αντανακλαστικά σε θέματα υπονόμευσης του… εθνικού φρονήματος. Με το που ανέλαβε το υπουργείο, έκοψε το βιβλίο Ιστορίας της Μ. Ρεπούση βάζοντας τελεία και παύλα στα βάσανα της Ν.Δ. Στη συνέχεια, η αρμόδια για θέματα Παιδείας της Ν.Δ., Ελ. Βόζενμπεργκ, ζήτησε εξηγήσεις για "τη βάναυση προσβολή σε βάρος της Ιστορίας μας". 'Υστερα ήρθε και η ΜΑΚΙ, που προειδοποεί ότι "δεν θα μείνει θεατής στις εξελίξεις" και θα την βρουν απέναντι "όσοι προσπαθούν να κόψουν κάθε δεσμό της Παιδείας με την Ελλάδα".

Δεύτερος αποδέκτης της δήλωσης ο κ. Καρατζαφέρης και ο υπερευαίσθητος σε θέματα εθνικοφροσύνης ΛΑΟΣ. Περιέργως, τόσο ο κ. Καρατζαφέρης όσο και το κόμμα του αυτή τη φορά είναι απόντες από την ιστορία. Με την κ. Ρεπούση είχαν χαλάσει τον κόσμο. Και τώρα που φεύγει εξ ολοκλήρου η Νεότερη Ιστορία από το Λύκειο δεν λένε κουβέντα. Η σιωπή αυτή γίνεται ακόμα πιο περίεργη αν λάβει κανείς υπόψη του ότι πέρυσι τα Χριστούγεννα διοργάνωναν διαδηλώσεις ζητώντας την απομάκρυνση της Θ. Δραγώνα από το υπουργείο επειδή έκριναν ότι οι απόψεις της είναι… ανθελληνικές. Η κ. Δραγώνα όχι μόνο παρέμεινε, αλλά είναι και επικεφαλής του σχεδιασμού για το Λύκειο. Πού είναι τώρα το πάθος του… "μπουμπούκου" βουλευτή; Όλα αυτά θα ήταν μια καλή ιστορία μυστηρίου αν δεν υπογραφόταν το Μνημόνιο και δεν αναλάμβανε ο Γ. Καρατζαφέρης ρόλο κυβερνητικού εκπροσώπου. Απ’ αυτή τη θέση, φαίνεται ότι έχει μεγαλύτερη ικανότητα διαπραγμάτευσης. Παρ’ ότι λοιπόν δεν μίλησε, πήρε και επισήμως τη διαβεβαίωση ότι το θέμα επανεξετάζεται. Την ίδια διαβεβαίωση, λένε σχετικές πληροφορίες, είχε πάρει και ανεπισήμως κατά τη συνάντηση που είχε την Πέμπτη με την Α. Διαμαντοπούλου για το θέμα της διακομματικής επιτροπής για τις αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η υπουργός Παιδείας, ως καλή μελετήτρια της πρόσφατης ιστορίας, επιχειρεί να αφοπλίσει το στράτευμα πριν εκδηλώσει γενικευμένη επίθεση.

Τέλος, αποδέκτης της δήλωσης είναι η Εκκλησία, που ετοιμάζει δυναμικό come back στην πολιτική ζωή. Στην τελευταία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου, την προηγούμενη Τετάρτη, ο μετριοπαθής μέχρι τώρα αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος εξέφρασε την ανησυχία του για την "αποχριστιανοποίηση της Ελλάδας" και αποφασίστηκε σύσταση ιερής επιτροπής εξέτασης των βιβλίων της Ιστορίας, των Θρησκευτικών και των Νεοελληνικών Κειμένων.

Η κ. Διαμαντοπούλου δεν είναι καθόλου διατεθειμένη ν' αφήσει τη Νεότερη Ιστορία να της "μαυρίσει" τη ζωή και κυρίως να της χαλάσει το κλίμα συναίνεσης. Θα προτιμήσει να ακυρώσει την αποβολή παρά να θέσει σε δοκιμασία το copy paste του International Baccalaureate, την επιβολή του επιλεκτικού Λυκείου.

 

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 10/10/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=572968

 

Η μειονοτική εκπαίδευση και το πολιτικό κόστος

Η μειονοτική εκπαίδευση και η θεωρία του πολιτικού κόστους


Του Νίκου Θ. Κόκκα*

 


Κάθε φορά που τίθενται προς συζήτηση τα σοβαρά και χρονίζοντα προβλήματα της μειονοτικής εκπαίδευσης, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εγείρουν το ζήτημα του «πολιτικού κόστους». Στο σημείο αυτό οι συζητήσεις διακόπτονται, τα χαμόγελα παγώνουν και οι όποιες σοβαρές πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών τομών σταματούν. Ειδικότερα, οι περισσότεροι πολιτικοί εκπρόσωποι κομμάτων στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες δεκαετίες διαμορφώνουν τις απόψεις τους για τη μειονοτική εκπαίδευση με γνώμονα όχι το συμφέρον του τόπου, αλλά το «φόβο των άλλων».

Η θεωρία του δήθεν πολιτικού κόστους διαπερνά κάθε πτυχή της μειονοτικής πολιτικής των εκάστοτε Υπουργών Εθνικής Παιδείας (εμείς οι εκπαιδευτικοί θα συνεχίζουμε να ονομάζουμε Υπουργείο Εθνικής Παιδείας το υπουργείο μας κι όχι «δια βίου μάθησης», όπως μετονομάστηκε πρόσφατα), ενώ παράλληλα καθορίζει τη στάση των υποψηφίων στις δημοτικές, νομαρχιακές και βουλευτικές εκλογές απέναντι στους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες. Οι συναλλαγές και τα ρουσφέτια κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου αποτελούν μελανό σημείο της πολιτικής μας ζωής, πολύ περισσότερο όταν τίθεται σε κίνδυνο η εκπαίδευση των Ελλήνων μουσουλμάνων μαθητών.

Στην πραγματικότητα, η θεωρία του πολιτικού κόστους αποτελεί ένα μύθο. Οι Θρακιώτες μουσουλμάνοι έχουν αποδείξει στην πράξη πως είναι φιλειρηνικοί και πως αγαπούν τον τόπο που γεννήθηκαν, την πατρίδα τους. Κλείνουν τα αφτιά τους στα κηρύγματα μίσους απ' όπου κι αν προέρχονται, σέβονται τη θρησκεία τους, όπως σέβονται και τις άλλες θρησκείες. Πολύ περισσότερο στο χώρο του δημόσιου σχολείου είναι φανερό πως οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι μαθητές αναπτύσσουν καθημερινά σχέσεις φιλίας και συνεργασίας, χωρίς αποκλεισμούς και προκαταλήψεις.


Η αναχρονιστική νομοθεσία της μειονοτικής εκπαίδευσης


Η αναχρονιστική και ψυχροπολεμική νομοθεσία ταλανίζει εδώ και πολλές δεκαετίες το χώρο της μειονοτικής εκπαίδευσης, διαχωρίζοντας τους μαθητές ανάλογα με το θρήσκευμά τους και γκετοποιώντας τους μουσουλμάνους μαθητές. Στα μειονοτικά δημοτικά σχολεία το αναλυτικό πρόγραμμα είναι δίγλωσσο (ελληνικά-τουρκικά), παρέχοντας προς τους μουσουλμάνους μαθητές ανεπαρκείς γνώσεις της ελληνικής. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και στα ιδιωτικά μειονοτικά γυμνάσια και λύκεια της Θράκης. Ας δούμε, για παράδειγμα, τι προβλέπεται από το Ωρολόγιο Πρόγραμμα Μειονοτικών Λυκείων. Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση Γ2/933 της 3.3.2000 (ΦΕΚ Β 372, 2000) στην Α’ Τάξη των μειονοτικών Λυκείων υποχρεωτικά μαθήματα στην ελληνική γλώσσα είναι: Αρχαία Ελληνικά, Νέα Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία, Ιστορία, Αρχές Οικονομίας, Τεχνολογία, ΣΕΠ, Ξένη Γλώσσα: σύνολο ωρών 16/17. Υποχρεωτικά μαθήματα στην τουρκική γλώσσα είναι τα ακόλουθα: Θρησκευτικά, Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Φυσική Αγωγή, Τουρκικά: Σύνολο ωρών 15/14.

Βέβαια, το πρόβλημα της ελλιπούς διδασκαλίας της ελληνικής ξεκινάει από την πρωτοβάθμια μειονοτική εκπαίδευση. Αν ανατρέξουμε μερικές δεκαετίες πιο πίσω, θα θυμηθούμε πως στις 28-1-1954 ο Γενικός Διοικητής Θράκης Γ. Φεσσόπουλος διεβίβασε προς τις κοινότητες και τους δήμους της Ροδόπης διαταγή του τότε πρωθυπουργού Στρατάρχη Παπάγου που έλεγε: «Κατόπιν διαταγής του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως, παρακαλούμεν όπως εφ’ εξής εις πάσαν περίπτωσιν γίνεται χρήσις του όρου «Τούρκος-τουρκικός» αντί του τοιούτου «Μουσουλμάνος-μουσουλμανικός». Επί τούτοις δέον να μεριμνήσετε διά την αντικατάστασιν των εν τη περιφερεία υμών διαφόρων επιγραφών, όπως «Μουσουλμανική Κοινότης, Μουσουλμανικόν Σχολείον κλπ» διά τοιαύτης «Τουρκικόν». Ήταν μία ψυχροπολεμική πολιτική απόφαση, που έστελνε τους μουσουλμάνους Έλληνες στην αγκαλιά της Τουρκίας. Το 1972, στο Νομοθετικό Διάταγμα 1109 της 25.1.1972 (ΦΕΚ Α’ 17, 1972) αντικαθίστανται άρθρα του Ν.Δ. 3065/54 «περί τρόπου ιδρύσεως και λειτουργίας Τουρκικών Σχολείων Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Δυτικής Θράκης και ρυθμίσεως ζητημάτων τινών αφορώντων εις την εποπτείαν αυτών και τους Επιθεωρητάς Τουρκικών Σχολείων». Στο νέο νομοθετικό διάταγμα γίνεται πλέον αναφορά σε «Μειονοτικά Σχολεία».

‘Έχουν περάσει έξι δεκαετίες μετά τη θέσπιση αυτής της αναχρονιστικής νομοθεσίας και σήμερα τα μειονοτικά σχολεία παραμένουν μειονεκτικά, σχολεία που καταδικάζουν τους μαθητές τους στην αμάθεια, σχολεία που διαχωρίζουν, που καταστρατηγούν την έννοια της ισονομίας, εφόσον δεν παρέχουν ισότιμη εκπαίδευση σε όλους τους Έλληνες πολίτες.

Τα δίγλωσσα μειονοτικά σχολεία καταδικάζουν στην ημιμάθεια, κλείνουν τους γνωστικούς ορίζοντες των παιδιών, διχοτομούν τη συνείδησή τους. Προσθέτουν φανατισμό, αφαιρούν γνώσεις, πολλαπλασιάζουν τη σύγχυση, διαιρούν ανάμεσα σε "εμάς" και τους "άλλους". Προσθέτουν κεμαλική ιδεολογία, αφαιρούν κριτική σκέψη, πολλαπλασιάζουν την άγνοια, διαιρούν και διχάζουν τους πολίτες της Ελλάδας. Αφαίρεση κι όχι πρόσθεση –διαίρεση κι όχι πολλαπλασιασμός! Δεν έχουν θέση σε μια δημοκρατική χώρα. Είναι απομεινάρια ενός ψυχροπολεμικού παρελθόντος. Δεν ανήκουν στον 21ο αιώνα.


Η κατασκευή τουρκικής ταυτότητας μέσα από τα μειονοτικά σχολεία


Οι μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες αλλοτριώνονται μέσα από τα δίγλωσσα σχολεία που μετατρέπουν Έλληνες πολίτες σε φανατικούς υποστηρικτές του παντουρκισμού. Ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Τα δίγλωσσα μειονοτικά σχολεία είναι στην ουσία σχολεία τουρκικά. Η βασική τους λειτουργία είναι η αλλοτρίωση των μουσουλμάνων πολιτών. Πέρα από το αναλυτικό πρόγραμμα που προβλέπουν τα διακρατικά πρωτόκολλα και οι πεπαλαιωμένες ελληνοτουρκικές συμφωνίες, μία σειρά από φιλοκεμαλικές, εθνικιστικές δράσεις καλλιεργούν στους μουσουλμάνους Έλληνες μαθητές το φανατισμό και το μίσος προς τους χριστιανούς. Κι αυτά όχι μόνο με την ανοχή αλλά και με την οικονομική επιδότηση της ελληνικής πολιτείας!

Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι η χρηματοδότηση των ιδιωτικών μειονοτικών σχολείων είναι παράνομη. Βάσει των συνθηκών και της νομοθεσίας, υποτίθεται ότι θα πρέπει όσοι εγγράφουν τα παιδιά τους σε μειονοτικά σχολεία να πληρώνουν δίδακτρα και όλα τα έξοδα να καλύπτονται εξ ιδίων πόρων, όχι από τον Έλληνα φορολογούμενο. Σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε το Υπουργείο Παιδείας να χρηματοδοτεί όλα τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Το ελληνικό κράτος, όμως, πληρώνει πολλά εκατομμύρια για τη λειτουργία των μειονοτικών σχολείων, ενώ από νομική άποψη θεωρούνται ιδιωτικά. Πόσα χρήματα ξοδεύει η ελληνική πολιτεία (σε καιρό οικονομικής κρίσης) για τη συντήρηση των μειονοτικών σχολείων και την μετακίνηση των μαθητών, τη στιγμή που βάσει του νόμου θεωρούνται ιδιωτικά;

Το 1999 το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών είχε ανακοινώσει πως το 1998 δαπανήθηκαν 61.600.000 δραχμές για λειτουργικές δαπάνες μειoνοτικών σχολείων, 289.364.000 δρχ για νέες κατασκευές, 139.126.000 δρχ για επισκευές και 100.000.000 δρχ για αγορά εποπτικού υλικού. Κατά τη διετία 2000-2002 διατέθηκαν από το Υπουργείο Εσωτερικών και την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης 5.800.000 ευρώ για επισκευές-συντηρήσεις-βελτιώσεις μειονοτικών σχολείων. Το 2008 η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ξάνθης πλήρωνε σε καθημερινή βάση 1.781,93 ευρώ για τη μεταφορά μαθητών από τα Πομακοχώρια προς το Μειονοτικό Γυμνάσιο-Λύκειο Ξάνθης και προς το Ιεροσπουδαστήριο του Εχίνου. Εφόσον το Μειονοτικό Γυμνάσιο Λύκειο είναι Ιδιωτικό, γιατί η Νομαρχία Ξάνθης, μέσα από χρήματα του δημοσίου, καλύπτει τη μεταφορά των μαθητών προς το σχολείο αυτό; Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τα δισεκατομμύρια του λεγομένου «Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων» της κ. Φραγκουδάκη. Τα ποσά που αναφέρθηκαν είναι μόνο κάποια παραδείγματα. Αν αθροίσει κανείς τα έξοδα του δημοσίου που δίνονται για το γλωσσικό εκτουρκισμό των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, θα συνειδητοποιήσει το μέγεθος του εγκλήματος.

Θα πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσουμε πως η παιδεία είναι δικαίωμα όλων των παιδιών ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Φτάνουν πια οι διακρίσεις μέσα από την εκπαίδευση. Δε μπορεί να υπάρχει διαφορετικό εκπαιδευτικό σύστημα για τους χριστιανούς και διαφορετικό για τους μουσουλμάνους Έλληνες στο όνομα κάποιων παρωχημένων μορφωτικών πρωτοκόλλων του 1951 και του 1968. Κι έτσι να στερούνται τόσα παιδιά το αυτονόητο δικαίωμα στην ισότιμη εκπαίδευση στη γλώσσα της χώρας που γεννήθηκαν και ζουν.


Η αντισυνταγματικότητα των μειονοτικών σχολείων


Τόσα χρόνια δεν έχει τεθεί επαρκώς ένα μείζον νομικό ζήτημα: το γεγονός ότι τα μειονοτικά σχολεία είναι αντισυνταγματικά. Καταστρατηγούν το Σύνταγμα της Ελλάδας, καθώς διαχωρίζουν τους πολίτες της Ελλάδας ανάλογα με το θρήσκευμά τους, παρέχοντας μειονεκτική εκπαίδευση προς τους μουσουλμάνους Έλληνες. Ας δούμε αναλυτικά τι ορίζει το Σύνταγμα της Ελλάδος.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. και 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Συντάγματος:

«1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.

2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων».

Επίσης σύμφωνα με το Άρθρο 16 του Συντάγματος:

«1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες• η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.

2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.

3. Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα.
4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους
».

Αν αναλύσει κανείς τα παραπάνω άρθρα θα δει πως η υπάρχουσα μειονοτική εκπαίδευση δε διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες, ούτε συμβάλλει στην ολόπλευρη και ισότιμη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μουσουλμάνων μαθητών. Όλοι οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν πως όταν οι απόφοιτοι των μειονοτικών δημοτικών σχολείων φτάσουν στο Γυμνάσιο αδυνατούν να ενταχθούν στο δημόσιο γυμνάσιο, εφόσον δεν έχουν διδαχθεί στην ελληνική γλώσσα βασικά μαθήματα του κορμού του αναλυτικού προγράμματος όπως τα Μαθηματικά.


Σχολεία αντιδημοκρατικά


Τα μειονοτικά σχολεία είναι επιπλέον αντιδημοκρατικά. Διότι, δε μπορεί σε μια δημοκρατική χώρα να υπάρχει παιδεία δύο ταχυτήτων, με διαφορετικό αναλυτικό πρόγραμμα για τους πολίτες ανάλογα με το θρήσκευμά τους. Όσοι γεννιόμαστε στην Ελλάδα είμαστε Έλληνες, έχουμε αυτόν τον τόπο για πατρίδα μας, ανεξάρτητα από το θρήσκευμά μας. Και ως Έλληνες θα πρέπει να μας αντιμετωπίζει το υπουργείο Εθνικής Παιδείας, αντί να καθιστά τους μουσουλμάνους πολίτες δεύτερης κατηγορίας με την παροχή σε αυτούς αλλόγλωσσης (τουρκικής) εκπαίδευσης.

Το Υπουργείο Παιδείας οφείλει να εξασφαλίσει ισότιμη εκπαίδευση για όλους τους πολίτες της Θράκης, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Για τη διδασκαλία των μητρικών γλωσσών της μειονότητας (τουρκική, πομακική, ρομά) πρέπει να ιδρυθούν σχολεία που θα λειτουργούν πέραν του ενιαίου αναλυτικού σχολικού προγράμματος. Έτσι μόνο θα συνδυάζεται η προστασία της μητρικής γλώσσας με τη σωστή και ισότιμη εκμάθηση όλων των γνωστικών αντικειμένων.
Τα προγράμματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης να ενσωματωθούν σε όλα τα σχολεία χωρίς να υπάρχουν τα μειονοτικά σχολεία, που στιγματίζουν και διαχωρίζουν τους μαθητές ανάλογα με το θρήσκευμα, τη γλώσσα ή την καταγωγή τους. Για να μην έχουμε παιδιά δύο ταχυτήτων και δύο κατηγοριών. Γιατί η εκπαίδευση πρέπει να είναι ΜΙΑ για όλους. Γιατί το σχολείο πρέπει να ενώνει κι όχι να χωρίζει. Γιατί όλα τα παιδιά της Ελλάδας, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους και τη μητρική τους γλώσσα, έχουν δικαίωμα σε ίσες ευκαιρίες. Γιατί οι τοίχοι των σχολείων – γκέτο πρέπει να πέσουν. Γιατί τα μειονοτικά σχολεία δεν έχουν θέση στον 21ο αιώνα. Γιατί είμαστε όλοι Έλληνες (χριστιανοί και μουσουλμάνοι).


Το τέλος της μειονοτικής εκπαίδευσης


Τα αποτυχημένα μειονοτικά σχολεία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένα, αργά ή γρήγορα, να κλείσουν. Η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας για το κλείσιμο της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης (ΕΠΑΘ-η οποία είχε ιδρυθεί στις 31-10-1968) συνοδεύτηκε από ένα σχόλιο της ειδικής γραμματέως διαπολιτισμικής εκπαίδευσης που χαρακτήριζε την ΕΠΑΘ «ένα σύστημα έωλο, ένα απαρτχάϊντ στην εκπαίδευση». Φαίνεται ότι σιγά-σιγά όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν ότι κάθε μορφής εκπαιδευτικές διακρίσεις δεν έχουν θέση σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Έτσι, το Υπoυργείο έκρινε πως δεν έχει νόημα να συνεχίζεται η λειτουργία μιας παιδαγωγικής ακαδημίας, η οποία παράγει αποφοίτους που θα υπηρετήσουν αποκλειστικά στα υποβαθμισμένα μειονοτικά σχολεία. Η εξασφάλιση της ισονομίας για όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες μαθητές συμπεριλαμβάνει ίδιο επίπεδο διδασκαλίας, ισότιμο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών και δασκάλους με ίδιο εκπαιδευτικό υπόβαθρο. Αυτό βέβαια θα πρέπει να γίνεται με σεβασμό των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και της μητρικής γλώσσας των μαθητών.

Οι 224 αδιόριστοι απόφοιτοι της ΕΠΑΘ, καθώς και οι απόφοιτοι της ΕΠΑΘ που υπηρετούν σήμερα στα μειονοτικά σχολεία, μερικές φορές ανησυχούν για το μέλλον τους, στην περίπτωση συρρίκνωσης της μειονοτικής εκπαίδευσης. Η συρρίκνωση αυτή είναι ήδη ορατή, καθώς, όλο και περισσότεροι μουσουλμάνοι γονείς επιλέγουν για τα παιδιά τους τα δημόσια σχολεία. Ο σύλλογος των ΕΠΑΘιτών, εκφράζοντας συντεχνιακά συμφέροντα, έχει κατά καιρούς υπερασπιστεί ένα παρωχημένο σύστημα μειονοτικής εκπαίδευσης. Η καλύτερη απάντηση στους δικαιολογημένους φόβους των αποφοίτων της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσ/νίκης μπροστά στην ανεργία, θα ήταν η διαβεβαίωση, εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας, ότι θα υπάρξει πρόβλεψη για σταδιακή επαγγελματική αποκατάσταση όλων των αποφοίτων με τον καλύτερο τρόπο (μετάταξη στα δημόσια σχολεία ή σε άλλους οργανισμούς).


Ο σεβασμός της ετερότητας


Η συνύπαρξη γλωσσών, θρησκειών και πολιτισμικών ομάδων στη Θράκη ανά τους αιώνες υπήρξε πάντοτε αρμονική και δημιούργησε πλούσιες πολιτισμικές ωσμώσεις. Πέρα όμως από τις αλληλεπιδράσεις στο επίπεδο του πολιτισμού, είναι βέβαιο πως σήμερα, τόσο οι χριστιανοί, όσο και οι μουσουλμάνοι της Θράκης θέλουν ένα αύριο ειρηνικό για όλους και αγωνίζονται γι' αυτό. Η θεωρία του πολιτικού κόστους έχει καταρρεύσει στην πράξη, αφήνοντας έκθετους τους όποιους πολιτικάντηδες (δημάρχους, νομάρχες, βουλευτές, περιφερειάρχες) προβάλλουν το πρότυπο της φτηνής συναλλαγής αντί για τις αξίες της ισονομίας και του σεβασμού της ετερότητας στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία.

Η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και κανέναν. Πάντοτε σεβόταν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όσο καμία άλλη χώρα, και πάντοτε υπερασπίζονταν πανανθρώπινες αξίες, όπως αυτές των ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση, της προστασίας των μητρικών γλωσσών και του σεβασμού της θρησκευτικής πίστης και της εθνοτικής καταγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, οι φυσικοί ομιλητές των μειονοτικών γλωσσών στη Θράκη (τουρκική, πομακική, ρομά) κατάφεραν να διατηρήσουν τις ιδιαιτερότητές τους απολαμβάνοντας κάθε είδους ελευθερία έκφρασης, γραπτής και προφορικής.

Μπροστά στη θεωρία του πολιτικού κόστους, οι εκάστοτε σύμβουλοι μειονοτικής εκπαίδευσης συμβουλεύουν τους Υπουργούς Παιδείας να μην αλλάξουν τα κακώς κείμενα, να μην είναι εκείνοι που θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά, διότι μπορεί να χαθούν κομματικοί ψήφοι. Το κλίμα φόβου και η θεωρία του «Μην ανοίγετε τους ασκούς του Αιόλου της μειονότητας» απλώνεται συχνά σε τοπικούς προϊσταμένους, δημάρχους, νομάρχες, αστυνομικούς διευθυντές. Όμως, τέτοιες παρωχημένες προσεγγίσεις είναι καιρός να τερματιστούν. Πρέπει όλοι πλέον να συνειδητοποιήσουμε ότι ο καλύτερος σεβασμός της ετερότητας σε μία χώρα είναι η παροχή ισότιμης εκπαίδευσης προς όλους τους πολίτες της.

 

* Ο Νικόλαος Θ. Κόκκας είναι Εκπαιδευτικός.


Σημείωση:  Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΑΓΩΝΑΣ» της Ξάνθης στις 24 & 25 /9/2010

 

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010,  http://pomakohoria.blogspot.com/2010/09/blog-post_24.html

«Κέντρα ευζωίας» τα ελληνικά νησιά

«Κέντρα ευζωίας» τα ελληνικά νησιά

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Η Ελλάδα εξέρχεται από την κρίση δανεισμού, ισχυρίζονται οι γνωστοί για τη φιλαλήθειά τους κυβερνώντες. Η πατρίς, κύριοι, εσώθη διά μίαν εισέτι φοράν. Ήρθε η ώρα της υπέρτατης δικαίωσης του ενδόξου αυτού τέκνου της, του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. «Παρέμεινες Υπερήφανος, συνειδησιακά Ελεύθερος, ιδεολογικά Αδούλωτος, στους πλατείς καθαρούς ουρανούς, διότι εκεί ανεγνώριζες τον φυσικό σου χώρο», όπως διακήρυττε το 1999 ο πατήρ του γνωστού Μίχαλου (υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στη χούντα) για ένα ακόμη άξιο τέκνο της ημετέρας πατρίδος, τον Γεώργιο Χ. Παπαδόπουλο.

Με τα ίδια περίπου λόγια και ο πρόεδρος της Deutsche Bank, ο Γιόζεφ Άκερμαν, μέγας φιλάνθρωπος και φιλέλλην – γνωστός στους διεθνείς τραπεζικούς κύκλους για την αδυναμία που τρέφει για όλα τα πλάσματα της φύσης, ιδίως τα κατοικίδια – παρέδωσε στο Βερολίνο το βραβείο Quadriga (τέθριππο) στον κ. Γ. Παπανδρέου με σκοπό να τον τιμήσει για τη θεσπέσια δουλειά που κάνει στην Ελλάδα. Κι ο τιμηθείς, με νοτισμένα τα μάτια από τη συγκίνηση, αναφώνησε σαν άλλη Βούλα Πατουλίδου: «Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο»… Και αφιέρωσε το βραβείο στους Έλληνες, όπως ακριβώς κάνουν οι ντίβες των Όσκαρ όταν απευθύνονται στους κομπάρσους…


Μπορεί να μας στοίχισε λίγο ακριβά αυτό το βραβείο με την εκχώρηση ολόκληρου του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στη δικαιοδοσία της Deutsche Bank, η οποία έχει αναλάβει επισήμως να το «αποτιμήσει», αλλά χαλάλι στο άξιο τέκνο της πατρίδος. Μπορεί να μη γνωρίζουμε ακριβώς πόσο κόστισε στον Έλληνα φορολογούμενο αυτή η γαλαντομία του κ. Άκερμαν, αλλά μπρος σε τέτοια προσωπικότητα ας πάει και το παλιάμπελο. Προκειμένου να προωθήσουμε τη διεθνή καριέρα του κ. Παπανδρέου, ας πληρώνουμε την πρωθυπουργία του μέχρι δεκάτης γενεάς. Ο Έλληνας για το κέφι του υπήρξε πάντα ανοιχτοχέρης…

 

Εστίες κοινωνικής αθλιότητας

 

Και μπορεί ο κ. Άκερμαν να είχε δίκιο όταν είπε στον κ. Παπανδρέου ότι από ’δώ και πέρα μπορεί να δηλώνει υπερήφανα «Ich bin ein Berliner» (Είμαι ένας Βερολινέζος), όμως ο τελευταίος όλο και περισσότερο αποφεύγει ακόμη και τη σκέψη: «Ich bin ein Griehe» (Είμαι ένας Έλληνας). Δείτε, π.χ., πώς απάντησε σε συνέντευξη της «Die Welt» (30.9) σχετικά με την πώληση ελληνικών νησιών. Αναλύοντας το «όραμά» του για τη χώρα, τόνισε ότι «η Ελλάδα οφείλει να γίνει το κέντρο ευζωίας της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ορισμένοι μάς πρότειναν να πουλήσουμε μερικά νησιά»…

Δημοσιογράφος: «Δύο Γερμανοί βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού».

Γ.Α. Παπανδρέου: «Μια παράλογη πρόταση! Αυτά τα νησιά είναι θησαυρός για όλους τους Ευρωπαίους. Όχι για λίγους πλούσιους, που θα τα αγοράσουν. Θέλουμε να τα μετατρέψουμε σε νησιά ευζωίας».

Τώρα, αν εσείς νομίζετε ότι τα ελληνικά νησιά είναι ή πρέπει να είναι κέντρα ευζωίας πρώτα απ’ όλα για τους κατοίκους τους, αλλά και για όλους τους υπόλοιπους κατοίκους της χώρας, απλά αυταπατάστε. Αν νομίζετε ότι ετούτος ο τόπος σάς ανήκει, ξεχάστε το. Η χώρα και τα νησιά της στο «όραμα» του κ. Παπανδρέου είναι να μετατραπούν σε κέντρα ευζωίας των Ευρωπαίων, όπως ακριβώς η Κούβα του δικτάτορα Μπατίστα είχε μετατραπεί σε κέντρο ευζωίας των Αμερικάνων.

Αν όλα τα «κέντρα ευζωίας» ανά την υφήλιο συνδέονται με την εκπόρνευση του ντόπιου πληθυσμού, με την άνθιση του οργανωμένου εγκλήματος, με τη γενίκευση της κοινωνικής αθλιότητας και με μια άκρως παρασιτική οικονομία – έρμαιο των βίτσιων της διεθνούς αγοράς, σ’ αυτό δεν φταίει ο κ. Παπανδρέου, αλλά το κακό το ριζικό μας.

Γι’ αυτό και ο κ. Παπανδρέου λειτουργεί ως Ευρωπαίος πολιτικός και όχι ως πρωθυπουργός κυρίαρχου κράτους. Άλλωστε τι έχει απομείνει από την κυριαρχία της χώρας; Μόνο κάτι τυπικά. Η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να τα εξαλείψει κι αυτά. Δεν είναι τυχαίο που η δική μας κυβέρνηση ήταν από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη, που προσυπέγραψε και αποδέχτηκε τη μετατροπή της ευρωζώνης σε γαλλογερμανικό Νταχάου κάτω από το νέο καθεστώς της «οικονομικής διακυβέρνησης».

 

Φορολογία… Αλ Καπόνε!

 

Πριν καν δημοσιοποιηθούν οι 6 βασικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που προβλέπουν την ασφυκτική εποπτεία των δημόσιων και μακροοικονομικών λειτουργιών της οικονομίας και την αυτοματοποίηση των κυρώσεων εναντίον των κρατών – μελών, πριν ζητηθεί επίσημα από τα κράτη – μέλη να νομιμοποιήσουν αυτές τις αντιδραστικές αλλαγές με κυβερνητικές νομοθετικές πράξεις, η δική μας κυβέρνηση είχε ήδη συμμορφωθεί. Ο κ. Παπακωνσταντίνου ήδη από τις 7.9 σε συνέντευξή του στο περιθώριο των συμβουλίων Eurogroup και Ecofin δήλωνε:

«Όπως ξέρετε, υπάρχει συμφωνία για το “Ευρωπαϊκό Εξάμηνο”. Το “Ευρωπαϊκό Εξάμηνο” είναι μια αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του πλαισίου του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με βάση αυτό θα υπάρξει μια συζήτηση. Θα υπάρχει τον Απρίλιο κάθε έτους η υποβολή των σχεδίων από κάθε χώρα, των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά και προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων. Εδώ θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα, από τον Ιούλιο, έχει ένα νέο δημοσιονομικό πλαίσιο με την ψήφιση του σχετικού νόμου στη Βουλή που εναρμονίζεται πλήρως και, θα έλεγα, εκ των προτέρων στην αλλαγή αυτή του “Ευρωπαϊκού Εξαμήνου”».

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση όχι μόνο συμφώνησε με το «εαρινό εξάμηνο», που συνιστά την ουσιαστική μεταφορά της αρμοδιότητας κατάρτισης του κρατικού προϋπολογισμού στις Βρυξέλλες, αλλά είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος για τη νομιμοποίησή του με νόμο από τον Ιούλιο. Φυσικά, η κυβέρνηση ούτε και με την αυτοματοποίηση των κυρώσεων είχε κανένα πρόβλημα. Για έναν πρωθυπουργό και υπουργούς που έχουν συνηθίσει να εκτελούν εντολές άνωθεν και έξωθεν, όλα αυτά δεν είναι παρά λεπτομέρειες. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να ολοκληρώσουν την κατεδάφιση της χώρας το ταχύτερο δυνατό, κάτι που στην ορολογία του ΔΝΤ και της Ε.Ε. ονομάζεται «διαρθρωτική αλλαγή».

Έτσι η κυβέρνηση προβαίνει στην περαίωση των φορολογικών δηλώσεων, όχι μόνο επιβεβαιώνοντας τη μόνιμη τακτική… Αλ Καπόνε που έχει υιοθετήσει το κράτος απέναντι στους φορολογούμενους, δηλαδή το να πουλά προστασία, αλλά και για έναν άλλο πολύ πιο σοβαρό λόγο. Η κυβέρνηση βιάζεται να μηδενίσει το κοντέρ με τις εκκρεμούσες φορολογικές υποθέσεις, όχι τόσο για να εισπράξει μέρος από τα καθυστερούμενα, αλλά για να ανοίξει τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών πιστοποίησης και είσπραξης των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση από τις 21.4 έχει ανακοινώσει την παράδοση της «τύχης» εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και σε αυτό των δαπανών, σε πέντε πολυεθνικές: Arthur Andersen, Deloitte & Touche, Ernst and Young, KPMG, Price Waterhouse Coopers. Η ανάληψη των καθηκόντων τους συνδέεται με την εκκαθάριση του τοπίου στον τομέα της φορολογίας. Δεν μπορούν να υπάρχουν φορολογικές εκκρεμότητες τις οποίες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να χειριστεί ο ιδιωτικός φορέας. Ούτε μόνιμο τακτικό προσωπικό στις ΔΟΥ και τις εφορίες. Άλλωστε ο κ. Παπακωνσταντίνου έχει δηλώσει ότι θα κλείσουν οι ΔΟΥ που δεν αποφέρουν έσοδα.

Αυτός είναι ο λόγος που ο μέγας και πολύς κ. Πάγκαλος ανέλαβε να ξεμπερδέψει με τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Όχι μόνο επειδή η τρόικα απαιτεί πάνω από 170 χιλιάδες απολύσεις μόνιμου τακτικού προσωπικού του δημόσιου τομέα, αλλά και γιατί έτσι ανοίγει ο δρόμος για την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του κ. Πάγκαλου, μόνο για τις ένοπλες δυνάμεις, τις δυνάμεις ασφαλείας και το ΣΔΟΕ πρέπει να διατηρηθεί η μονιμότητα. Για όλους τους υπόλοιπους δεν είναι, υποτίθεται, απαραίτητη. Ούτε για τον εκπαιδευτικό, τον νοσηλευτή, τον γιατρό, τον κοινωνικό λειτουργό ούτε για κανέναν.

 

Υπεράνω όλων η «πειθαρχία»

 

Η προσέγγιση αυτή δεν παραπέμπει μόνο σε μια χυδαία αντίληψη για το κράτος, που το θέλει υποχείριο και κτήμα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, των ημετέρων και των υποτακτικών του, χωρίς ούτε καν τους τυπικούς περιορισμούς που θέτει η μονιμότητα. Υποδηλώνει επίσης και τον τρόπο που θέλει η κυβέρνηση τη λειτουργία του κράτους. Όταν τελειώσει με τις «διαρθρωτικές αλλαγές», το κράτος θα έχει ιδιωτικοποιήσει κάθε λειτουργία του εκτός από την κατασταλτική.

Ο μόνος ρόλος που επιφυλάσσουν για το κράτος είναι να καταστέλλει την κοινωνία και τις αντιδράσεις της, να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος που διαρκώς θα αυξάνεται και να επιδοτεί τα ιδιωτικά μονοπώλια που θα έχουν αναλάβει όλες τις άλλες λειτουργίες του. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλες τις Μπανανίες του νεοφιλελευθερισμού.

Αυτή είναι η εσωτερική πτυχή της «ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης». Δεν υπάρχει πια κανένα σημείο επαφής της κυρίαρχης πολιτικής με την πραγματικότητα. Αντίθετα, η ίδια η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο χειραγώγησης της καθαρής θέλησης. Το τι θέλουν οι γραφειοκράτες, οι τραπεζίτες και οι επενδυτές έχει σημασία. Η πραγματικότητα, η οικονομία και φυσικά η ζωή οφείλουν να πειθαρχήσουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι της διοίκησης της ΕΚΤ, σε ομιλία του (15.9) στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, είπε τα εξής:

«Τώρα υπάρχει μια ευρεία συναίνεση σχετικά με το τι πήγε στραβά. Το σύστημα δεν είναι σε θέση να επιβάλει την πειθαρχία που είναι αναγκαία σε μια νομισματική ένωση. Πιο συγκεκριμένα, οι μηχανισμοί που είχαν σχεδιαστεί να προωθήσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία δεν λειτούργησαν όπως αναμενόταν… Οι χώρες της ευρωζώνης δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το νομισματικό εργαλείο για να απαξιώσουν το χρέος τους, έτσι η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών έφερε στην επιφάνεια μια σειρά θεμάτων τα οποία δεν είχαν πλήρως κατανοηθεί στην αρχή της ΟΝΕ.

Το πρώτο είναι ότι οι χώρες μπορεί να έχουν προβλήματα στην εξυπηρέτηση των χρεών τους. Αυτό δεν θεωρήθηκε σημαντικό γιατί το ΣΣΑ υποτίθεται ότι θα απέτρεπε κάτι τέτοιο από το να συμβεί.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να αλλάξουν γρήγορα την αξιολόγησή τους για τη φερεγγυότητα μιας χώρας… Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να κερδίσει χρήματα από τη χρεοκοπία μιας επιχείρησης, ή ακόμη και μιας χώρας, δίχως να έχει επενδύσει ποτέ σ’ αυτή, θέτει ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών και τα οποία δυστυχώς δεν έχουν αντιμετωπιστεί – κατά τη γνώμη μου – στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις.

Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι μια κρατική πτώχευση μπορεί να έχει συστηματικές συνέπειες σε μια νομισματική ένωση σαν αποτέλεσμα των χρηματοπιστωτικών διασυνδέσεων. Αυτό εξηγεί το γιατί οι κίνδυνοι που επηρεάσαν ένα σχετικά μικρό μέρος της ευρωζώνης κατά τη διάρκεια της προηγούμενης άνοιξης είχε τόσο σημαντικές συνέπειες πάνω στο ευρώ».

 

Μαστιγώνουν τον Ελλήσποντο

 

Η λογική αυτή, που θέλει με κανόνες και πλαίσια να πειθαρχήσει διαδικασίες και φαινόμενα που πηγάζουν αυθόρμητα από τη ίδια την εσωτερική λειτουργία της οικονομίας, μοιάζει με τον Πέρση βασιλιά Ξέρξη, που έβαλε να μαστιγώσουν τον Ελλήσποντο γιατί δεν υπάκουε στις διαταγές του. Στην ίδια λογική ο Μπίνι Σμάγκι αποφαίνεται:

«Όποια αλλαγή στη θεσμική συγκρότηση του ευρώ θα πρέπει να ξεκινά με το να αποφύγει τις ίδιες απλοϊκές παραδοχές που έγιναν στο παρελθόν. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω τρεις.

Η πρώτη είναι να νομίζει κανείς ότι οι αγορές έχουν πάντα δίκιο και ότι είναι σε θέση να πειθαρχήσουν τις χώρες και τα χρέη τους. Οι αγορές έκαναν λάθη στο παρελθόν με το να υποτιμούν τον κίνδυνο, είναι το ίδιο πιθανό να το ξανακάνουν τώρα με την υπερτίμησή του και σίγουρα θα κάνουν λάθη στο μέλλον. Το να αφήσει κανείς στις αγορές το καθήκον να πειθαρχήσουν τις πολιτικές του προϋπολογισμού και να αναγκάσουν τα κράτη – μέλη να κάνουν διορθωτικές κινήσεις είναι μια αυταπάτη που μόνο οι οικονομολόγοι μπορούν να έχουν.

Αν πραγματικά θέλουμε να προλάβουμε και να διορθώσουμε ανισορροπίες, ειδικότερα δημοσιονομικές ανισορροπίες, χρειαζόμαστε ισχυρότερους θεσμικούς μηχανισμούς, στο επίπεδο της ευρωζώνης, αλλά και στο εσωτερικό των κρατών. Αυτό σημαίνει περισσότερους κανόνες και αυτόματες κυρώσεις.

Το δεύτερο λάθος είναι να νομίζει κανείς ότι οι κρίσεις μπορούν να αποφευχθούν. Κρίσεις εκδηλώθηκαν στο παρελθόν και είναι πιθανό να εκδηλωθούν στο μέλλον, λόγω μετάδοσης της μόλυνσης. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι γι’ αυτές και να είμαστε σε θέση να τις διαχειριστούμε αποτελεσματικά.

Το τρίτο λάθος είναι να νομίζει κανείς ότι υπάρχουν εύκολες ή “συντεταγμένες” λύσεις στις κρίσεις. Οι κρίσεις είναι ακατάστατες, μεταδοτικές και έχουν ακούσιες συνέπειες».

Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, αυτό που χρειάζεται είναι να διατάξουμε την οικονομία να μην αρρωστήσει, να μην εμφανίσει συμπτώματα όπως είναι τα ελλείμματα και το χρέος. Δεν μας ενδιαφέρει τι τα προκαλεί, ποιες είναι εκείνες οι διαδικασίες που αντικειμενικά γεννούν αυτά τα συμπτώματα. Απλώς δεν πρέπει να υπάρχουν. Και για να γίνει αυτό επιβάλλουμε καθεστώς κυρώσεων και ασφυκτικού ελέγχου. Ένα καθεστώς του αποφασίζουμε και διατάσσουμε, όπου λαοί και χώρες δεν έχουν παρά να πειθαρχήσουν.

Έχει δίκιο ο καθηγητής Μάικλ Χάντσον όταν έγραψε πρόσφατα για «χρηματοπιστωτικό πραξικόπημα» στην ευρωζώνη:

«Η Ευρώπη πρέπει να μετατραπεί σε δημοκρατία της μπανάνας με τη φορολόγηση της εργασίας – όχι του χρήματος και της πίστης, των εταιρειών ασφάλισης και ακινήτων. Οι κυβερνήσεις πρέπει να επιβάλουν βαρύτερους φόρους επί της απασχόλησης και των πωλήσεων και ταυτόχρονα να περικόψουν δραστικά συντάξεις και άλλες δημόσιες δαπάνες…

Αυτό απαιτεί δικτατορία και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει αναλάβει αυτήν την εξουσία από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Η “ανεξαρτησία” της από οιονδήποτε πολιτικό έλεγχο εκθειάζεται ως “σήμα κατατεθέν της δημοκρατίας” από τη σημερινή νέα χρηματιστική ολιγαρχία.

Αυτή η παραπλανητική αναφορά θυμίζει την άποψη του Πλάτωνα ότι η ολιγαρχία είναι απλώς το πολιτικό στάδιο που ακολουθεί τη δημοκρατία. Το επόμενο βήμα της νέας εξουσιαστικής ελίτ σ’ αυτό το αιώνιο πολιτικό τρίγωνο είναι το να μετατρέψει τον εαυτό της σε κληρονομική – καταργώντας ως αρχή τις φορολογίες της περιουσίας – έτσι ώστε να μετατραπεί σε αριστοκρατία… Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή ολοκληρωτικής νεοφιλελεύθερης εξουσίας» («Counterpunch», Weekend Edition, October 1-3, 2010).

Το ερώτημα είναι:

Γιατί η χώρα και ο λαός της πρέπει να αποδεχτούν αυτήν τη μετεξέλιξη της ευρωζώνης και της Ε.Ε.;

Ποιος περίεργος και τερατώδης λόγος τής επιβάλλει να τα υπομένει όλα αυτά;

Μήπως τελικά η απαλλαγή από το δημόσιο χρέος είναι μια καλή ευκαιρία για να απαλλαγούμε τελειωτικά και από τα δεσμά που εξυφαίνονται στην Ε.Ε. ερήμην και εις βάρος των λαών;

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 07-10-10, http://www.topontiki.gr/article/10284

Mέτρα λιτότητας – αύξηση ελλειμμάτων

Τα μέτρα λιτότητας οδηγούν συχνά σε αύξηση ελλειμμάτων

 

Συνέντευξη του JAN Α. KREGEL

(Από τους επιφανέστερους μετα-κεϊνσιανιστές οικονομολόγους) στον Χρόνη Πολυχρονίου

 


 

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ αποδείξεις ότι το κρατικό χρέος και τα ελλείμματα επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη, υπογραμμίζει ο διεθνούς φήμης οικονομολόγος Jan Kregel. Ο ίδιος σημειώνει πως οι προοπτικές ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία είναι σχεδόν ανύπαρκτες όσο ακολουθεί την πολιτική του ΔΝΤ και της Ε.Ε.

Με εξαίρεση τη Γερμανία, οι ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονται σε ύφεση και οι κυβερνήσεις επιβάλλουν αυστηρά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας.

Δύο συσχετιζόμενες ερωτήσεις: πρώτον, επηρεάζουν την ανάπτυξη οι υψηλές αναλογίες κρατικού χρέους (βασικό αξίωμα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης), και, δεύτερον, λειτουργούν θετικά τα μέτρα λιτότητας σε περιόδους οικονομικής ύφεσης;

 

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι υψηλές αναλογίες κρατικού χρέους επηρεάζουν την ανάπτυξη. Τρέχουσες αναλογίες υψηλού χρέους είναι το αποτέλεσμα (προηγούμενων) συσσωρευμένων ελλειμμάτων. Ένας σημαντικότερος δείκτης είναι το ποσοστό αλλαγής της αναλογίας του χρέους στο ΑΕΠ, που δείχνει ότι τα φορολογικά ελλείμματα αυξάνονται γρηγορότερα από το ΑΕΠ. Εδώ είναι σημαντικό να δούμε το δεύτερο σκέλος του ζητήματος, που έχει να κάνει με την επίπτωση των ελλειμμάτων στην ανάπτυξη. Εξ ορισμού, μια αύξηση του κρατικού ελλείμματος θα αυξήσει το εθνικό εισόδημα, εκτός αν υπάρχει μια αντισταθμίζουσα αλλαγή στη συμπεριφορά των νοικοκυριών ή του επιχειρηματικού τομέα. Υπάρχει μια σχολή σκέψης που υποστηρίζει ότι ένα κυβερνητικό έλλειμμα θα αναγκάσει τις οικογένειες να αποταμιεύσουν περισσότερο και τις επιχειρήσεις να κάνουν λιγότερες επενδύσεις, αντισταθμίζοντας ακριβώς τον αντίκτυπο της κρατικής δαπάνης. Εντούτοις, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ότι τέτοιες αντιδράσεις πραγματοποιούνται.

Τώρα μπορούμε να απαντήσουμε στην ερώτηση σας σχετικά με τα μέτρα λιτότητας. Τα μέτρα λιτότητας μειώνουν την ανάπτυξη και, ως επακόλουθο, τα έσοδα από φόρους για το κράτος, οδηγώντας συχνά σε αύξηση των ελλειμμάτων. Αυτό συνέβη στην Αργεντινή το 1999 και το 2000. Ο μοναδικός τρόπος που θα μπορούσαν τα μέτρα λιτότητας να έχουν θετικό όφελος στην ανάπτυξη είναι εάν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αποφασίσουν να αυξήσουν τα έξοδά τους την ίδια στιγμή που τα εισοδήματά τους και οι πωλήσεις τους πέφτουν. Αλλά, ξανά, μια τέτοια αντίδραση δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ κατά τη διάρκεια μιας συνεχούς χρονικής περιόδου.

 

Σχεδόν ολότελα χρεοκοπημένη, η οικονομική πολιτική της Ελλάδας έχει τώρα περάσει στα χέρια του ΔΝΤ και της Ε.Ε. Όμως οι αγορές δεν εμφανίζουν κανένα σημάδι εμπιστοσύνης στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Ποιες είναι οι απόψεις σας σχετικά με αυτή την κατάσταση;

 

Η επιτυχία του νέου πακέτου οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από την ανάπτυξη που θα αποφέρει μεγαλύτερα ποσοστά φόρου για το κράτος και θα δημιουργήσει ένα πλεόνασμα που θα διατεθεί για την αποπληρωμή κρατικών ομολόγων που εκκρεμούν. Δεδομένου ότι ο άμεσος αντίκτυπος της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα είναι η μείωση των εγχώριων εισοδημάτων, η μόνη πηγή αυξανόμενων δαπανών είναι μέσω εξαγόμενων αγαθών στους ξένους αγοραστές. Ο κανονικός τρόπος για να γίνει αυτό είναι με την υποτίμηση του νομίσματος, όμως αυτό είναι αδύνατο στην περίπτωση της Ελλάδας εφόσον έχει δοθεί όρκος στη διατήρηση του ευρώ. Η άλλη δυνατότητα είναι οι ξένοι αγοραστές να έχουν υψηλότερα εισοδήματα ή να αντικαταστήσουν τα προϊόντα άλλων χωρών με ελληνικά προϊόντα. Σε παγκόσμια κλίμακα, πάντως, τα εισοδήματα δεν αυξάνονται, με εξαίρεση αυτών σε μερικές ασιατικές χώρες, αλλά οι εκεί οικονομίες στηρίζονται καθαρά στις εξαγωγές και όχι στις εισαγωγές. Κατά συνέπεια, με τις προοπτικές της ελληνικής ανάπτυξης να είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμες, η δυνατότητα να ξεπληρωθεί το κρατικό χρέος είναι πολύ περιορισμένη εκτός και αν υπάρξει κάποια πρόσθετη βοήθεια από την ΕΚΤ ή τα άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ξένοι επενδυτές κινούνται όχι με βάση την απόδοση της ελληνικής οικονομίας, αλλά με βάση τις ενέργειες των οργάνων της Ε.Ε. για διάσωση της ελληνικής κυβέρνησης. Καθώς κάτι τέτοιο εμφανίζεται όλο και λιγότερο πιθανό, τα spreads για το ελληνικό χρέος θα συνεχίσουν να αυξάνονται, κάνοντας όλο και πιο δύσκολη την αποπληρωμή του χρέους.

 

Πιστεύετε ότι κινδυνεύει το μέλλον της ευρωζώνης;

 

Ναι. Αν δεν υπάρξει κάποιος μηχανισμός που θα εξασφαλίσει ότι το διευρωπαϊκό εμπόριο είναι ισορροπημένο, χώρες όπως η Γερμανία θα συνεχίσουν να κλέβουν ζήτηση από την υπόλοιπη ευρωζώνη και να εμφανίζονται ότι πάνε καλά οικονομικά όταν, στην πραγματικότητα, αυτό είναι αποτέλεσμα των ελλειμμάτων και της αργής ανάπτυξης στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Η άλλη εναλλακτική λύση θα ήταν ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μέσα στην ευρωζώνη, που θα απαιτούσε τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού προϋπολογισμού για την Ε.Ε., αλλά αυτό το σενάριο φαίνεται μάλλον απίθανο. Η Γερμανία θεωρεί ότι στηρίζει τις οικονομίες στην ευρωζώνη που χωλαίνουν, αλλά στην πραγματικότητα γίνεται το αντίθετο: οι χώρες με ελλείμματα είναι αυτές που στηρίζουν την πολιτική επαίτη για τους γείτονες που ασκεί η Γερμανία.

Τέλος, το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει οποιαδήποτε οικονομία στην ευρωζώνη είναι ότι έχει παραδώσει τη νομισματική της κυριαρχία στην ΕΚΤ. Η εξυπηρέτηση του χρέους απαιτεί κρατικό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Εάν οι οικονομίες της ευρωζώνης θέλουν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα αντιμετωπίζει δημοσιονομικά προβλήματα και προβλήματα χρηματοδότησης πρέπει να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν πλεονάσματα, όπως η Γερμανία. Αλλά αυτό δεν μπορούν να το κάνουν συγχρόνως όλες οι οικονομίες της ευρωζώνης, εκτός αν όλες βασίζονται στην ανάπτυξη της ξένης ζήτησης για τα αγαθά τους. Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι ότι μια τέτοια προσπάθεια οδηγεί στη στασιμότητα, που τελικά θα αποδειχθεί πάρα πολύ δαπανηρή πολιτικά και η ευρωζώνη είτε θα καταρρεύσει είτε θα αλλάξει ο τρόπος που λειτουργεί η ΕΚΤ ή θα καθιερωθεί μια δημοσιονομική οικονομική της Ε.Ε.

 

Ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς είναι ένα εγγενώς ασταθές σύστημα και οι απορυθμισμένες χρηματοοικονομικές διαδικασίες των τελευταίων 15-20 ετών μάς οδήγησαν στην παρούσα παγκόσμια κρίση. Πόσο πιθανό είναι να υπάρξουν παγκόσμιες ρυθμίσεις στο πλαίσιο ενός νέου Bretton Woods;

 

Το σύστημα Bretton Woods είχε ελάχιστα να κάνει με την απορύθμιση των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Αυτό ήταν, πρωτίστως, αποτέλεσμα της κατάρρευσης του αμερικανικού συστήματος ρύθμισης των χρηματαγορών το οποίο βασιζόταν στον διαχωρισμό μεταξύ καταθετικών τραπεζών και επενδυτικών τραπεζικών διεργασιών. Εντούτοις, η πτώση του συστήματος του Bretton Woods και η εισαγωγή των εύκαμπτων συναλλαγματικών ισοτιμιών συνέβαλαν στη δημιουργία των αγορών παραγώγων στο ξένο συνάλλαγμα και στα επιτόκια και την εκρηκτική άνοδο των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου. Οι σημαντικότερες πηγές αστάθειας εντοπίζονται, συνεπώς, στην παγκόσμια λειτουργία των μεγάλων χρηματοοικονομικών θεσμών και στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου. Είναι απίθανο ότι ένα άλλο σύστημα Bretton Woods θα ήταν σε θέση να επιλύσει αυτά τα προβλήματα. Αυτά θα μπορούσαν, εντούτοις, να επιλυθούν σε εθνικό επίπεδο με την αποσυναρμολόγηση των τραπεζών που είναι «πολύ μεγάλες για να αποτύχουν», με την εισαγωγή κανονισμών που περιορίζουν τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου και αυξάνουν το κόστος των πολυεθνικών επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε πολιτικές outsourcing παραγωγής.

 

* Ο Jan Α. Kregel είναι ένας από τους εξέχοντες μετα-κεϊνσιανιστές οικονομολόγους.  Σπούδασε στο Κέιμπριτζ (με τους Joan Robinson και Nicholas Kaldor) και ολοκλήρωσε τις διδακτορικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο Rutgers των ΗΠΑ.

Διατέλεσε επικεφαλής πολιτικής ανάλυσης και ανάπτυξης στο Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών και ειδικός σύμβουλος στα διεθνή χρηματοοικονομικά και μακροοικονομικά στο γραφείο της Νέας Υόρκης του Συνεδρίου των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη.

Ήταν επί χρόνια κάτοχος της έδρας Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και από το 2006 είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών και Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Ταλίν στην Εσθονία.

 

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση,  Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=news.el.oikonomia&id=211915

 

Εμπρηστικά….

Εμπρηστικά….

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 


 

Ο Πρωθυπουργός μίλησε (7-10-10) για εμπρηστές και πυροσβέστες. Στην προσπάθειά του, προφανώς, να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον των αηδιασμένων ψηφοφόρων, για τις επικείμενες δημοτικές εκλογές. Και προκάλεσε την οργή και αγανάκτηση του λαού, που καίγεται και τσουρουφλίζεται , στο κρεματόριο του Μνημονίου. Που, ασφαλώς, δεν χρειαζόταν ινστρούχτορες, για να καταλάβει ποιοι, στην προκειμένη περίπτωση, είναι οι εμπρηστές.

Ποιοι, δηλαδή, σώριασαν βουνά τα προσανάμματα. Τα μούσκεψαν, με λάδι και πετρέλαιο και βενζίνα και άναψαν τη θρυαλλίδα. Και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή, που το μαφιόζικο, ναζιστικό καθεστώς των τοκογλύφων είχε προγραμματίσει να επιβάλλει, σε βάρος μας τη δολοφονική κυριαρχία του….

Γιατί η αποπνικτική και δηλητηριώδης αιθαλομίχλη, που σκεπάζει τον ουρανό της Ελλάδας, δεν είναι μόνο γαλάζια, αλλά και αποκρουστικά πράσινη.

Μάταια, λοιπόν, προσπαθούν οι εμπρηστές να παρασύρουν το λαό στην παγίδα μιας ακόμη ολέθριας αυτοκτονικής εκλογικής εξαπάτησης.

Μάταια επιδίδονται σε βιντεομαχίες και από τηλεοράσεως κατινομαχίες, σκαλίζοντας ο ένας την κοπριά και τη δυσοσμία του άλλου.

Μάταια ανακυκλώνουν τα χιλιοειπωμένα ψεύδη, τις απάτες, τις μίζες, τις κλοπές, τις εκατέρωθεν καταχρήσεις.

Μάταια τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ αναφέρονται σε «δριμύτατες», τάχα, επιθέσεις και «σκληρότατες», δήθεν, αποκρούσεις, ένθεν κακείθεν. Για να πυροδοτήσουν, με τις πανάθλιες κομματικές φαρσοκωμωδίες, τον προεκλογικό οίστρο της αποτροπιασμένης κοινής γνώμης. Ο λαός έχει βγάλει τα συμπεράσματά του.

Και τα έχει βγάλει, όχι μόνο από τις δικές τους ακατάσχετες αλληλοκατηγορίες, αλλά κι απ’ την οδυνηρή καθημερινή πραγματικότητα, που ο ίδιος υποφέρει….

Αλά κι όλη η υφήλιος έχει καταλάβει ότι αυτά, που πληρώνει ο ελληνικός λαός «τα έφαγαν μαζί» οι πράσινοι και οι γαλάζιοι εμπρηστές.  Και κανείς δεν μπορεί να περιμένει κανενός είδους πυροσβέστες απ’ τη γαλαζοπράσινη ληστοσυμμορία.

 

παπα-Ηλίας, 9-10-2010

 

http://papailiasyfantis.wordpress.com

Το μαύρο σενάριο για εξεύρεση 300 δις ευρώ

Το μαύρο σενάριο για την εξεύρεση 300 δις ευρώ

 

Του Πάνου Παναγιώτου*

 

 

Όταν πριν από 200 χρόνια το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, βρισκόμενο σε απελπιστική οικονομική κατάσταση, στράφηκε στην Ευρώπη προς αναζήτηση δανεικών κεφαλαίων, οι έμποροι χρέους έθεσαν για πρώτη φορά σε λειτουργία έναν τύπο ομολόγων που είχαν κατασκευαστεί μερικές δεκαετίες νωρίτερα, τα οποία ονομάζονταν «καλυμμένα».  Επρόκειτο για δάνεια που διέπονταν από μία ειδική νομοθεσία εξαιρετικά ευνοϊκή για τους δανειστές, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, καλύπτονταν επί του συνόλου του δανείου τους προς την Ελλάδα με εμπράγματες ασφάλειες επί της δημόσιας περιουσίας και είχαν την άδεια να εποπτεύουν την ελληνική οικονομία και να αποφασίζουν πώς θα γινόταν η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών με τρόπο τέτοιο ώστε να εξασφαλίζονταν πρώτα η αποπληρωμή των δόσεων των δανείων και έπειτα οτιδήποτε άλλο, όπως δαπάνες για την άμυνα, για δημόσια έργα, για την υγεία κλπ.

Στην Ελλάδα του σήμερα συμβαίνει κάτι παρόμοιο, με το μηχανισμό στήριξης να αποτελεί στην ουσία του ένα μηχανισμό μεταφοράς του ελληνικού χρέους από τις τράπεζες προς το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και τα κράτη της ΕΕ με την παράλληλη μετατροπή του ελληνικού χρέους από διεπόμενο από το ελληνικό δίκαιο σε διεπόμενο από το αγγλικό και από ελεύθερο από εμπράγματες ασφάλειες επί του ελληνικού δημοσίου σε επιβαρυμένο με αυτές αλλά και με την άδεια στους νέους δανειστές της Ελλάδας να διαχειρίζονται τα οικονομικά της έτσι ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι αποπληρωμές των δόσεων θα γίνονται κανονικά.

Αν οι δόσεις πληρώνονται στην ώρα τους η Ελλάδα θα μπορεί να παραμένει στην αγκαλιά του μηχανισμού στήριξης. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν είναι δεδομένο ότι θα συμβεί καθώς το ελληνικό χρέος αυξάνεται αντί να μειώνεται και θα ανέρχεται στα 400 δις ευρώ μέχρι το 2012 (στοιχεία από το Bloomberg) ενώ, ήδη, σήμερα οι δόσεις της Ελλάδας ανέρχονται στα 4 δις ευρώ μηνιαίως, ποσό το οποίο είναι υπέρογκο. Επιπλέον και ως γνωστό, η Ελλάδα δεν ελέγχει το νόμισμα της ώστε να μπορεί να το υποτιμήσει, δεν έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων ώστε να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της, ταλανίζεται από τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρώπη, το μεγαλύτερο αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης, ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας ενώ τρέχει ένα δημοσιονομικό πρόγραμμα με τα σκληρότερα μέτρα που έχουν ληφθεί ποτέ σε χώρα εν καιρώ ειρήνης τουλάχιστον από το 1980 (σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ).

Έτσι, ένα σενάριο που δε μπορούμε σε καμία περίπτωση να αποκλείσουμε είναι αυτό που θέλει τις ανάγκες της Ελλάδας για δανεικά κεφάλαια να αυξάνονται στα επόμενα χρόνια την ώρα που η ικανότητα της για αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων θα μειώνεται.

Όταν η Ρωσία είχε βρεθεί σε ένα λιγότερο ασφυκτικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον από αυτό στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, αναγκάστηκε να πουλήσει 20 από τις 27 χιλιάδες δημόσιες επιχειρήσεις της περίπου στο 10% της πραγματικής τους αξίας (μεταξύ του 1993 και 1995) αλλά ακόμη και έτσι δε μπόρεσε να αποτρέψει την χρηματοπιστωτική κρίση που τη χτύπησε λίγα χρόνια αργότερα, φτάνοντας την στα όρια της πτώχευσης. Μα ακόμη και αν η Ελλάδα αποφασίσει να πουλήσει σε τιμή ευκαιρίας όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, τα χρήματα που θα συγκεντρώσει είναι ελάχιστα μπροστά σε αυτά που απαιτούνται για να βγει από την κρίση στην οποία έχει επέλθει.

Υπάρχει, όμως, κάτι άλλο το οποίο θα μπορούσε να βγάλει προς πώληση και σύμφωνα με πληθώρα στοιχείων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας από το Νοέμβριο του 2009 μέχρι σήμερα αλλά και με στοιχεία από πρόσφατη έρευνα του Bloomberg αυτό είναι δημόσια γη και ελληνικά νησιά που ανήκουν στο κράτος, η συνολική αξία των οποίων φτάνει τα 300 δις ευρώ. Και πριν βιαστεί κανείς να σκεφτεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ η Ελλάδα να προβεί σε μία τέτοιου είδους πώληση είναι καλό να λάβει υπόψη του ότι, ήδη, από τον Ιανουάριο του 2010 έχουν γίνει σχετικές δηλώσεις από Έλληνες ιθύνοντες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη τέτοιας πρόθεσης, ενώ μετά την υπογραφή της συμφωνίας για το μηχανισμό στήριξης οι δανειστές της Ελλάδας έχουν, πλέον, το δικαίωμα να βγάλουν μόνοι τους αυτήν την κρατική περιουσία προς πώληση προκειμένου να εισπράξουν τα χρήματα που της έχουν δανείσει, σε περίπτωση που η Ελλάδα καθυστερήσει στην αποπληρωμή των δόσεων των δανείων της.

Και αν τελικά το σενάριο αυτό επιβεβαιωθεί και η Ελλάδα αναγκαστεί να πουλήσει δημόσια γη και ελληνικά νησιά προκειμένου να ξεπληρώσει τους δανειστές της, το κακό που θα την έχει χτυπήσει θα είναι διπλό καθώς από τη μία θα έχει χάσει για πάντα εδάφη της και από την άλλη θα τα έχει δώσει σε τιμή ευκαιρίας μέσα σε ένα καθεστώς οικονομικής απελπισίας. Το χειρότερο όλων, ωστόσο, θα είναι αν μία τέτοια κίνηση βρει έρεισμα στο λαό, ο οποίος όντας σε κατάσταση εξαθλίωσης αποδεχτεί κάτι που μέχρι τότε θα θεωρούσε αδιανόητο.

 

* Ο Πάνος Παναγιώτου είναι Διευθυντής Ελληνικής Κοινότητας Τεχνικής Ανάλυσης,  info@ekta1.gr

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 08 Οκτώβριος 2010 23:35,  http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/——300—2010100828634/

Παιχνίδι, αφήγηση και τεχνολογία

Παιχνίδι, αφήγηση και  τεχνολογία

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη *

 

 

Αναζητώντας το ψηφιακό ανάλογο της ανθρώπινης «παραμυθίας» στην εφαρμοσμένη επικοινωνία, ανακαλύπτουμε πως  το παιχνίδι, η αφήγηση και η τεχνολογία εμφανίζουν πολλαπλές σχέσεις και αλληλεπικαλυπτόμενες  συνέργειες. Γιατί η παραγωγή και η λειτουργία της αφήγησης, σε όλες τις εκφάνσεις και μορφές της, στο λόγο, στην εικόνα, στο θέατρο, στην τέχνη, εντάσσεται στο χώρο του παικτού, αλλά και ταυτόχρονα τον τροφοδοτεί.

Η έννοια, εξάλλου, του «κοινωνικού» παιχνιδιού εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων του ανθρώπου και  μπορεί να μας ενθέτει, ως ανθρώπινες ψηφίδες, στο μωσαϊκό μιας συλλογικής μνήμης και συνείδησης.  Οι διαδρομές που μπορεί να διανύει το στοιχείο του παιχνιδιού, από τη διασκέδαση της καθημερινότητας έως τη βαθύτερη «παραμυθία» της ανθρώπινης ύπαρξης είναι απεριόριστες. Οι συνιστώσες αυτές αντανακλώνται σε ό,τι σήμερα ονομάζουμε ψηφιακή αφήγηση και ψηφιακό παιχνίδι. Τα παραπάνω ζητήματα συνθέτουν μια διευρυμένη και διεπιστημονική προβληματική- αναφορά στη βράβευση του ψηφιακού παιχνιδιού-παραμυθιού «Το Μαγικό Φίλτρο» με το Comenius EduMedia Medaille τον Ιούνιο 2009. (www.media.uoa.gr/epinoisi/docs/publ/MagikoFiltro-1selida.pdf). 

Περιπαίζοντας τον κόσμο των ενηλίκων με το  παιχνίδι, την παρωδία της ζωής των ενηλίκων και τη συμβολική αντιστροφή της, «τα παιδία παίζει». Στην κλασική ανθρωπολογική και παιδαγωγική βιβλιογραφία το παιδικό παιχνίδι αναλύεται ως πεδίο εκμάθησης αξιών, συμπεριφορών, δεξιοτήτων και γνώσεων που οδηγούν στην  βαθμιαία κοινωνική ένταξη ή ενσωμάτωση του παιδιού στον κυρίαρχο πολιτισμό μιας κοινωνίας. Οι παραδοσιακές θεωρίες για την κοινωνικοποίηση υποστηρίζουν πως  μία από τις βασικές λειτουργίες του συμβολικού παιχνιδιού είναι η εξάσκηση των παιδιών στους μελλοντικούς ενήλικους ρόλους μέσω της μίμησης των ρόλων αυτών.  Η μιμητική λειτουργία του παιχνιδιού συχνά προεξοφλείται και στις αναλύσεις των παιχνιδιών που αντλούν τα θέματά τους από τον κόσμο της μυθοπλασίας που προσφέρει η παράδοση ή η σύγχρονη πολιτιστική βιομηχανία που απευθύνεται σε παιδιά  όπως τα λογοτεχνικά είδη (παιδική λογοτεχνία και παραλογοτεχνία), το θέατρο, ο κινηματoγράφος, η τηλεόραση τα νέα ψηφιακά μέσα κ.ά.  Σύμφωνα με αυτή τη λογική, τα παιδιά δεσμεύονται από τα σενάρια που προσφέρουν τα σύγχρονα αφηγηματικά είδη και τα αναπαράγουν στο παιχνίδι τους.

Με την αμφισβήτηση ωστόσο του παθητικού μοντέλου της κοινωνικοποίησης και την απόδοση ενεργητικού ρόλου στα παιδιά και στο παιχνίδι τους τέθηκε υπό αμφισβήτηση και η απόδοση του συμβολικού παιχνιδιού ως απλής αντιγραφής των κόσμων που επιλέγουν να αναπαραστήσουν τα παιδιά.. Όταν παρατηρεί κανείς το παιχνίδι από την οπτική γωνία των παικτών παρατηρεί ότι η φαινομενική πιστή αναπαράσταση μίας πραγματικής ή φαντασιακής κατάστασης υποτάσσεται στους εκάστοτε στόχους των παιδιών, ενώ στους στόχους αυτούς συχνότατα περιλαμβάνεται η γελοιοποίηση των ενηλίκων και η αντιστροφή της καθιερωμένης ιεραρχίας. Παραδείγματα παιγνιωδών περιστατικών που αντλούν τη θεματολογία τους από ποικίλες αφηγηματικές πηγές ( π.χ. από την προφορική και γραπτή παράδοση) οι οποίες αναμειγνύονται με τον κόσμο της καθημερινής εμπειρίας των παιδιών με στόχο τη διακωμώδηση χαρακτήρων και την ανατροπή καταστάσεων και ιεραρχιών με τα οποία έρχονται καθημερινά αντιμέτωπα τα παιδιά στη ζωή τους, αναφορά σε μερικούς  προβληματισμούς για τις αναπαραστατικές ιδιότητες του παιδικού παιχνιδιού ως πεδίου διαδραμάτισης, απεικόνισης, αναπαραγωγής  ή /και δημιουργίας φαντασιακών καταστάσεων που κινούνται στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ ευταξίας και αταξίας, παράδοσης και νεωτερικότητας, συντηρητισμού και ανατρεπτικότητας, εντοπίζονται από πολλούς ερευνητές. Τα παλιά , χειροποίητα παιχνίδια και η μεταφορά τους στα σύγχρονα μέσα διάδοσης αποτελεί ένα βασικό ζητούμενο για ορισμένους ειδικούς μουσειοπαιδαγωγούς. Άλλωστε, κάθε παιχνίδι είναι μια εκούσια δραστηριότητα : παίζω γιατί νιώθω απόλαυση να παίζω, τίποτα δεν μου το επιβάλλει. Μπορώ να το αναβάλλω ή να το διακόψω ανά πάσα στιγμή,  δεν αποτελεί καθήκον, γίνεται αβίαστα στον ελεύθερο χρόνο μου .Άρα,  είναι μία πραγματική ελευθερία.

Αν το παιχνίδι ήταν απλά ένα παιχνίδι η δαιμονοποίηση των ψηφιακών παιχνιδιών από ένα μέρος της κοινωνίας που σχετίζεται με την ραγδαία εξέλιξή τους και την σαγηνευτική είσοδο της αφήγησης στα δομικά τους χαρακτηριστικά δεν θα προκαλούσε καμιά ιδιαίτερη αίσθηση. Η εξέλιξη όμως αυτή  προδίδει, με μια προσεκτικότερη ανάλυση, τα όρια των προγραμματιστικών δυνατοτήτων και αποκαλύπτει πως βρισκόμαστε ακόμα στα βρεφικά στάδια ενός νέου, υβριδικού είδους που σήμερα έχει την δυνατότητα να προσφέρει ένα μικρό μέρος από αυτά που υπόσχεται. Το ότι το παιχνίδι είναι το πεδίο που οι νέες τεχνολογίες δοκιμάζουν τα όριά τους  είναι το πλέον αναμενόμενο. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του εγχειρήματος παρέχουν απεριόριστη ελευθερία σε σχεδιαστές, προγραμματιστές και εμπόρους,. Η υπνωτιστική υποβολή των ψηφιακών παιχνιδιών σε ανήλικους και ενήλικους έχει πείσει την εκπαιδευτική κοινότητα πως η  εισαγωγή τέτοιου είδους «εργαλείων» στην εκπαιδευτική διαδικασία αποτελούν μονόδρομο και έχει ανοίξει ένα μεγάλο διάλογο για τις συνθήκες και τους όρους αυτής της εισαγωγής. Η  παραδοχή πως η ουσιαστικότερη σχέση αφήγησης – παιχνιδιού είναι αυτή που το παιχνίδι λειτουργεί ως αφορμή για πολλαπλές και ιδιοσυγκρασιακές-υποκειμενικές αφηγήσεις, εξετάζοντας, παράλληλα, το ενδεχόμενο, οι μεγάλες και διαφορετικού προσανατολισμού προσδοκίες,  να φορτώνουν την έννοια του παιχνιδιού με εξωγενή προς τη φύση του ζητούμενα που βάζουν σε κίνδυνο το δικαίωμα του να είναι απλώς ένα παιχνίδι, αποτελεί ζήτημα αρχής.

Οι χωρικές ποιότητες της αφήγησης στο παιχνίδι. Από τα επιτραπέζια στα ψηφιακά παιχνίδια: Στην ιστορική τους εξέλιξη, τα επιτραπέζια παιχνίδια αντανακλούν τις πεποιθήσεις για την τύχη και την ζωή κάθε εποχής. Χρησιμοποιήθηκαν για να εξοικειώσουν τα παιδιά με τον κόσμο στον οποίο ζουν, διδάσκοντας ηθικές αρχές, γεωγραφία, φυσικές επιστήμες, μαθηματικά και ιστορία. Στα επιτραπέζια παιχνίδια αναπτύσσονται διαφορετικά πρότυπα χωρικής οργάνωσης που αποτελούν διαδρομές με αρχή και τέλος, στο πρότυπο της ζωής, και ποικίλες γεωμετρικές μορφές (ευθύγραμμη πορεία, κυκλική οργάνωση, δίκτυο κόμβων, μη ιεραρχημένος χώρος, κλπ). Σε κάθε διαδρομή παρεμβάλλονται συμβάντα και αναπτύσσονται διαφορετικές σχέσεις τύχης και στρατηγικής. Οι διαδρομές αυτές παραπέμπουν συμβολικά στην πορεία ενηλικίωσης και ωρίμανσης με τις δοκιμασίες και επιβραβεύσεις. Με το πέρασμα από τον υλικό χώρο στα ψηφιακά παιχνίδια ξαναβρίσκουμε πολλά από τα παραπάνω χωρικά χαρακτηριστικά και αφηγηματικά σχήματα με τον εμπλουτισμό νέων χωρικών ποιοτήτων (τρισδιάστατα περιβάλλοντα, κλπ) και την προσθήκη αφηγηματικών τεχνικών που προέρχονται από τις αναπαραστατικές τέχνες (κινηματογράφο, θέατρο).

Αφηγηματικές τεχνικές και τύποι ψηφιακών παιχνιδιών: Αν και η αφήγηση μιας ιστορίας δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την δημιουργία ή/και εμπορική επιτυχία ενός ψηφιακού παιχνιδιού, εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό στοιχείο δύο μεγάλων κατηγοριών παιχνιδιών, των Adventure και Role playing games.  Τα αφηγηματικά χαρακτηριστικά των αντίστοιχων λογοτεχνικών ειδών και οι τεχνικές (αφηγηματικές /κινηματογραφικές) που υιοθετούνται για την προώθηση της αφήγησης και την σχέση που διαμορφώνουν με τον παίκτη, με ειδική αναφορά στην περίπτωση του Μαγικού Φίλτρου του προγράμματος ΕΠΙΝΟΗΣΗ επανορίζουν την ίδια την έννοια της αφήγησης , με αφορμή την παρουσίαση και την ανάλυση της δομής των Massive Multiplayer Online Strategy Games (MMOSG).

Προβολή του φαντασιακού, ομαδική διαχείριση της παραμυθίας και παιχνίδι στο Facebook: Ψηφιακές πλατφόρμες ανάδειξης και δράσης κοινωνικών δικτύων, όπως το Facebook, προτείνουν ένα ανεξάντλητο in vivo και in vitro πεδίο έρευνας συμπεριφορών και φαινομένων του ανθρώπου στο διαδίκτυο. Προσφάτως, η ευρεία απήχηση και συμμετοχή που τα δίκτυα αυτά απολαμβάνουν παγκοσμίως αποκαλύπτει μια νέα διάσταση φαντασιακής και ψηφιακής κοινωνικότητας και επικοινωνίας, όπου το παιχνίδι και οι αφηγηματικές δομές του φέρονται να αποτυπώνουν κεντρικά υπαρξιακά θέματα και ψυχοκοινωνικές ανάγκες του ανθρώπου. Τα ψηφιακά παιχνίδια υποστηριζόμενα από τεχνολογικά εικονογραφικά εργαλεία του μέσου (όπως π.χ. το Mafia Wars, το Yo Ville, το Vampires κ.α.) εισάγουν τον χρήστη του Facebook σε μια παιγνιώδη κατάσταση που τον καλεί να δημιουργήσει αυθόρμητα τη δική του αφηγηματική υπόθεση μέσα από τη διανομή και υιοθέτηση ρόλων και ταυτοτήτων, τη χρήση συμβόλων και σημείων, τη συμμετοχή σε φανταστικές ομάδες και τη διαχείριση της δυναμικής της εικόνας και της αφήγησης. Ένα σκηνικό προβολών, αντανακλάσεων και φαντασιακών διαμεσολαβήσεων σκιαγραφεί την εσωτερική πραγματικότητα του παίκτη δραματοποιώντας την προσωπική παραμυθία του και θίγοντας καίρια θέματα της ύπαρξής του: την επιθυμία, το άγχος, την αυτοεικόνα στον καθρέφτη, τη σύγκρουση, το θάνατο, τη σχέση με τον Άλλο. Παράλληλα, η θεματολογία και ο ομαδικός χαρακτήρας των παιχνιδιών αυτών φαίνεται πως απεργάζονται μια ατομική και συλλογική φαντασίωση επιβίωσης και υπεροχής μέσα από την επίκληση φανταστικών εμπειριών συμβίωσης, συνενοχής, αλληλεγγύης, ανταγωνισμού και αντιπαλότητας. Τα παιχνίδια του Facebook επομένως προτείνουν ένα πεδίο προβολής και διαπραγμάτευσης της εσωτερικής πραγματικότητας του παίκτη.

Συμπερασματικά μιλώντας, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και οι ψηφιακές εφαρµογές είναι εξαιρετικά εθιστικά και η αίσθηση του µαγνητισµού που προκαλούν οφείλεται κυρίως στο ότι η ανάπτυξή τους εστιάζει στα ερεθίσµατα αλλά και στις εµπειρίες που αποκοµίζει ο χρήστης κατά την διάρκεια της χρήσης τους. Ένας σχεδιαστής θα πρέπει να είναι σε θέσει να κάνει αυτή την εµπειρία όσο πιο συναρπαστική µπορεί ώστε να κρατήσει αµείωτο το ενδιαφέρον του χρήστη και να επιτύχει τους τελικούς στόχους. Οι κύριες στρατηγικές που θα πρέπει να ακολουθούνται για αυτό είναι η δηµιουργία ενός ενδιαφέροντος βασικού σεναρίου και η δηµιουργία ενός περιβάλλοντος µε υψηλή αλληλεπίδραση.

 

Info: Ημερίδα για το παιχνίδι, την αφήγηση και την τεχνολογία, Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Εφηρμοσμένης Επικοινωνίας και το Εργαστήριο Νέων Τεχνολογιών στην Επικοινωνία, την Εκπαίδευση και τα ΜΜΕ του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010 , Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αμφιθέατρο «Ι. Δρακόπουλος».

Άκου μια ιστορία : η παραδοσιακή τέχνη της προφορικής αφήγησης και η αναβίωσή της στις μέρες μας / επιμέλεια-μετάφραση Ντορίνα Παπαλιού, Αθήνα 1996, εκδόσεις Ακρίτας.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

Γεννήθηκα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο  Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία. Πήρα  Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου και από το 1992 διδάσκω στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχω συγγράψει βιβλία ιστορικού, λογοτεχνικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Παράλληλα, ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και την ποίηση.

 

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος -ιστορικός, Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi , http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr

 

Σε γελάσανε και πάλι – του Γιάννη Ποτ.

Σε γελάσανε και πάλι

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Ο ατομισμός φοβέρα

Τραγουδάει σαν φλογέρα

Στέλνεις μήνυμα καυτό

Μουσική στο κινητό

Η απόσταση μακραίνει

Και ο φίλος σου μωραίνει

Περιμένεις το γιατρό

Μα το θεμέλιο σαθρό

 

Σε ξεγέλασαν και πάλι

Σου τα βάλαν στο κεφάλι

Αξίες, γλώσσα δανεικά

Σ’ έκλεψαν στα ιδανικά

 

Και βαδίζει ο νους μονάχος

Κουλοχέρης μονομάχος

Ο ανεμόμυλος γυρίζει

Βάλε στόχο ψιθυρίζει

 

Η καρδιά σου σπαρταράει

Ο έρωτας σαν τη βαράει

Μη βάζεις τ’ όνειρο στο ράφι

H ζωή θα πάει στράφι

 

12 Σεπτεμβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

 

Του Slavoj Žižek*



Μετάφραση: Πέτρος Παπακωνσταντίνου


Στις φετινές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον των μέτρων λιτότητας στην ευρωζώνη – στην Ελλάδα και, σε μικρότερη έκταση, σε Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία – ήρθαν σε αντιπαράθεση δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Η κυρίαρχη αφήγηση του κατεστημένου προτείνει μια απο-πολιτικοποιημένη εκδοχή της κρίσης ως φυσικού γεγονότος: τα ρυθμιστικά μέτρα παρουσιάζονται όχι ως αποφάσεις στο έδαφος πολιτικών επιλογών, αλλά ως προσταγές μιας ουδέτερης οικονομικής λογικής – αν θέλουμε να σταθεροποιήσουμε την οικονομία μας, είμαστε υποχρεωμένοι να καταπιούμε το πικρό χάπι. Η άλλη αφήγηση, των εργατών, φοιτητών και συνταξιούχων που διαμαρτύρονται, βλέπει τα μέτρα λιτότητας ως άλλη μία απόπειρα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου να αποδιαρθρώσει τα υπολείμματα κοινωνικού κράτους (…).

Αν και υπάρχει δόση αλήθειας και στις δύο αφηγήσεις, στο θεμελιώδες περιεχόμενό τους είναι και οι δύο εσφαλμένες. Η αφήγηση του κατεστημένου αποσιωπά το γεγονός ότι τα τεράστια ελλείμματα συσσωρεύτηκαν ως αποτέλεσμα των τεραστίων κονδυλίων που διατέθηκαν για τη διάσωση των μεγάλων τραπεζών από τα κράτη και από την πτώση των δημοσίων εσόδων λόγω της ύφεσης. Αλλά και το γεγονός ότι το μεγάλο δάνειο που έλαβε η Αθήνα προορίζεται για την αποπληρωμή του ελληνικού χρέους στις μεγάλες γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Από την άλλη πλευρά, η αφήγηση των αντιφρονούντων αποτυπώνει από άλλη μία σκοπιά τη μιζέρια της σημερινής Αριστεράς: Οι διεκδικήσεις της δεν έχουν θετικό, προγραμματικό περιεχόμενο, αλλά μόνο μια γενικευμένη άρνηση απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται το υπάρχον κράτος πρόνοιας. Η ουτοπία δεν βρίσκεται στη ριζοσπαστική αλλαγή του συστήματος, αλλά στην ιδέα ότι μπορεί κανείς να διατηρήσει ένα κράτος πρόνοιας εντός του συστήματος (…).


Ποια Ευρώπη;


Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην ευρωζώνη είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή – εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα-πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινησιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη – κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου.

Ένα πράγμα είναι σαφές: Μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας, κατά τις οποίες οι περικοπές ήταν σχετικά περιορισμένες και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα θα επέστρεφαν σύντομα στη φυσιολογική τους κατάσταση, μπαίνουμε τώρα σε μια περίοδο όπου ένα ορισμένο είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης γίνεται μόνιμο καθεστώς, σταθερά της ύπαρξης, τρόπος ζωής. Φέρνει μαζί της την απειλή πολύ περισσότερο άγριων μέτρων λιτότητας, ακρωτηριασμών κατακτήσεων, συρρίκνωσης των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, περισσότερο προσωρινής απασχόλησης (…).

Σ’ αυτό το φόντο, είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι η συνεχιζόμενη κρίση θα είναι περιορισμένη και ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα συνεχίσει να εγγυάται ένα σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο για διευρυνόμενο πλήθος ανθρώπων. Απέναντι σε μια τέτοια, παράδοξη για ριζοσπάστες, λογική έρχεται να αντιπαρατεθεί το σύνθημα του Μπαντιού: mieux vaut un desastre qu’un desetre- καλύτερα η καταστροφή, παρά η ανυπαρξία! Οφείλουμε να αναλάβουμε το ρίσκο του Συμβάντος, ακόμη κι αν το Συμβάν καταλήξει σε μια «σκοτεινή καταστροφή». Η μεγαλύτερη ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης της Αριστεράς στον εαυτό της είναι ακριβώς ο φόβος της κρίσης. Μια πραγματική Αριστερά παίρνει την κρίση στα σοβαρά, χωρίς αυταπάτες. Η βασική της ενόραση είναι ότι, αν και οι κρίσεις είναι επώδυνες και επικίνδυνες, παραμένουν αναπόφευκτες και αντιπροσωπεύουν το πεδίο στο οποίο οφείλει να δώσει και να κερδίσει τις μάχες της. Να γιατί σήμερα το παλιό σύνθημα του Μάο Τσετούνγκ ακούγεται επίκαιρο: «Κάθε τι κάτω από τον ουρανό βυθίζεται στο απόλυτο χάος- η κατάσταση είναι εξαιρετική»!


Κράτος και τάξεις


(…) Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των θεσμών του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας.

Είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα – π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, ο Μπαντιού είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ο τελικός εχθρός σήμερα δεν είναι ο καπιταλισμός, η αυτοκρατορία ή η εκμετάλλευση, αλλά η δημοκρατία. Είναι η αποδοχή των «δημοκρατικών μηχανισμών» ως ύστατου πλαισίου που εμποδίζει το ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των καπιταλιστικών σχέσεων.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Για παράδειγμα, ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα την άσκηση «αμυντικής βίας» μέσω της οικοδόμησης ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο η αλφαβήτα του μαρξισμού αναφορικά με την ταξική πάλη βρίσκεται στη θέση ότι η «ειρηνική» κοινωνική ζωή είναι από μόνη της έκφραση της (προσωρινής) νίκης μιας τάξης- της κυρίαρχης. Από τη σκοπιά των κυριαρχούμενων και των καταπιεζομένων, η ίδια η ύπαρξη του κράτους, ως οργάνου ταξικής κυριαρχίας, είναι απόδειξη βίας. Ανάλογα, ο Ροβεσπιέρος υποστήριζε ότι η τυραννοκτονία δεν δικαιολογείται στη βάση της απόδειξης ότι ο βασιλιάς έπραξε κάποιο συγκεκριμένο έγκλημα: η ίδια η ύπαρξη του βασιλιά είναι έγκλημα, προσβολή της λαϊκής ελευθερίας. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, η χρήση βίας από τους καταπιεσμένους εναντίον της κυρίαρχης τάξης και το κράτος της είναι πάντα, σε τελευταία ανάλυση, «αμυντική». (…).

Σε ένα σημείωμα προς τη CIA αναφορικά με τους τρόπους υπονόμευσης της κυβέρνησης Αλιέντε, ο Χένρι Κίσινγκερε έγραψε: «Κάντε την οικονομία να ουρλιάξει»! Πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι ομολογούν ανοιχτά σήμερα ότι η ίδια στρατηγική εφαρμόζεται στη Βενεζουέλα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Λόρενς Ίγκλμπεργκερ δήλωσε σχετικά στο Fox News: «Η οικονομία της Βενεζουέλας είναι ένα το βασικό όπλο που διαθέτουμε για να αρχίσουμε την εκστρατεία εναντίον του Ούγκο Τσάβες και το οποίο οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε, εννοώ να κάνουμε την οικονομία ακόμη χειρότερη, έτσι ώστε να εξασθενίσουμε την απήχησή του στη χώρα του και στη γύρω περιοχή». Στην παρούσα οικονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, προφανώς δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τυφλές δυνάμεις της αγοράς, αλλά στρατηγικές παρεμβάσεις υψηλού επιπέδου οργάνωσης από τα κράτη και τα οικονομικά κέντρα, τα οποία επιδιώκουν να ξεπεράσουν την κρίση με τους δικούς τους όρους. Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει να βρεθούν στην ημερήσια διάταξη αμυντικά αντίμετρα;

Αυτοί οι συλλογισμοί αναπόφευκτα κλονίζουν τη βολική, υποκειμενική θέση ριζοσπαστών διανοουμένων, καθώς συνεχίζουν τις πνευματικές ασκήσεις που ήταν τόσο αξιοσέβαστες τον εικοστό αιώνα: τις θεωρίες περί «καταστροφής» των πολιτικών θέσεων. Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ είδαν την καταστροφή ως κορύφωση της «διαλεκτικής του διαφωτισμού» στον «διοικούμενο κόσμο». Ο Αγκάμπεν όρισε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του εικοστού αιώνα ως την «αλήθεια» ολόκληρου του πολιτικού προγράμματος της Δύσης. Θυμηθείτε όμως την εικόνα του Χορκχάιμερ στη Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’50. Παρότι κατήγγειλε την «έκλειψη του λόγου» στις σύγχρονες, δυτικές κοινωνίες της κατανάλωσης, ταυτόχρονα υπερασπιζόταν τις ίδιες κοινωνίες ως τις μοναδικές νησίδες ελευθερίας σε μια θάλασσα ολοκληρωτισμών και διεφθαρμένων δικτατοριών.

Μήπως λοιπόν, στην πραγματικότητα, διανοούμενοι που διάγουν κατά βάση ασφαλή και άνετη ζωή, προκειμένου να δικαιολογήσουν τον τρόπο ζωής τους, επινοούν σενάρια ριζικών καταστροφών; Αναμφίβολα για πολλούς από αυτούς, αν πρόκειται να εκδηλωθεί επανάσταση, καλό θα ήταν να εμφανιστεί σε ασφαλή απόσταση- Κούβα, Νικαράγουα, Βενεζουέλα- έτσι ώστε, ενώ οι καρδιές τους θα θερμανθούν στη σκέψη των μακρινών γεγονότων, ταυτόχρονα θα μπορούν να συνεχίζουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία όπως πριν. Ωστόσο, με την κατάρρευση του λειτουργικού, ανεπτυγμένου κράτους πρόνοιας στις βιομηχανικές κοινωνίες που βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα, για τους ριζοσπάστες διανοούμενους ίσως να φτάνει η στιγμή της αλήθειας, όπου πρέπει να ξεκαθαρίσουν απολύτως τη στάση τους. Ήθελαν πραγματική αλλαγή; Ωραία λοιπόν, θα την έχουν!


Η οικονομία ως ιδεολογία


Η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι η Αριστερά πρέπει να εγκαταλείψει την υπονομετική πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα» – στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου.

Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου» – δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις – στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Με Καντιανούς όρους, σχετίζεται με τη συμπεριφορά μας ως «ανώριμων» ιδιωτών και όχι ως ελεύθερων ανθρώπινων όντων, τα οποία δρουν και αντιπαρατίθενται στη διάσταση της οικουμενικότητας του ορθού λόγου.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης – με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.σ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης.

Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε εδώ τον Αλτουσέρ και την έννοια των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους» (ΙΜΚ). Αν στο Μεσαίωνα ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός ήταν η Εκκλησία, με την έννοια της θρησκείας ως θεσμού, η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες από την νομική τάξη πραγμάτων. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας.
Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία. Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού ΙΜΚ, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

Αλλά και στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται με μισθοφόρους. Ακόμη και η κρατική γραφειοκρατία δεν γίνεται αντιληπτή με όρους Χεγκελιανής καθολικής τάξης, όπως καταδεικνύει η υπόθεση Μπερλουσκόνι. Στη σημερινή Ιταλία, η κρατική εξουσία ασκείται κατ’ ευθείαν από αστούς οι οποίοι την εκμεταλλεύονται ανοιχτά και ανελέητα για να προστατέψουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα (…).

Τι είδους αλλαγές στην λειτουργία της ιδεολογίας επιφέρει αυτός ο μετασχηματισμός; Όταν ο Αλτουσέρ λέει ότι η ιδεολογία εγκαλεί τους ιδιώτες ως υποκείμενα, οι «ιδιώτες» νοούνται ως ανθρώπινα όντα πάνω στα οποία λειτουργούν οι ΙΜΚ, επιβάλλοντάς τους ένα σύνολο από μικρο-πρακτικές στην καθημερινότητα. Αντίθετα, το «υποκείμενο» δεν είναι ουσιώδης κατηγορία του ανθρώπινου όντος, αλλά αποτέλεσμα της δράσης των ΙΜΚ πάνω στους ανθρώπους, στο πλαίσιο της επιβολής μιας συμβολικής τάξης.

Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα-ιδεολογικός. Φυσικά, οι ΙΜΚ είναι πάντα παρόντες – και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ-ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.


Στη σφαίρα του αδύνατου


Στις μέρες μας, όμως, γινόμαστε μάρτυρες μιας ριζικής αλλαγής στη λειτουργία αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού. Ο Αγκάμπεν ορίζει τη σύγχρονη «μεταπολιτική» ή βιοπολιτική κοινωνία ως εκείνη στην οποία πολλαπλές τάσεις από-υποκειμενοποιούν τους ιδιώτες, χωρίς να παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα. Από εδώ η έκλειψη της πολιτικής, η οποία υπέθετε την ύπαρξη πραγματικών υποκειμένων ή ταυτοτήτων (εργατικό κίνημα, μπουρζουαζία κλπ) και ο θρίαμβος της οικονομίας, δηλαδή της δραστηριότητας της απλής διακυβέρνησης, η οποία επιδιώκει μόνο την αναπαραγωγή της. Η Δεξιά και η Αριστερά του σήμερα, που εναλλάσσονται στη διαχείριση της εξουσίας, έχουν πολύ λίγο να κάνουν με το πολιτικό πλαίσιο που γέννησε αυτούς τους όρους. Σήμερα, οι όροι αυτοί απλά υποδεικνύουν τους δύο πόλους- τον ένα, που έχει στόχο μια απουποκειμενοποίηση χωρίς ενοχές και τον άλλο, που επιχειρεί να τη συγκαλύψει με την υποκριτική μάσκα του καλού πολίτη της δημοκρατίας- της ίδιας κυβερνητικής μηχανής.

Ο όρος «βιοπολιτική» υποδεικνύει τον αστερισμό στον οποίο οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν, πλέον, υποκείμενα («εγκαλώντας τους ιδιώτες ως υποκείμενα»), αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών. Σε έναν τέτοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να φαντάζει ως αδύνατο όνειρο. Ωστόσο, ο όρος «αδύνατο» θα έπρεπε να μας κάνει να σταματήσουμε και να στοχαστούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα – «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο-κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως την εποχή της ωριμότητας, στην οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα – διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο-κοινωνική πραγματικότητα – με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να εκφυλισθείς σε κάτι που θα μοιάζει με Βόρεια Κορέα. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών».

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη αδύνατου: το αδύνατο-πραγματικό ενός κοινωνικού ανταγωνισμού και το «αδύνατο» πάνω στο οποίο εστιάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό πεδίο. Εδώ το αδύνατο διπλασιάζεται, λειτουργεί ως μάσκα του εαυτού του: δηλαδή, η ιδεολογική λειτουργία του δεύτερου αδύνατου είναι να συσκοτίζει την πραγματικότητα του πρώτου. Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να μας κάνει να αποδεχθούμε το «αδύνατο» της ριζοσπαστικής αλλαγής, της ανατροπής του καπιταλισμού, μιας δημοκρατίας που δεν θα ανάγεται στο παιχνίδι του διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού, έτσι ώστε να καταστήσει αόρατο το πραγματικό – αδύνατο του ταξικού ανταγωνισμού που διαπερνά τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό το πραγματικό είναι «αδύνατο» μόνο με την έννοια ότι είναι το αδύνατο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, η καταστατική, ανταγωνιστική της αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το αδύνατο-πραγματικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μετωπικά, ή να μετασχηματισθεί ριζικά.

Να γιατί η φόρμουλα του Λακάν για την υπέρβαση ενός ιδεολογικά αδύνατου δεν είναι το «όλα είναι δυνατά» αλλά το «το αδύνατο συμβαίνει». Το Λακανικό αδύνατο – πραγματικό δεν είναι ένας a priori περιορισμός, ο οποίος πρέπει να ληφθεί ρεαλιστικά υπ’ όψιν, αλλά το πεδίο της δράσης. Μια δράση είναι περισσότερο μια παρέμβαση στο πεδίο του δυνατού – μια δράση αλλάζει τις ίδιες τις συντεταγμένες του είναι δυνατό και αναδρομικά δημιουργεί τους δικούς της όρους για το αδύνατο. Να γιατί ο κομουνισμός αναφέρεται επίσης στο πραγματικό: να δράσεις ως κομμουνιστής σημαίνει να επέμβεις στο πραγματικό της θεμελιώδους ανταγωνιστικής σχέσης πάνω στη οποία βασίζεται ο σύγχρονος, καθολικός καπιταλισμός.


Ελευθερία;

 
Αλλά το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Τι σημαίνει αυτή η προγραμματική δήλωση περί πραγμάτωσης του αδύνατου, όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική εμπειρία του αδύνατου- το φιάσκο του κομμουνισμού ως ιδέας ικανής να κινητοποιήσει μεγάλες μάζες; Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, όταν έγινε σαφές ότι δεν θα εκδηλωνόταν πανευρωπαϊκή επανάσταση, και γνωρίζοντας ότι η ιδέα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα ήταν ανόητη, ο Λένιν έγραψε:

«Δεν είναι όμως δυνατό, η απολύτως απελπιστική κατάστασή μας να ερεθίσει τις προσπάθειες των εργατών και των αγροτών στο δεκαπλάσιο, προσφέροντάς μας την ευκαιρία να δημιουργήσουμε τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις του πολιτισμού με τρόπο πολύ διαφορετικό από τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης»;

Μήπως αυτό δεν είναι το μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης Μοράλες στη Βολιβία, της κυβέρνησης Τσάβες στη Βενεζουέλα και της κυβέρνησης των Μαοϊκών στο Νεπάλ; Ήρθαν στην εξουσία με «δίκαιες» δημοκρατικές εκλογές, όχι με εξέγερση. Αλλά από τη στιγμή που βρέθηκαν στην εξουσία, την άσκησαν με τρόπο που ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, «μη κρατικός»:

κινητοποιώντας άμεσα τους υποστηρικτές τους, παρακάμπτοντας το κομματικό – κρατικό δίκτυο αντιπροσώπευσης. Η θέση τους είναι «αντικειμενικά» απελπιστική: το γενικό ρεύμα της ιστορίας είναι εναντίον τους, δεν μπορούν να στηριχθούν σε «αντικειμενικές τάσεις» που θα τους ωθήσουν προς τα εμπρός, και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αυτοσχεδιάσουν, να κάνουν ό,τι περισσότερο μπορούν όταν εμφανίζονται καταδικασμένοι. Ωστόσο, μήπως αυτό ακριβώς δεν τους δίνει μια μοναδική ελευθερία; Και μήπως δεν βρισκόμαστε όλοι – η σημερινή Αριστερά – στην ίδια κατάσταση;

Επομένως, βρισκόμαστε σήμερα στο διαμετρικά αντίθετο σημείο από τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν η Αριστερά ήξερε «τι να κάνει» (να εγκαταστήσει τη δικτατορία του προλεταριάτου), αλλά έπρεπε να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή. Σήμερα δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε «σαν να είμαστε ελεύθεροι». Θα χρειαστεί να ρισκάρουμε κάνοντας βήματα στην άβυσσο, σε εντελώς απρόσφορες συνθήκες. Θα πρέπει να επανεφεύρουμε πλευρές του καινούργιου, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τη λειτουργία του μηχανισμού και να διασώσουμε ότι καλό υπήρχε στο παλιό – εκπαίδευση, σύστημα υγείας, βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Εν ολίγοις, η κατάσταση θυμίζει αυτό που ο Στάλιν είπε για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα. Ή αυτό που είπε ο Γκράμσι για την εποχή που ξεκίνησε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο καινούργιος πασχίζει να γεννηθεί. Είναι η εποχή των τεράτων»!

 

 

* Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ είναι Σλοβένος φιλόσοφος, http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%8A_%CE%96%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%BA

 

 

ΠΗΓΗ: New Left Review No 64, Ιούλιος – Αύγουστος 2010 (Αποσπάσματα),  http://aristerovima.gr/details.php?id=505

 

Δελφοί: ελληνικά … Α. Διαμαντοπούλου

Στα ελληνικά

 

Για το κείμενο ομιλίας της Α. Διαμαντοπούλου στους Δελφούς

 

Του Γ.  Κεντρώτη*

 

 

 

Η Υπουργός ΠΔΒΜΘ κ. Άννα Διαμαντοπούλου ζήτησε όπως εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας συζητηθούν στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας οι δελφικές εξαγγελίες της, προκειμένου να προχωρήσει με τους επιτελείς της το 2011 στη μεγαλόπνοη ίδρυση του Νέου Πανεπιστημίου. Το κείμενο της ομιλίας της στον ομφαλό της γης διανεμήθηκε, μάλιστα, επισήμως στους εμπλεκόμενους φορείς προς μελέτη και σχολιασμό. Λυπάμαι που το γράφω, αλλά η κ. υπουργός υπονόμευσε με το γραπτό της όσα έργα οραματίζεται να επιτελέσει για τη σωτηρία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

 

Δεν θα θίξω την ουσία των σχεδιαζομένων, μερικά εκ των οποίων παραβιάζουν ευθέως τη συνταγματική τάξη (όπως, λ.χ., η ευμέθοδη κατάργηση του αυτοδιοικήτου των ΑΕΙ), και τούτο διότι το προς συζήτηση κείμενο είναι σχεδόν ακατανόητο. Υπερβολές; Για να δούμε. Διευκρινίζω ότι ό,τι παρατίθεται εν συνεχεία εντός εισαγωγικών προέρχεται από την επίσημη γραφίδα της κ. Υπουργού.

«Το Ψηφιακό Σχολείο εν δράση». Ανορθογραφία βοώσα.

«Συγγραφή διπλωμάτων και πτυχιακών εργασιών». Τί είναι αυτό;

«Καταλήξαμε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο μπορούμε όλοι να πατήσουμε και να συνεχίσουμε». Λογικώς δυσπροπέλαστη η σημασία των γραφομένων.

«Έχει πολύ μεγάλη σημασία η εθνική συναίνεση γιατί δε χωράει να έχουν βάθος χρόνου και να γίνουν σεβαστά από όλες τις κυβερνήσεις». Ακατανόητος ο –και λόγω Δελφών– υπουργικός χρησμός.

«Οι Σύγκλητοι των Πρυτάνεων». Δεν υπάρχει τέτοιος θεσμός.

«Να μπούμε σε μια διαδικασία διαρκούς συνεδρίασης των Συγκλήτων, οι οποίες κατά τη διάρκεια του τρίμηνου διαλόγου – ο διάλογος δε θα είναι στο διηνεκές, θα ξεκινήσει τώρα και θα τελειώσει στο τέλος Δεκεμβρίου – να μπορούν συνεχώς να συμμετέχουν οι Σύγκλητοι και οι Σύνοδοι Προέδρων και Πρυτάνεων». Ας επιχειρήσει όποιος αντέχει (ακόμα και με συντακτική ανάλυση της περιόδου) να καταλάβει τί εννοείται πίσω από αυτές τις ατάκτως ερριμμένες στο χαρτί του υπουργικού κειμένου λέξεις.

«Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα καθορισθούν αυτοί οι δύο πόλοι». Οι πόλοι, ως ορίζοντες ακρότατα όρια, μόνο να καθορίζουν μπορούν (έστω και κάποιο πλαίσιο), και όχι το όποιο πλαίσιο τούς όποιους πόλους του. Το όλο σύνταγμα δεν διεκδικεί, ασφαλώς, δάφνες ελληνοπρεπούς λόγου.

«Το Συμβούλιο Διοίκησης, στο οποίο συμμετέχουν πανεπιστημιακές δυνάμεις από το Πανεπιστήμιο». Λαπαλισάδα!

«Των νέων μορφών-θεσμών, τους οποίους». Ασυμφωνία γένους.

«Και βεβαίως κατανοούμε όλοι ότι μιλούμε για εξωτερική πλέον αξιολόγηση και να τη συνδέσουμε με συγκεκριμένους δείκτες». Αοριστολογία παντρεμένη με σολοικισμό.

«Στην πιστοποίηση των Ιδρυμάτων από εμπειρογνώμονες με διεθνή σύνθεση». Ακυρολεξία.

«Υπό την ομπρέλα». Κομψό!

«Επειδή το μεγάλο στοίχημα της χώρας είναι η ανάπτυξη, ξέρουμε όλοι ότι η ανάπτυξη δεν έρχεται με νόμους». Συντετριμμένος ομολογώ ότι το αγνοούσα.

«Πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος, για το οποίο πρέπει να ξέρουμε πολύ καλά στη συζήτησή μας τα όρια στα οποία μας επιτρέπει να κινηθούμε». Αυτό ας το θυμάται η κ. Υπουργός, διότι στο σημείο εκείνο ομιλεί περί «εδρών» (που εδώ και δεκαετίες έχουν καταργηθεί στα ΑΕΙ), ενώ λίγο παρακάτω ομιλεί για «τάξεις» (λες και το Πανεπιστήμιο είναι Δημοτικό Σχολείο).

«Και πάλι δεν είναι εύκολο μέσα από το πλαίσιο που θέτει το Σύνταγμα, αλλά είναι μία αδήριτη ανάγκη». Ποιά αδήριτη ανάγκη μάς παρωθεί, αλήθεια, σε αντισυνταγματικούς πειρασμούς;

«Τα Περιφερειακά Συμβούλια θα παίξουν έναν κυρίαρχο ρόλο σε αυτή την ιστορία των συγχωνεύσεων και των συνενώσεων». Φευ, «ιστορία»…

«Ένα από τα “εκ των ων ουκ άνευ” διακυβεύματα». Το μόνο που μπορεί να είναι “εκ των ων ουκ άνευ” είναι conditiones,  ήτοι προϋποθέσεις. Όλα τα άλλα (μαζί και τα «διακυβεύματα») είναι άσχετες και κακόζηλες χρήσεις.

 

Θα μπορούσα να αντιγράψω πολλά ακόμα, αλλά και τούτα μόνο αρκούν. Αναμεμειγμένα δε με αταβιστικές επιβιώσεις φοιτητοπαραταξιακής ρητορικής των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης του ’74 (όπως, λ.χ., «Η ελληνική κυβέρνηση και ο ίδιος ο Έλληνας Πρωθυπουργός έχει δεσμευτεί σε όλα τα επίπεδα»· «Η μεγάλη αυτή αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει»· «Όπου εδώ πραγματικά μπαίνει ένα πρώτο δίλημμα»· «Που το έχουμε βάλει και στο νέο νόμο»· «Οι αλλαγές πρέπει να είναι πολύ βαθιές και να αφορούν το DNA της λειτουργίας των Πανεπιστημίων»· «Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σε όλες τις χώρες να υπάρχει μία ραγδαία προσπάθεια συνένωσης ακόμα και πολύ μεγάλων Πανεπιστημίων»· «Και εδώ υπάρχει μία σειρά από ζητήματα»), αλλά και με κενές περιεχομένου γενικολογίες και αδόλεσχα στερεότυπα (όπως, π.χ., «Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε πρωτόγνωρες προκλήσεις»· «Η ηθική ευθύνη είναι αναντίλεκτα συλλογική»· «Οι ρόλοι τους είναι διακριτοί και απολύτως αναγκαίοι»· «Η διεθνοποίηση σημαίνει να δώσουμε περισσότερη Ελλάδα στον κόσμο και να ελκύσουμε περισσότερο κόσμο στην Ελλάδα»· «Διεθνοποίηση και εξωστρέφεια της ακαδημαϊκής διαδικασίας»· «Εσείς εκπροσωπείτε σήμερα τις δυνάμεις της διανόησης και της αλλαγής στη χώρα»), δημιουργούν ένα συνεχή βόμβο, που ταλαιπωρεί τον νου και ξεκάνει την υπομονή και του πλέον καλοπροαίρετου και ανεκτικού αναγνώστη. Τί να μελετήσεις; Τί να σχολιάσεις;

Μπορείς να μιλήσεις για όποια ουσία των εξαγγελιών της κ. Υπουργού, όταν ο τύπος, που τις περιβάλλει, δεν σου το επιτρέπει; Όχι, βέβαια! Και πώς, αλήθεια, θα πείσεις όσους σε παρακολουθούν ότι όντως μπορείς να επιφέρεις την οποιαδήποτε αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα, όταν δεν μπορείς να πεις στα ελληνικά αυτό που θέλεις και σκοπεύεις να κάνεις;

Αλίμονο…

 

 

Ο Γιώργος Κεντρωτής είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.ardin.gr/node/3750