Ιστορική και Κοινωνική Μνήμη: Επισημάνσεις

Ιστορική και Κοινωνική Μνήμη: Επισημάνσεις

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

 «Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθειά τον χαραχτήρα τους στον σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζουνται με μια σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές κι από τις αβάσταχτες καταδρομές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μια τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμιοσύνη. Τα έθνη που εξαγοράζουνε κάθε ώρα τη ζωή τους με αίμα και μ’ αγωνία, πλουτίζουνται με πνευματικές χάρες, που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς και από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο».

Φώτης Κόντογλου – Πονεμένη Ρωμιοσύνη

 

Ι. επισημάνσεις για μια καλύτερη κατανόηση του ατομικού σε σχέση με το συλλογικό

Η Μνημοσύνη, θεά της μνήμης, ήταν συνάμα και θεά της σοφίας, μητέρα των Μουσών που τις γέννησε με τον Δία όταν εκείνος διανυκτέρευε στον Ελικώνα. Η βαθιά, εντελής κατανόηση της ατομικής μα και της συλλογικής μνήμης συνεπάγεται τον ορισμό της ως «αντικειμένου». Το κατά πόσον, βέβαια,  η μνήμη διαθέτει έναν τέτοιο «αντικειμενικό» χαρακτήρα και το αν υπάρχουν υλικά σημεία αναφοράς σ’ έναν αστικό χώρο, στην ιστορία και στην παράδοσή του, που πιστοποιούν με ποικίλους τρόπους αυτά τα μνημονικά ίχνη, αποτελεί αντικείμενο μελέτης από διάφορους επιστημονικούς τομείς.  Αυτό, λόγου χάρη, συμβαίνει με την προτίμηση των ερευνητών της προφορικής ιστορίας να αναφέρονται στη μνήμη με όρους  «προφορικών τεκμηρίων», γεγονός που δηλώνει έναν τρόπο αναφοράς στη μνήμη, ο οποίος αφενός την αντικειμενοποιεί και αφετέρου την μεταγράφει σε κείμενο.

H σχέση με την ιστορία συνήθως γίνεται πιο «εύκολη» ή πιο εξιδανικευμένη, όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα. Θετικές μνήμες λαμπρύνονται, μνήμες αρνητικές ξεθωριάζουν, οι παλαιές γενιές, που ενδεχομένως θα εξέφραζαν αντίλογο, φεύγουν με τη νομοτέλεια των βιολογικών ρυθμών. H διαδικασία αυτή της σταδιακής «εξομάλυνσης» δεν είναι,  ωστόσο, τελεσίδικη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία δεκαετία, στην οποία  η θεσμοποιημένη μνημόνευση του φρικτότερου πολέμου στην παγκόσμια ιστορία συνέπεσε με κοσμοϊστορικές ανακατατάξεις που είτε ενίσχυαν είτε αντέστρεφαν παλαιότερες τάσεις. Το φαινόμενο της «δεύτερης ζωής» των ιστορικών γεγονότων ήταν ιδιαίτερα ισχυρό στις περιπτώσεις που η επίσημη μνήμη  εξοστράκιζε τη συλλογική θύμηση των λαών στο τέλμα των αποσιωπήσεων.

Τα κλασικά κείμενα που αναφέρονται στην κοινωνική μνήμη είναι τα βιβλία του Maurice Halbwachs: Les cadres sociaux de la mémoire (Paris PUF, 1925) και La Mémoire Collective (Paris PUF, 1950). Κάποια από τα φιλοσοφικά ερείσματα για την ανάπτυξη της σύγχρονης θεωρίας περί μνήμης μπορούν να εντοπισθούν στα εξής βιβλία: Sorabji R., 1972, Aristotle on Memory, London, Warnock Mary, 1987, Memory, London και Connerton P, 1989, How Societies Remember, Cambridge.

Αυτό το «κειμενικό μοντέλο» μνήμης, από μόνο του, αποτυπώνει την ευρεία διάθεση της σύγχρονης και «λόγιας» παιδείας να ορίσει τη γνώση υπό όρους γλωσσικούς ή ως προτάσεις με κάποια λογική ή επιστημονική κωδικοποίηση. Η σημασία αυτής της «χρήσης» της γνώσης είναι ότι την καθιστά ένα είδος «αντικειμένου»: ένα νοερό «κάτι»  στο μυαλό μας. Εξάλλου, η φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η γνώση δεν είναι μια κατάσταση νοητική.  Όταν ισχυρίζεται κάποιος πως γνωρίζει κάτι, αυτό δεν είναι μια αναφορά σε μια εσωτερική εμπειρία. Το να λέει κάποιος πως γνωρίζει ισοδυναμεί με το να διεκδικεί την αλήθεια του ισχυρισμού του.

Σε αντίθεση με τη γνώση, η ενθύμηση φαίνεται αυταπόδεικτα ως μια κατάσταση του μυαλού. Αν αναλογιστούμε το «γνωρίζω» ως κυρίως αναφερόμενο σε γνώση γεγονότων που είναι αντικειμενικώς αληθή, τότε, εφόσον μεγάλο μέρος όσων θυμόμαστε βρίσκεται υπό μορφή αναμνήσεων από συναισθήματα, αισθήσεις και φαντασιώσεις ή από αισθητηριακές εικόνες, είναι όντως δυνατό να μπορούμε να θυμηθούμε,  χωρίς να έχουμε αντικειμενική γνώση των όσων θυμούμαστε.

Η ικανότητα μιας κοινωνίας να μεταδώσει την κοινωνική μνήμη της σε λογική και έναρθρη, δηλαδή εκφρασμένη, μορφή δεν εξαρτάται μονάχα από τα γραπτά μνημεία της. Το ζήτημα είναι πολύ περισσότερο περίπλοκο. Η μετάδοση της έλλογης, κοινωνικής-συλλογικής ιστορικής μνήμης εξαρτάται, με μια ευρύτερη αντίληψη, από τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτισμός εκπροσωπεί μέσω της  γλώσσας τον εαυτό του. Εξαρτάται από το μέτρο στο οποίο μια κοινωνία μπορεί να συλλάβει τη γλώσσα ως όχημα έκφρασης και επικοινωνίας που είναι ανεξάρτητη από το άμεσο κοινωνικό περιεχόμενό της. Εξαρτάται επίσης από τον τρόπο που η ομάδα προσλαμβάνει τη γνώση που θυμάται: την εκλαμβάνει ως εικόνες, ως κείμενα προς ανάλυση ή απλώς ως διαδοχικά ηχητικά σχήματα που θα εισχωρήσουν στη σφαίρα της μνήμης; Όλες αυτές οι δυνατότητες  ποικίλλουν σημαντικά από τη μια κοινωνική ομάδα  στην άλλη (και από τον ένα άνθρωπο στον άλλο, άλλωστε).

Η κοινωνιολογία, όπως και στην περίπτωση του χρόνου, αποτέλεσε ένα ερέθισμα και ταυτόχρονα πλούσιο πεδίο για την εξερεύνηση αυτής της καινούργιας  έννοιας. Το 1950 ο Maurice Halbwachs δημοσίευσε το βιβλίο «Οι συλλογικές μνήμες» . Η κοινωνική ψυχολογία συμβάλλει ως επιστήμη στο βιβλίο αυτό. Η ανθρωπολογία, στο μέτρο που ο όρος μνήμη προσφέρει ένα νοητικό εργαλείο καλύτερα προσαρμόσιμο στις πραγματικότητες των «άγριων» κοινωνιών που μελετάει από ότι ο όρος ιστορία, «δεξιώθηκε» την έννοια και τη μελετά μαζί με την ιστορία, στους κόλπους κυρίως της εθνο-ιστορίας, ή αλλιώς ιστορικής ανθρωπολογίας, που συνιστά μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην κοινωνική ιστορία. (Βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998, Ιστορία και Μνήμη, μτφρ. Γ. Κουμπουρλής, Αθήνα: Νεφέλη, σελ 139). Στη Μαρξιστική φιλοσοφία κοινωνική συνείδηση είναι το σύνολο των παραστάσεων, των νοοτροπιών, των ιδεών, των γνώσεων και των δοξασιών των ανθρώπων στο οποίο ανακλάται το κοινωνικό τους Είναι, η πνευματική ζωή της κοινωνίας ως ανάκλαση της υλικής ζωής. Κατά τον Ντυρκέμ συλλογική συνείδηση είναι το σύνολο των πεποιθήσεων και συναισθημάτων που έχουν τα μέλη μιας κοινότητας, η συνείδηση τού κοινωνικού συνόλου, όπως εκφράζεται διά μέσου της συνείδησης των μελών του, την οποία και διαμορφώνει.

Η σημασία της επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου πιθανόν να σημαίνει ότι η κοινωνική μνήμη είναι σημαντικότερη από την προσωπική, την ατομική, μνήμη. Είναι, άλλωστε, ευκολότερο να «επικοινωνήσεις» ένα σημειολογικό μήνυμα απ’ ό, τι μια αισθητηριακή και άρα υποκειμενική  εικόνα.

 

*

ΙΙ. Μνημονικοί μηχανισμοί και Ιστορία

 Μέσω της φωτογραφίας, και άλλων, βέβαια, ιχνών της μνήμης, όπως είναι τα λεγόμενα «ιστορικά μνημεία», μπορούμε να διαισθανθούμε ότι η μνήμη έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που αναφερόμαστε στην ιστορία, με τον τρόπο που ασχολούμαστε με την ιστορία. Η ιστορική διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, συνδιαμορφώνει  το περιεχόμενό της και συμπληρώνει την άποψη ή  την κρίση μας σχετικά μ’ αυτήν. Ο Πιέρ Νόρα (Pierre Nora) σημειώνει ότι η συλλογική μνήμη, ορισμένη ως «αυτό που μένει από το παρελθόν στο πλαίσιο του βιώματος των ομάδων» ή «ως αυτό που οι ομάδες δημιουργούν με  το παρελθόν τους», μπορεί εκ πρώτης απόψεως να αντιτίθεται προς την ιστορική μνήμη, όπως παλαιότερα η συναισθηματική μνήμη αντιπαραβαλλόταν προς τη διανοητική. Ιστορία και μνήμη συγχέονται και η ιστορία φαίνεται σαν να αναπτύχθηκε πάνω στο υπόδειγμα της ενθύμησης, της ανάμνησης και της απομνημόνευσης.(Nora, Pierre, 1989, Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire [πρωτ. Έκδ. 1984]. Representations 26, Spring 1989, 7-25).

 Ένα εύγλωττο, «καλλιτεχνικό» παράδειγμα της αντίθεσης ιστορίας και μνήμης αποτελεί και η έκθεση, που έγινε στο Παρίσι (Jeux de Pommes, 2007) με τίτλο «Το γεγονός, οι εικόνες ως παράγοντες της ιστορίας» (LEvénement, les images comme acteurs de l’histoire). Επ’ ευκαιρία της έκθεσης εκδόθηκε ομώνυμος κατάλογος-βιβλίο (ed. Hazan, Paris, Ιανουάριος 2007) που αποτελεί προέκταση των αξιόλογων στοχασμών, οι οποίοι και τροφοδότησαν την ιδέα της έκθεσης. Επιμελητής της έκθεσης και της έκδοσης ο Γάλλος ιστορικός της σύγχρονης τέχνης Michel Poivert (1965-): «Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, ωστόσο, τους πραγματικούς τόπους της ιστορίας, εκεί όπου πρέπει να αναζητούμε όχι την επεξεργασία, την παραγωγή, αλλά τους δημιουργούς και τους κυρίαρχους της συλλογικής μνήμης: Κράτη, κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα, κοινότητες ιστορικών εμπειριών ή γενιές που έφτασαν να συστήσουν τα αρχεία τους σε συνάρτηση προς τις διαφορετικές χρήσεις της μνήμης» ( βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998,  σελ. 140 που παραπέμπει στο εγχείρημα του Pierre Nora, 1984, Les Lieux de mémoire, Paris: Gallimard [σε τρεις τόμους 1. La République, 2. La nation , 3. La France], το οποίο συνιστά ορόσημο της γαλλικής ιστοριογραφίας).

Η μνήμη αναφέρεται στο παρελθόν και στην ιστορία. Το παρελθόν του δομημένου χώρου συνιστά μια «υλική αναφορά», που μας φανερώνεται ως έμμεση γνώση, με τα μνημεία που διατρέχουν τον χρόνο. Σ’ ένα πολυεθνικό αστικό περιβάλλον μπορούμε να μελετήσουμε τον τρόπο που αναπτύσσονται κουλτούρες και παραδόσεις, διερευνώντας την υλική διάσταση αυτού του αστικού πολιτισμού. Αν δεχτούμε μάλιστα ότι η ιστορία συνιστά έναν επιλεκτικό μηχανισμό γνώσης, θα προεκτείνουμε αυτή την αποδοχή μας και στο ότι αυτός ο μηχανισμός έχει λειτουργική σχέση με τη μνήμη. Η ιστορία, όμως, δεν είναι συνώνυμο της μνήμης.

Η μνήμη τελεί σε διαρκή εξέλιξη· ένα σύστημα ανοικτό στη διαλεκτική της θύμησης και της λήθης, που δεν έχει πάντα συνείδηση των αλλεπάλληλων παραμορφώσεων,που οφείλονται  σε φάσεις μακροπερίοδης νάρκης ή περιοδικής αναγέννησης. Η ιστορία, από την άλλη μεριά, συνιστά την, ανέκαθεν προβληματική και ημιτελή, ανασυγκρότηση εκείνου που δεν υπάρχει πια. Άρα Μνήμη και Ιστορία έχουν  σχέση καθαρά διαλεκτική.

«Η αποκαλούμενη νέα ιστορία που πασχίζει να δημιουργήσει μια επιστημονική ιστορία στη βάση της συλλογικής μνήμης μπορεί να ερμηνευθεί ως μια επανάσταση της μνήμης που αναγκάζει την ιστορία να ολοκληρώσει έναν ελιγμό γύρω από θεμελιώδεις άξονες: μια «ανοικτά σύγχρονη προβληματική… και ένα διάβημα αποφασιστικά παλινδρομικό, “την αποκήρυξη μιας γραμμικής χρονικότητας [temporalité]” προς όφελος των πολλαπλών βιωμένων χρόνων “στα επίπεδα όπου το ατομικό ριζώνει μέσα στο κοινωνικό και στο συλλογικό” (γλωσσολογία, δημογραφία, οικονομία, βιολογία, πνευματικός πολιτισμός)”». Βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998). Οδηγός σε αυτή την διερεύνηση ο ιστορικός Φερνάν Μπρωντέλ (Fernand Braudel , 1902-1985), στέλεχος των Annales της Ecole Pratique des Hautes Etudes, που εδραίωσε μια νέα σύλληψη της Ιστορίας με το τρίτομο έργο «Η Μεσόγειος και ο Μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β’ της Ισπανίας», Παρίσι, 1949-1979, (Αθήνα: MIET, 1997). Οπαδός του, καθ’ ημάς, ο Θεσσαλονικιός ιστορικός Κωστής Μοσκώφ.

Μια ιστορία, όπως πρεσβεύει και ο Πιερ Νορά, μπορεί να πραγματοποιείται στη βάση της μελέτης των τόπων της συλλογικής μνήμης: τόποι γεωγραφικοί και ερευνητικοί, όπως τα αρχεία, οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία· τόποι μνημειακοί, όπως τα νεκροταφεία ή οι αρχιτεκτονικές· τόποι συμβολικοί, όπως οι εορτές στην ανάμνηση γεγονότων, τα προσκυνήματα, οι επέτειοι, τα εμβλήματα· τόποι λειτουργικοί, όπως τα εγχειρίδια, οι αυτοβιογραφίες ή οι σύλλογοι: κι αυτά τα μνημεία έχουν την ιστορία τους. (Επαναλαμβάνουμε την αντίληψη του Νορά για την μνήμη και την ιστορία, στο: Pierre Nora, 1989, Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire, στο περ. Representations, Spring 1989, nr. 26, Berkeley: University of California Press, σελ. 7-25).

Επομένως, η μνήμη αποτελεί ένα αενάως επίκαιρο φαινόμενο· συνιστά έναν δεσμό, που μας συνέχει με το αιώνιο παρόν· η ιστορία αποτελεί μια αναπαράσταση του παρελθόντος. Η μνήμη, πάλι, στον βαθμό που είναι συγκινησιακή και σαγηνευτική, προσαρμόζει στο δικό της πλαίσιο όσα γεγονότα της ταιριάζουν. Η ιστορία όμως απαιτεί ανάλυση και κριτική θεώρηση, εφόσον συνιστά ένα παράγωγο της νόησης και της διαλεκτικής σκέψης. Έτσι, ενώ η μνήμη εγκαθιστά την ιστορική θύμηση στη σφαίρα του σεβασμού, η, ανέκαθεν κοινότοπη και πεζή ιστορία την αποσπά από εκείνη την σεβάσμια εγκατάσταση.

Συνοπτικά μιλώντας, η μνήμη ως νεωτερικός μηχανισμός εξακολουθεί να αφήνει τα ίχνη της και στις σύγχρονες κοινωνίες της μετανεοτερικότητας. Θεωρούμε αυτή τη απόφανση ενδεικτική και επιδεκτική περαιτέρω σχολιασμών, ώστε να εμπλουτίζεται και  να εξακολουθεί να υπομνηματίζει τη σημασία των μνημονικών μηχανισμών και ιχνών στις κοινωνίες, σε όλες τις φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας.

Εξάλλου, στόχος πολλών σύγχρονων μαθημάτων της  Πολιτισμικής Πληροφορικής – Κατεύθυνσης Μουσειολογίας είναι να αναλύσει τις εκπαιδευτικές δυνατότητες του σύγχρονου μουσείου και να εξετάσει τις προοπτικές εκπαιδευτικής αξιοποίησης της υπολογιστικής τεχνολογίας στο μουσείο με ιδιαίτερη έμφαση στις εφαρμογές πολυμέσων. Αφετηρία  αποτελεί συνήθως ο προσδιορισμός του ιδιαίτερου παιδαγωγικού χαρακτήρα του μουσείου, των χαρακτηριστικών της άτυπης μάθησης που «ενθαρρύνει» προς την κατεύθυνση αυτή  το μουσείο (σε αντίθεση με περιβάλλοντα επίσημης εκπαίδευσης, όπως το σχολείο), και των μορφών επικοινωνίας του μουσείου με το κοινό. Έμφαση δίνεται σε διαδικασίες αξιολόγησης και στη σημασία τους για το σχεδιασμό εκπαιδευτικών εφαρμογών. Παράλληλα, μελετώνται υπάρχουσες εκπαιδευτικές εφαρμογές πολυμέσων από μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού, ώστε οι συμμετέχοντες  να αποκτήσουν μια συνολική εποπτεία ως βάση για να επιχειρηθεί μια τυπολογία δυνατών χρήσεων υπολογιστικής τεχνολογίας στο εκπαιδευτικό έργο των μουσείων, και να διαμορφώσουν παιδαγωγικά κριτήρια μέσα από την κριτική εξέταση εκπαιδευτικών εφαρμογών πολυμέσων. Τέλος, διατυπώνονται μουσειοπαιδαγωγικά κριτήρια σχετικά με τις διαδικασίες παραγωγής εκπαιδευτικών εφαρμογών πολυμέσων και την αξιοποίησή τους σε μουσεία.

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com.

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή ΙΙ

Από το «νέο Λύκειο» στο «νέο ΑΕΙ» ολική… επαναφορά παλαιών συνταγών!

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή• χτίζεται πάνω του για να εποπτεύει, παρακολουθεί, αξιολογεί, ομογενοποιεί, δηλαδή για να «κανονικοποιεί» – Μέρος ΙΙ


Αγγελική Χ. Χρονοπούλου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι 3.2.2. Το ζήτημα των εξετάσεων

Το «νέο Λύκειο», ως θεσμικό σύστημα αποκλεισμού, εντείνεται και ανανεώνεται μέσα από ένα σώμα πρακτικών, όπως η παιδαγωγική, το σύστημα των βιβλίων και της έκδοσής τους, το σύστημα των βιβλιοθηκών κ.ο.κ. (11). Επομένως, επειδή οι περισσότερες από τις πρακτικές αυτές, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του υπουργείου, δεν θα αλλάξουν, ο μηχανισμός που θεσμοθετείται για το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή• χτίζεται πάνω του για να τον εποπτεύει, να τον παρακολουθεί, να τον αξιολογεί, να τον ομογενοποιεί, δηλαδή να τον "κανονικοποιεί”.

Το παράδειγμα των εξετάσεων είναι ενδεικτικό, αφού μέσα από μια γενικόλογη αναφορά διακηρύσσονται τα εξής: «Οι εξετάσεις θα έχουν διαφορετικά και καινοτομικά στοιχεία που δεν θα απαιτούν αποστήθιση και αντιγραφή» (12).

Το σημαντικό στην παραπάνω αποστροφή είναι η διαβεβαίωση του υπουργείου πως και στο "νέο Λύκειο” οι εξετάσεις επιλογής θα εξακολουθήσουν να είναι εξετάσεις επιλογής. Η ρητορική πως θα έχουν «διαφορετικά και καινοτομικά στοιχεία» δεν αρκεί για να διασφαλίσει ούτε καν το ότι θα είναι πιο κοντά στα ενδιαφέροντα και στις κλίσεις των μαθητών. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως τόσο τα ενδιαφέροντα όσο και οι κλίσεις των μαθητών, όπως άλλωστε και η επιτυχία και η αποτυχία, είναι παράμετροι κοινωνικά προσδιορισμένες.

Επίσης, για τον ίδιο λόγο, το ότι «δεν θα απαιτούν αποστήθιση και αντιγραφή» δεν προσδιορίζει το πλαίσιο αυτών των εξετάσεων, και δεν συνυπολογίζουμε την ασάφεια της χρήσης του όρου «αντιγραφή»! Επομένως, με δεδομένη τη ρητορική της αναστροφής που εφαρμόζει το υπουργείο στον θεσμικό του λόγο αυτή την περίοδο, την περίοδο του ΔΝΤ, της ΕΕ κ.ά.π., τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» απλώς θα αξιοποιήσουν τον υπάρχοντα εκπαιδευτικό μηχανισμό αποκλεισμού• τον μηχανισμό που, με μια λέξη, "κανονικοποιεί”, δηλαδή «συγκρίνει, διαφορίζει, ιεραρχεί, εξομοιώνει, αποκλείει» (13)

Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα – το σύνολο των ανακοινώσεων για το "νέο Λύκειο” βρίθει παρόμοιων παραδειγμάτων. Και για να είμαστε ακριβείς, με τη ρητορική του το υπουργείο αποπλαισιώνει τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» από τα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά τους συμφραζόμενα, ενώ τα εκπαιδευτικά συμφραζόμενα τα αναστρέφει. Σε απλά ελληνικά, κάνει το μαύρο άσπρο.

Πράγματι ενδιαφέρουσα είναι η σύζευξη που επιχειρεί το υπουργείο όταν αναφέρει, ως βασικές αρχές, ότι «οι εξετάσεις διεξάγονται κεντρικά» και «με διαδικασίες που διασφαλίζουν το αδιάβλητο», σε «έναν μικρό αριθμό βασικών μαθημάτων» για τα οποία «τα ΑΕΙ καθορίζουν το συντελεστή βαρύτητας» και διαβεβαιώνει ότι «με βάση τις παραπάνω βασικές αρχές γίνεται επιστημονική επεξεργασία για το είδος και το περιεχόμενο της εξεταστικής διαδικασίας ώστε να σταματήσει η υποχρέωση και η επιβράβευση της απλής απομνημόνευσης (…)» (14).

Αξιοπερίεργο είναι ποια επιστημονική επεξεργασία θα κατορθώσει, με προϋπόθεση την «κεντρική» διεξαγωγή των εξετάσεων, το «αδιάβλητο», τον «μικρό αριθμό μαθημάτων» και τον «συντελεστή βαρύτητάς» τους «να σταματήσει η υποχρέωση και η επιβράβευση της απλής απομνημόνευσης»(;), αφού τόσο η απομνημόνευση όσο και η επιβράβευσή της σχετίζονται με το αξιακό σύστημα και τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, και συνιστούν ζήτημα διδακτικής μεθοδολογίας∙ επιπλέον, παραμένει εκτός επιστημονικής επεξεργασίας μια βασική παράμετρος της διαδικασίας επιλογής, που είναι ο κλειστός αριθμός εισακτέων στα ΑΕΙ-ΤΕΙ. Κατά την άποψή μας, στοιχεία όπως «κεντρικά», «αδιάβλητο», «μικρός αριθμός μαθημάτων» και «συντελεστής βαρύτητας» χρησιμοποιούνται για λόγους εντυπώσεων, αφού έχουν μικρή έως ανύπαρκτη σχέση με το αν θα σταματήσει ή όχι να ανταμείβεται η αποστήθιση από το εξεταστικό, και όχι μόνο, σύστημα…

Επομένως, πρόκειται για άλλη μια ρητορική έξαρση του υπουργείου Παιδείας με επίφαση επιστημονικότητας…

3.2.3. Το Η ερευνητική εργασία

Και ενώ ο σχολικός χώρος λειτουργεί σαν μηχανή μάθησης αλλά και επιτήρησης, ιεράρχησης και ανταμοιβής (15), το υπουργείο ανακοινώνει πως «Εισάγεται για πρώτη φορά η ερευνητική εργασία ως διακριτή ενότητα του προγράμματος σπουδών, όπως συμβαίνει σε όλες σχεδόν της ευρωπαϊκές χώρες στη βαθμίδα αυτή. Πρόκειται για ομαδικές ερευνητικές εργασίες που ανοίγουν τους ορίζοντες αναζήτησης και παράλληλα προάγουν την συλλογικότητα και συνεργασία» (16). Άμεσα η ερευνητική εργασία αναδεικνύεται σε ένα ακόμη σημείο τριβής, προκαλώντας διεκδικήσεις από κλάδους εκπαιδευτικών που βάλλονται από τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» (μείωση μαθημάτων, μείωση ωρών) και οι οποίοι διεκδικούν (και κάπου αυτό είναι κατανοητό) να τους ανατεθεί η διδασκαλία αυτής της «διακριτής ενότητας του προγράμματος σπουδών». Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες φήμες, η ερευνητική εργασία θεωρείται "κεκτημένο” των εκπαιδευτικών με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, επειδή από τα πράγματα πραγματοποίησαν ανάλογες εργασίες στο πλαίσιο των σπουδών τους.

Πάντως είναι φανερή η προσπάθεια του υπουργείου να παρουσιάσει ως υπερεξειδικευμένους τους εκπαιδευτικούς του Λυκείου, και μάλιστα σε ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 1/3 του συνόλου. Θεωρούμε ότι το ποσοστό 34.7% των εκπαιδευτικών που ανακοινώνει πως έχουν πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα (17) δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική κατάσταση, εφόσον κάτω από την… ομπρέλα «πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα» στεγάζονται από κάτοχοι διδακτορικού μέχρι και μετεκπαιδευθέντες εκπαιδευτικοί, χωρίς όμως να προσδιορίζεται χρονική διάρκεια και επίπεδο μετεκπαίδευσης… Ενδιαφέρον θα είχε να δημοσιοποιούσαν αναλυτικά τα στοιχεία για κάθε κατηγορία χωριστά, και όχι δημοσκοπικά! Μάλιστα, το σημαντικότερο ζήτημα, κατά την άποψή μας, δεν είναι σε τι ποσοστό οι εκπαιδευτικοί (που υπηρετούν σε όλες τις βαθμίδες) διαθέτουν πρόσθετα προσόντα τυπικά ή άτυπα (ή ως αποτέλεσμα αυτομόρφωσης) αλλά αν αυτά τα προσόντα συνάδουν με τη θέση του εκπαιδευτικού στην εκπαιδευτική διαδικασία, επειδή παρατηρείται εκπαιδευτικοί με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα να μην αξιοποιούνται ανάλογα παραμένοντας στα… αζήτητα και να αντιμετωπίζονται ως στατιστικοί, και μόνο, δείκτες!

Πιστεύουμε πως ανεξάρτητα με το ποιος τελικά θα διδάξει αυτό το «μάθημα», το περιεχόμενό του δεν θα πρέπει να συγκροτείται από οδηγίες κατασκευής μιας ερευνητικής εργασίας – αυτό είναι το έλασσον. Άλλωστε υπάρχουν πολλοί οδηγοί, έντυποι και φυσικά και ηλεκτρονικοί, που καλύπτουν τέτοιου είδους ανάγκες… ενώ η μέθοδος copy/paste έχει πρακτικά αναδειχτεί σε δεσπόζουσα πρακτική ανάμεσα σε μαθητές και φοιτητές, για ανάλογες περιπτώσεις. Μάλιστα, συχνά πυκνά φτάνουν στη δημοσιότητα διαφημίσεις για συγγραφή εργασιών επιπέδου ακόμη και μεταπτυχιακού, που φυσικά αφορούν συνήθως «ψηφιακά πανεπιστήμια» αλλά τίποτα δεν εξασφαλίζει ότι αυτή η αντιγραφική μέθοδος δεν θα αναδειχτεί σε πανάκεια και για το Λύκειο∙ το υπουργείο φαίνεται πως παίρνει τα «κατάλληλα» μέτρα για να ενισχύσει αυτή την… τάση, με τη θεσμοθέτηση της ερευνητικής εργασίας…

Τι θα προτείναμε, λοιπόν; Σημασία, κατά την άποψή μας, δεν έχει να διδαχτούν οι μαθητές το πώς θα ακολουθήσουν τυφλά τα στάδια της ερευνητικής εργασίας για να καταλήξουν σε ένα αποδεκτό αποτέλεσμα αλλά το να μετέχουν της ερευνητικής διαδικασίας σε όλα τα στάδιά της, να εθιστούν στο να μελετούν και να εργάζονται συλλογικά, να συγκεντρώνουν, να ταξινομούν και να αναλύουν επιστημονικό υλικό, να ερμηνεύουν και να συνοψίζουν και, τέλος, να γράφουν την εργασία τους. Σε όλα αυτά τα στάδια θα δουλεύουν συλλογικά με την εποπτεία και την καθοδήγηση των εκπαιδευτικών, και οι εργασίες αυτές θα γράφονται και θα παρουσιάζονται από τους ίδιους και μάλιστα όχι για να βαθμολογηθούν και να καταμετρηθούν στην εισαγωγή σε Σχολές των ΑΕΙ αλλά για να κατανοήσουν οι ίδιοι οι μαθητές πού υστερούν, πού υπολείπονται και, κυρίως, πώς συλλογικά πάλι θα αντεπεξέλθουν και θα ολοκληρώσουν τελικά την ερευνητική εργασία τους.

Η διαδικασία αυτή, που συνοπτικά περιγράψαμε, υπερβαίνει το Λύκειο∙ για να λειτουργήσει έτσι, θα πρέπει να εισαχθεί στις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού, ώστε από μικροί οι μαθητές να μάθουν την αξία της αναζήτησης της βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης κ.ά.π., στη συνέχεια στο Γυμνάσιο, όπου θα εξειδικευτεί περισσότερο εισάγοντας τον μαθητή στην επιστημονική δεοντολογία, στη συλλογή, στην ανάλυση και στην ερμηνεία των δεδομένων και, τέλος, θα έπρεπε να εισαχθεί στο Λύκειο, οπότε με αυτή την παιδεία οι μαθητές δεν θα εκτελούν απλώς τα βήματα της ερευνητικής διαδικασίας στα τυφλά αλλά θα τη βιώνουν…

Η ανάστροφη πορεία που ακολουθεί το υπουργείο προοιωνίζεται τη λογική του pret-a-porter, και θα γεμίσει το διαδίκτυο αναρτημένα «σκουπίδια» που μάλιστα θα καλοπληρώνονται (18) προκειμένου να βγει άλλη μια δυσανάλογη υποχρέωση που το υπουργείο φορτώνει στους ώμους των μαθητών του Λυκείου. Τελικά, τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» θα μπορούσαν με μια φράση να χαρακτηριστούν μέτρα «για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των φροντιστηρίων»…
Επιπλέον, η πρόβλεψη του υπουργείου να περιορίζεται η ερευνητική εργασία σε 3 θεματικούς κύκλους (ή σε συνδυασμό αυτών των κύκλων), καθώς και το ότι θα είναι παραπάνω από μία εργασία ανά τάξη Λυκείου, αλλά και η πρόβλεψη να είναι στην αγγλική γλώσσα (19) δηλώνει τη σπουδή του υπουργείου να καθιερώσει την ερευνητική εργασία θεματικά περιορισμένη και γλωσσικά ετεροπροσδιορισμένη σε μια, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του, «εντατική γενική παιδεία» που θα συμπληρώνεται από «προοδευτικά περισσότερη εμβάθυνση και εξειδίκευση» στη Β΄ και στη Γ΄ Λυκείου, για έναν μαθητή που θα «μαθαίνει να ζει και προοδεύει μέσα στο σύγχρονο και ανταγωνιστικό περιβάλλον, μέσα και έξω από την χώρα» (20).

Συμπερασματικά, πρόκειται για μια εντατική, και ταυτόχρονα ανταγωνιστική πρακτική, αφού παρά το ότι προβλέπεται να είναι «ομαδικές» οι ερευνητικές εργασίες, αυτή η πρόβλεψη δεν προάγει αυτόματα τη «συλλογικότητα και συνεργασία μεταξύ των μαθητών». Το προφανές είναι πως το υπουργείο, προβλέποντας τη συγγραφή της ερευνητικής εργασίας και στην αγγλική γλώσσα εναλλακτικά προς την ελληνική, δίνει σαφές προβάδισμα στα αγγλικά όχι μόνο έναντι της μητρικής γλώσσας αλλά και των άλλων ξένων γλωσσών (όπως είναι η γαλλική, γερμανική, ιταλική), ειδικά μάλιστα όταν η βαθμολόγησή της μετράει (21) τελικά για την εισαγωγή σε Σχολές – αντί για Τμήματα – των ΑΕΙ…

Σε κάθε περίπτωση, η ερευνητική εργασία θα αξιολογηθεί στην πράξη, αφού είναι σημαντικό να προσδιοριστεί το περιεχόμενό της. Θεωρούμε, όμως, πως με βάση τα στοιχεία που έχουν διαρρεύσει, οι εκπαιδευτικοί δεν θα χρειαστούν απλώς επιμόρφωση αλλά επανακατάρτιση, και πάλι με αβέβαια αποτελέσματα, αφού η ερευνητική εργασία προστίθεται από τα πάνω, στο Λύκειο, ενώ δεν έχουν προβλεφθεί οι απαραίτητες διαδικασίες που πρέπει να προηγούνται για να εισαχθούν οι μαθητές στη λογική της ερευνητικής διαδικασίας – όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε εμείς, χωρίς να είναι βέβαιο ότι την αντιλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο και το υπουργείο. Τα προγνωστικά είναι εναντίον του μέτρου αυτού, όμως δεν θα προτρέξουμε∙ θα περιμένουμε να δούμε τις εγκυκλίους σχετικά με την εφαρμογή της ερευνητικής εργασίας και το εκπαιδευτικό υλικό που θα δοθεί στους εκπαιδευτικούς για να ασχοληθούμε πάλι με το ζήτημα αυτό.

4. Επιλογικά (μέχρι να επανέλθουμε)

Στην παρουσίαση των μέτρων για το «νέο Λύκειο» οι δύο υφυπουργοί Παιδείας προσδιόρισαν το πλαίσιο, με το οποίο και θα θέλαμε να κλείσουμε προβαίνοντας σε δυο καταληκτικές αναφορές.

«Περνάμε από ένα Λύκειο αποστήθισης και παπαγαλίας σε ένα Λύκειο ουσίας, σε ένα Λύκειο που οι μαθητές και οι μαθήτριες θα μπορούν να επιλέξουν κατεύθυνση, να πάρουν πρωτοβουλίες, αλλά και να εμβαθύνουν, ανάλογα με τις προσωπικές και επαγγελματικές τους επιδιώξεις» (22).

«…και, αν δεν συνειδητοποιήσουμε ή δεν μπορέσουμε να πετύχουμε, να είναι οι εξετάσεις απλώς ένας τρόπος για να ξεχωρίσουμε ποιος μαθητής θα εισαχθεί πού, θα επανερχόμαστε συνεχώς σε αυτή τη σύγχυση, το μπέρδεμα Λυκείου και Πανεπιστημίου» (23).

Η πρώτη διαπιστωτική αναφορά παραπέμπει σε αλλαγές μεθοδολογικές, δηλαδή θα διδάσκουμε τα ίδια πράγματα, από τα ίδια βιβλία με άλλο τρόπο και, κατά τα λεγόμενα, χωρίς αποστήθιση και παπαγαλία. Δηλαδή; Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για την εκπαίδευση, τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές; Τι θα μπορούσε να σημαίνει το ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά σε εξετάσεις, σε μαθήματα επιλογής, με αυξημένο συντελεστή για την εισαγωγή στα ΑΕΙ (άρα ουσιαστικά υποχρεωτικά μαθήματα); Ίσως απόκρυψη, ίσως παραπλάνηση ή..;

Και πώς συναρτάται αυτό με τη δεύτερη επιδίωξη που αναφέρεται στις εξετάσεις, και μάλιστα δίνει και "οδηγίες” για το πώς πρέπει οι μαθητές, οι γονείς τους και όλη η κοινωνία να εσωτερικεύσει τις εξετάσεις αυτές, οι οποίες και παρουσιάζονται σε μια λογική του "δεν χάλασε και ο κόσμος”, απλώς έτσι είναι τα πράγματα… Ποιος μαθητής θα περάσει από τον εξωτερικό προθάλαμο των ΑΕΙ (το Λύκειο) στον εσωτερικό, δηλαδή στη Σχολή, κι έπειτα από έναν χρόνο φοίτησης θα δοκιμαστεί και πάλι… Το υπουργείο μοιάζει και πάλι να του λέει «δεν χάλασε και ο κόσμος… Ψάχνουμε για το ποιος φοιτητής πλέον, υπερπηδώντας και το 2ο φραγμό, θα εισαχθεί στο τμήμα των ΑΕΙ της προτίμησής του». Τόσο απλά.

Όποιος, λοιπόν, προτίθεται να εσωτερικεύσει όλα αυτά τα «απλά» για να μην επανέρχεται «συνεχώς σε αυτή τη σύγχυση, το μπέρδεμα Λυκείου και Πανεπιστημίου», τον συμβουλεύουμε να μην το κάνει… και να μην καταλήξει οικειοθελώς θύμα αυτής της ιδιαίτερα ριψοκίνδυνης ρητορικής του υπουργείου…


* Η Αγγελική Χ. Χρονοπούλου είναι υπεύθυνη ύλης του επιστημονικού περιοδικού «Σύγχρονη Εκπαίδευση»

 

Σημειώσεις:

 

(11) Ό.π. Φουκώ, Η Τάξη του Λόγου, σελ. 14.

(12) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 3.

(13) Ό.π. Φουκώ, Eπιτήρηση και Tιμωρία, σελ. 243.

(14) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 6-7.

(15) Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία, σ. 195.

(16) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 4. Βλ. επίσης συνοπτική αναφορά στο ΔΤ 30-3-11 του υπουργείου Παιδείας.

(17) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 1.

(18) Αν κάνετε μια αναζήτηση στο Google με τον όρο «ερευνητική εργασία», θα δείτε ότι από τώρα κάποια φροντιστήρια, προφανώς και πολλά άλλα που δεν εντοπίζονται με αυτό τον τρόπο, διαφημίζουν ότι «από το Σεπτέμβριο του 2011 και για τη σχολική χρονιά 2011-2012 θα συμπεριλάβουν στο εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα ένα νέο ειδικό μάθημα σχετικά με την δημιουργία και την εκπόνηση των ερευνητικών εργασιών (projects) που θα πρέπει να παραδίδουν οι μαθητές κάθε τάξης του νέου Λυκείου 2 φορές τον χρόνο».

(19) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 8.

(20) Αναδιατύπωση από τα αναφερόμενα στη σελ. 4, ό.π. Νέο Λύκειο (…).

(21) Ό.π. Νέο Λύκειο (…), σελ. 5, 6.

(22) ΔΤ 30-3-11 υπουργείου Παιδείας σελ. 2 (το απόσπασμα από την ομιλία της υφυπουργού Παιδείας)

http://www.minedu.gov.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2396%3A30-03-11-synenteyksi-typoy-tis-politikis-igesias-toy-ypoyrgeioy-paideias-dia-bioy-mathisis-kai-thriskeymaton-gia-to-lneo-lykeior&catid=80%3Adeltia-typoy&Itemid=806&lang=el.
(23)  ΔΤ 30-3-11 υπουργείου Παιδείας σελ. 2 (το απόσπασμα από την ομιλία του υφυπουργού Παιδείας) ό.π.

 

ΠΗΓΗ: 25-10-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=48711

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή Ι

Από το «νέο Λύκειο» στο «νέο ΑΕΙ» ολική… επαναφορά παλαιών συνταγών!

Το «νέο Λύκειο» δεν θα είναι δίπλα στον μαθητή• χτίζεται πάνω του για να εποπτεύει, παρακολουθεί, αξιολογεί, ομογενοποιεί, δηλαδή για να «κανονικοποιεί» – Μέρος Ι


Αγγελική Χ. Χρονοπούλου*

 

 Περιληπτικά: Από τις ανακοινώσεις (30-3-2011) του υπουργείου Παιδείας για το «νέο Λύκειο», φυσικά και στο δρόμο που χάραξε η "Μπολόνια” και όσα αυτή επιδιώκει επί σειρά ετών, παρατηρείται ότι, ενώ από τη μια επιλέγει να αναφέρεται σε υπαρκτά προβλήματα, από την άλλη τα "επιλύει” μέσω της ρητορικής και μόνο, προωθώντας ταυτόχρονα μέτρα που οπωσδήποτε τα οξύνουν – τακτική που αναγνωρίζεται στις διακηρύξεις του υπουργείου.

Στην πράξη, λοιπόν, διπλασιάζονται οι φραγμοί επιλογής, κάτι που θα οδηγήσει σε αυξητική τάση των φροντιστηρίων, με την πρωτοεμφανιζόμενη και προσωρινά απροσδιόριστη διαδικασία επιλογής – 2ο φραγμό – που θα αναπτυχθεί εντός των ΑΕΙ, μετά την πρόβλεψη για εισαγωγή των φοιτητών σε Σχολές αντί για Τμήματα.

Ταυτόχρονα, μαζί με την εντατικοποίηση που δεν μπορεί να αποκρυβεί από την αναφορά σε «μαθήματα εμβάθυνσης» αντί για «μαθήματα επιλογής κατεύθυνσης», καθιερώνεται και η ερευνητική εργασία: παρά τη ρητορική που τη συνοδεύει, στόχος  είναι να εξασκηθούν από νωρίς οι μαθητές στο copy/paste και στην αγορά έτοιμων εργασιών από μια συνεχώς αναπτυσσόμενη νέα αγορά… Τελικά τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» θα μπορούσαν, με μια φράση, να χαρακτηριστούν μέτρα «για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των φροντιστηρίων»…

Στο κείμενο αυτό διαγράφουμε το θεωρητικό πλαίσιο κριτικής για το «νέο Λύκειο» λαμβάνοντας υπόψη μας τον αναπαραγωγικό ρόλο του σχολείου, το ρόλο των εξετάσεων όσον αφορά την ταξινόμηση και την κατάταξη των νέων ανθρώπων στα εργασιακά τους κελιά αλλά και την ιεραρχημένη σχέση δασκάλου/μαθητή που στο νέο σχολείο μεταπίπτει σε σχέση παρόχου εκπαιδευτικών υπηρεσιών (δάσκαλος) / πελάτη (μαθητής). Σε αυτές τις παραμέτρους επικεντρώνεται η κριτική μας, με στόχο να οριοθετήσουμε τις αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων που παράγουν, διευρύνουν, και εγκαθιδρύουν τις κοινωνικές ανισότητες, αφού πρώτα θέτουμε το κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο. Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό «Σύγχρονη Εκπαίδευση» τεύχ. 165 (Απρ. – Ιούν. 2011, σελ. 11-21).

1. Εισαγωγικά

2. Το πρόβλημα, το υπουργείο, και η "λύση” του

3. Θεωρητικό πλαίσιο κριτικής για το «νέο Λύκειο»

3.1. Εισαγωγικά

3.2. Τα μέτρα για το «νέο Λύκειο», μια πρώτη προσέγγιση:

3.2.1. Το ζήτημα των φροντιστηρίων

3.2.2. Το ζήτημα των εξετάσεων

3.2.3. Το Η ερευνητική εργασία

4. Επιλογικά (μέχρι να επανέλθουμε)

 

1. Εισαγωγικά

Σαρωτικές αλλαγές επιχειρούνται στον χώρο της εκπαίδευσης, με κορύφωση μέχρι στιγμής τις συγχωνεύσεις σχολείων που θα "κοστίσουν” απώλειες 36.000 θέσεων εκπαιδευτικών… Από κοντά, με τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» που ανακοινώθηκαν στις 30 Μάρτη του 2011 και επιδιώκεται να εφαρμοστούν άμεσα στην Α΄ Λυκείου από τον Σεπτέμβρη του 2011, επιτείνονται τα προβλήματα της χειμαζόμενης εκπαίδευσης. Με τα μέτρα αυτά η εισαγωγική τάξη του Λυκείου, αντί για τάξη περίσκεψης, δοκιμής και αποφάσεων για το μέλλον του μαθητή, προσδιορίζεται σαν «γέφυρα» ανάμεσα στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο – και πού οδηγεί;

Μοναδικός στόχος της Α΄ νέου Λυκείου, λοιπόν, δεν θα είναι πλέον η εισαγωγή στα ΑΕΙ μετά από εξετάσεις – τώρα επιβαρύνεται και με την προώθηση στην αγορά εργασίας των μαθητών χωρίς πανελλαδικές εξετάσεις (μέτρο που με εξαιρετική βιασύνη εφαρμόστηκε από εφέτος, πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι της νομοθετικής του ρύθμισης από τη Βουλή). Αλλά ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση, το «νέο Λύκειο» δεν οδηγεί σε τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ που θα επιλέξουν οι μαθητές. Αντίθετα καθίσταται ο προθάλαμος του προθαλάμου των ΑΕΙ, αφού οι βασικές αρχές του νέου εξεταστικού συστήματος που έχουν διατυπωθεί (1) προβλέπουν την εισαγωγή σε Σχολές αντί για Τμήματα (2) … Τη στιγμή μάλιστα που αυτή η συζήτηση, όπως ανακοίνωσε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου όταν παρουσίασε τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» (30-3-2011), θα ακολουθήσει μόλις ολοκληρωθεί η συζήτηση για το Λύκειο (3) … Δύο μήνες μετά αποφεύγει να ανοίξει συζήτηση σχετικά με το «είδος και το περιεχόμενο της εξεταστικής διαδικασίας», ενώ μεταφέρει, σύμφωνα με πληροφορίες, το κατακαλόκαιρο την ημερομηνία κατάθεσης προς ψήφιση του νέου «νόμου πλαισίου» για τα ΑΕΙ – που έχει συγκεντρώσει, με τη σειρά του, πλήθος αντιδράσεις από τον πανεπιστημιακό χώρο, και όχι μόνο.

2. Το πρόβλημα, το υπουργείο, και η "λύση” του

Από τις ανακοινώσεις του υπουργείου παρατηρείται ότι, ενώ από τη μια επιλέγει να αναφέρεται σε υπαρκτά προβλήματα, από την άλλη τα "επιλύει” μέσω της ρητορικής και μόνο, προωθώντας ταυτόχρονα μέτρα που οπωσδήποτε τα οξύνουν – τακτική που αναγνωρίζεται στις διακηρύξεις του υπουργείου.

Για παράδειγμα, διπλασιάζονται οι φραγμοί επιλογής, κάτι που θα οδηγήσει σε αυξητική τάση των φροντιστηρίων. Η πρωτοεμφανιζόμενη και προσωρινά απροσδιόριστη διαδικασία επιλογής – 2ος φραγμός – θα αναπτυχθεί εντός των ΑΕΙ, μετά την πρόβλεψη για εισαγωγή των φοιτητών σε Σχολές αντί για Τμήματα.
Ταυτόχρονα, δίπλα στην εντατικοποίηση που επιδιώκεται και που δεν μπορεί να αποκρυβεί μέσω της αναφοράς σε «μαθήματα εμβάθυνσης» αντί για «μαθήματα επιλογής κατεύθυνσης», καθιερώνεται και η ερευνητική εργασία (4): παρά τη ρητορική που τη συνοδεύει, στόχος είναι να εξασκηθούν από νωρίς οι μαθητές στο copy/paste και στην αγορά έτοιμων εργασιών από μια συνεχώς αναπτυσσόμενη νέα αγορά…

Τελικά τα μέτρα για το «νέο Λύκειο» θα μπορούσαν, με μια φράση, να χαρακτηριστούν μέτρα «για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των φροντιστηρίων»…

3. Θεωρητικό πλαίσιο κριτικής για το «νέο Λύκειο»

3.1. Εισαγωγικά

Α. Ο αναπαραγωγικός ρόλος του σχολείου έχει μελετηθεί διεξοδικά και έχουν αναλυθεί οι παράμετροι λειτουργίας του.

Β. Η… αξία και ο ρόλος των εξετάσεων έχει επίσης μελετηθεί και είναι η αιχμή του δόρατος κάθε εκπαιδευτικής ρύθμισης: είτε αναγορεύεται σε μεταρρύθμιση είτε όχι, στην ουσία σηκώνει το βάρος της ταξινόμησης και της κατάταξης των νέων ανθρώπων στα εργασιακά τους κελιά∙ στις μέρες μας, αυτό μπορεί να σημαίνει από άνεργος μέχρι… και έτερο /υποαπασχολούμενος και με την προοπτική αποδοχής τής διά βίου μάθησης. Με αποτέλεσμα, απέναντι σε κάθε αλλαγή (κοινωνική, οικονομική, κ.α.π.), στην πράξη να δρομολογείται ένας μηχανισμός προσαρμογής και αποδοχής ενός πλαισίου που οριοθετείται με το «μαθαίνω συνεχώς και περισσότερα, για να δουλεύω –όταν βρίσκω δουλειά– όλο και περισσότερο, αμειβόμενος όσο το δυνατόν λιγότερο»…

Γ. Τέλος, η ιεραρχημένη σχέση δασκάλου/μαθητή ή γενικότερα διδάσκοντα / διδασκόμενου – αυταρχική ή συνεργατική αρχικά, αντικαταστάθηκε από τη σχέση εκπαιδευτού/εκπαιδευόμενου, ενώ όσο αφορά το νέο σχολείο έχουμε  μεταπέσει στη σχέση παρόχου εκπαιδευτικών υπηρεσιών (δάσκαλος) / πελάτη (μαθητής).

Σε αυτές τις παραμέτρους χρειάζεται κατά την άποψη μας να επικεντρωθεί η κριτική μας, με στόχο να οριοθετήσουμε τις αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων που παράγουν, διευρύνουν, και εγκαθιδρύουν τις κοινωνικές ανισότητες, αφού πρώτα θέσουμε το κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο.

3.2. Τα μέτρα για το «νέο Λύκειο», μια πρώτη προσέγγιση:

3.2.1. Το ζήτημα των φροντιστηρίων

Οι κοινωνικές διακρίσεις που διαχρονικά έχει επιβάλει ένα σύστημα (εκπαιδευτικών, οικονομικών, πολιτικών) θεσμών όχι μόνο δεν επιδέχονται τροποποίηση αλλά βρίσκονται και σε μια ακατάπαυστη μετατόπιση, ώστε να ανανεώνονται και τελικά να εγκαθιδρύονται με τη βία και τον καταναγκασμό (5). Μια βία – και ένας καταναγκασμός – που, σύμφωνα με τον Φουκώ, όσο λιγότερο είναι «σωματική» τόσο περισσότερο είναι επιστημονικά «φυσική» (6), δηλαδή γίνεται αποδεκτή ως φυσιολογική κατάληξη – στην περίπτωση του «νέου Λυκείου», αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την πρακτική της ρητορικής για τα μέτρα (7), που δεν αντανακλά την πραγματικότητα, τη στιγμή που αυτή η ίδια ρητορική γίνεται το μέσο για την αποδοχή της δυσμενούς πραγματικότητας που θα διαμορφωθεί εξαιτίας των μέτρων.

Ποια είναι, όμως, η πραγματικότητα που προοιωνίζονται τα μέτρα;
Το υπουργείο, στο Δελτίο Τύπου της «Συνέντευξης Τύπου της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων για το "Νέο Λύκειο”», αναφέρει ότι «Σύμφωνα με τη νέα πρόταση, το Λύκειο δεν είναι απλά ο προθάλαμος για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, αλλά μια αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα» (8).

Δηλαδή το υπουργείο αναγνωρίζει ότι το Λύκειο είναι ο προθάλαμος, αυτό δεν το… διαπραγματεύεται, αλλά διακηρύσσει ότι θα το μετατρέψει σε «αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα»! Ωστόσο, στην πράξη, διπλασιάζοντας τους φραγμούς προς τα ΑΕΙ υποβιβάζει το «νέο Λύκειο» σε προθάλαμο του προθαλάμου των ΑΕΙ!
Στο εξής, λοιπόν, και αποκωδικοποιώντας τη ρητορική περί «νέου Λυκείου», όταν διαβάζουμε ότι «το Λύκειο δεν είναι απλά ο προθάλαμος για την εισαγωγή στα ΑΕΙ», πρέπει να αντιλαμβανόμαστε πως ουσιαστικά «το Λύκειο θα είναι απλά ο προθάλαμος του προθαλάμου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ».

Αυτός ο 2ος στη σειρά φραγμός προδιαγράφεται από την πρόταση του ΕΣΥΠ: «Κάθε πανεπιστήμιο να καθορίζει λεπτομερή κριτήρια και προϋποθέσεις μετάβασης σε συγκεκριμένο τμήμα από το 2ο έτος / Η μετάβαση να γίνεται χωρίς νέες εξετάσεις / Θέσπιση αδιάβλητης διαδικασίας επιλογής από το 1ο στο 2ο έτος» (9). Επισημαίνουμε πως μέχρι στιγμής δεν υπάρχει πρόβλεψη για το τι θα ισχύσει για τους απορριφθέντες από αυτή τη διαδικασία επιλογής…

Ανεξάρτητα, όμως, από το ποια θα είναι η απάντηση, επιτείνεται η ανασφάλεια των μαθητών του Λυκείου (και κατά το πρώτο έτος της φοίτησής τους στα ΑΕΙ) και εξωθούνται ακόμη περισσότερο στο πανταχού παρών και συνεχώς και με θεσμικά μέτρα επεκτεινόμενο φροντιστήριο. Αναμένεται, λοιπόν, να υπερδιπλασιαστούν οι ανάγκες για φροντιστήρια και για ιδιαίτερα μαθήματα∙ μάλιστα, αυτή η αυξητική τάση θα ενισχυθεί και από τη διεύρυνση του φροντιστηριακού πεδίου προς τα ακαδημαϊκά μαθήματα με βάση τα οποία θα επιλέγονται οι φοιτητές/τριες από τα Τμήματα των ΑΕΙ για το 2ο έτος των σπουδών τους.

Σε κάθε περίπτωση, όποια και να είναι η επιμέρους λύση που σύντομα, εκ των πραγμάτων, θα αναδειχτεί, μας οδηγεί με ασφάλεια 70 τουλάχιστον χρόνια πίσω….

Έτσι, πέρα από κάθε αμφιβολία, και το "νέο Λύκειο” προβλέπεται να λειτουργήσει ως σύστημα αποκλεισμού – και μάλιστα διπλού αποκλεισμού, εφόσον η επιτυχία στις εξετάσεις δε συνεπάγεται, όπως μέχρι σήμερα, την εισαγωγή του υποψηφίου σε τμήμα που επιλέγει (όσο το επιλέγει) ο ίδιος και την ακώλυτη (μέσα από εσωτερικές εξετάσεις) αποφοίτησή του από το τμήμα αυτό. Αλλά από το Λύκειο (δηλαδή τον προθάλαμο), μετά από εξετάσεις και αφού παρακολουθήσει τα «μαθήματα εμβάθυνσης» (νέα ωραιοποιημένη ονομασία των γνωστών μας από παλιά «μαθημάτων επιλογής» και «μαθημάτων κατεύθυνσης»), εισάγεται στη Σχολή (10) (δηλαδή σε έναν 2ο προθάλαμο), όπου φοιτά για έναν χρόνο και μετά επιλέγεται για να φοιτήσει στο τμήμα όπου από την αρχή επιθυμούσε να εισαχθεί!

Συμπερασματικά μόνο όποιος συστηματικά εθελοτυφλεί θα θεωρούσε ότι το νέο Λύκειο θα είναι «μια αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα» σύμφωνα με τη ρητορική του υπουργείου, που σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά στοιχεία…

Βέβαια είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε πως αν δεν απασχολήσουν τα μέτρα για το "νέο Λύκειο” το μαθητή, τους γονείς του, την κοινωνία, όλους εμάς που υφιστάμεθα ανάλογες συνέπειες σε όλα τα επίπεδα, γιατί να απασχολήσουν το υπουργείο, αυτό μια χαρά κάνει τη δουλειά του. Μήπως είναι καιρός και όλοι εμείς να αρχίσουμε επίσης να κάνουμε όσα μας αναλογούν και να μην περιμένουμε λύσεις από τα πάνω;

Τι να κάνουμε; Ας αρχίσει να μπαίνει στις προτεραιότητές μας και φαντασία έχουμε κάτι θα σκεφθούμε για να καταφέρουμε να ανατρέψουμε την κατάσταση υπέρ μας σε αυτό το "μια και έξω στημένο σε βάρος μας παιχνίδι”…

 

* Η Αγγελική Χ. Χρονοπούλου είναι υπεύθυνη ύλης του επιστημονικού περιοδικού «Σύγχρονη Εκπαίδευση»

Σημειώσεις:

(1) Βλ. το κείμενο της Συντακτικής Ομάδας για το «Νέο εξεταστικό σύστημα από το 2013» προσβάσιμο στη δ/νση:

http://kapodistriako.uoa.gr/stories/161_co_01/index.php?m=2.
(2) Βλ. στο Λακασάς Απόστολος (2011) Προτάσεις ΕΣΥΠ για τις αλλαγές στα πανεπιστήμια. Η Καθημερινή, 24-3-11, όπου αναφέρεται ότι για το «Νέο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα μέλη του ΕΣΥΠ, ανάμεσα σε άλλα: «Συμφώνησαν στις δυσκολίες της πρότασης εισαγωγής των φοιτητών σε Σχολή και όχι σε Τμήμα, όπως συμβαίνει τώρα. Η κυριότερη δυσκολία είναι η εξασφάλιση του αδιάβλητου της διαδικασίας επιλογής από το πρώτο στο δεύτερο έτος».

(3) Βλ. Σχετική αναφορά στις προτάσεις του υπουργείου Παιδείας για το «Νέο Λύκειο» (σελ. 3), με τίτλο: Νέο Λύκειο: Μετά το «Νέο Σχολείο» και πριν το «Νέο ΑΕΙ».

(4) Βλ. ΔΤ 30-3-11 υπουργείου Παιδείας και αναλυτικά στις προτάσεις του υπουργείου Παιδείας για το «Νέο Λύκειο», με τίτλο: Νέο Λύκειο: Μετά το «Νέο Σχολείο» και πριν το «Νέο ΑΕΙ», σελ. 4

http://www.minedu.gov.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2396%3A30-03-11-synenteyksi-typoy-tis-politikis-igesias-toy-ypoyrgeioy-paideias-dia-bioy-mathisis-kai-thriskeymaton-gia-to-lneo-lykeior&catid=80%3Adeltia-typoy&Itemid=806&lang=el.
(5) Η αναφορά σε «διακρίσεις που τελικά πραγματοποιούνται με τη βία και τον καταναγκασμό» προέρχεται από σελ. 11: Φουκώ, Μισέλ (χ.χ.) Η Τάξη του Λόγου. Εναρκτήριο μάθημα στο College de France 1970. Μετάφραση από τα γαλλικά: Χ. Χρηστίδης – Μ. Μαϊδάτσης. Αθήνα: Ηριδανός.

(6) Βλ. σελ. 236: Φουκώ, M. (1989), Eπιτήρηση και Tιμωρία. H γέννηση της φυλακής. Aθήνα: Eκδ. Pάππα.

(7) Ενδεικτικά αποσπάσματα βλ. στο κείμενο με τίτλο: Νέο Λύκειο: Μετά το «Νέο Σχολείο» και πριν το «Νέο ΑΕΙ», με το οποίο το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε (στις 30-3-11) τα μέτρα για το «νέο Λύκειο»: «Το εκπαιδευτικό μας σύστημα πάσχει! (…) Έχει μετατρέψει τις δυο τελευταίες τάξεις του Λυκείου, σε «παρακολούθημα» των φροντιστηρίων. Και για το δεδομένο αποτέλεσμα, στοιχίζει πολύ ακριβά και για τον Έλληνα φορολογούμενο και για τον κάθε γονιό χωριστά. (…)» ό.π. σελ. 1.

 «Το Λύκειο σήμερα έχει (…) ως προς το κόστος: Η εμπέδωση σε κάθε οικογένεια της αντίληψης ότι το φροντιστήριο αλλά και η εξωσχολική βοήθεια του μαθητή είναι απολύτως αναγκαία για την είσοδο του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (…) η μέση ετήσια δαπάνη των οικογενειών για τα φροντιστήρια ανέρχεται σε περίπου 900 εκατομμύρια € (…)» Ό.π. σελ. 1, 3. Η έμφαση υπάρχει στο κείμενο.

(8) ΔΤ 30-3-11 του υπουργείου Παιδείας. Η έμφαση υπάρχει στο κείμενο.

(9) Βλ. Σχετικά με το πόρισμα του ΕΣΥΠ στο: Newsroom ΔΟΛ (24-3-11),  http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231101095

(10) Ανάλογη είναι και η δήλωση που προηγήθηκε (27-8-10): «Όσο για την ιδέα της αρχικής εισαγωγής σε σχολή, ο κ. Δημαράς τη θεωρεί φρόνιμη, τονίζει ωστόσο ότι πρέπει να διασφαλιστεί ο πλέον αντικειμενικός τρόπος της αξιολόγησης των φοιτητών κατά το επόμενο στάδιο της κατάταξής τους σε τμήματα», http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4591102

 

ΠΗΓΗ: 25-10-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=48711

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Φωτογραφία, ιστορική μνήμη και κοινωνία

Φωτογραφία, ιστορική μνήμη και κοινωνία: σχέση εξελικτικά διαλεκτική

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*


 

Η φωτογραφία παίζει σήμερα κυρίαρχο ρόλο στην αποτύπωση της κοινωνικής και ατομικής πραγματικότητας. Δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα που να μην τη χρησιμοποιεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Είναι απαραίτητο στοιχείο της επιστήμης, της βιομηχανίας, της τέχνης της κοινωνικής ανάλυσης. (Πρβλ. Gisèle Freund, 1996, «Πρόλογος» στο Φωτογραφία και Κοινωνία, μτφρ. Εύα Μαυροειδή, Αθήνα: Εκδόσεις περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, σελ. 9-11).

Είναι χαρακτηριστικό για τη δυναμική της καινούριας επινόησης πως ο Γερμανός φιλόσοφος Λουδοβίκος Φόυερμπαχ (1804-1872) στον πρόλογο του έργου του «Η Ουσία του Χριστιανισμού» (το 1840, λίγο καιρό αφού ανακαλύφθηκε η κάμερα), στο οποίο πραγματεύεται την αληθινή γνώση περί Θεού ως ενότητα συνείδησης και ουσίας του ανθρώπου, σημειώνει ότι η εποχή μας (ενν. ο 19ος αιώνας) προτιμά την εικόνα από το αντικείμενο, το αντίγραφο από το πρωτότυπο, την αναπαράσταση από την πραγματικότητα, την εμφάνιση από την ύπαρξη. Στον 20ο αιώνα μάλιστα, επεκράτησε μια ευρεία συναίνεση, ότι δηλαδή μια κοινωνία γίνεται «μοντέρνα» όταν μια από τις κύριες δραστηριότητές της είναι η παραγωγή και η κατανάλωση εικόνων, όταν οι εικόνες έχουν την ακατανίκητη δύναμη να καθορίζουν τις απαιτήσεις μας από την πραγματικότητα και να γίνονται απαραίτητες για την «υγεία» της οικονομίας, τη σταθερότητα του καθεστώτος και για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας. Τότε οι εικόνες οι ίδιες καθίστανται αδηφάγα υποκατάστατα της άμεσης εμπειρίας.

Η αντίληψη της πραγματικότητας ως ατελείωτης σειράς από καταστάσεις που αντικαθρεφτίζουν η μία την άλλη, η άντληση αναλογιών από τα πιο ανόμοια πράγματα, σημαίνει τη σταδιακή διαμόρφωση της χαρακτηριστικής μορφής αντίληψης η οποία κεντρίζεται και, εν τέλει, πιστοποιείται  από τις φωτογραφικές εικόνες. Η πραγματικότητα η ίδια έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτή ως ένα είδος καταγραφής που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί.  Μοιάζουν ενίοτε σαν να εκτιμώνται με περισσή προτίμηση τα μνημόσυνα για τους αποβιώσαντες παρά οι ζωντανοί άνθρωποι και οι δεσμοί τους με το παρόν. Γι’ αυτό οι «τοπογραφικές» καρτ – ποστάλ στα πανέρια ή στις ανταλλαγές μεταξύ συλλεκτών αυξάνουν την τιμή τους ανάλογα με το πόσο πολύ έχει αλλάξει το τοπίο που έχει αποτυπωθεί στο δελτάριο.

Ωστόσο, δεν πρέπει καθόλου να παραβλέπουμε ότι μια εξίσου φυσιολογική και σημαντική λειτουργία με τη μνήμη είναι και η λήθη, και ότι το να ξεχνάμε είναι εξίσου φυσικό. Το να ξεχνάμε μας φέρνει μερικές φορές σε δύσκολη θέση κοινωνικά, αλλά, αντιθέτως, το να μην ξεχνάμε ποτέ συνιστά σοβαρό πρόβλημα και εξασθενεί νοητικά και ψυχικά τον άνθρωπο. Επί παραδείγματι, ο Ρώσος ψυχολόγος Α. R. Luria, στο βιβλίο του “The Mind of a Mnemonist” (London, 1975) μας παρουσιάζει ανάγλυφα πόσο πιο επώδυνο και εξαντλητικό για τον ανθρώπινο οργανισμό είναι η διαδικασία του να μην ξεχνά ποτέ.

Βέβαια, η φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως εργαλείο ενάντια στη λήθη. Αν κάποια στιγμή απροσδόκητα μας δείξουν κάποια παλιά φωτογραφία, μάλλον θα ξαφνιαστούμε, διαπιστώνοντας τις αλλαγές που ο χρόνος έχει επιφέρει όχι μόνο σε μας τους ανθρώπους, αλλά και στο δομημένο περιβάλλον του αστικού χώρου μας. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε τις μεταβολές που επέρχονται γενικώς, όχι απλώς επειδή από μέρα σε μέρα είναι ανεπαίσθητες ή πολύ μικρές, ώστε να καταγραφούν συνειδητά από κάποιον παρατηρητή. Οι καθημερινές, μικρής κλίμακας μεταβολές αποτελούν κομμάτι μιας συνηθισμένης διαδικασίας, που καλύπτει τις «μνήμες» της προηγούμενης εμπειρίας μας γι’ αυτό και δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Αν δεν μεσολαβήσει ή δεν αναδυθεί κάποια ειδική περίσταση ή σχέση που να προκαλέσει την εστίαση της μνήμης μας σε κάτι, ίσως και να μην μπορούμε να ανακαλέσουμε, να θυμηθούμε δηλαδή, τον εαυτό μας σε μια ορισμένη κατάσταση της ζωής του.

Κατ’ αναλογία, ό, τι ισχύει για τη μνήμη των ατόμων, ισχύει και για την κοινωνική μνήμη. Υπάρχουν παραδείγματα αλλοίωσης των παραμυθιών, που καθώς διασώζονται ως προφορική παράδοση από τη μια γενιά στην άλλη, υπόκεινται και σε αλλεπάλληλες  τροποποιήσεις. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία μπορεί να περάσει απαρατήρητη στην προφορική κοινωνία αυτή καθεαυτήν. Χωρίς γραπτά αρχεία που θα αποκρυστάλλωναν μια εκδοχή της αφήγησης σε κάποια  φάση της μετάδοσής της, δεν διαθέτουμε μια βάση σύγκρισης. Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβανόμαστε τη διαδικασία της μεταβολής, διότι αυτή η διαδικασία σβήνει στο πέρασμά της τα ίδια τα ίχνη της.

Η φωτογραφία, όμως, αποτελεί το συνδετικό  κρίκο ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη και οι απαρχές του 20ου αιώνα που ήθελαν μια φωτογραφία να «εκμοντερνίζεται» (εκσυγχρονίζεται) μέσω της εικόνας, άφησαν πίσω τους αρκετά μνημονικά ίχνη. Δείγματα αυτών εντοπίζουμε σε αστικά τοπία διάφορων πόλεων ανά τον κόσμο.

Τη Δευτέρα 19 Αυγούστου 1839 σε μια πανηγυρική συνεδρίαση της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών ο βουλευτής Πυρηναίων, λόγιος και φιλότεχνος François Arago, ενεργώντας για λογαριασμό του φίλου του Louis J. M. Daguerre, παρουσίασε την εφεύρεση της φωτογραφίας. Η νταγκεροτυπία, πρώτη μορφή φωτογραφίας υπήρξε η ολοκλήρωση των πολύχρονων ερευνών  του Γάλλου φυσικού Joseph Nicéphore Niepce (1765-1833). Δεν άργησε η νταγκεροτυπία να φτάσει και στην ελεύθερη Ελλάδα. Δυο μήνες μετά από την πρώτη δημόσια παρουσίαση της νέας εφεύρεσης,  αλλοδαποί περιηγητές «έγραφαν» τις πρώτες πλάκες στην Αθήνα.

(Πρβλ. Δημήτρης Τζίμας, «Φωτογραφία αυτή η νέα εφεύρεση», στο: Άλκης Ξανθάκης, 1990, Φίλιππος Μαργαρίτης, Ο πρώτος Έλληνας φωτογράφος, Αθήνα: Εκδόσεις Περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, χ.α.σ.)

Η ιστοριογραφική αξία των φωτογραφιών ποικίλλει ανάλογα με τη δυνατότητα που μας δίνεται να συνδυάσουμε τις διαθέσιμες πηγές ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο. Στην περίπτωση π.χ. της ιστορίας των Βαλκανίων, ενώ η έρευνα πιθανόν να παρουσιάζει υστέρηση, η πληθώρα οπτικών τεκμηρίων σε ιδιωτικές, κυρίως, συλλογές και αλλού (σε καταστήματα, ιδρύματα κ.τ.λ.) συντέλεσε σε μια μαζική δημοσιοποίηση, μολονότι έλειπαν οι «άλλες», κύριες πηγές, οι επιστημονικές, που θα συνέβαλαν δομικά-λειτουργικά στην αναγνώριση και ερμηνεία του «κάδρου».

Συλλέγοντας φωτογραφίες συλλέγεις τον κόσμο, ισχυρίστηκε η Σούζαν Σόνταγκ (Susan Sontag, 1933-2004). Το να μορφώνεσαι από φωτογραφίες  είναι σαν να μορφώνεσαι από αρχαιότερες εικόνες, αν και υπάρχουν γύρω μας πολλές περισσότερες στιγμές που αξίζουν της προσοχής μας. Η φωτογραφική «καταγραφή» του κόσμου μας που ξεκίνησε το 1839 συνεχίζεται ακάθεκτη και από τότε έχουν φωτογραφηθεί σχεδόν τα πάντα.

*

Η κοινωνική μνήμη δεν περιορίζεται  στο πλαίσιο και τις καταγραφές του λόγου. Για τη μετάδοσή της βέβαια απαιτείται ένα υψηλότερο επίπεδο σημειολογίας  που καθιστά απαραίτητη τη χρήση εννοιών. Εξάλλου, οι εικόνες μπορούν να μεταδοθούν κοινωνικά μόνον εάν γίνουν συμβατικές-συμβολικές και απλοποιηθούν.

Για την τυπολογία και τη μετάδοση κατηγοριών γνώσης μέσα από ατομικές αλλά και κοινωνικά θεσμοθετημένες διεργασίες μιλά διεξοδικά ο R. Rorty, 1980, κεφ. 3, στο Philosophy and the Mirror of Nature, Oxford: Oxford  University Press. Ο μελετητής αυτός προτιμά να διακρίνει τη γνώση σε τρεις ευρείες κατηγορίες: την περιφραστική γνώση (ή τη γνώση γύρω από τα πράγματα), την αισθητηριακή και εμπειρική γνώση (ή τη γνώση απευθείας από τα πράγματα) και τη γνώση ικανότητας (ή τη γνώση της δεξιότητας να κάνουμε πράγματα). Από αυτές συνήθως μόνο η πρώτη κατηγορία εκλαμβάνεται ως γνώση με την πλήρη σημασία της.

Η γνώση, λοιπόν, είναι κάτι που μοιάζει μάλλον με ένα στοιχείο «περιουσιακό» επί του οποίου μπορούμε να διεκδικήσουμε κυριότητα  παρά με μια αίσθηση την οποία  νιώθουμε και προσπαθούμε να την περιγράψουμε. (Πρβλ. Mary Warnock, 1987, Memory, London, σελ. 39).

Ορισμένες προφορικές κοινωνίες, όπως οι κοινωνίες των αρχαίων Ελλήνων και των φυλών της Πολυνησίας πριν από την εποχή της  γραφής, ή κάποιες κέλτικες φυλές της βορειοδυτικής Ευρώπης την εποχή της Ρωμαϊκής κατάκτησής τους, διέθεταν μια υψηλής ανάπτυξης ακουστική αίσθηση. Αυτές οι κοινωνίες ήσαν σε θέση να πραγματοποιήσουν αξιόλογα «μνημονικής» φύσεως επιτεύγματα. Δεν ήταν λοιπόν συμπτωματική η υψηλού επιπέδου ανάπτυξη ποιητικών παραδόσεων στο πλαίσιο αυτών των κοινωνιών. Έχει αναπτυχθεί ολόκληρη επιστήμη, που μελετάει αυτή την προφορικότητα (orality), καταγράφει τις αλλοιώσεις, μετράει και ερμηνεύει τις αποκλίσεις κτλ. Δεν περιορίζεται στα παραμύθια, αλλά εστιάζει στο μεσαιωνικό έπος, στους τροβαδούρους, στους τρουβέρους, στους μεγάλους προφορικούς αφηγητές ιστοριών.

Βέβαια, η ανάγκη για επικοινωνία των μελών μιας κοινωνίας καθόλου δεν μειώνει την αισθητηριακή ιδιότητα της κοινωνικής μνήμης. Η μνήμη που έχει ένας προφορικός ποιητής για ένα ποίημα ως αίσθηση, καθώς δηλαδή αφηγείται μια συγκεκριμένη ιστορία, δεν αποχωρίζεται από τη μνήμη που έχει ο ποιητής για το ποίημα ως ήχο.

 Το υψηλότερο επίπεδο διάρθρωσης που είναι απαραίτητο για την κοινωνική μνήμη  την καθιστά σημαντικότερη, σε συλλογικό επίπεδο, συγκριτικά με την ατομική. Την καθιστά, επίσης, περισσότερο εννοιολογική και συμβατική. Συμβατική, επειδή η εικόνα πρέπει να έχει νόημα για ένα ολόκληρο κοινωνικό σύνολο, και απλοποιημένη, επειδή, για να έχει νόημα και να μπορεί να μεταδοθεί, η περιπλοκότητα της εικόνας πρέπει να περιοριστεί όσο αυτό είναι δυνατόν. Οι ατομικές μνήμες περιέχουν ενθυμήσεις προσωπικών βιωμάτων από τα οποία πολλά είναι δύσκολο να εκφραστούν με λόγια. Έτσι, οι εικόνες σε οποιαδήποτε ατομική μνήμη θα είναι περισσότερο εμπλουτισμένες σε σχέση με τις συλλογικές εικόνες, οι οποίες συγκριτικά θα είναι περισσότερο σχηματικές και συμβατικές.

Το αποτελεσματικότερο εργαλείο μετάδοσης της μνήμης στις νεότερες κοινωνίες είναι η φωτογραφία. Συλλέγοντας φωτογραφίες συλλέγεις τον κόσμο, ισχυρίστηκε η Σούζαν Σόνταγκ. Η ανθρωπότητα λιμνάζει στη σπηλιά του Πλάτωνα, διασκεδάζοντας ακόμα με απλές εικόνες της αλήθειας.

Ο Γάλλος μυθιστοριογράφος Ονορέ  ντε Μπαλζάκ (Honoré de Balzac, 1799-1850) αντλούσε τη δύναμη των περιγραφών του από την πεποίθησή του ότι το πνεύμα ενός ολόκληρου κοινωνικού περιβάλλοντος μπορεί να φανερωθεί από μια μεμονωμένη υλική λεπτομέρεια, όσο μηδαμινή και αυθαίρετη κι αν είναι. Όταν, τον επόμενο αιώνα, η επικοινωνία άρχισε να μας απασχολεί επιστημονικά, ο Καναδός επικοινωνιολόγος Μάρσαλ Μακ Λούαν (Marshal Mac Luhan, 1911-1980) έγραψε ότι τα μέσα επικοινωνίας υποκατέστησαν από μόνα τους τον παλιότερο κόσμο, τον κόσμο του παρελθόντος.

Οι φωτογραφίες προσφέρουν αποδείξεις. Κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε ή δεν έχουμε σαφή εικόνα του φαίνεται αποδεδειγμένο όταν μας επιδειχθεί μια φωτογραφία του. (Πρβλ. Susan Sontag, 1973, «Στη Σπηλιά του Πλάτωνα» στο: On Photography, [ελληνική έκδοση Περί Φωτογραφίας, 1993, μτφρ. Ηρακλής Παπαϊωάννου], Αθήνα: Εκδόσεις Περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, σ. 17).

Ακόμη κι αν επιθυμούσαμε να ανακτήσουμε αυτόν τον παλιότερο κόσμο, αυτό θα ήταν δυνατόν μόνο μέσω μιας εντατικής μελέτης των τρόπων με τους οποίους τα μέσα τον έχουν αποδώσει. Μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει τη φωτογραφία ως ένα εξαιρετικά δυναμικό μέσο επικοινωνίας. Σε κοινωνικές μελέτες (π.χ αστικών χώρων) μπορεί κάποιος να αξιοποιεί πολλές φωτογραφίες που προέρχονται από παλαιές καρτ-ποστάλ και από λευκώματα που  έχουν δημοσιευτεί σε σχετικές εκδόσεις. Καλό θα ήταν να μην επιλέξει εικόνες που εξιδανικεύουν το χώρο. Τα εικονογραφικά στοιχεία, στην περίπτωση αυτή, αποτελούν κάτι περισσότερο από φωτογραφίες ενός χώρου ή από την απαθανάτιση ενός επαγγέλματος της εποχής ή της αβεβαιότητας στο βλέμμα ενός π.χ. κατοίκου μιας ευρωπαϊκής  πόλης στον ύστερο 19ο αιώνα· δίνουν μορφή (ενίοτε και χρώμα) στο χρόνο ή τουλάχιστον σε κάποιες υποκειμενικές εκδοχές του, όπως αχνοφαίνονται και ξεθωριάζουν στην οπτική μιας σκληρής εποχής.

Οι παλιές φωτογραφίες και τα οπτικά τεκμήρια συνιστούν ιστορικές πηγές, όπως τα αρχεία και οι προφορικές μαρτυρίες. Οι ιστορικές πηγές, εξάλλου, δεν συναγωνίζονται ως προς την αξία τους αλλά αλληλοσυμπληρώνονται, συμβάλλουν στη διασταύρωση των δεδομένων.  Μια φωτογραφία, ωστόσο, δημιουργεί συναισθηματικές αντιδράσεις, εγείρει σχετικές φορτίσεις και γεννά απορίες.

Η απληστία του φωτογραφικού ματιού μεταβάλλει του όρους «περιχαράκωσης», οριοθέτησης του κόσμου μας. Οι φωτογραφίες μάς διδάσκουν ένα νέο οπτικό κώδικα, μεταβάλλουν και μεγεθύνουν τη γνώμη μας για το τι αξίζει να βλέπουμε και τι έχουμε δικαίωμα να παρατηρούμε. Η φωτογραφία ως καλή τέχνη ή ως τεχνικό εργαλείο,  συνιστά έναν κώδικα, μια γραμματική, ένα συντακτικό και μια ηθική της όρασης. Μας δίνει την εντύπωση ότι μπορούμε να χωρέσουμε ολόκληρο τον κόσμο στο πλάνο της, να χρησιμοποιήσουμε  το κεφάλι μας σαν μια ανθολογία από εικόνες. Τούτο δεν σημαίνει ότι η φωτογραφία παραποιεί την πραγματικότητα, αλλά ότι έχει συλλάβει  μια μοναδική στιγμή του παρελθόντος της, ότι έχει φανερώσει στον παρατηρητή μια υλική λεπτομέρεια στην οποία συμπυκνώνεται ενίοτε το πνεύμα ενός ολόκληρου κοινωνικού περιβάλλοντος.

(info: Βλ. intellectum | 2007 – 2008, τεύχος 3 Η Αξία της Μνήμης για μια Κοινωνία. Βλ. Αλεξάνδρα Γερόλυμπου, 2000, «Η Θεσσαλονίκη στα 1913 και στα 1918, βαλκανικές συγκυρίες» στο: Θεσσαλονίκη, οι πρώτες έγχρωμες φωτογραφίες, Αθήνα: Ολκός & Boulogne: Musée Albert-Kahn, σελ. 89).

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com.

Και πάλι για το PISA: Άσκηση Εμπέδωσης

Και πάλι για το PISA: Άσκηση Εμπέδωσης

 

Των Γ. Μαυρογιώργου*, Γ. Γεωργίου, Μ. Ιωάννου, Κ. Μαρίνη**

 

Θεωρούμε ότι η επικείμενη πρώτη συμμετοχή των μαθητών των σχολείων της Κύπρου στις διαδικασίες αξιολόγησης  του PISA παρουσιάζει πολύ σημαντικές προεκτάσεις για την προοπτική της κυπριακής εκπαίδευσης. Από την εμπειρία της Ελλάδας έχουμε μάθει ότι, όταν σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα έχει επιβληθεί και κυριαρχεί η «μαύρη παιδαγωγική» της μηχανιστικής απομνημόνευσης (διάβαζε: «κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας»), το PISA, με τα περίτεχνα εξεταστικά δοκίμια  πιάνει ευκολότερα τόπο.

Άλλωστε, πάντα είχε πέραση η άποψη ότι το κλειδί της εκπαίδευσης είναι η αξιολόγηση! Δεν είναι, δηλαδή, μόνο η όλη  σύλληψη του PISA που αγοράζει την αποδοχή. Είναι και οι εκκρεμότητες διαρκείας, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που συμβάλλουν στη διαφήμισή  του. Το ερώτημα, βεβαίως, δεν είναι ποιο πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπισθεί με το PISA, αλλά ποια νέα προβλήματα δημιουργούνται με την αποθεωτική υποδοχή του. Δεν έχει ακουστεί, πάντως, κάποια υπόσχεση για αχρήστευση των φροντιστηρίων ή για την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Συνέχεια

«Δίνουν» 65 δισ. ευρώ, αρπάζουν 79 δισ. ευρώ!

«Δίνουν» 65 δισ. ευρώ, αρπάζουν 79 δισ. ευρώ!

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου


 

To αισχρό παραμύθι με την 6η δόση συνεχίζεται. Πρωταγωνιστές του αίσχους δεν είναι άλλοι από αυτούς που έκοψαν τους μισθούς, από αυτούς που έκοψαν τις συντάξεις.

Όλοι αυτοί οι σεσημασμένοι της βαρβαρότητας, εμφανίζονται τώρα ενώπιον εργαζομένων, συνταξιούχων και ανέργων και χωρίς τσίπα, χωρίς φιλότιμο παριστάνουν ότι τους τρώει η έγνοια για το «πώς θα καταβληθούν οι μισθοί και οι συντάξεις»!

*

Αλλά για ποιους μισθούς, για ποιες συντάξεις μιλούν; Μα για τους μισθούς και τις συντάξεις που αυτοί ισοπέδωσαν! Που αυτοί εξανέμισαν! Που αυτοί αφάνισαν! Φυσικά, για τούτη την «πατριωτική» πράξη τους δε μιλούν. Την προσπερνούν και με τον αέρα του ταγού της «εθνικής σωτηρίας», καθώς παρελαύνουν από τα κανάλια και τα μικρόφωνα, φορούν τη μάσκα του φτηνού θεατρίνου τρίτης διαλογής και αρχίζουν να βγάζουν σπαραξικάρδιες κορόνες ότι αδημονούν για την εκταμίευση της 6ης δόσης διότι – όπως εξηγούν οι «φιλεύσπλαχνοι» – αγωνιούν για την … πληρωμή μισθών και συντάξεων.

*

Πρόκειται για ελεεινούς ψεύτες!

*

Κατ’ αρχάς – και δε θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε – αυτοί που καμώνονται ότι «νοιάζονται» για την πληρωμή μισθών και συντάξεων, είναι σαν τους κροκόδειλους που δακρύζουν ακριβώς την ώρα που καταβροχθίζουν τα θύματά τους.

Οι κύριοι του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑ.Ο.Σ, η κυρία Μπακογιάννη «κλαίνε» για εκείνους τους μισθούς και εκείνες τις συντάξεις που οι ίδιοι πετσόκοψαν!

«Κλαίνε» για την καταβολή εκείνων των δώρων Χριστουγέννων που οι ίδιοι κατάργησαν!

*

Η τιποτένια δημαγωγία τους ξεπερνάει κάθε όριο μαυρογιαλουρισμού.

*

Δεύτερον, η τρομοκρατία περί την 6η δόση ουδεμία σχέση έχει με την καταβολή των (εναπομεινάντων) μισθών και των (εναπομεινασών) συντάξεων.

*

Όλα τα ποσά της 6ης δόσης, όπως συνέβη με την 5η, την 4η, την 3η δόση κ.ο.κ., όπως θα συμβεί με την 7η, την 8η, την 9η δόση κ.ο.κ., δεν πάνε σε εργαζόμενους και συνταξιούχους, δεν πάνε για μισθούς και συντάξεις.

Πάνε στους τοκογλύφους!  Πάνε στους κερδοσκόπους! Πάνε στους κατόχους των ομολόγων του ελληνικού δημόσιου χρέους!

Οι δόσεις, μέσω των τραπεζών, πάνε σε εκείνα τα συνδεδεμένα και διαπλεκόμενα με χίλια νήματα με τους τραπεζίτες μονοπώλια, πάνε στους βιομήχανους, στους εφοπλιστές και στους κεφαλαιοκράτες.

Οι δόσεις τους, δηλαδή, πάνε στα ταμεία της πλουτοκρατίας, για να συνεχίσουν να παραγεμίζουν τα θησαυροφυλάκια εκείνης της τάξης που προκάλεσε το χρέος και που τώρα το πληρώνει ο λαός!

***

Όσο κι αν η άθλια προπαγάνδα τους έχει πάρει μορφή χιονοστιβάδας, η αλήθεια είναι συγκεκριμένη και είναι η εξής:

*

1) Με την μέχρι σήμερα πολιτική του μνημονίου, από τις 5 δόσεις που έχουν εκταμιευτεί προς την Ελλάδα, το συνολικό ποσό της εκταμίευσης ισούται με 65 δισεκατομμύρια ευρώ.

*

Όμως,

2) κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου – της περιόδου που υποτίθεται ότι «οι Έλληνες ζουν με τα δανεικά από την τρόικα» (!!) – η Ελλάδα, δηλαδή ο ελληνικός λαός, έχει πληρώσει για τόκους και χρεολύσια προς τους εγχώριους και ξένους τοκογλύφους και κάθε λογής κατόχους ελληνικών ομολόγων το ποσό των 79 δισεκατομμυρίων ευρώ!

*

Με άλλα λόγια: Τα 65 δισ. ευρώ των δόσεων όχι μόνο δεν πήγαν σε μισθούς και συντάξεις, αλλά, αντίθετα, από τους ρημαγμένους μισθούς και τις λεηλατημένες συντάξεις αφαιρέθηκαν κι άλλα 14 δισ. ευρώ, κι όλα αυτά μαζί, τα 65 δισ. των δόσεων συν τα 14 δισ. της αρπαγής, σύνολο 79 δισ. ευρώ, επέστρεψαν στους «πιστωτές» μας! Ξαναγύρισαν (με τόκο!) στους «δανειστές» μας! Τα έφαγαν οι ντόπιοι και ξένοι «σωτήρες» μας!

*

Μας «δίνουν», δηλαδή, λεφτά για να μη χάνουν οι ίδιοι τα τοκογλυφικά τους, μας «δίνουν» λεφτά για να διατηρείται «βιώσιμο το χρέος μας» απέναντί τους που σημαίνει να μας ξεζουμίζουν μια ολόκληρη ζωή, μας «δίνουν» λεφτά για να μας κρατάνε αιωνίως χρεωμένους, μας «δίνουν» λεφτά με το ένα χέρι για να τα παίρνουν με το άλλο χέρι στο πολλαπλάσιο, και πάνω σ' αυτά τα νέα δάνεια – που επιστρέφουν στους ίδιους – προσθέτουν νέα, μεγαλύτερα, ακόμα πιο δυσβάσταχτα τοκογλυφικά!

*

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την περίφημη 6η δόση. Οι τόκοι και τα χρεολύσια για τους μήνες Νοέμβρη – Δεκέμβρη ανέρχονται σε 15,5 δισ. ευρώ!

Όπως, λοιπόν, θα 'ρθουν τα 8 δισ. ευρώ της 6ης δόσης, έτσι ακριβώς και θα φύγουν, αφού, όμως, πρώτα προστεθούν δίπλα σε αυτά κι άλλα 7,5 δισ. ευρώ που θα έχουν αφαιρεθεί από το αίμα του ελληνικού λαού, έτσι ώστε να εξοφληθούν οι τοκογλύφοι!

*

Να, επομένως, πού θα πάει (και) η 6η δόση: Σε τόκους και χρεολύσια! Να τι θα «εισπράξουν» οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι: Νέους τόκους, για μια δόση που θα φέρει νέες δόσεις, που με τη σειρά τους θα φέρουν νέους τόκους κ.ο.κ.!

*

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την πολιτική που έχει καθοριστεί από τις «ιστορικές» αποφάσεις της 26ης Οκτώβρη.

Συμπέρασμα:

Κάθε τους «δόση» ισούται με νέα δυσβάσταχτα μέτρα, με νέες περικοπές των μισθών και των συντάξεων (για την… πληρωμή των οποίων «αγωνιούν» οι πρασινο-γαλαζό-μαυροι κυβερνώντες), ώστε δίπλα στα λεφτά της εκάστοτε δόσης να προστίθενται τα κλεμμένα από τα νέα χαράτσια, τα κλεμμένα από τους νέους φόρους, τα κλεμμένα από τη νέα βαρβαρότητα εναντίον μισθωτών και συνταξιούχων, και όλα αυτά μαζί, οι δόσεις από τη μια, τα χαράτσια, οι φόροι, οι περικοπές, από την άλλη, να ενώνονται, να προστίθενται και να επιστρέφουν (με τόκο!) στους εγχώριους «πατριώτες» και στους ξένους «εταίρους» και «φίλους» μας.

*

Αυτόν τον φαύλο κύκλο τον βαφτίζουν «σωτηρία». Αυτή την στυγνή ταξική πολιτική υπέρ του κεφαλαίου την αποκαλούν «πατριωτισμό». Δεν πάει άλλο!


ΠΗΓΗ: Πέμπτη 24 Νοέμβρη 2011, http://www1.rizospastis.gr/columnPage.do?publDate=24%2F11%2F2011&columnId=1821

Διαβολική Τυραννία

Διαβολική Τυραννία

 

Του παπα Ηλία


 

Ήταν, έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, κάποτε φίλοι ένας κλέφτης και ένας διάβολος. Και, ω του παραδόξου θαύματος, τα πήγαιναν πολύ καλά. Αφού ο διάβολος ήταν συνεπέστατος στις δοσοληψίες τους και δεν άφηνε καμιά υπόνοια για την αξιοπιστία του.

Ωστόσο όμως τον κλέφτη τον έτρωγε το σαράκι της αμφιβολίας: Πώς είναι δυνατόν, σκεφτόταν, ο διάβολος να μη μου στήσει κάποια παγίδα; Και αποφάσισε να τον δοκιμάσει.

Του έκλεισε, λοιπόν, ραντεβού σε μια ερημική τοποθεσία. Όπου κρέμασε από ένα δέντρο το ομοίωμά του. Και κρύφτηκε για να παρακολουθήσει τις αντιδράσεις του φίλου του.

Μόλις ο διάβολος έφτασε στον τόπο της συνάντησης και είδε το φίλο του… κρεμασμένο, αναφώνησε αναστατωμένος: Αχ φίλε μου, τι μου έκαμαν οι άθλιοι! Ήρθαν και σε κρέμασαν εδώ στην ερημιά, κι εγώ σκόπευα να σε κρεμάσω στα εννιά παζάρια…

Και μου θύμισαν την ωραία αυτή παραβολή της λαϊκής θυμοσοφίας η αγαστή σύμπνοια και αλληλοκατανόηση ανάμεσα στην τρόικα των ντόπιων εφιαλτών μ’ εκείνη των τοκογλύφων της τρόικας του εξωτερικού.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν ακούσαμε εκείνα τα διθυραμβικά «ζήτω» και «μπράβο» κάποιου υπερασπιστή της Ορθοδοξίας κομματάρχη σε συνέντευξή του, σχετικά με την επιλογή, ως Πρωθυπουργού, του κ. Παπαδήμου.

Και ειπώθηκαν τα «ζήτω» και τα «μπράβο» με το σκεπτικό ότι, αφού ο κ. Παπαδήμος ανήκει στην «Τριμερή Επιτροπή» (σ.σ. τοκογλυφική υπερκυβέρνηση της φασιστικής Νέας Τάξης Πραγμάτων και Εγκλημάτων), δεν μπορεί, παρά να έχει τη βοήθειά τους και τη συμπαράστασή τους.

Γεγονός, που δείχνει «δυοίν θάτερον»: Ή ότι κάποιοι κομματάρχες χαρακτηρίζονται από ουρανομήκη αφέλεια ή το πιθανότερο – ή μάλλον το βεβαιότερο – από αβυθομέτρητη πονηρία και υποκρισία. Δεδομένου ότι θεωρούν ένα μέρος των Ελλήνων εγκληματικά αφελείς και εύπιστους.

Και πολύ δικαιολογημένα. Αφού μόνο εγκληματικά αφελείς θα μπορούσαν να ψηφίζουν τους απατεώνες και αγύρτες που μας έφεραν στο κατάντημα, που μας έφεραν.

Και το πάντων ανοητότερο και ακατανοητότερο είναι το ότι τους ακολουθούν ακόμη και τώρα. Ύστερα από το άθλιο ρεσιτάλ της βαρβαρότητας σε βάρος μας κατά την τελευταία διετία. Οπότε άφησαν τα προσωπεία της απάτης και κάνουν επίδειξη της ιταμότητάς τους. Και συμπεριφέρονται απέναντί μας ως λήσταρχοι και κατακτητές.

Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού είναι ολοφάνερο ότι τα συνεταιράκια τους της τρόικας των τοκογλύφων έχουν Θεό τους το Μαμωνά, θρησκεία τους το σατανισμό και ηθική τους το έγκλημα.

Και αυτό βέβαια δεν το ισχυρίζεται ένας κάποιος παπάς, Αλλά το φωνάζει – πριν από είκοσι πάνω κάτω χρόνια – ο σοφός και άγιος Γέροντας Παΐσιος. Ο οποίος έλεγε ξεκάθαρα ότι «πίσω από την ΕΟΚ κρύβεται η δικτατορία των Σατανιστών»!…

Και μπορεί το σατανικό αυτό καθεστώς να στηρίξει τον άνθρωπό του, για όσο χρόνο τον χρειάζεται. Όπως είχε κάνει με τον Στρος Καν και τον Παπανδρέου. Μέχρις ότου και αυτούς τους πετάξει στο σκουπιδοτενεκέ της ανυποληψίας.

Αλλά τον ελληνικό λαό σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να τον βοηθήσει. Αφού μας έφεραν ως εδώ με προφανή σκοπό την εξαθλίωσή μας. Προκειμένου να πετύχουν την εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας και την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της πατρίδας μας.

Άλλωστε δεν είναι τυχαία η επιλογή της Ελλάδας και των Ελλήνων ως ορμητήριο, προκειμένου να προχωρήσουν το καταχθόνιο έργο τους: Έτσι ώστε να φτάσουν στην πολτοποίηση των λαών και των πολιτισμών.

Γιατί, πρώτα-πρώτα η Ελλάδα είναι ένας περίβλεπτος γεωγραφικός χώρος. Κι έπειτα οι Έλληνες είναι ένας λαός με μακραίωνη πολιτισμική παράδοση και βαθιές πνευματικές ρίζες. Και συνεπώς μπορούν ν’ αποτελέσουν το σκληρό πυρήνα της αντίστασης στα καταχθόνια σχέδιά τους.

Γι’ αυτό, εκτός απ’ την οικονομική μας εξόντωση, έχουν φροντίσει για την αλλοίωση και το ξεθεμέλιωμα της πνευματικής μας φυσιογνωμίας.

Συμπερασματικά:

Δεν έχουν καμιά σημασία οι συμμαχίες των αξιότιμων πολιτικών με τους τοκογλύφους της Τριμερούς Επιτροπής ή της λέσχης Μπιλντεμπεργκ. Ούτε ακόμη το ποιους απατεώνες ή μελιστάλακτους χρησιμοποιούν, κάθε φορά, ως δολώματα.

Εκείνο, που έχει σημασία είναι να καταλάβει ο εύπιστος λαός ότι απ’ τους διαβολανθρώπους και τους συνεργάτες τους δεν μπορεί να περιμένει, πέρα απ’ τα κακά, που μέχρι τώρα μας επέβαλαν, τίποτε καλύτερο απ’ τα τρισχειρότερα, που μας ετοιμάζουν:

Να μας κρεμάσουν, δηλαδή κι εμάς στα «εννιά παζάρια» του έσχατου εξευτελισμού και της έσχατης εξαθλίωσης, όπου θα μας οδηγήσει το καθεστώς της διαβολικής τυραννίας τους!….

 

παπα- Ηλίας, 23-11-2011,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2011/11/23/…B1/ 

Εξαρτ. χώρα: Συνέπειες καπιταλιστικής κρίσης ΙΙΙ

 Οι συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης σε μια εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό χώρα – Μέρος ΙIΙ

 

Του Θανάση Τσιριγώτη


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Mπροστά στο φάσμα της χρεοκοπίας

Aργά και σταθερά η χώρα οδηγείται στη χρεοκοπία! Tα ιμπεριαλιστικά κέντρα με επικεφαλής το χρηματιστικό κεφάλαιο φαίνεται πως έχουν εξαντλήσει τα περιθώρια ρύθμισης του ελληνικού χρέους και ζητούν άμεσες πολιτικές και οικονομικές λύσεις, εκβιάζοντας στο έπακρο μία απολύτως δουλική κυβέρνηση (και αυτή με τη σειρά της το λαό), παραβιάζοντας απροκάλυπτα τις δημοκρατικές διαδικασίες που κατοχυρώνονται από το ­έστω­ αστικό Σύνταγμα. Αποδεικνύεται ξεκάθαρα ο βαθμός εξάρτησης και παράλληλα η υποτελής συμπεριφορά της ντόπιας αστικής τάξης που σπεύδει πανικόβλητη να βρει τρόπους προώθησης της συναινετικής διακυβέρνησης που επιτάσσουν οι ξένοι.

Tο βασικό δίλημμα που προτάσσουν τόσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όσο και οι μεγαλοπαράγοντες του χρηματιστικού κεφαλαίου (ευρωπαϊκού και αμερικανικού), είναι ξεκάθαρο: συναίνεση ή χρεοκοπία! Aκόμα και η εκπρόσωπος του ΔNT, K. Άτκινσον, ζητάει εγγυήσεις από την EE για το πρόγραμμα της Eλλάδας, σημειώνοντας ότι «ουδέποτε δανείζουμε εάν δεν έχουμε εγγυήσεις πως δεν πρόκειται να υπάρξει κενό στη χρηματοδότηση. Aυτός είναι ο τρόπος με τον οποίον διατηρούμε την ασφάλεια στα χρήματα των μελών μας». Είναι γνωστές οι δηλώσεις της K. Λαγκάρντ, ότι «…Πρέπει να ξεμπερδεύουμε με το θέμα της Eλλάδας…», αλλά και τις πρόσφατες δηλώσεις του τέως Προέδρου της Γαλλίας και «φίλου» της Eλλάδας, Bαλερί Zισκάρ ντ Eστέν ότι «δεν υπάρχει κρίση του ευρώ! Aυτό που δεν προβλέψαμε είναι οι κανόνες του παιχνιδιού, σε περίπτωση που μία εθνική οντότητα, όπως η Eλλάδα, χρεοκοπήσει. Oρισμένες χώρες (…) θα έπρεπε να οδηγούνται στην έξοδο από την Eυρωζώνη, ώστε να μπορούν να προχωρήσουν σε υποτίμηση του νομίσματός τους. Aυτό θα ήταν καταστροφικό για τις χώρες αυτές, όχι για την Eυρωζώνη».

Συνεχείς εκβιασμοί αι απειλές

Ακόμα πιο ωμές ήταν οι δηλώσεις του υπουργού Oικονομικών της Oλλανδίας, Γ. Γιάγκερ, ο οποίος, μιλώντας στους γερμανικούς «Financial Times», απαιτεί κυβέρνηση και αντιπολίτευση να εγγυηθούν από κοινού τη στήριξη του μνημονίου, «διαφορετικά δε θα δοθούν χρήματα από την Oλλανδία. Πρέπει να είναι σαφές στην ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική Bουλή ότι ένα νέο πακέτο διάσωσης προκαλεί πολιτικό κόστος. Aυτό ισχύει για την Oλλανδία και τη Γερμανία το ίδιο (…). H Eλλάδα εξακολουθεί να διατηρεί μεγάλα τμήματα, όχι μόνο σοσιαλιστικά, αλλά σχεδόν κομμουνιστικά οργανωμένα»!
Tέλος, ο B. Σόιμπλε, υπουργός Oικονομικών της Γερμανίας επισημαίνει ότι «…επιπροσθέτως δεν έχουμε καμία εμπειρία για το τι θα συμβεί, εάν μία χώρα μέλος της νομισματικής ένωσης περιέλθει σε στάση πληρωμών. Aυτό θα είναι μία εντελώς νέα κατάσταση σε σχέση με αυτήν που αντιμετωπίσαμε στις αρχές της δεκαετίας του 90 στην Aργεντινή και άλλες χώρες».
Bεβαίως, όλα τα μέτρα που απαιτούν, τόσο η ξένη όσο και η ντόπια ολιγαρχία (ομιλία Δ. Δασκαλόπουλου), αλλά και τα αστικά κόμματα, στρέφονται ευθέως κατά των εργατολαϊκών στρωμάτων και του λαϊκού εισοδήματος. Tο επιτελείο της τρόικα με κυνικό τρόπο τοποθετεί το ζήτημα «σκληρά μέτρα ή δεν καταβάλλεται η έκτη δόση του δανείου».

O πρόεδρος του Eurogroup επισημαίνει ότι: «Στο ΔNT μπορούν να εκταμιεύσουν την επόμενη δόση μόνο αν υπάρχουν οικονομικές εγγυήσεις για περίοδο 12 μηνών (…) δεν πιστεύω ότι η τρόικα θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως δίνονται αυτές οι εγγυήσεις» και προειδοποιεί ότι σε αυτή την περίπτωση το βάρος θα πέσει στην EE. Έφτασαν ακόμα και στο σημείο να ζητούν από τους εγχώριους στυλοβάτες τους υπογραφές στο νέο δάνειο!!

Ξέφραγο αμπέλι Ελλάδα

Έτσι η χώρα μας μετατρέπεται σε ξέφραγο αμπέλι στην αδηφάγο κερδοσκοπία του ντόπιου και ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου με την αμέριστη συνενοχή της NΔ (στη λογική του «τραβάτε με κι ας κλαίω»), του ΛA.O.Σ., της Mπακογιάννη και την «κριτική» αποδοχή της ρεφορμιστικής Aριστεράς του Kουβέλη. Χωρίς καμία αμφιβολία, το ξεπούλημα της χώρας στο ξένο κεφάλαιο, σε συνδυασμό με τη σωρεία των πολιτικών συμφωνιών εκχωρήσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων, θα έχει ακόμα πιο σοβαρές συνέπειες για τον ελληνικό λαό, καθώς το βάθος και το βάρος της εξάρτησης δημιουργεί όλες τις αρνητικές προϋποθέσεις για επικείμενες συγκρούσεις στο ζωτικό χώρο της ευρύτερης περιοχής.

H ολόπλευρη ένταξη της χώρας μας κάτω από την κηδεμονία της EE και του ΔNT απέδειξε περίτρανα την πραγματική θέση της μέσα στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα, την πραγματική ­υποτελή­ σχέση της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και των κυβερνήσεών της με τον ευρωπαϊκό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Tο Mνημόνιο ­και κάθε επερχόμενο Mνημόνιο­ είναι μία πράξη υποδούλωσης που βαθαίνει την εξάρτηση της Eλλάδας. H πολιτική των κυβερνήσεων του ΠAΣOK και της NΔ οδήγησε τη χώρα μας, για μια ακόμα φορά στη νεότερη ιστορία της, στην κατάσταση του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και κάτω από το ταπεινωτικό καθεστώς του διεθνούς οικονομικού ελέγχου, όπου ουσιαστικά το κυριαρχικό δικαίωμα χάραξης της εθνικής οικονομικής πολιτικής έχει εκχωρηθεί στους ξένους.
Oι μύθοι της «ισχυρής Eλλάδας» που «ανήκει στον σκληρό πυρήνα της EE», έχουν πια καταρρεύσει μπροστά στην αδήριτη πραγματικότητα της χρεοκοπίας. Eπιπλέον αποδείχθηκαν φρούδες όλες εκείνες οι ψευτοθεωρίες κομμάτων και οργανώσεων που αναφέρονται στην Aριστερά, που υποστήριζαν είτε ότι η Eλλάδα είναι «χώρα με ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά» (KKE, NAP) είτε δεν αναγνώριζαν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της EE και θεωρούν ότι η παραμονή της Eλλάδας μέσα στην EE δεν σημαίνει ενίσχυση της εξάρτησης και της εκμετάλλευσής της από τις μεγάλες ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ηγούνται της EE (ΣYN, ΣYPIZA).
Σε αυτές τις συνθήκες, ο λαός μας πρέπει να αντιδράσει με μαζικές κινητοποιήσεις για να μην περάσουν τα σχέδια της κυβέρνησης της υποταγής και του ιμπεριαλισμού που τορπιλίζουν τα ζωτικά συμφέροντα των εργατολαϊκών στρωμάτων, τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας και την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή των Bαλκανίων και της N.A. Mεσογείου.
Aπό την άλλη πλευρά, το προετοιμαζόμενο, με σπουδή, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, δεν φαίνεται να προσφέρει τα επιδιωκόμενα, δεδομένου ότι οι υπερεκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης για «αξίες που πλησιάζουν τα 300 δις ευρώ», δεν φαίνεται να πείθουν τις «αγορές», οι οποίες προφανώς, ορμώμενες από τον κερδοσκοπικό τους χαρακτήρα, προσπαθούν να την εξαγοράσουν για ένα κομμάτι ψωμί! Eίναι ενδεικτικές οι δηλώσεις του επικεφαλής οικονομολόγου της «Deutsch Bank», T. Mάγερ, που εκτιμά ότι το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων της ελληνικής κυβέρνησης δεν θα συμβάλλει ουσιαστικά στην άμβλυνση του ελληνικού προβλήματος, καθώς δεν υπάρχουν αγοραστές: «Δε διακρίνω τη δυνατότητα πώλησης δημόσιας περιουσίας σε τόσο μεγάλο εύρος. Δεν μιλώ για τα 300 δισ. ευρώ που προσδοκούν συνολικά οι Έλληνες, αλλά δε θεωρώ εφικτή ούτε την είσπραξη των 50 δισ. ευρώ που αναφέρονται. Προς το παρόν, δεν υπάρχουν αγοραστές για τη δημόσια περιουσία της Eλλάδας».

"Eνώπιος, ενωπίω"

 Zούμε έναν τριπλό θάνατο! H Eυρώπη σφαδάζει μέσα στους σπασμούς της καπιταλιστικής κρίσης με το γερμανικό κνούτο να χτυπάει τις ανταγωνιστικές χώρες· το ΠAΣOK καίει τα κοινωνικά σωθικά του (αγρότες, ΔEKO, υπαλλήλους) και οι αυταπάτες των μικροαστών και των ρεφορμιστών λιγοστεύουν. H οικονομική κρίση που πέρασε στο πεδίο της πολιτικής βγάζει στην επιφάνεια αδυναμίες και δυνατότητες. Tην αδυναμία του κομμουνιστικού κινήματος να γίνει ηγέτιδα δύναμη της λαϊκής αγανάκτησης για να δώσει ρεαλιστική, μαζική και νικηφόρα προοπτική, αλλά ταυτόχρονα και τις δυνατότητες που γεννάει ο «τεκτονικός σεισμός». Mεγάλα στρώματα του πληθυσμού σπρώχνονται στην απότομη φτωχοποίηση, το υπέδαφος είναι πιο ευνοϊκό, E.E.-ΔNT κ.λπ. καταπέφτουν στα μάτια πλατιών μαζών.

H νέα συγκυβέρνηση των βασικών αστικών κομμάτων ΠAΣOK-NΔ με τη σύμπραξη των φασιστών του ΛAOΣ που επέβαλαν οι ξένοι κηδεμόνες βγάζει στην επιφάνεια τα αδιέξοδα των κυρίαρχων δυνάμεων, εξαναγκάζοντάς τες να κάψουν τις εφεδρείες τους. Tώρα τον πρώτο λόγο έχουν οι τραπεζίτες και οι τεχνοκράτες σφιχταγκαλιασμένοι με το παλιό πολιτικό δυναμικό που αναζητά θυσίες για το λαό κι εξαγνισμό για το ίδιο. Συμπυκνώνονται οι πολιτικοί χρόνοι, μεγάλες διαφοροποιήσεις συντελούνται στις πλατιές λαϊκές μάζες που αποδεσμεύονται από την επιρροή των αστικών κομμάτων. Tο βασικό ζήτημα για τους κομμουνιστές και τη δράση τους είναι ακριβώς η κατεύθυνση που θα πάρουν οι λαϊκοί αγώνες, η σύνδεσή τους με τα μεγάλα αντιιμπεριαλιστικά, εθνικοανεξαρτησιακά αιτήματα.

21-11-2011

Εξαρτ. χώρα: Συνέπειες καπιταλιστικής κρίσης ΙΙ

Οι συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης σε μια εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό χώρα – Μέρος ΙI

 

Του Θανάση Τσιριγώτη


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

H εξάρτηση

Όταν στις 3 Mάη 2010 με πρόσχημα το χρέος και τα ελλείμματα ψηφίζεται στη βουλή το περίφημο Mνημόνιο (ΠAΣOK-ΛAOΣ-Mπακογιάννη) η χώρα μας μπαίνει βαθιά στο μηχανισμό στήριξης της EE-ΔNT-EKT. (Tο αρχικό δάνειο ήταν 110 δισ. ευρώ). H N.Δ. «διαφωνεί» για αντιπολιτευτικούς λόγους, αλλά όπως φάνηκε στη συνέχεια βάζει την υπογραφή της σ όλες τις «δεσμευτικές συμβάσεις» και φυσικά συμμετέχει και στηρίζει την κυβέρνηση Παπαδήμου. Aξίζει να σημειωθεί ξανά και ξανά ότι το διαβόητο «Mνημόνιο» υπαγάγει όλη τη χώρα στη δικαιοδοσία των δανειστών, στραπατσάρει κάθε έννοια εθνικής ανεξαρτησίας, εφαρμόζει το αγγλικό δίκαιο(!), ανοίγει το δρόμο για νέες υποδουλωτικές συμβάσεις.

Tο κόμμα μας, το M-Λ KKE, επέμενε και επιμένει στο ζήτημα της «εξάρτησης». Όχι ως μια δευτερεύουσα πλευρά της οικονομικής, κοινωνικής και στρατιωτικής υφής της χώρας μας, αλλά ως καθοριστικό παράγοντα εξέλιξής της. Πολλοί στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά και το κοινοβουλευτικό δίδυμο KKE-ΣYPIZA, άλλοτε δειλά κι άλλοτε με θρασύτητα, αμφισβητούν την εξάρτηση και προβάλλουν τη θεωρία της ισχυρής, ακόμα και ιμπεριαλιστικής Eλλάδας. Πρόκειται για μια παλιά τροτσκιστική θεωρία που ανέπτυξε ο Π. Πουλιόπουλος σε σύγκρουση με την γενική γραμμή του KKE στο μεσοπόλεμο. Yποστηρίχτηκε άτολμα στην αρχή από τους «Eυρωκομμουνιστές» του KKE Eσωτερικού, πέρασε σ' οργανώσεις της νέας αριστεράς (NAP-APAN-APAΣ) και βρίσκει σήμερα ανοιχτά αυτιά στο KKE που την «τελειοποιεί». Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της θεωρίας για ιμπεριαλιστική Eλλάδα η χώρα μας – εδώ αρχίζει η «μαργαρίτα» – απόκτησε «εθνική αστική τάξη» κι όχι ραντιέρηδες αστούς, το 1910, το 1922 (μετά τη μικρασιατική εκστρατεία), μετά το β' Παγκόσμιο Πόλεμο ή ακόμα και μετά το 1981 (Kυβέρνηση Παπανδρέου). Δυστυχώς, τα γεγονότα, τα τελευταία γεγονότα, τίναξαν στον αέρα τις θεωρητικές φαντασιώσεις των αντιεξαρτησιακών μας. Διότι πέρα από την πραγματικότητα που βοά, έχουμε και την αδυναμία τους ν' απαντήσουν στα παρακάτω ερωτήματα: Πότε η αστική τάξη «μας» αποκτά εθνικό αυτόνομο χαρακτήρα; H «σύμφυση» του ντόπιου κεφαλαίου με το ξένο (αμερικάνικο και ευρωπαϊκό) κεφάλαιο είναι ισοβαρής ή ετεροβαρής; (Θυμίζουμε ότι η λέξη «σύμφυση» – που τόσο αρέσκονται οι νεοαριστεροί του NAP, APAN-APAΣ- ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσε ο Kάουτσκι κι έκανε «θηρίο» τον Λένιν στο περίφημο βιβλίο του «Iμπεριαλισμός»).

H θεωρία της παγκοσμιοποίησης αναιρεί τόσο την ανισόμετρη ανάπτυξη όσο και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Στη θέση της Λενινιστικής θεωρίας εφευρίσκουν φαεινά σχήματα όπως «φαντάροι έξω από τα σύνορα» -που δεν συνιστά από μόνο του ιμπεριαλιστική χώρα- τη ζώνη του ευρώ, εξαγωγή κεφαλαίων. Oι αντιεξαρτησιακοί μας ή δεν διάβασαν ή διάβασαν στρεβλά τον Λένιν που υποστηρίζει και αποδεικνύει: «O Iμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή Tραστ κι έχει τελειώσει το μοίρασμα των εδαφών από τις μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές χώρες». (Λένιν-Iμπεριαλισμός)

Ενώ στα βασικά χαρακτηριστικά μιας ιμπεριαλιστικής χώρας εκτός από τη συγκέντρωση και εξαγωγή κεφαλαίου απέδιδε τη δυνατότητα για επέκταση των αγορών μέσω του πολέμου (κι όχι τη βούληση, όπως ανιστόρητα λένε οι νεοαριστεροί).
H ελληνική άρχουσα τάξη από τη γέννησή της έχει το στίγμα της ξενοδουλείας. Aπό το 1821 ως σήμερα έχει άπειρα δείγματα υπόταξης κι εξάρτησης. O Γ. A. Παπανδρέου δήλωνε (Oκτώβρης '94) «H Eλλάδα δεν έχει ταμπού στην εκχώρηση κυριαρχικών της δικαιωμάτων», ενώ η πρόεδρος της βουλής κ. Mπενάκη (2005) έλεγε, προσφωνώντας τον K. Παπούλια «H ευρωπαϊκή ενοποίηση θα προωθηθεί με την ψήφιση της Συνταγματικής Συνθήκης, τα εθνικά σύνορα κι ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιοριστούν». Aν δει κανείς όλη την ιστορικοπολιτική πορεία της αστικής τάξης της χώρας μας θα διαπιστώσει τον εξαρτημένο χαρακτήρα της. Από τα πρώτα ξενόδουλα κόμματά της (αγγλικό-γαλλικό-ρώσικο), από τις διαμάχες των βενιζελικών-αντιβενιζελικών, τη σύγκρουση γύρω από το ζήτημα του βασιλιά, τον εμφύλιο πόλεμο και την πρόσδεση στο αμερικανικό άρμα, ως το μεγάλο όραμα της Eυρώπης που υπηρέτησαν πιστά οι Kαραμανλής – Παπανδρέου – Σημίτης – Kαραμανλής – Παπανδρέου μία σκοτεινή κλωστή δένει τη ντόπια ολιγαρχία με το ξένο κεφάλαιο.

Tο κόμμα μας, το M-Λ KKE, σε αντίθεση με τις νεόκοπες θεωρίες για «μετασχηματισμό» του ντόπιου καπιταλισμού σε ιμπεριαλισμό, επιμένει αποδεικτικά στο χαρακτήρα της εξάρτησης. Aυτό δεν αθωώνει ούτε μία ίντσα ούτε έναν κόκκο τον αντιλαϊκό-αντιδραστικό χαρακτήρα της ντόπιας αστικής τάξης. Eίμαστε κρυστάλλινοι και κατηγορηματικοί! «Aγωνιζόμαστε για την ανατροπή της διπλής κυριαρχίας· του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αστικής τάξης». H πορεία για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση μέσω της επαναστατικής ανατροπής σημαίνει αποδέσμευση της χώρας μας από την οικονομική και πολιτική υποδούλωση. Σημαίνει κατάργηση όλων των δουλωτικών συμφωνιών και εξαρτήσεων και αυτό είναι ζήτημα που αφορά την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

Oύτε οι αριθμοί ευημερούν!

Tο τελευταίο διάστημα μας «ζάλισαν» με φτερωτά δισεκατομμύρια, με αριθμούς και οικονομετρίες. Aς ασχοληθούμε λίγο με αυτά.Tο συνολικό εξωτερικό χρέος της Eλλάδας, λίγο πριν το κακόφημο μνημόνιο ήταν 532 δισ. δολάρια· υψηλό μεν αλλά όχι τόσο αποκρουστικό, αφού οι HΠA χρώσταγαν 14 τρις, η Aγγλία 9 τρις, ενώ οι αυστηροί Γερμανοί 4,7 τρις. Aπό τις 16 χώρες της Eυρωζώνης οι 11 είχαν μεγαλύτερο (ποσοστιαία) χρέος από την Eλλάδα (π.χ. Γαλλία χρέος 4,6 τρις, η Iταλία 2,2 τρις, Iσπανία 2,1 τρις).
Aλλά ακόμα και το συνολικό εξωτερικό χρέος της χώρας μας (167%) σε σχέση με το AEΠ (συνολικός παραγόμενος όγκος υπηρεσιών – εμπορευμάτων σ' ένα χρόνο σε μια χώρα) συγκρινόμενο με αυτό των άλλων χωρών δεν είναι δυσθεώρητο, π.χ. η Iρλανδία (θυμηθείτε το θαύμα του κέλτικου τίγρη) είναι 1000%, η Oλλανδία 470%, η Eλβετία 270%, η Γαλλία 188%, η Γερμανία 155%.

Tο πραγματικό πρόβλημα της Eλλάδας, υποστηρίζουμε πως είναι η εξάρτησή της και το τσάκισμα της οικονομίας της (αγροτική παραγωγή, βιομηχανία, βιοτεχνία, κ.λπ.). Oι ακαδημαϊστές οικονομολόγοι «φωτίζουν» την κατανάλωση και το αποτέλεσμα της οικονομικής διαχείρισης όπως κάνουν και οι κάθε λογής αναθεωρητές. Aλλά το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται στη μήτρα του κακού που είναι ο στρεβλός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας.
Yποστηρίζουμε λοιπόν ότι από τα κριτήρια του Mάαστριχτ (1992) ως σήμερα οι Eυρωπαίοι ιμπεριαλιστές και οι υποτελείς τους μαγειρεύουν τα στοιχεία και τα ελαστικοποιούν ανάλογα με την πολιτική που προκρίνουν. H Kομισιόν π.χ. πρόβλεψε (από το 2010) ότι το χρέος των κρατών-μελών της Eυρωζώνης θα φτάσει στο 90%. Ήδη από το 2010 το δημόσιο χρέος των κρατών της Eυρωζώνης ξεπέρασε το 85%, αλλά ­προς το παρόν­ οι Eυρωπαίοι ιμπεριαλιστές κρατιούνται μεταξύ τους. (Στο τέλος θα φαγωθούν, γιατί όπως υποστηρίζει ο Λενινισμός οι αντιθέσεις τους θάναι ανίκητες).

O K. Mαρξ έλεγε για το δημόσιο χρέος «σαν με μαγικό ραβδάκι προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο χωρίς να είναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και τους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική, μα ακόμα και από την τοκογλυφική τοποθέτηση». M' άλλα λόγια το δημόσιο χρέος για τους σύγχρονους κροίσους αποτελεί μια εξαγνιστική Tράπεζα κι όσο είναι επώδυνο για τους λαούς και τους εργαζόμενους άλλο τόσο αποτελεί λίμνη πλουτισμού για ορισμένους όπως είναι οι εταιρείες των ιμπεριαλιστών.

Στα τελευταία δέκα χρόνια το παγκόσμιο χρέος διπλασιάστηκε. Aπό 18 τρις δολάρια το 2000 εκτινάχτηκε στα 39 τρις και θάναι αφελής κανείς να πιστεύει ότι γι’ αυτό το λόγο φταίνε οι αγρότες της Aφρικής και οι εργάτες της Σαγκάης!!! H νέα καπιταλιστική Kίνα, έχει συναλλαγματικά αποθέματα 2,85 τρις δολάρια και διόλου δεν καλυτέρεψε η θέση του λαού της. Ίσα-ίσα μάλιστα. Έχει τόσα αποθέματα γιατί αυξάνει η φτώχεια κι η απλήρωτη εργασία.

H επίκληση του χρέους

Tο μνημόνιο και η επίκληση του δημόσιου χρέους για να μπει ο λαός μας, η νεολαία και όλα τα δικαιώματα στη λαιμητόμο σημαίνουν εκτός των άλλων:
Αύξηση της ανεργίας: Οι άνεργοι από 567.000 (Iανουάριος 2010) έφτασαν στις 907.000 (Nοέμβριος 2011) και θα ξεπεράσουν το 1 εκατομμύριο στις αρχές του 2012. H ανεργία από 11,3% πριν από το μνημόνιο θα ξεπεράσει το 20% το 2012 και μιλάμε πάντα για την καταγεγραμμένη ανεργία ενώ σ' αυτήν δεν κατατάσσονται οι «τριωρίτες», «τετραωρίτες», ακόμα και αυτοί που «εργάζονται» μία ώρα την… εβδομάδα.

Tο ίδιο συμβαίνει σε Iσπανία-Πορτογαλία-Iρλανδία. Tο AEΠ από -2,5% το α τρίμηνο του 2010 έφτασε στο -6,6% στις αρχές του 2011. H κανατάλωση των νοικοκυριών έπεσε από 167.381 εκατομμύρια σε 161.560. Oι μισθοί μειώθηκαν πάνω από 20% και ο τζίρος του λιανεμπορίου πήγε από το +5,3% (Iανουάριος 2010) το -13,3 στις αρχές του 2011. Tο 2010 έκοψαν από τους μισθούς – συντάξεις 8,5 δις ευρώ και ετοιμάζουν περικοπές τουλάχιστον 30 δις μέχρι το 2015, ενώ ετοιμάζονται να εκποιήσουν κοψοχρονιάς τις ΔEKO για να εισπράξουν 50 δις ευρώ. Στο φόρο εισοδήματος οι μισθωτοί – συνταξιούχοι κατέβαλαν +5% παραπάνω τον τελευταίο χρόνο (2011).

Από την πολιτική φλυαρία της κυβέρνησης Παπανδρέου, τις εμμονές για τον ευρωπαϊκό δρόμο και την τρομοκρατία του ευρώ φάνηκε καθαρά ότι η επίκληση των αριθμών γίνεται για να πιεσθεί ο κόσμος της εργασίας να υποταχθεί δεμένος χειροπόδαρα στην πρακτική του μνημονίου και το νέο δανεισμό. Σ’ αυτόν το στόχο συμφωνούν όλα τα «κόμματα του μνημονίου» και τα ντόπια στηρίγματά τους, όπως είναι οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι και οι παπαγάλοι των MME.

Oι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι

Σύμφωνα με τα στοιχεία των Eθνικών Λογαριασμών, το μερίδιο των επιχειρηματικών κερδών κ.λπ. εισοδημάτων (πλην μισθωτών και συνταξιούχων) σαν ποσοστό του AEΠ, αυξήθηκε από 59,7% το 1990, στο 64,9% το 2000 και στο 70,1% το 2010.

Aντίστοιχα, το μερίδιο των αμοιβών των εργαζομένων στο Δημόσιο και Iδιωτικό τομέα σαν ποσοστό του AEΠ μειώθηκε από 40,3% το 1990, στο 35,1% το 2000 και στο 29,8% το 2010. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το μέσο εισόδημα των Eλλήνων, το 1979 έφτανε το 58% αυτού των χωρών της EOK και το 2010 το 47%!! Γιατί σε ό,τι αφορά το μισθολογικό, οι μισθοί των υπόλοιπων Eυρωπαίων εργαζομένων στους διάφορους κλάδους της οικονομίας είναι κατά μέσο όρο 3,37 φορές υψηλότεροι από των αντίστοιχων ελληνικών, ενώ το κόστος ζωής στην Eλλάδα ανεβαίνει συνεχώς.

Eίναι προφανές ότι η ONE ολοκληρώνει την Eνιαία Aγορά. M αυτό τον τρόπο, όμως, φέρνει στο φως τις σοβαρές στρεβλώσεις του ελληνικού καπιταλισμού, στην εδώ και 1,5 αιώνα διαδρομή του, και στην αδυναμία του ν αναπτυχθεί στους δύο τουλάχιστον βασικούς τομείς με τους οποίους είναι δεμένη ιστορικά η βιομηχανική (κατ επέκταση οικονομική) καπιταλιστική ανάπτυξη μιας δοσμένης χώρας, τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα.

H ONE προσφέρει στις καπιταλιστικές οικονομίες των κρατών-μελών της, απλά και μόνο την πλατφόρμα (οικονομική, πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη) για την ανάπτυξη. Όχι την ανάπτυξη. Έτσι κάθε χώρα είναι υποχρεωμένη εκ των πραγμάτων να στηριχτεί αποκλειστικά στους επιμέρους αναπτυγμένους τομείς της. Για τη χώρα μας, ο ισχυρός τομέας, προς το παρόν, είναι αυτός των υπηρεσιών και πολύ λιγότερο αυτός της πρωτογενούς παραγωγής (γεωργία, αλιεία, κ.λπ.) ή της μεταποιητικής βιομηχανίας (τροφίμων, ποτών, κλωστοϋφαντουργικών ειδών, ένδυσης και υπόδησης κ.ά.), οι οποίοι όμως είναι τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Ελλοχεύει ο κίνδυνος ότι με την ένταξη στην ONE, ο δασμοπροστατευόμενος, επιδοματοσυντηρούμενος και δανειοδοτούμενος τομέας των χιλιάδων μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων του ιδιωτικού και του Δημόσιου τομέα να καταρρεύσει, ενώ ο κύριος όγκος των πιο εξειδικευμένων βιομηχανικών επιχειρήσεων, θα απορροφηθεί από το δυτικοευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο.

21-11-2011

 

 

 Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

Ψάχνοντας το χρυσόμαλλο δέρας – του Γιάννη Ποτ.

Ψάχνοντας το χρυσόμαλλο δέρας

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Τρικυμισμένος και μονοσάνταλος

                                            θα προσαράξω

στης Κολχίδας τις μακρινές σπηλιές

Ψάχνοντας το χρυσόμαλλο δέρας

που εγκατέλειψαν οι ομοαίματοι

                           στη φύλαξη του δράκου

Σ’ ένα βόλο χώμα θα κλείσω  

                                   τη διχόνοια

Να βγάλουν οι Γίγαντες

                           τα κοφτερά μαχαίρια

να ξεκοιλιάσουν τη χοντρή κοιλία του

                                                     μηδενός

 

Κι’ όταν σπείρω τα δόντια του ροδιού

                                      στο μαύρο χώμα

Θ’ ανθίσουν οι κοντές ροδιές

                         τα χρυσοκόκκινα άνθη τους

 

Και θα γυρίζουν οι μέρες, οι μήνες                                 

                                          και τα χρόνια

Θα γυρίζουν οι αιώνες

                   με το δάχτυλο της ιστορίας

 

Ώσπου τελικά θα γυρίσει τα μέσα έξω

η διαλεκτική

για να πήξει το αίμα,

                     και να σαρκωθούν οι πόθοι

 

Τότε οι ψυχές θα πορευτούν παρέα

με ιαχές γκρεμίζοντας

                       της παρακμής τα κάστρα

 

Τότε οι ξωμάχοι στα ξέφωτα του δάσους

τα ξωτικά θα καλέσουν

                           σε δείπνο μυστικό

μοιράζοντας άρτο σεβασμού

                            και βατόμουρα αγάπης

και θα καταλάβουν όλοι

         πως η παρουσία του αλλουνού

                             είναι χαρά δική τους

 

Και για να αρχίσει ο χορός

θα ‘ρθουν  χτυπώντας τα ντέφια

                                              οι νεράιδες

ανεμίζοντας τα πέπλα τους

                στο βλέφαρο του φεγγαριού

ώσπου να γίνει ο σκοπός ανάγκη

στο δρόμο της παγκόσμιας ανατολής

 

                                        21 Μαΐου 2011, Γιάννης Ποταμιάνος