Πρόγραμμα: Απάντηση στην ηγεσία του ΚΚΕ Β-Ι

Η απάντηση στην ηγεσία του Κόμματος σχετικά με το Πρόγραμμα – ΙΙΙ

 

Της «Νέας Σποράς»

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

6. Ανεπίτρεπτες κατηγορίες

Η ηγεσία του Κόμματος προκειμένου να μας απαντήσει, σε σχέση με το πρόγραμμα, προλειαίνει το έδαφος με ανεπίτρεπτες και προκατασκευασμένες κατηγορίες, τις οποίες τις θέτει ως ερωτήματα στα οποία, στη συνέχεια, δίνει η ίδια τις αυθαίρετες απαντήσεις της. Είναι κι αυτή μια προσφιλής μέθοδος ειδικά εκείνων που στερούνται λογικών πολιτικών επιχειρημάτων.

Μας εγκαλεί η ηγεσία του Κόμματος : «Δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν γιατί σε όποια χώρα έγινε από Κομμουνιστικά Κόμματα "κυβερνητικό πείραμα" για να ανακοπεί η αντεργατική, αντιλαϊκή επίθεση, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο (Γαλλία, Ιταλία κλπ)». 

Κατ' αρχάς, το «σε όποια χώρα» δεν ισχύει. Είναι άλλη η περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας, αμέσως μετά τη λήξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, όπου οι πολιτικές εξελίξεις, με πρωτοπόρα δύναμη το ΚΚΤσ, οδηγούν στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Άλλη η περίπτωση της Χιλής στη δεκαετία του ‘70, όπου η κυβέρνηση συνεργασίας του Σαλβατόρ Αλλιέντε αντιμετωπίζεται με  το αμερικανόπνευστο στυγνό πραξικόπημα του Πινοσέτ. Άλλη η περίπτωση του Βιετνάμ στη δεκαετία πάλι του '70, που με το όπλο στο χέρι κατακτά την πολιτική εξουσία και ενώνει τη χώρα. Και εντελώς άλλη η περίπτωση της Γαλλίας (πριν και μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού) και της Ιταλίας (μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού), όπου τα αντίστοιχα κομμουνιστικά κόμματα ενσωματώνονται σε «κυβερνητικά πειράματα» και στην πολιτική της αστικής τάξης.

Επομένως αυτή η γενίκευση από τη μία και ο ταυτόχρονος περιορισμός από την άλλη, στην Γαλλία και την Ιταλία, είναι εκ του πονηρού. Είτε γίνεται συνειδητά από σκοπιμότητα για να δικαιολογήσει μια συγκεκριμένη επιχειρηματολογία είτε γίνεται από άγνοια. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, δεν βοηθάει καθόλου τη διευκρίνιση του ζητήματος, γιατί ανακατεύει διαφορετικές ιστορικές συνθήκες και διαφορετικές πολιτικές των αντίστοιχων Κομμουνιστικών Κομμάτων. Και μια ηγεσία οφείλει να τα γνωρίζει «αυτά τα απλά».   

Κατά δεύτερο, δεν αντιλαμβανόμαστε για ποιο πράγμα μας εγκαλεί η ηγεσία του Κόμματος. Έπρεπε να απαντήσουμε για την περίπτωση της Γαλλίας και της Ιταλίας!;  Μα δεν χρειάζεται να απαντήσουμε γιατί δεν θέλουμε το σχηματισμό κυβέρνησης με τον τρόπο που σχηματίστηκε στη Γαλλία και στην Ιταλία. Είναι πολύ απλό. Θέλουμε το σχηματισμό κυβέρνησης έτσι όπως την προβλέπει το πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας.

Και τη ρωτάμε ευθέως να μας απαντήσει. Είναι αντικομματική ενέργεια αυτή η απαίτησή μας να εφαρμοστεί το πρόγραμμα του Κόμματος την ώρα που η ηγεσία του Κόμματος δεν το εφαρμόζει; Το ερώτημα αυτό είναι καίριο. Γιατί καθορίζει τη στάση της ηγεσίας απέναντι στο Κόμμα και στην εργατική τάξη της χώρας, γενικότερα απέναντι στους εργαζόμενους, τα μικροαστικά στρώματα και τον ελληνικό λαό αλλά και τη στάση τη δικιά μας απέναντι στην ηγεσία.

Ακριβώς γι αυτό το λόγο δεν μιλήσαμε αποκλειστικά και μόνο για κυβέρνηση. Θυμίζουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρώτη μας Δήλωση:  «Σε μια εποχή που οι προβλέψεις και οι πρόνοιες του 15ου Συνεδρίου δικαιώθηκαν περίτρανα, η ηγεσία του κόμματος εγκατέλειψε την προσπάθεια να εφαρμόσει τη βασική του πρόταση, στο πνεύμα της σύγχρονης περιόδου που διανύουμε, προωθώντας τη δημιουργία του Αντιμονοπωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου, που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας, με τη δημιουργία αντίστοιχης κυβέρνησης, που θα έκφραζε και θα στηριζόταν στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, στη νεολαία και τη διανόηση της χώρας μας, που θα συνένωνε αρμονικά την πάλη των εργαζομένων για τα άμεσα προβλήματά τους με την προοπτική του σοσιαλισμού». Δηλαδή, μιλήσαμε για τη συνολική πρόταση του προγράμματος του Κόμματος και εγκαλέσαμε την ηγεσία γιατί δεν την προώθησε και δεν την πρόβαλε, ενώ το πρόγραμμα του Κόμματος ισχύει μέχρι κι αυτήν τη στιγμή, υποτίθεται.

Κατά τέταρτο, για να προσδώσει «υπόσταση» στην παραπάνω επιχειρηματολογία της η ηγεσία καταφεύγει στον …Αλ. Τσίπρα! Νισάφι πια! Καταλαβαίνουμε πολύ καλά γιατί οχυρώνεται πίσω από τέτοιες απαράδεχτες μεθοδολογίες. Επιχειρεί να διεγείρει τα αντανακλαστικά του κομματικού σώματος, και έτσι μόνο από το άκουσμα του ΣΥΡΙΖΑ να αποδεχτεί τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία χωρίς και να την κρίνει. Αλλά δεν είναι ο σοφότερος και ο προσφορότερος τρόπος για να αντιμετωπίσει κριτικές που της υποβάλλονται και, τη διαβεβαιώνουμε, δεν είναι μόνο δικές μας. Τη διαβεβαιώνουμε, επίσης, ότι ο Αλ. Τσίπρας δεν νοιάζεται καθόλου αν η ηγεσία του ΚΚΕ θα εφαρμόσει το πρόγραμμά του.

Παραθέτουμε το αντίστοιχο απόσπασμα που αποδεικνύει τις αιτιάσεις μας: «Να θυμίσουμε εδώ ότι το συγκεκριμένο ζήτημα το άνοιξε ο Αλ. Τσίπρας στη διακαναλική συνέντευξη του ΣΥΡΙΖΑ πριν τις εκλογές στις 6 Μάη. Ακριβώς όπως το διατυπώνουν αυτοί που ανώνυμα κάνουν πολεμική στο ΚΚΕ διαστρεβλώνοντας το Πρόγραμμα του Κόμματος. Γιατί άλλα λέει το Πρόγραμμα του ΚΚΕ απ' αυτά που οι ίδιοι γράφουν».

Είναι βέβαια, μια ενδιαφέρουσα ιστορία το πως και το γιατί ο Αλ. Τσίπρας κατέφυγε στο να διαβάσει το πρόγραμμα του Κόμματος. Ασυνήθιστη ιστορία είναι η αλήθεια. Προς το παρόν παραθέτουμε ολόκληρη την απάντηση στην σχετική ερώτηση που υποβλήθηκε στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ στη διακαναλική συνέντευξη στις 29/04/2012 στο Ζάππειο, για να έχει υπόψη του ο αναγνώστης και να μπορεί να συμπεράνει όχι για την επιχειρηματολογία της ηγεσίας μόνο αλλά πρωτίστως της «Νέας Σποράς»

«Χ. ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ ("MEGA"): Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς επιμένετε σ' αυτή τη συνεργασία, την ώρα που το Κομμουνιστικό Κόμμα εκλαμβάνει, όπως τουλάχιστον είπε η Γενική Γραμματέας του πριν από λίγες ημέρες, τη στήριξη από τους ψηφοφόρους ως στήριξη σε μια ξεχωριστή πολιτική πρόταση που δεν έχει σχέση με αυτό που δημοσίως δηλώνει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Α. ΤΣΙΠΡΑΣ: Κύριε Τσιγουρή, ειλικρινά ορισμένες φορές τη συλλογιστική της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος και της κας Παπαρήγα δεν μπορώ να την παρακολουθήσω. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι αυτή η συλλογιστική ορισμένες φορές φτάνει και στα όρια παράλογων και τοποθετήσεων που στερούνται λογικής  βάσης, όπως το ότι αν η Αριστερά καταφέρει και γίνει κυβέρνηση δεν θα έχουμε καλή αντιπολίτευση.

Δικαιολογώ όμως αυτές τις τοποθετήσεις, γιατί βρισκόμαστε στην αιχμή ενός προεκλογικού αγώνα και όλοι διεκδικούν να αιτιολογήσουν τις επιλογές τους είτε ήταν δίκαιες είτε ήταν άδικες. Η επόμενη μέρα των εκλογών όμως θα είναι μια ξεχωριστή και διαφορετική μέρα. Και επιτρέψτε μου να σας πω, αντλώ αυτή τη βεβαιότητα, διότι παρά τις διαφορές μας, τις σημαντικές διαφορές που έχουμε με το Κομμουνιστικό Κόμμα, έχουμε μελετήσει την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, ήμασταν κι εμείς κομμάτι της.

Ξέρουμε ποια ήταν η στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος σε κρίσιμες στιγμές, όταν απέναντι στην άνοδο του φασισμού προέταξε το λαϊκό μέτωπο, όταν αργότερα δημιούργησε το ΕΑΜ, όταν αργότερα στα χρόνια της μεταπολίτευσης με ηγέτη τον Χαρίλαο Φλωράκη άσκησε μια ουσιαστική πολιτική συμμαχιών προκειμένου να διευκολύνει το λαϊκό κίνημα να έχει κατακτήσεις.

Ξέρουμε όμως και το πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω ένα απόσπασμα από το 15ο συνέδριο του ΚΚΕ, το πρόγραμμα του. Λέει λοιπόν:

«Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το Κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση της χώρας και την εξάρτηση από συμμετοχή της σε ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης. Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση. Με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να συμβάλει στην έναρξη επαναστατικής διαδικασίας»

Κύριε Τσιγουρή, εμείς αναρωτιόμαστε. Αν όχι τώρα πότε; Και αν όχι εμείς ποιοι; Δεν μπορεί να περιμένουμε να διαμορφωθούν οι συνθήκες. Διότι αν περιμένουμε να διαμορφωθούν οι συνθήκες δεν θα έχουμε υποκείμενο.

Ο λαός μας πεθαίνει. Ο λαός μας θα πεινάσει. Θα φύγουν μετανάστες στο εξωτερικό οι νέοι άνθρωποι. Θα εξαθλιωθούν οι εργαζόμενοι. Και δεν μπορεί να περιμένουμε να εξαθλιωθεί και ο τελευταίος εργαζόμενος για να διαμορφωθούν οι συνθήκες.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι την επομένη των εκλογών ο ελληνικός λαός με την ψήφο του θα υποδείξει, θα αναγκάσει τις δυνάμεις της Αριστεράς σε μια κυβέρνηση που θα ανατρέψει την πορεία του λαού μας προς τη δυστυχία».

Η ηγεσία του Κόμματος μπορεί τώρα, που έχουμε απομακρυνθεί από τα γεγονότα, πιο ήρεμα και πιο ψύχραιμα, να αναλογιστεί το πόσα επιχειρήματα, με αποκλειστική της ευθύνη, πρόσφερε στον ΣΥΡΙΖΑ η εγκατάλειψη του προγράμματος του Κόμματος και όχι μόνο, που άδραξε μόλις βρήκε την ευκαιρία και εκμεταλλεύτηκε την ιστορική προσφορά του ΚΚΕ. Το πώς έδωσε τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να πλαγιοκοπήσει τις δυνάμεις του Κόμματος μέσα από μια καλοζυγισμένη δημαγωγική αναφορά στο πρόγραμμα του Κόμματος (και κατά τη γνώμη μας προκατασκευασμένη).

Γιατί πράγματι πρόκειται για μια δημαγωγική αναφορά, δεδομένου ότι το σχετικό εδάφιο που διάβασε ο Αλ. Τσίπρας περιλαμβάνει και την πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, δηλαδή ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Το σχετικό εδάφιο του προγράμματος στρέφεται ενάντια και στην καρδιά της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια του τη στρατηγική. Και κάτι άλλο.

Αντί η ηγεσία του κόμματος να μας εγκαλεί και να μας απευθύνει την κατηγορία ότι «αυτά τα λέει ο Αλ. Τσίπρας», ας σκεφτεί, παραπέρα, ότι εκείνη τη στιγμή δεν διέθετε ούτε την οξυδέρκεια και δεν πήρε καν την πρωτοβουλία «να γυρίσει» την κατάσταση σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ, αφού κατέφυγε η ηγεσία του στο πρόγραμμα ενός άλλου κόμματος, που δεν είναι το οποιοδήποτε κόμμα αλλά είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας με την ιστορική παρακαταθήκη που κουβαλάει, το ακριβότερο και πολυτιμότερο κόσμημα της νεώτερης ιστορίας της χώρας μας!

Και να του πει απλά: Αφού το δέχεστε ως πρόγραμμα, μια και (μας) το διαβάζετε, ας αποτελέσει ακριβώς αυτό το πρόγραμμα και ειδικά αυτό το εδάφιο τη βάση της πολιτικής των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων που θα διεκδικήσουν και την κυβέρνηση. Τοποθετηθείτε λοιπόν εσείς του ΣΥΡΙΖΑ! Για να διαπιστώσει και ο ελληνικός λαός, εκτός του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας καλός αναγνώστης του προγράμματος του ΚΚΕ, αν είναι και αντιμονοπωλιακή και αντιιμπεριαλιστική πολιτική δύναμη, αν είναι Αριστερή δύναμη, αν είναι ειλικρινής και, τέλος, αν όλα όσα λέει για την ενότητα της Αριστεράς τα εννοεί και πάνω σε ποια βάση.    

Όμως, η ηγεσία του κόμματος δεν το τόλμησε. Και δεν το τόλμησε, γιατί, όπως προκύπτει από την απάντηση που έδωσε στη «Νέα Σπορά», δεν πιστεύει και η ίδια στο πρόγραμμα του κόμματος. Πως, λοιπόν, να το επικαλεστεί. Είχε δέσει τα χέρια της.

Από την πλευρά μας θα συνιστούσαμε στην ηγεσία του Κόμματος να πάψει να χρησιμοποιεί τέτοιες καταδικασμένες μέθοδες, που δεν κινούνται στο πλαίσιο της κομμουνιστικής δεοντολογίας και ξεπερνάνε τα όρια μιας ιδεολογικής διαπάλης. Για τους παρακάτω βασικούς λόγους:

Πρώτο, γιατί το θέμα του προγράμματος του Κόμματος δεν το άνοιξε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε κι εμείς. Το άνοιξε η ίδια η ηγεσία με τη διαδικασία του «προγραμματικού εμπλουτισμού» εδώ και πολλά χρόνια. Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία με δημαγωγικό τρόπο και εμείς από την πλευρά μας υπερασπιζόμαστε το πρόγραμμα του Κόμματος, γιατί διαφωνούμε και με τη μεθοδολογία αλλά και με το περιεχόμενο του προγραμματικού εμπλουτισμού. Αυτή η μεθοδολογία μας θυμίζει πολύ την αντίστοιχη μεθοδολογία Ανδρουλάκη.

Δεύτερο, γιατί υποτιμάει απρεπώς και βάναυσα τη νοημοσύνη των κομματικών μελών και στελεχών, των οπαδών και ψηφοφόρων του Κόμματος, που αυτήν την περίοδο «περνάνε από το κόσκινο» τη γραμμή του Κόμματος και βρίσκονται σε πολύ έντονο προβληματισμό και ανησυχία για το μέλλον του.  

Τρίτο, γιατί αποδείχτηκε άμεσα και χειροπιαστά ότι όσο περισσότερο ασχολιόταν η ηγεσία του Κόμματος με τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο περισσότερο τον τροφοδοτούσε με ψηφοφόρους του. Ακόμη και παραδοσιακούς ψηφοφόρους, που στη ζωή τους δεν είχαν ψηφίσει ΠΟΤΕ άλλο κόμμα εκτός από το ΚΚΕ, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα ζωής, στάσης, ενοχών, ψυχολογίας, εγκατάλειψης, απογοήτευσης, αποστράτευσης, ματαιότητας, ηττοπάθειας κλπ.

Τέταρτο, γιατί η απάντηση της ηγεσίας στη «Νέα Σπορά» δίνεται στις 3 του Ιούνη, αλλά στις 17 του ίδιου μήνα γίνονται οι επαναληπτικές εκλογές και το αποτέλεσμα δεν τη δικαιώνει. Φαίνεται ότι η ηγεσία του Κόμματος διαβιεί σε μια φαντασιακή κατάσταση που την έχει απομακρύνει από την πραγματικότητα και δεν έχει καταλάβει ακόμα ότι ΑΛΛΑΞΑΝ ΡΙΖΙΚΑ οι όροι πολιτικής παρουσίας του ΚΚΕ, ότι το ΚΚΕ έχασε στις εκλογές του Ιούνη κάτι λιγότερο από το 50% της εκλογικής του δύναμης σε σχέση με τις εκλογές της 6ης του Μάη, πάνω από το 50% σε σχέση με το 2007 και βρίσκεται πίσω και από την εκλογική δύναμη του 1993! Αντίθετα, αυτό το γεγονός, πρέπει να την κάνει να προβληματιστεί πάρα πολύ και να αναλάβει, επί τέλους, τις ευθύνες της με ό,τι σημαίνει αυτό.

Δύο ακόμη παρατηρήσεις από το ατέλειωτο κατηγορητήριο που μας παραπέμπει συνεχώς πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η πρώτη: Η ηγεσία του Κόμματος μας κατηγορεί ότι ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα ετεροκαθοριζόμαστε σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τίποτα πιο ανακριβές. Δεν είναι αυτό το κριτήριο που μας διακατέχει και μας αποδίδει σε σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα. Κρίνουμε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα μέσα στο πλαίσιο των συνθηκών που δημιουργήθηκαν. Αυτό είναι το κριτήριο. Και οι συνθήκες αυτές μας λένε: Στην ιστορία του δικομματισμού για πρώτη φορά μετακινούνται 3.5εκατ ψηφοφόροι από το χώρο του δικομματισμού και καταλήγουν σε άλλα κόμματα. Από τα 3.5εκατ ψηφοφόρους που μετακινήθηκαν στις εκλογές της 6ης του Μάη το κόμμα κέρδισε, περίπου, είκοσι χιλιάδες ψηφοφόρους, σε σχέση με τις εκλογές του 2009, ενώ στις εκλογές του Ιούνη το κόμμα έκανε οπισθοδρομικό άλμα στο …1993. Ρωτάμε την ηγεσία του κόμματος. Είναι αυτό ετεροκαθορισμός;  

Ωστόσο, τι ακριβώς εννοεί η ηγεσία του Κόμματος με τον ετεροκαθορισμό; Ότι το Κόμμα δεν επηρεάζεται από τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις; Τότε πως εξηγείται το εκλογικό αποτέλεσμα; Έπειτα εγείρεται και ένα άλλο πρόβλημα. Μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα του οπορτουνισμού. Είχε πάντα πρόβλημα εισόδου στο κοινοβούλιο. Η μόνιμη κατηγορία ήταν ότι θέλει να πάρει τη ρεβάνς του 1968. Τώρα που αναδείχτηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση και πήρε τη ρεβάνς, που εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει τα πολιτικά πράγματα της χώρας στη μια ή την άλλη κατεύθυνση, το γεγονός αυτό, και μπροστά στη σαφή επιδίωξή του να αναδειχτεί σε κυβερνητική δύναμη, δεν θα επηρεάσει και το ΚΚΕ; Η ηγεσία του Κόμματος κατηγόρησε τους εργαζόμενους για «διαχειριστικές αυταπάτες» αλλά απ' ότι φαίνεται ζει και συντηρεί τις αυταπάτες της.

Αυτή η άποψη περί ετεροκαθορισμού, κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ επικίνδυνη και δεν αφορά τη «Νέα Σπορά». Αφορά κυρίαρχα την ηγεσία του Κόμματος. Γιατί κρύβει μέσα της την αδιαφορία ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα αρκεί «η γραμμή να είναι καλά»! Στην άποψη αυτή βασίστηκαν τα ατυχή καλέσματα να διορθώσουν οι λαϊκές μάζες την ψήφο τους, στην άποψη αυτή βασίστηκαν οι πρώτες εκτιμήσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, που έβγαζαν τις λαϊκές μάζες λάθος και ταυτόχρονα τη γραμμή του Κόμματος να επιβεβαιώνεται!

Τι ακριβώς θέλει να μας πει η ηγεσία του κόμματος με τον ετεροκαθορισμό; Ότι σε μια (όποια) πιθανή και ανεπιθύμητη περίπτωση που το Κόμμα μείνει έξω από το κοινοβούλιο, περίπτωση πλέον που είναι στα χείλη του κάθε μας οπαδού και ψηφοφόρου ως ενδεχόμενη να συμβεί, η γραμμή του θα επιβεβαιώνεται και οι εργαζόμενοι θα έχουν λάθος;  Μάλλον πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα με τέτοιου είδους απόψεις, γιατί η ηγεσία του Κόμματος βάζει πάνω από το συμφέρον του Κόμματος τον εγωισμό της και την αλαζονεία της. Γι αυτό και δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της.

Η δεύτερη: Η ηγεσία του κόμματος ακολουθεί την τακτική του μας «σπρώχνει» συνέχεια πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ! Το καταλαβαίνουμε. Της δηλώνουμε, όμως, ότι θα αποτύχει στην τακτική της. Στην απάντησή της χρησιμοποιεί κατακερματισμένα αποσπάσματα από τη πρώτη μας Δήλωση που αποκρύβουν τη θέση μας για τον ΣΥΡΙΖΑ. Παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα που ξεκαθαρίζουν τις θέσεις μας: (….) παραχώρησε ανεπίτρεπτα το έδαφος στον ΣΥΡΙΖΑ για την ανάπτυξη των  πολιτικών του πρωτοβουλιών, των μικροαστικών απόψεων και ανεδαφικών του θέσεων. (….)Επί της ουσίας ώθησε τον ΣΥΡΙΖΑ, θέλοντας και μη, να καρπωθεί το αποτέλεσμα μιας μακράς δραστηριότητας του ΚΚΕ, που αφορούσε στην πολιτική και στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της καπιταλιστικής κρίσης, τις συνέπειες που υπέστη η χώρα μας από την αποδιάρθρωση και τη συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης, με τη χρεοκοπία της οικονομίας της, που σε πρώτο και κυρίαρχο βαθμό οφείλονται στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. (….) Συνέβαλε σημαντικά στην απενοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ για την ευρωενωσιακή του στάση και πολιτική και τον κατέστησε πρωταγωνιστή στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού συστήματος.

Μάλλον αυτές οι θέσεις δεν ταιριάζουν στη συλλογιστική της ηγεσίας του Κόμματος και δεν τη βολεύουν στην αντιμετώπιση της κριτικής που υφίσταται από τη «Νέα Σπορά». Αλλά με τα τρυκ δεν νομίζουμε ότι θα μπορέσει εύκολα να ξεπεράσει την κριτική μας. Γι αυτόν το λόγο θα συνιστούσαμε στην ηγεσία του Κόμματος να ανοίξει άμεσα, τώρα, ένας επίσημος διάλογος από τις στήλες του Ριζοσπάστη μέσα από τον οποίο θα εκφραστούν τα μέλη του κόμματος, οι φίλοι, οι οπαδοί και οι ψηφοφόροι του Κόμματος για να διαπιστώσει και η ηγεσία αν βρίσκεται σε αρμονία με τους πραγματικούς προβληματισμούς και τις ανησυχίες τους. Και η ηγεσία έχει ένα λόγο παραπάνω να το κάνει εάν διαπιστώνει ότι τα μέλη του κόμματος συμφωνούν με την πολιτική της.

Παραπέρα θα λέγαμε πως δεν είναι δυνατό, μετά και όσα συνέβησαν, η ηγεσία του Κόμματος να προχωρήσει στη διεξαγωγή του επόμενου συνεδρίου του, που θα είναι προγραμματικό και καταστατικό, χωρίς να έχει εξαντληθεί το παραπάνω θέμα αυτοτελώς, για να ανοίξει μετά ο διάλογος για το πρόγραμμα του Κόμματος και το καταστατικό του.

 

16/07/2012, «ΝέαΣπορά»

 

 
 
 

…ότι ο νους είναι ένα με την ψυχή…

Μου ‘ρθε μία σκέψη… ότι ο νους είναι ένα με την ψυχή.

 

Της Στεφανίας Λυγερού

 

Όταν πεθαίνουμε,  αυτό που φεύγει από το σώμα είναι ό,τι άλλο είμαστε. Λέμε ότι φεύγει η ψυχή και μένει το κουφάρι, με τον νου τι γίνεται; Μένει στο σώμα; Φεύγει μόνο του, άλλη πορεία; 

Για τα μετά θάνατον μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε, στη ζώσα ζωή τώρα… Άνθρωποι που ασχολούνται με διαλογισμό μπορούν να βγουν από το σώμα τους (το σώμα κείτεται σκέτο κουφάρι στο έδαφος). Αυτό που βγαίνει είναι η ψυχή και το πνεύμα αδιαίρετα. (Δεν νιώθουν μόνο, κατανοούν.)

Λέμε για τα ζώα ότι έχουν ψυχή αλλά δεν έχουν νου να επεξεργαστεί, κι ότι σ' αυτό διαφέρουμε.

Σκέφτηκα ότι αυτό που μας διαφοροποιεί από όλα τα άλλα ζωντανά πλάσματα είναι ότι στον άνθρωπο δόθηκε ΑΝΤΙΠΟΔΑΣ.

Σχετικό – Απόλυτο

Υπάρχει αυτό που φαίνεται κι αυτό που δεν φαίνεται. Πράγματα που καταλαβαίνουμε και κάποια που δεν έχουμε την ικανότητα να επεξηγήσουμε.

Τα ζώα τρώνε χωρίς να σκέφτονται την ποιότητα της τροφής. Επίσης δεν σκέφτονται αν κάποιος τους την παρέχει για να τα χρησιμοποιεί προς όφελός του, τους νοιάζει μόνο ότι τρώνε. Επίσης, δεν σκέφτεται μία κατσίκα τι ωραία που θα ήταν αν είχε γεννηθεί άλογο.

Στα ζώα έχει δώσει την λίστα των δεδομένων, χωρίς τον αντίποδά τους. Στα ζώα δόθηκε μόνο το σχετικό.

Ανθρώπινα δεδομένα με αντίποδα

Πρακτικό – θεωρητικό

Αποδοχή – εξερεύνηση

Σιγουριά – περιπέτεια

Ηρεμία – ένταση

Κλπ. κλπ.

Αν είχαμε τα δεδομένα μόνο της αριστερής μεριάς της λίστας θα ήμασταν ζώα. Το ότι έχουμε ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ και τα της δεξιάς μάς διαφοροποιεί.

Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να ορίσει τα πράγματα, να τα κατανοήσει, να τα κάνει απτά, να τα επεξηγήσει, γι' αυτό έφτιαξε λέξεις, γι' αυτό έθεσε νόμους.

Η ανάγκη του αυτή προκύπτει από τον φόβο (αίσθηση ασημαντότητας), αλλά ταυτόχρονα κι από τον εγωισμό (αίσθηση σημαντικότητας)! Αισθάνεται «λίγος» μπρος στο ανεξήγητο, γι' αυτό το φοβάται, αλλά επειδή ταυτόχρονα ξέρει ότι έχει τη δυνατότητα, πιστεύει ότι μπορεί να το ελέγξει.

Ερώτηση, από τη στιγμή που διαθέτουμε και το απόλυτο και το σχετικό, και από τη στιγμή που το απόλυτο είναι απείρως δυνατότερο, γιατί ισχυροποιείται κατά την ζώσα περίοδο περισσότερο το σχετικό; Οι συνθήκες ευθύνονται. (Λένε, όποια πλευρά σου θρέφεις αυτή μεγαλώνει.)

Στη ζωή τη ζώσα, οι συνθήκες σπρώχνουν τον άνθρωπο στο να σκεφτεί, αντί του να αφουγκραστεί, έτσι αυξάνεται η ικανότητα της σκέψης και ταυτόχρονα μειώνεται η ικανότητα του ενστίκτου. Κι αυτό γίνεται από πάντα, η απομάκρυνση του ανθρώπου από την απόλυτη πλευρά του αρχίζει από τη στιγμή που γεννιέται.  

Γιατί οι γονείς απομακρύνουν το παιδί από την σπουδαία πλευρά της ύπαρξής του; Κανονικά θα έπρεπε εφόσον έχουν ζήσει, έχουν πάθει, θα έπρεπε να είχαν δει, θα έπρεπε να γνωρίζουν και να μην σπρώχνουν τα παιδιά τους προς την ίδια κατεύθυνση που τους ίδιους τους απομάκρυνε από τη σπουδαία τους πλευρά.

Το κάνουν γιατί δεν το γνωρίζουν.

Θυμίζει μία συνήθης κατάληξη των ανθρώπων. Κάποιος δεν αφήνεται να αγαπήσει γιατί πιστεύει ότι ο άλλος θα τον προδώσει. Δεν αφήνεται οπότε τελικά δεν αγαπάει οπότε τελικά ο άλλος τον αφήνει οπότε και σκέφτεται «είδες πόσο δίκιο είχα; Οι άνθρωποι σε προδίδουν».

Κάπως έτσι φτάσανε και στο συμπέρασμα ότι η ζωή τους είναι σωστή και θέλουν να την «περάσουν» και στα παιδιά τους. Προφυλάσσονται από την ζωή από φόβο, η ζωή τους γαμάει, λένε να γιατί προφυλασσόμουν, άρα σωστή η προφύλαξη. Αυτό μαθαίνουν και στο παιδί τους. (Ο άνθρωπος από παιδί, σπρώχνεται στο να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της αριστερής λίστας, κι όσο το κάνει τόσο ασθενεί η δεξιά.)

Αν αφεθείς στα παθήματα της ζωής, αν δεν τα φοβάσαι, αν δεν θέλεις να απαλλαγείς από αυτά, αν δεν προσπαθήσεις να «γλιτώσεις» παραμυθιάζοντάς σε, τότε μαθαίνεις από τα παθήματα, προάγεσαι (είναι και ο λόγος ύπαρξής των).

Τότε ζεις.

Από φόβο για την ζωή ο άνθρωπος δεν ζει.

Παρτ' αλλιώς

Κάθε που η ζωή σού ζητάει να διαλέξεις εργαλείο, επέλεξε από μόνος σου τον αντίποδά του. Επέλεξε συνειδητά το αντίστοιχο εργαλείο της δεξιάς στήλης, της στήλης του απόλυτου.

ΑΦΟΒΑ.

Εδώ είναι το δύσκολο μέρος. Πώς θα επιλέξω άφοβα το ακατανόητο; Αυτό όμως ζητάει – δυστυχώς/ευτυχώς – να εμπιστευτείς απόλυτα χωρίς να ξέρεις τι.

Λέμε ότι το υπέρτατο αγαθό είναι η ελευθερία. (Η ελευθερία που δεν αφορά βέβαια το κλουβί, σε φυλακή μπορείς να είσαι ελεύθερος και έξω να νιώθεις απόλυτα έγκλειστος, το «απαύγασμα» αφορά την ελευθερία σαν αίσθηση.) Είναι υπέρτατο αγαθό γιατί απαιτεί να έχεις απαλλαχτεί από όλα όσα σε σταματούν.

 Μία πονηρή σκέψη.. Ακόμα κι αν όλα τα έχεις υπό έλεγχο, γνωρίζεις ότι η ψυχή σε κάνει ό,τι θέλει.; (Έβαλα και τελεία και ερωτηματικό, γιατί είμαι σίγουρη ότι το γνωρίζεις, επειδή το νιώθεις, αλλά ταυτόχρονα δεν είσαι και σίγουρος γι' αυτό που νιώθεις.) Σκέψου μόνο ότι για να θες να επιλέξεις έναν δρόμο, ένα συναίσθημα σε κάνει να το θες…….. Η ψυχή σε κάνει να μην μπορείς, οπότε θέλεις να πας κατά κείθε (όπου η ψυχή σε στέλνει.. τελικά. Άγεσαι και φέρεσαι. Το ακατανόητο έχει όλη τη δύναμη και σε σέρνει κατά πού θέλει αυτό.) ΑΝ όμως… ΕΣΥ το επιλέξεις… θα γίνεις ένα…. θα είσαι εσύ….. αυτός που σε σέρνει.

 

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ – IΙ

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ:

Η Ελλάδα συνεχίζει να χρησιμοποιείται για την κάλυψη των τεράστιων τραπεζικών προβλημάτων της Ευρωζώνης, των ισχυρών κρατών της, του ευρώ, του δολαρίου, καθώς επίσης των Η.Π.Α. – από όπου αναμένεται να ξεσπάσει στο μέλλον η μητέρα των κρίσεων – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΑΥΣΤΡΙΑ

Με τις τράπεζες να αντιστοιχούν στο 300% του ΑΕΠ της χώρας, σε συνδυασμό με το ότι είναι επικίνδυνα εκτεθειμένες στην Ανατολική Ευρώπη, η οποία μαστίζεται σε μεγάλο βαθμό από την κρίση, η Αυστρία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ασφαλής.  

Εν τούτοις, η αυξημένη εισροή καταθέσεων, κυρίως από την Ιταλία, καλύπτει εν πρώτοις τα αναμφίβολα μεγάλα προβλήματα της – όπως συμβαίνει στο Βέλγιο, στη Δανία, στην Ολλανδία και αλλού, κυρίως λόγω του ότι έχουν καταφέρει να διατηρηθούν στο περιθώριο της δημοσιότητας (σε πλήρη αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία συνεχίζει να βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα).

Η ΚΥΠΡΟΣ

Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μειώθηκε (στο BB+ με αρνητικές προοπτικές από τη Fitch), λόγω των μεγάλων προβλημάτων των τραπεζών της. Μόνο και μόνο η διαγραφή χρέους εκ μέρους της Ελλάδας, επιβάρυνε τις κυπριακές τράπεζες με σχεδόν 7 δις € – με την Fitch να υπολογίζει τις ανάγκες αναφαλαιοποίησης τους στα 4 δις €.

Για τους περισσότερους όμως το ποσόν θα αναμορφωθεί σημαντικά, αφού η Κύπρος θα οδηγηθεί επίσης στην παγίδα της λιτότητας, ενώ θα αυξηθούν αρκετά οι εκροές καταθέσεων – όπως συνέβη στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία κοκ., θύματα της απίστευτα εγκληματικής πολιτικής που επιβάλλει η Γερμανία (πιθανότατα κατ' εντολή των Η.Π.Α.) σε όλους τους εταίρους της.

Αν και θα μπορούσε λοιπόν να χρηματοδοτηθεί από άλλες χώρες, έτσι ώστε να αποφύγει την λεηλασία της από το ΔΝΤ, είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι δεν θα της επιτραπεί – πόσο μάλλον μετά την εύρεση μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων στην υποθαλάσσια περιοχή της, καθώς επίσης την εξαιρετικά σημαντική σήμερα γεωπολιτική της θέση  

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Παρά το ότι η Γερμανία ήταν το κεντρικό θύμα της μεγαλύτερης και μάλιστα νόμιμης ληστείας όλων των εποχών, εκ μέρους των Η.Π.Α., με τη βοήθεια της χρεοκοπίας της Lehman Brothers, η κατάσταση των τραπεζών της έχει ομαλοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό.

Εκείνη την εποχή (Φθινόπωρο του 2008), ο μέσος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών της ήταν μόλις 8,3% – από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Σήμερα όμως έχει αυξηθεί στο 13,1% – στο μέσον όρο περίπου της ΕΕ. 

Η αιτία ήταν ο αυξημένος ρυθμός ανάπτυξης και η κρίση του νότου, η οποία είχε ευεργετικά αποτελέσματα στα επιτόκια δανεισμού της χώρας, στα φορολογικά της έσοδα, στη χρηματοδότηση (αυξημένες εισροές καταθέσεων) και στις εξαγωγές (διατήρηση της ισοτιμίας του € σε χαμηλά επίπεδα κοκ.).

Εν τούτοις, εμείς έχουμε την άποψη ότι, οι τράπεζες της κινδυνεύουν σε μεγάλο βαθμό από τη σύνδεση της γερμανικής οικονομίας με τις υπόλοιπες – κάτι που επισήμανε και το ΔΝΤ σε πρόσφατη ανάλυση του. Σύμφωνα δε με την BIS, οι γερμανικές τράπεζες είχαν στα τέλη του 2011 εγγεγραμμένες απαιτήσεις στα βιβλία τους, απέναντι στην Ιταλία και στην Ισπανία, ύψους 280 δις €.

Η ισχυρότερη τώρα γερμανική τράπεζα, η Deutsche Bank, η οποία με βάση το σύνολο του ισολογισμού της είναι το μεγαλύτερο τραπεζικό ίδρυμα της Ευρώπης, παρά τις αντίθετες δηλώσεις της διοίκησης της, έχει εξαιρετικά χαμηλή κεφαλαιακή επάρκεια. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί εμφανίζει τα βασικά μεγέθη της:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Βασικά μεγέθη της Deutsche Bank

Μεγέθη

Ποσά

 

 

Σύνολο Ισολογισμού

2.103 δις €

Κεφαλαιακή επάρκεια

10%

Κόστος ασφάλισης (CDS πενταετών απαιτήσεων)

176

Επενδύσεις σε υπερχρεωμένες χώρες (2011)

7,3 δις €

Αξιολόγηση Moodys

A2

Ίδια Κεφάλαια*

53,39 δις €

Προσωπικό

100.996

Σημείωση: Με βάση τη σχέση ιδίων κεφαλαίων και συνολικού ισολογισμού, επενδύει πάνω από 39 φορές τα κεφάλαια της (μόχλευση).  Πηγή: dpa. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Περαιτέρω, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του υπουργείου οικονομικών της Γερμανίας προς την επιτροπή προϋπολογισμού, η χώρα έχει αναλάβει εγγυήσεις ύψους 310,3 δις € στα πλαίσια των πακέτων στήριξης της Ευρωζώνης (στα EFSF και ESM 285,3 δις €, στον προϋπολογισμό της Ευρωζώνης 9,8 δις € και στο πρώτο Ελληνικό πακέτο 15,2 δις €).

Εάν στα παραπάνω προσθέσει κανείς τις απαιτήσεις της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας απέναντι στην ΕΚΤ, από το σύστημα διακανονισμού πληρωμών Target II, ύψους 700 δις € στα τέλη Μαΐου (αυξάνονται κατά 50-100 δις € μηνιαία), θα ξεπεράσει το 1 τρις € – ποσόν που διακινδυνεύει σαν κράτος, σε περίπτωση διάλυσης της Ευρωζώνης (επί πλέον αυτού που διακινδυνεύουν οι εμπορικές τράπεζες της, οι επιχειρήσεις, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι επενδυτικές κλπ.).

Με κριτήριο το ΑΕΠ της Γερμανίας του 2011 (περί τα 2,5 τρις €), καθώς επίσης το δημόσιο χρέος της ως προς το ΑΕΠ (81,5%), τυχόν απώλεια του παραπάνω ποσού θα εκτόξευε το χρέος της στο 117% του ΑΕΠ της – σε ένα επίπεδο δηλαδή, με το οποίο είναι πολύ δύσκολο να ανταπεξέλθει μία οικονομία, ειδικά λόγω των αυξημένων επιτοκίων που συνήθως απαιτούν οι αγορές από υπερχρεωμένα κράτη (εάν δε η Γερμανία εγκατέλειπε μόνη της την Ευρωζώνη, δεν θα μπορούσε να απαιτήσει ουσιαστικά αυτά τα χρήματα, με βάση τη σύμβαση).

Επομένως, οι τράπεζες της δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ασφαλείς – τόσο λόγω των δικών τους προβλημάτων, όσο και της εξαιρετικά δυσχερούς θέσης της χώρας τους, έτσι όπως αυτή θα φανεί πολύ σύντομα. 

Η ΕΛΛΑΔΑ

Όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν (άρθρο μας), η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε προβλήματα με τις τράπεζες της – ενώ το σύνολο των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών της ιδρυμάτων το 2009 αντιστοιχούσε στο 165,3% του ΑΕΠ της (όπως διαπιστώνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά παγκοσμίως). Η μόχλευση δε των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών μας ήταν μόλις 14,86%, συμπεριλαμβανομένων όλων των επενδύσεων τους (άρθρο μας, Πίνακας V).

Δυστυχώς όμως, οι τεράστιες εκροές καταθέσεων (πάνω από 100 δις €), σαν αποτέλεσμα της καταστροφικής (εάν όχι προδοτικής) πολιτικής που ακολουθήθηκε, σε συνδυασμό με την εγκληματική διαγραφή χρέους, όπου στην κυριολεξία πυροβολήσαμε τα πόδια μας, οδήγησαν τις ελληνικές (και τις κυπριακές) τράπεζες στο χείλος του γκρεμού – με αποτέλεσμα να απαιτηθούν πολλαπλές εγγυήσεις και η ανακεφαλαιοποίηση τους.

Είναι λοιπόν αδιανόητο να κατηγορούμε τις τράπεζες ή/και να υποστηρίζουμε την κλοπή εκείνων των μικρομετόχων, οι οποίοι συνεχίζουν να τις στηρίζουν – μέσω της «αποκρατικοποίησης» τους από τους ευρωπαϊκούς (γερμανικούς) μηχανισμούς, κατά το παράδειγμα της Ισπανίας.

Σε κάθε περίπτωση, από όποια πλευρά και αν το εξετάσουμε, η πατρίδα μας οδηγήθηκε σκόπιμα και αδικαιολόγητα στο ικρίωμα – ενώ ελπίζουμε να μην ενσαρκώσει τελικά το ρόλο της Ιφιγένειας, για τη σωτηρία της υπερχρεωμένης Δύσης, καθώς επίσης να τιμωρηθούν όλοι όσοι την οδήγησαν, χωρίς κανένα λόγο, στην καταστροφή.

Κλείνοντας η Ελλάδα έχει τον καλύτερο κρατικό ισολογισμό από όλες σχεδόν τις χώρες (περιουσιακά στοιχεία πολύ υψηλότερα των χρεών της) – ενώ το μοναδικό της πρόβλημα ήταν και είναι η ανεπαρκής ή/και διεφθαρμένη πολιτική της, η οποία ήταν κατά πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Κανένας άλλωστε δεν μπορεί να αποδεχθεί ως λογικό το γεγονός ότι, οδηγήθηκε από ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 110% του ΑΕΠ της, σε συνδυασμό με ένα ελάχιστο ιδιωτικό, σε δημόσιο χρέος άνω του 160%, στα νύχια του ΔΝΤ, στα διάφορα υφεσιακά μνημόνια και στη χρεοκοπία.        

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΙΚΟΝΑ

Στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί αναγράφονται οι υποχρεώσεις των τραπεζών ορισμένων χωρών, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ των χωρών τους (μεγέθη κατά προσέγγιση, επειδή προέρχονται από διάγραμμα):

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Τραπεζικές υποχρεώσεις (συνολικές = καταθέσεις συν λοιπές υποχρεώσεις) ως ποσοστό επί του ΑΕΠ

Χώρα

Συνολικά

Καταθέσεις

Λοιπές Υποχρεώσεις

 

 

 

 

Ιρλανδία

710%

120%

590%

Μ. Βρετανία

510%

160%

350%

Ελβετία

490%

260%

230%

Δανία

410%

60%

350%

Γαλλία

400%

90%

310%

Ολλανδία

390%

130%

260%

ΕΕ συνολικά

350%

110%

240%

Γερμανία

310%

120%

190%

Ισπανία

300%

150%

150%

Αυστρία

300%

100%

200%

Βέλγιο

295%

110%

185%

Σουηδία

260%

50%

210%

Ιταλία

230%

90%

140%

Αυστραλία

190%

110%

80%

Νορβηγία

120%

50%

70%

Καναδάς

120%

60%

60%

Ν. Αφρική

90%

80%

10%

Η.Π.Α.

80%

70%

10%

Σημίωση: Η Ελλάδα θα ήταν κάτω από την Αυστραλία και πάνω από τη Νορβηγία! Πηγή: Barclays Research. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ, το τραπεζικό πρόβλημα της ΕΕ είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό του υπολοίπου πλανήτη – πόσο μάλλον από το αντίστοιχο στις Η.Π.Α., το οποίο συγκριτικά είναι σχεδόν μηδαμινό. Σε πολλές χώρες δε (Ιρλανδία, Μ. Βρετανία κλπ.), είναι κάτι παραπάνω από εκρηκτικό.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις η εγγύηση των καταθέσεων των πολιτών της Ευρωζώνης από έναν κεντρικό οργανισμό είναι σχεδόν αδύνατη – αφού είναι πολλαπλάσιες των ΑΕΠ των χωρών τους.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι τράπεζες της Ευρώπης, ειδικά μετά τα εγκληματικά λάθη της Γερμανίας και τη διαγραφή χρέους της Ελλάδας, είναι εξαιρετικά ασταθείς και ευάλωτες. Η κρίση έχει πρακτικά αποκόψει τα τραπεζικά ινστιτούτα του Νότου από τις αγορές, ενώ η συνεχώς αυξανόμενη ανεργία, οι χρεοκοπίες των επιχειρήσεων, η πτώση των τιμών των ακινήτων και τα υπερδανεισμένα σε πολλές χώρες νοικοκυριά, αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό τα μη εξυπηρετούμενα, κόκκινα δάνεια, επιδεινώνοντας σχεδόν δραματικά τους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Η Κομισιόν, μεταξύ του Οκτωβρίου του 2008 και του Οκτωβρίου του 2011, ενέκρινε συνολικά 4,5 τρις € σε κρατικές βοήθειες, για την ενίσχυση των προβληματικών τραπεζών – ποσόν που αντιστοιχεί στο 35% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Εν τούτοις, το τέλος του καθοδικού σπειροειδή κύκλου δεν φαίνεται στον ορίζοντα – ενώ μάταια προσπαθεί η ΕΚΤ να σταθεροποιήσει το σύστημα και να ανακόψει την πορεία προς το χάος.

Με δύο διαδοχικές αποφάσεις της (Δεκέμβριος του 2011 και Φεβρουάριος του 2012), έθεσε στη διάθεση των εμπορικών τραπεζών 1 τρις €, με μηδαμινά επιτόκια, για τρία ολόκληρα έτη, ενώ πρόσφατα μείωσε το βασικό επιτόκιο στο 0,75%. Τα αποτελέσματα όμως των ενεργειών της είναι σχεδόν αμελητέα αφού, «όταν κλείνει μία τρύπα σε ένα σημείο, ανοίγει αμέσως η επόμενη».

Πολλοί αναρωτιούνται λοιπόν εάν είναι τελικά δυνατόν να διασωθούν οι τράπεζες της Ευρώπης, ή μήπως θα αντιμετωπίσουμε σκηνές πανικού, πολύ μεγαλύτερες από αυτές μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers – όπου οι μικροκαταθέτες άδειαζαν τους λογαριασμούς τους τρομοκρατημένοι, οι τράπεζες σταμάτησαν να δανείζονται μεταξύ τους, η πραγματική οικονομία έχασε την πρόσβαση της στη χρηματοδότηση και η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση.

"Η εντεινόμενη ύφεση στις υπερχρεωμένες χώρες του Νότου οδηγεί σε συνεχώς αυξανόμενες απώλειες των τραπεζών, οι οποίες καθιστούν απαραίτητη την ενίσχυση τους από τα κράτη – με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα δημόσια χρέη και τανάπαλιν. Είμαστε στο κέντρο ενός διαβολικού κύκλου, από το οποίο δεν μπορούμε δυστυχώς να ξεφύγουμε", αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Ολοκληρώνοντας, η Ευρώπη υποφέρει σε μεγάλο βαθμό από το υπερδιογκωμένο τραπεζικό της σύστημα, όπου τα χρέη των 20 μεγαλύτερων τραπεζών της είναι υψηλότερα από το 50% του ΑΕΠ της χώρας, όπου έχει την έδρα της η κάθε μία – με αποτέλεσμα να μην μπορούν να πείσουν οι κυβερνήσεις ότι έχουν τη δυνατότητα να διασώσουν τις τράπεζες και να εγγυηθούν τις καταθέσεις των πολιτών τους, οι οποίες υπολογίζονται στα 11 τρις €.

Εάν λοιπόν τυχόν καταρρεύσει μία μεγάλη ευρωπαϊκή τράπεζα, η κατάσταση θα ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο – με οδυνηρά αποτελέσματα για ολόκληρο τον πλανήτη. Οι κίνδυνοι αυτοί φαίνεται να είναι γνωστοί στα αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία έχουν μειώσει δραστικά τις τοποθετήσεις τους στις τράπεζες της ΕΕ – από 40% το 2009, στο 12% με πρόσφατες μετρήσεις.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι Η.Π.Α., ένας χάρτινος πύργος στην κυριολεξία, αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα, όσον αφορά το δημόσιο χρέος, καθώς επίσης τα ιλιγγιώδη ελλείμματα του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (τα προβλήματα των τραπεζών τους τα έλυσαν, «εξάγοντας» τα το 2008 στην ΕΕ και στον υπόλοιπο πλανήτη). Η Ιαπωνία έχει δημόσιο χρέος πάνω από το 230% του ΑΕΠ της, ενώ είναι βυθισμένη στην ύφεση από το 1990.

Η Ευρώπη, ο μεγαλύτερος δανειστής του πλανήτη (πάνω από το 50% των παγκοσμίων δανείων προέρχονται από τις ευρωπαϊκές τράπεζες), είναι εγκλωβισμένη στον κύκλο του διαβόλου – με τις τράπεζες της να είναι μάλλον αδύνατον να διασωθούν (το μέσο δημόσιο χρέος της ΕΕ δεν ξεπερνάει ευτυχώς το 85% του ΑΕΠ, ενώ το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της είναι θετικό).  

Ειδικότερα, εάν τυχόν αποφασιζόταν να αποκτήσουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες τους ίδιους συντελεστές με τις αμερικανικές, θα έπρεπε να «καούν» χρήματα («απομόχλευση», μείωση δανείων κλπ.), της τάξης του 250% του ΑΕΠ της Ευρώπης – ένα απίστευτα μεγάλο ποσόν, αφού ξεπερνάει τα 30 τρις € .

Επομένως, η κατάσταση σε όλη τη Δύση είναι κάτι παραπάνω από κρίσιμη – με το βιοτικό επίπεδο όλου του υπόλοιπου πλανήτη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο μαζί της. Δυστυχώς, τέτοιου είδους παγκόσμια αδιέξοδα αντιμετωπίζονται συνήθως με δύο τρόπους: είτε με μία ευρεία διαγραφή χρεών τύπου «σεισάχθειας», είτε με πόλεμο – όπου φυσικά εμείς ελπίζουμε να μην επιλεχθεί τελικά ο πόλεμος.  

Μία ενδιάμεση λύση θα ήταν ίσως η φορολόγηση των υψηλών εισοδηματικών στρωμάτων (10% του συνολικού πληθυσμού) όλης της Δύσης, με συντελεστή 10-15% επί των περιουσιακών τους στοιχείων – γεγονός που θα λειτουργούσε έμμεσα ως μία αναδιανομή εισοδημάτων, η οποία θα μείωνε τα δημόσια χρέη και στη συνέχεια θα ενίσχυε την κατανάλωση, τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και το ΑΕΠ. Κάτι τέτοιο όμως θα απαιτούσε μεγάλη ωριμότητα εκ μέρους των πλούσιων αυτών πολιτών – κάτι που δυστυχώς θεωρούμε πολύ δύσκολο.       

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 14. Ιουλίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2649.aspx#.UAR3upGHrgl

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ – I

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ:

Η Ελλάδα συνεχίζει να χρησιμοποιείται για την κάλυψη των τεράστιων τραπεζικών προβλημάτων της Ευρωζώνης, των ισχυρών κρατών της, του ευρώ, του δολαρίου, καθώς επίσης των Η.Π.Α. – από όπου αναμένεται να ξεσπάσει στο μέλλον η μητέρα των κρίσεων – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Η φιλοσοφία του Πλάτωνα επικεντρώνεται στην ηθική, όπου όμως κύριο μέλημα του ήταν να αποδείξει τη δυνατότητα βέβαιης γνώσης. Ενώ οι ηθικές αμφισβητήσεις του Σωκράτη αφορούσαν κατά κύριο λόγο προβλήματα ατομικής ηθικής, ο Πλάτωνας έδωσε έμφαση στη γενικότερη άποψη της κοινωνικής ηθικής.

Πρόθεση του, με τη θεωρεία των ιδεών, ήταν να εγκαταστήσει ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο, με τη βοήθεια του οποίου θα μπορούσε να αποδείξει ότι, είναι εφικτή η αντικειμενική γνώση της αλήθειας.

Η αφετηρία για τις εκτιμήσεις του ήταν το επιστημονικό αξίωμα ότι, το όμοιο αναγνωρίζεται μόνο από το όμοιο – δηλαδή, πως τα αντικείμενα της γνώσης ανταποκρίνονται στην ικανότητα για γνώση και το αντίστροφο. Αυτό σημαίνει ότι, η βεβαιότητα της γνώσης εξαρτάται από το αντικείμενο της – οπότε, τα μεταβαλλόμενα αντικείμενα του εμπειρικού κόσμου, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν σε μόνιμη, βέβαιη γνώση.

Κατά τον Πλάτωνα, υπάρχουν «ιδέες» (καθαρή γνώση) για όλα τα γνωστά πράγματα της φύσης – ενώ με στόχο να καταστήσει ευλογοφανή αυτή τη δυνατότητα γνώσης των ιδεών εξιστορεί κάποιο μύθο, σύμφωνα με τον οποίο οι ψυχές που θεωρούνται αθάνατες έχουν, κατά την προγεννητική τους κατάσταση, έλθει σε επαφή με όλες τις ιδέες. Η γέννηση εξαλείφει αυτή τη γνώση, η οποία όμως μπορεί να ενεργοποιηθεί ξανά με την ανάμνηση.

Επομένως, η μάθηση δεν είναι η γνώση από την αρχή, αλλά μία πορεία προς την ανάμνηση – κάτι που ανάλυσε επίσης ο Kant και μάλλον εφάρμοσε ο Einstein, όταν ανέπτυξε «από μνήμης» τη θεωρεία της σχετικότητας (χωρίς δηλαδή να κάνει χρήση της πειραματικής απόδειξης της, η οποία ακολούθησε αρκετές δεκαετίες αργότερα)".  

Ανάλυση

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, είναι αρκετοί αυτοί που αναρωτιούνται σήμερα, εάν είναι δυνατόν να διασωθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες – θύματα ουσιαστικά της καταστροφικής οικονομικής πολιτικής της Γερμανίας η οποία, πέφτοντας στην παγίδα της υπερδύναμης, κατάφερε να επιτρέψει στην κρίση ρευστότητας μίας μικρής χώρας της Ευρωζώνης, της Ελλάδας, να «μεταλλαχθεί» σε μία ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομική κρίση, τεραστίων διαστάσεων.    

Είναι προφανές ότι, εάν η Ελλάδα είχε βοηθηθεί από τους «εταίρους» της, με ένα ποσόν της τάξης των 20 δις €, πριν ακόμη καταδικαστεί στην θανατική ποινή του ΔΝΤ, τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά: οι αγορές θα είχαν πεισθεί για την αλληλεγγύη των χωρών της Ευρωζώνης μεταξύ τους, θα είχαν σταματήσει αμέσως τις τοκογλυφικές επιθέσεις τους και δεν θα αναγκαζόταν η ευρωπαϊκή περιφέρεια να αντιμετωπίζει σχεδόν καθημερινά τους «μπράβους των τοκογλύφων» – οι οποίοι συνεχίζουν την επέλαση τους, μετά την επιτυχημένη εισβολή στην Ευρωζώνη, με τη βοήθεια των καταστροφικών όπλων τους (εταιρείες αξιολόγησης, επενδυτικές τράπεζες, hedge funds, αστέρες οικονομολόγοι κλπ.).

Το γεγονός αυτό είναι το πρώτο μεγάλο λάθος, το έγκλημα καλύτερα της Γερμανίας η οποία, αρνούμενη να δανειοδοτηθεί η Ελλάδα από την ΕΕ με ένα σχετικά ελάχιστο ποσόν, έθεσε τα θεμέλια μίας κρίσης, η οποία έχει ήδη κοστίσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια – ενώ οδηγεί τη μία μετά την άλλη χώρα στον πανάκριβο δανεισμό, στο δόγμα της λιτότητας, στη χρεοκοπία και στα νύχια του ΔΝΤ.      

Περαιτέρω, όταν δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβρη του 2011, η Ελλάδα καταδικάστηκε ακόμη μία φορά, σε μία άνευ προηγουμένου Πύρρειο χρεοκοπία, ξανά από τη Γερμανία, άνοιξε διάπλατα το κουτί της Πανδώρας: επειδή οι αγορές υποχρεώθηκαν, μέσω της γνωστής διαγραφής του ελληνικού χρέους (PSI), σε οικονομικές απώλειες από ομόλογα μίας χώρας του ευρώ – γεγονός που είχε (θα συνεχίσει να έχει) τρομακτικές συνέπειες για τους ισολογισμούς και τη βιωσιμότητα των περισσότερο «μοχλευμένων» τραπεζών του πλανήτη: των ευρωπαϊκών.

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Ειδικότερα, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας μίας τράπεζας καθορίζει ουσιαστικά το ρίσκο που αναλαμβάνει, με βάση τα κατατεθειμένα κεφάλαια της. Εάν ο δείκτης αυτός είναι, για παράδειγμα, 10%, σημαίνει ότι η τράπεζα επενδύει δέκα φορές τα ίδια κεφάλαια της – μία μόχλευση, η οποία θεωρείται σχετικά ασφαλής και δεν υποχρεώνει την τράπεζα σε αύξηση κεφαλαίου (ή σε περιορισμό των επενδύσεων της). 

Ο δείκτης όμως αυτός αφήνει εκτός μέτρησης (σταθμισμένο ρίσκο) εκείνες τις επενδύσεις, οι οποίες αξιολογούνται ως 100% ασφαλείς. Όταν λοιπόν η τράπεζα του παραδείγματος μας υποχρεώνεται να διατηρεί 10 € ίδια κεφάλαια (σε γενικές γραμμές), για κάθε 100 € επενδύσεις, δεν συμπεριλαμβάνει σε αυτές τις απολύτως σίγουρες – όπως ήταν μέχρι πρότινος τα ομόλογα του δημοσίου.

Επομένως, τη συνέφερε μέχρι πρόσφατα να επενδύει σε κρατικά ομόλογα της ζώνης του ευρώ, ακόμη και με χαμηλές αποδόσεις (επιτόκιο), αφού αυτό δεν την υποχρέωνε να διατηρεί ίδια κεφάλαια για τη συγκεκριμένη τοποθέτηση – ενώ η ίδια η αγορά κρατικών ομολόγων εκ μέρους των τραπεζών, μείωνε περαιτέρω τα επιτόκια τους (λόγω αυξημένης ζήτησης, όπως συνεχίζει να συμβαίνει στις Η.Π.Α., στη Μ. Βρετανία, στην Ιαπωνία κλπ.). Μετά τον Οκτώβρη όμως του 2011, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά, αφού οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες (όχι ακόμη θεσμικά), να «σταθμίζουν» πλέον το ρίσκο των κρατικών ομολόγων, οπότε:

(α) είτε να αυξήσουν άμεσα τα ίδια κεφάλαια τους – γεγονός που δεν αντιμετωπίζεται θετικά από τους μετόχους τους, με δυσμενή επακόλουθα για την τιμή των μετοχών τους (πόσο μάλλον όταν η συνθήκη της Βασιλείας ΙΙΙ, απαιτεί υψηλότερη κεφαλαιακή επάρκεια),

(β) είτε να μειώσουν τις επενδύσεις και λοιπές τοποθετήσεις τους – κάτι που έχει αρνητικά αποτελέσματα τόσο για την πραγματική οικονομία (περιορίζεται ο δανεισμός), όσο και για τη χρηματοδότηση των κρατών (αύξηση των επιτοκίων, δυσκολία διάθεσης νέων ομολόγων κλπ.).

Επειδή δε οι περισσότερες τράπεζες είναι εκτεθειμένες σε μεγάλες, «ακάλυπτες» πια, επενδύσεις, ενώ αρκετές αντιμετωπίζουν και άλλα προβλήματα (κόκκινα δάνεια λόγω της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, της φούσκας ακινήτων στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ιρλανδία κλπ.), η βιωσιμότητα τους δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη – κάτι που θεωρείται ως μία πραγματική βόμβα μεγατόνων για το σύστημα.

Η ΕΛΒΕΤΙΑ

Τα ρίσκα του χρηματοπιστωτικού τομέα αντιμετωπίζονται πολύ σοβαρά από τη συγκεκριμένη χώρα – επειδή διαθέτει, παρά το μικρό μέγεθος της, δύο μεγάλες, συστημικές τράπεζες: την UBS και την Credit Suisse. Το σύνολο του ισολογισμού και των δύο αυτών τραπεζών είναι της τάξης των 2.500 δις φράγκων – δηλαδή, πέντε φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της Ελβετίας (υπενθυμίζουμε ότι, συστημικές θεωρούνται εκείνες οι τράπεζες, το μέγεθος των οποίων είναι τόσο μεγάλο που εάν κάτι τους συμβεί, κινδυνεύει ολόκληρο το σύστημα).     

Το Φεβρουάριο του 2012 η Ελβετία ψήφισε ένα πακέτο νόμων, το οποίο υποχρεώνει τις τράπεζες της να αυξήσουν σταδιακά την κεφαλαιακή τους επάρκεια στο 19%, να έχουν πολύ πιο αυστηρές προδιαγραφές ρευστότητας συγκριτικά με τις τράπεζες άλλων χωρών, καθώς επίσης να κατανέμουν τα επενδυτικά τους ρίσκα ορθολογικότερα. 

Συνεχίζοντας, η σημερινή κεφαλαιακή επάρκεια της UBS τοποθετείται στο 18,7% και της Credit Suisse στο 15,6% – δείκτες που θεωρούνται ως οι καλύτεροι παγκοσμίως. Ο διάβολος όμως κρύβεται στις λεπτομέρειες, σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας η οποία, με κριτήριο το «αστάθμητο ποσοστό μόχλευσης των ιδίων κεφαλαίων» των τραπεζών, τις επενδύσεις τους δηλαδή, για τις οποίες δεν διατηρούν ίδια κεφάλαια, υπολόγισε ότι καλύπτουν μόλις το 1,7% και το 2,7% αντίστοιχα του συνόλου.

Απλούστερα ότι, για κάθε 100 € επένδυση έχουν μόλις 1,7 € (2,7 €) ίδια κεφάλαια – οπότε ο συντελεστής μόχλευσης είναι 58 και 37 αντίστοιχα. Τα ίδια κεφάλαια τους είναι λοιπόν 58 και 37 φορές χαμηλότερα από τις απαιτήσεις τους – ένα πραγματικά τρομακτικό μέγεθος για μία τράπεζα. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό δε το μέγεθος, αρκεί να τονίσει κανείς πόσο επικίνδυνη θα ήταν μία επιχείρηση της πραγματικής οικονομίας, η οποία θα είχε κατατεθειμένα κεφάλαια 100.000 € και απαιτήσεις από τους πελάτες της 5.800.000 €.

Ακριβώς για τους λόγους αυτούς (τα κρατικά ομόλογα συνεχίζουν να θεωρούνται θεσμικά ως 100% σίγουρα), οι Ελβετοί αναρωτιούνται εάν απειλούμαστε με μία μαζική τραπεζική καραμπόλα – αφού οι τράπεζες, ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές, είναι πολύπλοκα συνδεδεμένες μεταξύ τους, αποτελώντας επικίνδυνα συγκοινωνούντα δοχεία.

Δεν μπορούν δε να δώσουν καμία υπεύθυνη απάντηση στο κατά πόσον είναι σίγουρες οι τράπεζες, από ποιο σημείο και μετά δεν είναι κοκ. Αν και οι εισροές καταθέσεων λοιπόν στην Ελβετία είναι απίστευτα μεγάλες, λόγω της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, η κυβέρνηση και οι λοιποί θεσμοί της χώρας είναι πάρα πολύ ανήσυχοι για το μέλλον.    

Η ΙΣΠΑΝΙΑ

Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνόδου κορυφής, η Ισπανία θα υποχρεωθεί να παραδώσει τον έλεγχο των τραπεζών της, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, σε ευρωπαϊκές οργανώσεις –  ενώ έχει ήδη εισβάλλει το ΔΝΤ, «διατηρώντας την ανωνυμία του», κατά κάποιον τρόπο (η χώρα ευρίσκεται υπό τη σκιώδη εξουσία του, για να αποφευχθούν οι αντιδράσεις των Πολιτών).

Επί πλέον, η κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει υποχρεωθεί να επιβαρύνει με τις μελλοντικές ζημίες των τραπεζών τους Ισπανούς μετόχους τους – αφού μόνο υπό αυτήν την προϋπόθεση θα λάβει από το ESM τα 100 δις €, για τη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος.    

Σύμφωνα με τα διεθνή ΜΜΕ, οι ζημίες θα επιβαρύνουν κυρίως εκείνους τους Ισπανούς, οι οποίοι έχουν στην ιδιοκτησία τους είτε ομόλογα των τραπεζών χωρίς δικαιώματα πρώτης προτίμησης, είτε προνομιούχες μετοχές τους – γεγονός που σημαίνει ότι, θα ζημιωθούν σε μεγάλο βαθμό οι μικροεπενδυτές, οι οποίοι έχουν αγοράσει τέτοιους τίτλους από τις τράπεζες, για αποταμιευτικούς περισσότερο λόγους.

Οι παραπάνω «ιδιομορφίες», σε συνδυασμό με τα τεράστια προβλήματα της οικονομίας της Ισπανίας (εκτεταμένη κρίση ακινήτων, καταστροφική ανεργία, υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα, χρεοκοπημένοι δήμοι κλπ.), έχουν σαν αποτέλεσμα μία εκτεταμένη εκροή καταθέσεων από τις ισπανικές τράπεζες, η οποία αυξάνει ακόμη περισσότερο τους κινδύνους. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Διαφοροποίηση των τραπεζικών καταθέσεων, σε δις € το Μάιο του 2012

Χώρα

Καταθέσεις

Αύξηση / Μείωση*

 

 

 

Γερμανία

3.142

4,1%

Γαλλία

1.904

5,7%

Ισπανία

1.593

-7,7%

Ιταλία

1.414

2,0%

Αυστρία

322

5,1%

Ιρλανδία

201

-1,7%

* Αλλαγή σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους. Πηγή: EKT, υπολογισμοί wiwo. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, οι εκροές καταθέσεων από την Ισπανία συνεχίζονται με μεγάλο ρυθμό – ενώ τους πέντε πρώτους μήνες του 2012 ξεπέρασαν τα 100 δις €. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ιρλανδία, η κρίση της οποίας είναι αδύνατον να ξεπεραστεί χωρίς πολύ μεγάλες διαγραφές χρεών ή/και χρεοκοπίες τραπεζών, παρά το ότι ανακοινώνεται η επιστροφή της στις αγορές. 

Αν και στην αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης λοιπόν οι ισπανικές τράπεζες θεωρούταν ασφαλείς, επειδή δεν είχαν εκτεθεί στην αμερικανική κρίση των ενυπόθηκων δανείων, ενώ είχαν υποχρεωθεί από την κεντρική τράπεζα τους να δημιουργήσουν ειδικά αποθεματικά για την αντιμετώπιση της τοπικής κρίσης ακινήτων, η κατάσταση τους επιδεινώθηκε.

Σύμφωνα δε με τη διεθνή ένωση τραπεζών (IIF), λόγω του ότι έχουν δώσει ενυπόθηκα δάνεια ύψους άνω του 1 τρις €, θα απαιτηθεί μία ανακεφαλαιοποίηση της τάξης των 260 δις € και όχι τα ποσά που ανακοινώνονται (62 δις €).

Η ΣΛΟΒΕΝΙΑ

Όπως έχει ανακοινωθεί, η μικρή αυτή χώρα (52,4 δις € ΑΕΠ 2011, 934.700 εργαζόμενοι, 11,8% ανεργία) είναι αντιμέτωπη με τραπεζικά προβλήματα – οπότε θεωρείται ως το επόμενο υποψήφιο θύμα του ΔΝΤ και της Τρόικας.

Έχοντας υιοθετήσει το ευρώ μόλις το 2007, δεν έχει ακόμη καταφέρει να αναπτυχθεί σωστά – με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να ενισχύσει με 400 εκ. € μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες της (Nova Ljubljanska Banka).  Η υπαγωγή της λοιπόν στο μηχανισμό στήριξης είναι μάλλον δεδομένη – γεγονός που θα έχει σημαντικές συνέπειες για τους πολίτες της.

Η ΓΑΛΛΙΑ

Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένη σε μία ενδεχόμενη κρίση των τραπεζών – επειδή διαθέτει τέσσερις πολύ μεγάλες (συστημικές, too big to fail) τράπεζες: την BNP Paribas, τη Societe Generale, την Credit Agricole και την BPSE (δημιουργήθηκε από την ένωση λαϊκών τραπεζών και ταμιευτηρίων το 2009).  

Αν και οι τράπεζες αυτές έχουν καταφέρει, στο χρονικό διάστημα μετά το ξέσπασμα της κρίσης, να μειώσουν τις τοποθετήσεις τους στα υπερχρεωμένα κράτη, δεν είναι ακόμη εκτός κινδύνου – ενώ τις μεγαλύτερες ανησυχίες προκαλεί η BNP, η οποία έχει στην κατοχή της ομόλογα του ιταλικού δημοσίου ύψους 11,6 δις € (συνολικά στις χώρες του νότου 33,9 δις €).

Σε κάθε περίπτωση η Γαλλία, με τον τραπεζικό τομέα της να είναι τετραπλάσιος του ΑΕΠ της, είναι σε πολύ δύσκολη θέση – ειδικά επειδή οι συνολικές απαιτήσεις της απέναντι στην  Ιταλία υπολογίζονται στα 309 δις € (112 δις € προς την Ισπανία).    

Η ΙΤΑΛΙΑ

Το πρόβλημα των ιταλικών τραπεζών επικεντρώνεται στο ότι, έχουν επενδύσει πάρα πολλά χρήματα σε ομόλογα του δημοσίου τους – ενώ αντιμετωπίζουν σήμερα δυσκολίες, όσον αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια τους, λόγω της ύφεσης. Εν τούτοις, η χώρα θα μπορούσε να επιλύσει μόνη της τα προβλήματα των τραπεζών της, αφού το σύνολο των ισολογισμών τους είναι συγκριτικά χαμηλό – «μόλις» 2,3 φορές το ΑΕΠ της.

Όμως, οι επενδυτές δεν εμπιστεύονται τη βιωσιμότητα των τραπεζών της Ιταλίας, επειδή τη συνδέουν με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το δημόσιο της χώρας τους – πόσο μάλλον όταν η πιστοληπτική αξιολόγηση τους διαμορφώνεται ανάλογα με την αντίστοιχη της χώρας τους.

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 14. Ιουλίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

 

 
 

ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η κυβέρνηση υπό την πίεση των εκπροσώπων των δανειστών μας και των εταίρων μας, που κόπτονται για τη βοήθεια που μας προσφέρουν, σύρεται στην εκποίηση και του τελευταίου τμήματος της κρατικής περιουσίας. Δεν συνιστά αυτό έκπληξη και η διαμαρτυρία για μη τήρηση προεκλογικών δεσμεύσεων μάλλον αφέλεια δηλώνει.

Από εικοσαετίας και πλέον ήταν ξεκάθαρο ότι οι κυβερνήσεις υπό την πίεση του κεφαλαίου θα ενέδιδαν στην εκποίηση και θα αδιαφορούσαν για τις όποιες αντιδράσεις εκδηλώνονταν εκ μέρους των οπαδών του κρατισμού. Άλλως τε η πλειοψηφία του λαού στηρίζει σταθερά πολιτικά σχήματα, που δεν κρύβουν ότι είναι υπέρμαχα της λεγόμενης οικονομίας της αγοράς.

Έχουμε γράψει σε παλαιότερα άρθρα ότι το κράτος δέχθηκε κατά μέτωπο επίθεση από τους διεθνείς κερδοσκόπους του κεφαλαίου αμέσως μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού. Τότε οι οπαδοί του καπιταλισμού πανηγύρισαν τον θρίαμβο της αστικής οικονομίας και διακήρυξαν ότι το κράτος είναι κάκιστος επιχειρηματίας. Ως εκ τούτου πρέπει να μειωθούν δραστικά οι οικονομικές του δραστηριότητες και να περιοριστεί αυτό σε ρόλο ελεγκτού των δραστηριοτήτων των ιδιωτών. Ελάχιστα προβλήθηκε η εκποίηση της κρατικής περιουσίας στις κομμουνιστικές χώρες από πρώην κομμουνιστές, οι οποίοι ξύπνησαν μια ωραία πρωία ως υπέρμαχοι της ως τότε μισητής του αντίπαλης ιδεολογίας. Στις χώρες με καπιταλιστικό σύστημα δεν ήταν δυνατόν να συμβεί ανατροπή. Επέλεξαν άλλη μέθοδο, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία. Η κατηγορία κατά του κράτους ως κακού επιχειρηματία έπρεπε να συνοδευτεί από απτές αποδείξεις. Ας εξετάσουμε τη μέθοδο που εφαρμόστηκε στην πατρίδα μας. Οι δημόσιες επιχειρήσεις μετατράπηκαν σε κομματικά φέουδα, τα οποία ανέλαβαν το ρόλο ναυαγοσωστικών, καθώς η ιδιωτική οικονομία κατέρρεε αδυνατούσα να σταθεί στον άγριο ανταγωνισμό της παγκοσμιοποιημένης αγοράς μετά την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ. 

Στη δημόσια επιχείρηση καλλιεργήθηκε στο έπακρο η αντίληψη ότι ο εργαζόμενος δεν έχει χρέος να συμβάλει στην αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας ιδιαίτερα, αν έχει την προστασία του κόμματος εξουσίας. Οι συνδικαλιστές θεώρησαν πρώτιστο χρέος να δικαιώνουν τους ρέποντες προς την οκνηρία, καθώς με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν δικαιώματα συνδιοίκησης στις ΔΕΚΟ. Οι κυβερνήσεις που ήδη από τη δεκαετία του 1990 είχαν θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο της συρρίκνωσης των δημοσίων επιχειρήσεων, ενέτειναν την κακοδιοίκηση, την αλόγιστη αύξηση του προσωπικού, την κατασπατάληση των πόρων και τη δυσφήμηση των επιχειρήσεων, προκειμένου εν καιρώ να έχουν σύμμαχο την κοινή γνώμη. Ενθυμούμαι, ως εργαζόμενος στη ΔΕΗ, τις διαμαρτυρίες πελατών, εν πολλοίς άδικες, και το ξέσπασμά της αγανάκτησής τους στον λόγο: «Πότε να σας πουλήσουν, να έχουμε φθηνό ρεύμα»! Κατά βάση πάντως ο εχέφρων πολίτης εμπιστευόταν το Κράτος περισσότερο από τον ιδιώτη. Τρανή απόδειξη η προτίμηση προς την Cosmote παρά την καθήλωση του κρατικού φορέα τηλεπικοινωνιών στην αφετηρία με απόφαση της τότε κυβέρνησης. Επειδή όμως η συνταγή του Γκαίμπελς «συκοφαντείτε, συκοφαντείτε, στο τέλος κάτι μένει», έχει διαχρονική αξία, οι κυβερνήσεις επέτυχαν χωρίς οδυνηρές γι' αυτές συνέπειες την τμηματική μετοχοποίηση των ΔΕΚΟ. Οι συνδικαλιστές, οι ταγμένοι στην υπηρεσία των κομμάτων εξουσίας, δεν έπεισαν ότι έδωσαν μάχες για τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα αυτών. Απεναντίας σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσαν το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Καθώς η αποβιομηχάνιση της χώρας εντεινόταν και αύξανε διαρκώς ο αριθμός των «σωσμένων» στις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες ο έλεγχος κατέρρεε, υπό τις επιδοκιμασίες των εργαζομένων ανεξαρτήτως ιδεολογίας, και η σπατάλη εντεινόταν, οι συντελέσαντες στο κακό προέβαλλαν στον ελληνικό λαό τα επιχειρήματα των διεθνών κερδοσκόπων, οι οποίοι επιβουλεύονται τα κράτη. Είναι τραγικό αλλά και εξοργιστικό συνάμα: Εμφανίζονται ως οπαδοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, συντελούν στην κατάρρευση των ΔΕΚΟ ασκούντες την εξουσία και καταγγέλλουν το απρόσωπο Κράτος ως κακό επιχειρηματία. Στήνουν κρατικά ΚΤΕΟ σε κάθε νομό και ευθύς αμέσως επιτρέπουν σε ιδιώτες να πράξουν το ίδιο, για να αγοραστούν και άλλα μηχανήματα από τους δημίους μας. Εξαναγκάζουν τη ΔΕΗ να αγοράζει την ενέργεια από τους μικρούς παραγωγούς, που φύτεψαν στο χωράφι τους φωτοβολταϊκά, σε τιμή εξοργιστικά υψηλή. Όρισαν τη ΡΑΕ να την επιτηρεί και αποδείχθηκε αυτή αυτοάνοσο νόσημα, καθώς εστράφη με πάθος κατά της Δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού. Φυσικά η ευθύνη για τις αθλιότητες της ΡΑΕ βαρύνουν αποκλειστικά τις κυβερνήσεις, την πολιτική των οποίων αυτή εφαρμόζει. Στη συνέχεια κομμάτιασαν κυριολεκτικά τη ΔΕΗ, προσέδωσαν στις θυγατρικές πληθώρα γελοίων και δυσνόητων τίτλων, φυγάδευσαν την τεχνογνωσία, που αποκτήθηκε σε διάστημα δύο γενεών μη ανανεώνοντας το προσωπικό, καταβαράθρωσαν τη μετοχή της στο χρηματιστήριο (παληά μου τέχνη…) και τώρα είναι έτοιμοι να αποδεχθούν προσφορές από εντόπιους και ξένους κερδοσκόπους. Στις εκποιήσεις οι τιμές είναι άκρως συμφέρουσες για τους αγοραστές. Πλησιάζει η ώρα που προσδοκούσαν εκείνοι που δεν ήσαν ικανοποιημένοι από την τιμολογιακή πολιτική της ΔΕΗ. Πλησιάζει και για τους άλλους, που πίστεψαν στο εύκολο κέρδος και επένδυσαν, δανειζόμενοι μάλιστα από τις «οραματιζόμενες» την ανάπτυξη της χώρας τράπεζες, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου η καταματωμένη οικονομικά χώρα μας να αντισταθμίσει τις μειώσεις πωλήσεων οχημάτων και άλλων βιομηχανικών ειδών των ακορέστων για κέρδη «εταίρων» μας.

Η ύφεση εντείνεται, η αποβιομηχάνιση καλπάζει, η ανεργία το ίδιο και οι κυβερνήσεις εντείνουν τις «φιλότιμες» προσπάθειες να ανακουφίσουν και άλλο από το βάρος εκείνους που κάτι κατέχουν ακόμη. Όταν πλέον απογυμνωθούμε, Κράτος και πολίτες, ίσως θα είναι ευκολότερο να κατανοήσουμε ότι: Κράτος, το οποίο δεν ελέγχει τους τομείς παιδείας, υγείας, τραπεζικό, ενέργειας, επικοινωνιών και μεταφορών δεν είναι κράτος, καθώς έχει εκχωρήσει την εξουσία στο παρακράτος των αδιστάκτων του χρήματος.

                                                           

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 16-7-2012

Μνημόνιο ή διαγραφή χρέους, το πραγματικό επίδικο

Μνημόνιο ή διαγραφή χρέους, το πραγματικό επίδικο των «προγραμματικών δηλώσεων»

 

Του Γιάννη Τόλιου


Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ήλθαν να επιβεβαιώσουν κάτι που είχε γίνει αντιληπτό σε μεγάλο βαθμό προεκλογικά αλλά αποδείχτηκε και μετεκλογικά με το σχηματισμό της τρικομματικής συγκυβέρνησης ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ. Ότι δηλαδή πρόκειται για κυβέρνηση που έχει στόχο την εφαρμογή των δεσμεύσεων του Μνημονίου ΙΙ, έχοντας τώρα «παρτενέρ» έναν «αριστερό» ψευδομάρτυρα, τη ΔΗΜΑΡ, στη θέση του ακροδεξιού ΛΑΟΣ της κυβέρνησης Παπαδήμου. Η ψευδομαρτυρία αφορά την υπόσχεση ότι θα επιδιωχθεί «επαναδιαπραγμάτευση» του Μνημονίου με στόχο την αποτροπή των δυσμενών ρυθμίσεων για τη μισθωτή εργασία και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Εθελοδουλία, ενδοτισμός και ….. «πολιτική ουράς»

Ωστόσο η νέα επιστολή του κ. Σαμαρά προς τα υπερεθνικά αφεντικά της τρόϊκας, όπου δηλώνει ως καλός μαθητής «ότι η νέα κυβέρνηση είναι πλήρως δεσμευμένη στις βασικές πολιτικές του προγράμματος….και ότι θα επιταχύνει την εφαρμογή του», μαζί και οι δηλώσεις του νέου υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα, ότι «δεν μπορούμε να ζητήσουμε τίποτα αν δεν επαναφέρουμε το (μνηνονιακό) πρόγραμμα στο σωστό δρόμο», έδωσε τέλος στις ψευδαισθήσεις όσων πίστεψαν στις υποσχέσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, ότι τάχα θα επαναδιαπραγματευθούν με βάση το συμφέρον της χώρας, εγκαταλείποντας την πολιτική «εθελοδουλίας» και «ενδοτισμού» στην τρόϊκα για διασφάλιση των στενών συμφερόντων της κυρίαρχης ελίτ. Ταυτόχρονα αποτελεί και τραγική διάψευση όσων πίστεψαν τους «λογικούς», «συνετούς», και «καθώς πρέπει», αριστερούς της ΔΗΜΑΡ, που μπήκαν στην κυβέρνηση να «σώσουν» τη χώρα (στην ουσία να σώσουν το σύστημα ακολουθώντας «πολιτική ουράς» στις επιλογές του), χωρίς καν να υπάρχει ούτε το πρόσχημα της «ακυβερνησίας», αφού ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συγκροτούσαν από μόνοι τους αυτοδύναμη κυβέρνηση. Φαίνεται να ζήλεψαν τα αποτυχημένα πειράματα των κυβερνήσεων Ντα Λέμα που χαντάκωσαν την ιταλική αριστερά.!

Μνημόνιο ή διαγραφή χρέους;

Οι «προγραμματικές δηλώσεις» τη κυβέρνησης, έφεραν και πάλι στο προσκήνιο το κρίσιμο δίλημμα της ελληνικής κοινωνίας. Μνημόνιο ή διαγραφή του χρέους και παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας; Η πολιτική της τρικομματικής συγκυβέρνησης, στηρίζει καθαρά την πρώτη επιλογή, η οποία θέτει ως προτεραιότητα τα συμφέροντα των πιστωτών (τραπεζιτών-τοκογλύφων). Η συγκεκριμένη πολιτική θεωρεί ότι το τεράστιο χρέος των 350 δις € μπορεί και πρέπει να εξοφληθεί, με την εφαρμογή «πολιτική δήμευσης» του ελληνικού λαού (δραστικές περικοπές μισθών, συντάξεων, κοινωνικών δαπανών, «χαράτσια», φόρους, κά, καθώς ξεπούλημα όλων των δημοσίων επιχειρήσεων και καλύτερων «φιλέτων» της δημόσιας περιουσίας), με στόχο κλείσιμο των ελλειμμάτων του προϋπολογισμό και δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων για εξόφληση….. «σιγά-σιγά» του δημόσιου χρέους.!

Πρόκειται για εντελώς φανταστικό σενάριο από τη στιγμή που επίσημες εκτιμήσεις του ΔΝΤ θεωρούν ότι και στην ευνοϊκότερη εκδοχή εφαρμογής του Μνημονίου, το δημόσιο χρέος θα είναι το 2020 στο 120% του ΑΕΠ, όσο ήταν το 2009 πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Γιαυτό άλλωστε πολλοί διεθνείς αναλυτές θεωρούν μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος και αναγνωρίζουν την ανάγκη μεγάλου «κουρέματος» (διαγραφής) του, με πρόσφατο παράδειγμα τον απερχόμενο πρόεδρο της Deutsche Bank Γ. Ακκερμαν, ο οποίος τόνισε την ανάγκη διαγραφής 180 δις € ώστε το χρέος της Ελλάδας να πέσει στο 60% του ΑΕΠ.!!! Δεν ξέρουμε αν ο γερμανός τραπεζίτης πρόκειται να γίνει και …. ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επιβεβαιώνει πλήρως την πρόταση του, ότι για την έξοδο από την κρίση, χρειάζεται διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού χρέους.!!

Μεγάλη διαγραφή χρέους, αφετηρία εναλλακτικής στρατηγικής

Ασφαλώς ο γερμανός τραπεζίτης δεν έχει φιλολαϊκές «ευαισθησίες», αλλά κρίνει ψυχρά με όρους συστήματος και βιωσιμότητας της ευρωζώνης. Αναγνωρίζει δηλαδή ότι η πολιτική του Μνημονίου πέρα από τις κοινωνικές αντιδράσεις και τις ανεξέλεγκτες πιθανόν καταστάσεις, δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα. Ωστόσο η χρηματιστική ελίτ της ευρωζώνης και ιδιαίτερα της Γερμανίας, ακολουθώντας μια σκληρή ταξική λογική, επιμένει στην εφαρμογή της «πολιτικής δήμευσης» του ελληνικού λαού, με προφανή στόχο αφού μας πάρουν «ότι έχουμε και δεν έχουμε», τότε πιο εύκολα θα μπορούν μας πετάξουν και εκτός ευρωζώνης…… «διότι δεν συμορφωθήκαμε με τας υποδείξεις» (Μνημόνιου) ….. του οποίου οι στόχοι εξ' αντικειμένου είναι ανεφάρμοστοι και ήδη βρίσκονται σε απόκλιση. Μάλιστα η απόκλιση θα μεγαλώνει, διότι τα αλλεπάλληλα μέτρα λιτότητας, διαιωνίζουν τον «φαύλο κύκλο» ύφεσης, ανεργίας, πτώσης ΑΕΠ, εκτροχιασμό μεγεθών προϋπολογισμού, ελλειμμάτων, δημόσιου χρέους, κοκ.

Η κατάσταση δεν πρόκειται να βελτιωθεί με τις ιδιωτικοποιήσεις των ΔΕΚΟ και της δημόσιας περιουσίας (τα έσοδα των οποίων θα πάνε στους πιστωτές), ούτε με τις «φλυαρίες» για ανάπτυξη που συνοδεύονται με συνεχείς περικοπές δημοσίων επενδύσεων και κονδύλια «ψίχουλα» από τα κοινωνικά ταμεία, πιστωτική ασφυξία και «λουκέτα» σε εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ η νέα δανειακή σύμβαση των 130 δις € κατά 80% θα πάει για στήριξη των πιστωτών. Το ενδεχόμενο της κάλυψης του κόστους «κεφαλαιοποίησης» των τραπεζών ύψους 50 δις € από το μηχανισμό στήριξης (EFSF) και χρησιμοποίησης ορισμένων κονδυλίων για ανάπτυξη, θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση μια ανάσα… αλλά και πάλι θα ήταν μια ανάπτυξη «δανεική» με αρκετά υψηλό επιτόκιο (μέσο όρο 3,5%). Για την ανασυγκρότηση της χώρας χρειάζεται, εκτός από τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους το χρέους, χρησιμοποίηση των κονδυλίων διαγραφής του χρέους (τοκοχρεολυσίων) για την ανάπτυξη με ελάχιστο ή καθόλου νέο δανεισμό, αξιοποίησης ΔΕΚΟ ως βασικού μοχλού παραγωγικής ανασυγκρότησης, κλαδικές πολιτικές ανάπτυξης αγροτικής οικονομίας και βιομηχανίας, εθνικοποίηση και κοινωνικοποίηση τραπεζικού συστήματος, ριζική αλλαγή δημοσιονομικής διαχείρισης με πάταξη φοροδιαφυγής και κακοδιαχείρισης δημοσίων πόρων, δραστικός έλεγχος καρτέλ και ολιγοπωλιακών δομών, στήριξη αγοραστικής δύναμης μισθών-συντάξεων, δίχτυ κοινωνικής προστασίας των αδύνατων στρωμάτων, αξιοποίηση της ισότιμης διεθνούς συνεργασίας, κά.

Όλα αυτά σημαίνουν ανατροπή και όχι εφαρμογή του Μνημονίου, μαζί και της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ που το προωθεί. Η εναλλακτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ δικαιώνεται από τα πράγματα. Είναι μια ρεαλιστική, φερέγγυα και αποτελεσματική στρατηγική, προοδευτικής εξόδου από την κρίση, που ανοίγει νέους ορίζοντες στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στη νέα γενιά. Δεν αποκόβεται από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά σηματοδοτεί μια εναλλακτική κοινή στρατηγική, ιδιαίτερα με λαούς του ευρωπαϊκού νότου, έχοντας ως όραμα την Ευρώπη των λαών και των εργαζόμενων και όχι το μοντέλο της «ευρωζώνης» των Μνημονίων, των συμφώνων «πειθάρχησης» των αδύνατων χωρών στα συμφέροντα των ισχυρών, κατάργηση θεμελιωδών δικαιωμάτων εργαζόμενων, στραγγαλισμού της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, κά. Αυτή η Ευρώπη δεν αντιστοιχεί στο «ιστορικά αναγκαίο» και κανένας λαός ούτε φυσικά ο ελληνικός λαός, πρόκειται να την αποδεχτεί. Η κοινή δράση των δυνάμεων της αριστεράς σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, μπορεί να δώσει ελπιδοφόρα προοπτική.


8.7.12

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/blog.php?id=3558

H μεγάλη χίμαιρα της Ευρώπης

H μεγάλη χίμαιρα της Ευρώπης

 

Του Paul Krugman

 

Τους τελευταίους μήνες έχω διαβάσει μια σειρά από αισιόδοξες εκτιμήσεις για τις προοπτικές της Ευρώπης. Παραδόξως όμως καμία από αυτές τις εκτιμήσεις που υποστηρίζουν ότι η γερμανική φόρμουλα της λύτρωσης μέσα από τον πόνο που υπαγορεύεται στην Ευρώπη, έχει καμία πιθανότητα να λειτουργήσει. Αντίθετα η αισιοδοξία βασίζεται ακριβώς στην αποτυχία – ιδίως μια διάλυση του ευρώ – η οποία θα ήταν μια καταστροφή για όλους, συμπεριλαμβανομένων και των Γερμανών και ότι στο τέλος αυτή η προοπτική θα ωθήσει τους Ευρωπαίους ηγέτες να κάνουν ό, τι χρειάζεται για να σώσουν την κατάσταση.

Ελπίζω αυτό το επιχείρημα να είναι σωστό. Αλλά κάθε φορά που διάβαζω ένα τέτοιο άρθρο, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται τον Norman Angell.

Ποιος είναι αυτός; Το 1910 ο Angell δημοσίευσε ένα διάσημο βιβλίο με τίτλο "Η Μεγάλη Χίμαιρα" (''Τhe Great Illusion''), υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος είχε καταστεί άνευ αντικειμένου. Το εμπορίο και η βιομηχανία, τόνιζε, και όχι η εκμετάλλευση των υποτελών λαών, ήταν τα κλειδιά για τον εθνικό πλούτο και έτσι δεν υπήρχε κανένα κέρδος από τα τεράστια έξοδα των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Επιπλέον, υποστήριζε ότι η ανθρωπότητα είχε άρχισει να εκτιμάει αυτή την πραγματικότητα και ότι τα ''πατριωτικά πάθη" σιγά-σιγά έφθιναν. Δεν είπε κατηγορηματικά οτι δεν θα ξεσπούσαν άλλοι πόλεμοι, αλλά το έκανε να δίνει αυτή την εντύπωση.

Όλοι γνωρίζουμε τι έγινε στη συνέχεια.

Το θέμα είναι ότι η προοπτική της καταστροφής, όσο προφανής και να είναι, δεν αποτελεί εγγύηση ότι τα έθνη θα κάνουν ό, τι χρειάζεται για να αποφύγουν αυτήν ακριβώς καταστροφή. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν η έπαρση και η προκατάληψη κάνουν τους ηγέτες απρόθυμους να δούν αυτό που θα έπρεπε να είναι προφανές.

Πράγμα που με φέρνει πάλι στην εξαιρετικά δεινή οικονομική κατάσταση της Ευρώπης.

Είναι κάτι σαν σοκ, ακόμη και για εμάς που έχουμε παρακολουθήσει την ιστορία σε όλο της το μήκος, να συνειδητοποιούμε ότι περισσότερα από δύο χρόνια έχουν περάσει από τότε που οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεσμεύτηκαν στην σημερινή οικονομική στρατηγική τους – μια στρατηγική που βασίζεται στην αντίληψη ότι η δημοσιονομική λιτότητα και η «εσωτερική υποτίμηση» (ουσιαστικά, οι περικοπές μισθών) θα έλυνε τα προβλήματα των δανειζόμενων εθνών. Σε όλο αυτό το διάστημα, η στρατηγική αυτή δεν σημείωσε καμία απολύτως επιτυχία. Το καλύτερο που έχουν να επιδείξουν οι υπερασπιστές της ''ορθοδοξίας'' αυτής είναι κάποια μικρά κράτη της Βαλτικής που έχουν μερικώς ανακάμψει ύστερα απο τεράστια ύφεση, αλλά εξακολουθούν να είναι πολύ φτωχότερες από ό, τι ήταν πριν από την κρίση.

Εν τω μεταξύ, η κρίση του ευρώ έχει κάνει μετάσταση, εξαπλώνεται από την Ελλάδα προς τις πολύ μεγαλύτερες οικονομίες της Ισπανίας και της Ιταλίας, και η Ευρώπη στο σύνολό της σαφώς διολίσθαίνει στην ύφεση. Ωστόσο, οι πολιτικές συνταγές που προέρχονται από το Βερολίνο και την Φρανκφούρτη δεν έχουν καθόλου αλλάξει καθόλου.

Αλλά, θα πει κανείς, η Σύνοδος κορυφής της περασμένης εβδομάδας δεν έκανε κάποιες κινήσεις; Ναι, έκανε. Η Γερμανία έκανε λίγο πίσω, συμφωνώντας τόσο για καλύτερες συνθήκες δανεισμού για την Ιταλία και την Ισπανία (αλλά όχι στις αγορές ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) όσο και σε ένα σχέδιο διάσωσης για τις ιδιωτικές τράπεζες που μπορεί και να έχει κάποια λογική (αν και είναι δύσκολο να πει κανείς, επειδή δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες ακόμα). Αλλά ακόμα και αυτές οι παραχωρήσεις εξακολουθούν να είναι μικρές σε σχέση με το μέγεθος των προβλημάτων.

Τι θα έπρεπε πραγματικά να γίνει για να σώθει το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα; Η απάντηση, σχεδόν σίγουρα, θα πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τις μεγάλες αγορές κρατικών ομολόγων από την κεντρική τράπεζα, όσο και την προθυμία της κεντρικής τράπεζας να δεχθεί ένα κάπως υψηλότερο ποσοστό πληθωρισμού. Ακόμη και με αυτές τις πολιτικές, μεγάλο μέρος της Ευρώπης θα αντιμετωπίσει μακροχρόνια πολύ υψηλή ανεργία. Αλλά τουλάχιστον θα υπάρξει μια ορατή πορεία προς την ανάκαμψη.

Ωστόσο, είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να δούμε πώς μια τέτοια αλλαγή πολιτικής θα μπορούσε να προκύψει στην πραγματικότητα.

Μέρος του προβλήματος είναι και το γεγονός ότι οι Γερμανοί πολιτικοί τα τελευταία δύο χρόνια λένε στους ψηφοφόρους τους κάτι που δεν είναι αλήθεια – δηλαδή, ότι για την κρίση φταίνε οι ανεύθυνες κυβερνήσεις στη Νότια Ευρώπη. Εδώ στην Ισπανία – που είναι τώρα το επίκεντρο της κρίσης – η κυβέρνηση είχε πράγματι χαμηλό δημόσιο χρέος και πλεονάσματα του προϋπολογισμού κατά την παραμονή της κρίσης. Αν η χώρα είναι τώρα σε κρίση, αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας τεράστιας φούσκας της αγοράς ακινήτων, την οποία όλες οι τράπεζες σε όλη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων και των γερμανικών, βοήθησαν να φουσκώσει. Αλλά τώρα, το ψεύδος των Γερμανών, εμποδίζει κάθε λειτουργική λύση.

Ωστόσο οι παραπληροφορηθέντες ψηφοφόροι δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Ακόμα και η ελίτ της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Αν διαβάσετε τις πιο πρόσφατες εκθέσεις Ευρωπαϊκών ιδρυμάτων, όπως αυτή που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, θα νιώσετε ότι ζείτε σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο οποίο ούτε τα διδάγματα της ιστορίας, ούτε οι νόμοι της αριθμητικής ισχύουν – ένα σύμπαν στο οποίο η λιτότητα θα μπορούσε ακόμα να λειτουργήσει αν απλά όλοι μας είχαμε την πίστη, και στο οποίο ο καθένας μπορεί να μειώσει τις δαπάνες, χωρίς να δημιουρήσει ύφεση.

Άρα η Ευρώπη θα σώσει τον εαυτό της; Το διακύβευμα είναι πολύ υψηλό, και οι ηγέτες της Ευρώπης δεν είναι, σε γενικές γραμμές, ούτε κακοί ούτε ηλίθιοι. Αλλά το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς, είτε το πιστεύετε είτε όχι, και για τους ηγέτες της Ευρώπης το 1914. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά.

 

ΠΗΓΗ: July 1, 2012, www.nytimes.com [Mετάφραση: Άλεξ Μπουμπουκιώτης]. Το είδα: 07 Ιουλίου 2012, http://antapocrisis.gr/index.php/2012-04-24-19-41-01/item/330

Το μεγάλο φαγοπότι

Το μεγάλο φαγοπότι

 

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

 

Την πρώτη, σοβαρή τρικυμία στην εσωτερική τρόικα Σαμαρά – Βενιζέλου –  Κουβέλη προκάλεσαν οι επιδόσεις του Γ. Στουρνάρα στο πρόσφατο Eurogroup. Δεν φτάνει που μας έφερε από τις Βρυξέλλες νέα αντιλαϊκά μέτρα ύψους 3 δισ. ευρώ, ο υπερκομματικός υπουργός Οικονομικών αφαίρεσε και το τελευταίο φύλλο συκής των τριών εταίρων, παραιτούμενος και από αυτήν την τόσο ποθητή επιμήκυνση (της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής).

«Το τανγκό θέλει δύο», δήλωσε αφοπλιστικά ο πρώην υπάλληλος του ΣΕΒ. Αφού λοιπόν η κ. Μέρκελ δεν εννοεί να μας χαρίσει το τανγκό της επιμηκυμένης αναδιαπραγμάτευσης, μοιραία θα περιοριστούμε σε μοναχικές ηδονές, σέρνοντας το μακρύ ζεϊμπέκικο των ιδιωτικοποιήσεων: Πάρε ό,τι θέλεις παλιατζή από μια χώρα που δεν ζεί…

Προβάλλοντας το εκβιαστικό δίλημμα "είτε θα πουλήσουμε τα ασημικά της οικογένειας είτε θα κόψουμε κι άλλο μισθούς και συντάξεις", η κυβέρνηση Σαμαρά εννοεί να επαναφέρει την Ελλάδα στα χρόνια του "αθλιέστατου προτεκτοράτου", όταν οι κάτοικοι της Αθήνας έπαιρναν ρεύμα από την ΠΑΟΥΕΡ και νερό από την ΟΥΛΕΝ. Πρέπει να ανατρέξει κανείς στη Ρωσία του Γέλτσιν για να βρει συγκρίσιμη λεηλασία του εθνικού πλούτου από τα αρπακτικά του ξένου και εγχώριου κεφαλαίου. Ο ΟΤΕ, με καθαρά κέρδη 119,7 εκ. πέρυσι, θα παραδοθεί στην Deutsche Telekom. Η ΔΕΗ, με κέρδη 558 εκ. το 2010 και 693 εκ. το 2009 προορίζεται για τις γαλλικές GFF και EdF, αλλά και για τη γερμανική Siemens, γνωστή για τις τόσο αποδοτικές επενδύσεις της στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας μας. Ο ΟΠΑΠ, ίσως η πιο κερδοφόρα εταιρεία του Δημοσίου, παίρνει σειρά να εκποιηθεί αντί τιμήματος που είναι ζήτημα αν καλύψει τα κέρδη τριών μηνών. Από την "αξιοποίηση" του Καταριανού (πρώην Ελληνικού), ολόκληρη η παράκτια ζώνη από το Φάληρο μέχρι το Σούνιο προορίζεται να γίνει μια τεράστια, αραβικών συμφερόντων τσιμεντούπολη – κατ' ευφημισμόν Αττική Ριβιέρα – κάνοντας να ωχριά ακόμη και τον Μητσοτάκη της δεκαετίας του '90, που είχε βαλθεί να δώσει το Λαγονήσι και τον Πάτροκλο στον γιο του Ισραηλινού πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν για να ανοίξει καζίνο.

Η μεγαλύτερη συντεχνία

Με δεδομένη την κατάρρευση των χρηματιστηριακών αξιών λόγω κρίσης (μέσα σε ένα μόνο χρόνο η μετοχή της ΔΕΗ έχασε το 75% της αξίας της), είναι φως φανάρι ότι θα πρόκειται για ιδιωτικοποιήσεις μπιρ παρά, όπως εύστοχα τόνισε από την πρώτη στιγμή ο "Ριζοσπάστης". Προς τιμήν του, ο Αλέξης Τσίπρας προειδοποίησε από το βήμα της Βουλής τους αετονύχηδες που θα βάλουν χέρι στη δημόσια περιουσία ότι "θα χάσουν τα λεφτά τους", δηλαδή ότι θα δημευτούν χωρίς αποζημίωση οι επιχειρήσεις που θα έχουν σφετεριστεί και τους πολιτικούς που θα συμπράξουν ότι "θα λογοδοτήσουν για τη λεηλασία", δηλαδή ότι θα πάνε φυλακή.

Τα μεγάλα συγκροτήματα της ενημέρωσης κατηγόρησαν την Αριστερά ότι με αυτές τις τοποθετήσεις της απομακρύνει τους "επενδυτές", στερώντας τη χώρα μας από ζωτικά αναγκαίες θέσεις εργασίας, μόνο και μόνο για να υπερασπιστεί τις συνδικαλιστικές συντεχνίες, που υποτίθεται ότι λυμαίνονται τις ΔΕΚΟ, σε βάρος των φορολογουμένων. Στην πραγματικότητα, η μεγαλύτερη συντεχνία που υπάρχει σ'αυτή τη χώρα – καναλάρχες, εφοπλιστές, τραπεζίτες και κατασκευαστικές εταιρείες που λυμαίνονται την ενημέρωση – δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις υπαρκτές ή ανύπαρκτες συνδικαλιστικές συντεχνίες που καταγγέλλει. Το πρόβλημά της είναι ο ίδιος ο συνδικαλισμός. Αφού οι κυβερνήσεις Παπανδρέου και Παπαδήμου κατάργησαν τις συλλογικές συμβάσεις και υπονόμευσαν τα συνδικάτα στον ιδιωτικό τομέα, μέσω των μνημονίων, έρχεται τώρα η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη να εκθεμελιώσει, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, τον εργατικό συνδικαλισμό στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου συγκεντρώνονται τα πιο ισχυρά, εναπομείναντα οχυρά του. Στόχος της είναι η μετατροπή της ελληνικής εργατικής τάξης σε ασπόνδυλη, πολτοποιημένη "μάζα" χωρίς καμιά διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στους εργοδότες και το κράτος, ριγμένη σε ένα δυστοπικό σύμπαν "βιομηχανικού φεουδαρχισμού" του 21ου αιώνα.

Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος;

Ωστόσο, η Αριστερά δεν θάπρεπε να υποτιμήσει τη συστημική προπαγάνδα γύρω από τις ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες αναδεικνύονται σε στρατηγικό πεδίο οικοδόμησης κοινωνικών συμμαχιών, ιδιαίτερα από το κατ' εξοχήν κόμμα του κεφαλαίου, τη Νέα Δημοκρατία. Αφού οι προηγούμενες κυβερνήσεις εξόντωσαν τα μεσαία στρώματα με την απίστευτα ληστρική φορολογία, τώρα η κυβέρνηση Σαμαρά ευελπιστεί ότι, χάρη και στα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων, θα καταφέρει να λασκάρει λιγουλάκι το φορολογικό ζουρλομανδύα, ώστε να προσεταιριστεί τους κατά τι ανακουφισμένους μικρομεσαίους, κατά το γνωστό μύθο του Χότζα. Παράλληλα, απευθύνεται προς τους ανέργους, τα περιθωριοποιημένα και πολιτικά καθυστερημένα εργατικά στρώματα (στα θολά νερά των οποίων αλιεύει και η Χρυσή Αυγή), καλλιεργώντας τα πιο ταπεινά αντανακλαστικά τους, στο στιλ "γιατί να υποφέρω εγώ και όχι οι δημόσιοι υπάλληλοι που κάθονται". Δυστυχώς, τη συστημική προπαγάνδα αυτού του είδους διευκολύνουν, φυσικά άθελά τους, "υπερεπαναστατικές" τοποθετήσεις τμημάτων της Αριστεράς, που "δεν τρελαίνονται" κι αν οι επιχειρήσεις περάσουν από το συλλογικό καπιταλιστή, το κράτος, στον ατομικό καπιταλιστή μέσω ιδιωτικοποιήσεων – κατά το "άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά".

Στην πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες όχι μόνο δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά θα πληρώσουν και αυτοί, έστω και έμμεσα, το τίμημα από τις εκατοντάδες χιλιάδες απολύσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα που θα επακολουθήσουν. Τα παιδιά τους θα έχουν λιγότερες θέσεις εργασίας να διεκδικήσουν, τα μαγαζιά τους λιγότερους πελάτες να εξυπηρετήσουν κι οι ίδιοι θα κληθούν να πληρώσουν ακριβότερα αύριο το ρεύμα, το νερό, τα εισιτήρια και πάει λέγοντας.

Πολλά μπορεί να καταλογίσει κανείς στις ΔΕΚΟ που φορτώθηκαν τα ρουσφέτια και τη διαφθορά του πελατειακού κράτους ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (γιατί βέβαια δεν κυβερνούσαν την Ελλάδα από το 1974 ο Τσίπρας και η Παπαρήγα). Γεγονός παραμένει όμως ότι αυτές οι ΔΕΚΟ, χάρη στην επινοητικότητα των τεχνικών του ΟΤΕ και τον μόχθο των εναεριτών της ΔΕΗ, έφτιαξαν τις υποδομές που υπάρχουν σήμερα σ' αυτή τη χώρα και τις οποίες λυμαίνονται τα λαμόγια των ιδιωτικών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, που δεν πόντισαν ούτε μια καινούργια οπτική ίνα, απλά παρασιτούν πάνω στο δίκτυο του ΟΤΕ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους λομπίστες των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) που αρμέγουν τη ΔΕΗ και φορτώνουν στους φορολογόμενους χρέη χάρη στη μονοπωλιακή σχέση επιδοτούμενης χρηματοδότησης που τους χάρισαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις: Παράγουν ενέργεια όσο φυσάει αέρας και στη συνέχεια την πουλάνε στη ΔΕΗ… 2,5 φορές πιο ακριβά από όσο κοστίζει στη ΔΕΗ η παραγωγή ενέργειας στις θερμοηλεκτρικές της μονάδες! Κι ύστερα έρχεται ο λογαριασμός της ΔΕΗ που περιέχει το μυστηριώδες "τέλος ΑΠΕ", κι ο καταναλωτής πληρώνει πανάκριβα την κιλοβατώρα όχι εξ αιτίας του Φωτόπουλου, αλλά γιατί επιδοτεί εν αγνοία του τα ιδιωτικά λαμόγια – αλλά καταριέται τη ΔΕΗ και γενικώς τους δημοσίους υπαλλήλους για την κακή του τύχη!

Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές

Το κυριότερο που οφείλει να εξηγήσει στον κόσμο η Αριστερά εν όψει της μάχης που έρχεται είναι ότι αυτό που θα κριθεί δεν είναι αν μας αρέσει η σημερινή κατάσταση των ΔΕΚΟ (και ασφαλώς έχουμε πάμπολλους λόγους να μην μας αρέσει), αλλά αν θα υπάρχει σ' αυτή τη χώρα η έννοια και η ουσία του δημόσιου αγαθού. Πρέπει να είναι το νερό, ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο, το Ίντερνετ, οι συγκοινωνίες κ.α. δημόσια αγαθά, εγγυημένα από το κράτος για όλους τους πολίτες, ή μπορούμε να τα αφήσουμε στο έλεος των ιδιωτικών εταιρειών – όπως έκανε η Θάτσερ με τους σιδηρόδρομους, που ξεχαρβαλώθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια και επανακρατικοποιήθηκαν στη συνέχεια, ή όπως έκανε ο Ρίγκαν με την ηλεκτρική ενέργεια, για να βυθιστούν σε αλλεπάλληλα μπλακ άουτ το Λος Άντζελες και η Νέα Υόρκη; Πρέπει να είμαστε όλοι ίσοι όταν πρόκειται για τη μόρφωση των παιδιών μας ή όταν βρισκόμαστε απέναντι στο θάνατο – κάτι που σημαίνει κατάργηση κάθε μορφής ιδιωτικής εκπαίδευσης και υγείας – ή πρέπει να μορφώνονται και να ζουν μόνο όσοι έχουν χρήματα;

Επομένως, η μάχη κατά των ιδιωτικοποιήσεων, η πρώτη μεγάλη μετεκλογική δοκιμασία της Αριστεράς, πέρα από την προφανή οικονομική και κοινωνική σημασία της, φορτίζεται από έντονο ιδεολογικό-αξιακό περιεχόμενο με πυρήνα το δημόσιο αγαθό (res publica), που αποτελεί την ουσία της Δημοκρατίας (Republic), σε αντιδιαστολή με την ολιγαρχική επιβολή των ιδιωτικών συμφερόντων. Αν ο μοναχικός ιδιώτης-καταναλωτής είναι το πρότυπο του καπιταλισμού, ο συλλογικός παραγωγός-πολίτης είναι ο ήρωας της σοσιαλιστικής δημοκρατίας του αύριο. Η ανάγκη ενός ισχυρού, ενιαίου μετώπου της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας για να κερδηθεί η μάχη κατά των ιδιωτικοποιήσεων είναι αυτονόητη και η δυνατότητα για ένα τέτοιο μέτωπο προφανής. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!

 

Υ.Γ. Προς οίον αφορά: "Επτά φορές κλείνεις τα μάτια. Την όγδοη, καταδικάζεις μονομιάς" (Μπ. Μπρεχτ).

 

ΠΗΓΗ: 12 Ιουλίου 2012 |©ThePressProject.gr| http://www.thepressproject.gr/article/25084/To-megalo-fagopoti

Τo δικαίωμα της αντίστασης του Έλληνα πολίτη…

Τo δικαίωμα της αντίστασης του Έλληνα πολίτη…

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Μετά τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας συγκυβέρνησης ένα είναι βέβαιο, το βασικό μέλημα της ληστοσυμμορίας που ανέλαβε τα ηνία της διακυβέρνησης είναι να ξεπουλήσει, αφενός, ότι έχει και δεν έχει το δημόσιο και, αφετέρου, να βάλει χέρι στην μικρή και μεσαία ιδιοκτησία των ελλήνων πολιτών.

Είναι σίγουρο ότι πολύ σύντομα η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα κληθεί να υπερασπιστεί ότι της έχει απομείνει. Όχι μόνο τη δουλειά και το πενιχρό μεροκάματο με το οποίο παλεύει να επιβιώσει, αλλά και την ιδιοκτησία που έτυχε να διαθέτει. Εκτός από την απόλυση και την ανεργία, ήδη ο εφιάλτης της αναγκαστικής κατάσχεσης ακόμη και του πιο πενιχρού περιουσιακού στοιχείου έχει ήδη στοιχειώσει τη μέση ελληνική οικογένεια.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (eurostat) σχεδόν το 70% των νοικοκυριών στην Ελλάδα έφτασε να δαπανά περί το 40% των μηνιαίων οικογενειακών του εξόδων σε τραπεζικές υποθήκες και δάνεια, ενώ ένα ακόμη 35% πηγαίνει στην εφορία. Με το υπόλοιπο καλείται να τα φέρει βόλτα, όταν οι ανάγκες διατροφής της μέσης οικογένειας στην Ελλάδα απορροφούν πάνω από 30% των μηνιαίων οικογενειακών εξόδων.

Μπορεί να τα βγάλει πέρα κανείς υπό αυτές τις συνθήκες; Όχι. Όμως αυτό δεν πειράζει γιατί η κυβέρνηση έχει ήδη εξαγγείλει μια νέα ευρύτερης κλίμακας φοροεπιδρομή με στόχο, όπως πάντα, την «πάταξη της φοροδιαφυγής». Ο λόγος είναι απλός. Θέλουν να βάλουν χέρι στην μικρή και μεσαία ιδιωτική περιουσία. «Πρέπει να πάψει να υπάρχει αυτή η αναρχία με την σκόρπια ακίνητη ιδιοκτησία», έλεγε τις προάλλες ένας μεγαλοκαρχαρίας, από αυτούς που για χρόνια λυμαίνονται τις κρατικές εργολαβίες και συντηρούν τα χρεοκοπημένα κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου. Καταλαβαίνετε τι θα πει αυτό; Θα φροντίσουν με την φορολογία και τις τράπεζες να ξεκληρίσουν την μικρή και μεσαία ιδιοκτησία στο όνομα της φοροδιαφυγής και της καταπολέμησης της αυθαιρεσίας. Η μικρή και μεσαία ιδιοκτησία ισοδυναμεί με «αναρχία», αλλά οι πολύ μεγάλες ιδιοκτησίες, οι αναπλάσεις ολόκληρων περιοχών με όρους σύγχρονων λατιφούντιων και φέουδων ιδιωτών επενδυτών και «εταιρειών ανάπτυξης», ισοδυναμεί με «εξορθολογισμό».

Με την τρόικα να ζητά άμεσα την ανάκληση της αναστολής κατασχέσεων, ή έστω την μη περαιτέρω ανανέωσή της πέραν του τέλους του τρέχοντος έτους, αλλά και με τις τράπεζες να δηλώνουν έτοιμες να διαχειριστούν τις χιλιάδες κατασχέσεις ακινήτων ανά μήνα, τα πράγματα είναι πια ξεκάθαρα. Άλλωστε η άναρχη και εκτεταμένη ιδιωτική μικρή και μεσαία ιδιοκτησία αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην μετατροπή της Ελλάδας σε Ελ Ντοράντο Βιομηχανικών ΑΠΕ με αυθαίρετα αιολικά πάρκα και εκτάσεις επί εκτάσεων φωτοβολταϊκών. Μπορεί ο μέσος Έλληνας να έχει αποδεχτεί ως αναπόφευκτη την ανεργία του ίδιου και των παιδιών του, να θεωρεί ότι μπορεί να ζήσει με τα μεροκάματα εξαθλίωσης για δουλειές χωρίς μέλλον, να μην τον νοιάζει και πολύ ο αναγκαστικός ξενιτεμός των παιδιών του στα σκλαβοπάζαρα του εξωτερικού, αλλά τώρα καλείται πια να υπερασπιστεί το ίδιο το σπίτι του, το χωράφι και το πατρικό του στο χωριό, τις ίδιες τις ρίζες του σ' αυτόν τον τόπο όπου κάθε προσφερόμενος κάμπος, οροπέδιο, βουνοκορφή και ακτογραμμή πρόκειται να παραδοθεί σε αετονύχηδες για εκμετάλλευση με πρόσχημα την «ανάπτυξη». Υπάρχει ζωή, αν τα χάσουμε όλα αυτά;  

Βέβαια, το πότε θα αρχίσει η μαζική σφαγή είναι θέμα πολιτικής απόφασης. Όχι τόσο του αυγουλομάτη πρωθυπουργού, αλλά των αφεντικών του από το εξωτερικό. Περιμένουν πότε και το τελευταίο κομπόδεμα των ελληνικών νοικοκυριών θα εξαντληθεί, πότε ο μέσος Έλληνας θα αναφωνήσει «τετέλεσται» σαν Χριστό πάνω στον σταυρό και τότε θα αρχίσει το μεγάλο πλιάτσικο. Μέχρι τότε ετοιμάζουν τον μηχανισμό, σφίγγουν τις βίδες της μέγγενης που ονομάζεται εφορία, λιτότητα, ανεργία οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες στην εξαθλίωση μήνα το μήνα, εθίζουν το θύμα τους στην μόνιμη παρουσία αποικιακών «συμβούλων» σαν τον Ράιχενμπαχ, ή σαν τον Φούχτεν, ώστε να συνηθίζει στην ιδέα ότι η χώρα είναι ευρωπαϊκό προτεκτοράτο και επομένως δεν μπορεί να γίνει τίποτε χωρίς να το θελήσουν οι επικυρίαρχοι και παρατηρούν αντιδράσεις.

Να το δούμε πιο πρακτικά το όλο θέμα. Πόσοι από εμάς έχουμε την δυνατότητα να πληρώσουμε την εφορία φέτος; Με τα επίσημα στοιχεία πάνω από το 40% των φορολογουμένων δεν έχει την δυνατότητα να τακτοποιήσει τις οφειλές του στην εφορία. Η πραγματικότητα είναι ότι το ποσοστό αυτό είναι πολύ ψηλότερο, γιατί με την ανεργία, τις τραγικές μειώσεις του εισοδήματος στην πλειοψηφία των νοικοκυριών και την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας έχει παρουσιαστεί κι ένα νέο είδος νεόπτωχου, αυτού που μπορεί να διαθέτει ακίνητη περιουσία και μάλιστα σχετικά σημαντική, αλλά αδυνατεί να εξασφαλίσει την καθημερινή του επιβίωση. Δεν σας απασχόλησε ποτέ το ερώτημα γιατί συνεχίζουν να επιβάλλουν φορολογικά μέτρα όταν ξέρουν ότι ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό αδυνατεί να ανταποκριθεί; Θα μου πείτε ότι υπάρχει και η διευκόλυνση. ‘Έως πότε; Τι θα γίνει όταν τον επόμενο χρόνο πολλαπλασιαστεί η οφειλή χάρις στις νέες φορολογικές απαιτήσεις; Κι όπως νομίζει ότι θα γλυτώσει, ή ότι κάπου εδώ θα σταματήσει αυτό το βιολί, είναι γιατί δεν έχει αντιληφθεί τι σημαίνει «πρωτογενές πλεόνασμα» στον κρατικό προϋπολογισμό σε συνθήκες τέτοιας ύφεσης και τέτοιας δημόσιας υπερχρέωσης. Όσο κυνηγάνε οι κυβερνώντες το «πρωτογενές πλεόνασμα» σ' αυτές τις συνθήκες, οι φόροι και οι εκποιήσεις ποτέ δεν θα είναι αρκετοί.

Τι μπορεί να κάνει ο μέσος Έλληνας μπροστά στο άμεσο ενδεχόμενο να τα χάσει όλα; Μπορεί κάλλιστα να το αποδεχτεί ως αναπόφευκτο και να ετοιμάζει τα μπογαλάκια του για άλλη γη. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη λύση: Να ασκήσει το δικαίωμά του στην αντίσταση, που αποτελεί μια από τις πιο θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας στην πράξη.

Τι σημαίνει αυτό; Φανταστείτε ότι κάποιος απειλεί την ζωή τη δική σας και των δικών σας, έχετε το δικαίωμα να αντισταθείτε σε μια τέτοια απειλή; Και βέβαια το έχετε, λέγεται δικαίωμα αυτοάμυνας. Τι γίνεται όμως όταν αυτός που απειλεί τη ζωή σας είναι η ίδια η κυβέρνηση και οι μηχανισμοί της; Έχετε δικαίωμα αντίστασης και αυτοάμυνας; Οι οπαδοί του ολοκληρωτισμού και της απολυταρχίας με κοινοβουλευτικό μανδύα ή χωρίς, ισχυρίζονται ότι το κράτος έχει το μονοπώλιο της ασκούμενης βίας. Κι επομένως όταν απειλείται η ζωή του πολίτη από τις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης δεν έχει παρά να υποταχτεί, ή έστω να κινηθεί με βάση τη δικαιοσύνη. Η θεωρία αυτή δικαιολόγησε όλες τις χούντες και τα φασιστικά καθεστώτα στη νεότερη πολιτική ιστορία της Ευρώπης. Παρόλα αυτά εξακολουθεί να κυριαρχεί στις νομικές σπουδές και στις πρακτικές της διακυβέρνησης.

Τι γίνεται όμως όταν η δικαιοσύνη ελέγχεται και μάλιστα στον βαθμό που ελέγχεται η δικαιοσύνη στα ανώτερα κλιμάκιά της στην Ελλάδα; Από πού ξεκινά και που τελειώνει το δικαίωμα στην αντίσταση ενός πολίτη, ιδίως όταν απειλείται η ίδια η ζωή του από την αυθαιρεσία της κυβέρνησης και του κράτους; Τις εποχές που το συνταγματικό δίκαιο αποτελούσε έναν από τους πιο σημαντικούς προμαχώνες της δημοκρατίας, η απάντηση στο ερώτημα αυτό ήταν απλή και διαυγής. Να τι έγραφε στα 1879 ένας από τους επιφανέστερους συνταγματολόγους της Ελλάδας, ο Θεόδωρος Φλογαίτης:

«Αυτή η φύσις, αυτό το αίσθημα της εαυτού σωτηρίας υπαγορεύει εις τον άνθρωπον την προστασίαν της ζωής και της ελευθερίας αυτού (του συνόλου των ατομικών ελευθεριών) κατά της παρανόμου επιθέσεως των άλλων. Αλλά το φυσικόν τούτο δικαίωμα καθιέρωσαν ως νόμιμον του πολίτου δικαίωμα και πάσαι αι ποινικαί νομοθεσίαι υπό το όνομα της αμύνης (ημέτερος ποινικός νόμος δια του αριθμού 99). Αλλ' αν κατά παντός επιτρέπηται η άμυνα ως μέσον υπερασπίσεως των δικαίων ημών, επιτρέπεται και κατ' εξουσίας ανόμως επιτιθεμένης. Η εξουσία, ως αντιπροσωπική της κοινωνίας αρχή, αντλούσα την ύπαρξιν και την δύναμιν αυτής εκ του μόνου του πολιτεύματος και των νόμων, είναι ώσπερ εικός σεβαστή, εν όσω εκπληροί τον εφ' ω ετάχθη σκοπόν, εν όσω δηλονότι εν τω μέτρω της δυνάμεως αυτής προασπίζει τας ατομικάς του πολίτου ελευθερίας εμμένουσα εν τοις διαγραφομένοις αυτή ορίοις υπό του πολιτεύματος και των νόμων. Αλλ' άμα εξερχομένη των ορίων τούτων, άμα αντιστρατευομένη εις τα υπαγορεύσεις του πολιτεύματος και των νόμων, αποβάλλει και το εξ αυτών αντλούμενον δικαίωμα της υπάρξεως αυτής ως εξουσίας και την δύναμιν αυτής, παρίσταται δε εις τους οφθαλμούς του πολίτου ως επιδρομεύς ληιζόμενος τα νόμιμα αυτού δικαιώματα. Εκ τούτου η ελευθερία της αντιστάσεως, άμυνα δηλαδή κατά παρανόμου επιθέσεως της αρχής

Και συνέχιζε:

«Αλλ' η ατομική αύτη ελευθερία είναι και πλείστου αξία συμπληρωματική πολιτική ελευθερία, διότι συντελεί τα μάλιστα εις την εδραίωσιν των πολιτικών ελευθεριών, του νομίμου δηλονότι χειρισμού των συνταγματικών εξουσιών. Όταν εις την εξουσίαν διατελή εκ των προτέρων γνωστόν, ότι οι πολίται δεν θέλουσι καταβάλει φόρους μη νομίμως εψηφισμένους υπό της νομοθετικής εξουσίας, ότι δεν θέλουσι συγκατατεθη εις την άθεσμον αυτών σύλληψιν και φυλάκησιν, ότι θέλουσιν αποκρούσει την βίαν του χωροφύλακος προς παρμπόδισιν της ασκήσεως του εκλογικού αυτών δικαιώματος, δεν αποτολμά να προβή εις την επιζητουμένην απορρόφησην, ή, αν αποτολμήση, συνετίζεται εγκαίρως και υποστρέφει εις το σημείον της νομιμότητος… Δια της ενασκήσεως της ελευθερίας της αντιστάσεως δεν επιζητείται η ανατροπή των καθεστώτων ή η πτώσις της παρανόμου εξουσίας, αλλ' η αποτυχία της κατά τινος του πολίτου ή ομάδος πολιτών δικαιώματος, ανήκοντος αυτοίς εκ του νόμου, επιθέσεως της εξουσίας, αθεσμίως ενεργούσης.» [1]

Με άλλα λόγια, το δικαίωμα της αντίστασης, ή αλλιώς – όπως το αναφέρει ο Φλογαίτης – η «ελευθερία της αντιστάσεως», είναι αναφαίρετο από κάθε μεμονωμένο πολίτη, ή ομάδα πολιτών. Πότε ασκείται; Όταν ο πολίτης νιώθει απειλή για την ζωή του από μια κυβέρνηση που αυθαίρετα νομοθετεί και εισπράττει φόρους, ασκεί καταστολή και ποινικοποιεί την διαμαρτυρία, ή την αδυναμία συμμόρφωσης με την αυθαιρεσία των κυβερνώντων. Όταν νιώθει ότι απειλείται όταν μια κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει όρια δικαίου και συνταγματικής τάξης. Όποιος απαρνηθεί το δικαίωμα αυτό, χάνει την ιδιότητα του πολίτη και μετατρέπεται σε υπεξούσιο, σε δούλο.

Ήδη από την εποχή του Τζον Λοκ ήταν καθαρό ότι «ούτε ο άνθρωπος, ούτε η κοινωνία έχουν την εξουσία να παραδώσουν την αυτοσυντήρησή τους, και συνεπώς και τα μέσα αυτοσυντήρησή τους, στην απόλυτη βούληση και την αυθαίρετη κυριότητα κάποιου άλλου. Οποτεδήποτε κάποιος επιχειρήσει να τους υποδουλώσει, θα έχουν πάντοτε το δικαίωμα να διατηρήσουν ό,τι δεν έχουν την εξουσία να απεμπολήσουν και να απαλλαγούν από όσους παραβιάζουν αυτόν τον θεμελιώδη, ιερό και αμετάβλητο νόμο της αυτοσυντήρησης, για χάρη του οποίου εισήλθαν στην κοινωνία.»[2]

Και σε κάποιο άλλο σημείο τόνιζε: «Αν ένας ληστής μπει βίαια στο σπίτι μου και την απειλή του μαχαιριού στο λαιμό μου με εξαναγκάσει να θέσω τη σφραγίδα μου σε έγγραφα που του εκχωρούν την περιουσία μου, θα του έδινε αυτό οποιοδήποτε νόμιμο τίτλο; Ακριβώς τέτοιο τίτλο, που αποσπάται με το ξίφος, έχει ο άδικος κατακτητής, όταν με εξαναγκάζει να υποταχθώ. Η αδικία και το έγκλημα είναι ταυτόσημα, είτε διαπράττονται από έναν εστεμμένο είτε από έναν μικροκατεργάρη. Ο τίτλος του εγκληματία και το πλήθος των ακολούθων του δεν διαφοροποιούν το έγκλημα, το κάνουν μόνο σοβαρότερο. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι μεγάλοι ληστές τιμωρούν τους μικρούς για να τους κρατούν υπάκουους, αλλά οι μεγάλοι ανταμείβονται με δάφνες και θριάμβους, διότι είναι πολύ μεγάλοι για τα αδύνατα χέρια της δικαιοσύνης σ' αυτόν τον κόσμο και έχουν στην κατοχή τους την εξουσία που οφείλει να τιμωρεί τους εγκληματίες.» [3]

Υπάρχει διαφορά όταν οι κυβερνώντες είναι εκλεγμένοι και αυθαιρετούν ψηφίζοντας νόμους που παραβιάζουν ακόμη και το πιο στοιχειώδες δικαίωμα της αυτοσυντήρησης; Δεν υπάρχει καμιά διαφορά. Δεν έχει σημασία πόσα τυπικά δικαιώματα αναγνωρίζονται στους πολίτες και στο λαό. Κι όπως ο Ελβετός συνταγματολόγος Ντελόμ έλεγε χαρακτηριστικά: «Όμως όλα αυτά τα προνόμια του Λαού, εκτιμώμενα αυτά καθαυτά, δεν είναι παρά αδύναμες άμυνες ενάντια στην πραγματική δύναμη αυτών που κυβερνούν. Όλες αυτές οι διατάξεις, όλα αυτά τα αμοιβαία Δικαιώματα, προϋποθέτουν αναγκαστικά ότι τα πράγματα παραμένουν εντός της νόμιμης και καθιερωμένης πορείας τους: τι θα σήμαινε για την επιβίωση του Λαού, αν κάποτε ο Πρίγκιπας, ξαφνικά απελευθερωνόταν από όλους τους περιορισμούς και εγκαταλείποντας τις διατάξεις του Συντάγματος, δεν θα σεβόταν πλέον ούτε το πρόσωπο, ούτε την περιουσία των υπηκόων του και δεν θα έπαιρνε υπόψη του τις δεσμεύσεις του έναντι του Κοινοβουλίου του, ή επιχειρούσε να του επιβάλει την θέλησή του; Θα σήμαινε αντίσταση.» [4]

Δεν έχει καμιά σημασία αν στη θέση του Πρίγκιπα υπάρχει μια κυβέρνηση που χρησιμοποιεί ως επιχείρημα νομιμοποίησης της αυθαιρεσίας και της απειλής που συνιστά για την αυτοσυντήρηση και την επιβίωση των πολιτών, την ψήφο τους ή την πλειοψηφία του κοινοβουλίου. Το δικαίωμα της αντίστασης είναι αναφαίρετο «φυσικό δικαίωμα» και ταυτίζεται με το δικαίωμα της αυτοάμυνας καθενός πολίτη. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο όταν υπάρχει τυπική κατάλυση δικαιωμάτων, αλλά ακόμη κι όταν – ιδίως όταν – ο νόμος και γενικά η δικαιοσύνη έχει αποξενωθεί από την λαϊκή θέληση. «Είναι πιθανό ότι σε καταστάσεις κρίσης και νομικής αστάθειας να έχουμε περισσότερους λόγους για να εφαρμοστεί ο νόμος αμείλικτα: θέλουμε το νόμο να αποκτήσει τη δύναμη που δεν έχει. Θέλουμε να ριζώσει στις συνήθειες του καθενός. Θέλουμε να δώσουμε στη νομική ζωή μας, μια για πάντα, κάποια προβλεψιμότητα. Ωστόσο, εξαρτάται από το είδος της κρίσης που αντιμετωπίζουμε. Στην πραγματικότητα, στο μυαλό μου, η αντίδρασή μας θα πρέπει να είναι ριζικά διαφορετική, αν η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε είναι μια νομική αποξένωση, με άλλα λόγια, μια κατάσταση όπου ο νόμος δεν αποτελεί περισσότερο ή λιγότερο μια πιστή έκφραση της βούλησης μας ως κοινότητα. Αντ 'αυτού, εμφανίζεται ως ένα σύνολο κανόνων ξένων ως προς τα δικά μας σχέδια και προγραμματισμό, το οποίο επηρεάζει τα πιο βασικά συμφέροντα της πλειοψηφίας του πληθυσμού που συμβαίνει να βρίσκεται υπό την επιβολή του. Εάν η νομική κρίση μας έχει να κάνει περισσότερο με αυτή την τελευταία κατάσταση, τότε φαίνεται να είναι άδικο να αντιμετωπιστούν όλες τις παραβιάσεις του νόμου όπως σαν να πρόκειται για άτομα που θέλουν να επωφεληθούν από τις προσπάθειες των άλλων. Αντίθετα, πολλές από αυτές τις παραβιάσεις θα μπορούσαν να είναι κατανοητές και, ενδεχομένως, αξιοσέβαστες αντιδράσεις που πραγματοποιούνται από ορισμένες ομάδες όταν αντιμετωπίζουν έναν νόμο που άδικα τις αγνοεί και τις αποκλείει. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η έμφαση στην απαρέγκλιτη εφαρμογή του νόμου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πράξη ακραίου δογματισμού – καθαρή αδικία – η οποία καταλήγει να γυρίζει το νόμο ανάποδα. Αντί για τη διάσωση εκείνων που είναι θύματα του νόμου, επιβάλλεται κανόνας που αποσκοπεί στην κακομεταχείριση τους…» Σε τέτοιες περιπτώσεις αποξένωσης του νόμου «τελευταίο καταφύγιο» των πολιτών είναι το δικαίωμα στην αντίσταση.[5]

Όταν ακούς σήμερα τους ντόπιους στα οροπέδια των Χανίων που περικλείονται από τις Σφακιανές Μαδάρες, που ποτέ κατακτητής δεν πάτησε, να λένε ότι μόνο με τα όπλα βρήκαν το δίκιο τους, όταν με κανέναν άλλο τρόπο, ή προσφυγή, δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τις πολυεθνικές των ΒΑΠΕ (Βιομηχανικές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) από το να τους κλέψουν τον αέρα, τον ήλιο, το νερό και τον τόπο τους, τότε ξέρεις πως δεν αργεί η ώρα που ο καθένας από εμάς, ο κάθε νοικοκύρης αυτού του τόπου θα κληθεί να απαντήσει. Θα επιτρέψει ο φοροεισπράχτορας, ο τραπεζίτης και ο επενδυτής να του στερήσουν τα λιγοστά του υπάρχοντα και έτσι να του στερήσουν το δικαίωμα στη ζωή, ή όχι; Οι ίδιες οι συνθήκες επιβάλουν να πούμε όχι. Είναι θέμα προσωπικής αξιοπρέπειας, είναι το τελευταίο καταφύγιο της δημοκρατίας: η άσκηση του δικαιώματος της αντίστασης. Ένα δικαίωμα που ασκείται πιο αποτελεσματικά όταν ασκείται συλλογικά.

Σε συνθήκες όπου σου στερούν το δικαίωμα στην ζωή, στην αυτοσυντήρηση, στην περιουσία και στον τόπο σου, ο καθένας από εμάς έχει το δικαίωμα της αντίστασης. Κι όσο το ξεπούλημα θα προχωρά, όσο οι κυβερνώντες και τα αφεντικά τους θα συνεχίζουν τον εξανδραποδισμό ενός ολόκληρου λαού, τόσο το δικαίωμα της αντίστασης θα γίνεται ολοένα και πιο καθολικό.

Πρώτο βήμα η οργάνωση στη γειτονιά με τρεις βασικούς στόχους:

(α) Την κοινωνική αλληλεγγύη με δεσμούς που δεν επιτρέπουν στην κοινωνία να γίνει υποχείριο της εντεταλμένης φιλανθρωπίας των κοινωνικών παντοπωλείων, των συσσιτίων και των άλλων εκδηλώσεων υπέρ των αναξιοπαθούντων. Συνεταιρισμοί, δίκτυα υποστήριξης και αλληλεγγύης σε κάθε γειτονιά είναι η απάντηση του κινήματος αντίστασης.

(β) Συγκρότηση επιτροπών και ομάδων δράσης ανά γειτονιά ενάντια στις εφορίες και τις τράπεζες. Κανένας δεν πρέπει να χάσει το σπίτι του, ή να οδηγηθεί στην απόγνωση και την απελπισία επειδή χρωστάει. Το χρέος πρέπει να μεταφερθεί στην κυβέρνηση και στους τραπεζίτες με κάθε πρόσφορο μέσο και τρόπο.

(γ) Σχηματισμός ομάδων λαϊκής περιφρούρησης ανά γειτονιά με σκοπό να μην επιτρέψουν να διαλυθούν οι συνοικίες από την έξαρση της εγκληματικότητας, αλλά και να μην γίνουν πεδία πρόσφορης δράσης φαιών ταγμάτων εφόδου με την κάλυψη του επίσημου κράτους και παρακράτους.

Για εμάς στο ΕΠΑΜ οι τρεις αυτές κατευθύνσεις που συμπυκνώνονται στο σύνθημα οργάνωση στην γειτονιά, αποτελούν την αιχμή του δόρατος για την δράση με απώτερο σκοπό την ανάδειξη ενός αυθεντικά παλλαϊκού κινήματος, που οφείλει να μετατρέψει το δικαίωμα της αντίστασης ως αφετηριακό παλμό του.

 

Παραπομπές

 

[1] Θεοδώρου Φλογαίτου, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνησι, 1879, σελ. 334-37.

[2] Τζον Λοκ, Δεύτερη Πραγματεία Περί Κυβερνήσεως (Μετάφραση, Πασχάλης Κιτρομηλίδης), Αθήνα: Γνώση, 1990, σ. 201-02.

[3] Στο ίδιο, σ. 225-26.

[4] Jean Louis de Lolme, The constitution of England; or, An account of the English government, Halifar, 1822, σ. 295.

[5] Roberto Gargerella, The Last Resort: The Right of Resistance in Situations of Legal Alienation, Yale Law School Legal Scholarship Repository, Yale Law School, 1/1/2003.


ΠΗΓΗ: Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2012/07/to.html?spref=fb

ΣΕ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

ΣΕ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ:

Χωρίς να σημαίνει πως δεν κάνουμε λάθος έχουμε την εντύπωση ότι, είμαστε αντιμέτωποι με μία ακόμη μεταβατική κυβέρνηση – αφού η μη τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων, η οποία αποτελεί τον προάγγελο των πολιτικών αλλαγών, είναι μάλλον δεδομένη

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Η κυβέρνηση, δια του διορισμένου, μη εκλεγμένου και συμπαθέστατου υπουργού οικονομικών (καλώς ή κακώς, αιτιολογημένα ή μη, ελάχιστοι είναι αυτοί που πίστευαν ότι, θα μπορούσε ποτέ να αναλάβει τέτοιες ευθύνες το συγκεκριμένο άτομο), έχει θέσει σαν απόλυτη προτεραιότητα της:

(α) τις ιδιωτικοποιήσεις των πάντων (νεοφιλελεύθερο δόγμα), χωρίς απολύτως καμία στρατηγική και στη χειρότερη εποχή διεθνώς,  καθώς επίσης

(β) την πιστή εφαρμογή του μνημονίου (δόγμα λιτότητας) – παρά το ότι, ο συνδυασμός των δύο αυτών «δεινών» οδηγεί με ασφάλεια στην εξαθλίωση, στη χρεοκοπία, στην έξοδο από την Ευρωζώνη και στη δραχμή.  

Οι νέες δουλοπρεπείς υποκλίσεις δε στη Γερμανία, έτσι όπως μεταδόθηκαν από τα ΜΜΕ, είναι κάτι παραπάνω από «αποκαλυπτικές των προθέσεων».

Όσον αφορά τώρα τις νέες μειώσεις των μισθών που προαναγγέλλονται, είναι ότι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα σήμερα – μεταξύ άλλων, αφού με βάση τους μισθούς διαμορφώνονται όλες οι υπόλοιπες τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Ειδικά αυτές των ακινήτων, με αποτέλεσμα να προκαλείται ένα διπλό, δισεπίλυτο πρόβλημα:

(α) όλοι όσοι έχουν λάβει ενυπόθηκα δάνεια από τις τράπεζες, να οφείλουν συχνά υψηλότερα ποσά από την καινούργια αξία των ακινήτων τους και να μην τα πληρώνουν (όπως συνέβη στις Η.Π.Α.), ενώ

(β) οι εγγυήσεις που έχουν οι τράπεζες στη διάθεση τους να περιορίζονται, με την ανάλογη αύξηση των «κόκκινων δανείων» – με αποτέλεσμα να αυξάνονται διαρκώς οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης τους (ποσά που σε τελική ανάλυση επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό, το δημόσιο χρέος και τους πολίτες της χώρας). 

Παράλληλα βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς τις «τιτλοποιήσεις» των ενυπόθηκων δανείων, τις οποίες χρησιμοποίησαν οι τράπεζες στο παρελθόν για την ενίσχυση της ρευστότητας τους – γεγονός που σημαίνει ότι, συχνά οι ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων δανείων δεν είναι οι ελληνικές τράπεζες που επιλέξαμε, αλλά κάποιος άγνωστος επενδυτής στο εξωτερικό.   

Αυτές ήταν αλήθεια οι προεκλογικές δεσμεύσεις της συγκυβέρνησης; Με αυτές τις εξαγγελίες ψηφίστηκε από τους Έλληνες; Μήπως ακόμη μία φορά πρόκειται για "υπεξαίρεση" της ψήφου των Ελλήνων, όπως συνέβη δυστυχώς το 2009;

Θα το ανεχθούν ξανά οι Έλληνες, σιωπώντας ως συνήθως και επιτρέποντας τόσο στην ύφεση, όσο και στην ανεργία, να καταστρέψουν εντελώς την πατρίδα τους; Θα συνεχίσουν να μένουν απαθείς απέναντι στη λεηλασία τόσο της δημόσιας, όσο και της ιδιωτικής περιουσίας τους; Θα μείνουν αδιάφοροι στην επανατοποθέτηση της μίας κοινωνικής ομάδας απέναντι στην άλλη;

Θα υπομείνουν καρτερικά το συνεχιζόμενο, διεθνή εξευτελισμό και θα υποστούν ακόμη μεγαλύτερες προσβολές – «μεταλλάσσοντας» τες σε τύψεις συνείδησης και αυτομαστίγωμα, αντί σε υγιείς αντιστάσεις; Δεν θα ήταν ο απόλυτος ορισμός της ανοησίας και της αυτοκαταστροφικότητας; 

Δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια το ότι, η συμβίωση (γάμος, ενώσεις όπως η ευρωπαϊκή κλπ.) μπορεί να είναι δημιουργική, λειτουργική, καθώς επίσης να έχει διάρκεια και μέλλον, μόνο όταν τα «υποκείμενα» είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους; Είναι αλήθεια ανεξάρτητοι οι Έλληνες; Ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις και στους στόχους τους η κυβερνητική Τρόικα;

Τέλος, όσον αφορά την αξιωματική αντιπολίτευση, θεωρεί κανείς πως οι εκλογείς της σκέφθηκαν ποτέ ότι, θα είχαν σαν πρότυπο τη Βενεζουέλα; Είναι συμβατό με την Ελλάδα ένα τέτοιο πολιτικό σύστημα ή μήπως θα ήταν προτιμότερη η μικτή οικονομία, σε καθεστώς άμεσης δημοκρατίας – ειδικά σε μία χώρα της οποίας τόσο το μέγεθος, όσο και η ποιότητα-βάθος του πολιτισμού της, μπορούν να εγγυηθούν την επιτυχία του;  

Άρθρο

Όλοι γνωρίζουμε ότι, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τη λήψη φαρμάκων – κυρίως επειδή ο οργανισμός τα συνηθίζει, οπότε χάνουν τη θεραπευτική ιδιότητα τους και παραμένουμε εκτεθειμένοι στην ασθένεια, χωρίς όπλα.

Ουσιαστικά το ίδιο συμβαίνει και στην οικονομία – όταν οι εκάστοτε κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να γιατρέψουν τις παθογένειες της, με τη βοήθεια της νομισματικής πολιτικής. Δηλαδή, η αγορά συνηθίζει τα μέτρα και παύει πλέον να αντιδράει φυσιολογικά – οπότε είναι σχεδόν αδύνατο να εμποδιστεί το μοιραίο (κατάρρευση).

Στα πλαίσια αυτά, σαν αποτέλεσμα της αύξησης της ποσότητας χρήματος από τη Fed, σε συνδυασμό με τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια δανεισμού, η ζήτηση για ακίνητα (οπότε οι τιμές πώλησης τους και η οικοδομική δραστηριότητα) θα έπρεπε να αυξηθεί στις Η.Π.Α. Εν τούτοις, οι τιμές συνεχίζουν να πέφτουν – ενώ είναι σήμερα κατά 10% χαμηλότερες, σε σχέση με δύο χρόνια πριν, παρά το ότι τα επιτόκια για στεγαστικά δάνεια ευρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά.

Περαιτέρω, οι πραγματικές επενδύσεις στις οικοδομές είναι σχεδόν οι μισές, σε σχέση με το παρελθόν – όπως επίσης οι επενδύσεις γενικότερα των αμερικανικών επιχειρήσεων, αν και οι μεγάλοι υπερεθνικοί όμιλοι διαθέτουν άφθονα μετρητά στα ταμεία τους.

Την ίδια στιγμή, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν πρόσβαση στο δανεισμό – επειδή οι τοπικές τράπεζες αποσβένουν ακόμη τα ενυπόθηκα κόκκινα δάνεια του παρελθόντος (ζημίες), ενώ τα κεφάλαια τους είναι πάρα πολύ χαμηλά (το ίδιο συμβαίνει στην Ισπανία, στην Ιρλανδία και αλλού). 

Όπως φαίνεται λοιπόν, η νομισματική πολιτική (φάρμακο) στις Η.Π.Α. έχει εξαντλήσει τα περιθώρια της, χωρίς δυστυχώς να θεραπεύσει τον ασθενή – ο οποίος έχει πλέον ανοσία στα φάρμακα.

Επομένως, η αντίστροφη μέτρηση συνεχίζεται, τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στην Ευρωζώνη – γεγονός που είναι πιθανότατα αδύνατον να μην επηρεάσει την Κίνα και τον υπόλοιπο πλανήτη.

Πόσο μάλλον όταν πάψει η Ελλάδα να τοποθετείται γκεμπελικά στην κορυφή των ειδήσεων, με στόχο να αποπροσανατολίζονται όλοι από τα πραγματικά μεγάλα προβλήματα: τις ευρωπαϊκές τράπεζες και την υπερχρεωμένη, ελλειμματική αμερικανική οικονομία.

Ειδικά όσον αφορά τις τράπεζες, εάν κατανοήσει κανείς ότι επενδύουν πάνω από 50 φορές τα ίδια κεφάλαια τους, θα συνειδητοποιήσει την τεράστια απειλή που καλύπτει σαν σκοτεινό σύννεφο τον ουρανό της Δύσης. Για παράδειγμα, το ποσοστό των βασικών κεφαλαίων της Credit Suisse υπολογίζεται στο 15,6% – ένας από τους καλύτερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παγκοσμίως. Εάν όμως εξετάσει κανείς τα ίδια κεφάλαια της (ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες), θα διαπιστώσει έντρομος ότι, αποτελούν μόλις το 2,7% του ισολογισμού της – ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μέγεθος.

Συνεχίζοντας, προφανώς η λύση δεν είναι τα βασικά επιτόκια δανεισμού, η αύξηση της ποσότητας χρήματος και γενικότερα τα φάρμακα της νομισματικής πολιτικής – ούτε η μείωση της φορολογίας, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, αφού οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις δεν πληρώνουν (φοροαποφυγή), ενώ οι μικρές δεν έχουν κέρδη για να πληρώσουν.

Η λύση είναι η σωστή κατανομή των εισοδημάτων (αναδιανομή), έτσι ώστε αυτοί που πράγματι μπορούν να καταναλώσουν (μικρομεσαία εισοδηματικά στρώματα), δημιουργώντας ζήτηση και επομένως επενδύσεις, να έχουν τις δυνατότητες να το κάνουν.

Δυστυχώς όμως, αυτό που συμβαίνει είναι ακριβώς το αντίθετο, επειδή εκείνοι οι οποίοι επωμίζονται όλα τα βάρη (δημόσιο χρέος, ελλείμματα κλπ.), είναι οι πολλοί και οι ασθενέστεροι οικονομικά – με αποτέλεσμα να μειώνεται η κατανάλωση και να εκμηδενίζονται οι επενδύσεις.  

Η Ελληνική ιδιαιτερότητα

Οφείλουμε να μην ξεχνάμε ότι, η πατρίδα μας ήταν για αιώνες σκλαβωμένη σε έναν υποανάπτυκτο λαό. Δεν βίωσε ούτε αναγέννηση, ούτε διαφωτισμό – ενώ αμέσως μετά τη μερική απελευθέρωση της, ακολούθησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, η μεγάλη ύφεση, ο δεύτερος παγκόσμιος, ο εμφύλιος, η φτώχεια, η δικτατορία κοκ. Πρόσφατα δε έγινε στόχος των διεθνών τοκογλύφων και ο δούρειος ίππος της εισβολής τους στην Ευρωζώνη.

Παράλληλα, η πατρίδα μας ήταν εύκολο μετά από τις τόσες περιπέτειες και τη φτώχεια του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της, να βυθιστεί στην παγίδα του χρέους – ενώ δεν ήταν η μοναδική, αφού ολόκληρη η δύση υπερχρεώθηκε, με αφετηρία τη δεκαετία του 80: την απαρχή της βασιλείας των αγορών και του νεοφιλελευθερισμού.  

Είναι άδικο λοιπόν να την κατηγορούμε σε τέτοιο βαθμό, όσο μεγάλα και αν είναι τα λάθη της – πόσο μάλλον όταν η προθυμία για αλλαγή υπάρχει. Απλά οι Έλληνες, έχοντας βιώσει τόσα δεινά, είναι κάτι παραπάνω από προσεκτικοί και εξαιρετικά φιλύποπτοι – τουλάχιστον όσον αφορά τις πραγματικές προθέσεις της εκάστοτε ηγεσίας τους.

Επίλογος

Υπάρχουν αρκετοί οι οποίοι ισχυρίζονται ότι, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν είναι βιώσιμο – άλλοι σκόπιμα (τοκογλύφοι, εισβολείς, τοπική ελίτ κλπ.) και άλλοι όχι. Σχετικά με αυτό οφείλει να τονίσει κανείς πως δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία το ύψος του χρέους, όσο οι δυνατότητες εξυπηρέτησης του (επιτόκιο, ετήσιες δόσεις αποπληρωμής, μακρο- και μικροοικονομικές συνθήκες της οικονομίας κοκ). 

Στα πλαίσια αυτά και χωρίς να επεκταθούμε σε περιττές λεπτομέρειες, αφού έχουμε αναλύσει το θέμα πολλές φορές, το χρέος της Ελλάδας, με κριτήριο τα περιουσιακά της στοιχεία (δημόσιες επιχειρήσεις, υπόγειος πλούτος, ακίνητα, γερμανικές αποζημιώσεις κλπ), είναι απολύτως διαχειρίσιμο – φυσικά όχι, εάν παραμείνει στην εγκληματική αποδοχή του μνημονίου και μόνο υπό την προϋπόθεση ότι, οι πολίτες θα εμπιστευθούν ξανά την πολιτική.    

Κλείνουμε με μία πολύ σημαντική "λεπτομέρεια", η οποία ανακοινώθηκε από τον υπουργό οικονομικών, χωρίς να δοθεί ίσως η απαιτούμενη προσοχή από όλους εμάς. Όπως αναφέρθηκε, η κυβέρνηση θα εισάγει άμεσα μέτρα αποκατάστασης της εμπιστοσύνης και τόνωσης του επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Για παράδειγμα, τη θεσμοθέτηση της δυνατότητας του οργανισμού αποκρατικοποιήσεων, να δέχεται ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ως τίμημα για τις αποκρατικοποιήσεις.

Δηλαδή, εάν καταλάβαμε σωστά, οι διεθνείς επενδυτές θα μπορούν να αγοράζουν ομόλογα του δημοσίου στη δευτερογενή αγορά, σε εξευτελιστικές τιμές και να τα χρησιμοποιούν στη συνέχεια, στο 100% της αξίας τους, για την εξαγορά (ιδιωτικοποίηση) των επιχειρήσεων του δημοσίου (!) – κάτι που, εκτός των άλλων, δεν θα δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, αφού απλά θα αλλάζει η ιδιοκτησία των υφισταμένων εταιρειών. Δεν είναι αλήθεια ντροπή να μας κοροϊδεύουν (εάν ισχύουν βέβαια τα παραπάνω) τόσο απροκάλυπτα;  

 

Τρίτη, 10. Ιουλίου 2012

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2647.aspx#.T_0sxpGHrgl

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 10. Ιουλίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).