ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑ

ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑ:

Η Fed θυμίζει ένα επενδυτικό κεφάλαιο μεγάλου ρίσκου, ένα hedge fund δηλαδή με «χαρτοπαίκτες» διαχειριστές, παρά μία κεντρική τράπεζα – ενώ οι πολίτες της υπερδύναμης χρησιμοποιούνται σαν πειραματόζωα, με την ανοχή της κυβέρνησης τους

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Η σχέση ιδίων προς ξένα κεφάλαια της Fed είναι περίπου 1:50 – μία εξαιρετικά επικίνδυνη αναλογία για οποιαδήποτε τράπεζα του πλανήτη, αφού σε κάθε δικό της δολάριο αντιστοιχούν πενήντα ξένα, δανεικά ουσιαστικά.  Η καθαρή θέση της στις αρχές του 2011, αυτό που θα απέμενε δηλαδή εάν αφαιρούσε κανείς τις υποχρεώσεις από τα περιουσιακά της στοιχεία, με την αξία που η ίδια τα αποτιμά αυθαίρετα, ήταν μόλις 60 δις $ – έναντι συνολικού ισολογισμού 3 τρις $ (60 δις $ : 3 τρις $ = 1:50). 

Αυτό σημαίνει ότι, εάν τα περιουσιακά στοιχεία της Fed, τα οποία αποτελούνται κυρίως από ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, έχαναν μόλις το 2% της αξίας τους, άρα 60 δις $, τότε το κεφάλαιο της θα μηδενιζόταν.  Επομένως, η κεντρική τράπεζα της υπερδύναμης, η οποία είναι 100% ιδιωτική και όχι κρατική, με μετόχους τις μεγαλύτερες τράπεζες των Η.Π.Α., θα χρεοκοπούσε.

Η μείωση τώρα των περιουσιακών της στοιχείων θα ήταν αναπόφευκτη, τη στιγμή που θα αναγκαζόταν να πουλήσει ομόλογα, για να μειώσει την ποσότητα χρήματος** – κάτι που αργά ή γρήγορα θα συμβεί, αφού κάποια στιγμή η Fed θα υποχρεωθεί να τελειώσει τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (QE 1,  2, 3), είτε από δική της πρωτοβουλία, είτε από το φόβο αντιποίνων εκ μέρους της Κίνας (όπως θα αναλύσουμε σε επόμενο κείμενο μας).

Εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε σήμερα, εάν δηλαδή η Fed σταματούσε να τροφοδοτεί συνεχώς με νέα χρήματα την αγορά (περί τα 85 δις $ μηνιαία), θα κατέρρεαν ξαφνικά πολλές αξίες – μεταξύ των οποίων οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις αρκετών εταιρειών, οι μετοχές των οποίων αυξάνονται, παρά την κακή πορεία της οικονομίας, καθώς επίσης οι τιμές των εμπορευμάτων.  

Σε κάθε περίπτωση, παρά το ότι η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. μπορεί να αδιαφορεί για τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων, αφού δεν είναι υποχρεωμένη να τα αποτιμά στις τρέχουσες τιμές αγοράς, όταν θα πουλήσει υποχρεωτικά ομόλογα του δημοσίου, για να περιορίσει τη ρευστότητα στην αγορά, θα υποχρεωθεί να καταγράψει τα ακριβή, μειωμένα έσοδα στα βιβλία της – οπότε τις ζημίες και τη χρεοκοπία της, εάν δεν χρησιμοποιούσε τη «δημιουργική λογιστική»".

Ανάλυση

Ελάχιστοι ίσως άνθρωποι έχουν  συνειδητοποιήσει πως ο χρυσός, παρά το ότι χειραγωγείται τα μέγιστα από τις κεντρικές τράπεζες του πλανήτη (άρθρο μας), από τα 35 $ που κόστιζε η ουγγιά την εποχή που καταργήθηκε ο ομώνυμος κανόνας (1971), έχει πλησιάσει σήμερα τα 1.600 $ – κοστίζει δηλαδή πενήντα φορές περισσότερο, μέσα σε 40 περίπου χρόνια. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, η Fed δεν κατάφερε σε καμία περίπτωση να διατηρήσει σταθερές τις τιμές – κάτι που αποτελεί βασική υποχρέωση της.

Την ίδια στιγμή, τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά προϊόντα (επεξήγηση στο τέλος του άρθρου μας «Το παράδοξο του Minsky»), έχουν προ πολλού εξελιχθεί σε μία βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια του συστήματος – αφού έχουν ξεπεράσει τα 600 τρις $ (Πίνακας Ι), έναντι 60 τρις $ συνολικού παγκόσμιου ΑΕΠ.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Μεγάλες τράπεζες (ορισμένες μέτοχοι της Fed) και έκθεση τους σε παράγωγα (2009)

Τράπεζες

Παράγωγα (σε τρις $)

Πάγια (σε τρις $)

Παράγωγα/πάγια (%)

 

 

 

 

JP Morgan

79.941

1.663

4.807

Goldman Sachs

40.772

119

34.262

Bank of America

39.064

1.450

2.694

Citibank

31.943

1.165

2.742

Wells Fargo

5.111

1.100

465

HSBC

3.152

158

1.995

Bank of NY Mellon

1.271

162

785

Πηγή: Marketoracle uk. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Στο πρόσφατο stress test που διεξήγαγε η Fed, η Morgan Stanley είχε μόλις 5,7% ποσοστό ιδίων κεφαλαίων (tier one ratio), ενώ η JP Morgan 6,3% – με πιο επικίνδυνη την Goldman Sachs (5,8% και ρίσκο 20 δις $). Η κρατική πλειοψηφικά Ally Financial είχε δείκτη μόλις 1,5% – προφανώς «εξωφρενικοί» αριθμοί, με τους οποίους δεν θα μπορούσε να επιβιώσει καμία επιχείρηση της πραγματικής οικονομίας.    

Οι υποσχέσεις λοιπόν ορισμένων οικονομολόγων, σύμφωνα με τις οποίες η κατάργηση του κανόνα του χρυσού θα φρόντιζε να υπάρχουν τα απαιτούμενα χρήματα για μία συνεχή ανάπτυξη της οικονομίας, καθώς επίσης ότι τα ρίσκα θα διατηρούταν ελεγχόμενα, με τη βοήθεια των παραγώγων και τη σωστή χρήση τους (αντιστάθμισμα κινδύνων), εκ μέρους ικανών ανθρώπων, δεν φαίνεται να έχουν αντίκρισμα – κάτι που αποδείχθηκε με το χειρότερο δυνατό τρόπο, μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης (2008). Τελικά, το μοναδικό πράγμα που πετύχαμε, μετά την έξοδο μας από τον κανόνα του χρυσού, ήταν η υπερχρέωση του πλανήτη – κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών. 

Σε κάθε περίπτωση, η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς επίσης ολόκληρης της οικονομίας, αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή, με τη βοήθεια μαζικών κρατικών παρεμβάσεων, μέσω των οποίων κοινωνικοποιήθηκαν οι ζημίες – με εγγυήσεις για τις τράπεζες, με κεφάλαια για την εξασφάλιση του διατραπεζικού δανεισμού, με τη μεγάλη αύξηση της ποσότητας χρήματος από όλες σχεδόν τις κεντρικές τράπεζες κοκ.

Εν τούτοις, δεν επιλύθηκαν πολλά άλλα προβλήματα, με κυριότερο την ανεργία – η οποία στην Ευρώπη έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της ανοχής και αντοχής των πολιτών, ενώ στις Η.Π.Α., το 2011, ήταν αντίστοιχη με την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης (1930), εάν χρησιμοποιούσε κανείς σήμερα τις ίδιες μεθόδους μέτρησης με τότε.

Οι δύο βασικές υποχρεώσεις λοιπόν των κεντρικών τραπεζών (κυρίως της Fed, αφού η ΕΚΤ έχει αναλάβει μόνο τη νομισματική σταθερότητα), αλλά και των κυβερνήσεων, η διατήρηση των τιμών δηλαδή, καθώς επίσης η αύξηση της απασχόλησης, δεν έχουν εκπληρωθεί – γεγονός που θα μας οδηγήσει σε δύσβατα μονοπάτια στο μέλλον (μία από τις λύσεις του προβλήματος έχει αναπτυχθεί στο κείμενο μας «ΕΚΤ, η λύση των λύσεων»).  

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ Η.Π.Α.

Ήδη από το 2008 τα στελέχη της Fed συζητούσαν με μέλη του Κοινοβουλίου τις δυνατότητες έκδοσης ομολόγων εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας, δικών της ομολόγων δηλαδή, έτσι ώστε να μην χρεοκοπήσει – κάτι που όμως απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής Βουλής. Με τη βοήθεια αυτών των ομολόγων, η Fed θα μπορούσε να σταματήσει τα προγράμματα ποσοτικής διευκόλυνσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να πουλήσει τα ομόλογα δημοσίου, τα οποία έχει στην κατοχή της.

Ειδικότερα, αντί η Fed να πουλήσει τα αμερικανικά ομόλογα, για να περιορίσει την ποσότητα χρήματος, εγγράφοντας υποχρεωτικά ζημίες στον ισολογισμό της και χρεοκοπώντας, θα είχε τη δυνατότητα πια να πουλήσει, για τον ίδιο σκοπό, τα νέα, δικά της ομόλογα – τα οποία δεν θα έχαναν σε αξία, όπως τα ομόλογα του δημοσίου, εάν άρχιζε να τα πουλάει.  Επειδή όμως το Αμερικανικό Κοινοβούλιο αρνήθηκε εύλογα να εγκρίνει κάτι τέτοιο, υπήρξε μία «ειδική συμφωνία» μεταξύ της Fed και του υπουργείου οικονομικών, η οποία δεν απαιτούσε την έγκριση της Βουλής – ένας πραγματικά εντυπωσιακός ελιγμός, μια παράκαμψη των δημοκρατικών κανόνων, ερήμην των βουλευτών και επομένως των πολιτών. Παράλληλα, υπήρξε μία ακόμη «παράβαση της νομοθεσίας» εκ μέρους της Fed – ξανά με «συνεργό» της το υπουργείο οικονομικών της υπερδύναμης.

Αναλυτικότερα, η κεντρική τράπεζα κερδίζει ετήσια μεγάλα ποσά από τους τόκους, τους οποίους αποφέρουν τα ομόλογα δημοσίου που έχει στην κατοχή της. Τα κέρδη της αυτά, βάσει νομοθεσίας, αποδίδονται ετήσια στο υπουργείο οικονομικών.

Σε συμφωνία όμως με το υπουργείο, η Fed σταμάτησε να μεταφέρει τα κέρδη της στο δημόσιο, για ένα απεριόριστο χρονικό διάστημα – παρακρατώντας τα σε έναν ειδικό λογαριασμό του παθητικού της. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει – πόσο μάλλον αφού πρόκειται για κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ μέχρι σήμερα στην ιστορία της.

Παρά το ότι λοιπόν η Fed υπολογίζει να εγγράψει ζημίες από την πώληση των ομολόγων που κατέχει, δεν θα μειωθεί τελικά το κεφάλαιο της, όπως συνήθως συμβαίνει – επειδή, αντί αυτού, θα αυξηθούν οι υποχρεώσεις της, απέναντι στο υπουργείο οικονομικών. Σε τελική ανάλυση δηλαδή, η Fed θα εκδώσει «ιδιωτικά γραμμάτια» προς το υπουργείο οικονομικών, λαμβάνοντας χρήματα, με τα οποία θα αποφύγει τη χρεοκοπία – θα λύσει δηλαδή τα προβλήματα της στα χαρτιά, πλασματικά, με τη βοήθεια μίας πρωτοφανούς «δημιουργικής λογιστικής».

Προφανώς, εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε σε μία οποιαδήποτε άλλη ιδιωτική επιχείρηση, ο διευθυντής της θα οδηγούταν αμέσως στη φυλακή – πόσο μάλλον όταν το υπουργείο οικονομικών των Η.Π.Α. είναι ένας κρατικός οργανισμός, ενώ η Fed μία ιδιωτική επιχείρηση (με μετόχους εμπορικές τράπεζες, οι οποίες διασώζονται και πλουτίζουν εις βάρος των φορολογουμένων Αμερικανών πολιτών).  

Η ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, ο βασικός κανόνας του μονεταρισμού είναι το ότι, οι αλλαγές στην ποσότητα χρήματος αποτελούν την κύρια αιτία των διαφοροποιήσεων του ΑΕΠ. Οι αυξήσεις τώρα του ΑΕΠ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: (α) στις πραγματικές αυξήσεις, οι οποίες δημιουργούν κέρδη σε μία οικονομία, καθώς επίσης (β) στις πλασματικές, οι οποίες οφείλονται στον πληθωρισμό – οπότε είναι «ουτοπικές».

Περαιτέρω ο πραγματικές αυξήσεις, μαζί με τις πλασματικές (πληθωριστικές), αποκαλούνται «ονομαστικές» μετρούμενες στο εκάστοτε εθνικό νόμισμα. Η μονεταριστική εξίσωση τώρα, η οποία αποδίδεται στον M.Friedman και ονομάζεται «ποσοτική θεωρία του χρήματος», είναι η εξής:

M x V = P x Y

όπου Μ =ποσότητα χρήματος, V = ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, P = επίπεδο τιμών και Y = πραγματικό ΑΕΠ. Απλούστερα, η ποσότητα χρήματος που υπάρχει στην αγορά (Μ), πολλαπλασιαζόμενη επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος (V), είναι ίση με το ονομαστικό ΑΕΠ – το οποίο αποτελείται από το πληθωριστικό ΑΕΠ ή P (αλλαγές του επιπέδου τιμών) και από το πραγματικό ΑΕΠ ή Y.

Ο σημαντικότερος παράγοντας εδώ είναι προφανώς η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, το V δηλαδή – αφού η ποσότητα του χρήματος (Μ) μπορεί, σε κάποιο βαθμό, να ελεγχθεί από την εκάστοτε κεντρική τράπεζα, είτε «τυπώνοντας» χρήματα (αγορά ομολόγων, έναντι νέων χρημάτων), είτε αποσύροντας τα υφιστάμενα (πώληση ομολόγων, με την καταστροφή χρημάτων).

Η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος τώρα (V), είναι ουσιαστικά η μέτρηση του πόσο γρήγορα «αλλάζουν χέρια» τα χρήματα. Για παράδειγμα, όταν κάποιος ξοδεύει ένα ευρώ, αγοράζοντας κάτι, ενώ αυτός που το παίρνει κάνει το ίδιο, τότε η ταχύτητα κυκλοφορίας αυτού του ευρώ είναι 2 – επειδή «άλλαξε χέρια» δύο φορές. Εάν όμως το ευρώ δεν ξοδεύεται, αλλά κατατίθεται στην τράπεζα, τότε η ταχύτητα κυκλοφορίας του είναι μηδέν – επειδή δεν άλλαξε καθόλου χέρια. 

Περαιτέρω, για πολλά χρόνια αναρωτιόταν κανείς, σε σχέση με την παραπάνω εξίσωση, εάν υπάρχουν κάποια φυσικά όρια, όσον αφορά την πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας,  πριν δημιουργηθεί, προτού προκληθεί καλύτερα πληθωρισμός (ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών).

Ειδικότερα, από αυτήν την οπτική γωνία, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ καθορίζεται από τον αριθμό των εργαζομένων, καθώς επίσης από την παραγωγικότητα τους. Εάν λοιπόν ο πληθυσμός μίας χώρας αυξάνεται κατά 1% ετήσια, ενώ η παραγωγικότητα κατά 2%, τότε η πραγματική ανάπτυξη, ο συνδυασμός δηλαδή των δύο αυτών παραγόντων, είναι της τάξης του 3%. Διακρίνουμε λοιπόν τα εξής:

(α) Εάν ο πληθυσμός μειώνεται ή/και η ανεργία κλιμακώνεται, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, με την παραγωγικότητα να μην αυξάνεται ή να περιορίζεται, κυρίως λόγω έλλειψης επενδύσεων, τότε δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ανάπτυξης. Στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί, απεικονίζεται η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Η διαμόρφωση του ΑΕΠ με κριτήριο τους εργαζομένους και την παραγωγικότητα τους

Έτος

Εργατικό δυναμικό

Ανεργία (%)

Εργαζόμενοι

ΑΕΠ (δις €)

*Παραγωγικότητα

 

 

 

 

 

 

2008

4.951.000

10%

4.455.900

239,14

53.668

2012

4.951.000

25%

3.713.250

199,28

53.668

2012

4.951.000

25%

3.713.250

194,00

52.245

2013

4.951.000

28%

3.564.720

186,24

52.245

* Η παραγωγικότητα ορίζεται εδώ από το ΑΕΠ δια τους εργαζομένους

Σημείωση: Το ύψος του ΑΕΠ σε μία χώρα είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ευημερία της – αφού από αυτό εξαρτώνται τα δημόσια έσοδα, ο δανεισμός της (συνάρτηση του δείκτη χρέος/ΑΕΠ), η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της και πάρα πολλά άλλα. 

Πηγή: ΥΠΟΙΚ, CIA. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ, η Ελλάδα το 2008 παρήγαγε 239,14 δις €, με 4.455.900 εργαζομένους – με το ποσοστό ανεργίας στο 10%. Το 2012, με το ποσοστό ανεργίας στο 25% και με το ίδιο εργατικό δυναμικό, εάν η παραγωγικότητα έμενε σταθερή (δεύτερη σειρά, με πλάγια γράμματα), το ΑΕΠ της θα διαμορφωνόταν στα 199,28 δις €. Εν τούτοις (τρίτη σειρά), μειώθηκε ακόμη περισσότερο, στα 194 δις € – γεγονός που οφείλεται είτε στην πτώση της παραγωγικότητας, κυρίως λόγω έλλειψης επενδύσεων, είτε στη μείωση του εργατικού δυναμικού (λόγω μετανάστευσης), είτε στους ανέργους που δεν καταγράφονται στατιστικά. 

Το 2013, ξανά με το ίδιο εργατικό δυναμικό (τέταρτη σειρά), αλλά με 28% ανεργία, καθώς επίσης με σταθερή παραγωγικότητα, το ΑΕΠ θα περιοριζόταν στα 186,24 δις €. Εν τούτοις, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, θα ανέλθει στα 183,05 δις € – επειδή μειώνεται τόσο το εργατικό δυναμικό, όσο και η παραγωγικότητα (ενώ αυξάνεται η ανεργία).

Είναι λογικό επομένως να αναρωτιέται κανείς που οδηγείται η χώρα, με την εγκληματική πολιτική λιτότητας που της επιβάλλεται – αν και η απάντηση είναι προφανής (λεηλασία του δημοσίου και ιδιωτικού πλούτου της, η οποία προϋποθέτει την κατάρρευση του ΑΕΠ, των τιμών, καθώς επίσης όλων των αξιών).     

(β) Από την αντίθετη πλευρά, εάν ο πληθυσμός αυξάνεται, όπως στην περίπτωση της Γερμανίας, στην οποία μεταναστεύουν συνεχώς νέοι εργαζόμενοι, παράλληλα με την αύξηση της παραγωγικότητας (λόγω νέων επενδύσεων, χαμηλών επιτοκίων, εισόδου εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού από την υπόλοιπη ΕΕ κλπ.), σαν αποτέλεσμα της κρίσης χρέους των υπολοίπων κυρίως, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είναι απολύτως σίγουρη. Επομένως, εξασφαλίζεται η ευημερία και η πρόοδος της χώρας – στην προκειμένη περίπτωση, εις βάρος των ευρωπαίων «εταίρων» της.  

Συνεχίζοντας, ένας «μονεταριστής», ο οποίος θα ήθελε να ορίσει επακριβώς την πολιτική χρήματος της κεντρικής τράπεζας, θα πρότεινε μία ετήσια αύξηση της ποσότητας χρήματος, αντίστοιχη με την πραγματική αύξηση του ΑΕΠ – οπότε, στο παραπάνω παράδειγμα (1% άνοδος του πληθυσμού, συν 2% υψηλότερη παραγωγικότητα), θα αποφάσιζε μία ετήσια αύξηση της ποσότητας χρήματος της τάξης του 3%.

Εν τούτοις, υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στο συγκεκριμένο «αυτοματισμό», το οποίο δεν μπορεί να επιλύσει η «εκτυπωτική μηχανή» των κεντρικών τραπεζών: η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να ελεγχθεί, αφού εξαρτάται από υποκειμενικά κριτήρια – όπως, για παράδειγμα, από το πως αξιολογεί το εκάστοτε άτομο (κατ' επέκταση το κοινωνικό σύνολο), τις μελλοντικές οικονομικές προοπτικές του. Στις Η.Π.Α., η ανώτατη ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος διαπιστώθηκε το 1997 (2,12) – έκτοτε δε περιορίζεται συνεχώς (1,80 το 2008, καταρρέοντας στο 1,67 το 2009). 

Η μείωση της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος, στις περισσότερες δυτικές χώρες,  οφείλεται σήμερα στην κρίση – αφού οι καταναλωτές προσπαθούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, αποφεύγουν το νέο δανεισμό, αποταμιεύουν περισσότερο κλπ. Στην περίπτωση αυτή, η μείωση του ΑΕΠ είναι δυνατόν να αποφευχθεί μόνο με την αύξηση της ποσότητας χρήματος, όπως συμπεραίνεται εύκολα από τη μαθηματική εξίσωση μας – γεγονός που έχει οδηγήσει τη Fed (όπως επίσης την τράπεζα της Ιαπωνίας και άλλες), να τυπώνει «σαν τρελή» χρήματα.

Επί πλέον όμως στη συμπεριφορά των καταναλωτών, υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα, το οποίο δεν επιτρέπει το «αντιστάθμισμα» της μειωμένης ταχύτητας κυκλοφορίας, με την εκτύπωση νέων χρημάτων – μόνο με την αύξηση της ποσότητας τους δηλαδή, εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας.

Ειδικότερα, η ποσότητα χρήματος, την οποία «τυπώνει» μία κεντρική τράπεζα (νομισματική βάση) αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος της συνολικής ποσότητας, η οποία κυκλοφορεί σε μία αγορά – περίπου το 20%. Το υπόλοιπο 80% δημιουργείται από τις εμπορικές τράπεζες, είτε όταν δανείζουν τους πελάτες τους, είτε με άλλους τρόπους (άρθρο μας). Στις Η.Π.Α., από το τέλος του 2007, έως τις αρχές του 2011, η Fed αύξησε την ποσότητα χρήματος (Διάγραμμα Ι), κατά 234% – ενώ η συνολική ποσότητα αυξήθηκε «μόλις» κατά περίπου 34%.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Ι

 

Η δυσαναλογία αυτή οφείλεται προφανώς στο ότι, οι τράπεζες διστάζουν να δανείσουν χρήματα σε περιόδους μεγάλων κρίσεων – έχοντας να αντιμετωπίσουν παράλληλα τις ήδη υπάρχουσες επισφάλειες (κόκκινα δάνεια), καθώς επίσης τα υπόλοιπα προβλήματα τους (επικίνδυνη έκθεση στην αγορά παραγώγων κοκ.). Την ίδια στιγμή, τόσο οι καταναλωτές, όσο και οι επιχειρήσεις, αφενός μεν αποπληρώνουν τα χρέη τους, αφετέρου αποφεύγουν το νέο δανεισμό – οπότε συρρικνώνεται η ποσότητα χρήματος, η οποία δημιουργείται από τις εμπορικές τράπεζες.

Ολοκληρώνοντας, όταν η αύξηση της ποσότητας χρήματος δεν είναι ανάλογη της μείωσης της ταχύτητας κυκλοφορίας, τότε δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου σήμερα, στις οποίες έχει επιβληθεί η εγκληματική πολιτική λιτότητας – ταυτόχρονα με την περιορισμένη αύξηση της ποσότητας χρήματος εκ μέρους της ΕΚΤ (δεν αντισταθμίζεται η μείωση της ποσότητας χρήματος από τις εμπορικές τράπεζες, η οποία συνοδεύεται από την κατάρρευση της ταχύτητας κυκλοφορίας).

Πρόκειται λοιπόν, χωρίς καμία αμφιβολία, για ένα εξαιρετικά εκρηκτικό μίγμα «τριπλής ισχύος», το οποίο απειλεί να καταστρέψει τον πλανήτη – ενώ έχει προ πολλού «πυροδοτηθεί», δυστυχώς ερήμην των εθνικών κυβερνήσεων (σε κράτη που θυσιάζονται στην κυριολεξία, στο βωμό της αντιμετώπισης της κινεζικής εισβολής, όπως θα αναλύσουμε σε επόμενο κείμενο μας).     

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ FED

Οι επεμβάσεις της Fed (QE 1,2,3 – αύξηση της ποσότητας χρήματος), δεν επενεργούν τόσο γρήγορα, όσο χρειάζεται για να αναπτυχθεί η αμερικανική οικονομία και να καταπολεμηθεί η ανεργία. Επομένως, η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α., «υπέρμαχος του μονεταριστικού δόγματος», είναι υποχρεωμένη να επηρεάσει και να επιταχύνει εκείνες τις ενέργειες, οι οποίες θα αύξαναν την παροχή δανείων από τις εμπορικές τράπεζες.

Είναι αναγκασμένη επίσης να επιδιώξει την αύξηση της ταχύτητας κυκλοφορίας των χρημάτων, εκ μέρους των επιχειρήσεων και των καταναλωτών – έτσι ώστε να αυξηθούν η κατανάλωση και οι επενδύσεις (υπενθυμίζουμε εδώ την εξίσωση: ΑΕΠ = Κατανάλωση + Επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες + {Εξαγωγές – Εισαγωγές}, από την ανάλυση μας "Χρέη εκτός ελέγχου"). 

Επειδή τώρα η αύξηση της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος και η κατανάλωση εξαρτώνται από την ψυχική διάθεση των ανθρώπων (δανειστών, δανειζομένων και καταναλωτών), η Fed είναι αναγκασμένη να επηρεάσει την συμπεριφορά τους – γεγονός που απαιτεί διάφορες «παραπλανητικές κινήσεις», χειραγώγηση και προπαγάνδα.

Ο επηρεασμός τώρα της διάθεσης των ανθρώπων, προς την κατεύθυνση που επιθυμεί η κεντρική τράπεζα, επιτυγχάνεται με δύο βασικούς τρόπους: (α) με τη δημιουργία συναισθημάτων ευφορίας και πλούτου (β) με το φόβο του πληθωρισμού.

(α) Η δημιουργία συναισθημάτων ευφορίας και πλούτου είναι εφικτή, κυρίως με την άνοδο των αξιών – οι βασικότερες εκ των οποίων, λόγω του ότι γίνονται ευρέως αντιληπτές, είναι οι τιμές των ακινήτων, καθώς επίσης οι δείκτες των χρηματιστηρίων.

Επειδή όμως τα ακίνητα ήταν στο επίκεντρο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, παρά το ότι επιδιώχθηκε η αύξηση των τιμών τους, μέσω της παροχής φορολογικών ελαφρύνσεων, τα αποτελέσματα στην ψυχολογία των Αμερικανών ήταν μηδαμινά.

Έτσι λοιπόν, η Fed επικέντρωσε τις προσπάθειες της (χειραγώγηση της κοινής γνώμης) στα χρηματιστήρια – όπου φαίνεται να έχουν στεφθεί με επιτυχία, κρίνοντας από τα συνεχώς νέα ιστορικά ρεκόρ των βασικών δεικτών (S&P, Dow Jones). Εν τούτοις, επειδή η πλειοψηφία των πολιτών απέχει πλέον από τις χρηματιστηριακές επενδύσεις, κυρίως μετά τις επώδυνες εμπειρίες της φούσκας του διαδικτύου (2000), δεν δημιουργήθηκαν τα απαιτούμενα συναισθήματα πλούτου και ευφορίας – παρά την εξαιρετική «χειραγώγηση» των δεικτών. 

(β) Μετά την παραπάνω αποτυχία της η Fed, αν και συνεχίζει να επενδύει στη μέθοδο των χρηματιστηρίων, έχει πλέον καταφύγει στη δεύτερη εναλλακτική λύση: στη δημιουργία πληθωριστικών φόβων, έτσι ώστε τόσο οι καταναλωτές, όσο και οι επιχειρήσεις, να δαπανούν περισσότερα χρήματα, καθώς επίσης να αυξάνουν το δανεισμό τους.

Οι παράγοντες τώρα, με τη βοήθεια των οποίων επιτυγχάνεται η συγκεκριμένη «χειραγώγηση», είναι (α) το ονομαστικό επιτόκιο, (β) το πραγματικό επιτόκιο και (γ) ο αναμενόμενος πληθωρισμός – σε ποιο ύψος δηλαδή πιστεύουν οι καταναλωτές ότι θα αυξηθεί ο πληθωρισμός, στο άμεσο μέλλον.   

Αναλυτικότερα, εάν το ονομαστικό επιτόκιο διατηρείται χαμηλό, για παράδειγμα στο 2%, ενώ ο αναμενόμενος πληθωρισμός τοποθετείται στο 4%, τότε το πραγματικό επιτόκιο είναι αρνητικό (2-4 = -2%). Στην περίπτωση αυτή, συμφέρει η λήψη δανείων, αφού η πραγματική αξία τους θα μειώνεται κατά 2% ετήσια – επομένως, αυξάνονται οι δαπάνες και οι επενδύσεις, οπότε η κεντρική τράπεζα επιτυγχάνει το στόχο της.

Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι αναζητούν άλλους τρόπους εξασφάλισης της αγοραστικής αξίας των χρημάτων τους, αντί να τα τοκίζουν με αρνητικά επιτόκια – οπότε τα επενδύουν, μεταξύ άλλων, στα χρηματιστήρια ή στα ακίνητα, διευκολύνοντας την πρώτη μέθοδο (δημιουργία συναισθημάτων ευφορίας και πλούτου).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κατά τα φαινόμενα, η Fed έχει πετύχει ήδη το δεύτερο στόχο της – τη δημιουργία δηλαδή πληθωριστικών φόβων στους Αμερικανούς πολίτες και όχι μόνο. Στην επιτυχία της αυτή έχουν αναμφίβολα συμβάλλει, εκούσια ή μη, πολλοί άλλοι – αφού οι κίνδυνοι πληθωρισμού τονίζονται σχεδόν από το σύνολο των «συναλλασσομένων» (από τα ΜΜΕ, από την ΕΚΤ, από την Κίνα, από τους αστέρες οικονομολόγους, από τους διεθνείς επενδυτές, από τις εταιρείες αξιολόγησης, από τη Γερμανία κοκ.).

Εν τούτοις, οι φόβοι αυτοί, παρά το ότι οφείλονται στη «χειραγώγηση» της Fed,  δεν είναι σε καμία περίπτωση πλασματικοί – πόσο μάλλον όταν η ίδια η μονεταριστική θεωρία γνωρίζει ότι, τα αποτελέσματα από την αύξηση της ποσότητας χρήματος εμφανίζονται καθυστερημένα, βοηθώντας μόνο παροδικά στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ. Στη συνέχεια, ο πληθωρισμός αφενός μεν εξαφανίζει τα αρχικά θετικά αποτελέσματα στην οικονομία (αύξηση του ΑΕΠ, μείωση της ανεργίας, επενδύσεις κλπ.), αφετέρου απειλεί τα μέγιστα την ίδια τη χώρα.

Παραστατικά, όταν αυξάνει η κεντρική τράπεζα την ποσότητα χρήματος σε μία χώρα, είναι σαν να πιέζει προς τα έξω μία οδοντόπαστα – αφού είναι πολύ δύσκολο, εάν όχι αδύνατον, να την επαναφέρει στο σωληνάριο, πόσο μάλλον τη σωστή χρονική στιγμή, όταν θελήσει να αποσύρει τα νέα χρήματα από την  αγορά.

Η Κίνα, η Αραβία, η λοιπή Ασία, η Βραζιλία και πολλές άλλες χώρες, οι οποίες υποφέρουν ήδη από τον πληθωρισμό που έχουν «εισάγει» από τις Η.Π.Α., ενώ γνωρίζουν φυσικά τους τεράστιους κινδύνους της συγκεκριμένης πολιτικής της Fed, σε συνδυασμό με τον παγκόσμιο πόλεμο που διεξάγεται (άρθρο μας), διαμαρτύρονται έντονα – ενώ φυσικά σχεδιάζουν τη δική τους νομισματική, ενδεχομένως μία περιορισμένη συμβατική, καθώς επίσης  μία ενεργειακή αντεπίθεση εναντίον της Δυτικής Τρόικας (ΕΕ, Η.Π.Α. και Ιαπωνία).

Αυτοί που πιθανότατα δεν γνωρίζουν τους κινδύνους, στους οποίους εκτίθενται αφενός μεν από την κυβέρνηση τους, αφετέρου από τη Fed, είναι οι Αμερικανοί πολίτες – οι οποίοι δεν μπορούν φυσικά να φανταστούν τι ακριβώς σημαίνει η κατάρρευση ενός νομίσματος.

Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τη μονεταριστική θεωρία, το πρόβλημα της δεν είναι οι μεταβλητές της εξίσωσης, οι οποίες δεν είναι λανθασμένες, αλλά η πολύ μεγάλη δυσκολία ελέγχου τους από τις κεντρικές τράπεζες – αφού επεμβαίνει ο ανθρώπινος παράγοντας (κάτι που δεν συμβαίνει με τον κανόνα του χρυσού).

Ολοκληρώνοντας, ένας επόμενος κίνδυνος είναι η πιθανότητα να καταλάβουν οι Αμερικανοί πολίτες πως γίνεται προσπάθεια εκμετάλλευσης και χειραγώγησης τους – πολύ περισσότερο, ότι χρησιμοποιούνται στην κυριολεξία σαν πειραματόζωα, στα πλαίσια της διεξαγωγής ενός νέου πειράματος, ακριβώς αντίθετου από την πολιτική που επιλέχθηκε το 1930. Ενδεχομένως τότε να χαθεί οριστικά η εμπιστοσύνη τους στους Θεσμούς – με όλα όσα δεινά κάτι τέτοιο συνεπάγεται. 

 

ΥΓ: Υπενθυμίζουμε ότι η Fed, στα πλαίσια του παγκόσμιου συναλλαγματικού πολέμου, έχει έναν ακόμη σοβαρό στόχο, ο οποίος επιτυγχάνεται με τη βοήθεια της «εκτύπωσης» νέων χρημάτων: την υποτίμηση του δολαρίου, έτσι ώστε να αυξηθούν οι εξαγωγές των Η.Π.Α., παράλληλα με τη μείωση των εισαγωγών.

 

** Σημείωση: Η Fed, όταν θέλει να αυξήσει την ποσότητα χρήματος στην αγορά, αγοράζει ομόλογα από τις τράπεζες, δίνοντας τους φρεσκοτυπωμένα δολάρια – νέα χρήματα δηλαδή, τα οποία δημιουργεί από το πουθενά. Στην περίπτωση αυτή, λόγω της μεγάλης ζήτησης εκ μέρους της, αυξάνονται οι τιμές (αποδόσεις) των ομολόγων και εγγράφει λογιστικά κέρδη στον Ισολογισμό της.

Αντίθετα, όταν η Fed θέλει να μειώσει την ποσότητα χρήματος, πουλάει ομόλογα στις τράπεζες και εισπράττει χρήματα – τα οποία στη συνέχεια καταστρέφει (επιστρέφουν στο πουθενά). Λόγω όμως της μεγάλης προσφοράς, μειώνονται οι τιμές των ομολόγων και εγγράφει ζημίες στον Ισολογισμό της – με αποτέλεσμα να περιορίζονται ή να χάνονται εντελώς τα κεφάλαια της.      


* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 09. Μαρτίου 2013, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.


ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2828.aspx

Επόμενη Βουλή: Συντακτική ή αναθεωρητική;

Συντακτική ή αναθεωρητική;

 

Του Γιώργου Κατρούγκαλου

"Θα είμαστε το σφυρί ή το αμόνι;"

 

Ξεκίνησε ήδη η συζήτηση στην «αυγή» γύρω από το χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει η επόμενη βουλή, με την ευκαιρία της πρότασης που έχω διατυπώσει στο πρόσφατο βιβλίο μου «κρίση και διέξοδος» και επανέφερα με την ομιλία μου στην επιτροπή για τις αλλαγές στο κράτος και το πολιτικό σύστημα του ΣΥΡΙΖΑ, στις 21/2/2013. Το ξεκίνημα δεν έγινε με τους καλύτερους όρους, δεδομένου ότι ο συνάδελφος Δημήτρης Χριστόπουλος στο άρθρο του στα «ενθέματα» της περασμένης Κυριακής (3/3) με τίτλο «η αβάσταχτη ελαφρότητα του συνταγματικού βερμπαλισμού» επέλεξε να αρθρογραφήσει κυρίως με χαρακτηρισμούς (περί «ελαφρότητας», «ανούσιας φλυαρίας» κ.λπ.) παρά με επιχειρήματα.

Προφανώς, καθένας μας διαλέγει το ύφος και το ήθος που θέλει να τον προσδιορίζουν. Φοβάμαι… όμως ότι ο αρθρογράφος δεν έχει καταλάβει την άποψή μου, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει και τι γράφει προς αντίκρουσή της.

«H αναθεωρητική βουλή είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί τη διαδικασία αναθεώρησης που προβλέπει το ισχύον σύνταγμα. Αντιθέτως, στη συντακτική βουλή ο λαός ξαναγίνεται κυρίαρχος και θέτει εξαρχής νέο σύνταγμα, χωρίς καμιά νομική δέσμευση»

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, και για τους αναγνώστες που δεν είναι συνταγματολόγοι. Ποια είναι η διαφορά της αναθεωρητικής από τη συντακτική διαδικασία;

Με απλά λόγια, η αναθεωρητική βουλή είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί τη διαδικασία αναθεώρησης που προβλέπει το ισχύον σύνταγμα. Αυτό συμβαίνει διότι στη «συντεταγμένη» πολιτεία, όλες οι εξουσίες (άρα και η αναθεώρηση) «ασκούνται όπως ορίζει το σύνταγμα». Αντιθέτως, στη συντακτική βουλή ο λαός ξαναγίνεται κυρίαρχος και θέτει εξαρχής νέο σύνταγμα, χωρίς καμιά νομική δέσμευση. Προφανώς αυτό συνιστά εξαιρετικό ιστορικό γεγονός που συμβαίνει μετά από μείζονες πολιτικές κρίσεις, συνήθως – αλλά όχι αναγκαστικά – μετά από επαναστάσεις ή πολέμους. Η δε δημοκρατική νομιμοποίηση του εγχειρήματος ολοκληρώνεται τις περισσότερες φορές με την αποδοχή του νέου συντάγματος με δημοψήφισμα.

Σε συνθήκες βαθιάς κρίσης όπως η σημερινή το πώς θα χαρακτηριστεί η επόμενη βουλή ένα κυρίως πράγμα σηματοδοτεί: τι χαρακτήρα θα έχει η έξοδος από την κρίση. Θα πρόκειται για τομή ή για συνέχεια; Το δίλημμα «αναθεωρητική ή συντακτική», για παράδειγμα, το είχε αντιμετωπίσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1910. Ελπίζοντας ότι θα κατευνάσει το παλάτι, επέλεξε την αναθεωρητική, χωρίς να αποφύγει όμως έτσι τον εθνικό διχασμό. Αντιστρόφως, το 1975 η τότε βουλή θέσπισε ένα εντελώς νέο σύνταγμα σε σχέση με αυτό του 1952 και ήταν, συνεπώς, συντακτική. Βαφτίστηκε, παρ' όλα αυτά, Δ' αναθεωρητική από τον Κ. Καραμανλή, ώστε να θεωρηθεί η τρίτη ελληνική δημοκρατία ως απλή προέκταση του προδικτατορικού πολιτικού συστήματος, ενόψει και της διάχυτης -και τότε!- προοπτικής ενός ριζοσπαστικού αναπροσανατολισμού της.

Αντιθέτως, ο πρόεδρος Ντε Γκολ (De Gaulle) το 1958, μεσούσης της αλγερινής κρίσης (κατά πολύ ελάσσονος της σοβούσας σήμερα στη χώρα μας), επειδή ακριβώς ήθελε να σηματοδοτήσει τη ριζική αλλαγή σελίδας από την τέταρτη στην πέμπτη γαλλική δημοκρατία, θέσπισε ένα εντελώς νέο σύνταγμα. Για τον ίδιο λόγο, γυρίσματος πολιτικής σελίδας, πλήρους «restart» του πολιτικού συστήματος, ο λαός της Ισλανδίας επέλεξε το 2012 ένα νέο σύνταγμα, ως θεσμική έξοδο από την κρίση.

«O παλαιοκομματισμός θα αντιδράσει λυσσαλέα στην προοπτική κατάργησης της νομιμοποιητικής βάσης της εξουσίας του. Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα: θα γίνει δυνατό το νέο σύνταγμα να θεσπισθεί " από κάτω", με την ευρύτερη συμμετοχή του λαού, όπως στην Ισλανδία

Συνεπώς, το βασικό πολιτικό ερώτημα είναι το εξής: βλέπουμε τον εαυτό μας ως συνέχεια του παλαιοκομματικού συστήματος που καταρρέει, ή ως το πολιτικό υποκείμενο για την υπέρβασή του; Θέλουμε να είμαστε εξωραϊστές του παλιού ή δημιουργοί του νέου;

Σε απόκρουση της αυτονόητης απάντησης στο βασικό αυτό ερώτημα (για όποιον θέλει να θεωρείται αριστερός) ο συγγραφέας προβάλλει τα εξής τρία, αλληλένδετα αντεπιχειρήματα:

Πρώτον: το σύνταγμα είναι που φταίει για την κρίση; Αν όχι, γιατί να το αλλάξουμε;

Δεύτερον: δεν είναι δυνατό να προωθηθούν «μια σειρά επιβεβλημένες αλλαγές, στις οποίες συγκατανεύει ένα μείζον τμήμα του πολιτικού συστήματος» χωρίς καν συνταγματική αναθεώρηση;

Τρίτον: δεδομένου του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων και της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, μήπως «πάμε για μαλλί και βγούμε κουρεμένοι»;

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι σαφής. Είναι αλήθεια ότι η κρίση δεν είναι δημιούργημα του συντάγματος. Το αντίθετο: οι μνημονιακές πολιτικές αποτελούν συστηματική καταστρατήγηση του, συνιστούν ένα πραγματικό «παρασύνταγμα». Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι το σύστημα θεσμών που εγκατέστησε το σύνταγμα αυτό, λόγω της γενικευμένης απονομιμοποίησής του, βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία προς την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Δεν έχει περιθώρια βελτίωσης, μόνο ανατροπής.

Το δεύτερο επιχείρημα προβάλλει ανάγλυφα τις πολιτικές διαφορές που έχουμε με τον αρθρογράφο: εγώ, σε αντίθεση με αυτόν, θεωρώ ότι οι αλλαγές στις οποίες «συγκατανεύει το μείζον τμήμα του πολιτικού συστήματος», με άλλα λόγια οι δυνάμεις του παλιού, δεν είναι αυτές που έχουμε ανάγκη. Αντιθέτως, θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, αναγκαίοι για τον αναπροσανατολισμό του πολιτεύματος, όπως η ανακλητότητα των βουλευτών, η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία για ψήφιση νόμων ή διεξαγωγή δημοψηφίσματος, δεν χωρούν στη θεσμική μήτρα του συντάγματος του 1975.

Η απάντηση στο τρίτο ερώτημα είναι ακόμη πιο εύκολη. Μόνο η συμμετοχή στην αναθεωρητική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε συνταγματική παλινδρόμηση, όχι η πρόταση για συντακτική βουλή. Και τούτο γιατί είναι προφανές ότι η παρούσα κυβερνητική πλειοψηφία όχι απλώς δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για καμιά προοδευτική αλλαγή, αλλά θα επιχειρήσει την πλήρη συνταγματοποίηση του φιλελευθερισμού (καθιέρωση του «χρυσού κανόνα» για τον ασφυκτικό περιορισμό των κρατικών ελλειμμάτων, κατάργηση του άρθρου 16 για την δωρεάν δημόσια παιδεία και του άρθρου 106 για τον κρατικό παρεμβατισμό κ.λπ). Για τον λόγο αυτό και η αριστερά οφείλει να απέχει από τη διαδικασία αναθεώρησης που θα ξεκινήσει τον Ιούνιο, μια που τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει από αυτή.

Αντιθέτως, η συντακτική συνέλευση είτε θα προκύψει κινηματικά, μέσω μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας, με καταλύτη την αριστερά, είτε δεν θα υπάρξει καθόλου. Είναι σαφές ότι ο παλαιοκομματισμός θα αντιδράσει λυσσαλέα στην προοπτική κατάργησης της νομιμοποιητικής βάσης της εξουσίας του, που συνεπάγεται το αίτημα για νέο σύνταγμα. Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα: θα γίνει δυνατό, όπως έγινε στην περίπτωση της Ισλανδίας, το νέο σύνταγμα να μη θεσπισθεί «από πάνω», αλλά από κάτω, με την ευρύτερη συμμετοχή του λαού;

«Είναι σωστό πως αλλάζοντας το σύνταγμα, δεν αλλάζει η κοινωνία. Ίσα-ίσα, το αντίθετο: μόνον αλλάζοντας την κοινωνία, οδηγώντας τη να συμμετέχει μαζικά στη συζήτηση για το τι θεσμούς και το τι σύνταγμα θέλουμε, μπορούμε να πετύχουμε συνταγματική αλλαγή»

Ο Δ. Χριστόπουλος υποστηρίζει ότι είναι «αφόρητος ναρκισσισμός και συνάμα επικίνδυνος ιδεαλισμός να νομίσει κανείς ότι δια του συντάγματος αλλάζει η κοινωνία». Πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο: μόνο αλλάζοντας την κοινωνία, οδηγώντας τη να συμμετέχει μαζικά στη συζήτηση για το τι θεσμούς και το τι σύνταγμα θέλουμε, μπορούμε να πετύχουμε και την αλλαγή του τελευταίου.

Θυμίζω, για όσους δεν το ξέρουν, ότι στην Ισλανδία το σχέδιο συντάγματος δεν συντάχθηκε από μια παραδοσιακή συντακτική συνέλευση, αλλά με την ευρύτερη συμμετοχή του λαού, με τη βοήθεια και τη χρήση των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας και δικτύωσης, από το πρώτο βήμα (μια λαϊκή συνέλευση αποτελούμενη από χίλιους πολίτες, διαλεγμένους με κλήρο, όπως στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία) ως το τελευταίο (έγκριση με δημοψήφισμα).

Εάν η επόμενη βουλή έχει προοδευτική πλειοψηφία, το θέμα του νέου συντάγματος και η αμεσοδημοκρατική διαδικασία με την οποία αυτό θα συνταχθεί θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο δημοψηφίσματος, ώστε ο λαός κυριαρχικά να αποφασίσει.

Σε μας απομένει να διαλέξουμε τι ρόλο θέλουμε να παίξουμε σε όσα έρχονται. Θα είμαστε το σφυρί ή το αμόνι;

* Ο Γιώργος Κατρούγκαλος διδάσκει συνταγματικό δίκαιο στο δημοκρίτειο πανεπιστήμιο Θράκης

ΠΗΓΗ: Από την "Αυγή" μέσω "tvxs.gr". Το είδα: Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013, http://eleftheri-ellada.blogspot.gr/2013/03/blog-post_15.html

Η Ιταλία είναι «ήδη εκτός Ευρώ»

Η Ιταλία είναι «ήδη εκτός Ευρώ»

 

Του Γιώργου Δελαστίκ

 

Μεγάλη κουβέντα είπε ο Μπέπε Γκρίλο: « Η Ιταλία είναι ντε φάκτο ήδη εκτός ευρώ!», δήλωσε σε συνέντευξη του στη μεγαλύτερη ημερησία οικονομική εφημερίδα της Γερμανίας, την Χάντελσμπλατ. Τα βορειοευρωπαϊκά κράτη θα κρατήσουν την Ιταλία μέσα στην ευρωζώνη μόνο «έως ότου πάρουν πίσω τις επενδύσεις των τραπεζών τους σε ιταλικά ομόλογα και έπειτα θα μας αφήσουν να πέσουμε κάτω σαν καυτή πατάτα» εξήγησε. Έβαλε κι άλλα καίρια ερωτήματα: «Τι απέγινε η Ευρώπη; Γιατί μόνο η Γερμανία πλούτισε (από το ευρώ);».

Εκεί όμως που σίγουρα πάγωσε το αίμα των Γερμανών ήταν όταν άκουσαν τον Γκρίλο να λέει για τι κίνημα του που πήρε 25% στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές: «Εμείς είμαστε η γαλλική επανάσταση χωρίς την Γκιλοτίνα!». Όσο και αν το στοιχείο της υπερβολής είναι πολλαπλά εξόφθαλμο σε αυτόν τον ισχυρισμό και μόνο το γεγονός ότι ο ηγέτης του μεγαλύτερου ιταλικού πολιτικού κόμματος ξεστομίζει τη λέξη επανάσταση, τους κάνει να συνειδητοποιούν το βάθος των ραγδαίων αλλαγών που συντελούνται στις συνειδήσεις των λαών της Ευρώπης. Πόσο μάλλον που η «επανάσταση» στην οποία αναφέρεται ο Μπέπε Γκρίλο έχει σαφή αντιγερμανική κατεύθυνση.

 Άλλωστε και να μην το είχαν καταλάβει αυτό οι Γερμανοί, τους το έδωσε με ωμό τρόπο να το καταλάβουν ο πιο διάσημος Λουξεμβουργιανός της ιστορίας του Μεγάλου Δουκάτου, ο επί 18(!) συνεχή χρόνια πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου και μέχρι πρότινος επικεφαλής της Ευρωζώνης, Ζαν Κλόντ Γιούνκερ, σε συνέντευξή του που δημοσιεύεται αυτή την εβδομάδα στο γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ. «Ο ιταλικός προεκλογικός αγώνας ήταν εχθρικός προς τη Γερμανία σε βαθμό παρεκτροπής και ως εκ τούτου αντιευρωπαϊκός» υπογράμμισε και ανέλυσε τι παρατηρεί στη σημερινή Ευρώπη: «Ο τρόπος με τον οποίο μερικοί Γερμανοί πολιτικοί επιτέθηκαν εναντίον της Ελλάδας όταν η χώρα γλίστρησε στην κρίση, άφησε πίσω του εκεί βαθιά τραύματα. Το ίδιο με τρόμαξαν τα πανό των διαδηλωτών στην Αθήνα με την Γερμανίδα καγκελάριο να φορά στολή των ναζί».

Ο Γιούνκερ δεν διστάζει να βγάλει το συμπέρασμα από τα γεγονότα αυτά: «Ξαφνικά ήρθαν στην επιφάνεια εχθρότητες που σκεπτόταν κανείς ότι έχουν παραμεριστεί οριστικά». Ενίσταται ο γερμανός δημοσιογράφος που του παίρνει τη συνέντευξη: «Υπερβάλλετε. Σήμερα κανένας δεν θέτει σοβαρά υπό αμφισβήτηση την ειρήνη και τη φιλία στην Ευρώπη», λέει. Ο πρώην επικεφαλής της ευρωζώνης δεν ταράζεται: «Αυτό είναι πιθανόν αληθές. Όποιος όμως πιστεύει ότι το αιώνιο ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης δεν θα ξανατεθεί ποτέ πια στην Ευρώπη, μπορεί να κάνει τεράστιο λάθος. Οι δαίμονες δεν έχουν φύγει, μόνο κοιμούνται, όπως έδειξαν οι πόλεμοι στη Βοσνία και στο Κόσσοβο. Με εκπλήσσει η διαπίστωση πόσο πολύ η κατάσταση στην Ευρώπη το έτος 2013 μοιάζει με την κατάσταση πριν από 100 χρόνια» υπογραμμίζει. «Το 1913 ήταν η χρονιά πριν από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πιστεύετε στα σοβαρά ότι επίκεινται ένοπλες συγκρούσεις στην Ευρώπη;» ενίσταται ο Γερμανός δημοσιογράφος. «Όχι, αλλά βλέπω εντυπωσιακούς παραλληλισμούς σε ό,τι αφορά την ανεμελιά. Το έτος 1913, πολλοί νόμιζαν ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ πια πόλεμοι. Οι μεγάλες δυνάμεις της ηπείρου συνδέονταν τόσο στενά οικονομικά ώστε ήταν διαδεδομένη ευρέως η άποψη ότι δεν μπορούσαν πλέον να αντέξουν στρατιωτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ τους. Ιδίως στη δυτική και στη βόρεια Ευρώπη κυριαρχούσε μια βαθειά αυτοϊκανοποίηση που προερχόταν από την εντύπωση ότι η ειρήνη ήταν αιωνίως εξασφαλισμένη», τόνισε ο Γιούνκερ.

Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ένας κατεξοχήν δεξιός αστός πρωθυπουργός όπως ο Γιούνκερ διαπιστώνει και ομολογεί δημοσίως ότι η κατάσταση στη ΕΕ σήμερα είναι τόσο τεταμένη που θυμίζει παραμονές παγκοσμίου πολέμου στην πολύπαθη Ευρώπη. Ένας αστός πρωθυπουργός που προέρχεται από ένα ζάπλουτο κρατίδιο όπου καθόλου δεν υπάρχουν αντιγερμανικά αισθήματα. Ένας δεξιός πολιτικός που είναι ο ίδιος τόσο φιλογερμανός ώστε συμμετέχει στην εκστρατεία της …Άνγκελα Μέρκελ με ενθουσιασμό! Είναι επίσης αποκαλυπτικό ότι όχι οι Γερμανοί αστοί, αλλά ένας Γερμανός δημοσιογράφος του Σπίγκελ, που πολιτικά δεν ήταν ποτέ με τη γερμανική δεξιά, έχει την εντύπωση ότι κανένας δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη …«φιλία» στην Ευρώπη! Σε όλες τις χώρες της Νότιας Ευρώπης αφρίζουν οι λαοί από αντιγερμανικό μίσος και οι Γερμανοί είναι τόσο υπερόπτες που θεωρούν ότι η «φιλία» στην Ευρώπη είναι απολύτως διασφαλισμένη! Είναι εκπληκτικό!

Υπάρχει όμως κάτι πολύ σοβαρότερο. Όταν οι ίδιοι οι αστοί, έστω οι πιο διορατικοί από αυτούς, εκτιμούν ότι βρισκόμαστε σε παραμονές γενικευμένων συγκρούσεων, τι πρέπει να κάνει η Αριστερά; Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να προετοιμάζεται για τις συγκρούσεις αυτές όχι ως παρατηρητής, αλλά ως διεκδικητής της εξουσίας, μέσα στο καμίνι των σφοδρότατων αναμετρήσεων, όποια μορφή και αν πάρουν αυτές.

Δυστυχώς, άλλα πράγματα βλέπουμε να απασχολούν την ελληνική Αριστερά στο σύνολο της. Στον ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας τρέχει και επαινεί όποιον αστό βρει μπροστά του για να εξασφαλίσει την ανοχή του προκειμένου να γίνει πρωθυπουργός. Στο ΚΚΕ, το μόνο που τους απασχολεί είναι πώς να μειωθεί το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ. Ας ελπίσουμε να μην είναι πολύ αργά όταν θα συνειδητοποιήσουν τι συμβαίνει και θα αλλάξουν τη στάση τους υπό την πίεση των γεγονότων.

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύθηκε στο «Πρίν» το Σάββατο 16 Μαρτίου 2013. Το είδα:16-03-2013, http://aristeri-diexodos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_1876.html

Habemus Papam!!! Bertolio-Φραγκίσκος Α΄

Habemus Papam!!!

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*


Η εκλογή του Χόρχε Μάριο Μπεργκολιο στo ανώτατο θεσμικό αξίωμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας απετέλεσε όντως έκπληξη για τέσσερεις κυρίως λόγους.

1ον. Για πρώτη φορά εκλέγεται ποντίφηκας της Ρωμαιοκαθολοκής Εκκλησίας ιερωμένος, ο οποίος προέρχεται από την Λατινική Αμερική (έστω και με ιταλικές ρίζες).

2ον Για πρώτη φορά εκλέγεται στη θέση του ποντίφηκα ιερωμένος από το τάγμα των Ιησουιτών.

3ον. Για πρώτη φορά έχουμε Πάπα που επιλέγει για το όνομα που παραπέμπει ευθέως σε ένα από τους μεγαλύτερους αγίους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Και τα τρία έχουν βαρύνουσα σημασία και ιδιαίτερο σημαίνοντα συμβολισμό.

 

Το πρώτο ανάγει στο επίπεδο, που πραγματικά της αξίζει, την ιστορική και κοινωνική δυναμική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Λατινική Αμερική. Τις τελευταίες δεκαετίες, μέσω κυρίως της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, έθεσε πολλές φορές ζητήματα που ανέτρεπαν τις καθεστηκυίες θεολογικές αντιλήψεις της επίσημης ρωμαιοκαθολικής σκέψης. Έχοντας, ως ηγέτες, θεολόγους που συνέθεταν τη θεωρητική προσέγγιση με τον ενεργό παρεμβατικό πολιτικό, κοινωνικό και οικολογικό ακτιβισμό δημιούργησαν τεράστια προβλήματα στο Βατικανό, αλλά και επέδρασαν σημαντικά στη διαμόρφωση μιας «άλλης» προσέγγισης της εκκλησίας.

Η ανθρωποκεντρική χριστολογία που προώθησαν έδωσε μια άλλη δυνατότητα κατανόησης του πολιτισμού και της ιστορίας ως τόπο και χρόνο της Βασιλείας του Θεού, αναδεικνύοντας το σημαντικό ρόλο των πτωχών και των καταπιεσμένων σε αυτή τη διεργασία. Το Βατικανό υποχρεώθηκε να επαναπροσεγγίσει και να διαλεχθεί υπό την πίεση αυτών των απόψεων, αντιλαμβανόμενο την εξέλιξη των γεγονότων.

Το δεύτερο αποτελεί μια πιό εσωτερική διεργασία στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Το τάγμα των Ιησουϊτών παρά την άμεση και ενεργή υποστήριξη που παρείχε πάντα στην Αγία Έδρα, τις τελευταίες δεκαετίας εμφανιζόνταν ως φορέας μιας θεολογικής σκέψης πολύ πιό προοδευτικής και έντονα κοινωνιστικής. Για τους γνωρίζοντες, ήδη από την δεκαετία του 60 και μέσω της Β΄ Βατικανείου, είχαν κατορθώσει να θέσουν πολλά ζητήματα και να επιδράσουν καταλυτικά τις τελικές αποφάσεις της συνόδου. Ουσιαστικά, με πολιτικούς όρους θα λέγαμε ότι αποτελούν την ενεργή αντιπολίτευση έναντι της επίσημης συντηρητικής άποψης που εκφράζεται από το τάγμα των Δομηνικανών και τους νεοθωμιστές θεολόγους.  Εκ των πραγμάτων λοιπόν και ο δεύτερος λόγος προδικάζει επίσης μια θετική αλλαγή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας πρός τον κοινωνικό χώρο.

Το τρίτο αποτελεί το κυρίαρχο συμβολικό στοιχείο. Η επιλογή του ονόματος του Φραγκίσκου επαναφέρει συμβολικά στο θεσμικό χώρο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την αγνότητα, την ταπείνωση και την απλότητα του αγίου Φραγκίσκου. Πολλοί αναλυτές έχουν κατά καιρούς επισημάνει το γεγονός ότι η παρουσία του αγίου Φραγκίσκου το 12ο αι. καθυστέρησε για τουλάχιστον 300 χρόνια την εμφάνιση του Προτεσταντισμού λόγο του ότι επανακαθόρισε την ταυτότητα της εκκλησίας ως θεσμό στο πλευρό των πτωχών και των περιθωριακών, ιδρύοντας το τάγμα των Φραγκισκανών, των ελαχίστων αδελφών. Η επιλογή λοιπόν του ονόματος ενός τόσο αγαπητού αγίου, ως όνομα του νέου Πάπα επαναφέρει ιστορικές μνήμες και επανατροφοδοτεί την ελπίδα για μια πιό σημαντική και μια πιό ολοκληρωμένη κοινωνική παρέμβαση της εκκλησίας.

Και οι τρείς επιλογές καταλήγουν σε μία κεντρική συνισταμένη. Από την βεβαιωμένη ασκητικότητα του Ιωάννη Παύλου Β΄ και τη δεδομένη θεολογική και δογματική κατάρτιση του Βενέδικτου Ιστ΄ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επιχειρεί ένα νέο άνοιγμα πρός την κοινωνία με όπλα την απλότητα των μελών της και την αλληλεγγύη προς τον άνθρωπο. Βεβαίως, πίσω από τους λόγους και τους συμβολισμούς υπάρχει η θλιβερή πραγματικότητα του μεγάλου ηθικού σκανδάλου της παιδοφιλίας. Ενός σκανδάλου που έφερε αντιμέτωπη την εκκλησία με το σύγχρονο πολιτισμό.

Ο απερχόμενος Πάπας κατηγορήθηκε, και κατά τη γνώμη αυτό αποτελεί το μελανό σημείο της θητείας του, για προσπάθεια συγκάλυψης του σκανδάλου, χωρίς όμως να τα καταφέρει να το αποτρέψει, λόγο και του προχωρημένου της ηλικίας του. Εδώ βρίσκεται και ο 4ος σημαντικός λόγος αυτής της εκλογής. Για πρώτη φορά μετά από οκτώ αιώνες βρίσκεται στο αξίωμα του ποντίφηκα, πάπας λόγω παραίτησης και όχι λόγω χηρείας. Αυτό ρεαλιστικά σημαίνει ότι ο απερχόμενος έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να παρεμβαίνει σιωπηρώς. Ένα, επίσης, γεγονός επί της ουσίας, πρωτόγνωρο για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κατά την εποχή της νεωτερικότητας. Κατά πόσο ο νέος Πάπας θα έχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων στην προσπάθεια της εκκλησίας να ξεπεράσει το σκάνδαλο της παιδοφιλίας και να δημιουργήσει νέες συνθήκες ανανέωσής της μένει να καταδειχθεί.

Ο Φραγκίσκος ο Α΄ μπορεί να υπολογίζει στο δεδομένο της στήριξης του παπικού θεσμού από εκατομμύρια ρωμαιοκαθολικούς. Μένει να αποδείξει ότι μπορεί αυτή τη δυναμική, έστω και τραυματισμένη, να τη μεταμορφώσει σε ένα νέο παρεμβατικό λόγο και σε μια νέα δράση, πιό ανθρωπιστική και πιό ειλικρινής.

ΠΗΓΗ: 16-03-2013, http://www.facebook.com/harvanitis/posts/621709897855150

* Ο Χριστόφορος Αρβανίτης είναι Επίκουρος Καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Ηρακλείου Κρήτης.

Συνέδριο για τα Θρησκευτικά στη Θεσσαλονίκη – Δ.Τ.

Συνέδριο για τα Θρησκευτικά στη Θεσσαλονίκη

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

AΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΤΜΗΜΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ – ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ


Με μαζική συμμετοχή το Συνέδριο για τα Θρησκευτικά στη Θεσσαλονίκη

–        Αίτημα για θρησκευτική εκπαίδευση χωρίς σκοπιμότητες,

–         με σεβασμό στη θρησκευτική παράδοση του τόπου

Θεσσαλονίκη, 14.03.2013

Με μαζική συμμετοχή θεολόγων εκπαιδευτικών και φοιτητών πραγματοποιήθηκε το διήμερο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Το Μάθημα των Θρησκευτικών: Προβληματισμοί – επισημάνσεις – προτάσεις» που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ. υπό την Αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, η Έναρξη του οποίου πραγματοποιήθηκε το πρωί της Δευτέρας, στις 09.30 στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τις εργασίες του Συνεδρίου ευλόγησε ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, με Πατριαρχικό Γράμμα που απήυθυνε στους οργανωτές του Συνεδρίου και αναγνώστηκε κατά την Έναρξη, επισημαίνοντας ότι "το πρόγραμμα της εκπαιδεύσεως πρέπει να είναι χριστοκεντρικόν και να έχη ως βαθύτερον στόχον την πνευματικήν καλλιέργειαν των μαθητών", προσθέτοντας ότι "επιθυμία και προσπάθεια της Εκκλησίας ημών είναι η παιδεία να προσφέρη εις τον σύγχρονον παίδα αυτήν την εμπειρίαν της γνώσεως του αληθινού Θεού, και μόνον υπό μίαν τοιαύτην προοπτικήν νοηματοδοτείται η εκπαίδευσις και παροχή γνώσεως". Χαιρετισμό απέστειλε προς τους Συνέδρους και ο Υπουργός Μακεδονίας – Θράκης κ. Καράογλου. Το Συνέδριο επίσης χαιρέτησε με επιστολή του, λόγω υπηρεσιακής απουσίας του από τη Θεσσαλονίκη, ο Πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Καθηγητής κ. Μυλόπουλος, σημειώνοντας ότι: «το συνέδριο αφορά στην αγωγή των μαθητών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μέσα από το μάθημα των θρησκευτικών, που ίσως περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα, είναι επιφορτισμένο με την ευθύνη για τη διαμόρφωση των παιδιών σε ολοκληρωμένες πνευματικές και ηθικές προσωπικότητες, σε ώριμους και ενεργούς πολίτες».

Την Έναρξη του Συνεδρίου κήρυξε, με εκτενή χαιρετισμό του, ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. κ. Άνθιμος, ο οποίος και παρακολούθησε το σύνολο των εργασιών του. Χαιρετισμό απηύθυναν στους Συνέδρους και ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Καθηγητής κ. Τρίτος, ο Πρόεδρος του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Καθηγητής κ. Καραθανάσης, ο Διευθυντής του Εργαστηρίου Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής Καθηγητής κ. Ρεράκης. Χαιρετισμό απηύθυναν επίσης η Βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης, Θεολόγος κ. Ξουλίδου, καθώς και ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων κ. Φραγκόπουλος.

Από τις εργασίες του Συνεδρίου αναδείχτηκε η σημασία του Μαθήματος των Θρησκευτικών στο σχολείο ως ευκαιρία μετάδοσης του ορθόδοξου χριστιανικού μηνύματος, των παναθρωπίνων αξιών της ελευθερίας, της αγάπης, της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπίας, καθώς και ο σημαντικός ρόλος του Θεολόγου σε αυτό. Παράλληλα, εκφράστηκαν προβληματισμοί ως προς  το ασαφές θεσμικό καθεστώς των απαλλαγών των μαθητών, αλλά και ως προς την επιχειρούμενη ανακατεύθυνση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από το περιεχόμενο και την εν γένει παιδαγωγική και θεολογική ταυτότητα του Προγράμματος Σπουδών που εφαρμόζεται πιλοτικά σε σχολεία της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης από το έτος 2011.

Επίσης, αναδείχτηκε η ανάγκη για απόσυρση του Πιλοτικού Προγράμματος και σύνταξη ενός νέου Προγράμματος για τα Θρησκευτικά, απαλλαγμένου από κάθε μορφής σκοπιμότητες, με τη συμμετοχή των ειδικών επιστημόνων των  Θεολογικών Σχολών, εκπροσώπων της Εκκλησίας, εκπροσώπων της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων και των άλλων περιφερειακών Συνδέσμων και Παραρτημάτων Θεολόγων καθώς επίσης και ενεργών θεολόγων της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης με ειδικά προσόντα, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη την ιστορική και θρησκευτική ταυτότητα του τόπου, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το νομικό και δικαιοπολιτικό καθεστώς, ελληνικό και διεθνές, για τη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών.

Με βάση τα στοιχεία της Γραμματείας του Συνεδρίου, τις εργασίες του παρακολούθησαν μεταξύ των άλλων Συνέδρων και περισσότεροι από οκτακόσιοι (800) Σύνεδροι – εκπαιδευτικοί θεολόγοι και φοιτητές. Τις εργασίες παρακολούθησε επίσης το σύνολο σχεδόν των μελών ΔΕΠ του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, πολλά μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Θεολογίας, πλήθος ομοτίμων Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής, αλλά και Καθηγητές άλλων Σχολών.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ – ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:

Κτίριο Θεολογικής Σχολής (4ος όροφος) 54 124 Θεσσαλονίκη,

Τ: 2310 997103 F: 2310 997103

Μ: plab.past.auth.gr@gmail.com

W: plab.past.auth.gr B: plab-epopsis.blogspot.com

Ευρώ και ΕΕ καταρρέουν στη συνείδηση των ευρωπαίων

Ευρώ και ΕΕ καταρρέουν στη συνείδηση των Ευρωπαίων

 

Του Γιώργου Δελαστίκ

 

 Μεγάλες αλλαγές κυοφορούνται στην Ευρώπη, όπως όλα δείχνουν. Η αποκάλυψη του αποκρουστικού προσώπου της Γερμανίας και της ΕΕ με την πολιτική που επέβαλαν για τη διάσωση του ευρώ και η οποία οδηγεί σε πρωτοφανή για καιρό ειρήνης οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση των λαών της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, απειλώντας να κάνει το ίδιο στην Ιταλία και την Κύπρο, έχει επιφέρει ριζικές ανατροπές στις συνειδήσεις των λαών της Γηραιάς Ηπείρου. Η εμπιστοσύνη τους προς την ΕΕ και το ευρώ έχει καταρρεύσει παντού. Οι ενθουσιώδεις και θετικές διαθέσεις έχουν πλέον μεταστραφεί σε αρνητικές ή και εχθρικές.

 

 

 Ο Γερμανός πρώην επίτροπος αρμόδιος για τη διεύρυνση της ΕΕ, Γκίντερ Φερχόιγκεν, αποτυπώνει το νέο κλίμα: «Η ΕΕ δεν εκλαμβάνεται από μεγάλο αριθμό πολιτών ως χρήσιμος και καλοπροαίρετος εταίρος, αλλά ως άπληστο τέρας ανάληψης όλο και περισσότερων αρμοδιοτήτων… Οποιος επιθυμεί με μια εν μέρει επιθετική ρητορική "περισσότερη Ευρώπη" πρέπει να γνωρίζει ότι από ένα ευρύ τμήμα της κοινής γνώμης αυτή η επιθυμία για "περισσότερη Ευρώπη" δεν εκλαμβάνεται ως υπόσχεση, αλλά ως απειλή!» υπογράμμισε προειδοποιώντας πρωτίστως τους πολιτικούς της χώρας του.

 

«Το ευρώ φέρνει καταστροφή»

 

Ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Γκαλμπρέιθ είναι οξύτερος: «Η επιβίωση του ευρώ γίνεται με κόστος την καταστροφή των κοινωνικών θεσμών και με τεράστιο ποσοστό ανεργίας στην περιφέρεια. Μιλάμε για καταστροφή», δήλωσε.

Πολύ πιο ζοφερές είναι οι εκτιμήσεις του Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, του μέχρι προσφάτως προέδρου του Eurogroup, ο οποίος σε συνέντευξη του που δημοσιεύεται στο τεύχος αυτής της εβδομάδας του γερμανικού περιοδικού Der Spigel αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ο τρόπος με τον οποίο Γερμανοί πολιτικοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα όταν αυτή μπήκε στην κρίση έχει αφήσει βαθιές πληγές στη χώρα. Με τρόμαξαν επίσης τα πανό στην Αθήνα που δείχνουν την καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ να φορά ναζιστική στολή. Ξαφνικά ήρθαν στην επιφάνεια εχθρικά συναισθήματα που νόμιζε κανείς ότι είχαν εκλείψει αμετάκλητα».

Ο από πολλών ετών πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου ομολογεί ότι αντιμετωπίζει πολύ δυσοίωνα το μέλλον της ηπείρου μας: «Όποιος πιστεύει ότι το αέναο δίλημμα πολέμου και ειρήνης δεν θα τεθεί εκ νέου στην Ευρώπη πλανάται. Οι δαίμονες δεν έχουν εξαφανιστεί, βρίσκονται απλώς εν υπνώσει», υπογράμμισε ο Γιουνκέρ, συγκρίνοντας, μάλιστα, τις σημερινές συνθήκες με εκείνες που επικρατούσαν στην Ευρώπη τις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου!

 

«Καφκαϊκό οικοδόμημα η ΕΕ»

 

Σφοδρότατα επικριτικός για το πώς εξελίσσεται η πορεία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης είναι σε άρθρο του στη γαλλικής εφημερίδας Le Monde ο Αντρέ Γκρεμπίι διευθυντής ερευνών στο γαλλικό Κέντρ Σπουδών και Διεθνών Μελετών Πολιτικών  Επιστημών.

«Καφκαϊκό ευρωπαϊκό οικοδόμημα» αποκαλεί την ΕΕ από τον τίτλο ήδη της πολύ ενδιαφέρουσας παρέμβασης του στο δημόσιο διάλογο. Επισημαίνει τεράστια προ βλήματα δημοκρατικής λειτουργίας της ΕΕ και αναλύει πώς η ΕΕ διαστρεβλώνει με  τραγικές συνέπειες το δημοκρατικό τρόπο λειτουργίας των χωρών-μελών της.

«Είναι αλήθεια ότι στο σύστημα της ΕΕ οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις θεωρούνται ως δημαγωγικοί θεσμοί, για να μην πούμε ως ζιζάνια, που εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της ΕΕ», επισημαίνει και συνεχίζει: «Έχει συγκροτηθεί ένας παράξενος αστερισμός, ο οποίος αποτελείται από αμέτρητους μη εκλεγμένους κοινοτικούς θεσμούς και από τις εθνικές κυβερνήσεις.  Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς,  οι εθνικές κυβερνήσεις δεν έχουν απογυμνωθεί από τις εξουσίες τους, αλλά δεν μπορούν να τις ασκήσουν παρά μόνο υπό τον όρο ότι ακολουθούν τους κανόνες που τους έχουν επιβληθεί από το εξωτερικό», υπογραμμίζει ο Γάλλος αναλυτής.

Ο Αντρέ Γκρεμπίν εμφανίζεται απαισιόδοξος ως προς τις δυνατότητες δημοκρατικής αναμόρφωσης του οικοδομήματος της ΕΕ. «Σε ένα δημοκρατικό σύστημα ακόμη και σε ένα αυταρχικό, η λαϊκή δυσαρέσκεια μπορεί να κατευθυνθεί προς ένα στόχο:   εναντίον   μιας  πλειοψηφίας μου μπορεί κανείς να ελπίσει ότι θα αντισταθεί, εναντίον ενός δικτάτορα που αναμένει κανείς ότι θα ανατραπεί. Σε ένα ολιγαρχικό σύστημα όμως όπως αυτό που επικρατεί στην ΕΕ, η εξουσία είναι επαρκώς διάχυτη ώστε να μην μπορεί να πληγεί» τονίζει.

 

Αποχωρήσεις;

 

Η κρίση απονομιμοποίησης του Ευρώ αλλά και της ίδιας της ΕΕ αποτυπώνεται πολλαπλά. Τα αποτελέσματα των Ιταλικών εκλογών οι αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις εναντίον της πολιτικής για την διάσωση του ευρώ στην Ισπανία, την Πορτογαλία,  την Ελλάδα, η καταβαράθρωση  των ευρωπαϊκών θεσμών στη συνείδηση  των Ευρωπαίων πολιτών…

Σοβαρότατη εκδήλωση της κρίσης που σοβεί στην Ευρώπη είναι και η δέσμευση  του δεξιού πρωθυπουργού της Βρετανίας,  Ντέιβιντ Κάμερον, ότι το 2017 θα διενεργήσει δημοψήφισμα για να αποφανθεί ο βρετανικός λαός αν θέλει να παραμείνει η χώρα στην ΕΕ ή να αποχωρήσει εντελώς απ' αυτή.

«Οδηγεί την Ευρώπη σε νέο έδαφος» η υπόσχεση του Βρετανού πρωθυπουργού για τη διενέργεια δημοψηφίσματος, ομολογεί σε πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο της η γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine.  «Μέχρι τώρα ποτέ δεν έχει λάβει χώρα στην Ε.Ε  δημοψήφισμα αποχώρησης και επίσης καμιά  χώρα δεν έχει εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το παράδειγμα [Σ.Σ.: της Βρετανίας] θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στη δημόσια συζήτηση και σε άλλα κράτη-μέλη – και μάλιστα όχι μόνο στις χώρες-πληρωτές του Βορρά.

Στις υπερχρεωμένες χώρες του Νότου επίσης αναρωτιούνται οι άνθρωποι αν διαφυλάσσονται καλώς τα συμφέροντα τους μέσα στην ΕΕ», παραδέχεται ο αρθρογράφος, πριν οδηγηθεί στο τελικό του συμπέρασμα, που αποτελεί και την ουσία του άρθρου. «Υπάρχει και σε άλλα κράτη της ΕΕ, μεταξύ αυτών και στη Γερμανία, συμπάθεια προς την ιδέα να επιστραφεί προς τα κράτη-μέλη η μία ή η άλλη αρμοδιότητα… Οι Βρετανοί είναι ο πρώτος λαός ο οποίος επανακαθορίζει τη θέση του στην Ευρώπη. Δεν θα είναι ο τελευταίος», καταλήγει το άρθρο της γερμανικής εφημερίδας, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα αποχωρήσεων όχι μόνο από το ευρώ, αλλά και από την ίδια την ΕΕ.

 

Αν διαλυθεί το ευρώ

 

Ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία συζητείται ανοιχτά το θέμα της κατάρρευσης του ευρώ και της διάλυσης της Ευρωζώνης και τι ενδέχεται να επακολουθήσει μετά από ένα τέτοιο κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός.

«Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα αποτύχει το ευρώ γιατί δεν είναι έτοιμες ούτε οι χώρες που χρωστούν για ηρωικές μεταρρυθμίσεις ούτε οι χώρες που πληρώνουν για ηρωικές μεταφορές πόρων», γράφει η σοσιαλδημοκρατική εβδομαδιαία γερμανική εφημερίδα Die Zeit στο τελευταίο φύλλο της και συνεχίζει επισημαίνοντας τι κατά τη γνώμη του αρθρογράφου θα συμβεί αν όντως το ευρώ εξαφανιστεί: «Προκαλεί υπερβολικά μεγάλο φόβο στην επίσημη πολιτική της Ευρώπης, ένα σχεδόν μαγικά παράλογο τρόμο, ακόμη και μόνο το να σκεφτεί κανείς εναλλακτικές επιλογές αντί της διαρκούς προώθησης της ολοκλήρωσης. Κανείς δεν μπορεί επιπόλαια να επιθυμεί κατάρρευση του κοινού νομίσματος ή δραματική οπισθοχώρηση της συνολικής διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης ή να τα θεωρήσει αυτά ακίνδυνα. Θα επέφεραν αξιοσημείωτες ζημιές στο διεθνές κύρος και τη σημασία της ηπείρου», εκτιμά.

 

Ζούμε και χωρίς ευρώ!

 

Η γερμανική εφημερίδα δεν αγωνιά καθόλου για το μέλλον της Ευρώπης μετά την ενδεχόμενη διάλυση του ευρώ.

«Δεν πρόκειται όμως να βυθιστεί η Ευρώπη εξαιτίας αυτού του γεγονότος και οι λαοί της δεν θα βρίσκονταν στο κατώφλι νέων πολέμων από αυτή την αιτία», γράφει κατηγορηματικά η Die Zeit. «Θα κατακερματίζονταν πολλαπλά, πολυποίκιλα και θα παρέμεναν συγγενείς μεταξύ τους. Πραγματικοί Ευρωπαίοι δηλαδή!» πρόσθετε ήρεμα και καθησυχαστικά.

Δεν γνωρίζουμε φυσικά αν θα καταρρεύσει το ευρώ ούτε κάτω από ποιους όρους θα καταρρεύσει, πράγμα που έχει ζωτική σημασία για τις εξελίξεις που θα επακολουθήσουν. Άλλο πράγμα να το διαλύσουν οι ελίτ της Ευρώπης λόγω αποκλινόντων συμφερόντων τους και εντελώς άλλο πράγμα να ανατραπούν οι ευρώδουλες κυβερνήσεις από λαϊκές εξεγέρσεις στις χώρες που δυστυχούν και εξανδραποδίζονται μέσω του ευρώ.

Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ακόμη και στην ίδια την ηγεμονική χώρα της Ευρώπης, τη Γερμανία, έχει ήδη αρχίσει η δημόσια συζήτηση για την επόμενη ημέρα μετά το τέλος του ευρώ, ανεξαρτήτως του αν, πότε και πώς θα έρθει αυτό.


ΠΗΓΗ: Επίκαιρα. Το είδα: 14-3-2013, http://aristeri-diexodos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_7711.html

J.M.Bergoglio-Φραγκίσκος: Ένας πάπας για την κρίση

Ένας πάπας για την κρίση: Jorge Mario Bergoglio – Φραγκίσκος Α΄

 

Του Κώστα Ράπτη

 

 Ουδείς προφήτης στον τόπον αυτού. Η ανακοίνωση της εκλογής του Αρχιεπισκόπου Μπουένος Άιρες Jorge Mario Bergoglio ως 266ου Πάπα Ρώμης προκάλεσε μεγάλη διαμάχη στην Κάτω Βουλή της Αργεντινής. Το κόμμα της δεξιάς αντιπολίτευσης ζήτησε να διακοπούν οι εργασίες του Σώματος προκειμένου οι βουλευτές να παρακολουθήσουν το πρώτο μήνυμα του νέου ποντίφικα από τον εξώστη του Αποστολικού Ανακτόρου. Ωστόσο το κυβερνών κόμμα ούτε που μπορούσε να διανοηθεί ότι θα παραβιαζόταν η ημερησία διάταξη, που ήταν αφιερωμένη στην μνήμη του εκλιπόντος προέδρου της Βενεζουέλας Hugo Chavez…

 

 

Η εφημερίδα Clarin η οποία πρωτοστατεί σε επιθέσεις εναντίον της προέδρου της Αργεντινής Christina Fernandes Kirchner δεν έχασε την ευκαιρία να θυμίσει τις ενίοτε τεταμένες σχέσεις του καρδιναλίου Bergoglio, νυν Πάπα Φραγκίσκου, με τους κυβερνώντες. Μάλιστα ο μακαρίτης προκάτοχος και σύζυγος της Kirchner, Nestor είχε κάποτε αποκαλέσει τον Αρχιεπίσκοπο Μπουένος Άιρες ως "τον πραγματικό εκπρόσωπο της αντιπολίτευσης".
Η εκλογή του πρώτου Λατινοαμερικανού Πάπα στα χρονικά συνοδεύεται από βαριές "αποσκευές", αντίστοιχες της περίπλοκης ιστορίας της κατεξοχήν ρωμαιοκαθολικής ηπείρου του πλανήτη.

Ήδη το 2005, τρεις μέρες πριν την έναρξη του κονκλαβίου που εξέλεξε Πάπα τoν Joseph Ratzinger, ο συγγραφέας Horacio Verbitzsky, ειδικός στο ρόλο της εκκλησίας κατά τον "βρώμικο πόλεμο" με τους 30.000 εξαφανισθέντες που διεξήγαγε η χούντα της Αργεντινής την περίοδο 1976-83, κατηγόρησε τον Bergoglio ότι ως επικεφαλής τότε των Ιησουιτών της Αργεντινής δεν προστάτευσε δύο αδελφούς του τάγματος που έπεσαν στα χέρια των δημίων του καθεστώτος.

Το γεγονός αυτό πάντως δεν εμπόδισε την ανάδυση του Bergoglio στο κονκλάβιο του 2005 ως "αντιπάλου δέους" στον Ratzinger, με την υποστήριξη μάλιστα της λεγόμενης "φιλελεύθερης πτέρυγας" των καρδιναλίων, που του εξασφάλισαν στην προτελευταία ψηφοφορία 40 ψήφους, σύμφωνα με όσα διέρρευσαν αργότερα στο ιταλικό περιοδικό Limes.

To 2007, η Αργεντινή συγκλονίσθηκε από την δίκη του Christian von Wernichο, ο οποίος ως εφημέριος της αστυνομίας συμμετείχε στα εγκλήματα της χούντας – χωρίς ποτέ να αποσχηματισθεί από τις εκκλησιαστικές αρχές. Τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας στο Μπουένος Άιρες, το οποίο διέρρευσε μέσω Wikileaks, αποτύπωνε τους φόβους των συντακτών ότι η υπόθεση αυτή θα υπονόμευε το ηθικό κύρος του προέδρου της Συνόδου Αργεντινών Επισκόπων, καρδιναλίου Bergoglio – και την δυνατότητά του να αντιμάχεται τον πρόεδρο Kirchner.

Γεννημένος τον Δεκέμβριο του 1936, ο Jorge Mario Bergogliο, γιος σιδηροδρομικού που είχε μεταναστεύσει από το Πιεμόντε της Ιταλίας στην Αργεντινή, σπούδασε αρχικά χημικός για να στραφεί κατόπιν στις ανθρωπιστικές επιστήμες και στη θεολογία, φθάνοντας μέχρι την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στη Γερμανία. Μέλος του τάγματος των Ιησουιτών, το οποίο αποθαρρύνει την κατάληψη εκκλησιαστικών αξιωμάτων, βρέθηκε μάλλον απρόσμενα να διορίζεται βοηθός επίσκοπος (το 1993) και κατόπιν Αρχιεπίσκοπος (το 1998) του Μπουένος Άιρες. Ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος Β΄ τον όρισε καρδινάλιο το 2001. Την ίδια χρονιά ο Bergoglio βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής όταν ανέλαβε συντονιστής της Συνόδου των Επισκόπων, αντικαθιστώντας τον καρδινάλιο Egan της Νέας Υόρκης, ο οποίος χρειάσθηκε να επιστρέψει εσπευσμένα στη χτυπημένη από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου πόλη του.

Επιπλέον, ο Bergoglio διακρίθηκε κατά την κρίση της Αργεντινής, όπου η Εκκλησία με τις μετρημένες τοποθετήσεις της υπήρξε ο μόνος φορέας εξουσίας στη χώρα που δεν απαξιώθηκε. Το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος εγκατέλειψε το μεγαλοπρεπές Επισκοπείο για ένα απλό διαμέρισμα και επέμενε να μετακινείται με τα μέσα μαζικής μεταφοράς και να ιερουργεί στις παραγκουπόλεις, ενίσχυσε την εικόνα ενός σεμνού και προσηνούς ιεράρχη.
Αυτά τα χαρακτηριστικά προφανώς ενέπνευσαν τους 115 εκλέκτορες που κλήθηκαν να αναδείξουν τον διάδοχο του Βενέδικτου Ιστ΄. Λατινοαμερικανός αλλά και αρκούντως Ευρωπαίος, συντηρητικός δογματικά, απλός στους τρόπους, ιδιαίτερα ευαίσθητος στα θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης, πεισματικά αποστασιοποιημένος τα προηγούμενα χρόνια από τα τεκταινόμενα στη γραφειοκρατία της Ρώμης, ο Bergoglio εξελέγη σε μία ηλικία κατά την οποία θα έλεγε κανείς ότι οι ευκαιρίες του είχαν παρέλθει. Το γεγονός ότι ο νέος Πάπας ανήκει στο "αριστερό" τάγμα των Ιησουιτών, αλλά παρόλα αυτά καλλιέργησε ιδιαίτερα τις σχέσεις του με το συντηρητικό κληρικολαϊκό κίνημα Comunione e Liberazione καταδεικνύει τις ικανότητές του ως γεφυροποιού. Προφανώς στο πρόσωπό του συμβιβάσθηκαν τόσο οι εκλέκτορες που επιθυμούσαν ένα πρόσωπο με "ποιμαντικά" χαρακτηριστικά, όσο και αυτοί επιθυμούσαν κινήσεις ανανέωσης – αποκαλύπτοντας ότι πολύ περισσότερο από την πολυσυζητημένη κρίση της διακυβέρνησης του Βατικανού, τους απασχολεί η ικανότητα της Εκκλησίας να προβάλλει το μήνυμά της μέσα στην ευρύτερη κοινωνικοοικονομική κρίση.

Και μόνο η επιλογή του ονόματος Φραγκίσκος υποδηλώνει τις προτεραιότητες του νέου Πάπα – αφού ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης υπήρξε κήρυκας της πενίας, ανανεωτής της Εκκλησίας, προστάτης του φυσικού κόσμου και συνομιλητής του Σουλτάνου.

"Αν είχαμε μόνο για τέσσερα χρόνια τον Bergoglio θα άλλαζαν τα πάντα" είχε δηλώσει στις 3 Μαρτίου στον ιταλικό Τύπο ένας μη κατονομαζόμενος καρδινάλιος -νομίζοντας ότι αναφέρεται σε φανταστικό ενδεχόμενο…

Διαβάστε ακόμα: Νέος Πάπας ο Αργεντινός Καρδινάλιος Jorge Bergoglio


ΠΗΓΗ:14-03-2013, www.capital.gr

Η Αριστερά χρειάζεται επανεκκίνηση

Η Αριστερά χρειάζεται επανεκκίνηση

 

Συνέντευξη του Oliver Huitson με τον Ken Loach [Κεν Λόουτς]

 

Η νέα του ταινία του Κεν Λόουτς, το «Πνεύμα του ΄45», είναι ένας παθιασμένος απολογισμός της ενότητας που οικοδόμησε το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας, σε αντιδιαστολή με τη σημερινή διάλυση. Ο Όλιβερ Χιούστον συζητά μαζί του για την ταινία, το κράτος πρόνοιας, τη Θάτσερ, τα συνδικάτα και το Νέο Εργατικό Κόμμα. Μπορούμε να αιχμαλωτίσουμε ξανά το πνεύμα; 

–   Όλιβερ Χιούστον: Η παραγωγή της ταινίας είχε ανακοινωθεί μετά την ψήφιση του νόμου για την Υγεία και την Κοινωνική Πρόνοια, τον Μάρτη του 2012. Σε ποιο βαθμό η ψήφιση των μεταρρυθμίσεων στο ΕΣΥ επηρέασε την απόφασή σας να κάνετε την ταινία; Ήταν μια απάντηση στις γενικότερες επιθέσεις στο κράτος πρόνοιας από το 2010; 

Κεν Λόουτς: Προφανώς, ο Νόμος για την Υγεία και την Κοινωνική Πρόνοια είναι μόνο ένα σκαλί σε μια κατηφορική σκάλα. Εδώ και καιρό στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε η ιδέα για την καταγραφή του μεταπολεμικού πνεύματος. Είχα την ευκαιρία να κάνω αυτό το ντοκιμαντέρ και σκέφτηκα ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι πρέπει να απεικονίσουμε τους ανθρώπους που έχουν έντονες μνήμες, ενώ είναι ακόμα εν ζωή. Από αυτήν την άποψη, υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη. Αλλά, ο κυριότερος λόγος είναι ότι αυτό το οικονομικό σύστημα έχει προδήλως αποτύχει σε κάθε πεδίο. Και όσο περισσότερο αποτυγχάνει, τόσο πιο πολύ οι υποστηριχτές του  προσπαθούν να το υποστηρίξουν, με ολοένα και πιο απογοητευτικά αποτελέσματα. Σκέφτηκα ότι ήταν καιρός να θυμηθούμε τι συνέβη μετά το ΄45 και να προσπαθήσουμε να διδαχθούμε από αυτό. Έχει διαγραφεί από την ιστορία γιατί κανένα από τα κυρίαρχα κόμματα δενοιάζεται να μας το θυμίσει. Ασφαλώς, οι Συντηρητικοί (Tories) δεν θέλουν να το θυμούνται, ούτε οι Φιλελεύθεροι, και σίγουρα όχι το Εργατικό κόμμα, γιατί  όλοι αυτοί είναι υπέρμαχοι του ελεύθερου ανταγωνισμού.  

– O.Χ.: Όσον αφορά σε αυτό σας προκάλεσε έκπληξη, από την άποψη του τι συνέβη μετά το 2008, με την έννοια ότι πολλοί προσδοκούσαν ένα είδος αντιστροφής των νεοφιλελεύθερων τάσεων των τελευταίων 30 χρόνων – εκπλαγήκατε από το γεγονός ότι επιταχύνονται παρά αντιστρέφονται; 

ΚΛ: Καθόλου, γιατί οι πιο απελπισμένοι άνθρωποι οδηγούνται στη (ακραία) βασική τους ιδεολογία. Οι Εργατικοί κάνουν ό,τι έκαναν το ΄45, όταν ήταν ακόμα σοσιαλδημοκράτες και οι σοσιαλδημοκράτες πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός είναι προοδευτικός και πρέπει απλώς να τον διαχειριστούν καλύτερα από τους Συντηρητικούς. Έτσι, όσο έρχονται πιο δύσκολοι καιροί, τόσοι πιο προετοιμασμένοι είναι να θυσιάσουν τον κοινωνικό μισθό και τις κοινωνικές παροχές προκειμένου να στηρίξουν τον καπιταλισμό. Και οι Συντηρητικοί δεν νοιάζονται γιατί αυτή είναι έτσι κι αλλιώς η ατζέντα τους. Οι Εργατικοί και ο Μίλιμπαντ, με την ιδέα του για τον καλοκάγαθο καπιταλισμό, παρερμηνεύουν τη φύση του συστήματος, σε σημείο να αναρωτιέσαι από που προέρχονται. Σίγουρα, το ζήτημα δεν αφορά στο πώς μεγάλωσε κανείς. Αν υπήρχε ένα πράγμα που έπρεπε να είχε μάθει ο Μίλιμπαντ από το σπίτι του, είναι ότι ο καπιταλισμός βασίζεται στην ταξική πάλη και όχι στην ταξική συνεργασία.

– Ο.Χ.: Ας  μιλήσουμε μετά για το Νέο Εργατικό κόμμα. Προφανώς, από την άποψη της νομοθετικής δημιουργίας του κράτους πρόνοιας η ταινία καλύπτει αρκετά, αλλά ποιο ήταν το πνεύμα εκείνων των χρόνων;  

Κ.Λ.: Ήταν συνεργατικό. Η εμπειρία του πολέμου ήταν ότι ξεκάθαρα οι ένοπλες δυνάμεις ήταν οργανωμένες από το κράτος, όχι από ιδιωτικούς στρατούς που θα πήγαιναν να πολεμήσουν. Δεν υπήρχαν, όπως έχουμε σήμερα, ιδιωτικοί εργολάβοι που πληρώνονταν για να κάνουν τη δουλειά του στρατού, ήταν ένοπλες δυνάμεις του κράτους. Κάποιες βιομηχανίες κρατικοποιήθηκαν γιατί δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ιδιωτικές επιχειρήσεις, ήταν τόσο αναποτελεσματικές, όπως τα μεταλλεία που έπρεπε να κρατικοποιηθούν. Και ασφαλώς, οι θυσίες, οι βομβαρδισμοί και το εσωτερικό μέτωπο, όπως και η στρατιωτική θητεία, έφεραν τους ανθρώπους κοντά: οι άνθρωποι έπρεπε να είναι καλοί γείτονες, έτσι ώστε να δημιουργείται ένα αίσθημα συλλογικότητας, αλληλεγγύης. Αυτό ήταν ένα στοιχείο. 

Ένα άλλο στοιχείο ήταν η κατάθλιψη και η μαζική ανεργία τη δεκαετία του 1930, η πολιτική διαμάχη τη δεκαετία του 1920, η άνοδος του φασισμού  και των δικτατοριών, αλλά και μια διάχυτη σκέψη: προκειμένου να λύσουμε τα προβλήματα της ειρήνης, γιατί δεν χρησιμοποιούμε τους τρόπους με τους οποίους λύσαμε τα προβλήματα του πολέμου, δηλαδή δια της συνεργασίας και της συλλογικότητας;  Ήταν ένα θέμα κοινής λογικής, όχι ένα ζήτημα ιδεολογίας. Δουλεύαμε με αυτό τον τρόπο επί 6 χρόνια, με καλά αποτελέσματα, με αυτόν τον τρόπο πρέπει να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί για να κτίσουμε τα σπίτια των ανθρώπων και να τους φροντίσουμε και να ξαναφτιάξουμε τις βιομηχανίες. 

– Ο.Χ: Υπήρξε μια μακρά ιστορία εξελίξεων εντός του εργατικού κινήματος, αλλά πιστεύετε ότι η δημιουργία του κράτους πρόνοιας θα ήταν δυνατή χωρίς τον πόλεμο; 

Κ.Λ: Πιστεύω ότι ο πόλεμος ήταν ο καταλύτης. Πιστεύω ότι τότε, όπως και τώρα, υπήρχε ένα αίσθημα δυσαρέσκειας, απογοήτευσης, αλλά η δεκαετία του 1930 ήταν μια πολύ ήρεμη περίοδος. Το όπλο της γενικής απεργίας παρήγαγε αποτελέσματα πριν, το 1926, και οι μεγάλες απεργίες των ανθρακωρύχων ήταν δίκαιες στην αρχή της δεκαετίας 1920. Έτσι, την δεκαετία του 1920 δόθηκε ένας αγώνας στην βιομηχανία, τη δεκαετία του 1930 η ανεργία βρισκόταν στις 2.5 έως 3 μονάδες. Ήταν μια πολύ ήρεμη περίοδος, και αυτό χρειαζόταν. Εκ των υστέρων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι χρειαζόταν αυτό το τρομερό τράνταγμα – και τι τρομερό πράγμα ήταν αυτό! -, αλλά χωρίς εκείνο το τράνταγμα είναι δύσκολο να συμπεράνουμε τι θα μπορούσε να δώσει ελπίδες στους ανθρώπους, τη δεκαετία του 1930, ώστε να ξεκινήσουν να οργανώνονται, και να εκλέξουν μια κυβέρνηση των Εργατικών με στοιχεία ενός σοσιαλιστικού προγράμματος. Δεν ήταν ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, αλλά είχε στοιχεία ενός σοσιαλιστικού προγράμματος. 

– Ο.Χ: Στην ταινία παρουσιάζετε τη δημιουργία του κράτους πρόνοιας και στη συνέχεια κάνουμε ένα άλμα στο 1979, τη Θάτσερ, τις ιδιωτικοποιήσεις.  Πώς, κατά τη γνώμη σας, η Θάτσερ κατάφερε να νικήσει, όχι μόνο στις εκλογές του 1979, αλλά και στις δυο επόμενες εκλογές, κατεβαίνοντας με μια πλατφόρμα ανατροπής πολλών μεταπολεμικών κατακτήσεων; 

Κ.Λ: Λοιπόν… η μακρά κυβέρνηση των Tories (Συντηρητικών) τη δεκαετία του 1950, και οι κυβερνήσεις των Εργατικών τη δεκαετία του 1960 και 1970 δεν αναγέννησαν την ιδέα της κοινής ιδιοκτησίας, δεν θεμελίωσαν καμιά βιομηχανική δημοκρατία. Οι κρατικές βιομηχανίες  ήταν κρατικοί φορείς που λειτουργούσαν ως ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπου υπήρχε ακόμα διαμάχη μεταξύ της διοίκησης και του εργατικού δυναμικού. Δεν αναγεννήθηκαν, δεν επένδυσαν σωστά, κι έτσι  η ιδέα του δημοσίου  σπιλώθηκε και οι ίδιες οι βιομηχανίες παρήκμασαν, κατακερματίστηκαν για να αλλάξουν ιδιοκτησιακό καθεστώς. Και η Θάτσερ ασφαλώς το επιδίωκε αυτό, με την άρνησή της να επενδύσει,  έτσι ώστε όλοι να κουραστούν με την ιδέα και αυτή να μπορέσει τότε να παρουσιάσει την ιδιωτικοποίηση σαν μια θεραπεία- και πιστεύω ότι αυτή ήταν μια αρκετά συνειδητή απόφαση. 

Γιατί εκλέχθηκαν οι Συντηρητικοί; Γιατί οι Εργατικοί απέτυχαν σαν σοσιαλδημοκράτες. Υποθέτω ότι η παγκόσμια οικονομία ήταν εναντίον τους, αλλά η ήττα προέρχεται μέσα από αυτό που μερικοί από εμάς αποκαλούμε εγγενείς συγκρούσεις στο ίδιο το σύστημα, εσωτερικές αντιφάσεις, ο καπιταλισμός περνά μέσα από αυτούς τους κύκλους. Ο καπιταλισμός κατέρρεε,  και το Εργατικό κόμμα πάσχιζε ακόμα να στηρίξει τον καπιταλισμό. Και πλήρωσε το τίμημα. Η Θάτσερ μπόρεσε, έτσι, να εμφανιστεί σαν κάτι νέο, με το να βρει μια λύση για τις παλιές κουρασμένες κρατικοποιημένες βιομηχανίες, επιτιθέμενη στα συνδικάτα και το Εργατικό κόμμα που έριχνε το βάρος του στα εργατικά συνδικάτα και ταυτόχρονα βρισκόταν σε σύγκρουση μαζί τους. Και, φυσικά, ο συντηρητικός Τύπος – δεν πρέπει να το υποτιμάμε ποτέ αυτό – και η Θάτσερ θα μπορούσαν να εμφανιστούν ως κάτι νέο. Αλλά η ίδια έπρεπε ακόμα να νικήσει τα συνδικάτα, και κάποιοι από εμάς θα συμφωνούσαν ότι οι ιδιωτικοποιήσεις έγιναν γιατί τα συνδικάτα ηττήθηκαν και οι ανθρακωρύχοι νικήθηκαν στη μάχη με τις δυνάμεις της αστυνομίας.    

– Ο.Χ.: Από μόνη της η ταινία είναι ξεκάθαρα πολεμική. Ποια είναι η γνώμη σας για την απάντηση της λαϊκής κουλτούρας στο οικονομικό κραχ και την λιτότητα σε γενικές γραμμές, όπου αυτό το είδος της πολεμικής φαίνεται αρκετά σπάνιο; 

Κ.Λ: Είναι δύσκολο να πω, δεν είμαι σίγουρος τι είναι λαϊκή κουλτούρα. Υπάρχει μια κουλτούρα που έχει αναπτυχθεί μέσω των νέων μέσων ενημέρωσης, η οποία μπορεί να είναι αρκετά ανατρεπτική και κριτική, ένα προϊόν των περικοπών της λιτότητας κλπ. Αλλά, αναπόφευκτα, είναι σαν ένα πυροτέχνημα και δεν θα οδηγήσει σε ένα συνεκτικό κίνημα με ένα συνεκτικό πρόγραμμα, αλλά είναι παρ' όλα αυτά μια αναπόφευκτη απάντηση. Πιστεύω ότι τα μαζικά μέσα ενημέρωσης όσον αφορά στον κυρίαρχο τύπο και στις τηλεοπτικές εκπομπές είναι, όπως θα αναμένατε να είναι, πολύ ευνοϊκά για την κυβέρνηση. Προωθούν διαιρέσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους, βρίσκουν εξιλαστήρια θύματα, δαιμονοποιούν δίκαια αιτήματα, σε αντίθεση με τους φοροφυγάδες που επιπλέουν μέσα και έξω, αλλά στο ζήτημα της μόνιμης επίθεσης, ο καθένας υποστηρίζει ότι τα προνόμια δημιουργούνται για να αισθανόμαστε ένοχοι. Υπάρχει παραδοσιακά μια μεγάλη επίθεση στους μετανάστες και πάντα πρέπει να βρίσκουν εξιλαστήρια θύματα όταν η οικονομία καταρρέει. Ποτέ δεν είναι οι άνθρωποι που προκαλούν την κατάρρευση ή επωφελούνται από αυτή, είναι οι άνθρωποι που γίνονται μακράν φτωχότεροι, έτσι δεν προκαλεί έκπληξη αυτό. 

Ασφαλώς, ο κίνδυνος είναι ότι δημιουργείται ένα γόνιμο έδαφος για το φασισμό. Υπάρχει μαζική ανεργία, στοχευμένοι αποδιοπομπαίοι τράγοι, απουσία πολιτικής εκπροσώπησης της αριστεράς. Δεν έχουμε εκπροσώπηση, ούτε σε ένα πολιτικό κίνημα, ούτε στις τηλεοπτικές εκπομπές, ούτε στον τύπο… Η αριστερά μετά βίας υπάρχει και υπάρχει ένα τεράστιο κύμα θυμού σχετικά με το τι συμβαίνει, αλλά δεν αποτυπώνεται σε ένα πολιτικό κίνημα και βρίσκεται στο περιθώριο από τα κυρίαρχα μέσα.  

– ΟΧ.: Και, τέλος, σε αυτό το σημείο, αν αναφερόμαστε στο Εργατικό κόμμα, όπως υπάρχει σήμερα, υπάρχει καμιά ελπίδα για ένα εκσυγχρονισμένο Εργατικό κόμμα ή έχει έρθει η στιγμή για μια μαζική δημοκρατική οργάνωση πέρα από το Εργατικό κόμμα; 

Κ.Λ.: Δεν συζητάμε για τη μεταρρύθμιση του εργατικού κόμματος εδώ και έναν αιώνα; Από την εποχή του Ράμσεϊ ΜακΝτόναλντ ξεστρατίσαμε από την γενική απεργία. Η κυβέρνηση του 1945 ήταν πραγματικά ένα φωτεινό σημείο, ένα επίτευγμα του Εργατικού κόμματος, αλλά σήμερα δεν διακρίνω μια σοσιαλιστική ηγεσία στο Εργατικό κόμμα. Αδυνατώ. Ο σοσιαλισμός βρίσκεται στο περιθώριο της πολιτική εδώ και 50 χρόνια, και το Εργατικό κόμμα έχει μετατοπιστεί σταθερά προς τα δεξιά από την ηγεσία του.

Πιστεύω ότι τα εργατικά συνδικάτα παίζουν βασικό ρόλο. Αν τα εργατικά συνδικάτα έλεγαν ότι πρόκειται να κάνουμε ότι κάναμε έναν αιώνα πριν, θα ανακαλύψουμε ότι ένα μέρος αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της εργασίας και θα υποστηρίζουμε μόνο υποψήφιους οι οποίοι υποστηρίζουν πολιτικές της αριστεράς και τότε μπορούμε να ξαναρχίσουμε. Αλλά χρειαζόμαστε ένα νέο κίνημα και ένα νέο κόμμα. Και αυτό χρειάζεται όλους τους ανθρώπους της αριστεράς που βρίσκονται ακόμα μέσα στο Εργατικό κόμμα, ώστε να δημιουργηθεί κάτι νέο, μαζί  με τα συνδικάτα.  

Τα συνδικάτα είναι απαραίτητα. Αλλά είναι σαν τα σκυλιά, όσο περισσότερο τα κλωτσάς τόσο περισσότερο σέρνονται πίσω από τον αφέντη. Και πραγματικά, χρειάζεται να ξυπνήσουν και να πουν ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσουμε το Εργατικό κόμμα. Αναφέρομαι στην τελευταία εκλογή ηγεσίας (στο Εργατικό κόμμα) όπου η αριστερά δεν είχε υποψήφιο, αυτό συνέβη μετά από δεκαετίες που οι άνθρωποι έλεγαν ότι διεκδικούν το Εργατικό κόμμα – δεν μπόρεσαν να κατεβάσουν ούτε έναν υποψήφιο, γιατί είχαν καθοριστεί από τον Μπλερ και τη συμμορία του. Τα συνδικάτα έπρεπε να κόψουν τους δεσμούς από τους Εργατικούς, να ξαναρχίσουν, με οποιονδήποτε στα αριστερά, με όλες τις καμπάνιες: την καμπάνια για το ΕΣΥ (NHS, National Security System), την καμπάνια για την στέγαση, τις καμπάνιες για τις υπηρεσίες της κοινότητας – όλους. Ας αρχίσουμε ξανά, και τότε μπορούμε πραγματικά να προχωρήσουμε. 

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

ΠΗΓΗ: portside.org. Το είδα: 14-03-2013, http://aristeri-diexodos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8543.html

ΔΝΤ: Γκρεμίστε τα δημόσια σχολεία ή αλλοιώς…

Γκρεμίστε τα δημόσια σχολεία ή αλλιώς οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του ΔΝΤ

 

Της Φραγκίσκας Μεγαλούδη

 

Η εκπαίδευση, έλεγε ο Νέλσον Μαντέλα, είναι το όπλο για να αλλάξεις τον κόσμο.

Στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού όμως, η εκπαίδευση (ή μάλλον η διάλυση της)

έχει γίνει το όπλο για να φτιάξεις ένα κόσμο στα μέτρα σου.

 

 

Ένα κόσμο όπου τα διεθνή αρπακτικά δίνοντας βαθμούς και πιστώσεις δένουν τις μοίρες των λαών δημιουργώντας στρατιές αναλώσιμων και κακοπληρωμένων εργατών στο όνομα των σιδηρών κανόνων της νεοφιλελεύθερης οικονομίας.

 Εκπαίδευση για λίγους

 

Το πρόγραμμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης ως αντάλλαγμα δανείων, που επιβάλουν οι διεθνείς πιστωτές σε όποια χώρα κληθούν να επέμβουν είναι σχεδόν παντού το ίδιο: περικοπές μέχρι και 50% στις εκπαιδευτικές δαπάνες, πάγωμα των μισθών, απολύσεις και όριο στον αριθμό των δασκάλων που μπορεί να προσλάβει η κάθε χώρα. 

Η συνταγή αυτή έχει άμεσα αποτελέσματα : 72 εκατομμύρια παιδιά στον αναπτυσσόμενο κόσμο δεν πάνε ποτέ σχολείο, δεκάδες εκατομμύρια δεν ολοκληρώνουν ποτέ τη βασική εκπαίδευση, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων, διδάσκεται σε τάξεις 40 και 80 παιδιών χωρίς σχολικά βιβλία, διδακτικό υλικό και συχνά χωρίς δασκάλους.

Ακόμα και στις πλούσιες ΗΠΑ τα ποσοστά των μαθητών που αποφοιτούν από το λύκειο φανερώνουν μια άλλη πραγματικότητα. Ενώ οκτώ στους δέκα λευκούς μαθητές απέκτησαν απολυτήριο λυκείου το 2011, ανάμεσα στους μαύρους μαθητές μόνο έξι στους δέκα αποφοίτησαν ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους ισπανικής καταγωγής μαθητές είναι πέντε στους δέκα.

 

Σχολεία χωρίς δασκάλους

 

Στην Αφρική η εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθήθηκε από το ΔΝΤ οδήγησε στην πλήρη κατάρρευση του ήδη αδύναμου εκπαιδευτικού συστήματος. Με στόχο τον έλεγχο των δαπανών των τοπικών κυβερνήσεων ώστε αυτές να είναι σε θέση να αποπληρώσουν τα δάνεια τους, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα επέβαλλαν μείωση των δαπανών της παιδείας και πάγωμα των προσλήψεων και των μισθών των δασκάλων.


 Στο Μαλάουι οι περικοπές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα μόνο τρία στα δέκα παιδιά να τελειώνουν την βασική εκπαίδευση ενώ από τους 90.000 δασκάλους που υπολογίζεται ότι έχει ανάγκη η χώρα, μόνο 40.000 υπηρετούν, με περίπου 2000 να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους κάθε χρόνο.

Στην Μοζαμβίκη το ΔΝΤ επενέβη και απαγόρευσε στην κυβέρνηση να αυξήσει τους μισθούς των δασκάλων, όταν αυτή προσπάθησε να αυξήσει τον κατώτατο μισθό. 

Στη Σιέρα Λεόνε ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα έδωσε δάνειο στην κυβέρνηση για να χτίσει σχολικά κτήρια, το ΔΝΤ απαγόρευσε να προσληφθούν δάσκαλοι ενώ απαίτησε μέρος του δανείου να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή των χρεών. Το αποτέλεσμα ήταν να χτιστούν οι αίθουσες αλλά να παραμείνουν άδειες καθώς δεν υπήρχαν δάσκαλοι να διδάξουν αλλά ούτε κ χρήματα να αγοραστούν βιβλία. Το υπουργείο για να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις δασκάλων όρισε ανώτατο αριθμό παιδιών που μπορούν να φοιτήσουν στα σχολεία. Έτσι πολλά παιδιά πάνε πρώτη μέρα στο σχολείο μόνο για να βρουν τις πόρτες κλειστές καθώς δεν έχουν δικαίωμα εγγραφής.

 

Παιδεία στους νόμους της αγοράς

 

Η Λατινική Αμερική, με αρχή το Χιλιανό πραξικόπημα του 73, υπήρξε το εργαστήριο για τα πειράματα των συνταγών του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι δομικές αλλαγές που επεβλήθησαν επέβαλλαν ιδιωτικοποιήσεις, ελευθερία κεφαλαίων, εκμηδένιση κοινωνικού κράτους και περικοπές δαπανών στο χώρο της υγείας και της εκπαίδευσης. 

Στη Χιλή, ήδη από τα χρόνια του Πινοσέτ, η εθνική δωρεάν παιδεία έχει αντικατασταθεί από ένα σύστημα ιδιωτικής εκπαίδευσης χρηματοδοτούμενης μέσω των κουπονιών. Το κράτος δεν χρηματοδοτεί την εκπαίδευση και η οικονομική ενίσχυση των σχολείων εξαρτάται από τον αριθμό των μαθητών τους. Στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο σύστημα παροχής χρηματικών κουπονιών, τα οποία οι γονείς μπορούν να εξαργυρώσουν σε σχολείο της επιλογής τους. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, είναι η πλειοψηφία να επιλέγει ιδιωτικά σχολεία τα οποία έτσι χρηματοδοτούνται άμεσα από το κράτος μέσω των κουπονιών ενώ τα δημόσια σχολεία υποβαθμίζονται και σταδιακά κλείνουν. Όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν στα ιδιωτικά σχολεία ή δεν γίνουν δεκτοί, καταλήγουν στα φτωχά δημόσια τα οποία υπολειτουργούν. Με αυτό τον τρόπο το 45% των μαθητών που φοιτούν τελικά στα δημόσια σχολεία δεν λαμβάνουν ικανοποιητική εκπαίδευση ενώ οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν πρόσβαση στο πανεπιστήμιο. 

Η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα έχει γίνει πλέον ταξική, καθώς τα πανεπιστημιακά δίδακτρα είναι ανάμεσα στα υψηλότερα στον κόσμο. Ο μόνος τρόπος χρηματοδότησης των σπουδών είναι τα φοιτητικά δάνεια τα οποία όμως συχνά ξεπερνούν τα 40.000 δολάρια, ποσά που ένας μη προνομιούχος φοιτητής δεν θα μπορέσει ποτέ να αποπληρώσει. 

Και αν η Χιλή είχε ανάπτυξη πρέπει κανείς να αναλογιστεί το τίμημα με το οποίο αναπτύχθηκε. Η χώρα είναι πρώτη σε κοινωνικές ανισότητες ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, εν μέσω κατηγοριών ότι ο δεξιός πρόεδρος έδωσε ψεύτικα ποσοστά για τον αριθμό όσων ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Μπορεί η μείωση της ανεργίας να υπήρξε εντυπωσιακή, ένας στους τρείς όμως εργάζεται με μερική απασχόληση, το 30% των εργαζομένων δεν έχει ασφάλιση και οι διαφορές στους μισθούς είναι από τις υψηλότερες στον δυτικό κόσμο.

 

Η χαμένη γενιά της Ασίας

 

Η Ασιατική κρίση του 1997, έδειξε για άλλη μια φορά ότι οι πιστωτές δεν είχαν μάθει τίποτα από τις χαμένες δεκαετίες της Λατινικής Αμερικής. Η οικονομική κρίση της Ασίας πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε μείζονα κοινωνική και θεσμική κρίση. Ο χώρος της εκπαίδευσης χτυπήθηκε άμεσα. Οι κυβερνήσεις της Ταϊλάνδης και της Ινδονησίας προχώρησαν-υπο τις πιέσεις του Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας- σε δραματικές περικοπές στο χώρο της παιδείας. 

Στην Ινδονησία όπου 20 εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν κάτω από τα όρια της φτώχειας, σχεδόν 1.5 εκατομμύριο παιδιά εγκατέλειψαν το σχολείο. Στην Ταϊλάνδη το 1998 σχεδόν 700 χιλιάδες παιδιά δεν θα ολοκληρώσουν ποτέ το δημοτικό σχολείο, ενώ το ένα τρίτο των μαθητών θα εγκαταλείψει το γυμνάσιο. Πολλά από τα παιδιά αυτά θα καταλήξουν στους δρόμους ή θα προωθηθούν στην πορνεία που εκείνη την περίοδο τα ποσοστά της θα τριπλασιαστούν.

Στην Ινδονησία οι μισθοί των δασκάλων θα μειωθούν κατά δύο τρίτα, τα σχολικά γεύματα θα καταργηθούν και τα βιβλία δεν θα φτάσουν ποτέ στα περισσότερα σχολεία της χώρας.

Τα διαρθρωτικά προγράμματα της ΝΑ Ασίας έβαλαν τις βάσεις για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης αποκλείοντας εκατοντάδες χιλιάδες φτωχά παιδιά από τα σχολεία.

Μια ολόκληρη γενιά καταδικάστηκε να γίνει φτηνά και αναλώσιμα εργατικά χέρια χωρίς μόρφωση και χωρίς κανένα δικαίωμα σε παροχές και επιδόματα. Η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση είναι κοινό αγαθό και δικαίωμα. Σε εποχές κρίσης η πρόκληση δεν είναι το ξεπούλημα της στα χέρια ιδιωτών και η απαξίωση της, αλλά η στήριξη των δημοσίων ιδρυμάτων με διαφανείς διαδικασίες ώστε να γίνουν πιο αποτελεσματικά και προσιτά σε όλο τον πληθυσμό.

Ο πόλεμος όμως εναντίον των λαών και κάθε δημόσιου αγαθού έχει ήδη ξεκινήσει.


Φραγκίσκα Μεγαλούδη


ΠΗΓΗ: http://www.thepressproject.gr/article/39995/Gkremiste-ta-dimosia-sxoleia-i-allios-oi-ekpaideutikes-metarruthmiseis-tou-DNT

ΕΕ: “Εμπόδιο” οι …κυβερνήσεις των κρατών

"Εμπόδιο" θεωρεί τις …κυβερνήσεις των κρατών η ΕΕ

 

 Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Καταπέλτης ήταν ο Αντρέ Γκρεμπίν, διευθυντής Ερευνών στο γαλλικό Κέντρο Μελετών και Διεθνών Ερευνών Πολιτικών Επιστημών, αναφερόμενος στο πώς αντιμετωπίζει η ΕΕ τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών: «Οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις εκλαμβάνονται ως δημαγωγικοί θεσμοί, για να μην πούμε ότι θεωρούνται εμπόδια που παρενοχλούν την ομαλή λειτουργία (!)» της ΕΕ, γράφει σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στη γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ».

Ο δημόσιος διάλογος έχει φουντώσει στη Γαλλία γύρω από την πορεία του ευρώ και της ΕΕ. Ιδίως μετά το σοκ του αποτελέσματος των ιταλικών εκλογών, η διανόηση και οι πολιτικοί της Γαλλίας έχουν συνειδητοποιήσει ότι πλέον έρχεται η σειρά της δικής τους χώρας να μπει στην περιδίνιση της κρίσης υπό όρους που θα καθορίσει το Βερολίνο. Ο Αντρε Γκρεμπίν κάνει πολύ οξυδερκείς επισημάνσεις, αναζητώντας τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης που συγκλονίζει την ευρωπαϊκή οικοδόμηση. «Έχει συγκροτηθεί ένας παράξενος αστερισμός που αποτελείται από αναρίθμητους μη εκλεγμένους κοινοτικούς θεσμούς και από εθνικές κυβερνήσεις. Αυτές οι τελευταίες, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, δεν έχουν απογυμνωθεί από τις εξουσίες τους, αλλά δεν μπορούν να τις ασκήσουν παρά μόνο υπό τον όρο ότι θα ακολουθούν τους κανόνες που τους έχουν επιβληθεί από το εξωτερικό… Κάτω από την επιρροή της γερμανικής ορθοδοξίας και του περιβάλλοντος νεοφιλελευθερισμού, οι κανόνες που έχουν επιβληθεί στα κράτη-μέλη της ΕΕ επιτείνουν την αδυναμία τους» υπογραμμίζει.

Αυτή την αφαίρεση των πολιτικών αρμοδιοτήτων από τα κράτη – μέλη ο αρθρογράφος τη χαρακτηρίζει «σκουλήκι που σάπισε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα» και οδήγησε σε πλήρη διαστροφή τον τρόπο άσκησης της πολιτικής στις χώρες της ΕΕ. «Γενικά οι κρατικοί ηγέτες καθορίζουν μια στρατηγική, η οποία αποτελείται από προωθήσεις και παραχωρήσεις σε συνάρτηση με τους στόχους που προτείνονται. Οι ηγέτες μας, αλλά όχι μόνο αυτοί, έχουν υιοθετήσει την αντίστροφη πορεία: είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τις εκλογικές υποσχέσεις τους για να συμμορφώνονται προς τους κανόνες που τους έχουν επιβληθεί. Οι παραχωρήσεις δεν είναι πια γι' αυτούς ένα μέσον για να πετύχουν τους στόχους τους. Κάνουν όλες τις απαραίτητες παραχωρήσεις για να φτάνουν στη συναίνεση εντός της ΕΕ που έχει γίνει η προτεραιότητά τους, όποιες και αν είναι οι συνέπειες» τονίζει ο Αντρέ Γκρεμπίν.

Ακριβώς αυτή είναι η στάση των ηγετών και τις δικής μας χώρας – γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια όσα υποσχέθηκαν στον ελληνικό λαό και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι πώς θα υλοποιήσουν τις εντολές της ΕΕ που στην περίπτωσή μας έχουν την πρόσθετη επιβαρυντική μορφή του Μνημονίου. Έτσι ενεργούσαν ο Παπανδρέου, ο Παπακωνσταντίνου, ο Λοβέρδος και όλοι οι υπουργοί της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, έτσι ενεργούσαν ο Παπαδήμος και ο Βενιζέλος ως υπ. Οικονομικών, έτσι ενεργούν σήμερα ο Αντ. Σαμαράς και ο Στουρνάρας και τα υπόλοιπα ασήμαντα πολιτικά πρόσωπα που συναπαρτίζουν την παρούσα κυβέρνηση. Ο Γάλλος αρθρογράφος δείχνει αρκετά απαισιόδοξος αναφορικά με τις ρεαλιστικές δυνατότητες δημοκρατικού μετασχηματισμού αυτού του τρόπου λειτουργίας της ΕΕ: «Σε ένα δημοκρατικό σύστημα, ακόμη και σε ένα αυταρχικό, η λαϊκή δυσαρέσκεια μπορεί να κατευθυνθεί προς έναν στόχο – εναντίον μιας πλειοψηφίας που μπορεί να ελπίζει να αντικατασταθεί, εναντίον ενός δικτάτορα που αναμένει να ανατραπεί. Σε ένα ολιγαρχικό σύστημα όμως όπως αυτό που επικρατεί στους κόλπους της ΕΕ, η εξουσία έχει επαρκώς διαχυθεί για να μη μπορεί να προσβληθεί» αναλύει.

Εντυπωσιακό πρωτίστως το γεγονός ότι χαρακτηρίζει «ολιγαρχικό» το σύστημα που επικρατεί στην ΕΕ ένας Γάλλος διανοούμενος, τη στιγμή μάλιστα που η χώρα του κάθε άλλο παρά υποφέρει από την πολιτική της ΕΕ – τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Ο Γκρεμπίν θίγει ακόμη ένα θέμα, το οποίο ουδέποτε έχει συζητηθεί στην Ελλάδα: τη διεκδίκηση όλο και μεγαλύτερου ρόλου από τους μηχανισμούς των Βρυξελλών. «Έχουν υποβάλει την υπό διαμόρφωση κοινότητα σε έναν κοινωνιολογικό νόμο που θέλει οι γραφειοκρατικές δομές να μην έχουν άλλο στόχο παρά τη δική τους επέκταση, αφενός διευρύνοντας ασταμάτητα τη σφαίρα δραστηριοτήτων τους και αφετέρου σφετεριζόμενες ταυτόχρονα όλο και περισσότερη εξουσία σε έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό τομέων αρμοδιοτήτων» υπογραμμίζει. Τελικά, παντού συζητούν και προβληματίζονται για το ευρώ και την ΕΕ, εκτός από την Ελλάδα που έχει βυθιστεί και σε απερίγραπτη πνευματική ένδεια.

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύθηκε στο «Έθνος» την Τρίτη 12 Μαρτίου 2013. Το είδα: http://aristeri-diexodos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_12.html