Άρνηση της πληρωμής του χρέους και Ριζοσπαστης

Είναι η άρνηση της πληρωμής του χρέους «διαχειριστική» πρόταση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 


 

Στον Ριζοσπάστη της 26ης Μαΐου εμφανίστηκαν δυο σχόλια σχετικά με την πρόταση για την άρνηση της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, την οποία ταυτίζουν με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και έτσι αποφαίνεται ο ανώνυμος αρθρογράφος της εφημερίδας ότι «όσο κι αν καμώνονται και οι μεν και οι δε, ότι οι προτάσεις τους αποτελούν το αντίδοτο στην κρίση, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Καμία από τις δύο απόψεις δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική κρίση, γιατί καμία από τις δύο δεν συγκρούεται με την πηγή της κρίσης, δηλαδή το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που σαπίζει…»

Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η ευκολία με την οποία η πρόταση για άρνηση της πληρωμής του χρέους και έξοδο από το ευρώ ταυτίζεται με μια φιλομονοπωλιακή ανάπτυξη. «Έτσι, προβάλλει ως λύση η έξοδος από την ΕΕ και την ευρωζώνη, η επιστροφή στη δραχμή και η υποτίμησή της. Παράλληλα, μιλούν για έλεγχο της καπιταλιστικής αγοράς – λες και μπορεί να χαλιναγωγηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου στον καπιταλισμό – ως αντίδοτο στην κρίση, για να μην πληρώσει – δήθεν – ο λαός και προτείνουν κρατικό έλεγχο στις τράπεζες, κανόνες στο κεφάλαιο και στην καπιταλιστική αγορά, χρηματοδότηση της βιομηχανίας κλπ.», υποστηρίζει ο ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη.

Στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη της ίδιας εβδομάδας ο Μάκης Παπαδόπουλος επιχειρεί να δώσει «θεωρητική» χροιά στην κριτική της πρότασης – που πάλι την ταυτίζει με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους – και ισχυρίζεται εξίσου αυθαίρετα ότι «η συγκεκριμένη πρόταση αφήνει στο απυρόβλητο την καπιταλιστική ιδιοκτησία των μονοπωλιακών ομίλων και τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ. Παρά τις αντικαπιταλιστικές κορόνες με τις οποίες επενδύεται από ορισμένους αρθρογράφους, στην πράξη οδηγεί στη διαπραγμάτευση του χρόνου και του τρόπου που θα πληρώσει ξανά η εργατική τάξη για να τονωθεί ο ρυθμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μοχλό τις κρατικές επενδύσεις, για να συνεχιστούν οι θυσίες των εργαζομένων στο βωμό της ανταγωνιστικότητας. Προτείνει διαφορετική ιεράρχηση στις συμμαχίες της άρχουσας τάξης με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και καλεί το λαϊκό κίνημα να στηρίξει αυτή την επιλογή.» Από πού προκύπτουν όλα αυτά, μόνο ο εν λόγω αρθρογράφος το ξέρει.

 

Γιατί τσουβαλιάζουν ανόμοια αιτήματα;

 

Οι συγκεκριμένοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη επιλέγουν να τσουβαλιάσουν ριζικά διαφορετικά πράγματα. Εκτός κι αν δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι άλλο πράγμα να ζητάς αναδιαπραγμάτευση και άλλο να αρνείσαι το σύνολο του χρέους.  Γιατί λοιπόν τσουβαλιάζουν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους που προτείνει ο Τσίπρας ή ο Αλαβάνος και μάλιστα χωρίς να αποδέχονται την έξοδο από το ευρώ, με την πρόταση για άρνηση της πληρωμής του χρέους με ταυτόχρονη έξοδο από το ευρώ, όπως προτείνουν π.χ. οι «αριστεροί οικονομολόγοι»; Είναι μήπως ταυτόσημες προτάσεις; Δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται για εντελώς διαφορετικά πράγματα, τόσο ως προς την ουσία τους, όσο και ως προς τις πολιτικές που προτείνουν για την έξοδο από την κρίση; Ή μήπως το μόνο που ήθελαν να φτιάξουν ήταν μια καρικατούρα της άποψης και έτσι να την απορρίψουν χωρίς πολλά-πολλά; Τι άλλο όμως αποδεικνύει αυτό εκτός από ένδεια επιχειρημάτων και αδυναμία απάντησης επί της ουσίας;

Από πού προκύπτει ότι η άρνηση της πληρωμής του χρέους και η έξοδος από το ευρώ μαζί με τις εθνικοποιήσεις και τα άλλα μέτρα πολιτικής χτυπήματος της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου που προτείνονται «κινούνται μέσα στα πλαίσια διαχείρισης του καπιταλισμού»; Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε γιατί η κυβέρνηση και οι δυνάμεις του κεφαλαίου δεν την υιοθετούν σαν πρόταση; Γιατί η κυβέρνηση και το πολιτικό προσωπικό των μονοπωλίων έχουν κηρύξει πόλεμο στην συγκεκριμένη πρόταση, επιχειρώντας να την ταυτίσουν με την πτώχευση και την καταστροφή της Ελλάδας; Μήπως δεν γνωρίζουν το συμφέρον τους; Ή μήπως υπάρχουν «προτάσεις διαχείρισης του καπιταλισμού» που τις πολεμά το ίδιο το κεφάλαιο; Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε δεν είναι επαρκής απόδειξη ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν χωρά στη «διαχείριση του καπιταλισμού»;

Από πότε το εργατικό και λαϊκό κίνημα δεν οφείλει να έχει άμεσες προτάσεις με σκοπό να χαλιναγωγηθεί το κεφάλαιο ακόμη και μέσα στα γενικά πλαίσια του καπιταλισμού; Από πού προκύπτει ότι με τον αγώνα της η εργατική τάξη δεν μπορεί να επιβάλει ακόμη και πάνω στο γενικό έδαφος του καπιταλισμού μέτρα και κανόνες ενάντια στο κεφάλαιο; Τι άλλο επεδίωκε με την πάλη του δυο αιώνες τώρα το εργατικό κίνημα; Κι αν, παρ’ ελπίδα, πιστέψει σήμερα η εργατική τάξη ότι δεν μπορεί με την πάλη της να χαλιναγωγήσει το κεφάλαιο, τότε γιατί να πιστέψει ότι έχει ελπίδες να αποκρούσει την επίθεση που της γίνεται, ή ότι μπορεί να καλυτερέψει την μοίρα της με τον αγώνα της; Όσο στενεύει κανείς τον ορίζοντα της πάλης και των αιτημάτων της εργατική τάξης, τόσο την καταδικάζει στο περιθώριο της πολιτικής και της ταξικής πάλης, τόσο την καταδικάζει σε εκδηλώσεις απόγνωσης, γενικής διαμαρτυρίας και σε μάχες για την τιμή των όπλων. Αυτό χρειάζεται σήμερα η εργατική τάξη;

Τι εννοεί ο ΜΠ όταν ισχυρίζεται ότι «η μαχητική προβολή του ριζοσπαστικού πλαισίου πάλης που προτείνουμε (π.χ., πλήρης σταθερή εργασία με 35ωρο – 5ήμερο – 7ωρο, φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου με 45%, κατάργηση στρατιωτικών εξοπλισμών για ανάγκες του ΝΑΤΟ, κλπ.) αποτελεί όρο για να μη νομιμοποιηθεί στη λαϊκή συνείδηση σαν αναγκαία η κυβερνητική πολιτική.» Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ως αντιμονοπωλιακή πολιτική η πάλη για πλήρη σταθερή εργασία, φορολογία του κεφαλαίου, κατάργηση εξοπλισμών του ΝΑΤΟ, κλπ., αλλά η πάλη για άρνηση του χρέους, έξοδο από το ευρώ, εθνικοποιήσεις τραπεζών, παλιών ΔΕΚΟ και υποδομών, κοκ, να θεωρείται φιλομονοπωλιακή; Πώς είναι δυνατόν κλασσικά τρεϊντγιουνίστικα αιτήματα από τον 19ο αιώνα για μισθούς, εργασία, φορολογία και δαπάνες να θεωρούνται αντιμονοπωλιακή πολιτική και μάλιστα «ριζοσπαστικό πλαίσιο πάλης», αλλά το χτύπημα της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου, ακόμη και πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, να θεωρείται φιλομονοπωλιακή πολιτική;

 

Γιατί υποβαθμίζεται το ζήτημα του δημόσιου χρέους;

 

Οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη προσπερνούν με μεγάλη ευκολία το πρόβλημα του χρέους, σαν να μην υφίσταται, ή τέλος πάντων σαν να μην είναι άξιο λόγου. Ενώ ο ΜΠ μιλά για το «φόβητρο της χρεωκοπίας», λες και η διαδικασία πτώχευσης της χώρας είναι τρικ ή μπλόφα του συστήματος, καταλήγοντας σ’ ένα εντελώς ακατανόητο συλλογισμό: «Εμφανίζει [η πρόταση] σαν κεντρικό ζήτημα το ύψος του δημόσιου χρέους, απομονωμένο απ' τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης, τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ανισόμετρη θέση μιας οικονομίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και την αιτία της καπιταλιστικής κρίσης.»

Αλήθεια, δεν είναι κεντρικό ζήτημα το δημόσιο χρέος; Δεν οφείλει η εργατική τάξη να απαντήσει πολύ συγκεκριμένα σ’ αυτό; Ή πρέπει να ασχοληθεί με άλλα ώστε να αφήσει την «τρόικα» και την κυβέρνηση να προετοιμάσουν με την ησυχία τους την επίσημη πτώχευση της χώρας; Εκτός κι αν επαναστατική πολιτική είναι να καλούμε τον κόσμο κατόπιν εορτής για να αποκρούσει αυτό που έχει ήδη επιβάλλει το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι.

Με ποιον βασικό μοχλό επιχειρείται σήμερα η πρωτοφανής επίθεση στην εργατική τάξη και στον υπόλοιπο λαό; Δεν είναι το δημόσιο χρέος αυτός ο βασικός μοχλός; Τι είναι εκείνο που συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο σήμερα την κρίση, το σάπισμα και την ολοκληρωτική χρεωκοπία του ελληνικού καπιταλισμού; Δεν είναι το δημόσιο χρέος η πιο παρασιτική, εικονική μορφή κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης; Δεν είναι το δημόσιο χρέος σήμερα που επιτρέπει ακόμη και στον πιο πολιτικά καθυστερημένο εργάτη να καταλάβει άμεσα και πρακτικά όχι μόνο την εκμεταλλευτική φύση του συστήματος, αλλά και τον ιμπεριαλιστικά εξαρτημένο χαρακτήρα του που επιβάλει και την αναπόφευκτη χρεωκοπία του; Πόσες δεκαετίες προσπαθούσαν αριστεροί, κομμουνιστές, μαρξιστές να πείσουν τους εργάτες για την επικείμενη χρεωκοπία του καπιταλισμού με θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα; Και τώρα μπροστά στα μάτια όλων το σύστημα χρεωκοπεί με τόσο επιδεικτικό τρόπο που αναγκάζει ακόμη και τους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης να το παραδεχτούν. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ορισμένοι σήμερα που αντιμετωπίζουν την χρεωκοπία ως μπλόφα (κατά το γνωστό απόφθεγμα του Τσίπρα, «η χρεωκοπία είναι παραμύθι δίχως δράκο») και κάποιοι άλλοι που σνομπάρουν ως κάτι δευτερεύον το δημόσιο χρέος επειδή, δήθεν, απομονώνει «από τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης.»

Τι το κοινό έχουν οι δυο φαινομενικά διαφορετικές τοποθετήσεις; Και οι δυο αντιλαμβάνονται τον σύγχρονο καπιταλισμό και μάλιστα τον ελληνικό, με ικανότητες και δυναμισμό που δεν διαθέτει. Τρέφουν τέτοια εμπιστοσύνη στο σύστημα που ούτε τους περνά από το μυαλό ότι όντως χρεωκοπεί στην πράξη κι όχι μόνο στα λόγια και στις θεωρίες, ότι η κρίση του έχει τόσο βαθιά δομικά χαρακτηριστικά που δεν του επιτρέπουν εύκολα να βρει διέξοδο. Γιατί αν νομίζει κανείς ότι με αυτές τις πολιτικές της άγριας λιτότητας, της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων και γενικά της επίθεσης στην εργατική τάξη, το κεφάλαιο έχει εξασφαλίσει την ανασυγκρότησή του και την έξοδο από την κρίση του συστήματος, τότε λυπούμαστε πολύ αλλά αυταπατάται οικτρά.

Επιπλέον, όποιος αρνείται να δει το δημόσιο χρέος ως κεντρική αναφορά της κρίσης, τότε αρνείται να αντιληφθεί το ταξικό περιεχόμενό του, λες και πρόκειται απλά για μια δημοσιονομική ανωμαλία του κράτους. Αρνείται να αντιληφθεί ότι το δημόσιο χρέος αποτελεί βασικό μοχλό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, του λαού και ολόκληρης της χώρας από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. Στις μέρες μας ειδικά αντιπροσωπεύει, μαζί με το ιδιωτικό χρέος, την κυρίαρχη μορφή συσσώρευσης και αξιοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου διεθνώς. Η υπερχρέωση και η αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου δανεισμού δεν συνιστά απλά ένα εξαιρετικά δυσεπίλυτο πρόβλημα για την άρχουσα τάξη και το κράτος της, αλλά υποδηλώνει και την βαθύτερη αδυναμία του συστήματος να ανασυνταχθεί και να ανασυγκροτηθεί με όρους κεφαλαίου. Υποδηλώνει την αδυναμία ολόκληρου του συστήματος να αναπτυχθεί και να αναπαραχθεί με τον τρόπο που το έκανε μέχρι χθες. Η αδυναμία αυτή της άρχουσας τάξης της χώρας φαίνεται και από το γεγονός ότι παραδίδει τις τύχες της, αλλά και του συστήματός της, στα διεθνή όργανα του χρηματιστικού κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Αυτό το νόημα έχει το καθεστώς της νέας κατοχής.

Έτσι σπρώχνει αντικειμενικά τις πολύ πλατιές μάζες όχι απλά στην κοινωνική διαμαρτυρία, στην οποία εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά στο να αρχίζουν σιγά-σιγά να συνειδητοποιούν την ανάγκη ότι χρειάζεται να ξεμπερδέψουν μια και καλή με το ίδιο το σύστημα. Ότι χρειάζεται να τα βάλουν με ολόκληρο το σύστημα και μάλιστα όχι μόνο με το ντόπιο, αλλά και με το διεθνές. Αυτό αντιπροσωπεύει το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και της εξόδου από το ευρώ. Έτσι το αντιλαμβάνονται και οι μάζες, σαν να τα βάζεις με την καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού, με το σύστημα κυριαρχίας της διεθνούς χρηματιστικής ολιγαρχίας. Κι έτσι είναι. Γι’ αυτό και σε ρωτάνε: «τι θα πάθουμε άμα σταματήσουμε να πληρώνουμε το χρέος;». Γνωρίζουν πολύ καλά ότι η άρνηση της πληρωμής του χρέους μαζί με την έξοδο από το ευρώ θα σημάνει όχι απλά τη σύγκρουση με την άλφα ή την βήτα πολιτική του κεφαλαίου, αλλά την αναμέτρηση με τον σκληρό πυρήνα του συστήματος, τις ίδιες τις αγορές και τους οργανισμούς τους. Αυτός είναι κι ο λόγος που στις μάζες υπάρχουν ακόμη διάφορες φοβίες, δισταγμοί, αμφιβολίες για το αν μπορούμε να τα καταφέρουμε έχοντας απέναντί μας ολόκληρο το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου. Μόνο που η ίδια η πορεία της κρίσης και της χρεωκοπίας, μαζί με τη συστηματική ανάλυση της πρότασης στην ουσία της, θα τις πείσουν όχι μόνο ότι μπορούν να το κάνουν, αλλά και ότι οφείλουν να το κάνουν. Διαφορετικά δεν υπάρχει σωτηρία ούτε γι’ αυτές, ούτε για τη χώρα.

Επομένως όλες αυτές οι «θεωρίες» που αντιμετωπίζουν το δημόσιο χρέος σαν κάτι δευτερεύον, που αντιλαμβάνονται τις πολιτικές ως κάτι το «προαποφασισμένο» από την άρχουσα τάξη, λες και η κρίση ήταν ή είναι «προαποφασισμένη», που μιλάνε για χρεωκοπία μπλόφα ή «φόβητρο» του συστήματος, που μιλούν γενικά για καπιταλισμό, αντί να μιλούν ειδικά για το πώς πρέπει να τον υπερβούμε σήμερα με όρους μαζών, φανερώνουν αμηχανία και τρόμο μπροστά στα καθήκοντα. Είναι πολύ πιο εύκολο σε μια εποχή που ωριμάζει όλο και περισσότερο η κοινωνική έκρηξη, να μιλά κανείς ενάντια στον καπιταλισμό γενικά, παρά να απαντά συγκεκριμένα στα προβλήματα που θέτει η χρεωκοπία του συστήματος μπροστά στις μάζες. Μόνο που όλα αυτά δεν συνθέτουν τίποτε άλλο εκτός από μια απολογητική των κυρίαρχων πολιτικών, όπως κι αν τα μασκαρέψει κανείς.

 

Είναι καινούργιο ζήτημα για το εργατικό κίνημα;

 

Όμως, για κάποιον που γνωρίζει την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, κάνει ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση η προσπάθεια να καταγγελθεί η άρνηση της πληρωμής και η έξοδος από το ευρώ με όλα τα συνοδευτικά μέτρα που προτείνονται, ως πρόταση «διαχειριστική του συστήματος»; Δεν γνωρίζουν οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά και ο ΜΠ, ότι οι προτάσεις αυτές δεν είναι καινούργιες, αλλά συνυφασμένες με το εργατικό κίνημα, με τις προτάσεις και τη δράση των κομμουνιστών από την εποχή της Λίγκας των Κομμουνιστών;

Για πρώτη φορά η άρνηση της πληρωμής των κρατικών χρεών εμφανίστηκε ως εργατικό αίτημα την εποχή των δημοκρατικών επαναστάσεων του 1848 στη Γαλλία και αλλού. Ήταν το αίτημα του Γαλλικού προλεταριάτου που υπερασπίστηκε ο Κ. Μαρξ στους Ταξικούς Αγώνες στην Γαλλία, όπου ανέλυσε και την ταξική φύση του κρατικού χρέους. Επιχειρώντας ο Κ. Μαρξ εκ μέρους της Κεντρικής Επιτροπής της Λίγκας των Κομμουνιστών, να συνοψίσει το 1850 την εμπειρία των δημοκρατικών επαναστάσεων, συνέταξε μαζί με τον Ένγκελς μια εισήγηση προς τους κομμουνιστές συντρόφους του. Σ’ αυτήν επισημαίνει τα εξής:

«Είδαμε πώς οι δημοκράτες θα έρθουν στην εξουσία με το επόμενο κίνημα, πώς θα αναγκαστούν να προτείνουν λιγότερο ή περισσότερο σοσιαλιστικά μέτρα. Θα ρωτήσει κανείς τι μέτρα οι εργάτες θα πρέπει να προτείνουν με τη σειρά τους. Στην αρχή του κινήματος, φυσικά, οι εργάτες δεν θα μπορούν ακόμη να προτείνουν απευθείας κομμουνιστικά μέτρα. Όμως, μπορούν:

1.                          Να εξαναγκάσουν τους δημοκράτες να παρέμβουν σε όσο το δυνατό περισσότερες σφαίρες από την μέχρι σήμερα υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων, έτσι ώστε να διαταράξουν την ομαλή πορεία της και να συμφωνήσουν επίσης με την συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερων παραγωγικών δυνάμεων, μέσων μεταφοράς, εργοστασίων, σιδηροδρόμων, κλπ., στα χέρια του κράτους.

2.                          Θα πρέπει να οδηγήσουν τις προτάσεις των δημοκρατών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν θα δράσουν με επαναστατικό, αλλά με τυπικά ρεφορμιστικό τρόπο, στα άκρα και να τις μεταμορφώσουν σε απευθείας επίθεση στην ατομική ιδιοκτησία. Έτσι, για παράδειγμα, αν ο μικροαστός προτείνει την εξαγορά των σιδηροδρόμων και των εργοστασίων, οι εργάτες θα πρέπει να απαιτήσουν ότι αυτοί οι σιδηρόδρομοι και τα εργοστάσια θα πρέπει να κατασχεθούν από το κράτος δίχως αποζημίωση μιας και αποτελούν ιδιοκτησία των αντιδραστικών. Αν οι δημοκράτες προτείνουν αναλογική φορολογία, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν προοδευτική φορολογία. Αν οι δημοκράτες από μόνοι τους προωθήσουν μετριοπαθείς προοδευτικούς φόρους, οι εργάτες πρέπει να επιμείνουν σε φόρους με κλίμακες που ανεβαίνουν τόσο απότομα ώστε το μεγάλο κεφάλαιο να καταστραφεί από αυτές. Αν οι δημοκράτες ζητούν την ρύθμιση των κρατικών χρεών, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν την κρατική χρεωκοπία. Έτσι, τα αιτήματα των εργατών πρέπει παντού να καθορίζονται από τις παραχωρήσεις και τα μέτρα των δημοκρατών.»

Τι εννοεί εδώ με τον όρο κρατική χρεωκοπία ο Κ. Μαρξ; Προφανώς την μονομερή παύση πληρωμών και διαγραφή των κρατικών χρεών. Κι αυτό όχι από μια μελλοντική προλεταριακή εξουσία, αλλά σαν εργατικό αίτημα προς την αστική ή μικροαστική δημοκρατία. Από τότε η άρνηση της πληρωμής των κρατικών χρεών πολιτογραφήθηκε ως ένα από τα κλασσικά δημοκρατικά αιτήματα της εργατικής τάξης. Έτσι το ενσωμάτωσαν στα προγράμματά τους όλα τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα από την εποχή της Λίγκας των κομμουνιστών έως την εποχή του Λένιν και της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Ήταν μήπως ρεφορμιστής ο Μαρξ; Μήπως έκανε προτάσεις που ήταν «διαχειριστικές του συστήματος»; Τι γνώριζε ο Μαρξ που αγνοούν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη; Γνώριζε πολύ καλά ότι η πάλη της εργατικής τάξης μπορεί να βάλει χαλινάρια στο κεφάλαιο, μπορεί να υπονομεύσει το σύστημα ακόμη και μέσα στα πλαίσια μιας αστικής ή μικροαστικής δημοκρατίας. Αρκεί να παλεύει για να επιβάλει όλα εκείνα που απορρίπτουν σήμερα εκ προοιμίου οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη. Μπορεί η άποψη των ανωνύμων αρθρογράφων και του ΜΠ να είναι αντικαπιταλιστική, αλλά σίγουρα δεν είναι εργατική, ούτε Μαρξιστική.

 

Τι έγινε στ’ αλήθεια με τους μπολσεβίκους;

 

Για να δούμε αν είναι Λενινιστική. Ο ΜΠ φαίνεται να έχει θυμώσει που όλοι εμείς οι οπαδοί της «διαχείρισης του συστήματος» τολμήσαμε να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα του Λένιν και των μπολσεβίκων: «Όταν όμως φτάνουν να παραλληλίσουν την πρότασή τους με την άρνηση των μπολσεβίκων να πληρώσουν τα τσαρικά δάνεια, αποκαλύπτονται. Ξεχνούν μια μικρή λεπτομέρεια: Ποια τάξη έχει κάθε φορά την εξουσία και διαπραγματεύεται το ύψος του χρέους. Δεν ξεχνούν τυχαία αλλά συνειδητά, γιατί σε τελευταία ανάλυση θέλουν να στοιχηθεί το λαϊκό κίνημα «κάτω από ξένη σημαία». Το ΚΚΕ δε θα τους κάνει τη χάρη. Αναδεικνύει σταθερά και ανυποχώρητα τον πραγματικό αντίπαλο με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθεί το λαϊκό κίνημα: Την εξουσία των μονοπωλίων.»

Μάλλον εδώ αποκαλύπτεται ο ίδιος ο ΜΠ, πρώτον, διότι δεν γνωρίζει, ως όφειλε, το παράδειγμα που αναφέρει και, δεύτερον, γιατί εξάγει πάλι συμπεράσματα από το πουθενά. Ποιος σας είπε αγαπητέ ΜΠ ότι όταν κάνουμε αυτή την πρόταση, δεν την κάνουμε με σκοπό να ανοίξει ο δρόμος προς την εξουσία της εργατικής τάξης; Από πού συνάγεται το συμπέρασμα ότι θέλουμε το λαϊκό κίνημα «κάτω από ξένη σημαία»; Πώς είναι δυνατόν όταν ζητάς από την εργατική τάξη να ενώσει το λαό και να ηγηθεί της σωτηρίας της χώρας απαιτώντας την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, να σημαίνει ότι έχεις στο μυαλό σου κάτι άλλο εκτός από το να ανοίξει ο δρόμος για την εργατική εξουσία; Αλλά ακόμη κι έτσι να είναι, δηλαδή να έχουμε άλλους σκοπούς, είναι ποτέ δυνατόν όταν παλεύεις για την ανάδειξη της εργατικής τάξης σε ηγέτιδα δύναμη του λαού και του έθνους να μην τίθεται εκ των πραγμάτων, αντικειμενικά, θέμα πολιτικής εξουσίας;

Αλήθεια, ποιον αντίπαλο αναδεικνύει το αίτημα για άρνηση της πληρωμής του χρέους και έξοδο από το ευρώ, αν όχι την εξουσία των μονοπωλίων; Εκτός κι αν οι σύγχρονες τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια διεθνώς μαζί με το ΔΝΤ, την ΕΕ, κοκ, δεν αντιπροσωπεύουν την εξουσία των μονοπωλίων και μάλιστα στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή.

Όσο για τον Λένιν και τους μπολσεβίκους θα έπρεπε ο ΜΠ να γνωρίζει ότι το αίτημα της διαγραφής των τσαρικών χρεών δεν ήταν κάτι που το επινόησαν όταν πήραν την εξουσία. Ήταν ένα αίτημα που γεννήθηκε από τα ίδια τα εργατικά σοβιέτ στην επανάσταση του 1905. Δεν ήταν αίτημα καθαρά μπολσεβίκικο, αλλά ένα πλατύ εργατικό δημοκρατικό αίτημα. Σαν τέτοιο το υιοθέτησαν όλες οι φράξεις της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Και οι μπολσεβίκοι και οι μενσεβίκοι. Μιας και εκείνη την εποχή δεν είχαν ξεχάσει – όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα – ότι σαν αίτημα υπάρχει στις αποσκευές του εργατικού κινήματος από την εποχή της Λίγκας.

 

Πώς γεννήθηκε το αίτημα στη Ρωσία;

 

Γνωρίζει ο ΜΠ πώς συγκεκριμένα γεννήθηκε το αίτημα αυτό στη Ρωσία; Πολύ αμφιβάλουμε, γιατί αν το γνώριζε δεν θα τολμούσε να ισχυριστεί όσα έγραψε. Εκτός κι αν δεν παίζει κανένα ρόλο η αλήθεια όταν η σκοπιμότητα επιβάλει να αφοριστεί μια άποψη στο πυρ το εξώτερο. Ας τον πληροφορήσουμε εμείς. Το αίτημα της άρνησης των τσαρικών χρεών διατυπώθηκε για πρώτη φορά όχι από τους μπολσεβίκους, αλλά από το εργατικό σοβιέτ της Πετρούπολης στις 2 Δεκεμβρίου του 1905. Ήταν η εποχή όπου το τσαρικό καθεστώς διαπραγματευόταν, παρά την επικείμενη δημοσιονομική χρεωκοπία του, νέα δάνεια από τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Με το «οικονομικό μανιφέστο» – όπως το αποκάλεσαν – του σοβιέτ της Πετρούπολης, η εργατική τάξη προειδοποιούσε το διεθνές κεφάλαιο να μην δώσει άλλα δάνεια στο τσαρικό καθεστώς, γιατί η δημοκρατία που θα ανατρέψει τον τσάρο δεν θα αναγνωρίσει τα χρέη του. Εμπνευστής του μανιφέστου ήταν ο Λ. Τρότσκι, πρόεδρος του σοβιέτ, ενώ συντάκτης ήταν ο σύντροφός του εκείνη την εποχή, Α. Πάρβους. Έγινε ομόφωνα δεκτό από το Σοβιέτ και το υπέγραφαν επίσης η Κεντρική Επιτροπή της Πανρωσικής Αγροτικής Ένωσης, η Κεντρική Επιτροπή (μπολσεβίκοι) και η Οργανωτική Επιτροπή (μενσεβίκοι) του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας, η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος των Εσέρων και η Κεντρική Επιτροπή του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Να πώς διηγείται το περαστικό ο ίδιος ο Τρότσκι αρκετά χρόνια αργότερα: «Η σύλληψη [του Τρότσκι, σημ. δική μας] συνέβη μια μέρα αφού είχαμε δημοσιεύσει το λεγόμενο οικονομικό μανιφέστο, το οποίο διακήρυττε ότι η δημοσιονομική χρεωκοπία του Τσαρισμού ήταν αναπόφευκτη και διατύπωνε την κατηγορηματική προειδοποίηση ότι τα χρέη που πραγματοποιήθηκαν από τους Ρομανόφ δεν πρόκειται να αναγνωριστούν από το νικηφόρο έθνος. ‘Η απολυταρχία ποτέ δεν απόλαυσε της εμπιστοσύνης του λαού,’ έλεγε το μανιφέστο του Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων, ‘και δεν της δόθηκε ποτέ κανενός είδους νομιμοποίηση από τον λαό. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να μην επιτρέψουμε την εξυπηρέτηση των δανείων που έχει συνάψει η Τσαρική κυβέρνηση η οποία έχει ανοιχτά εμπλακεί σε πόλεμο με ολόκληρο τον λαό.’

Η Γαλλική Bourse [χρηματιστηριακή αγορά, σημ. δική μας] απάντησε στο δικό μας μανιφέστο λίγους μήνες αργότερα με ένα νέο δάνειο ¾ του εκατομμυρίου φράγκα. Ο φιλελεύθερος και αντιδραστικός τύπος γέμισε με σαρκασμό γι’ αυτή την σημαντική απειλή του Σοβιέτ εναντίον των οικονομικών του Τσάρου και των Ευρωπαίων τραπεζιτών. Τα κατοπινά χρόνια πέτυχαν να ξεχαστεί το μανιφέστο, αλλά αυτό επανήλθε. Η δημοσιονομική χρεωκοπία του Τσαρισμού, που προετοιμάστηκε από ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία του, συνέπεσε με την στρατιωτική του κατάρρευση. Αργότερα, μετά τις νίκες της επανάστασης, το διάταγμα του Σοβιέτ των Λαϊκών Επιτρόπων που εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1918, διακήρυττε την ακύρωση όλων των Τσαρικών χρεών. Αυτό το διάταγμα παραμένει σε ισχύ ακόμη και σήμερα. Είναι λάθος να πούμε, όπως λένε μερικοί, ότι η Οκτωβριανή επανάσταση δεν αναγνωρίζει καμμιά υποχρέωση: τις δικές της υποχρεώσεις η επανάσταση τις αναγνωρίζει πλήρως. Την υποχρέωση που ανέλαβε στις 2 Δεκεμβρίου του 1905, την εκπλήρωσε στις 10 Φεβρουαρίου του 1918. Η επανάσταση έχει κάθε δικαίωμα να υπενθυμίσει στους δανειστές του Τσαρισμού: ‘Κύριοι, είχατε προειδοποιηθεί εδώ και καιρό.»

Πρόκειται για φαντασιοπληξίες του Τρότσκι; Όποιος γνωρίζει την ιστορία της ρωσικής επανάστασης, ξέρει πολύ καλά ότι έτσι έγιναν τα πράγματα. Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι όταν το 1930, για πολλοστή φορά, οι ιμπεριαλιστές απειλούσαν την ΕΣΣΔ με αφορμή την ακύρωση των τσαρικών χρεών, η Ιζβέστια, όργανο της σοβιετικής κυβέρνησης, απάντησε σε κεντρικό άρθρο της σύνταξης ως εξής: «Είναι καιρός για τις καπιταλιστικές χώρες να καταλάβουν, μια και καλή, ότι η σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορεί να αναλάβει τις υποχρεώσεις της τσαρικής κυβέρνησης. Από την εποχή ακόμη του 1905 όλα τα επαναστατικά κόμματα είχαν προειδοποιήσει το διεθνές κεφάλαιο να μην δώσει κανένα δάνειο στην τσαρική κυβέρνηση. Δεν έχουμε αποστασιοποιηθεί από αυτή τη θέση με κανέναν τρόπο

 

Πώς το αντιλαμβανόταν ο Λένιν;

 

Επρόκειτο, λοιπόν, για μια δέσμευση όλων των επαναστατικών κομμάτων της Ρωσίας απέναντι στην εργατική τάξη. Ο τσαρισμός απειλείτο με άμεση δημοσιονομική χρεωκοπία και οι ιμπεριαλιστές επεδίωκαν να τον στηρίξουν με ακόμη περισσότερα δάνεια. Πώς έπρεπε να αντιδράσει η εργατική τάξη και ο λαός της Ρωσίας; Να το προσπεράσει και να πει ότι όταν θα πάρω την εξουσία, τότε θα δω πώς θα λύσω το πρόβλημα; Όχι βέβαια. Η οργανωμένη σε σοβιέτ εργατική τάξη επέβαλλε σ’ όλα τα επαναστατικά κόμματα μια βαριά υποχρέωση.

Μια υποχρέωση που μόνο οι μπολσεβίκοι αποδείχτηκαν συνεπείς μέχρι τέλους και υλοποίησαν όταν τους δόθηκε η ευκαιρία. Από τον Φλεβάρη του 1917 έως και τον Οκτώβρη, οι μπολσεβίκοι ήταν το μόνο κόμμα που εξακολουθούσε να υποστηρίζει τα αιτήματα του «οικονομικού μανιφέστου» και απαιτούσε να υλοποιηθεί όχι από μια μελλοντική εξουσία του προλεταριάτου, αλλά εδώ και τώρα από το σοβιέτ που έλεγχαν μενσεβίκοι και εσέροι, καθώς και από την προσωρινή κυβέρνηση Κερένσκι. Ήταν το μόνο κόμμα, από όσα είχαν υπογράψει το «οικονομικό μανιφέστο» το 1905, που συνέχιζε πιστά να το υποστηρίζει και μετά τη νίκη του Φλεβάρη του 1917. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι γνώριζαν πολύ καλά ότι το ζήτημα της εξουσίας για τις μάζες δεν τίθεται αφεαυτού, από μόνο του ως σύνθημα, αλλά πρώτα και κύρια μέσα από την πάλη για τα αιτήματα εκείνα που έχει αναδείξει η ίδια η εργατική τάξη, για τα αιτήματα δηλαδή που απαντούν άμεσα και πρακτικά από τη σκοπιά των συμφερόντων της στα προβλήματα που έχει μπροστά της η εργατική τάξη, με τους όρους που καταλαβαίνει η ίδια η εργατική τάξη κι όχι η όποια αυτοανακυρηγμένη «πρωτοπορία» της. Κι ένα από αυτά τα προβλήματα, από τα πλέον σοβαρά, ήταν η χρεωκοπία του τσαρισμού και η δανειακή του εξάρτηση από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Επρόκειτο για ένα ζήτημα που ουσιαστικά επισκιαζόταν μόνο από τον παγκόσμιο πόλεμο και τις καταστροφικές συνέπειές του.

Η σημασία που έδινε ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι, αλλά και οι διεθνιστές επαναστάτες της εποχής στο αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών ώστε να τραβηχτεί η εργατική τάξη στην επαναστατική πάλη εναντίον του ιμπεριαλισμού, ήταν ιδιαίτερη. «Σαν θετικό σύνθημα που τραβάει τις μάζες στον επαναστατικό αγώνα και εξηγεί την ανάγκη των επαναστατικών μέτρων για ‘δημοκρατική’ ειρήνη θα πρέπει να ριχτεί το σύνθημα: άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών.» Έτσι έθετε τότε το ζήτημα ο Λένιν, με τον ίδιο τρόπο μπαίνει και από εμάς σήμερα. Η άρνηση της πληρωμής του δημόσιου χρέους απαντάει θετικά από την σκοπιά της εργατικής τάξης στην ανάγκη να τραβηχτεί η μεγάλη μάζα στον αγώνα για άμεσα δημοκρατικά μέτρα – όπως είναι η έξοδος από το ευρώ, οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και βασικών τομέων της οικονομίας, η αναδιανομή πλούτου και εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, κοκ. – τα οποία κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης μπορούν ν’ ανοίξουν το δρόμο για την επαναστατική ανατροπή. Μόνο έτσι, δηλαδή μόνο μέσα από άμεσα, μεταβατικά, ή ενδιάμεσα μέτρα, μπορεί να τεθεί θέμα εξουσίας με όρους μαζών, με όρους αληθινής κι όχι εικονικής εργατικής τάξης. Όλοι οι άλλοι τρόποι είναι μόνο για να ονειροβατούν όσοι ζουν στον κόσμο τους.

Επομένως όποιος αρνείται να προτάξει την άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών, μπορεί να είναι αντικαπιταλιστής, αλλά σίγουρα δεν έχει καμμιά σχέση ούτε με την εργατική τάξη, ούτε με τον Μαρξισμό, ούτε με την Λενινισμό και προπαντός δεν έχει καμμιά σχέση με την πραγματική πάλη ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων και τον ιμπεριαλισμό σήμερα. Κι αυτό γιατί πολύ απλά «όποιος θέλει να τραβήξει προς το σοσιαλισμό από άλλο δρόμο, έξω από τον πολιτικό δημοκρατισμό, θα καταλήξει αναπότρεπτα σε ανόητα και αντιδραστικά συμπεράσματα, τόσο με την οικονομική όσο και με την πολιτική έννοια», όπως έγραφε ο Λένιν.

 

Τι φοβούνται και δεν μιλάνε για άρνηση πληρωμών;

 

Προς στιγμή ας ξεχάσουμε όσα είπαμε. Ας δεχτούμε όσα ισχυρίζονται οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη και ιδιαίτερα την αποστροφή του ΜΠ, ο οποίος θέλει την εργατική τάξη να «διαπραγματεύεται το ύψος του χρέους» αφού πάρει την εξουσία. Ας αφήσουμε στην άκρη το γεγονός ότι η σοβιετική εξουσία δεν «διαπραγματεύθηκε το ύψος του χρέους», αλλά διέγραψε μονομερώς τα τσαρικά χρέη κι ας έρθουμε στο ζουμί. Εφόσον εμείς δεν καταλαβαίνουμε πώς ταξικά, επαναστατικά, κλπ., πρέπει να μπει το ζήτημα, τότε γιατί αυτοί δεν το βάζουν με τον δικό τους «σωστό» τρόπο; Γιατί στις επίμονες πιέσεις της κυβέρνησης και των δημοσιογραφικών εκπροσώπων του καθεστώτος, «που θα βρούμε τα λεφτά;» δεν απαντούν ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη δεν αναγνωρίζει τα χρέη του συστήματος κι ότι όταν πάρουν την εξουσία θα τα ακυρώσουν. Γιατί δεν απευθύνουν προς τους δανειστές, το ΔΝΤ, την ΕΕ και γενικά την εξουσία των μονοπωλίων, την ίδια προειδοποίηση που απεύθυνε το ρώσικο προλεταριάτο το 1905 όταν διαπίστωσε την επικείμενη δημοσιονομική χρεωκοπία του τσαρισμού; Γιατί είναι πιο επαναστατικό να απαντά κάποιος σαν την ΓΓ της ΚΕ, όταν την ρωτούν στη Βουλή ή στα ΜΜΕ επίμονα «που θα βρούμε τα λεφτά;»:

«— Είπατε μεταξύ ευρώ και δολαρίου δεν μπορούμε να επιλέξουμε. Μα, έχουμε ήδη επιλέξει, έχουμε το ευρώ εμείς εδώ.

— Μιλάμε για το ΚΚΕ και για τα αντικειμενικά συμφέροντα του λαού.

— Ναι, αλλά κι εσείς στο ΚΚΕ με ευρώ συναλλάσσεστε, το εθνικό μας νόμισμα είναι το ευρώ.

— Και δραχμή να είχαμε δε θα ήταν καλύτερα τα πράγματα.

— Συμφωνώ μαζί σας, αλλά λέω πάντως ότι εμείς με το ευρώ είμαστε να το διευκρινίσουμε.

— Λέμε ότι γίνεται αυτή τη στιγμή μια διαπάλη ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ, μια σκληρή διαπάλη. Και οι μεν και οι δε δεν παλεύουν για το πώς θα ζήσουν καλύτερα οι λαοί, αλλά τα συγκεκριμένα συμφέροντα, τα ταξικά, ποια θα κυριαρχήσουν. Προηγουμένως έγινε μια συζήτηση για το καμποτάζ…

— Εγώ περιμένω να απαντήσετε πρώτα στην ερώτηση της κ. Τρέμη πού θα βρούμε τα λεφτά. Γιατί σας είπε πολύ σωστά ότι στο τέλος του μήνα 10 δισ. θα χρειαστούμε. Εκτός, αν πιστεύετε ότι υπάρχουν τα χρήματα.

— Θα σας απαντήσω. Αυτά τα χρήματα, όταν θα τα δανειστεί η ελληνική κυβέρνηση, ποιος θα επωφεληθεί; Θα βρεθούν τα λεφτά, εγώ σας λέω και με επιτόκιο 1%…

— Πού θα βρεθούν;

— Απ' το Νομισματικό Ταμείο, ή την ευρωζώνη. Η κυβέρνηση – κι εδώ είναι η υποκρισία της ΝΔ και των άλλων κομμάτων – δεν έχει άλλη επιλογή απ' το να δανειστεί χρήματα, για να τα επιστρέψει σ' αυτούς που ενδιαφέρονται να ανεβάσουν την κερδοφορία και την ίδια στιγμή να απελευθερωθεί το όριο απολύσεων, να δουλεύουμε μέχρι τα 70. Η κυβέρνηση, απ' την πλευρά της, καλά κάνει. Ο λαός όμως δεν μπορεί να δεχτεί ότι καλά κάνει η κυβέρνηση.»

Είναι αυτή απάντηση; Και μάλιστα ταξική! Κάντε ότι θέλετε με το ευρώ και τα δάνεια, εμένα μ’ ενδιαφέρει ο λαός! Τι άλλο πάει να πει αυτό εκτός από το «εμείς μπορεί να διαμαρτυρόμαστε, αλλά μην ανησυχείτε δεν πρόκειται να σας ενοχλήσουμε σ’ αυτό που πάτε να κάνετε.» Γιατί η ΓΓ δεν έθεσε την άρνηση της πληρωμής των χρεών με τον «σωστό» τρόπο, προτάσσοντας δηλαδή το ζήτημα της εξουσίας, και όχι με τον «διαχειριστικό» τρόπο που υποτίθεται ότι το βάζουμε εμείς; Γιατί αποφεύγει να κάνει έστω και νύξη επί του θέματος; Για βαθύτερους ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους, που απ’ ότι φαίνεται γνωρίζει μόνο η ίδια, ή γιατί πολύ απλά φοβάται να απαντήσει με τρόπο καθαρό στις συνεχείς πιέσεις από το σύστημα εξουσίας; Μήπως η στάση αυτή είναι ένας πολύ εύσχημος, «ταξικός», τρόπος ώστε να αποφύγει όπως-όπως την σύγκρουση με το κυρίαρχο σύστημα εκεί ακριβώς που το πονάει σήμερα περισσότερο; Και σήμερα το σύστημα πονάει σε δυο καίρια ζητήματα, στην άρνηση του χρέους και στην άρνηση του ευρώ. Κι όποιος δεν απαντάει σ’ αυτά καθαρά και ξάστερα βάζει πλάτες στις κυρίαρχες πολιτικές είτε το θέλει, είτε όχι, είτε ντύνει τις θέσεις του με αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό, είτε με ανανεωτικό ευρωπαϊσμό της υποτέλειας και της εθελοδουλίας.

Τι έλεγε παλιότερα το ΚΚΕ; 

Αλήθεια, τι σχέση έχει αυτή η στάση με ολόκληρη την παράδοση του εργατικού κινήματος, του Μαρξισμού, του Λενινισμού, του ίδιου του ΚΚΕ; Γιατί μπορεί να μην το γνωρίζουν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά την θέση αυτή για άρνηση της πληρωμής του χρέους ανέδειξε για πρώτη φορά στην ιστορία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, το ίδιο το ΚΚΕ. Όταν το 1932 η Ελλάδα μπήκε σε αναγκαστικό χρεωστάσιο και παραδόθηκε, όπως σήμερα, στους δανειστές της, το ΚΚΕ διατύπωσε την εξής θέση: «Μπορεί όμως να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση [η πληρωμή των δανείων, σημ. δική μας]; Θα σκύβουμε έτσι το κεφάλι για να δεχόμαστε φόρους πάνω σε φόρους; Θα δεχτούμε αδιαμαρτύρητα να αφαιρεθούν 700 ολόκληρα εκατομμύρια από το αίμα μας, να πληρώσουμε και την τελευταία δραχμή, να κοπεί και το ψωμί μας για να πληρωθούν μια φούχτα βδέλλες, ληστές, ντόπιοι και ξένοι τοκογλύφοι; Όχι. Με την επαναστατική μας πάλη, με τη γροθιά μας, μπορούμε να σταματήσουμε τους εκμεταλλευτές. ΟΥΤΕ ΠΕΝΤΑΡΑ ΣΤΟΥΣ ΝΤΟΠΙΟΥΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΥΣ ΛΗΣΤΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΟΥΧΟΥΣ, ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΑΝΕΡΓΟΥΣ, ΣΤΙΣ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ. Με αυτό το σύνθημα πρέπει να ξεσηκωθούν οι εργάτες, όλοι οι εργαζόμενοι της χώρας

Προφανώς το ΚΚΕ εκείνης της εποχής δεν γνώριζε ότι διαπράττει μέγα σφάλμα καθοσιώσεως, ότι προτάσσοντας την άρνηση της πληρωμής των δανείων οδηγείται σε προτάσεις «διαχειριστικές του συστήματος» και άλλα τέτοια φαιδρά. Ούτε φυσικά γνώριζε ότι ακολουθώντας τις εντολές της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την παράδοση του διεθνούς εργατικού κινήματος, τις παρακαταθήκες των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, υιοθετούσε θέσεις που απομόνωναν το κίνημα από τον «ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης». Ούτε βέβαια διανοήθηκαν ποτέ εκείνοι οι παλιοί κομμουνιστές, που ζούσαν και ανέπνεαν μέσα στην εργατική τάξη, ότι είχαν λάθος να πιστεύουν ότι με την δύναμη της πάλης του εργατικού κινήματος μπορούν να επιβληθούν χαλινάρια στο κεφάλαιο ακόμη και πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Αν είναι ποτέ δυνατόν, όπως θα αναφωνούσε κι ο σημερινός ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη.

Την άποψη αυτή το ΚΚΕ τη διατήρησε σ’ ολόκληρη την ιστορία του. Το ΕΑΜ στην απελευθέρωση έθεσε θέμα διαγραφής των προπολεμικών χρεών της χώρας, ώστε να μπορέσει να ανασυγκροτηθεί η χώρα προς όφελος του λαού. Στη διάρκεια της ΕΔΑ συνέχιζε να θέτει το ίδιο ζήτημα και ταυτόχρονα ζητούσε να κοπεί ο ομφάλιος λώρος με τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας.

Στη μεταπολίτευση, το ΚΚΕ επανάφερε το ζήτημα του δημόσιου δανεισμού υποστηρίζοντας τα εξής: «Πρέπει να σταματήσει κάποτε ο αλόγιστος δανεισμός που γίνεται ίσα-ίσα για την κάλυψη του ισοζυγίου πληρωμών. Να σταματήσουμε να δανειζόμαστε ίσα-ίσα για να ξεπληρώνουμε τα προηγούμενα χρέη. Να σταματήσει ο δανεισμός για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Να αλλάξει ο τρόπος χρησιμοποίησης των δανείων: Να χρηματοδοτούν τις συγκεκριμένες ανάγκες μιας πραγματικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ανάπτυξη που θα οδηγήσει στο σπάσιμο του φαύλου κύκλου της διεθνούς ιμπεριαλιστικής κερδοσκοπίας

Μήπως το ΚΚΕ σε ολόκληρη την ιστορία του ήταν ένα κόμμα «διαχείρισης του συστήματος» και οι σημερινοί αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη ήρθαν να αποκαταστήσουν την τραυματισμένη επαναστατική του υπόληψη; Αν είναι έτσι, τότε γιατί δεν το λένε ανοιχτά; Γιατί δεν λένε ανοιχτά στα μέλη του κόμματος ότι το ΚΚΕ της ΚΔ, το ΚΚΕ του ΕΑΜ, το ΚΚΕ της ΕΔΑ, το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης, δηλαδή το ΚΚΕ εξ ιδρύσεώς του, ήταν ένα κόμμα υποταγμένο στη «διαχείριση του συστήματος» και μόνο αυτοί κατόρθωσαν να το φέρουν στον «ίσιο δρόμο» της επαναστατικής αρετής και καθαρότητας; Γιατί δεν λένε ανοιχτά ότι χτυπώντας το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και της εξόδου από το ευρώ, προσπαθούν να ξεμπερδέψουν και με ολόκληρη την ιστορία του ΚΚΕ, με το σύνολο των αιτημάτων, των διεκδικήσεων και των αγώνων του, που σφράγισαν την πορεία του εργατικού και λαϊκού κινήματος της χώρας. Στην ουσία οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη επιχειρούν, στα μουλωχτά, να επανιδρύσουν το ΚΚΕ ώστε να κρατήσουν από το παλιό κόμμα μόνο τα σύμβολα και την επωνυμία.

 

Υπάρχουν επαναστατικά και ρεφορμιστικά αιτήματα;

 

Βγαίνοντας από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι καπιταλιστικές χώρες, ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες, είχαν φορτωθεί με τεράστια κρατικά χρέη. Μοναδική εξαίρεση οι ΗΠΑ, οι οποίες είχαν βγει από τον πόλεμο ως η κύρια πιστώτρια χώρα παγκοσμίως. Τα κρατικά χρέη ήταν τόσο μεγάλα, που ήταν αδύνατο να πληρωθούν και γι’ αυτό τότε πολλοί αστοί οικονομολόγοι – με πρώτον απ’ όλους τον Τζον Μέϊναρντ Κέινς – είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρξει ακύρωση όλων των κρατικών χρεών. Ο Κέινς συγκεκριμένα στο βιβλίο του για τις «οικονομικές συνέπειες της ειρήνης» έγραφε: «Η ύπαρξη των χρεών του μεγάλου πολέμου είναι μια απειλή για την οικονομική σταθερότητα παντού. Δεν υπάρχει καμμιά Ευρωπαϊκή χώρα στην οποία η αποκήρυξη [του χρέους, σημ. δική μας] δεν θα μετατραπεί σύντομα σε ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.»

Το γεγονός ότι η ακύρωση των κρατικών χρεών γινόταν υπόθεση των αστών οικονομολόγων, σταμάτησε τον Λένιν και τη νεαρή τότε Κομμουνιστική Διεθνή από το να υιοθετήσουν και να προβάλουν το αίτημα; Όχι βέβαια. Στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ ο Λένιν έλεγε πώς η επαπειλούμενη χρεωκοπία έσπρωχνε εκατομμύρια να σκεφτούν σαν τον Κέινς, πώς προκειμένου να γλυτώσουν την καταστροφή όφειλαν να προχωρήσουν αλλιώς: «Με την ακύρωση όλων των χρεών, όπως προτείνει ο Κέινς! Η ιδέα αυτή δεν είναι μόνο ιδέα του οικονομολόγου επιστήμονα Κέινς. Στην ιδέα αυτή κατέληξαν και θα καταλήξουν εκατομμύρια. Και εκατομμύρια άνθρωποι ακούν τους αστούς οικονομολόγους να λένε πώς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος εκτός από την ακύρωση των χρεών, και γι’ αυτό ‘ας είναι καταραμένοι οι μπολσεβίκοι’ (που ακύρωσαν τα χρέη) και ελάτε να απευθυνθούμε στη ‘γενναιοψυχία’ της Αμερικής!! – Νομίζω πώς θα έπρεπε εξονόματος του συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς να στείλουμε ένα ευχαριστήριο σ’ αυτούς τους οικονομολόγους-προπαγανδιστές υπέρ του μπολσεβικισμού.»

Ο Λένιν γνώριζε πολύ καλά ότι το ίδιο το αίτημα της ακύρωσης όλων των κρατικών χρεών ήταν ικανό να τραβήξει τις μάζες στην επαναστατική πάλη, να τις οδηγήσει σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό και το χρηματιστικό κεφάλαιο και να τις φέρει μπροστά στην ανάγκη μιας άλλης διαφορετικής εξουσίας, της δικής τους εξουσίας. Γι’ αυτό και δεν τον ένοιαζαν οι επικλήσεις των αστών οικονομολόγων της εποχής στην «λογική» των αστικών κυβερνήσεων και στην «γενναιοψυχία» των ΗΠΑ, η οποία ήταν αυτή που θα έχανε τα περισσότερα στην περίπτωση της ακύρωσης των κρατικών χρεών. Δεν τον φόβιζε ακόμη και η δυνατότητα μιας αστικής κυβέρνησης να προχωρήσει η ίδια σε ακύρωση των κρατικών χρεών, γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο θα έπληττε σοβαρά την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, θα προωθούσε τις θέσεις του εργατικού κινήματος, στο βαθμό που θα γινόταν κάτω από την πίεση και την απειλή του, και θα άνοιγε τις πόρτες για νέες κατακτήσεις, για νέους καλύτερους συσχετισμούς. Τώρα αν το κίνημα σταθεί αδύναμο, ή ανίκανο να αξιοποιήσει και να εκμεταλλευτεί την έστω και μερική ικανοποίηση του αιτήματός του ως εφαλτήριο για νέες μεγαλύτερες κατακτήσεις, για νέα βήματα μπροστά, τότε δεν φταίει ούτε το αίτημα, ούτε το γεγονός ότι μια αστική κυβέρνηση το ικανοποίησε, φταίει το ίδιο το κίνημα και πιο συγκεκριμένα οι δυνάμεις που ηγούνται σ’ αυτό.

Με το ίδιο σκεφτικό κι ένας άλλος αρχιρεφορμιστής – αν πάρουμε στα σοβαρά τα κριτήρια των αρθρογράφων του Ριζοσπάστη – και γνωστός για τις προτάσεις του με σκοπό τη «διαχείριση του συστήματος», ο Φιντέλ Κάστρο, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 πρωτοστάτησε στο κίνημα για την ακύρωση των χρεών της Λατινικής Αμερικής, δεν έθετε ως προϋπόθεση την προλεταριακή ή επαναστατική εξουσία. Μάλιστα σε μια συνέντευξή του το 1985 του έθεσαν και την εξής προκλητική ερώτηση: «Κάθε πρόγραμμα για τη λύση της ‘κρίσης χρέους’ είναι… ένα πρόγραμμα για τη διάσωση του καπιταλισμού. Θέλει όντως η Κούβα να σώσει τον καπιταλισμόΟ Κάστρο απάντησε με τον εξής τρόπο: «Ναι, τον άλλο καπιταλισμό, τον καπιταλισμό των υπερχρεωμένων, μιλώντας με ανθρωπιστικούς όρους. Οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι των επιτοκίων και των όρων του εμπορίου σκοτώνουν εκατομμύρια ανθρώπους στον λεηλατημένο κόσμο. Δολοφονούνται από την πείνα, τις ασθένειες και το έγκλημα. Και σαν να μην ήταν αρκετή η σφαγή από το χρέος και το εμπόριο, οι καταχρεωμένες χώρες έχουν τεθεί υπό την επιτήρηση κέντρων απόφασης στο εξωτερικό αναφορικά με την οικονομική ‘προσαρμογή’ τους, η οποία οδηγεί στην ύφεση. Είναι σαν τον καλοπροαίρετο γιατρό που επιβάλει σ’ έναν αδύναμο ασθενή καθεστώς αναγκαστικής απώλειας βάρους…»

Στόχος ενός λαϊκού, εργατικού αιτήματος δεν είναι να προβάλει την ανάγκη του σοσιαλισμού ή της επανάστασης, αλλά να απαντά στα πιο άμεσα και ζωτικά προβλήματα του απλού κόσμου από τη σκοπιά των συμφερόντων του, να βελτιώνει τη θέση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων, να ανοίγει δρόμους για νέες κατακτήσεις, να αλλάζει τους συσχετισμούς σε βάρος του κεφαλαίου και να βάζει χαλινάρι στην ασυδοσία του. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν ρεφορμιστικά ή επαναστατικά αιτήματα, παρά μόνο λαϊκά και εργατικά αιτήματα που γίνονται τέτοια μόνο όταν τα αγκαλιάζει και τα αναδεικνύει η ίδια η εργατική τάξη, ο ίδιος ο λαός. Κι αυτά μπορεί να τα παλέψει κανείς με ρεφορμιστικό ή με επαναστατικό τρόπο. Να τα παλέψει δηλαδή με το να τα διατυμπανίζει μόνο ως γενικές διακηρύξεις, με το να τα υποτάσσει σε μια προοπτική βελτίωσης του κυρίαρχου συστήματος, ή να τα παλέψει αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία για να κινητοποιήσει τις ευρύτερες δυνατές μάζες, αρπάζοντας κάθε μικρή ή μεγάλη επιτυχία, κάθε μερική κατάκτηση για να κάνει μαζί με τις μάζες ένα ακόμη βήμα προς τα μπρος, να κερδίσει ακόμη περισσότερο από το εχθρικό έδαφος, να προχωρήσει τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ως το τέλος. Κι αυτό γιατί, όπως έλεγε κι ο Μαρξ, «οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ποτέ δεν οφείλονται στην αδυναμία των ισχυρών, οφείλονται και προκαλούνται από την ισχύ των αδυνάτων.» Όποιος δεν δοκιμαστεί πρώτα και κύρια στην πάλη για να ικανοποιηθούν μερικές διεκδικήσεις και ενδιάμεσα αιτήματα, για να κερδισθούν κατακτήσεις και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπέρ της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων πάνω στο γενικό έδαφος του καπιταλισμού, τότε είναι επαναστάτης μόνο στα λόγια.

Στο βαθμό που θα τεθεί σε κίνηση η τάξη και συνολικά η μάζα του λαού η πρακτική ανάγκη για το σοσιαλισμό θα προκύψει μέσα από την ίδια την πάλη για τα αιτήματά της, όσο ασήμαντα και μηδαμινά κι αν φαίνονται στους επαναστάτες της φράσης. Η ίδια η εμπειρική λογική της πάλης για τα δικά τους αιτήματα οδηγεί τις μάζες να κατανοήσουν το τι πρέπει, το τι οφείλουν να κάνουν κάθε φορά. Κι όχι τα «προωθημένα συνθήματα» των δήθεν πρωτοποριών και οι ανέξοδες επικλήσεις του σοσιαλισμού. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Κάστρο σε μια ομιλία του στην Ηπειρωτική Συνδιάσκεψη των χωρών της Λατινικής Αμερικής για το πρόβλημα του εξωτερικού χρέους, η οποία συνήλθε στην Αβάνα τον Αύγουστο του 1985, έλεγε χαρακτηριστικά: «Αυτό το πρόβλημα επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα… Δεν έχουμε παρουσιάσει ανατρεπτικές θέσεις. Δεν καλούμε σε κοινωνική επανάσταση. Είπαμε αντίθετα ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε πρώτα τον σοσιαλισμό για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα. Αυτό είναι ένα επείγον πρόβλημα εδώ και τώρα, ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε. Προκειμένου να το λύσουμε, πρέπει να ενώσουμε όλους τα στρώματα, εκτός από την ασήμαντη εκείνη μειοψηφία που έχει πουληθεί στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, που έχει πουληθεί στον ιμπεριαλισμό… Το βλέπουμε σαν έναν εθνικό απελευθερωτικό αγώνα που μπορεί, για πρώτη φορά στην ιστορία, να ενώσει όλους τους κοινωνικούς τομείς στην πάλη για την ανεξαρτησία. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι προϋπόθεση. Δεν προτείνουμε σοσιαλισμό. Φυσικά, δεν είμαστε και εναντίον του [γέλια] Αυτό που νομίζω ότι δεν θεωρώ σωστό είναι να τον μετατρέψεις σε βασικό ζήτημα. Η κατάσταση θα φέρει επίγνωση στο λαό. Και νομίζω ότι καθώς ο λαός θα αποκτά συνείδηση, εμείς θα βαδίζουμε όλο και πιο κοντά στον σοσιαλισμό. Νομίζω ότι στο μέλλον μπορεί να υπάρξει μια σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά θα ήταν λάθος αν παρουσιάζαμε τον σοσιαλισμό ως τωρινό στόχο.»

Πριν οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, ο ΜΠ, ή όποιος άλλος θελήσει να ξαναπιάσει την πένα για να συκοφαντήσει το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, καλό θα ήταν να φυλλομετρήσει τις απόψεις του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος της εποχής που ο Κάστρο πρωτοστατούσε στο κίνημα για την κατάργηση των χρεών των εξαρτημένων χωρών. Ίσως έτσι αποφύγουν τις χοντράδες. Ίσως πάλι και να μην καταλάβουν τίποτε γιατί έχουν απορρίψει τη βασική, θεμελιώδη αρχή που ανέκαθεν διαφοροποιούσε τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα, τις καθαρόαιμες εργατικές οργανώσεις και φυσικά τους κομμουνιστές, από κάθε άλλη αντικαπιταλιστική οργάνωση. «Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα. Ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη του σημερινού προλεταριάτου, που βαδίζει από ένα σκοπό σήμερα σ’ έναν άλλο αύριο στο όνομα του βασικού του σκοπού, προς τον οποίο πλησιάζει κάθε μέρα

Το κλειδί ήταν και παραμένει στη δυνατότητα να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και του λαού. Δεν έχει κανένα νόημα το να έχεις σωστή θέση όταν αρνείσαι την ενότητα δράσης, ή καλείς τους πάντες να στοιχηθούν πίσω σου. Το ΚΚΕ του 1932, αν και όπως είδαμε απέναντι στη χρεωκοπία πήρε γενικά σωστή θέση, ωστόσο αυτό δεν το βοήθησε καθόλου στην πρακτική οργάνωση της εργατικής πάλης. Απορρίπτοντας τους πάντες ως φασίστες (σοσιαλφασίστες, αγροτοφασίστες, αρχειοφασίστες, κοκ) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μόνη σωστή επιλογή ήταν να καλέσει την εργατική τάξη να στοιχηθεί πίσω του και να προετοιμάσει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Κι αυτό όχι στα λόγια, όπως οι σημερινοί αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά στην πράξη. Όταν όμως είδε και απόειδε, όταν το ένα χτύπημα διαδεχόταν το άλλο, όταν «το Κόμμα όλο και περισσότερο απομονωνόταν από τις μάζες και έχανε τη μια θέση μετά την άλλη,» όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, τότε άλλαξε γραμμή. Τον Σεπτέμβρη του 1934 η ΚΕ του ΚΚΕ και η διοίκηση της Ενωτικής ΓΣΕΕ απέστειλε από κοινού ανοιχτό γράμμα «προς όλους τους εργαζομένους της χώρας, τη Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδας, τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα, το Αγροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, προς τη Γενική Συνομοσπονδία των Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος,» όπου έθετε τα εξής: «Το μαχαίρι έχει φτάσει στο κόκκαλο. Μόνο μια πανελλαδική, παλλαϊκή κινητοποίηση των εργαζομένων, με επί κεφαλής τις οργανώσεις τους, μπορεί να αναχαιτίσει τα αντιλαϊκά μέτρα, τον κίνδυνο του φασισμού.» Η κίνηση αυτή επισφραγίστηκε με το Σύμφωνο κοινής δράσης ενάντια στη στρατιωτικοφασιστική δικτατορία τον Οκτώβρη του 1934. Αν και η στροφή αυτή ήλθε κάπως αργά και δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα εναντίον του φασιστικού κινδύνου, αποτέλεσε όμως το γόνιμο έδαφος για να βλαστήσει αργότερα και μέσα στον πόλεμο η εποποιεία του ΕΑΜ.

 Σήμερα, αντιμέτωπη η χώρα με τους μεγαλύτερους κινδύνους που έχει αντιμετωπίσει ποτέ στη νεότερη ιστορία της, μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας και προπαντός των εργαζομένων προσδοκούν σε ένα νέο ανοιχτό γράμμα της ΚΕ του ΚΚΕ. Ένα ανοιχτό γράμμα προς όλους τους εργαζόμενους της χώρας και όλες τις αριστερές, προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου, που θα τις καλεί σε μια πανστρατιά εναντίον του νέου καθεστώτος κατοχής από το ΔΝΤ, την ΕΕ και τους ντόπιους δωσίλογους με στόχο μια αναγεννημένη Ελλάδα απαλλαγμένη από τα δεσμά της χρηματιστικής ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού. Θα έρθει άραγε ποτέ αυτό το ανοιχτό γράμμα;

 

5/6/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

 

 [1] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Εισήγηση της ΚΕ προς την Λίγκα των Κομμουνιστών. Διαλεχτά Έργα, τ. 1, Μόσχα: Progress Publishers, 1976, σ. 184.

[2] Το «οικονομικό μανιφέστο» δημοσιεύεται ολόκληρο στο παρών τεύχος του Εμπρός.

[3] Λέων Τρότσκι, Η Ζωή μου, Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1970, σ. 186.

[4] Ιζβέστια, 4 Αυγούστου 1930.

[5] Β. Ι. Λένιν, Για το «Πρόγραμμα Ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, Αθήνα: ΣΕ, 1980, 

 

σ.279.

[6] Β. Ι. Λένιν, Δυο Ταχτικές της Σοσιαλδημοκρατίας στη Δημοκρατική Επανάσταση, Αθήνα: ΣΕ, 1980, σ. 18.

[7] Ριζοσπάστης, Πέμπτη 22 Απρίλη 2010.

[8] Ο Νέος Ριζοσπάστης, Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 1932.

[9] Χαρακτηριστικό του πνεύματος που αντιμετώπιζαν οι κομμουνιστές το ζήτημα του δημόσιου δανεισμού της χώρας είναι το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα, Αθήνα: ΣΕ, 1998. Αν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, εκτός από το να δοξάζουν το όνομα του Μπελογιάννη, έριχναν και μια ματιά στο βιβλίο του, ίσως τους βοηθούσε να αντιληφθούν πώς και με ποιο τρόπο πάλευαν οι αληθινοί κομμουνιστές το ζήτημα του χρέους.

[10] Ριζοσπάστης, 23 Δεκέμβρη 1979.

[11] John Maynard Keynes, The Economic Consequences of the Peace, London: Macmillan, 1920, σ. 261.

[12] Β. Ι. Λένιν, Εισήγηση για τη Διεθνή Κατάσταση και τα Βασικά Καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Άπαντα, τ. 41, Αθήνα: ΣΕ, 1983, σ. 225.

[13] Folha De Sao Paulo, 2 Ιουνίου 1985.

[14] Καρλ Μαρξ, Οι οπαδοί του προστατευτισμού, του ελεύθερου εμπορίου και η εργατική τάξη, Collected Works, τ. 6, σελ. 281. Επίσης Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 33, σελ. 167.

[15] Speech by President Fidel Castro at the Continental Dialogue on the Foreign Debt held at Havana's Palace of Conventions, Havana Domestic Service, 4 Αυγούστου 1985.

[16] Β. Ι. Λένιν, Συζήτηση, Άπαντα, τ. 23, σελ. 54.
[17] Δημήτρη Σάρλη, Η Πολιτική του ΚΚΕ στον Αγώνα κατά του Μοναρχοφασισμού, Αθήνα: ΣΕ, 1981, σ. 26.
[18] Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 4, Αθήνα: ΣΕ, 1981, σ. 84.
[19] Ό. Π., σ. 85. 
 

 

ΠΗΓΗ: http://www.stopcartel.info/

Η εκπόρνευση της πουτάνας

Η εκπόρνευση της πουτάνας

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 

 

Λέει κάπου νομίζω ο Μισέλ Φουκό, πως η χειρότερη μορφή καταστολής είναι η καταδίκη στη σιωπή. Και αυτήν ακριβώς την καταστολή είναι ολοφάνερο ότι αντιμετωπίζει η άποψη που επιζητά να διερευνήσει τα βαθύτερα πολιτισμικά αίτια της τρέχουσας κρίσης. Ψελλίσματα μόνον ακούγονται από ελάχιστους, αφού σύσσωμο το σύστημα – και διόλου τυχαία – επιχειρεί να εξαντλήσει την κριτική του αποκλειστικά και μόνο στα πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του, αφήνοντας ουσιαστικά ανέγγιχτο τον πυρήνα  του προβλήματος. Προφανείς οι αναπαραγωγικοί λόγοι που συνιστούν αυτή τη συστημική στρατηγική.

Όμως, έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε για τα καίρια και ουσιώδη της κρίσης. Και απ' αυτήν ακριβώς τη συζήτηση, από την ικανότητα της να διασπάσει τους μηχανισμούς της καταδίκης σε σιωπή, νομίζω ότι θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα  του τόπου να ξεπεράσει την κρίση και τις οδυνηρές της συνέπειες.

Αλλά μέγιστο προαπαιτούμενο γι' αυτό αποτελεί η αναζήτηση, η ανάδειξη και η καταδίκη των μηχανισμών που για δεκαετίες οργάνωσαν άλλοι συνειδητά και άλλοι ανεπίγνωστα την πολιτισμική αλλοτρίωση του λαού μας.  Την αλλοτρίωση που με τη σειρά της εξέθρεψε το κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό τέρας που απειλεί σήμερα να μας εξαφανίσει. Αυτή η αποξένωση από την πολιτισμική μας ιδιοπροσωπία κουβάλησε το νερό στο μύλο της καταχνιάς που μας καταπνίγει.

Αλλά αυτή η αποξένωση έχει ονοματεπώνυμο. Έχει πρόσωπα και φορείς που την διέσπειραν και την προώθησαν συχνά με λυσσαλέο τρόπο.  Έχει συμφέροντα και υποστηρικτές που ωφελήθηκαν από τη πλατιά διάδοση της. Μα το πιο επικίνδυνο είναι ότι σήμερα αυτοί ακριβώς που φέρουν την κύρια ευθύνη για την εγκληματική αλλοτρίωση της κοινωνίας, αυτοί οι ίδιοι, δεν διστάζουν να εμφανίζονται ως τιμητές της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, ως κήνσορες των ασθενών σημείων της κοινωνικής νοοτροπίας, ως εισαγγελείς  κατά της διαφθοράς και αναξιοκρατίας! Πιάνουν θέσεις στο μεταπολιτευτικό σκηνικό – όποτε κι αν έρθει αυτό- και απλώνουν παντού την καταγγελτική διάρροια τους, έχοντας όμως όρθιο το δάχτυλο στα χείλη, ως σινιάλο σιωπής, όταν η κουβέντα φτάνει στα ουσιώδη.

Και αγωνιώ πραγματικά για την ώρα που κάποιος θα τους υποδείξει ευγενικά και δίχως σεξισμούς την αγαπημένη τους έτσι κι αλλιώς θέση για το δάκτυλο τους, απαιτώντας ταυτόχρονα την ανάληψη των ευθυνών τους για την σημερινή κατάντια του λαού και του έθνους. Ποιός στ' αλήθεια καλλιέργησε επί σειρά ετών μια αντίληψη για το ίδιο το περιεχόμενο του πολιτισμού ως βλαχοεπαρχιώτικο culture και όχι ως νοο-τροπία, ως τρόπο κατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης; Ποιός με κίνητρο τον εφηβικό του θυμό – με την ψυχαναλυτική σημασία του όρου – μίσησε κάθε τι ελληνικό στον τόπο αυτό, επειδή η μικροαστή μαμά του δεν του έκατσε, αλλά ερωτεύτηκε τον μπαμπά του; Ποιός συστηματικά και σταθερά κατεδάφισε το αξιακό περιεχόμενο της κοινωνίας, παραδίνοντας  την στον πιο αισχρό και μηδενιστικό καταναλωτισμό; Και πιο απλά. Ποιός ανήγαγε το σούσι σε νεοελληνική διατροφική αξία και το γκαζόν σε προτεραιότητα του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας; Ποιός προώθησε την πιο βλαμμένη εκδοχή της αμερικανιάς μέσα από εκατοντάδες ταινίες καταστροφής που αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη σάρκα – και ψυχή – ως ακαταπόνητης αντοχής; Ποιός διαφήμισε τη βιομηχανία των γυμναστηρίων και των solarium; Ποιός αθώωσε στα μάτια της κοινωνίας την πιο χυδαία εκπόρνευση του ανθρώπινου σώματος; Ποιός έσπρωξε στη πλήρη «χαλάουα» τις καρδιές των κοριτσιών και τα στήθη των αγοριών μας; Ποιός έκανε πρότυπο την ψευτογκλαμουριά του σκυλοτράγουδου; Ποιός οργάνωσε τα βραβεία «Α-γ-ρίων»; Ποιός τα δεκάδες reality και τις γελοιογραφίες των «ταλέντων» που τσαλάκωσαν απλά τις προσδοκίες χιλιάδων νέων ανθρώπων; Ποιός παρουσίασε τα μεσημεριανά που σέρβιραν κυνικά και συχνά χαιρέκακα τη μιζέρια του διπλανού; Ποιός έστησε τις ψευτοσοβαρές εκπομπές που «αγίαζαν» τους διεφθαρμένους της πολιτικής και της οικονομίας; Ποιός αθώωσε τη σπατάλη των Ολυμπιακών και ποιός προώθησε αυτοπροσώπως τον υποκινούμενο εθελοντισμό της αρπαχτής; Ποιός καλλιέργησε στα free press editorial του τα must της ισχυρής Ελλάδας του σημιτικού «εκσυγχρονισμού»; Ποιός φιλοτέχνησε το ηρώο της – με γερμανική καθοδήγηση – ποδοσφαιρικής πρωταθλήτριας Ευρώπης και ποιός τα αγάλματα του Ρουβοψινάκιδων στο γυφτομπαρόκ της eurovision; Ποιός με υποδειγματικές συμπεριφορές εμφύσησε στη λαϊκή συνείδηση την πρωτοκαθεδρία μιας χρησιμοθηρικής και ατομικιστικής αποτελεσματικότητας; Ποιός πλαστικοποίησε τα συναισθήματα και αλουμινοποίησε την αρχιτεκτονική του λαού μας; Ποιός εξέθεσε το οικολογικό κίνημα στο επίπεδο εξωραϊστικού συλλόγου και την αριστερά των συλλογικοτήτων σε γκλαμουράτο μόρφωμα ετσιθελικών διεκδικήσεων; Ποιός αποθέωσε το εγωκεντρικό μότο "να είσαι ο εαυτός σου"… και στα αρχίδια σου; Ποιός διασκέδασε πρώτο τραπέζι πίστα αγκαλιά με διεφθαρμένους πολιτικούς και σαβουροτηλεπαρουσίαστριες;  Ποιός ντόπαρε την ελληνική κοινωνία στην αντιδημιουργική λογική του τζογαδόρικου νεοπλουτισμού; Ποιός έβγαλε το σκασμό μπροστά στην κυριαρχία του αμοραλισμού; Ποιός ανέδειξε τα στίλβωντα ζαντολάστιχα σε κριτήριο έρωτα; Ποιός πέταγε μπουκάλια στην αρένα των χουλιγκάνων; Ποιός αρθρογράφησε υπερασπιζόμενος τις fuck-less κυρίες του εθνομηδενισμού; Ποιός περιθωριοποίησε κάθε πολιτική και δημοσιογραφική φωνή που αντιστεκόταν στην εθνική ύπνωση; Ποιός ανακήρυξε σε γραφικότητα τον πατριωτισμό; Ποιός με την καθημερινή στάση ζωής του ανήγαγε την κυνική προστυχιά σε κοσμοπολίτικο ιδεολόγημα και ξέπλυνε τα μυαλά χιλιάδων ανθρώπων για να οικοδομήσει το lifestyle προφίλ του; Ποιός γέμισε τα περίπτερα μας με την κιτρινίλα των μονοσύλλαβων βαρβαρικών του εκδόσεων; Ποιός απέκρυψε την αλήθεια για την κατάντια μας; Ποιός ανυποψίαστος για την ισχύ της παράδοσης που κουβαλά στο σαρκίο του, έφτυσε γεμάτος επαρχιώτικη μειονεξία το παρελθόν του; Και να το πω και πιο βαριά! Ποιός γάμησε τα ιερά και τα όσια των πεθαμένων μας;  Ποιός άλλος απ' όλους αυτούς τους γνωστούς δημοσιογράφους και τηλεπαρουσιαστές που σήμερα «καρφώνουν» τους ήδη τελειωμένους στη συνείδηση της κοινωνίας πολιτικούς, για να την βγάλουν για μια ακόμη φορά καθαρή στη θύελλα που -τα ερεθισμένα από την κοκαΐνη- ρουθούνια τους οσμίζονται.

Αυτός ο εσμός των media που γέμισε τη ζωή μας με τη σαπίλα της ψευτισμένης μικροζωώλας του, επιζητά σήμερα την εκ νέου εκπόρνευση του. Ως «πουτάνα» που εκ νέου εκπορνεύεται σ' έναν «καλό» γάμο!  Και δυστυχώς, δεν έχω βέβαιη απάντηση για το αν η ελληνική κοινωνία θα αποδεχτεί εκ νέου το ρόλο του «καλού πελάτη», υπό την απειλή του ΔΝΤ νταβατζή της!

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ,  6.6.2010

Η έννοια των κοινών γεννάει τη νέα αριστερά

Η έννοια των κοινών γεννάει τη νέα αριστερά

 

Του Μάικλ Χάρντ *

 

 

Τόσο το βιβλίο "Η Αυτοκρατορία" όσο και το "Πλήθος: Πόλεμος και Δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας" των Μάικλ Χαρντ και Τόνι Νέγκρι έχουν χαιρετιστεί από μερίδα του δυτικού Τύπου ως "κομμουνιστικά μανιφέστα του 21ου αιώνα" και έχουν τύχει ιδιαίτερα μεγάλης προβολής σε όλο τον κόσμο με πωλήσεις από τη δεκαετία του '90 και ένθεν που ξεπέρασαν κάθε προσδοκία των εκδοτών τους.

Στην αυτοκρατορία, οι δυο μετα-μαρξιστές συγγραφείς περιγράφουν το πέρασμα από την εποχή του ιμπεριαλισμού που αρθρώνεται γύρω από έθνη κράτη στην εποχή μιας παγκόσμιας μεταμοντέρνας κυριαρχίας υπερεθνικών δυνάμεων και το τέλος των εθνικών ανταγωνισμών. Στο "Πλήθος" περιγράφουν πώς το μοντέρνο σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης έχει ρωμαϊκά χαρακτηριστικά με τις ΗΠΑ και μια χούφτα υπερεθνικούς οργανισμούς να ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία, μια τάξη αριστοκρατών που αποτελείται από εταιρείες και λίγα προνομιούχα έθνη να απολαμβάνουν τα οφέλη, δημοκρατικές κοινωνικές δομές, όπως ο ΟΗΕ και μη κυβερνητικές οργανώσεις, να διαμεσολαβούν το δημοκρατικό συναίσθημα και τέλος το πλήθος των πολιτών που ζει σε αυτή τη χαοτική δομή.

Την περασμένη εβδομάδα στο πλαίσιο του b fest, του φεστιβάλ που οργανώνει κάθε χρόνο η αντεξουσιαστική εφημερίδα Βαβυλωνία, ο Μάικλ Χαρντ μίλησε σε ένα κατάμεστο από νέους ανθρώπους αμφιθέατρο με θέμα: "Αυτοκρατορία και Παγκόσμιος Εμφύλιος Πόλεμος".

 Στην ομιλία του άσκησε κριτική στην αριστερά για τη διάκριση που επιχειρεί μεταξύ πραγματικής και φανταστικής οικονομίας και υποστήριξε -μεταξύ άλλων- ότι η βιοπολιτική παραγωγή καταλαμβάνει πλέον και το χώρο της βιομηχανικής παραγωγής. Για τον Χαρντ η παρούσα κρίση εκφράζει, πέρα από τη ριζοσπαστικοποίηση του νεοφιλευθερισμού και την απόπειρά του να παραχαράξει τις αξίες που στηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες, και την ανικανότητά του να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη βιοπολιτική παραγωγή του καιρού μας.

Η "Αυγή" συνάντησε τον Χαρντ το επόμενο πρωί στα Εξάρχεια. Στη δίωρη συζήτησή μας ο ίδιος είχε περισσότερες ερωτήσεις από τις απαντήσεις που θα διαβάσετε παρακάτω. Η εκτίμηση που μας μετέφερε είναι πως η Ελλάδα σήμερα αποτελεί το εργαστήρι κατασκευής μιας νέας κοινωνικής αριστεράς και πως οι ευρωπαϊκοί λαοί θα αντιληφθούν πως η ελληνική υπόθεση είναι και δική τους.

 

* Τόσο χθες, όσο και συχνά εξ όσων διαβάζω, δέχεστε κριτική από τη μαρξιστική αριστερά για τον τρόπο με τον οποίο διαβάζετε το Κεφάλαιο. Είπατε χθες ότι το ζήτημα δεν είναι πώς μετράει ο Μαρξ τα πράγματα, αλλά τι ποιότητες τους δίνει. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε;

 

Όταν ο Μαρξ αναλύει την καπιταλιστική οικονομία, δεν νοιάζεται για το πού βρίσκονται οι περισσότεροι εργάτες. Την εξετάζει σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία η βιομηχανία δεν αντιπροσωπεύει το κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής. Απασχολεί μια μικρή μερίδα του εργατικού δυναμικού. Βλέπει σε αυτήν, όμως, την αυξανόμενη τάση του καπιταλισμού. Αυτό πρέπει να κοιτάξουμε και σήμερα. Όχι πού βρίσκονται οι εργαζόμενοι, αλλά ποιες είναι οι ποιότητες της παραγωγικής μας ζωής που γίνονται σιγά-σιγά κυρίαρχες.

Κατά τη γνώμη μου, και του Νέγκρι, αυτές αφορούν την αυξανόμενη παραγωγή άυλων αγαθών, η οποία οδηγεί τις εξελίξεις σήμερα. Τόσο η παραγωγή ιδεών και γνώσης, όσο και η παραγωγή επιρροών και κοινωνικών σχέσεων. Και είναι κυρίαρχη αυτή η τάση ακριβώς επειδή ακόμα και η παραδοσιακή βιομηχανία ή η αγροκαλλιέργεια «πληροφοριοποιούνται» -αποκτούν επικοινωνιακά χαρακτηριστικά.

Η ικανότητά μας να κατασκευάζουμε κοινωνικές σχέσεις είναι πιο σημαντική από ποτέ για το κεφάλαιο. Και μπορεί να πνίγεται μέσα στο κυρίαρχο παραγωγικό παράδειγμα, όμως θυμίζει πολύ την ισχύ που οι βιομηχανικοί εργάτες είχαν κατά το 19ο αιώνα, η οποία επίσης πνιγόταν μέχρι να γίνει συνειδητή. Διακόσια χρόνια πριν ο κόσμος πίστευε ότι οι βιομηχανικοί εργάτες είναι βλάκες. Πώς θα μπορούσαν να οργανωθούν για οτιδήποτε, αφού ήξεραν να κάνουν μηχανικά ένα πράγμα μονάχα; Το εργατικό κίνημα βρήκε τον τρόπο να μετατρέψει αυτή τη δύναμη σε δύναμη κοινωνικής αλλαγής. Πρέπει να επαναλάβουμε την εμπειρία του εργατικού κινήματος στο νέο πλαίσιο παραγωγής.

 

* Αν αναφέρεστε στις νέες τεχνολογίες, θα σας έλεγε κανείς ότι, ναι, αυτό είναι σωστό για τον Πρώτο Κόσμο, όχι όμως και για τον πεινασμένο Τρίτο Κόσμο.

 

Κι όμως, είναι. Δείτε τον πόλεμο των σπόρων στην Ινδία ενάντια στη Μονσάντο. Πρόκειται για έναν πόλεμο πληροφοριών, των γενετικών πληροφοριών ενός καρπού, για την ιδιοκτησία των οποίων ερίζουν ανταγωνιστικές δυνάμεις. Μιλάμε για άυλα αγαθά τα οποία έχουν παραχθεί από παραδοσιακούς πληθυσμούς, από αγροτικές κοινότητες κ.ο.κ. Είναι σημαντικό να δούμε ποιοι είναι οι κύριοι ανταγωνισμοί που εκδηλώνονται σήμερα γύρω από τα ζητήματα της ιδιοκτησίας. Ακόμα κι αν το δείτε από τη στενά νομική σκοπιά, οι πιο πιεστικοί και δυναμικοί ανταγωνισμοί εκδηλώνονται γύρω από την άυλη ιδιοκτησία, τα πνευματικά δικαιώματα, τις πατέντες κ.ο.κ. Αυτά είναι τα όπλα που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο σήμερα για να απαλλοτριώσει τον πλούτο που παράγεται σε όλο τον πλανήτη.

 Δείτε ακόμα τις υπηρεσίες. Τι κάνει, για παράδειγμα, ένας υπάλληλος τηλεφωνικού κέντρου; Προσφέρει πληροφορίες, οι οποίες δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις με έναν πολύ περιορισμένο και ελεγχόμενο τρόπο. Όταν κάποιος εργάζεται στον τομέα των υπηρεσιών, επίσης, δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις. Η πρόκληση είναι πώς να οργανωθούν διαφορετικά αυτές οι παραγωγικές ικανότητες, ώστε να υπηρετούν άλλους στόχους από την παραγωγή κέρδους για το κεφάλαιο.

 

* Οι εργάτες όμως είχαν συνείδηση κοινωνικής τάξης στον βιομηχανικό κόσμο...

 

Και έτσι πέτυχαν σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή να υιοθετήσουν ένα φορντιστικό παράδειγμα που επέτρεψε σταθερή απασχόληση και κοινωνικές εγγυήσεις.

 

* Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερο, το βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας είναι η επισφάλεια, η οποία λειτουργεί διαλυτικά.

 

Έχετε δίκιο, αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας σήμερα, καθώς και μια προοδευτικά καταστροφική διάχυση του χρόνου εργασίας μέσα στην ημέρα. Μειώνεται όλο και περισσότερο η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε δουλειά και ελεύθερος χρόνος.

 

* Και βέβαια βλέπουμε εκμετάλλευση της ζωής σε περισσότερα πεδία. Πώς γίνεται αυτό;

 

Γίνεται ταυτόχρονα στα υψηλά και τα χαμηλά επίπεδα της ζωής μας. Στα υψηλά, εταιρείες όπως η Microsoft και η Google διατηρούν χώρους εντός των εταιρειών στους οποίους προσφέρουν στους εργαζομένους τους υπηρεσίες, όπως γυμναστήρια, χώρους μασάζ, μικρούς κοιτώνες και κάνουν τα πάντα για να κρατάνε τους εργαζομένους τους εντός. Να κάνουν τη δουλειά τους ταυτόσημη με τη ζωή τους. Οπότε η δουλειά είναι η ζωή. Αντίστοιχα κάποιος που εργάζεται σε καθεστώς επισφάλειας και το πρωί είναι κούριερ, φύλακας σεκιούριτι τη νύχτα κ.ο.κ. Ούτε κι αυτός μπορεί να διακρίνει τη δουλειά του από τη ζωή του.

Αυτό σημαίνει πως κάποιος εκμεταλλεύεται μια δύναμη, ενώ το αντικείμενο της εκμετάλλευσης αποξενώνεται από αυτήν. Αυτό είναι για εμένα λοιπόν το πολιτικό ερώτημα. Ποια είναι αυτή η νέα δύναμη την οποία εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο και πώς μπορούμε να την οργανώσουμε και να την πολιτικοποιήσουμε;

 

* Πώς δημιουργείται όμως ταξική συνείδηση σήμερα; Δεν έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες.

 

Είναι αλήθεια ότι το βιομηχανικό περιβάλλον προσέφερε ένα συνεκτικό πλαίσιο συνειδητοποίησης και οργάνωσης. Οι νέες συνθήκες παραγωγής δεν έχουν αυτή τη συνοχή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επιχειρήσαμε με τον Νέγκρι να πούμε ότι η Μητρόπολη είναι για το πλήθος (multitude) ό,τι είναι το εργοστάσιο για την εργατική τάξη. Όπως μονάχα στο εργοστάσιο μπορούσε να παράγει η εργατική τάξη, μόνο στην πόλη υπάρχει σήμερα συσσώρευση κοινής γνώσης, σχέσεων, αξιών που επιτρέπουν αυτό το νέο καπιταλιστικό παράδειγμα παραγωγής.

Έπειτα, όπως το εργοστάσιο ήταν ο τόπος της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, έτσι και η Μητρόπολη είναι σήμερα ο τόπος της εκμετάλλευσης της παραγωγικής μας ικανότητας, να παράγουμε κοινωνικές σχέσεις και γνώση. Και όπως το εργοστάσιο ήταν ο τόπος της επανάστασης, έτσι και η πόλη είναι σήμερα ο τόπος της επανάστασης. Γι' αυτό κιόλας αυτό το κοινό (common) πάρκο που φτιάχτηκε στα Εξάρχεια (Ναυαρίνου) εκφράζει τον αγώνα ενάντια στις μορφές που παίρνει η πόλη.

Ορίστε ένα παράδειγμα κατασκευής ανοιχτού χώρου που συνιστά επαναστατική πράξη ενάντια στη λογική με την οποία η πόλη αναπτύσσεται. Πρέπει να ανοίξουμε το πρίσμα και να δούμε πώς ευρύτερα περιβάλλοντα μπορεί να συνιστούν εργαστήρια οργάνωσης και τόπους της επανάστασης. Είναι δυσκολότερο, όμως η εμμονή στο εργοστάσιο είναι απλώς νοσταλγική.

 

* Κρίσιμο ρόλο στην καπιταλιστική ολοκλήρωση παίζει βεβαίως η τεχνολογική εξέλιξη. Πίσω στη δεκαετία του '90 η αριστερά ανέπτυξε μια τεχνοφοβία, η οποία εν πολλοίς τη συνοδεύει ακόμη. Δεν παράγει και ευκαιρίες όμως αυτή η αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων που επιχειρεί διά των νέων τεχνολογιών ο καπιταλισμός;

 

Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο αναφέρει πως χρειάστηκε πολύ χρόνο η εργατική τάξη ωσότου συνειδητοποιήσει ότι εχθρός δεν ήταν οι μηχανές αυτές καθ' αυτές αλλά οι ιδιοκτήτες τους και η χρήση τους μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Έπρεπε λοιπόν να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους και, αντί να καταστρέφουν τις μηχανές, να επιτεθούν στο σύστημα που κυριαρχεί επάνω τους μέσω αυτών. Σήμερα περνάμε, νομίζω, μια παρόμοια διαδικασία.

Στην εποχή του ήταν πολλοί αυτοί που κατήγγειλαν τη βιομηχανική εργασία ως απάνθρωπη και αλλοτριωτική για την ανθρώπινη φύση σε αντίθεση με τις αξίες της γεωργικής ζωής που θεωρούνταν οι μόνες «πραγματικές» και τη γεωργική παραγωγή που θεωρούνταν επίσης «πραγματική». Αυτό που ο Μαρξ είπε στην πραγματικότητα ήταν ότι «ναι, είναι, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και προς όφελος του ανθρώπου».

Οι μηχανές είναι διφορούμενες. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν για εκμετάλλευση και έλεγχο, όσο και για απελευθέρωση. Το Ιnternet είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα γι' αυτό. Είναι πράγματι κεντρικός ο χαρακτήρας των τεχνολογιών που χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός.

 

Η δυσκολία της πολιτικής οργάνωσης και έκφρασης

 

* Στην εποχή μας εμφανίζονται ad hoc δίκτυα πολιτών η κινημάτων που πετυχαίνουν κάτι, αλλά μετά εξαφανίζονται. Είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για την αριστερά αυτό.

 

Αυτή είναι η δυσκολία, πώς να οργανώσουμε τους εργαζομένους στις νέες μορφές εργασίας. Χρειαζόμαστε νέες μορφές, όχι μόνο για τα συνδικάτα αλλά και για το πολιτικό κόμμα. Στο μυαλό μου τουλάχιστον η σημερινή μορφή του είναι ξεπερασμένη. Χρειαζόμαστε όμως πολιτικούς οργανισμούς κάποιου είδους.

Σκέφτομαι δύο πράγματα: Το πρώτο ότι, όσο και να το ταλαιπωρήσουμε συζητώντας, αυτές οι μορφές θα προκύψουν στα κινήματα και στον αγώνα. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αναλύσουμε και να ερμηνεύσουμε τι συμβαίνει ήδη. Για παράδειγμα τα ανοιχτά δίκτυα (open) οργάνωσης πρέπει να βρούμε τρόπους να παραμένουν ενεργά για περισσότερο καιρό ή να καθίστανται μόνιμα.

Συζητάμε πολύ τα τελευταία χρόνια με τον Τόνι για τους θεσμούς των κοινών (commons). Και δεν εννοούμε γραφειοκρατικούς οργανισμούς, αλλά περισσότερο κοινωνικά ήθη και συμπεριφορές που διαρκούν. Το παρατηρούμε σε πολλά μέρη του κόσμου με τα κινήματα τα τελευταία δέκα χρόνια, να εμφανίζεται εκρηκτικά μια δύναμη στην αρχή και έπειτα να παραμορφώνεται. Η πρόκληση είναι να δημιουργηθούν μηχανισμοί συνέχειας. Κινήματα, εκδόσεις, περιοδικά, κοινωνικοί χώροι, φεστιβάλ, μικρά τοπικά κινήματα -μπορεί όλα μαζί να αποτελούν στοιχεία αυτού του πολιτικού εργοστασίου. Δεν υπάρχει ακόμα, αλλά μπορεί να δημιουργηθεί.

 

* Πάνω στην έννοια των κοινών. Είναι πολύ διαφορετικές οι εννοιολογήσεις των κοινών από τομέα σε τομέα, όπως για παράδειγμα στους φυσικούς πόρους ή την πνευματική ιδιοκτησία. Πού συναντιούνται αυτές οι έννοιες;

 

Και οι δυο περιοχές αυτές όμως δείχνουν ποια θα είναι τα κεντρικά ζητήματα σύγκρουσης τα επόμενα χρόνια. Βασική αιτία της καταστροφής του περιβάλλοντος είναι η ιδιωτικοποίηση. Και στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας όμως αναπτύσσονται ανάλογοι ανταγωνισμοί. Το οικολογικό κίνημα φροντίζει να δείχνει τα όρια αυτών των κοινών, όπως είναι τα αποθέματα του νερού.

Το αντίθετο γίνεται με τα κινήματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Δείχνουν τον απεριόριστο χαρακτήρα των άυλων αγαθών. Νομίζω πως τα κινήματα θα υπερβούν αυτές τις διαφορές μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η ίδια η έννοια των κοινών και τα χαρακτηριστικά της μπορεί να ενώσει τις επιμέρους εκφράσεις του κινήματος.

 

* Σημείωση admin: Ο Μάικλ Χάρντ είναι εναλλακτικός, Αμερικανός πανεπιστημιακός.

 

ΠΗΓΗ: Η ΑΥΓΗ, Τσιμιτάκης Μ., Ημερομηνία δημοσίευσης: 06/06/2010,  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=547589

Το πραγματικό δίλημμα για τον ελληνικό λαό

Το πραγματικό δίλημμα για τον ελληνικό λαό

 

Του Τάκη Φωτόπουλου

 

Η ηγετική κλίκα στο κυβερνών κόμμα, αφού εξάντλησε κάθε μέθοδο εξαπάτησης του λαού για να πάρει την εξουσία, προσποιούμενη ότι δεν ήξερε το μέγεθος της επερχόμενης κρίσης, προχώρησε στη συνέχεια στην υιοθέτηση των (προσχεδιασμένων από τους διεθνείς οργανισμούς!) ληστρικών μέτρων, όχι μόνο χωρίς να διαθέτει την παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση γι' αυτά, αλλά και αγνοώντας θρασύτατα το αίτημα για δημοψήφισμα.

Σήμερα η ίδια κλίκα, εν πλήρει γνώσει της ύπαρξης εναλλακτικών λύσεων σαν αυτές που πρότεινε η στήλη (παραλλαγές των οποίων, με άλλο αιτιολογικό, πρότειναν κατόπιν ακόμη και διεθνούς κύρους οικονομολόγοι, π.χ. έξοδος από την ΟΝΕ, αναδιάρθρωση του χρέους κ.λπ.), παραδίδει τη χώρα στο έλεος του ηγετικού ληστρικού θεσμού της υπερεθνικής ελίτ: το ΔΝΤ. Προφανώς, οι εναλλακτικές λύσεις δεν κρίθηκαν… σοβαρές από τους συμβουλάτορες της κλίκας, όπως προκύπτει από δηλώσεις κυβερνητικών βουλευτών![i] Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο λόγος της απόρριψης παρόμοιων εναλλακτικών λύσεων είναι ότι θα θίγονταν καίρια τα συμφέροντα των ντόπιων και ξένων ελίτ που ουσιαστικά επέλεξαν το ΠΑΣΟΚ, ακριβώς γιατί μόνο ένα δήθεν «σοσιαλιστικό» κόμμα θα μπορούσε να εξαπατήσει αποτελεσματικά τον λαό και να περάσει τα σημερινά πρωτόγνωρα μέτρα ,που καταδικάζουν μεγάλα λαϊκά στρώματα σε πολύχρονη μαζική ανεργία και φτώχεια.

Επειδή, μάλιστα, το παραμύθι των «κακών» Γερμανών και κερδοσκόπων ξέφτισε, η κυβέρνηση της εξαπάτησης καταφεύγει σήμερα (με τη βοήθεια των συστημικών ιδεολόγων[ii] και των παπαγάλων στα κανάλια που αδίστακτα υιοθετούν «την απαράδεκτη μεθόδευση της αστυνομίας, να χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ για να δημιουργείται κλίμα καταδικαστικό»)[iii] στη δοκιμασμένη μέθοδο αποπροσανατολισμού του λαού από την πραγματική λαίλαπα: τον πόλεμο -έστω και αν, ελλείψει πραγματικού, αυτός είναι ο «πόλεμος» κατά της «τρομοκρατίας». Παρ' όλα αυτά, ο πρωθυπουργός της εξαπάτησης δεν διστάζει να μιλά για «σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και να δηλώνει «πιο σοσιαλιστής», τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος και ο κομματικός λόχος του, όχι μόνο δεν τόλμησαν να υιοθετήσουν εναλλακτικές λύσεις, αλλά ούτε είχαν τη στοιχειώδη εντιμότητα να παραιτηθούν, όπως θα έκαναν αν είχαν την παραμικρή σχέση με τις «σοσιαλιστικές» αρχές που πρεσβεύουν. Αντίθετα, επέλεξαν τον ρόλο του άμεσου αυτουργού σε ένα από τα μεγαλύτερα ίσως εγκλήματα σε βάρος του ελληνικού λαού: τη λατινο-αμερικανοποίηση της χώρας. Δηλαδή την κατάσταση, όπου οι ελίτ, αφού καταχρεώσουν τους λαούς τους, κλέβοντας ουσιαστικά το Δημόσιο με τις μίζες, τις ύποπτες συμβάσεις και τα έργα βιτρίνας (π.χ. Ολυμπιακοί) – αντί να επενδύσουν στην παραγωγική δομή της χώρας – ενώ συγχρόνως φοροδιαφεύγουν και εισφοροδιαφεύγουν ασύστολα- στη συνέχεια καλούν το ΔΝΤ (στην περίπτωσή μας, πασπαλισμένο με… ευρωπαϊκή σάλτσα) να πετσοκόψει τα εισοδήματα των αδύνατων και τις κοινωνικές υπηρεσίες, ενώ οι ίδιοι φυγαδεύουν τα κεφάλαια που συσσώρευσαν με παρόμοιους τρόπους στο εξωτερικό.

Ετσι, ενώ ο ελληνικός λαός καλείται να «ματώσει» όσο ίσως ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική περίοδο, όχι μόνο με την καθίζηση των εισοδημάτων και των συντάξεων, αλλά και με την κατεδάφιση κάθε μετα-χουντικής κοινωνικής κατάκτησης, η αγυρτεία των ντόπιων ελίτ έχει ήδη εξαγάγει πάνω από 10 δισ. ευρώ σε ξένες καταθέσεις και τώρα επιδίδεται στην αγορά ακινήτων αξίας εκατομμυρίων ευρώ σε Λονδίνο, Παρίσι και Ν. Υόρκη[iv] με τις ευλογίες, βέβαια, της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης, που δεν παίρνει κανένα μέτρο παρεμπόδισης της μαζικής φυγάδευσης κεφαλαίων. Και αυτό, ενώ τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή σημαντικού τμήματος του πελώριου χρέους, το οποίο άλλωστε δημιουργήθηκε άμεσα ή έμμεσα από τις ίδιες ελίτ -και όχι απλά από την παθολογική επέκταση του δημόσιου τομέα που κάποιοι φαίνεται θεωρούν προϊόν… παρθενογένεσης[v] και όχι αποτέλεσμα της αντίστοιχης παθολογίας του ελληνικού ιδιωτικού τομέα! Επάξια, επομένως, η σημερινή πολιτική και οικονομική ελίτ θα περάσει στο πάνθεον της ελληνικής Ιστορίας με τη διάκριση μιας μοναδικής επίδοσης στην πολιτική απάτη και την κλεπτοκρατία, αντίστοιχα.

Ομως, παρά τα ληστρικά μέτρα της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, η χρεοκοπία απλώς αναβάλλεται, εφόσον ο «μηχανισμός» που συμφωνείται με την τρόικα δίνει λύση μόνο στο άμεσο πρόβλημα της ρευστότητας, αλλά όχι και στο μακροπρόθεσμο πρόβλημα της φερεγγυότητας που δημιουργεί η δυναμική του υπέρογκου χρέους σε συνδυασμό με τα τοκογλυφικά επιτόκια (5%) που μας επιβάλλουν οι «εταίροι» μας για να μας «βοηθήσουν» με το αζημίωτο! Αυτό συμπεραίνουν διεθνούς κύρους αναλυτές,[vi] οι οποίοι κάθε άλλο παρά «μπακαλίστικους» υπολογισμούς κάνουν, όπως τους παρουσίασαν κάποιοι ανυποψίαστοι υποστηρικτές της… αξιοπιστίας του κυβερνητικού Προγράμματος Σταθερότητας![vii] Το ίδιο, άλλωστε, το ΔΝΤ ουσιαστικά επιβεβαιώνει τους υπολογισμούς αυτούς και φέρεται ότι δήλωσε στον σοβαροφανή (που παριστάνει τον) υπουργό Οικονομικών της χώρας ότι μέχρι το 2014 το χρέος μας θα φτάσει το 150% του ΑΕΠ (από 120% σήμερα)- γεγονός που, όπως υπολογίζεται, σημαίνει πως τα επόμενα πέντε χρόνια θα πληρώσουμε για τοκοχρεωλύσια 240 δισ. ευρώ, όσο περίπου το σημερινό μας ΑΕΠ![viii] Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι σε δημοσκόπηση του Ρόιτερς πολλοί οικονομολόγοι βλέπουν βέβαιη τη χρεοκοπία τα προσεχή χρόνια, ενώ ο Daniel Gros, διευθυντής του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών, δηλώνει ότι «κάποια μορφή χρεοκοπίας είναι σήμερα τόσο πιθανή, που γίνεται το κεντρικό σενάριο».[ix]

Το πραγματικό, επομένως, δίλημμα για τον ελληνικό λαό δεν είναι χρεοκοπία ή όχι. Το πραγματικό δίλημμα είναι: χρεοκοπία με βάση τους επαχθείς όρους που μας επιβάλλουν οι «εταίροι» μας ή χρεοκοπία στην οποία θα επιβάλουμε τους δικούς μας όρους. Εάν η απόφαση αφεθεί στις ντόπιες και ξένες ελίτ, θα συνεχιστεί η σημερινή διαδικασία, που θα γονατίσει κυριολεκτικά τον ελληνικό λαό, με στόχο να μη χάσουν οι πιστωτές μας.

Αντίθετα, η εντατικοποίηση της κοινωνικής πάλης και ο αγώνας για αυτοοργάνωση πέρα από τις ελίτ και τα ελεγχόμενα από αυτές συνδικάτα κ.λπ. μπορεί ν' ανατρέψει αυτή τη διαδικασία και να οδηγήσει στην άμεση μονομερή έξοδο από την ΟΝΕ και την Ε.Ε., η οποία θα πρέπει να συνοδευθεί από ένα ολοκληρωμένο «πακέτο» μέτρων (σαν αυτό που περιέγραψα σε προηγούμενο άρθρο, με άξονα την επανεισαγωγή και υποτίμηση της δραχμής) που θα στοχεύει στην πραγματική φορολογική σύλληψη των ντόπιων ελίτ και στον παράλληλο εξαναγκασμό των ξένων ελίτ -που έχουν σημαντικό μέρος της ευθύνης για την έκρηξη του χρέους- να θυσιάσουν σημαντικό τμήμα του κεφαλαίου τους και να δεχτούν τη μακροπρόθεσμη αποπληρωμή με χαμηλά επιτόκια. Ετσι, θα άνοιγε ο δρόμος για τη δημιουργία των προϋποθέσεων μιας αυτοδύναμης (όχι αυτάρκους) οικονομίας χωρίς χρέη, που θα ελέγχαν άμεσα οι ίδιοι οι πολίτες (οι «δήμοι») και όχι οι ντόπιες και ξένες ελίτ, της «δημοτικοποίησης» των μέσων παραγωγής (δηλαδή του άμεσου συλλογικού τους ελέγχου από τους πολίτες, αντί της αποτυχημένης ιδιωτικοποίησης ή κρατικοποίησής τους) και, τέλος, της συνομοσπονδιακής κατανομής των οικονομικών πόρων σε μια αποκεντρωμένη ελληνική συνομοσπονδία «δήμων».[x]

Η επιλογή απόκειται στον ελληνικό λαό…

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/, και Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Απριλίου 2010, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=154867



[i]  Βλ. π.χ. τις δηλώσεις Φλωρίδη στην εκπομπή της ΝΕΤ «Press», 20/4/2010.

[ii] Βλ. π.χ. Ν. Μαραντζίδης, «Η εκκωφαντική σιωπή της αντισυστημικής Αριστεράς», Το Βήμα, 18/4/2010.

[iii]  Θ. Τεγόπουλος, «Γιατί δεν δημοσιεύσαμε μιαν είδηση», «Ε», 21/4/2010.

[iv] Κ. Σιωμόπουλος, «Οι καταθέσεις πέταξαν για το Μέιφερ», Το Βήμα, 18/4/2010.

[v] βλ. τις απόψεις νεοφιλελεύθερων (Ανδριανόπουλος) και σοσιαλφιλελεύθερων (Τσούκαλης, Φλωρίδης) στην εκπομπή Press. ο.π.

[vi] βλ. π.χ. Wolfgang Munchau, «Greece's bail-out only delays the inevitable», & Alan Beattie, «Greek bail-out teams face hard balancing act», Financial Times, 18/4/2010.

[vii]  βλ. «Ε», 20/4/2010. 8. Α. Sakoui & Κ. Hope, «Markets gear up for Greek debt restructuring», Financial Times, 21/4/2010.

[viii] Α. Sakoui & Κ. Hope, «Markets gear up for Greek debt restructuring», Financial Times, 21/4/2010.

[ix]  R.  Atkins & Κ. Hope, «Greece faces risk of spiraling into default», Financial Times,  22/4/2010.

[x]  βλ. «Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα» (Κουκκίδα, 2009), κεφ. 14.

Ποιος αυτοσεβασμός; ανοιχτή επιστολή

Ποιος αυτοσεβασμός;

 

(ανοιχτή επιστολή προς τον Υπουργό της Δικαιοσύνης)

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Κύριε Υπουργέ

Πριν από δύο μήνες περίπου σας ακούσαμε να λέτε σχετικά με απόφαση κάποιων δικαστικών λειτουργών: «Κανέναν δεν μπορώ να υποχρεώσω σε αυτοσεβασμό!…»

Αλλά προκύπτει το εύλογο και ευνόητο ερώτημα:

Οι πολιτικοί έχουν αυτοσεβασμό; Και, πιο πέρα, σεβασμό προς τη δικαιοσύνη; Ή μήπως είναι οι πρώτοι διδάξαντες τον αμοραλισμό!

Πριν από δύο περίπου χρόνια πρωθυπουργός και υπουργοί συνελήφθησαν να «αγνοούν» ότι το νόμιμο δεν είναι και ηθικό.

Η πραγματικότητα όμως φωνάζει ότι η «άγνοια» αυτή δεν ήταν περιστασιακή. Αλλά θεμελιώδες δόγμα για την πλειοψηφία των πολιτικών.

Δεδομένου ότι η νομιμότητά τους-στη συντριπτική της πλειονότητα-βρίσκεται σε διάσταση και σύγκρουση, όχι μόνο με την ηθική και τη δικαιοσύνη, αλλά και με τη στοιχειώδη λογική.

Οι βουλευτικές πλειοψηφίες, που ψήφισαν, για παράδειγμα, τους νόμους περί βουλευτικής ασυλίας και…ανευθυνότητας των υπουργών μπορούν να έχουν την παραμικρή, έστω, σχέση με τη δικαιοσύνη;

Δεν ήταν οι νόμοι αυτοί εγκλήματα εκ προμελέτης; Δεν ήταν σαν να έλεγαν εις εαυτούς και αλλήλους οι νομοθέτες: Κλέψτε, αρπάξτε, ληστέψτε! Μην αφήσετε πέτρα πάνω στην πέτρα! Γιατί, για ο, τι κι αν κάνετε, προνοήσαμε να αμνηστευτείτε!…..

Και δεν καταργείται, με τα απροκαλύπτως προκλητικά αυτά νομικά τερατουργήματα, πέρα απ' τη δικαιοσύνη, και η στοιχειώδης λογική;

Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση των παραγραφών.

Και ερωτάται:

Μήπως τα πάσης φύσεως κλοπιμαία, μετά παρέλευση κάποιου-παμπονήρως θεσπισθέντος χρονικού διαστήματος- παύουν να είναι κλοπιμαία; Και, κατά κάποιο τρόπο, μπορούν να θεωρούνται, του λοιπού, ιερά και απαραβίαστα!…

Και, ως εκ τούτου οι κλέφτες, μαζί με τα προϊόντα της λείας τους, μπορούν συνακόλουθα να απενοχοποιούνται; Και να παίρνουν διαβατήριο για να γράψουν καινούργιες σελίδες δόξας!…

Και αντ' αυτών να τιμωρούνται οι μικροσυνταξιούχοι και οι φτωχοϋπάλληλοι, των οποίων πετσοκόβεται ο μισθός και η σύνταξη! Προκειμένου να γεμίζουν τα οικονομικά βάραθρα, που δημιουργούν στο δημόσιο κορβανά οι ληστείες και οι απάτες των γαλαζοαίματων χρυσοκανθάρων!

Και το κωμικοτραγικό είναι πως, παρόλα αυτά, γίνεται, φορτικά, λόγος και περί ευνομίας…

Που σημαίνει δυοίν θάτερον: Ή ότι αγνοούν παντελώς το νόημά της ευνομίας ή ότι προσθέτουν μία ακόμη διαστρέβλωση και απάτη. Για να παραπλανούν τα αφελή κοπάδια των ψηφοφόρων τους…

Για να μεθοδεύεται, έτσι, de facto και de jure, ο εθισμός της κοινωνίας σε αυτό, που ο Νίτσε ονόμαζε μεταξίωση των αξιών. Στη μετάλλαξη, δηλαδή του περί δικαίου και κοινής λογικής αισθήματος.

Ενώ, αν υπήρχε και ίχνος, έστω, δικαιοσύνης και φιλότιμου θα 'πρεπε, όλοι αυτοί, που καθ' οιονδήποτε τρόπο ζημιώνουν το κοινωνικό σύνολο να υποχρεούνται στην επιστροφή των υπεξαιρεθέντων, μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς. Και, μάλιστα, μέχρι το τελευταίο ευρώ.

Και, όχι-πέρα από κάθε λογική και συνείδηση-να λαφυραγωγείται και να αφαιμάσσεται, για χάρη τους, και για γενεές γενεών, ο φτωχός λαός.

Ενώ οι ίδιοι να υποχρεώνονται να ζούνε με την κατώτερη των συντάξεων (όπως η αγροτική), που θεσμοθετούν για το λαό. Για να αποκτούν εμπειρία, όχι μόνο αυτοί, αλλά και όλοι οι επίδοξοι μιμητές τους, για το ποιόν της απάνθρωπης νομιμότητάς τους…

Και να κατανοούν τι σημαίνει αυτοσεβασμός και αλληλοσεβασμός και δικαιοσύνη…

Δυστυχώς όμως, αντ' αυτού, εν ονόματι των νομοθετικών τους τερατουργημάτων, συνεχίζουν, όχι να παίρνουν, αλλά να δίνουν μαθήματα.

Και μάλιστα, κατά κανόνα, αμοραλισμού και του παραλογισμού….

 

Με τιμή

 

Παπα-Ηλίας Υφαντής, 9-6-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

Η αξιολόγηση και οι εκπαιδευτικοί

Η αξιολόγηση και οι εκπαιδευτικοί

 

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

 

 

«Υπάρχει φόβος να γίνουμε M.I.T (…) Διάβασα ότι το Μ.Ι.Τ. για να κάνει έρευνα δέχεται και χορηγίες ιδιωτικών εταιρειών (…) Ξεπουλιέται η γνώση στο όνομα της ανταγωνιστικότητας… Να αντισταθούμε, μη γίνουμε κι' εμείς σαν κι' αυτούς….». Όσο κι' αν φαίνεται απίστευτο (σε μένα, τουλάχιστον, και σε αρκετούς άλλους συναδέλφους φαίνεται ως απίστευτο…) η παραπάνω τοποθέτηση ακούστηκε στη διάρκεια συζήτησης συλλόγου τινός καθηγητών του νομού μας, που είχε ως θέμα την αποδοχή ή μη του θεσμού της «αυτοαξιολόγησης του σχολείου» που θέλει να εφαρμόσει το υπ. Παιδείας από τη νέα σχολική χρονιά.

Ακούγοντας τη παραπάνω άποψη, ότι …«υπάρχει ο φόβος να γίνουμε M.I.T.» (πίσω από την οποία – ας μη κρυβόμαστε – ευρίσκεται υποκρυπτόμενος ο φόβος της αξιολόγησης), ομολογώ ότι αισθάνθηκα αμηχανία, καθώς πίστευα και θέλω να συνεχίσω να πιστεύω ότι, ως μια ανοικτή κοινωνία που μας εκφράζει (κατά πλειοψηφίαν, έστω) ο δυτικός πολιτισμός και οι δημοκρατικές του αξίες, τέτοιες σοβιετικού τύπου αντιλήψεις θα έπρεπε να τις θεωρούμε όχι, απλώς, παρωχημένες, αλλά οπισθοδρομικές και τα μάλα αντιδραστικές. Και προσωπικά, δεν το κρύβω, ότι βλέπω με θαυμασμό το «Μ.Ι.Τ.» (πρόκειται για το περίφημο Massachusetts Institute of Technology, (http://web.mit.edu) ένα από τα κορυφαία μη κρατικά – μη κερδοσκοπικά τεχνολογικά πανεπιστημιακά ιδρύματα των ΗΠΑ και του πλανήτη…) και θα ευχόμουν και τα δικά μας πανεπιστήμια να είχαν φθάσει στο δικό του επίπεδο αναφορικώς με τη συμβολή του στην προαγωγή της επιστήμης και της διασύνδεσής της με τη παραγωγή. (Θυμίζω δε εν προκειμένω, απλώς, ότι εμείς, ως χώρα, όχι αυτοκίνητα, ή ποδήλατα, αλλά …ούτε πατίνια (!) δεν παράγουμε – κι' αυτά τα εισάγουμε). Αλλ' ας αφήσουμε το «M.I.T.» στην ησυχία του κι' ας επανέλθουμε εις τα ημέτερα, σε σχέση με το θέμα της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας.

 

ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ

 

Πληροφορούμενος, προϊόντος του χρόνου, ότι πολλά – ίσως τα περισσότερα – αποτελέσματα συνεδριάσεων σε συλλόγους διδασκόντων του νομού μας για την «αυτοαξιολόγηση» ήταν αρνητικά, συνειδητοποίησα ότι, τω όντι, υπήρξε προφητικός (προ 5ετίας, περίπου) o λόγος του Θεόδωρου Πάγκαλου (νυν αντιπροέδρου της κυβέρνησης) ότι «είμαστε η τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης»…

Δεν το λέγω αφοριστικά, την άποψη μου εκφράζω. Οι αγαπητοί συνάδελφοι που υποστηρίζουν το σοβιετικό μοντέλο του κρατικού πατερναλισμού στην εκπαίδευση (και δυστυχώς υποστηρικτές αυτής άποψης βρίσκει κανείς ακόμη και σε παρατάξεις σοσιαλδημοκρατικού και φιλελεύθερου προσανατολισμού, όπως της ΠΑΣΚ και της ΔΑΚΕ, οι οποίες στα προγράμματά τους τάσσονται – και πολύ ορθά! – υπέρ της αξιολόγησης!), όλοι αυτοί, ενδεχομένως να δυσφορήσουν και διαφωνήσουν με αυτές τις σκέψεις μου, αλλ' ας ησυχάσουν: κι' εγώ διαφωνώ μαζί τους (ελπίζω να μου αναγνωρίζουν αυτό το δικαίωμα).

Εξ άλλου, τις απόψεις μου για το θέμα της αξιόλογησης τις έχω καταθέσει σε χρόνο ανύποπτο, όταν το θέμα δεν ήταν στο δημόσιο διάλογο και όταν στην εξουσία ήταν άλλη κυβέρνηση. Γράφαμε στο υπό τον τίτλο «Αλλαγές στη Παιδεία, τώρα!» άρθρο μας στη κυριακάτικη «Ε» της 11ης Ιανουαρίου 2009 (σελ. 10): «Να ενεργοποιηθεί ο θεσμός της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, με εγγυήσεις αντικειμενικής εφαρμογής που θα συμφωνηθούν μέσα από ένα καλόπιστο διάλογο του υπουργείου με τους φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας. Τα τριάντα, σχεδόν, χρόνια χωρίς αξιολόγηση έχουν δημιουργήσει στο εκπαιδευτικό σύστημα πολλά μειονεκτήματα, απότοκα της ισοπέδωσης. Έχουν αρχίσει να συνταξιοδοτούνται εκπαιδευτικοί οι οποίοι αξιολόγησαν χιλιάδες παιδιά, αλλά αυτοί δεν αξιολογήθηκαν ποτέ (!), από κανέναν. Φθάνει πια…».

 

Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

 

Μένουμε σταθεροί σ' αυτές τις θέσεις, θεωρώντας ότι απηχούν τη συνείδηση της σιωπηλής πλειοψηφίας των μαχίμων συναδέλφων καθηγητών, οι οποίοι, ασφαλώς, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από την «αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας» (η οποία θ' αφορά συνολικά το σχολείο και τις εκπαιδευτικές δράσεις του), ούτε από την (ατομική) αξιολόγηση.

Οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι ως συνειδητοί λειτουργοί και συνεπείς επαγγελματίες εκτελούν με υπευθυνότητα τα καθήκοντά τους, όχι μόνο δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν, αλλ', αντιθέτως, «πιστοποιώντας» την ποιότητα του έργου και της προσφοράς τους μέσα απ' τη διαδικασία της αξιολόγησης, μπορούν από άλλη βάση, με ισχυρότερα και πειστικότερα επιχειρήματα να διεκδικήσουν την μισθολογική τους αναβάθμιση (να υπενθυμίσω ότι ο μισθός μας υπολείπεται τον του κλητήρος της Εφορίας;..), αλλά και σε επίπεδο γοήτρου να ανακτήσουν το χαμένο – εξαιτίας της ισοπέδωσης – κύρος τους στη κοινωνία.

Για εκείνους που δεν επιθυμούν (για τους όποιους λόγους) την ανάληψη διδακτικών καθηκόντων, την τάξη, συνεπώς, ούτε την αξιολόγηση διδακτικού έργου, να δοθεί (όπως γράψαμε, επίσης, στο ίδιο άρθρο) το δικαίωμα της μετάταξης σε διοικητικές θέσεις: «Να δοθούν κίνητρα για εθελοντικές μετατάξεις στους εκπαιδευτικούς που επιθυμούν να μεταταγούν σε υπηρεσίες που δεν έχουν εκπαιδευτικό χαρακτήρα και να τοποθετηθούν σε αμιγώς διοικητικές θέσεις εντός του υπ. Παιδείας, ή σε άλλα υπουργεία».

 

ΚΙΝΗΤΡΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΤΑΞΕΙΣ

 

Και χαιρόμαστε ιδιαίτερα για το γεγονός ότι στον προσφάτως ψηφισθέντα νόμο 3848 του υπ. Παιδείας περιελήφθη τέτοια (πανομοιοτύπως διατυπωθείσα!) διάταξη (άρθρο 31, παρ. 5), περιλαμβάνουσα για τους μετατασσομένους αυτής της κατηγορίας το κίνητρο της διατήρησης του μισθολογικού τους καθεστώτος (να μπορούν δηλ. να μετατάσσονται χωρίς να χάνουν τα καθηγητικά επιδόματα – περί τα 250 – 300 ευρώ μηνιαίως – όπως συνέβαινε μέχρι τώρα για όσους εκπαιδευτικούς μετατάσσονταν σε διοικητικές θέσεις). Πιστεύω ότι η άρνηση στο θεσμό της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών αποτελεί μέγα σφάλμα που μας εκθέτει και μας προσβάλλει στα μάτια της κοινωνίας, εάν δε λάβουμε υπόψη μας ότι διανύουμε μια εποχή κατά την οποία το μεγάλο ζητούμενο στην παρεχόμενη εκπαίδευση είναι η ποιότητα, τότε η άρνηση αυτή στην αξιολόγηση συνιστά, κατά τη γνώμη μου, πράξη άκρας υποκρισίας.

 

30 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ «ΑΥΤΟΜΑΤΟ»…

 

Δεν υποστηρίζω ότι το σύστημα της αξιολόγησης που προτείνει η κυβέρνηση είναι το τέλειο. Έχω και εγώ τις επιφυλάξεις και τις αμφιβολίες μου εαν και κατά πόσο θα είναι αντικειμενικό στην εφαρμογή του. Αν δεν μας αρέσει το σύστημα που προτείνει η σημερινή υπουργός Παιδείας κ. Αννα Διαμαντοπούλου ας αντιπροτείνουμε ένα καλύτερο, ποιοτικότερο, αντικειμενικότερο, ένα άλλο, εναλλακτικό σύστημα. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, πιστεύω ότι η άρνηση δεν μπορεί να είναι πρόταση, πολλώ δε μάλλον αντιπρόταση. Στη σημερινή συγκυρία η άρνηση στην αξιολόγηση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πρόταση παραμονής στην ακινησία του πάτου. Μετά από τριάντα, όμως, και πλέον χρόνια απουσίας κάθε ελέγχου στο σύστημα παροχής εκπαιδευτικού έργου επείγει ένα «νοικοκύρεμα».

Τριάντα χρόνια στον «αυτόματο πιλότο» είναι πολλά. Τις συνέπειες της κρίσης (της τρέχουσας οικονομικής, για την οποία σημαντικό ρόλο έπαιξε και η συστηματική – ενίοτε και εκ των ένδον – απαξίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος) ήδη (και πολλαπλώς) τις «πληρώνουμε»…

 

* O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr)  και καθηγητής Β'/θμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου).

 

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010, http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=19550&pid=19&CategoryID=19

Κατωτερότητα της γυναίκας στον "Χριστιανισμό"

H οντολογική θεμελίωση της κατωτερότητας της γυναίκας στον Χριστιανισμό


Του Ευτύχη Μπιτσάκη*

 

Οι αντιλήψεις της χριστιανικής θρησκείας για τις γυναίκες καθορίστηκαν από τις συνθήκες της εμφάνισης και της συγκρότησης του χριστιανισμού: συνθήκες οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές. Ο Χριστιανισμός, σωτηριακή θρησκεία, εμφανίστηκε ως κίνημα διαμαρτυρίας στην περίοδο της γενικευμένης βαρβαρότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ως κίνημα των κατακτημένων λαών, των δούλων, των πληβειακών στρωμάτων. Πηγές του χριστιανισμού ήταν οι ιουδαϊκές παραδόσεις, ειδικά η αναμονή του Μεσσία, αλλά και παραδόσεων των Αιγυπτίων και των λαών της Μέσης Ανατολής. Μορφές όπως της Παρθένου, του Θεού που θνήσκει και ανασταίνεται κ.λπ., υπάρχουν ακόμα και στους ελληνικούς ειδωλολατρικούς μύθους.

Ο Χριστιανισμός συγκροτήθηκε δογματικά από τον Παύλο και τους πατέρες της Εκκλησίας, με στοιχεία από την ιουδαϊκή παράδοση και την ελληνική φιλοσοφία. Βασική αρχή του χριστιανισμού είναι ο οντολογικός δυϊσμός: η αντίθεση ύλης και πνεύματος, σώματος και ψυχής, δυϊσμός σύμφωνος με την ιουδαϊκή παράδοση, αλλά και με τον ιδεαλισμό των Πυθαγορίων, του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνικών. Κατά τον Χριστιανισμό, ο Θεός, πνευματική αρχή, δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός. Η ύλη, συνεπώς, είναι δημιούργημα του πνεύματος και κατ' αρχήν, κατώτερη. Αλλά η αντίθεση αυτή, όπως θα σημειώσουμε, δεν είναι απόλυτη.

Ως προς τον άνθρωπο: «Λαβών χουν» ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και ενεφύσησεν εις αυτόν «πνοήν ζώσαν». Πρώτη αντίφαση: σώμα θνητό, υλικό, και άυλη, αθάνατη ψυχή. Και η γυναίκα; Αυτή πλάστηκε από την πλευρά του Αδάμ, ως «βοηθός» του. Συνεπώς: Ύλη, κατώτερη από το πνεύμα. Γυναίκα, υποδεέστερη από τον Άντρα. Επιπλέον: Οι Πρωτόπλαστοι ζούσαν στον Παράδεισο. Για την εκδίωξη και την απαρχή των δεινών τους, υπεύθυνη ήταν η γυναίκα: η Εύα και το μήλο της Γνώσεως. (Σ' αυτό τον μύθο θα ανιχνεύσουμε μια πρώτη μορφή αποξένωσης, που θα διατυπωνόταν φιλοσοφικά από τον Χέγκελ και θα ερμηνευόταν κοινωνιολογικά από τον Μαρξ). Αλλά: Δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού: μήπως ο μύθος μαρτυρεί υπέρ της πνευματικής ανωτερότητας της γυναίκας; Η πτώση του ανθρώπου, γράφει η Τζίνα Πολίτη, ήταν αποτέλεσμα της ανυπακοής της Εύας απέναντι στον αυταρχικό νόμο του Πατρός. «Η ανυπακοή της θα γινόταν αίτιο της ενσάρκωσης του Υιού, ο οποίος θα ανοίξει το δρόμο της επίγειας ανυπακοής […]. Τοποθετημένη σ' αυτό το πλαίσιο, η Πτώση απαλλάσσεται από την ιδιότητα του μελοδράματος του boudoir και η Εύα από τον ρόλο μιας επιπόλαιης κοκέτας». (Τζίνα Πολίτη, Περί αμαρτίας, πάθους, βλέμματος και άλλων τινών, Άγρα, 2006, σελ. 52).

Αυτά ως προς την οντολογική θεμελίωση του χριστιανισμού. Το θεμέλιο αυτό και οι εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες καθόρισαν την ιστορικά μεταβαλλόμενη αντίληψη και πράξη της χριστιανικής θρησκείας και Εκκλησίας, σε σχέση με τις γυναίκες.

Η ύλη, λοιπόν, δημιούργημα και κατώτερη από το πνεύμα. Όμως, ως δημιούργημα, η ύλη μετέχει στην ιερότητα του κτίσματος. Το σώμα, κατώτερο από την ψυχή. Η επίγεια ζωή, προετοιμασία θανάτου. «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού». Αρνητική συνεπώς αντίληψη για τη ζωή. Ο χριστιανικός ασκητισμός είναι στάση ζωής θεμελιωμένη σʼ αυτές τις αρχές. Όμως η ύλη μετέχει της ιερότητας της δημιουργίας. Η φροντίδα για το σώμα δεν είναι αμαρτία. Ο ιερέας εύχεται υπέρ «ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης» και ευλογεί τον «άρτον και τον οίνον». Ο άνθρωπος είναι φορέας του προπατορικού αμαρτήματος και ο σαρκικός έρωτας είναι αμάρτημα. (Ο πιστός, πριν κοιμηθεί προσεύχεται για ύπνο «πάσης σατανικής φαντασίας απηλλαγμένον»). Όμως ο ιερέας εύχεται στους νεόνυμφους «αρμονίαν ψυχών και σωμάτων». Ευλογεί την οικογένεια, παρομοιάζοντας την μητέρα ως «άμπελον ευκλιματούσαν» με τα παιδιά, «κύκλω της Τραπέζης», πραγμάτωση της χαράς της ζωής. Συνεπώς: Αντιφάσεις! Ασκητικό και «υλιστικό» ρεύμα. Πώς εξελίχτηκαν λοιπόν οι απόψεις και η πρακτική της χριστιανικής θρησκείας για τον κόσμο, τη ζωή και ειδικά για τη γυναίκα;


Η γυναίκα, εξελικτικά στην ιστορία, από τη σκοπιά του Χριστιανισμού

 


Η πρωτόγονη, παγανιστική αντίληψη για τη ζωή, ήταν αισιόδοξη. Στις αρχαίες κοινωνίες και αντίστοιχα στις μυθικές κοσμοαντιλήψεις, η γυναίκα δεν ήταν κατώτερη από τον άνδρα. Ιέρειες και Θεές κοσμούν ειδικά το πάνθεο των ελληνικών μύθων (η Δήμητρα, π.χ., είναι θεά της γεωργίας, η Ήρα προστάτις της οικογένειας).

Επίσης, στην πρωτόγονη οικογένεια η θέση της γυναίκας δεν ήταν υποδεέστερη. Το αντίθετο. Και η ύπαρξη της μητριαρχίας μαρτυρεί την υπεροχή της γυναίκας σε μια φάση των πρωτόγονων κοινωνιών. Όμως ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε και διαδόθηκε σε μια δουλοκτητική κοινωνία, και ειδικά στην πατριαρχική ιουδαϊκή κοινωνία. Πατριαρχικές κοινωνικές σχέσεις και δουλεία καθόρισαν την υποδεέστερη θέση της γυναίκας στις κοινωνίες του πρώιμου Χριστιανισμού. Ως προς τη δουλοκτησία, ο Παύλος έγραφε στην Πρός Εφεσίους επιστολή: «Οι δούλοι υπακούετε τοίς κυρίοις κατά σάρκα μετά φόβου και τρόμου εν απλότητι της καρδίας υμών ως τώ Χριστώ». Παρά ορισμένες αντίθετες απόψεις, ο Χριστιανισμός δέχτηκε τη δουλεία και συνιστούσε την υποταγή. Την ίδια εποχή, οι πατριαρχικές κοινωνικές σχέσεις καθόρισαν τη στάση της εκκλησίας απέναντι στην γυναίκα και την οικογένεια. Πάλι ο Παύλος στην πρός Εφεσίους επιστολήν: «Αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσεσθε, ως εν Κυρίω, ότι ο ανήρ εστί κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας». Επίσης «ώσπερ η Εκκλησία υποτάσσεται τω Χριστώ, ούτω και αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν εν παντί». Παρά ταύτα, «οι ανδρες αγαπάν τας εαυτών γυναίκας ως τα εαυτών σώματα». (Μεγαλοψυχία τους.)

Η κατωτερότητα της γυναίκας συνεπώς ήταν οντολογικά θεμελιωμένη. Η αμαρτωλή φύση της, επίσης δεδομένη, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος. Η γυναίκα είναι μιαρή. Δεν δικαιούται να εισέρχεται στο Ιερό της Εκκλησίας. Δεν δικαιούται να γίνει ιέρεια.
Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά, η οποία δεν αφορά μόνο τις γυναίκες: Είναι γνωστοί οι διωγμοί των χριστιανών στην περιοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όμως ο Κωνσταντίνος ο λεγόμενος Μέγας, ανακήρυξε το 313 τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η αντίθεση ειδωλολατρών-χριστιανών αντιστράφηκε. Τώρα οι χριστιανοί γκρέμιζαν τους ειδωλολατρικούς ναούς και δολοφονούσαν ειδωλολάτρες. Ο Ιουλιανός (331-363), ο οποίος θέλησε να ξαναδώσει ζωή στην αρχαία θρησκεία, στον αρχαίο ορθολογισμό και στην αισιόδοξη αντίληψη για τη ζωή, ονομάστηκε αποστάτης και παραβάτης. Η μαθηματικός και φιλόσοφος Υπατία (370-415 μ.Χ) δολοφονήθηκε από τους χριστιανούς. Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κάηκε από τους χριστιανούς. Η θρησκεία της αγάπης είχε μεταμορφωθεί σε θρησκεία του μίσους. Εν τέλει ο Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές, βάζοντας και τυπικά τέλος στην αρχαία Φιλοσοφία.
Και εδώ ανακύπτει μια νέα αντίφαση: Ο Παύλος και οι Πατέρες, γνώστες της ελληνικής γραμματείας, προσπάθησαν να θεμελιώσουν φιλοσοφικά τη νέα θρησκεία στηριζόμενοι κυρίως στον Πλάτωνα και στους Νεοπλατωνικούς. Όμως η ειδωλολατρεία, όπως και ο ελληνικός ορθολογισμός και ο ανθρωπισμός (στωϊκοί, σοφιστές, Δημόκριτος, Επίκουρος, κ.λπ.), βρισκόταν σε αντίφαση με τη νέα θρησκεία, η οποία αναπτύχθηκε πριν και μετά την περίοδο της καταπληκτικής άνθησης της ελληνικής επιστήμης, ειδικά των μαθηματικών και της αστρονομίας. (Ας θυμηθούμε: Ευκλείδης 300 π.Χ., Αρχιμήδης 287-212 π.Χ., Απολλώνιος 200 π.Χ., Ίππαρχος 160 π.Χ., Ερατοσθένης 200 μ.Χ., κ.λπ). Λοιπόν;

Αναφερθήκαμε στη δολοφονία της Υπατίας. Το κάψιμο πρωτοπόρων επιστημόνων θα συνεχιζόταν τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Στον βυζαντινό Μεσαίωνα, η γυναίκα αντιμετωπιζόταν ως κατώτερη από τον άντρα. Όμως θυμηθείτε την Κασσιανή και την Άννα την Κομνηνή. Και αυτές δεν ήταν οι μόνες μορφωμένες. Ακόμα και στον δυτικό Μεσαίωνα, οι γυναίκες στα μοναστήρια καλλιεργούσαν τα γράμματα και συνέβαλλαν στην ανάπτυξή τους.


Η καπιταλιστική περίοδος

 


Και ο καπιταλισμός; Οι επαναστάσεις της αστικής τάξης δεν αναγνώρισαν αμέσως την ισότητα ανδρών και γυναικών. Στην Ελλάδα η ισότητα αναγνωρίστηκε μόλις το 1975! Βέβαια, εν τέλει, και με αγώνες, η τυπική ισότητα ανδρών και γυναικών αναγνωρίστηκε στις κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες. Ο καπιταλισμός «απελευθέρωσε τις γυναίκες», μετατρέποντας τις σε «ελεύθερη εργατική δύναμη». Ελευθερία με διπλή δουλεία: εργασία και οικογένεια. Συνολικά: Η γενικευμένη αλλοτρίωση στις κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες καθόρισε και τις νέες μορφές της γυναικείας δυστυχίας. Ας θυμηθούμε τον Μαρξ: Παντού όπου κυριάρχησε ο καπιταλισμός, κατέστρεψε τις φεουδαρχικές πατριαρχικές σχέσεις. Στη θέση τής σκεπασμένης με θρησκευτικές και πολιτικές αυταπάτες εκμετάλλευσης, έβαλε την ανοιχτή, ξεδιάντροπη, άμεση, σκληρή εκμετάλλευση. Το γυμνό συμφέρον. ("Κομμουνιστικό Μανιφέστο".) Ο νοών νοείτω, για άντρες και για γυναίκες!

Και τώρα τί; Εχθρός της γυναίκας δεν είναι ο άντρας. Κοινός εχθρός είναι ο καπιταλισμός. Πρώτα λοιπόν η ανατροπή της σημερινής μορφής ανταγωνιστικής κοινωνικής συμβίωσης. Και την ίδια στιγμή: Θα ξαναβρεί η ανθρωπότητα τη γοητεία του μύθου και της ουτοπίας σ' ένα ανώτερο επίπεδο; Το θαυμάζειν ως στιγμή του συμπαντικού γίγνεσθαι; Την ενότητα του άντρα και της γυναίκας, ενότητα που δεν εκμηδενίζει τη διαφορά;

Σημείωση: Βλ. σχετικά τα βιβλία του ιδίου:

* Δρόμοι της Διαλεκτικής, εκδόσεις Άγρα, 2003

* Από την πυρά στον Άμβωνα, εκδόσεις Τόπος, 2009

–  Για τη θέση των γυναικών-επιστημόνων, βλ. Eric Sartori Histoire des Femmes Scientifiques, εκδόσεις Plon, 2006

* Ο Ευτύχης Μπιτσάκης είναι Ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.


ΠΗΓΗ: Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ, 29/5/2010

 

Σημείωση admin: Αυτονόητο είναι ότι το κείμενο αδικεί την αυθεντική ορθόδοξη θεολογία, παρερμηνεύει τη θεολογία και αγνοεί το ιστορικό περιβάλλον της εποχής. Ταυτόχρονα προβάλλει σημερινές 'χριστιανικές" αγκυλώσεις και αιρετικές αποκλίσεις στο ιστορικό παρελθόν. Αξίζει όμως να διαβαστεί διότι οδηγεί σε αναστοχασμό και αυτοκριτική.

Μουσικά Σχολεία: στη Βουλή – στο γυαλί

Μουσικά Σχολεία: στη Βουλή και …στο γυαλί

 Του Στέργιου Ζυγούρα

Δύο πρόσφατα γεγονότα έφεραν στην κοινωνική επικαιρότητα το ζήτημα των Μουσικών Σχολείων: το σκοπό τους, τη θέση που καταλαμβάνουν στην παιδεία και στη μουσική παιδεία της χώρας. Τα δύο γεγονότα δεν έχουν ευθεία σύγκριση, μπορούν όμως να ιδωθούν συμπληρωματικά ως προς το ανοιχτό ζήτημα της μουσικής παιδείας και των μουσικών σχολείων μέσα σ’ αυτήν.

Συνέχεια

Θράκη και Τουρκία I

Θράκη και Τουρκία

 

Του Φάνη Μαλκίδη

 

Τα δεδομένα

Η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού της Τουρκίας και της πολυπληθούς  του συνοδείας, η οποία μας θύμισε παλαιότερες εποχές, άνοιξε ένα νέο κύκλο στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Κύκλος ο οποίος θα έχει μεγάλη διάρκεια, αν κρίνουμε, από τα μνημόνια που υπογράφτηκαν – συνολικά 21 –  τη σύσταση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας και από τις εκατέρωθεν δηλώσεις, ειδικά από την Τουρκική πλευρά.

«Ο αριθμός και το βάθος των συμφωνιών που υπογράψαμε είναι ένδειξη της ιστορικότητας της συνάντησης», είπε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, ενώ ο Τούρκος ομόλογός του δήλωσε ότι «το casus belli που έχει κηρύξει η Τουρκική Εθνοσυνέλευση σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, δεν μπορεί να αρθεί μονομερώς και ότι κάτι τέτοιο συναρτάται προς την πορεία των διερευνητικών συνομιλιών για την υφαλοκρηπίδα».

Θυμίζουμε ότι  σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι η υφαλοκρηπίδα ανήκει σ' αυτήν, αν και μπορεί να συζητηθεί η διευθέτησή της, από τρίτους, εν προκειμένω από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.  Οι σχετικές δηλώσεις προετοιμασίας του εσωτερικού ακροατηρίου έχουν ήδη γίνει.

Ο Ερντογάν σχετικά με τις παραβιάσεις στο Αιγαίο πρότεινε «τον αφοπλισμό των ελληνικών και τουρκικών αεροσκαφών όταν εκτελούν πτήσεις», ενώ για το Κυπριακό, δήλωσε πως «η Τουρκία είναι αποφασισμένη να συνεχιστούν οι διαβουλεύσεις από το σημείο που τις άφησαν οι προηγούμενοι πρόεδροι πριν την «εκλογή» Έρολγου στα κατεχόμενα».  Η δήλωσή του ότι μέχρι το τέλος του χρόνου «θα πετύχουμε το στόχο μας», εκτός από ευσεβείς τουρκικούς πόθους, προφανώς θα αποτελεί μία προτεινόμενη λύση, στη βάση μίας νέας έκδοσης του σχεδίου Ανάν.

Για την Ελλάδα, είναι γεγονός ότι αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα η επαναλειτουργία της Θεολογικής σχολής της Χάλκης καθώς και την απόδοση του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.  Ζητήματα για τα οποία ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωσε «έτοιμος να πράξει τα αυτονόητα, συνδέοντας όπως συμβαίνει πάντα, τις «παραχωρήσεις» αυτές με την εκλογή των μουφτήδων στη Δυτική Θράκη, και με το θέμα των  ιμάμηδων,  ώστε να υπάρξει, παραλληλισμός με τα ισχύοντα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου η κυβέρνηση, έδωσε το δικαίωμα στους υποψήφιους πατριάρχες να αποκτούν τουρκικής υπηκοότητα».

Οι 21 συμφωνίες, μνημόνια και διακηρύξεις, που υπεγράφησαν αποτελούν στην πραγματικότητα, μία σημαντική εξέλιξη στις διμερείς σχέσεις. Μεταξύ των άλλων συμφωνήθηκαν και υπογράφτηκαν  τα εξής: η Κοινή Πολιτική Διακήρυξη για την σύσταση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, το Πρωτόκολλο για τακτικές πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών, η Συμφωνία σχετικά με την επικερδή απασχόληση των εξαρτώμενων μελών των διπλωματικών αποστολών, η Δήλωση για την άρση των περιορισμών που ισχύουν στους μεθοριακούς σταθμούς Καστανέων-Παζαρκουλέ, το Μνημόνιο Κατανόησης για την προώθηση της συνεργασίας σε θέματα επενδύσεων, η Διακήρυξη για την προώθηση της οικονομικής και επιχειρηματικής συνεργασίας, το μνημόνιο Κατανόησης για θέματα προστασίας δασών,  για την συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, το μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία σε θέματα επιστήμης και τεχνολογίας, και  για τη συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης, το Μνημόνιο για την ανάπτυξη των σιδηροδρομικών και συνδυασμένων μεταφορών, η Διακήρυξη στους τομείς των Τεχνολογιών Πληροφορικής, Επικοινωνιών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, η Διακήρυξη για την ανάπτυξη της συνεργασίας στον τομέα των οδικών μεταφορών, η διακήρυξη για την κατάργηση της υποχρέωσης θεώρησης για τους κατόχους τουρκικών ειδικών διαβατηρίων,  η διακήρυξη συνεργασίας στον τομέα του πολιτισμού και του τουρισμού, το πρωτόκολλο συνεργασίας των δύο κρατικών ειδησεογραφικών πρακτορείων, το μνημόνιο Κατανόησης για την Τεχνική Συνεργασία μεταξύ των Οργανισμών  Τυποποίησης, το Μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία μεταξύ της Ελληνικής και της Τουρκικής Ένωσης Τραπεζών. Αυτό που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι η Διακήρυξη επί θεμάτων παράνομης μετανάστευσης, ασύλου, οργανωμένου εγκλήματος, διακίνησης ναρκωτικών και προστασίας του πολίτη, η οποία η Τουρκία θα δέχεται τους λαθρομετανάστες που διέρχονται από το έδαφός της προκειμένου να έλθουν στην Ελλάδα. 

Κάτι που θα έπρεπε να γίνεται χωρίς περαιτέρω διαπραγμάτευση ήδη με τη συμφωνία επαναπροώθησης, η οποία όμως δεν εφαρμόζεται με αποτέλεσμα να εντείνεται το ζήτημα εδώ και χρόνια. Επίσης η συγκυρία της επίσκεψης συνδυάστηκε με την οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα, για την οποία ο υπουργός εξωτερικών εκφράστηκε με απαξίωση, μία βοήθεια που μπορεί να σχολιαστεί ποικιλοτρόπως….

 

Ο Ερντογάν και η Θράκη

 

Όπως είχε πει  ο παλιός πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν «αποτελεσματική πολιτική είναι η τέχνη της διαχείρισης των συμβόλων».

Η δημοσιοποίηση της επίσκεψης της τουρκικής αντιπροσωπείας δεν  έπιασε απροετοίμαστη  τη Θράκη και τους κατοίκους της, απλώς εξέπληξε με τη σημειολογία της. Για τους Θρακιώτες, η 14η Μαΐου είναι η ημέρα απελευθέρωσής τους το 1920, μετά από 600 (!) χρόνια. Η  ημέρα αυτή επιλέχθηκε να επισκεφθεί την Ελλάδα ο πρωθυπουργός της Τουρκίας  και μάλιστα είχε προετοιμασθεί και η επίσκεψή του και στη Θράκη. Αυτή αναβλήθηκε, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του Ερντογάν, ως «χειρονομία καλής θέλησης» έναντι της Ελλάδας, λόγω της οικονομικής συγκυρίας και «για να μην παρεξηγηθεί η επίσκεψη». Επίσης η έλευση της τουρκικής αντιπροσωπείας έγινε σε μία περίοδο όπου ανά την Ελλάδα και τον κόσμο, οι προσφυγικής καταγωγής Θρακιώτες, Πόντιοι, Μικρασιάτες, τιμούν τη Γενοκτονία 1.000.000 προγόνων τους. Για το ζήτημα το οποίο υποβαθμίστηκε, αν όχι εξαφανίστηκε, οφείλουμε να πούμε περισσότερα και μάλιστα πιο συγκεκριμένα στο μέλλον, αφού κάθε Μάιο οι τουρκικές ενέργειες ακύρωσης της  ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας, έχουν αποκτήσει χαρακτήρα εθίμου…..

Είναι γνωστό ότι ένας από τους κύριους μοχλούς πίεσης της τουρκικής πολιτικής προς την Ελλάδα, αποτελεί η Θράκη. Με μέσο το Τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής,  επιχειρείται αρχικώς η χειραγώγηση των μουσουλμανικών μειονοτήτων, εκπέμποντας μηνύματα «συμβολικής και  ουσιαστικής συνδιοίκησης» στην Θράκη.

Παράλληλα εκτός από την προφανή εξωτερική απειλή και την αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδας στη Θράκη, υπάρχει και μία εσωτερική πτυχή αφού η κοινωνική και πολιτική συγκρότηση στην περιοχή, έχει μεγάλη Τουρκική δραστηριότητα.

Α) οικονομική, ήδη έχει δοθεί στη δημοσιότητα η πρόθεση τουρκικών εταιρειών να αγοράσουν τα κουφάρια των βιομηχανιών στην Θράκη,

Β) πολιτική με την διαχείριση της μειονοτικής ψήφου  και

Γ) κοινωνική- θρησκευτική, με την εκλογή των μουφτήδων και του μη διορισμού των ιμάμηδων από το ελληνικό κράτος, διαιωνίζοντας την εξάρτηση των θρησκευτικών λειτουργών από την Τουρκία.

Το σχέδιο που έχει σαν στόχο έχει την ομαδοποίηση της μειονότητας με βάση τη θρησκεία και η πολιτική της τουρκοποίησης των μουσουλμάνων πρέπει να σταματήσει.

Όπως και πρέπει να λυθεί το ζήτημα των σχολείων όπου διδάσκεται μόνο η τουρκική γλώσσα, καταπιέζοντας και εξαφανίζοντας τις άλλες μειονοτικές γλώσσες, την πομακική και τη Ρωμανί.

Το ζητούμενο για τη Θράκη σήμερα σε σχέση με την Τουρκία, είναι η απαλλαγή από τον τουρκικό εναγκαλισμό, ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας των μουσουλμανικών μειονοτήτων της Θράκης να αποκτήσει η μειονοτική κοινωνία  πολυφωνία, αυτόνομη έκφραση, ταυτότητα και αυτοπροσδιορισμό, όπου έχει καταπιεσθεί και συμπιεσθεί (Πομάκοι-Ρωμά).

Η κατάρρευση των δομών του τουρκικού κράτους στη Θράκη, δομές που θυμίζουν Ερεκνεγκόν, δηλαδή κράτος- παρακράτος, αποτελεί βήμα ενίσχυσης της εθνικής  κυριαρχίας, παράδειγμα απελευθέρωσης και εκσυγχρονισμού των μουσουλμάνων,  αποκόπτοντάς τους από τους εθνικιστές κεμαλικούς Τούρκους.  

Η  τουρκική  πολιτική όπως αυτή εμφανίστηκε με την πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο για τη Θράκη.  Η εφαρμογή μίας ελληνικής πολιτικής για την περιοχή, την πλειονότητα και τη μειονότητα, δεν πρέπει να εξαρτάται από μία ξένη δύναμη που εδώ και δεκάδες χρόνια αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία.  Για να πάνε μπροστά οι διμερείς σχέσεις οφείλουν να κοιτούν  και πίσω, δηλαδή την ιστορία. Αυτή είναι η βασική θέση όλων των θεωριών των Διεθνών Σχέσεων. 

 

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Αδέσμευτος Τύπος της Κυριακής 6ης Ιουνίου 2010

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ: .. απειλή μίας δίδυμης κρίσης

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ:

Η διαδικασία συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας, η απειλή μίας δίδυμης κρίσης, οι εχθροί του Πολίτη, η απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, η εικονική πραγματικότητα και η ανάγκη εξέλιξης της ΕΕ, στο τέταρτο κοινωνικό στάδιο.

 

Του Βασίλη Βιλάρδου *

 

Είμαστε σχεδόν βέβαιοι πως, κανένας Έλληνας Πολίτης δεν πιστεύει ότι είναι δυνατόν να φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα το οικονομικό πρόγραμμα της «κυβέρνησης» μας, εξαλείφοντας τουλάχιστον το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας. Εάν όμως κάτι τέτοιο είναι τόσο εμφανές σε όλους εμάς, τότε δεν μπορεί παρά να ισχύει το ίδιο, τόσο για την κυβέρνηση μας, όσο και για αυτούς που μας το επέβαλλαν – με την «υποταγή» φυσικά της πολιτικής μας ηγεσίας.

Αναρωτιέται λοιπόν εύλογα κανείς, ποιος είναι ο αληθινός σκοπός της διαδικασίας «συρρίκνωσης» που δρομολογείται – τι δηλαδή «κρύβεται» πίσω από την εικονική πραγματικότητα, η οποία «προβάλλεται» σε όλους εμάς.

Επειδή όμως δεν είναι σωστό να εξάγονται αυθαίρετα συμπεράσματα, είναι ίσως σκόπιμο να τοποθετηθούμε επιγραμματικά στα κεντρικά μεγέθη, από τα οποία διακρίνεται, με κάποια σχετική ασφάλεια, η αδυναμία επίτευξης του προγράμματος «εξυγίανσης» της Ελληνικής Οικονομίας. Εν πρώτοις λοιπόν, από τον Πίνακα Ι φαίνεται καθαρά μία σημαντικότατη επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της χώρας μας το 2009, σε σχέση με το 2008. Λαμβάνοντας δεδομένη επί πλέον την πρόβλεψη του ΔΝΤ για το 2010 (ύφεση -4%), καθώς επίσης τη μείωση του ελλείμματος στο περίπου -9,0% (αν και θεωρούμε τα δύο αυτά μεγέθη εξαιρετικά αισιόδοξα – πόσο μάλλον όταν το δημόσιο χρέος το 2009 είναι πιθανότατα υψηλότερο κατά 25 δις €*), καταλήγουμε σε μία «πρόβλεψη» για το 2010, η οποία φαίνεται στην τρίτη στήλη του Πίνακα Ι:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: ΑΕΠ, Έλλειμμα, Δημόσιο χρέος της Ελλάδας, ποσά σε δις €

 

Μεγέθη

2008

2009

2010

 

 

 

 

ΑΕΠ

239,10

237,50

228,00

Έλλειμμα

-18,30

-32,30

-20,52

Έλλειμμα / % ΑΕΠ

-7,70

-13,60

-9,00

Δημόσιο Χρέος*

237,30

273,40

293,92

Δημόσιο Χρέος / % ΑΕΠ

99,20

115,00

128,90

Δημόσιο Χρέος / Κάτοικο

21.157,20

24.280,40

26.103,00

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών Γερμανίας – Έκθεση Απρίλιος 2010, Eurostat

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

* Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση, το χρέος του 2009 ανήλθε στα περίπου 298 δις €

 

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, είναι κατά την άποψη μας δεδομένη η μη επίτευξη των στόχων – πολύ περισσότερο, επειδή διαφαίνεται ότι ευρίσκεται σε εξέλιξη ένα ιδιάζων φαινόμενο (άρθρο μας: ΣΤΑΣΙΜΟΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ, Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ: Η «καταδίκη» της χώρας μας σε μία ειδική μορφή του φαινομένου, σύμφωνα με το οποίο η ανεργία αυξάνεται, ταυτόχρονα με την άνοδο των τιμών αγοράς για τους καταναλωτές και τη μείωση των τιμών πώλησης για τη βιομηχανία  9/5/2010), το οποίο ενδεχομένως θα οδηγήσει σε μία κρίση του κλάδου των ακινήτων.

Η συγκεκριμένη αυτή  κρίση, «πυροδοτεί» αμέσως μετά μία μεγάλη τραπεζική (δίδυμες κρίσεις), από την οποία είναι σχεδόν αδύνατον να ξεφύγει μία χώρα, εάν δεν αντιδράσει σωστά και έγκαιρα. Πόσο μάλλον όταν, ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της Οικονομίας της είναι ο τουρισμός, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει αντίστοιχα πτωτική πορεία – ενισχυόμενη ταυτόχρονα από την παγκόσμια κρίση.

Με δεδομένο τώρα ότι, το «ΔΝΤ-πρόγραμμα» δεν αγγίζει σχεδόν καθόλου τις βασικές «πηγές» των προβλημάτων της Ελλάδας (Ισοζύγιο Εξωτερικών Συναλλαγών, Ανταγωνιστικότητα), η οποία παραμένει κράτος-μέλος της Ευρωζώνης, χωρίς πλέον κανενός είδους πλεονεκτήματα (ο δανεισμός της με χαμηλά επιτόκια ήταν, κατά την άποψη μας, το μοναδικό «πλεονέκτημα», ενώ έχει πάψει πλέον να υφίσταται), ο στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος, από την προστασία των πιστωτών της χώρας μας, σε συνδυασμό με την εξουδετέρωση του εκρηκτικού μηχανισμού, ο οποίος ευρίσκεται εντός της – απειλώντας τη σταθερότητα όχι μόνο της Ευρωζώνης (€), αλλά ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η διαδικασία αυτή, την οποία έχει αναλάβει να φέρει εις πέρας το ΔΝΤ, έχοντας την απαραίτητη εμπειρία, οδηγεί φυσικά στην απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, καθώς επίσης την εξαθλίωση των Πολιτών της χώρας μας – όπως ακριβώς έχει συμβεί σε πολλά άλλα κράτη στο παρελθόν. Ανεξάρτητα από αυτό, τα μεγέθη της Ελλάδας (Πίνακας ΙΙ) θα διαμορφωθούν ως εξής, κατά την άποψη μας (με ύφεση -6% του ΑΕΠ κατά μέσον όρο, για τα έτη 2010 και 2011):

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Προβλέψεις – ΑΕΠ, Έλλειμμα, Δημόσιο χρέος της Ελλάδας, ποσά σε δις €

 

Μεγέθη

2009*

2010

2011

 

 

 

 

ΑΕΠ

237,50

223,00

209,62

Έλλειμμα

-32,30

-24,53

-18,87

Έλλειμμα / % ΑΕΠ

-13,60

-11,00

-9,00

Δημόσιο Χρέος*

298,00

322,53

341,40

Δημόσιο Χρέος / % ΑΕΠ

115,00

144,60

162,87

Δημόσιο Χρέος / Κάτοικο

24.280,40

27.804,31

29.431,00

* Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΣΥΕ

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Έχοντας λοιπόν την παραπάνω εικόνα, όπως και την απόλυτη βεβαιότητα για την «αποστολή» και τις μεθόδους του ΔΝΤ (άρθρο μας: ΟΙ ΣΥΝΔΙΚΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ: Το κυριαρχικό δόγμα του αμερικανικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ΔΝΤ, οι κρυφές «παγίδες» του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου και οι κίνδυνοι για την Ελλάδα  14/3/2010), δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς, τι ακριβώς εξυπηρετεί όλους εμάς η «αδιαμαρτύρητη» αναμονή των προδιαγεγραμμένων αποτελεσμάτων – κυρίως όμως, το πως θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε. Πόσο μάλλον όταν είναι γνωστό το ότι η μάχη, η οποία δεν κερδίζεται σήμερα, είναι ίσως χαμένη για πάντα – ενώ η μοναδική αληθινή ιδιοκτησία μας είναι ο χρόνος. Ο Θεός, εάν περιμένουμε τελικά από Αυτόν βοήθεια, δεν έχει άλλα χέρια από τα δικά μας, όπως αναφέρει πολύ σωστά ο G. Bernanos.

 

ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

 

Έχουμε την άποψη ότι, ο πλέον «εύκολος» εχθρός μας, στην αντιμετώπιση του, είναι η υπερχρέωση του δημοσίου τομέα μας. Αρκεί να μετατρέψουμε άμεσα ένα μεγάλο μέρος του εξωτερικού χρέους σε εσωτερικό, εκδίδοντας εθνικά ομόλογα στη θέση αυτών που κάθε φορά λήγουν – εφαρμόζοντας παράλληλα μόνοι μας κάποιες από τις μεθόδους του ΔΝΤ (εσωτερική υποτίμηση), για να επιλύσουμε διαχρονικά το πρόβλημα.

Ταυτόχρονα βέβαια, αφού θα διακινδυνεύουμε «έντιμα» τα δικά μας χρήματα, θα εντείνουμε αναγκαστικά τον έλεγχο των κυβερνήσεων μας, έτσι ώστε να καταπολεμήσουμε δραστικά όλες τις σπατάλες του δημοσίου (ειδικά στον τομέα των δημοσίων έργων και του εξοπλισμού), με αποτέλεσμα να μετατραπεί το ελλειμματικό ισοζύγιο σε πλεονασματικό – οι ζημίες δηλαδή σε κέρδη, τα οποία θα αποπληρώνουν σιγά-σιγά το δανεισμό.

Έτσι θα σταματήσουμε την αναδιανομή τω εισοδημάτων μας προς όφελος των ξένων πιστωτών μας ή των διαφθορέων, οι οποίοι «εργάσθηκαν» φιλότιμα, με στόχο την υπερχρέωση μας, ενώ θα ενισχύσουμε την εσωτερική κατανάλωση, κατά το ποσόν των τόκων των ομολόγων. Άλλωστε φαίνεται καθαρά ότι έχουμε (ακόμη) τη δυνατότητα να το επιτύχουμε, εάν εκμεταλλευθούμε σωστά,

(α)  την τεράστια περιουσία του δημοσίου (300 δις € ακίνητα, συν 35 δις € επιχειρήσεις), πριν λεηλατηθεί από το ΔΝΤ και τους «εταίρους» μας, από τους δανειστές μας δηλαδή, καθώς επίσης

(β)  τα πλεονεκτήματα του ιδιωτικού τομέα μας ο οποίος, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, είναι συγκριτικά κατά πολύ υγιέστερος από αρκετά άλλα κράτη.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό

 

Χώρα

Συνολικό Χρέος*

Δημόσιο Χρέος**

Ιδιωτικό Χρέος

 

 

 

 

Ελλάδα

252%

128,90

123,1%

Γερμανία

285%

76,70

208,3%

Ιταλία

315%

116,70

198,3%

Γαλλία

323%

82,50

240,5%

Πορτογαλία

323%

84,60

238,4%

Μ. Βρετανία

466%

80,00

386,0%

Πηγή: Συνδυασμός στοιχείων από Κομισιόν, McKinsey Global Institute και μελέτη της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι 123% του ΑΕΠ, ενώ της Πορτογαλίας 239%

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*    Δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό

**   Πρόβλεψη 2010

     

Άλλωστε, εάν δεν το κάνουμε και αφεθούμε στα χέρια των άλλων, όχι μόνο θα επιδεινωθούν «ανεπιστρεπτί» τα μεγέθη της χώρας μας (Πίνακες Ι, ΙΙ), αλλά και η ιδιωτική μας περιουσία (ακίνητα, οικόπεδα κλπ), η οποία θα απολέσει τουλάχιστον το 50% της αξίας της, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα – μία τεράστια καταστροφή, τόσο για τη δική μας, όσο και για τις επόμενες γενεές.άρθρο μας: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ: Η ανάγκη περιστολής των κρατικών δαπανών, η «συγκράτηση» των αμοιβών, η εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, η κερδοφορία των εθνικών επιχειρήσεων, ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων και οι απαιτήσεις μας από την ΕΕ  30/1/2010), για την επίτευξη της οποίας φυσικά χρειαζόμαστε τη βοήθεια της ΕΕ, καθώς επίσης την διεύρυνση του εξαγωγικού και λοιπού μας «ορίζοντα» σε άλλες περιοχές (Αραβία, Κίνα, Ρωσία κλπ), είναι αδύνατον ποτέ να ξεφύγουμε από το μοιραίο.      Χωρίς ανάπτυξη (

Όμως, υπάρχει και ο δύσκολος εχθρός ο οποίος, όχι μόνο θα αντισταθεί με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο, αλλά και δεν θα μας επιτρέψει ποτέ να αντιμετωπίσουμε «ορθολογικά» τον «εύκολο» (δημόσιο χρέος, ελλείμματα). Ο εχθρός αυτός δεν είναι άλλος από το «τοκογλυφικό» κεφάλαιο, σε συνδυασμό με τις πολυεθνικές υπερεπιχειρήσεις – μία «δίδυμη παγκόσμια απειλή», η οποία μεγεθύνεται με τη βοήθεια των «εργαλείων» του BrettonWoods (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ), σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, καταλύοντας, αργά αλλά σταθερά, τα εθνικά κράτη.

Στη θέση τους εγκαθίσταται η «άπατρις παγκόσμια διακυβέρνηση» (stateless global governance), η οποία τοποθετεί δύο ξεχωριστά είδη Κοινοβουλίων:

(α)  το δημοκρατικά εκλεγμένο Κοινοβούλιο, αυτό δηλαδή που επιλέγεται από τους Πολίτες (όσο μπορούμε να πιστεύουμε στην ελεύθερη βούληση, όταν η πληροφορία είναι απολύτως ελεγχόμενη, συχνά σκόπιμα διαστρεβλωμένη), καθώς επίσης

(β)  το «σκιώδες» Κοινοβούλιο (εικονικό, virtual), το οποίο «διέπεται» από τους νόμους της ζήτησης και της προσφοράς.

Το πρώτο είναι προφανώς «τυπικά» (εξωτερικά) κυρίαρχο, ενώ το δεύτερο είναι πρακτικά, ουσιαστικά δηλαδή, παντοδύναμο – αφού αυτό αποφασίζει για τη «μοίρα» των ανθρώπων και των πραγμάτων.

Η «άλωση» τώρα μίας χώρας, η κατάλυση δηλαδή της εθνικής της κυριαρχίας, απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκατάσταση των δύο «εξωκοινοβουλευτικών» Κοινοβουλίων, πραγματοποιείται με τη βοήθεια της υπερχρέωσης – η οποία είναι προϊόν του δανεισμού και ιδιαίτερα των τόκων.

Για την επιτυχία αυτού του στόχου, όσον αφορά το δημόσιο, επιστρατεύονται η διαπλοκή και τα παράγωγά της – κυρίως η διαφθορά η οποία, με διάφορες μεθοδεύσεις (άρθρο μας: ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ Α.Ε. : Οι ιδιαιτερότητες της γερμανικής οργάνωσης «Διεθνής Διαφάνεια», η ιστορία της, η φιλοσοφία που την διέπει, η χρηματοδότηση, οι στόχοι, οι μέθοδοι λειτουργίας, τα συμπεράσματα και η απειλή μιας «τευτονικής ευρωένωσης»  7/4/2010), καταφέρνει τελικά να επικρατήσει. Όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, οι τράπεζες διαδραματίζουν τον κυριότερο ρόλο (πιστωτικές κάρτες, υπερδανεισμός κλπ), με τη βοήθεια της υπερκαταναλωτικής συμπεριφοράς, την οποία «εγκαθιστούν» στον άνθρωπο έντεχνα, κυρίως οι πολυεθνικές επιχειρήσεις (marketing δημιουργία νέων αναγκών κλπ).           

 

Η ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

 

Κατά τη διάρκεια της Ιστορίας μας έχουμε διανύσει τρείς εξελικτικές περιόδους – ένα γεγονός που επαναλαμβάνεται κάθε φορά στην ατομική μας «πορεία». Η πρώτη είναι η φυσική κοινωνία – οι «θεσμοί» της οποίας είναι η Οικογένεια, οι Συγγενείς,  καθώς επίσης η Φυλή. Πρόκειται για μία πρωτόγονη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, η οποία χαρακτηρίζεται από αδύναμους θεσμούς, με «προστατευτική» λειτουργία, περιορισμένη όμως σε έναν μικρό αριθμό ατόμων. Ο άνθρωπος είναι «αλληλέγγυος» μόνο με αυτούς, τους οποίους γνωρίζει «φυσικά» – ή τουλάχιστον με αυτούς, με τους οποίους τον συνδέει το «αίμα» ή ο «μύθος». Οποιοσδήποτε ευρίσκεται εκτός της οικογένειας ή της φυλής, είναι ξένος – οπότε «ενσωματώνει» το ριζικά διαφορετικό, το απρόβλεπτο και επομένως την απειλή, με αποτέλεσμα να πολεμείται, να εκδιώκεται ή να θανατώνεται.

Η δεύτερη είναι η πολιτισμική κοινωνία, η οποία αναπτύχθηκε όταν οι άνθρωποι ξεκίνησαν να δημιουργούν σχέσεις με άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν ανήκαν στην οικογένεια ή τη φυλή τους. Με τη δημιουργία της πολιτισμικής κοινωνίας, των κοινωνικών κανόνων, της κοινωνικής ηθικής και των κοινωνικών θεσμών, ο άνθρωπος γίνεται «αλληλέγγυος» με άλλα άτομα, τα οποία δεν γνωρίζει – ή δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσει. Η πολιτισμική εξελίχθηκε τελικά στην πολιτική κοινωνία, στο κράτος δηλαδή, το οποίο χαρακτηρίζεται από την «αλληλεγγύη» των Πολιτών του, καθώς επίσης από ισχυρούς νόμους και θεσμούς, οι οποίοι προστατεύουν έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων – τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις, όσο και απέναντι στους εχθρούς τους. 

Το σύγχρονο άτομο είναι απαραίτητο να διανύσει, κατά τη διάρκεια της κοινωνικής ενσωμάτωσης του, και τα τρία στάδια της κοινωνικής εξέλιξης. Έτσι, τα παιδιά παραμένουν στους γονείς τους, στη φυσική κοινωνία δηλαδή, μόνο για εκείνο το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εξασφάλιση της επιβίωσης τους. Στη συνέχεια, τα παιδιά «αποσυνδέονται» από την οικογένεια και δημιουργούν σχέσεις με άλλα άτομα, εκτός του άμεσου οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Αργότερα, ενσωματώνονται στο κράτος, λειτουργώντας πλέον στα πλαίσια των νόμων και των θεσμών του (προφανώς, το κυρίαρχο «στοιχείο» της ανθρώπινης εξέλιξης είναι η αλληλεγγύη).

Συμπεραίνεται περαιτέρω ότι, τόσο στην Ιστορία, όσο και στη ζωή του ανθρώπου, η εθνική κυριαρχία διαδραματίζει έναν πολύ σπουδαίο ρόλο. Έχει άμεση σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς επίσης με το θεμελιώδες Δίκαιο – δηλαδή, με το «κοινωνικό συμβόλαιο» (αποφεύγουμε συνειδητά την έννοια «Σύνταγμα», αφού δεν είναι πάντοτε «συμβατό» με την κοινή βούληση). Ενσωματώνει την κοινή θέληση, την ισότητα όλων απέναντι στο νόμο, καθώς επίσης την αυτονομία των Πολιτών. Όλοι μας θεωρούμε ότι, το Κοινοβούλιο που εκλέγουμε είναι κυρίαρχο, ενώ ευρίσκεται στη θέση του για να προστατεύσει το Δίκαιο – καθώς επίσης για να εγγυηθεί την ομαλή κοινωνική λειτουργία και την έννομη τάξη.

 

Η έννοια του Δικαίου γνωρίζουμε ότι προέρχεται από το ότι, ο κάθε Πολίτης παραιτείται ηθελημένα από ένα μέρος της ελευθερίας του, με στόχο να προστατευθεί η ελευθερία του συνόλου. Οι κανόνες πηγάζουν από τον εθελούσιο περιορισμό των ανθρωπίνων ελευθεριών, ενώ το Δίκαιο «ενσωματώνει» τα συμφέροντα του συνόλου – τα μέρη του οποίου, τα άτομα δηλαδή, θυσιάζουν ουσιαστικά ένα κομμάτι της ελευθερίας τους. Κατ' επέκταση, το Δίκαιο προστατεύει τη δική μας ελευθερία σε σχέση με τους άλλους, ενώ μας επιτρέπει να «διαχειριζόμαστε» απροβλημάτιστα τη ζωή μας.

Περαιτέρω, σε τακτά χρονικά διαστήματα, διενεργούνται γενικές, ελεύθερες και μυστικές εκλογές, όπου οι Πολίτες ενός κυρίαρχου κράτους έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν την πολιτική τους ηγεσία – «εκδιώκοντας» ενδεχομένως την προηγούμενη, εάν δεν ήταν συνεπής με τις «υποσχέσεις» της ή με τις «οδηγίες» των Πολιτών, «ανεπαρκής», διεφθαρμένη ή οτιδήποτε άλλο.

Όταν όμως οι βασικοί κανόνες λειτουργίας ενός κράτους «παραλύουν», σαν αποτέλεσμα της επιβολής της δικτατορίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (όπως συμβαίνει όταν εγκαθίσταται το ΔΝΤ σε μία χώρα), τότε η κοινωνία καταλύεται – απειλούμενη με την επικράτηση των κανόνων της ζούγκλας. Ειδικότερα, ο «μονομάχος» (Gladiator) γίνεται πλέον το σημείο αναφοράς του επικρατούντος κοινωνικού μοντέλου, με την έννοια ότι ο ισχυρός έχει πάντοτε δίκιο – ενώ ο αδύναμος άδικο. Η ήττα θεωρείται αποκλειστικά ευθύνη του εκάστοτε ηττημένου, ενώ ερμηνεύεται σαν το αποτέλεσμα της «ενοχικής», «θυματοποιημένης» αδυναμίας του «χαμένου».

Συνεχίζοντας, οι θεμελιώδεις αρχές του μονοπωλιακού καπιταλισμού, οι οποίες επιβάλλονται σε μία ηττημένη χώρα με τη βοήθεια του ΔΝΤ (μεγαλύτερη δυνατή κερδοφορία των πολυεθνικών επιχειρήσεων, μικρότερη δυνατή φορολόγηση τους, απεριόριστος ανταγωνισμός χωρίς κανόνες, παγκοσμιοποίηση της ανταλλαγής εμπορευμάτων, πλήρη ελευθερία κίνησης και λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου,  καταστροφή των αυτοχθόνων πολιτισμών), καταλύουν εντελώς την εθνική της κυριαρχία – ενώ αντιτίθενται σε όλες τις αξίες του «διαφωτισμού», οι οποίες αποτελούν τα θεμέλια της σημερινής ευρωπαϊκής κουλτούρας.

Σε τελική ανάλυση, τα τρία στάδια της κοινωνικής εξέλιξης «διαγράφονται», το κοινωνικό συμβόλαιο παύει να έχει ισχύ και ο νόμος της ζούγκλας υπερισχύει. Τέλος, μετά την καταστροφή της συνεκτικής μεσαίας τάξης, η κοινωνία διαιρείται σε δύο κατηγορίες, στους πλούσιους και τους εξαθλιωμένους – έτσι ώστε να υποτάσσεται καλύτερα στο απολυταρχικό καθεστώς (κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α., όπου τα γκέτο, γεμάτα εξαθλιωμένους ανθρώπους, ευρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση ακόμη και από το Λευκό Οίκο).

 

Η ΣΚΙΩΔΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑ

 

Όταν μία χώρα υποκύψει στις πιέσεις του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όταν δηλαδή ηττηθεί από το διεθνές κεφάλαιο και τις πολυεθνικές υπερεπιχειρήσεις (όταν υπερχρεωθεί, χρεοκοπήσει κλπ), ουσιαστικά «παραδίδει» την εθνική της κυριαρχία. Το κράτος τότε διατηρεί το θεσμικό του πλαίσιο αλλά η εξουσία, με την οποία η κυβέρνηση του επιβάλλει την τήρηση των νόμων, ασκείται πλέον από τους «μηχανισμούς» του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα). Στην πραγματικότητα λοιπόν, πρόκειται για ένα θέατρο σκιών, επειδή μόνο εξωτερικά εμφανίζεται ότι τα κράτη κυβερνούν.

Για  παράδειγμα, το συμβούλιο του Οργανισμού Παγκοσμίου Εμπορίου αποτελείται από τους εκπροσώπους 144 κρατών (2001). Το ίδιο συμβαίνει και στην Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς επίσης στο ΔΝΤ – οργανισμούς όπου «τυπικά» διοικούνται από τα κυρίαρχα κράτη, τα οποία συμμετέχουν, καθορίζοντας τις εκάστοτε στρατηγικές τους. Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά η εξωτερική όψη των πραγμάτων – ενώ η ουσία είναι εντελώς διαφορετική.

Δηλαδή, αν και η ΕΕ είναι μία από τις δύο επικρατούσες δυνάμεις (η δεύτερη είναι οι Η.Π.Α.), οι οποίες κατευθύνουν τα «εργαλεία» του Bretton Woods, όπως αποδεικνύεται (J.Ziegler), τόσο η στρατηγική, όσο και η πολιτική της ΕΕ, καθορίζονται από την «Επιτροπή 133» – μία ανεπίσημη «διαδικασία», η οποία δεν εμφανίζεται στις «συμφωνίες» της ΕΕ. Το γεγονός αυτό όμως δεν εμποδίζει την Επιτροπή να συγκεντρώνει σε κάθε διαπραγματευτικό κύκλο, κάτω από μία σκεπή, τόσο τα ενδιαφέροντα, όσο τις θέσεις και τα συμφέροντα των σημαντικότερων υπερηπειρωτικών επιχειρήσεων και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρώπης – εν αγνοία όλων εμάς των Πολιτών της.    

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, τα κράτη παραμένουν τα σημεία αναφοράς, αλλά η ρεαλιστική εξουσία που ασκούν οι εκπρόσωποί τους περιορίζεται συνεχώς. Δηλαδή, τόσο οι σκέψεις, όσο και οι ενέργειες των κρατών καθορίζονται πρακτικά από τη «βούληση» του παγκοσμίου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Φυσικά, υπάρχουν σημαντικές διαφορές, όσον αφορά την εξουσία που ασκεί μία ισχυρή χώρα σε αυτούς τους οργανισμούς, σε σχέση με μία αδύναμη. Για παράδειγμα, η Γαλλία έχει τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί, μέχρι ενός σημείου βέβαια, με τους παγκόσμιους οργανισμούς, υποχρεώνοντας τους να σεβαστούν περισσότερο την «πρόσοψη» της Δημοκρατίας της. Η Ελλάδα όμως, όπως και οι περισσότερες χώρες, είναι σχεδόν αδύνατον να διαπραγματευθεί – πόσο μάλλον να επιβάλλει το παραμικρό.

Για να κατανοήσει κανείς το βαθμό της απώλειας του ελέγχου των κρατών στις εθνικές τους οικονομίες, αρκεί να γνωρίζει ότι, είναι απαγορευμένη σε κάθε κυβέρνηση η βοήθεια ενός κλάδου της Οικονομίας της, μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, δασμών ή επιδοτήσεων. Επομένως, είναι αδύνατον πλέον να ακολουθήσει κάποια χώρα μία εθνική οικονομική πολιτική – με απώτερο στόχο την πλήρη κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας όλων των κρατών.

Εάν όμως δεν υπάρχει η δυνατότητα χάραξης μίας εθνικής οικονομικής πολιτικής, πως είναι δυνατόν να ανταγωνισθεί μία ελληνική βιομηχανία, η οποία παράγει δημητριακά, για παράδειγμα τη Nestle; Η Nestle διαθέτει όχι μόνο πολύ μεγάλα κεφάλαια με το χαμηλότερο δυνατό κόστος (επιτόκιο), αλλά και τα πλέον μοντέρνα μηχανήματα, ενώ έχει στη διάθεση της έναν μηχανισμό διαφήμισης, διακίνησης και πώλησης των εμπορευμάτων της, ο οποίος είναι κατά πολύ αποτελεσματικότερος.

Εκτός αυτού, υπαγόμενη φορολογικά στη μητρική της, έχει τη δυνατότητα να φοροαποφεύγει, με μεθόδους «αποφυγής» φορολογίας που ουσιαστικά η ίδια επιβάλλει στα κράτη. Επομένως, η Ελληνική ανταγωνίστρια βιομηχανία δεν έχει καμία απολύτως δυνατότητα να ανταγωνισθεί τη Nestle – ούτε την Aldi, τη Lidl, την Praktiker, την Carrefour κλπ. Άρα, πολύ σύντομα οι επιχειρήσεις της Ελλάδας θα πάψουν να υφίστανται, ενώ η φορολογική της βάση θα περιορισθεί σε αυτήν των μισθωτών, οι οποίοι θα επωμίζονται διαχρονικά όλο και μεγαλύτερα βάρη – «επιδοτώντας» ουσιαστικά το διεθνές κεφάλαιο και τις πολυεθνικές του.  Επομένως, τα περί αύξησης της ανταγωνιστικότητας, μέσω της μείωσης των μισθών, η οποία ουσιαστικά θα ωφελήσει τις πολυεθνικές, είναι πολύ δύσκολο να μας πείσουν για την ορθότητα τους.        

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Κατά την άποψη μας, όλοι οι Ευρωπαίοι Πολίτες οφείλουν από κοινού να λειτουργήσουν έτσι ώστε, αφενός μεν να προστατεύσουν τη Δημοκρατία, πόσο μάλλον την Εθνική τους Κυριαρχία, αφετέρου να εξελίξουν τις κοινωνίες τους σε ένα τέταρτο στάδιο: σε μία διακρατική ένωση ανεξάρτητων, αλλά αλληλέγγυων  μεταξύ τους κρατών.    

Αν και είμαστε οι πρώτοι, οι οποίοι «διέρρηξαν» το «νήμα» της χρεοκοπίας, αργά ή γρήγορα θα μας ακολουθήσουν πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες – εάν αφεθούμε στην τύχη μας και εάν δεν αντιδράσουμε συλλογικά, απέναντι στον κοινό εχθρό. Όταν δε επιλέγουμε τη διαδήλωση, σαν μία μορφή αντίστασης, με στόχο την αλλαγή, τότε τουλάχιστον οφείλουμε να γνωρίζουμε τον εχθρό μας – ο οποίος δεν είναι άλλος από αυτόν που επιβουλεύεται τα μέγιστα την εθνική μας κυριαρχία, με την επιβολή σκιωδών κυβερνήσεων, καθώς επίσης με την ολοσχερή κατάλυση του Κράτους Δικαίου.

Επομένως, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να απεργούμε απλά για τις μειώσεις μισθών ή για τις συντάξεις, όταν οι κυβερνήσεις μας δεν έχουν την παραμικρή δυνατότητα διαπραγμάτευσης – πόσο μάλλον πολιτικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, χωρίς σύνορα, χωρίς δασμούς στα προϊόντα, χωρίς έλεγχο των κινήσεων του κερδοσκοπικού κεφαλαίου και των τόκων, όσο και αν διαμαρτυρόμαστε, είναι αδύνατον να διατηρηθεί το «κοινωνικό συμβόλαιο», για το οποίο αγωνίσθηκαν, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή τους, εκατομμύρια άνθρωποι πριν από εμάς.

Δυστυχώς, η ελεύθερη οικονομία έχει πάψει πια να υφίσταται, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός επίσης, ενώ η «ανοιχτή κοινωνία» απαιτεί επίπεδα καλλιέργειας και «συνείδησης», τα οποία θα αργήσουμε πολύ να αποκτήσουμε. Ουσιαστικά λοιπόν, οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι ευρίσκονται πλέον στην ίδια πλευρά, ενώ δεν μπορεί να μας βοηθήσει ούτε ο Marx, ούτε ο Keynes.

Συνεχίζοντας, όπως φαίνεται από τον Πίνακα IV που ακολουθεί, η Ευρώπη καίγεται, ενώ καμία χώρα μόνη της δεν μπορεί να κερδίσει την παρτίδα (άρθρο μας: ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ: Τα όπλα «αιχμής» της αμερικανικής υπερδύναμης, η «επέλαση» στην Ευρώπη, το «ημερολόγιο» της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, τα «παιχνίδια εξουσίας», το «εξιλαστήριο θύμα», ο ύπατος αρμοστής και τα συμπεράσματα  21/4/2010)  – όσο και αν κάποια κράτη, όπως η Γερμανία, πιστεύουν στις δυνατότητες τους.

Ακόμη όμως και να τα κατάφερνε μόνη της η Γερμανία, δεν θα έπρεπε να υποτιμήσει την τεράστια «απειλή» στο εσωτερικό της. Δηλαδή, όπως κάποτε οι «ναζί» κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην πολιτική της χώρας τους, έτσι και αύριο οι γερμανικές πολυεθνικές, σε συνεργασία τόσο με την Οικονομική Αστυνομία, όσο και με τη Μυστική Υπηρεσία, μπορεί επίσης να τα καταφέρουν – υποδουλώνοντας κατ' αρχήν τους Γερμανούς Πολίτες.       

 

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: ΑΕΠ, Έλλειμμα, Δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης, ποσά σε δις €

 

Χώρα

ΑΕΠ

Έλλειμμα

Έλλειμμα

Δημόσιο

Δ. Χρέος

Δ. Χρέος

 

2009

2009

/ ΑΕΠ

Χρέος

/ ΑΕΠ

/ κάτοικο

 

 

 

 

 

 

 

Γερμανία

2.407,2

-79,4

-3,3%

1.762,2

73%

21.489,8

Γαλλία

1.919,3

-144,8

-7,5%

1.489,0

78%

23.139,2

Ιταλία

1.520,9

-80,8

-5,3%

1.760,8

116%

29.324,1

Ισπανία

1.051,2

-117,6

-11,2%

559,7

53%

12.211,9

Ολλανδία

570,2

-30,2

-5,3%

347,0

61%

21.049,7

Βέλγιο

337,8

-20,2

-6,0%

326,6

97%

30.382,0

Αυστρία

276,9

-9,5

-3,4%

184,1

66%

22.034,6

Ελλάδα

237,5

-32,3

-13,6%

273,4

115%

24.280,4

Φιλανδία

171,0

-3,7

-2,2%

75,2

44%

14.121,8

Ιρλανδία

163,5

-23,4

-14,3%

104,7

64%

23.520,6

Πορτογαλία

163,9

-15,4

-9,4%

125,9

77%

11.847,8

Σλοβακία

63,3

-4,3

-6,8%

22,6

36%

4.172,9

Λουξεμβούργο

37,8

-0,3

-0,7%

5,5

14%

11.071,9

Σλοβενία

34,9

-1,9

-5,5%

12,5

36%

6.159,8

Κύπρος

16,9

-1,0

-6,1%

9,5

56%

11.955,5

Μάλτα

5,7

-0,2

-3,8%

3,9

69%

9.545,2

 

 

 

 

 

 

 

Ευρωζώνη

8.977,9

-565,1

-6,3%

7.062,6

79%

21.491,1

ΕΕ 27

11.804,7

-801,9

-6,8%

8.690,3

74%

17.390,2

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών Γερμανίας – Έκθεση Απρίλιος 2010, Eurostat

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

 

Ολοκληρώνοντας, όπως διαπιστώνεται από τον Πίνακα IV, τόσο η Ευρωζώνη, όσο και η ΕΕ των 27, ξεπερνούν κατά μέσον όρο το 70% (δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ), πλησιάζοντας επικίνδυνα το 90% – μετά το ξεπέρασμα του οποίου, μειώνονται «δραματικά» (περίπου στο ήμισυ) οι αναπτυξιακές δυνατότητες μίας Οικονομίας. Η «ισπανική γρίπη» δε, όπως ονομάζεται η μεγάλη ασθένεια της οικονομίας της χώρας, η οποία συνδυάζει στοιχεία τόσο της ελληνικής κρίσης (έλλειμμα, ανταγωνιστικότητα), όσο και της αμερικανικής (ακίνητα, τράπεζες), «απειλεί» να επεκταθεί σε ολόκληρη την ΕΕ.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε την κατάρρευση του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, την περίοδο 1992/93 – τη μεγαλύτερη κρίση της Ευρώπης, μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Η ισπανική πεσέτα τότε, καθώς επίσης η ιταλική λιρέτα, έχασαν μέσα σε μία νύχτα το 40% της αξίας τους – οδηγώντας τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς επίσης τις υπόλοιπες στο χείλος της καταστροφής (η Ισπανία, μετά τη Γαλλία, είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας γερμανικών προϊόντων, συνολικής αξίας 31 δις € – με πτώση όμως 17% το 2009, σε σχέση με το 2008). Επομένως ο χρόνος επείγει, εάν δεν θέλουμε να καταλήξουμε όλοι σκλάβοι των αγορών, «διαγράφοντας» δεκάδες αιώνες εξέλιξης της κοινωνίας μας.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright),  Αθήνα, 06. Ιουνίου 2010,  

viliardos@kbanalysis.com                                                    

 

 *   Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Τα κείμενα βρίσκονται συγκεντρωμένα στη θέση «Οικονομία & Πολιτική», της σελίδας  www.casss.gr .